text
stringlengths
2.14k
585k
summary
stringlengths
1
6.5k
case_category
stringclasses
399 values
case_tags
stringlengths
5
295
subset
float64
0
2
Αριθμός 446/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 212/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με κατηγορούμενο τον ..., που δεν παρέστη και με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος - Τουριστικές Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε.", που εδρεύει στη Λάρδο Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο παρέστη η Πρόεδρος και Διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας ... και διόρισε τους δικηγόρους Εμμανουήλ Βλάχο και Δημήτριο Σακαλόγλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 26/08.05.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 700/2009 Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους της πολιτικώς ενάγουσας που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. γ' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), όπως ισχύει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες, κατά δε την παραγ. 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 § 1 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών και ορίζεται ότι αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, όταν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, (οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου κώδικα), ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή, χωρίς να απαιτείται έκδοση πράξεως αναπληρώσεως, στην περίπτωση δε αναπληρώσεως πλημμελειοδίκη τριμελούς πλημμελειοδικείου από ειρηνοδίκη απαιτείται να εκδίδεται πράξη από τον διευθύνοντα το δικαστήριο δικαστή, η οποία και μνημονεύεται στην απόφαση. Η μνεία της πράξεως αναπληρώσεως στην απόφαση υποδηλώνει τη συνδρομή νόμιμου προς αναπλήρωση λόγου, που ερευνήθηκε από τον διευθύνοντα δικαστή και αναφέρεται στη πράξη του, δεν είναι δε απαραίτητο ο λόγος αυτός αναπληρώσεως να αναφέρεται και στην απόφαση. Επίσης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση σε τι συνίσταται το κώλυμα του αναπληρούμενου δικαστή. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 περ. α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα δε αυτή που προκύπτει κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 212/2009 αθωωτικής αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, συγκροτήθηκε, από την Χρυσούλα Παπαδοπούλου, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Θωμά Δουκάκη Πλημμελειοδίκη, και Ευθυμία Παπαχρυσάνθου, Δόκιμη Ειρηνοδίκη, που υπηρετεί στο Ειρηνοδικείο Ρόδου, επειδή κωλύονται οι λοιποί τακτικοί Δικαστές, συμμετείχε δε και η Ευαγγελία Σπυριδωνίδου Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών (επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας). Όμως η συγκρότηση αυτή του άνω Δικαστηρίου δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων που καθορίζουν, κατά τα προεκτεθέντα, την σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, όπου αυτή δεν ορίζεται με κλήρωση, όπως εν προκειμένω, αφού από την απόφαση δεν προκύπτει εάν εξεδόθη, από τον διευθύνοντα το Πρωτοδικείο, πράξη αναπληρώσεως, με την οποία ορίσθηκε η άνω Ειρηνοδίκης ως μέλος της συνθέσεως σε αναπλήρωση των κωλυομένων τακτικών Δικαστών, ούτε και μνημονεύεται αυτή. Επομένως ο μοναδικός, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που παραδεκτά άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 212/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κακή σύνθεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου με την συμμετοχή, για τη συγκρότηση του Δικαστηρίου, Ειρηνοδίκη (όπου δεν απαιτείται κλήρωση) επειδή στην απόφαση δεν αναφέρεται η πράξη του Διευθύνοντος το Πρωτοδικείο αναπληρώσεως Πλημμελειοδίκη από Ειρηνοδίκη. Αποδοχή του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δικαστηρίου σύνθεση.
2
Αριθμός 444/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο, για αναίρεση της 155/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Ψ1 και 2)Ψ2 Χα Χ3, κατοίκους ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1131/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α)να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β)να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε οπότε πρόκειται για μη συνειδητή αμέλεια, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν οπότε πρόκειται για ενσυνείδητη αμέλεια και γ)να υπάρχει αιτιώδεις σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει της ανωτέρω διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω ποινικής διατάξεως με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 το" Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικοί στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ένοχη. Αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για. την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 155/2009 απόφασή του, δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Δυνάμει της περί το μέσον 2001 καταρτισθείσας συμβάσεως μεταξύ της στην αλλοδαπή εδρεύουσας εταιρείας "A...", ως πλοιοκτήτριας του πλοίου (θαλαμηγού) "A...", και της ανώνυμης εταιρείας "Χ- ... ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΑΕ",της οποίας κύριος μέτοχος και υπεύθυνος του εγκατεστημένου στο ... ναυπηγείου της ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, η τελευταία ανέλαβε ως εργολάβος την εκτέλεση σειράς επισκευαστικών εργασιών στο ως άνω πλοίο και στις εγκαταστάσεις του εν λόγω ναυπηγείου της. Εξάλλου μέρος των εργασιών επ'αυτού (πλοίου), το οποίο ήδη από τον Οκτώβριο 2001 είχε ελλιμενισθεί, και στη συνέχεια, ανελκυσθεί στις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου της (εργολήπριας εταιρείας), ειδικότερα δε των ελασματουργικών εκείνων (εργασιών), ανέθεσε (εργολήπτρια εταιρεία), υπεργολαβικώς, στην ετερρόρυθμη εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Την 17.1.2002 η υπεργολάβος αυτή εταιρεία, μετά από προηγούμενη συνεννόηση με την εργολήπτρια παραπάνω εταιρεία, δια του πρώτου κατηγορούμενου, απέστειλε στο ναυπηγείο τον εργατοτεχνίτη της βοηθό λεβητοποιού Ψ3, προκειμένου να εκτελέσει προγραμματισμένες εργασίες επί του υπό επισκευή σκάφους, που αφορούσαν την κατασκευή και τοποθέτηση κεφαλόσκαλου και σκάλας ανόδου-καθόδου του (σκάφους), για τις οποίες και ήταν τεχνικώς αναγκαία η προηγούμενη εγκατάσταση ικριωμάτων, λόγω του ύψους των τεσσάρων μέτρων, όπου θα τοποθετούνταν οι υποδοχές της σκάλας. Πράγματι, κατά τις μεσημβρινές ώρες της 17.1.2002, ο εργατοτεχνίτης αυτός αφίχθη στο ναυπηγείο, απευθυνθείς δε για οδηγίες στον παριστάμενο πρώτο κατηγορούμενο, του υποδείχθηκε από τον ίδιο (πρώτο κατηγορούμενο) να προμηθευτεί μόνος του, από χώρο του ναυπηγείου, όσα μεταλλικά (προκατασκευασμένα) κομμάτια σκαλωσιάς του χρειάζονταν, για τη συναρμολόγηση και εγκατάστασή της (σκαλωσιάς). Κατά συμμόρφωση προς εντολές-οδηγίες αυτές του πρώτου κατηγορουμένου ο - μη ειδικός στην εγκατάσταση σκαλωσιών Ψ3 κατασκεύασε και εγκατέστησε μόνος του αυτή, αποτελούμενη από δύο (προκατασκευσμένα) κομμάτια, το ένα επάνω στο άλλο, με διαστάσεις (του συνόλου της) 3,5 μ(μήκος) Χ 70 εκ (πλάτος) Χ 4 μ (ύψος), με δάπεδο εργασίας από δύο μαδέρια. Στη συνέχεια και ενώ είχε αρχίσει τις επισκευαστικές εργασίες, βρισκόμενος πάνω σ' αυτή (σκαλωσιά), η τελευταία περί ώρα 14.00 κατέρρευσε, με αποτέλεσμα την πτώση του στο τσιμεντένιο δάπεδο, την πρόκληση εξ αυτής βαρείας κρανιοεγκεφαλικής του κάκωσης, από την οποία και επήλθε ο επιτόπου θάνατός του. Η κατάρρευση της (σκαλωσιάς) οφειλόταν στην πλημμελή και μη έντεχνη κατασκευή και τοποθέτηση της, ειδικότερα δε στην μη σταθεροποίηση και τη σύνδεσή της με το μέτωπο εργασίας (υπό επισκευή σκάφος) ή με άλλη σταθερή κατασκευή ή με κάποιο άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε να αποκλειστεί η οριζόντια μετακίνησή της και να εξασφαλιστεί εν γένει η σταθερότητά της, και τούτο κατά παραβίαση των επιτασσόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ.3 του ΠΔ 70/1990 "Για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζόμενων σε ναυπηγεία". Πέραν τούτων δεν τηρήθηκε και η διάταξη του άρθρου 41 παρ.3 του εν λόγω ΠΔ, που επιβάλλει την ύπαρξη κατάλληλων κλιμάκων, προκειμένου η πρόσβαση των εργαζόμενων στο δάπεδο εργασίας των ικριωμάτων να γίνεται με ασφαλή τρόπο. Εξάλλου η κακότεχνη και μη ασφαλής κατασκευή της σκαλωσιάς επιβαρύνθηκε και από την ισχυρή βροχόπτωση που σημειωνόταν κατά την ώρα του δυστυχήματος. Υπεύθυνος και υπόχρεος για την τήρηση των εν λόγω μέτρων ασφαλείας ήταν ο και παρευρισκόμενος κατά την ημέρα εκείνη στο ναυπηγείο πρώτος κατηγορούμενος (άρθρο 3 του ως άνω ΠΔ), ο οποίος όμως από έλλειψη προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, αν και γνώριζε ότι οι συγκεκριμένες συνθήκες της εργασίας του θανόντος εργαζόμενου ήταν επικίνδυνες και επιβαλλόταν η τήρηση και εφαρμογή των ως άνω προστατευτικών μέτρων, όχι μόνο παρέλειψε να εποπτεύσει και να διασφαλίσει, με την παρουσία εμπειροτέχνη, την κατασκευή και τοποθέτηση ασφαλών ικριωμάτων, αλλά ασυνέτως και αμελώς φερόμενος έδωσε, κατά τα προαναφερθέντα, οδηγίες στον θανόντα να συναρμολογήσει και να εγκαταστήσει μόνος του την ελαττωματική και άκρως επικίνδυνη, όπως αποδείχθηκε, σκαλωσιά, εν συνεχεία δε του επέτρεψε να εργασθεί πάνω στο δάπεδο της και μάλιστα χωρίς καν την παρουσία τρίτου προσώπου στο έργο. Για την ευθύνη του (πρώτου κατηγορουμένου), αναφορικώς τουλάχιστον με την παρουσία του στο έργο και κυρίως για τις ως άνω δοθείσες κρίσιμες οδηγίες και υποδείξεις του στον θανόντα, σαφής και πειστική είναι η συνταχθείσα από τον Τεχνικό Επιθεωρητή Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης του Υπουργείου Εργασίας ... από 4.4.2002 Έκθεση Αυτοψίας, μετά από την αυθημερόν με το δυστύχημα (17.1.2002) γενόμενη επίσκεψή του στο χώρο του ναυπηγείου, όπου και συνάντησε τον πρώτο κατηγορούμενο και άντλησε από τον ίδιο πληροφορίες και εξηγήσεις για τις συνθήκες του συμβάντος [βλ. σχετικό κεφάλαιό της "...Ο θανών πήγε μόνος του στο πιο πάνω Ναυπηγείο και για να μπορέσει να φτάσει στο ύψος των τεσσάρων μέτρων περίπου στο οποίο έπρεπε να τοποθετήσει τις υποδοχές της σκάλας ζήτησε από τον Χνα του υποδείξει τρόπο εργασίας. Ο Χ του υπέδειξε να πάρει όσα κομμάτια σκαλωσιάς του χρειάζονται και να κατασκευάσει μόνος του την σκαλωσιά που πρέπει για να εκτελέσει την εργασία του..."]. Η επιχειρηθείσα στο ακροατήριο από τον εν λόγω τεχνικό επιθεωρητή, κατά την ένορκη μαρτυρική κατάθεσή του, ανασκευή και διόρθωση (υπέρ του πρώτου κατηγορουμένου) των διαλαμβανόμενων ως άνω ανεπιφύλακτων διαπιστώσεων και συμπερασμάτων τής εκθέσεώς του και η διατύπωση εντελώς διάφορων γεγονότων και εκδοχών "...Δεν μου το είπε ο Χ ότι αυτός υπέδειξε στον παθόντα να πάρει κομμάτια σκαλωσιάς και να τη φτιάξει μόνος του, το συμπέρασμα, ήταν δική μου γνώμη. Το έγραψα ελαφρά τη καρδία...", δεν είναι πειστικές, προεχόντως γιατί το όλο περιεχόμενο της έκθεσης και οι σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες της μαρτυρούν υπευθυνότητα, αίσθηση καθήκοντος και ειλικρινή πρόθεση από τον συντάκτη της διερεύνησης και αναζήτησης των συνθηκών, των αιτίων και των υπευθύνων του εργατικού αυτού δυστυχήματος, ώστε να συνάγεται με βεβαιότητα ότι σ'αυτή (έκθεση αυτοψίας) αποτυπώθηκε η πραγματικότητα και η αλήθεια. Πρέπει επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, να κηρυχθεί ο πρώτος κατηγορούμενος ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, να του αναγνωρισθούν δε, όπως και πρωτοδίκως, τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ". Στη συνέχεια στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής ως προς τον αναιρεσείοντα: " Κηρύσσει τον Χ ένοχο του ότι στον κατωτέρω τόπο και χρόνο δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε να επιδείξει και δεν τήρησε τα μέτρα . ασφαλείας, όπως ορίζονται στο Π.Δ, 70/1990 "Περί υγιεινής και ασφαλείας εργαζομένων σε ναυπηγεία", με αποτέλεσμα να μην προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα και δη το θάνατο εργαζομένου. Ειδικότερα, στο ..., στις 17/1/2002, και δη στο χώρο του ναυπηγείου "...-Χ", ως ιδιοκτήτης και υπεύθυνος του ως άνω ναυπηγείου, ως εργολάβος του έργου και παρέχων το χώρο για να γίνουν οι εργασίες, δε φρόντισε να τοποθετήσει σκαλωσιές όπως προβλέπουν τα άρθρα 41 και 42 του Π.Δ. 70/90, προκειμένου να μπορεί ο εργαζόμενος Ψ3 να εργασθεί ασφαλώς, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος από ύψος τεσσάρων μέτρων και να τραυματισθεί θανάσιμα, υποστάς κρανιοεγκεφαλική κάκωση, Τη στιγμή του ατυχήματος ο θανών είχε τοποθετήσει από μόνος του δύο προκατασκευασμένα κομμάτια σκαλωσιάς, το ένα επάνω στο άλλο και είχε δημιουργήσει ένα σύνολο με διαστάσεις 3.500 mm μήκος επί 700 mm πλάτος επί 4.000 mm ύψος. Τοποθετώντας δε δύο μαδέρια σε ύψος 3.000 mm περίπου έφτιαξε το αναγκαίο δάπεδο για την εργασία που ήθελε να κάνει (τοποθέτηση κεφαλόσκαλου και σκάλα ανόδου) στο ως άνω πλοίο που ήταν ανελκυσμένο στο ως άνω ναυπηγείο. Ο παθών διενεργούσε την ως άνω εργασία μόνος του και για να μπορέσει να φτάσει στο ύψος των τεσσάρων μέτρων για να τοποθετήσει τις υποδοχές της σκάλας ζήτησε από το Χ να του υποδείξει τρόπο εργασίας. Ο τελευταίος του υπέδειξε να πάρει όσα κομμάτια σκαλωσιάς του χρειάζονται για να κατασκευάσει μόνος του σκαλωσιά που πρέπει για να εκτελέσει την εργασία του. Το ικρίωμα που κατασκεύασε το θύμα (αν και ο υπεύθυνος στην κατασκευή του ήταν ο Χ) δεν είχε εξασφαλισθεί από οριζόντια μετακίνηση με σύνδεση του για το μέτωπο εργασίας ή με άλλη σταθερή κατασκευή ή με κάποιο άλλο πρόσφορο τρόπο που θα εξασφάλιζε το αμετακίνητο του, κατά παράβαση της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του Π.Δ. 70/90 και δεν υπήρχε ασφαλής τρόπος πρόσβασης του στο δάπεδο εργασίας μέσω κατάλληλης κλίμακας κατά παράβαση της παραγράφου 3 του όρθρου 41 του ΠΔ, 70/90. Η πλημμελής κατασκευή και τοποθέτηση του ικριώματος συνετέλεσε μαζί με τη βροχή που έπεφτε ακατάπαυστα στην πτώση του θύματος και στο θανάσιμο τραυματισμό του". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον πρώτο κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ και 6, 41 και 42 του ΠΔ 70/1990, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει αφενός τις υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος που απέρρεαν από τις διατάξεις του ΠΔ 70/1990 και την παράβαση αυτών και αφετέρου τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία χαρακτηρίζει μη συνειδητή, αφού δέχεται ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. Επίσης αιτιολογεί την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ήταν παρών κατά την εκτέλεση της εργασίας από τον παθόντα και μάλιστα του έδωσε και οδηγίες για την εκτέλεση. Τέλος προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και το ότι έδωσε βαρύτητα στην από 4-4-2002 έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή Εργασίας..., δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αλλ' απλώς εξαίρει την ανωτέρω έκθεση, συνταχθείσα σε ανύποπτο χρόνο, για να δικαιολογήσει γιατί δεν δέχεται ως αληθή την επιχειρηθείσα στο ακροατήριο από μέρους του ανωτέρω Επιθεωρητή ανασκευή υπέρ του κατηγορουμένου των διαπιστώσεων της έκθεσης. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας αυτού και δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμες. Επίσης και η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής περί ενοχής αυτού για την ανθρωποκτονία και περί αθωότητας του συγκατηγορουμένου του, εργοδότη του παθόντος, είναι αβάσιμη, γιατί οι σχετικές παραδοχές στηρίζονται σε διαφορετικά περιστατικά. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 155/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Μη συνειδητή και ενσυνείδητη αμέλεια. Πρέπει να προσδιορίζεται στην καταδικαστική απόφαση ποιο είδος αμέλειας συνέτρεξε, αλλιώς υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος από μη συνειδητή αμέλεια δεν έλαβε συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας και προκλήθηκε ο θάνατος εργαζομένου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
1
Αριθμός 441/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROYPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται ως προς τους 10ο και 12ο αναιρεσιβλήτους. Των καθών - αναιρεσιβλήτων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, κατοίκου ..., 6)Χ6, ως ασκούντων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους ..., ετών εννέα, κατοίκου ..., 7)Χ7, ως ασκούντων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους ..., ετών τεσσάρων, κατοίκου ..., 8) Χ8, κατοίκου ..., 9) Χ9, κατοίκου ..., 10) Χ10, κατοίκου ..., 11)Χ11, κατοίκου ..., 12) Χ12, κατοίκου ..., 13)Χ13, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 419/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9372/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2006 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 91/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 22-4-2009 κλήση της αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Σπυρίδωνος Ζιάκα, Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 294, 295 § 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρ. 573 § 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη ως προς τον διάδικο για τον οποίο έγινε η παραίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, έχοντας προς τούτο τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αυτή παραιτήθηκε νομότυπα, πριν από την έναρξη της συζητήσεως, από το δικόγραφο της από 17-7-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 9372/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που το εν λόγω δικόγραφο στρέφεται κατά την υπό στοιχ. 10 και 12 αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς το άνω δικόγραφο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη, που ανοίχθηκε με αυτό μεταξύ της αναιρεσείουσας και των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη. Επειδή από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως που αναφέρονται παρακάτω προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 22-4-2009 κλήσεως της αναιρεσείουσας, με την οποία επαναφέρεται προς εκδίκαση η από 17-7-2006 αίτηση αναιρέσεως αυτής (της οποίας η προηγούμενη συζήτηση είχε κηρυχθεί απαράδεκτη με την 91/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου), με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και με κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο αυτή, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους ως ακολούθως: α) Με τις 4598Δ και ... στους υπό στοιχ. 1 και 13 εξ αυτών ... και ... αντίστοιχα και β) ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... στους υπό στοιχ. 2 έως 9 και 11 εξ αυτών ..., Χ5, Χ7, Χ8 και..., ως ασκούντων την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους ...και ..., Χ2, Χ9 και Χ11, αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρ. 242 § 2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη συζήτηση, πρέπει το Δικαστήριο, κατ' άρθρ. 576 2 του ίδιου κώδικα, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία των. Επειδή κατά τη διάταξη άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 2496/19971 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση ....", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλήψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, και, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 1 του αυτού νόμου, όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από τα ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί προαιρετικής ασφαλίσεως, όπως είναι αυτή της αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος κατά την εκτέλεση ενός δημόσιου ή ιδιωτικού έργου, ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι του ασφαλιστή παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφαλίσεως από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του. Ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνο πλαγιαστικώς, καθώς και στην περίπτωση που οι ιδιότητες ασφαλισμένου και λήπτη της ασφαλίσεως συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο αλλά η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου, οπότε πρόκειται για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρ. 410 επ. του ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την από 2-12-2002 αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την οποία αυτοί ζήτησαν την επιδίκαση σε αυτούς χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης και συγγενούς των λοιπών, που συνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας του στην ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, έργο το οποίο είχε ασφαλίσει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία για τις δαπάνες του κυρίου του έργου και λήπτη της ασφαλίσεως από την ικανοποίηση αξιώσεων εργαζομένων συνεπεία εργατικού ατυχήματος, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους, εις ολόκληρο με τους λοιπούς εναγομένους, τα αναφερόμενα σε αυτήν (απόφαση) ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ευθεία αξίωση κατά της αναιρεσείουσας, αφού η προκείμενη ασφάλιση από αυτήν της αστικής ευθύνης του κυρίου του έργου κατασκευής πολυώροφης οικοδομής ήταν προαιρετική. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στο Εφετείο η πιο πάνω αιτίαση, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει καταργημένη την ανοιγείσα μεταξύ της αναιρεσείουσας και των υπό στοιχ. 10 και 12 αναιρεσιβλήτων δίκη. Αναιρεί την 9372/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από δικόγραφο αναιρέσεως ως προς ορισμένους των αναιρεσιβλήτων. Συζήτηση της αναίρεσης ερήμην αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ασφάλεια αστικής ευθύνης για την περίπτωση ατυχήματος. Ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (άρθρ. 25 και 26 του Ν.2496/1997).
null
null
0
Αριθμός 440/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1)..., Πρωτοδίκη Ηλείας, 2)..., Πρόεδρο Πρωτοδικών Πειραιώς και 3)..., Πρωτοδίκη Πειραιώς. Και εγκαλούντα τον .... Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1580/1-10-09, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1436/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 18/18-1-10 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 1580/1-10-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠΔ, δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, με αφορμή την από 20.5.08 μηνυτήρια αναφορά του ... σχηματίσθηκε από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά δικογραφία σε βάρος των 1) ..., προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά 2) ...., πρωτοδίκη Πειραιά και 3) ... πρωτοδίκη Πειραιά και ήδη πρωτοδίκη Ηλείας. Στους ανωτέρω αποδίδεται η πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.) επειδή οι ανωτέρω είναι δικαστικοί λειτουργοί με το βαθμό της προέδρου Πρωτοδικών η πρώτη και πρωτοδίκη η δεύτερη και η τρίτη και υπηρετούν στο πρωτοδικείο Πειραιά οι δύο πρώτες και πρωτοδικείο Ηλείας η τρίτη, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως ως προς τις δύο πρώτες εγκαλούμενες και λόγω συνάφειας και για την τρίτη, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφέρειας Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να διατάξει το δικαστήριό σας την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. Α.Β.Μ. Γ08/4504 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιά, αναφορικά με τα καταγγελλόμενα από τον ... από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφέρειας Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Αθήνα 21-12-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' ΚΠΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του ΚΠΔ, δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση, με αφορμή την από 20.5.08 μηνυτήρια αναφορά του ... σχηματίσθηκε από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά δικογραφία σε βάρος των 1)..., προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά 2) ...., πρωτοδίκη Πειραιά και 3) ... πρωτοδίκη Πειραιά και ήδη πρωτοδίκη Ηλείας. Στους ανωτέρω αποδίδεται η πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.) και επειδή οι ανωτέρω είναι δικαστικοί λειτουργοί με το βαθμό της προέδρου Πρωτοδικών η πρώτη και πρωτοδίκη η δεύτερη και η τρίτη και υπηρετούν στο πρωτοδικείο Πειραιά οι δύο πρώτες στην περιφέρεια του οποίου Εφετείου δεν υπάρχει άλλο Πρωτοδικείο, και στο Πρωτοδικείο Ηλείας η τρίτη, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, σύμφωνα με την 1580/1-10-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως ως προς τις δύο πρώτες εγκαλούμενες και λόγω συνάφειας και για την τρίτη, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφέρειας Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμοδίου επί υποθέσεως, επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. Α.Β.Μ. Γ08/4504 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιά, αναφορικά με τα καταγγελλόμενα από τον ..., κρατούμενο των φυλακών ..., Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τις Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει αρμόδιες τις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και τις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου αυτού.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 435/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Mίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ", νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2)Χ2, κατοίκου ..., 3)Χ3, κατοίκου ..., 4)Χ4, κατοίκου ..., 5)Χ5, κατοίκου ... και 6)Χ6., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σέμπου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8405/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 17-3-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ιδρύθηκε με το ν.δ 2473/1953, υπάγεται στο δημόσιο τομέα (άρθρα 51 ν.1892/1990 και παρ.6 ν. 1943/1991) ήδη τελεί υπό εκκαθάριση (άρθρο 13 ν. 2628/1998) και εκπροσωπείται τώρα πλέον από το Ελληνικό δημόσιο, που είναι και ο ειδικός διάδοχός του, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 2937/2001. Κατά το άρθρο 8 του Β.Δ. 639/1963, που αποτελεί το καταστατικό του, το προσωπικό του ΕΛΚΕΠΑ διακρίνεται αφ' ενός μεν σε υπαλληλικό και υπηρετικό και αφ' ετέρου σε τακτικό και έκτακτο. Το μεν σύνολο του τακτικού υπαλληλικού και υπηρετικού προσωπικού δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους πενήντα πέντε, το δε τακτικό υπηρετικό προσωπικό δεν είναι δυνατόν να υπερβεί τους πενήντα έξι (παραγ. 1). Πέραν του κατά την παρ. 1 τακτικού και εκτάκτου προσωπικού του, το ΕΛΚΕΠΑ, προς ενίσχυση των Υπηρεσιών του δύναται να προσλαμβάνει και τους για την αρτιότερη εφαρμογή των επί μέρους σχεδίων αναγκαίους ειδικούς συνεργάτες, ήτοι εμπειρογνώμονες, τεχνικούς μεταφραστές, διερμηνείς συνοδούς κ.λ.π. (παρ. 4). Το προσωπικό αυτό προσλαμβάνεται κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου απ' ευθείας ή κατόπιν διαγωνισμού επί συμβάσει μισθώσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλεται επίσης με απόφαση του Δ.Σ. Οι ειδικοί συνεργάτες προσλαμβάνονται κατόπιν αποφάσεως της εκτελεστικής επιτροπής επί συμβάσει μισθώσεως εργασίας, ή επί συμβάσει μισθώσεως έργου, η οποία καταγγέλλεται επίσης κατόπιν αποφάσεως της εκτελεστικής επιτροπής (παρ. 5). Οι εν γένει αποδοχές του τακτικού και εκτάκτου προσωπικού (μισθοί, επιδόματα, έξοδα κινήσεως) καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Η εν γένει αμοιβή των ειδικών συνεργατών καθορίζεται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής (παρ. 6). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για την πρόσληψη τακτικού ή εκτάκτου προσωπικού από το ΕΛΚΕΠΑ πρέπει να υπάρχει κενή οργανική θέση και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του και για την πρόσληψη εμπειρογνωμόνων τεχνικών κ.λ.π., απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Προσλήψεις προσωπικού κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων είναι παράνομες και οι σχετικές συμβάσεις άκυρες. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας και το ΕΛΚΕΠΑ, ως εργοδότης, καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ακύρως απασχολουμένου και υποχρεούται ν' αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του. (άρθρο 904 Α.Κ.). Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας στο ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες Σ.Σ.Ε και Δ.Α. εκτός, από τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κ.λ.π. αφού η παροχή της εργασίας με έγκυρη σύμβαση μπορεί να γίνει και από εργαζομένους που δεν έχουν οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Τέλος ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση δικαιούται ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "Το εναγόμενο - αναιρεσείον, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στο δημόσιο τομέα και ήδη τελεί υπό εκκαθάριση, προσέλαβε την 1-9-1986, 1-10-1986, 3-3-1986, 1-10-1986 και 1-10-1986, την πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγουσών, αντιστοίχως, ως υπαλλήλους, χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία πρόσληψης που προβλέπεται από το άρθρο 8 παραγρ. 5 του καταστατικού του -ήτοι χωρίς να προηγηθεί σχετική της πρόσληψης τους απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου - και απασχόλησε αυτές υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα τους, μέχρι τις 6-8-1998, επί πενθήμερο (Δευτέρα-Παρασκευή) και από ώρα 07:30-14:30 καθημερινώς. Όμως, ενόψει της πρόσληψης των εναγουσών, κατά παράβαση των αναφερομένων στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεων, είναι αυτή παράνομη, εντεύθεν δε και οι σχετικές συμβάσεις εργασίας της άκυρες. Κατά συνέπεια μεταξύ των εναγουσών και του εναγομένου υπάρχει κατά τα προεκτεθέντα, απλή σχέση εργασίας, και το τελευταίο ως εργοδότης κατέστη πλουσιότερος εις βάρος της περιουσίας των ακύρως απασχοληθεισών εναγουσών, και επομένως, υποχρεούται να αποδώσει στις άνω εργασθείσες ενάγουσες, την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία τους (άρθρο 904 ΑΚ). Η ωφέλεια δε αυτή συνίσταται, στην αμοιβή που θα κατέβαλε το εναγόμενο σε άλλους εργαζομένους, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσελάμβανε, με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, και αυτή (αμοιβή), δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπει το αντίστοιχο μισθολόγιο των υπαλλήλων του εναγομένου που έχει, σύμφωνα με το νόμο, καταρτιστεί με απόφαση του Δ.Σ. αυτού, εκτός από τα επιδόματα των οικογενειακών βαρών τριετιών κ.λ.π., αφού η παροχή της εργασίας με έγκυρη σύμβαση, μπορεί να γίνει και από εργαζομένους που δεν έχουν οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Πέραν της άνω αμοιβής τους οι ενάγουσες δικαιούνται, ενόψει της ακυρότητας των συμβάσεών τους, ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας ως και τις αποδοχές αδείας. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές των εναγουσών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1994/6-8-1998) για τον βασικό χρόνο απασχόλησης τους (07:30 έως 14:30 ημερησίως) ήσαν:..(αναφέρονται οι μηνιαίες αποδοχές των εναγουσών) και συνολικώς για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εναγόμενο κατέβαλε στην πρώτη και τη δεύτερη των εναγουσών από 8.328.317 δρχ. στην κάθε μία, για την τρίτη 10.295.399 δραχμές, για την τέταρτη 8.870.711 και για κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγομένων το ποσό των 9.007.704 δραχμών. Όμως σύμφωνα με το μισθολόγιο που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, εάν στη θέση των εναγουσών απασχολούσε άλλους εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, θα κατέβαλε τα κατωτέρω ποσά - στα οποία ως άνω δεν περιλαμβάνονται τα επιδόματα οικογενειακών βαρών τριετιών κ.λ.π., που σχετίζονται με τις προσωπικές ιδιότητες των εναγουσών - που αποτελούνται, από το βασικό μισθό του κλιμακίου, την οικονομική ενίσχυση, την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), για όσους δεν έχουν επιστημονικό επίδομα, και το τελευταίο για όσους το δικαιούνται και την ΑΤΑ, και ειδικότερα. .... (αναφέρονται τα καταβλητέα στις ενάγουσες για κάθε χρονικό διάστημα, ποσά ).... Εφόσον κατά τα προεκτεθέντα το εναγόμενο για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατέβαλε στις ενάγουσες ποσά που υπολείπονται εκείνων που αναγκαία θα κατέβαλε σε απασχολούμενους σ' αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υποχρεούνται να τους καταβάλει τη διαφορά, η οποία για την πρώτη των εναγουσών ανέρχεται στο ποσόν των 3.697.204 (12.079.521-8.382.317) δραχμών, για τη δεύτερη 3.697.204 (12.079.521-8.382.317) δραχμών, για τη τρίτη 2.903.241 (13.198.634-10.295.399) δραχμών, για την τέταρτη στο ποσόν των 3.403.149 δρχ. (12.273.860 - 8.870.711) και για κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγουσών στο ποσόν των 3.071.817 (12.079.521-9.007.704) δραχμών. Περαιτέρω οι ενάγουσες, δικαιούνται κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, ευθέως από τις οικείες διατάξεις, τα δώρα εορτών, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του επιδίκου χρόνου (άρθρα 1 Ν. 1082/1980, 1 παρ. 5 αριθμ. 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 1 ΑΝ 539/1945 και 1 παρ. 2 ΝΔ 454/1966 3 παρ. 6 Ν. 4506/1966, 1 παρ. 3 Ν. 4547/1966). Ειδικότερα, με βάσει τις προεκτεθείσες αποδοχές που το εναγόμενο θα κατέβαλε σε μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας κάθε μία από των εναγουσών, δικαιούται ... (αναφέρονται τα ποσά που δικαιούται κάθε μία ενάγουσα για επιδόματα εορτών και αδείας) ....Το εναγόμενο με τις προτάσεις της παρούσης συζήτησης παραδεκτώς επαναφέρει τους ισχυρισμούς, που είχε πρωτοδίκως υποβάλλει, σύμφωνα με τους οποίους, λόγω του κλειστού αριθμού των οργανικών του θέσεων, δεν μπορούσε να προσλάβει τις ενάγουσες, ως τακτικές υπαλλήλους, παρά μόνον ως ειδικούς συνεργάτες αμειβόμενες τουλάχιστον με τα κατώτατα όρια των κοινών υπουργικών αποφάσεων βάσει του ΑΝ 435/1968, πράγμα το οποίο και έπραξε και συνεπώς η ωφέλεια αυτών (εναγουσών) εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν μπορεί να υπερβεί το βασικό μισθό που ορίζεται από τις ανωτέρω Υπουργικές Αποφάσεις, χωρίς προσαυξήσεις, ο οποίος όμως υπερκαλύφθηκε από τις καταβληθείσες στις εναγόμενες αποδοχές, σε κάθε δε περίπτωση ισχυρίζεται περαιτέρω το εναγόμενο, έχει εξοφλήσει τις πραγματικές αμοιβές τους καταβάλλοντας σύμφωνα με τις επικαλούμενες βεβαιώσεις αποδοχών - για τις οποίες οι ενάγουσες εξέδιδαν δελτίο παροχής υπηρεσιών - στην πρώτη ενάγουσα το έτος 1994 1.895.300 δραχμές και το 1998 4.135.862 δραχμές και συνολικώς 4.135.862 δρχ. στη δεύτερη τα ίδια έτη (1994, 1998) 1.81245ο και 2.397,159 δραχμές αντιστοίχως και συνολικώς 4.209.609 δρχ. στην τρίτη ομοίως τα αυτά έτη 2.061625 και 2649636 δραχμές αντιστοίχως και συνολικώς 4.711.261 δραχμές στην τέταρτη ομοίως 1.880.250 και 3.847.473 δρχ. αντιστοίχως και συνολικώς 5.727.723 δρχ. στην πέμπτη 1.141.425 και 2969521 δραχμές αντιστοίχως και συνολικώς 4383946 δρχ. και στην έκτη 1.771.650 και 2066.838 δρχ. και συνολικώς 3.838.488 δραχμές. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγομένου είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Το εναγόμενο, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας των εναγουσών, και της απλής εντεύθεν σχέσης εργασίας που το συνέδεε με τις τελευταίες, όφειλε να καταβάλει, ως εργοδότης, σ' αυτές κατά - τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις - και όχι σύμφωνα με τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις εκδιδομένων βάσει του ΑΝ 435/1968 - την αμοιβή την οποία αναγκαία θα κατέβαλε σε απασχολούμενο μισθωτό του με έγκυρη σύμβαση εργασίας με το ίδιο αντικείμενο. Η αμοιβή δε αυτή, ήταν η ανωτέρω αναφερόμενη, - που σημειωτέον δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο - και καθοριζόταν με σχετική απόφαση του Δ.Σ αυτού (εναγομένου). Τα ανωτέρω δε αναφερόμενα από το εναγόμενο ποσά, που έχουν καταβληθεί στις ενάγουσες κατά τα έτη 1994, -1998 και άλλα των υπολοίπων ετών απασχόλησης των εναγουσών από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι αφορούν μόνον αποδοχές του βασικού χρόνου απασχόλησης αυτών - των οποίων όμως τις μηνιαίες αποδοχές του βασικού χρόνου απασχόλησης τους το εναγόμενο δεν αναφέρει - ενόψει του γεγονότος, ότι οι ενάγουσες ελάμβαναν και πρόσθετη αμοιβή, για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, συμμετοχή σε σεμινάρια κ.λπ. Σε καμία δε περίπτωση τα ως άνω καταβληθέντα στις ενάγουσες ποσά, δεν μπορεί να αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις, αφού το εναγόμενο, τους κατέβαλε αποδοχές, σύμφωνα με τις επικαλούμενες από αυτό ως άνω κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, και όχι με βάση το μισθολόγιο των απασχολούμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπαλλήλων του. Για την εξόφληση συνεπώς των ως άνω οφειλομένων από το εναγόμενο στις ενάγουσες ποσών, που προέκυψαν από την ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας τους, κανένα ποσόν το εναγόμενο δεν τους έχει καταβάλει. Συνακολούθως δε η περί εξοφλήσεως ένσταση αυτού είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποδοτέα από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. ωφέλεια σε κάθε μία από τις ενάγουσες για την εργασία που παρείχαν με απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, λόγω άκυρης προσλήψεως τους σε νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα, όπως ήταν το εναγόμενο, ήταν ίση με τις αποδοχές του υπαλληλικού προσωπικού του εναγομένου με βάση το μισθολόγιο που είχε διαμορφώσει με σχετικές αποφάσεις του το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, εάν στη θέση των εναγουσών απασχολούσε άλλους εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, για την παροχή της ίδιας εργασίας στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, χωρίς να περιλαμβάνονται τα επιδόματα οικογενειακών βαρών τριετιών κ.λ.π., που σχετίζονται με τις προσωπικές ιδιότητες των εναγουσών, δεν παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 904 Α.Κ. Ο δε περί του αντιθέτου, πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο, με την πιο πάνω κρίση του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, διότι η αποδοτέα στις ενάγουσες από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. ωφέλεια έπρεπε να προσδιοριστεί "βάσει των προαναφερόμενων εκδοθεισών, κατά τη διαδικασία του Α.Ν. 435/1968, Υπουργικών Αποφάσεων "περί κατωτάτων ορίων μηνιαίων μισθών προσωπικού γραφείων υπηρετούντος σε φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη ασκούντα επιχείρηση πλην αμίσθων υποθηκοφυλακείων", βάσει των οποίων η αποδοτέα αυτή ωφέλεια έχει υπερκαλυφθεί από τις καταβληθείσες σε αυτές αποδοχές, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι και οι δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο "διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, διότι, ενώ δέχεται ότι το εναγόμενο κατέβαλε στις ενάγουσες τις αποδοχές που προβλέπονταν από τις οικείες Υπουργικές Αποφάσεις και όχι αυτές που ελάμβαναν βάσει μισθολογίου οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπάλληλοί του, ακολούθως δεν αφαίρεσε τις ως άνω καταβληθείσες αμοιβές από τα ποσά που επιδίκασε ως δικαιούμενες από τις ενάγουσες αποδοχές, απορρίπτοντας εξ ολοκλήρου την ένσταση εξοφλήσεως", καθόσον το Εφετείο επιδίκασε, όπως οι ενάγουσες ζητούσαν, τη διαφορά των καταβλητέων, βάσει μισθολογίου του αναιρεσείοντος, αποδοχών των απασχολούμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπαλλήλων του, και των καταβληθέντων, βάσει των πιο πάνω οικείων Υπουργικών Αποφάσεων και, συνεπώς, αφαίρεσε τις καταβληθείσες αυτές αμοιβές. Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι και για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εναγόμενο κατέβαλε συνολικώς "στην πρώτη και τη δεύτερη των εναγουσών από 8.328.317 δρχ. στην κάθε μία, για την τρίτη 10.295.399 δραχμές, για την τέταρτη 8.870.711 και για κάθε μία από τις πέμπτη και έκτη των εναγουσών , το ποσό των 9.007.704 δραχμών", ποσά τα οποία και αφαίρεσε από τα ποσά που δέχθηκε ότι αυτές δικαιούνται κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και επιδίκασε την προκύπτουσα διαφορά. Από το άρθρο 416 Α.Κ., σαφώς προκύπτει ότι ο οφειλέτης έχει το βάρος της αποδείξεως της καταβολής, η οποία επιφέρει την απόσβεση του επίδικου χρέους, εάν δε ο δανειστής, εις απόκρουση της περί εξοφλήσεως αυτού (χρέους) ενστάσεως του οφειλέτη, κατ' αντένσταση ισχυρίζεται ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος (άρ.418ΑΚ), εφ' όσον αυτός αποδείξει τα παραγωγικά γεγονότα του χρέους τούτου, ο οφειλέτης φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη , ενώ κατά τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αριθ. 13 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, πρώτο, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 άρ. 10 και 13 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως πλημμέλειες, η παραδοχή, χωρίς απόδειξη, ως αληθινών πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, και ειδικότερα ότι, "εσφαλμένως το Εφετείο στην επικουρική του αιτιολογία, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως εξοφλήσεως, δέχθηκε, ότι οι καταβληθείσες αποδοχές στις ενάγουσες, τις οποίες πρότεινε το εναγόμενο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. σε εξόφληση, αφορούσαν σε πρόσθετη αμοιβή τους για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, συμμετοχή σε σεμινάρια κλπ., χωρίς απόδειξη και χωρίς να εξειδικεύει στην απόφαση του πόσα και ποια από τα αναγραφόμενα στις καρτέλες αμοιβών ποσά αφορούσαν δήθεν σε αμοιβές των εναγουσών για άλλες παρασχεθείσες από αυτές εργασίες, με ταυτόχρονη αναφορά στα αντίστοιχα εκδοθέντα από τις ενάγουσες δελτία παροχής υπηρεσιών, στα οποία να αναγράφεται το καταβλητέο ποσό και η αιτία για την οποία καταβλήθηκε και η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αντιδίκων, αφορούσε σε δικαιούμενη από αυτές αμοιβή πέραν των αποδοχών του βασικού χρόνου απασχολήσεως. Το δε σχετικό βάρος αποδείξεως έφεραν οι ενάγουσες, διότι, όπως προκύπτει από τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου προτάσεις του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ., το τελευταίο, προς στήριξη της ενστάσεως εξοφλήσεως, πρότεινε τα συνολικά ποσά που καταβλήθηκαν στις ενάγουσες για τα έτη 1994 έως 1998, με προσκόμιση και επίκληση των αντίστοιχων βεβαιώσεων αμοιβών, για τις οποίες οι αντίδικοι εξέδιδαν δελτία παροχής υπηρεσιών, ως ελεύθεροι επαγγελματίες, λόγω του χαρακτηρισμού των συμβάσεως τους από το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών....". Όμως, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτός ο (κατ' αντένσταση) ισχυρισμός των εναγουσών αναιρεσιβλήτων, ο οποίος, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, προβλήθηκε και ως λόγος εφέσεως, ότι, δηλαδή οι αναφερόμενες από τον αναιρεσείοντα καταβολές, προς εξόφληση του αγωγικού χρέους, δεν αφορούσαν μόνον αποδοχές του βασικού χρόνου απασχόλησης αυτών, αλλά αποτελούσαν και αμοιβές για εκτελεσθείσα από τις αναιρεσίβλητες, υπερεργασία, υπερωρίες, συμμετοχή σε σεμινάρια κλπ. και ότι δεν αφορούν τις ένδικες απαιτήσεις, "αφού το εναγόμενο, τους κατέβαλε αποδοχές, σύμφωνα με τις επικαλούμενες από αυτό ως άνω κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, και όχι με βάση το μισθολόγιο των απασχολούμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπαλλήλων του", όπως, κατά τις παραδοχές της απόφασης, "δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο". Συνεπώς, μετά τη πιο πάνω παραδοχή, ότι, δηλαδή, οι ενάγουσες εργάστηκαν και πέραν του βασικού χρόνου απασχόλησης, και τους καταβλήθηκε επιπλέον αμοιβή για την εργασία τους αυτή, το αναιρεσείον έπρεπε να αποδείξει ότι οι επικαλούμενες καταβολές έγιναν προς εξόφληση του επίδικου χρέους (που αφορούσε το βασικό χρόνο απασχόλησης) και όχι οι αναιρεσίβλητες. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, κατέληξε στην απόρριψη της ενστάσεως εξοφλήσεως, ως αναπόδεικτης, από την εκτίμηση των αναφερομένων λεπτομερώς στην απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρος, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι), δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, ούτε εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, ο δε τρίτος, πρώτο, δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 άρ. 10 και 13 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τα μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ.2 του ν.3693/1957, δικαστικά έξοδα πρέπει να καταβάλλει στις αναιρεσείβλητες το Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση (αρ. καταθ.359/17-3-2008) για αναίρεση της 8405/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση. ΕΛΚΕΠΑ (Ελ.Δημόσιο) κατά εργαζομένων υπαλλήλων του με άκυρη σύμβαση εργασίας. Προσωπικό ΕΛΚΕΠΑ. Πότε οι μετ' αυτού συμβάσεις εργασίας είναι άκυρες. Σε τι συνίσταται η αποδοτέα ωφέλεια κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (904 ΑΚ). Ο εργαζόμενος με άκυρη σύμβαση δικαιούται ευθέως από τις οικείες διατάξεις τα επιδόματα εορτών και αδείας τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας. (ΑΠ 1402/2006). Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 (παραβίαση του 904 ΑΚ). Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 ως προς την απόρριψη ένστασης εξοφλήσεως. Βάρος αποδείξεως εξοφλήσεως (άρ. 416 και 418 ΑΚ). Πότε ιδρύονται οι από το άρθρ0 559 αρ. 1 και 19, 10 και 13 λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτει την αναίρεση. Σχετ. ΑΠ 316/2007, ΑΠ 809/2006, ΑΠ 1087/2006, ΑΠ 760/2003, ΑΠ 1402/2002.
null
null
0
Αριθμός 436/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ" ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ, η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 4) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 791/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9672/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ'αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς του οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 3-10-1996 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 9672/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 791/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία και απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες για το λόγο ότι, όπως κρίθηκε, αυτές δεν νομιμοποιούνται παθητικά. Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως διαλαμβάνονται οι πιο κάτω εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης 9672/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που δεν έγιναν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτήν κονδύλια της αγωγής και ουδένα λόγο αναιρέσεως παραθέτουν που να αρμόζει στο πρόσωπο της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, αλλά και της τέταρτης (ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.), κατά της οποίας ασκείται η αναίρεση, ως διαδόχου της αρχικής δεύτερης (ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗΣ Α.Ε.) και στην απορριπτική , ως προς αυτές (2η και 3η), κρίση του Εφετείου. Επομένως, ως προς τις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και άρθρ. 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών. Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της πιο πάνω, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25.825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την ορθήν έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερον καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνία, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις Υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών μετά των προβλεπόμενων προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. 748/1966, κατά την παράγραφο 1 του οποίου οι διατάξεις του εφαρμόζονται υπό τις σ' αυτό διακρίσεις σ' όλη την Επικράτεια, κατά τις Κυριακές και τις στο άρθρο 4 του βασιλικού αυτού διατάγματος οριζόμενες αργίες και υπό τις στο διάταγμα αυτό διακρίσεις απαγορεύεται στους στο Κράτος οπαδούς κάθε θρησκεύματος κάθε βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική εργασία και κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα. Ακόμη, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 10 του ίδιου β.δ/τος "μισθωτοί εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως ταύτης και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως διαρκείας 24 συνεχών ωρών κατ' άλλην εργάσιμον ημέραν της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος, αρχομένων από της ώρας λήξεως της εργασίας", κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου "μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακήν μέχρι πέντε ώρας δύναται να αξιώση ισόχρονον αναπληρωματικήν εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος". Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του ως άνω β.δ. 748/1966 και του άρθρου 904 του ΑΚ συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμα την εργασία του κατά Κυριακή επί χρόνο άνω των πέντε ωρών πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες υπό τις οποίες ακύρως εργάστηκε κατ' αυτές ο μισθωτός. 'Ετσι, ειδικότερα, ο εργοδότης υποχρεούται σε απόδοση της αμοιβής, την οποία αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο όπου παρασχέθηκε η εργασία, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο της ικανότητας και των προσόντων εκείνου που παρέσχε αυτή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις τις οποίες θα δικαιούνταν να λάβει εκείνος που παρέσχε την εργασία, αν συναπτόταν έγκυρη σύμβαση εργασίας, ως εκ των συνοδευουσών το πρόσωπο αυτού ιδιαίτερων περιστάσεων, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί εγκύρως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το αίτημα του ενάγοντος να του επιδικασθεί για την παρασχεθείσα εργασία του κατά το επίδικο διάστημα από 8-7-1998 μέχρι 25-10-2002 4 Κυριακές το μήνα επί 12ωρο, χωρίς να του χορηγηθεί εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση, η προβλεπόμενη από το νόμο προσαύξησης 75%, καθώς και αποζημίωση για παράνομη στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και αποζημίωση για τις (4) υπερωρίες που πραγματοποιούσε τις Κυριακές, δέχθηκε τα εξής: "Στις 8-7-1998 ο ενάγων προσελήφθη με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία, της οποίας μέλη είναι οι λοιπές ανώνυμες εταιρείες, προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του χειριστή εκσκαπτικών μηχανημάτων στο έργο που κατασκεύαζε η κοινοπραξία στην ... και αφορούσε την κατασκευή δύο σηράγγων στο όρος ..., μήκους 9 χιλιομέτρων η καθεμία, έργο που η κοινοπραξία είχε αναλάβει από την εταιρεία ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε., καθώς στις σήραγγες θα τοποθετούντο σιδηροδρομικές τροχιές του ΟΣΕ. Ο μισθός του ενάγοντος τον Ιούλιο του 1998 ανερχόταν σε 400.313 δραχμές και το ωρομίσθιο του σε 2.402 δραχμές. Το εργοτάξιο λειτουργούσε με τρεις βάρδιες ημερησίως. Ο ενάγων εργαζόταν σε βάση 8 ωρών ημερησίως. Πλην όμως απασχολείτο και υπερωριακώς ή τα Σαββατοκύριακα ανάλογα με τις ανάγκες του έργου κατά τα παρακάτω. Ο ενάγων δικαιούται το νόμιμο μισθό που προβλέπουν οι ΣΣΕ και ΔΑ των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών κ.λ.π. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων της χώρας, όπως κατωτέρω. Επίσης δικαιούται προσαύξηση στο μισθό του λόγω επιδόματος τριετιών από 50%, γάμου από 10%, ειδικών συνθηκών 15%, χειρισμού μηχανήματος έως 200 ίππων από 7%, καθώς και επιδόματος γαλαρίας από 10%, συνολικά δε, προσαυξάνει ο νόμιμος μισθός του εκ των λόγων αυτών σε ποσοστό 92%. Ως προς τα δύο τελευταία επιδόματα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων που είχε προσληφθεί ως χειριστής, χειριζόταν εκσκαφέα μέχρι 200 ίππων, τον οποίο κινούσε και εντός της σήραγγας, εφόσον αυτό ήταν το αντικείμενο του έργου της κοινοπραξίας. Εξάλλου, αφού υπήρχε ειδικό εργατοτεχνικό προσωπικό για τις εργασίες του βοηθού χειριστή στα μηχανήματα όπως και αυτό του ενάγοντος, αυτός δεν εκτελούσε τέτοιες εργασίες και ως εκ τούτου οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις του είναι ουσιαστικά αβάσιμες. Ο ενάγων πληρωνόταν το προβλεπόμενο από τις ΣΣΕ και ΔΑ επίδομα ενοικίου, όπως και την προβλεπόμενη φιάλη γάλακτος ή το αντίτιμο αυτής, όπως κατωτέρω. Οι υπερωρίες καταγράφονταν στις μισθωτικές καταστάσεις από τον Απρίλιο του 2001 ως "πριμ απόδοσης". Ο ενάγων απασχολήθηκε στο εν λόγω έργο κατά τα συμφωνηθέντα στην έγκυρη εργασιακή του σύμβαση μέχρι 25-10-2002, οπότε καταγγέλθηκε η εν λόγω σύμβαση από την εναγομένη που άσκησε το σχετικό δικαίωμα της και έληξε. Ο ενάγων εδικαιούτο, πέρα από τον προβλεπόμενο από τις παρακάτω Δ.Α. και Σ.Σ.Ε., οι οποίες ίσχυσαν και κάλυπταν, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, την εργασιακή του σχέση με την εναγομένη κοινοπραξία, βασικό μισθό, τα πιο πάνω επιδόματα". Στη συνέχεια το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του ανέφερε τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές τις οποίες ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει, κατά τις χρονικές περιόδους από 8/7/1998 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2002, τις αποδοχές που ελάμβανε και τη διαφορά που προέκυπτε, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι σε όλες τις περιπτώσεις οι νόμιμες αποδοχές ήταν μεγαλύτερες των καταβαλλομένων, συνολικά δε έκρινε ότι οι διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος για το ένδικο χρονικό διάστημα και εκείνων που του κατέβαλε κατ' αυτό η εναγομένη και "που δικαιούται αυτός να του επιδικαστούν, ανέρχονται, συνολικά, στο ποσό των 2.963 ευρώ (62.976 + 83.112 + 64.074 + 135.026 + 65.330 + 262.848 δρχ. + 986,9 ευρώ)". Περαιτέρω δέχθηκε ότι "εκτός από την ημερήσια οκτάωρη εργασία που προσέφερε ο ενάγων στο εργοτάξιο της εναγομένης, στα πλαίσια της υπόψη εργασιακής του συμβάσεως, όπως σαφώς προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καρτέλες εργασίας μισθωτού του ενάγοντος για όλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης του, εργαζόταν και πέραν του οκταώρου, αλλά και κατά Σάββατα και Κυριακές" . Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι , για την οποία υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομη υπερωριακή του απασχόληση ο ενάγων δικαιούται τα αναφερόμενα στην απόφαση και προσδιοριζόμενα κατά μήνα χρηματικά ποσά από την ως άνω ημέρα πρόσληψής του τον Ιούλιο 1998 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2002. Ειδικότερα, ως προς την προσαύξηση 75 % που δικαιούται για την εργασία του τις Κυριακές, δέχθηκε ότι: α) από την πρόσληψή του μέχρι 31-1-1999 εργάστηκε τις Κυριακές επί 113 ώρες και δικαιούται 212.553 δρχ. β) από 1-2-99 έως 30-6-99 εργάστηκε επί 80 ώρες και δικαιούται 172.500 δρχ. γ) από 1-7-99 έως 31-12-99 εργάστηκε επί 114 ώρες και δικαιούται 250.088 δρχ. δ) από 1-1-2000 έως 30-6-2000 εργάστηκε επί 112 ώρες και δικαιούται 254.436 δρχ. ε) από 1-7-2000 έως 31-12-2000 εργάστηκε επί 96 ώρες και δικαιούται προσαύξηση 220.896 δρχ. στ) από 1-1-2001 έως 30-3-2001 εργάστηκε επί 48 ώρες και δικαιούται προσαύξηση 75% 116.028 δρχ. ζ) από 1-4-2001 έως 30-6-2001 εργάστηκε επί 56 ώρες και δικαιούται 135.366 δρχ. η) από 1-7-2001 έως 31-12-2001 εργάστηκε επί 104 ώρες και δικαιούται 251.394 δρχ. και θ) από 1-1-2002 έως 25-10-2002 εργάστηκε επί 128 ώρες και δικαιούται 973,44 ευρώ. Και συνολικά, για προσαύξηση 75% από την εργασία κατά τις Κυριακές, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται 1.613.261 δραχ. και 973,44 ευρώ, ήτοι συνολικά 5.707,88 ευρώ. Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων στα πιο πάνω αντίστοιχα διαστήματα εργάστηκε και Σάββατα, πραγματοποίησε υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία τις παρακάτω ώρες και δικαιούται τα αντίστοιχα ποσά: α) 138 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 346.104 δρχ., 87 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 272.745 δρχ., 64 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 321.024 δρχ. β) 80 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 230.000 δρχ., 36 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 122.375 δρχ., 17 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 97.950 δρχ. γ) 104 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 304.200 δρχ., 13 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 47.531 δρχ. δ ) 112 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 339.248 δρχ., 9 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 34.076 δρχ., ε) 104 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 319.072 δρχ., 52 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 199.420 δρχ., 3 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 18.408 δρχ. στ) 48 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 154.704 δρχ., 32 ώρες υπερεργασία και δικαιούται 103.136 δρχ., 12 παράνομες υπερωρίες και δικαιούται 77.352δρχ. ζ) 56 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 180.488 δρχ., 3 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και δικαιούται 14.504 δρχ. η) 96 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 309.408 δρχ., 15 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και δικαιούται 72.518δρχ., 1 ώρα παράνομη υπερωρία και δικαιούται 8.058 δρχ. θ) 128 ώρες Σαββάτου και δικαιούται 1.297,92 ευρώ., 8 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωρία και δικαιούται 121,68 ευρώ, 2 ώρες παράνομη υπερωρία και δικαιούται 50,7 ευρώ. Και συνολικά για προσαύξηση 75% ωρών εργασίας κατά Κυριακές, για εργασία κατά τα Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία δικαιούται το ποσό των 17.681,83 ευρώ. Δηλαδή συνολικά δέχθηκε ότι καταβλήθηκε για τις πιο πάνω αιτίες το ποσό των 11.973,95 ευρώ και με την αμοιβή για την προσαύξηση 75% των Κυριακών, συνολικά 17.681,83 ευρώ (11.973,95+ 5.707,88). Και αφού δέχθηκε ότι καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για όλες τις ένδικες αξιώσεις του το ποσό των 44.116,28, το Εφετείο έκρινε ότι με το ποσό αυτό εξοφλήθηκε και το ποσό των 5.707,88 ευρώ που δικαιούται από προσαύξηση 75% των ωρών εργασίας κατά Κυριακές και επίσης εξοφλήθηκε και η αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσής του και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής για καταβολή της προσαύξησης 75% της εργασίας κατά τις Κυριακές και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% της εργασίας των Κυριακών και ωρών κατά μήνα, που δέχθηκε ότι εργαζόταν, και της αποζημίωσης για παράνομης στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης του. Ειδικότερα: Α) ως προς την προσαύξηση του 75% δεν αναφέρει το ποσό που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75% για την εργασία του τις άνω ώρες που δέχθηκε ότι εργάστηκε κατά τις Κυριακές, ώστε να δύναται να κριθεί εάν επήλθε μερική η ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης έκρινε ότι το ποσό των 5.707,88 ευρώ, που δέχθηκε ότι δικαιούται για προσαύξηση 75%, εξοφλήθηκε με την καταβολή του συνολικού ποσού των 44.116,28 ευρώ, ποσό το οποίο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, καταβλήθηκε συνολικά για τις πιο πάνω αιτίες, δηλαδή προς εξόφληση της αμοιβής των ωρών εργασίας κατά Σάββατα, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωρία και "για πριμ απόδοσης", όπως καταγράφονταν στις μισθολογικές καταστάσεις από τον Απρίλιο του 2001 οι υπερωρίες, κατά τις παραδοχές της απόφασης. Δεν καθίσταται όμως σαφές αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό - και ποιο - από το συνολικό των 44.116,28 ευρώ, που να αφορούσε καταβολή προς εξόφληση των 5.707,88 ευρώ για τις πιο πάνω ώρες εργασίας τις Κυριακές, ή αν στο υπέρτερο , κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταβληθέν ποσό 44.116,28 ευρώ, συμψηφίστηκε - καταλογίστηκε - και το οφειλόμενο ποσο των 5.707,88 ευρώ, δεδομένου ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν αναφέρεται στην απόφαση, εάν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης του 75% της εργασίας του κατά τις Κυριακές στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ο μονομερής αυτός συμψηφισμός. Β) Ως προς την αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται, όπως κατά λέξη αναφέρει, ότι "ο ενάγων ελάμβανε το ημερομίσθιο του κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του - Κυριακές - , κατά τις οποίες απασχολείτο, στις οποίες και υπολογίζεται ως άνω η από 75% προσαύξηση". Δέχεται, δηλαδή, ότι, για τις πιο πάνω Κυριακές, κατά τις οποίες ο ενάγων εργάστηκε και στερήθηκε την εβδομαδιαία ανάπαυση του, εξοφλήθηκε και η αξίωσή του αυτή, για αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, με την καταβολή του πιο πάνω συνολικού ποσού των 44.116,28 ευρώ. Δεν αναφέρεται όμως, ούτε στην περίπτωση αυτή το ποσό που δικαιούται ο αναιρεσείων και το ποσό που καταβλήθηκε σ' αυτόν για την εν λόγω αξίωσή του, αλλά αναφέρεται μόνο ότι το (μη προσδιοριζόμενο) ποσό που δικαιούται εξοφλήθηκε με την καταβολή του πιο πάνω συνολικού ποσού των 44.116,28 ευρώ. Όμως και στην περίπτωση αυτή, δεν καθίσταται σαφές αν συγκεκριμένο ποσό - και ποιο - από το συνολικό των 44.116,28 ευρώ αφορούσε καταβολή προς εξόφληση της πιο πάνω αξιώσεως, ή αν στο υπέρτερο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταβληθέν ποσό καταλογίστηκε μονομερώς από την εργοδότρια Κοινοπραξία και το οφειλόμενο ποσό αποζημιώσεως. Επίσης ασάφεια προκαλείται, ως προς το αν η προσβαλλόμενη απόφαση υπολόγισε την καταβληθείσα, όπως δέχεται, προσαύξηση 75%, καθώς και την αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, επί των νομίμων αποδοχών, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της, στον ενάγοντα δεν καταβλήθηκαν οι νόμιμες αποδοχές, αλλά μικρότερες αυτών. Με τις αιτιολογίες αυτές καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ. 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ και 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 -Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ.19/29.4. 2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ`αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δέκα τεσσάρων (14) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν υπάρχει στην απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών, όπως συμβαίνει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την αγωγή του εξέθετε ότι αν και εργάστηκε στις αναιρεσίβλητες συνεχώς από 8-7-1998 μέχρι 25-10-02 που του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, είχε προϋπηρεσία κατά την πρόσληψη από το έτος 1970 με άδεια χειριστή από το 1970, από Δευτέρα έως και Σάββατο δηλ. με το σύστημα εργασίας εξ ημερών την εβδομάδα, αυτές δεν του χορηγούσαν την ετήσια άδεια ανάπαυσης, παρά το γεγονός ότι την ζητούσε, δεν του πλήρωναν ούτε τις αποδοχές αδείας και ζητούσε την διαφορά των αποδοχών αδείας επιδόματος των ετών 1999, 2000, 2001 και αποζημίωσης αδείας επιδόματος έτους 2002 και δη ζητούσε τις αποδοχές 30 εργασίμων ημερών για άδεια και το ήμισυ αυτών για επίδομα, καθώς και να του καταβληθούν διπλάσιες οι αποδοχές αδείας κάθε έτους δηλ. με προσαύξηση 100% σαν αποζημίωση για στέρηση της αδείας μου από υπαιτιότητα τους. Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο το πιο πάνω κονδύλιο της αγωγής του και με τον 10° λόγο της έφεσης του, καθώς και με πρόσθετο αυτής λόγο ο ενάγων αναιρεσείων πρόσβαλλε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό. Το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα της άδειας δέχθηκε τα εξής: "... Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο ενάγων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της εργασιακής του σχέσης με την εναγομένη ελάμβανε την κανονική του άδεια κατ' έτος. Ως προς τα επιδόματα αδείας αυτού, όμως, πρέπει, να σημειωθούν τα ακόλουθα: για το επίδομα αδείας του 1999 εδικαιούτο 264.942 δρχ. (425.981 + 58.000 + 3.500 + 7.922 αμ. υπερεργ. + 41.681 δρχ. προσ. Κυρ. = 529.884 Χ 1/2). Έλαβε από την εναγομένη 200.157 δρχ. και δικαιούται την από 64.785 δρχ. διαφορά. Για το επίδομα αδείας 2000 εδικαιούτο 276.422 δρχ. (438.758 δρχ. + 62.000 δρχ. επ. εν. + 4.000 δρχ. αντ. γάλ. + 5.679 αμ. υπερεργ. + 42.406 δρχ. = 552.843 δρχ. Χ 1/2). Έλαβε από την εναγομένη 208.127 δρχ. και δικαιούται την από 68.295 δρχ. διαφορά. Για το επίδομα αδείας 2001 εδικαιούτο 300.786 δρχ. (467.612 δρχ. + 65.000 + 4.500 + 25784 δρχ. αμ. υπερεργ. + 38.676 δρχ. Προ Κυρ. Χ 1/2). Έλαβε 220.140 δρχ. και δικαιούται την από 80.646 δρχ. διαφορά. Για επίδομα αδείας 2002 εδικαιούτο 899,7 ευρώ. (1.455 ευ. + 220 ευ. επ. εν. + 15 ευ. αντ. γάλ. + 12 ευρώ αμ. υπερεργ. + 97,4 ευρώ Προ Κυρ. Χ 1/2) και έλαβε 669,94 ευρώ. και δικαιούται την από 199,76 ευρώ διαφορά ...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς στο ζήτημα της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 1999, 2000, και 2001, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών αδείας των ετών αυτών, της δικαιούμενης αποζημίωσης αδείας έτους 2002 και της καταβολής των αποδοχών και της αποζημίωσης αδείας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι ο ενάγων ελάμβανε την κανονική του άδεια κατ' έτος, παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών και αποζημίωσης αδείας 2002, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε η όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Επίσης δεν αναφέρει πότε και πόσες ημέρες άδειας έλαβε, με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο (δηλαδή ως παρέχων εργασία έξι ημέρες ή πέντε εβδομαδιαίως και με πόσα έτη προϋπηρεσίας), προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιουμένων ημερών αδείας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων αυτού, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι εργαζόταν όλους τους μήνες της εργασιακής του σχέσης από τον Ιούλιο του 98 που προσλήφθηκε έως και Οκτώβριο του 2002 που απολύθηκε και μάλιστα ότι εργαζόταν επί 8ώρο από Δευτέρα έως και Παρασκευή, όπως γίνεται δεκτό κατά την εξεύρεση της διαφοράς νόμιμων μισθών (χωρίς να διευκρινίζεται η να αφαιρείται ο τυχόν χρόνος αδείας). Περαιτέρω γίνεται δεκτό με την απόφαση ότι ο ενάγων εργαζόταν κάθε μήνα δύο με τρία Σάββατα και δύο με τρεις Κυριακές, πραγματοποιώντας, επιπλέον και υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο όμως κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της (και ως προς την πρώτη μόνο αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-11-2008 (αρ. καταθ. 1342/1211 - 08) αίτηση του Χ για αναίρεση της 9.672/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των ανωνύμων εταιρειών, "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" και "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.". Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Δέχεται την πιο πάνω αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ", "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ". Αναιρεί, κατά το εις το αιτιολογικό μέρος της, την 9.672/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση. Απαράδεκτη, ως προς τους διαδίκους για τους οποίους δε περιέχει λόγο αναιρέσεως. Εργασία τις Κυριακές. Καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου. Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλομένου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές. Κατά τις Κυριακές και αργίες απαγορεύεται κάθε επαγγελματική εν γένει δραστηριότητα. Οι απασχολούμενοι κατά Κυριακήν, εξαιρέσει της περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρου 6 του παρόντος, άνω των πέντε ωρών, δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατ' άλλην εργάσιμον ημέραν. Η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναυπαύσεως είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Άδεια εργαζόμενου. Προϋποθέσεις για τη λήψη. Αποδοχές και επίδομα αδείας. Πότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει προσαύξηση 100%. Λόγοι αναιρέσεως από το άρ. 559.19 για ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες. Απορρίπτει ως προς μερικές αναιρεσίβλητες και αναιρεί ως προς μία.
null
null
0
Αριθμός 437/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Ράπτη. 2) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 744/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1140/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-12-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο λόγος της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.α του ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε", ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ". Από τα στοιχεία όμως του φακέλλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η ιδιότητα αυτή της εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε", η οποία δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα από τα στοιχεία αυτά προέκυψε ότι ο κατασκευαστικός κλάδος της αρχικής διαδίκου εναγομένης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." με Αρ.Μ.Α.Ε. 13555/06/Β/86/08 απορροφήθηκε [με εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ ΑΕ 14054/14-12-2007) καθώς και με την Κ2 -17791/13-12-2007 εγκριτική απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΑΕ13996/13-12-2007)], από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ", η οποία, με την ΕΜ-29136/17-12-2007 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, μετατράπηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε" (με Αρ.Μ. ΑΕ 49833/01 ΑΤ/Β/342 (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία και υπήρξε η καθολική διάδοχος του κατασκευαστικού κλάδου της αρχικής διαδίκου, σε κατασκευαστικό έργο της οποίας προσέφερε την εργασία του ο αναιρεσείων, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις του, ενώ αντίθετα δεν προέκυψε σχέση της δεύτερης αναιρεσίβλητης με την κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, ως προς αυτήν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με από το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1346/1983,και στη συνέχεια από την παρ.1 άρθρ.1 Ν.3302/2004, του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο, του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57 και του άρθρου 8 της απο 26.1.1977 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως, που μετά την κύρωσή της με το άρ. 7 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχολήσεως στην υπόχρεη επιχείρηση (δεκάμηνης υπό την ισχύ της ΕΓΣΣΕ 2002-2003 - Πράξη Κατάθεσης Υπ. Εργ.19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μια εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Υπό την ισχύ δε του ν. 3144/2003 δικαιούται ο εργαζόμενος και κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του σε συγκεκριμένο εργοδότη να λάβει από την έναρξη της απασχόλησής του ποσοστό της αδείας του. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαίως μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμηση της σε δύο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο και εάν δε χορηγηθεί στον εργαζόμενο η άδεια μέχρι την λήξη του έτους που αφορά, ο εργοδότης υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών αδείας αυξημένες κατά 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής). Όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε. Εξάλλου, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν υπάρχει στην απόφαση έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπάρκεια ή ασάφεια αιτιολογιών, όπως συμβαίνει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με τα ουσιώδη για την εξεταζόμενη αίτηση ζητήματα, δέχθηκε τα εξής: "... Στις 4-9-2000, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη τεχνική εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου - βαρέλας μπετόν και απασχολήθηκε σ' αυτή με την εν λόγω ειδικότητα του για τη μεταφορά του μπετόν από τις εγκαταστάσεις της στο ... στα διάφορα εργοτάξια της για τις ανάγκες των συνεργείων της. Η σύμβαση εργασίας του διήρκεσε μέχρι την 22-7-2004, οπότε και καταγγέλθηκε από την εναγομένη, αφού του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση ύψους 3.057,44 €. Για την εργασία του αυτή ο ενάγων, που παρείχε κατά πλήρες ωράριο, δικαιούταν τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών κλπ αυτοκινήτων όλης της χώρας. Ειδικότερα ο ενάγων, σύμφωνα με τα γνωστοποιηθέντα στην εναγομένη κατά την πρόσληψη του προσόντα ήτοι έγγαμος με τέσσερα ανήλικα παιδιά που γεννήθηκαν τα έτη 1999, 1992, 1997, 1999, με άδεια οδήγησης Ε' κατηγορίας, προϋπηρεσία 5 ετών, που οδηγούσε βαρέλα μπετόν ωφέλιμου βάρους 13.550 τόνων, δικαιούταν ως νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις τα ακόλουθα ποσά μηνιαίως: Από 4-9-2000 έως 31-12-2000 βασ. μισθό 170.000 δρχ, τριετίες 18.700, επιδ. γάμου 17.000, επιδ. τριών παιδιών 25.500, διορθωτικό ποσό εγγάμου με τρία παιδιά 13.500, επίδομα ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών άνω των 13 τόνων 20.000, επίδομα μεταφοράς σκυροδέματος 6.500, σύνολο 271.200 δρχ (ΔΑ 8/2000). Από 1-1-2001 έως 30-6-2001 βασ. μισθό 175.100, επίδ. τριετιών 19.261, επίδ. γάμου 17.510, επίδ. τριών παιδιών 26.265, διορθωτικό ποσό εγγάμου με τρία παιδιά 13.905, επίδ. ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών άνω των 13 τόνων 20.000, επίδ. μεταφοράς σκυροδέματος 13.500, σύνολο 285.541 δρχ. και από 1-7-2001 έως 31-12-2001 (βασ. μισθ. 178.602 δρχ) σύνολο 290.581 δρχ. (ΔΑ 19/2001). Από 1-1-2003 έως 31-12-2003 που έχει συμπληρώσει προϋπηρεσία 6 χρόνια, με 2 χρόνια στον ίδιο εργοδότη δικαιούται βασ. μισθό 584 €, επιδ. τριετιών 93,44 €, επιδ. γάμου 58,40, επιδ. τέκνων 87,60 €, διορθωτ. 40, επίδ. ειδικών συνθηκών οδηγών φορτηγών άνω των 13 τόνων 65 € και επίδομα μεταφοράς σκυροδέματος 44 €, σύνολο 972,44 € (ΔΑ 15/2003). Και από 1-1-2004 έως 22-7-2004 βασ. μισθ. 700 €, επιδ. τριετιών 91 €, επιδ. γάμου 70 €, επιδ. 4 τέκνων - δεδομένου ότι με την παρ. Α 2 της ΔΑ 20/2004 χορηγήθηκε επίδομα για κάθε παιδί ανεξάρτητα του αριθμού τους, ενώ μέχρι 31-12-2003 ίσχυε κατ' ανώτατο όριο μέχρι τρία παιδιά - 140 €, επιδ. εξομάλυνσης 15 € και επιδ. μεταφοράς σκυροδέματος 44 €, σύνολο 1045 € (ΔΑ 20/2004). ... Στο διάστημα αυτό η εναγομένη του κατέβαλε μέχρι 31-12-2000 240.050 δρχ μηνιαίως, μέχρι 30-6-2001 259.700 δρχ, μέχρι 31-12-2001 270.000 δρχ, μέχρι 30-12-2003 989 € και μέχρι 22-7-2004 1.023 € μηνιαίως. Επομένως εξακολουθεί να του οφείλει για το χρονικό διάστημα από 4-9-2000 έως 31-12-2000 (271.200 - 240.050) 31.150 δρχ. και ήδη 91,42 € μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-6-2001 (285.541 - 259.700) 25.841 δρχ. και ήδη 75,80 € μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2001 έως 31-12-2001 (290.581 - 270.000) 20.581 δρχ. και ήδη 60,40 € μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 22-7-2004 (1.045 - 1.023) 22 € μηνιαίως, σύνολο 1.337 €. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά από μισθολογικές διαφορές για υπερεργασία και υπερωρίες και επιδόματα εορτών. Σχετικά με το ζήτημα της καταβολής αποδοχών - επιδόματος αδείας το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... Περαιτέρω τα δώρα εορτών και οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, υπολογίζονται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμοιβές της υπερεργασίας και της νόμιμης υπερωριακής εργασίας, εφόσον παρέχονται τακτικά. Η εναγομένη, πληρώνοντας τα δώρα και τις άδειες στον ενάγοντα, υπολόγισε και τις αμοιβές αυτές, πλην όμως κατέβαλε αυτές μειωμένες κατά τα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά το μέρος που του κατέβαλε μισθό μικρότερο του νομίμου και επομένως του οφείλει τη διαφορά. Έτσι ο ενάγων δικαιούται για αναλογία δώρου Χριστουγέννων ... και για αποδοχές και επίδομα άδειας 2001 151€ Χ 1,5 =226 €. ... 2004 28 € Χ 1,5 = 42 €. ... Κατά τα λοιπά δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε τις Κυριακές, ούτε ότι η εναγομένη δεν του χορήγησε ετησίως τις δικαιούμενες άδειες αναψυχής". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται για τις επίδικες αιτίες, συνολικά το ποσό των 2611 €, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολο της, ως ουσία αβάσιμη, και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το πιο πάνω ποσό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της χορήγησης της ετήσιας άδειας ανάπαυσης των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών και επιδόματος αδείας και της καταβολής των αποδοχών και της αποζημίωσης αδείας των ετών αυτών. Συγκεκριμένα, περιορίζεται να διαλάβει στην απόφασή του μόνο ότι "δεν αποδείχθηκε ... ότι η εναγομένη δεν του χορήγησε ετησίως τις δικαιούμενες άδειες αναψυχής", ενώ παραλείπει να εκθέσει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά για αποδοχές αδείας των πιο πάνω ετών, προκειμένου να διακριβωθεί εάν, από την σύγκριση δικαιουμένων ποσών και καταβληθέντων, επήλθε η όχι απόσβεση δια καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ.). Η αναφορά μόνο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η εναγομένη, πληρώνοντας τις άδειες στον ενάγοντα, τις υπολόγισε στο σύνολο των τακτικών αποδοχών (δηλ. συνυπολόγισε και τις αμοιβές της υπερεργασίας και της νόμιμης υπερωριακής εργασίας), πλην όμως, όπως αναφέρεται στην απόφαση, "κατέβαλε αυτές μειωμένες κατά τα ίδια ως άνω χρονικά διαστήματα, κατά το μέρος που του κατέβαλε μισθό μικρότερο του νομίμου και επομένως του οφείλει τη διαφορά", την οποία προσδιόρισε στα πιο πάνω ποσά, για τα έτη 2001 και 2004, χωρίς να αναφέρει τα δικαιούμενα και τα καταβληθέντα ποσά, δεν καθιστά σαφή την εν λόγω παραδοχή. Εξάλλου για τα έτη 2002 και 2003 δεν γίνεται ούτε η πιο πάνω αναφορά. Από το γεγονός δε ότι ο ενάγων δεν ζήτησε μισθολογικές διαφορές για το έτος 2002 και το δεύτερο εξάμηνο του 2003 και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε για την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για τα έτη αυτά, δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να ασχοληθεί για τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας αυτής της περιόδου, αφού ο αναιρεσείων διέλαβε στην αγωγή του σχετικά κονδύλια και στην έφεσή του με ειδικό λόγο εφέσεως παραπονείτο για την απόρριψη των κονδυλίων αυτών. Επίσης το Εφετείο δεν αναφέρει πότε και πόσες ημέρες άδειας έλαβε ο ενάγων (αναφέροντας απλώς ότι δεν αποδείχθηκε ότι δεν τις έλαβε), με βάση ποια στοιχεία υπολόγισε τον αριθμό αδείας που εδικαιούτο προκειμένου να κριθεί αν υπολογίστηκε ο αριθμός των δικαιούμενων ημερών αδείας, και ο χρόνος που έλαβε την άδεια του ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Ο προσδιορισμός αυτός του χρόνου, καθίσταται αναγκαίος ενόψει και του ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "δεν αποδείχθηκε" ότι ο ενάγων δεν έλαβε την άδεια που εδικαιούτο (και συνεπώς δεν εργάστηκε στο διάστημα αυτό), εντούτοις, όλως αντιφατικώς, γίνεται συγχρόνως δεκτό, κατά την εξεύρεση της διαφοράς των νόμιμων μισθών του έτους αυτού, ότι εργαζόταν καθημερινώς όλους τους μήνες του έτους 2001 πραγματοποιώντας, κατά το έτος αυτό, επιπλέον και υπερεργασία και υπερωριακή εργασία. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ελλείψεις αυτές και αντιφάσεις στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο όμως κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της, που φορά το κονδύλιο των αποδοχών και επιδόματος αδείας (και ως προς την πρώτη μόνο αναιρεσίβλητη εταιρεία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-12-2008 (αρ. καταθ.1533/30-12-08) αίτηση του Χ για αναίρεση της 1140/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε.". Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πιο πάνω αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ. Δέχεται την πιο πάνω αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της κατά της ανώνυμης εταιρείας "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ". Αναιρεί, κατά το εις το αιτιολογικό μέρος της, την 1140/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση. Κατά ποιων στρέφεται. Απόρριψη αναιρέσεως, ως προς τη μια αναιρεσίβλητη εταιρεία ως παθητικώς ανομιμοποίητη. Άδεια εργαζομένου. Προϋποθέσεις για τη λήψη. Αποδοχές και επίδομα αδείας. Λόγοι αναιρέσεως από το αρ. 559.19 για ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες. Αναιρεί.
null
null
0
Αριθμός 438/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ρ.Ε.Ξ.Τ.Ε. Α.Ε, η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρούχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργάσθηκε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά την τουριστική περίοδο εκάστου έτους, από 6-6-2000 μέχρι 31-10-2004, που συνταξιοδοτήθηκε στο ξενοδοχείο της αναιρεσίβλητης στη ... με τον διακριτικό τίτλο .... Ήταν υπεύθυνος της λειτουργίας του εστιατορίου, επικεφαλής πέντε σερβιτόρων και εργαζόταν καθημερινά όλες τις ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές και αργίες και οι συνήθεις ώρες εργασίας του ήταν από τις 07:30 έως 10:30, από τις 13:00 έως 15:00 και από τις 18:00 έως 22:00. Εργαζόταν δηλαδή κατά μέσον όρο συνολικά εννέα ώρες ημερησίως. Για την πραγματοποίηση της μιας ώρας ημερησίως υπερωρίας καθ' όλο το διάστημα εργασίας του, δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις που επιβάλλει η κείμενη νομοθεσία περί έγγραφης αναγγελίας αυτής στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως συνομολογείται και επομένως ήταν παράνομες. Για τις παράνομες αυτές υπερωρίες που πραγματοποίησε καθ' όλο το διάστημα της εργασίας του, η αναιρεσίβλητη του οφείλει τα παρακάτω ποσά: Α) Για το έτος 2000: α) Τον μήνα Ιούνιο, που εργάσθηκε 24 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 24 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 485,28 [(10,11 ευρώ ωρομίσθιο (574.543 δραχμές μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (10,11 Χ 100%) Χ 24 ώρες], β) Τον μήνα Ιούλιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και του οφείλεται το κοσό των ευρώ 626,82 [(10,11 ευρώ ωρομίσθιο + (10,11 Χ 100%) Χ 31 ώρες], γ) Τον μήνα Αύγουστο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 626,82 [(10,11 ευρώ ωρομίσθιο + (10,11 Χ 100%) Χ 31 ώρες], δ) Τον μήνα Σεπτέμβριο, που εργάσθηκε 30 ημέρες πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 606,6 [(10,11 ευρώ ωρομίσθιο + (10,11 Χ 100%) Χ 30 ώρες] και ε) Τον μήνα Οκτώβριο, που εργάσθηκε 31 ημέρες πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 626,82 [(10,11 ευρώ ωρομίσθιο + (10,11 Χ 100%) Χ 31 ώρες]. Β) Για το έτος 2001: α) Τον μήνα Μάρτιο, που εργάσθηκε 11 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 11 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 237,82, [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (10,81 Χ 100%) Χ 11 ώρες]. Από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2001 και εφεξής η αμοιβή της υπερωριακής εργασίας καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 ν. 2874/2000, προκειμένου δε για μη νόμιμη υπερωριακή εργασία η προσαύξηση καθορίζεται σε ποσοστό 250%. Έτσι: β) για τον μήνα Απρίλιο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και του οφείλεται το ποσό των 810,75 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίως μισθός Χ 0,006) + (10,81 Χ 150%) Χ 30 ώρες], γ) Τον μήνα Μάιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και του οφείλεται το ποσό των 837,77 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίως μισθός Χ 0,006] + (10,81 Χ 150%) Χ 31 ώρες], δ) Τον μήνα Ιούνιο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 810,75 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίως μισθός Χ 0,006] + (10,81 Χ 150%) Χ 30 ώρες], ε) Τον μήνα Ιούλιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 837,77 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίως μισθός Χ 0,006] + (10,81 Χ 150%) Χ 31 ώρες], στ) Τον μήνα Αύγουστο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικό 31 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 837,77 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίως μισθός Χ 0,006] + (10,81 Χ 150%) Χ 31 ώρες], ζ) Τον μήνα Σεπτέμβριο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 810,75 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίως μισθός Χ 0,006] + (10,81 Χ 150%) Χ 30 ώρες) και η) Τον μήνα Οκτώβριο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και του οφείλεται το ποσό των ευρώ 837,77 [(10,81 ευρώ ωρομίσθιο (614.335 δραχμές μηνιαίος μισθός Χ 0,006] + (10,81 Χ 150%) Χ 31 ώρες, Γ) Για το έτος 2002: α) Τον μήνα Μάρτιο, που εργάσθηκε 6 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 6 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 168,3 [11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 6 ώρες], β) Τον μήνα Απρίλιο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 841,5 [(11,22 ευρώ ωρομίσθο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ /0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 30 ώρες], γ) Τον μήνα Μάιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 869,55 [(11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 31 ώρες], δ) Τον μήνα Ιούνιο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 841,5 [(11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 30 ώρες], ε) Τον μήνα Ιούλιο που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 869,55 [(11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 31 ώρες], στ) Τον μήνα Αύγουστο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 869,55 [(11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 31 ώρες}, ζ) Τον μήνα Σεπτέμβριο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 841,5 {(11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 30 ώρες}, η) Τον μήνα Οκτώβριο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 869,55 {(11,22 ευρώ ωρομίσθιο (1.871,54 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,22 Χ 150%) Χ 31 ώρες}, Δ) Για το έτος 2003: α) Τον μήνα Απρίλιο εργάσθηκε από 7 του μήνα, όπως προκύπτει από την από 1-11-2003 "βεβαίωση-δήλωση εργοδότη" και από την αναγγελία πρόσληψης της ίδιας της αναιρεσίβλητης προς τον ΟΑΕΔ. Έτσι εργάσθηκε 24 ημέρες και πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 24 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 735,6 [(12,26 ευρώ-ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150% Χ 24 ώρες], β) Τον μήνα Μάιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 950,15 [(12,26 ευρώ ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150%) Χ 31 ώρες], γ) Τον μήνα Ιούνιο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των 919,5 [(12,26 ευρώ ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150%) Χ 30 ώρες, δ) Τον μήνα Ιούλιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 950,15 [(12,26 ευρώ ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150%) Χ 31 ώρες, ε) Τον μήνα Αύγουστο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 950,15 [(12,26 ευρώ ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150%) Χ 31 ώρες], στ) Τον μήνα Σεπτέμβριο που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 919,5 [(12,26 ευρώ ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150%) Χ 30 ώρες] και ζ) Τον μήνα Οκτώβριο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των 950,15 [(12,26 ευρώ ωρομίσθιο (2.044,26 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (12,26 Χ 150%) Χ 31 ώρες]. Ε) Για το έτος 2004: α) Τον μήνα Μάρτιο, που εργάσθηκε 5 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 5 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 149,12 [(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150%) Χ 5 ώρες], β) τον μήνα Απρίλιο που εργάσθηκε (κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς) 5 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 5 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 149,12 {(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150%) Χ 5 ώρες}, γ) Τον μήνα Μάιο που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 924,57 {(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150%) Χ 31 ώρες], δ) Τον μήνα Ιούνιο, που εργάσθηκε 30 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 894,75 {(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150%) Χ 30 ώρες. ε) Τον μήνα Ιούλιο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικό 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 924,57 [(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150%) Χ 31 ώρες], στ) Τον μήνα Αύγουστο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 924,57 [(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150%) Χ 31 ώρες], ζ) Τον μήνα Σεπτέμβριο που εργάσθηκε 30 ημέρες πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 30 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 894,75 {(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 3(50%) Χ 30 ώρες και η) Τον μήνα Οκτώβριο, που εργάσθηκε 31 ημέρες, Πραγματοποίησε 1 ώρα παράνομης υπερωρίας ημερησίως και συνολικά 31 ώρες και οφείλεται το ποσό των ευρώ 924,57 [(11,93 ευρώ ωρομίσθιο (1.989,36 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 0,006) + (11,93 Χ 150% Χ 31 ώρες). Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, για την παραπάνω αιτία των παράνομων υπερωριών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 655 του ΑΚ, 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 και 4 του Ν> 2874/2001, οφείλεται το συνολικό ποσό των 27.325, 71 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ως ουσιαστικώς βάσιμη εν μέρει ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, εμ την οποία ζήτησε την επιδίκαση συνολικού ποσού 115.144,46 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες κατά τα άνω διατάξεις περί υπολογισμού του χρόνου υπερωριακής απασχόλησης και της οφειλόμενης γι' αυτήν αποζημιώσεως. Ειδικότερα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις προσδιόρισε επακριβώς, επιτρεπτώς δε κατά μέσο όρο κάθε μήνα, τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσείοντος και με βάση τις καταβαλλόμενες κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα αποδοχές υπολόγισε την οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες ώρες παροχής εργασίας σε ημερήσια βάση ή ο μέσος όρος σε ημερήσια βάση αλλά χωριστά για κάθε έτος, με συνέπεια λόγω του διαφορετικού κατ' έτος ωρομισθίου να μην καθίσταται βέβαιο εάν υπολογίσθηκε ορθώς η αντίστοιχη αποζημίωση, είναι αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 160/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ.
null
null
2
Αριθμός 439/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ Α.Ε (Ρ.Ε.Ξ.Τ.Ε. Α.Ε) η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρούχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2008 αίτησή της. Με τις δε από 9-11-2009 προτάσεις της ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τελευταίου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το άρθρ. 14 της Α1β/8557/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β' 526), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940 και αντικαταστάθηκε με την 8405/1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β'), σε συνδυασμό με τα άρθρ. 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως των εργαζομένων ως σερβιτόρων. Αν όμως μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρ. 183 του ΑΚ. Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, διότι η έλλειψή της αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη περί ακυρότητας της συμβάσεως, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 237 παρ. παρ. 1 και 3, 591 παρ. 1 και 270 του ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρ. 524 παρ. 1 και 674 παρ. 2 του ίδιου κώδικα) συνάγεται ότι οι διάδικοι σε δίκες που αφορούν εργατικές διαφορές πρέπει, μη κύρωση απαραδέκτου, να καταθέσουν το αργότερο ως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους, πλην εκείνων που χρησιμεύουν αποκλειστικά στην απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που προτάθηκαν παραδεκτά για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση και για τα οποία παρέχεται η δυνατότητα επίκλησης και προσκομιδής τους το πρώτον με τη, μετά τη συζήτηση, προσθήκη των προτάσεων. Έτσι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, του οποίου δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή, καθώς επίσης επικληθέντος αποδεικτικού μέσου για απόδειξη ισχυρισμού που είχε προταθεί πριν από τη συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς αυτό να προσκομισθεί μέχρι το τέλος αυτής, ιδρύει τον από το άρθρ. 11 παρ. β' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 11 παρ. β' του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, αν και κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προσκομίσθηκε ούτε έγινε επίκληση του βιβλιαρίου υγείας του αναιρεσιβλήτου, η έλλειψη του οποίου, όμως η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως, καθιστούσε τη σύμβαση εργασίας του άκυρη, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν εφοδιασμένος με το προβλεπόμενο από τον νόμο βιβλιάριο υγείας, η ισχύς του οποίου μετά από αλλεπάλληλες ανανεώσεις, είχε παραταθεί μέχρι την 11-4-2008, με την ειδικότερη παραδοχή ότι το βιβλιάριο υγείας είχε προσκομισθεί παραδεκτά στον πρώτο βαθμό. Από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του ρητώς ανέφερε ότι προσκομίζει κι επικαλείται, μεταξύ άλλων, με αυξ. αριθμό 15 και "επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του αριθμ.... βιβλιαρίου Εργασίας και Υγείας μισθωτού ξενοδοχείων ..., από το οποίο προκύπτει το έτος ενάρξεως του επαγγέλματος ξενοδοχοϋπαλλήλου το έτος 1965 και οι διαδοχικές ιατρικές βεβαιώσεις με ημερομηνία 3-3-99, 16-5-2001 και 11-4-03 ότι ισχύει έως 11-4-2008". Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το βιβλιάριο υγείας, με το οποίο ήταν εφοδιασμένος ο αναιρεσίβλητος, είχε παραδεκτά προσκομισθεί στον πρώτο βαθμό, συνάγεται ότι δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή αυτού στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι βάσιμος. Και αυτό, διότι η αναιρεσείουσα είχε ισχυρισθεί με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά παράβαση των οικείων δικονομικών διατάξεων περί έγκαιρης προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο το βιβλιάριο υγείας του αναιρεσιβλήτου, το οποίο αυτός είχε προσκομίσει με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών του και όχι με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση. Η παραδοχή αυτή, επομένως, αναφερόταν στον πιο πάνω λόγο εφέσεως, δεχόμενο το Εφετείο και ορθώς ότι το βιβλιάριο υγείας του αναιρεσιβλήτου "παραδεκτά προσκομίσθηκε στον πρώτο βαθμό (με την προσθήκη των προτάσεων) και απορριπτέος κρίνεται ο πέμπτος λόγος της έφεσης της εναγομένης", αφού επρόκειτο για αποδεικτικό στοιχείο προς απόκρουση ισχυρισμού που είχε προβληθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. α του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι κατείχε βιβλιάριο υγείας νομίμως θεωρημένο, ο οποίος όμως δεν προτάθηκε παραδεκτώς, αφού ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περιείχετο στην προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του, όπως πρόβαλε η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως έχει ήδη εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσιβλήτου, παραδεκτώς προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και συνεπώς ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο οικείος λόγος εφέσεως. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται με αυτή η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 269, δηλαδή α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενεστέρως και γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Έτσι, αν υπάρχουν περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), καθεμιά από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και γι' αυτό απαράδεκτοι. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Η εναγομένη - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς της ισχυρίζεται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένα δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε το ποσό των 26.579,11 ευρώ για αποζημίωση λόγω υπερωριακής απασχόλησης και 1.989,36 ευρώ για 30 ημερομίσθια για την προετοιμασία έναρξης λειτουργίας και το κλείσιμο του ξενοδοχείου, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν ένας απλός υπάλληλος αλλά είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου και επομένως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν την αποζημίωση ή προσαύξηση για παροχή υπερωριακής εργασίας. Ο ισχυρισμός αυτός εμπίπτει στην έννοια "των πραγματικών ισχυρισμών", που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ. 527 του ΚΠολΔ, αφού αν αποδειχθεί αληθής άγει στην κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, είπε το Εφετείο, δεν είχε υποβληθεί πρωτοδίκως και εφόσον προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου χωρίς να γίνεται επίκληση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 269 του ΚΠολΔ ούτε και γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ούτε και προβάλλεται από την αναιρεσείουσα με τις προτάσεις που υπέβαλε σε απόκρουση της εφέσεως του ενάγοντος, είναι απαράδεκτος και ο σχετικός δεύτερος λόγος της εφέσεως είναι απορριπτέος. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως το άρθρ. 2 περ. α' του Ν. 2269/1920 "περί κυρώσεως της Διεθνούς Συνδιάσκεψης της Ουασιγκτώνος κλπ" με το να δεχθεί ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες παρείχε την εργασία του ο αναιρεσίβλητος, όπως αυτές εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσαν να του προσδώσουν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, ώστε να εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας και περί προσαυξήσεως για την υπερωριακή εργασία, με συνέπεια, λόγω της εσφαλμένης υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, να κάμει δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προτείνεται, διότι το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζει αυτοτελώς η επάλληλη αιτιολογία ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί εξαιρέσεως του αναιρεσιβλήτου από τις πιο πάνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας λόγω της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού προβλήθηκε για πρώτη φορά με την έφεσή του χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής του. Επειδή, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως των δια της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο χωρίς τη συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, ενώ πράγματι η ένστασή της προβλήθηκε παραδεκτά στο Εφετείο ως αποδεικνυόμενη με δικαστική ομολογία του αντιδίκου της, περιεχομένη στην αγωγή και στην προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 527 και 269 εδ. γ του Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι τα περιστατικά που εξέθετε ο αναιρεσίβλητος στην αγωγής και στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι δηλαδή απασχολεί με την ιδιότητα του αχρισερβιτότου, φρόντιζε για τις βάρδιες του προσωπικού του εστιατορίου και είχε τη γενική επίβλεψη για τη λειτουργία του, αμειβόμενες με αποδοχές μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν συνιστούν, δικαστική ομολογία, ούτε περί της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος υπαλλήλου, που αποτελεί το βασικό γεγονός στο οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και συνεπώς, ορθώς το Εφετείο την απέρριψε πρωτίστως ως απαράδεκτη, διότι προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρ. 527 του Κ,.Πολ.Δ. Εφόσον δε η αιτιολογία αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και πλήττεται ανεπιτυχώς με την αναίρεση, ο πέμπτος λόγος αυτής από το αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της αποφάσεως ότι η άσκηση των ενδίκων αξιώσεων ουδόλως παρίσταται καταχρηστική, είναι αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-11-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΔΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΝ ΑΕ (Ρ.Ε.Ξ.ΤΕ. ΑΕ)" για αναίρεση της 160/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγωγή σερβιτόρου για υπερωριακή απασχόληση κλπ. -Βιβλιάριο υγείας- δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής. Παραδεκτά προσκομίζεται με την προσθήκη προτάσεων. -Ισχυρισμοί προβαλλόμενοι κατ' άρθρ. 527 του ΚΠολΔ. -Επάλληλη αιτιολογία, αν δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς η κύρια αιτιολογία, αλυσιτελής η προσβολή της επικουρικής.
null
null
0
Αριθμός 440/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5596/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 25-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του αρθρ. 6§1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65° έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το αρθρ. 5 §§1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του αρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το αρθρ. 8§4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το αρθρ. 5§1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου-είτε να αποχωρούν είτe να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Από την αντιπαραβολή των δύο ως άνω εδαφίων του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, η θέσπιση των οποίων αποσκοπούσε στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερηλίκων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, την ευρύτερη διατύπωση του δεύτερου εδαφίου και τη θέσπιση με το εδάφιο αυτό δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση εργαζομένου ή καταγγελία εργοδότη), στις οποίες ο νόμος προσδίδει τις ανωτέρω συνέπειες, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου της άνω διατάξεως προϋποθέτει ρητώς μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση των εργαζομένων που έχουν προσχωρήσει σε κανονισμό του εργοδότη, με τον οποίο προβλέπεται η αποχώρηση από την εργασία με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας. Στην περίπτωση όμως που με τον κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 1110/86). β) Σε αντίθεση προς το δεύτερο εδάφιο, για την εφαρμογή του οποίου προσαπαιτείται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, το πρώτο εδάφιο δεν αξιώνει τη συνδρομή του στοιχείου αυτού. γ) Η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου προϋποθέτει, εκτός άλλων και τη συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού. Η συγκατάθεση (συναίνεση) αυτή πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του μισθωτού, δύναται δε να είναι έγγραφη ή προφορική, ρητή ή σιωπηρή, αρκεί, στην τελευταία περίπτωση, να είναι σαφής και αναμφίβολη. Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σε αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ(ολ) 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τη 19-7-1976 και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη. Με την από 6-10-2005 αίτησή του γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα την πρόθεσή του να παραιτηθεί. Η παραίτησή του έγινε δεκτή με την ... πράξη του Διοικητή της Τράπεζας σύμφωνα με τα άρθρ. 16 και 18 του Γενικού Κανονισμού της Κατάστασης Υπαλλήλων αυτής. Η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου διεπόταν από τον πιο πάνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό, που πρόβλεπε τη λύση της συμβάσεώς του με τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας κι επομένως ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού. Υπήρχε, επομένως, διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του τελευταίου, σύμφωνα με τα άρθρ. 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραιτήσεως που υπεβλήθη από αυτόν. Έτσι, η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εργοδότριας, η οποία αποδέχθηκε την παραίτησή του από τότε που ζητούσε ο αναιρεσίβλητος να ισχύσει, με συνέπεια να δικαιούται αυτός την προβλεπόμενη από το άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, έχοντας δε συμπληρώσει από την υπηρεσία του στην Τράπεζα συντάξιμο χρόνο 29 ετών και 3 μηνών και ως επικουρικά ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, εδικαιούτο να λάβει το κατά το άρθρ. 8 εδ. β' του άνω νόμου ποσοστό 40% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσείουσα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 και 202 και 669 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης προβλέψεως υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία δεν επηρεάζει τη μετατροπή της συμβάσεως του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της εκ των προτέρων κατά την κατάρτιση του Κανονισμού συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας με δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου, δεν είναι βάσιμος. Ο από την ίδια δε διάταξη τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι στην ένδικη περίπτωση ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του εδ. β' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955 και επιδίκασε την προβλεπόμενη από αυτό αποζημίωση ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και δη εκείνη του δικαιώματος να λάβει ο αναιρεσίβλητος πλήρη σύνταξη γήρατος, αφού κατά τον χρόνο της παραιτήσεώς του είχε συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο 29 ετών και 3 μηνών, αλυσιτελώς προτείνεται, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, δηλαδή το ήμισυ της οριζομένης από τον Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του αλλά ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος επιδικάσθηκε ποσοστό 40% της πιο πάνω αποζημιώσεως, το οποίο και ζητούσε με την αγωγή του. Επειδή με το αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κλπ, η από τον Ν. 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλόμενη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δρχ. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ. με το αρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το αρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το αρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του αρθρ. 103§§7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο. Από τις διατάξεις των αρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα αρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το αρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της). Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα αρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία. Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των αρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των αρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1§§1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ (Ολ). 1/2006).Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε επί πλέον ότι ο αναιρεσίβλητος, ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τράπεζας της Ελλάδος, εδικαιούτο κατ' αρθρ. 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955 το 40% της αποζημιώσεως, την οποία θα ελάμβανε στην περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς του αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967, όπως ισχύει μετά τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη στο ποσό των 30.323,28 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Επειδή με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο "εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εσφαλμένα έκρινε ότι δεν ασκείται καταχρηστικά η αγωγή και δεν παραβιάζονται δια της ασκήσεώς της τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (281 ΑΚ)", δεχόμενο ότι "ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κυρίως διότι τα περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ενώ η είσπραξη εκ μέρους του ενάγοντος της καταβληθείσας αποζημιώσεως, έστω και χωρίς τη διατύπωση επιφύλαξης, δεν αποτελεί παραίτηση αυτού της τυχόν περαιτέρω επιδιώξεως μεγαλύτερης αποζημιώσεως". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ούτε η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό ούτε το Εφετείο έκρινε σχετικώς, η σχετική δε παραπομπή του αναιρετηρίου στο "φύλλο 8ο της προσβαλλομένης" αποφάσεως είναι λανθασμένη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 5596/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποζημίωση αποχωρούντος υπαλλήλου Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρ. 8 του Ν.3198/1955). Προϋποθέσεις. Όχι περιορισμός αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ΑΝ 173/1967 για υπαλλήλους Τράπεζας της Ελλάδος.
null
null
0
Αριθμός 444/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1760/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3649/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ. Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1). Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου, αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980 μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να είχε συντελεσθεί. Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της ο οποίος καταρτίζεται, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ(Ολ. ΑΠ 27/1995, AΠ 183/08) .Σύμφωνα δε με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας της Ελλάδος", όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από τον 4ο βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ` απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από στο άρθρο 12 του Οργανισμού (ΑΠ 278/09). Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ο ενάγων υπηρετεί στην εναγομένη τράπεζα (ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.) στο λογιστικό κλάδο από 17.9.1970 και από 1.1.1988 κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη. Υπηρέτησε μέχρι 7.3.2000 στο υποκατάστημα της ..., μέχρι 13.7.2002 στο κεντρικό κατάστημα και από 14.7.2002 στο υποκατάστημα .... Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα χωρίς την κατοχή πτυχίου, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει αξιολογηθεί τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε 17 κριτήρια, και τα υπεύθυνα καθήκοντα που έχει ασκήσει είναι από 23.7.1986 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Γενικών Εργασιών υποκαταστήματος ..., από 26.7.1996 μέχρι 23.6.1997 στην διεύθυνση του υποκαταστήματος ..., από 28.2.2000 Προϊστάμενος Τμήματος Εργασιών Υποστήριξης του κεντρικού καταστήματος και από 17.2.2000 Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Εργασιών Εσωτερικού Υποκαταστήματος .... Η συσταθείσα με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων αυτής, γνωμοδοτική Επιτροπή για την αξιολόγηση των υπαλλήλων που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, κατέταξε τον ενάγοντα μαζί με άλλους 441 υπαλλήλους κατά πλάσμα ισοψηφούντες στην 143η θέση κατάταξης. Το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ' αριθμ. 7/27.8.2002 απόφαση του μετά από πρόταση του Διοικητή προήγαγε 75 Τμηματάρχες στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1.5.2002, μεταξύ των οποίων και τους παρακάτω συναδέλφους του ενάγοντος ενώ παρέλειψε αυτόν..". Ειδικότερα, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, προήγαγε τους 1) Χ12) Χ2 3) Χ3, 4) Χ4 5) Χ5 6) Χ6 7) Χ7 8) Χ8 9) Χ9 10) Χ10 11) Χ11, και 12) Χ12. Το Εφετείο, αφού εκτίμησε συνολικά τα προσόντα αυτών έκρινε ότι, ως προς τους με αρ.1-8 και 10 προαχθέντες συναδέλφους του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει ολοφάνερη υπεροχή του τελευταίου. Αντιθέτως, ως προς τον 9ο, 11ο και 12ο εξ αυτών δέχθηκε τα εξής: ... 9) Ο Χ9 ο οποίος προσελήφθη στις 14.8.1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1996, είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ, έχει παρακολουθήσει οκτώ (8) επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει Αγγλικά-Γαλλικά χωρίς πτυχίο, χαρακτηρίστηκε για τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε 13 κριτήρια, κατετάγη 41ος από τη γνωμοδοτική Επιτροπή, υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ενέγγυων Πιστώσεων και Αξιών μέχρι 8.4.93 και στο Τμήμα Μελετών και Ανάπτυξης Εργασιών στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών, δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και γι' αυτό δεν έχει αξιολογηθεί για διοικητικές ικανότητες στα φύλλα ποιότητος. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερέχει ολοφάνερα, γιατί ναι μεν υστερεί στο πτυχίο και σε επιμορφωτικά σεμινάρια, υπερτερεί όμως κατά δέκα χρόνια στη γενική αρχαιότητα, οκτώ χρόνια στην ειδική αρχαιότητα και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Η κρίση επομένως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον ενάγοντα και να προαγάγει τον ανωτέρω Χ9 ήταν καταφανώς άδικη, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η προεκτίμηση των υπηρεσιακών προσόντων των υποψηφίων από τη γνωμοδοτική Επιτροπή του άρθρου 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της εναγομένης, δεν επιδρά αξιολογικώς στην ως άνω κρίση επειδή δεν συνιστά εξ αντικειμένου υπηρεσιακό προσόν των υπαλλήλων, αλλά στοιχείο της υπό έλεγχο διαδικασίας (ΑΠ 1275/2002). ... 11) Χ11, ο οποίος προσελήφθη στις 12.8.1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1996, είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ, έχει παρακολουθήσει δώδεκα σεμινάρια, γνωρίζει την Αγγλική χωρίς πτυχίο, χαρακτηρίστηκε ως εξαίρετος σε 13 κριτήρια κατά τα έτη 1999-2000, κατετάγη 12ος από τη γνωμοδοτική Επιτροπή, υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα στο Τμήμα Ελέγχου Βιομηχανικών και λοιπών Επιχειρήσεων, Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων, Εποπτείας Υποκαταστημάτων Ξένων Τραπεζών και Ανεξαρτήτων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και γι' αυτό δεν αξιολογήθηκε ως προς τις διοικητικές ικανότητες στα φύλλα ποιότητος. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερέχει ολοφάνερα, γιατί ναι μεν υστερεί στο πτυχίο και σε επιμορφωτικά σεμινάρια, υπερτερεί όμως κατά δέκα χρόνια στη γενική αρχαιότητα, κατά οκτώ χρόνια στην ειδική αρχαιότητα και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Η κρίση επομένως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον ενάγοντα και να προαγάγει τον ανωτέρω Χ11 ήταν καταφώρως άδικη, ενώ όπως προαναφέρθηκε η προεκτίμηση της γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της εναγομένης δεν επιδρά αξιολογικώς στην ως άνω κρίση επειδή δεν συνιστά εξ αντικειμένου υπηρεσιακό προσόν των υπαλλήλων, αλλά στοιχείο της υπό έλεγχο διαδικασίας και 12) Χ12, ο οποίος προσελήφθη στις 21.8.1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.1996, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής ..., έχει παρακολουθήσει εννέα σεμινάρια, γνωρίζει Αγγλικά χωρίς πτυχίο και Γαλλικά (superieur III), χαρακτηρίστηκε κατά τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε εννέα και δέκα έξι κριτήρια, αντίστοιχα, κατετάγη 63ος από τη γνωμοδοτική Επιτροπή, υπηρέτησε στο υποκατάστημα ... στο τμήμα Αναπροεξόφλησης Χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών-Ενεγγύων Πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος, υπήρξε γραμματέας της υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων από 1.1.86 μέχρι 31.12.88 και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 15.3.1995. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερέχει ολοφάνερα, γιατί ναι μεν υστερεί ως προς το πτυχίο και στα επιμορφωτικά σεμινάρια, υπερτερεί όμως σημαντικά κατά δέκα χρόνια στη γενική αρχαιότητα, κατά οκτώ χρόνια στην ειδική αρχαιότητα, στην αξιολόγηση των κριτηρίων το 1999 17 έναντι 9 και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, καθόσον άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 23-7-1986 και ο συγκρινόμενος από 19.3.1995. Η κρίση επομένως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον και να προαγάγει τον ανωτέρω Χ12 ήταν καταφώρως άδικη.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι, ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των τριών πιο πάνω προαχθέντων συναδέλφων του και ότι, επομένως, η παράλειψή του είναι παράνομη, κατ' άρθρο 207 ΑΚ και παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα, καταρχήν, να αξιώσει την προαγωγή του από 1-5-2002. Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε, ειδικότερα, ως προς τους τρεις πιο πάνω προαχθέντες συναδέλφους του, ο αναιρεσίβλητος υπερέχει πράγματι καταφανώς, αφού εκτός από τους τίτλους σπουδών και τον αριθμό των σεμιναρίων, που υπολείπεται αυτών, υπερέχει κατά πολύ στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (υπερτερεί κατά 10 έτη) και στη βαθμολογία και, κυρίως, υπερέχει κατά πολύ ως προς τα κρίσιμα κριτήρια για προαγωγή της ειδικής αρχαιότητας (κατά 10 έτη), όπως και της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, αφού οι μεν 1ος και 2ος δεν άσκησαν τέτοια καθήκοντα, ενώ ο 3ος άσκησε από το έτος 1995, έναντι του αναιρεσιβλήτου που άσκησε από το έτος 1986. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση με ψευδή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 207, ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρ. 201 του ίδιου Κώδικα, ως προς την πιο πάνω κρίση του Εφετείου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο, ερευνώντας, περαιτέρω, την διακωλυτική ένσταση της εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας, κατά την οποία και αν δεν προήγοντο κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.5.2002 οι ανωτέρω υπάλληλοι της, θα προήγοντο οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου Ζ, Θ και ..., δέχθηκε τα εξής: "... Από αυτούς: 1) Ο Ζ προσελήφθη στις 17.5.1973 προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1986 είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και ΠΑΣΠΕ (Πολ. Επιστημών, Δημ. Διοίκησης), έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει την Αγγλική (Intermediale), χαρακτηρίστηκε εξαίρετος κατά τα έτη 1999-2000 σε δέκα έξι κριτήρια, υπηρέτησε στο τμήμα μηχανογραφικού ελέγχου και στο τμήμα Εξωτερικού Συναλλάγματος και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 16.12.1986 και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 23.8.1995. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 3 έτη στην αξιολόγηση και στον αριθμό των σεμιναρίων κατά δύο, υστερεί στην ειδική αρχαιότητα κατά 2έτη και στους τίτλους σπουδών, υπερέχει ελαφρά στα καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας τα οποία άσκησε από 23.7.1986 ενώ ο συγκρινόμενος από 16.12.1986 και από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων των προκύπτει ότι είναι ισοδύναμοι. 2) Ο Θ προσελήφθη στις 20.6.1974, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1988, είναι πτυχιούχος Νομικής και ΠΑΣΠΕ, έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει την Αγγλική (Intermediale), χαρακτηρίστηκε κατά τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος για 14 και 16 κριτήρια αντίστοιχα και υπηρέτησε στο Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών της Διεύθυνσης Διεθνών Συναλλαγών και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16.6.1986. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη, στον αριθμό σεμιναρίων και στην αξιολόγηση, υστερεί κατά 3 μήνες στην ειδική αρχαιότητα και στους τίτλους σπουδών και είναι ισοδύναμος στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων αυτών προκύπτει ότι είναι ισοδύναμοι και 3) Ο ... προσελήφθη στις 15.7.1974, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.1988, είναι πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ, έχει παρακολουθήσει 2 σεμινάρια, χαρακτηρίστηκε κατά τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε 12 και 14 κριτήρια αντίστοιχα, υπηρέτησε στο υποκατάστημα ... στα τμήματα Λογιστηρίου-Γραμματείας και Εξωτερικών Εργασιών και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15.6.1987. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη, στον αριθμό σεμιναρίων, στην αξιολόγηση και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσίας, τα οποία άσκησε από 23.7.1986 ενώ ο συγκρινόμενος από 15.6.1987, είναι ισοδύναμος στην ειδική αρχαιότητα και υστερεί στους τίτλους σπουδών. Από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων αυτών δεν προκύπτει έστω και ελαφρά υπεροχή του συγκρινόμενου. Συνεπώς η διακωλυτική ένσταση της εναγομένης κατά την οποία στις προαγωγικές κρίσεις της 1.5.2002 και αν ακόμη δεν προήγοντο οι ανωτέρω Χ9, Χ11 και Χ12, θα προήγοντο οι προτεινόμενοι με την ένσταση της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν τούτου η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία παραλείφθηκε ο ενάγων κατά τις προαγωγικές κρίσης στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη Προϊσταμένου στις 1.5.2002, είναι αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της προαγωγής του στον ανωτέρω βαθμό από 1.8.2002, οπότε συνέτρεξαν στο πρόσωπο του οι κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού της εναγομένης προϋποθέσεις προαγωγής του.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι, από τη σύγκριση των προσόντων των τριών αυτών συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου με εκείνα του ίδιου, δεν προκύπτει τουλάχιστον απλή υπεροχή τους έναντι του αναιρεσιβλήτου και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί η διακωλυτική ένσταση που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα και επομένως, αφού, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των πιο πάνω τριών συναδέλφων του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1-5-2002. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρ. 201 του ίδιου Κώδικα αφού, με βάση τα προσόντα των παραπάνω τριών μη προαχθέντων συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει πράγματι απλή υπεροχή τους έναντι αυτού. Ειδικότερα, οι τρεις πιο πάνω προαχθέντες συναδέλφοι του αναιρεσίβλητου υπερέχουν μεν ως προς τους τίτλους σπουδών και τον αριθμό των σεμιναρίων και οι 1ος και 2ος, ως προς την ειδική αρχαιότητα , η υπεροχή όμως αυτή αντισταθμίζεται από το ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί στη βαθμολογία , στο αριθμό των σεμιναρίων και στη γενική αρχαιότητα, ενώ , ως προς το κρίσιμο κριτήριο για προαγωγή της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, ο αναιρεσείων είναι ισοδύναμος έναντι του 2ου, και υπερτερεί έναντι του τρίτου και ελαφρά έναντι του πρώτου (κατά 5 μήνες), όπως ισοδύναμοι έναντι αυτού είναι και ως προς την γνώση της Αγγλικής γλώσσας. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση με ψευδή των άνω διατάξεων, ως προς την απόρριψη της διακωλυτικής ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 3649/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Προαγωγές υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος από τον 4ο βαθμό του τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου. Ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ. Τελούν υπό την αίρεση της συνδρομής συγκεκριμένων προϋποθέσεων, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται από το χρόνο συμπλήρωσης αυτών, σε περίπτωση που η κρίση του εργοδότη περί μη προαγωγής του υπαλλήλου είναι καταφώρως άδικη. Περίπτωση μη προαγωγής υπαλλήλου της ως άνω τράπεζας στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου κατά προαγωγή άλλων συναδέλφων του παρακωλύοντος εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, κατά τον έχοντα συμβατική ισχύ οργανισμό της τράπεζας, με κατάφωρα άδικη κρίση. Η προηγηθείσα των προαγωγών γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής, στην οποία διαλαμβάνονται ευμενέστερες κρίσεις ως προς έναν προαχθέντα, έναντι της αντίστοιχης κρίσης που αναφέρεται στον ανωτέρω μη προαχθέντα, αποσκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει ην κρίση του γενικού συμβουλίου της εναγομένης και δεν υποκαθιστά ούτε δεσμεύει την κρίση αυτής. Διακωλυτική ένσταση προτεινόμενη από την Τράπεζα. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 1 για παραβίαση του αρ. 207 και 201 του ΑΚ. Εισήγηση: Απόρριψη λόγων αναίρεσης
null
null
0
Αριθμός 445/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, περί αναιρέσεως της 635/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Γοριδάρη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.7.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ, "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφημήσεως (άρθρα 362 και 363 ΠΚ) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξυβρίσεως απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη γραπτώς ή προφορικώς για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις που κατά κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από τον δράστη, ο οποίο γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργεια προσβάλλει την τιμή του άλλου. Δηλαδή, στην εξύβριση ο όρος τιμή λαμβάνεται με ευρεία έννοια και σημαίνει την αξίωση όπως το άτομο μη τυγχάνει από κάποιον άλλον αρνητικής αξιολογικής κρίσεως ή μεταχειρίσεως τέτοιας, που δηλώνει έλλειψη εκτιμήσεως του δράστη προς τον παθόντα, σχετικά με τη συνολική αξία του, ηθική και κοινωνική. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 του α.ν. 1098/1938 "περί Τύπου", οι οποίες επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 2 του Ν. 10/1975 και οι οποίες δεν καταργήθηκαν από την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2253/1994, γιατί αυτές δεν εμπίπτουν στην έννοια της ουσιαστικής ποινικής δικονομικής διατάξεως, αλλ' απλώς και μόνον προσδιορίζουν την έννοια του τύπου, του εντύπου, του δημοσιεύματος και της δημοσιεύσεως, ορίζουν ότι "Τύπος και έντυπον, επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου τούτου, είναι πάν ότι εκ τυπογραφίας ή οιουδήποτε άλλου μηχανικού ή χημικού μέσου παράγεται εις όμοια αντίτυπα και χρησιμεύει εις πολλαπλασιασμόν ή διάδοση χειρογράφων, εικόνων, παραστάσεων, μετά ή άνευ σημειώσεων ή μουσικών έργων μετά κειμένου ή επεξηγήσεων ή φωνογραφικών πλακών". "Ως δημοσίευση ενώπιον θεωρείται η διανομή, πώλησις καθώς και η εις δημόσιον μέρος ή εν δημοσία συναθροίσει ή εις μέρος προσιτόν εις το κοινόν τοιχοκόλλησις ή έκθεσις παντός εντύπου". Και "Αδίκημα του τύπου υπάρχει όταν λάβει χώραν η κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσίευσις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων που τελούνται δια του τύπου, δηλαδή των εγκλημάτων του κοινού δικαίου που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα ή από τους ειδικούς ή ποινικούς νόμους και τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους (Ολ. ΑΠ 759/88, δε αρκεί να συντρέχει το στοιχείο του εντύπου, όπως εννοιολογικώς προσδιορίζεται από το ως άνω άρθρο 1 του α.ν. 1092/1938, αλλά προσαπαιτείται και η δημοσίευσή του, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου θεωρείται ότι υπάρχει όταν συντελεσθεί η διανομή, πώληση του εντύπου, καθώς και η τοιχοκόλληση ή έκθεση αυτού σε δημόσιο μέρος ή σε δημόσια συνάθροιση ή σε μέρος προσιτό στο κοινό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγησή τους, καθώς και ο έλεγχος της ορθότητος του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε εξ αυτών το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση δια του τύπου, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό της, μετά την εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα: "Α) Οι κατηγορούμενοι, Χ6, Χ3, Χ7, Χ4, Χ5, Χ1 και Χ2, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία "Ενωτικό Σωματείο Εργαζομένων ΕΥΑΘ ΑΕ" στην ..., την 26.3.2007, από κοινού ενεργώντας όλοι και, κατόπιν συναπόφασης, ισχυρίστηκαν για κάποιον άλλον και διέδωσαν ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και ειδικότερα με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, συνέταξαν και εξέδωσαν κείμενο στο οποίο ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα, που αφορούν την εγκαλούσα Ψ, τα οποία θίγουν την τιμή και την υπόληψή της και επί λέξει εξέδωσαν το παρακάτω κείμενο "ΕΝΩΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε. - Θεσ/νίκη 26 Μαρτίου 2007- Συνάδελφοι - Για μια ακόμη φορά οι συκοφάντες ανακοινώνουν: Για μια ακόμη φορά: χωρίς αποδείξεις, όπως το συνηθίζουν, λασπολογώντας με ελεεινές και κατάπτυστες συκοφαντίες θέλουν να σκεπάσουν τις παράνομες πράξεις τους οι μεγαλοσυνδικαλιστές εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους..... Κα Ψ είστε απλά απόφοιτος λυκείου. Πέστε μας πως παρακολουθήσατε Μεταπτυχιακά Σεμινάρια από 29-9-02 έως 7-6-03 στο επιστημονικό πρόγραμμα "Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στη Διοίκηση επιχειρήσεων" αξίας 4.402 ευρώ, τα οποία κατέβαλε η τότε Διοίκηση; δεν είχατε ούτε τα τυπικά ούτε τα ουσιαστικά προσόντα και αποδεικνύεται υπηρεσιακά. Πώς συνέβη αυτό εις βάρος άλλων πτυχιούχων συναδέλφων; Πώς απόφοιτος λυκείου γίνατε προϊσταμένη σε τμήμα που είχατε πλήρη άγνοια του αντικειμένου; φυσικά έτσι εξηγούνται οι υπογραφές σας στις ελεεινές ανακοινώσεις, εξοφλείτε γραμμάτια. Συνάδελφοι προς γνώσιν για να εξηγήσετε γιατί κόπτονται οι συνδικαλισταράδες .... Το Δ.Σ. του Σωματείου". Όμως, τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίστηκαν άπαντες οι κατηγορούμενοι για την εγκαλούσα Ψ, τα οποία, πράγματι, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της, δεδομένου ότι η εγκαλούσα εμφανίζεται αφενός να συμμετέχει στο μεταπτυχιακό σεμινάριο "Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων", χωρίς να διαθέτει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και σε βάρος άλλων συναδέλφων της, οι οποίοι είχαν τα απαιτούμενα προσόντα και η Διοίκηση να έχει δαπανήσει για τη συμμετοχή της το ποσό των 4.402 ευρώ και αφετέρου να έχει προαχθεί σε Προϊσταμένη του Τμήματος Πληροφορικής και Μηχανοργάνωσης, έχοντας πλήρη άγνοια του συγκεκριμένου αντικειμένου, όπως επίσης (η ανωτέρω εγκαλούσα) παρουσιάζεται να ανταποδίδει την εύνοια, που κάποιοι έδειξαν προς αυτήν, υπογράφοντας ανακοινώσεις με περιεχόμενο "ελεεινό", ήταν ψευδή, καθώς η ανωτέρω εγκαλούσα, πράγματι, επειδή είχε οκταετή επαγγελματική εμπειρία, συμμετείχε στο συγκεκριμένο προαιρετικό πρόγραμμα, διότι η διεξαγωγή του γινόταν σε ώρες εκτός υπηρεσίας και δεν υπήρξε ανταπόκριση άλλων συναδέλφων της σε σχετική ανακοίνωση, που έγινε από την Διοίκηση, ενώ η προαγωγή της σε Προϊσταμένη του Τμήματος Πληροφορικής και Μηχανοργάνωσης έγινε λόγω της πολύχρονης απασχόλησης και εμπειρίας της στη λειτουργία του τμήματος αυτού, το οποίο επί χρόνια στελεχωνόταν μόνον από την ίδια. Άπαντες οι κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των προαναφερομένων, που ισχυρίστηκαν, τα οποία ήταν ικανά να βλάψουν την κοινωνική και ηθική αξία της εγκαλούσας ως εργαζομένης στην Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε, Προϊσταμένης του ανωτέρω τμήματος και ασχολούμενης με τον συνδικαλισμό, και των οποίων έλαβε γνώση μεγάλος και απροσδιόριστος αριθμός ατόμων, καθώς το συγκεκριμένο έντυπο, αφού εκτυπώθηκε σε χαρτί με τη χρήση φωτοτυπικού ή άλλου αντιγραφικού μέσου και παράχθηκε σε όμοια με το πρωτότυπο αντίτυπα, των οποίων ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να προσδιοριστεί, αναρτήθηκε και τοιχοκολλήθηκε σε πολλά εμφανή και δημόσια σημεία τόσο εντός του κτιρίου που στεγάζεται η Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε. Θεσσαλονίκης επί της οδού ..., όσο και στα εξωτερικά συνεργεία αυτής (σε εργασιακούς και άλλους χώρους), όπου υπήρχε πρόσβαση των εργαζομένων και του κοινού. Β) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναπόφασης, με πρόθεση προσέβαλαν την τιμή άλλου με λόγια και συγκεκριμένα οι ως άνω κατηγορούμενοι ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία "Ενωτικό Σωματείο Εργαζομένων Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε.", από κοινού ενεργώντας και κατόπιν συναπόφασης με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, συνέταξαν και εξέδωσαν το παραπάνω αναφερόμενο στο υπό στοιχ. Α' του παρόντος κείμενο, στο οποίο χαρακτήρισαν την εγκαλούσα Ψ με τη λέξη, "συνδικαλισταράδες", χαρακτηρισμός που αφορούσε σαφώς τα δύο άτομα, που αναφέρονται στο συγκεκριμένο κείμενο (τον κ. ... και την νυν εγκαλούσα) και με τον τρόπο αυτόν προσέβαλαν την τιμή κι την υπόληψη της ανωτέρω εγκαλούσας ως εργαζομένης στην Ε.Υ.Α.Θ. Α.Ε., Προϊσταμένης του ανωτέρω τμήματος και ασχολουμένης με τον συνδικαλισμό, καθώς η λέξη αυτή δηλώνει υποτίμηση τόσο για τις προθέσεις της όσο και για τη δραστηριότητά της στον συνδικαλιστικό χώρο, υπονοώντας ότι υποκρύπτονται ιδιοτελείς σκοποί". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και εξυβρίσεως δια του τύπου, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, των άρθρων 361, 363, σε συνδυασμό προς το άρθρο 362 ΠΚ και του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994. Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφασή του τα δυσφημιστικά, για την εγκαλούσα, γεγονότα που περιλαμβάνοντο στην άνω ανακοίνωση, η οποία εκτυπώθηκε σε χαρτί και παράχθηκε σε όμοια με το πρωτότυπο αντίτυπα και αναρτήθηκε - τοιχοκολλήθηκε σε πολλά σημεία, όπου υπήρχε πρόσβαση των εργαζομένων στην ΕΥΑΘ και το κοινό, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια των άνω γεγονότων και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Ο άμεσος δόλος, ειδικώς, των αναιρεσειόντων πλήρως αιτιολογείται με την αναφορά ότι αυτοί με την ιδιότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του άνω Σωματείου, γνώριζαν, ότι αυτά που διέδωσαν ήταν ψευδή, από προσωπική αντίληψη, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται γιατί ο άνω χαρακτηρισμός "συνδικαλισταράδες" είναι εξυβριστικός με την αναφορά ότι "υποκρύπτονται ιδιοτελείς σκοποί". Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού α) δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, β) δεν απαιτεί το να εκθέσει το Δικαστήριο για ποιο λόγο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στην ανωμοτί κατάθεση της εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας, δεν προκύπτει δε, ότι παραλείφθηκε η συνεκτίμηση των καταθέσεων των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι αντιπαρήλθε, το Δικαστήριο, τις μαρτυρικές καταθέσεις πέντε μαρτύρων, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, δ) το σκεπτικό, το οποίο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, δεν είναι περιληπτική αντιγραφή του διατακτικού. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω και προσάπτεται στην απόφαση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28 Ιουλίου 2009 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 635/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση δια του τύπου. Στοιχεία αδικημάτων. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εξύβριση, Τύπος.
0
Αριθμός 451/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αδάμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4683/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 5-12-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αθανασίου Θεμέλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της από 21-6-2006 αίτησης για αναίρεση της 4683/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο κανονισμός καταστάσεως προσωπικού της ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, ορίζει στα άρθρα: Α)2 παρ. 1 και 3 ότι "1. Το προσωπικό συνδέεται μετά της ΔΕΗ δια σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε εις τακτικόν και έκτακτον... 2... 3. Έκτακτον προσωπικόν είναι το προσλαμβανόμενον δια συμβάσεως ωρισμένου ή αορίστου χρόνου προς κάλυψιν εκτάκτων ή προσκαίρων αναγκών της επιχειρήσεως και υπαγόμενον εις ας μόνον διατάξεις αναφέρεται εις το άρθρον 42 του παρόντος", Β) 4 παρ. 1 ότι "Το τακτικόν προσωπικόν κατατάσσεται εις κλάδους, υποδιαιρουμένους εις κατηγορίας, δυναμένας επίσης να υποδιαιρεθούν εις βαθμίδας, εις ας αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Έκαστος μισθωτός εντάσσεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον, βαθμίδα, κατηγορίαν και κλάδον, εις πλήρωσιν οργανικής θέσεως", Γ) 5 παρ. 3 και 4 ότι, "3. Η ένταξις γίνεται εις μισθολογικόν κλιμάκιον της κατωτέρας βαθμίδος εκάστης κατηγορίας δι' αποφάσεων του διοικητού, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. 4. Το διοικητικόν συμβούλιον εισηγήσει του διοικητού αποφασίζει δι' ένταξιν τακτικών μισθωτών εις οιονδήποτε μισθολογικό κλιμάκιον έκαστης κατηγορίας". Δ) 42 παρ. 2 και 4 ότι "Εις την περί προσλήψεως εκτάκτου προσωπικού απόφασιν του Διοικητού καθορίζονται το είδος της απασχολήσεως και ο μισθός των ούτω προσλαμβανομένων μισθωτών, ως και το έργον δια τας ανάγκας του οποίου ούτοι προσλαμβάνονται", "Το έκτακτον προσωπικόν δύναται να ενταχθή εις το τακτικόν, δι' αποφάσεως του διοικητού μετά γνώμην του αρμοδίου πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως". Ε) 23 παρ. 1 ότι "Μετατάξεις από κατηγορίας εις κατηγορίαν του αυτού ή ετέρου κλάδου δύνανται να ενεργώνται προς κάλυψιν υπηρεσιακών αναγκών ή δια λόγους υγείας". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του ιδίου κανονισμού, οι κλάδοι, που αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού κατά το είδος της απασχολήσεώς του, ορίζονται ως εξής: α) Στελέχη Γενικών Θέσεων (Γ) β) Τεχνικοί (Τα) γ) Διοικητικοί Οικονομικοί (ΔΟ) δ) Δικηγόροι (Ν) ε) Υγειονομικοί (Υ) και στ) Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ). Στον Διοικητικό οικονομικό κλάδο περιλαμβάνεται και η κατηγορία ΔΟ2 (λοιποί διοικητικοί οικονομικοί) με τυπικό προσόν για την ένταξη σ' αυτήν το απολυτήριον εξατάξιου σχολής εκπαιδεύσεως ημεδαπής ή αλλοδαπής και εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 11, στο δε κλάδο των Μισθωτών γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ) περιλαμβάνεται και η κατηγορία ΓΥ5 (εργάτες) με τυπικό προσόν ένταξης απολυτήριο δημοτικού σχολείου και εισαγωγικό κλιμάκιο 12. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι για την ένταξη αυτή, η οποία από της προσλήψεως του μισθωτού αποτελεί υποχρέωση της Δ.Ε.Η. που έχει ως γενεσιουργό λόγο τις ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού, δεν προβλέπονται, εκτός από τις οριζόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 5 τυπικές προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να συγκεντρώνει ο μισθωτός, ειδικώς ορισμένες προϋποθέσεις και έτσι επί της εντάξεως θα εφαρμοσθεί ο κανόνας του άρθρου 288 Α.Κ., σύμφωνα με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η ένταξη έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ θεμελιώνει υποχρέωση αυτής (ΔΕΗ) και αντίστοιχο ενοχικό δικαίωμα του μισθωτού, που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον κανονισμό και η μη εκπλήρωση της, είτε δια της μη ένταξης είτε δια της ένταξης σε κατηγορία διαφορετική εκείνης στην οποία αυτός εδικαιούτο να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία. H ένταξη αυτή γίνεται για την πλήρωση κενής οργανικής θέσεως, υπό τη συνδρομή και των λοιπών τυπικών προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού, τα αρμόδια όργανα δε της ΔΕΗ, προκειμένου να εντάξουν το προσωπικό σε κλάδο, κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο πρέπει να λάβουν υπόψη, για μεν την ένταξή του στον κλάδο το είδος της απασχολήσεώς του, για δε την ένταξη σε κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο τα γενικά και ειδικά προσόντα, τα οποία έχει εκείνος που προσλήφθηκε για την προσφορά της συναυτής εργασίας και ιδίως το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα, την πείρα και το κύρος που απαιτείται για την ενάσκηση των καθηκόντων του (Ολ. ΑΠ 4/2007).Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειµένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλοµένη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσέλαβε την αναιρεσίβλητη την 1.2.1989, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, ως έκτακτο ηµεροµίσθιο προσωπικό και την απασχόλησε µέχρι 30.6.1989 ως διοικητικό προσωπικό. Η σύµβαση αυτή ανανεώθηκε έκτοτε από 3.12.1990 έως 31.12.1990, από 1.1.1991 µέχρι 24.5.1991, από 1.7.1991 µέχρι 31.12.1991, από 20.1.1992 µέχρι 17.7.1992 και από 17.8.1992 µέχρι 13.9.1993 και κατά τη διάρκεια των ανανεώσεων αυτών η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια. Στις 14-9-1993 υπογράφηκε, µεταξύ των διαδίκων, σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, διεποµένη από τις διατάξεις του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και συµφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη θα εκτελούσε καθήκοντα προσωπικού Οικοκυροσύνης (καθαρίστριας), µε αποδοχές που αντιστοιχούσαν στο 12ο µισθολογικό κλιµάκιο του τακτικού προσωπικού. Κατ' εφαρµογή της παρ. 1 του άρθρου 28Α του Ν.2190/1994 η σύµβαση ακυρώθηκε και η αναιρεσίβλητη απολύθηκε στις 4.5.1994. Η αναιρεσίβλητη προσέφυγε στα δικαστήρια µε αίτηση ασφαλιστικών µέτρων, ζητώντας την προσωρινή απασχόλησή της και την ακύρωση της απολύσεώς της. Από 12.3.1997 απασχολήθηκε προσωρινά σε εκτέλεση της 2.574/1997 απόφασης του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.Στα πλαίσια εξωδικαστικής συµβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς, η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την επαναπρόσληψη της αναιρεσίβλητης ως έκτακτης. Ακολούθως και κατ' εφαρµογή των παραπάνω αποφάσεων καταρτίσθηκε µεταξύ των διαδίκων το από 21.5.1997 συµφωνητικό επανόδου στην υπηρεσία, µε το οποίο συµφωνήθηκε ότι η από 14.9.1993 σύµβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης είναι έγκυρη, ισχυρή και µηδέποτε λυθείσα, διεποµένη από τις διατάξεις του ΚΚΠ/Δ.Ε.Η., ο δε χρόνος της εκτός Δ.Ε.Η. παραµονής της και ο χρόνος της προσωρινής απασχολήσεώς της σε εκτέλεση των προαναφεροµένων αποφάσεων των ασφαλιστικών µέτρων, λογίζεται ως χρόνος πραγµατικής υπηρεσίας και ασφαλίσεως στην αναιρεσείουσα. Την 1.11.1998 η αναιρεσίβλητη εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσείουσας, για την κάλυψη κενής οργανικής θέσεως, στην κατηγορία όµως ΓΥ4/Δ Προσωπικό Οικοκυροσύνης και στο εισαγωγικό αυτής µισθολογικό κλιµάκιο δηλ. στο µ.κ. 12, µε ταυτόχρονη προαγωγή της στο µ.κ. 10, λόγω της αναγνωρίσεως χρόνου προϋπηρεσίας, βάσει του άρθρου 6 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. Η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την ένταξη και υπέγραψε τη σχετική ανακοίνωση. Την 1-8-1999 η εναγοµένη µε την ΔΠΡΣ/Φ.826/578/24-2-2000 απόφαση του Διοικητή της, κάνοντας δεκτή αίτηση της ενάγουσας, την µετέταξε από τον κλάδο "µισθωτοί γενικών υπηρεσιών" και από την κατηγορία ΓΥ4 - Οικοκυροσύνης, στον κλάδο "διοικητικοοικονομικό προσωπικό" και στην κατηγορία ΔΟ2 "λοιποί διοικητικοοικονομικοί υπάλληλοι" και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, το οποίο ήδη κατείχε, ενώ από 7-10-1999 προήχθη στο μισθολογικό κλιμάκιο 9. Την 21-8-2000 κατέθεσε την με αριθμό πρωτ. ... προσφυγή της, ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως, με την οποία, επικαλούμενη ότι από την επάνοδο της στην Υπηρεσία, τον Μάρτιο του 1997, της ανατέθηκαν και αυτή άσκησε καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου, έχοντας τα προς τούτο απαιτούμενα τυπικά προσόντα, δηλ. απολυτήριο εξατάξιου Γυµνασίου, αλλά επί πλέον γνώριζε την Αγγλική, σε επίπεδο LOWER, και δακτυλογραφούσε µε το "τυφλό σύστηµα", ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έπρεπε να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της εναγοµένης στην κατηγορία ΔΟ2 από την ηµεροµηνία υπογραφής της αορίστου χρόνου συµβάσεώς της, δηλαδή από 14.9.1993 και στο µισθολογικό κλιµάκιο 10, εισαγωγικό κλιµάκιο της κατηγορίας Δ02. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε από το Δευτεροβάθµιο Συµβούλιο Κρίσεως. Το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι η αναιρεσείουσα από 2.5.1997 ανέθεσε στην αναιρεσίβλητη καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου (Δ02), καθόσον γνώριζε ήδη από 14.9.1993 ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) ήταν κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου Γυµνασίου, που είχε καταθέσει η αναιρεσίβλητη, αλλά και πτυχίου LOWER, καθώς και ότι γνώριζε γραφοµηχανή τυφλού συστήµατος, η αναιρεσίβλητη δε άσκησε έκτοτε τα ως άνω καθήκοντα κατά τρόπο µόνιµο και όχι ευκαιριακό, ασχολούµενη µε όλες σχεδόν τις εργασίες του Τ.Η.Κ. Συνεπώς η αναιρεσείουσα αν και όφειλε, καταλήγει το Εφετείο, κατά την ένταξή της αναιρεσίβλητης στο τακτικό προσωπικό της, κατ' εφαρµογή της καλής πίστεως και µε βάση τους συνηθισµένους στις συναλλαγές τρόπους ενεργείας, λαµβάνοντας υπόψη τα προσόντα µε βάση τα οποία την απασχολούσε, να την εντάξει στην κατηγορία Δ02 και στο µισθολογικό κλιµάκιο 10 αυτής, από 14-9-1993, όµως, την ενέταξε στην κατηγορία ΓΥ4/Δ προσωπικό Οικοκυροσύνης και στο µισθολογικό κλιµάκιο 12 και ότι η επί µακρό χρονικό διάστηµα απασχόληση της αναιρεσίβλητης, υποδηλώνει ότι η αναιρεσείουσα διέθεσε κενές οργανικές θέσεις στην ανωτέρω κατηγορία Δ02 και είχε ανάγκη σε προσωπικό της κατηγορίας αυτής και όχι καθαριστριών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της εσφαλµένης εντάξεώς της στον κλάδο που προαναφέρθηκε και της συνεπεία αυτής διαφοράς του µισθολογικού κλιµακίου, δικαιούται τις αιτηθείσες με την αγωγή διαφορές αποδοχών, του χρονικού διαστήματος από 14-9-1993 μέχρι 7-10-2001, που ανέρχονται στα αναφερόµενα στην προσβαλλόµενη απόφαση χρηµατικά ποσά, και απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε και µε αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόµενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τούτο διότι, αν και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα από 2-5-1997 ανέθεσε "πραγματικά" στην αναιρεσίβλητη καθήκοντα διοικητικού υπαλλήλου (ΔΟ2) και ότι έκτοτε η τελευταία άσκησε τα καθήκοντα αυτά, κατά τρόπο μόνιμο και όχι ευκαιριακά, ασχολούμενη με όλες σχεδόν τις εργασίες του Τ.Η.Κ., αφότου και έπρεπε να την εντάξει στην κατηγορία Δ02 και στο μισθολογικό κλιμάκο 1ο αυτής, όμως κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να την εντάξει στον κλάδο και την κατηγορία που προαναφέρθηκαν από 14-9-1993 και να της χορηγήσει έκτοτε τα παραπάνω κλιμάκια, με την παραδοχή δε αυτή απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚπολΔ, λόγος αναίρεσης είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της(άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4683/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Για την ένταξη μισθωτού, που γίνεται για την πλήρωση κενής οργανικής θέσεως, τα όργανα της ΔΕΗ πρέπει να λάβουν υπόψη, για μεν την ένταξή του στον κλάδο το είδος της απασχολήσεώς του, για δε την ένταξη σε κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο τα γενικά και ειδικά προσόντα, τα οποία έχει εκείνος που προσλήφθηκε για την προσφορά της σχετικής εργασίας και ιδίως το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα, την πείρα και το κύρος που απαιτείται για την ενάσκηση των καθηκόντων του.
null
null
0
Αριθμός 452/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2)Χ2, 3) Χ3, 4)Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9 και 10) Χ10, κατοίκων όλων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Λουβερδή. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1498/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5575/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 ν.δ. 210/1974 και επέχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23.3.1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 227/1990), ορίζει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει περί χορηγήσεως ειδικών επιδομάτων σε ορισμένες κατηγορίες ή ειδικότητες προσωπικού, που έχει ιδιαίτερα προσόντα ή προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ορισμένη θέση ή υπό ειδικές συνθήκες ή σε ορισμένο τόπο και εφόσον διαρκεί η τοιαύτη παροχή των υπηρεσιών του. Εξάλλου, η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν, υπό τις ίδιες συνθήκες, την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τα άρθρα 119 της συνθήκης της ΕΟΚ και 22 παρ. 1 περ. β' του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αµοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τα ίδια άρθρα απορρέει και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία επιβάλλει ισότητα αµοιβής μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες και µε τα ίδια προσόντα εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή (µε μονομερή δήλωση ή σύµβαση). Διαφοροποιήσεις της εν λόγω αµοιβής επιτρέπονται όταν αυτές είναι δίκαιες και εύλογες, ως δικαιολογούμενες από τη συνδρομή ειδικού και σοβαρού κατ' αντικειμενική κρίση, λόγου, τον οποίο προτείνει και αποδεικνύει ο βαρυνόμενος µε την παροχή εργοδότης. Από την άνω συνταγματική ρύθμιση συνάγεται κανόνας δημόσιας τάξης, µε τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόµενο το δικαίωµα να αξιώσει από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή που αυτός καταβάλλει σε άλλο µισθωτό ή µισθωτούς του, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσείοντες είναι τακτικοί υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης ΔΕΗ, που τους προσέλαβε προ ετών µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διεπόµενη από τον ισχύοντα από 31-12-1972 Κανονισµό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ ΔΕΗ), ο οποίος έχει κυρωθεί µε το ν. δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόµου. Ανήκουν σύµφωνα µε το άρθρο 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ στις εξής κατηγορίες: Οι lος έως και 4ος στην κατηγορία ΤΙ (διπλωµατούχοι µηχανικοί), ο 5ος στην κατηγορία Τ3 (τεχνολόγοι) και οι 6ος έως και 10ος στην κατηγορία Τ4 του Κανονισµού (τεχνικοί εν γένει) και υπηρετούν από της πρόσληψής τους στην αναιρεσίβλητη στην Διεύθυνση Περιφέρειας Πελοποννήσου-Ηπείρου (ΔΠΠ-Η). Στο Βασικό Οργανωτικό Κλιµάκιο (ΒΟΚ) της ΔΠΠ-Η της ΔΕΗ Α.Ε. υπάγονται 14 Μονάδες που ονοµάζονται Περιοχές. Μία εξ αυτών είναι η περιοχή Πατρών. Οι Μονάδες (Περιοχές) αυτές καλύπτουν το σύνολο του γεωγραφικού χώρου της ΔΠΠ-Η. Παράλληλα µε τις Μονάδες αυτές, αλλά ανεξάρτητα από αυτές, στη ΔΠΠ-Η υπάγονται και τέσσερις Τοµείς στην έδρα της, ίδιου οργανωτικού επιπέδου µε τις Περιοχές (Τοµείς ΒΟΚ). Ένας από τους 4 αυτούς Τοµείς είναι ο Τοµέας Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύου (ΤΑΛΔ). Εκάστη από τις 14 Περιοχές αποτελείται από τρεις Διοικητικές υποδιαιρέσεις στάθµης Υποτοµέα ΒΟΚ. Ένας από τους τρεις αυτούς Υποτοµείς είναι και ο Τεχνικός Τοµέας της Περιοχής ... στον οποίο υπάγεται και η δραστηριότητα της λειτουργίας των Δικτύων Μέσης Τάσης το αναφερόµενο στην αγωγή ως ΚΕΔΔ Περιοχής Πατρών. Από την παραπάνω οργάνωση προκύπτει ότι δεν υφίσταται καµία οργανωτική σχέση των ΚΕΔΔ που ασχολούνται µε την κατανοµή φορτίου σε τοπικό επίπεδο, µε τον τοµέα ΤΑΛΔ. Τα ΚΕΔΔ της ... ανήκουν ιεραρχικά και οργανωτικά στον τεχνικό Τοµέα (Υποτοµέα) της Περιοχής, ο οποίος δεν εξαρτάται από τα ΤΑΛΔ, πράγµα που συµβαίνει όµως στις περιοχές ... και ..., όπου λόγω της εξειδίκευσης των εργασιών και τα ΚΕΔΔ υπάγονται στον ΤΑΛΔ. Εποµένως οι εργαζόµενοι των ΤΑΛΔ της Πάτρας και οι επικεφαλής τους δεν έχουν την οργανωτική εποπτεία των ΚΕΔΔ, αλλά την απλή επιτελική εποπτεία. Με το υπηρεσιακό σηµείωµα ΔΚΣΔ/Φ/3161Β16/9-6-2001 της Διεύθυνσης Κατασκευών και Συντήρησης Δικτύων της αναιρεσίβλητης, το ΚΕΔΔ περιοχής Πατρών έχει ορισθεί ως περιφερειακό ΚΕΔΔ σε 6 νοµούς (Αχαϊας, Ηλείας, Κορινθίας, Αιτωλοακαρνανίας, Ζακύνθου, Κεφαλληνίας), αλλά η απόφαση αυτή δεν έχει υλοποιηθεί µέχρι σήµερα και το ΚΕΔΔ περιοχής Πατρών εξακολουθεί να λειτουργεί ως νοµαρχιακό. Ο πρώτος αναιρεσείων Χ1) από 7-11-2001 είναι προϊστάµενος του Υποτοµέα Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύων (ΤΑΛΔ), ο οποίος από 15-4-2002 ονοµάζεται Τοµέας Ανάπτυξης και Λειτουργίας Δικτύων (ΤΑΛΔ) της Διεύθυνσης Περιφέρειας Πελοποννήσου-Ηπείρου. Ο δεύτερο Χ2 καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστηµα ήταν Διευθυντής της Περιοχής Πατρών. Ο τρίτος Χ3 δεν ανήκε και δεν υπηρέτησε στο Κέντρο Ελέγχου Δικτύων Διανοµής (ΚΕΔΔ) της Περιοχής Πατρών, αλλά το επίδικο χρονικό διάστηµα υπηρέτησε ως Τοµεάρχης Τεχνικής Ανάπτυξης (1.1.2000-31.12.2002) και ως Τοµεάρχης Δικτύου της Περιοχής (1.1.2002 - 31.12.2005), δραστηριότητα του οποίου (Δικτύου) είναι το Κέντρο Ελέγχου Δικτύων Διανοµής της Περιοχής Πατρών. Όµως µε την πρώτη ιδιότητα ασχολήθηκε κυρίως µε άλλες εργασίες, όπως συντήρησης δικτύου και αποκατάστασης βλαβών, ενώ µε τη δεύτερη ιδιότητα και πάλι κυρίως µε άλλες εργασίες, όπως µελέτες και κατασκευές, δηλαδή αντικείµενα που δεν έχουν καµία σχέση µε την κατανοµή φορτίου. Ο τέταρτος Χ4 υπηρέτησε στον Τεχνικό Τοµέα της Περιοχής Πατρών σε θέµατα µελετών, λειτουργίας, κατασκευών και ως εντεταλμένος μηχανικός, δηλαδή και αυτός δεν έχει κύρια σχέση με το αντικείμενο των ΚΕΔΔ, δηλαδή την κατανομή φορτίου. Το Κέντρο Ελέγχου Δικτύων Διανομής (ΚΕΔΔ) της Περιοχής Πατρών, στο οποίο εργάζονται οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες, έχει την ευθύνη διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας μέσης και χαμηλής τάσης της περιοχής προς κατανάλωση, ελέγχουν το σύνολο των εγκαταστάσεων μέσης τάσης της περιοχής Πατρών και η αποστολή τους είναι η συνεχής τροφοδότηση των καταναλωτών της περιοχής, στο πλαίσιο οικονομικής και αξιόπιστης λειτουργίας του Συστήματος, ώστε να ελαχιστοποιείται ο χρόνος της οφειλόμενης σε βλάβες διακοπής. Σε περίπτωση διακοπής αναλαμβάνουν την ευθύνη της διατήρησης της ισορροπίας του συστήματος σε τοπικό επίπεδο, αλλά και της επιλεκτικής τροφοδότησης σημαντικών καταναλωτών της περιοχής για την εξασφάλιση της λειτουργίας της κρατικής μηχανής. Με την υπ' αρ. 207/1991 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης ΔΕΗ εγκρίθηκε η χορήγηση ειδικού επιδόματος συντονισμού παραγωγής και κατανομής φορτίου, σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού, στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς, Κατηγοριών ΤΙ, Τ2, Τ3 και Τ4, που εδρεύει στο ... και Κρήτη και έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο το συντονισμό και έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας, την κατανομή φορτίου και την εκμετάλλευση και λειτουργία του Διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς, καθώς και του Συστήματος Μεταφοράς Κρήτης. Στη συνέχεια με την υπ' αρ. 9/17-1-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης επεκτάθηκε η χορήγηση του επιδόματος αυτού και στο προσωπικό της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης Μεταφοράς των Κατηγοριών ΤΙ, Τ2, Τ3 και Τ4, που εδρεύει στην Πτολεμαϊδα, Άγιο Στέφανο και Ρόδο και έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο το συντονισμό και έλεγχο της παραγόμενης ενέργειας, την κατανομή φορτίου και την εκμετάλλευση και λειτουργία του Διασυνδεδεμένου Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς, καθώς και του Συστήματος Μεταφοράς Κρήτης-Ρόδου. Επίσης το επίδομα αυτό χορηγήθηκε και σε μισθωτούς του Υποτομέα Λειτουργίας Συστήματος του ΤΑΛΔ της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής (ΔΠΑ), σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που έγιναν αμετάκλητες, με τις οποίες κρίθηκε ότι όλοι οι εργαζόμενοι του ΤΑΛΔ (και όχι μόνο οι εργαζόµενοι του Υποτοµέα Λειτουργίας Συστήµατος αυτού) εκτελούν τις ίδιες ακριβώς εργασίες µ' εκείνους στους οποίους είχε χορηγηθεί το επίδοµα, ενώ µετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών, τα αρµόδια όργανα της εναγοµένης ενέκριναν τη χορήγηση του ίδιου επιδόµατος και σε άλλους εννέα (9) εργαζόµενους στον ίδιο παραπάνω Υποτοµέα της Διεύθυνσης Περιφέρειας Αττικής και σε 18 εργαζόµενους στη Διεύθυνση Περιφέρειας Μακεδονίας-Θράκης, κρίνοντας ότι είχαν το ίδιο αντικείµενο εργασίας µε τους συναδέλφους τους που είχαν λάβει το επίδοµα, δυνάµει των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων, καθώς και σε 4 εργαζόµενους του Υποτοµέα Τηλελέγχου Συστήµατος και σε 2 εργαζόµενους των Υποτοµέων Προστασίας και Μετρήσεων και Μελετών Λειτουργίας, µετά την έκδοση οριστικών δικαστικών αποφάσεων επί αγωγών που οι συγκεκριµένοι είχαν ασκήσει, στην άµεση εκτέλεση των οποίων προέβη η αναιρεσίβλητη, χωρίς καν ν' ασκήσει έφεση, αποδεχόµενη προφανώς, ότι όλοι οι ως άνω εργαζόµενοι δικαιούνταν να λάβουν το παραπάνω επίδοµα. Έτσι, µέχρι σήµερα, από τους 700 περίπου µισθωτούς που εργάζονται σε ΚΕΔΔ Περιοχών, το ένδικο επίδοµα λαµβάνουν, είτε οικειοθελώς είτε κατόπιν δικαστικών αποφάσεων, όπως συνοµολογείται από την αναιρεσίβλητη, ενενήντα (90) περίπου µισθωτοί. Η τελευταία με την παραπάνω υπ' αρ. 207/1991 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου χορήγησε το επίδομα αυτό στους μισθωτούς οι οποίοι εργάζονται αποκλειστικά στη μεταφορά φορτίου, δηλαδή έχουν τη διαχείριση του ρεύματος υψηλής τάσης, η αστοχία στην οποία έχει ευρύτατες συνέπειες για την κατανομή του φορτίου σε εθνικό επίπεδο και στην εξοικονόμηση ενέργειας. Δηλαδή οι μισθωτοί στους οποίους χορηγείται το επίδομα αυτό, συμμετέχουν στην εξασφάλιση της ισορροπίας του ηλεκτρικού φορτίου σε όλη τη χώρα, όντας και για το λόγο αυτό ενταγμένοι στο Διασυνδεδεμένο Δίκτυο. Ενταγμένοι δε στο Διασυνδεδεμένο δίκτυο μεταφοράς είναι και οι μισθωτοί του ΔΕΣΜΗΕ, εφόσον το Εθνικό Κέντρο Κατανομής Φορτίου ανήκει στη ΔΕΣΜΗΕ, γι' αυτό και λαμβάνουν το επίδομα αυτό. Αντίθετα σχετικά με τους αναιρεσείοντες αποδείχθηκαν τα εξής:α)δεν διαχειρίζονται εγκαταστάσεις υψηλής τάσης, αλλά μόνο γραμμές μέσης τάσης, β) δεν επεμβαίνουν στη μεταφορά του ηλεκτρικού ρεύματος από τα μέρη παραγωγής (Ατμοηλεκτρικούς και Υδροηλεκτρικούς Σταθμούς) μέσω του δικτύου υψηλής τάσης (πυλώνες κλπ) 400 KV, όπως οι λαμβάνοντες το επίδομα, αλλά μόνο στη διανομή του μετατραπέντος, μέσω των μετασχηματιστών υποβιβασμού σε μέσης τάσης, ρεύματος 20 KV, γ)στο ΚΕΔΔ Πατρών, στο οποίο εργάζονται οι έξι τελευταίοι από αυτούς, το φορτίο χαμηλής τάσης που διαχειρίζονται, ανέρχεται σε ποσοστό 1-2% του εθνικού φορτίου, ενώ στο ΚΕΔΔ Αττικής το ίδιο ποσοστό ανέρχεται σε 45% περίπου του συνόλου του φορτίου Διανομής του Εθνικού Συστήματος, η τόσο δε σημαντική διαφορά στην ποσότητα της διαχείρισης ενέργειας απαιτεί μεγαλύτερη ευθύνη λόγω της μεγαλύτερης πολυπλοκότητας των χειρισμών, δ) αναλαμβάνουν τη διατήρηση της ισορροπίας του συστήματος σε τοπικό επίπεδο, ενώ εκείνοι που λαμβάνουν το επίδομα εξασφαλίζουν την ισορροπία σε εθνικό επίπεδο, δηλαδή είναι εκείνοι που φροντίζουν να μην συμβεί black-out, ε) διαχειρίζονται ταυτόχρονα λίγες δεκάδες γραμμών μέσης τάσης (30-40), ενώ εκείνοι που λαμβάνουν το επίδομα και όταν ακόμη διαχειρίζονται γραμμές μέσης τάσης και πάλι το έργο τους δεν συγκρίνεται, διότι το έργο τους χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευθύνη λόγω της ποσότητας της διαχειριζόμενης ενέργειας, αφού διαχειρίζονται ταυτόχρονα πολλές εκατοντάδες γραμμές μέσης τάσης, ενώ οι μισθωτοί των περιοχών, όπως αναφέρθηκε, µόλις ορισµένες δεκάδες, στ) η διαχείριση γραµµών υψηλής τάσης έχει µεγαλύτερη ευθύνη, διότι η βλάβη σε περίπτωση γραµµών υψηλής τάσης συµπαρασύρει και πλήθος γραµµών µέσης τάσης σε ευρύτατες περιοχές και στη συνέχεια χαµηλής τάσης γραµµές και είναι δυνατό έτσι να µείνει χωρίς ρεύµα µια ολόκληρη περιφέρεια από πολλούς νοµούς της χώρας. Αντίθετα η διαχείριση γραµµών µέσης τάσης, µε την οποία µόνο ασχολούνται οι αναιρεσείοντες, δεν αφορά την ισορροπία του δικτύου σε εθνική βάση και δεν συνεπάγεται διακοπές, σε περίπτωση βλάβης, παρά µόνο στο συγκεκριµένο τµήµα της γραµµής µέσης τάσης που υπάρχει διακοπή, ήτοι σε µικρή περιοχή και ζ)οι µισθωτοί που παίρνουν το επίδοµα απασχολούνται µε την ισορροπία του φορτίου σε εθνική βάση ή σε ευρύτερες περιφέρειες, γι' αυτό και εργάζονται µπροστά από τις τεράστιες οθόνες, έκτασης δωµατίων, γιατί είναι τεράστιος ο αριθµός των δεδοµένων που πρέπει να επεξεργάζονται και ο χειρισµός της κατανοµής φορτίου γίνεται απευθείας µέσω των πάνελ µε σύστηµα τηλεχειρισµού, ενώ στην ... υπάρχει µόνο ως σχήµα η απεικόνιση των γραµµών και οι ενάγοντες εργάζονται µπροστά από την οθόνη ενός κοινού υπολογιστή. Δηλαδή στην ουσία το πάνελ δεν λειτουργεί και έχει εγκατασταθεί ενόψει της µελλοντικής µετατροπής του σε Περιφερειακό ΚΕΔΔ, πράγµα που δεν έχει ακόµη υλοποιηθεί. Έτσι, µέχρι σήµερα στην ... η εργασία γίνεται µέσω των κοινών υπολογιστών, στους οποίους εµφανίζονται τα στοιχεία και εκεί ρυθµίζεται η κατανοµή και όχι στα πάνελ, όπως συµβαίνει στην Αττική. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες δεν παρέχουν την ίδια εργασία και δεν εκτελούν όµοια καθήκοντα από άποψης βαρύτητας, ευθύνης και σηµασίας για την επιχείρηση της ΔΕΗ µε τους µισθωτούς που λαµβάνουν το ένδικο επίδοµα. Ειδικότερα το αντικείµενο της απασχόλησής τους δεν σχετίζεται µε το συντονισµό και έλεγχο της παραγόµενης ενέργειας από τις διάφορες Μονάδες Παραγωγής Ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε µε την κατανοµή και ισορροπία της παραγόµενης ενέργειας και της ζήτησης φορτίων µέσω των δικτύων υψηλής τάσης. Το αντικείµενό τους περιορίζεται στη διανοµή της ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές µέσω των δικτύων χαµηλής και µέσης τάσης, πράγμα που διαφοροποιεί τα καθήκοντα ως προς τη σημασία τους για τη ΔΕΗ. Κατά συνέπεια η άρνηση της εναγομένης να καταβάλει το παραπάνω επίδομα, το οποίο συνιστά οικειοθελή παροχή και στους αναιρεσείοντες, αν και αυτοί ανήκουν στις ίδιες κατηγορίες ΤΙ, Τ3 και Τ4, με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι εργάζονται στη Διεύθυνση Εκμετάλλευσης Μεταφοράς που εδρεύει στο ..., δεν συνιστά παραβίαση της προαναφερόμενης αρχής της ίσης μεταχείρισης έναντι αυτών, αφού το αντικείμενο της εργασίας τους, όπως αυτό εξειδικεύτηκε παραπάνω, δεν είναι ταυτόσημο με εκείνο των συναδέλφων τους που εργάζονται στην ίδια διεύθυνση εκμετάλλευσης μεταφοράς στις ως άνω περιοχές, αφού αποδείχθηκε ότι στην πραγματικότητα υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση ως προς την τάση του διαχειριζόμενου ρεύματος, την ποσότητα αυτού, στην ευθύνη των επιφορτισμένων μισθωτών με το έργο της διανομής και στις συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο σε περίπτωση προβλημάτων, και η εξαίρεσή τους από την καταβολή του άνω επιδόματος για το λόγο αυτό δεν είναι αδικαιολόγητη. Με βάση τ' ανωτέρω περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι η παρεχομένη από τους αναιρεσείοντες εργασία δεν είναι ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς με την παρεχομένη από τους εργαζομένους στα κέντρα κατανομής φορτίου, στους οποίους χορηγήθηκε το ανωτέρω επίδομα και επομένως η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν χορήγησε το επίδικο επίδομα και στους αναιρεσείοντες, δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Ακολούθως δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, και απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούσαν οι αναιρεσείοντες να επιδικασθεί σ' αυτούς το ανωτέρω επίδομα για το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2005, κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΚ. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά έγγραφα, που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσία, όταν βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή διαβεβαίωση σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και τα επίμαχα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των στο Εφετείο, προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης και απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των περί παροχής εργασιών υψηλής ευθύνης και εξειδίκευσης στο ΚΕΔΔ της περιοχής ..., επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ άλλων, τα υπ' αριθ. :...υπηρεσιακά σημειώματα του Διευθυντή περιοχής ..., την 131/2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης και το 1951/21-8-2002 έγγραφο του Γ. Περιστέρη. Το Εφετείο, για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, όπως αναφέρεται στην απόφασή του, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων 1)όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και 2)τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Από την άνω γενική διαβεβαίωση, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, αν και δεν αναφέρεται ειδικά σ' αυτά, έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα .... Επομένως δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες είχαν νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει και ο, εκ της άνω διάταξης, δεύτερος λόγος της αίτησης και ως προς τα δύο σκέλη του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 207/1991 απόφασης του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης με το να δεχθεί ότι η απόφαση αυτή θέτει διαφοροποιήσεις ως προς το είδος της διαχειριζόμενης τάσης, την ποσότητα της εργασίας, την εμβέλεια της δράσης των εργαζομένων και την αυξημένη ή μη ευθύνη τους. Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο, όπως απαιτεί για την ίδρυση του συναφούς λόγου αναίρεσης το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 9 Φεβρουαρίου 2009, αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 5575/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν, υπό τις ίδιες συνθήκες, την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288ΑΚ, όσο και από τα άρθρα 119 της συνθήκης της ΕΟΚ και 22 παρ. 1 περ. β΄του Συντάγματοςκαι επιβάλλει την ισότητα της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τα ίδια άρθρα απορρέει και η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Από την άνω συνταγματική ρύθμιση συνάγεται κανόνας δημόσιας τάξης, με τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή που αυτός καταβάλλει σε άλλο μισθωτό ή μισθωτούς του, ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, αναξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του.
null
null
0
Αριθμός 434/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 40/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 828/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει εν όλω ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Κατά τη διάταξη αυτή, το έγκλημα της καταδολιεύσεως δανειστών μπορεί να τελεσθεί με τέσσερις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά (άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ). Οι πιο πάνω τρόποι τελέσεως δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθής δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι η εικονική. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για καταδολίευση δανειστών. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στις 6-2-2001, ενώ του είχαν κοινοποιηθεί οι με αριθμ. .../21-4-1999 και .../1999 Διαταγές Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για καταβολή συνολικού ποσού πλέον τόκων και εξόδων 17.900.000 δρχ. (ή 52.531,18 ευρώ) δηλαδή (6.200.000 δρχ. + 11.700.000 δρχ. αντίστοιχα στον εγκαλούντα, προέβη στη μεταβίβαση προς στη μητέρα του ...., με εικονική δικαιοπραξία, του περιγραφόμενου στο διατακτικό της παρούσας ακινήτου και συγκεκριμένα δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...και αριθμό ..., μεταβίβασε στην μητέρα του την κυριότητα αυτού. Όπως δε αποδείχθηκε, το εν λόγω ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του κατηγορουμένου και με τον τρόπο αυτόν ο εν λόγω οφειλέτης ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα το μοναδικό του περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικη δικαιοπραξία. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών έλαβε γνώση της παραπάνω εικονικής δικαιοπραξίας το πρώτο πενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου 2001, ήτοι μεταγενέστερα της ημερομηνίας που έλαβε χώρα η παραπάνω δικαιοπραξία, κατόπιν σχετικής πληροφορίας από έναν συγχωριανό του και ακολούθως υπέβαλε την έγκλησή του στις 15-1-2002, ήτοι εντός της τριμήνου προθεσμίας που ορίζει ο νόμος. Ενόψει αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών που του αποδίδεται, αφού αυτή με βάση τα παραπάνω περιστατικά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Περαιτέρω, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος διότι, ενώ ήταν οφειλέτης, ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικες δικαιοπραξίες. Συγκεκριμένα, ... την 6.2.2001 ο κατηγορούμενος μεταβίβασε στη μητέρα του ..., το μοναδικό πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο και συγκεκριμένα, δυνάμει του με αριθμό ....συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...και αριθμό ..., με εικονική δικαιοπραξία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως του άρθρου 397 ΠΚ, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ενώ, περαιτέρω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε γιατί ως οφειλέτης ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή του, κατασκευάζοντας ψεύτικη δικαιοπραξία, δηλαδή μεταβιβάζοντας με εικονική δικαιοπραξία το μοναδικό ακίνητο, της κυριότητάς του, στη μητέρα του. Το ότι, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, αναφέρεται και η φράση "απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα", δεν σημαίνει ότι υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες και αντιφάσεις που καθιστούν την απόφαση χωρίς νόμιμη βάση, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διότι είναι σαφής η παραδοχή της απόφασης ότι η δικαιοπραξία που καταρτίστηκε ήταν εικονική και όχι αληθής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως (ο αναφερόμενος λόγος στο υπόμνημα, που κατατέθηκε προ 4 ημερών πριν της δικασίμου, είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, ως πρόσθετος λόγος), πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.5.2009 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της 40/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ..., την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε βάρος του αναιρεσείοντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδολίευση δανειστών. Τρόποι τελέσεως. Πλήρης και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Καταδολίευση δανειστών.
1
Αριθμός 433/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση τoυ αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 17/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 785/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας κατ' έφεση, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση 40 ημερών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983. Το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων εγγράφων, α) την από 6.8.2002 μήνυση του αναιρεσείοντος κατά του Φ1, που υπεβλήθη ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 7.8.2002, β) την από ... ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ..., ενώπιον του Πταισματοδίκη Λαμίας, γ) την από 8.12.2003 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., ενώπιον του Πταισματοδίκη Κρωπίας και δ) το με αριθμό πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Αστυνομικού Προσωπικού της ΓΑΔΑ προς τον Φ1. Τα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και έτσι στερήθηκε ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενό τους και επήλθε εξ αυτού του λόγου απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 17/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανάγνωση εγγράφων. Απόλυτη ακυρότητα, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 432/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 9907/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1447/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κληρώθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου πρώτου λόγου αναιρέσεως με την 6906/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε με απόντα τον αναιρεσείοντα, καταδικάστηκε αυτός σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών για το πλημμέλημα της κατ εξακολούθηση από ... καθυστέρησης καταβολής βεβαιωμένων προς το Δημόσιο χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 €. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την ... εκπρόθεσμη έφεσή του, στην οποία πρόβαλε ως λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να περιλάβει σ αυτήν λόγο για ακυρότητα της κλητεύσεως του στο πρωτόδικο δικαστήριο, ως αγνώστου διαμονής. Κατά την ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσ/νικης συζήτηση της εφέσεώς του κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσειβαλλομένη απόφαση, πρόβαλε, κατά την εξέταση του παραδεκτού ή μη ασκήσεως της εφέσεως ότι η επίδοση της εκκαλουμένης κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής ήταν άκυρη, διότι τύγχανε γνωστής διαμονής. Τον ισχυρισμό αυτό έκρινε βάσιμο η προσβαλλομένη απόφαση και κήρυξε τυπικά δεκτή την έφεση. Στην συνέχεια ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ακύρως του είχε επιδοθεί κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, αν και τύγχανε γνωστής, το κλητήριο θέσπισμα για να εμφανισθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν είχε επέλθει αναστολή της πενταετούς, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα της επίμαχης πράξης, προθεσμίας της παραγραφής, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον χρόνο συζητήσεως της εφέσεώς του και κατά συνέπεια είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής το αξιόποινο της αποδιδόμενης σ αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης. Την, για πρώτη φορά, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, χωρίς δηλαδή λόγον εφέσεως, προβληθείσα ακυρότητα της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κλητεύσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως απαραδέκτως προβληθείσα, και, κατ ακολουθία της παραδοχής αυτής, θεώρησε ότι η επικαλούμενη σχετική ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος στις 3-12-2004 καλύφθηκε και επέφερε αναστολή της παραγραφής, αβασίμως δε ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε μη αναστολή της και συμπλήρωση του χρόνου της, ως προς όλα τα επί μέρους χρέη, με ημερομηνίες καταβολής και συνακόλουθα τελέσεως των επί μέρους πράξεων του εν λόγω εγκλήματος, 1-12-1999, 1-3-2002, 29-11-2002, λόγω παρόδου 5ετίας μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως (23-6-2008), αφού, η με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον ανωτέρω χρόνο, αρξαμένη ακροαματική διαδικασία επέφερε αναστολή της παραγραφής, ο χρόνος της οποίας ήταν πλέον, κατ ανώτατο όριο, 8ετία και δεν είχε παρέλθει μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως και κατόπιν των παραδοχών αυτών απέρριψε την με την ανωτέρω θεμελίωση ένσταση παραγραφής. Για την πρώτη όμως από τις ανωτέρω πράξεις, για την οποία μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει 5ετία και επομένως το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επιδόσεως σ αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας που δεν καλύφθηκε, και ο σχετικός από το ως άνω άρθρο αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται, ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο προβλεπομένων εγκλημάτων, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και συνεπώς για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και του άρθρου 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, που εφαρμόζονται ως ευνοϊκότερες και για χρέη εφάπαξ καταβλητέα προγενέστερα της ισχύος του (1-1-2004), καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου, όπως προηγουμένως, από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. "1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ....". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ειδικότερα κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 και 34 παρ. 1 Ν.3220/2004 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Στην κρινόμενη περίπτωση όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ως άνω πράξη και δη τις δύο μερικότερες πράξεις, για τις οποίες δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη: "Ο κατηγορούμενος στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως και 30-3-2003 με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ και συγκεκριμένα καθυστέρησε την καταβολή των ακολούθων βεβαιωμένων χρεών στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ... για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών: α) του χρέους των 17.313,48 ευρώ (κεφάλαιο 11.580,92 ευρώ και προσαυξήσεις 5.732,56 ευρώ), που αφορά σε δικαστικά έξοδα βεβαιωμένο σε βάρος του κατηγορουμένου στη ΔΟΥ ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας αυτής και καταβλητέο εφάπαξ με ημερομηνία καταβολής την 31/10/2001 και β) του χρέους των 12.699,75 ευρώ (κεφάλαιο 9.769,04 ευρώ και προσαυξήσεις 2.930,71 ευρώ), που αφορά σε δικαστικά έξοδα, βεβαιωμένο σε βάρος του κατηγορουμένου στη ΔΟΥ ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας αυτής και καταβλητέο εφάπαξ με ημερομηνία καταβολής την 29/11/2002, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των λοιπών φόρων και χρεών γενικά". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία και μετέτρεψε προς 4,40 € ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 2523/1997, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν απαιτούνταν για την νομότυπη δίωξη για την ανωτέρω πράξη οι κατά το άρθρο 21 παρ. 2 και 4 του Ν 2523/1997 προϋποθέσεις, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω και απέρριψε με πλήρη αιτιολογία, κατά την ανωτέρω έννοια, τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επίσης κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αξιόποινη η πράξη, εφόσον το ποσό του χρέους υπερέβαινε μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και όχι μόνον το άνευ προσαυξήσεων ποσό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τις 10.000 €. Επίσης δεν υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι το σκεπτικό επαναλαμβάνει κατά το μεγαλύτερο μέρος του το διατακτικό, αφού σ αυτό περιλαμβάνονται πέραν των τυπικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και πραγματικά περιστατικά. Τέλος στην αιτιολογία της αποφάσεως περιλαμβάνονται όλα τα ανωτέρω κατά νόμο στοιχεία για την θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντος για την συγκεκριμένη πράξη. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ 2ος 3ος και 4ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 22-9-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 9907/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Έννοια. Στοιχεία. Προϋποθέσεις αξιοποίνου και ασκήσεως ποινικής διώξεως άρθρου 21 Ν. 2523/1997. Δεν εφαρμόζεται σε μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (ΑΠ 842/2006). Το χρέος για την δίωξη πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 10.000 € μετά των προσαυξήσεων, μετά την τροποποίηση του άρθρου 25 Ν.1882/1990 με άρθρο 34 § 2 Ν. 3220/2004, η οποία εφαρμόζεται ως επιεικέστερη για χρέη προγενέστερα εφάπαξ καταβλητέα (ΑΠ 176/2009). Ερήμην στον πρώτο βαθμό. Η ακυρότητα της κλητεύσεως ως αγνώστου διαμονής, ενώ ήταν γνωστής προτείνεται παραδεκτά μόνον με λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως, διαφορετικά καλύπτεται και επέρχεται αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 1827/2003). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε πλήρης. Μπορεί να αποτελεί επανάληψη του διατακτικού. Πότε. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για το συγκεκριμένο έγκλημα (ΑΠ 176/2009). Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ακυρότητα σχετική.
0
Αριθμός 429/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NEXANS ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό. Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Καλαμίδα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. Β. 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε αυτό 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975) έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από τον νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 1-1-1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ιδίας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Από 1-4-2001, με το άρθρ. 4 του ν. 2874/2000, (όπως ίσχυε μέχρι 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 1 του Ν. 3385/2005), η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου. (ΑΠ (ολ) 36/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου για παράνομη υπερωριακή εργασία δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-4-2001 μέχρι 30-9-2005 στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας εργαζόμενος όλες της ημέρες της εβδομάδας από Δευτέρα έως Κυριακή, παρότι στον κλάδο του ίσχυε η πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και των 8 ωρών ημερησίως πραγματοποιούνται ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες, δεδομένου ότι για την τελευταία αυτή απασχόλησή του δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε εγγράφως αναγγείλει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας την επικείμενη υπερωριακή εργασία και δεν τηρούσε το ειδικό βιβλίο υπερωριών. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος για την παροχή της παράνομης υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε αποζημίωση για τις παράνομες υπερωρίες που αυτός πραγματοποιούσε τις καθημερινές (Δευτέρα-Παρασκευή) και την Κυριακή, ορθώς υπολόγισε το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 250%. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 4 παρ. 5 του Ν. 2874/2000, την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, η αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός για την παράνομη υπερωριακή εργασία είναι ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%. Επομένως, εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο υπολογισμός της αποζημιώσεως από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με βάση το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 250% ήταν ορθός, δοθέντος μάλιστα ότι εκκινεί από την ορθή παραδοχή ότι κατά την παρ. 5 του άρθρ. 4 του Ν. 2874/2000 η αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης είναι ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια του εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι βάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959 προκύπτει ότι είναι άκυρη η μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνία κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμη και παράνομη υπερωρία καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την πληρωμή του μισθίου, μεγαλύτερου του νομίμου. Αντίθετα, δεν είναι άκυρη η συμφωνία για συμψηφισμό στον υπέρτερο του νόμιμου μισθού των οφειλόμενων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τις ημέρες της υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές και αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 1321/2006, 119/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικά με την υποβληθείσα πρωτοδίκως και με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της ένσταση της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού των υπέρτερων αποδοχών που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα με την τυχόν οφειλόμενη αμοιβή για την Κυριακή και τις ημέρες αναπαύσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι καταβαλλόμενες στον μισθωτό ανώτερες των νομίμων αποδοχές μπορούν να συμψηφισθούν με τις αξιώσεις για την απασχόλησή του τις Κυριακές και τις ημέρες της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, εφόσον υφίσταται ειδική προς τούτο συμφωνία των μερών. Η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει τις από 7-1-1993 και από 7-7-1993 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο, διαρκείας της πρώτης από 7-1-1993 έως 7-7-1993 και της δεύτερης από 7-7-1993 έως 7-1-1994, οι οποίες παραπέμπουν στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εργοδότριας, όπου και προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών και οι οποίες πράγματι φέρουν την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου και κατά συνέπεια τον δεσμεύουν κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα. Ο τελευταίος όμως από 8-1-1994 και εντεύθεν δεν έχει υπογράψει με την αναιρεσείουσα καμία σύμβαση εργασίας είτε ορισμένου χρόνου είτε αορίστου, η οποία να παραπέμπει στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της αναιρεσείουσας, που προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις προβαλλόμενες με την αγωγή αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε η απαιτούμενη ειδική προς τούτο συμφωνία των μερών προς συμψηφισμό και απέρριψε τον σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως ως ουσία αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και ιδίως δεν διέλαβε ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατά τα άνω σύναψης συμφωνίας περί συμψηφισμού. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, διότι αν και το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συνάψει τις από 7-1-1993 και 7-7-1993 ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες παρέπεμπαν στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εργοδότριας, όπου προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού των υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με άλλες αξιώσεις του μισθωτού και ακολούθως δε ότι ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να εργάζεται, χωρίς να συνάψει μέχρι της απολύσεώς του την 27-1-2006 άλλη ατομική σύμβαση εργασίας, με την ίδια ιδιότητα και τους ίδιους όρους, εν τούτοις απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταλογισμού των υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις προβαλλόμενες αξιώσεις, δεχόμενο ότι οι ατομικές συμβάσεις που είχε υπογράψει ο αναιρεσίβλητος τον δέσμευαν μόνο για τα χρονικά διαστήματα ισχύος αυτών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ειδικής συμφωνίας περί συμψηφισμού των τυχόν υπέρτερων καταβαλλόμενων αποδοχών με τις ένδικες αξιώσεις, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος εξακολούθησε να προσφέρει την εργασία του και μετά τη λήξη των παραπάνω ορισμένης χρονικής διάρκειας συμβάσεων εργασίας με τους ίδιους όρους, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και η ειδική συμφωνία περί συμψηφισμού, μέχρι που απολύθηκε. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες στη συμπεριφορά του. Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, επί πλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς ένα εκ των πιο πάνω περιστατικών, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας: Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η άσκηση των ένδικων δικαιωμάτων είναι καταχρηστική, διότι 1) δημιούργησε σε αυτή την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα ασκήσει στο μέλλον τις αξιώσεις του, 2) αδράνησε επί μακρόν χρόνο να ζητήσει την ικανοποίηση των αξιώσεών του με άσκηση αγωγής και η αδράνεια αυτή οφείλεται σε δόλο, ώστε να αντλήσει τα ωφελήματα από τη σύμβαση και ύστερα να αξιώσει τα πρόσθετα ποσά και 3) η ικανοποίηση των αξιώσεων του θα είναι για την αναιρεσείουσα αφόρητη και θα προκαλέσει δυσβάστακτη οικονομική ζημία σε αυτήν. Όμως τα υπό στοιχεία 1 και 2, είπε το Εφετείο, από μόνα τους δε αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος καταχρηστική και είναι συνεπώς απορριπτέος ως άνω ισχυρισμός της, ενώ το υπό στοιχείο 3 περιστατικό, ότι δηλαδή θα προκληθεί σημαντική οικονομική ζημία στην επιχείρησή της, προβάλλεται με τρόπο αόριστο, αφού δεν αναφέρει ποια είναι η οικονομική της κατάσταση, τα κεφάλαιά της και ο κύκλος των εργασιών της, πόσοι και ποιοι είναι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της, εάν έχουν ανάλογες αξιώσεις με τον αναιρεσίβλητο, το ύψος και η αιτία των τυχόν αξιώσεων αυτών και ο λόγος για τον οποίο θα προκληθεί δυσβάστακτο οικονομικό βάρος στην επιχείρησή της, αν ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του και οι τυχόν αξιώσεις των άλλων εργαζομένων στην επιχείρησή της. Επί πλέον των ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο και επί της ουσίας της ενστάσεως αυτής, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ..., που εργάσθηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από το έτος 1992 έως και το έτος 2004, με την ειδικότητα του υπαλλήλου στο γραφείο προσωπικού, κατ' επανάληψη ο αναιρεσίβλητος είχε διαμαρτυρηθεί και στον ίδιο προσωπικά και στον διευθυντή του εργοστασίου ..., να του πληρώσουν τα ρεπό και τις υπερωρίες (νόμιμες και παράνομες) και την Κυριακή εργασία του με τον νόμιμο τρόπο, αλλά αυτοί αδιαφορούσαν και δεν απαντούσαν στο αίτημά του. Μάλιστα ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι και το σωματείο εργαζομένων άπειρες φορές και κατ' επανάληψη είχε οχλήσει τη διοίκηση της επιχείρησης να εφαρμόσει τον νόμο και να καταβάλλει τόσο στον αναιρεσίβλητο όσο και στους λοιπούς εργαζομένους αυτής τις νόμιμες αποδοχές τους για την εργασία που της παρείχαν, ειδικώς δε σε ότι αφορά την υπερωριακή απασχόληση και τα ρεπό αλλά αυτή όμως ουδέποτε συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του. Επίσης, κατέθεσε ότι λόγω της ειδικότητάς του και των αναγκών της εταιρίας", "η διοίκηση αυτής παρακαλούσε τον ενάγοντα όπως και τους άλλους εργαζομένους που εργάζονταν στη συντήρηση και στην παραγωγή να εργασθούν υπερωριακώς από Δευτέρα έως και Παρασκευή και Σάββατα και Κυριακές και όχι αυτοί την εταιρία". Τα ανωτέρω γεγονότα επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας ..., ο οποίος εργάσθηκε στην επιχείρηση από το έτος 1978 έως και το έτος, 2001, με την ειδικότητά του εργάτη παραγωγής, διατελέσας μάλιστα, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα γραμματέας, αντιπρόεδρος, πρόεδρος και απλό μέλος της διοικήσεως του σωματείου των εργαζομένων. Τα υποστηριζόμενα από τους μάρτυρες της, ότι δηλαδή ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος είχε οχλήσει την εταιρεία για οποιαδήποτε αξίωση, δεν κρίνονται πειστικά, αφενός λόγω της ιδιότητας των μαρτύρων ως υπαλλήλων της επιχείρησης και της σχέσης εξάρτησης που τους συνδέει και αφετέρου, διότι οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων είναι αντιφατικές, αφού αφενός παρουσιάζουν τον αναιρεσίβλητο ότι ζητούσε να δουλεύει περισσότερο διότι είχε οικονομικά προβλήματα και από την άλλη μεριά ότι αδιαφορούσε για τις νόμιμες αξιώσεις του. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο του σώματος Επιθεώρησης Εργασίας - Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ..., με θέμα χορήγηση στοιχείων, προκύπτει ότι η καταγγελία του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας για τις επίδικες αξιώσεις του κατατέθηκε στις 26-1-2006 και όχι μετά την απόλυση του από αυτήν, που έλαβε χώρα στις 27-1-2006 και μάλιστα είναι εύλογο ότι, αφού δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος απόλυσής του, αυτή έγινε μετά τις συνεχείς οχλήσεις του προς καταβολή των αξιώσεών του. Συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την εν λόγω ένταση και απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό πέμπτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε τα αντίθετα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ. Ειδικότερα, αξιολόγησε ως ενιαίο σύνολο και όχι μεμονωμένα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται υπό στοιχ. 1 και 2, κρίνοντας πρωτίστως και ορθώς ότι τα περιστατικά αυτά "από μόνα τους", χωρίς δηλαδή τη συνδρομή και άλλων πρόσθετων ειδικών συνθηκών, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση των ένδικων αξιώσεων. Αλλά εκτός αυτού και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά στην απόφαση, ήταν και αβάσιμα. Το δε υπό στοιχ. 3 περιστατικό, περί προκλήσεως σημαντικής οικονομικής ζημίας, έκρινε, επίσης ορθώς, ότι προβάλλεται κατά τρόπο αόριστο (και συνεπώς ήταν ανεπίδεκτο συνεκτίμησης από μόνο του ή με τα λοιπά περιστατικά), αφού δεν περιείχε τα ειδικότερα εκείνα στοιχεία που αναφέρονται στην απόφαση και τα οποία είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή του. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατ' ακολουθίαν όσων έχουν προεκτεθεί και κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (παρελκούσης έτσι της έρευνας του στο αυτό αποτέλεσμα κατατείνοντος πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στον αποζημίωση για την υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσιβλήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρ. 178 και 183 του ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 153/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει κατ' αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπερωριακή απασχόληση με Ν.435/1976 και 2874.1976, πως υπολογίζεται. Συμφωνία συμψηφισμού υπέρτερων αποδοχών για αποζημιώσεις από νόμιμη και παράνομη υπερωρία, όχι έγκυρη. Επιτρέπεται τέτοια συμφωνία για αμοιβή υπερεργασίας, νυκτερινής εργασίας, Κυριακές και ημέρες αναυπάσεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής άρθρ. 281 του Α.Κ.
null
null
1
Αριθμός 424/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος .... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Λαμπράκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 657/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.1.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1580/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 388/25.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Εισάγω κατά τα άρθρα 525, 527 7 παρ. 1 και 3, και 528 παρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠΔ, την από 2-2-2009 αίτηση του ..., που κρατείται στην Φυλακή της ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του που περατώθηκε με την 657/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών από κοινού και κατ' επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δεκαεπτά ετών και χρηματική ποινή 15.000 Ευρώ, και εκθέτω τα εξής: ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 3 του ΚΠΔ η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 308/2004, ΑΠ 866/2003 ΠΔ! 2003.1153, ΑΠ 772/2002 ΠΧ! 2003.223 ). ΙΙΙ. Ο αιτών με την παραπάνω αίτησή του ζητάει την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του χωρίς να αναφέρει σ' αυτή κάποιο συγκεκριμένο λόγο επαναλήψεως από αυτούς που ορίζει το άρθρο 525 του ΚΠΔ (αποκάλυψη, ύστερα από την οριστική καταδίκη, νέων άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότων και αποδείξεων που κάνουν φανερό ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε). Αντίθετα αυτός επικαλείται ως λόγο επαναλήψεως τις επιστημονικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς για την έννοια της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως, η οποία του αποδόθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αντίστοιχες θέσεις ο ίδιος πρόβαλε με την αναίρεσή του κατά της ίδιας αποφάσεως οι οποίες απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την 2660/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με βάση τα δεδομένα αυτά, και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκθέσαμε, η αίτηση αυτή επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα τα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως αυτό αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 2-2-2009 αίτηση του ..., που κρατείται στην Φυλακή της ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον του που περατώθηκε με την 657/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών από κοινού και κατ' επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δεκαεπτά ετών και χρηματική ποινή 15.000 Ευρώ και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντα τα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ . Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθαν. Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, και τον πληρεξούσιο του αιτούντος και έπειτα αποχώρησαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες τέσσερις περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, μπορεί δε να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανόν ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 527 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους επιβεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Επί του προκειμένου, ο αιτών, επικαλούμενος, με την κρινόμενη αίτησή του, αμετάκλητη καταδίκη με την 657/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από κοινού και κατ' επάγγελμα, σε ποινή κάθειρξης δέκα επτά (17) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του. Στην αίτηση όμως δεν αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο λόγο επαναλήψεως από αυτούς που ορίζει το άρθρο 525 του ΚΠΔ (αποκάλυψη νέων, άγνωστων στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότων και αποδείξεων που κάνουν φανερό ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε), αλλά απεναντίας επικαλείται ως λόγο επαναλήψεως διάφορες απόψεις για την έννοια της επιβαρυντικής περίστασης της "κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως", η οποία του αποδόθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Σημειωτέον, ότι τα ίδια προέβαλε και με την αναίρεσή του κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2660/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με βάση τα δεδομένα αυτά και όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, η αίτηση αυτή επαναλήψεως της διαδικασίας είναι απαράδεκτη και για τον λόγο αυτόν πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1528/2/2/2009 από 30.1.2009 αίτηση του ... που κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 657/2008 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών, από κοινού και κατ' επάγγελμα, σε ποινή κάθειρξης δέκα επτά (17) ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτεται η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως απαράδεκτη. Καταδικαστική απόφαση για αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών από κοινού και κατ' επάγγελμα. Η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο λόγο από τους οριζόμενους στο άρθρο 525 του ΚΠΔ, αλλά τις αιτιάσεις του για την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων που του αποδόθηκε με την προσβαλλόμενη. Απορρίπτει την αίτηση.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 424/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΗ ΞΤΕΕ Α.Ε." που εδρεύει στα Καμένα Βούρλα Φθιώτιδος και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 20-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την διατήρηση της αναστολής μέχρι την έκδοση της απόφασης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πρόβαλε ότι κατά της ένδικης αγωγής, με αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, πρότεινε παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αντίστοιχου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος, αφού εισέπραξε την καταβληθείσα στις 7/4/1999 αποζημίωση απόλυσής του, ποσού 8.976.000 δραχμών, ισόποσο των 26.341,89 ευρώ, εισέπραξε επιπλέον στις 19/4/1999, από την ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ και το ποσό των 37.532,04 ευρώ, το οποίο αφορούσε αποζημίωση από ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δηλώνοντας ότι αποχώρησε από την εργασία του, και έτσι σαφώς ότι αποδέχτηκε το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, και, συνεπώς, όπως ισχυριζόταν η αναιρεσείουσα, "ουδέποτε περιήλθαμε σε κατάσταση υπερημερίας, ώστε η άσκηση της αγωγής με την οποία ζητούσε μισθούς υπερημερίας ήταν καταχρηστική και έπρεπε για το λόγο αυτό να απορριφθεί". Τα πιο πάνω ,όμως, περιστατικά και αληθινά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση των αγωγικών αξιώσεων για την επιδίκαση περαιτέρω μισθών υπερημερίας, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως που κρίθηκε ήδη τελεσίδικα άκυρη με την 82/2003 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας. Επομένως, το Εφετείο, ορθώς απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, ως νόμω αβάσιμη με την ίδια αιτιολογία ότι, δηλαδή, "οι ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και αληθείς εκλαμβανόμενοι δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων". Είναι δε χωρίς έννομη σημασία- ως προς την απόρριψη της πιο πάνω από το άρθρο 281 ενστάσεως της αναιρεσείουσας- οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση περαιτέρω αιτιολογίες ως προς την κριθείσα, με προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, εγκυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως και, συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, στον ίδιο πιο πάνω λόγο αναιρέσεως διέλαβε τον ισχυρισμό ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής ήταν καταχρηστική για το λόγο ότι, μολονότι ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε την προαναφερθείσα αποζημίωση καθώς και αυτή (αποζημίωση απόλυσης), από 26.341,89 ευρώ, "εξακολουθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής να παραμένει άνεργος, προφανώς επίτηδες, για να ζητήσει μισθούς υπερημερίας". Τον ισχυρισμό αυτό τον απέρριψε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο . Η αναιρεσείουσα δε, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, αιτιάται την προεκτεθείσα απόφαση και για το ότι, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Πλην όμως, η αιτίαση αυτή είναι προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθόσον: 1) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο , αν η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας παραδεκτώς και ορισμένως σχετικό ισχυρισμό (αναφέρονται μόνο τα περαστικά που αφορούν την είπραξη της αποζημίωσης και των πιο πάνω ασφαλίστρων), 2) δεν αναφέρει τις κρίσιμες σε σχέση με το ανωτέρω ζήτημα παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, και 3) δεν αναφέρει το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση, κατά την εφαρμογή ή ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα για το ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι η προεκτεθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ είναι μη νόμιμη ,γιατί το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας είχε κριθεί τελεσίδικα με την 82/2003 απόφαση του Εφετείου Λαμίας για προηγούμενο χρονικό διάστημα και ότι καλύπτεται αυτή (η ένσταση του άρθ. 281 ΑΚ) από το δεδικασμένο που παρήχθη από την ανωτέρω απόφαση, ως προς το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, όπως ήδη προεκτέθηκε, δεν απέρριψε την ως άνω ένσταση, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου καλύπτοντος αυτή, αλλά γιατί τα περιστατικά τα οποία συγκροτούσαν το πραγματικό αυτής, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος. Η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 3 και 5 του Β.Δ. 16/18-7-1920 και 5 παρ.1 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, υπόκειται σε αναζήτηση κατά το άρθρο 904 του Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η καταγγελία είναι άκυρη, εφ' όσον έχει γίνει επίκληση από το μισθωτό της σχετικής, υπέρ αυτού τασσόμενης, ακυρότητας της καταγγελίας. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 εδάφ. γ' του Ν. 3198/1955, κατά την οποία "η χορηγηθείσα αποζημίωση συμψηφίζεται προς τας οφειλομένας λόγω της ακυρώσεως της καταγγελίας τακτικάς αποδοχάς, ο δε υπάλληλος υποχρεούται να καταβάλει το σύνολον των υπ' αυτού οφειλομένων εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς", δεν αποκλείει την ως άνω αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλ' αντιθέτως προϋποθέτει αυτήν και έχει τεθεί για να επιτραπεί στην ειδική αυτή περίπτωση ο συμψηφισμός κατ' απόκλιση της γενικής νομοθετικής ρυθμίσεως (βλ. ιδίως άρθρα 451, 664 του Α.Κ. και 982 παρ.2δ' του ΚΠολΔ), που απαγορεύει το συμψηφισμό ανταπαιτήσεως του εργοδότη στους οφειλόμενους από αυτόν μισθούς. Αυτονόητο είναι ότι ο συμψηφισμός απόκειται στην επιλογή του εργοδότη, ο οποίος μπορεί να επιλέξει αντ' αυτού την άσκηση αγωγής. Eπίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημεριας, αν οχλήθηκε από το δανειστή και από την επίδοση της (εξώδικης ή δικαστικής) οχλήσεως ή εν πάση περιπτώσει αφότου έλαβε γνώση ότι οφείλει να επιστρέψει την παροχή στον δανειστή. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 911 ΑΚ ορίζεται ότι "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή: 1) σε περίπτωση απαίτησης αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε ή αφότου έμαθε την ανυπαρξία του χρέους,και 2) σε περίπτωση απαίτησης για παράνομη ή ανήθικη αιτία". Κρίσιμος χρόνος συνδρομής της γνώσεως αυτής είναι ο χρόνος λήψεως της παροχής. Έκτοτε οφείλονται, επί πλουτισμού, συνιστάμενου σε χρηματική παροχή, νόμιμοι τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ. Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης απαιτείται όπως η γνώση περί ανυπαρξίας του χρέους να είναι θετική και πραγματική, μη αρκούσης της αμφιβολίας ή της υπαίτιας άγνοιας. Τέλος, η επιδίκαση από το δικαστήριο απαιτήσεως, για την οποία δεν υπάρχει αντίστοιχο αίτημα του διαδίκου, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.9 περ.α' ΚΠολΔ. Αυτό ισχύει και αν το δικαστήριο της ουσίας επεδίκασε μια απαίτηση εντόκως, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό περί τόκων αίτημα του διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα πρόβαλε πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό περί συμψηφισμού στις ένδικες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου, του ποσού των 26.341,89 ευρώ, που αφορούσε το ποσό της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή αυτής μέχρι τη συζήτηση, ποσού 17.409,47 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη αυτός πλουσιότερος από την περιουσία της, χωρίς νόμιμη αιτία. Το Εφετείο σε σχέση με τον ως άνω ισχυρισμό δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εταιρεία ΑΣΤΗΡ ΑΞΕ, στις 20-10-1967,με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως ταμπλίστας στο χώρο του ξενοδοχείου .... Αρχές του έτους 1999 η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), ανέλαβε ως μισθώτρια την εκμετάλλευση του ως άνω ξενοδοχείου, όπου ο ενάγων εξακολούθησε να παρέχει, όπως και στην προηγούμενη εργοδότριά του, υπηρεσίες ταμπλίστα. Στις 7-4-1999 η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος , καταβάλλοντας σ'αυτόν, όπως ορίζει ο νόμος (αρθρ.5 παρ.3 εδάφ. α και β του ν.3198/1955, όπως ισχύει από 1-4-1998 μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 4 παρ.3 του ν.2556/1997 και άρθ. 2 παρ.2 του ίδιου ν.3198) και την αποζημίωση απόλυσης εκ 8.976.000 δραχμών ή 26.341,89 ευρώ, ποσό που κατέβαλε ως ακολούθως: κατά την ημέρα της καταγγελίας (7-4-1999) 2.244.000 ή 6.588,47 ευρώ και την υπόλοιπη σε έξι ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις (7-7-99, 7-10-99,7-1-2000 κλπ) των 1.222.000 δραχμών ή 3.292,74 ευρώ. Επειδή η καταγγελία αυτή, στις 7-4-1999, έγινε εντός έτους από τη λήξη της θητείας του ενάγοντος ως συνδικαλιστή, ήτοι αντιπροέδρου του 7μελούς ΔΣ του Σωματείου "Ένωση Υπαλλήλων - Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνικών Τουριστικών και λοιπών Καταστημάτων ....", θεωρούσε ο ενάγων ότι η απόλυση του ήταν άκυρη και επειδή η ακυρότητα της απόλυσης για οποιονδήποτε λόγο είναι σχετική και μπορεί να προταθεί μόνο από τον μισθωτό, ο οποίος έχει την ευχέρεια να αποδεχθεί την άκυρη καταγγελία ή να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας, ο ενάγων προτίμησε τη δεύτερη περίπτωση. Άσκησε, πράγματι, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά της εναγομένης, την με αριθμό κατάθεσης 1877/ΕΓ352/29.6.99 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.383/2000 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η από 7-4-1999 καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ'ουσία με την υπ'αρ.82/2003 (δημοσίευση 15-7-2003) απόφαση του Εφετείου τούτου. Από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής βεβαιώθηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης . Ο ενάγων, ενώ μέχρι τότε θεωρούσε την άνω καταγγελία ως άκυρη, βεβαιώθηκε έκτοτε (15-7-2003) ότι αυτή (καταγγελία) πράγματι ήταν άκυρη. Συνεπώς έμαθε τότε πως η καταβολή σ'αυτόν, εκ μέρους της εναγομένης, της αποζημίωσης απόλυσης, εκ 26.341,89 ευρώ, έγινε αχρεωστήτως. Έως τότε θεωρούσε απλώς, αλλά δεν ήταν βέβαιος, ότι η άνω απόλυση του ήταν άκυρη. Υπό τα δεδομένα αυτά ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει έκτοτε (15-7-2003) στην εναγομένη την άνω ληφθείσα αποζημίωση απολύσεως, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα σ'αυτόν, πράγμα όμως που δεν έκανε. Η εναγομένη μπορούσε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην άνω μείζονα σκέψη, να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την επιστροφή του ποσού της αποζημίωσης ως αχρεωστήτως καταβληθείσης και επί πλέον τόκους επί του ποσού αυτού αφότου ο ενάγων έμαθε, με την δημοσίευση της εφετειακής απόφασης (15-7-2003), για την ανυπαρξία του χρέους, ή να προτείνει το ποσό της αποζημίωσης και των τόκων αυτών σε συμψηφισμό, αλλά αυτή πρότεινε σε συμψηφισμό το ποσό των τόκων επί του ποσού της αποζημίωσης από της καταβολής της, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, από τότε που έγινε η καταβολή γνώριζε ο αναιρεσίβλητος την ανυπαρξία του χρέους αυτού ή άλλως την ανυπαρξία καταβολής της αποζημίωσης, πράγμα που δεν αποδείχθηκε κατ' ουσίαν, ώστε πρέπει η οικεία ένσταση συμψηφισμού κατά το μέρος που αφορούσε το ποσό των 17.409,47 ευρώ, δηλαδή τόκους επί του ποσού της αποζημίωσης αφότου αυτή καταβλήθηκε, που κρίνεται νόμιμη, στηριζομένη στο άρθρο 911αρ.1 ΑΚ, κατά το μέρος που ορίζει ότι "ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή:1.σε περίπτωση αχρεωστήτου, εφόσον γνώριζε την ανυπαρξία του χρέους", να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να επιδικάσει τόκους κατ' εφαρμογή της ίδιας ως άνω διάταξης κατά το μέρος που αυτή ορίζει ότι "Ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε να επιδοθεί η αγωγή:1. σε περίπτωση αχρεωστήτου αφότου έμαθε την ανυπαρξία χρέους", δηλαδή από την επομένη της 15-7-2003, αφότου ο ενάγων έμαθε, με τη δημοσίευση της με αριθμό 82/2003 απόφασης του Εφετείου τούτου, για την ανυπαρξία του χρέους αυτού (ποσού καταβληθείσης σ'αυτόν αποζημίωσης) και να συμψηφισθεί το οικείο ποσό τόκων στην απαίτηση μισθών υπερημερίας του ενάγοντος , γιατί αυτό δεν ζητήθηκε...." . Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης που είχε ασκήσει η εναγομένη- αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ως άνω ένσταση συμψηφισμού, ως μη νόμιμη, κατά το μέρος της που αφορούσε το ποσό των τόκων επί του ποσού της αποζημίωσης, αφότου αυτό καταβλήθηκε, αντικαθιστώντας την αιτιολογία αυτή με την αμέσως προαναφερθείσα. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 346, 440-446 ,904 και 911 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε - και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης του αχρεωστήτου της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης στον αναιρεσίβλητο, και συνακόλουθα της υποχρέωσης του προς καταβολή τόκων υπερημερίας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των παραπάνω εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 άρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΛΗΝΗ ΞΤΕΕ ΑΕ", που εδρεύει στα Καμμένα Βούρλα, για αναίρεση της 152/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου, κατά αγωγής, με αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας που κρίθηκε (είσπραξη αποζημίωσης απολύσεως και επιπλέον αποζημίωση από ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο). Απόρριψη της ένστασης, ως νόμω αβάσιμης. Απόρριψη εκ του άρθρου 559.1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως. Απόρριψη λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559.16 ΚΠολΔ., ως απαράδεκτου, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, υπόκειται σε αναζήτηση κατά το άρθρο 904 του Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η καταγγελία είναι άκυρη. Πότε και από πότε οφείλονται τόκοι επί του ποσού της αποζημίωσης που εισέπραξε ο εργαζόμενος. Αν ο εργοδότης ζήτησε τον συμψηφισμό και των τόκων από την είσπραξη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμψηφίσει τόκους από της γνώσεως του αχρεωστήτου. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 423/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1268/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, με αριθμό 8/14-1-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 08.09.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου Αθηνών, για αναίρεση της 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 του ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 του ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα ή στην απόφαση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτών, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει (α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 2 και 511 του ΚΠΔ, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 2/2002, Ολ.ΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα ή την απόφαση, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το συμβούλιο ή το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το συμβούλιο ή το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτή (ΑΠ 862/2009, ΑΠ 635/2009, ΑΠ 201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 08.09.2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 359/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Η αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς και συντάχθηκε η 15/08.09.2009 έκθεση, στην οποία αναφέρονται, σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "...ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.....για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους (λόγους): 1) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το άρθρο 139 ΚΠΔ" και 2) εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και για όσους άλλους λόγους πρόσθετους θα καταθέσει νομότυπα πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης". Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας και χωρίς να μνημονεύεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε, ούτε να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής από την πληττόμενη απόφαση, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 08.09.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 4 Ιανουαρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 του ΚΠΔ που προβλέπει τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ΚΠΔ και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και στοιχ. Ε' του ίδιου άρθρου για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στην απόφαση. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, πρέπει, αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτή, και αν υπάρχει μεν αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Ακυρωτικού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 511 του ΚΠΔ. Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στην απόφαση, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, αν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενόμενη υπαγωγή τους σ' αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 8/9/2009 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 359/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Η αναίρεση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... έκθεση, διαλαμβάνει σε σχέση με τους λόγους αναιρέσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε, για τους παρακάτω νόμιμους και βάσιμους λόγους: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το άρθρο 139 του ΚΠΔ, και 2) Εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και για όσους άλλους λόγους πρόσθετους θα καταθέσει νομότυπα πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης". Με το περιεχόμενο αυτό, χωρίς την παραμικρή αναφορά σε τι συνίσταται η έλλειψη της αιτιολογίας και χωρίς να μνημονεύεται η ουσιαστική ποινική διάταξη που παραβιάστηκε, ούτε να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής από την πληττόμενη απόφαση, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8/9/20 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, και άμεση συνεργεία σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι παντελώς αόριστοι, και η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
0
Αριθμός 419/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γεώργα, για αναίρεση της 2469/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1178/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή παράλειψη αναφοράς του τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου των αποδεικτικών αυτών μέσων ως και η παράλειψη συσχετίσεως και συγκρίσεως όλων αυτών μεταξύ των, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509 § 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων (και βουλευμάτων), πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν είς τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους στα άρθρα 510 και 484 λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτως εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, πρέπει να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής εν σχέσει με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, εν σχέσει με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία αυτής, ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εξετιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2469/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, δια σωματική βλάβη εξ αμελείας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων, αφού αναφέρει τι απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντ., 139 ΚΠΔ για την ειδική αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ως και την διάταξη του άρθρου 510 § 1 ΚΠΔ, δηλώνει, μετά, τα εξής: "Έχει κριθεί μάλιστα, νομολογιακά, όχι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως όταν αναφέρεται σε αυτήν ότι η τέλεση της πράξεως αποδείχτηκε "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν νόμιμα" ενώ από την ακροαματική διαδικασία και από σχετικά έγγραφα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Στην προκείμενη περίπτωση στο σκεπτικό της απόφασης και συγκεκριμένα στη σελ. 10α αυτής αναφέρεται ότι: "... Η αντικανονική και ανασφαλής κατασκευή της ράμπας, συνίστατο στο ότι: α) ήταν επικαλυμμένη με ολισθηρές και εν μέρει σπασμένες γραμμωτές πλάκες και γ) στην περιφέρεια του επικαλύμματος υπήρχε τσιμεντένιο επίχρισμα επικλινές και υπερυψωμένο κατά τις δύο πλευρές". Από τις σχετικές όμως προσκομιζόμενες φωτογραφίες οι οποίες τέθηκαν σε γνώση του Δικαστηρίου, εμφαίνεται ότι δεν υπήρχαν σπασμένες γραμμωτές πλάκες αφ' ενός αλλά ούτε και ολισθηρή επιφάνεια καθ' όσον οι συγκεκριμένες πλάκες είναι αυτές οι οποίες χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, σε όλα τα πεζοδρόμια. Εξάλλου δεν υπήρχε επίχρισμα υπερυψωμένο από τις δύο πλευρές αλλά μόνο από την μία πλευρά, όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές προσκομιζόμενες φωτογραφίες. Πέραν των ανωτέρω, στην δικανική της κρίση η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει στην ίδια σελίδα ότι: "...κατ' αρχάς στο συγκεκριμένο σημείο δεν εκτελέστηκαν έργα κατασκευής ΜΕΤΡΟ, ούτε προέκυψε ότι η προαναφερόμενη κατάσταση της ράμπας προκλήθηκε ή επιβαρύνθηκε από φορτηγά...". Από την πλευρά μου, προσκόμισα στο Δικαστήριο συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην ένσταση - την οποία κατέθεσα εγγράφως στο ανωτέρω Δικαστήριο και ειδικότερα την υπ' αριθ. 15/12-6-2003 απόφαση και τα υπ' αριθ. 5090/2003 και 18658/2003 έγγραφα όπου ο συγκεκριμένος δρόμος, δηλαδή, τόσο η ... ήταν δρόμοι στους οποίους δραστηριοποιούνταν η εταιρεία ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ με τους υπεργολάβους της προκειμένου να κατασκευάσει φρεάτιο στη συγκεκριμένη περιοχή πέραν των άλλων υποστηρικτικών του ΜΕΤΡΟ έργων τα οποία είχε αναλάβει. Εκτός όμως από τα ανωτέρω, η επίδικος απόφαση, αν και μνημονεύει ότι από την πλευρά της πολιτικής αγωγής τόσο στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και στο Δευτεροβάθμιο δεν προτάθηκαν μάρτυρες, αυθαίρετα μνημονεύει στη σελ. 10β ότι δήθεν "...είχαν γίνει επανειλημμένα τηλεφωνήματα από τον καταστηματάρχη της περιοχής ... προς όργανα του Δήμου ... για την επικινδυνότητα της ράμπας και για πτώσεις ατόμων εξ αιτίας της, χωρίς να υπάρξει καμία ενέργεια από μέρος του Δήμου", στηριζόμενη στην κατάθεση της συζύγου του μηνυτή Ψ2. Και ερμήνευσε εσφαλμένα την υπ' αριθ. 8969/21-4-2003 επιστολή μου προς την ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ προς αποκατάσταση των πεζοδρομίων ότι δήθεν με την επιστολή αυτή αν και εστάλη η ανωτέρω επιστολή, "δεν θα αναιρούσε την υποχρέωση του Δήμου να μεριμνά για την κανονική και ασφαλή κατασκευή και κατάλληλη συντήρηση και επιδιόρθωση των πεζοδρομίων" παραβλέποντας την κατάθεση του Δημάρχου ... ως και του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών ... και τα σχετικά έγγραφα (επιστολές Δημάρχου στο ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ) που αποδείκνυαν ότι ο συγκεκριμένος χώρος ήταν έργο όπου δραστηριοποιούνταν η ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ και μόνο χωρίς να υπάρχει καμία πρόσβαση στον Δήμο για να μπορέσει να μεριμνήσει για τα αναγκαία. Από όλο το σκεπτικό της προσβαλλομένης, εμφαίνεται ότι η αιτιολογία της είναι εντελώς ανεπαρκής γιατί για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει ν' αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, και λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τα έγγραφα, τους μάρτυρες, τη θέση των μαρτύρων, την έλλειψη προτεινόμενου μάρτυρα από την πλευρά της πολιτικής αγωγής για τα εξής: α) Το "τι" αποδείχθηκε, β) Το "από ποια" αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα και γ) Το "πώς" δηλαδή, με ποιες σκέψεις και ποιους συλλογισμούς το Δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του. Δηλαδή το Δικαστήριο θα έπρεπε να εκτιμήσει αφ' ενός τις σχετικές φωτογραφίες, αφ' ετέρου την αδυναμία του Δήμου να επέμβει το συγκεκριμένο χρόνο στο συγκεκριμένο χώρο και την έλλειψη αξιόπιστου μάρτυρα από την πολιτική αγωγή που θα επιβεβαίωνε αυτά τα οποία δήθεν ανέφερε η σύζυγος του παθόντα. Διότι είναι νομολογιακά γνωστό ότι το Δικαστήριο σχηματίζοντας την περί ενοχής πεποίθησή του είχε κατά νου ελλιπή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία όμως ούτε μνημονεύει, ούτε όταν τα μνημονεύει αυτά είναι αναντίστοιχα με τα πραγματικά, ούτε τα προσδιορίζει, ούτε τα αξιολογεί. Όμως η δικαστική κρίση είναι εξωστρεφής και όχι ενδόμυχη και ο Δικαστής δεν μπορεί να μονολογεί αλλά η απόφασή του πρέπει να είναι προϊόν έλλογης πεποίθησης (Κονταξή, Κωδ.Ποιν.Δικ. Γ' έκδοση ΙΙ, σελ. 2387). Από τα παραπάνω εμφαίνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αφ' ενός είναι γενική και ανεπαρκής, αφ' ετέρου στα πραγματικά περιστατικά τα οποία μνημονεύει σε σχέση με το αποδεικτικό υλικό, δηλ. τις φωτογραφίες, τις καταθέσεις των μαρτύρων, και τα σχετικά έγγραφα, υπάρχει λαθεμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και αντίστοιχα ανεπαρκής και μη ειδική αιτιολογία". Ούτως όμως η κρινομένη αίτηση ουδεμία σαφή και ορισμένη αιτίαση περιέχει, εν σχέσει με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και δη ουδόλως προσδιορίζει εις τι συνίσταται η έλλειψη αυτή και ποίες οι ασάφειες ή οι αντιφάσεις στην αιτιολογία της. Αντιθέτως, υπό την επίκληση του άνω λόγου, ο αναιρεσείων παραπονείται σαφώς για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εις όλη της την έκταση, στην αναίρεση ούτος επιχειρεί διάφορο εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, απαραδέκτως, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Μετά ταύτα η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 § 1, 513 § 1 ΚΠΔ), επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2469/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρα 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 484 § 1, 509, 510 ΚΠΔ. Πότε ορισμένος ο λόγος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης διότι ουδένα σαφή και ορισμένο λόγο περιέχει και από την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται απαραδέκτως η ουσία.
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
2
Αριθμός 418/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μαούνη, για αναίρεση της με αριθμό 329/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Νάξου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1085/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 169 Π.Κ. "Με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών τιμωρείται όποιος, ύστερα από νόμιμη πρόσκληση, αρνείται σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13 παρ. α', χωρίς αντίσταση, την υπηρεσία ή συνδρομή που οφείλεται κατά το νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια". Ούτω για την στοιχειοθέτηση της αξιοποίνου πράξεως της απειθείας απαιτείται: α) ύπαρξη υποχρεώσεως σε παροχή υπηρεσίας, ως υπηρεσίας νοουμένης θετικής ενεργείας του προσκαλουμένου σε θετική πράξη του υπαλλήλου, β) νόμιμη πρόσκληση υπαλλήλου, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου του άρθρου 13 στοιχ. α' (και δεν περιλαμβάνονται και οι του άρθρου 363α), γ) άρνηση του προσκληθέντος χωρίς αντίσταση, η οποία (άρνηση) μπορεί να είναι είτε παθητική, είτε ενεργός λ.χ. με χειρονομίες και δ) δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος που περιλαμβάνει την γνώση της ιδιότητος του προσώπου που απευθύνει την πρόσκληση και προς το οποίο απευθύνεται η άρνηση, καθώς και τη θέληση μη συμμορφώσεως. Περαιτέρω κατ' άρθρον 361 ΠΚ "'Οποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή...". Ούτω για την στοιχειοθέτηση της εξυβρίσεως απαιτείται: α) προσβολή της τιμής, δηλαδή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του παθόντος, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από το δράστη, εκτιμωμένων των σχετικών εκφράσεων "κατά την κοινή αντίληψη", β) η προσβολή να αφορά ζώντα φυσικά πρόσωπα ασχέτως με την κατάστασή των ή την ηλικία των, γ) εξωτερίκευση της προθέσεως εξυβρίσεως γραπτώς ή προφορικώς με λέξεις ή φράσεις ή με άλλο τρόπο που κατ' αντικειμενική κρίση περιέχουν προσβολή της τιμής, δ) δόλος του δράστη εγκείμενος στην πρόθεση αυτού για την τελευταία αυτή και γνώση ότι με τοιαύτη οικειοθελή ενέργεια προσβάλλεται η τιμή του άλλου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Επίσης η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεστεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού (ότε δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος) ή με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και σ'αυτά. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή του, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.329/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, τούτο εδέχθη, μετ' αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβεν υπ' όψη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, και δή "από την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στις 3-8-2008 περί ώρα 13.00 βρισκόταν στο λιμένα της Ίου σε χώρο που απαγορεύεται βάσει του κανονισμού κίνησης του λιμένος να παραμένουν οι ταξιδιώτες κατά το χρόνο που δε λαμβάνει χώρα επιβίβαση και αποβίβαση σε πλοίο, για λόγους ασφαλείας. Για το λόγο αυτό τον πλησίασε ο μηνυτής Θ, ο οποίος είναι λιμενικός και εκείνη την ώρα βρισκόταν ένστολος σε υπηρεσία και του ζήτησε να αποχωρήσει από το συγκεκριμένο σημείο και να κατευθυνθεί προς τον ειδικό χώρο συγκέντρωσης των ταξιδιωτών. Ο κατηγορούμενος, καίτοι αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για νόμιμη πρόσκληση ενέργειας από υπάλληλο στον οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, αρνήθηκε να υπακούσει, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις του λιμενικού, χωρίς όμως να προβάλει αντίσταση. Επίσης, παρά το ότι του ζητήθηκε να δώσει τα στοιχεία του, αυτός δεν το έκανε. Τα ως άνω επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ομολογούνται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής, προκειμένου να απομακρύνει τον κατηγορούμενο από το λιμένα και να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στο λιμεναρχείο, χρειάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή έτερου συναδέλφου του, ενώ κατά τη διάρκεια του περιστατικού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με σκοπό καταφρονήσεως προς το πρόσωπο του εγκαλούντα απηύθυνε σε αυτόν τη φράση "είσαι άρρωστος" υπονοώντας ότι είναι υπερβολικός και παράλογος, με αποτέλεσμα να προσβληθεί η τιμή του εγκαλούντος, ο οποίος εκείνη την ώρα ασκούσε τα νόμιμα καθήκοντα του. Ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις που κατηγορείται, πρέπει, όμως, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ, καθώς, όπως αποδείχθηκε, έως την τέλεση των ανωτέρω αδικημάτων, αυτός διήγε έντιμο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό βίο". Μετά ταύτα το άνω δικαστήριο εκήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ'α' του Π.Κ. του ότι: Στην Ίο Κυκλάδων στις 3-8-2008 τέλεσε τα κάτωθι :Α) Αρνήθηκε σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13 εδ. α' ΠΚ χωρίς αντίσταση την συνδρομή που όφειλε κατά το νόμο και συγκεκριμένα αν και κλήθηκε νόμιμα από τον Λιμενικό του Λιμεναρχείου ?ου Θ να απομακρυνθεί από τον χώρο της προβλήτας στο περίφρακτο λιμάνι της ?ου αρνήθηκε να απομακρυνθεί, καίτοι διέπραξε το αδίκημα της εξύβρισης επ' αυτοφώρω κατά του εγκαλούντα Θ, παρά τις επανειλημμένες κλήσεις των Λιμενικών οργάνων με σκοπό να αποφύγει την διαδικασία του αυτοφώρου. Β) Πρόσβαλε την τιμή άλλου με λόγο και συγκεκριμένα προς εκδήλωση καταφρονήσεως στο πρόσωπο του εγκαλούντα Θ, του απηύθυνε τη φράση "είσαι άρρωστος", με αποτέλεσμα να προσβληθεί η τιμή του ανωτέρω εγκαλούντα. Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απειθείας και της εξυβρίσεως για τα οποία και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 169 και 361 παρ. 1 Π.Κ. που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει. Ειδικότερα εκθέτει την νόμιμη υποχρέωση του κατηγορουμένου να παράσχει υπηρεσία στον εγκαλούντα λιμενικό υπάλληλο, την νόμιμη πρόσκληση του τελευταίου προς τον αναιρεσείοντα να απομακρυνθεί από τον χώρο, όπου ευρίσκετο, βάσει του κανονισμού κινήσεως του λιμένος, και την άρνηση αυτού να το πράξει ως και τον δόλον του αναιρεσείοντος συνιστάμενο στη γνώση της ιδιότητος του ανωτέρω προσκαλούντος, ο οποίος ήτο ένστολος και την εξυβριστική έκφραση με την οποίαν προσεβλήθη η τιμή αυτού. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση και (περί) εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων και ιδία της του άρθρου 169 Π.Κ. από αυτή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς επιχειρείται, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ούτοι είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως και, εντεύθεν, απορριπτέοι. Η κατά τις αναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, οίος είναι, μεταξύ άλλων, και αυτός της δικαιολογημένης αγανακτήσεως των άρθρων 308 παρ. 3 και 361 παρ. 3 Π.Κ. και αν προβληθεί κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο από τον κατηγορούμενο, πρέπει να απαντηθεί με επαρκή αιτιολογία από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδείς τοιούτος ισχυρισμός προεβλήθη, είτε από τον κατηγορούμενο είτε από τον συνήγορό του, ο οποίος ιδία κατά λέξη απλώς " ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου" και "ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από την Πλημμελειοδίκη εάν έχει να προσθέσει οτιδήποτε για την υπεράσπισή του και απάντησε αρνητικά". Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, στα πλαίσια της ελλείψεως αιτιολογίας ότι δεν απαντήθη ο εκ του άρθρου 308 παρ. 3 ισχυρισμός (προφανώς εννοεί 361 παρ.3), αλυσιτελώς προβάλλεται, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, και είναι, εντεύθεν, αβάσιμος και απορριπτέος. Εκ του άρθρου 79 Π.Κ. προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια που ο νόμος ορίζει ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας που λαμβάνει υπ' όψη του τη βαρύτητα της πράξεως και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις οδηγίες των παραγράφων 2 και 3 του ιδίου άρθρου. Επιβολή ποινής υψηλοτέρας εκείνης που προσήκει κατά την κρίση του δικαστηρίου απλώς και μόνο για να μπορεί να εκκληθεί η απόφαση, είναι αντίθετη με την προαναφερθείσα διάταξη. Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή η υποβολή αιτήματος του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου για την επιβολή σ' αυτόν εφεσίμου ποινής, ούτε, οφείλει το δικαστήριο επιβάλλον την προσήκουσα κατά την κρίση του ποινή να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την μη αποδοχή του σχετικού αιτήματος. Κατ' ακολουθίαν ο σχετικός τελευταίος λόγος αναιρέσεως για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος περί επιβολής εις τον κατηγορούμενο ποινής εφεσίμου, είναι απαράδεκτος και εξ αυτού απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/5/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 329/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απείθεια (άρθρ. 169 ΠΚ) - στοιχειοθέτηση αυτής. Εξύβριση (άρθρο 361 ΠΚ) - στοιχειοθέτηση αυτής. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ποιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για να υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει αιτιολογημένα. Άρθρα 308 § 3 και 361 § 3 ΠΚ. Δεν προκύπτει ότι προβλήθησαν σαφώς και ορισμένως. Άρθρο 79 ΠΚ. Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να δικαιολογήσει γιατί δεν επέβαλε εφέσιμο ποινή. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Εξύβριση, Απείθεια.
1
Αριθμός 422/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Δροσογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Μαγδαληνή Τσίπρα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 9-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρ. 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη και ερμηνεύει το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (ΑΠ (Ολ. 18/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 8 §§ 1 και 3 του Ν. 2112/1920, οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου με τις επακόλουθες συνέπειες περί απολύσεως με καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως. Η τελευταία αυτή διάταξη όμως δεν εφαρμόζεται όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας ούτε η σύμβαση του προσληφθέντος υποχρεωτικά κατά νόμο μισθωτού για ορισμένο χρόνο μετατρέπεται σε σύμβαση αόριστου χρόνου ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση έργου που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Κατά το άρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρ. 14 § 1 του ίδιου νόμου, (όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρ. 1 § 6 του Ν. 1256, (όπως συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως), επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη. Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρ. 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Με την αναθεώρηση του Συντ. το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001 και με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκαν στο άρθρ. 103 η παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή, με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, καθώς και η παρ. 8, κατά την οποία "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αόριστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρ. 103 του Συντ. επιβλήθηκαν στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηροί όροι σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάσειστης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του Συντ. τόσο τα πρόσωπα που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση των οργανικών θέσεων σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρ. 103 του Συντ. Δηλαδή η απαγόρευση μονιμοποίησής του κατά τα άνω προσλαμβανόμενου προσωπικού ή μετατροπής της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αόριστου χρόνου καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούνταν στην πραγματικότητα για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρ. 21 του Ν. 2190/1994 και 103 του Συντ. δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρ. 189 § 3 και ήδη 249 §§ 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Για τον λόγο αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι ο αποδέκτης της Οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ' ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους - μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους - μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την Οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΑΠ (Ολ. 23/1998). Περαιτέρω, την 10.7.1993 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6, 1939, που έκαμε δεκτή τη συμφωνία -πλαίσιο της 18.3.1999 των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα LES, UNICE και CΕΕΡ, η οποία ενσωματώθηκε ως Παράρτημα στην Οδηγία και προσέλαβε κατ' αυτό τον τρόπο ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου. Στη ρήτρα 1 αυτής ορίζεται ότι σκοπός της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της μη διάκρισης και η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Στη ρήτρα 2 ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους, ενώ με τις ρήτρες 4 και 5 καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών της συμφωνίας. Ειδικότερα, στη ρήτρα 5 ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και επίσης, να καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αόριστου χρόνου. Από τις παραπάνω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα κατά τη νομοθεσία ενός εκάστου κράτους μέλους και ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν, τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής αλλά παρέχεται στα κράτη - μέλη η ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρόβλεψη πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη. Κατά το άρθρ. 2 της πιο πάνω Οδηγίας παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο αυτής μέχρι την 10-7-2001 με δυνατότητα παράτασης μέχρι την 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκαμε χρήση η Ελλάδα. Τελικά δε, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία εκδόθηκαν το ΠΔ 81/2003 για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και το ΠΔ 164/2004 που αφορά αποκλειστικά τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στα άλλα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, ισχύουν δε από της δημοσιεύσεώς των στην ΕτΚ (2-4-2003 και 19-7-2004). Κατά το άρθρ. 5 του τελευταίου αυτού διατάγματος "απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και επικαλούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του επόμενου αριθμού". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρ. 7 του ίδιου Π.Δ. η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν ενόλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Στο άρθρ. 11 του ίδιου ΠΔ περιλήφθηκαν μεταβατικές ρυθμίσεις για την τύχη των διαδοχικών συμβάσεων που είχαν συναφθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας (10-7-2002) μέχρι την προσαρμογή αυτή και ήταν ενεργές μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ., ορίσθηκε δε ότι οι συμβάσεις αυτές συνιστούν εφεξής συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρ. 5 του δ/τος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση. Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της κατά τα προεκτεθέντα προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στη Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, το άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής και μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΑΠ (Ολ. 20/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργάσθηκε αρχικά κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από το έτος 1984 μέχρι το έτος 1992 στη Διεύθυνση Αναδασώσεων Νομού ... του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η απασχόλησή του αυτή ήταν άτυπη και πραγματοποίησε συνολικά 1003,2 ημερομίσθια. Στη συνέχεια προσλήφθηκε από την ίδια Υπηρεσία του αναιρεσείοντος για να εργασθεί ως φύλακας αναδασώσεων στο φυτώριό της στη ... με τις παρακάτω συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου: ...αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και τις αντίστοιχες ... αποφάσεις του Νομάρχη ..., για κάλυψη, όπως αναφέρεται σε αυτές, εποχιακών αναγκών. Με τις εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ο αναιρεσίβλητος εργάσθηκε στο αναιρεσείον με την ως άνω ειδικότητα 1) από τις 13-5-1993 μέχρι 15-9-1993, 2) από τις 16-4-1994 μέχρι 31-7-1994, 3) από τις 1-9-1996 μέχρι 16-4-1997, 4) από τις 16-11-1998 μέχρι 15-7-1998, 5) από τις 6-9-1999 μέχρι 30-6- 2000, 6) από τις 18-10-2000 μέχρι 30-6-2001, 7) από τις 3-12- 2001 μέχρι 5-8-2002, 8) από τις 15-1-2003 μέχρι 28-9-2003, 9) από τις 8-6-2004 μέχρι 8-2-2005. Ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού των εκάστοτε προσλήψεων, ο αναιρεσίβλητος κατά τα άνω χρονικά διαστήματα των οκτώ μηνών έκαστο, εκτελούσε καθήκοντα φύλακα των αναδασώσεων, που ήταν η κύρια απασχόληση του, αλλά και εργάτη στα δασικά φυτώρια, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας αποδείξεως, "είναι ο μοναδικός φύλακας και με την απουσία του θα καταστραφούν τα δάση". Η ορισμένη διάρκεια των ως άνω συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχε αλλά ούτε από άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως. η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένου ή η εκτέλεση σωρρευθείσας ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας. Έτσι από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι, η ορισμένη χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πιο πάνω Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος έγινε με πρόθεση καταστρατηγήσεως των διατάξεων του Ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος της συμβάσεως ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς της και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας του αναιρεσιβλήτου να αποτελεί μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη λήξη της την 8-2-2005, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και λειτουργεί ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο του εθνικού δικαίου για την αποφυγή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Επί πλέον δε η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου που επιβάλλει ο Ν. 2190/1994 είναι αντίθετη με την προαναφερόμενη Οδηγία και δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920, του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση. Ακολούθως, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδέεται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου στο μέλλον. Με την παραπάνω κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 8 § 3 του Ν. 2112/1920, τις οποίες δεν έπρεπε να εφαρμόσει και των άρθρ. 103 §§2, 7 και 8 του Συντ., 21 του Ν. 2190/1994 και 5 και 11 του ΠΔ 160/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε αλλά ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρ. 22 του Ν. 3693/1957 και της ΥΑ 134423/1992. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 220/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Συμβασιούχος του Ελληνικού Δημοσίου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Μη δυνατότητα μετατροπής σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ(Ολ) 20/2007).
null
null
0
Αριθμός 425/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό, για αναίρεση της με αριθμό 29176/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 918/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) η ύπαρξη ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος κατά την έννοια του αστικού δικαίου αναφορικώς με την κυριότητα, β) περιέλευση του κινητού τούτου πράγματος στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη, που γίνεται είτε με σύμβαση (μίσθωσης, παρακαταθήκης, εντολής, κ.λ.π.) είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του από τον δράστη με την έννοια της ενσωμάτωσης αυτού στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή άρνηση απόδοσης αυτού στον ιδιοκτήμονα. Ως ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι από ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Έτσι δεν υφίσταται αδίκημα υπεξαιρέσεως, όταν το πράγμα ανήκει κατά κυριότητα στον φερόμενο ως δράστη, η δε κυριότητα σ' αυτόν περιήλθε κατά νόμιμο τρόπο, προβλεπόμενο από τις διατάξεις του ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία, δυνάμει συμβάσεως έργου, δίδεται σε εργολάβο από τον εργοδότη χωρίς επιφύλαξη ή όρο το χρηματικό ποσό για την αμοιβή του και αν αυτός δεν εκτέλεσε το έργο, διότι στην περίπτωση αυτή ο εργολάβος καθίσταται κύριος του χρηματικού ποσού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 932 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, κατά πιστή εδώ μεταφορά, τα ακόλουθα περιστατικά: "Στον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του και ειδικότερα, διατηρώντας γραφείο κατασκευών, επισκευών και ανακαινίσεων κτιρίων επί της οδού ..., κατάρτισε με την εγκαλούσα ..., με το από... ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση έργου με την οποία ανέλαβε (ως εργολάβος) να εκτελέσει διάφορες εργασίες ανακαίνισης στο επί της οδού ..., διαμέρισμα της εγκαλούσας (ως εργοδότριας) που του τις ανέθεσε έναντι συνολικής αμοιβής ποσού 6.300 ευρώ, από το οποίο του κατέβαλε ως προκαταβολή 4.000 ευρώ, όμως στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ούτε τις συμφωνημένες εργασίες εκτέλεσε ούτε το πιο πάνω ποσό απέδωσε στην εγκαλούσα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας αλλά το παρακράτησε παράνομα και με πρόθεση και το ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία, διαπράττοντας κατά αυτόν τον τρόπο το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ". Περαιτέρω, σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι "Στην ...στις ... ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Και συγκεκριμένα διατηρών γραφείο κατασκευών, επισκευών και ανακαινίσεως κτιρίων επί της οδού ...ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 4.000 ευρώ που παρέλαβε από την εγκαλούσα... δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, προκειμένου να εκτελέσει διάφορες εργασίες στο επί της οδού ..., διαμέρισμα της εγκαλούσας, το οποίο ποσό, παρότι δεν εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες, δεν απέδωσε στην εγκαλούσα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, αλλά παρακράτησε, ενσωματώνοντάς το στην ατομική του περιουσία". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προπαρατέθηκε, συγχρόνως δε παρεβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ που εφήρμοσε. Ειδικότερα υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως καθόσον ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι το ποσόν των 4.000 ευρώ συνιστά προκαταβολή της εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσείοντος και άρα ότι τούτο περιήλθε σ' αυτόν κατά κυριότητα, στο διατακτικό το ίδιο ποσόν χαρακτηρίζεται ως ξένο για τον αναιρεσείοντα, δηλαδή γίνεται ταυτοχρόνως δεκτό ότι η κυριότητα του χρηματικού αυτού ποσού δεν περιήλθε στον αναιρεσείοντα, αντίφαση η οποία ασκεί επιρροή επί της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της ένδικης αιτήσεως (αν και προβάλλονται με άλλη αιτίαση και όχι την ανωτέρω αντίφαση) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθ. 29176/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση. Καταδικαστική απόφαση. Ξένο κινητό πράγμα δεν είναι το χρηματικό ποσό που δόθηκε ως προκαταβολή στον εργολάβο για την εκτέλεση σύμβασης έργου που δεν εκτέλεσε. Αναιρεί και παραπέμπει.
Υπεξαίρεση
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
2
Αριθμός 426/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. σωματειακής μορφής με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ-ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ. -Α.Τ.), το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2294/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5964/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, με το άρθρ. 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του ΒΔ της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου. Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρ. 12 εδ. β του Εισ.ΝΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας" κατά το άρθρ. 2 αυτού και ισχύουν ήδη υπό το καθεστώς του νόμου 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", κατά το άρθρ. 4 του οποίου σκοπός της συνδικαλιστικής οργάνωση είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της. Έτσι, τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία. Οι διατάξεις δε των καταστατικών τους, ως δηλώσεις ιδιωτικής βούλησης, δεν θέτουν κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, δεν υπάγονται δηλαδή στην έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου" και συνεπώς η παραβίασή του δεν ιδρύει του από το αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ λόγους αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως επικουρικώς ασφαλισμένη στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αλληλοβοηθητικό Ταμείο, με την ένδικη αγωγή της ζητούσε τη χορήγηση του επικουρικού μηναίου βοηθήματος από την επόμενη της αποχωρήσεως της από την εργοδότρια Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή από 1-5-99 και όχι από 1-10-2005, που αποφάσισε το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για χορήγηση του επικουρικού βοηθήματος θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρ. 22 παρ. 1β εδ. αα' και 28 εδ. α' περ. γ' του καταστατικού, κατ' εφαρμογή δε αυτών το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου αποφάνθηκε ότι έπρεπε να χορηγηθεί από 1-10-2001 και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο μέρος και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα μέρη, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις ρητώς μνημονευόμενες διατάξεις του καταστατικού του αναιρεσιβλήτου αλληλοβοηθητικού σωματείου είτε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ή με τη μη εφαρμογή τους είτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις άνω διατάξεις του καταστατικού, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο αναιρετήριο. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού το καταστατικό δεν περιλαμβάνεται στη έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου" κατά τα άνω και οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν τους λόγους αυτούς αναιρέσεως. Ομοίως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση της παραβάσεως του αρθρ1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι με την επίκληση των διαλαμβανομένων πλημμελειών, που πάντως δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα:Η αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος την 1-2-1961 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως καθαρίστρια και απασχολήθηκε έκτοτε στα υποκαταστήματα της Τράπεζας στη νήσο ... μέχρι την 3-4-1999. Ήταν ασφαλισμένη για κύρια σύνταξη στο ΙΚΑ από το έτος 1967 και για επικουρική σύνταξη στο αναιρεσίβλητο Ταμείο από την 1-7-1979. Σύμφωνα με το αρθρ. 31 παρ. 2 του Οργανισμού Προσωπικού της Τράπεζας, η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας, που ήταν ορισμένο χρόνου, έληγε αυτοδικαίως την 1-10-1999, που η εργαζόμενη συμπλήρωνε το 62ο έτος της ηλικίας της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη καταγγελίας ή προειδοποίησης. Με την από 31-12-1998 αίτησή της προς τη Διεύθυνση Διοικητικού της Τράπεζας, που περιήλθε στην τελευταία την 26-1-1999, ζήτησε να παραμείνει επί τρίμηνο στην υπηρεσία της μέχρι να συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας για την πλήρη συνταξιοδότησή της από το ΙΚΑ. Μετά την πάροδο του τριμήνου και δη από 1-5-1999, η Τράπεζα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της απορρίπτοντας νέο αίτημα της εργαζομένης για περαιτέρω παραμονή της μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της. Η τελευταία άσκησε μάλιστα και αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων επικαλούμενη ακυρότητα της απολύσεώς της και ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Την 10-8-1999 υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ λόγω γήρατος. Κατά το άρθρ. 28 του από 3-7-1990 κατστατικού του αναιρεσιβλήτου το δικαίωμα χορήγησης του επικουρικού βοηθήματος αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα κατά τον οποίο αποχώρησε ο ασφαλισμένος από την υπηρεσία ή εκείνου κατά τον οποίο επήλθε ο θάνατος ή η αναπηρία του ή από την υποβολή της αιτήσεως, εφόσον θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 22 παρ. 1 περ. γ' του καταστατικού και εφόσον τα σχετικά δικαιολογητικά υποβληθούν εντός δύο μηνών από την υποβολή αιτήσεως, διαφορετικά από την ημέρα που θα υποβληθούν τα δικαιολογητικά. Κατά την τελευταία δε αυτή διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 1 περ. γ' (που από προφανή παραδρομή γίνεται παραπομπή στην περίπτωση γ', ενώ τέτοια δεν υπάρχει), οι ασφαλισμένοι του Ταμείου δικαιούνται επικουρικό βοήθημα κατά την περίπτωση β' αν αποχωρήσουν από την υπηρεσία των εργοδοτών που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 και δεν δικαιωθούν αμέσως κατά την αποχώρησή τους σύνταξη από τον Οργανισμό ή τον φορέα που είναι ασφαλισμένοι αλλά έχουν συμπληρώσει οποτεδήποτε χρόνο ασφάλισης είκοσι (20) ετών συνολικά (για τις γυναίκες σε συνδυασμό με το αρθρ. 24 παρ. 1 περ. α). Από το γράμμα του άρθρου 28, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι αυτό ρυθμίζει τις παρακάτω διαφορετικές περιπτώσεις αναφορικά με την έναρξη του δικαιώματος χορήγησης βοηθήματος, α) έναρξη από την πρώτη του επόμενου μήνα κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία του, εφόσον πρόκειται για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω γήρατος, β) έναρξη από τον χρόνο επελεύσεως του θανάτου ή της αναπηρίας και γ) έναρξη από τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως εφόσον το συνταξιοδοτικό δικαίωμα λόγω γήρατος θεμελιώνεται σύμφωνα με το αρθρ. 22 παρ. 1 περ. β του καταστατικού του Ταμείου κι εφόσον τα σχετικά δικαιολογητικά υποβληθούν εντός διμήνου, διαφορετικά από την ημέρα υποβολής των δικαιολογητικών. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 22 περιλαμβάνει δύο περιπτώσεις η πρώτη των οποίων αναφέρεται στη δυνατότητα θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος με την αποχώρηση από την υπηρεσία και ταυτόχρονη λήψη της κύριας συντάξεως και η δεύτερη στη δυνατότητα θεμελιώσεως συνταξιοδοτικού δικαιώματος με την αποχώρηση από την υπηρεσία και πριν την άμεση λήψη της κύριας συντάξεως, εφόσον έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον 20ετία στην ασφάλιση του ενδιαφερόμενου ή και των λοιπών προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή. Το αναιρεσίβλητο, στο οποίο η εργοδότρια τράπεζα κοινοποίησε την υποχρεωτική αποχώρηση της αναιρεσείουσας, με την από 21-7-1999 επιστολή του κάλεσε την τελευταία να ρυθμίσει τα τυο συνταξιοδοτικού της δικαιώματος, προκειμένου να της χορηγηθεί το επικουρικό βοήθημα υποβάλλοντας τα σχετικά δικαιολογητικά εντός της προβλεπόμενης από το καταστατικό δίμηνης προθεσμίας. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε την από 7-9-1999 αίτηση για χορήγηση του μηναίου επικουρικού βοηθήματος, γνωστοποιώντας συγχρόνως στο αναιρεσίβλητο Ταμείο ότι εκκρεμούσε αγωγή για ακυρότητα της απολύσεώς της, χωρίς όμως να προσκομίσει την απόφαση απονομής συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα (το ΙΚΑ), αφού, λόγω της εκκρεμότητας της αγωγής, δεν είχε οριστικοποιηθεί η αποχώρησή της από την υπηρεσία και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η έκδοση αποφάσεως συνταξιοδότησής της πριν τουλάχιστον από τον οριστικό τερματισμό της δικαστικής αυτής εκκρεμότητας. Ακολούθως, συνεχίζει το Εφετείο, δημοσιεύθηκε η 1187/31-5-2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ακυρότητας της απόλυσής της και την 5-10-2000 εκδόθηκε η 14346 απόφαση του Διευθυντή Υποκ/τος Συντάξεων ... ΙΚΑ, με την οποία της απονεμήθηκε σύνταξη λόγω γήρατος από 10-8-1999. Η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεως ένδικων μέσων κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 11-2-2002 και την 21-2-2002 υπέβαλε σχετική αίτηση στο αναιρεσίβλητο Ταμείο γνωστοποιώντας τη δήλωση παραιτήσεως αλλά χωρίς να προσκομίσει και την απόφαση συνταξιοδότησης από το ΙΚΑ. Το αναιρεσίβλητο με το ... έγγραφό του κάλεσε την αναιρεσείουσα να εξαγοράσει τον υπόλοιπο χρόνο για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης 20ετίας, αφού είχε συμπληρώσει 16 χρόνια και 3 μήνες υπηρεσίας, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμα καταβολής βοηθήματος κατά τις διατάξεις του αρθρ. 22 παρ. 1 περ. β' του καταστατικού και να προσκομίσει τα αναφερόμενα συμπληρωματικά δικαιολογητικά, πράγμα που η αναιρεσείουσα έκαμε τη 17-4-2002. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δέχθηκε το Εφετείο, το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για τη λήψη επικουρικού βοηθήματος θεμελιώνεται στις διατάξεις των αρθρ. 22 παρ. 1 περ. β' εδ. αα' και 28 εδ. α περ. γ'του καταστατικού, εφόσον αυτή δεν δικαιώθηκε αμέσως σύνταξη από το ΙΚΑ λόγω της εκκρεμότητας της αγωγής περί ακυρότητας της απολύσεώς της με συνακόλουθο την έναρξη χορήγησης του βοηθήματος από την υποβολή της αίτησης, διαφορετικά από την ημερομηνία υποβολής των δικαιολογητικών. Η αναιρεσείουσα όμως, όπως αποδείχθηκε, δεν μπόρεσε να υποβάλει στο αναιρεσίβλητο Ταμείο εμπροθέσμως, δηλαδή εντός δύο μηνών από την υποβολή της αίτησή της την 7-9-1999, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κυρίως την απόφαση απονομής συντάξεως του ασφαλιστικού της φορέα (ΙΚΑ), αφού η έκδοση της αποφάσεως αυτής προϋπέθετε την οριστικοποίηση της αποχώρησής της από την υπηρεσία, η οποία εξαρτάτο από την πορεία της δικαστικής διενέξεως με την εργοδότρια Τράπεζα, που η ίδια η εργαζομένη είχε προκαλέσει και για τον λόγο αυτό η καθυστέρηση εκδόσεως της αποφάσεως για συνταξιοδότησή της από το αναιρεσίβλητο οφείλεται σε υπαιτιότητα της ίδιας. Η αναιρεσείουσα υπέβαλε τα δικαιολογητικά στο αναιρεσίβλητο μαζί με την απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ για την απονομή συντάξεως και την εξαγορά του υπολειπόμενου για τη συμπλήρωση 20ετίας χρόνου υπηρεσίας την 17-4-2002. Έτσι, κατέληξε το Εφετείο, εφόσον τόσο η καθυστέρηση εκδόσεως της αποφάσεως συνταξιοδότησης του κύριου φορέα της αναιρεσείουσας όσο και η περαιτέρω καθυστέρηση ενημέρωσης του αναιρεσιβλήοτυ για την έκδοση αυτής (αποφάσεως) και στη συνέχεια η καθυστερημένη πέραν του διμήνου, από την υποβολή της αίτησης προς το αναιρεσίβλητο, υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών για τη χορήγηση του επικουρικού βοηθήματος, οφείλονται σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, δοθέντος ότι η ενημέρωση του αναιρεσιβλήτου για την έκδοση της αποφάσεως συνταξιοδότησης του κυρίου ασφαλιστικού φορέα δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις της Τράπεζας, όπως αυτές εξειδικεύονται στο άρθρ. 13 παρ. 2 του καταστατικού, πρέπει να ληφθεί ως ημέρα έναρξης του επίδικου βοηθήματος η 1-10-2001, δηλαδή έξι μήνες αναδρομικά από την 17-4-2002, που υποβλήθηκαν τα τελευταία δικαιολογητικά, σύμφωνα με το αρθρ. 30 παρ. 5 του καταστατικού, η ημερομηνία δηλαδή που όρισε το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου. Αφού δε εξαφάνισε την πρωτοδίκη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι ως ημέρα ενάρξεως του επικουρικού βοηθήματος έπρεπε να ορισθεί η 5-10-2000, που εκδόθηκε η απόφαση συνταξιοδότησής της από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που περιήλθε σε γνώση του αναιρεσιβλήτου στα πλαίσια υποχρέωση της Τράπεζας απέναντί του, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, αφού προβαίνει σε συλλογισμούς για να διαγνώσει την έννοια των κρίσιμων διατάξεων του προαναφερθέντος καταστατικού, που έχουν συμβατικό χαρακτήρα και ειδικότερα, προκειμένου να κρίνει περί του ποίες προϋποθέσεις πληρούσε η ασφαλισμένη για την χορήγηση του επικουρικού βοηθήματος, δηλαδή σε ποία από τις ρυθμιζόμενες κατά τα άνω περιπτώσεις συνταξιοδότησης υπαγόταν, ενόψει του γεγονότος ότι εκκρεμούσε αγωγή της περί ακυρότητας της απολύσεώς της κατά τον χρόνο που υπέβαλε την αίτηση για συνταξιοδότηση και την επίδραση που τυχόν ασκούσε η αγωγή αυτή στη λήψη του επικουρικού βοηθήματος, και αφού, όπως δέχθηκε η αναιρεσείουσα δικαιώθηκε συντάξεως από τον κύριο ασφαλιστικό τους φορέα (ΙΚΑ) από 10-8-1999, δηλαδή πριν από την υποβολή της αίτησης (7-9-1999) προς το αναιρεσίβλητο Ταμείο, εν τούτοις δεν προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών για να ανεύρει την αληθινή έννοια των συμβατικών αυτών όρων, παραθέτοντας και τα πραγματικά στοιχεία που στηρίζουν την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, αλλά προχώρησε στην εφαρμογή των παραπάνω συμβατικών όρων χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες. Επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, κατά τις βάσιμες σχετικές αιτιάσεις του πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 5964/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ταμείο Αλληλοβοήθειας Προσωπικού Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας και Άλλων Τραπεζών - Νομική φύση. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων περί δικαιοπραξιών.
null
null
0
Αριθμός 415/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεο-παγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 25 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., υπηκόου Μαυροβουνίου, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της με αριθμό 95/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Κροατίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την από 17.12.2009 και με αριθμό 220 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Ευγενίας Καλλιντέρη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/2010. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκκαλούντα - εκζητούμενο, ο οποίος ζήτησε, δια του διερμηνέως, όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη έφεση ως προς την ποινή που επεβλήθη στον εκζητούμενο για το έγκλημα της αποφυγής τελωνειακού ελέγχου και να απορριφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού, επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση στο Β' Τμήμα του Αρείου Πάγου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης, για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών. Επομένως, η υπό κρίση από 17.12.2009 με αριθ. εκθ. 220/2009 έφεση του ..., ενώπιον της Γραμματέα Εφετών Αθηνών κατά της 95/2009 απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του στις δικαστικές αρχές της Κροατίας προς έκτιση ποινής φυλάκισής του έξι (6) ετών, που του επιβλήθηκε με την Κ-60/03 από 29.1.2009 ερήμην απόφασης του Κομητειακού Δικαστηρίου της Rijeka, της Δημοκρατίας της Κροατίας για τις αξιόποινες πράξεις της αποφυγής τελωνειακού ελέγχου, της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών και της πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (αυθημερόν) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 436 ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων, ήτοι των άρθρων 437 - 456 ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Τέτοια σύμβαση, την οποία έχουν κυρώσει η Ελλάδα την 6.5.1961 με το νόμο 4165/1961 και η Κροατία την 25.1.1995 και ισχύει από 25.4.1995 είναι η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως και διέπει έκτοτε το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των κρατών τούτων. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής "έκδοσις ενεργείται δια πράξεις κολασίμους υπό των Νόμων του αιτούντος Μέρους και του Μέρους παρ' ού αιτείται η έκδοσις, αίτινες τιμωρούνται δια ποινής στερήσεως της ελευθερίας ή δια μέτρου ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή αυστηροτέρας ποινής. Οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη εις ποινήν ή επεβλήθη μέτρο ασφαλείας εις το έδαφος του αιτούντος Μέρους η απαγγελθείσα κύρωσις δέον να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριον". Κατά δε το άρθρο 5 της Σύμβασης, προκειμένου περί φορολογικών παραβάσεων (τελών, φόρων τελωνείων, συναλλάγματος), η έκδοση χωρεί μόνο εφόσον συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για κάθε παράβαση ή κατηγορία πράξεων. Ήδη όμως ισχύει η Διεθνής Σύμβαση Schengen στην οποία έχει προσχωρήσει η Ελλάδα (ν. 2514/1997, βλ. Ανακοιν. Υπ. Εξωτ. περί της ισχύος της αρ. Φ.0546/40/ΑΣ 784/μ 4244/16.11.1998 - ΦΕΚ Α' 262/27.11.1998), με το άρθρο 63 της οποίας σε συνδυασμό με το άρθρο 50 παρ. 1 αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδίδουν μεταξύ τους τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς και για τις αξιόποινες πράξεις παραβιάσεως των διατάξεων εν γένει περί φόρων καταναλώσεως φόρων προστιθέμενης αξίας και τελωνειακών δασμών. Εξ άλλου δε κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 της άνω Σύμβασης της 13.12.1957 "η αίτησις θέλει διατυπωθεί εγγράφως και υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού. Δι' απευθείας συνεννοήσεως δύναται να συμφωνηθεί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Μερών έτερον μέσον. Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθεί α) το πρωτότυπον ή επίσημον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλματος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, εκδιδομένη κατά τους τύπους τους καθοριζομένους υπό της Νομοθεσίας του αιτούντος Μέρους, β) έκθεσιν των αξιοποίνων πράξεων δι' άς ζητείται η έκδοσις, του τόπου και χρόνου διαπράξεως του κατά Νόμον χαρακτηρισμού και της παραπομπής εις τας νομοθετικάς διατάξεις, αίτινες έχουσιν εφαρμογήν και αίτινες δέον να εμφαίνωνται κατά το δυνατόν ακριβέστερον, γ) αντίγραφον των προβλεπουσών την πράξιν διατάξεων ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, δήλωσιν περί του εφαρμοστέου δικαίου, ως και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος χαρακτηρισμός του καταζητουμένου ατόμου και πάσα ετέρα πληροφορία δυναμένη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα τούτου". Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και τα εκτεθέντα δια διερμηνέως στο ακροατήριο τούτο από τον παραστάντα εκζητούμενο, που ομιλεί την σερβική γλώσσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα: Με την από 1.9.2009 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Κροατίας, που υποβλήθηκε στις Ελληνικές Αρχές με το ... έγγραφό του, ζητείται η έκδοση στις δικαστικές αρχές της Κροατίας του .., υπηκόου Μαυροβουνίου, που γεννήθηκε στις 15.5.1952 στην περιοχή ..., προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών, που του έχει επιβληθεί με την Κ - 60/03/29.1.2009 απόφαση του Δικαστηρίου Rijeka Kροατίας, ερήμην του, για τις πράξεις της αποφυγής τελωνειακού ελέγχου, της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών και της πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων, που αυτός τέλεσε στην Κροατία κατά το δεύτερο ήμισυ του 2002 και προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 298 (3), 335 (2) και 312 (1) και (2) του Ποινικού Κώδικα της Δημοκρατίας της Κροατίας ως και από τις διατάξεις των άρθρων 155 του ν.2960/2001, 7 του ν.2168/1993 και 216 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα. Όλες δε οι πράξεις αυτές τιμωρούνται από τις άνω διατάξεις του αλλοδαπού τούτου και του Ελληνικού δικαίου με ποινές φυλάκισης το ανώτατο όριο των οποίων είναι μεγαλύτερο από ένα έτος. Προς υποστήριξη της αίτησης αυτής προσκομίζονται τα κατά το άνω άρθρο 12 της σύμβασης απαιτούμενα έγγραφα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα αντίγραφο της άνω καταδικαστικής αλλοδαπής απόφασης, από την οποία προκύπτει ότι ο άνω εκζητούμενος καταδικάσθηκε για τις άνω αξιόποινες πράξεις σε ποινή φυλάκισης έξι (6) ετών, η οποία είναι εκτελεστή κατά το Κροατικό Δίκαιο όπως προκύπτει από τη συνημμένη σε αυτή απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου με την οποία διατάσσεται η προσωρινή κράτηση τούτου (εκζητουμένου) σε εκτέλεση της καταδικαστικής της διάταξης. Από την απόφαση αυτή και τα σχετικά έγγραφα προκύπτουν οι άνω αξιόποινες πράξεις κατά τόπο και χρόνο διαπράξεως από τον εκζητούμενο, προσκομίζονται δε και οι άνω διατάξεις του αλλοδαπού τούτου δικαίου, που προβλέπουν τις αξιόποινες αυτές πράξεις. Περαιτέρω η ταυτότητα του εκκαλούντος και παραστάντος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βούλευμα) και ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου διακριβώθηκε πλήρως, είναι δε εκείνος του οποίου ζητείται η έκδοση και καταδικάσθηκε με την άνω αλλοδαπή απόφαση και ήδη κρατείται στην Ελλάδα με βάση το υπ' αριθ. 4/2009 ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε νόμιμος λόγος που εμποδίζει την εκτέλεση των ποινών για τις πράξεις της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών και της πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων, ούτε ότι η προκειμένη έκδοσή του ζητείται για πολιτικούς λόγους ουδέ ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί με σκοπό την δίωξη ή τιμωρία του εκκαλούντος για τα πολιτικά του φρονήματα ή ότι αυτός θα καταδιωχθεί από τις αρχές της Κροατίας για πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοση, όπως αόριστα υποστηρίζει ο εκκαλών αφού δεν επικαλείται ο ίδιος ούτε προέκυψαν συγκεκριμένα περιστατικά για την πολιτική του δράση". Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού του ότι η άνω απόφαση δεν είναι εκτελεστή, αφού ως ελέχθη είναι εκτελεστή και δεν απαιτείται να είναι και αμετάκλητη (ΑΠ 1658/2002) άλλωστε δε δεν προσεκόμισε κανένα στοιχείο ότι έχει κατ' αυτής ασκήσει έφεση, αφού και αν είχε ασκήσει έφεση δεν ανατρέπεται το εκτελεστό της απόφασης αυτής, ούτε αποδείχθηκε ότι για τις ίδιες πράξεις εκκρεμούν σε βάρος του κατηγορίες στην πατρίδα του (Μαυροβούνιο). Συνεπώς, συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες για την έκδοση τούτου θετικές κατά τη Σύμβαση και τον ΚΠΔ προϋποθέσεις και ελλείπουν τα κωλύματα προς έκδοσή του κατά τη Σύμβαση αυτή και το άρθρο 438 ΚΠΔ όσον αφορά την εκτέλεση των ποινών που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο για τις δύο πράξεις της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών και της πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της έφεσης ως αβασίμων κατ' ουσίαν. Όσον όμως αφορά την αιτουμένη έκδοση προς εκτέλεση και της ποινής για την αποφυγή του τελωνειακού ελέγχου, πράξη η οποία κατά τον Ελληνικό Νόμο χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία (άρθρ. 155 παρ. 2β'ν. 2960/2001), δεν επιτρέπεται η έκδοση, σύμφωνα με το άνω άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως διότι μέχρι σήμερα αντίθετη συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Κροατίας δεν έχει συναφθεί. Εξ άλλου ούτε τα άρθρα 50 και 59 - 66 της Διεθνούς Συμβάσεως Schengen, με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση εκδόσεως εγκληματιών για όλες τις παραβάσεις τελωνειακών δασμών, έχουν εφαρμογή την προκειμένη περίπτωση καθόσον η Σύμβαση αυτή έχει μεν κυρωθεί από την Ελλάδα με το νόμο 2514/1997 δεν έχει όμως κυρωθεί και από την Κροατία. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών κατά το μέρος, που με την προσβαλλόμενη απόφαση (95/2009) γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω προς εκτέλεση των ποινών για τις πράξεις της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών και πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων ορθώς τη Σύμβαση και τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, ενώ έσφαλε γνωμοδοτώντας υπέρ της έκδοσης και για την ποινή που επιβλήθηκε στον εκζητούμενο για την άνω πράξη της αποφυγής του τελωνειακού ελέγχου (άρθρ. 298 παρ. 3 του ΠΚ της Κροατίας) και κατά τούτο, αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου ως θέματος νομικού, πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Για τους λόγους αυτούς Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την 95/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών μόνο κατά το μέρος που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος για εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε σε αυτόν με την Κ-60/)3/29.1.2009 απόφαση του Δικαστηρίου της Rijeka Κροατίας για την πράξη της αποφυγής τελωνειακού ελέγχου. Απορρίπτει την έφεση κατά τα λοιπά και δή κατά το μέρος που με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος προς εκτέλεση των λοιπών ποινών που επιβλήθηκαν στον εκζητούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατοχής όπλων και εκρηκτικών και πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων με την ίδια ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου της Rijeka Κροατίας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση. Δέχεται εν μέρει ως προς την πράξη της αποφυγής τελωνειακού ελέγχου. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
Έκδοση
Έκδοση.
0
Αριθμός 416/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 3449/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2 σύζυγο Ψ1, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Οκτωβρίου 2009 τέσσερις αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1524/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 70, 71, 72 και 73/27/10/2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ, και 4) Χ4 κατά της υπ' αριθμ. 3449/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη και εκτιμήθηκαν. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης της απόφασης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος με πειθώ και φορτικότητα, παραινέσεις και συμβουλές έπεισε τον συγκατηγορούμενό του να καταθέσει τα ψευδή περιστατικά που κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τα οποία κατ' είδος μνημονεύει ότι αποδείχθηκε ότι "οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, με την ηθική αυτουργία του πρώτου, διέπραξαν το έγκλημα της ψευδορκίας. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: 1) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον των Ανθυπαστυνόμων ..., ανακριτικών υπαλλήλων του ΤΟΤΑ ... που διενεργούσαν αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση για τροχαίο ατύχημα, κατέθεσε μεταξύ άλλων ενόρκως τα εξής: "....πλησίασα (τον Χ1) ο οποίος μου είπε "κύριε ... πετάχτηκαν απότομα μπροστά μου δύο άτομα που βγήκαν από το μπαράκι, επέστρεψα στο σημείο. Εκεί άκουσα τους παρευρισκόμενους να λένε ότι οι νεαροί (ο θανών Ζ και ο τραυματισθείς εκ του τροχαίου ατυχήματος Ξ) ήταν μεθυσμένοι και πετάχτηκαν απότομα στην πορεία του αυτοκινήτου". Τα ανωτέρω αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο ήταν εν γνώσει του ψευδή, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο Χ1(πρώτος κατηγορούμενος) και δράστης του τροχαίου ουδέποτε ανέφερε στον εν λόγω κατηγορούμενο την παραπάνω φράση, καθώς ο ίδιος είχε καταθέσει ότι δεν είχε αντιληφθεί εξ αρχής ότι παρέσυρε με το όχημά του τους παθόντες, οι οποίοι έβαιναν πεζοί σε χωμάτινο έρεισμα δίπλα της Επαρχιακής οδού... και δεν εξέρχονταν από κέντρο διασκέδασης(μπαρ), δεν εισήλθαν απότομα στην πορεία του Χ1, και επιπροσθέτως δεν ήταν μεθυσμένοι, ενώ οι εικασίες που φέρεται ότι άκουσε από παρευρισκόμενους ο κατηγορούμενος δεν ειπώθηκαν ποτέ, διότι δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες του τροχαίου ατυχήματος που να είχαν δει τη παράσυρση, πλην των ιδίων παθόντων, 2) ο τρίτος κατηγορούμενος, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας για τις συνθήκες του άνω τροχαίου ατυχήματος από τους Ανθυπαστυνόμους ..., ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "....Είδα δύο νεαρούς (Ζ και Ξ) οι οποίοι φαίνονταν ευδιάθετοι. Σε κάποια στιγμή οι εν λόγω νεαροί εντελώς ξαφνικά πετάχτηκαν στο δρόμο, όπου τους παρέσυρε ένα αυτοκίνητο που κινούνταν προς .... Εγώ πήγα στον τόπο του ατυχήματος και έδωσα το όνομα μου στον οδηγό του αυτοκινήτου που χτύπησε τους πεζούς". Τα ανωτέρω ήταν ψευδή, αφού ο ίδιος δεν ήταν στο σημείο του ατυχήματος, και συνεπώς δεν μπορούσε να δει τους παθόντες, ούτε έδωσε τα στοιχεία του στον Χ1, ο δε τελευταίος και οι παθόντες - πεζοί ως αποδείχθηκε, βάδιζαν σε χωμάτινο έρεισμα της οδού ...) και δεν εισήλθαν απότομα στην οδό, είχαν δε κατεύθυνση προς ... και όχι προς ..., και 3) ο τέταρτος κατηγορούμενος, ενώπιον της ..., αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων του ΤΟΤΑ ... που διεξήγαγαν αστυνομική προανάκριση για τις συνθήκες του άνω τροχαίου ατυχήματος, κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας τα εξής, μεταξύ άλλων: "... Περίπου είκοσι (20) μέτρα πιο κάτω(από το σημείο της παράσυρσης των πεζών) είχε σταματήσει το όχημα που ενεπλάκη στο ατύχημα". Το περιεχόμενο αυτό της κατάθεσης του ήταν ψευδές εν γνώσει, ενώ η αλήθεια είναι ότι το όχημα του Χ1, που παρέσυρε τους πεζούς, είχε ακινητοποιηθεί 50 μέτρα τουλάχιστον πιο μακριά από το σημείο της παράσυρσης. Τούτο δε παρά το ότι αποτελεί εκτίμηση και όχι γεγονός, προϋποθέτει τη παρουσία του εν λόγω μάρτυρα στο ατύχημα, που όμως από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε και συνεπώς η κατάθεση του θεωρείται ψευδής εξ αίτιας αυτού. Με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω περιστατικά, πρέπει οι εν λόγω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι του αδικήματος της ψευδορκίας, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό της παρούσας, αφού αυτοί κατέθεσαν ενόρκως γεγονότα που όμως αποδείχθηκαν ψευδή, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του δευτέρου κατηγορουμένου ως αβασίμου. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρες της ελευθερίας ποινές, και ειδικότερα με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξαν. Συγκεκριμένα με προτροπές και παραινέσεις, έπεισε τους προαναφερθέντες κατηγορουμένους, την 16/9/2002, την 10/10/2002 και την 20/9/2002, αντίστοιχα, να καταθέσουν ενόρκως ψευδώς τα παραπάνω διαλαμβανόμενα περιστατικά στους ανακριτικούς υπαλλήλους που διερευνούσαν τις συνθήκες του τροχαίου ατυχήματος που συνέβη την 2/8/2002 στην Επαρχιακή οδό ..., προκειμένου να μην κριθεί ο ίδιος υπαίτιος αυτού. Συνεπώς και αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α και 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Εξ άλλου το δικαστήριο παραθέτει με λεπτομέρεια στο σκεπτικό του, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό του, τα στοιχεία από τα οποία συνήγαγε την μη παρουσία των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων στον τόπο του τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα την 2/8/2002, ενώ αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο των εν λόγω αναιρεσειόντων σχετικά με την διάπραξη του εγκλήματος της ψευδορκίας μαρτύρων παραθέτοντας τα περιστατικά που δικαιολογούν την γνώση τους αυτή. Τέλος η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο πρώτος των αναιρεσειόντων προκάλεσε στους αυτουργούς την απόφαση να τελέσουν τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μαρτύρων, επιπλέον δε διαλαμβάνει και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο ανωτέρω ηθικός αυτουργός προκάλεσε σε εκείνους την απόφαση αυτή, αιτιολογώντας με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του σχετικά με την διάπραξη της ηθικής αυτουργίας. Επομένως, ο σχετικός και μοναδικός λόγος αναιρέσεως των αιτήσεων των αναιρεσειόντων από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του ισχυρισμού που πρόβαλε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, γιατί ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης στα οποία έχει καταχωρηθεί, (συνιστάμενος συνοπτικώς στην άρνηση τελέσεως της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος), δεν έτεινε στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην μείωση του ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, δεν ήταν δηλαδή αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός Επομένως η ειδικότερη αιτίαση που προβάλλεται από τον εν λόγω αναιρεσείοντα με την αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως ως αβάσιμες, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 27/10/2009 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3449/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πράξεις: 1) Ψευδορκία μάρτυρα και 2) ηθική αυτουργία σ' αυτή. Μοναδικός λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Απορρίπτεται.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 413/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτόπουλο, για αναίρεση της 916, 917, 918/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Αυγούστου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, ως και στο από 29 Δεκεμβρίου 2009, δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για ψευδή καταμήνυση πρέπει να εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποβολή της μήνυσης ή της αναφοράς ενώπιον της αρχής, την καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη, την γνώση της αναλήθειας των καταγγελλόμενων περιστατικών από το δράστη και τον σκοπό αυτού να προκληθεί καταδίωξη του ψευδώς καταγγελλόμενου προσώπου, ενώ επί καταδίκης για ψευδορκία πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται τα ψευδή και τα αληθή περιστατικά και από που προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα αληθινά, δηλαδή ότι τελούσε εν γνώσει της αναληθείας και να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο κατέληξε στην περί τούτου κρίση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την επισκοπούμενη παραδεκτώς προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στις αναιρεσείουσες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και κατ εξακολούθηση ψευδορκίας (πρώτη) και ψευδορκίας (δεύτερη): Οι κατηγορούμενες και η μηνύτρια είχαν αντιδικία πολλών ετών σχετικά με τα όρια των όμορων ιδιοκτησιών τους στη ..., συνεπεία των οποίων έχουν ασκηθεί εκατέρωθεν πολλές αγωγές και μηνύσεις. Την 23-2-2000 εκδικάσθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Ναυπλίου υπόθεση με κατηγορουμένη την νυν κατηγορουμένη Χ2 για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, με την οποία η τελευταία κρίθηκε ένοχη για τις πράξεις αυτές. Συγκεκριμένα στην ψευδή καταμήνυση κατά της νυν μηνύτριας και αντιστοίχως στην ψευδορκία για τις οποίες κρίθηκε ένοχη η νυν κατηγορουμένη ανεφέροντο ότι η νυν μηνύτρια την 5-10-94 προέβη στην καταστροφή του στηθαίου που βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά της κειμένης στη θέση ... της ..., ιδιοκτησίας της, σπάζοντας αυτό σε μήκος 1,5 μέτρο περίπου, έτσι ώστε τμήμα αυτού να αποχωρισθεί από το υπόλοιπο, ενώ στη συνέχεια το τμήμα αυτό διαμόρφωσε, διαπλατύνοντάς το με τσιμέντο κατά 8 περίπου πόντους, με συνέπεια το πλάτος του να φθάσει τους 22 πόντους από 14 πόντους που ήταν αρχικά και να μην παρουσιάζεται πλέον ομοιόμορφο με το υπόλοιπο, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 232/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, όπως επίσης ότι κάτω από το στηθαίο και στην οπή που σχηματίζεται λόγω της διέλευσης του χωμάτινου υδραύλακος σε μήκος 1,5 μέτρο περίπου προς τη νοτιοανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας της νυν κατηγορουμένης είχε τοποθετήσει η νυν μηνύτρια πέτρες και τούβλα που είχε συνδέσει στερεώς με το στηθαίο, χρησιμοποιώντας τσιμέντο και ότι επί πλέον στη βόρεια όχθη του χωμάτινου υδραύλακος και σε μήκος 5 μέτρων από το ανατολικό άκρο αυτού προς δυσμάς έσκαψε αυτό και αφαίρεσε (η νυν μηνύτρια) το χώμα, με αποτέλεσμα να δια-πλατυνθεί η γράνα κατά 40 πόντους περίπου και να κινδυνεύσει η στατικότητα του στηθαίου στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ εγνώριζε ότι όλα τα καταγγελθέντα ήταν ψευδή. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προαναφερθείσας υπ' αριθμούς 199/2000 και 200/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου προσεκόμισε, μεταξύ άλλων, η κατηγορουμένη Χ2 την υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια της νυν μηνύτριας Ψ. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου δεν προσεβλήθησαν ως πλαστά, και επομένως αποδεικνύουν κατ' άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠολΔ όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, δηλαδή ότι η νυν κατηγορουμένη προσεκόμισε την ανωτέρω άδεια. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η υπ' αριθμόν Ψ οικοδομική άδεια έχει ανακληθεί με την υπ' αριθμόν ... απόφαση της Πολεοδομικής Υπηρεσίας ..., επειδή στηρίχθηκε σε εσφαλμένο ως προς τις διαστάσεις τοπογραφικό διάγραμμα... Ακολούθως η νυν κατηγορουμένη υπέβαλε την από 12-10-2001 μήνυση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης κατά της νυν μηνύτριας, στην οποία εξέθετε ότι η τελευταία "προσεκόμισε και κατέθεσε την προαναφερθείσα υπ' αριθμόν ... οικοδομική άδεια, εκδοθείσα από την Πολεοδομία ..., ήδη ανακληθείσα, πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια, και με τον τρόπο αυτό παραπλάνησε το πιο πάνω δικαστήριο. Το νοθευμένο αυτό έγγραφο ενσωματώθηκε στη δικογραφία της δίκης επί τής οποίας εξεδόθη η υπ' αρ. 199-200/2000 ανωτέρω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκα...". Με αφορμή την μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης σε βάρος της νυν μηνύτριας για πλαστογραφία μετά χρήσεως και για απάτη επί δικαστηρίου. Επί της μηνύσεως αυτής εξεδόθη το υπ' αριθμόν 22/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Σπάρτης, με το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της νυν μηνύτριας για τις πράξεις αυτές. Περαιτέρω ο Αντιεισαγγελέας του Εφετείου Ναυπλίου άσκησε έφεση κατά του ανωτέρω βουλεύματος επί της οποίας εξεδόθη το υπ' αριθμόν 208/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση και επικυρώθηκε το υπ' αρ. 22/2003 βούλευμα που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της Ψ (νυν μηνύτριας για τις πράξεις της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως και της απάτης επί δικαστηρίου. Αντιστοίχως η Ψ λόγω της ανωτέρω μηνύσεως και των αντιστοίχων ενόρκων καταθέσεων των νυν κατηγορουμένων υπέβαλε μήνυση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Οι κατηγορούμενες τέλεσαν η μεν πρώτη την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, η δε δεύτερη της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως οι πράξεις αυτές αναλυτικά αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως. Ειδικότερα όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμόν 119 και 200/2000 αποφάσεως του Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου την οικοδομική άδεια της Ψ προσεκόμισε η ίδια η κατηγορουμένη Χ2, έτσι δε είχε κριθεί αμετάκλητα και με τα προαναφερθέντα υπ' αριθμούς 22/2003 και 208/2003 βουλεύματα. Εξάλλου η υπόθεση που εκδικάσθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου την 23-2-2000 αφορούσε σπάσιμο τοιχείου σε μήκος 1,5 μ. και ακολούθως διαπλάτυνση του κατά 8 εκατοστά ώστε να μην παρουσιάζεται πλέον ομοιόμορφο με το υπόλοιπο, σύμφωνα με την υπ' αρ. 232/94 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, και σκάψιμο υδραυλικά και αφαίρεση χώματος με αποτέλεσμα να διαπλατυνθεί η γράνα κατά 40 εκατοστά, πράξεις που εφέρετο να έκανε η Ψ, και τις αναφερόμενες σε αυτές πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας, δηλαδή κατ' ουδένα τρόπο η προσκομιδή και κατάθεση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας θα μπορούσε να επιδράσει στην έκβαση της ανωτέρω δίκης. Εξάλλου πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η οικοδομική άδεια είχε ανακληθεί από το έτος 1990 ακριβώς επειδή στηρίχθηκε σε εσφαλμένο ως προς τις διαστάσεις τοπογραφικό διάγραμμα. Πλέον τούτων χαρακτηριστικό είναι ότι η μηνύτρια Ψ ουδεμία μνεία έκανε στη κατάθεσή της την 23-2-2000, ακριβώς επειδή δεν προσεκόμισε και δεν κατέθεσε αυτή την οικοδομική άδεια και ουδεμία επιρροή θα είχε στη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου η άδεια αυτή, ούτε άλλωστε γίνεται στο σκεπτικό της υπ' αριθμόν 119, 200/2000 απόφασης οποιαδήποτε μνεία αυτής της άδειας, και κατ' ακολουθίαν η καταδικαστική απόφαση εις βάρος της πρώτης κατηγορουμένης ουδεμία σχέση έχει με την άδεια αυτή. Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε η μηνύτρια Ψ, όπως εκρίθη αμετάκλητα με τα ανωτέρω υπ' αριθμούς 22/2003 και 208/2009 βουλεύματα, δεν ετέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και απάτης επί δικαστηρίου, πράξεις σχετιζόμενες όπως προαναφέρθηκε με την κατάθεση της ανωτέρω άδειας στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου την 23-2-2000. Εκτός αυτών οι προσθήκες λέξεως και αριθμών στην ανωτέρω οικοδομική άδεια ξεχωρίζουν και διαφοροποιούνται απόλυτα από το αρχικό γνήσιο περιεχόμενο της άδειας με γυμνό οφθαλμό και κατ' ουδένα τρόπο θα μπορούσαν οι προσθήκες αυτές να θεωρηθούν περιεχόμενο της επίμαχης οικοδομικής άδειας, δηλαδή ήταν τόσο κραυγαλέα η εκ των υστέρων προσθήκη τους, ώστε να αποκλείεται η παραπλάνηση οποιουδήποτε για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω είναι μεν αληθές ότι με την υπ' αριθμόν 602/2009 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου διετάχθη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί το αδίκημα της πλαστογραφίας της οικοδομικής άδειας από την Ψ και διεξήχθη αυτή από την πραγματογνώμονα γραφολόγο ... Η τελευταία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσθήκες στην άδεια έχουν γίνει από την Ψ. Όμως, όπως ρητώς αναγράφεται στην έκθεση του γραφολόγου ... που προσεκόμισε η ανωτέρω (Ψ), η πραγματογνωμοσύνη έγινε βάση φωτοτυπίας και όχι επί του πρωτοτύπου της υπό έλεγχο γραφής, πρακτική η οποία "αντιτίθεται πλήρως στα διεθνώς διδασκόμενα και διεθνώς αποδεκτά από τη δικαστική γραφολογία". Άλλωστε εάν ήθελε να επηρεάσει τη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου με την κατάθεση της ανακληθείσας και παραποιημένης άδειας η Ψ θα προσπαθούσε να μη διαφοροποιείται η προσθήκη από το αρχικό και γνήσιο περιεχόμενο της άδειας, ενώ στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία σχέση έχει ο γραφικός χαρακτήρας της προσθήκης με το γνήσιο περιεχόμενο. Επομένως τα αντίθετα αναγραφόμενα στην από 13-11-2001 μήνυση της πρώτης κατηγορουμένης κατατεθείσα στην ... ήσαν ψευδή, η κατηγορουμένη που η ίδια κατέθεσε την οικοδομική άδεια, γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν ήταν ψευδείς και ότι η μηνύτρια Ψ δεν είχε τελέσει τα αποδιδόμενα σ' αυτήν εγκλήματα και παρά ταύτα υπέβαλε την ψευδή καταμήνυση με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της ανωτέρω μηνύτριας. Επίσης στη ... η πρώτη κατηγορουμένη την 13-11-2001, ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μηνύτρια ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημ/κών Σπάρτης επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μηνύσεως ως αληθές αν και τελούσε εν γνώση του ψεύδους του και στις 15-7-2002 εξετάσθηκε ενόρκως ως μηνύτρια ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, κατέθεσε τα αναλυτικά στο διατακτικό αναγραφόμενα, τα οποία ήσαν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους. Επίσης η δεύτερη κατηγορουμένη εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης στη Σπάρτη την 15-7-2002 κατέθεσε ενόρκως τα αναλυτικά στο διατακτικό αναγραφόμενα, τα οποία ήσαν ψευδή, και αυτή (δεύτερη κατηγορουμένη) τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Πρέπει λοιπόν "να κηρυχθούν ένοχες οι κατηγορούμενες, η μεν πρώτη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, η δε δεύτερη κατηγορουμένη, αδελφή της πρώτης, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, κατά πλειοψηφία ένοχες τις κατηγορούμενες των ανωτέρω πράξεων και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών στην πρώτη και έξι (6) μηνών, στην δεύτερη, ποινές τις οποίες μετέτρεψε, προς πέντε (5) € ημερησίως. Ειδικότερα τις κήρυξε ένοχες του ότι : A. 1. Στον ανωτέρω τόπο στις 13 Νοεμβρίου 2001 η πρώτη κατηγορουμένη Χ2 τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως καθώς εν γνώσει της καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την δίωξη του για αυτήν. Συγκεκριμένα, υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Σπάρτης την από 12-10-2001 μήνυση της στις 13-10-2001 σύμφωνα με την πράξη κατάθεσης (πλην όμως η αναγραφή της ημερομηνίας αυτής είναι εσφαλμένη, αντί της ορθής 13-11-2001, όπως προκύπτει από την αυθημερόν ένορκη εξέταση μηνυτή και επαλήθευση των στοιχείων της Εισαγγελίας) σε βάρος της μηνυτρίας Ψ, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Α01/1470 και στην οποία αναφέρει ότι η μηνύτρια τέλεσε σε βάρος της τα αδικήματα: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και β) της απάτης επί δικαστηρίου. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυση της ότι: (" ... Στις 23-2-2000, κατά την εκδίκαση της μηνύσεως της εναντίον μου, στο Τριμελές Πλημμελημάτων Ναυπλίου (δικάζοντος κατ' έφεσιν) προσκόμισε και κατέθεσε εκεί, την υπ' αριθμόν ... ήδη ανακληθείσα ... άδεια της πολεοδομίας ..., πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια, και με τον τρόπο αυτόν, παραπλάνησε το πιο πάνω δικαστήριο. Το νοθευμένο αυτό έγγραφο, ενσωματώθηκε στη δικογραφία της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η 199-200 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκα ...". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι η νυν μηνύτρια δεν είχε τελέσει τα αποδιδόμενα σε αυτήν εγκλήματα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της ανωτέρω μηνυτρίας). 2. Στον ανωτέρω τόπο και στους κατωτέρω χρόνους η πρώτη κατηγορουμένη Χ2, τέλεσε με πρόθεση, με περισσότερες επιμέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, καθώς, ενώ εξετάστηκε περισσότερες φορές ένορκα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα: α) Στις 13-11-2001, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μηνύτρια κατ' άρθρα 218 και 219 Κ.Π.Δ. ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Σπάρτης, επιβεβαίωσε το (υπό στοιχείο Α.1) περιεχόμενο της προαναφερθείσας μηνύσεως της ως αληθές, αν και ήταν ψευδές και τελούσε σε γνώση του ψεύδους του και β) Στις 15-7-2002 ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μηνύτρια ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης κατά την διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης επί της από 12-10-2001 μηνύσεως της κατά της νυν εγκαλούσης, κατέθεσε ψευδώς ότι: "Στην παραποιημένη και ανακληθείσα υπ' αριθμ. ... άδεια οικοδομής έχουν προστεθεί καινούρια πράγματα. Δηλαδή η μηνυόμενη προέκτεινε τα όρια του ακινήτου της μέσα στην ιδιοκτησία μας ... Ανατολικά επί πλευράς Α-Ζ επί της Ε.Ο. ...-... αναγράφει το στοιχείο 21,15 ... Επίσης εντός της ιδιοκτησίας μας αναγράφει διαστάσεις που δεν αναφέρονται στην ανακληθείσα άδεια ... επί της ίδιας ανατολικής πλευράς αναγράφει τα στοιχεία 50 και 1,10. Δυτικότερα δε το στοιχείο 1,73 και ακόμη δυτικότερα το στοιχείο 1,75. Επίσης έχει απεικονίσει οριογραμμή μέσα στην ιδιοκτησία μας ... η οποία ... δεν υπάρχει στο σκαρίφημα της ανακληθείσας αδείας ... Βορειότερα απ' αυτήν ... αναγράφει τη λέξη "επίδικο" καθώς και τις λέξεις "ιδιοκτησία Χ1 και Χ2" για να εμφανίσει ότι δήθεν εκεί ευρίσκεται το επίδικο παρουσιάζοντας δήθεν ως επίδικη την ιδιοκτησία μου ... χρησιμοποιεί την ήδη ανακληθείσα άδεια ενώπιον δικαστηρίου πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια και με βάση το νοθευμένο αυτό έγγραφο πέτυχε καταδικαστική σε βάρος μου απόφαση. Με βάση την ίδια ανακληθείσα άδεια έχει καταθέσει εις βάρος μας την από 4 Μαρτίου 2002 αγωγή της όπου αναφέρει διάσταση της ανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας της 21,70 μ. παρά το δεδικασμένο προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων ... σύροντας μας κακώς και αδίκως σε ... δικαστικούς αγώνες ...". Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και η κατηγορούμενη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Β) Κατά τον ανωτέρω τόπο, στις 15 Ιουλίου 2002 η δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 με πρόθεση τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Σπάρτης, κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης επί της από 12-10-2001 μηνύσεως της πρώτης κατηγορουμένης Χ2 κατά της νυν μηνυτρίας Ψ, κατέθεσε ψευδώς ότι: "... Το 1983 η μηνυόμενη πήρε οικοδομική άδεια από την Πολεοδομία ... με αριθμό ... αλλά περιελάμβανε και δικό μας έδαφος. Σε αυτήν και στο σκαρίφημα η ιδιοκτησία της φέρεται ότι έχει ανατολική πλευρά προς την οδό ...-... 21,70 μέτρα ενώ αυτή είναι 19,60 (9,10 + 10,50) σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια της και με το από 15 Δεκεμβρίου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... ... Δηλαδή εισήρχετο μέσα στο ακίνητό μας 2,10 μ. επί μήκους 30 μ ... Κατά την συνεδρίαση της 23-2-2000 ... αυτή προσεκόμισε και κατέθεσε την ανακληθείσα (... άδεια πλαστογραφημένη και παραποιημένη με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να πετύχει την καταδίκη της αδελφής μου ... η αντίδικος στην παραποιημένη και ανακληθείσα άδεια προέκτεινε τα όρια του ακινήτου της μέσα στην ιδιοκτησία μας κατά 1,10 μέτρα στην ανατολική πλευρά (πρόσοψη) 1,73 Δυτικά και 1,75 ακόμη Δυτικότερα, οριοθέτησε με γραμμή και έγραψε βορειότερα τη λέξη "επίδικο" και βορειότερα τις λέξεις "ιδιοκτησία Χ1 και Χ2" για να παρουσιάσει δήθεν ως επίδικη την ιδιοκτησία μας ... Με βάση την ανακληθείσα αυτή άδεια .. έχει καταθέσει εις βάρος μας την από 4 Μαρτίου 2002 αγωγή της όπου ... αναφέρει ότι η ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας της είναι 21,70 δηλαδή την ίδια διάσταση που αναφέρει στην ανακληθείσα άδεια. Μας ταλαιπωρεί και μας βασανίζει συνεχώς σύροντας μας στα Δικαστήρια αδίκως με αποτέλεσμα να υποβάλλει σε μεγάλα έξοδα και ψυχική οδύνη ...". Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση του ψεύδους τους. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχες οι αναιρεσείουσες κατηγορούμενες. Ειδικότερα, με τις ως άνω παραδοχές της, η προσβαλλομένη δεν αναφέρει ποια ήσαν τα γνωστά στις αναιρεσείουσες αληθή περιστατικά, ούτε διευκρινίζει πως γνώριζαν την αναλήθεια αυτών περί των οποίων κατέθεσαν ως μάρτυρες, η δε πρώτη εξ αυτών και την αναλήθεια του περιεχομένου της από 13-11-2001 μηνύσεώς της κατά της Ψ, πολιτικώς ενάγουσας στην αναφερομένη ανωτέρω δίκη, στην οποία εκδόθηκε η καταδικαστική 199, 200/2000 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πρώτη αναιρεσείουσα και κατηγορουμένη στο δικαστήριο εκείνο, με την από 13-11-2001 μήνυση της κατάγγειλε την πολιτικώς ενάγουσα για τις πράξεις της απάτης στο Δικαστήριο και της πλαστογραφίας (νόθευσης) μετά χρήσεως, διότι, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι το όμορο ακίνητό της είχε μεγαλύτερο εμβαδό, προσκόμισε στην δίκη εκείνη την ... οικοδομική άδεια της Πολεοδομικής Υπηρεσίας ..., την οποία είχε η ίδια νοθεύσει, ως προς τα όρια και τα μήκη πλευρών του ακινήτου της. Επί της μηνύσεως, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω πράξεις και την διενέργεια προανακρίσεως, εκδόθηκαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό τα ανωτέρω απαλλακτικά βουλεύματα. Επακολούθησε η υποβολή από την Ψ εγκλήσεως σε βάρος της πρώτης για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρος και σε βάρος της δεύτερης για ψευδορκία μάρτυρος, η οποία κατέληξε στην καταδίκη τους με την προσβαλλομένη απόφαση, για τις ανωτέρω πράξεις, όπως εξειδικεύονται στο διατακτικό αυτής. Στην αναιρεσειβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογείται το ψευδές της ανωτέρω από 13-11-2001 μηνύσεως ως προς το έγκλημα της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) της οικοδομικής αδείας, με το οποίο συνδέεται και το αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου και της γνώσεως του ψευδούς κατά τούτο περιεχομένου της από την πρώτη αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, αλλά και την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του 208/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, η απαλλαγή της Ψ δεν έγινε, διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι την πλαστογραφία (νόθευση) της ... οικοδομικής αδείας την έκανε η ως άνω κατηγορουμένη στην υπόθεση εκείνη, αλλά διότι η νόθευση με τις αναφερόμενες στο βούλευμα προσθήκες ήταν τόσο προφανείς και καταφανείς οι εκ των υστέρων προσθήκες, ώστε να αποκλείεται η παραπλάνηση οποιουδήποτε για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ελλείψει του στοιχείου αυτού, να μη στοιχειοθετείται, αντικειμενικά, η διωκόμενη πράξη και υπό την εκδοχή ακόμη, την οποία δεν απέκρουσε το Συμβούλιο, ότι την νόθευση την είχε κάνει η εν λόγω κατηγορουμένη. Έτσι το Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση για απόρριψη της αντίθετης έφεσης του εισαγγελέα, με την οποία πλήττονταν μόνον το κεφάλαιο αυτό της κατηγορίας, καθόσον για το άλλο της απάτης επί Δικαστηρίου δεν εκκλήθηκε το απαλλακτικό και για τις δύο κατηγορίες πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικυρώθηκε. Αλλά και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε σαφή θέση επί του ζητήματος νοθεύσεως της αδείας, αλλά περιορίστηκε να παραθέσει το πόρισμα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διέταξε το Δικαστήριο με προηγηθείσα απόφασή του, η οποία διενεργήθηκε από την γραφολόγο ..., κατά το οποίο η νόθευση είχε γίνει από την ως άνω εγκαλούσα. Επίσης παραθέτει και τις επί της πραγματογνωμοσύνης παρατηρήσεις του γραφολόγου τεχνικού συμβούλου της ..., ο οποίος αμφισβητεί την ορθότητα του πορίσματος, διότι η πραγματογνώμονας εξέτασε, όχι το πρωτότυπο του φερομένου ως νοθευμένου εγγράφου, αλλά φωτοτυπία αυτού, πράγμα το οποίο αποδοκιμάζεται διεθνώς. Τα προεκτέθεντα, κατά την μειοψηφία της αποφάσεως, δημιουργούν αμφιβολίες περί υπάρξεως του υποκειμενικού στοιχείου του αμέσου δόλου στο πρόσωπο, το μεν της πρώτης κατηγορουμένης, για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, και τις δύο πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος που της αποδίδονται, τελεσθείσες με την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του εισαγγελέως του περιεχομένου της μηνύσεως, και με την ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρος στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε επί της μηνύσεως της, το δε της δεύτερης κατηγορουμένης, αδελφής της πρώτης, που εξετάσθηκε ενόρκως, στο πλαίσιο της ίδιας προκαταρκτικής εξετάσεως. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω το Δικαστήριο της ουσίας, ήταν, κατά μείζονα λόγο, υποχρεωμένο, να παραθέσει στο σκεπτικό πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της γνώσεως των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών των αληθών περιστατικών, τα οποία και δεν αναφέρονται στην απόφαση και του ότι τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των όσων και οι δύο κατέθεσαν ενόρκως, αλλά και περιέλαβε η πρώτη στην μήνυσή της και, κατόπιν αξιολογήσεως τους, να διαλάβει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του υποκειμενικού στοιχείου του αμέσου δόλου των ως άνω πράξεων, ο οποίος, όπως λέχθηκε ανωτέρω, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Συνεπώς, εφόσον δεν διέλαβε τέτοια αιτιολογία, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. ΙΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 γ' ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ (ΑΠΟλ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και η μερικότερη πράξη ψευδορκίας μάρτυρα για τις οποίες καταδικάσθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος ( άρθρα 18, 224 παρ.2, 229 παρ.1 Π.Κ.), φέρονται δε ότι τελέσθηκαν στις 13-11-2001. Έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (19-1-2010) παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως και ο μοναδικός του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να αναιρεθεί αυτή, οπότε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και την μερικότερη πράξη τους εγκλήματος της ψευδορκίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς την μια μερικότερη πράξη ψευδορκίας της πρώτης αναιρεσείουσας και την πράξη της ψευδορκίας της δεύτερης απ αυτές που φέρονται τελεσθείσες στις 15-7-2002, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η σύνθεση από άλλους δικαστές, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (519 Κ.Π.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 916, 917 και 918/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη σε βάρος της Χ2 του ότι: 1. Στη ... στις 13 Νοεμβρίου 2001 τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως. Συγκεκριμένα υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημ/κων Σπάρτης την με φερομένη ημερομηνία συντάξεως 12-10-2001 και καταθέσεως 13-10-2001, πραγματικά όμως 13-11-2001, μήνυση σε βάρος της Ψ, η οποία έλαβε Α.Β.Μ. Α01/1470 και στην οποία αναφέρει ότι η ανωτέρω τέλεσε σε βάρος της τα αδικήματα: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και β) της απάτης επί δικαστηρίου. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε ψευδώς με την ανωτέρω μήνυσή της ότι: "... Στις 23-2-2000, κατά την εκδίκαση της μηνύσεως της εναντίον μου, στο Τριμελές Πλημμελημάτων Ναυπλίου (δικάζοντος κατ' έφεσιν) προσκόμισε και κατέθεσε εκεί, την υπ' αριθμόν ... ήδη ανακληθείσα ... άδεια της πολεοδομίας ..., πλαστογραφημένη και παραποιημένη από την ίδια, και με τον τρόπο αυτόν, παραπλάνησε το πιο πάνω δικαστήριο. Το νοθευμένο αυτό έγγραφο, ενσωματώθηκε στη δικογραφία της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η 199-200 απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκα ...". Με αυτό το περιεχόμενο η προαναφερθείσα μήνυση είναι ψευδής και κατά τον αντίστοιχο χρόνο υποβολής της, η κατηγορούμενη γνώριζε ότι οι διαλαμβανόμενοι σε αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι η νυν μηνύτρια δεν είχε τελέσει τα αποδιδόμενα σε αυτήν εγκλήματα. Παρά ταύτα την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη της ανωτέρω μηνυτρίας. 2. Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο τέλεσε με πρόθεση το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Συγκεκριμένα στις 13-11-2001, ενώ εξετάσθηκε ενόρκως ως μηνύτρια κατ άρθρα 218 και 219 ΚΠΔ, ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημ/κων Σπάρτης, επιβεβαίωσε το ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιεχόμενο της προαναφερθείσας μηνύσεως της ως αληθές, αν και ήταν ψευδές και τελούσε σε γνώση του ψεύδους του. Παραπέμπει στο αυτό δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, την υπόθεση, για εκ νέου συζήτηση, κατά τις λοιπές πράξεις, για τις οποίες δεν έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη και δη για την υπό στοιχείο β' πράξη ψευδορκίας της πρώτης αναιρεσείουσας και την υπό στοιχείο Β' πράξη ψευδορκίας της δεύτερης απ αυτές Χ1, όπως περιγράφονται στο διατακτικό της αναιρεθείσης αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 191/2010, ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 173/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Επί ψευδορκίας για την πληρότητα πρέπει να αναφέρονται ποια τα ψευδή, ποια τα αληθινά και από πού γνώριζε ο κατηγορούμενος τα αληθινά, δηλ. ότι τελούσε σε γνώση της αναληθείας, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συμπέρανε τούτο το Δικαστήριο. Επί ψευδούς καταμηνύσεως πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης (ΑΠ 962/2008, ΑΠ 806/2001). Καταδικαστική για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα απόφαση χωρίς να αναφέρονται τα αληθή και να αιτιολογείται, με παράθεση πραγματικών περιστατικών, η γνώση της αναληθείας από τις κατηγορούμενες, ως και η γνώση του ψευδούς της μηνύσεως. Δεκτός πρώτος λόγος και πρόσθετος λόγος ελλείψεως αιτιολογίας. Αναιρεί. Παύει οριστικά για ψευδή καταμήνυση και μερικότερη πράξη ψευδορκίας λόγω παραγραφής. Παραπέμπει για λοιπές πράξεις ψευδορκίας.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 410/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντιζέ, για αναίρεση της 1022/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κατερίνης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1840/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, όπως η παρ. αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 1512/1985, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 100.000 δραχμές μέχρι 2.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω παράβαση γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 50.000 δραχμές μέχρι 1.000.000 δραχμές. Σε περίπτωση απλών υπερβάσεων της άδειας κατασκευής, μπορεί να επιβληθεί μειωμένη ποινή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει όχι μόνο όταν δεν περιέχονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και μετά την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ή παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1022/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος του άρθρου 17 παρ. 8 του ν.1337/1983 και για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε γι' αυτόν ως κατηγορούμενο τα ακόλουθα, μετά συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύει, "ο κατηγορούμενος στους ... την ... ως ιδιοκτήτης προέβη στην εκτέλεση παράνομων οικοδομικών εργασιών και ειδικότερα στην κατασκευή κτίσματος Α' ορόφου και σκεπής διαστάσεων 5Χ8Χ3 μ. καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. ... οικοδομικής άδειας". Στη συνέχεια του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των 4,40 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την κατά τα ανωτέρω αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση (πρόθεση) του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα ιδιαίτερα την οικοδομική άδεια, της οποίας έκανε μεγάλη υπέρβαση με την κατασκευή κτίσματος Α' ορόφου και σκεπής διαστάσεων 5Χ8Χ3 μέτρων), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 ΠΚ και 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, στις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε μη απαντώντας επί του προβληθέντος υπό μορφή ευχής και όχι αυτοτελούς αιτήματος από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο ως εκκαλούντα συνήγορό του, αναφέροντας κατά λέξη "πως αν υπάρχουν αμφιβολίες στο δικαστήριο, να αναβληθεί η υπόθεση για να κληθεί το όργανο", χωρίς μάλιστα να γίνεται προσδιορισμός του οργάνου που ζήτησε την κλήτευσή του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση ου αναιρεσείοντος και την σιωπηρή απόρριψη του ως άνω αορίστου αιτήματος-ενοχής του περί αναβολής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα επί του ως άνω "αιτήματος", του τότε εκκαλούντος για αναβολή της δίκης, προτεινόμενος από τον αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον δεν δικαιούται ο κατηγορούμενος να προτείνει ως λόγο ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακρόασης του Εισαγγελέα, αυτός δε όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ουδαμώς προβλήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία (ΑΠ 1415/2006). Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης περί ακυρότητος που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της μη προηγουμένης ακρόασης του Εισαγγελέα επί του αιτήματος αναβολής της δίκης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του ... κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1022/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αυθαίρετο κτίσμα. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης. Μη υποχρέωση Δικαστηρίου να απαντήσει επί ενοχής και όχι αυτοτελούς αιτήματος αναβολής. Όχι ακυρότητα υπέρ του κατηγορουμένου η μη ακρόαση προηγουμένως του Εισαγγελέως επί παρεμπίπτοντος ζητήματος (αιτήματος αναβολής). Απόρριψη αίτησης για αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολής αίτημα, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 408/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 732/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 853/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 291/17.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ την από 7-5-2009 αίτηση του Χ, κρατούμενου στις Φυλακές ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 732/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε κάθειρξη 12 ετών (συνολικά) για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία και Απάτη κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ' αριθμ. 1617/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ' αριθμ. 1171/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η κατ' αυτής ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε ο αιτών έκανε δεκτά τα εξής: Κατά το έτος 1988 συνεστήθη η ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία "Χαλαζίας Α.Β.Ε.Ε." με εταιρικό σκοπό την εξόρυξη πετρώματος χαλαζία από πέτρωμα κείμενο στην ορεινή περιοχή του νομού ..., στην δε εταιρεία αυτή ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο ύψους 80%. Στη συνέχεια, κατά το έτος 1990, συνεστήθη άλλη εταιρεία, υπό την επωνυμία "Χαλαζιακή άμμος ΑΕ", της οποίας καταστατικός εταιρικός σκοπός ήταν η επεξεργασία του πετρώματος χαλαζία (που θα εξόρυσσε η πρώτη) και η περαιτέρω πώληση του επεξεργασμένου πλέον πετρώματος ως πρώτης ύλης στην υαλουργία, σε χυτήρια, χρώματα, είδη υγιεινής, βιομηχανίες παραγωγής σκυροδέματος. Στην εταιρεία αυτή ο κατηγορούμενος μετείχε κατά ποσοστό 20%, όμως ήταν στην πραγματικότητα ο ιθύνων νους της, μολονότι δεν αναφερόταν στα οικεία πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας αυτής ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου, πρόεδρος αυτού ή διευθύνων σύμβουλος, δηλαδή ήταν εμφανώς μεν μέτοχος της εταιρείας αυτής, ως κύριος μετοχών της που αντιπροσώπευαν ποσοστό 20% επί του κατατεθειμένου εταιρικού κεφαλαίου τους, αφανώς δε ο κύριος μοχλός αυτής, αφού είχε τεχνηέντως φροντίσει 1) να πείσει αφενός τον ΑΑ (άτομο παραπληγικό και ανίκανο βιολογικώς να κινήσει την εταιρεία αυτή και μάλιστα στο σημείο της αφετηρίας της) και αφετέρου τον ΒΒ (ο οποίος μόλις είχε αποστρατευθεί από την Πολεμική Αεροπορία στην οποία είχε υπηρετήσει επί σειρά ετών, ως μόνιμο στέλεχος, πλην πλήρως αδαής εν σχέσει με το αντικείμενο της εταιρείας αυτής (να καταστούν διαδοχικώς νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, πλην αδαής εν σχέσει με το αντικείμενο της εταιρείας αυτής) να καταστούν διαδοχικώς νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, πλην μόνον κατά τύπους, και 2) να πείσει τους μετόχους της εταιρείας αυτής (στην οποία μετείχε και ο γυιός του ΓΓ) να του αναθέσουν με συμβολαιογραφικά πληρεξούσια εξουσίες διευθύνοντος συμβούλου αυτής, τις οποίες εντεύθεν και συνεχώς πράγματι εξήσκησε, κατά τα κατωτέρω παρατεθησόμενα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, σκοπεύοντας να περιποιήσει στον εαυτό του αλλά και στην εταιρεία " Χαλαζιακή άμμος Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, εις βάρος της περιουσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (στο εξής: "ΕΤΕ"), με την εκταμίευση χρηματικών ποσών στην ανωτέρω εταιρεία του, ως πιστώσεων, χωρίς όμως και να έχει την πρόθεση να εξοφλήσει τα τραπεζικά αυτά δάνεια, ενήργησε τα ακόλουθα: (Α) Παρώτρυνε με πειθώ και φορτικότητα (πράξεις συναγόμενες τεκμαρτώς, κατά το άρθρο 178 περίπτ. α' σε συνδ. με άρθρο 179 εδαφ. α' του ΚΠοινΔικ) άγνωστο άτομο να κατασκευάσει εξυπαρχής, κατά την έννοια του άρθρου 216§1 του ΠοινΚωδ, τις πλαστές συναλλαγματικές που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας (μικρού χρηματικού ποσού κάθε μίας, προκειμένου-πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος εγνώριζε, άγνωστο από ποιους -να μην ελεγχθεί η γνησιότητα των συναλλαγματικών αυτών, από τους τραπεζικούς υπαλλήλους, πριν προβούν στην εκταμίευση των δανείων), των οποίων κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως από τον τελευταίο κομιστή ήταν η εταιρεία "Χαλαζιακή άμμος Α.Ε.". Η αμέσως ανωτέρω παραδοχή του δικαστηρίου, περί πλαστότητας των συναλλαγματικών αυτών, ερείδεται κυρίως στο ότι απεδείχθη πως ούτε οι εκδότες ούτε και οι αποδέκτες που αναφέρονται στα σώματα των χρηματογράφων αυτών είχαν συμμετάσχει ποτέ στην έκδοσή τους, αφενός επειδή η εν λόγω εταιρεία ουδέποτε εμφάνισε εμπορική δραστηριότητα και επομένως δεν δικαιολογούνταν η κατοχή αυτών των συναλλαγματικών από μέρους της κι αφετέρου διότι οι εκδότες ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ είναι πρόσωπα ανύπαρκτα. Δεν παρορώνται δε και τα γεγονότα 1) ότι εκδότρια πενήντα οκτώ (58) από τις συναλλαγματικές αυτές ήταν η εταιρεία υπό την επωνυμία "ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε.", στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας μετέχει και ο γυιός του ΓΓ (που είναι μέτοχος της εταιρείας " Χαλαζιακή άμμος Α.Ε." όπως ήδη λέχθηκε), καθώς και άτομο ονόματι ..., (επίσης μέλος του δ.σ. της εταιρίας " Χαλαζιακή άμμος Α.Ε.") και 2) ότι ουδέποτε κατετέθη το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας " ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε.", γι' αυτό και η άδειά της ανεκλήθη αρμοδίως. (Εντεύθεν, το δικαστήριο τούτο κρίνει τεκμαρτώς ότι η εταιρεία αυτή δεν συνεστήθη για να ασκήσει την εικονικώς δηλωθείσα στο εταιρικό καταστατικό εμπορική δραστηριότητα, παρά αποκλειστικώς για να χρησιμεύσει στον κατηγορούμενο ως μέσο παρανόμου πορισμού μεγάλων χρηματικών ποσών εις βάρος της περιουσίας άλλων και ιδίως Τραπεζών, αφού η εταιρία αυτή, ως ουδέποτε λειτουργήσασα, δεν ήταν φυσικό να έχει πελάτες και μάλιστα εξ αυτών οφειλέτες, ώστε - ως δανειστής - να εκδώσει συναλλαγματικές εις αποδοχή των τελευταίων). Στη συνέχεια, (Β) ο κατηγορούμενος, στις 18-9-1991, 2-10-1991, 25-11-1991, 20-12-1991, 30-12-1991 και 28-1-1992, παρουσιάσθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της "ΕΤΕ" ( συγκεκριμένως στους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ..., ΖΖ, διευθυντή του υποκαταστήματος αυτού και ΗΗ, εντεταλμένο επί των πιστώσεων υπάλληλον του ίδιου υποκαταστήματος) ως εκούσιος άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρίας "Χαλαζιακή άμμος Α.Ε." (κατά την έννοια του άρθρου 211 του ΑΚ) επί τη βάσει των ανωτέρω πληρεξουσίων εγγράφων που είχε φροντίσει να προμηθευθεί (ΑΚ 216, 217), κατά τα προδιαληφθέντα, επί τούτω, και προκειμένου να πείσει τους υπαλλήλους αυτούς να χορηγήσει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα στην εταιρία αυτή πίστωση με ανοικτό λογαριασμό (δηλαδή δάνειο), το οποίο ουδόλως θα επιστρέφονταν, κατά την περί τούτου εξυπαρχής βούληση του κατηγορουμένου και της εταιρίας αυτής, τους παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει της αναληθείας, ότι η εταιρία που αντιπροσώπευε ήταν νόμιμη κομίστρια (ως δανείστρια) των ως άνω πλαστών χρηματογράφων (συναλλαγματικών) και ότι οι αποδέκτες καθώς και οι εκδότες που αναφέρονται σ' αυτά είναι φερέγγυα πρόσωπα, προσφέρθηκε δε να μεταβιβάσει τις συναλλαγματικές αυτές στην Τράπεζα ως ενέχυρο, προκειμένου να εξασφαλισθεί η εκ της πιστώσεως αξίωση της τελευταίας απέναντι στην μέλλουσα να δανειοδοτηθεί εταιρία. Για να ενισχύσει δε τις ειρημένες ψευδείς παραστάσεις του, εμφάνισε στην Τράπεζα και άλλα πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένως τιμολόγια δήθεν αγοράς από την εταιρία υλικών από τρίτους, μολονότι αποδείχθηκε πως η εταιρία αυτή ουδέποτε λειτούργησε κι άρα ουδέποτε επώλησε σε τρίτους επεξεργασμένο χαλαζία, πρώτη ύλη, ενόψει και του ότι αποδείχθηκε ότι δεν λειτούργησε ούτε και η εταιρία (του κατηγορουμένου) εξόρυξης του ορυκτού αυτού "Χαλαζίας Α.Β.Ε.Ε.", η οποία υποτίθεται ότι θ' αποτελούσε τον κύριο, αν μη τον αποκλειστικό προμηθευτή της "Χαλαζιακή άμμος Α.Ε.". Πράγματι, οι ανωτέρω αρμόδιοι υπάλληλοι της ΕΤΕ πείσθηκαν στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και καταρτίσθηκαν οι αριθ. .../24-10-1990, .../9-5-1991 και .../29-8-1991 συμβάσεις πίστωσης ανοικτού/αλληλοχρέου λογαριασμού και οι αντίστοιχες αριθ. .../1/9-5-1991 και .../2/9-8-1991 αυξητικές συμβάσεις, μεταξύ αφενός της ΕΤΕ κι αφετέρου της εταιρίας "Χαλαζιακή άμμος Α.Ε.", εκπροσωπουμένης από τον διευθύνοντα σύμβουλο αυτής ΒΒ, επί τη βάσει δε των συμβάσεων αυτών, εκταμιεύθηκε προς την δανειολήπτρια εταιρία συνολικώς ποσό δρχ. 153.000.000, το οποίο αυτή σφετερίσθηκε και ουδέποτε απέδωσε στην ως άνω δανείστρια Τράπεζα, με αποτέλεσμα να επέλθει παράνομο περιουσιακό όφελος της δανειολήπτριας εταιρίας με αντίστοιχη ζημία της ΕΤΕ, του εν λόγω ύψους την οποία και ο κατηγορούμενος επιδίωξε αλλά και επέτυχε, αποδείχθηκε πως ο κατηγορούμενος διέπραξε: 1) την εγκληματική πράξη της ηθικής αυτουργίας προς διάπραξη της εγκληματικής πράξης της πλαστογραφίας, στην κακουργηματική μορφή της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216§§1 και 3 του Ποιν Κωδ, 263Α του ίδιου Κώδικα σε συνδ. με το άρθρο 4§ ν. 1738/1987 και 1 ν. 1608/1950 και 2) την εγκληματική πράξη της απάτης στην κακουργηματική μορφή της, κατά την έννοια του άρθρου 368§ 3 εδαφ. α' και β' του ΠοινΚωδ. σε συνδ. με το άρθρο 13 περιπτ. στ' εδάφ. α' και β' του ίδιου Κώδικα και 1 ν. 1608/1950, εν όψει και του ότι προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματός του από την προεκτεθείσα μετακίνηση των τραπεζικών κεφαλαίων σε εταιρία που ο ίδιος ήλεγχε αφανώς, από την προεκτεθείσα υποδομή που αυτός είχε προηγουμένως επί τούτω διαμορφώσει, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, αλλά και ότι από το τελευταίο αυτό γεγονός προκύπτει σταθερή ροπή του κατηγορουμένου, προς διάπραξη του ίδιου ως άνω εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατ' ακολουθίαν πάντων των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική πλαστογραφία, κατ' εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης των πλαστών εγγράφων και της ζημίας εις βάρος Τράπεζας, που υπερβαίνει το ποσό των 50 εκατομ. Δρχ. ή των 146.722 Ευρώ. Ο αιτών, για τη στήριξη της κρινόμενης αίτησής του επικαλείται νέα στοιχεία και προσκομίζει ένα φάκελλο με έγγραφα, τα οποία ούτε καν προσδιορίζει, ούτε επεξηγεί τη σημασία τους (βλ. το σχετικό χρώματος "μπλε" φάκελλο με την από 5-6-2009 αίτηση του αιτούντα και την με ίδια ημεροχρονολογία σημείωσή του ότι τα έγγραφα που ζήτησε από την Τράπεζα δεν του έχουν ακόμη δοθεί). Σε κάθε περίπτωση, από τα εντός του φακέλλου έγγραφα ουδόλως καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο απ' αυτό που πραγματικά τέλεσε. Το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης δεν αποτελεί παρά μια αυθαίρετη διατύπωση συμπερασμάτων διαφορετική από εκείνη στην οποία προέβη το δικάσαν δικαστήριο. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω (Α) Να απορριφθεί η από 7-5-2009 αίτηση του Χ, κρατούμενου στις Φυλακές ..., για επανάληψη, προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 732/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. (Β) Να απορριφθεί η ταυτάριθμη αίτηση αναστολής εκτελέσεως. (Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αιτούντα. Αθήνα 20 Ιουνίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ε. Νικολούδης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που του καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός, που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες από μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελούν ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξ άλλου σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1 εδ. α' και 527 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αν η αμετάκλητη απόφαση απαγγέλθηκε από το Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 732/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία τον καταδίκασε σε συνολική κάθειρξη δώδεκα (12) ετών για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. και ανέρχεται σε 153.700.000 δρχ. και για απάτη κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας το συνολικό επιτευχθέν ή επιδιωχθέν παράνομο όφελος και η συνολική προξενηθείσα ζημία από την οποία, σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. και ανέρχεται σε 153.700.000 δρχ., διαπράττοντας τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ως νέα στοιχεία για την απαιτούμενη επανάληψη της υπόψη ποινικής διαδικασίας επικαλείται ο καταδικασθείς έγγραφα που προσδιορίζει με κεφαλαία αλφαβητικά ψηφία και αριθμό από Α1 έως Υ21 και μεταξύ των οποίων και αυτά με τα στοιχεία ΖΑ5, Η7, Θ8, Ι9, Κ10, Λ11, Μ12, Μ13, 19 Ο15, Π16, Σ18, Υ20, Φ21 από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του προκύπτουν όσα αναφέρει και επιβεβαιώνουν (κατά τις απόψεις του) ότι έπρεπε να είχε αθωωθεί ή να είχε καταδικασθεί για αδίκημα που δεν επέσυρε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1, 2 του ν. 1608/1950 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του. Επομένως η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας είναι νόμιμη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., παραδεκτώς δε και αρμοδίως εισαγομένη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 528 παρ. 1α και 527 παρ. 3 ιδίου κώδικα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η καταδικαστική για τον αιτούντα 732/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής ο κατηγορούμενος με την 1171/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που κατεδίκασε τον αιτούντα προκύπτει ότι αυτός κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή δώδεκα ετών κάθειρξη κατά τα γενόμενα δεκτά για τα κακουργήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 216 παρ. 1, 3, 263 Α Π.Κ., 386 παρ. 1, 3 εδ. α' β' και 13 εδ στ' Π.Κ. 4 ν. 1738/1987 και Ι του ν. 1608/1950. Συγκεκριμένα αυτός καταδικάσθηκε για το ότι: Στην ανώνυμη εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ με σκοπό την εξόρυξη πετρώματος χαλαζία, που ιδρύθηκε το έτος 1988 ο ήδη αιτών ήταν διευθύνων σύμβουλος και κύριος μέτοχος σε ποσοστό συμμετοχής 80% στο εταιρικό κεφάλαιο. Στην συνέχεια κατά το έτος 1990 συστάθηκε η δεύτερη εταιρεία "Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ" με σκοπό την επεξεργασία του πετρώματος χαλαζία που θα εξόρυσσε η προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία και την περαιτέρω πώληση του επεξεργασμένου πετρώματος ως πρώτης ύλης σε υαλουργεία, χυτήρια και βιομηχανίες ειδών υγιεινής χρωμάτων και παραγωγής σκυροδέματος, ο αιτών μετείχε κατά ποσοστό 20% στο εταιρικό κεφάλαιό της αλλά στην πραγματικότητα ήταν ο υπεύθυνος όλων των ζητημάτων στην νεότερη αυτή εταιρεία και αν και δεν περιλαμβανόταν στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της χειριζόταν αυτός στην πραγματικότητα τις υποθέσεις της. Ο αιτών είχε μεριμνήσει να εμφανίζονται τυπικά μόνον ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρείας "Χαλαζιακή Αμμος ΑΕ" αρχικά ο ΑΑ που ήταν παραπληγικός και στη συνέχεια ο ΒΒ που αδυνατούσαν και δεν εγνώριζαν να αντιμετωπίζουν τις υποθέσεις εταιρείας με τέτοιο αντικείμενο όπως η παραπάνω και είχε πείσει τους μετόχους της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας να του αναθέσουν με συμβολαιογραφική πληρεξούσια τις εξουσίας διευθύνοντος συμβούλου και με βάση αυτά να χειρίζεται ο ίδιος τις υποθέσεις της εταιρείας. Ακολούθως ο ήδη αυτών κατηγορούμενος για να περιποιήσει στον εαυτό του και στην Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε.) μέσω πιστώσεων από την τελευταία προς την Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. χωρίς όμως να έχει σκοπό να επιστρέψει τα ποσά που θα εχορηγούντα από την τράπεζα προς την πιστούχο εταιρεία στην ... κατά το διάστημα από 18.9.1991 μέχρι 19.2.1992 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρότρυνε με πειθώ και φορτικότητα άγνωστο άτομο να συντάξει εξυπαρχής τις πλαστές συναλλαγματικές που αναφέρονται στο διατακτικό της καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου κάθε μια από τις οποίες σκοπίμως ήταν μικρού χρηματικού ποσού (200.000 έως 400.000 δρχ.) προκειμένου να μην ελεγχθεί η γνησιότητα αυτών από τους υπαλλήλους της πιστώτριας τράπεζας πριν από την εκταμίευση των ποσών των πιστώσεων (γεγονός που ήταν γνωστό στον κατηγορούμενο) και των οποίων συναλλαγματικών κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως από τον προηγούμενο κομιστή ήταν η εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ. Οι παραπάνω συναλλαγματικές ήταν πλαστές καθόσον, όπως έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκε, ούτε οι εκδότες ούτε οι αποδέκτες που αναφέρονται στα σώματα των αξιογράφων αυτών είχαν συμμετάσχει ποτέ στην επίδοση των και δεν είχε εμφανίσει εμπορική δραστηριότητα η εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ ώστε να δικαιολογείται η κατοχή αυτών των συναλλαγματικών από μέρους της, αφετέρου δε ο εκδότης 37 από τις συναλλαγματικές αυτές ΕΕ και ο εκδότης 8 από τις συναλλαγματικές αυτές ΔΔ ήταν πρόσωπα ανύπαρκτα. Εκδότρια 58 από αυτές τις συναλλαγματικές ήταν η εταιρεία με την επωνυμία ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε. η άδεια ιδρύσεως της οποίας ανεκλήθη στη συνέχεια λόγω μη καταβολής του εταιρικού κεφαλαίου της στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας συμμετείχε και ο υιος του αιτούντος κατηγορουμένου ΓΓ καθώς και άτομο με επώνυμο ..., που ήταν επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. και έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι αυτή η εταιρεία ΠΡΑΞΙΣ ΑΕ είχε ιδρυθεί όχι για να ασκήσει την εμπορική δραστηριότητα που αναφερόταν στο καταστατικό της αλλά για να χρησιμεύσει στον κατηγορούμενο ως μέσο παράνομου πορισμού μεγάλων χρηματικών ποσών σε βάρος της περιουσίας άλλων και ιδίως τραπεζών, αφού δεν είχε πελάτες λόγω της μη λειτουργίας της, ούτε οφειλέτες ώστε ως δανείστρια να εκδώσει συναλλαγματικές σε αποδοχή των τελευταίων. Με τις πράξεις αυτές της πλαστογραφίας σκόπευε ο άγνωστος δράστης να προσπορίσει στον κατηγορούμενο συνολικό περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δρχ. και ανερχόταν σε 153.700.000 δρχ. βλάπτοντας την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με συνολική ζημία που ανερχόταν στο ίδιο άνω ποσό, ο δε κατηγορούμενος με τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πλαστογραφίες σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ συνολικό περιουσιακό όφελος ανερχόμενο σε 153.700.000 δρχ. βλάπτοντας την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με συνολική ζημία που ανερχόταν στο ίδιο ποσό, έκανε δε αυτός (κατηγορούμενος) χρήση των εν λόγω πλαστών συναλλαγματικών εκχωρώντας αυτές λόγω ενεχύρου, ο ίδιος ή μέσω του ΑΑ, στην Εθνική Τράπεζα και η ζημία που προξενήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κατά της οποίας στρέφονταν οι άνω πράξεις του αγνώστου αυτουργού και του κατηγορουμένου υπερέβαινε το ποσό των 50.000.000 δρχ. ανερχόμενη σε 153.700.000 δρχ. που αντιστοιχούσε και στο επιτευχθέν ή τουλάχιστον επιδιωχθέν από τους άνω δράστες όφελος. Επίσης ο ήδη αιτών κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλης διαπράττοντας, απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα αυτός: Ι) Στον ... στις 18.9.1991, 2.10.1991, 25.11.1991, 20.12.1991, 30.12.1991 και 28.1.1992 παρουσιάσθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο υποκατάστημα ..., ΖΖ (διευθυντή του υποκαταστήματος) και ΗΗ και (εντεταλμένο επί των πιστώσεων υπάλληλο αυτού του υποκαταστήματος) ως εκούσιος άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας "Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε." κατά την έννοια του άρθρου 211 Α.Κ. και με βάση τα πληρεξούσια έγγραφα που είχε φροντίσει να του χορηγηθούν, κατά τα προαναφερθέντα, προκειμένου να τους πείσει να χορηγήσει η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος πίστωση με ανοικτό λογαριασμό (δάνειο) στην εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ, το οποίο όμως δεν θα επιστρεφόταν κατά την περί τούτου εξ υπαρχής βούληση του κατηγορουμένου και της εταιρείας αυτής, τους παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει της αναλήθειας, ότι η εταιρεία που αντιπροσώπευε ήταν νόμιμη κομίστρια (ως δανείστρια) των λοιπών πλαστών συναλλαγματικών (πλην των 58 τέτοιων συναλλαγματικών επιδόσεως της εταιρείας ΠΡΑΞΙΣ ΑΕ, που εκχωρήθηκαν από τον ίδιο (κατηγορούμενο) και ότι οι αποδέκτες καθώς και οι εκδότες που αναφέρονται σ' αυτά τα αξιόγραφα είναι φερέγγυα πρόσωπα προσφέρθηκε δε να μεταβιβάσει τις συναλλαγματικές αυτές στην Τράπεζα ως ενέχυρο προκειμένου να εξασφαλισθεί η εκ της πιστώσεως αξίωση της τράπεζας απέναντι στην μέλλουσα να δανειοδοτηθεί εταιρεία, εμφανίζοντας προς ενίσχυση αυτών των ψευδών παραστάσεων στους άνω υπαλλήλους της Τράπεζας και άλλα πλαστά τιμολόγια που αφορούσαν δήθεν την αγορά υλικών από τρίτους αν και αποδείχθηκε ότι ουδέποτε λειτούργησε η εταιρεία αυτή και δεν πώλησε ποτέ σε τρίτους επεξεργασμένο χαλαζία, όπως δεν λειτούργησε και η εταιρεία του κατηγορουμένου Χαλαζίας Α.Ε.Β.Ε., που ήταν ο κύριος, αν όχι ο αποκλειστικός προμηθευτής του ορυκτού αυτού προς την εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος. Έτσι έπεισε τους άνω υπευθύνους του υποκαταστήματος ... της Ε.Τ.Ε. ότι οι συναλλαγματικές που εκχωρούσε στην Τράπεζα αυτή για εξασφάλιση του δανείου προς την εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ ήταν έγκυρες και συνήψαν μαζί του τις από 18/9/1991, 2/10/1991, 25/11/1991, 21/12/1991, 30/17/1991, 28/1/1992, οκτώ συνολικά συμβάσεις ενεχυριάσεως των παραπάνω πλαστών συναλλαγματικών και επέτρεψαν τμηματικά την εκταμίευση του δανείου συνολικού ύψους 153.700.000 δρχ., ποσό με το οποίο ζημιώθηκε η χορηγήσα το δάνειο Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας με την επωνυμία "Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ". ΙΙ) Στον ... στις 24/10/1990, 9/5/1991, 9/8/1991, εμφανίσθηκε ο ήδη αιτών στον διευθυντή του υποκαταστήματος ... της ΕΤΕ ΖΖ ως δήθεν πληρεξούσιος του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ" ΒΒ, με πρακτικό στο οποίο είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του ΒΒ και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ' αυτόν ότι η εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. ήταν φερέγγυα, είχε ευρύ κύκλο εργασιών, μεγάλη οικονομική ευχέρεια και πιστοληπτική δυνατότητα και ότι ήταν νόμιμη κομίστρια εγκύρων συναλλαγματικών, πείσθηκε δε από τις άνω ψευδείς παραστάσεις του ο παραπάνω διευθυντής αυτού του υποκαταστήματος της ΕΤΕ και δέχθηκε να δανειοδοτηθεί η εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. και συνήψε αυτός, καθώς και οι άλλοι αρμόδιοι του άνω καταστήματος της ΕΤΕ, με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ ΒΒ τις .../24.10.1990, .../9.5.1991 και .../9.8.1991 συμβάσεως πιστώσεως δια ανοικτού/αλληλοχρέου λογαριασμού, καθώς και τις υπ' αριθμ. .../1/9.5.1991 και .../2/9.8.1991 αυξητικές συμβάσεις, με βάση τις οποίες η ΕΤΕ παρέσχεσε πίστωση ανοικτού λογαριασμού στην εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ μέχρι του συνολικού ποσού των 153.700.000 δρχ. στη συνέχει δε στις 25/11/1991 και 19/2/1992 ο ήδη αιτών προκειμένου να πείσει τους υπευθύνους υπαλλήλους του υποκαταστήματος ΕΤΕ ... να χορηγήσουν στην εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ και στην πραγματικότητα στον ίδιο το δάνειο, ύψους 153.700.000 δρχ. με βάση της ανωτέρω συμβάσεις ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και τις αυξητικές συμβάσεις παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ' αυτούς (υπαλλήλους) συνολικά ότι οι εκχωρούμενες από αυτόν 58 συνολικά πλαστές συναλλαγματικές, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε. λήξεως σε διάφορες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 15/2/1992 έως 30/6/1992, αποδοχής ανύπαρκτων προσώπων που προαναφέρθηκαν προς εξασφάλιση του δανείου που θα εχορηγείτο στην εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ΑΕ, ήταν έγκυρες συναλλαγματικές με φερέγγυους αποδέκτες και ότι η εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος ήταν νόμιμη κομίστρια αυτών. Με αυτές δε τις ψευδείς παραστάσεις έπεισε τους άνω υπεύθυνους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της ΕΤΕ ... ότι οι συναλλαγματικές που εκχωρούσε στην Ε.Τ.Ε. για εξασφάλιση του δανείου που θα χορηγείτο στην Χαλαζιακή Άμμο Α.Ε. ήταν έγκυρες και συνήψαν μαζί του συμβάσεις ενεχυριάσεως αυτών των παραπάνω συναλλαγματικών από τις οποίες δύο καταρτίσθηκαν στις 25/11/1991 και μια στις 19/2/1992 και επέτρεψαν την εκταμίευση τμηματικά του δανείου συνολικού ύψους 153.700.000 δρχ. ποσό με το οποίο ζημιώθηκε η χορηγήσασα το δάνειο ΕΤΕ και που είναι ιδιαίτερα μεγάλο με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας Χαλαζιακή Άμμος και δικό του. Διέπραξε δε αυτός την πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και από την υποδομή του που είχε προηγουμένως διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς της προκύπτει σκοπός αυτού να προορισθεί εισόδημα από την προεκτεθείσα μετακίνηση των τραπεζικών κεφαλαίων στην εταιρεία την οποία ο ίδιος ήλεγχε αφανώς και ακόμη σταθερή ροπή του προς διάπραξη αυτού του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους η δε πράξη του αυτή στρεφόταν κατά της εδρεύουσας στην ημεδαπή τράπεζα (ΕΤΕ) και η ζημία που προξενήθηκε σ' αυτήν και το αντίστοιχο όφελος που επέτυχε ή τουλάχιστον επεδίωξε υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ανερχόμενο σε 153.700.000 δρχ. Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία το υπό στοιχεία Ε5 έγγραφο ήτοι την .../22.5.2009 έκθεση ένορκης εξέτασης, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Χαριλάου Αθ. Λέρα, του ..., ο οποίος βεβαίωσε ότι ήταν ο λογιστής των εταιρειών του αιτούντος ήτοι τόσο της ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ με ατομική δραστηριότητα όσο και της ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΒΕΕ με παραγωγική δραστηριότητα ότι το λογιστικό γραφείο του ήταν στην οδό ... αριθμός ... στα ... . Ότι ο βεβαιών ήταν υπεύθυνος για τις πληρωμές του προσωπικού και ΙΚΑ όπως και για κάθε άλλη υποχρέωση των εταιρειών προς τρίτους στο Νομό .... Ότι τα κεντρικά γραφεία των εταιρειών ήταν στον ... με αρχιλογιστή τον ... . Ότι τον Φεβρουάριο του 1992 έπεσε το εργοστάσιο της ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ και συγχρόνως και το εργοστάσιο επεξεργασίας της ΧΑΛΑΖΙΑΚΗΣ Α.Ε.Β.Ε. από την πρωτοφανή και άνευ προηγουμένου χιονοθύελλα και χιονόπτωση ύψους τεσσάρων μέτρων, από τις οποίες πρωτοφανείς καιρικές συνθήκες στα ... κατέρρευσαν και άλλα 28 εργοστάσια σταματώντας συγχρόνως και κάθε άλλη δραστηριότητα των εταιριών των οποίων βασικός μέτοχος ήταν ο ήδη αιτών. Ότι η δραστηριότητα της ΧΑΛΑΖΙΑΣ Α.Β.Ε.Ε. άρχισε το έτος 1989 και της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕΒΕ το έτος 1990. Ότι και οι δύο εταιρείες ήταν υγιέστατες και είχε προγραμματιστεί και μία νέα σύγχρονη μονάδα για τη ΒΙ-ΠΙ ... . Ότι το κόστος ανερχόταν στο ποσό των 1.000.000.000 δρχ. διότι οι παραγγελίες μόνο του εξωτερικού ήταν 1.950.000.000 δρχ. Ότι η πρώτη ύλη ήταν μονοπώλιο για τις εταιρείες στην Ελλάδα και το καθαρότερο προϊόν στην Ευρώπη. Ότι μετά το πέσιμο του εργοστασίου και ενώ ο αιτών μαζί με τους συνεργάτες τους προσπαθούσε να μεταφέρει τα μηχανήματα και να ιδρύσει ξανά μία νέα μονάδα στην περιοχή ... τότε ήλθε η πτώχευση της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕΒΕ και κατέρρευσαν τα πάντα. Ότι τα μηχανήματα από ότι θυμάται τα επέστρεψε στην Τράπεζα διότι η ίδια είχε παρακρατήσει την κυριότητα αυτών κατά τη χρηματοδότηση και ότι ο βεβαιών δεν μπόρεσε να παραστεί στη δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στις 19-12-2005. Επίσης ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει α) ως έγγραφο υπό στοιχεία ΕΑ το υπ' αριθμ. πρωτ. .../ΤΒ/Φ28. 4/873/5.10.1988 έγγραφο του τμήματος Βιομηχανίας Νομαρχίας Τρικάλων, με το οποίο απεστέλλετο στις αναφερόμενες στον πίνακα αποδεκτών Αρχές και Υπηρεσίες τοπογραφικό διάγραμμα και εζητούντο πληροφορίες, για την ύπαρξη λόγων συγκοινωνίας, τουρισμού, στρατιωτικής ασφάλειας, αρχαιολογικού, αλλοίωσης της ομορφιάς του τοπίου ή άλλοι λόγοι δημόσιας ωφέλειας που δεν επιτρέπουν τη δημιουργία λατομείου στον συγκεκριμένο χώρο όπως είχε ζητηθεί με αίτηση που είχε υποβάλλει η εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ για έκδοση άδειας εκμετάλλευσης λατομείου χαλαζία στο όνομα της Κοινότητας ..., β) ως έγγραφο υπό στοιχεία ΕΒ την από 18/5/1989 αίτηση προς την ΔΕΗ ... για τη χορήγηση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος 3Χ400 Α στο εργοτάξιο της εταιρείας ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΟΡΕΙΝΩΝ ΚΑΛΑΜΠΑΚΑΣ ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ στο χωριό ... μετά συνημμένης δηλώσεως εγκαταστάσεως μηχανημάτων, γ) ως έγγραφο υπό στοιχεία ΕΔ την από 12-5-1989 υπ' αριθμό άδειας και υπ' αρ. πρωτ. ... Άδεια Οικοδομής Αποθήκης του Πολεοδομικού Γραφείου ... κατόπιν αιτήσεως της ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ με θεώρηση υπό ημερομηνία 18/5/1989 ότι το κτίσμα ενός ορόφου ολικής επιφάνειας 36,00 τ.μ. κατασκευάσθηκε σύμφωνα με το σχέδια και έχει τελειώσει, δ) ως έγγραφο υπό στοιχεία ΕΕ την από 8/5/1989 δήλωση μηχανημάτων που υπογράφεται από τον ηλεκτρολόγο μηχανολόγο μηχανικό ... για την ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΕΒΕ προς την ΔΕΗ, ε) ως έγγραφο υπό στοιχεία ΕΖ το από 5/4/1988 για θεώρηση βιβλίων στοιχείων ΚΦΣ της ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ, στ) ως έγγραφα υπό στοιχεία με φωτοτυπίες από φωτογραφίες εκτάσεως ακαλύπτου με βραχώδεις εξάρσεις και βλάστηση, ζ) ως έγγραφο με στοιχεία Β2 πίνακα με στοιχεία υπολογισμού κερδών με βάση τις αναφερόμενες, τιμές αγοράς, τιμές κόστους παραγωγής, λοιπά έξοδα γραφείου κλπ τιμές πώλησης στην εγχώρια παραγωγή ανάλογα με τη μορφή του προϊόντος και ανάλογα με την μηνιαία παραγωγή όπως προσδιοριζόταν με βάση τις ημέρες παραγωγής, την ημερήσια παραγωγή και τη μέση τιμή πωλήσεως καθώς και τα μηνιαία έσοδα και έξοδα, η) ως έγγραφο υπό στοιχεία Τ3 έγγραφο στην αγγλική γλώσσα απευθυνόμενο από την KRUPP INDUSTRIETECHNIK υπό ημερομηνία 14/6/1991 προς την QUARTZ CO LTD στον ..., θ) ως έγγραφο υπό στοιχείο Μ12 την από 30.10.1991 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος μετά την αποστολή από το κατάστημα ... της ΕΤΕ προς το κατάστημα ... της ίδιας τράπεζας με το προσκομιζόμενο υπό στοιχεία Ζ6 από 29.3.1991 έγγραφο των αναφερομένων σ' αυτό συμβάσεως πιστώσεως και συμβολαίου προς τον Υποθηκοφύλακα Καλαμπάκας για την εγγραφή στα βιβλία υποθηκών του Δήμου Τρικκαίων προσημείωσης υποθήκης υπέρ αυτής και κατά της ανωνύμου εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ της από 30/9/1991 περιλήψεως έγγραφης προσημειώσεως για ποσό 50.000.000 δρχ. κατόπιν της 43/1991 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων μετά των συνημμένων σ' αυτήν την αίτηση τριών συμβάσεων ήτοι της υπ' αριθμ. .../24.10.1990 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι του ποσού 15.500.000 δρχ. μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της ανωνύμου εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ως πιστούχου, της υπ' αριθμ. .../1/9.5.1991 συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού κατά το ποσό 16.200.000 δρχ. μεταξύ της ίδιας Τράπεζας και της αυτής πιστούχου εταιρείας και της υπ' αριθμ. .../27.8.1991 συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού κατά το ποσό των 62.000.000 δρχ. μεταξύ της ίδιας τράπεζας και της ίδιας πιστούχου εταιρείας κατά τρόπο ώστε το συνολικό ποσό της συνομολογηθείσης πιστώσεως να ανέρχεται σε 97.000.000 δρχ., ι) ως έγγραφο υπό στοιχείο Ν13 την από 1/11/1191 επιστολή του δικηγόρου Τρικάλων ... προς το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα ... με την οποία απέστειλε τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν την έγγραφη προσημειώσεως υποθήκης ακινήτου σε ακίνητο της ανωνύμους εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. Μεταλλευτικών και Λατομικών Προϊόντων για την πίστωση των χορηγηθείσα δυνάμει των άνω αρχικών και αυξητικών συμβάσεων πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού μέχρι του ποσού των 93.700.000 δραχμών και ότι έγινε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου της καθής ανωνύμου εταιρείας που αναφερόταν στην 431/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων για το ποσό των 50.000.000 δρχ. και ότι από γενόμενο έλεγχο των τίτλων του άνω κτήματος τούτο ανήκε στην καθής και ότι η άνω προσημείωση που ενεγράφη είναι πρώτης τάξεως μη υφισταμένων άλλων υποθηκών ή προσημειώσεων, κατασχέσεων διεκδικήσεων επ' αυτού, ια) ως έγγραφο υπό στοιχεία Π16 έγγραφο της Β' ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑ 15 της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Αθηνών Γ' της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος προς τον ήδη αιτούντα ότι η απαίτηση της προερχομένης από το κατάλοιπο της υπ' αριθμό .../75 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που είχε επιδικασθεί τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 3649/1981 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εξοφληθεί ολοσχερώς κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και ότι θα συναινέσει η Τράπεζα στην εξάλειψη της υποθήκης που είχε εγγραφεί στις 26.4.1984 και στην άρση της κατασχέσεως που είχε επιβληθεί στις 14.6.1996 σε αναφερόμενο διαμέρισμα πολυκατοικίας στη θέση ... ή ... της ... περιφέρειας Δήμου ... στο 55ο χιλιόμετρο παλαιάς Εθνικής οδού ...-..., ιβ) ως έγγραφο υπό στοιχεία ρ-17 έγγραφο του υποκαταστήματος ... της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος υπό ημερομηνία 20/7/1987 προς το Ζ' Γραφείο δικαστικού στη διοίκηση της Τράπεζας για να προχωρήσει στην εξάλειψη υποθήκης από διαμέρισμα επιφάνειας 85 τ.μ. σε πολυκατοικία σε οικόπεδο 185,37 τ.μ. επί των οδών ... και ... αριθμ. ... στη θέση "..." στον δήμο ... στα πλαίσια εκτελέσεως σε βάρος του Χ, ιγ) ως έγγραφα υπό στοιχεία Δ5 και Δ4 από 4/2/2005 αντίγραφα λογαριασμών δικαστικών εξόδων της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεως Πειραιώς της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος όσον αφορά την οφειλέτιδα ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. για το διάστημα από 23.12.1992 μέχρι 14.9.1993 που έγινε μεταφορά των στην Ειδική Μονάδα καθυστερήσεων στον λογαριασμό .../406-1 και για το διάστημα από 14/9/1993 μέχρι 4/8/2004, δ) ως έγγραφα υπό στοιχεία Ι6 τις επιστολές υπ' αριθμ. .../30.6.1992, .../30.6.1992, .../30.6.1992 της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κατάστημα ... προς την ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. από τις οποίες η πρώτη αφορούσε χρέωση του λογαριασμού της ... με τους τόκους του συμβατικού τριμήνου που έληξε την 15.6.1992 με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της από δραχμές 29.971.816 και τα ποσά που χρεώθηκαν για τόκους, προμήθεια και Ε.Φ.Τ.Ε. και που εκαλείτο η οφειλέτιδα εταιρεία να καταβάλει, η δεύτερη (επιστολή) αφορούσε χρέωση του λογαριασμού ...με τους τόκους κλπ του συμβατικού τριμήνου που έληξε των 15/6/1992 με χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο δραχμές 8.320.000 και τα ποσά που χρεώθηκαν για τόκους προμήθεια και ΕΦΤΕ και τα οποία εκαλείτο η οφειλέτιδα εταιρεία να καταβάλει και η τρίτη (επιστολή) αφορούσε χρέωση του λογαριασμού ... με τους τόκους κλπ του συμβατικού τριμήνου που έληξε την 15/6/1992 με χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο από 57.000.000 δρχ. και τα ποσά που χρεώθηκαν για τόκους προμήθεια και Ε.Φ.Τ.Ε. και τα οποία εκαλείτο η οφειλέτιδα εταιρεία να καταβάλει, ιδ) ως έγγραφο υπό στοιχεία Ζ6 την από 13/4/1992 επιστολή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (κατάστημα ...) με αριθμό ... προς την ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. με το οποίο καθίστατο γνωστό στην τελευταία ποιες ήταν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της από τα δάνεια της ..., ..., ..., ..., ... και ... από τα οποία τα τρία πρώτα αφορούσαν αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού και τα δύο επόμενα (δάνεια) προετοιμασία παραγγελίας ενώ το τελευταίο αφορούσε δάνειο έναντι συναλλαγματικών πελατείας της με γενικό σύνολο δρχ. 16.787.602 (603.039 + 750.885 + 2.912.242 + 2595208 + 7.180.000) και λόγω της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην τακτοποίηση των οφειλών της και ανησυχητική αύξηση του ποσοστού διαμαρτύρησης των εκχωρούμενων συναλλαγματικών της οφειλέτιδας εταιρείας εφιστάτο η προσοχή της για προσεκτικότερη κίνηση των παραπάνω λογαριασμών της και παρακαλούσε η τράπεζα για την άμεση τακτοποίηση των οφειλών ιε) ως έγγραφα υπό στοιχεία Υ20 τα αντίγραφα κινήσεως του λογαριασμού καταθέσεων ... που ετηρείτο από την εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. στο κατάστημα ... της Εθνικής Τράπεζα της Ελλάδος, για τον μήνα Φεβρουάριο 1992 με πιστωτικό υπόλοιπο 207.857 δρχ., για τον μήνα Μάϊο 1992 με πιστωτικό υπόλοιπο 32.857 δρχ. και για τον μήνα Ιούνιο 1992 με χρεωστικό υπόλοιπο 3.803.187 δρχ. και φωτοαντίγραφα των από 16/4/1992 και από 8/5/1992 γραμματίων εισπράξεως του καταστήματος ... της Ε.Τ.Ε. για την χορήγηση στην εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. καρνέ επιταγών των 25 φύλλων πληρωτέων με χρέωση του άνω λογαριασμού καταθέσεων ...που τηρούσε στην τράπεζα αυτήν, ιστ) ως έγγραφο υπό στοιχεία Τ19 αντίγραφο της από 25/4/1984 υπηρεσιακής εγκυκλίου της Διεύθυνσης Εμπορικών Χορηγήσεων και της Διεύθυνσης Βιομηχανικών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με τις χρηματοδοτήσεις με ενέχυρο για έλεγχο σχολαστικό της τυπικότητας των συναλλαγματικών που δίδονται ως ενέχυρο για έλεγχο αν προέρχονται από πραγματική εμπορική συναλλαγή και δεν είναι ευκολίας που είναι μειωμένης εισπραξιμότητας καθώς και για έλεγχο της φερεγγυότητας των αποδεκτών με εξέταση της πιστοληπτικής ικανότητας του αποδέκτη με προσφυγή σε κάθε αξιόπιστη πηγή καθώς και ότι δεν επιτρεπόταν η ενεχυρίαση, σε ασφάλεια οποιασδήποτε πιστοδοτήσεως συναλλαγματικών που δεν είναι προεξοφλήσιμες σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των Νομισματικών Αρχών, ιζ) φωτοαντίγραφα των συναλλαγματικών από αυτές που εκχωρήθηκαν στην ΕΤΕ από την ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ ΑΕ και ειδικότερα αυτές εκδόσεως της εταιρείας Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. από τις οποίες η πρώτη λήξεως 20/2/1992, ποσού 260.000 δρχ. αποδοχής στις 28/9/1991 του ΘΘ, η δεύτερη εκδόσεως στις 30/9/1991 της ίδιας ομόρρυθμης εταιρείας λήξεως 15/2/1992, ποσού 260.000 δρχ. αποδοχής στις 28/9/1991 του ΘΘ, η τρίτη εκδόσεως στις 30/9/1991 της εταιρείας Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε., λήξεως 15/2/1992, ποσού 260.000 δρχ. αποδοχής στις 28/4/1991 του ... και η τέταρτη εκδόσεως της Ε-1 και Σια Ο.Ε., λήξεως 25/2/1992 ποσού 260.000 δρχ. αποδοχής στις 28/9/1991 του ..., ικ) ως έγγραφα υπό στοιχεία Φ.21 φωτοαντίγραφα δύο συναλλαγματικών εκδόσεως στις 12/2/1992 της εταιρείας επιχείρηση Ανάπτυξης Διεθνούς Εμπορίου ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε. λήξεως 10/6/1992, ποσού 230.000 δρχ. εκάστης, αποδοχής στις 10/2/1992 του ..., ιθ) ως εγγράφου με στοιχεία Θ8 αφενός το από 15/2/2006 με αριθμό ... έγγραφο της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεως Πειραιώς της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που απευθυνόταν προς τον αιτούντα σε απάντηση εξωδίκου δηλώσεως του με το οποίο τον ενημέρωνε ότι η Τράπεζα είχε ήδη με τα υπ' αριθμ. .../4.2.2005 και .../9.12.2005 συστημένα έγγραφα της χορηγήσει σ' αυτόν ακριβή αντίγραφα όλων των δικαιολογητικών τα οποία τηρούνται στο φάκελο τους σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 7 ν. 2912/2001 και ότι για πληρέστερη ενημέρωση του διαβιβάζουν συνημμένα φωτοαντίγραφα την .../2005 και .../2005 εγγράφων της, και αφ' ετέρου το .../9.12.2005 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με το οποίο γνώριζε στον ήδη αιτούντα ότι η Τράπεζα στις 17/11/2003 προέβη στη βεβαίωση των απαιτήσεων της από τρία βιοτεχνικά δάνεια στην αρμόδια ΔΟΥ και στη συνέχεια ζήτησε την κατάπτωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για τα επί μέρους αναφερόμενα ποσά ως εξής: "Δάνειο ποσού δρχ. 12.600.000 ή 36.977,26 ευρώ Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων. Η αιτηθείσα εγγύηση του Ελλ. Δημοσίου ανερχόμενη στο ποσό των ευρώ 21.365,87 εισπράχθηκε στο σύνολό της στις 22/3/2005 για το δάνειο αυτό παραμένει βεβαιωμένο στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ ... για λογαριασμό της Τράπεζας ποσό ευρώ 46.698,89 (μετά την αναμόρφωση των οφειλών στο πλαίσιο του άρθρου 39 ν. 3259/2004 με βάση την οποία περιορίσθηκε η οφειλή από το υπόψη δάνειο στο ποσό των 68.004,76 ευρώ). 2. Δάνειο ποσού δρχ. 13.800.000 ή ευρώ 40.989,90 χορηγηθέν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../8/16.5.1991 εγκριτικής πράξης Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων. Η αιτηθείσα εγγύηση του Ελλ. Δημοσίου ανερχόμενη στο ποσό των ευρώ 32.065,06 εισπράχθηκε στο σύνολο της στις 22/3/2005 και για το ως άνω δάνειο παραμένει βεβαιωμένο στην αρμόδια ΔΟΥ Φ.Α.Ε. ...για λογαριασμό της τράπεζας ποσό 81.763,60 ευρώ (μετά την αναμόρφωση του ποσού των οφειλών στο πλαίσιο του άρθρ. 39 του ν. 3259/2004 με βάση την οποία περιορίσθηκε η οφειλή από το υπόψη δάνειο στο ποσό των 111.828,66.) 3. Δάνειο ποσού 50.600.000 δρχ. ή ευρώ 148.495,96 χορηγηθέν δυνάμει της υπ' αριθμ. .../3/17 10/1991 εγκριτικής πράξεως της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων. Η αιτηθείσα εγγύηση του Ελλ. Δημοσίου ανερχόμενη στο ποσό των ευρώ 141.137,42 δεν εισπράχθηκε στο σύνολο της λόγω απόκρουσης της από το Ελληνικό Δημόσιο με τα υπ' αριθμ. .../11593/0025/Κ.3.2005 και .../27028/0025/3.6.2005 έγγραφα του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους και κατόπιν αυτού η τράπεζα προέβη στη διαγραφή συνολικού ποσού ευρώ 750.255,43, το οποίο είχε βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ΦΑΕ ...", κ) ως έγγραφο υπό στοιχείο Ε14 αποσπάσματα (κατ' επιλογή του προσκομίσαντος αυτό) από το 104/4.2.2005 έγγραφο της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεως Πειραιώς της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος απευθυνόμενο προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ήδη αιτούντος με πληροφορίες στο πρώτο μέρος των αποσπασμάτων ως προς την χρηματοδότηση της εταιρείας του μέσω της 422/1990 συμβάσεως για την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού και την βεβαίωση από την Τράπεζα στις 17.11.2003 συνολικού ποσού € 1.211.045,1 στην αρμόδια ΔΟΥ προκειμένου να καταπέσει η εγγύηση του Ελλ. Δημοσίου χωρίς μέχρι την ημερομηνία του εγγράφου να έχει ολοκληρωθεί η είσπραξη της εν λόγω εγγύησης και με μνεία στο δεύτερο μέρος των αποσπασμάτων από το έγγραφο αυτό του ... πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Πειραιώς κ. Λεβέντη, των ενταλμάτων χορήγησης που αφορούν στην .../1990 σύμβαση για ποσά δρχ. 21.200.000 δρχ., 29.400.000, δρχ. 12.60000, δρχ. 13.800.000, οκτώ τραπεζικών επιταγών για ποσά δρχ. 2.383.000, δρχ. 21.800.000, δρχ. 29.854.000, δρχ. 2.000.000, δρχ. 3.000.000, δρχ. 15.000.000 δρχ. 4.800.000 και δρχ. 18010000 και των από 2/11/1992 επιστολών κλεισίματος λογαριασμών για κάθε σύμβαση χωριστά μετά των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως αυτών στην εταιρεία καθώς και την από 30/6/1992 επιστολών αναγνωρίσεως υπόλοιπων της εταιρείας του αιτούντος, κα) ως έγγραφα υπο στοιχεία Ξ 14.0, Ξ14Α, Ξ14Β φωτοαντίγραφα ορισμένων φύλλων από άλλες αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας για άλλους κατηγορούμενους για παρόμοιες απάτες σε βάρος τράπεζας και τα τελευταία φύλλα της 1394/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, κβ) ως έγγραφο υποστοιχεία Α1 την υπ' αρ. πρωτ. .../4.1.1999 βεβαίωση Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ για εξόφληση των ΠΕΕ ..., ..., ... χρονικής περιόδου 12/88-4/90, 4/90-7/90, 7/90-10/90, ΕΑ/90, ΔΧ90 αντίστοιχα που αφορούσαν την επιχείρηση Ορεινών Καλαμπάκας ΑΒΕΕ με τελευταίο τριπλότυπο εισπράξεως .../23.10.1998, κγ) ως έγγραφο υπό στοιχεία Α2 φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμ. .../23.6.1989 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανωνύμου Εταιρείας Ορεινών Καλαμπάκας Ανώνυμη Βιομηχανική-Εμπορική εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ" για την συγκρότηση του σε σώμα και τον καθορισμό των καθηκόντων και των μελών που δεσμεύουν την εταιρεία με την υπογραφή των υπό την εταιρική επωνυμία, κδ) ως υπό στοιχεία ΑΒ το ... διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ ... για την καταβολή από την εταιρεία Ορεινών Μεταλλείων Καλαμπάκας Χαλαζίας Κοιν. ... του αναλογικού μισθώματος λατομείου (α' δόση με λήξη 30.6.1993), κε) ως έγγραφο με στοιχεία Α4 την από 13/8/1990 σύμβαση μεταξύ της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΒΕΕ νομίμως εκπροσωπούμενης από τον ήδη αιτούντα και της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ ΑΕ νομίμως εκπροσωπουμένης από τον ΒΒ για την ανάληψη υποχρεώσεως της πρώτης των συμβαλλομένων να προμηθεύει στην δεύτερη συμβαλλόμενη την πρώτη ύλη χαλαζία που θα εξορυσσόταν από την έκταση που είχε μισθώσει στη θέση ...- ... περιοχής ... αντί καταβολής από την δεύτερη συμβαλλόμενη του ποσού των 1.800 δρχ. για κάθε τόνο παραδιδόμενου υλικού με αναπροσαρμογή της τιμής αυτής κατά ποσοστό 15% ανά διετία, κστ) ως έγγραφο υπό στοιχεία ΑΑ το από 15/10/1996 υπ' αριθμό ... έγγραφο της Ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων Πειραιώς προς τον Ανακριτή του 3ου Ειδικού Τμήματος Πρωτοδικείου Αθηνών για την σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. από τον Σεπτέμβριο 1991 και την εκπροσώπηση της διαζευκτικά από 20/9/1991 από τους ΒΒ και ... και ότι με πρακτικά του Δ.Σ. της ανωνύμου αυτής εταιρείας από 19.6.1990, από 22.7.1991 και από 23.9.1991 είχαν εξουσιοδοτήσει τον ήδη αιτούντα κατηγορούμενο και του είχαν αναθέσει τις αρμοδιότητες διευθύνοντος συμβούλου οι ΒΒ, ... και ΑΑ, κζ) ως έγγραφα υπό στοιχεία ΖΑ τα από 8/5/1992 εξοφληθέντα πέντε γραμμάτια εισπράξεως από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κατάστημα ... με πίστωση ειδικού λογαριασμού ..., ..., ..., ... ποσών 4.518.441 δρχ., 2.746.228 δρχ., 2.003.039 δρχ., 750.855 δρχ., 2.912.242 δρχ. αντίστοιχα και τα εντάλματα πληρωμής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κατάστημα ... στην εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. στις 23/12/1991 ποσού 13.800.000 και στις 19/11/1991 ποσού 29.400.000 δρχ. ως χορήγηση με βάση τη σύμβαση πιστώσεως .../1/9.5.1991 και .../2/27.8.1991 με την κάτωθι των ενταλμάτων αυτών ανάλυση προθεσμιών αποδόσεως ποσού χρηματοδότησης σε δόσεις και ημερομηνίες απόδοσης, κη) ως έγγραφο υπό στοιχεία Η7 τα τρία πρώτα φύλλα του εγχειρισθέντος στις 12/12/1996 απολογητικού υπομνήματος ενώπιον του 3ου Ειδικού Ανακριτού Αθηνών του έχοντος τότε την ιδιότητα του κατηγορούμενου στην ίδια υπόθεση που αφορούσε και τον ήδη αιτούντα διευθυντού του καταστήματος ... της ΕΤΕ ΖΖ και στα οποία περιέχονται οι ισχυρισμοί αυτού σχετικά με την χρηματοδότηση της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. από του έτους 1990 και έπειτα για αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού, κεφάλαια κινήσεως και λόγω προεξοφλήσεως επιταγών και συναλλαγματικών και για τις πλαστές συναλλαγματικές τις οποίες η πιστούχος εταιρεία και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εξεχώρησαν λόγω ενεχύρου στην τράπεζα και ότι οι απαιτήσεις της τράπεζας έναντι της πιστούχου εταιρείας ήσαν εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλειες, βασισμένες σε εκτιμήσεις ακινήτων και κινητών της από τις τεχνικές υπηρεσίες της ΕΤΕ καθώς και εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και ότι μεταξύ των άλλων εξασφαλίσεων εζητήθη από την κεντρική Υπηρεσία να προσκομίσει η πιστούχος και να εκχωρήσει προς την τράπεζα και συναλλαγματικές οι οποίες θα εγένοντο δεκτές κατά τις εγκυκλίους της τράπεζας και έγινε έλεγχος σχολαστικός της τυπικότητας των συναλλαγματικών και της εμπορικότητας αυτών και ζητήθηκαν και προσκομίσθηκαν και τα τιμολόγια εξ αιτίας των οποίων αυτές οι συναλλαγματικές εκδόθηκαν και ότι από τα μικροφίλμ που ετύπωνε και διέθετε η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών στα καταστήματα της Τράπεζας δεν μπορούσε να γίνει διαπίστωση δυσμενών στοιχείων για φυσικά πρόσωπα και εταιρείες που ήταν ανύπαρκτα ή δεν είχαν δυσμενή στοιχεία καθόσον γι' αυτά δεν εμφανίζεται στα μικροφίλμς καμία απολύτως ένδειξη καθώς και ότι παρακολουθείτο με βάση ονομαστικές κάρτες κατά αποδέκτη η αναλυτική κίνηση των προσκομιζομένων συν/κών και το ύψος των οφειλών ενός εκάστου αν πλήρωνε ή όχι τις οφειλές του ακόμη δε ότι οι υπάλληλοι της αρμόδιας υπηρεσίας χορηγήσεων κάθε πακέτο συναλλαγματικών που προσεκόμιζε η εταιρεία τα έστελναν στα κατά τόπους αρμόδια καταστήματα της ΕΤΕ αναλόγως της αναγραφόμενης ως διευθύνσεως του αποδέκτη κατά τα παγίως κρατούντα όπως και ότι είχε δυνατότητα η εκχωρήσασα τις συναλλαγματικές εταιρεία αν κάποιες από αυτές δεν πληρωθούν και επιστραφούν απλήρωτες στο κατάστημα στο οποίο έχουν εκχωρηθεί να ζητήσει να τις αντικαταστήσει με άλλες ή να τις πληρώσει η ίδια και να τις παραλάβει και ότι η εξαπάτηση της Τράπεζας κατέστη δυνατή διότι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα το χαρτοφυλάκειο εξυπηρετείτο κανονικά και δεν υπήρχαν διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές ούτε ακάλυπτες επιταγές και κατά όμοιο τρόπο επληρώνοντο κανονικά και τα τοκοχρεωλύσια των συμβάσεων και έγιναν γνωστά τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η πλαστογράφηση των συναλλαγματικών μόνον όταν όλες οι συναλλαγματικές που δεν είχαν πληρωθεί επιστράφησαν και ήταν δυνατόν να γίνει η σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ των και η διασταύρωση των στοιχείων τους και ότι μέχρι 21.5.1992 που μεταφέρθηκε ο φάκελος της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕ στο κεντρικό κατάστημα ... οι λογαριασμοί παρακολουθήσεως των συμβάσεων ήταν ενήμεροι και τα τοκοχρεολύσια των συμβάσεων κατεβάλλοντο κανονικά είχε δε καταβάλλει η εταιρεία στο υποκαστάστημα ... τους τόκους Β' και Γ' τριμήνου 1992 έτος 30/6/92 και 30/9/92 αντίστοιχα, κθ) ως έγγραφα υπό στοιχεία ... τα τιμολόγια πωλήσεως, από την Ε-2 Ο.Ε. και Ε-3 Ο.Ε. προς την ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ ΑΕ ενός ηλεκτροπαράγωγου ζεύγους 760 KVA με κινητήρα DETROIT DIESEL και γεννήτρια και ηλεκτρικοπίνακα αντί συνολικού τμήματος 15.000.000 δρχ. στις 24/5/1991 (τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής ...), από τον ... στην Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. συνδεσμολογίας ηλεκτρικής εγκαταστάσεως με μηχανήματα προ διαλογέα με κινητήρα, τροφοδότη, σπαστήρα, τριβείο, κόσκινα, ταινίες, κλπ. εξαρτήματα αντί συνολικού τιμήματος 4.800.000 δρχ., τον Μάιο 1991 (τιμολόγιο πώληση ...), από την ... στην εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. φούρνου στεγνώματος χαλαζία, πλυντηρίου πλυσίματος χαλαζία, κομπρεσέρ εμβολοφόρου με κινητήρα DIESEL και παροχή αέρος 300 κ.λ.π. είδη αντί συνολικού τιμήματος 21.800.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 3.924.000 δρχ. στις 18/11/1991 (τιμολόγιο πωλήσεως ...), από την εταιρεία R.A.U. εργαλεία υψηλής τεχνολογίας ΑΕΒΕ προς την Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. περιστροφικού αναβατορίου, 4 δονητικών κοσκίνων, 1 περιστροφικού σπαστήρα με τύμπανο και 5 μεταφορικές ταινίες αντί συνολικού τιμήματος 20.200.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 3.636.000 δρχ. στις 25/11/1991 (τιμολόγιο ...), από την εταιρεία Αδελφοί ΒΟΥΡΛΟΥΜΗ ΑΕΒΕ προς την Χαλαζιακή ΑΕ ενός ανυψωτικού περονοφόρου οχήματος YAM.FD15-... αντί τιμήματος 3.000.000 δρχ. στις 18/12/1991 (τιμολόγιο ...), από την εταιρεία Εργαλεία Υψηλής Τεχνολογίας ΑΕΒΕ προς την Χαλαζιακή Άμμος Α.Ε. ρυμουλκούμενου μηχανήματος τριβής (σπαστήρα) πετρώματος χαλαζία, χοάνης τροφοδοσίας, τροφοδότη και σιαγονοφόρου σπαστήρα αντί συνολικού τιμήματος 25.300.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 4.554.000 δρχ. στις 23.12.1991 (τιμολόγιο ...), από την εταιρεία Α. Λινός Α.Ε. προς την Χαλαζιακή Άμμος Ελλάδος Α.Ε. μιας κυλινδρομηχανής αντί τιμήματος 2.000.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 360.000 δρχ. στις 27/12/1991 (τιμολόγιο ...) και από την εταιρεία Τριβειοτεχνική ΕΤΕ προς την εταιρεία Χαλαζιακή Άμμος Ελλάδος Α.Ε. τροφοδότη παλινδρομικού, προδιαλογέα δονητικού, σιαγώνος (σπαστήρα), μεταφορικών ταινιών, τριβείων χαλαζία, κοσκίνων δονητικών σιλομεταλλικού πλαισίου στηρίξεως μηχανημάτων, μεταφορικών ταινιών φορτώσεων, ταινιών εξαγωγών χαλαζία και τροφοδότη παλινδρομικού αντί τιμήματος 18.010.000 δρχ. πλέον ΦΠΑ 3.941.800 στις 8/11/1990 (τιμολόγιο ...), λ) ως έγγραφα υπό στοιχεία Κ10 αφ' ενός την από 11.7.1991 υπ' αριθμό 8 πρόταση του καταστήματος ... της ΕΤΕ προς τη διοίκηση της Τράπεζας Διεύθυνση Βιομηχανικών Χορηγήσεων για την χορήγηση δανείου υπέρ της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕΒΕ ποσού 51.500.000 δρχ. εφάπαξ για την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού από τα ειδικά κεφάλαια της 197.98 ΑΝΕ, εξοφλητέου εντός οκτώ ετών με εξαμηνιαίες δόσεις που θα αρχίζουν ένα έτος μετά την εξόφληση με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου 30,9 εκατομμυρίων, προσωπική εγγύηση του ΒΒ διευθύνοντος Συμβούλου, νομότυπη εκχώρηση της κυριότητας των μηχανημάτων και πυρασφάλισης τους σε εταιρείες ενδιαφέροντος της τραπέζης, προσημείωση Α σειράς για 50 εκατομμύρια και εγγραφή Α' υποθήκης 100 χιλιάδων επί ακινήτου λατομείου που σύμφωνα με τη μελέτη του μηχανικού την Τεχνική Υπηρεσία και της οποίας αναμένεται απάντηση και είναι πλούσιο σε κοιτάσματα χαλαζία πολύ υψηλής αξίας και των εγκαταστάσεων που υπάρχουν ή θα ανεγερθούν στο μέλλον (στέγαστρο ως συνημμένο σκαρίφημα προϋπολογισμού δρχ. 44 εκατομμυρίων δρχ. και με ακίνητο εκτάσεως 13 στρεμ. ιδιοκτησίας της εταιρείας και με θετική εισήγηση του καταστήματος της τράπεζας για έγκριση υπό την προϋπόθεση λήψεως από την Τ.Υ. της εκτιμήσεως περί της σκοπιμότητος και ευλόγου του κόστους των μηχανημάτων και με ανάλυση οφειλών και ασφαλειών στο επόμενο φύλλο της προτάσεως και αφετέρου την από 8/8/1991 υπ' αριθμ. 813 πρόταση (αίτηση) του καταστήματος ... ΕΤΕ προς την Υποεπιτροπή Βιοτεχνικών πιστώσεων Πειραιά για έγκριση χρηματοδότησης της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. για προετοιμασία παραγγελίας με αιτούμενο ποσό δανείου 9.600.000 δρχ. εξοφλητέου σε 18 μήνες με πέντε τρίμηνες δόσεις κατά τη συνημμένη σύμβαση και με προσωπική ασφάλεια ΑΑ κατόχου ακίνητης περιουσίας και νομότυπη εκχώρηση της απαίτησης χωρίς την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και την υπ' αυτή συμπληρωμένη αλλά ανυπόγραφη εγκριτική πράξη της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Π ιστώσεων Πειραιά προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για την χρηματοδότηση της άνω επιχείρησης για ποσό 9.600.000 δρχ. και λα) ως έγγραφο υπό στοιχεία ... και ... τον υπ' αριθμό .../8.6.1999 πίνακα κατατάξεως δανειστών του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Αντ. Λεβέντη σε σχέση με εκπλειστηριασμό με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ενώπιον της νομίμου αναπληρώτριας του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Μαυρουδέα Βενιέρη με την .../13.1.1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού διώροφης οικοδομής στην ... στη συνοικία ... επί των οδών ... και ... που ανήκε στον οφειλέτη ... ως εξ απογραφής κληρονόμο του αρχικού οφειλέτη ... και η οποία κατακυρώθηκε στην τελευταία υπερθεματίστρια εταιρεία Α. Καραπαναγιώτης - Ν. Τσακίρης Α.Ε. στην προσφερθείσα τιμή των 36.668.000 δρχ., που μετ' αφαίρεση των εκ δρχ. 200.000 εξόδων διαδικασίας πλειστηριασμού και κατατάξεων κατέθεσε στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων και στο απομένον υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος έγινε κατάταξη της επισπεύσασης τον πλειστηριασμό Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για ποσό δρχ. 22.878.309 δρχ. ενώ για ποσό δρχ. 2.300.000 δρχ. κατετάγη η Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ως ενυπόθηκη δανείστρια και για ποσό 10.289.191 δρχ. κατετάγη ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ... ως προνομιακώς κατατασσόμενος για την αναγγελθείσα απαίτησή του. Από τα άνω έγγραφα που επικαλέσθηκε με την υπόκριση αίτηση ο κατηγορούμενος και προσκομίσθηκαν στη συνέχεια μέσω την εξουσιοδοτημένης προς τούτο συζύγου του στις 4/7/2009 στην Εισαγγελία του Α.Π. πριν από την υποβολή της προτάσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τον παρόν Δικαστήριο σε συμβούλιο, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις αλλά πρόκειται για έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την 732/2006 καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση τα παρατιθέμενα ανωτέρω υπό αύξοντες ελληνικούς αριθμούς ιζ' (φωτοαντίγραφα 4 συναλλαγματικών εκδόσεως της Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.) και ικ' (φωτοαντίγραφα 2 συναλλαγματικών εκδόσεως της εταιρείας ΠΡΑΞΙΣ Α.Ε.), ιθ' (ως προς το υπ' αριθμό ... από 9.12.2005 έγγραφο της ειδικής Μονάδας Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που απευθυνόταν προς τον ήδη αιτούντα), θ' (ως προς τις επισυναπτόμενες στην από 30.10.1991 αίτηση προς τον Υποθηκοφύλακα Καλαμπάκας υπ' αριθμό .../24.10.1990 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού-αλληλόχρεου λογαριασμού και τις υπ' αριθμούς .../1/9.5.1991 και .../2/27.8.1991 συμβάσεως αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού), κα', που αφορούσε έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων προς τον 3ο Ειδικό Ανακριτή Πρωτοδικείου Αθηνών, λ' (ως προς την υπ' αριθμό .../11.7.1991 πρόταση του καταστήματος ... της ΕΤΕ για την χορήγηση δανείου ποσού 51.500.000 δρχ. υπέρ της ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕΒΕ για αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου) και κε' (ως προς την από 13.8.1990 σύμβαση μεταξύ της ΧΑΛΑΖΙΑΣ ΑΕ και της ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε., νομίμως εκπροσωπούμενες). Στα έγγραφα που επικαλείται και προσεκόμισε ο αιτών δεν θεμελιώνονται οι ισχυρισμοί του ότι στα ποσά που εισέπραξε η ζημιωθείσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για οφειλές της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. από τις συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό-αλληλόχρεο λογαριασμό και την κάλυψη μέρους των εκταμιευομένων ποσών πιστώσεως με συναλλαγματικές πελατείας της πιστούχου άνω ανώνυμης εταιρείας συμπεριλαμβάνονταν και ποσό 12.600.000 δραχμών που εισέπραξε η δανείστρια τράπεζα από το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητή μέρους των ποσών των δανειακών αυτών συμβάσεων ενώ είχε εισπράξει από την πιστούχο άνω εταιρεία προηγουμένως το ίδιο ποσό. Από το .../9.12.2005 έγγραφο της Ειδικής Μονάδας καθυστερήσεων Πειραιώς της ΕΤΕ προκύπτει ότι για το δάνειο ποσού 50.600.000 δραχμών που χορηγήθηκε υπό την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου για την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ Α.Ε. κατόπιν εγκριτικής πράξεως της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων δεν εισπράχθηκε η αιτηθείσα εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος λόγω αποκρούσεως της από το Ελληνικό Δημόσιο. Εξ άλλου στα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω δεν περιλαμβάνονται τέτοια από τα οποία να επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι από την χρηματοδοτηθείσα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. κατεβλήθησαν εκτός από τα ποσά των 4.518.441 δρχ., 2.746.228 δρχ., 2.003.039 δρχ., 750.885 δρχ. και 2.912.242 δρχ. που προκύπτει από τα προσκομισθέντα γραμμάτια εισπράξεως καταστήματος ΕΤΕ ... ότι εξοφλήθηκαν στις 3/5/1992 και τα επιπλέον ποσά των 603.039 δρχ. και 7.180.000 δρχ. που ισχυρίζεται ο αιτών ότι δόθηκαν την ίδια ημέρα για τόκους από τη σύμβαση πιστώσεως .../1991 και για εξόφληση συναλλαγματικών που είχαν δοθεί ως ενέχυρο στην άνω τράπεζα και δεν δύνανται να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την καταβολή αυτών των ποσών για τις οποίες ο αιτών αναφέρει ότι δεν έχει αποδείξεις στην κατοχή του μόνον από όσα γενικώς αναφέρονται στο απολογητικό του υπόμνημα από τον ΖΖ ότι για κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα οι μέχρι τότε συναλλαγματικές που είχαν εκχωρηθεί από την εταιρεία ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕ λόγω ενεχύρου επλήρωντο κανονικά με αντίστοιχο όφελος της τράπεζας σε προμήθειες και ότι μέχρι την ημερομηνία της μεταφοράς των στις 21/5/1992 οι λογαριασμοί παρακολουθήσεως των συμβάσεων χρηματοδοτή-σεως ήσαν ενήμεροι και τα τοκοχρεωλύσια των συμβάσεων και οι τόκοι Β' και Γ' τριμήνου 1992 κατεβάλλοντο κανονικά και δεν υπήρχαν διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές. Όμως στις συναλλαγματικές υπήρχε η ρήτρα ΑΝΕΞΟΔΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ και ο ίδιος ο ΖΖ συνυπέγραψε το προσκομισθέν από 13.4.1992 έγγραφο προς την ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΕ της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος στο οποίο γινόταν λόγος ότι παρετηρείτο καθυστέρηση στην τακτοποίηση των οφειλών της άνω ανώνυμης εταιρείας και αύξηση του ποσοστού διαμαρτύρησης των εκχωρημένων συναλλαγματικών. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι εκτιμήσεις του αιτούντος που επιχειρεί να θεμελιώσει στα όσα είχε καταθέσει η εξετασθείσα ως μάρτυρας κατά την ακροαματική διαδικασία στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική γι' αυτόν απόφαση υπάλληλος της ΕΤΕ ..., αποτελεί και ο ισχυρισμός του κατά τον οποίο μέχρι την συζήτηση της υποθέσεως κατ' έφεση είχαν εξοφληθεί οι απαιτήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι της χρηματοδοτηθείσης εταιρείας από τις συμβάσεις πιστώσεως .../1991 και .../1991 και ότι από το ποσό της ζημίας της τράπεζας για το οποίο υπεβλήθη η εναντίον του μήνυση των 64.400.000 δρχ. και αφορούσε οφειλές της εν λόγω εταιρείας από την σύμβαση πιστώσεως .../1991 είχε απομείνει υπόλοιπο από 35.848.184 δραχμών εν όψει των ποσών των 22.922.000 που αναφέρει ο αιτών ότι εισέπραξε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος μετά την μήνυση από το εκπλειστηρίασμα από το ακίνητο περιουσιακό στοιχείο του ... πλέον 19.649.816 δρχ. που ακόμη εισέπραξε. Ανεξάρτητα από το ότι δεν προσκομίσθηκαν στοιχεία για το ότι ήταν πράγματι 19.649.816 δρχ. και όχι μόνον 18.000.000 δρχ. (όπως κατέθεσε η μάρτυρας ...) το άλλο ποσό που εισέπραξε η τράπεζα για τις επίδικες απαιτήσεις της κατά τις δανειολήπτριας εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. δεν ενισχύεται κατά το πρώτο σκέλος του ο άνω ισχυρισμός του αιτούντος για εξόφληση με το ποσό για το οποίο κατετάγη η εθνική τράπεζα από την εκπλειστηρίαση του άνω ακινήτου των απαιτήσεων της από τις συμβάσεις πιστώσεως 458/91 και 449/91. Από τον επικαλούμενο προσκομιζόμενο υπ' αριθμό .../1999 πίνακα κατατάξεως του Συμβ/φου Πειραιώς Μιχαήλ Αντωνίου Λεβέντη ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου για το αναφερόμενο ότι εκποιήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητο όπως προαναφέρθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κατετάγη ως επίσπευσα τον πλειστηριασμό δανείστρια για ποσό 22.878.309 δρχ. ενώ για έξοδα εκτελέσεως που έγιναν από την ίδια επισπεύσασα αφαιρέθηκαν δραχμές 798.000. Από το επικαλούμενο προσκομιζόμενο από τον αιτούντα αντίγραφο του τηρουμένου από την Ειδική Μονάδα Καθυστερήσεων Πειραιά της Ε.Τ.Ε. λογαριασμού δικαστικών εξόδων της ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. προκύπτει ότι προς εξόφληση μέρους των οφειλών της άνω εταιρείας από δικαστικά έξοδα καταλογίσθηκε ποσό 6.684.085 δραχμών στις 8/5/2000 από είσπραξη εκπλειστηριάσματος ακινήτου ... και στις 24/5/2000 ποσό 798.000 δρχ. από προϊόν πίνακα κατατάξεως για έξοδα εκτελέσεως ακινήτου ... . Οι ισχυρισμοί του αιτούντος για μερική εξόφληση από την δανειολήπτρια εταιρεία των οφειλών της από τις συμβάσεις πιστώσεως έναντι της δανείστριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος κατά τρόπο ώστε να είχε απομείνει υπόλοιπο της αρχικής όχι πλέον των 77.000.000 δρχ. οφειλής που δεν υπερέβαινε κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στο ποινικό Δικαστήριο τα 50.000.000 δρχ. αλλά ούτε και το ποσό των 25.000.000 δρχ. είχε κατά το πρώτο σκέλος του αντιμετωπισθεί από το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση όταν είχε προβληθεί μαζί με άλλους αυτοτελείς ισχυρισμούς από την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και είχε απορριφθεί. Πέραν όμως αυτών δεν επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα που ο αιτών επικαλείται και προσκομίσθηκαν ούτε το ύψος των αναφερόμενων από τον αιτούντα καταβληθέντων στην δανείστρια Τράπεζα ποσών έναντι των οφειλών της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. ούτε ο κατά τους υπολογισμούς του ήδη αιτούντος που δεν είναι σύμφωνοι με τους όρους των συμβάσεων πιστώσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας τρόπος καταλογισμού των ποσών που εισέπραξε η τράπεζα ώστε να μειώνεται το υπόλοιπο του κεφαλαίου κάθε επί μέρους οφειλής μαζί με τους τόκους σε ποσό μικρότερο των 25.000.000 δραχμών για να μη συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της επιβαρυντικής περιστάσεως του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, ούτε να είναι κακουργηματικού χαρακτήρα οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αιτών αλλά να έχει τις συνέπειες που αρμόζουν στην τέλεση των ως πλημμελημάτων. Κατά συνέπεια, οι επικαλούμενες από τον αιτούντα ως άνω νέες αποδείξεις τόσο καθ' εαυτές όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες, με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή με ζημία που υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια δραχμές και της απάτης κατ' εξακολούθηση ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας σε βάρος τράπεζας εδρεύουσας στην ημεδαπή κατά την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος που επιτεύχθηκε ή τουλάχιστον επιδιώχθηκε υπερβαίνει τα 50.000.000 δραχμών από δράστη που διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτες, δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο αιτών δεν έπρεπε να καταδικασθεί για τις πράξεις αυτές ή ότι καταδικάσθηκε για εγκλήματα βαρύτερα εκείνων που τέλεσε. Οι άλλες αιτιάσεις που περιέχονται στην υπό κρίση αίτηση αφορούν α) στο ότι δεν είχε το δικαίωμα η τράπεζα να ζητά άλλες πρόσθετες ασφάλειες για τη χρηματοδότηση της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. και ειδικότερα τις επίμαχες πλαστές συναλλαγματικές που έλαβε ως ενέχυρο από την εταιρεία εν όψει των εμπραγμάτων ασφαλειών που είχαν δοθεί και του ότι κατά ποσοστό 40% τελούσαν υπό την εγγύηση του Ελλ. Δημοσίου οι χρηματοδοτήσεις αυτές, β) στο ότι τελούσαν ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος μέσω του οποίου χρηματοδοτήθηκε η εταιρεία αλλά και οι λοιποί αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας και οι υπεύθυνοι του κεντρικού καταστήματος της στον ... σε γνώση της πλαστότητας των συναλλαγματικών καθόσον κατά τα περαιτέρω αναφερόμενα από τον αιτούντα μεθοδεύτηκε από τον τότε διευθυντή του άνω υποκαταστήματος ... προκειμένου στο μέλλον όσες επιταγές και συναλλαγματικές πελατών της εταιρείας ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ προσκομίζονται για προεξόφληση να διακινούνται μόνον μέσω του υποκαταστήματος ... της ΕΤΕ για να έχει έσοδα η Τράπεζα και με την προοπτική να αυξηθεί το όριο χρηματοδοτήσεως της εταιρείας από την τράπεζα όπως υπεδείκνυε στους εκπροσώπους της ΧΑΛΑΖΙΑΚΗ ΑΜΜΟΣ Α.Ε. γ) στο ότι η τράπεζα παρακράτησε παράνομα αυτές τις συναλλαγματικές όταν το Σεπτέμβριο του έτους 1992 πήγε ο αιτών και ζήτησε να επιστραφούν στην εταιρεία από το ότι δεν υπήρχε λόγος να παραμένουν στην Τράπεζα δ) στο ότι έπρεπε η Τράπεζα να επιδιώξει την εκπλειστηρίαση των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων είχε εγγραφεί προσημείωση προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τράπεζας για την είσπραξη όσων οφείλονταν σ' αυτήν από την εταιρεία που χρηματοδοτήθηκε εν όψει και της πολλοπλάσιας αξίας των ακινήτων επί των οποίων δόθηκε άδεια να εγγραφούν τέτοιες εμπράγματα βάρη και τέλος ε) στο ότι δεν προσπάθησε η δανειολήπτρια εταιρεία να χρηματοδοτηθεί μέσω των άνω πλαστών συναλλαγματικών καθόσον δεν ταυτίζονται οι ημερομηνίες κατά τις οποίες κατατέθηκαν ως ενέχυρο αυτές οι συναλλαγματικές με τις ημερομηνίες κατά τις οποίες δόθηκαν από την τράπεζα προς χρηματοδότηση της άνω εταιρείας οι εκδοθείσες τραπεζικές δίγραμμες επιταγές προς τους προμηθευτές των μηχανημάτων που αποτελούσαν τον μηχανολογικό εξοπλισμό της εταιρείας. Οι ισχυρισμοί αυτοί που δεν επιβεβαιώνονται από τα άνω έγγραφα που προσκομίσθηκαν κατατείνουν στον έλεγχο της καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου από ουσιαστικής απόψεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπήρχε και τότε και είναι απορριπτέοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας καθώς και το περαιτέρω αίτημα αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής προϋπόθεση παραδοχής του οποίου κατά το άρθρο 529 Κ.Ποιν.Δ είναι η παραδοχή της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, και να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23/4/2009 αίτησης του Χ για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 1171/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 732/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και το αίτημα του ιδίου περί αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης με την απόφαση αυτή ποινής. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας αμετάκλητης περατωθείσης μετ' απόρριψη από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως για αναίρεση της καταδικαστικής σε βάρος του αιτούντος αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου για κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ζημία άνω των 50.000.000 δρχ και για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας σε βάρος της ίδιας τράπεζας με επιδιωχθέν όφελος και αντίστοιχη ζημία της ΕΤΕ άνω των 50.000.000 δρχ από δράστη που τέλεσε την απάτη από τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 13 εδ. 62 ΠΚ και του άρθρου 1 Ν. 1608/1950. Απορρίπτεται η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας καθώς και το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής (ΚΠΔ 529) διότι από όσα νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν προσκομιζόμενα έγγραφα δεν πείθεται το παρόν δικαστήριο ότι από τα προκύπτοντα από αυτά περιστατικά και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο της ουσίας που τον καταδίκασε, καθίσταται φανερό ότι δεν έπρεπε να καταδικασθεί ή ότι έπρεπε να κριθεί ετέλεσε μικρότερης βαρύτητας πράξεις και επιπροσθέτως οι λοιποί προσβαλλόμενοι με την αίτηση ισχυρισμοί αφορούν σε γεγονότα που δεν είναι νέα αλλά κατατείνουν σε επανέλεγχο της υποθέσεως με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό από άποψη ουσίας.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 405/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Παπαηλιού, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σαν αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Δημητρίου Πατινίδη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νταλαχάνη, περί αναιρέσεως της 20471/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 980/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 12 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20471/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που άσκησε με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ) είναι παραδεκτή. Επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η ΚΠΔ προκύπτει ότι ως λόγος αναίρεσης κάποιας απόφασης ποινικού δικαστηρίου είναι η υπέρβαση της εξουσίας του δικαστηρίου αυτού. Αρνητική υπέρβαση της εξουσίας που υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητάς του από το ως άνω άρθρο του ΚΠΔ προβαλλομένου λόγου αναίρεσης περί υπέρβασης εξουσίας προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 2354/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ. 52151/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μόνο ως προς τη διάταξη της μετατροπής που επιβλήθηκε στον τότε και τώρα αναιρεσείοντα (...). Με την ως άνω απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του ν. 5960/1933 "περί τραπεζικής επιταγής, σε ποινή φυλάκισης δέκα επτά (17) μηνών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ. Συγχρόνως με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε συγχώνευση των ποινών, με αίτησή του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που είχεν επιβληθεί με την απόφαση αυτή και την υπ' αριθμ. 52140/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και καθόρισε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών (17 + 3 μήνες) και συνολική χρηματική ποινή 2.100 ευρώ (2.000 + 100 ευρώ). Βλ. τελευταία σελίδα της ως άνω απόφασης. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση μόνο ως προς το ζήτημα της αναστολής της ποινής της φυλάκισης που είχε επιβάλλει η προηγούμενη αναιρεθείσα απόφασή του, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 20471/2009 ανέστειλε την προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης των δέκα επτά (17) μηνών, όπως είχε διαταχθεί με την παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό, όχι και την ποινή των είκοσι (20) μηνών που προέκυψε από τη συγχώνευση της ποινής αυτής Φυλάκισης με αυτήν των οκτώ (8) μηνών που είχε επιβληθεί με την υπ' αριθμ. 52140/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, μη αναιρεθείσης άλλωστε της σχετικής περί συγχωνεύσεως των ποινών διάταξης με την υπ' αριθμ. 2354/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Συνεπώς το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση απόφασή του έκρινε ως προς το μέρος της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σ' αυτό και μόνο, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚΠΔ, και έτσι μη επιβληθέν και προς την αναστολή ή μη της συγχωνευτικής ποινής των είκοσι (20) μηνών δεν έσφαλε και ειδικότερα δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η του ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12 Ιουνίου 2009 αίτηση του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20471/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπομπή υπόθεσης μόνο ως προς τη διάταξη της μη αναστολής ποινής φυλάκισης κατώτερης των δύο (2) ετών, όχι ως προς τη συγχωνευτική διάταξη της ποινής αυτής με άλλη. Όχι υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου μη επιληφθέντος για την αναστολή της συγχωνευτικής ποινής, αν και ήταν μικρότερη των δύο (2) ετών. Απόρριψη σχετικού λόγου αναίρεσης ως αβάσιμου.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 404/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χατζή και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, περί αναιρέσεως της 8848/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2009 μετά των από 18 Ιανουαρίου 2010 προσθέτων λόγων και 13 Δεκεμβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, που καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2/2010. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 10.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9575/2009) αίτηση της Χ1 μετά των από 18.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων και 2) η από 13.12.2009 (με αριθ. πρωτ. ...) του Χ2για αναίρεση της υπ` αριθ. 8848/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Εάν δε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν δηλαδή είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16§§1 και 2 του ν. 2516/1997 "ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων και άλλες διατάξεις", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης αξιόποινης πράξης (6.2.2002 μέχρι 27.5.2003): "1. Σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ` εξουσιοδότησή του εκδοθησόμενων κανονιστικών πράξεων, καθώς και των όρων ή περιορισμών που τίθενται στις άδειες εγκαταστάσεως και λειτουργίας, είναι δυνατόν να επιβληθεί, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής, η ολική ή μερική, προσωρινή ή οριστική, διακοπή της λειτουργίας της δραστηριότητας. Η διακοπή λειτουργίας συντελείται με τη σφράγιση των εγκαταστάσεων από τα όργανα της υπηρεσίας αυτής, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, όταν αυτή καθίσταται αναγκαία. Επίσης, η υπηρεσία αυτή, μετά από προηγούμενη ενημέρωση του φορέα, δύναται να ειδοποιήσει ειδικώς τις υπηρεσίες της Δ.Ε.Η., οι οποίες υποχρεούνται στη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της συγκεκριμένης εγκατάστασης.... 2. Στους παραβάτες των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ` εξουσιοδότησή του εκδοθησόμενων κανονιστικών πράξεων ή των όρων και περιορισμών που διαλαμβάνονται στις άδειες εγκατάστασης ή λειτουργίας, εφόσον δεν αποφασίζεται ή κατά τα ανωτέρω διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού από πενήντα χιλιάδες (50.000) μέχρι είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αν επιχείρηση (βιομηχανία, βιοτεχνία, επαγγελματικό εργαστήριο κ.λπ.) που υπάγεται στις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρα 1επ.) λειτουργεί χωρίς άδεια, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Αδειοδοτούσας Αρχής έχουν τη διακριτική ευχέρεια είτε να διακόψουν, ολικά ή μερικά, προσωρινά ή οριστικά, τη λειτουργία της με τη σφράγιση των εγκαταστάσεών της είτε, εάν δεν επιβάλουν διακοπή, να της επιβάλουν πρόστιμο, εάν δε έχει εκδοθεί, κατ` εξουσιοδότηση του εν λόγω νόμου, κανονιστική πράξη, με την οποία διατάσσεται η διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οι αρμόδιοι υπάλληλοι έχουν την υποχρέωση να την εκτελέσουν, διαπράττοντας, άλλως, την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ. Ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 2965/2001 "βιώσιμη ανάπτυξη Αττικής και άλλες διατάξεις" (ο οποίος ίσχυε παραλλήλως με τον ν. 2516/1997 - άρθρο 14 αυτού), στο άρθρο 11§3 του οποίου ορίζεται ότι "βιομηχανίες, βιοτεχνίες και επαγγελματικά εργαστήρια, που η λειτουργία τους δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν εντός έτους με τεχνική ανασυγκρότηση, εφόσον αυτή είναι εφικτή, να προσαρμοσθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Μετά την παρέλευση του έτους η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης, να προχωρήσει στη σφράγιση των εγκαταστάσεων και να δώσει εντολή στο Διαχειριστή Δικτύου ή Συστήματος για τη διακοπή της ηλεκτροδότησης". Η διάταξη, λοιπόν, αυτή για την ευχέρεια υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση αδείας μέσα σε ένα έτος δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αν αποδεικνύεται ότι δεν είναι εφικτή η τεχνική ανασυγκρότηση μιας βιομηχανίας, βιοτεχνίας κ.λπ., ώστε η λειτουργία της να είναι συμβατή με τις κείμενες διατάξεις. Τέλος, εκδόθηκε ο ν. 3325/2005 "ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών, βιοτεχνικών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 39§1 του οποίου καταργήθηκε το μέρος πρώτο του ν. 2516/1997 (στο οποίο περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν) και οι διατάξεις του ν. 2965/2001 πλην των άρθρων 19 έως και 29 αυτού. Όμως, με το άρθρο 24§§1 και 2 του τελευταίου αυτού νόμου ορίζεται ότι: "1. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότησή του, καθώς και μη τήρησης των όρων ή περιορισμών που τίθενται με αποφάσεις της Αδειοδοτούσας Αρχής πλην των κυρώσεων της παρ. 2, μπορεί να επιβληθεί, με απόφαση της ίδιας Αρχής, η ολική ή μερική, προσωρινή ή οριστική διακοπή της λειτουργίας της δραστηριότητας. Η διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας πραγματοποιείται από τα όργανα της Αδειοδοτούσας Αρχής, με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, με τη σφράγιση του παραγωγικού της εξοπλισμού ή σε περίπτωση αποθήκης ή άλλων επικίνδυνων εγκαταστάσεων με τη σφράγιση αυτών. Η Αδειοδοτούσα Αρχή, μετά από ενημέρωση του φορέα της επιχείρησης, μπορεί να ζητήσει τη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στη συγκεκριμένη εγκατάσταση από το Διαχειριστή του Δικτύου ή του Συστήματος Ηλεκτροδότησης, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν στη ζητούμενη διακοπή εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη σχετική ειδοποίησή τους. Σε ειδικές περιπτώσεις και εφόσον επιβάλλεται σε εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου η διακοπή λειτουργίας των δραστηριοτήτων, η Αδειοδοτούσα Αρχή επιτρέπει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με απόφασή της που εκδίδεται, εφάπαξ, τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας τους για τη βιομηχανοποίηση αποθεμάτων πρώτων υλών, που είναι επικίνδυνες για το περιβάλλον ή την ασφάλεια της περιοχής. 2. Σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση αυτού ή δεν τηρούν τους όρους και περιορισμούς που καθορίζονται με τις αποφάσεις της Αδειοδοτούσας Αρχής, εφόσον δεν επιβάλλεται μερική ή ολική, προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας, επιβάλλεται, με απόφαση της Αδειοδοτούσας Αρχής, πρόστιμο από εκατόν πενήντα (150) ευρώ μέχρι εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ...". Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η Αδειοδοτούσα Αρχή εξακολουθεί να υπέχει την υποχρέωση να διακόπτει τη λειτουργία της δραστηριότητας των επιχειρήσεων που παραβαίνουν τις διατάξεις του νόμου (που λειτουργούν, π.χ., χωρίς άδεια) ή, τουλάχιστον, να επιβάλει πρόστιμο και με τον νεότερο αυτόν νόμο δεν εισάγονται ευνοϊκότερα υπέρ των επιχειρήσεων μέτρα, τα αρμόδια όργανα της εν λόγω Αρχής που τέλεσαν, κατά τα ανωτέρω, την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος υπό την ισχύ των προγενεστέρων διατάξεων του ν. 2516/1997, εξακολουθούν να υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις με βάση τις (όμοιες) υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από τις προϊσχύουσες διατάξεις, εφόσον η ποινική δίωξη ασκήθηκε υπό το κράτος της ισχύος εκείνων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 8848/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για παράβαση καθήκοντος από κοινού κατ` εξακολούθηση και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα, τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 13/11/2001 η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 με το ... έγγραφό της κατήγγειλε στην αρμόδια Υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών (Δ/νση Ορυκτού Πλούτου) εγγράφως και προφορικώς ενώπιον της πρώτης κατηγορουμένης Χ1, Διευθύντριας του άνω Τμήματος, ότι πάνω από ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα στην οδό ..., όπου διέμενε με τον ανήλικο γιο της ..., που γεννήθηκε στις 8/12/1988, στον ημιώροφο οι ιδιοκτήτες διαμερίσματος ... και Φ1 λειτουργούσαν παράνομα βιοτεχνία με μηχανή κεντημάτων λευκών ειδών και προκαλούσαν έτσι κραδασμούς κα ηχορύπανση και χωρίς μάλιστα την άδεια της αρμόδιας αρχής. Η πρώτη κατηγορουμένη διαβεβαίωσε την μηνύτρια ότι εφόσον είναι αληθή όσα καταγγέλλει, ότι δηλαδή λειτουργεί βιοτεχνία χωρίς άδεια, θα παύσει η λειτουργία της. Μετά 15 ημέρες από την καταγγελία η μηνύτρια επανήλθε στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης για να πληροφορηθεί για την πορεία της καταγγελίας της και αυτή (κατηγορουμένη) την παρέπεμψε στον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος ήταν υπάλληλος (όπως και η πρώτη κατηγορουμένη) και αρμόδιος για τη διερεύνηση της καταγγελίας. Τότε αυτός είπε στη μηνύτρια "να ξηλώσει την πέργκολα" που είχε κατασκευάσει στον εξωτερικό χώρο του διαμερίσματός της (για το οποίο δεν είχε καμία υλική αρμοδιότητα, γιατί το ζήτημα αυτό αφορούσε την Πολεοδομία και για το ζήτημα αυτό υπήρχε διαφορά με τους καταγγελλόμενους συνιδιοκτήτες). Το περιστατικό αυτό προκύπτει από την κατάθεση της μηνύτριας, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος στην απολογία του δέχεται ότι κατά τη συνάντησή τους αυτή έγινε λόγος για την πέργκολα όχι όπως τα αναφέρει η μηνύτρια αλλά πιθανόν να ρώτησε την μηνύτρια "μήπως τσακωθήκατε για την πέργκολα" χωρίς όμως να διευκρινίζει πώς αυτός είχε λάβει γνώση για το θέμα της πέργκολας, καθ` ον χρόνο πραγματοποίησε την αυτοψία μεταγενέστερα, στις 28.1.2002 (με αριθ. ...). Με την ανωτέρω αυτοψία προτείνεται η έκδοση απόφασης διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης γιατί δεν έχει άδεια λειτουργίας και από τη λειτουργία της μηχανής μπορεί να προκαλείται όχληση από θόρυβο και κραδασμούς στο διαμέρισμα της μηνύτριας. Σημειώνεται δε ότι στο έγγραφο της αυτοψίας που υπογράφεται από τους κατηγορουμένους γίνεται μνεία του υπ` αριθ. ... εγγράφου της Νομαρχίας Αθηνών με το οποίο διαβιβάσθηκαν μέσω FAX καταγγελίες της μηνύτριας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Πολίτη. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ` αριθ. ... απόφαση Νομάρχη Αθηνών με την οποία αποφασίσθηκε η διακοπή της λειτουργίας του ως άνω εργαστηρίου της Φ1 "δια της σφράγισης του μηχανολογικού εξοπλισμού" λαμβάνοντας υπόψη και την από ...έκθεση - εισήγηση των κατηγορουμένων. Κατά της ανωτέρω απόφασης η Φ1 άσκησε την υπ` αριθμ. ... ένστασή της και οι κατηγορούμενοι με το από .... ενημερωτικό σημείωμά τους προς τον Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής πρότειναν την απόρριψη της προσφυγής και ακολούθως εκδόθηκε η υπ` αριθμ....απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Φ1. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε "με απόδειξη" στην Δ/νση Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχίας Αθηνών - βλ. ... επισημείωση του αριθμού Πρωτοκόλλου Εισερχομένων Εγγράφων στην απόφαση αυτή. Οι κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της ανωτέρω απόφασης στις 27/5/2002 και όφειλαν τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή να εφαρμόσουν την προαναφερόμενη ... απόφαση του Νομάρχη. Από την ανωτέρω ημερομηνία και εφεξής δε είχαν καμία δικαιολογία να μην εφαρμόσουν την απόφαση (όπως ισχυρίζονται για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης μέχρι την κοινοποίηση της απόφασης επί της ασκηθείσας προσφυγής, κατά το οποίο ανέμεναν την τελεσιδικία της απόφασης). Όφειλαν οι κατηγορούμενοι να εκτελέσουν άμεσα την απόφαση ενόψει και των προαναφερομένων εγγράφων καταγγελιών της μηνύτριας (με αναφορές και προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Πολίτη) αλλά και των καταγγελιών της μηνύτριας ότι συνεχίζεται η λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης. Αντίθετα αυτοί μετά πάροδο πλέον του μηνός από τη γνώση της απόφασης προέβησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης στις 1/7/2002 με την επισημείωση και αιτιολογία "έγινε διακοπή εργασιών από ΔΟΥ ΑΡΧΕΙΟ" χωρίς να προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου η δυνατότητα αρχειοθέτησης και μη εκτέλεσης μιας απόφασης του Νομάρχη που διατάσσει τη διακοπή της λειτουργίας της προαναφερόμενης επιχείρησης "δια της σφραγίσεως του μηχανολογικού εξοπλισμού" εάν ο επιχειρηματίας προβεί σε δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εστάλη στις 21/6/2002 με FAX προς τον δεύτερο κατηγορούμενο η από η από 13/6/2002 βεβαίωση διακοπής εργασιών της ΔΟΥ ...Αθηνών από την οποία προκύπτει ότι στις 13/6/2002 η Φ1 υπέβαλε δήλωση διακοπής εργασιών από 10/6/2002 με αιτία διακοπής "Παύση εργασιών" της ανωτέρω επιχείρησής της. Επισημαίνεται ότι η αρχειοθέτηση της απόφασης για τον προαναφερόμενο λόγο από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούσε συνήθη έστω πρακτική (δημοσιοϋπαλληλική) καθόσον οι κατηγορούμενοι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τα στοιχεία έστω και μιας παρόμοιας υπόθεσης από αυτές που χειρίσθηκαν επί σειρά ετών. Άλλωστε και δεν μπορούσε να υπάρχει παρόμοια περίπτωση, αφού έτσι θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε επιχειρηματίας να αποφύγει την εκτέλεση παρόμοιας απόφασης με ανειλικρινή δήλωση διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ με συνέπεια να εξουδετερώνει την εφαρμογή αποφάσεων της Διοίκησης που λαμβάνονται μετά από μακροχρόνιες διαδικασίες και να αρχίζει εκ νέου ο θιγόμενος νέο μαραθώνιο για να ικανοποιηθούν τα ήδη κριθέντα δίκαια αιτήματά του. Στην προκειμένη δε περίπτωση όπως προκύπτει από σωρεία εγγράφων η εν λόγω επιχείρηση συνέχιζε τη λειτουργία της και μετά τη δήλωση διακοπής της στην αρμόδια ΔΟΥ, παρά δε τις κατ` επανάληψη διαμαρτυρίες της μηνύτριας ο δεύτερος κατηγορούμενος μόλις στις 18/11/2003 προέβη στη σφράγιση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργαστηρίου, δηλαδή τότε προέβη στην εκτέλεση της 153/2001 απόφασης του νομάρχη Αθηνών. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι δεν είχαν πρόθεση να βλάψουν την μηνύτρια και να ωφελήσουν την ιδιοκτήτρια της επιχείρησης αντίθετα αυτοί επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο σε βάρος της επικαλούμενοι ότι από 23/11/2001 ισχύει ο νόμος 2965/2001 που στο άρθρο 11§3 αυτού ορίζει ότι "βιομηχανίες, βιοτεχνίες και επαγγελματικά εργαστήρια, που η λειτουργία τους δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν εντός έτους με τεχνική ανασυγκρότηση, εφόσον αυτή είναι εφικτή, να προσαρμοσθούν στις διατάξεις του παρόντος νόμου και να υποβάλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Μετά παρέλευση έτους η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης, να προχωρήσει στη σφράγιση των εγκαταστάσεων και να δώσει εντολή στο Διαχειριστή Δικτύου ή Συστήματος για τη διακοπή της ηλεκτροδότησης. Η παραπάνω προθεσμία μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη έτος με την προϋπόθεση ότι η μονάδα έχει εξασφαλίσει εδαφική έκταση σε περιοχή όπου επιτρέπεται η μετεγκατάστασή της" και ότι στο άρθρο 13 του Ν. 2965/2001 ορίζεται ότι "Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος τιμωρείται με χρηματικό πρόστιμο και με προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης κατά τη διαδικασία του άρθρου 16 Ν. 2516/1997". Οι ανωτέρω ισχυρισμοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι γιατί από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η Φ1 μπορούσε να προβεί στην τεχνική ανασυγκρότηση της επιχείρησής της και ότι αυτή η τεχνική ανασυγκρότηση ήταν εφικτή για να εξακολουθήσει να λειτουργεί η επιχείρησή της και η επιβολή της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης (χωρίς μάλιστα και την επιβολή χρηματικού προστίμου) δεν υποδηλώνει ότι επέβαλαν το πλέον δυσμενές μέτρο. Πέρα από αυτά αδιαμφισβήτητο τυγχάνει το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν εκτέλεσαν την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη (που οι ίδιοι συνέταξαν ως υπάλληλοι και παρά τις εισηγήσεις τους για απόρριψη της ένστασης της Φ1) κατά το χρονικό διάστημα από 6/2/2002 που τους κοινοποιήθηκε η υπ` αριθμ. ... απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και τουλάχιστον μετά την κοινοποίηση της υπ` αριθμ. ... απόφασης του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της Φ1, όφειλαν, ως υπάλληλοι που είχαν ως καθήκον τη σφράγιση των εγκαταστάσεων των παρανόμως λειτουργουσών βιομηχανιών, βιοτεχνιών, επαγγελματικών εργαστηρίων κλπ σύμφωνα με το άρθρο 16 Ν. 2516/1997, να προβούν στη σφράγιση του μηχανολογικού εργαστηρίου που λειτουργούσε χωρίς άδεια, για να εξασφαλισθεί η πραγματική διακοπής της λειτουργίας των εγκαταστάσεων ο οποίες προκαλούσαν όχληση από θόρυβο και κραδασμούς και καθιστούσαν αδύνατη τη διαβίωση της μηνύτριας και του ανήλικου γιου της. Οι κατηγορούμενοι δεν προέβησαν (τουλάχιστον) μέχρι 27/5/2003 στις ανωτέρω ενέργειες με σκοπό να ωφελήσουν την Φ1 και το σύζυγό της διότι συνεχίσθηκε τουλάχιστον μέχρι 27/5/2003 (που αφορά την κρινόμενη μήνυση) η λειτουργία της παράνομης επιχείρησης από την οποία η ανωτέρω ιδιοκτήτρια και ο σύζυγός της απολαμβάνουν οικονομικά οφέλη και να βλάψουν τη μηνύτρια η οποία αδυνατούσε να διαβιώσει με το ανήλικο τέκνο της χωρίς κίνδυνο γα την ψυχική τους υγεία στο εν λόγω διαμέρισμα. Ο δόλος των κατηγορουμένων να παραβούν τα καθήκοντά τους και να ωφελήσουν την Φ1 με αντίστοιχη βλάβη της μηνύτριας προκύπτει 1) από τη σχετική κατάθεση της μηνύτριας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. 2) Από το γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος στην πρώτη συνάντησή του με τη μηνύτρια, χωρίς να είναι αρμόδιος προς τούτο είπε στη μηνύτρια να ξηλώσει την πέργκολα που αποτελούσε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ της μηνύτριας και του ζεύγους Φ1, γεγονός που ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί πριν πραγματοποιήσει την αυτοψία στον χώρο. 3) Από το γεγονός ότι οι δύο κατηγορούμενοι έθεσαν στο αρχείο την απόφαση του Νομάρχη κατόπιν της δήλωσης διακοπής εργασιών στην αρμόδια ΔΟΥ, χωρίς αυτό να επιτρέπεται από καμία διάταξη νόμου, χωρίς να έχει έστω εφαρμοσθεί σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση παρόμοια λύση. 4) Οι ενέργειες αυτές έγιναν από πεπειραμένους υπαλλήλους με γνώση του αντικειμένου τους. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της παράβασης καθήκοντος από κοινού και κατ` εξακολούθηση". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ` εξακολούθηση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο των κατηγορουμένων και τον περαιτέρω σκοπό τους να προσπορίσουν σε άλλον και συγκεκριμένα στην Φ1 και το σύζυγό της παράνομο όφελος, συνιστάμενο στο ότι συνεχίσθηκε τουλάχιστον μέχρι τις 27.5.2003 (επί 15 και πλέον μήνες μετά την κοινοποίηση σ` αυτούς της υπ` αριθ. ... αποφάσεως του Νομάρχη Αθηνών) η λειτουργία της παράνομης επιχείρησης από την οποία οι ανωτέρω απολάμβαναν οικονομικά οφέλη, και να βλάψουν άλλον και δη τη μηνύτρια που αδυνατούσε να διαβιώσει με το ανήλικο τέκνο της χωρίς κίνδυνο για την ψυχική της υγεία στο διαμέρισμά της. Ακόμη, εκθέτει σαφώς ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι υπηρετούσαν στη Διεύθυνση Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχίας Αθηνών ως υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ και στο αντικείμενό τους ανήγετο η διαδικασία για τη διερεύνηση της καταγγελίας της μηνύτριας για την παράνομη λειτουργία της βιοτεχνίας των ανωτέρω και η αρμοδιότητά τους να διακόψουν τη λειτουργία της βιοτεχνίας αυτής, εφόσον αυτή λειτουργούσε χωρίς άδεια, παραδοχή από την οποία αυτονόητα προκύπτει και ποια ήταν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, τα οποία στη συνέχεια παρέβησαν. Ακόμη, εκθέτει ότι οι ως άνω υποχρεώσεις των αναιρεσειόντων απέρρεαν από την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2516/1997, ενώ αιτιολογεί γιατί δεν ήταν δυνατή, στην κρινόμενη περίπτωση, η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 11 του ν. 2965/2001, ότι, δηλαδή, δεν αποδείχθηκε ότι η Φ1 μπορούσε να προβεί στην τεχνική ανασυγκρότηση της επιχείρησής της και ότι η τεχνική ανασυγκρότηση ήταν εφικτή για να συνεχίσει να λειτουργεί η επιχείρηση, καθώς και ότι οι αναιρεσείοντες δεν ενήργησαν νόμιμα, θέτοντας τη νομαρχιακή απόφαση στο αρχείο (αντί να την εκτελέσουν), επειδή δηλώθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ διακοπή των εργασιών της επιχειρήσεως. Πρέπει, επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως (κύριος λόγος των αιτήσεων και πρόσθετοι της αναιρεσείουσας Χ1), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψη νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα γιατί α) προσδιορίζεται το υπαλληλικό καθήκον της αναιρεσείουσας Χ1, που παραβιάσθηκε, ως ερειδόμενο στη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2516/1997, η οποία είχε ήδη καταργηθεί με τη διάταξη του άρθρου 39 του ν. 3325/2005, β) το καθήκον της αναιρεσείουσας να εκτελέσει τη νομαρχιακή απόφαση ήταν κενό περιεχομένου, καθόσον είχε χορηγηθεί από τη ΔΟΥ βεβαίωση διακοπής των εργασιών της ένδικης επιχειρήσεως, ενώ είχε αυτή την πεποίθηση ότι είχε σταματήσει εν τοις πράγμασι κάθε επί πλέον δραστηριότητα του εργαστηρίου, οπότε δεν μπορούσε να προβεί σε καμιά περαιτέρω ενέργεια γιατί θεωρούσε το θέμα λήξαν, γ) δεν αναφέρονται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του αποδιδόμενου στους αναιρεσείοντες εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος (ο δόλος τους, καθώς και ο σκοπός τους να προσπορίσουν στον εαυτό τους ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψουν το κράτος ή κάποιον άλλο), δ) δεν διαλαμβάνεται ποιες ήταν οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των αναιρεσειόντων, ε) εσφαλμένα εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2516/1997, καθόσον αυτή είχε σιωπηρά καταργηθεί από την έναρξη ισχύος του ν. 2965/2001, ενώ δεν αιτιολογείται η απόρριψη του σχετικού με το άρθρο 11 αυτού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από το ότι δε έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα Χ1 είχε προβεί στην από ... έκθεση αυτοψίας, με βάση την οποία είχε εισηγηθεί τη διακοπή της λειτουργίας του εργαστηρίου, δεν γεννάται καμιά αντίφαση προς την παραδοχή ότι αυτή παραβίασε το καθήκον της με πρόθεση και με σκοπό να ωφελήσει την Φ1 και να βλάψει τη μηνύτρια, αφού η παράβαση καθήκοντος συνίσταται στην μη εκτέλεση της ειρημένης νομαρχιακής αποφάσεως, το ότι δε αρχικά διερεύνησε την υπόθεση δεν παραλλάσσει την μετέπειτα αξιόποινη συμπεριφορά της και η μερικότερη αιτίασή της για το αντίθετο είναι αβάσιμη. Η αιτίαση της αυτής αναιρεσείουσας ότι αυτή είχε τη διακριτική ευχέρεια να διακόψει τη λειτουργία του εργαστηρίου, αφού η διάταξη του άρθρου 16§1 του ν. 2516/1997 προέβλεπε όχι υποχρέωση, αλλά απλή δυνατότητα σφραγίσεως και, κατά συνέπειαν, δεν διέπραξε αυτή παράβαση καθήκοντος είναι αβάσιμη, γιατί, πέραν του ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η φράση "είναι δυνατόν να επιβληθεί η ολική ή μερική, προσωρινή ή οριστική, διακοπή της λειτουργίας" πρέπει να ερμηνευτεί σε συνδυασμό με την παρ. 2, κατά την οποία, εφόσον δεν αποφασίζεται η κατά την παρ.1 διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας, επιβάλλεται πρόστιμο, το οποίο, όμως, δεν επιβλήθηκε αντί της διακοπής λειτουργίας, η παράβαση καθήκοντος στηρίζεται στο ότι οι αναιρεσείοντες δεν εκτέλεσαν την υπ` αριθ. ... νομαρχιακή απόφαση, την οποία δεν είχαν τη διακριτική ευχέρεια να μην εκτελέσουν. Η αναιρεσείουσα Χ1 αιτιάται, τέλος, ότι η υπ` αριθ.... νομαρχιακή απόφαση δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, γιατί, όπως έχει κριθεί με την υπ` αριθ. 1124/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το πρόσωπο που την υπέγραψε στερείτο της απαραίτητης για την έκδοση της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξεως εξουσιοδοτήσεως. Συγκεκριμένα, αιτιάται ότι με την ως άνω απόφαση του ΣτΕ ακυρώθηκε, κατά παραδοχήν αιτήσεως ενδιαφερομένου φυσικού προσώπου, η από 19.7.2001 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (και η ακολούθως εκδοθείσα απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής), γιατί αυτή υπογράφεται κατ' επίκληση της υπ' αρ. 44762/1999 αποφάσεως της Νομάρχου Αθηνών, που μνημονεύεται στο προοίμιο αυτής, από την Βοηθό Νομάρχη Αθηνών .... Όμως, η υπ' αριθμ. 44762/1999 κανονιστική απόφαση της Νομάρχου Αθηνών, με την οποία μεταβιβάσθηκε στην προαναφερθείσα Βοηθό Νομάρχη "η αρμοδιότητα να υπογράφει", μεταξύ άλλων, "αποφάσεις, έγγραφα ή άλλες πράξεις" αφορώσες την "ανάκληση αδείας λειτουργίας Μ. Επιχειρήσεων", καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο που τηρείται προς τούτο στην αρμόδια Υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών στις 18 Απριλίου 2002 και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 25-4-2002 της εφημερίδας "...", οπότε η εν λόγω κανονιστική απόφαση δεν είχε αποκτήσει νόμιμη υπόσταση στις 19-7-2001 που εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, και κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο εκδόσεως της υπ' αριθμ. 1730/19-7-2001 αποφάσεως της ανωτέρω Βοηθού Νομάρχου Αθηνών, η εν λόγω κανονιστική απόφαση δεν είχε λάβει νόμιμη υπόσταση και, ως εκ τούτου, η ως άνω Βοηθός Νομάρχης, εφ' όσον δεν της είχε μεταβιβασθεί αρμοδιότητα εκδόσεως, ούτε ειδικότερα αρμοδιότητα υπογραφής πράξεων, αναρμοδίως προέβη στην έκδοση της πράξεως αυτής κατ' επίκληση της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως. Στο προοίμιο δε της ένδικης υπ` αριθ. ... νομαρχιακής αποφάσεως γίνεται επίκληση της αυτής ως άνω υπ` αριθ. 44762/1999 κανονιστικής πράξεως, η οποία ακόμη δεν είχε αποκτήσει νόμιμη υπόσταση, αφού δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο και δημοσιευθεί και, επομένως, και η νομαρχιακή αυτή απόφαση ήταν ανυπόστατη και δεν υπήρξε καθήκον κατά την έννοια του άρθρου 259 ΠΚ που να απορρέει από την μη άμεση εκτέλεση της απόφασης αυτής. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον η εν λόγω απόφαση, εφόσον δεν έχει ακυρωθεί, έχει πλήρη ισχύ και δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε άλλη νομαρχιακή απόφαση, έστω και αν, στο προοίμιο αυτής, αναφέρεται η αυτή υπ` αριθ. 44762/1999 κανονιστική πράξη. Ανεξαρτήτως αυτού, την επικαλούμενη μη νομιμότητα της εκδόσεως της ένδικης νομαρχιακής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, δεν πρότεινε η αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε αυτό να την ερευνήσει στα πλαίσια του άρθρου 60§1 ΚΠΔ, και έπρεπε, κατά τα προεκτεθέντα, να την εκτελέσει, όπως είχε υποχρέωση και από τις σχετικές διατάξεις του ν. 3528/2007 "Κώδικας δημοσίων πολ. διοικ. υπαλλήλων & υπαλ. ΝΠΔΔ" (άρθρ. 25 αυτού). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά του προσθέτου λόγου της πρώτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Δικαστική δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας δεν επιδικάζεται, γιατί αυτή, αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (βλ. από 11.1.2010 αποδεικτικό του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λάμπρου Χούμου), δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ 1) την από 10.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9575/2009) αίτηση (δήλωση) της Χ1 μετά των από 18.1.2010 προσθέτων αυτής λόγων και 2) την από 13.12.2009 (με αριθ. πρωτ. 9678/2009) αίτηση του Χ2, για αναίρεση της υπ` αριθ. 8848/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση καθήκοντος, που απέρρεε από νομαρχιακή απόφαση, η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 16 Ν. 2516/1997 "Ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων ..." από κοινού κατ' εξακολούθηση. Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως μετά προσθέτων λόγων και απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 259 ΠΚ. Ορθή εφαρμογή άρθρου 16 Ν.2516/1997, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης. Οι αναιρεσείοντες υπέκειντο σε ποινικές κυρώσεις, κατ' άρθρο 259 ΠΚ, από την παραβίαση του και μετά την κατάργηση του από τον Ν.3325/2005. Αιτιολόγηση για το ανεφάρμοστο άρθρου 11 Ν. 2965/2001. Απόρριψη αιτιάσεως ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε τη διακριτική ευχέρεια και όχι την υποχρέωση να διακόψει τη λειτουργία του εργαστηρίου που λειτουργούσε παρανόμως. Απόρριψη αιτιάσεως ότι δεν υπήρξε καθήκον που να απέρρεε από την μη εκτέλεση της επίμαχης νομαρχιακής αποφάσεως, γιατί αυτή ήταν ανυπόστατη επειδή στο προοίμιο της γίνεται επίκληση της υπ' αριθ. 44762/1999 κανονιστικής πράξεως, η οποία κρίθηκε, με απόφαση του ΣτΕ, ανυπόστατη. Η επίδικη πράξη δεν έχει ακυρωθεί και έχει πλήρη ισχύ, ενώ η απόφαση του ΣτΕ αφορούσε άλλη νομαρχιακή απόφαση που στο προοίμιο της αναφερόταν και η ανωτέρω υπ' αριθ. 44762/1999 κανονιστική πράξη.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Παράβαση καθήκοντος.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 403/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου εν ζωή ..., περί αναιρέσεως της 3836/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1625/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος, αφού ανακοίνωσε στο δικαστήριο ότι, όπως προκύπτει από την με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Τορώνης Χαλκιδικής, ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 25 Ιανουαρίου 2010, πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 περ. β' ΚΠοινΔ, η ποινική δίωξη τελειώνει και με την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, η οποία διατάσσεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος έχει πεθάνει. Από τη διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται αναλόγως και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει μετά την άσκηση απ' αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως ο Άρειος Πάγος παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, αφού προηγουμένως αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 16.11.2009 αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε από τον Χ1 στις 16.11.2009 και στρέφεται κατά της 3836/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών. Όπως, όμως, προκύπτει από την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο, υπ' αριθ. .... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Τορώνης Χαλκιδικής η οποία, σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την 1-2-2010, συνταγείσας σχετικής εκθέσεως, από τον..., εξουσιοδοτημένο από την αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Άννα Πλεύρη, ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 25.1.2010, δηλαδή μετά την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3836/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Παύει οριστικώς λόγω θανάτου την κατά του Χ1 ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι: "Στο 42° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού .... στις 25-10-2003 και ώρα 07.00, ενώ ήταν οδηγός οδικού οχήματος και υποχρεωμένος από το επάγγελμα του αυτό να έχει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή στην οδήγηση του, από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε, να καταβάλλει επέφερε το θάνατο άλλου και ειδικότερα της ..., κατοίκου στη ζωή ..., ηλικίας 83 ετών, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από την πράξη του αυτή, αν και μπορούσε να το προβλέψει και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, μάρκας SCANIA 1989, χρώματος μπλε, με κατεύθυνση από ...προς ... δεν επέδειξε σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όπως ήταν υποχρεωμένος, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούσαν και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ήταν νύκτα με περιορισμένο το πεδίο ορατότητας λόγω του σκότους, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του, να παρασύρει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματος του την ανωτέρω ποθούσα, η οποία, κατευθυνόμενη προς τον ... βάδιζε στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας αυτού, να τη ρίξει σε παρακείμενο κτήμα και να την τραυματίσει, προξενώντας της "κατάγματα πλευρών - Αιμοθώρακα - Εξάρθρημα 7ου αυχενικού σπονδύλου και 2ου αυχενικού σπονδύλου", κακώσεις από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε αμέσως ο θάνατος αυτής". Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1174/2008) -.
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .
0
Αριθμός 401/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1328/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., εκτός από όσα ορίζονται ειδικά στον οργανισμό των δικαστηρίων, στον ειδικό νόμο για τα μικτά ορκωτά δικαστήρια και στον Κώδικα αυτό, δεν μπορούν στην ίδια ποινική υπόθεση να ασκήσουν έργα ανακριτή, δικαστή, εισαγγελέα ή γραμματέα όσοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος ή εξ' αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), δικαστικοί λειτουργοί, υπάλληλοι της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών και δικηγόροι, δεν επιτρέπεται να συμπράττουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια αν είναι σύζυγοι ή συνδέονται με συγγένεια αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του τρίτου βαθμού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως ισχύει, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Ως σημαντικό αίτιο κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρείται, μεταξύ άλλων, και το κώλυμα συμμετοχής του δικαστή στην εκδίκαση της αναιρέσεως, εάν στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με το ένδικο αυτό μέσο απόφαση συμμετέσχε ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 του Ν.1756/88 πρόσωπα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1393/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Στη δίκη εκείνη συμμετέσχε, ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, η Εφέτης Ανδρονίκη Τυραννίδου, σύζυγος του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φράγγου. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε, ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση, η συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έλαβε χώρα την 3.2.2010. Κατά την άνω συνεδρίαση συμμετέσχε και ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φράγγος. Όπως, όμως προεκτέθηκε, ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φράγγος και η Ανδρονίκη Τυραννίδου είναι μεταξύ τους σύζυγοι, γεγονός που συνιστά λόγο αποκλεισμού του άνω Αρεοπαγίτη, από τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως. Μετά από αυτά, συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κλητεύοντας σχετικά τον αναιρεσείοντα και τον πολιτικώς ενάγοντα, ενόψει του ότι αυτοί δεν έχουν κληθεί να παραστούν κατά την ημέρα της δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως, η δε διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 του Κ.Π.Δ δεν είναι εφαρμοστέα, αφού η εν λόγω αναβολή γίνεται αυτεπαγγέλτως, προκειμένου αυτή, να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω κωλυόμενος Αρεοπαγίτης. Για τους λόγους αυτούς Αναβάλλει την εκδίκαση της από 2.9.2009 αιτήσεως του ..., περί αναιρέσεως της 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε άλλη δικάσιμο που θα ορίσει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προκειμένου αυτή να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φράγγος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβάλλει προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο κωλυόμενος αρεοπαγίτης.
Αναβολή συζήτησης
Αναβολή συζήτησης.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 406/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αζαριάδη, περί αναιρέσεως της 39-40/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 455/2009. Αφού άκουσε Τον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον ίδιο τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ των οποίων η μεν πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι από το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της πλειοψηφίας των μελών του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατόπιν της από 24/8/1988 αιτήσεως του κατηγορουμένου εκδόθηκε επ' ονόματι αυτού η με αριθμό ... άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ...της Νομαρχίας Πέλλας, αφορώσης την υπ' αυτού κατασκευή - προσθήκη τετάρτου μετά το ισόγειο ορόφου, επί υφισταμένης τριώροφης μετά ισογείου οικοδομής που είχε αναγερθεί επί οικοπέδου και οικοδομήματος ανήκοντος στον πατέρα αυτού, κειμένου στην πόλη των ...και στην οδό ..., Με την έκδοση της ως άνω άδειας εξαντλήθηκε το ποσοστό δόμησης του παραπάνω ακινήτου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια κατασκευής πέμπτου μετά το ισόγειο ορόφου στην ως άνω πολυκατοικία. Μετά την έκδοση της ως άνω άδειας ο κατηγορούμενος κατασκεύασε τον τέταρτο μετά το ισόγειο όροφο της ως άνω οικοδομής βάσει της προαναφερθείσης άδειας οικοδομής, τουτέστιν νομίμως, πλην όμως παρανόμως και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής ενεργώντας κατασκεύασε και πέμπτο μετά το ισόγειο όροφο αυτής και ειδικότερα κτίσμα εμβαδού 94 τ.μ. και ημιυπαίθριου χώρου εμβαδού 24 τ.μ. δια της κατασκευής υπερυψωμένης στέγης (τοιχοποιία από οπτόπλινθους και ξύλινη κεραμοσκεπή). Ο εν λόγω πέμπτος όροφος είχε ήδη κατασκευαστεί μέχρι το τέλος του έτους 1992. Προκειμένου ο κατηγορούμενος να επιτύχει την παρά της ΔΕΗ ηλεκτροδότηση του ως άνω παρανόμως ανεγερθέντες πέμπτου μετά το ισόγειο ορόφου προσκόμισε στην ως άνω επιχείρηση ένα εκ των χορηγηθέντων σε αυτόν πρωτοτύπων της ως άνω γνήσιας άδειας οικοδομής έχοντας όμως νοθεύσει ο ίδιος το περιεχόμενο αυτής δια της μετατροπής του Δ' ορόφου που αφορούσε αυτή σε 5ου τοιούτου, ούτως ώστε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της ΔΕΗ περί της νομιμότητας της ανέγερσης του πέμπτου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας και παρασχεθεί σε αυτόν άδεια ηλεκτροδότησης του εν λόγω πέμπτου ορόφου, πράγμα το οποίο αυτός και επέτυχε ήδη από της 5/4/1993. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός δεν νόθευσε το πρωτότυπο της περιελθούσης εις χείρας του οικοδομικής άδειας αλλά ότι αυτή, από αμέλεια του συντάξαντος αυτήν υπαλλήλου, συντάχθηκε εξ υπαρχής ως αφορώσα την ανέγερση 5ου ορόφου, μαζί με το ισόγειο, της εν λόγω οικοδομής, δεν γίνεται πιστευτός καθόσον είναι εμφανής η δια γυμνού οφθαλμού αλλοίωση του κειμένου της κρίσιμης εν λόγω άδειας (που προσκομίστηκε στην ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση όχι του πέμπτου μαζί με το ισόγειο ορόφου αλλά του πέμπτου μετά το ισόγειο ορόφου της ως άνω οικοδομής, τουτέστιν του παρανόμως ανεγερθέντος 6ου μαζί με το ισόγειο ορόφου αυτής) από Δ' ορόφου σε 5ου ορόφου, προς δε ως εκ του ότι ο κατηγορούμενος ανήγειρε βάσει της εν λόγω άδειας όχι μόνον ένα όροφο που προβλεπόταν σε αυτήν (ονομαζόμενου είτε Δ' ορόφου μετά το ισόγειο είτε 5ου ορόφου μετά το ισόγειο), αλλά δυο τοιούτους και δη Δ' ορόφου μετά το ισόγειο, νομίμως και 5ου ορόφου μετά το ισόγειο, παρανόμως. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατηγορηθείς για την υπ' αυτού ανέγερση χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής του πέμπτου μετά το ισόγειο (ή έκτου μαζί με το ισόγειο) ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας κατά την διάρκεια της απολογίας του κατά την 6/9/2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Γιαννιτσών, εν γνώσει του προσκόμισε και έκανε χρήση και πάλι της πλαστής ως άνω άδειας οικοδομής (που είχε προσκομίσει και στην ΔΕΗ), προκειμένου να αποσείσει την κατ' αυτού κατηγορία, διϊσχυριζόμενος ότι αυτή αφορούσε την ανέγερση 5ου μετά το ισόγειο ορόφου στην ως άνω οικοδομή και όχι 4ου μετά το ισόγειο ορόφου αυτής και ότι εντεύθεν νομίμως είχε ανεγερθεί ο επίδικος πέμπτος μετά το ισόγειο, ή έκτος μαζί με το ισόγειο όροφος αυτής και ειδικότερα ότι νομίμως είχε ηλεκτροδοτηθεί ο όροφος αυτός από την ΔΕΗ. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου γενομένη κατά τα άνω χρήση της πλαστής παραπάνω άδειας έγινε προς τον σκοπό να παραπλανήσει αυτός την αρμόδια δικαστική αρχή περί γεγονότος που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να πείσει αυτήν περί της νομιμότητας της κατασκευής του 5ου μετά το ισόγειο ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιλογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βαθμό πλημμελήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. 1 γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ. 2,1 του ΠΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) αιτιολογείται επαρκώς, ο δόλος του κατηγορουμένου δικηγόρου και δη ότι τελούσε σε πλήρη γνώση της πλαστότητας της εκδοθείσας στο όνομά του ... οικοδομικής αδείας, όταν, κατά την απολογία του για το αδίκημα της ανεγέρσεως αυθαιρέτου κτίσματος σε πέμπτο υπέρ το ισόγειο όροφο, την προσκόμισε στον Πταισματοδίκη Γιαννιτσών, σε φωτοαντίγραφο, που αφορούσε όμως την προσθήκη τετάρτου και όχι πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, που ανέγραφε μετά τη νόθευση, σε προϋπάρχουσα οικοδομή του, ενώ την πλαστογραφία αυτή είχε διαπράξει ο ίδιος, άρα σαφώς γνώριζε όταν την προσκόμισε στις δικαστικές αρχές ότι ήταν νοθευμένη και ότι προέβη σε χρήση της, με σκοπό να πετύχει την απαλλαγή του από την αποδιδόμενη σε αυτόν ως άνω κατηγορία για αυθαίρετο κτίσμα, β) δεν υπάρχει ασάφεια ή αβεβαιότητα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκτίμησε και συνέκρινε όλα τα αναγνωσθέντα αντίγραφα, πρωτότυπα και σε φωτοαντίγραφο, της υπ'αριθ. .... άδειας οικοδομής, που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν και με επαρκή και πλήρη αιτιολογία αποφάνθηκε, ότι έχει γίνει νόθευση της εν λόγω αδείας οικοδομής του κατηγορουμένου από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ιδιοκτήτη της οικοδομής και ότι η νόθευση της αδείας αυτής έγινε μετά την έκδοσή της, για να πετύχει, όπως και έγινε, παράνομη ηλεκτροδότηση του αυθαιρέτου ορόφου από τη ΔΕΗ, προσκομίσας σε αυτή το 1993 το αναγνωσθέν ομοίως, από τότε νοθευμένο, φωτοαντίγραφο της ίδιας αδείας υπ'αριθ.... ότι η χρήση φωτοαντιγράφου της νοθευμένης αδείας έγινε για να φαίνεται νόμιμη η αυθαίρετη προσθήκη πέμπτου υπέρ το ισόγειο (6ου) ορόφου που είχε ανεγείρει προ του 1992, γ) ο παραπάνω υποβληθείς από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι δεν νόθευσε αυτός την άδεια οικοδομής, αλλά κάποιος υπάλληλος της Πολεοδομίας Γιαννιτσών από την αρχή της εκδόσεως, σε διόρθωση κάποιου λάθους της υπηρεσίας αυτής και ότι αυτός την παρέλαβε διορθωμένη ως προς τον όροφο, από "Δ" σε "5 ου", συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και το δικαστήριο, απέρριψε αυτόν με την παραπάνω αιτιολογημένη και ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή ότι δράστης της εν λόγω νοθεύσεως της αδείας οικοδομής είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος και όχι κάποιος υπάλληλος της Πολεοδομίας, ενώ η ύπαρξη δύο πρωτοτύπων αδείας διορθωμένων δεν αναιρεί τη νόθευση αυτής από τον κατηγορούμενο, αφού η οικοδομική άδεια εκδίδεται από την Πολεοδομία σε πλείονα πρωτότυπα - αντίγραφα, για διαφορετικές χρήσεις αυτής. Ένα δε από τα επισκοπούμενα πέντε αναγνωσθέντα αντίγραφα της ίδιας ... άδειας, σε ακριβές φωτοαντίγραφο, φέρει επίσημη σφραγίδα επικυρώσεως του Γραφείου Πολεοδομίας Γιαννιτσών, που την εξέδωκε, με ημερομηνία επικυρώσεως 22-5-03 και αναγράφει "προσθήκη σε ύψος Δ ορόφου", ήτοι αναγράφει τον ορθό όροφο Δ, για τον οποίο και εκδόθηκε από την αρχή, πριν νοθευθεί από Δ σε 5ου ορόφου. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος, τρίτος και τέταρτος, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β, Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ακροάσεως, από τη μη απάντηση στον παραπάνω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠοινΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται (στα πρακτικά, σελ. 6,7) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται με την αναφορά, "..2) Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ'αριθ. ...άδειας οικοδομής, 4) Φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ. ... άδειας οικοδομής προσκομισθέν από τον κατηγορούμενο, 5) Η υπ'αριθ. ... άδεια οικοδομής προσκομισθείσα από τον κατηγορούμενο, 10) φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ. ... άδειας οικοδομής προσκομισθέν από τον κατηγορούμενο και 15) Το υπ'αριθ. πρωτ. 108/19-4-2005 έγγραφο του Πταισματοδίκη Γιαννιτσών προς τη ΔΕΗ Γιαννιτσών, με τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα". Υπό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, εκ των οποίων τα τέσσερα πρώτα αφορούν την ίδια νοθευμένη οικοδομική άδεια ..., προσκομισθέντα τα τρία από αυτά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει και του ότι με την ανάγνωση του κειμένου αυτών στους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και τα στοιχεία τους στον παριστάμενο αναιρεσείοντα δικηγόρο και τους δύο συνηγόρους του, οπότε αυτοί είχαν την πλήρη δυνατότητα να ελέγξουν τα έγγραφα αυτά και να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ. Στην έννοια δε του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική απολογία του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν αναφέρονται η προανακριτική μαρτυρική κατάθεση και η ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου και έτσι δεν προκύπτει με βεβαιότητα η ανάγνωσή τους". Από την επισκόπηση, όμως, των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλαν αίτημα να αναγνωσθούν τα συγκεκριμένα ως άνω έγγραφα, τα οποία και δε συμπεριλαμβάνονται σε αυτά που αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, που κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στηρίζεται, όχι στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, που σημειώνει στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων, αλλά στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ, για ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 8/16-3-2009 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της 39, 40/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Χρήση πλαστού εγγράφου οικοδομικής αδείας. Νόθευση του ορόφου από Δ΄ σε 5ο ενώπιον του Πταισματοδικείου Γιαννιτσών, κατά την απολογία του για αδίκημα αυθαίρετου κτίσματος. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής νόμου. 2. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας ορισμένων από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. 3. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, μόνον αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ εδ. Β΄ του ΚΠΔ.
Ακροάσεως έλλειψη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 409/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1, κατοίκου ... 2. Χ2, κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Τσάτσαρη, περί αναιρέσεως της 995/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, κατοίκους ..., 3. Ψ3, 4. Ψ4, κατοίκους ..., 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7. Ψ7, κατοίκους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ και 8.Χ8, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1561/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 473 ΚΠοινΔ, ορίζεται στην μεν παράγραφο 1 εδ. α και β' αυτού, ότι "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης" στη δε παράγραφο 3 εδ. α', ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ". Στο άρθρο 476 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι, " κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η κατά του παρόντος κατηγορουμένου, αλλά και η κατά του απόντος κατηγορουμένου, αλλά νομίμως εκπροσωπηθέντος πλήρως, κατ'άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠοινΔ, υπό του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται, ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκπροσωπουμένου κατηγορουμένου και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεως προθεσμία, η προσδιοριζομένη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα δημοσιευθεί στο ακροατήριο η απόφαση και όχι από τότε που θα καταχωριθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο η ως άνω απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον κατηγορούμενο επίδοσή της, αφού αυτός θεωρείται, ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η εκπρόθεσμη άσκηση του ανωτέρω ενδίκου μέσου της εφέσεως, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην συντασσόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ, έκθεση ασκήσεώς του, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, προκειμένου από αυτά να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, αλλιώς η έφεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ως απαράδεκτη, σε περίπτωση δε που το αρμόδιο για το ένδικο μέσο, και ειδικότερα για την έφεση, δικαστήριο το απορρίψει ως απαράδεκτο παρά τον νόμο, ενώ όφειλε να εξετάσει προηγουμένως τη συνδρομή ή μη λόγου ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, υποπίπτει στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στην πλημμέλεια αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και γι' αυτό ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη 995/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες οι ασκηθείσες στις 31-10-2008, μετά τη νόμιμη δεκαήμερη προθεσμία εφέσεως από της κατά την 23-7-2008 απαγγελίας της στο ακροατήριο, τρεις, με αριθμ. εκθ. ..., εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 2713/23-7-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, η οποία πρωτοβάθμια απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, απαγγέλθηκε με την παρουσία των δύο πρώτων και παρισταμένου του τρίτου Χ3, δια εξουσιοδοτημένου δικηγόρου, και με αυτή αθωώθηκαν οι τρεις κατηγορούμενοι των κατηγοριών, της ψευδορκίας μάρτυρα οι δύο πρώτοι και της ηθικής αυτουργίας στις ψευδορκίες μάρτυρα των πρώτων ο τρίτος, με αιτιολογικό την έλλειψη δόλου αυτών. Με τις ταυτόσημες τρεις ως παραπάνω εκθέσεις εφέσεων, οι τρεις κατηγορούμενοι, όπως από αυτές, παραδεκτά επισκοπούμενες, προκύπτει, ισχυρίσθηκαν συνοπτικά τα εξής: "οι εκκαλούντες, αθωωθέντες των κατηγοριών της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας στην άνω ψευδορκία αντίστοιχα, με αιτιολογία την έλλειψη δόλου, που θίγει την υπόληψή τους και τους δίδει δικαίωμα εφέσεως, έλαβαν γνώση του άνω σκεπτικού της προσβαλλόμενης με την ασκηθείσα έφεσή τους αποφάσεως ,το πρώτον στις 21-10- 2008, με την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής του Πρωτοδικείου Λάρισας, ημερομηνία από την οποία ήρθη ο λόγος ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματός τους, που τους εμπόδιζε να ασκήσουν νωρίτερα τις εφέσεις τους, αφού πίστευαν ότι αθωώθηκαν λόγω μη απόδειξης των κατηγοριών, διότι κατά τη δημοσίευση της άνω αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, δεν ανακοινώθηκε η ως άνω θίγουσα την υπόληψή τους αιτιολογία ". Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, η απόρριψη των τριών εφέσεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ως απαράδεκτων, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, έγινε με το εξής αιτιολογικό : "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης...". Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει αυτό απαράδεκτο...". Στην προκείμενη περίπτωση οι με αριθμ. ... εφέσεις των κατηγορουμένων κατά της υπ' αριθμ. 2713/23.7.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, η οποία απαγγέλθηκε στις 23.7.2008 παρόντων των ανωτέρω κατηγορουμένων, ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την πάροδο των δέκα ημερών από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο αναφερόμενος στις με αριθμούς ... εκθέσεις εφέσεων των τριών εκκαλούντων κατηγορουμένων, λόγος της κατ' αυτούς ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, ότι δηλαδή κατά τη δημοσίευση της εν λόγω πρωτοβάθμιας αθωωτικής αποφάσεως, δεν ανακοινώθηκε η αιτιολογία της αθωώσεως, αλλά το πρώτον πληροφορήθηκαν αυτοί την άνω βλαπτική, κατ'αυτούς, της υπολήψεώς τους αιτιολογία, της ελλείψεως δόλου, την 21-10-2008, που καταχωρήθηκε η απόφαση με πλήρες αιτιολογικό, στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής του Πλημμελειοδικείου, γιαυτό και είναι εμπρόθεσμες οι εφέσεις τους που ασκήθηκαν στις 31-10-2008, ήτοι εντός δέκα ημερών από της άρσεως στις 21-10-2009 του άνω λόγου, ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι δεν επικαλούντο στις άνω εκθέσεις των εφέσεών τους, όπως από την επισκόπηση αυτών προκύπτει και τα αποδεικνύοντα την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου από αυτά να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά της πρωτοβάθμιας αθωωτικής αποφάσεως ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, δεν ήταν υπόχρεο να ερευνήσει και τη βασιμότητα του επικαλούμενου από τους αθωωθέντες κατηγορουμένους ως άνω λόγου ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, της μη ανακοινώσεως της αιτιολογίας της απαλλακτικής αποφάσεως, κατά τη δημοσίευσή της. Κατ' ακολουθία, ο συναφής μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης από 26-10-2009 κοινής αιτήσεως αναιρέσεως των τριών αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τους λόγους ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος, που επικαλέσθηκαν για να δικαιολογήσουν το εκπρόθεσμο των εφέσεών τους, πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων. (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 17/26-10-2009 αίτηση των: α)Χ1, β)Χ2 και γ) Χ3, περί αναιρέσεως της 995/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Επιβάλλει στους ως άνω αναιρεσείοντες, τα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναίρεση αποφάσεως που απέρριψεν τις 3 εφέσεις των 3 αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, ως εκπρόθεσμες. Απαράδεκτη η εκπρόθεσμη έφεση, αν στην έκθεση ασκήσεώς της, δεν αναφέρονται οι λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά ταυτόχρονα και τα αποδεικνύοντα αυτούς αποδεικτικά μέσα, προκειμένου από αυτά να είναι δυνατή η εκτίμηση περί του αν συντρέχει ή όχι η επικαλούμενη κατάσταση ανώτερης βίας ή το ανυπέρβλητο κώλυμα. Αλλιώς η έφεση κηρύσσεται, με βάση το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη (ΑΠ 1942/2008, Ολ.ΑΠ 5/1995). Σε περίπτωση που το αρμόδιο για το ένδικο μέσο, και ειδικότερα για την έφεση, δικαστήριο το απορρίψει ως απαράδεκτο παρά τον νόμο, ενώ όφειλε να εξετάσει προηγουμένως τη συνδρομή ή μη λόγου ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, υποπίπτει στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στην πλημμέλεια αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και γι' αυτό ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ του ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 15/1987, ΑΠ 1942/2008, ΑΠ 310, 477/2005). Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 414/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010,με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...,που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο,για αναίρεση της 5256/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1419/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 2009 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας Αττικής ..., η πολιτικώς ενάγουσα Χ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής, ενώ αντίθετα εμφανίσθηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων. Επομένως πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν νόθευση εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτήν και επιπροσθέτως τον σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου, άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτευχθεί ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση και μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο αμέσως ή εμμέσως. Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχε. έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του Α.Κ, προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού, που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, αφού η υπεξαγωγή είναι έγκλημα διακινδύνευσης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή, είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο ή και απλώς ηθική. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5256/2009 απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα Ψ, που είναι υπάλληλος στο κοσμηματοπωλείο του γαμβρού της στην ..., είχε χορηγηθεί από την ..., όπου διατηρούσε λογαριασμό καταθέσεων, ένα καρνέ επιταγών. Συνδικαιούχος του λογαριασμού είναι ο εξετασθείς μάρτυρας, Ζ, ανεψιός της εγκαλούσας, που διατηρεί κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στην .... Ο ανωτέρω είχε συναλλαγές με τον κατηγορούμενο, και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος αγόραζε πολλές κάρτες και άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό, ο δε Ζ έκανε κάποιες καταχωρήσεις διαφημιστικές των καταστημάτων του στις τοπικές εφημερίδες που εξέδιδε ο κατηγορούμενος. Οι πληρωμές στον κατηγορούμενο από μέρους του Ζ, γινόντουσαν με επιταγές. Κάποιες εξ αυτών εσύροντο από μπλοκ επιταγών της εγκαλούσας Ψ και του Ζ συνδικαιούχων του προαναφερθέντος με αριθμ. ... λογαριασμού της .... Ο κατηγορούμενος, που επισκεπτόταν συχνά, λόγω επαγγελματικής συνεργασίας τον Ζ στο κατάστημά του, βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2002 και με σκοπό να βλάψει το μηνυτή, απέκρυψε, αφού προηγουμένως το αφαίρεσε, έγγραφο του οποίου δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα προφασιζόμενος ότι δεν αισθάνεται καλά, έστειλε τον τελευταίο στο περίπτερο για να αγοράσει παυσίπονα. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του αφαίρεσε από το προαναφερόμενο μπλοκ της εγκαλούσας, την με αριθμό ... επιταγή, που ήταν ασυμπλήρωτη (λευκή) και ανυπόγραφη, με σκοπό να βλάψει την περιουσία του μηνυτή. Ακολούθως κατάρτισε, στον ίδιο τόπο και χρόνο, πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και έκανε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την πολιτικώς ενάγουσα. Συγκεκριμένα, στην ... περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2002, πλαστογράφησε κατ' απομίμηση της αληθινής γραφής και υπογραφής της εγκαλούσας σε βιβλιάριο επιταγών που εκδόθηκε επ' ονόματι της και σε χρέωση λογαριασμού της με αριθμό ... της ... όλο το κείμενο της υπ' αριθμ. ... επιταγής αναγράφοντας σ' αυτήν το όνομα της εταιρείας του "Εκδόσεις ΑΝΤ. Χ" σε διαταγή της οποίας η επιταγή, ως ημερομηνία έκδοσης την "25 Απριλίου 02", ως τόπο έκδοσης ..., ως ποσό πληρωμής αριθμητικώς και ολογράφως ευρώ "7.812,66 επτά χιλιάδες οκτακόσια δώδεκα και εξήντα έξι Λεπτά", και έθεσε στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση της αληθινής υπογραφής την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ. Την παραπάνω επιταγή πλαστογράφησε με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της άλλους σχετικά με το γεγονός ότι εκδόθηκε και μεταβιβάσθηκε από την εγκαλούσα, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες. Στη συνέχεια έκανε χρήση της επιταγής αυτής μεταβιβάζοντάς την στο δανειστή του Ξ, προς εξόφληση οφειλής του. Έπραξε δε τα ανωτέρω με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος. Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι καταθέτουν με σαφήνεια και τα λεχθέντα τους δεν ανατρέπονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Το γεγονός δε της πλαστογραφίας επιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη και αναγνωσθείσα με αριθμό 43/2.005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί σχετικής ανακοπής της εγκαλούσας κατά εκδοθείσας σε βάρος της διαταγής πληρωμής, ύστερα από διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Κατ' ακολουθία τούτων στοιχειοθετούνται πλήρως οι πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, όπως τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία αυτής αναλύονται στην μείζονα σκέψη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, κατά το διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για τις πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφου και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για την πρώτη των πράξεων αυτών εκ δέκα πέντε (15) μηνών για τη δεύτερη και συνολική ποινή φυλάκισης δέκα επτά (17) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισής του, ακόμα δε επιδίκασε στην παραστάσα στη δίκη εκείνη πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την κατά τα ανωτέρω αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 και 222 ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 ότι ο αναιρεσείων βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία δηλονότι την πρόσκαιρη απουσία του Ζ με τον οποίο είχε επαγγελματική συνεργασία, αφαίρεσε από το μπλόκ των επιταγών της εγκαλούσας Ψ και του ανεψιού της Ζ, συνδικαιούχων του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού στην ... και είχε μαζί της στο κοσμηματοπωλείο του γαμβρού της στην ..., στο οποίο εργαζόταν ως υπάλληλος, της με αριθμ. ... επιταγή που ήταν ασυμπλήρωτη (λευκή) και ανυπόγραφη, με σκοπό να βλάψει ουσιαστική την περιουσία της μηνύτριας. Στη συνέχεια στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο πλαστογράφησε κατ' απομίμηση της αληθινής γραφής και υπογραφής της εγκαλούσας και ειδικότερα μετά την υπεξαγωγή της ως άνω τραπεζικής επιταγής αυτός ανέγραψε σ' αυτήν το όνομα της εταιρείας του "Εκδόσεις ΑΝΤ. Χ" σε διαταγή της οποίας η επιταγή, ως ημερομηνία έκδοσης "25 Απριλίου 02", ως τόπο έκδοσης ... ως ποσό πληρωμής αριθμητικώς και ολογράφως "7.812,66 επτά χιλιάδες οκτακόσια δώδεκα και εξήντα έξι λεπτά" κατέθεσε στη θέση του εκδότη κατ' απομίμηση της αληθινής υπογραφής την υπογραφή της εγκαλούσας Ψ. Την παραπάνω επιταγή ο αναιρεσείων πλαστογράφησε με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση της άλλους σχετικά με το γεγονός ότι εκδόθηκε και μεταβιβάσθηκε από την εγκαλούσα, γεγονός που είχε έννομες συνέπειες. Στη συνέχεια ο ίδιος έκανε χρήση της επιταγής αυτής μεταβιβάζοντας την στο δανειστή του Ξ, προς εξόφληση οφειλής του. Έπραξε δε τα ανωτέρω με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος. Συνεπώς με βάση τις παραπάνω παραδοχές, στοιχειοθετούνται κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς οι πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφου και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, που προβλέπεται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 222 ΠΚ σε βαθμό πλημμελήματος. Περαιτέρω ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής της δίκης που υπέβαλε ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να προσέλθουν και να καταθέσουν οι νομίμως κλητευθέντες μάρτυρες Ξ και Ω, για την οποία απαιτείται η παρεμπίπτουσα σχετική με την απόρριψη απόφαση και έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα, όπως προκύπτουν από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο εκπροσωπών τον εκκαλούντα συνήγορος ζήτησε αρχικά από το Δικαστήριο τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθούν οι ως άνω δύο μάρτυρες, άλλως την ανάγνωση των προκριματικών τους καταθέσεων (Βλ. σελ. 6 προσβαλλόμενης απόφασης). Το Δικαστήριο στη συνέχεια με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το κύριο ως άνω αίτημα του συνηγόρου του τότε εκκαλούντος, κρίνοντας ότι δεν ήταν αναγκαία η προσέλευση και εξέταση τους, αφού τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα είναι επαρκή για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως, έκανε δε δεκτό το επικουρικό αίτημα αυτού (συνηγόρου εκκαλούντος) περί ανάγνωσης των προανακριτικών καταθέσεων των δύο ως άνω μαρτύρων, χωρίς να έχει αντιρρήσεις ως προς αυτές ο εκπροσωπών τον εκκαλούντα συνήγορος (βλ. σελ. 7 πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης), στην οποία (ανάγνωση των δύο καταθέσεων) και προέβη. Περαιτέρω ο αυτός συνήγορος του εκκαλούντος λαμβάνοντας τελευταίος το λόγο για την ενοχή ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου ζήτησε την απαλλαγή του, άλλως την αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν οι μάρτυρες κατηγορίας: 1)Ξ και 2) Ω (βλ. σελίδα 9η της προσβαλλόμενης απόφασης). Το Δικαστήριο και αύθις καταλήγοντας στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση απέρριψε λόγο της επανυποβολής του το αίτημα περί αναβολής για την προσέλευση του μάρτυρα Ξ (φερομένου ως εμπλεκομένου στην πληρωμή της επίμαχης επιταγής), από πρόδηλη δε παραδρομή δεν ανέφερε και το δεύτερο μάρτυρα Ω, χωρίς τούτο να επάγεται κάποια απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ενόψει και της απόρριψης του μετά την αρχική αποβολή του, όπως παραπάνω αναφέρεται και έτσι ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. στ' Α ΚΠΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το ότι δε δεν αναφέρονται ιδιαίτερα οι ως άνω δύο αναγνωσθείσες προανακριτικές ένορκες καταθέσεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν σημαίνει ότι αυτές δεν λήφθηκαν ουδόλως υπόψη και δεν συναξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων πλήττοντας ως προς αυτό την απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί μη λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας της προανακριτικής απολογίας του κατηγορουμένου και των κατ' αυτήν υποβληθέντων από αυτόν εγγράφων όπως ζήτησε ο συνήγορός του εκθέτοντας τις απόψεις αυτού, κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ουδαμώς προκύπτει ότι τούτο δεν έλαβε υπόψη του και αυτά χωρίς όμως να επηρεάσουν την κρίση του για διαφορετικό συμπέρασμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ, και Ε λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες. Ακόμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 2 του ΚΠΔ, το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικώς με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά του προηγουμένου εδαφίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος διαβάστηκε μετά την απαγγελία της περί ενοχής του απόφασης (βλ. 12η σελίδα των ως άνω πρακτικών), ήτοι σύμφωνα με τα οριζόμενα από την ως άνω διάταξη του ΚΠΔ. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση απόλυτη ακυρότητα λόγω αναγνώσεως του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος πριν την έκδοση της περί ενοχής του αποφάσεως είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα αυτά και αφού δεν υπήρχε άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5256/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαγωγή εγγράφου. Πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό πλημμελήματος. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Απόρριψη αιτήματος αναβολής δίκης για προσέλευση μαρτύρων. Αιτιολογία σχετικής απόφασης. Πότε αναγιγνώσκεται το Δελτίο Ποινικού Μητρώου. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου. Απόρριψη των λόγων αυτών και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Υπεξαγωγή εγγράφων, Αναβολής αίτημα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 397/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ....και ήδη κρατούμενου στην Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Δούκα, περί αναιρέσεως της 499/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 987/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 513 παρ.3 ΚΠοινΔ ορίζεται, ότι ο αναιρεσείων παρίσταται στη συζήτηση με συνήγορο. Στο άρθρο 96 ΚΠοινΔ, ορίζεται, στη μεν παρ. 1 ότι κάθε διάδικος δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στη ποινική διαδικασία με περισσότερους από δύο συνηγόρους στην προδικασία και τρεις στο ακροατήριο, στη δε παρ. 2 ότι ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται, α) με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά... ή β) με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδ'. β' και γ'. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Ειδικότερα το έγγραφο της πληρεξουσιότητος μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση του εντολέως και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής αυτού από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Η βεβαίωση αυτή είναι απαραίτητη για να εξασφαλισθεί το κύρος της πληρεξουσιότητος - εξουσιοδοτήσεως και να αποτραπεί οποιαδήποτε ενδεχομένη αμφισβήτηση του γεγονότος της παρασχεθείσης εντολής προς αντιπροσώπευση και υπογραφής από τον ίδιο τον εντολέα καθώς και της χρονολογίας αυτής, πράγμα το οποίο έχει επιπτώσεις στην εγκυρότητα της ενεργηθείσης πράξεως. Μετά τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από τα προαναφερθέντα πρόσωπα ολοκληρώνεται η πληρεξουσιότητα, αφότου και θεωρείται υπάρχουσα. Συνεπώς, αν δεν συνάγεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας για παράσταση στο δικαστήριο ή αν δεν συντρέξει και η άνω προϋπόθεση προσκομίσεως ειδικής εξουσιοδοτήσεως, με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος κατηγορουμένου, η πληρεξουσιότητα - εξουσιοδότηση είναι ελλιπής και ως εκ τούτου η παράσταση με αυτή την παράλειψη δεν είναι νόμιμη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου πάγου με συνήγορο ή ο παριστάμενος γι'αυτόν ως εκπρόσωπος συνήγορος, δεν έχει νομίμως κατά τα ανωτέρω διορισθεί, ο αναιρεσείων ως μη εκπροσωπούμενος από συνήγορο και ως εκ τούτου θεωρούμενος απών, δικάζεται ερήμην και εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά του πινακίου, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Μαρία Δούκα και παραστάθηκε για λογαριασμό του μη εμφανισθέντος αναιρεσείοντος και συζητήθηκε η υπόθεση. Όμως, α) από την προσαρτώμενη στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως από 15-6-2009 εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, που φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής αυτού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων παρέχει στην άνω δικηγόρο εντολή και πληρεξουσιότητα μόνο σε άσκηση της αναιρέσεως, όχι δε και σε παράσταση στον Άρειο Πάγο, β) από την προσαγόμενη από την παραστάσα άνω δικηγόρο, σε τηλεομοιοτυπία της 27-1-2010, χωρίς ημερομηνία, υπογραφή και θεώρηση του γνησίου της υπογραφής δεύτερη εξουσιοδότηση, προκύπτει ότι εξουσιοδοτών είναι άλλος κατηγορούμενος Αλβανός υπήκοος, ο ... και όχι ο αναιρεσείων ..., ενώ εξουσιοδοτείται η άνω δικηγόρος να παρασταθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς και όχι ενώπιον του Αρείου Πάγου, για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει αυτών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κλητευθείς νομίμως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από το από 24-8-2009 αποδεικτικό επιδόσεως σχετικής κλήσεως του ..., Γραμματέως της Δικαστικής Φυλακής ...προς τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, προκειμένου να παραστεί κατά την συζήτηση της κρινόμενης περί αναιρέσεως αιτήσεώς του, κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη συνεδρίαση, και μη παραστάς, μετά ή νομίμως δια συνηγόρου, θεωρείται ως μηδόλως παραστάς. Συνακόλουθα, η αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με το άρθρο 514 ΚΠοινΔ και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-6- 2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 499/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως ανυποστήρικτη, γιατί η ασκήσασα δικηγόρος δεν είναι η παραστάσα και το προσαρτώμενο πληρεξούσιο την εξουσιοδοτεί σε άσκηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όχι όμως και σε παράσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Πληρεξουσιότητα
Πληρεξουσιότητα, Αναιρέσεως ανυποστήρικτο.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 396/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 801-802/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ1. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 222/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ. 2 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ` αριθ. 801 - 802/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ` επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ` εξακολούθηση σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική 100.000 €, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων (του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Φ1), η Πρόεδρος διαπίστωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, αλλά ομιλεί τη βουλγαρική, και το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα της βουλγαρικής γλώσσας την .... Ο διορισμός της διερμηνέως αυτής έγινε κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται, όμως, σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (27.5.2008) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επομένως, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Ακόμη, το γεγονός ότι ο διορισμός έγινε από το Δικαστήριο και όχι από τη διευθύνουσα τη συζήτηση δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ` άρθρο 171§1 περ. δ ΚΠΔ, γιατί δεν παραβλάπτονται καθόλου τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, άλλως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με το διορισμό διερμηνέα και συγκεκριμένα γιατί ο διορισμός της διερμηνέως έγινε από το Δικαστήριο και όχι από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, δεν διευκρινίζεται αν η διερμηνέας που διορίσθηκε περιλαμβανόταν στο σχετικό πίνακα των διερμηνέων, δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για το διορισμό της διερμηνέως και δεν υποβλήθηκε σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, ούτε δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο προοίμιο του αιτιολογικού της αναφέρεται ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής". Στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνονται και οι υπ` αριθ. πρωτ...., ..., ..., ... και ... πέντε εκθέσεις εργαστηριακής ανάλυσης και εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους (Β' Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης - Γ' Τμήματος), οι οποίες αφορούν την εξέταση των ναρκωτικών ουσιών. Οι εκθέσεις αυτές πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύονται ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πλην, από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, μετέφερε, κατείχε και πούλησε τις συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα ότι αυτός εισήγαγε από τη Βουλγαρία, από κοινού με τον Χ1, στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικές ουσίες και δη α) στις 3.11.2003 ηρωίνη συνολικού βάρους 1101,9 γρ., διαμοιρασμένη σε τέσσερα δέματα βάρους 588 γρ., 255 γρ., 248 γρ. και 10,9 γρ. αντιστοίχως και κοκαΐνη βάρους 128 γρ. και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 20.10.2003 ηρωίνη βάρους 500 γρ. και ότι τις ποσότητες αυτές μετέφερε στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας και κατείχε, ενώ, από αυτές, πούλησε στον συγκατηγορούμενό του Φ1 στις 3.11.2003 ηρωίνη βάρους 588 γρ. αντί τιμήματος 7.500 € και κατά το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 20.10.2003 ηρωίνη βάρους 500 γρ. αντί τιμήματος 7.000 €, προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν και οι αυτές υπόψη για την καταδικαστική του κρίση, αφού η κρίση για το χαρακτηρισμό των ως άνω ποσοτήτων, τις οποίες ο αναιρεσείων εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, μετέφερε, κατείχε και πούλησε, ως ναρκωτικών ουσιών στηρίχθηκε με βεβαιότητα στις εκθέσεις αυτές. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη λήψη υπόψη των ως άνω εκθέσεων, οι οποίες, μη συμπεριλαμβανόμενες στην έννοια των "εγγράφων", δεν μνημονεύονται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ως εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης) ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού ούτε στη συνέχεια αυτού, όπου παρατίθενται οι σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο της ουσίας στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει σ` αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 84§2 περ. α και ε ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα: Α) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α, επικαλέσθηκε ότι έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα διήγε ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και εν γένει κοινωνικά έντιμη ζωή, από την οποία απουσιάζουν αντικοινωνικές πράξεις, ότι το προχωρημένο της ηλικίας του (47 ετών) αποδεικνύει ότι δεν είναι άτομο με εγκληματική ροπή, καθώς αυτή θα είχε εκδηλωθεί σε νεαρότερη ηλικία, αλλά από κακή εκτίμηση των καταστάσεων οδηγήθηκε στην πράξη του, για την οποία έχει ομολογήσει την εμπλοκή του και έχει πραγματικά μετανοήσει, μόνη δε η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για να απορριφθεί η συνδρομή του εν λόγω ελαφρυντικού. Πλην, δεν θεμελιωνόταν στα παραπάνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το Πενταμελές Εφετείο, παρά την επίκληση μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και την, ως εκ τούτου, μη υποχρέωσή του να απαντήσει, τον απέρριψε, ως εκ περισσού, με ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα γιατί "δεν αποδείχθηκε ότι αυτός μέχρι το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων διήγε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, εφόσον μόνη η έλλειψη οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι σε όλη τη διάρκεια της ζωής του συμμορφώθηκε πλήρως στους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς και εναρμονίστηκε στις κοινωνικές συνθήκες". Β) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε, επικαλέσθηκε ότι το χρονικό διάστημα των 4 1/2 ετών, που ήταν έγκλειστος, δεν υπέπεσε σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα, ήταν άψογος κρατούμενος και αξιοποίησε το χρόνο του, πραγματοποιώντας μεροκάματα στα μαγειρεία των φυλακών σε επταήμερη βάση. Όμως, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Εξάλλου, η εργασία του καταδίκου στη φυλακή κατά το διάστημα έκτισης της ποινής του συνεκτιμάται προκειμένου να χορηγηθεί από το αρμόδιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής απόλυση υπό όρο κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 105 επ. ΠΚ. Δεν θεμελιώνονταν, επομένως, στα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά ο ισχυρισμός του για αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και να αιτιολογήσει την επ` αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, αυτό πλεοναστικώς διέλαβε, ως αιτιολογία προς απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε μετά την πράξη του καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού όντας φυλακισμένος ναι μεν επέδειξε καλή συμπεριφορά, η οποία όμως ήταν επιβεβλημένη από τους αυστηρούς κανόνες του σωφρονιστικού συστήματος". Συνακόλουθα, ο τρίτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 περ. α και ε ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 100/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 801 - 802/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση. Όταν ο διερμηνέας διορίζεται από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Όχι απόλυτη ακυρότητα αν ο διερμηνέας διορίσθηκε από το δικαστήριο και όχι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Η πραγματογνωμοσύνη είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει ή να μνημονεύεται ειδικώς ή να προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της έγιναν δεκτά. Εκθέσεις Χημικής Υπηρεσίας. Από τις παραδοχές της αποφάσεως ως προς το χαρακτηρισμό των ποσοτήτων που βρέθηκαν ως ναρκωτικών ουσιών προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν και αυτές υπόψη. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφόσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδ. Α΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς ούτε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της βιοποριστικής εργασίας, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη. Η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθ' εαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολο της.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη, Διερμηνέα διορισμός.
0
Αριθμός 395/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανόπουλο, για αναίρεση της 42468/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1134/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεως του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη και διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση, ανάλογα του ύψους του χρέους. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 42468/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ'εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Δικαστήριο ότι, από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "στην ...κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-02 έως 30-4-06, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ..., όπου ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 1-11-06 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 83.500 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτά προς το Δημόσιο. Σημειωτέον, μετά από άσκηση προσφυγής εκ μέρους του το αρχικό οφειλόμενο ποσό των 123.522,07 ευρώ, μειώθηκε στο ποσό των 83.500 ευρώ. Πλην όμως, ο ισχυρισμός του ότι μετά την ακύρωση της υπ' αριθμ. 66 και 67/02 αποφάσεων επιβολής των δύο προστίμων για συνέργεια τα σε έκδοση και λήψη εικονικών τιμολογίων, δεν υφίσταται λόγος επιβολής και των ειδικών προστίμων βάσει των αποφάσεων 452 και 454/03 για ΦΠΑ, υπολογισθέντων επί των ποσών των εικονικών τιμολογίων αφού τα τρία αυτά πρόστιμα είναι παρεπόμενα αυτών, είναι αλυσιτελής, αφού όπου προέκυψε από την κατάθεση της μάρτυρος της Δ.Ο.Υ, δεν έχει ασκήσει ο κατηγορούμενος προσφυγή για το υπόλοιπο ποσό, για το οποίο κατηγορείται. Όσον αφορά δε στο αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, μέχρι εκδικάσεως της έφεσης που έχει ασκηθεί απορρίπτεται, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θ' αλλάξει το οφειλόμενο ποσό, ενόψει δε του χρόνου τέλεσης του αδικήματος, προβάλλεται παρελκυστικά". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο "για το ποσό των 83.500 €, του ότι: στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2002 έως 30-4-2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας οφειλέτης του Δικαστηρίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ ... όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 1-11-2006 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 83.500, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι ελλιπής, ασαφής και αντιφατική προς το διατακτικό. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό (σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό): α) δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία και από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, αναφέρεται αόριστα σε βεβαιωμένα σε βάρος του κατηγορουμένου διάφορα επί μέρους μη αναλυόμενα χρέη, συνολικού ύψους 123.522,07 ευρώ, όπως φαίνονται σε συνημμένο πίνακα χρεών της ΔΟΥ... προσαρτημένο στην από 1-11-2006 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της άνω ΔΟΥ, χωρίς να προσαρτάται ο πίνακας αυτός στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό της αποφάσεως, β) ενώ καταδικάστηκε για καθυστέρηση πέραν των τεσσάρων μηνών ληξιπροθέσμων και βεβαιωμένων χρεών, κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2002 έως 30-4-2006, υπό την ισχύ του Ν. 3220/2004, κατ'εξακολούθηση και όχι για μία πράξη καθυστερούμενου συνολικού χρέους, δεν καθορίζει το ύψος και το χρόνο τελέσεως κάθε επί μέρους πράξεως στο αιτιολογικό, ούτε συνάγεται αυτός από το σύνολο των παραδοχών, ώστε να ελεγχθεί το τυχόν ανέγκλητο ορισμένων από αυτά, γ) ενώ δέχεται ότι μετά από άσκηση προσφυγής του κατηγορουμένου στα Διοικητικά δικαστήρια, το χρέος αυτού προς το Δημόσιο μειώθηκε, από το αρχικά ως άνω οφειλόμενο ποσό των 123.522,07 ευρώ σε 83.500 ευρώ, δε διευκρινίζει κατά ποίο ποσό και ποία ακριβώς επί μέρους πράξη αφορά η μείωση του χρέους και δ) ενώ δέχεται στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό ότι το οφειλόμενο συνολικά ποσό χρέους ανέρχεται σε 83.500 ευρώ, στο διατακτικό τον καταδικάζει για οφειλόμενο ποσό χρέους, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνον τα 120.000 ευρώ, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 περ. γ του Ν. 3220/2004, που σημειώνεται στην απόφαση και προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους, για χρέη υπερβαίνοντα τα 120.000 ευρώ, ενώ εφαρμοστέα ήταν η ιδία διάταξη, περ. β, κατά την οποία, για μη καταβολή χρέους υπερβαίνοντος τις 50.000 ευρώ όχι όμως και τα 120.000 ευρώ, προβλέπεται μικρότερη ποινή φυλακίσεως, τουλάχιστον έξι μηνών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚποινΔ σχετικοί μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. ακολούθως, κατά παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 42468/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και . Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Βάσιμοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 394/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 3409/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 952/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση με θυροκόλληση σε τόπο, όπου ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν είχε την κατοικία του κατά το χρόνο της επιδόσεως, αλλά είχε αλλού γνωστή διαμονή. Στην περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο, ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14§§2, 3 και 4 του ν. 3160/2003, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Η διάταξη αυτή, ως δικονομική, εφαρμόζεται, όπως ισχύει, εφόσον η εκδίκαση της πράξεως λαμβάνει χώραν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, έστω και αν ο κατηγορούμενος έδωσε προανακριτική κατάθεση προηγουμένως. Επομένως, πρέπει αυτός, στην περίπτωση αυτή, μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού νόμου, να δηλώσει ενδεχόμενη μεταβολή της κατοικίας του που είχε δηλώσει ενώπιον ανακριτικού υπαλλήλου υπό το κράτος της παλαιάς διατάξεως του άρθρου 273§1 ΚΠΔ, που επέβαλε τέτοια υποχρέωση μόνο αν ο κατηγορούμενος είχε εμφανισθεί ενώπιον του ανακριτή ή του εισαγγελέα, καθώς και του πταισματοδίκη ή του ειρηνοδίκη που ενήργησε την προανάκριση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3409/2009 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την υπ` αριθ. 6568/2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 38427/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, μετατραπείσα, και χρηματική 3.000 €, για παράβαση του άρθρου 24§2 α.ν. 2344/1944 "περί αιγιαλού και παραλίας". Από τη σχετική υπ' αριθ. πρωτ. 6568/12.9.2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, είχε προβάλει με αυτή ότι έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 6.9.2007, γιατί το κλητήριο θέσπισμα, καθώς και η καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε όχι στην ανωτέρω διεύθυνσή του, αλλά θυροκολλήθηκε στο ... στην οδό ..., όπου ουδέποτε διέμεινε. Είχε δηλαδή προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως με θυροκόλληση στην ως άνω διεύθυνση και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως και, ως εκ τούτου, μη γνώσεως από αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως, περιοριζόμενος στην αναφορά ότι η διεύθυνση της κατοικίας του, που αναγράφεται στην έκθεση εφέσεως, ήταν γνωστή. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά λέξη, τα εξής: "Η έφεση του κατηγορουμένου είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και τούτο γιατί η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 3 - 5 - 2006, στη διεύθυνση κατοικίας που αυτός δήλωσε, προανακριτικά, ενώπιον του Υπολιμενάρχη Λ. Σ. ...(ΚΠΔ 273§1γ), δηλαδή στην οδό ... και αυτός άσκησε την ένδικη έφεση στις 12 - 9 - 2007, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης (ΚΠΔ 473). Όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από μέρους του, δηλαδή ότι ουδέποτε κατοίκησε στην πιο πάνω διεύθυνση και ότι διέμενε στον ... κρίνονται απορριπτέα ως αναπόδεικτα. Επιπλέον, όμως, δεν προέβη, σε κάθε περίπτωση, στις απαιτούμενες κατά νόμο ενέργειες, δηλαδή έγγραφη δήλωση στον Εισαγγελέα για τυχόν μεταβολή της πιο πάνω διεύθυνσης (ΚΠΔ 273§1)". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως με θυροκόλληση στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο αναιρεσείων, προανακριτικά, ενώπιον του Υπολιμενάρχη Λ. Σ. ... και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διεύθυνση της κατοικίας του (...) και περιορίστηκε στην αναφορά ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής και ότι ποτέ δεν διέμεινε στην οδό ..., νομίμως έγινε η επίδοση, με θυροκόλληση, στη τελευταία αυτή διεύθυνση που είχε δηλώσει προανακριτικά και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το εάν αυτός διέμενε ή όχι στην πιο πάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε για το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο και αναγνώσθηκαν έγγραφα. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Α', Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της επιδόσεως και, εντεύθεν, αδυναμίας γνώσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, β) για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και γ) για υπέρβαση εξουσίας ως προς την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, ενώ έπρεπε να κριθεί αυτή παραδεκτή και εμπρόθεσμη, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, και ότι έγινε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμη, αφού, όπως αναφέρθηκε, εφόσον ο αναιρεσείων είχε δηλώσει διεύθυνση κατοικίας στον ειρημένο ανακριτικό υπάλληλο και δεν δήλωσε αρμοδίως μεταβολή αυτής, εκ περισσού εξετάστηκε μάρτυρας και αναγνώσθηκαν έγγραφα, το οποία αποδεικτικά μέσα, κατά συνέπειαν, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως. Η αμφισβήτηση, με το αναιρετήριο, της καταχωρήσεως στην ως άνω προανακριτική κατάθεση του αναιρεσείοντος, ως δηλωθείσας από αυτόν διευθύνσεως, επί της οδού ... δεν ασκεί καμιά επιρροή, αφού η από 23.7.2001 έκθεση εξετάσεως κατηγορουμένου ενώπιον του Υπολιμενάρχη Λ. Σ. ... είναι δημόσιο έγγραφο και δεν έχει προσβληθεί ως πλαστό. Τέλος, η αιτίαση ότι κατά το χρόνο της δηλώσεως της κατοικίας του δεν είχε εκδοθεί ακόμη ο ν. 3160/2003 που τροποποίησε τις διατάξεις του άρθρου 273§1 ΚΠΔ και, επομένως, αυτός δεν είχε υποχρέωση δηλώσεως μεταβολής της κατοικίας, την οποία φέρεται ότι είχε δηλώσει όχι ενώπιον ανακριτή, εισαγγελέα, ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη, αλλά ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμη, καθόσον η εκδίκαση της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός, έλαβε χώραν στις 7.6.2004 (υπ` αριθ. 38427/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό), οπότε τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 273§1 ΚΠΔ, όπως ίσχυε τότε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 του ν. 3160/2003. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 232/15 Ιουνίου 2009 αίτηση των ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3409/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόφαση που απορρίπτει έφεση ως εκπρόθεσμη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος και εκκαλουμένης αποφάσεως με θυροκόλληση στην κατοικία που ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει κατά την κατάθεση του ενώπιον ανακριτικού υπαλλήλου (Υπολιμενάρχη) πριν από την τροποποίηση ου άρθρου 273 § 1 ΚΠΔ με το άρθρο 14 του ν. 3160/2003. Η διάταξη, όπως τροποποιήθηκε, ως δικονομική, εφαρμόζεται και ο κατηγορούμενος υποχρεούται να δηλώσει ενδεχόμενη μεταβολή της κατοικίας του εφόσον η εκδίκαση της πράξεως έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3160/2003, έστω και αν η προανακριτική κατάθεση δόθηκε πριν από αυτή. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 393/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα, περί αναιρέσεως της 2336/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και του αναιρεσείοντος -κατηγορούμενου ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 923/09. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται αφαίρεση με θετική ενέργεια του δράστη, από την κατοχή άλλου κινητού πράγματος προς το σκοπό της παράνομης δηλαδή χωρίς δικαίωμα, ιδιοποίησης του. Η έννοια της κατοχής εκφράζει τη φυσική εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα. Έτσι το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Το έγκλημα της κλοπής μπορεί να τελεσθεί και με τη μορφή της απόπειρας, όταν ο δράστης τελεί πράξη που συνιστά αρχή εκτέλεσης. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Για τη θεμελίωση άμεσης συνέργιας, πρέπει, με βάση τον περιορισμένο παρακολουθηματικό χαρακτήρα της συμμετοχής η κύρια πράξη του αυτουργού να είναι άδικη και να πληροί τα αντικειμενικά στοιχεία και να παρέχεται από αυτόν που παρέχει την άνω συνδρομή άμεση εκ δόλου υποστήριξη της κύριας πράξεως με άμεσα προς αυτήν συνδεόμενη βοηθητική ενέργεια στο έγκλημα που διαπράττει ο αυτουργός έτσι ώστε χωρίς αυτήν να μην είναι δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β του προηγουμένου άρθρου παρείχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως που διέπραξε τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Για τη στοιχειοθέτηση επομένως απλώς συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεση της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά με βαθμό πληρότητας τέτοιο που να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, από τι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2336/2009 απόφαση του κατ'εφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Θεσασλονίκης ο ήδη αναιρεσέιων κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών ανασταλείσα επί τριετία για παράβαση τιμωρούμενη από τα άρθρα 1, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 47, 83, 372 παρ. 1α ΠΚ και ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της για το ότι: Στην Θεσσαλονίκη στις 4/2/2007, με πρόθεση παρέσχε άμεση απλή συνδρομή στο συγκατηγορούμενό του ..., κατά την από μέρους του τελευταίου τέλεση της πράξεως της απόπειρας κλοπής, πραχθείσης επί καταστήματος - ταβέρνας, κείμενου στην οδό ..., ιδιοκτησίας ..., αφού, ειδικότερα κατά το χρόνο που ο προαναφερόμενος επιχειρούσε την πράξη του αυτή, ο ίδιος παρέμενε, έξωθι του κατά τα άνω καταστήματος και κατόπτευε την περιοχή, προκειμένου να ειδοποιήσει τον αυτουργό συγκατηγορούμενό του για τυχόν προσεγγίζοντα άτομα. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο αυτό, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε άμεση απλή συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του ...., κατά την από μέρους του τελευταίου τέλεση της απόπειρας κλοπής στο κατάστημα ταβέρνα στην οδό ...., ιδιοκτησίας ...., και ειδικότερα, κατά το χρόνο που ο προαναφερόμενος επιχειρούσε την πράξη αυτή, ο ίδιος παρέμενε έξωθι του άνω καταστήματος και κατόπτευε την περιοχή προκειμένου να ειδοποιήσει τον αυτουργό συγκατηγορούμενο του για τυχόν προσεγγίζοντα άτομα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Με αυτές τις παραδοχές στο σκεπτικό και στο διατακτικό της, που αλληλοσυμπλήρωνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για καθόσον εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής συνέργειας και κλοπή για το οποίο καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1α 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 47, 51, 53, 83, 372 παρ. 1α ΠΚ τις οποίες ορθώς εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κρίνονται αβάσιμες, καθόσον, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο σαφώς δέχθηκε ότι η μορφή της συμμετοχικής δράσεως αυτού (να προσέχει έξω από την ταβέρνα μην πλησιάσει κάποιος τρίτος για να ειδοποιήσει τον εντός αυτής αυτουργό της άνω αξιοποίνου πράξεως) ήταν εκείνη της απλής συνέργειας, των περί της οποίας σχετική διάταξη του ΠΚ (άρθρο 47) ρητώς παρέθεσε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις η δε παράθεση στο σκεπτικό και στο διατακτικό της λέξεως "άμεση" πριν από την λέξη "απλή" κατά τον χαρακτηρισμό του είδους της συνέργειας του αναιρεσείοντος κατά το χαρακτηρισμό του είδους της συνέργειας του αναιρεσείοντος οφείλεται σε γραφική παραδρομή. Αβάσιμες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αφορούν στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως του σκεπτικό δεν συνεπάγονται ότι στερείται αυτή της επιβαλλόμενης κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογίας εφόσον παρατίθενται στο διατακτικό με πληρότητα τα απαιτούμενα περιστατικά για τη στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς υποστάσεως της αξιόποινου πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ειδικότερα την από πρόθεση παροχή υλικής συνδρομής εκ μέρους αυτού στο αυτουργό της κλοπής, κατά την τέλεση των αποτελουσών αρχή εκτελέσεως αυτής πράξεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση του ...για αναίρεση της 2336/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απλή συνέργεια σε απόπειρα κλοπής. Αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου για την άνω πράξη, για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπό τα γενόμενα δεκτά ότι αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, η συμμετοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου συνίστατο στο ότι κατόπτευε τον χώρο έξω από το κατάστημα εντός του οποίου είχε εισέλθει ο αυτουργός που επιχειρούσε πράξεις δηλωτικές αρχής εκτελέσεως της κλοπής προκειμένου σε περίπτωση προσεγγίσεως τρίτου στον χώρο να ενημερώσει ο αναιρεσείων τον αυτουργό της κύριας πράξεως και από τα περιστατικά αυτά η συμπεριφορά του κατηγορουμένου προέκυπτε ότι έγινε δεκτό ότι συνιστούσε απλή συνέργεια στην κλοπή σε απόπειρα, από παραδρομή δε τέθηκε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως πριν από τη λέξη απλή και η λέξη άμεση δοθέντος και ότι μεταξύ των διατάξεων που αναφέρονται στο περί ποινής σκεπτικό της άνω αποφάσεως ότι είναι αυτές με βάση τις οποίες προβλέπεται και τιμωρείται η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος αναγράφεται το άρθρο 47 ΠΚ.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Κλοπή, Συνέργεια.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 388/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 8935/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1473/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να ΠΟΠΔ και να παραπεμφθεί. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 502 §2 του ΚΠΔ, κατά την οποία σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι, συνάγεται με σαφήνεια, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αποφανθεί επί των εκκληθέντων μερών της πρωτόδικης απόφασης υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 8935/2009 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ... για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 §2β του ΠΚ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 10 ευρώ ημερησίως. Με την 3806/3-12-2008 έφεσή του, η οποία παραδεκτά επισκοπείται, κατά της 31089/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, ερήμην του, σε φυλάκιση 3 ετών, πρόβαλε αυτός ως ειδικό λόγο εφέσεως τόσο την ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, δυνάμει του οποίου η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, όσο και την ακυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, διότι είχαν επιδοθεί εσφαλμένα αυτά ως έχοντος άγνωστη διαμονή, ενώ στην πραγματικότητα τόσο κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος (3-5-2006), όσο και της εκκαλούμενης απόφασης (21-9-2007) αυτός είχε γνωστή διαμονή στο Δήμο ...επί της οδού ..., διεύθυνση η οποία ήταν γνωστή στις Δημόσιες αρχές. Και ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δέχθηκε με ειδική αιτιολογία ότι από το έτος 2003 ο αναιρεσείων είχε γνωστή διαμονή και διέμενε μετά της οικογενείας του στην προαναφερόμενη διεύθυνση και θεώρησε ότι η επίδοση της καταδικαστικής πρωτοδίκου αποφάσεως στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο ήταν άκυρη, με συνέπεια τη μη έναρξη της προθεσμίας εφέσεως για τον εκκαλούντα και, περαιτέρω, την άσκηση εμπρόθεσμα από αυτόν της έφεσης, παρέλειψε να αποφανθεί και για την ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Έτσι όμως το δικαστήριο υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και ο πρώτος από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 8935/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις πράξεις που περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 31-10-2001 μέχρι 2-2-2002 και παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, εφόσον είναι εφικτό, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 8935/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για τις πράξεις που περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 31-10-2001 μέχρι 2-2-2002. Και Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, εφόσον είναι εφικτό, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για την ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ως άγνωστης διαμονής μολονότι η ακυρότητα αυτή προβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας.
1
Αριθμός 392/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 20629/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 679/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική διώξη σε βάρος του αναιρεσείοντα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του ν. 2523/1993, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή εν μέρει ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα στοιχεία ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο, διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης και το στοιχείο που φέρεται ότι έχει εκδοθεί ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ιδίου ως άνω ν. 2523/1997 η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής έγγραφης λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ασκείτο άμεσα, με βάσει τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδαφ. 3 του ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής έγγραφης με την πάροδό της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ιδίου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κλπ., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένο αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112, κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξ άλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στην άνω παράγραφο 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2954/2001, την 2.11.2001. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην άνω διάταξη και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. η οποία προετέθη με το άρθρο 13 παρ. 8 του ν. 1941/1991, εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 εδαφ. β' και γ', το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας απόντος του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την διαπίστωση ότι είχε κλητευθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στο ακροατήριό του στη δικάσιμο της 15/12/2008 για να υποστηρίξει την υπ' αριθμ. 2287/24.6.2008 έφεσή του κατά της 3127/30.1.2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, (με την οποία είχε καταδικασθεί για την πράξη της έκδοσης εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση, με χρόνο τελέσεως κατά το χρονικό διάστημα από 4/6/2000 έως 31/7/2000, σε φυλάκιση 3 ετών), απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση αυτή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως. Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι ενώ από την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προέκυπτε ότι ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος φερόταν το διάστημα από 4/6/2000 έως 31/7/2000 και είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας από την τέλεση της πράξεως μέχρι την εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης της ασκηθείσης εφέσεως, δεν έπαυσε το δικαστήριο αυτό την ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου με παραγραφή, αλλά, ενεργώντας καθ' υπέρβαση της εξουσίας του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή του. Από τα αναφερόμενα στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η 3127/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως αναγνωσθέντα έγγραφα, που επιτρεπτώς επισκοπούνται στα πλαίσια του ελέγχου της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως η θεώρηση της υπ' αριθμό ... εκθέσεως ελέγχου και του ταυτάριθμου ... υπηρεσιακού σημειώματος, που έχει συνταχθεί για την κρινόμενη υπόθεση από την Περιφερειακή Διεύθυνση Κεντρικής Μακεδονίας της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, έγινε στις 24/2/2006 και συνεπώς από τότε κατά τα προαναφερθέντα σε προηγούμενη νομική σκέψη αρχίζει η παραγραφή του αποδιδομένου στον κατηγορούμενο αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα παραγραφής αυτού, ενόψει και του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος προέκυψε ότι είναι στις 20/4/2007. Κατ' ακολουθία αυτών δεν όφειλε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να θεωρηθεί ότι με χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών τιμολογίων την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου είχε μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του κατ' έφεση είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής των μερικοτέρων πράξεων που αναφέρονταν ότι είχαν τελεσθεί εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος και δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του μη εκδίδοντας απόφαση περί παύσεως οριστικής της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής συνεπεία παρόδου διαστήματος πλέον των οκτώ ετών από την τέλεση των επί μέρους πράξεων μέχρι την ημερομηνία συζητήσεως της εφέσεως ερήμην του ήδη αναιρεσείοντος αλλά ορθώς εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. απέρριψε την έφεση του μη εμφανισθέντος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εκκαλούντος αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου ως ανυποστήρικτη. Συνεπώς ο αντίθετος προς τ' ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2/4/2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 20629/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση εικονικών τιμολογίων κατ' εξακολούθηση με χρόνο τέλεσης από 4-6-2000 έως 31-7-2000. Απόρριψη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ως ανυποστήρικτης της εφέσεως που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για την άνω πράξη, αφού διαπιστώθηκε ότι νομίμως είχε κληθεί ο εκκαλών να εμφανισθεί στο ακροατήριο του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Αναίρεση κατά της απορριψάσης την έφεσή του αποφάσεως από τον άνω κατηγορούμενο για υπέρβαση εξουσίας, ενώ προέκυπτε από την εκκαλουμένη απόφαση ο χρόνος τελέσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως και ότι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας από τότε και μέχρι την εκδίκαση της εφέσεώς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Απορρίπτεται η αναίρεση, καθόσον η παραγραφή του αποδιδόμενου στον αναιρεσείοντα αδικήματος δεν άρχιζε από το χρόνο τέλεσης της πράξεως αλλά από 24-2-2006 που οριστικοποιήθηκε η φορολογική εγγραφή για την κατά παράβαση του άρθρου 19 Ν. 2523/1993 όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 40 § 1 του Ν. 3220/2004 έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων και δεν υπερέβη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρνητικώς την εξουσία του με το να μην εκδώσει απόφαση περί παύσεως οριστικώς της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.
Φοροδιαφυγή
Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
0
Αριθμός 389/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 45/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1434/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 389/25.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 28-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του ... που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 45/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ως τοξικομανής, και εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλαδή από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 96 παρ. 1 και 465 ΚΠΔ, ασκείται είτε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου του και δη τόσον από τον δικηγόρο που παρέστη κατά τη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απόφαση καταδικαστική και όχι απορριπτική της εφέσεως ως ανυποστήρικτης ή ως απαράδεκτης, όσο και από τον αντιπρόσωπο αυτού που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1, εφόσον το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή της (ΑΠ 478/2009, ΑΠ 383/2009, ΑΠ 724/2007, ΑΠ 362/2006). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο), για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη αυτού που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα . ΙΙΙ. Η παραπάνω (Ι) αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε για λογαριασμό του καταδικασθέντος κατηγορουμένου κατά της 45/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 8-9-2009, από τον δικηγόρο Αθηνών Αθ. Αναγνωστόπουλο στις 28-9-2009 με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο δικηγόρος όμως αυτός, που δεν είχε παρασταθεί κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ούτε κατά την επίδοση της δηλώσεως αυτής ούτε στο επόμενο εικοσαήμερο, δηλαδή μέχρι τις 18-9-2009, προσκόμισε σχετικό πληρεξούσιο του καταδικασθέντος για την αίτηση αυτή αναιρέσεως που άσκησε. Με βάση τα δεδομένα αυτά, και όσα παραπάνω (ΙΙ) εκθέσαμε, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από 210 ευρώ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 28-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος ... που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 45/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ως τοξικομανής Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλαδή από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 96 παρ. 1 και 465 ΚΠΔ, ασκείται είτε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου του και δη τόσον από τον δικηγόρο που παρέστη κατά τη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απόφαση καταδικαστική και όχι απορριπτική της εφέσεως ως ανυποστήρικτης ή ως απαράδεκτης, όσο και από τον αντιπρόσωπο αυτού που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1, εφόσον το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, που οφείλει να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο), για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη αυτού που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της 45/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 8-9-2009, από τον δικηγόρο Αθηνών Αθ. Αναγνωστόπουλο στις 28-9-2009 με δήλωσή του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο δικηγόρος όμως αυτός, που δεν είχε παρασταθεί κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ούτε κατά την επίδοση της δηλώσεως αυτής ούτε στο επόμενο εικοσαήμερο, δηλαδή μέχρι τις 18-9-2009, προσκόμισε σχετικό πληρεξούσιο του καταδικασθέντος για την αίτηση αυτή αναιρέσεως που άσκησε. Κατά συνέπεια, με βάση αυτά, και όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, πρέπει, μετά την προς τούτο ειδοποίηση από τον Γραμματέα του αντικλήτου δικηγόρου του, σύμφωνα με την επισημείωση επί του φακέλλου της υποθέσεως από τον αρμόδιο γραμματέα, το Δικαστήριο αυτό, σε Συμβούλιο, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος ..., που κρατείται στις Φυλακές ..., κατά της 45/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (210) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από μη παραστάντα κατά την εκδίκαση της υποθέσεως δικηγόρο, χωρίς όμως να προσκομίζεται ή να προσκομίσει πληρεξούσιο. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Πληρεξουσιότητα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
0
Αριθμός 383/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 931/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) ... και 2) .... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 976/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 318/9.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 εδαφ. β και 513 παρ. 1 εδαφ. α του Κωδ. Ποιν. Δικ., την υπ' αριθμ. 5/15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., η οποία ασκήθηκε από τον ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δήμο του Κωνσταντίνου, που είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας, δυνάμει της από 12-6-2009 ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητος του ...κατά του υπ' αριθμ. 931/14-5-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο Συμβούλιο Εφετών επελήφθη της προκειμένης υποθέσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001 αμέσως μετά το πέρας της κύριας ανακρίσεως, καθόσον η αρχική κατηγορία τόσο κατά του νυν αναιρεσείοντος όσο και κατά των εταίρων δύο συμπαραπεμπομένων κατηγορουμένων... και ...αφορούσε: α) συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, β) ληστεία, γ) ηθική αυτουργία σε ληστεία, δ) απλή συνεργεία σε ληστεία, ε) απόπειρα εκβιάσεως από κοινού και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, στ) παράνομη είσοδο στη χώρα και ζ) παράνομη οπλοφορία (άρθρα 1, 12, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 42 παρ.1, 45,46 παρ 1α , 47 παρ 1, 94 παρ.1, 98, 187 παρ.1, 380 παρ. 1, 385 παρ. 1α και β Π.Κ., όπως το άρθρο 187 αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001, άρθρο 83 παρ.1α του Ν. 3386/2005 και 1 παρ. 1γ, 10 παρ. 1 και 13 β του Ν. 2168/1993)? πλην με το προσβαλλόμενο βούλευμα (931/2009) ο αναιρεσείων και οι λοιποί κατηγορούμενοι παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αλλά αντί για παράβαση του άρθρου 187 παρ. 1 παραπέμπεται μετά των λοιπών για παράβαση του άρθρου 187 παρ.3 του Π.Κ. (συμμορία) όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001. Κατόπιν των ανωτέρω λεχθέντων εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα : Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 (όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001 ή περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Π.Κ. κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Επομένως η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται διότι στο άρθρο 7 του Ν. 2928/2001 δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των κακουργημάτων της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 του άρθρου 187 του Π.Κ., αλλά γίνεται αναφορά γενικά στα κακουργήματα του εν λόγω άρθρου (187 Π.Κ.) και πρέπει για τον λόγο αυτό να κηρυχθεί απαράδεκτη? και τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω : Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 5/15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ' αριθμ. 931/14-5-2009 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΑΓΓΑΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση κατά του υπ' αριθμ. 931/14-5-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, το Συμβούλιο Εφετών επελήφθη της προκειμένης υποθέσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001 αμέσως μετά το πέρας της κύριας ανακρίσεως, καθόσον η αρχική κατηγορία, τόσο κατά του ήδη αναιρεσείοντος όσο και κατά των άλλων δύο συμπαραπεμπομένων κατηγορουμένων, ... και ..., αφορούσε: α) συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, β) ληστεία, γ) ηθική αυτουργία σε ληστεία, δ) απλή συνεργεία σε ληστεία, ε) απόπειρα εκβιάσεως από κοινού και κατά μόνας, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, στ) παράνομη είσοδο στη χώρα και ζ) παράνομη οπλοφορία (άρθρα 1, 12, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 42 παρ.1, 45,46 παρ 1α , 47 παρ 1, 94 παρ.1, 98, 187 παρ.1, 380 παρ. 1, 385 παρ. 1α και β Π.Κ., όπως το άρθρο 187 αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001, άρθρο 83 παρ.1α του Ν. 3386/2005 και 1 παρ. 1γ, 10 παρ. 1 και 13 β του Ν. 2168/1993)? πλην με το προσβαλλόμενο βούλευμα (931/2009) ο αναιρεσείων (και οι λοιποί κατηγορούμενοι) παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, αλλά αντί για παράβαση του άρθρου 187 παρ. 1 παραπέμπεται μετά των λοιπών για παράβαση του άρθρου 187 παρ.3 του Π.Κ. (συμμορία) όπως αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 2928/2001. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 (όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2928/2001 ή περάτωση της κυρίας ανακρίσεως για τα κακουργήματα του άρθρου 187 του Π.Κ. κηρύσσεται από το Συμβούλιο Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών, που αποφαίνεται αμετάκλητα ακόμη και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, έστω και αν για κάποιο από αυτά προβλέπεται διαφορετικός τρόπος περάτωσης της ανάκρισης. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε κατά βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται διότι στο άρθρο 7 του Ν. 2928/2001 δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των κακουργημάτων της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 του άρθρου 187 του Π.Κ., αλλά γίνεται αναφορά γενικά στα κακουργήματα του εν λόγω άρθρου (187 Π.Κ.) και πρέπει, για τον λόγο αυτό, μετά την ειδοποίηση προς τούτο του αντικλήτου δικηγόρου του, σύμφωνα με την επισημείωση του αρμοδίου Γραμματέα επί του φακέλλου της υποθέσεως, να κηρυχθεί απαράδεκτη? και τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 5/15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατά του υπ' αριθμ. 931/14-5-2009 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κατά των βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών, που περατώνουν την κυρία ανάκριση για πράξεις του άρθρου 187 ΠΚ, μετά το Ν. 2928/2001, δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό ισχύει και για τα συναφή εγκλήματα, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους.
Οργάνωση εγκληματική
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Οργάνωση εγκληματική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 384/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά, περί αναιρέσεως της 6804/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 10 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1507/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την 6804/2009 προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση 8 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 216 §2 ΠΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως την κρινόμενη δήλωση αναιρέσεως, στην οποία περιλαμβάνονται παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της προσβαλλόμενης ως και τους από 28-12-2009 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι και πρέπει να ερευνηθούν κατ' ουσίαν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 333 §2, 358 και 171 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα στο ακροατήριο είναι υποχρεωτική από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δόση του λόγου στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν και αν εκείνος δεν ζητήσει τούτο, διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 £1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας ..., ..., ..., ... και ..., ο διευθύνων τη συζήτηση της υποθέσεως δεν έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο ή στους συνηγόρους του, προκειμένου να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά του, δηλαδή να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση του καθενός των παραπάνω μαρτύρων. Η αναφερόμενη στα πρακτικά περικοπή "ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, εάν χρειάζεται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απάντησαν αρνητικά, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας", δεν αφορά στην κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δόση του λόγου στον κατηγορούμενο, αλλά στην κατά το άρθρο 368 ΚΠΔ του ίδιου Κώδικα συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση πριν από την κήρυξη της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του ουσία βασίμου των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις πράξεις που περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 17-9-2001 έως 23-2-2002 και ακολούθως παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 6804/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για τις πράξεις που περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 17-9-2001 έως 23-2-2002. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα το δικαστήριο δεν έδωσε το λόγο στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του για να ασκήσει τα δικαιώματά του κατ’ άρθρο 358 ΠΚ.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη.
0
Αριθμός 387/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της ΑΤ4652/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1433/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ΑΤ 4652/2009 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 57 εδ.α' του ν. 2190/1920 (μη υποβολή ετήσιου ισολογισμού) και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση, κατ'επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ'είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΞΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ", που εδρεύει στον Πειραιά και επί της οδού .... δεν προέβη στη σύνταξη και την υποβολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον ελεγμένο από ορκωτό ελεγκτή ισολογισμό της χρήσης του έτους 2002. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων παρέβη με πρόθεση τη διάταξη του άρθρου 57 εδάφ. α' του 2190/1920, που ορίζει την παραπάνω υποχρέωση. Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως του άρθρου 57 εδάφ. α' του ν. 2190/1920, τα οποία λόγω της φύσεως της πράξεως αυτής (τυπικής) ταυτίζονται κατ'ανάγκη με εκείνα του διατακτικού, χωρίς να υπάρχει κάποια έλλειψη. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε ασάφειες και λογικά κενά σχετικά με το χρόνο σύνταξης του ετήσιου ισολογισμού του έτους 2002, ο οποίος δεν προσδιορίζεται επακριβώς, διότι ο ακριβής χρόνος τελέσεώς της πράξεως εντός τους 2002 δεν ήταν απαραίτητος, διότι δεν ασκούσε επιρροή στην παραγραφή, ούτε προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός κατά την εκδίκαση της υποθέσεως. Ούτε ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, επιρροή το γεγονός ότι δεν αναγράφεται ο χρόνος που πρέπει να συναχθεί ο ισολογισμός κατά το καταστατικό, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν συντάχθηκε καθ'όλου ισολογισμός. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.4 ΚΠΔ, αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 (αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου) δικάζεται σαν να ήταν παρών. Τέτοια περίπτωση νομίμου κλητεύσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου είναι και αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 349 παρ.1 ΚΠΔ, όταν δηλαδή η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες. Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς την κλήτευση του απόντος εκκαλούντος κατηγορουμένου τα ακόλουθα "Επειδή η κρινόμενη έφεση έχει γίνει δεκτή κατά το τυπικό της μέρος με την υπ'αριθμ. ΑΤ 8360/8-12-2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να εξετασθεί η υπόθεση κατ'ουσίαν. 'Όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν απόσπασμα της υπ'αριθμ. ΑΤ 1914/6-3-2009 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, η προκείμενη υπόθεση αναβλήθηκε από τη δικάσιμο της 6-3-2009, για τη σημερινή δικάσιμο, λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο του συνηγόρου του κατηγορουμένου (άρθρ. 349 ΚΠΔ), η σημερινή δε δικάσιμος ανακοινώθηκε στον κατηγορούμενο. Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, δικάζεται σαν να είναι παρών (άρθρ. 340 παρ.3 του ΚΠΔ), δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί στη σημερινή δικάσιμο". Με τις παραδοχές αυτές και ανεξάρτητα από τη λανθασμένη παραπομπή στο άρθρο 340 παρ.3 ΚΠΔ, αντί του ορθού 501 παρ.4 ΚΠΔ, οι οποίες άλλωστε, διατάξεις είναι πανομοιότητες, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την κλήτευση του εκκαλούντος κατηγορουμένου κατά τη δικάσιμο που εκδόθηκε αυτή, κατά την οποία κλητεύθηκε νόμιμα να εμφανισθεί, το δικαστήριο δεν υπερέβη θετικώς την εξουσία του και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου και, επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. δ', η' και α' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-9-2009 αίτηση (δήλωση) του ..., για αναίρεση της ΑΤ-4652/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αναβολή της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης. Ο κατηγορούμενος δικάζεται ωσεί παρών. Αβάσιμοι λόγοι αναίρεσης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολή υπόθεσης.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 398/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 41054/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΝΤΑΠΛΑΣΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραλή Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς, αφ' ενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από τον νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη των αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή τη αποδοχή πραγματεύσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Προσαπαιτείται ακόμη και η εμφάνιση της επιταγής μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επομένη της εκδόσεως της επιταγής εφ' όσον πρόκειται για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα. Η υπογραφή αυτού που εκδίδει την επιταγή και ανήκει στα κατά το άρθρο 1 του ν. 5960/1933 τυπικά στοιχεία, που πρέπει να περιέχει η επιταγή για να είναι έγκυρη, είναι δυνατό να τίθεται από φυσικό πρόσωπο που προβαίνει στην επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως για έκδοση επιταγής ως εκπρόσωπος ή όργανο νομικού προσώπου όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία . Κατά συνέπεια αν κάποιος εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου δράστης του αδικήματος αυτού είναι ο ενεργών ως όργανο του νομικού προσώπου, ο οποίος δια της προγενεστέρας αδίκου συμπεριφοράς του φέρει ο ίδιος την ποινική ευθύνη για την ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 79 ν. 5960/1933 και υπέχει νομική υποχρέωση καλύψεως της επιταγής εφόσον ενήργησε γνωρίζοντας τα στοιχεία του αδικήματος και το ενδεχόμενο να υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του νομικού προσώπου με χρέωση του οποίου είναι πληρωτέα η επιταγή κατά το χρόνο εκδόσεως ή της πληρωμής αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 του ν. 5960/1933 η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειουμένης ως χρονολογίας εκδόσεως αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Τέλος κατά το άρθρο 29 εδαφ. α'και δ'του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε νομίμως προς πληρωμή μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως ημεροχρονολογία εκδόσεώς της. Ενόψει αυτών επί μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος για τη γνώση του εκδότη ότι είναι ακάλυπτη λόγω μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων, είναι εκείνος κατά τον οποίο πράγματι εκδόθηκε η επιταγή, επί εκδόσεως δε ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής στο όνομα εταιρείας δράστης του αδικήματος του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, σε περίπτωση μεσολαβησάσης αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της είναι ο εκδόσας την επιταγή, δηλαδή ο εκπρόσωπος της εταιρείας που υπέγραψε αυτήν κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεώς της και όχι εκείνος που την εκπροσωπούσε κατά το χρόνο εκδόσεως που αναγράφεται στην μεταχρονολογημένη επιταγή ή και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στη προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρονται, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν μέχρι 30-11-2004 νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... εξέδωσε υπό την ιδιότητά του αυτή των υπ' αριθμό... μεταχρονολογημένη επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως 26-3-2005, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΑΠΛΑΣΤ ΑΕ" ποσού 5.770,88 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα ..., η οποία εμφανισθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 30-3-2005, από την εγκαλούσα στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή δεν πληρώθηκε γιατί, όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο που διενεργήθηκε στο λογαριασμό της άνω εταιρείας, δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο και γι' αυτό σφραγίσθηκε την ίδια ημέρα. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ούτε κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως της επίδικης μεταχρονολογημένης επιταγής υπήρχαν τα αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή αυτής στην πληρώτρια τράπεζα, ο δε κατηγορούμενος όταν εξέδωσε την εν λόγω επιταγή γνώριζε ότι το νομικό πρόσωπο το οποίο νόμιμα εκπροσωπούσε δεν είχε στον ως άνω λογαριασμό επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο για την εξόφληση της επιταγής. Προηγουμένως είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ο προσβληθείς από τον συνήγορο υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και καταχωρισθείς στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης αυτοτελής ισχυρισμός. Κατά τα υποστηριζόμενα με αυτόν ως χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής είναι ο χρόνος της εμφανίσεως της προς πληρωμή και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της, με συνέπεια ο δόλος για την τέλεση της να πρέπει να ελέγχεται σ' αυτό το χρονικό σημείο, ο δε κατηγορούμενος δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρείας κατά την 30-3-2005 οπότε εμφανίσθηκε η άνω αναφερόμενη επιταγή η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και δεν είχε δυνατότητα επέμβασης, επηρεασμού ή οποιασδήποτε επενέργειας στην εταιρία ή την περιουσία της δεδομένου όχι είχε παραιτηθεί από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της εκδότριας ανώνυμης εταιρείας ήδη από 30-11-2004. Νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ήταν τα αναφερόμενα στο ΦΕΚ/ Τεύχος ΑΕ , ΕΠΕ 1314/2-3-2005, στο οποίο είχε δημοσιευθεί η σχετική ανακοίνωση της Νομαρχίας ... για την καταχώρηση στο μητρώο της εταιρείας της από 24-2-2005 αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της εταιρείας ..., φυσικά πρόσωπα που εξελέγησαν από αυτήν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Το νεοεκλεγέν διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα με το υπό τη αυτή ημερομηνία πρακτικό συνεδριάσεώς του με τις ανατεθείσες εξουσίες και αρμοδιότητες. Έτσι δε υπείχε ο κατηγορούμενος ευθύνη και δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του αντικειμενικά και υποκειμενικά η τέλεση της αξιόποινου πράξεως αλλά η προσωποποίηση των ποινικών ευθυνών ήταν δυνατή κατά των εκπροσώπων του νομικού προσώπου κατά τη στιγμή της εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή ως πραγματικών υπαιτίων για μη πληρωμή της. Το Δικαστήριο της ουσίας μετά από νομικές σκέψεις, όμοιες με αυτές που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν του κατηγορουμένου με την αιτιολογία ότι το γεγονός της παραιτήσεως του τελευταίου από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου και του ότι δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας της επιταγής εταιρείας κατά το χρόνο εμφανίσεως μεταχρονολογημένης επιταγής προς πληρωμή λόγω παραιτήσεως του από τη θέση αυτή δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη περίπτωση καθόσον κρίσιμος χρόνος για την τέλεση του ερευνώμενου αδικήματος είναι η ημέρα της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής. Ακολούθως και αφού δέχθηκε τη συνδρομή υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως ότι ωθήθηκε στην τέλεση της πράξεως από μη ταπεινά αίτια το δικαστήριο κήρυξε του κατηγορούμενο ένοχο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών που ανεστάλη ενώ ακόμη επιδίκασε 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση στην πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία "ΠΕΝΤΑΠΛΑΣΤ ΑΕ". Με αυτά που δέχθηκε, το ως δευτεροβάθμιο δίκασαν τριμελές πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις και συλλογισμούς βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 49 ν. 5960/1933, όπως ισχύει τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι λόγω της μεταβολής στη διοίκηση της εκδότριας της επιταγής εταιρείας και του ότι είχε παραιτηθεί αυτός και δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της, καθώς και ότι κατά τον χρόνο εμφανίσεως της προς πληρωμήν έπρεπε να ελεγχθεί αν συνέτρεχε ο δόλος του δράστη για την τέλεση της αποδιδόμενης αξιοποίνου πράξεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, είναι απορριπτέες, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν ότι επί εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής κρίσιμος χρόνος είναι και εκείνος κατά τον οποίο ο υπογράφων στη θέση του εκδότη εξέδωσε πράγματι την επιταγή και ότι επί εκδόσεως ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής από εταιρεία δράστης του αδικήματος του άρθρου 79 σε περίπτωση μεσολαβήσεως αλλαγής του νομίμου εκπροσώπου της είναι ο εκδόσας την επιταγή δηλαδή ο εκπρόσωπος της κατά το πραγματικό χρόνο εκδόσεως της και αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που απέρριψε τον προβληθέντα στη δίκη κατ' έφεση σχετικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης κατά τον κρίσιμο αυτόν χρόνο εκδόσεως της μεταχρονολογημένης αυτής επιταγής όσο ήταν ο ήδη αναιρεσείων νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας εγνώριζε ότι δεν είχε η εταιρεία στον λογαριασμό της επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια ή αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως της πράξεως από το ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ως νομικός εκπρόσωπος της εταιρείας ... εξέδωσε στις ... την άνω επιταγή αφού διευκρινίζεται στο σκεπτικό ότι αυτή η ημερομηνία ήταν η αναφερομένη ως ημερομηνία εκδόσεως και όχι η πραγματική τέτοια εκδόσεως από τον κατηγορούμενο της μεταχρονολογημένης επιταγής την οποία αυτός εξέδωσε όσο είχε μέχρι 30-11-2004 την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας. Μετά από αυτά είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν, να απορριφθεί δε και η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παράστασης πολιτικώς ενάγουσας ανωνύμου εταιρείας (άρθρα 583 παρ. 1 Κ.ποιν.Δ και 176, 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-6-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 41054/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) εύρω και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΑΠΛΑΣΤ ΑΕ" που ανέρχονται σε ευρώ πεντακόσια (500) Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής μεταχρονολογημένης από νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας πριν παραιτηθεί από διευθύνων σύμβουλος αυτής. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ως αβάσιμοι. Επί μεταχρονολογημένης επιταγής αυτή μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως ημερομηνία εκδόσεως. Επί εκδόσεως ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής που εκδίδεται για λογαριασμό νομικού προσώπου ποινική ευθύνη και υπόχρεος έναντι του κομιστή προς αποκατάσταση της ζημίας του, είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της και σε περίπτωση που μεσολάβησε αλλαγή του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, δράστης της εκδόσεως ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής για λογαριασμό νομικού προσώπου (εταιρείας) είναι ο εκπρόσωπος της εταιρείας που υπέγραψε την επιταγή κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεώς της και όχι εκείνος που την εκπροσωπούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως που αναγράφεται στην μεταχρονολογημένη επιταγή ή κατά τον χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή, Ανώνυμη εταιρία.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 380/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κιντή, περί αναιρέσεως της 4369/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσιώστα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 650/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρωμή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Εξάλλου, καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την 4369/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της υποθέσεως ο αναιρεσείων πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη, διότι δεν υφίσταται εταιρία "HOME ΕΠΕ", την οποία εκπροσωπεί, όπως αναγράφεται στη μήνυση, αλλά εταιρία TOP LINE HOME ΕΠΕ, της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος. Τον ισχυρισμό αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση τον απέρριψε δεχθείσα τα ακόλουθα: Ο εγκαλών υπέβαλε εμπρόθεσμα την από 15-4-04 έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου ζητώντας την τιμωρία του για την έκδοση εκ μέρους του ως εκπροσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που εδρεύει στον Αγ. Στέφανο Αττικής με την επωνυμία ΗΟΜΕ ΕΠΕ των επιταγών που αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες εμφανίστηκαν για πληρωμή εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα αλλά δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Στην έγκληση ο εγκαλών αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν κατά τόπο και χρόνο την τέλεση της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 του ν. 5960/33 προσδιορίζοντας χωρίς να απαιτείται και την ταυτότητα του κατηγορουμένου ως δράστη, ο οποίος φέρεται ως εκπρόσωπος της πιο πάνω εταιρίας τα στοιχεία της οποίας είναι μεν ελλιπή πλην όμως δεν απαιτούνται να καθορίζονται στην έγκληση όπως και τα στοιχεία του δράστη ο οποίος μπορεί να είναι και άγνωστος. Επομένως, αφού η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, πρέπει η σχετική ένσταση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω το δικαστήριο δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα εξής: "Στην Αθήνα στις 16-1-2004, 16-1-2004, 19-1-2004, 2-2-2004 και 10-3-2004, αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΤΟΡ LΙΝΕ ΗΟΜΕ ΕΠΕ εξέδωσε εξακολουθηματικά με πρόθεση τις πιο κάτω επιταγές σε διαταγή ημών των ιδίων και συγκεκριμένα α) την ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 16-1-2004 χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, β) την ...επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 16-1-2004 για το χρηματικό ποσό των 17.200 ευρώ, γ) την...επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 19-1-04 για το χρηματικό ποσό των 36.923 ευρώ, δ) την ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 2-2-04 για το χρηματικό ποσό των 36.000 ευρώ, ε) την ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 10-3-04 για το χρηματικό ποσό των 40.140 ευρώ. Οι πιο πάνω επιταγές εμφανίστηκαν για πληρωμή εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. από τον εγκαλούντα τελευταίο νόμιμο κομιστή στον οποίο περιήλθαν με οπισθογράφηση και συγκεκριμένα η πρώτη και η δεύτερη στις 16-1-2004, η τρίτη στις 20-1-04, η τέταρτη στις 3-2-2004 και η πέμπτη στις 10-3-04, πλην όμως δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχαν εν γνώσει του κατηγορουμένου διαθέσιμα κεφάλαια. Η πιο πάνω εταιρία της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 1485/05 απόφαση του ΠΠΑΘηνών και λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην πληρωμή των πιο πάνω επιταγών. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με τα ελαφρυντικά ότι ωθήθηκε στη πράξη λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων του και από όχι ταπεινά αίτια". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, όσο και στο περί ενοχής κεφάλαιο, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη, στα οποία και στήριξε την ανέλεγκτη για τα πραγματικά περιστατικά κρίση, όπως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Ειδικότερα παραδεκτά προσδιορίστηκαν από το Εφετείο με ακρίβεια τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δηλ. ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας TOP LINE HOME ΕΠΕ, οι οποίες ήταν ακάλυπτες, γεγονός το οποίο ομολογεί ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, και όχι απλώς ως νόμιμος εκπρόσωπος της HOME ΕΠΕ, δηλ. χωρίς τις λέξεις TOP LINE στην επωνυμία. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ', ε' και η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, για παραβίαση εκ πλαγίου των ανωτέρω διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού, διότι το μεν σκεπτικό αναφέρει τον αναιρεσείοντα ως νόμιμο εκπρόσωπο της TOP LINE HOME ΕΠΕ, το δε διατακτικό ως νόμιμο εκπρόσωπο της HOME ΕΠΕ, ώστε να μην καθίσταται σαφές ποιας εταιρίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και καταδικάσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο, αλλά και από το σκεπτικό της προαναφερόμενης παρεμπίπτουσας απόφασης, που περιέχεται στα πρακτικά, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της TOP LINE HOME ΕΠΕ. Ο τρίτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το από 17-1-2008 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, το οποίο προσκόμισε, από το οποίο προέκυπτε ότι δεν βρέθηκε εταιρία καταχωρημένη με την επωνυμία "HOME ΕΠΕ", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι από τον αναιρεσείοντα δεν ζητήθηκε η ανάγνωση αυτού του εγγράφου ανεξάρτητα του ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού δεν είχε έννομη επιρροή στην περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου για το αδίκημα της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, όπως αυτό ακριβέστερα από το δικαστήριο διατυπώθηκε. Περαιτέρω ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως ότι η παρεμπίπτουσα ανωτέρω απόφαση είναι άκυρη, διότι δεν φέρει την υπογραφή τα γραμματέως του δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης η προαναφερόμενη απόφαση φέρει την υπογραφή της γραμματέως. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε ως προς τα ελαφρυντικά του άρθρ. 84 παρ. 2α και 2ε του ΠΚ, που ζήτησε ο αναιρεσείων να του αναγνωρισθούν. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι πράγματι ο αναιρεσείων ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ανωτέρω ελαφρυντικά και ανέφερε λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά που τους θεμελιώνουν, πλην όμως το Εφετείο δεν απάντησε επί του αιτήματος αυτού. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο της ποινής, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αναιρέσεως, και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 4369/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών μόνον ως προς το κεφάλαιο της ποινής, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία επιταγής. Πλήρης και σαφής αιτιολογία, Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Δικαστήριο δεν απήντησε σε υποβληθέν αίτημα αναγνωρίσεως ελαφρυντικών, μολονότι αυτό προβλήθηκε σαφώς και ορισμένως.
Ελαφρυντικές περιστάσεις
Ελαφρυντικές περιστάσεις.
1
Αριθμός 379/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ρουμελιώτη και 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ρουμελιώτη, για αναίρεση της 4577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ4. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Οκτωβρίου 2009, 15 Οκτωβρίου 2009 και 14 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1501/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά της υπ' αριθμ. 4577/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών οι καταδικασθέντες κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 άσκησαν με τις από 16-10-2009 ξεχωριστές δηλώσεις τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αιτήσεις αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται, όπως στο έγγραφο, το οποίο συντάχθηκε ή εκδόθηκε από υπάλληλο κατά την έννοια που δίνεται στον όρο υπάλληλος από τα άρθρα 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, βεβαιώνεται από αυτόν με πρόθεση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μέσα στα όρια της υπηρεσίας του ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο που αφορά στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, με συνείδηση της αναλήθειας αυτή του περιστατικού. Εξάλλου, για τη συγκρότηση της έννοιας αυτής της πράξης, η οποία εντάσσεται από το νόμο στα εγκλήματα που αφορούν την υπηρεσία και όχι τα έγγραφα (υπομνήματα), δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο ούτε καθ' ολοκληρία συμπλήρωση και από περάτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσωπογραφή του από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε. Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΠΚ, με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση, εκτός άλλων, νοθεύει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή που είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. α' του ΠΚ υπάλληλος είναι εκείνος, στον οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου. 0 υπάλληλος πρέπει να είναι αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση δημοσίων εγγράφων και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί. Περαιτέρω, κατά το εδ. γ' του άρθρου 13 ΠΚ το έγγραφο πρέπει να είναι δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στο χώρο του ποινικού δικαίου, δηλαδή πρέπει να πρόκειται για έγγραφο που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό καl προορίζεται για εξωτερική υπηρεσία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Δεν είναι συνεπώς δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των άνω διατάξεων εκείνο το οποίο αφορά μόνο την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Από την ευρεία διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 εδ. α' του ΠΚ συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης, αποτελεί το είδος και η φύση της ανατιθέμενης σ'αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα, αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή το τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων, που μπορεί να γίνει και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Για την ιδιότητα του υπαλλήλου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η σχέση υποταγής και εξάρτησης του διοικητικού δικαίου. Έτσι περιλαμβάνονται και υπάλληλοι που δεν υπόκεινται σε ιεραρχική εξάρτηση με την έννοια των δημοσίων υπαλλήλων, όπως επίσης και αυτοί που δεν υπόκεινται καν σε ιεραρχική εξάρτηση. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχήν εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Εξάλλου, η ως άνω απαιτουμένη για την απόφαση των ποινικών δικαστηρίων από το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, της καταδικαστικής απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο, χωρίς να υπάρχει αντίφαση μεταξύ τους, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως όχι μόνο μερικά από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού λόγω πραγματικής πλάνης ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4577/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (ως προς τους τρεις αναιρεσείοντες και τον συγκατηγορούμενό τους Χ4, μη όντα διάδικο στην προκειμένη αναιρετική δίκη). Ο 3ος κατηγορούμενος Χ3, ο οποίος ήταν ιατρός του Ε.Σ.Υ, είχε από 31-1-2001 διαγραφεί από τα μητρώα του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών λόγω συνταξιοδότησής του, από μεν το δημόσιο ως ιατρός Ε.Σ.Υ από 31-12-1999, από δε το Ταμείο Ασφάλισης Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ) από 1-6-2000 και ως εκ τούτου είχε απολέσει την ιδιότητα του ενεργού ιατρού . Παρά ταύτα εξακολουθούσε να μετέχει ως Πρόεδρος στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.) μέχρι 12-3-2002, που υπέβαλε την παραίτησή του, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 5 του Ν. 2690/1999, δεν μπορούσε να διατηρεί την ως άνω θέση του στο πειθαρχικό όργανο πέραν του τριμήνου από τη διαγραφή του ως ενεργός ιατρός, δηλαδή μετά την 31-1-2001. Ο 3ος κατηγορούμενος, λόγω της συμμετοχής του στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.), συμμετείχε επιπροσθέτως και ως μέλος στις αμειβόμενες συνεδριάσεις του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (Κ.Π.Σ.Ι) του Ενιαίου Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ). Την παράνομη συμμετοχή του 3ου κατηγορουμένου στα συμβούλια αυτά κατήγγειλε την 19-2-2002 ο μηνυτής Ψ, με την από 19-2-2002 αίτηση του, προς τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Μετά την υποβολή από τον Ψ της αμέσως παραπάνω αίτησης, ο 3ος κατηγορούμενος υπέβαλε την 12-3-2002 την παραίτησή του από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών (Α.Π.Σ.Ι.). Μέχρι όμως 12-3-2002 συμμετείχε, όπως προαναφέρθηκε, στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών, όπως και στις συνεδριάσεις του Κεντρικού Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (Κ.Π.Σ.Ι). Το αναφερόμενο δε στην Α.Π. Υ7α/Γ.Π.οικ. 10053/28-1-2002 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας (Δ/νση Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας) Ανακαλούμε την με αριθμ. ... άδεια άσκησης επαγγέλματος του ιατρού Χ3, λόγω συνταξιοδότησής του από το ΤΣΑΥ" δεν έχει την έννοια ότι η ανάκληση της άδειας αυτού έγινε την 28-1-2002, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, διότι πρόκειται για διαπιστωτικό έγγραφο. Σε μια προσπάθεια αποφυγής του σκανδάλου και προκειμένου να φανεί ότι δήθεν το πειθαρχικό όργανο (Α.Π.Σ.Ι.) λειτουργούσε με νόμιμη σύνθεση, ο 3ος κατηγορούμενος Χ3 και ο 4ος κατηγορούμενος Χ1, Πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ), στις 13-2-2002, με περισσότερες πράξεις που στοιχειοθετούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση και από κοινού ενεργώντας έπεισαν, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις τους υφισταμένους τους υπαλλήλους 1° και 2η των κατηγορουμένων να προβούν στις παρακάτω πράξεις: Α) Ο 1ος κατηγορούμενος Χ4 στην ... στις 12-3-2002, ενώ ήταν υπάλληλος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ), που αποτελεί ΝΠΔΔ, στα καθήκοντα του οποίου (1ου κατηγορούμενου) ανάγεται και η τήρηση του γενικού πρωτοκόλλου, α) με πρόθεση έθεσε στο έγγραφο παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου Χ3 τη σφραγίδα της υπηρεσίας του βεβαιώνοντας ψευδώς ότι δήθεν παρέλαβε την από 12-3-2002 αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου στις 30-12-2001 και β) με πρόθεση νόθευσε το βιβλίο του γενικού πρωτοκόλλου του Π.Ι.Σ ως προς το χρόνο εγγραφής της παραίτησης του ως άνω κατηγορουμένου Χ3, σβήνοντας με τη χρήση διορθωτικού υγρού το ήδη καταχωρημένο έγγραφο του ΤΕΒΕ και καταχωρώντας στη θέση του την αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου με αύξοντα αριθμό πρωτοκόλλου ... Έτσι εμφανίζονταν ότι δήθεν ο 3ος κατηγορούμενος είχε υποβάλει την παραίτηση του την 30-12-2001, ημέρα Κυριακή, δηλαδή αργία και γιορτινή ημέρα, και όχι μετά την από 19-2-2002 αίτηση του Ψ στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και ότι δήθεν αναμένονταν να γίνει δεκτή η παραίτηση αυτή, η οποία φέρεται ότι δήθεν έγινε δεκτή στις 6-2-2002 από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΙΣ, ενώ σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή 8-3-2002. Β) Η 2η κατηγορούμενη Χ2 στην ... στις 12-3-2002, ενώ ήταν υπάλληλος του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (Α.ΠΣ.Ι), που υπάγεται στο αυτό ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., στα καθήκοντα της οποίας είχε προσωρινά ανατεθεί, λόγω απουσίας της υπαλλήλου ..., η τήρηση του πρωτοκόλλου του Α.Π.Σ.Ι, στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταχωρούνται οι εφέσεις των ιατρών που αφορούν την πειθαρχική διαδικασία α) με πρόθεση προέβη αρχικά σε νόθευση του εγγράφου της παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου Χ3, μεταβάλλοντας αυθαίρετα, με την χρήση διορθωτικού υγρού, την εγγραφή στη σφραγίδα που είχε τεθεί στην ως άνω αίτηση και θέτοντας ως ημερομηνία υποβολής της αντί της ορθής 12-3-2002 την 30-12-2001 και β) προέβη στη συνέχεια σε ψευδή βεβαίωση στο βιβλίο πρωτοκόλλου του Α.Π.Σ.Ι ως προς το χρόνο εγγραφής της παραίτησης αυτού, αναγράφοντας την λήψη του εγγράφου αυτού στο βιβλίο πρωτοκόλλου στον αριθμό πρωτοκόλλου ..., αν και οι αμέσως προηγούμενες και επόμενες καταχωρήσεις έφεραν ημερομηνίες Μαρτίου 2002. Με τον τρόπο δε αυτό βεβαίωσε ότι το ως άνω έγγραφο (αίτηση παραίτησης) δήθεν παρελήφθη και πρωτοκολλήθηκε την 30-12-2001 αντί της ορθής ημερομηνίας 12-3-2002. Έτσι εμφανίζονταν ότι δήθεν ο 3ος κατηγορούμενος είχε υποβάλει την παραίτησή του την 30-12-2001, ημέρα Κυριακή, δηλαδή αργία και γιορτινή ημέρα, και όχι μετά την από 19-2-2002 σχετική αίτηση του Ψ στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και ότι δήθεν αναμένονταν να γίνει δεκτή η παραίτηση αυτή, η οποία φέρεται ότι δήθεν έγινε δεκτή στις 6-2-2002 από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΙΣ, ενώ σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή την 8-3-2002. Στις παραπάνω δε πράξεις προέβησαν και οι 1ος και 2η των κατηγορουμένων σε μια προσπάθεια αποφυγής του σκανδάλου και προκειμένου να φανεί ότι δήθεν το πειθαρχικό όργανο (Α.Π.Σ.Ι.) λειτουργούσε με νόμιμη σύνθεση. Ο ισχυρισμός της 2ας κατηγορουμένης περί πραγματικής πλάνης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και αυτό διότι, το να προβαίνει αυτή σε καταχώρηση των αιτήσεων στο πρωτόκολλο κατά τη χρονική σειρά λήψης τους και να μην προβαίνει σε διαγραφή υπάρχουσας εγγραφής (που έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο) για να εγγράψει στη θέση της άλλη, που παραλήφθηκε μεταγενέστερα, δεν απαιτεί κάποια ειδική ενημέρωση στην τήρηση του πρωτοκόλλου ώστε να δικαιολογηθεί πραγματική αυτής πλάνη ως προς τη διαγραφή από αυτή (2η κατηγορουμένη) υπάρχουσας ήδη εγγραφής και εγγραφής στη θέση της αίτησης του 3ου κατηγορουμένου. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ο 4ος κατηγορούμενος Χ1, ενώ ήταν Πρόεδρος του Π.Ι.Σ, που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, στην Αθήνα στις 15-4-2002 και στις 25-4-2002 συνέταξε και υπέγραψε τα υπ. αρ πρωτ ... και ... έγγραφα του ΠΙΣ, που απευθύνονταν στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, στα οποία με πρόθεση βεβαίωνε ψευδώς ότι δήθεν ο Χ3 υπέβαλε την παραίτησή του στις 30-12-2001 και ότι δήθεν η παραίτηση αυτή έγινε δεκτή από το Δ.Σ της Π.Ι.Σ στις 6-2-2002, ενώ σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή την 8-3-2002. Στις πράξεις δε αυτές, που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προέβη ο 4ος κατηγορούμενος για να εμφανίζεται ότι δήθεν ο 3ος κατηγορούμενος είχε υποβάλει την παραίτηση του την 30-12-2001, ημέρα Κυριακή, δηλαδή αργία και γιορτινή ημέρα, και όχι μετά την από 19-2-2002 σχετική αίτηση του Ψ στον Ιατρικό Σύλλογο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να αποφευχθεί το σκάνδαλο και να φανεί ότι δήθεν το πειθαρχικό όργανο (Α.Π.Σ.Ι.) λειτουργούσε με νόμιμη σύνθεση. Την παραπάνω απόφαση του να προβεί σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση την προκάλεσε ο 3ος κατηγορούμενος, ο οποίος, με περισσότερες πράξεις που στοιχειοθετούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση τον έπεισε με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις στην Αθήνα στις 15-4-2002 και στις 25-4-2002 να τελέσει ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Το ότι η αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου από τη θέση του Προέδρου του ως άνω πειθαρχικού οργάνου προς τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών υποβλήθηκε την 12-3-2002 φαίνεται στο αποτύπωμα της σφραγίδας του πρωτοκόλλου του Α.Π.Σ.Ι πάνω στο σώμα της δήλωσης παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου Χ3. Πέραν όμως αυτού προκύπτει και από το πόρισμα της ΕΔΕ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το γενικό πρωτόκολλο του ΠΙΣ, που τηρούσε ο 1ος κατηγορούμενος, δεν ήταν θεωρημένο και υπογεγραμμένο και έφερε διαγραφές με τη χρήση διορθωτικού υγρού και άρα δεν αποτελούσε δημόσιο έγγραφο, απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και αυτό διότι, όπως προεκτέθηκε, για τη συγκρότηση της έννοιας της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου ούτε η καθ' ολοκληρία συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το τηρούμενο από την 2α κατηγορουμένη βιβλίο δεν αποτελούσε βιβλίο πρωτοκόλλου και άρα δεν αποτελούσε δημόσιο έγγραφο, απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, διότι η τήρησή του δεν προβλέπονταν από το νόμο αλλά τηρείτο με πρωτοβουλία της υπαλλήλου ..., την οποία η 2α κατηγορουμένη αντικατέστησε προσωρινά, και τηρείτο προς υποβοήθηση της ιδίας και διευκόλυνση της υπηρεσίας και προορίζονταν για εσωτερική μόνο χρήση. Πρέπει δε να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός, διότι το τηρούμενο βιβλίο πρωτοκόλλου δεν είναι απαραίτητο να προβλέπεται ρητά από το νόμο, αρκεί να απαιτείται η τήρησή του από τη φύση της υπηρεσίας, να τηρείται δε από υπάλληλο που ενεργεί μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, ή και υπάλληλο μη αρμόδιο, στον οποίο όμως είναι εμπιστευμένο ή προσιτό, ως εκ της υπηρεσίας του, να προορίζεται για εξωτερική χρήση και να έχει αποδεικτική δύναμη έναντι πάντων. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, το βιβλίο πρωτοκόλλου του ΑΠΣΙ τηρείτο από την 2α κατηγορουμένη, η οποία ήταν υπάλληλος, αρμόδια, έστω και προσωρινά, για τη σύνταξή του, η δε τήρηση του ήταν απαραίτητη από τη φύση της υπηρεσίας (επρόκειτο για πειθαρχική διαδικασία που απαιτούσε κατάθεση αιτήσεων, τήρηση προθεσμιών κλπ.). Επίσης αυτό, βάσει του υπηρεσιακού του προορισμού, παρείχε δημόσια πίστη και προορίζονταν για εξωτερική χρήση, δεδομένου ότι μπορούσε να λάβει γνώση αυτού και τρίτος (εξάλλου για το λόγο αυτό έλαβε γνώση και ο μηνυτής Ψ) όπως και να αναφερθεί σε αυτό, η δε αναφορά αυτή είχε αποδεικτική ισχύ, εφόσον, αφ' ης στιγμής εξέρχονταν των λειτουργικών ορίων της αρμοδιότητος του συντάκτη υπαλλήλου, ο τελευταίος έχει απολέσει τη δικαιοδοσία διαμόρφωσης του περιεχομένου του εγγράφου και αυτό έχει λάβει την συμφώνως προς τον προορισμό του θέση. Στην κρίση ότι οι 3ος και 4ος κατηγορούμενοι ήταν οι ηθικοί αυτουργοί στην τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων το δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του: 1) το γεγονός ότι έννομο συμφέρον για να προφυλάξουν το κύρος του ΑΠΣΙ και τη νομιμότητα των ληφθεισών αποφάσεων είχαν ο 3ος κατηγορούμενος, ως πρόεδρος του ΑΠΣΙ και μετέχων παράνομα στις συνεδριάσεις του, όπως και ο 4ος κατηγορούμενος, ως πρόεδρος του ΠΙΣ. 2) το γεγονός ότι οι 1ος και 2η κατηγορούμενοι ήταν απλοί υπάλληλοι σε αντίθεση με τους 3° και 4°, που ήταν άνθρωποι με κύρος και εξουσία, 3) το γεγονός ότι οι 1ος και 2η κατηγορούμενοι δεν προέκυψε ότι είχαν κάποιο λόγο (όπως συμφέρον) για να προβούν από μόνοι τους στις ως άνω παράνομες πράξεις αν δεν υπήρχε πίεση και προτροπή από τους 3° και 4° των κατηγορουμένων, 4) το κατατιθέμενο με κατηγορηματικότητα από τον μηνυτή στο παρόν δικαστήριο, ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου ήταν μία μεθόδευση για να μην ακυρωθούν οι αποφάσεις και ότι δύο απλοί υπάλληλοι δεν θα έκαναν μόνοι τους τέτοιες παρεμβάσεις, ότι οι 1ος και 2η ενήργησαν κατόπιν εντολών και υποδείξεων των 3ου και 4ου καθώς και ότι οι 3ος και 4ος είχαν στενή συνεργασία. Επίσης, η γνώση του 4ου κατηγορουμένου για το ψευδές περιεχόμενο των ... και ... εγγράφων του ΠΙΣ, που απηύθυνε στον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας, στα οποία βεβαίωνε ότι δήθεν ο Χ3 υπέβαλε την παραίτηση του στις 30-12-2001 και ότι αυτή έγινε δεκτή από το ΔΣ της ΠΙΣ την 6-2-2002 κυρίως προκύπτει: α) Από το γεγονός ότι, όταν αυτός εξεταζόταν ενόρκως κατά τη διενέργεια της ΕΔΕ και του επισημάνθηκε ότι από το πρακτικό της συνεδρίασης του ΔΣ του ΠΙΣ της 8-3-2002 προκύπτει ότι η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου έγινε δεκτή την 8-3-2002 και όχι την 6-2-2002, όπως βεβαίωνε στο ως άνω έγγραφο του, δεν έδωσε κάποια πειστική απάντηση αλλά τελείως αόριστα απάντησε ότι προφανώς είχε σχηματίσει λανθασμένη εντύπωση πως το θέμα συζητήθηκε την 6-2-2002 (βλ. πόρισμα ΕΔΕ). 2) Από το γεγονός ότι, ενώ η αίτηση παραίτησης του 3ου κατηγορουμένου υποβλήθηκε στην πραγματικότητα την 12-3-2002, φαίνεται ότι έγινε αποδεκτή από το ΔΣ του ΠΙΣ την 8-3-2002 δηλαδή πριν την υποβολή της, που φανερώνει πανικό λόγω του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί από την ως άνω αίτηση του Ψ. 3) Από το γεγονός ότι η 30-12-2001, που ο 4ος κατηγορούμενος δηλώνει στα προαναφερόμενα έγγραφα ότι έγινε η παραίτηση του 3ου κατηγορουμένου ήταν ημέρα Κυριακή και άρα αργία, οπότε δεν θα μπορούσε να υποβληθεί αίτηση παραίτησης την ημέρα εκείνη. Κατά συνέπεια πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται, διότι προέκυψαν σε βάρος τους τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση αυτών, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των κατηγορουμένων. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο και συνεπώς πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ), γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός τους". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο με βάση τις ως άνω παραδοχές κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της νόθευσης εγγράφου και ψευδείς βεβαιώσεις παρ' υπαλλήλου (Χ2), της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση (Χ1) και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις (Χ3) και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της αναιρεσείουσας Χ2 (Χ1) και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο όλων των αναιρεσειόντων της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, επέβαλε σ' αυτούς συνολική ποινή: στην Χ2 τεσσάρων (4) μηνών, στον Χ3 πέντε (5) μηνών και στον Χ1 πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για τρία (3) έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στο αιτιολογικό ή σε συνδυασμό με το διατακτικό της που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ.1, 84 παρ. 1, 94, 98 και 242 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία α)ως προς τη νόθευση του εγγράφου από την αναιρεσείουσα Χ2, αναφέροντας ορθά ότι αυτή είχε την υπαλληλική ιδιότητα και ότι το βιβλίο πρωτοκόλλου του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (ΑΠΣΙ) το οποίο νόθευσε κατά τον ως άνω αναφερόμενο τρόπο ήταν δημόσιο έγγραφα, β) ως προς την τέλεση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης από τον αναιρεσείοντα Χ1 κατ' εξακολούθηση (στις 15-4-2002 και στις 25-4-2002), επιβάλλοντας σ' αυτόν για την πράξη μία ποινή (φυλάκιση 3 μηνών) χωρίς να υπερβεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, γ)ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας των Χ1 και Χ3 από κοινού στην πράξη της νόθευσης εγγράφου που τέλεσαν ξεχωριστά οι συγκατηγορούμενοι τους Χ4 και Χ2, δ) ως προς την ηθική αυτουργία του Χ3 στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση που τέλεσε ο συγκατηγορούμενος του Χ1, αναφέροντας πως οι κατηγορούμενοι ιατρός έπεισαν τους απλούς υπαλλήλους - δύο άλλους συγκατηγορούμενους (Χ4 και Χ2) και πως ο ιατρός Χ3 έπεισε τον συγκατηγορούμενό του ιατρό Χ1 να τελέσουν την αξιόποινη πράξη που τέλεσε καθένας αυτών ως φυσικός αυτουργός (νόθευση εγγράφου και ψευδή βεβαίωση). Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η απαξία μιας πράξης με την οποία μεταβάλλεται με πρόθεση η πραγματική χρονολογία της καταχώρισης μιας αίτησης σε ένα δημόσιο βιβλίο, με έννομες συνέπειες από αυτήν τη μεταβολή, όταν προέρχεται από επιστήμονες που έχουν κάποια θέση στο σχετικό με το επάγγελμα-λειτούργημα τους επιστημονικό σύλλογο ή στο πειθαρχικό όργανο αυτών, με επιρροή σε ευρύ κύκλο ανθρώπων, όπως ήταν κατά το κρίσιμο διάστημα και οι δύο αναιρεσείοντες ιατροί, οι οποίοι τέλεσαν τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, είναι μεγαλύτερη εκείνης, αν προέρχεται από τους συμμετόχους στην ίδια πράξη απλούς υπαλλήλους, πειθομένους στην εκτέλεση τους από τους πρώτους. Ακόμη πρέπει να επισημανθεί ότι με την υπ' αριθμ. ΑΠ Υ 7α/Γ.Π οικ. 10053/28-1-2002 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Προνοίας (Διεύθυνσης Επαγγελμάτων Υγείας) ανακλήθηκε η υπ' αριθμ. ... άδεια άσκησης επαγγέλματος του ιατρού Χ3 λόγω συνταξιοδότησης του από το ΤΣΑΥ. Η εν λόγω απόφαση όμως έχει διαπιστωτικό μόνο χαρακτήρα και ουδαμώς προσδίδει εξουσία στον συνταξιούχο από το ΤΣΑΥ από την 1-6-1999 ιατρό Χ3 να συμμετέχει πέραν του τριμήνου από της ημεροχρονολογίας της συνταξιοδότησης του στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ως να είναι εν ενεργεία ιατρός, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο ουσίας, το οποίο ορθά απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό του. Και ε)η αιτιολογία της απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας Χ2 περί πραγματικής της πλάνης, ανεξαρτήτως του ότι αυτή εμπεριέχεται στην παραδοχή της με πρόθεσή της τέλεσης της πράξης της νόθευσης δημοσίου εγγράφου, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (βλ. τέλος 38ης - αρχή 39ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης) και η περί του αντιθέτου αιτίαση της είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι των κρινομένων αιτήσεων (ο υπό στοιχ. Η' της αίτησης μόνο του Χ1), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της υπέρβασης εξουσίας [στους οποίους εμπίπτουν οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νόθευσης δημοσίου εγγράφου, β) της σύνταξης ψευδούς βεβαίωσης και γ) της συνδρομής της υπαλληλικής ιδιότητας στα πρόσωπα των κατηγορουμένων Χ4 και Χ2], πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες αυτοί, με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήττουν αυτήν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω του ότι έτσι πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ανώμοτης κατάθεσης που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ή της κατάθεσης του επί ενόρκου διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), αν έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο μετά την 4-6-1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ. Κ.Π.Δ που θεμελιώνει έτσι λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 2/1999 και Ολ. ΑΠ 1/2004). Η παραμονή όμως της έγγραφης εξέτασης του υπόπτου που έλαβε χώρα κατά το στάδιο της προανάκρισης (όχι αυτεπάγγελτης) ή στο πλαίσιο της διενεργηθείσης ένορκης διοικητικής εξέτασης στο φάκελο της δικογραφίας και όχι στο αρχείο της Εισαγγελίας (στην περίπτωση που έχει αποσταλεί και σ' αυτήν από την αρμόδια διοικητική αρχή που διενήργησε την ΕΔΕ), όπως πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠΔ, χωρίς αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι ο κατηγορούμενος δεν στερείται κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος, σχετικά με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων Χ1 πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι εντάχθηκε στον φάκελο της δικογραφίας της απόφασης αυτής η ένορκη εξέτασή του που έγινε στα πλαίσια της διενεργηθείσης ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ), είναι μη νόμιμος σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης ή της ένορκης ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη" που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997. Στην προκειμένη περίπτωση τόσο ο αναιρεσείων Χ1 με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης του όσο και ο αναιρεσείων Χ3 με το δεύτερο (άρ. 2.2) λόγο της κρινόμενης αίτησης του προβάλλουν αμφότεροι την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στήριξε την καταδικαστική, σε βάρος τους κρίση του και στην ένορκη κατάθεση του πρώτου αυτών κατά τη διενέργεια της προηγηθείσης της προκειμένης ποινικής δίκης ένορκης διοικητικής εξέτασης (ΕΔΕ) από τους τότε αρμόδιους επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, κατά τον ν. 2920/2001, η οποία περιλαμβάνεται στο σχετικό πόρισμα το οποίο συνέταξαν οι διενεργήσαντες την εν λόγω ένορκη διοικητική εξέταση. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού των δύο ως άνω αναιρεσειόντων. Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τους κατηγορουμένους κρίση του, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ και το από Απρίλιο 2004 πόρισμα της ΕΔΕ, μετά την ορθή απόρριψη του περί μη ανάγνωσής του αιτήματος των συνηγόρων των κατηγορουμένων (βλ. 17η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης). Δεν προκύπτει όμως από κάποιο στοιχείο του σκεπτικού ή του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έγινε επίκληση ή αξιολόγηση της αναφερόμενης στο εν λόγω πόρισμα ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης του μετέπειτα κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τους δύο αναιρεσείοντες κρίση του και στην εν λόγω κατάθεση. Η αναφορά και μόνο ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του το πιο πάνω πόρισμα, έχει την πρόδηλη έννοια ότι αξιολόγησε αποδεικτικά το πόρισμα αυτό και τις σ' αυτό αναφερόμενες επισημάνσεις για τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου (του δόλου) του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (βλ. σελ. 41 της προσβαλλόμενης απόφασης) και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συγκέντρωσαν και αξιολόγησαν οι συντάκτες του εν λόγω πορίσματος (μεταξύ των οποίων και η ένορκη κατάθεση του κατηγορουμένου Χ1), προκειμένου να διατυπώσουν το πόρισμα της ερεύνης τους. Διαφορετικά θα ήταν το ζήτημα, αν στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης γινόταν ειδική μνεία της κατάθεσης αυτής. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης του Χ1 και δεύτερος λόγος της αναίρεσης του Χ3 με τις πιο πάνω αιτιάσεις του (του τελευταίου επικαλουμένου προσθέτως ότι η ενοχή του ως ηθικού αυτουργού επηρεάζεται από την ενοχή του φυσικού αυτουργού της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, που δέχθηκε το Δικαστήριο για τον Χ1), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν όλοι οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 16 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις: 1) του Χ1, κατοίκου ..., 2) της Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4577/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Νόθευση εγγράφου. Ψευδής βεβαίωση παρ' υπαλλήλου. Ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές. Έννοια εγγράφου και υπαλλήλου. Ανάγνωση πορίσματος ΕΔΕ στην ποινική δίκη στη θέση ένορκης εξέτασης στο αρχείο της Εισαγγελίας. Λόγοι αναιρέσεων από καταδικασθέντες κατηγορουμένους για νόθευση εγγράφου [βιβλίου πρωτοκόλλου του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) και βιβλίου πρωτοκόλλου του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (ΑΠΣΙ)] για απόλυτη ακυρότητα (ανάγνωσης ένορκης εξέτασης στην ΕΔΕ του μετέπειτα κατηγορουμένου - πορίσματος ΕΔΕ), για έλλειψη αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για υπέρβαση εξουσίας ως προς επιμέτρηση της ποινής του καταδικασθέντος για έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτει αιτήσεις.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Ψευδής βεβαίωση.
0
Αριθμός 378/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της 2589/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορουμένη την Χ3, και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κέμο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Σεπτεμβρίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1572/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 25-9-2009 αιτήσεις του Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2589/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με ξεχωριστές δηλώσεις τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ). Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ, με την ποινή της παρ. 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλο ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως στην περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63 ΚΠΔ, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι δικαίωμα να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, έχει εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από το αξιόποινο αδίκημα και όχι κάθε άλλος στον οποίο αντανακλούν οι υλικές ή ηθικές συνέπειες του εγκλήματος, όπως είναι οι κληρονόμοι του καθού στρέφεται το έγκλημα, σε περίπτωση αποβιώσεως του. Ειδικότερα, στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα σε πολιτική δίκη παθών και επομένως άμεσα ζημιούμενος είναι ο διάδικος στην περιουσία του οποίου επέρχεται βλάβη από τη δικαστική απόφαση ή προκειμένου για υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας ως είναι εκτός άλλων, και η δημιουργουμένη με αίτηση κάποιου για την έκδοση κληρονομητηρίου (άρθρα 809 επ. Κ.Πολ.Δ) ο κυρίως παρεμβαίνων, σε βάρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε η ένορκη βεβαίωση κατά τη διαδικασία έκδοσης του κληρονομητηρίου υπέρ του προσκομίσαντος στο δικαστήριο την ένορκη αυτή βεβαίωση που αποδείχθηκε ψευδής εν όλω ή εν μέρει ως προς το περιεχόμενο της, αν το δικαστήριο μπορούσε να παραπλανηθεί από την επίκληση και προσαγωγή προς το σκοπό αυτό, από τον αντίδικό του ψευδών εν γένει αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη των ψευδών ισχυρισμών του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 744 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Κατά το άρθρο 759 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι στην εκουσία δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Ακόμη και οι περιορισμοί που ισχύουν κατά το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ δεν εφαρμόζονται ανελέγκτως στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΠ 131/2009 Δ' Πολ.Τμήμα). Επομένως στην περίπτωση που η ένορκη βεβαίωση προσκομισθεί κατά τη συζήτηση μιας υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν απαιτείται να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της σύνταξης και κατάθεσης της και εντεύθεν μπορεί να στοιχειοθετεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2589/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που παραδεκτώς διορθώθηκαν με την υπ' αριθμ. 8492/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την παράσταση του Ψ ως πολιτικώς ενάγοντος για το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα που είχε τελέσει ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Χ1, με την με αίτησή του σύνταξη της υπ' αριθμ. ... ένορκης βεβαίωσης του Χ2 και της Χ3 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την προσκόμισή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 31-5-2002 κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας για την έκδοση κληρονομητηρίου επ' ονόματί του (αναιρεσείοντος Χ1), με την ακόλουθη, κατά λέξη, αιτιολογία: "Ο Ψ ως πατέρας και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της εν ζωή συζύγου του 1ου κατηγορουμένου (Χ1), ΑΑ, είναι άμεσα βλαπτόμενος από τις υπό εκδίκαση αξιόποινες πράξεις που κατατείνουν στη θεμελίωση κληρονομικού συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπέρ του 1ου κατηγορουμένου, Χ1, και νομιμοποιείται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην προκείμενη δίκη. Επομένως, πρέπει το αίτημα αποβολής της πολιτικής αγωγής να απορριφθεί". Η ως άνω αιτιολογία μετά και τα αναφερόμενα ως προς την αξιολόγηση ως αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαίωσης στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, χωρίς την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Εντεύθεν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, που περιέχονται στον πρώτο λόγο των κρινόμενων αιτήσεων του Χ1 και του Χ2 με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω της παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και του Χ2 αυτού και της υπέρβασης εξουσίας επιδικάζοντας υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην περίπτωση του ως άνω αναφερόμενου εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση των ψευδών περιστατικών εκ μέρους του δράστη και στον πρόσθετο σκοπό του να παραπλανήσει το δικαστήριο, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό του, ανεξάρτητα του αν πράγματι επηρέασαν τα περιστατικά αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση τελικά το αποτέλεσμα (την κρίση) του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2589/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (για τους δύο αναιρεσείοντες και για την τρίτη συγκατηγορουμένη τους Χ3, μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη): "Ο 1ος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1 υπήρξε σύζυγος της κόρης του μηνυτή, ΑΑ, από 27-7-1992 και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά στις 12-8-1995, χωρίς να αποκτήσουν τέκνα. Επί αγωγής της δεύτερης και ανταγωγής του πρώτου εκδόθηκε η 7180/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους για λόγους που αφορούνε και τους δύο συζύγους. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 6715/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε από την εκκαλούσα ΑΑ αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν συζητήθηκε, επειδή αποβίωσε η αναιρεσείουσα στις 7-12-2001 και έτσι ο γάμος της με τον 1ο κατηγορούμενο λύθηκε λόγω του θανάτου της και όχι με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση, που δεν είχε ακόμη καταστεί αμετάκλητη. Στις 21-3-2002 ύστερα από σχετική αίτηση του 1ου κατηγορουμένου, ο 2ος κατηγορούμενος-εκκαλών Χ2 και η 3η κατηγορουμένη-εκκαλούσα Χ3 εμφανίστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και με την 5085/2002 ένορκη βεβαίωσή τους βεβαίωσαν ενόρκως τα ακόλουθα: "... Η ΑΑ σύζυγος Χ1 ... την ημέρα που πέθανε άφησε πιο κοντινούς συγγενείς και στη ζωή ευρισκόμενους 1) τον νόμιμο από α' γάμο σύζυγό της Χ1 με τον οποίο έζησε μέχρι την ημέρα που πέθανε χωρίς να λυθεί ο γάμος τους με διαζύγιο ... 2) Τον αμφιθαλή αδελφό του ΓΓ ... τον πατέρα της Ψ και τη μητέρα της ΒΒ συζ. Ψ ..." Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση έγινε ενώπιον Δικαστικής Αρχής (Ειρηνοδίκη), αρμόδιας για τη λήψη τέτοιων ενόρκων βεβαιώσεων κατά το άρθρο 1 του ν. 1540/1944 και προορίστηκε για να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιήθηκε από τον 1° κατηγορούμενο ενώπιον διοικητικών αρχών και δικαστικών αρχών, οι οποίες μπορούσαν να τη λάβουν υπόψη ως παραδεκτό αποδεικτικό μέσο (και χωρίς προγενέστερη κλήτευση του αντιδίκου λόγω της φύσης της τηρητέας διαδικασίας) κατά τη διοικητική πιστοποίηση έννομης σχέσης και κατά την απόφανση επί συγκεκριμένης διαφοράς, αντίστοιχα (βλ. σχετικά Μαργαρίτη σε Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα άρθρο 224 σελ. 559 επ. αρ. 19-24 με παραπομπές σε νομολογία, ΑΠ 1695/98 ΠΧρ. ΜΘ σελ. 942, ΑΠ 256/97 ΠΧρ. ΛΖ σελ. 412, ΑΠ 265/83 ΠΧρ. ΛΓ σελ. 740, 81/89 ΠΧρ. ΛΘ σελ. 775 και Λ. Μαργαρίτη ΠΧρ. ΛΓ σελ. 991). Ειδικότερα η ένορκη βεβαίωση αυτή προορίστηκε να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιήθηκε (αυθημερόν) ενώπιον της Δημοτικής Αρχής ... για την έκδοση του από 21-3-2002 πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης, που αναγνώστηκε και αξιοποιήθηκε για τη διεκδίκηση συνταξιοδοτικών και κληρονομικών δικαιωμάτων του 1ου κατηγορουμένου. Επίσης αυτή προορίστηκε να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιήθηκε από τον 1° κατηγορούμενο: α) Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 31-5-2002, κατά την οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η αναγνωσθείσα 4905/2002 απόφαση, που απέρριψε την κύρια παρέμβαση του 1ου κατηγορουμένου και δέχτηκε την αίτηση των αντιδίκων του, Ψ, ΒΒ συζ. Ψ και ΓΓ, διατάζοντας την έκδοση κληρονομητηρίου υπέρ των τελευταίων ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ΑΑ. β) Ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών αρχών, στις οποίες ο 1ος κατηγορούμενος απευθύνθηκε, για να κανονιστεί και να του χορηγηθεί ως επιζώντα χήρο σύζυγο σύνταξη από το Ελληνικό Δημόσιο και το εφάπαξ βοήθημα από το ασφαλιστικό ταμείο (Τ.Π.Δ.Υ.) της συζύγου του, τακτικής υπαλλήλου με βαθμό Α' του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. την 1176/2003 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων που αναγνώστηκε, με την οποία ακυρώθηκε η ... πράξη της 42ης Δ/νσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και επιστράφηκε ο συνταξιοδοτικός φάκελος του 1ου κατηγορουμένου για επανάκριση στην ίδια Δ/νση, η οποία εξέδωσε την ... εκτελεστική πράξη συνταξιοδότησης αυτού, καθώς και την 1055/2006 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που επίσης αναγνώστηκε, με την οποία ακυρώθηκε η προαναφερόμενη 1176/2003 απόφαση με το σκεπτικό ότι ο 1ος κατηγορούμενος, λόγω της υπερεξαετούς διάστασης και της δικαστικής αντιδικίας του με τη θανούσα σύζυγό του για έκδοση διαζυγίου, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως επιζών χήρος σύζυγος - μέλος της οικογένειας της θανούσας και δικαιούχος συνταξιοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 5 του π. δ. 166/2000. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι η περικοπή της επίδικης ένορκης βεβαίωσης ότι ο 1ος κατηγορούμενος συζούσε με τη σύζυγό του μέχρι την ημέρα που αυτή πέθανε είναι ψευδής και η αλήθεια είναι ότι αυτός από τις 12-8-1995 και εφεξής ήταν σε διάσταση με τη θανούσα σύζυγό του και διέμενε στην οικία των γονέων του, γεγονός το οποίο με βεβαιότητα γνώριζαν οι 2ος και 3η των κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν στενή φιλική σχέση και συχνές επαφές με τον 1° κατηγορούμενο. Άλλωστε και οι ίδιοι δεν επικαλούνται άγνοια της πραγματικής αυτής κατάστασης, αλλά άγνοια από αμέλεια του επίμαχου εντύπου κειμένου της ένορκης βεβαίωσης, ισχυρισμός που δεν συμπορεύεται με τη ρητή διαβεβαίωση που υπάρχει στο τέλος του σχετικού κειμένου ελάχιστα πάνω από το σημείο των υπογραφών τους, ότι η βεβαίωση διαβάστηκε, επιβεβαιώθηκε και υπογράφεται. Σημειώνεται δε ότι το ψευδές αυτό γεγονός ήταν ιδιαίτερα ουσιώδες για την κατά μεταβίβαση χορήγηση σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο στον 1° κατηγορούμενο σαν χήρο σύζυγο και προστατευόμενο μέλος της οικογένειας θανόντος σε υπηρεσία δημοσίου υπαλλήλου κατά την έννοια του νόμου. Επίσης αποδείχτηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, για να εμφανιστεί ενώπιον των αρμοδίων οργάνων που θα έκριναν το ζήτημα της συνταξιοδότησής του σαν δήθεν ενεργού μέλους της οικογένειας της θανούσας συζύγου του που συμβίωνε μ' αυτή μέχρι τον θάνατό της, με πρόθεση προκάλεσε με προτροπές και παραινέσεις στους συγκατηγορουμένους του την απόφαση να βεβαιώσουν το προαναφερόμενο ψευδές γεγονός, παρότι ως φίλοι του είχαν άμεση και διαπιστωμένη γνώση της πραγματικής κατάστασης. Αντίθετα, η περικοπή της ένορκης βεβαίωσης ότι ο γάμος του 1ου κατηγορουμένου με τη σύζυγό του ΑΑ δεν είχε λυθεί με διαζύγιο δεν είναι ψευδής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση διαζυγίου δεν είχε καταστεί αμετάκλητη κατά τον χρόνο που η τελευταία αποβίωσε και η λύση του γάμου δεν επήλθε με διαζύγιο αλλά λόγω του θανάτου της. Επομένως και ανεξάρτητα αν οι κατηγορούμενοι είχαν ή όχι γνώση των νομίμων προϋποθέσεων λύσης του γάμου με δικαστική απόφαση κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, δεν στοιχειοθετείται ως προς αυτό το σκέλος της αντικειμενικά η κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Για το άλλο σκέλος της, όμως, η κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρα στοιχειοθετείται κατά το αντικειμενικό και υποκειμενικό σκέλος της. Κατόπιν αυτών, πρέπει ο 2ος και η 3η των κατηγορουμένων-εκκαλούντων να κηρυχθούν ένοχοι ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε 1ος κατηγορούμενος - εκκαλών να κηρυχθεί ένοχος ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα των συγκατηγορουμένων του, ως προς το σκέλος της κατηγορίας που αναφέρεται στη δήθεν συμβίωση του 1ου κατηγορουμένου και της συζύγου του μέχρι τον θάνατό της, ενώ πρέπει αυτοί να κηρυχθούν αθώοι ως προς το σκέλος της κατηγορίας που αναφέρεται στη μη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, αφού αποδείχτηκε ότι αυτοί μέχρι τον χρόνο τέλεσης των πράξεων τους έζησαν έντιμη ατομική και κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τον μεν πρώτο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων το δε δεύτερο για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών στον πρώτο συνολικά, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία έτη, και πέντε (5) μηνών στο δεύτερο αναιρεσείοντα και ακόμη επιδίκασε υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος χρηματική ικανοποίηση εκ 30 ευρώ από κάθε αναιρεσείοντα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 ν παρ. 1, 46 παρ. 1α. 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την χωρίς ... κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις δύο ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (ΒΒ συζύγου Ψ και ΔΔ). Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) που χρησιμοποιήθηκε η κρίσιμη υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του Χ2 (και της Χ3) με την ιδιαίτερη επισήμανση της χρήσης της σύννομα στις 31-5-2002 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, β) ποία ήταν τα ψευδή περιστατικά και πως το γνώριζαν αυτοί οι ψευδώς ορκισθέντες γι' αυτό μάρτυρες, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων Χ2, γ) η κρισιμότητα των περιστατικών ως προς την έκδοση κληρονομητηρίου υπέρ του αναιρεσείοντος Χ1, ανεξάρτητα ότι τελικά αυτό δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, όχι από ενέργειες των αναιρεσειόντων, αλλά του πολιτικώς ενάγοντος, κυρίως παρεμβάντος στην σχετική πολιτική δίκη, και δ) ο τρίτος και τα μέσα με τα οποία έπεισε ο πρώτος αναιρεσείων το δεύτερο να ψευδομαρτυρήσει, αναφέροντας έτσι με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που τέλεσε καθένας των αναιρεσειόντων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των δύο κρινομένων, με το ίδιο περιεχόμενο κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, αιτήσεων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους, να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 και 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 25 Σεπτεμβρίου 2009 αιτήσεις: 1) του Χ1 και 2) του Χ2, κατοίκων αμφοτέρων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2589/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρα με ένορκη βεβαίωση που χρησιμοποιήθηκε στο πολιτικό Δικαστήριο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (έκδοση κληρονομητηρίου). Δεν απαιτεί-ται η κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που ζήτησε τη σύνταξη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, όπως απαιτείται για τις λοιπές διαδικασίες (άρθρο 270 § 2 περ. β΄ ΚΠΔ). Ποιος έχει δικαίωμα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη. Λόγοι αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Α΄, Δ΄, Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ. Απόρριψη αυτών ως αβασίμων και των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης καταδικασθέντων συγκατηγορουμένων (φυσικού και ηθικού αυτουργού) στο σύνολό τους.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
1
Αριθμός 375/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 3327/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.1.2009 αίτησή τους αναιρέσεως και στο από 25.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 458/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτοί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 26-1-2009 κοινή αίτηση των: 1) Χ2, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3327/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με δήλωσή τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπική δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί με αυτήν θα συνεξετασθούν και οι από 29 Οκτωβρίου 2009 πρόσθετοι λόγοι, που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. ΚΠΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκαν οι δυο αναιρεσείοντες, κατ' έφεση, σε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 250.000 ευρώ έκαστος, για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς και διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών, καθώς και της οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας της τέλεσης των παραπάνω πράξεων και της απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, που τελέσθηκαν από άτομα που ενεργούν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις από τις οποίες μαρτυρείται ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Ως λόγους αναίρεσης επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με το κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησής τους: 1) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση, 2) την παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ειδικότερα την απαγγελία της απόφασης κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς μάλιστα την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών γι' αυτήν την παράβαση και 3) την υπέρβαση εξουσίας του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθιστώντας τη θέση τους ως εκκαλούντων χειρότερη απ' αυτήν που είχαν με την απόφαση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συγκεκριμένα τους επιβλήθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ποινή της ισόβιας κάθειρξης αντί της κάθειρξης των 20 ετών, που είχε επιβληθεί στον καθένα, εκτός της χρηματικής ποινής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (λόγοι προβλεπόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ', β' και η', αντίστοιχα, του ΚΠΔ). Επίσης, με τους πρόσθετους λόγους επί της αίτησης αναίρεσής τους, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ως λόγους αναίρεσης κατ' επανάληψη των προαναφερθέντων τριών (3) λόγων της ή το πρώτον προσβαλλόμενοι: 1) την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, 2) την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης - στέρηση της προσβαλλόμενης από νόμιμη βάση (ως προς το έγκλημα της διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών), 3) την απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε), 4) την υπέρβαση εξουσίας (με την επιβολή ποινής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για πράξη που είχαν αθωωθεί από το πρωτοβάθμιο, κατά παράβαση του άρθρου 470 εδ. α ΚΠΔ), 5) την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ2, περί της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς ατόμου κατά τον χρόνο που τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν εγκληματικές πράξεις-παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, και 6) την αναιτιολόγητη παραδοχή, ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους οι επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσης των πράξεων-παραβάσεων του ν. περί ναρκωτικών (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και όντας ιδιαίτερα επικίνδυνα άτομα). Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α, β και γ του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά ν. 3459/2006), όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και ίσχυε κατά τους κατωτέρω χρόνους τέλεσης των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προβλεπόμενες σ' αυτές ποινές κάθειρξης και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει ή διαμετακομίζει ναρκωτικές ουσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη, (άρθρο 4 παρ. 1, 3 πιν. Β αρ. 3 του ως άνω νόμου) ή οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει ή εποπτεύει με οποιονδήποτε τρόπο την τέλεση κάποιας από τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις (περ. α έως ιβ του άρθρου αυτού) ή δίνει σχετικές οδηγίες ή εντολές, κατά δε το άρθρο 8 του ίδιου ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ανωτέρω Κώδικα - ν. 3459/2006), όπως ίσχυε κατά τους ενδιαφέροντες κατωτέρω χρόνους, με τις σ' αυτό (βαρύτερες) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του και ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξης, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Ακόμη, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της αγοράς ναρκωτικής ουσίας από δράστη που είναι τοξικομανής ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επίσης, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, οι συνεδριάσεις κάθε Δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά δε το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της απόφασης γίνεται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Η παράβαση των παραπάνω διατάξεων ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Τέλος, και αναφορικά με το έγκλημα της διαμετακόμισης ναρκωτικών και αυτό της τέλεσης οιασδήποτε εγκληματικής πράξης ημεδαπού στην αλλοδαπή, σε σχέση με παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, σημειώνονται, επιπλέον των ανωτέρω, και τα ακόλουθα: Για την παράνομη εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων, που είναι διεθνές έγκλημα, εφαρμόζονται οι Ελληνικοί ποινικοί νόμοι, κατά των ημεδαπών και αλλοδαπών, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. θ' του ΠΚ, ανεξάρτητα με το τι προβλέπεται γι' αυτήν από τους νόμους του τόπου τέλεσής της στην αλλοδαπή. Έτσι, και η παράνομη εμπορία ναρκωτικών φαρμάκων από ημεδαπούς στην αλλοδαπή, κολάζεται από τους Ελληνικούς ποινικούς νόμους και αν ακόμη η πράξη αυτή δεν τιμωρείται στην χώρα που τελέσθηκε. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύουν οι περιορισμοί των άρθρων 6 και 9 παρ. 1 του ΠΚ, που καθιερώνουν το ακαταδίωκτο των εγκλημάτων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή, αφού, από το δεύτερο των ως άνω άρθρων στην παρ. 2 αυτού, ρητώς εξαιρεί της εφαρμογής του όλες γενικώς τις πράξεις του άρθρου 8. Κατά την έννοια δε της ουσιαστικού ποινικού δικαίου γιάταξης του άρθρου 8 περ. θ του ΠΚ, θεωρείται κάθε πράξη, με την οποία πραγματοποιείται ή διευκολύνεται η κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών από άτομο σε άτομο,για οποιαδήποτε αιτία, ακόμη και η κατοχή, όχι για αποκλειστική χρήση του δράστη (Ολ. ΑΠ 1200/76 ΠΧ ΚΖ/447). Τέτοιες πράξεις είναι και αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 5 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του ν. 3459/2006), ανάμεσα στις οποίες στο εδάφιο α' περιλαμβάνεται και η διαμετακόμιση ναρκωτικών ουσιών, όπως είναι και η κοκαΐνη (άρθρο 4 παρ. 3 πιν. Β αριθ. 3 του ν. 1729/1987), εφόσον η διαμετακομιζόμενη ποσότητα προορίζεται για μεταπώληση με κέρδος ή και για διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο σε τρίτους. Από τον συνδυασμό των προμνημονευομένων διατάξεων (του ν. περί ναρκωτικών και του άρθρου 8 του ΠΚ) συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι το έγκλημα της διαμετακομίσεως ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή της μετακινήσεως αυτών με οποιοδήποτε μέσον και από τόπο σε τόπο, είναι: α) διεθνές έγκλημα, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, εφόσον δηλαδή η διαμετακίνηση γίνεται για τους παραπάνω λόγους, β) πραγματώνεται και όταν στη διαμετακίνηση μεταξύ των χωρών δεν παρεμβάλλεται η Ελληνική Επικράτεια (για την περίπτωση αυτήν υπάρχει, άλλωστε, η ρητή ρύθμιση της εισαγωγής στην επικράτεια ή της εξαγωγής από αυτή) και γ) διώκεται και τιμωρείται, ανεξάρτητα με το αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους των χωρών, μέσω των οποίων έγινε η διαμετακόμιση. Δηλονότι, η διαμετακόμιση τιμωρείται στην Ελλάδα και αν ακόμη δεν βεβαιώνεται ότι τα ναρκωτικά δεν διήλθαν δια της Ελληνικής Επικράτειας ή δεν κατέληξαν σ' αυτήν από οποιονδήποτε λόγο, χωρίς τη θέληση των δραστών (ως αποκάλυψή τους καθ' οδόν - βλ. την ΑΠ 2234/2007, που έκρινε όμοια για την ίδια υπόθεση). Περαιτέρω, από το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως αποδεικτικό μέσον, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διάφορο εκείνου των εγγράφων, να διαλαμβάνει στο σκεπτικό του ότι λήφθηκε υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην πραγματογνωμοσύνη για τη διαπίστωση της τοξικομανίας ενός κατηγορουμένου. Το δικαστήριο, όμως, μπορεί να μην κρίνει τοξικομανή τον κατηγορούμενο, παρόλο που ο πραγματογνώμονας γνωμοδοτεί για το αντίθετο, αν αιτιολογεί την αντίθετη κρίση του ειδικώς, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε τις εφέσεις των δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων εκ νέου, μετά παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό με την υπ' αριθ. 2234/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναιρώντας την προηγούμενη υπ' αριθ. 2327/2006 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στο σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 3327/2008 απόφασής του αποδεικτικών μέσων (την ενώπιόν του εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων, των αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των αναγνωσθέντων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, των απολογιών των κατηγορουμένων και της όλης γενικώς αποδεικτικής διαδικασίας), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά το καταδικαστικό μέρος της απόφασης ως προς το οποίο ασκήθηκε η κρινόμενη κοινή αίτηση αναίρεσής της): "Ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην ..., όπου έζησε για αρκετά χρόνια. Αργότερα διεσπάσθη η έγγαμη συμβίωση των γονέων το και η μητέρα του εγκατεστάθη στην ..., ενώ ο πατέρας του εξηκολούθησε να είναι εγκατεστημένος στην ... Ο κατηγορούμενος ήλθε και αυτός στην Ελλάδα, πλην όμως ταξίδευε συχνά στην ..., για να έρχεται σε επαφή και με τον πατέρα του. Ήτο άνθρωπος ο οποίος επεδίωκε το εύκολο και παράνομο κέρδος και στα άνομα σχέδιά του εμύησε και τον φίλο του, δεύτερο κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος ήτο επιχειρηματίας και ησχολείτο και με εισαγωγές εμπορευμάτων από το εξωτερικό. Έτσι, από κοινού οι κατηγορούμενοι απεφάσισαν, οργάνωσαν και εχρησιμοποίησαν την αγορά ναρκωτικών ουσιών στην αλλοδαπή, προκειμένου να τις εισαγάγουν στην Ελλάδα. Ειδικότερα, απεδείχθη, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του είχαν κατηγορηθεί, ότι είχαν μετάσχει σε κλοπή αρχαίων αντικειμένων από το μουσείο της ..., είχε εκδοθεί δε εναντίον εκείνου και ένταλμα συλλήψεως. Έτσι, προκειμένου ο πρώτος κατηγορούμενος να αποφύγει την σύλληψή του, διέφυγε στο εξωτερικό και μετέβη στην ..., όπου ευρίσκετο ο πατέρας του. Εκεί ο κατηγορούμενος, ολίγον χρόνον προ της 15ης Ιανουαρίου 2001 αγόρασε για λογαριασμό του ίδιου και του συγκατηγορουμένου του 25 κιλά κοκαΐνης αντί αγνώστου τιμήματος, με σκοπό την εμπορία, ήτοι προκειομένου να την εισαγάγουν και να την πωλήσουν στην Ελλάδα. Για να επιτύΧουν την εισαγωγή της κοκαΐνης στην Ελλάδα χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τις διωκτικές αρχές, απεφάσισαν να εισαγάγουν από την ... και 2 κοντέινερς με ασφαλτόπανα επ' ονόματι της επιχειρήσεως του δευτέρου κατηγορουμένου, μέσα δε στα κοντέινερς και σε ειδικές κρύπτες θα ήτο κρυμμένη η ναρκωτική ουσία. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος, αφού αγόρασε τα ανωτέρω και ερύθμισε την εξαγωγή των από την ..., εφοδιάσθηκε με πλαστό Ελληνικό διαβατήριο και άδεια οδηγήσεως, στα οποία ανεγράφετο το όνομα Χ1-Α και είχαν επικολληθεί και φωτογραφίες του και με την χρήση του διαβατηρίου αυτού επανήλθε στην Ελλάδα, εμφανιζόμενος με τα στοιχεία αυτά, αλλά και ως Χ1-Β. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι απευθύνθηκαν στην εταιρεία "Αργώ Γκρουπάζ" και ερώτησαν εάν ήτο δυνατή η μεταφορά των κοντέινερς στην Ελλάδα απ' ευθείας από την ..., όταν δε έλαβαν αρνητική απάντηση, εμεθόδευσαν την μεταφορά των μέσω ... και ... Καίτοι ο δεύτερος κατηγορούμενος διέθετε αποθηκευτικούς χώρους στην επιχείρησή του, εν τούτοις, για λόγους προφυλάξεως, οι κατηγορούμενοι εμφανίσθηκαν στον μάρτυρα ΑΑ και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος με το όνομα Χ1-Β και εμίσθωσαν από αυτόν αποθήκη κειμένη στο 45ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού ...-..., στην περιοχή του ..., προκειμένου να αποθθέσουν τα κοντέινερς με το περιεχόμενό των. Είναι χαρακτηριστικόν, ότι ο ανωτέρω μάρτυς, ενώ στην δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά, κατέθεσε, ότι εμφανίσθηκαν σε αυτόν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι για την μίσθωση της αποθήκης, ειπών, μεταξύ των άλλων, ότι "τώρα είμαι βεβαιότατος ότι ο 2ος κατηγορούμενος (δηλαδή ο Χ1) ήρθε μαζί με τον 1ο (δηλαδή τον Χ2) για την μίσθωση", εν τούτοις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προφανώς φοβισμένος, κατέθεσεν ότι "Ήρθε και νοίκιασε την αποθήκη κάποιος Χ1-Β. Δεν θυμάμαι αν ήρθαν δύο ή ένας ...", για τον λόγο δε αυτόν διετάχθη και η σύλληψή του, αφέθη δε ελεύθερος μετά από την εκδίκαση της υποθέσεως, αφού διεσκευάσθησαν οι εντυπώσεις. Έτσι, τα 2 κοντέινερς, με φερομένη ως αποστολέα την εταιρεία "Coberturas Astaltikae Venezolanas C.A. ...", μετεφέρθησαν από την ...με πλοίο και την 15ην Ιανουαρίου 2001 εκφορτώθηκαν στο λιμάνι του ..., όπου οι τελωνειακές αρχές επενέβησαν αμέσως, ήλεγξαν το περιεχόμενό των με τα ασφαλτόπανα και εντός των κοντέινερς ανεκάλυψαν την αναφερομένη στην αρχή ποσότητα των 25 κιλών κοκαΐνης. Σύμφωνα με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ολόκληρη η ποσότητα της κοκαΐνης ήτο συσκευασμένη σε 45 δέματα, τα οποία ήσαν επιμελώς κρυμμένα εντός των δοκαριών της οροφής των κοντέινερς. Τα δέματα αυτά ήσαν αριθμημένα με τους αριθμούς 1Α, 1Β, 2Α, 2Β κλπ, ενώ τρία δέματα είχαν αριθμηθεί με τα στοιχεία 5Α, 5Β, 5C και κατεσχέθησαν αμέσως από τις Ολλανδικές Αρχές. Ακολούθως, οι Ολλανδοί τελωνειακοί υπάλληλοι αντικατέστησαν τα κατασχεθέντα θέματα με άλλα του ιδίου όγκου, τα οποία περιείχαν "παλαιά και άχρηστα χαρτιά" και αφού ενημέρωσαν τις Κυπριακές Αστυνομικές Αρχές, προκειμένου να ερευνήσουν για τους παραλήπτες της κοκαΐνης, προώθησαν, σύμφωνα με τον φερόμενο ως προσωρινό προορισμό των, τα κοντέινερς, με τα περιεχόμενα σε αυτά ασφαλτόπανα, με πλοίο για την ..., όπου ως προσωρινός παραλήπτης των εφέρετο η εταιρεία με την επωνυμία "BARDENGO investments ltd". Όπως κατέθεσε ο μάρτυς και υπάλληλος του πρώην ΣΔΟΕ ΒΒ, η ανωτέρω κυπριακή εταιρεία, κατά τις Αρχές της Κύπρου, ήτο "εικονική" και δεν είχε δραστηριότητα, ενώ, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 28 Φεβρουαρίο 2003 έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου κλπ της Κύπρου, "... η πιο πάνω εταιρεία διαγράφτηκε στις 17.5.2002 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο". Σύμφωνα με το από 23.2.2001 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του Αρχηγείου Αστυνομίας της Λευκωσίας, τα αναφερθέντα εμπορευματοκιβώτια (κοντέινερς) με τα ασφαλτόπανα έφθασαν στο λιμάνι της ... την 16η Φεβρουαρίου 2001 και επειδή εχαρακτηρίσθησαν "in transit", δηλαδή επρόκειτο να διαμετακομισθούν περαιτέρω προς ..., με το πλοίο R... "Ι...", την 24η Φεβρουαρίου 2001 και ώρα 15.00, με παραλήπτη την εταιρεία του δευτέρου κατηγορουμένου, ετέθησαν υπό παρακολούθηση από τις Αστυνομικές Αρχές της Κύπρου, οι οποίες ενημέρωσαν και τις Ελληνικές Αστυνομικές Αρχές, κατόπιν αιτήματος των οποίων, με το από 28.2.2001 έγγραφο του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών επετράπη η ελεγχόμενη μεταφορά των 2 εμπορευματοκιβωτίων. Τα εμπορευματοκιβώτια αφίχθησαν με το ανωτέρω πλοίο στο Α' Τελωνείο ..., την 26η Φεβρουαρίου 2001, και εκτελωνίσθηκαν την 28η του ιδίου μηνός, με φροντίδα του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος προσεκόμισε τα σχετικά έγγραφα και κατέβαλε με επιταγή ύψους 2.150.000 δρχ. τα σχετικά έξοδα στον εκτελωνιστή ΓΓ. Την ιδίαν ημέρα, τα εμπορευματοκιβώτια με τα ασφαλτόπανα μετεφέρθησαν στην ως άνω μισθωθείσα αποθήκη του μάρτυρος ΑΑ, όπου εμφανίσθηκε για την παραλαβή των ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος συνελήφθη από τους αστυνομικούς, στους οποίους εδήλωσε, ότι ονομάζεται Χ1-Α και επέδειξε το πλαστό διαβατήριο. Ακολούθησε σωματική έρευνα στον πρώτο κατηγορούμενο και ευρέθη να κατέχει σημείωμα, στο οποίο υπήρχε σχεδιάγραμμα των εμπορευματοκιβωτίων, όπου εσημειώνοντο οι θέσεις στις οποίες είχαν τοποθετηθεί τα δέματα της κοκαΐνης, τα οποία ήσαν σχεδιασμένα στοίδιο σημείωμα και έφεραν την ως άνω αρίθμηση, την οποία έφεραν και τα κατασχεθέντα από τις Ολλανδικές Αρχές, δέματα κοκαΐνης (1Α, 1Β, 2Α, 2Β κλπ). Στο ίδιο σημείωμα είχαν αναγραφεί ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ημερομηνίες παραλαβής κλπ. Μετά ταύτα, οι αστυνομικοί μετέβησαν στην επιχείρηση του δευτέρου κατηγορουμένου, αυτός δε, σύμφωνα με την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρος και υπαλλήλου του ΣΔΟΕ ΒΒ, "είπε ότι δεν περίμενε κοντέινερ, αλλά θα τα έπαιρνε ο πρώτος. Μας είπε ότι στο 45ο χλμ είχε αποθήκη ο 1ος και εκεί θα πήγαιναν τα κοντέινερς ... Ενόψει όλων αυτών ... Πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη βάση, σύμφωνα με την εκτεθείσα στην αρχή σκέψη, ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαμετακομίσεως ναρκωτικής ουσίας, επειδή κατά την διαδρομή ...-... η ναρκωτική ουσία δεν διήλθεν από την Ελλάδα, ως και ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ο αναφερόμενος στην οργάνωση, χρηματοδότηση κλπ των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων της αγοράς και διαμετακομίσεως της ναρκωτικής ουσίας, ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την παράβαση του νόμο περί ναρκωτικών και ειδικότερα για την αγορά και για την διαμετακόμιση των 25 κιλών κοκαΐνης από την ... στην ..., ως και για την οργάνωση, χρηματοδότηση κλπ των εν λόγω πράξεων, απορριπτομένου κατά πλειοψηφίαν του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου κατηγορουμένου, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων ήτο τοξικομανής, εν όψει της συνολικής εγκληματικής δραστηριότητός του και του τρόπου διαβιώσεώς του, αλλά και της εμφανίσεως και παραστάσεώς του στο Δικαστήριο, από τα οποία προκύπτει ότι πρόκειται για άτομο, το οποίο ουδέποτε απέκτησε την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα σε τέτοιον βαθμόν, ώστε να μη δύναται να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου και ειδικότερα ο Πρόεδρος αυτού είχε την γνώμη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ως τοξικομανής, σύμφωνα με τις από 29.3.2001 και 31.5.2001 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης των ιατροδικαστών ... και ..., αντιστοίχως. Επειδή πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός αμφοτέρων των κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά από τις πράξεις των, καθόσον, από του χρόνου τελέσεως των ως άνω πράξεων, κρατούνται στην φυλακή, όπου είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται στους ισχύοντες στην φυλακή πειθαρχικούς κανόνες. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον, όπως προκύπτει από το ποινικό μητρώο, αυτός έχει καταδικασθεί πολλές φορές σε ποινές φυλακίσεως πολλών μηνών για διάφορες εγκληματικές πράξεις". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, ως προς την τέλεση από τους δύο (2) αναιρεσείοντες - συγκατηγορουμένους των πράξεων της αγοράς και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, της οργάνωσης - χρηματοδότησης - κατεύθυνσης και εποπτείας για την τέλεση των ως άνω δύο πράξεων και της απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, με την επιβαρυντική περίπτωση της τέλεσης αυτών (από δράστες που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι) και τη μη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2Ε ΠΚ (για αμφοτέρους), του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ για τον δεύτερο αναιρεσείοντα και του αυτοτελούς ισχυρισμού περί τοξικομανίας (για τον πρώτο είναι αναιρεσείοντα), κήρυξε αυτούς ενόχους για τις ως άνω πράξεις και επέβαλε σε καθένα αυτών την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 250.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφασή του σε δημόσια συνεδρίασή του, όπως προκύπτει από τα μη προσβαλλόμενα ως πλαστά από τους αναιρεσείοντες πρακτικά συνεδρίασης αυτού (βλ. σελ. 34 αυτών), και επέβαλε την ως άνω ποινή, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε επιβάλλει, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1244/2007 απόφασή του, ωσαύτως την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και την χρηματική ποινή των 294.000 ευρώ [βλ. 39-40 σελίδες της απόφασης αυτής του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών], διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που ορθώς εφήρμοσε (άρθρα 13 στοιχ. στ και ζ, 45 και 94 του ΠΚ, άρθρα 4 παρ. 1 και 3 πιν. β αρ. 3, 5 παρ. 1 περ. α, β και ιγ και παρ. 2 και άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως τα άρθρα 5 και 8 αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 10 και 13 του ν. 2161/1993) και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, ούτε δε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παραβιάσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, με προσθήκη του με το άρθρο 10 του ν. 3727/2008 άρθρου 23Α, στον Κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά (ν. 3459/2006) δεν επήλθε ευνοϊκή νομοθετική μεταβολή ως προς την ποινική μεταχείριση των δραστών παραβατών των άρθρων 20 και 23 του ίδιου νόμου, ορίζοντας ως ελάχιστο ποινής, εκτός της χρηματικής ποινής, κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και όχι ως ανώτατο όριο, ως εσφαλμένα ισχυρίζονται με τον ενδέκατο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησής τους οι αναιρεσείοντες, και γι' αυτό ο λόγος αυτός, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας την κατ' αυτούς επιεικέστερη ως άνω διάταξη του άρθρου 23Α του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος (ως ερειδόμενης σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι της ευνοϊκότερης νομοθετικής ρύθμισης για τους παραβάτες των άρθρων 20 και 23 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά). Ειδικότερα, αιτιολογεί επαρκώς η προσβαλλόμενη απόφαση την παραδοχή της ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν από κοινού (κατά συναυτουργία ενεργώντας) τις πράξεις, για τις οποίες κατηγορήθηκαν, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνοι, όταν δέχεται ότι, από την επανειλημμένη τέλεση από κοινού των πράξεων της αγοράς, διαμετακόμισης, οργάνωσης και απόπειρας διαμετακόμισης 25 κιλών κοκαΐνης και υποδομή που είχαν διαμορφώσει, δια των διασυνδέσεών του με εμπόρους κοκαΐνης στην ..., τη μεθόδευση που χρησιμοποίησαν περί δήθεν εισαγωγής εμπορευμάτων από ... και όχι από ..., με εικονικά παραστατικά έγγραφα και την κατάρτιση από τον πρώτο αυτών (Χ2) πλαστών εγγράφων (πλαστής ταυτότητας και διαβατηρίου), προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος, προς δε, από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων, προκύπτει σταθερή ροπή των άνω κατηγορουμένων προς διάπραξη των ανωτέρω εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Ενώ οι περιστάσεις, κάτω από τις οποίες τέλεσαν τις ανωτέρω πράξεις (μεθόδευση, σχεδιασμός, εικονικές εταιρίες, πλαστά έγγραφα, εικονική εισαγωγή εμπορευμάτων, δήθεν, από την ... και τα αίτια που τους ώθησαν στις άνω πράξεις, ήτοι ο εύκολος και άκοπος πλουτισμός), καταμαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι (βλ. 46η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης). Επίσης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων περί της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς τους μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων (όντας φυλακισμένοι) και της πρότερης έντιμης ζωής για τον δεύτερο όντας καταδικασμένον πολλές φορές σε ποινές φυλάκισης πολλών μηνών για διάφορες εγκληματικές πράξεις). Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι, που υποστηρίζουν τα αντίθετα ως προς την ενοχή των αναιρεσειόντων και την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ιδιαίτερα αυτής περί της διαμετακίνησης των ναρκωτικών ουσιών από τους αναιρεσείοντες με την περιφορά τους από αυτούς από χώρα σε χώρα, εκτός της Ελλάδας. Κατά τα λοιπά, οι αναιρεσείοντες, υπό το πρόσχημα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν απαραδέκτως την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών (όσον αφορά το μέρος ως προς την περί ενοχής του κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας). Περαιτέρω και αναφορικά με τις προμνημονευόμενες επισημάνσεις ως προς την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση του Δικαστηρίου της ουσίας, ο δεύτερος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης περί υπέρβασης της εξουσίας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με την χειροτέρευση της θέσης των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθ' όσον, όπως έχει προαναφερθεί από αμφότερα τα Δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο), επιβλήθηκε σε αμφότερους τους κατηγορουμένους ως ποινή στερητική της ελευθερίας, εκτός της χρηματικής που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τη μείωσε κατά 44.000 ευρώ, η ισόβια κάθειρξη. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης της απόφασης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί έτσι δεν δίδεται στον κατηγορούμενο η υπερασπιστική δυνατότητα να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα (άρθρα 358 και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ). Επισημαίνεται ότι τα σχεδιαγράμματα, φωτοτυπίες κλπ όμοια έγγραφα δεν αναγιγνώσκονται κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται και επιδεικνύονται, με την έννοια αυτή δε πρέπει να εκλαμβάνεται η σημείωση στα πρακτικά ότι "αναγνώσθηκαν" αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με τα πρακτικά αυτής, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του, εκτός των λοιπών εγγράφων που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, ήταν και το αναφερόμενο στην αρχή της 14ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης με τον τίτλο "σχεδιάγραμμα κοντέϊνερ", με την σημείωση "εξωτερικοί κοιλοδοκοί", με την έννοια (της επισκόπησης και επίδειξής του από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου προς όλους τους παράγοντες της δίκης, που στη συνέχεια σύννομα έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του (βλ. σελίδα 41 της προσβαλλόμενης απόφασης), αφού στο σχεδιάγραμμα αυτό γινόταν ο προσδιορισμός της τοποθέτησης των 25 κιλών κοκαΐνης μέσα στο κοντέϊνερ. Επομένως, ο τρίτος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Γ ΚΠΔ λόγος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 357 παρ. 4 ΚΠΔ, κατά την οποία η στην προδικασία ληφθείσα κατάθεση του εξεταζομένου στο ακροατήριο μάρτυρα δεν αναγιγνώσκεται και μόνον η ανάγνωση μεμονωμένων περικοπών της κατάθεσης επιτρέπεται προς υποβοήθηση της μνήμης του μάρτυρα ή προς κατάδειξη αποφάσεων αυτού, ούτε επί ποινή ακυρότητας είναι διατεταγμένη (άρθρο 170 ΚΠΔ) ούτε στις αναγραφόμενες στο άρθρο 171 παρ. 1 του αυτού Κώδικα περιπτώσεις απολύτου ακυρότητας, που ιδρύουν λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και εντεύθεν ο περί του αντιθέτου πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο, παρά τα οριζόμενα στο άρθρο 357 παρ. 4 του ΚΠΔ, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και στη συνέχεια λήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ολόκληρες οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (σελ. 10 και 36 της προσβαλλόμενης απόφασης), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (να σημειωθεί ότι η ανάγνωσή τους έγινε χωρίς να έχει κανένας από τους παράγοντες της δίκης και ειδικότερα οι κατηγορούμενοι αντίρρηση - βλ. αρχή της 10ης σελίδας της πληττόμενης απόφασης). Αντίθετα, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε (κατά πλειοψηφία) τον αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος (Χ2) περί τοξικομανίας του, με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: "ενόψει της συνολικής εγκληματικής δραστηριότητάς του και του τρίτου διαβιώσεώς του, αλλά και της εμφανίσεως και παραστάσεώς του στο Δικαστήριο, από τα οποία προκύπτει, ότι πρόκειται για άτομο, το οποίον ουδέποτε απέκτησε την έξι της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα σε τέτοιον βαθμόν, ώστε να μη δύναται να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις". Το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην ως άνω απορριπτική κρίση για την τοξικομανία του πρώτου αναιρεσείοντος, παρέκαμψε αναιτιολόγητα τις από 29-3-2001 και 31-5-2001 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης των ιατροδικαστών ... και ..., αντιστοίχως, με το ευνοϊκό υπέρ του αναιρεσείοντος πόρισμά τους (όπως δέχθηκε ο μειοψηφήσας, ως προς το ζήτημα αυτό, Πρόεδρος του Δικαστηρίου). Η ως άνω αιτιολογία για την απόρριψη του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον το ως άνω Δικαστήριο όφειλε, αντιμετωπίζοντας ζήτημα που απαιτούσε ιδιαίτερες ιατρικές γνώσεις, να αιτιολογήσει την αντίθετη προς το πόρισμα των δύο ιατροδικαστικών εκθέσεων δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας αποδεδειγμένα περιστατικά που αποκλείουν εκείνα επί των οποίων οι πραγματογνώμονες θεμελίωσαν το πόρισμά τους. Κατά συνέπεια, ο δωδέκατος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων προβάλλει την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, είναι βάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και δη ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός και αναγκαίως ως προς τη διάταξη της επιβολής των ποινών σε βάρος του ίδιου αναιρεσείοντος. Τέλος και αναφορικά με τον λόγο για υπέρβαση εξουσίας από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, χειροτερεύοντας τη θέση των αναιρεσειόντων ως προς την καταδίκη τους για πράξεις πλέον εκείνων για τις οποίες είχαν κηρυχθεί αθώοι από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), όπως προκύπτει από τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της υπ' αριθμ. 1244/2002 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν σε πρώτο βαθμό, εκτός των άλλων πράξεων για τις οποίες δεν τίθεται ζήτημα χειροτέρευσης της θέσης των κατηγορουμένων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και το έγκλημα της από κοινού οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας αγοράς, διαμετακόμισης και απόπειρας διαμετακόμισης και εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών (βλ. σελ. 32 της υπ' αριθ. 1244/2002 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών), στην οποία συμπεριλήφθηκε από πρόδηλη παραδρομή και η πράξη της απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών, πράξη για την οποία κηρύχθηκαν αθώοι με την ίδια απόφαση (βλ. σελ 54 υπό το στοιχ. β' της πρωτοβάθμιας απόφασης), ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, εκτός των άλλων, και για την πράξη της οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας σε πράξεις αγοράς, διαμετακόμισης, απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια και απόπειρας διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό συνθήκες που μαρτυρούσαν ότι ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι (σελ. 45-46 της πληττόμενης απόφασης), τους επιβλήθηκε δε, στον καθένα αναιρεσείοντα, ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 250.000 ευρώ. Δηλονότι, από την παραπάνω σύγκριση προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκαν ένοχοι, εκτός των άλλων, και για την πράξη της οργάνωσης, χρηματοδότησης, κατεύθυνσης και εποπτείας σε πράξεις αγοράς, διαμετακόμισης και απόπειρας διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών, επιπροσθέτως δε και για την πράξη απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια, για την οποία όμως είχαν αθωωθεί πρωτοδίκως. Έτσι, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών υπερέβη την εξουσία του, καθιστώντας χειρότερη τη θέση των κατηγορουμένων ως εκκαλούντων, με το να τους κηρύξει ενόχους για μία επιπλέον πράξη, για την οποία έχουν αθωωθεί πρωτοδίκως (απόπειρας εισαγωγής στην επικράτεια ναρκωτικών ουσιών), με αποτέλεσμα να έχει τούτο έννομη συνέπεια ως προς την επιβληθείσα σ' αυτούς χρηματική ποινή, που μπορεί να ορισθεί από 29.412 έως 588.235 ευρώ (άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 15α του ν. 2479/16-5-1997), ενόψει των άρθρων 79 ΠΚ και 5 παρ. 2 του ν. 1729/1987 (σύμφωνα με τη δεύτερη των διατάξεων αυτών στον υπαίτιο πολλών εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου αυτού πράξεων παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη συνολική εγκληματική δράση), ενώ τούτο δεν συμβαίνει ως προς την ποινή της ισόβιας κάθειρξης που έχει επιβληθεί και από τα δύο δικαστήρια για τις λοιπές κακουργηματικές πράξεις του και δεν επηρεάζεται από την αθώωση των αναιρεσειόντων για την πράξη της απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια ναρκωτικών ουσιών. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. η ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, ως κατ' ουσίαν βάσιμος και στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες, ως προς την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής που έχει επιβληθεί σ' αυτούς. Μετά από όλα τα προεκτιθέμενα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά: α) την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος περί τοξικομανίας του, β) ως προς τον καθορισμό της επιμέτρησης της ποινής (στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής), που επιβλήθηκε στον ίδιο ως άνω αναιρεσείοντα, γ) ως προς τη διάταξη περί ενοχής τους για την πράξη της από κοινού απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια 25 κιλών κοκαΐνης, η οποία πρέπει να απαλειφθεί και δ) ως προς τον καθορισμό της χρηματικής ποινής γι' αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες, Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, πλην της υπό στοιχ. γ' περίπτωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α) Αναιρεί την υπ' αριθ. 3327/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς τις διατάξεις της: α) περί απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος (Χ2) περί τοξικομανίας του, β) ως προς επιμέτρηση της επιβληθείσας σ' αυτόν με την ως άνω απόφαση ποινής (στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής) και γ) ως προς την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής που επιβλήθηκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα. Β) Απάλειψη της διάταξης της ίδιας ως άνω απόφασης περί κηρύξεως ενόχων των αναιρεσειόντων για το έγκλημα της από κοινού απόπειρας εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια (...), στις 26-2-2001, είκοσι πέντε (25) κιλών ηρωίνης, που είχαν αγοράσει προηγουμένως στην ... Γ) Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω υπό στοιχ. Α μέρος που αναιρέθηκε, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και Δ) Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτηση αναίρεσης και τους από 29 Οκτωβρίου 2009 επ' αυτής πρόσθετους λόγους των: 1) Χ2 και 2) Χ1. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 4 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ναρκωτικά: Αγορά, διαμετακόμιση αυτών. Διεθνές έγκλημα και η διαμετακόμιση ναρκωτικών εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Απόρριψη ισχυρισμού περί τοξικομανούς κατηγορούμενου. Αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού αυτού. Χειροτέρευση θέσης κατηγορουμένου με την κήρυξή του ενόχου για πράξη που πρωτοδίκως είχε κηρυχθεί αθώος, αν και σε κάθε περίπτωση δεν μεταβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης (άρθρο 8 του Ν. 1729/1987), αλλά έχει συνέπεια για την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής (άρθρα 79 ΠΚ και 5 §2 του Ν.1729/1987). Λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Α΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ και Η΄ ΚΠΔ. Έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς τους. Απαγγελία απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση. Απόρριψη ως αβασίμου του λόγου περί απαγγελίας της κεκλεισμένων των θυρών. Ανάγνωση σχεδιαγράμματος. Πώς γίνεται αυτή και απόρριψη λόγου περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Ορθή εφαρμογή άρθρου 8 ΠΚ επί διαμετακόμισης ναρκωτικών ουσιών από ημεδαπούς μόνο στο εξωτερικό. Απόρριψη σχετικού λόγου αναίρεσης ως μη νομίμου. Παραδοχή λόγων αναίρεσης κατ' ουσία βάσιμων για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη ισχυρισμού για τοξικομανία κατηγορουμένου και υπέρβαση εξουσίας με τη χειροτέρευση της θέσης κατηγορουμένου ως εκκαλούντων. Αναίρεση εν μέρει καταδικαστικής απόφασης και παραπομπή υπόθεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 374/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της 421/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 14 Απριλίου 2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 421/2009 κατά δικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως αυτή είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ.1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3198/1995 συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε' κατάσταση διαθεσιμότητας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενική και υποκειμενικά στοιχεία, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945 για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 421/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, σε δεύτερο βαθμό για παράβαση του πιο πάνω αν.ν. 690/1945 σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανεστάλη η εκτέλεσή της για τρία έτη, και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 31-5-006, η κατηγορουμένη, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΣΠΕΚΤΡΟΥΜ - ΚΟΝΝΕΚΤ - ΦΑΣΜΑ Α.Ε. ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ" που εδρεύει στη ... στην οδό ..., δεν κατέβαλε στην ΑΑ, κάτοικο ..., που απασχόλησε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από 25-1-2003 έως 31-5-2006, ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή στην ως άνω εταιρία, το ποσό των 47.359,99 ευρώ, όπως αυτό αναλυτικά φαίνεται παρακάτω: Ι) ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΠΟ 1/7/2003 μέχρι 30/9/2004, έπρεπε να καταβάλλει: Α) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ι) Για την κανονική πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 40 ωρών 777,67 € Χ15 μήνες = 11.665,05 ΕΥΡΩ. 2) Για την αμοιβή για την ιδιόρρυθμη υπερωρία, ήτοι για την εργασία από την 41η - 43η ώρα ανά εβδομάδα: ωρομ = 777,67 : 25 = 31,11 Χ 6 = 186,66 : 40 = ωρομίσθιο 4,67 + 2,34 για 50% προσαύξηση ιδιόρρυθμης υπερωρίας = 7,01 Χ 3 ώρες = 21,03 Χ 4 εβδ. = 84,12 Χ 15 μήνες = 1.261,80 ΕΥΡΩ. 3) Για την αμοιβή για την παράνομη υπερωρία, ήτοι για την εργασία από την 44η - 70η ώρα ανά εβδομάδα: ωρομ = 4,67 + 7,01 για προσαύξηση 150% παράνομης υπερωρίας = 11,68 χ 27 ώρες = 189,27 Χ 4 εβδ = 757,08 Χ 15 μήνες = 11.356,20. 4) Για την προσαύξηση για την νυχτερινή εργασία των 35 ωρών/εβδομάδα = ωρομ. 4,67 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,17 Χ 35 ώρες = 40,95 Χ 4 εβδ = 163,80 Χ 15 μήνες " 2.457,00. Β) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ: ι) Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντίστοιχο απλό ωρομίσθιο = 4,67 Χ 8 ώρες = 37,36 Χ 64 Σάββατα = 2.391,04. 2) Για τις επόμενες 6 ώρες παράνομης υπερωρίας για τις οποίες αντιστοιχεί το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150% = 4,67 + 7,01 για προσαύξηση 150% παράνομης υπερωρίας = 11,68 Χ 6 ώρες = 70,08 Χ 64 Σάββατα = 4.485,12 3) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 7 ώρες = ωρομ. 4,67 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,17 Χ 7 ώρες = 8,19 Χ 64 Σάββατα = 524,16. Π ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ: Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% = 4,67 + 3,50 για προσαύξηση 75% = 8,17 Χ 8 ώρες = 65,36 Χ 64 Κυριακές = 4.183,04. Για τις επόμενες 6 ώρες παράνομης υπερωρίας για τις οποίες αντιστοιχεί το ωρομίσθιο Κυριακής (ωρομίσθιο + 75%) προσαυξημένο κατά 150% = 8,17 + 12,26 για προσαύξηση 150% παράνομης υπερωρίας = 20,43 Χ 6 ώρες = 122,58 Χ 64 Κυριακές = 7.845,12. 3) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 7 ώρες = ωρομ. 8,17 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 2,04 Χ 7 ώρες = 14,28 Χ 64 Κυριακές = 913,92. Ητοι συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες η κατηγορούμενη) έπρεπε να καταβάλλει ποσό 47082,45 € (11.665,05 + 1.261,80 + 11.356,20 + 2.457,00 + 2.391,04 + 4-485,12 + 524,16 + 4.183,04 + 7.845,12 + 913,92). Για όλη την ως άνω περιγραφόμενη εργασία η κατηγορουμένη κατέβαλε μόνο 880 € ανά μήνα, ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 13.200 € (880 Χ 15 μήνες). Οπότε με βάση τα παραπάνω οφείλει για τις παραπάνω περιγραφόμενες αιτίες το ποσό των 33.882,45 € (47.082,45 - 13.200 που κατέβαλε). II) ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ από 1/10/2004 μέχρι 8/6/2005, έπρεπε να καταβάλλει: Α) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: 1) Για την κανονική πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 40 ωρών 828,99 χ 8,25 μήνες = 6.839,17. 2) Για την προσαύξηση για την νυχτερινή εργασία των 10 ωρών/εβδομάδα = ωρομ. 828,99 : 25 = 33,16 Χ 6 = 198,96 : 40 = 4.97 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,24 Χ 10 ώρες = 12,40 Χ 4 εβδ = 49,60 Χ 8,25 μήνες = 409,20.11 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ : ι) Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί απλό ωρομίσθιο = 4,97 Χ 8 ώρες = 39,76 Χ 36 Σάββατα = 1.431,36. 2) Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 2 ώρες = ωρομ. 4,97 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,24 Χ 2 ώρες = 2,48 Χ 36 Σάββατα = 89,28. Ήτοι συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες η κατηγορούμενη έπρεπε να καταβάλλει ποσό 8.769,01 € (6.839,17 + 409,20 + 1.431,36 + 89,28). Για όλη την ως άνω περιγραφόμενη εργασία η κατηγορούμενη κατέβαλε μόνο 880 € ανά μήνα, ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 7.260 € (880 Χ 8.25 μήνες). Οπότε με βάση τα παραπάνω οφείλει για τις παραπάνω περιγραφόμενες αιτίες το ποσό των 1.509,01 € (8.769,01 - 7.260 που κατέβαλε). III) ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ από 9/6/2005 μέχρι 31/5/2006, έπρεπε να καταβάλλει: Α) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΑ - ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ι) Για την κανονική πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία των 40 ωρών: 876,89 Χ 11,75 μήνες= 10.197,71. 2) Για την προσαύξηση για την νυχτερινή εργασία των 10 ωρών/εβδομάδα = ωρομ. 876,89: 25 = 35,08χ6-210, 48:40 = 5,26Χ25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. = 1,32Χ10 ώρες = 13,20 Χ 4 εβδομ = 52,80 Χ 11,75 μήνες 620,40. Β) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ: ι) Για τις πρώτες 8 ώρες για τις οποίες αντιστοιχεί απλό ωρομίσθιο = 5,26 Χ 8 ώρες = 42,08 Χ 51 Σάββατα= 2.164,08.2). Για την προσαύξηση νυχτερινής εργασίας για 2 ώρες = ωρομ. 5,26 Χ 25% προσαύξηση νυχτ. εργασ. =1,32 Χ 2 ώρες= 2,64 Χ 51 Σάββατα 134,64. Ήτοι συνολικά για όλες τις παραπάνω αίτιες η κατηγορουμένη έπρεπε να καταβάλλει ποσό 13.116,83 € (10.197,71 + 620,40 + 2.164,08 + 134,64). Για όλη την ως άνω περιγραφόμενη εργασία μου η κατηγορουμένη κατέβαλε μόνο 880 € ανά μήνα, εκτός του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2006 όπου κατέβαλε 620 €, και των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του έτους 2006 για τους οποίους δεν κατέβαλε τίποτα, ήτοι κατέβαλε συνολικά ποσό 6.560 € (από 9/6/2005-30/6/2005 κατέβαλε 660 €, τους υπόλοιπους μήνες μέχρι και τον Δεκέμβριο 2005 κατέβαλλε 5.280 € (880 Χ 6 μήνες) και τον Ιανουάριο 2006 κατέβαλλε 620 €). Οπότε με βάση τα παραπάνω οφείλει για τις παραπάνω περιγραφόμενες αιτίες το ποσό των 6.556,83 € (13.116,83 - 6.560 που κατέβαλε). Δηλαδή συνολικά για τις διαφορές των δεδουλευμένων μηνών και την μη καταβολή των τελευταίων μηνών η κατηγορουμένη οφείλει συνολικά το ποσό 41.948,29 € (33.882,45 1.509,01 + 6.556,83). IV) Επιπλέον των ανωτέρω η κατηγορουμένη οφείλει αποδοχές αδείας έτους 2005 και 2006, αποδοχές επιδόματος αδείας έτους 2006, αποδοχές Δώρου Πάσχα 2006, αποδοχές αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2006. Ήτοι συγκεκριμένα οφείλει: Α) Αποδοχές αδείας 2005 = 876,89. Β) Αποδοχές αδείας 2006 = 876,89. Γ) Αποδοχές επιδόματος αδείας 2006 = 876,89 : 25 = 35,08 Χ 13 = 456,04. Δ) Δώρο Πάσχα 2006 = 876,89 : 25 = 35,08 Χ 15 = 526,2°. Ε) Αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2006 = 35,08 Χ 3,24 = 113,66. Δηλαδή συνολικά για τις ως άνω αιτίες η κατηγορουμένη οφείλει ποσό 2.849,68 €. V) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", η κατηγορουμένη εφόσον κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας την 31/5/2006, χωρίς καμία προειδοποίηση, έπρεπε να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση η οποία συνίσταται, στις αποδοχές δύο μηνών, υπολογιζόμενων επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα πριν από την καταγγελία. Έτσι, λοιπόν με βάση τα ανωτέρω η κατηγορουμένη έπρεπε να καταβάλει: μισθός 876,89 + 52,80 την σταθερή και μόνιμη νυχτερινή εργασία των 2 ωρών ημερησίως + 168,32 για την σταθερή και μόνιμη εργασία των 8 ωρών κάθε Σάββατο (42,08 Χ 4 Σάββατα) = σύνολο τακτικών μηνιαίων αποδοχών 1.098,01χ 2 μήνες αποζημίωση = 2.196,02+ 366,00 για προσαύξηση 1/6= 2.562,02. ΉΤΟΙ ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΝΟΛΟ ΟΦΕΙΛΗΣ: 47.359,99 € (41.948,29 + 2.849,68 + 2.562,02). Κατ'ακολουθίαν, πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, απορριπτομένου, ως αβασίμου του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών, καθόσον δεν αποδείχτηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περιστατικά, που να δικαιολογούν την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων". Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην αιτιολογία, μολονότι η αναφερόμενη πιο πάνω επιχείρηση αφορά εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά το νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο, ότι αυτή ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της χωρίς κάποια διευκρίνιση πως προκύπτει η τοιαύτη εξουσία εκπροσώπησης της ως άνω ανώνυμης εταιρίας από αυτήν (κατηγορουμένη). Περαιτέρω από την αντιπαραβολή σκεπτικού και αιτιολογικού ουδαμώς προκύπτει ότι η μη καταβολή των αποδοχών και άλλων χορηγιών προς την εργαζόμενη στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία ΑΑ, συνολικού ύψους 47.359,99 ευρώ οφείλεται σε πρόθεση της κατηγορουμένης να μη καταβάλει αυτές. Ειδικότερα δεν αναφέρεται οιοδήποτε στοιχείο που θεμελιώνει την υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στην αναιρεσείουσα πλημμελήματος. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, η ελλιπής, δηλαδή αιτιολογία της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 421/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράβαση του Ν. 690/1945 από ανώνυμη εταιρεία. Ελλιπής αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης: α) λόγω μη προσδιορισμού της ιδιότητας της αναιρεσείουσας με την εργοδότρια και την ποινική ευθύνη της και β) λόγω μη αναφοράς οιουδήποτε στοιχείου για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού από αναιρεσείουσα. Παραδοχή της αίτησης αναίρεσης για ελλιπή αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης. Αναίρεση αυτής και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 370/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα, περί αναιρέσεως της 28159/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Το Μονομελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 8/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως προκύπτει από το από 27-2-2009 αποδεικτικό επιδόσεως του ... επιμελητού δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ο πολιτικώς ενάγων ... κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (513 παρ. 1 εδαφ. γ'ΚΠΔ) νόμιμα και εμπρόθεσμα (155 παρ. 2 και 166 ΚΠΔ) να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως κατά τη σημερινή δικάσιμο. Εφόσον δεν παρέστη πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία σαν να ήταν παρών και αυτός (515 παρ. 2 ΚΠΔ). ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού πιο πάνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν αλλοτριότητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά της περί κυριότητας διατάξεις του Α.Κ., υποκειμενικώς δε γνώση και θέληση (ή αποδοχή) της καταστροφής ή βλάβης κ.λ.π. του πράγματος αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''Ο κατηγορούμενος στις 22-11-2003 στη ..., από πρόθεση κατέστρεψε ξένο ολικά πράγμα και συγκεκριμένα έσπασε την επί της οδού ... πινακίδα καταστήματος με την επωνυμία '' ...'', ιδιοκτησίας του εγκαλούντος ..., η αξία της οποίας ανέρχεται σε 450 ευρώ''. Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 381 ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση είναι δε αυτά τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου. Εκ της αναφοράς αυτής προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα με αριθμό 3 και 4 αναγνωσθέντα και δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι δεν τα έλαβε υπόψη επειδή δεν κάνει ιδιαίτερη αναφορά αυτών, ούτε προβαίνει σε σχολιασμό των υπερασπιστικών επιχειρημάτων που συνάγει εξ αυτών ο ίδιος, ούτε αιτιολογεί την μη παραδοχή των επ'αυτών στηριζομένων αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του. Ούτε περαιτέρω πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας η προσβαλλομένη, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, επειδή το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αφού το τελευταίο περιέχει και πραγματικά περιστατικά συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση της ανωτέρω πράξεως και δεν περιορίζεται στην παράθεση τυπικών στοιχείων του εγκλήματος, ούτε είναι απαραίτητο να αιτιολογείται ειδικώς ο δόλος του αναιρεσείοντος, αρκούσης της αναφοράς ''από πρόθεση'', αφού η διάταξη δεν απαιτεί άμεσο δόλο. Δεν ήταν απαραίτητο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ..., ούτε εκ του λόγου αυτού συνάγεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη ούτε εκτιμήθηκε το περιεχόμενό της, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος δεν ήταν απαραίτητο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων, να αιτιολογείται ειδικώς ο χρόνος τελέσεως της πράξεως, αφού, όπως προκύπτει, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της συζητήσεως στο δικαστήριο της ουσίας, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε, αμφισβητώντας τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο χρόνο τελέσεως, ότι η έγκληση ήταν εκπρόθεσμη, λόγω παρόδου τριμήνου από την τέλεση της πράξεως, οπότε το δικαστήριο θα είχε υποχρέωση να ερευνήσει το ζήτημα αυτό και να αιτιολογήσει την επ αυτού κρίση του, ούτε να αιτιολογείται ο τρόπος με τον οποίο και ο λόγος για τον οποίο ο αναιρεσείων έθραυσε την πινακίδα. Συνεπώς και οι τρεις λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1Δ ΚΠΔ) τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την με αριθμό εκθέσεως 4/17-12-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 28159/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη, ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Ανέκκλητη καταδικαστική απόφαση Μονομελούς. Λόγοι έλλειψης αιτιολογίας. Αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 369/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σακκαλή, περί αναιρέσεως της 1807/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Άμφισσας. Το Μονομελές Πλημ/κείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 12 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 548/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Στο άρθρο 91 του N. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α) ορίζεται ότι: "Ο Υπουργός Πολιτισμού δύναται με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, να καθορίζει εντός των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων οικισμών ζώνες, στις οποίες κατά περίπτωση, θα απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (ζώνη Α') ή θα επιτρέπεται υπό όρους και περιορισμούς (ζώνη Β'), που ορίζονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων κατά τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού. Η διαδικασία της οριοθετήσεως των ζωνών και του καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης, κατά τ' ανωτέρω, πρέπει να ολοκληρούται εντός εξαμήνου από της υποβολής της σχετικής προτάσεως από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία". Οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες προς την συνταγματική επιταγή της αυξημένης προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, εν όψει δε της προστασίας των αρχαιολογικών χώρων, στην οποία αποβλέπουν, συνάγεται ότι οι καθοριζόμενες κατ` εφαρμογή αυτών ζώνες προστασίας αρχαιολογικού χώρου δύναται να εκτείνονται, όχι μόνο σε αυτή ταύτη την έκταση όπου ευρίσκονται στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και σε όση έκταση γύρω από αυτή κρίνεται αναγκαία για την προστασία και την προβολή τους. Η σχετική δε απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού έχει κανονιστικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή εκδόθηκε η απόφαση του ΥΠΠΟ ΑΡΧ/Α1/Φ10/13624/725/ 27-3-1991 "περί καθορισμού ζωνών προστασίας αρχαιολογικού χώρου Δελφών και ευρύτερου Δελφικού τοπίου", η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 259/1991, με την οποία καθορίσθηκαν ζώνη απολύτου προστασίας Α' και υπό όρους Β' στον ως άνω αρχαιολογικό χώρο και το Δελφικό τοπίο. Εξάλλου, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153 Α'/28-6-2002), με τις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις επεμβάσεως σε ακίνητο μνημείο και στο περιβάλλον του. Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του νόμου αυτού και υπό τον τίτλο "Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και στο περιβάλλον τους" ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του 2 ... 3. Η εγκατάσταση ή η λειτουργία βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή εμπορικής επιχείρησης, η τοποθέτηση τηλεπικοινωνιακών ή άλλων εγκαταστάσεων, η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας, καθώς οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου η της επιχείρησης ή της εργασίας. 4. ...". Περαιτέρω στην διάταξη του άρθρου 13 του νόμου ορίζεται: "1 Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. 2. ..., 3. ..." Στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής ορίζεται λεπτομερώς η διαδικασία καθορισμού ζωνών προστασίας Α και Β κατά τρόπο ανάλογο αυτού που ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 91 Ν 1892/1990. Στην διάταξη του άρθρου 14 του ίδιου νόμου ορίζεται: "1. Στους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών είναι δυνατόν να καθορίζονται ζώνες προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13. ... 2. ... 4. ... 5. ... 6. ...". Εξάλλου στο άρθρο 17 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "1. Γύρω από μνημεία μπορεί να καθορίζεται Ζώνη Προστασίας Α/, σύμφωνα με το άρθρο 13. 2. Ο καθορισμός χώρου, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως ή νομίμως υφισταμένων οικισμών, ως Ζώνης Α/, συνεπάγεται την αναγκαστική απαλλοτρίωσή του, εάν αναιρείται η κατά προορισμό χρήση του. 3. Γύρω από μνημεία μπορεί να καθορίζεται επίσης Ζώνη Προστασίας Β/, σύμφωνα με το άρθρο 13.". Τέλος στη διάταξη του άρθρου 66 του ίδιου νόμου εδαφ. α και β ορίζεται: "Όποιος χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια ή καθ' υπέρβαση αυτής διενεργεί σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο, ή σε ιστορικό τόπο, πράξη από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 -4, 13, 14 και 15 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος διενεργεί πράξη ή δραστηριότητα σε ζώνες προστασίας γύρω από μνημεία ή χώρους, όπως ορίζονται στα άρθρα 15 και 17, κατά παράβαση των όρων και περιορισμών που ισχύουν σε αυτές. Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων ενεργειών που απαγορεύονται στις ζώνες απολύτου προστασίας Α', περιλαμβάνεται και η άσκηση εμπορικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Υπουργού Πολιτισμού που παρέχεται υπό τις διαγραφόμενες στις ανωτέρω διατάξεις προϋποθέσεις. Προκειμένου να τύχει εφαρμογής, στην περίπτωση ασκήσεως τέτοιας δραστηριότητας, η ανωτέρω ποινική διάταξη του άρθρου 66 Ν. 3028/2002, πρέπει η, χωρίς την προηγουμένη άδεια του ΥΠΠΟ, άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας να έχει λάβει χώρα μετά την ισχύ του νόμου (28-6-2002) και να έχουν καθορισθεί νομίμως και σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις οι ζώνες προστασίας, είτε υπό το καθεστώς ισχύος των διατάξεων του, είτε υπό την ισχύ προηγουμένων διατάξεων, που έχουν τον αυτό σκοπό της Συνταγματικώς (άρθρο 24) κατοχυρωμένης προστασίας της πολιτιστικής κληρονομίας, όπως και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 91 Ν 1892/1990 και δεν χρειάζεται, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 66 εδαφ. α και β, να εκδοθεί νέα απόφαση του ΥΠΠΟ περί ορισμού ζωνών Α και Β, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 13 του νόμου, η οποία, όπως λέχθηκε, δεν καθορίζει διαφορετική ουσιωδώς διαδικασία, ούτε θέτει περισσότερες προς τούτο προϋποθέσεις, που θα καθιστούσαν αδύνατη την έκδοση ομοίου περιεχομένου αποφάσεως. Εφόσον λοιπόν παραμένει σε ισχύ η απόφαση αυτή η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας εντός ζώνης απολύτου προστασίας Α χωρίς την προηγούμενη άδεια του ΥΠΠΟ τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 66 του ως άνω νόμου. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι, για να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στον δράστη ούτε εξ αμελείας. Περίπτωση νομικής πλάνης για τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως συντρέχει και όταν ο δράστης κατά πλάνη με τα γνωστά σε αυτόν περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως σχηματίζει αντίληψη που περιέχει πλάνη αναφορικά με τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως και με πίστη στην αντίληψή του αυτή ενεργεί. Η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή, όχι μόνον όταν αγνοεί, αλλά και όταν με τις πνευματικές και επαγγελματικές ικανότητές του και την προσπάθεια που έπρεπε να καταβάλλει για να πληροφορηθεί το επιτρεπτό της πράξεως, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της. Το τελευταίο συμβαίνει όταν ο δράστης ευλόγως πίστεψε ότι μπορούσε να προβεί στην πράξη του από σφαλερή ερμηνεία ή αντίληψη διατάξεων άλλων εκτός του ποινικού δικαίου από τις οποίες παρασύρθηκε. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται ή να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση, εφόσον όμως η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά. Εάν το αίτημα δεν είναι ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του και εντεύθεν η παράλειψη απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως, ούτε η απορριπτική του αιτήματος απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να μη ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' και Δ' λόγοι αναιρέσεως, αντίστοιχα. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός με την ανωτέρω έννοια είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ασκεί εμπορική δραστηριότητα, διατηρώντας υποκατάστημα πώλησης ανθέων στο 20 χ/ο Ε.Ο. ...-... (βλ. από τα αναγνωστέα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο την από 2-6-2004 έγκριση μη έκδοσης δελτίων αποστολής, την από 13-4-2006 άδεια επιχείρησης εμπορίας σε συνδυασμό με την απολογία του ιδίου του κατηγορουμένου: "Αυτά που παράγω πουλώ"). Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της ανωτέρω εμπορικής του δραστηριότητας στις 30-3-2007 ο κατηγορούμενος προέβη σε πώληση εμπορευμάτων (φυτών) (βλ. από τα αναγνωστέα έγγραφα την από 30-3-2007 απόδειξη ταμειακής μηχανής). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένων των προβληθέντων από τον ίδιο ισχυρισμών και ειδικότερα του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής του αδικήματος. Τέλος, ο προβληθείς από τον ίδιο ισχυρισμός περί υπάρξεως στο πρόσωπό του νομικής πλάνης πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το "συγγνωστό" της πλάνης του, ενώ ο ίδιος εν προκειμένω μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της συμπεριφοράς του, εφόσον κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια". Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξεως που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 66 εδαφ. β-α Ν. 3028/2002, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2-4, 12, 13, 14, 17 του ίδιου νόμου της αποφάσεως ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ10/13624/725/27-3-1991 (ΦΕΚ 259/Β/1991) και των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 ΠΚ και, αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) ημερών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στην ... Ν. ... και στο 2ο χ/τρο Ε.Ο. ...-... και Περιφερειακής ... στις 30 του μηνός Μαρτίου του έτους 2007 και ώρα 13.40 κατά γενόμενο έλεγχο κατελήφθη στην επιχείρησή του (φυτώριο τύπου Β) με νομική άδεια, να λειτουργεί υποκ/μα πώλησης ανθέων και δενδρυλίων σύμφωνα με την απόδειξη ταμειακής μηχανής σε χώρο ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται εντός των ορίων της ζώνης Α' απολύτου προστασίας του Δελφικού Τοπίου και η οποία θεσμοθετήθηκε σε εφαρμογή του άρθρου 91 Ν 1892/90 με την αριθμ. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΛΟ/13624/725/27-03-1991 (ΦΕΚ 259/β/1991 Υπουργική Απόφαση, καίτοι τούτο απαγορεύεται, χωρίς προηγουμένη έγκριση της αρμοδίας Υπηρεσίας". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι ο αναιρεσείων, κατά τον ανωτέρω χρόνο και στον ως άνω τόπο, εντός της νομίμως, κατά τα προλεχθέντα ορισθείσης ζώνης απόλυτης προστασίας Α του ως άνω αρχαιολογικού χώρου και της ευρύτερης περιοχής του ασκούσε επιχείρηση εμπορίας ανθέων και δενδρυλλίων, η οποία λειτουργούσε ως υποκ/μα της νομίμως λειτουργούσης στο όνομά του επιχειρήσεως φυτωρίου τύπου Β', χωρίς την απαραίτητη προς τούτο, κατά τα ανωτέρω, άδεια του ΥΠΠΟ. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αιτιολογεί ειδικώς τον δόλο του, αφού αναφέρεται στο διατακτικό ότι ενήργησε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 26 παρ. 1 α και 27 παρ. 1 ΠΚ, δηλαδή των διατάξεων που αναφέρονται στο δόλο του δράστη, ο δε νόμος δεν αξιώνει. στην συγκεκριμένη περίπτωση, για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της πράξεως, την ύπαρξη αμέσου δόλου, οπότε θα χρειαζόταν ειδική αιτιολόγηση, ούτε είχε υποχρέωση να απαντήσει το δικαστήριο στον αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν απαιτούταν η χορήγηση αδείας, ούτε είχε δόλο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον 4ο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Δεν γεννάται δε στην κρινόμενη περίπτωση, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του Ν. 3028/2002, ούτε εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως δια παραγραφής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως και τον τρίτο του δικογράφου των προσθέτων, επικαλούμενος ότι την επιχείρηση αυτή ασκεί από το έτος 1993 και μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος το έτος 2007 είχε παρέλθει ο χρόνος της 5ετούς παραγραφής, διότι η πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, τελέσθηκε στις 30-3-2007, δηλαδή μετά την ισχύ του ως άνω νόμου και δεν είχε παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής μέχρι την επίδοση το αυτό έτος του κλητηρίου θεσπίσματος, όπως ορθώς έκρινε και η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω ο αναιρεσείων, κατά την συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, πρόβαλε ισχυρισμούς που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά τους οποίους και ανέπτυξε προφορικά. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή θεώρηση των πρακτικών, το χειρόγραφο σημείωμα του που περιέχει τους ισχυρισμούς αυτούς έχει κατά λέξη ως ακολούθως: " Ισχυρισμός κατηγορουμένου 1) Αίτημα αναβολής διότι το θέμα της εκδόσεως αδείας (ή μη απαιτουμένης αιτίας) εκκρεμεί α) στο ΚΑΣ ύστερα από ένστασή μου κατά αποφάσεως της ... (αρχαιολόγο Δελφών), β) στο Διοικητικό Πρωτ. Αθηνών, ύστερα από προσφυγή μου. 2) Άλλως ο νόμος 3028/2002 δεν έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμογή" α) η δραστηριότητά μου αυτή υπάρχει από το 1993 στο ίδιο αυτό σημείο λειτουργεί μέχρι και σήμερα, χωρίς καμμία άδεια της Εφορίας Δελφών, χωρίς καμμία εγκατάσταση και δεν με αναλαμβάνει ο νόμος 3028/2002 άλλως. β) δεν απαιτείται άδεια, γιατί δεν έχει ουδεμία εγκατάσταση, μόνο καλλιέργεια φυτών και δενδρυλλίων σε γλάστρες και στο έδαφος από το 1993. δ) παραγραφή πενταετίας διότι από το 1993 που λειτουργώ μέχρι που πήρα την κλήση έχει παρέλθει 5ετία. ε) άλλως, ενυπάρχει συγνωστή νομική πλάνη και παντελής έλλειψη δόλου, και ζητώ την απαλλαγή μου. Οι ισχυρισμοί αυτοί με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά το μέρος που είναι αυτοτελείς, κατά την ανωτέρω έννοια, εκτός του περί παραγραφής, για τον οποίο ισχύουν τα ανωτέρω εκτεθέντα, είναι παντελώς αόριστοι και δεν υπήρχε, κατά τα ανωτέρω, υποχρέωση του Δικαστηρίου να διαλάβει αιτιολογία επ αυτών, ως εκ περισσού δε τους απέρριψε με την ανωτέρω αιτιολογία. Ειδικότερα στο αίτημα αναβολής δεν αναφέρονται πλήρη στοιχεία προσδιοριστικά των εκκρεμουσών αιτήσεως στο ΚΑΣ και προσφυγής στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ποιο το αντικείμενό τους, κατά ποιας πράξεως στρεφόταν η προσφυγή, ούτε αναφέρεται στο αίτημα κατά ποιο τρόπο οι αποφάσεις επί των ανωτέρω αιτήσεως και προσφυγής συνδέονται με την εκκρεμούσα πως εκδίκαση ως άνω κατηγορία και θα συνέβαλαν στην διερεύνηση της υποθέσεως κατ ουσία ή θα μπορούσαν να επιδράσουν στην με το ανωτέρω περιεχόμενο κατηγορία. Την αοριστία αυτή δεν αναπληρώνουν τα όσα εκτενώς εκθέτει επί του ζητήματος αυτού με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκαν με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων. Ο περί νομικής πλάνης ισχυρισμός δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν την πλάνη του, και αιτιολογούν το συγγνωστό αυτής, όπως τα στοιχεία αυτών προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλ απλώς ο αναιρεσείων περιορίσθηκε να επαναλάβει την διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, αβασίμως δε παραπονείται με τον 5ο λόγο του δικογράφου των προσθέτων για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Αβασίμως λοιπόν πλήττεται, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους του δικογράφου των προσθέτων, η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ). Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ και Ε' 1ος, 2ος, 3ος του κυρίου δικογράφου και 1ος έως και 6ος του δικογράφου των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 1/26-3-2009 αίτηση του Χ και τους από 12-11-2009 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της με αριθμ. 1807/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κειου Άμφισσας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αρχαιότητες. Προστασία πολιτιστικής κληρονομιάς. Ζώνες προστασίας Α και Β. Καθορισμός με απόφαση ΥΠΠΟ. Απαγόρευση ασκήσεως, μεταξύ των άλλων, και εμπορικής δραστηριότητας χωρίς άδεια του ΥΠΠΟ. Καταδικαστική απόφαση ανέκκλητη Μονομελούς. Λόγοι αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι. Αιτιολογία πλήρης. Πρέπει να εκτείνεται και σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως η νομική πλάνη. Παρεμπίπτουσες αποφάσεις περί αναβολής. Πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένες. Ανάγκη οι ισχυρισμοί και το αίτημα της αναβολής να προβάλλονται ορισμένως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Έννοια. Αβάσιμοι λόγοι. Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα, Πλάνη νομική, Αρχαία.
1
ΑΡΙΘΜΟΣ 368/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Στρουγγάρη, περί αναιρέσεως της 8704/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 349/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα και να γίνει δεκτή ως προς την 2η αναιρεσείουσα και ως προς την ποινή. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Τα κατατιθέμενα γεγονότα πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση ανεξάρτητα αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, αρκεί να μπορούν να επηρεάσουν έστω και σε επουσιώδες σημείο τον δικαστή. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός από το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και στην ανωτέρω, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως τον άμεσο δόλο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος στην αναιρεσείουσα και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν στον αναιρεσείοντα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΛΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ", ενώ, ο μηνυτής ήταν μέτοχος (49%) και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας (άρθρο 20) και το από 8-11-1993 πρακτικά του Α.Σ. της εταιρείας, όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες καθώς και η εκπροσώπησή της ανατέθηκαν στο μηνυτή. Ακολούθως, με το από 22-8-1995 πρακτικό του Δ.Σ., που δημοσιεύτηκε νόμιμα, ανατέθηκαν στον μηνυτή η αναπλήρωση του πρώτου κατηγορουμένου στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του, σε περίπτωση κωλύματος τούτου, ο οποίος, ως ανταποκριτής ξένου τύπου και διευθυντής της εφημερίδας "..., ήταν απασχολημένος, τον περισσότερο χρόνο με τα δημοσιογραφικά καθήκοντα και εργασίες, με αποτέλεσμα ν' απουσιάζει συχνά από την εταιρεία. Κάθε σχετική δε εργασία με την πιο πάνω εταιρεία φρόντιζε ο μηνυτής, ενημερώνονται πάντοτε και τον πρώτο κατηγορούμενο. Αρχές του 1999, η εταιρεία πώλησε στον ... μία εκποιητική μηχανή OFFSET, αντί τιμήματος 8.000.000 δρχ. Ο αγοραστής, προς εξασφάλιση καταβολής του τιμήματος, εξέδωσε 8 μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (... ποσού 1.000.000 δρχ. η καθεμιά, πληρωτέες σε διαταγή του, από το κατάστημα ΕΤΕ της ..., όπου διέμενε, τις οποίες μεταβίβασε, περαιτέρω, με οπισθογράφηση στην πωλήτρια εταιρεία. Η πρώτη επιταγή παραδόθηκε από τον αγοραστή στην δεύτερη κατηγορούμενη (υπάλληλο του λογιστηρίου της εταιρείας) και οι λοιπές στον μηνυτή. Τελικά, η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε και τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι η πωλήτρια εταιρεία θ' αναλάβει την εντύπωση, στα γραφεία της, της τοπικής εφημερίδας "..." και των εντύπων που ο αγοραστής εξέδιδε στην ... και, έτσι, οι επιταγές αποτέλεσαν την αμοιβή της εταιρείας για τις παραπάνω εργασίες. Οι επιταγές αυτές, στη συνέχεια, μεβιβάστηκαν από τον μηνυτή, με οπισθογράφηση, στον ... (ανηψιό του μηνυτή), για την κάλυψη ποσού 8.300.000 δρχ., που τον όφειλαν από δάνεια προς την εταιρεία, κατά το έτος 1998. Η μεταβίβαση των επιταγών αυτών στον τελευταίο έγινε ύστερα από συνεννόηση του μηνυτή με τον πρώτο κατηγορούμενο για τη ρύθμιση του εταιρικού χρέους. Σε γνώση δε του πιο πάνω χρέους τελούσε και η δεύτερη κατηγορούμενη λόγω της εργασιακής της σχέσης στην εταιρεία (υπάλληλος λογιστηρίου). Παρά ταύτα, η τελευταία κατέθεσε εν γνώσει της ψέμματα, στις 20-2-2001, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, σε σχετική μήνυση του πρώτου κατηγορουμένου κατά του μηνυτή, δηλαδή, ότι: "Με τον κομιστή των επιταγών ... ουδέποτε η εταιρεία είχε συναλλαγές, ούτε υπήρχε οφειλή προς αυτόν". Στην πράξη της δε αυτή ωθήθηκε από τον πρώτο συγκατηγορούμενό της, ο οποίος την πίεσε με φορτικότητα να καταθέσει το πιο πάνω ψευδές περιστατικό, εκμεταλλευόμενος την εργασιακή εξάρτηση αυτής με την εταιρεία, την οποία απείλησε ότι θα απέλυε από την εργασία της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους των ανωτέρω πράξεων και δη την κατηγορουμένη της ψευδορκίας μάρτυρος και τον κατηγορούμενο της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή και αφού αναγνώρισε στην κατηγορουμένη την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, επέβαλε, σ αυτήν μεν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία, σ αυτόν δε έξι (6) μηνών την οποία και μετέτρεψε προς πέντε (5) € την ημέρα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα τη συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι το αναφερόμενο στο σκεπτικό περιεχόμενο της καταθέσεως της αναιρεσείουσας ήταν ψευδές και αιτιολογεί πλήρως τη γνώση από αυτή του ψεύδους περιεχομένου της καταθέσεως της, αφού, κατά τις παραδοχές της, αυτή, ως υπάλληλος του λογιστηρίου της ανώνυμης εταιρίας που αναφέρεται στο σκεπτικό, της οποίας πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος τύγχανε ο κατηγορούμενος και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων, γνώριζε το χρέος της εταιρίας από δάνειο 8.300.000 δραχμών προς τον ... και ότι προς κάλυψη της οφειλής αυτής μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση οι εξειδικευόμενες στο σκεπτικό 8 επιταγές, ποσού 1.000.000 δραχμών εκάστη και συνολικά 8.000.000 δραχμών. Παρά την γνώση όμως αυτή, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, στο πλαίσιο ποινικής υποθέσεως που ανοίχθηκε κατόπιν έγκλησης του κατηγορουμένου κατά του μηνυτού και πολιτικώς ενάγοντος, στο πλαίσιο της οποίας, όπως σαφώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αποτελούσε αντικείμενο έρευνας η ύπαρξη όντως οφειλής της εταιρίας προς τον κομιστή από οπισθογράφηση των επιταγών, ο οποίος είναι και ανεψιός του πολιτικώς ενάγοντος και συνακόλουθα αν υφίστατο νόμιμη αιτία μεταβιβάσεως τους σ αυτόν, προέβη στην ψευδή ως άνω κατάθεση. Δέχθηκε λοιπόν η προσβαλλομένη ότι το περιεχόμενο της ένορκης καταθέσεως αυτής συνδέεται με το αντικείμενο της κατά τα άνω ανοιχθείσης ποινικής δίκης και δεν χρειαζόταν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, στην οποία αναφέρεται ο υπό στοιχείο Β λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται με ποια από τις τρεις αναφερόμενες στον λόγο αυτό αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες και είχε υποβληθεί η έγκληση, συνδεόταν η κατάθεση. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, λόγω της προαναφερθείσης θέσεως που κατείχε στο Δ.Σ. της Α.Ε., γνώριζε την ύπαρξη του χρέους της εταιρίας προς τον ανωτέρω και την μεταβίβαση των επιταγών σ αυτόν από τον πολιτικώς ενάγοντα προς κάλυψη του χρέους αυτού, αφού ο τελευταίος τις μεταβίβασε κατόπιν συνεννοήσεως τους. Περαιτέρω εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης τα μέσα και ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων έπεισε την αναιρεσείουσα να προβεί στην ανωτέρω ψευδή κατάθεσή της. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια ούτε προκαλείται αντίφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του υπό στοιχείο Α λόγου της αναιρέσεως που αναφέρεται σ αυτόν, από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρίας και το αναφερόμενο πρακτικό του Δ.Σ. όλες οι εξουσίες και αρμοδιότητες του αναιρεσείοντος ως προέδρου του Δ.Σ. και διευθύνοντος συμβούλου, όπως και η εκπροσώπηση της εταιρίας, ανατέθηκαν στον πολιτικώς ενάγοντα και στη συνέχεια, με μεταγενέστερο πρακτικό του Δ.Σ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ανατέθηκε στον πολιτικώς ενάγοντα η αναπλήρωση του αναιρεσείοντος στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του, σε περίπτωση κωλύματός του, καθόσον το δεύτερο μεταγενέστερο κατά 2 έτη πρακτικό συμπορευόταν με το πρώτο και επιβεβαίωσε το περιεχόμενό του, επιπροσθέτως δε ορίσθηκε η αναπλήρωση του αναιρεσείοντος στη διοίκηση της εταιρίας, από τον αντιπρόεδρο πολιτικώς ενάγοντα, όταν κωλυόταν, λόγω των συχνών απουσιών του από την έδρα της, για τον εκτιθέμενο λεπτομερώς στο σκεπτικό λόγο. Ο πολιτικώς ενάγων όμως, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τηρούσε ενήμερο τον αναιρεσείοντα των πράξεων που διενήργησε, ως αναπληρωτής του. Συνεπώς οι υπό στοιχεία Β' και Α' κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής και για τους δύο αναιρεσείοντες κρίσεως (510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ), τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Αβάσιμος επίσης είναι και ο υπό στοιχείο Α κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 Β', λόγο αναιρέσεως, λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, κατ άρθρο 321 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, η οποία προβλήθηκε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και έτσι δεν καλύφθηκε, αφού η προβαλλόμενη έλλειψη και ασάφεια στην περιγραφή της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα, αφορά, όχι την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος κατά τα ανωτέρω, η οποία πλήρως περιγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται, αλλά άλλη πράξη για την οποία η ποινική δίωξη κηρύχθηκε απαράδεκτη, λόγω εκκρεμοδικίας, με την πρωτόδικη 27434/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου και ορθώς απορρίφθηκε η σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος από την προσβαλλομένη απόφαση, ενόψει της εισαχθείσης προς εκδίκαση στο Εφετείο ως άνω κατηγορίας σε βάρος του. Τέλος ο υπό στοιχείο Γ' λόγος της αναιρέσεως που αφορά και τους δύο αναιρεσείοντες, δεν ερευνάται, αφού με δήλωσή τους κατά την συζήτηση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά παραιτήθηκαν αυτού. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την 73/24-2-2009 αίτηση των: 1)Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της με αριθμ. 8704/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Έννοια στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 2005/2001) ΑΠ 758/2007). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι πλήρης ως προς ηθικό αυτουργό (ΑΠ 202/2008). Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για σχετική ακυρότητα που δεν καλύφθηκε λόγω απόρριψης ενστάσεως ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ και Β΄ ΚΠΔ). Απορρίπτει αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Κλητήριο θέσπισμα, Ψευδορκία μάρτυρα, Ακυρότητα σχετική.
1
Αριθμός 366/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δουλή, περί αναιρέσεως της 11823/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 922/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 274 ΠΚ, όποιος από αμέλεια έγινε υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 273, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κοινής επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια απαιτείται να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο από ενέργεια ή παράλειψη του δράστη. Υποκειμενικά απαιτείται αμέλεια, ενέχουσα τους όρους του άρθρου 28 ΠΚ, από την οποία ως αιτία προκλήθηκε ο ανωτέρω κίνδυνος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση αξιόποινης πράξης από αμέλεια χωρίς συνείδηση πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την κατ'αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή την οποία ώφειλε να καταβάλλει, όπως κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και ότι αυτός με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για κοινώς επικίνδυνη βλάβη από αμέλεια, συνισταμένη στο ότι ως προϊστάμενος της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών Νεολαίας και άθλησης του Δήμου ..., δεν μερίμνησε για τη συντήρηση των εγκαταστάσεων σε παιδικές χαρές, οι οποίες ήσαν καταστραμμένες και ακατάλληλες, λόγω φθορών και δεν υπήρχαν κατάλληλες προσβάσεις σ'αυτές λόγω εναπόθεσης προϊόντων εκσκαφής και απορριμμάτων ομόρων καταστημάτων, με αποτέλεσμα να υπάρχει επικινδυνότητα για τη ζωή και τη σωματική ακεραιτότητα των μικρών παιδιών. Δηλαδή κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για ζημιά που προκάλεσαν τρίτοι. 'Ομως με αυτόν τον τρόπο εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 274 ΠΚ, αφού στην περίπτωση αυτή απαιτείται δράστης της πράξεως να είναι αυτός που προκαλεί τη ζημιά ή την καταστροφή στο πράγμα. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την σ'αυτόν αποδιδόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη, λόγω επελθούσας παραγραφής μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 511 ΚΠΔ), ενόψει του ότι αυτή τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και έχει παρέλθει 8ετία από την τέλεσή της (χρόνος τελέσεως Μάϊος έως Σεπτέμβριος 2001), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111-113 ΠΚ και 370 εδ.β' ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 11823/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του ..., για την πράξη της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια, την οποία φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην ...κατά το χρονικό διάστημα από Μάϊο έως Σεπτέμβριο 2001. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κοινώς επικίνδυνη βλάβη από αμέλεια. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή, αφού η ζημία προκλήθηκε από τρίτο, και παύει οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Σωματική βλάβη από αμέλεια
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 364/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 73/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1327/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 400/11.12.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ' αριθμ. 26/23-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, 29 ετών, υπηκόου IRAQ, κατοίκου προσωρινά ..., οδός ... αριθμ. ..., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως ..., κατά της υπ' αριθμ. 73/16-1-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία έχει καταδικασθεί σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών για κατά συρροή τέλεση ληστειών (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του Π.Κ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 παρ. 1,2 και 476 παρ. 1β του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτό το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απαιτείται μεταξύ άλλων να ασκείται από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο, κατά αποφάσεως που να υπόκειται σε αναίρεση, εντός της τασσομένης από τον νόμο προθεσμίας, καθώς και να προτείνεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. Εν προκειμένω από τις ως άνω προϋποθέσεις λείπει η επίκληση ενός οποιουδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως, ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και τα δικαστικά έξοδα να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 26/23-1-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, 29 ετών, υπηκόου IRAQ, κατοίκου προσωρινά ..., οδός ... αριθμ. ..., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως ..., κατά της υπ' αριθμ. 73/16-1-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών διότι δεν επικαλείται κανένα απολύτως λόγο αναιρέσεως από εκείνους που απαριθμούνται στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. Αθήνα 7/12/2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ` ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση της άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ` αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρο 513 παρ. 1 του ΚΠΔ). Εξάλλου, από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 509 παρ.1α και 474 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως από εκείνον που κρατείται στις φυλακές, μπορεί να γίνει και στον διευθύνοντα τη φυλακή, με δήλωση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, όπου διατυπώνονται οι λόγοι ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου και που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται για την άσκησή του από το νόμο, τότε το αρμόδιο να κρίνει γι` αυτό Συμβούλιο ή Δικαστήριο το απορρίπτει, ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως 26/23-1-2009 αίτηση αναίρεσης ο Χ άσκησε αναίρεση, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., κατά της 73/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή κάθειρξη δώδεκα (12) ετών για ληστεία κατά συρροή και διακεκριμένη κλοπή. Στην έκθεση όμως ουδείς λόγος αναίρεσης περιέχεται, αλλ απλώς αναφέρεται με έντυπους χαρακτήρες "... Για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει ... ". Στην συνέχεια δε και στον προς τούτο αφαιθέντα κενό χώρο δεν υπάρχει καταχώρηση. Εφόσον λοιπόν στην έκθεση αναίρεσης ουδείς λόγος περιέχεται και εφόσον προηγήθηκε η ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, που αυτός όρισε με την έκθεση, σύμφωνα με την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 26/23-1-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ για αναίρεση της 73/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής αποφάσεως που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή των Φυλακών. Πρέπει να περιέχει έστω και ένα λόγο. Αν δεν περιέχει λόγους είναι απαράδεκτη (ΑΠ 2560/2008) -.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
1
Αριθμός 372/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 462/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενη τη ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγόπουλο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.9.2009 και με αριθμό 44 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1357/2009. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους της κατηγορουμένης και του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνης της έλλειψης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ' αρ. 44/29.9.2009 αίτησή του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση της υπ' αριθμ. 462/2009 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έχει καταχωρηθεί στο από το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ προβλεπόμενο Βιβλίο την 31.8.2009, επικαλούμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, με την παρουσία όλων των διαδίκων. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησης του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά, όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησης τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση απειλή ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει, είτε από τον Ίδιο τον εξαναγκαζόμενο, είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής, επενήργησε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της εκβίασης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη την 27.6.2001 υποβλήθηκε σε πλαστική εγχείριση προσθετικής στήθους, την οποία πραγματοποίησε ο εγκαλών Ψ1, πλαστικός χειρούργος. Μετά τρίμηνο από την επέμβαση εξετάστηκε από τον εγκαλούντα και δεν εντοπίστηκε κάποιο πρόβλημα. Μετά από διάστημα έξι (6) μηνών, ήτοι το Δεκέμβριο 2001 η κατηγορουμένη τον επισκέφθηκε εκ νέου παραπονουμένη για θωρακικό άλγος. Με υπόδειξη του εγκαλούντος υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία από την οποία διαπιστώθηκε "ελαφρά αλλαγή (περιστροφή) του αριστερού εμφυτεύματος (εργαστηριακό εύρημα)". Μετά τη διαπίστωση αυτή ο εγκαλών συνέστησε στην κατηγορουμένη να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση διορθωτική, την οποία όμως ή ίδια δίσταζε να αποφασίσει, μη επιθυμώντας να υποβληθεί πάλι σε χειρουργική επέμβαση και μάλιστα από τον ίδιο γιατρό (εγκαλούντα) και στον οποίο οφείλεται το πρόβλημα, στον οποίον πλέον δεν είχε εμπιστοσύνη. Το ζήτημα παρέμεινε σε εκκρεμότητα και το Μάρτιο του ίδιου έτους και ενώ, εν τω μεταξύ, η κατηγορουμένη ήταν έγκυος, επισκέφθηκε τον εγκαλούντα στο ιατρείο του στο "Ιατρικό Κέντρο Αθηνών" προς διευθέτηση του προβλήματος ενόψει της εγκυμοσύνης της και δεδομένου ότι προηγουμένως η κατηγορουμένη είχε επισκεφθεί και άλλους γιατρούς (...και ...) οι οποίοι και γνωμάτευσαν ότι πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση προς διόρθωση της περιστροφής του εμφυτεύματος. Κατά την εκεί επίσκεψή της στις 11.3.2002 που έγινε κατόπιν ραντεβού, στο ιατρείο του εγκαλούντος η κατηγορουμένη βρέθηκε ενώπιον πέντε ατόμων (γιατρών και νοσηλευτών), ήτοι, εκτός του εγκαλούντος, του Φ1, ιατρού αναισθησιολόγου,... και ..., νοσηλευτών και ..., ιατρικού επισκέπτη, απάντων μαρτύρων κατηγορίας. Κατά τις συζητήσεις του εγκαλούντος με την κατηγορουμένη που έγιναν παρουσία των ως άνω ατόμων, ο εγκαλών εκδήλωσε την πρόθεση να της καταβάλει το ποσό των 2.000.000 δρχ. που κόστιζε περίπου η επέμβαση, ώστε να λήξει το ζήτημα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι παρόλο που σήμερα ο εγκαλών υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε καμία βλάβη ή αλλοίωση μετά την επέμβαση, στην αναγνωσθείσα από 11.3.2002 προανακριτική του κατάθεση κάνει λόγο για ελαφρά αλλαγή (περιστροφή) του αριστερού εμφυτεύματος, που ναι μεν, κατά τον ίδιο, δεν προκαλούσε δυσμορφία ή σωματική βλάβη (πλην όμως όπως αποδεικνύεται υπήρχε εμφανής δυσμορφία), ο ίδιος της πρότεινε να την υποβάλει σε διορθωτική επέμβαση με τοπική αναισθησία. Η κατηγορουμένη θεώρησε ότι τα χρήματα που της πρότεινε ήταν λίγα και δεν επαρκούσαν για τη νέα επέμβαση, την οποία είχε την πρόθεση να πραγματοποιήσει στο Λονδίνο. Ο εγκαλών δεν συμφώνησε να της δώσει περισσότερα χρήματα από 2.000.000 έως 3.000.000 δρχ. και απεχώρησε λέγοντας ότι "θα τον βγάλει στα κανάλια". Πάντως δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό που θα κατέβαλε ο εγκαλών στην κατηγορουμένη, και το οποί θα συζητούσαν σε νεώτερη συνάντησή τους. Μάλιστα όπως καταθέτει επί λέξει ο εκ των αυτοπτών μαρτύρων Φ1 - ιατρός αναισθησιολόγος "μου έδωσε την εντύπωση ότι θα συζητούσαν μετά για το ποσό". Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ο ίδιος καταθέτει ότι "πιστεύω ότι δεν θα τον έπαιρνε τηλέφωνο. Θα τον πήγαινε στα κανάλια". Από τα ως άνω περιγραφέντα περιστατικά μέχρι τη στιγμή της αποχώρησής της από το ιατρείο του εγκαλούντος δεν υπήρξε κανένας εξαναγκασμός του τελευταίου εκ μέρους της κατηγορουμένης που να στοιχειοθετεί το αποδιδόμενο στην τελευταία τετελεσμένο αδίκημα της εκβίασης, αλλ' ούτε και εν αποπείρα δεδομένου ότι ελλείπει το στοιχείο του παράνομου περιουσιακού οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας, αφού ούτε είχε καταβληθεί, ούτε είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί στην κατηγορουμένη από τον εγκαλούντα οποιοδήποτε ποσό, το οποίο επρόκειτο να καθοριστεί σε νέα συνάντησή τους. Mάλιστα η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί ήταν ότι η κατηγορουμένη θα πήγαινε στα "κανάλια" χωρίς να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό. Στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι ο εγκαλών μετά από συνεννόηση με το Α/Τ ..., κάλεσε την κατηγορουμένη μέσω της γραμματέως του, να περάσει την επομένη από το ιατρείο του για να της καταβάλει δήθεν το ποσό των 5.000.000 δρχ. Πράγματι η κατηγορουμένη αφού συμβουλεύθηκε την αδελφή της ... - δικηγόρο, προσήλθε την επομένη στο ιατρείο του εγκαλούντος και έλαβε το παραπάνω ποσό, παραδίδοντας μάλιστα στον εγκαλούντα την από 12.3.2002 "βεβαίωση είσπραξης - καταβολής αποζημίωσης" και στη συνέχεια συνελήφθη από τους παριστάμενους αστυνομικούς. Υπό τα περιστατικά η κατηγορουμένη δεν τέλεσε την πράξη της εκβίασης που κατηγορείται εφόσον με την ενέργειά της αυτή δεν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντα. Και τούτο διότι μετά τα προαναναφερόμενα "ευρήματα" κατά την αξονική τομογραφία, αλλά και λόγω της δεδομένης δυσμορφίας που και εξωτερικά παρουσίαζε στην αρχή ο αριστερός μαστός και στη συνέχεια και ο δεξιός και της πρότασης του πολιτικώς ενάγοντος να υποβληθεί εκ νέου σε χειρουργική (διορθωτική) επέμβαση και μάλιστα χωρίς νέα αμοιβή και έξοδα, αναγνωρίζοντας κι αυτός έμμεσα πλην σαφώς την ανάγκη της διορθωτικής επέμβασης, πίστευε ότι το στήθος της έπρεπε οπωσδήποτε να αποκατασταθεί και ζήτησε (συμφωνήθηκε) το ως άνω χρηματικό ποσό για τη νέα επέμβαση, στην οποία επρόκειτο να υποβληθεί από άλλο γιατρό (στον πολιτικώς ενάγοντα δεν είχε πλέον εμπιστοσύνη) και σε άλλο κέντρο και ενδεχομένως στο εξωτερικό. Εξάλλου, η ως άνω εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος περιουσιακή διάθεση προς την κατηγορουμένη με την προσφορά και καταβολή του ως άνω ποσού, με δεδομένη και την κατάληξη της συνάντησής τους την προηγουμένη ημέρα κατά την οποία το ποσό της "αποζημίωσης" της κατηγορουμένης για τη διορθωτική επέμβαση θα καθοριζόταν σε νέα συνάντησή τους, δεν υπήρξε προϊόν απειλής εκ μέρους της κατηγορουμένης, αλλά οφείλεται στην αυτοπροαίρετη βούληση του πολιτικώς ενάγοντος για την κατάσταση της ζημίας της κατηγορουμένης. Έτσι το εξέλαβε και η τελευταία (κατηγορουμένη) και δεν πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό εκβιάζει τον πολιτικώς ενάγοντα και ούτε είχε τέτοιο σκοπό, αλλά πίστευε ότι ασκούσε νόμιμη αξίωσή της. Γι' αυτό, όπως προαναφέρθηκε έδωσε στον εγκαλούντα μετά την είσπραξη του παραπάνω ποσού και σχετική απόδειξη, γεγονός που μαρτυρεί το ανυποψίαστο και την έλλειψη δόλου της. Ενόψει των ως άνω περιστατικών δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά η αποδιδόμενη στην κατηγορούμενη αξιόποινη πράξη της εκβίασης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και θα πρέπει αυτή να κηρυχθεί αθώα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε την κατηγορουμένη αθώα της αποδιδομένης σ'αυτήν αξιόποινης πράξης της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου απόφασή του, ως προς την παραπάνω πράξη, την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αναφέρεται η μη ύπαρξη στο πρόσωπο της κατηγορουμένης όλων των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή αθωώθηκε. Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι η κατηγορουμένη είχε νόμιμη αξίωση αποζημίωσης από τον πολιτικώς ενάγοντα εξαιτίας της διενεργηθείσας επ' αυτής από μέρους του τελευταίου χειρουργικής επέμβασης και των βλαπτικών αποτελεσμάτων για εκείνη (κατηγορουμένη) που επήλθαν απ' αυτήν. Ακόμα, το ποσό των 13.000 ευρώ, που αυτή έλαβε από τον πολιτικώς ενάγοντα, χορηγώντας σχετική απόδειξη για το ποσό αυτό, της παραδόθηκε κατά την ελευθέρα βούλησή του, μετά από συμφωνία τους ως προς το ύψος του και μετά την απόρριψη της αρχικής πρότασής του πολιτικώς ενάγοντος για καθορισμό της αποζημίωσης αυτής (αναγκαίας για αποκατάσταση της σωματικής βλάβης της κατηγορουμένης με νέα χειρουργική επέμβαση στο εξωτερικό) στο ποσό των 2.000.000 έως 3.000.000 δραχμών, ενώ αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση (ως προς το εκούσιο της καταβολής τελικά του ποσού των 13.000 ευρώ) με τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης στην κατά την αποχώρηση της στις 11.3.2002 από το γραφείο του πολιτικώς ενάγοντος και την άρνησή του να προσφέρει μεγαλύτερο χρηματικό ποσό των 2.000.000 έως 3.000.000 δραχμών για εξώδικο διακανονισμό της διαφοράς τους, είπε δυνατά "θα τον βγάλει στα κανάλια", δηλονότι ότι ήθελε με αυτόν τον τρόπο να τον εκβιάσει για να εισπράξει μεγαλύτερο ποσό", αλλά ήταν μη ποινικά κολάσιμος τρόπος αντίδρασής της στην προηγηθείσα συμπεριφορά του πολιτικώς ενάγοντος στην αντιμετώπιση του προβλήματος που της δημιούργησε από την ανεπιτυχή χειρουργική απόφαση και τον τρόπο καθορισμού, κατά την προσωπική του εκτίμηση και κρίση και κατά την κατηγορουμένη προσβλητικό τρόπο, της αποζημιώσεώς της. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι αβάσιμος και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 462/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκβίαση. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού (σε βαθμό πλημμελήματος). Αιτιολογία αθωωτικής απόφασης. Αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αντίφαση στην αιτιολογία της απόφασης. Απόρριψη της αίτησης αυτής ως αβάσιμης.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση, Απόφαση αθωωτική.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 360/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 57/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδ/νήσου. Με κατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ... και 5. .... Το Συμβούλιο Εφετών Δωδ/νήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 721/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 327/13.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδαφ. α' του Κωδ. Ποιν, Δικ. την υπ' αριθμ. 3/27-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος ..., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 57/13-4-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ... και 5) ... για πλαστογραφία κατά των δύο πρώτων από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη κατά του τρίτου, πράξεις που φέρονται να έχουν τελεσθεί στις 13-12-1999 στη ...σε βάρος του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος - αναιρεσείοντος ..., για τις επί μέρους πράξεις της εξακολουθητικής αλυσίδας του πλημμελήματος της παραβάσεως καθήκοντος που φέρονται να έχουν τελεσθεί στη ...κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Φεβρουάριο έως τον μήνα Ιούνιο 2004 κατά της τέταρτης και του πέμπτου, και, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής των μερικωτέρων πράξεων του πλημμελήματος της παραβάσεως καθήκοντος κατά των τετάρτης και πέμπτου ως άνω που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως και τον Ιανουάριο του έτους 2004 (άρθρα 13 α, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 α, 98, 216 παρ. 1, 3 εδαφ.α', 259 Π.Κ.), και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 (όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά τα άρθρα 482 και 483 του Κωδ. Ποιν. Δικ. αναίρεση κατά βουλευμάτων έχουν δικαίωμα να ασκήσουν: α) ο κατηγορούμενος εναντίον εκείνων που τον παραπέμπουν στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύουν προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, β) ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εναντίον εκείνων που παραπέμπουν τον κατηγορούμενο για κακούργημα ή αποφαίνονται να μη γίνει κατηγορία ή παύουν οριστικά ή προσωρινά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη. Και γ) ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οποιαδήποτε, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του Κωδ. Ποιν. Δικ. όπως αντικ. από το άρθρο 40 του Ν. 3160/2003. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει δικαίωμα πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά απαλλακτικών βουλευμάτων, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα (Α.Π. 1264/2003). Εν προκειμένω η ως άνω αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 57/13-4-2009 απαλλακτικού βουλεύματος για κακούργημα και πλημμέλημα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ασκείται από τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος αν και ο νόμος δεν του χορηγεί τέτοιο δικαίωμα. Ως εκ τούτου το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγομένη αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω πολιτικώς ενάγοντος, διότι ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα αυτό και να τον καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3/27-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος ..., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 57/27-4-2009 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ... και 5) Η..., και συγκεκριμένα κατά των δύο πρώτων εκ των ανωτέρω αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για κακουργηματική πλαστογραφία, κατά του τρίτου τούτων αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη, κατά της τετάρτης και πέμπτου τούτων αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για παράβαση καθήκοντος (πλημμέλημα) καθώς και έπαυσε οριστικά ποινική δίωξη για ορισμένες από τις μερικότερες πράξεις της εξακολουθητικής αλυσίδας λόγω παραγραφής, πράξεις, κακουργηματική - πλημμεληματική, που φέρονται να έχουν τελεσθεί στην Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1999 και Ιούνιο 2004. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος πολιτικώς ενάγοντος. Αθήνα 10/9/2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΑΓΓΑΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/30-6-2003, μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιλάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ.2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση όμως του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν.3160/2003 μόνον ο κατηγορούμενος δικαιούται πλέον από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που τάσσει η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται αναίρεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του 57/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου κατά την διάταξη αυτού με την οποία το Συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων ..., ..., ..., ... και ... για τις πράξεις της πλαστογραφίας από την οποία η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 73.000 € (οι πρώτος και δεύτερος), ηθική αυτουργία σ αυτήν (ο τρίτος), παράβασης καθήκοντος (οι τέταρτη και πέμπτος) και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος της πέμπτης για μερικότερη πράξη του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος. Εφόσον όμως την αναίρεση την ασκεί ο αναιρεσείων με την προαναφερθείσα ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, ασκείται υπό προσώπου μη δικαιουμένου προς τούτο, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 Κ.Π.δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 3/27-4-2009 αίτηση του ... για αναίρεση του 57/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την τροποποίηση του άρθρου 482 § 2 ΚΠΔ με άρθρο 41 § 1 του Ν.3160/2003. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (ΑΠ 1263, 1760/2006) -.
Αναιρέσεως απαράδεκτο
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 359/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 6609/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 783/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠ Ολ. 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, ορισμένως, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά την ανάκριση, αλλά και κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί, με την κατωτέρω διάκριση και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα να μη στερείται η απόφαση αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στο διατακτικό αυτής, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχονται πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα όσα είναι αναγκαία για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει σκεπτικό στην προσβαλλόμενη απόφαση με ρητή μάλιστα αναφορά στα παραπάνω πραγματικά περιστατικά του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, και όχι όταν ελλείπει παντελώς αυτό, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. II. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 6609/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 2772/28-8-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 7509/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως, για απόπειρα παράνομης μεταβίβασης κινητού μνημείου από κοινού. Από την σχετική υπ' αριθμ. 2772/2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., οδός ... αριθ. ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής ουσιώδη: "... Δήλωσε δε ότι εμπροθέσμως ασκεί την παρούσα, καθόσον ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία ακύρως επεδόθη σ αυτόν την 21 Σεπτεμβρίου 2007 ως αγνώστου διαμονής. ... Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δυνάμει του από 3-11-2005 αποδεικτικού επιδόσεως αναζητήθηκε στην ενταύθα οδό ... αριθμός ... - συνοικία Α.Τ. ..., για να του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα και μη ανευρεθείς στην παραπάνω διεύθυνση έγινε επίδοσή του δια θυροκολλήσεως. Ακολούθως, δυνάμει του από 21-9-2007 αποδεικτικού επιδόσεως αναζητήθηκε και πάλι στην οδό ..., η οποία φέρεται ως τελευταία γνωστή κατοικία του και μη ανευρεθείς του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως αγνώστου διαμονής. Όπως όμως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και όπως αποδεικνύεται από τα κατωτέρω έγγραφα στοιχεία, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλουμένης αποφάσεως ουδόλως διέμενε στην παραπάνω διεύθυνση, αλλά η μόνιμη διεύθυνση κατοικίας του ήταν η ενταύθα οδός ... αριθμός ..., όπου διέμενε με την οικογένεια του, ενώ παράλληλα διατηρούσε επαγγελματική διεύθυνση στο ..., όπου λειτουργούσε επιχείρηση οβελιστηρίου ... Για την απόδειξη των ανωτέρω επισυνάπτει: α)..., β)..., γ)..., δ)... Η παραπάνω σταθερή και μόνιμη διεύθυνση κατοικίας του ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, οπότε η επίδοση της αποφάσεως στην οδό ..., δεν έγινε στην τελευταία κατοικία ή διαμονή του και εντεύθεν ήταν άκυρη, με αποτέλεσμα να μην αρχίσει η προθεσμία της έφεσης ...". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, διότι έκρινε ότι η εκκαλουμένη νομίμως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής. Ειδικότερα, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση αυτή, αμέσως μετά το πέρας της νομικής σκέψης, αναφέρει στην απόφασή του την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 7509/10.2.2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση δέκα μηνών, η οποία μετετράπη προς 4,4 ευρώ ημερησίως. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών στο πρωτόδικο Δικαστήριο, παρ' ότι κλήθηκε ως κάτοικος ..., όπως αναφέρεται στο σχετικό από 30.11.2005 αποδεικτικό επιδόσεως (βλ. σχ. έγγραφα). Η επίδοση της ανωτέρω απόφασης προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ορθώς έγινε, ως αγνώστου διαμονής, στις 21-9-2007, μη ανευρεθείς αυτός στη γνωστή, στην Εισαγγελική Αρχή, διεύθυνση της οδού ... αρ. ..., την οποία είχε δηλώσει ο ίδιος προανακριτικά, εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος [βλ. από 25-9-2002 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' ... του Τ. Αρχαιοκαπηλίας], όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση επίδοσης του Επιμ. Δικ. Εισαγγ. Πρωτ. Θεσ/νίκης ..., ενώ η έφεση ασκήθηκε στις 28-8-2008, ήτοι μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας, προς άσκηση αυτής. Μετά απ' όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρ. 476 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα έξοδα, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ". Με τις ανωτέρω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε την απαιτουμένη στην συγκεκριμένη περίπτωση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ζητήματος της διαμονής του αναιρεσείοντος ως γνωστής ή αγνώστου, κατά την ανωτέρω έννοια και του συναπτόμενου με αυτό κύρους της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που παραδεκτά επισκοπούνται, ουδέν από τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν στην αποδεικτική διαδικασία, έστω και κατ είδος, αναφέρει το Δικαστήριο και έτσι δεν καθίσταται βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε την ένορκη κατάθεση της συζύγου του αναιρεσείοντος και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ισχυρισμού που πρόβαλε με την έκθεση εφέσεως, το μεν ότι η διεύθυνση της κατοικίας του από το έτος 2003 ήταν εκείνη που κατά τα άνω ισχυρίσθηκε (...-...) και όχι η ..., στην οποία στις 21-9-2007 αναζητήθηκε και, λόγω μη ανευρέσεως του, επακολούθησε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το δε ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως πηγή γνώσεως της εισαγγελικής αρχής που παράγγειλε την επίδοση της ως άνω διευθύνσεως (...) ήταν η προανακριτική ενώπιον των αστυνομικών αρχών απολογία του κατηγορουμένου στις 25-9-2002, κατά την οποία δήλωσε ο ίδιος ως διεύθυνση κατοικίας του την ανωτέρω και έτσι θεώρησε ότι δεν έπρεπε να ερευνήσει την βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού του τότε εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε με την έφεση, ενόψει του ότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 273 παρ. 1 περιπτ. γ ΚΠΔ, αυτή τύγχανε η πλασματική διεύθυνση κατοικίας του στην οποία έπρεπε να γίνονται οι επιδόσεις των εγγράφων της ποινικής δίκης. Η δήλωση όμως εκείνη, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, έγινε ενώπιον προανακριτικού υπαλλήλου (αστυνομικού), δεν αρκούσε για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 273 ΚΠΔ, όπως τότε ίσχυε, αφού το αποτέλεσμα τούτο, το οποίο θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια την νόμιμη επίδοση μόνον με θυροκόλληση στην δηλωθείσα διεύθυνση, επήλθε μετά την αντικατάσταση του εδαφ. α' της παραγράφου 1 με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003, με την οποία στα εκεί αναφερόμενα δικαστικά όργανα προστέθηκαν και οι προανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρων 33, 34 του ίδιου Κώδικα. Όφειλε λοιπόν το Δικαστήριο να ερευνήσει την βασιμότητα του, με την έκθεση εφέσεως, προβληθέντος ισχυρισμού περί της ως άνω νέας από το έτος 2003 διευθύνσεως κατοικίας του αναιρεσείοντος, η οποία εξακολουθούσε να ισχύει και κατά τον χρόνο της επιδόσεως της αποφάσεως, τύγχανε δε γνωστή στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοσή της και την συνδεομένη με το ζήτημα αυτό εγκυρότητα ή μη της επιδόσεως της αποφάσεως κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής και τέλος να διαλάβει ειδική περί τούτου αιτιολογία, παραθέτοντας και τα από την αποδεικτική διαδικασία προκύψαντα περί τούτου πραγματικά περιστατικά. Εφόσον λοιπόν δεν έγινε αυτό, αλλά, όπως λέχθηκε, ούτε καν τα αποδεικτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν αναφέρονται κατ είδος, η αναιρεσιβαλλομένη στερείται της κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί του εν λόγω ζητήματος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 6609/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης. Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 6/1994, ΑΠ 18/2010, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89, 90, 91, 94/2008, ΑΠ 999/2006). Έλλειψη αιτιολογίας ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Έννοια. Μη αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων, ούτε των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από τη διαδικασία. Πότε παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού διατακτικού (ΑΠ 2040/2009, ΑΠ 250/2009). Δεκτή αίτηση. Αναιρεί και παραπέμπει.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 358/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Τραυλό, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9709/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.9.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1355/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 368/6.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 23-9-2009 αίτηση του Χ, ... ετών, κατοίκου ..., με την οποία ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 9709/11-12-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση καθώς και για απάτη κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,94,98,216 παρ. 1 και 386 παρ. 1 σε συνδ. με το άρθρο 84 παρ. 2α του Π.Κ.) Κατά την διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σε αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται τόσο από ουσιαστική όσο και από νομική πλευρά ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας που στρέφεται εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Ποιν. Χρον. ΝΑ'896, Α.Π. 1269/2001 Ποιν. Χρον. ΝΒ'507). Εν προκειμένω η ανωτέρω υπ' αριθμ. 9709/11-12-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, όπως τούτο προκύπτει από το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, καθώς και από το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η ανωτέρω απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών δέχθηκε τα εξής: Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2001 ο Ζ, ο οποίος συνυπηρετούσε με τον νυν αιτούντα στο Ειδικό Κατάστημα Κρατήσεως ... ως σωφρονιστικός υπάλληλος, με τον οποίο διατηρούσε τότε φιλικές σχέσεις, τον ενημέρωσε ότι προτίθεται να προβεί στην αγορά αυτοκινήτου. Ο αιτών έδειξε να ενδιαφέρεται λέγοντάς του ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την εν λόγω αγορά με τραπεζική χρηματοδότηση μέσω πιστωτικής κάρτας από την Τράπεζα EUROBANK, στην οποία εργαζόταν ο αδελφός του. Για τον λόγο αυτό ζήτησε από τον συνάδελφό του Ζ να του δώσει την αστυνομική του ταυτότητα καθώς και το εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας. Μετά όμως από λίγες ημέρες του επέστρεψε ο αιτών την αστυνομική του ταυτότητα, όχι όμως και το εκκαθαριστικό σημείωμα της Εφορίας, προφασιζόμενος ότι το κράτησε η Τράπεζα και ότι δεν δικαιούται χρηματοδοτήσεως λόγω των εισοδημάτων του. Όπως όμως διαπιστώθηκε στη συνέχεια ο εν λόγω αιτών έχοντας στη κατοχή του τα προαναφερόμενα έγγραφα, προφανώς φωτοτυπίες αυτών, κατάρτισε τις από 10-8-2001 και 21-8-2001 αιτήσεις για χορήγηση πιστωτικών καρτών που απηύθυνε αντιστοίχως στην "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε." και στην Τράπεζα "EUROBANK", στις οποίες ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητας του εν λόγω Ζ. Και συγκεκριμένα, επώνυμο Ζ, αριθμό ταυτότητας ..., ημερομηνία εκδόσεως ..., Α.Τ. ..., ημερομηνία γεννήσεως ..., τόπος ... καθώς και τα λοιπά ατομικά στοιχεία του Ζ, του οποίου έθεσε στις εν λόγω αιτήσεις την υπογραφή κατ' απομίμηση αυτής και χωρίς την συναίνεση του ανωτέρω Ζ, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος και να του χορηγήσουν στις 10-8-2001 την αιτηθείσα πιστωτική κάρτα. Με την οποία εν συνεχεία πραγματοποίησε αγορές ύψους 3.147 ΕΥΡΩ θέτοντας κάθε φορά που πραγματοποιούσε αγορά την υπογραφή του Ζκατ' απομίμηση αυτής, ζημιώνοντας έτσι την περιουσία του ανωτέρω κατά το προαναφερόμενο ποσό. Όταν δε αποκαλύφθηκε η έκνομη συμπεριφορά του αιτούντος σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε ο παθών Ζ και η οποία έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά της υπ'αριθμ. 9709/11-12-2006 αποφάσεως, χάθηκαν τα ίχνη του ακόμη και από την υπηρεσία. Σύμφωνα επίσης με την αυτή ως άνω κατάθεση ο αιτών προθυμοποιήθηκε να αποζημιώσει τον Ζ μία ή δύο περίπου ημέρες πριν εξετασθεί η περίπτωσή του από το πειθαρχικό συμβούλιο της υπηρεσίας, χωρίς όμως να πραγματοποιήσει ποτέ την υπόσχεση που του έδωσε. Νυν ο αιτών προκειμένου να υποστηρίξει την αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας προσκομίζει και επικαλείται ως νέο γεγονός που δεν είχε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... αμετάκλητη απόφαση την υπ'αριθμ. ... δήλωση του Φ και της ..., ... ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Ταρσία Ιωάννου Μιχαλοπούλου, στην οποία φέρεται να δηλώνει ότι το καλοκαίρι του 2001 συναντήθηκε συμπτωματικά με τον Χ (αιτούντα) στην πλατεία ..., και ότι κατά την συζήτηση που είχαν του ανέφερε ότι κάποιος συνάδελφός του επιθυμούσε να λάβει δάνειο για να αγοράσει με αυτό αυτοκίνητο και ότι προθυμοποιήθηκε να τον εξυπηρετήσει λόγω των γνωριμιών που είχε. Και για τον λόγο αυτό ο Χ για να τον διευκολύνει όπως ισχυρίζεται το εφωδίασε με φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του ... με τα ανωτέρω έγγραφα όπως δηλώνει ο Φ εμφανίσθηκε μετά από μερικές ημέρες στο κατάστημα πωλήσεως κινητών τηλεφώνων με τον διακριτικό τίτλο "MILLENIUM" στην Πλατεία ... και αγόρασε τρεις (3) συσκευές κινητών τηλεφώνων δίνοντας στον καταστηματάρχη φωτοτυπίες της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του Ζ, προκειμένου όπως δηλώνει να ενεργήσει για την λήψη τραπεζικού δανείου καθώς και να παρακρατήσει το ποσό που αναλογούσε στην αγορά των κινητών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να χορηγηθεί το εν λόγω δάνειο, περιορισθείς μόνο στο να χρησιμοποιήσει τα ανωτέρω έγγραφα προς ίδιο όφελος. Η ανωτέρω εκδοχή του συμβάντος δεν είναι καθόλου πειστική, αδυνατώ να δεχθώ ότι ένας επιχειρηματίας, 52 ετών, χρησιμοποιεί προσωπικά έγγραφα (αστυνομική ταυτότητα - εκκαθαριστικό σημείωμα) του συναδέλφου ενός γνωστού του, δηλαδή του Χ, μόνο και μόνο για να αποκτήσει την κυριότητα τριών κινητών τηλεφώνων. Ή ότι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος πωλήσεως κινητών τηλεφώνων με τον διακριτικό τίτλο "MILLENIUM" στην Πλατεία ... κατάρτισε πλαστά έγγραφα για να προμηθευθεί πιστωτική κάρτα επ' ονόματι του Ζ, προκειμένου να αγοράσει πράγματα συνολικής αξίας 3.147 ΕΥΡΩ. Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ 'ουσία και να καταδικασθεί συγχρόνως ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω Α)Να απορριφθεί η από 23-9-2009 αίτηση του Χ, ... ετών, κατοίκου ..., για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9709/11-12-2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Β)Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 26-10-2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, και τον πληρεξούσιο του αιτούντος και έπειτα αποχώρησαν. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Επί του προκειμένου, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου η υπ' αριθμ. ... αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9709/11/12/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστών εγγράφων, κατ' εξακολούθηση, και για απάτη. Η αίτηση αυτή, με την οποία η αιτούσα επικαλείται ως νέες αποδείξεις την υπ' αριθμ. ... δήλωση του Φ στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Τ. Μιχαλοπούλου, από την οποία προκύπτει η αθωότητά του και η οποία ήταν άγνωστη στους δικαστές που δίκασαν, νομίμως κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), και πρέπει να ερευνηθεί από ουσιαστική άποψη. Σύμφωνα με το σκεπτικό και το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως, η οποία είναι αμετάκλητη (όπως προκύπτει από τα ... και ... πιστοποιητικά του γραμματέα του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών και του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου), ο αιτών καταδικάστηκε διότι στην ... στις 10/8/2001 και 21/8/2001, α) εξακολουθητικά κατάρτισε πλαστά έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, των εγγράφων δε αυτών ακολούθως έκανε χρήση, ειδικότερα δε έχοντας στην κατοχή του την αστυνομική ταυτότητα και το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας του εγκαλούντος Ζ, κατάρτισε τις από 10/8/2001 και 21/8/2001 αιτήσεις για τη χορήγηση πιστωτικής κάρτας που απευθύνονται προς τις τράπεζες " Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και " Eurobank", αντίστοιχα, στις οποίες ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητος και λοιπά ατομικά στοιχεία του ανωτέρω εγκαλούντος (ονοματεπώνυμο, αριθμό και λοιπά στοιχεία ταυτότητος, ημερομηνία και τόπο γέννησης), και ακολούθως έθεσε σε κάθε μία από τις αιτήσεις αυτές δυσανάγνωστη υπογραφή του Ζ, χωρίς τη συναίνεσή του, ώστε να εμφανίζονται ότι προέρχονται από αυτόν, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους των τραπεζών και να χορηγήσουν σ' αυτόν, υπό τα ψευδή ως άνω στοιχεία, τις αιτούμενες πιστωτικές κάρτες, στη συνέχεια δε χρησιμοποίησε τα ως άνω έγγραφα προσκομίζοντας αυτά στις αντίστοιχες τράπεζες, προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος πιστωτικές κάρτες, εμφανιζόμενος ως Ζ, και β) με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ειδικότερα δε στην ... στις 10/8/2001 εμφανίστηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους του καταστήματος της Τράπεζας " Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στους οποίους, αφού υπέβαλε την προς το κατάστημα της τράπεζας απευθυνόμενη ως άνω πλαστή αίτηση με τα έχοντα σχέση με αυτή λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι ονομάζεται Ζ και ζήτησε τη χορήγηση σ' αυτόν πιστωτικής κάρτας, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης, παραπλανηθέντες δε οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας από την απατηλή αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, χορήγησαν σ' αυτόν, υπό τα ψευδή ως άνω στοιχεία ταυτότητας, την αιτούμενη πιστωτική κάρτα, με την οποία αυτός πραγματοποίησε αγορές αξίας 3.147 ευρώ, αποκομίζοντας ο ίδιος ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, αφού οι χρεώσεις γίνονταν στο όνομά του.- Τώρα ο αιτών, προκειμένου να υποστηρίξει την αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, προσκομίζει και επικαλείται ως νέο γεγονός που δεν είχε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση την 4350/4/9/2009 δήλωση του Φ, κατοίκου ..., στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ταρσία Μιχαλοπούλου, στην οποία φέρεται να δηλώνει τα εξής: "Με τον από πολλά χρόνια γνωστό μου Χ (που σημειωτέον υπηρετούσε στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης ...) συναντηθήκαμε τυχαία στην πλατεία ...., δίπλα στην ..., και συζητώντας μού ανέφερε ότι κάποιος συνάδελφός του επιθυμούσε να λάβει δάνειο για αγορά αυτοκινήτου και εγώ προσφέρθηκα να τον εξυπηρετήσω, και έτσι ο Χ μου έδωσε φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του Ζ. Μετά από λίγες ημέρες, προσήλθα στο κατάστημα πώλησης κινητών τηλεφώνων με τον διακριτικό τίτλο "MILLENIUM" και αγόρασα τρεις συσκευές κινητών τηλεφώνων, δίνοντας στον καταστηματάρχη φωτοτυπίες της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματος του Ζ, προκειμένου ο καταστηματάρχης να βγάλει τραπεζικό δάνειο και να παρακρατήσει το αναλογούν ποσό της αγοράς των κινητών τηλεφώνων. Σε μετέπειτα συνάντηση που είχα με τον Χ το ίδιο καλοκαίρι του 2001, του είπα ότι δεν μπόρεσα να βγάλω το δάνειο του συναδέλφου του και του απέκρυψα ότι έκανα προσωπική χρήση των φωτοτυπιών της αστυνομικής ταυτότητας και του εκκαθαριστικού του συναδέλφου του Ζ, προσφάτως δε σε συνάντηση μας πληροφορήθηκα ότι ο Χ διώχθηκε από την υπηρεσία του από τις παραπάνω ενέργειές μου, γι' αυτό από τύψεις προσήλθα να δηλώσω ότι έτσι έχουν τα πράγματα και να διευκρινίσω ότι ο Χ δεν είχε την παραμικρή σχέση με τα παραπάνω συμβάντα". Η δήλωση αυτή του ανωτέρω είναι μεν νέο στοιχείο, άγνωστο στους καταδικάσαντες τον αιτούντα δικαστές, αλλά κατά το περιεχόμενό της, είτε μόνη είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών καταδικάστηκε άδικα για τα παραπάνω εγκλήματα, αφού η δήλωση αυτή δεν κρίνεται πειστική, όχι μόνο διότι δόθηκε μετά παρέλευση εννέα (9) ετών μετά την τέλεση των άνω εγκλημάτων από τον αιτούντα, παρότι συναντιόντουσαν, αφού συνδέονταν με μακροχρόνια φιλία, αλλά και διότι το δικαστήριο της ουσίας με την ως άνω απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, κήρυξε αθώο τον αιτούντα για τη μερικότερη πράξη της απάτης που τέλεσε σε βάρος του εγκαλούντος στις 21/8/2001, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, μετά την επ' ακροατηρίου κατάθεσή του (του εγκαλούντος) ότι ο αιτών τον ικανοποίησε (τον αποζημίωσε) πριν υποβάλει την μήνυση εναντίον του, ενώ υποσχέθηκε να τον ικανοποιήσει και για την άλλη ζημία δύο ημέρες πριν περάσει από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αλλά τελικά δεν το έπραξε, ενώ περαιτέρω ο αιτών, κατά την απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όχι μόνο δεν αναφέρει το όνομα, αλλά και οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση, του ως άνω μάρτυρα Φ, αλλά επί πλέον ομολογεί ότι δανειζόταν από πολλούς διότι είχε ανάγκη από χρήματα. Επομένως, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος και η υπό κρίση αίτησή του πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 7370/23/9/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9709/11/12/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου λημμελημάτων Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για εξακολουθητική πλαστογραφία με χρήση και απάτη (πλημμεληματικές πράξεις). Επανάληψη της διαδικασίας (Νέο στοιχείο). Απορρίπτεται ως αβάσιμη στην ουσία.
Επανάληψη διαδικασίας
Επανάληψη διαδικασίας.
0
Αριθμός 356/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πενταγιώτη, για αναίρεση της 268/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "WIND (πρώην ΤΙΜ) ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία", που εδρεύει στο... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στεφανογιάννης Οικονόμου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 21 Δεκεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1227/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως συνάγεται τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ΠΚ απλή συνεργεία συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης και που δεν είναι άμεση, εν γνώσει αυτού που την παρέχει για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένου εγκλήματος. Ψυχική συνδρομή αποτελεί και η παρεχομένη για την τέλεση της πράξης ενθάρρυνση κατά οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με την απλή παρουσία στον τόπο της τελούμενης ποινικώς αξιόλογης αδικοπραγίας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 268/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8/10/2003, έγινε στο ... και συγκεκριμένα στην οδό ..., μπροστά από ακίνητο στον οικοδομικό αριθμό ..., συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός κατοίκων της περιοχής οι οποίοι είχαν αποκλείσει την εν λόγω οδό, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την εγκατάσταση στο δώμα της υπάρχουσας εκεί οικοδομής, ιδιοκτησίας της τρίτης κατηγορουμένης Κ, κεραιών κινητής τηλεφωνίας των εταιριών COSMOTE ΑΕ και TIM (ήδη WIND) ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ, είχε δε σταθμεύσει με εντολή τους στο ίδιο σημείο και ένα τηλεσκοπικό γερανοφόρο όχημα με πρόσκληση και εντολή τους, και με τη βοήθεια του, ανέβηκαν άτομα, τα στοιχεία των οποίων δεν εξακριβώθηκαν στο δώμα της οικοδομής και αποξήλωσαν τις κεραίες, έκοψαν τα καλώδια της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης αυτών, με αποτέλεσμα, όσον αφορά τον εξοπλισμό της εγκαλούσας -πολιτικώς ενάγουσας, δεύτερης από τις ως άνω εταιρίες, να του προκαλέσουν ζημιά, αντίστοιχη με το κόστος εγκατάστασης των μηχανημάτων που αποξηλώθηκαν-άλλη συγκεκριμένη ζημιά και φθορά δεν προκύπτει-ύψους 4842,26 ευρώ (βλ. από 24/11/2006 τεχνική έκθεση). Ενεργό συμμετοχή στην εν λόγω συγκέντρωση είχε ο πρώτος των κατηγορουμένων (Χ-αναιρεσείων), εκφράζοντας και αυτός έντονα τη διαμαρτυρία του για την εγκατάσταση των επίμαχων κεραιών, συμπορευόμενος με τους κατοίκους και αποδεχόμενος την παραπάνω ενέργειά τους, παρέχοντας έτσι με την ενεργό συμμετοχή του και την αναγνωρισημότητα που είχε ως Αντιδήμαρχος, ψυχική συνδρομή στους δράστες της άδικης πράξης που διέπραξαν, της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια, πρέπει ο κατηγορούμενος αυτός να κηρυχθεί ένοχος απλής συνέργειας σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της εναντίον του κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας στην παραπάνω πράξη". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, διάλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27, 47 παρ. 1 και 381 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ούτε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αποφάσεως και το διατακτικό της που επιτρεπτά το συμπληρώνει, το δικαστήριο παραθέτει τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων ενίσχυσε αντικειμενικά την τέλεση της πράξεως της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που έγκειται στην ενεργό παρουσία του στον τόπο της συγκέντρωσης, εκφράζοντας έντονα την διαμαρτυρία του για την εγκατάσταση των επίμαχων κεραιών συμπορευόμενος με τους αυτουργούς και αποδεχόμενος την ενέργειά τους να αποξηλώσουν τις κεραίες. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 Ε του ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 του Π.Δ.410/1995 "οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κ.λ.π. οφείλουν να αποζημιώσουν το Δήμο ή την Κοινότητα για κάθε θετική ζημία που προξένησαν εις βάρος της περιουσίας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 του Ν. 2800/2000 κατά την αληθή έννοια του άρθρου 183 του Π.Δ. 410/1995 "Περί δημοτικού και κοινοτικού Κώδικα", η αστική ευθύνη των οργάνων των πρωτοβαθμίων Ο.Τ.Α. που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση προς αποζημίωση των οικείων νομικών προσώπων, για κάθε θετική ζημία που προξενήθηκε εις βάρος της περιουσίας τούτων από δόλο ή βαριά αμέλειά τους, δεν υπέχουν δε ατομική ευθύνη τα ίδια όργανα, προς αποζημίωση τρίτων". Τέλος, με το άρθρο 64 παρ. 2 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικώς σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο κατά το άρθρο 63 νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή παράλειψη, χαρακτηριζόμενη ως ποινικό αδίκημα, που τέλεσαν τα ανωτέρω αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α, κατά την άσκηση της εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων σε βάρος αυτών, προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον, αφού τα όργανα αυτά δεν ευθύνονται προσωπικά για την προκληθείσα ζημία σε τρίτο, το δικαίωμα δε αυτό είναι αυτοτελές και διακεκριμένο και ανήκει στον αμέσως εκ του αδικήματος παθόντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, επιδίκασε στην νομίμως παραστάσα και στο δεύτερο βαθμό ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρία "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕΒΕ" το ποσόν των 44 ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την προδιαληφθείσα αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος Αντιδημάρχου. Ο τελευταίος με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι η παραπάνω ζημιωθείσα εταιρία νομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα εναντίον του μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, λόγω της ιδιότητάς του ως Αντιδημάρχου, και όχι για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων δεν τελέσθηκε κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, οπότε και μόνον η ζημιωθείσα εταιρεία νομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα προς υποστήριξη της κατηγορίας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στην δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23/7/2009 αίτηση και τον από 21/12/2009 πρόσθετο λόγο του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 268/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ύψους πεντακοσίων(500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για απλή συνέργεια σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Απορρίπτεται ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως αβάσιμος. Απορρίπτεται επίσης ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν παρέστη νομίμως εναντίον του αναιρεσείοντα ως πολιτικώς ενάγουσας η Α.Ε. για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον έπρεπε να παραστεί λόγω της ιδιότητός του ως Αντιδημάρχου, μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας, διότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε αυτός δεν έχει σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή, Δήμαρχος, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
0
Αριθμός 355/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, για αναίρεση της 4147/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1500/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον αυτοπροσώπως παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα (ως δικηγόρο), που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 386 § 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος, η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ)βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία (και) υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου, καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Εντεύθεν και απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του δικαστού σε πολιτική δίκη, δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος (να) υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, ή γνησίων μεν, ψευδών όμως κατά περιεχόμενο, από τα οποία ο δικαστής παρεπλανήθη και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου. Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 § 1 ΠΚ "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83)". Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με την μορφή αποπείρας, τόσον όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστου τελεί εις τοιαύτην αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε αποκοπεί για οποιοδήποτε λόγο. Για την στοιχειοθέτηση της αποπείρας απάτης απαιτείται να συντρέχει πλήρως και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή ο δράστης πρέπει να έχει γνώση ως προς το ψευδές των περιστάσεων και να επιδιώκει την επίτευξη παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Και εις την απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δε παρεπλανήθη το δικαστήριο, παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό ή δεν εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ του δράστου. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά, κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4147/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής: "Με την από 14-1-2000 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο εγκαλών Ψ, δικηγόρος στο Τ.Ε.Ε. και ως εκ της σχέσης του αυτής γνωρίζων αρχιτέκτονες και μηχανικούς μέλη του τελευταίου, ζήτησε από τον πρώτο κατηγορούμενο, αρχιτέκτονα- μηχανικό και μέλος του Τ.Ε.Ε" (είναι ο εδώ αναιρεσείων) να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 1.530.000 δρχ. με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς κατά του αγωγικούς του ισχυρισμούς, το Σεπτέμβριο του 1998 συνεβλήθη μαζί του και του ανέθεσε την αποπεράτωση του διαμερίσματός του σε πολυκατοικία της οδού ... αρ. ... του ... έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, μέρος του οποίου από 1.530.000 δρχ. του είχε καταβάλει, όπως προκύπτει από την από 27-11-1998 απόδειξη. Πλην όμως, επειδή ο μηχανικός δεν προέβη στην έναρξη εκτέλεσης του αναληφθέντος έργου, υπαναχώρησε της συμβάσεως με εξώδικο έγγραφο που επέδωσε στον κατηγορούμενο στις 7-1-1999 και επομένως η αιτία καταβολής των άνω χρημάτων δεν είχε επακολουθήσει. Επί της αγωγής αυτής αρχικά εκδόθηκε η υπ'αρ. 3341/2001 απόφαση του άνω δικαστηρίου, ερήμην του κατηγορουμένου, εκεί εναγομένου. Ο τελευταίος εφεσίβαλε την απόφαση στις 15-10-2001 και η υπόθεση εισήχθη στο Εφετείο Αθηνών, όπου ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι είχε λάβει από τον εγκαλούντα 330.000 δρχ. έναντι αμοιβής του για την αναθεώρηση της αρχικής οικοδομικής άδειας της οικοδομής και 1.200.000 δρχ. έναντι εργασιών που πραγματοποίησε στην οικοδομή μέχρι 31-12-1998, επομένως ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει να επιστρέψει το άνω ποσό. Με τους ισχυρισμούς του αυτούς ο πρώτος κατηγορούμενος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο οικονομικό όφελος επιχείρησε να παραπλανήσει το άνω δικαστήριο διότι ενώπιόν του, προσκομίζοντας τις υπ' αρ. ..., .../5-3-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των δευτέρου και τρίτου των κατηγορουμένων προς υποστήριξη της εφέσεώς του, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι πληρώθηκε για εργασίες τις οποίες δήθεν εκτέλεσε στο διαμέρισμα του εγκαλούντος γεγονός που είναι ψευδές διότι καμία εργασία αυτός δεν εκτέλεσε στο διαμέρισμα, εκτός από την αφαίρεση υπολειμμάτων σκυροδέματος προκειμένου να προετοιμασθεί ο χώρος για τις εργασίες. Το γεγονός αυτό της μη εκτελέσεως εργασιών αποπεράτωσης εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, αποδείχθηκε από τις καταθέσεις του εγκαλούντος και του μάρτυρος ...στο ακροατήριο, ο οποίος μάλιστα διαμένει στο διπλανό διαμέρισμα και διέθετε τα κλειδιά του διαμερίσματος του εγκαλούντος για την είσοδο των εργατών και ο οποίος κατέθεσε ότι κανένα συνεργείο του κατηγορουμένου δεν ήλθε, ούτε αυτός έφερε υλικά οικοδομής σε αυτό. Επίσης από το από 12-6-2002 έγγραφο του Δήμου Αθηναίων - Δ/νση Πολεοδομίας που στο πλαίσιο του αντικειμένου αναθεώρησης των οικοδομικών αδειών, αναφέρει ότι "ουδεμία εργασία εγένετο" . Επίσης και από την από 7-3-2002 τεχνική έκθεση των αρχιτεκτόνων - μηχανικών ... και ... που έγινε μετά από αίτηση του εγκαλούντος, οι οποίοι μηχανικοί διαπίστωσαν ότι ουδεμία εργασία ηλεκτρολόγου ή υδραυλικού έχει γίνει στην οικοδομή. Μετά από αυτά ο εγκαλών ανέθεσε σε άλλον πολιτικό μηχανικό, τον μάρτυρα που κατέθεσε στο ακροατήριο ... το εν λόγω έργο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την υπ' αρ.7520/2004 προδικαστική απόφασή του ενόψει των ισχυρισμών των πλευρών και έτσι από λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως του κατηγορουμένου το δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε και δεν εξέδωσε οριστική απόφαση κατά παραδοχή της θέσης του κατηγορουμένου. Από όλα αυτά τα περιστατικά που αποδείχθηκαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος της αξιόποινης πράξης της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο ...". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον α' κατηγορούμενο Χ1 του ότι: "Στην ... στις 15-10-2001 ο πρώτος κατ/νος Χ1 έχοντας αποφασίσει να τελέσει το πλημμέλημα της απάτης σε δίκη δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η πράξη δε αυτή να γίνει στο Δικαστήριο, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος αυτού. Ειδικότερα με την από 12-10-2001 έφεσή του, που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών στις 15-10-2001 κατά του εγκαλούντος Ψ και της υπ' αριθμ. 3371/01 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του τελευταίου και υποχρεώθηκε ο κατ/νος να του καταβάλει το ποσό των 1.530.000 δρχ. που είχε λάβει για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο υπό στοιχεία Α5 διαμέρισμα της επί της οδού ... στο ... πολυκατοικίας που ουδέποτε εκτέλεσε, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους Δικάσαντες Δικαστές ότι τμήμα του ανωτέρω ποσού (1.530.000 δρχ.) ήτοι 330.000 δρχ. έλαβε για την αναθεώρησή της υπ' αριθ. .../84 οικοδομικής άδειας και τα υπόλοιπα (1.200.000 δρχ.) έναντι εργασιών που πράγματι πραγματοποίησε στην ανωτέρω οικοδομή. Τα ως άνω έπραξε με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 1.530.000 δρχ. με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντα, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξαρτήτους της βουλήσεώς του καθώς δεν εκδόθηκε απόφαση επί της ασκηθείσας εφέσεώς του". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη της η απόφαση χωρίς ουδέν να εξαιρέσει, η δε ιδιαίτερη μνεία συγκεκριμένων εξ αυτών δεν έχει την έννοια ότι δεν έλαβεν υπ' όψη τα άλλα, τα περιστατικά που συνιστούν την απόπειρα απάτης στο δικαστήριο (άρθρο 42, 386 § 1 ΠΚ), τους ψευδείς ισχυρισμούς τους οποίους εν γνώσει του ψεύδους των υπέβαλε στο Εφετείο Αθηνών, με την κατάθεση της εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμ. 3341/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα ψευδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκόμισε κατά την συζήτηση της άνω εφέσεως δηλαδή τις δύο ένορκες βεβαιώσεις, ψευδείς κατά το περιεχόμενόν των, το παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου, το οποίον επεδίωξε με αντίστοιχο βλάβη του εγκαλούντος, δια παραπλανήσεως του δικαστού και την μη τέλεση της πράξεως, η οποία παρέμεινε στην απόπειρα, διότι ο τελευταίος δεν εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ του αναιρεσείοντος. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι υπεβλήθη αίτημα αναβολής της συζητήσεως κατ' άρθρον 61 ΚΠΔ, αφού ουδαμού εις αυτήν υπάρχει τοιούτο αίτημα. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι επί λέξει "η υπόθεσις περί ης η καταδίκη είναι εκκρεμής εις το πολιτικό Δικαστήριο και τούτο ελέχθη και το Δικαστήριο ανεπιτρέπτως σιγή απέρριψε την επερειδομένην εις το άρθρο 61 ΚΠΔ αίτημα αναβολής της δίκης", είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Με τα άρθρα 111, 112 και 113 § 2 ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 § 6 Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα, κατά την οποίαν ετελέσθη η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών (3) ετών. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Εξ άλλου κατά το άρθρο 174 § 2 ΚΠΔ "Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου ... ή ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής του ... καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 § 3 καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της ...". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση ακύρου επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφ' όσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρος, και από αυτή αρχίζει η κυρία διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμιο δίκη και δικασθεί ερήμην η ως άνω ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος ως διαδικαστικής πράξεως που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγον εφέσεως κατά την εκκλητής αποφάσεως (Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγον εφέσεως καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία-έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητος (του) λόγου αναιρέσεως, ο νυν αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθμ. 76956/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης παραστάντος αυτού δια πληρεξουσίου εις ποινή φυλακίσεως συνολικώς είκοσι δύο (22) μηνών και δη 12 μηνών δι' εκάστην των πράξεων της αποπείρας απάτης στο δικαστήριο και της ηθικής αυτουργίας εις την ψευδορκία των δύο συγκατηγορουμένων του παρόντων τότε. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων και οι τελευταίοι ήσκησαν έφεση, κατά την συζήτηση της οποίας ο β' κατηγορούμενος Χ3 προέβαλε "παραγραφήν των αδικημάτων που τον βαρύνουν, διότι δεν του επεδόθη ποτέ το κλητήριο θέσπισμα" και δεν έγινε έναρξη της κύριας διαδικασίας". Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμόν του άνω δευτέρου κατηγορουμένου Χ3, διότι ούτος, εμφανισθείς στο ακροατήριο κατά την έναρξη της πρωτοδίκου δίκης, δεν πρότεινε την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε ηναντιώθη στον πρόοδο της δίκης και, εντεύθεν, έκτοτε ήρχισε η κυρία διαδικασία και επήλθε αναστολή της πενταετούς παραγραφής, ώστε ο χρόνος της παραγραφής των άνω πλημμεληματικών πράξεων (να) είναι οκταετής. Ούτως ορθώς το Εφετείο έκρινε και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, οι οποίες έπρεπε να ισχύσουν και για τον αναιρεσείοντα κατ' άρθρον 469 ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 577 § 2 ΚΠΔ "Το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. ... Η παράβαση των ανωτέρω διατάξεων από το δικαστικό γραμματέα συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη". Εξάλλου κατά το άρθρο 171 § 1 περ. δ' ΚΠΔ "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ)την εμφάνιση ... και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται ..." και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση προσβάσεως στο περιεχόμενο του δελτίου του ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στον σχηματισμό καθαράς δικαστικής πεποιθήσεως που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποιήσεως εις βάρος του προηγουμένων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι ώστε η παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 577 § 2 ΚΠΔ, με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Όταν όμως το δελτίο του ποινικού μητρώου δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο και δεν ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν υπάρχει ακυρότης, διότι εις την περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται η άνω διάταξη του άρθρου 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αποπείρας απάτης επί δικαστηρίου, δεν έλαβεν υπ' όψη του αμέσως ή εμμέσως, ούτε συνεξετίμησε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό αυτής αποδεικτικά μέσα, το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή και οιουδήποτε άλλου από τους δύο συγκατηγορουμένους του, ενώ, εξ άλλου από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της αποφάσεως περί ενοχής των κατηγορουμένων ανεγνώσθησαν τα ποινικά τους μητρώα (εκ παραδρομής γίνεται μνεία ότι διαβάστηκε "το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου" αντί των κατηγορουμένων). Συνεπώς ο σχετικός λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, κατά τον οποίον έλαβε χώραν απόλυτος ακυρότητα, διότι "τα ποινικά μητρώα είναι αποσφραγισμένα, τα οποία η Πρόεδρος του Δικαστηρίου προ της περί ενοχής κρίσεως έλαβεν ανά χείρας, χωρίς μάλιστα να προβάλλει σαφώς ότι και τα ανέγνωσε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21/5/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4147/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και την δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη (386 ΠΚ). Στοιχεία. Πότε περιουσιακή βλάβη. Τι συνιστά. Ο παραπλανόμενος μπορεί να μην ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο. Πότε απόπειρα απάτης. Απάτη επί δικαστηρίου. Απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου. Πότε. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Άρθρα 111, 112, 113 § 2 ΠΚ. Πότε παραγραφή πλημμελημάτων. Πότε έναρξη κυρίας διαδικασίας άρθρα 307, 314, 320, 321, 339, 340, 343 ΚΠΔ. Επίδοση κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος. Πότε θεωρείται έγκυρη, άρθρ. 577 § 2 ΚΠΔ. Απαγορεύεται η πρόσβαση στο ποινικό μητρώο μέχρι την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου. Πότε ακυρότης εκ της αναγνώσεως του ποινικού μητρώου. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα.
0
Αριθμός 349/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στην 1 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 499/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 635/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως, που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, ως εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτήν ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη έναρξη καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και στην Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στον μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 499/2009 απόφασή του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατ' έφεση της με αριθμό ΑΤ.2020/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 96 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 33.000 ευρώ, για το αδίκημα της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών προς το ελληνικό έδαφος, απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως αυτής, με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: "ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην, με την απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία έχει αριθμό 499/2009. Η απόφαση αυτή του κοινοποιήθηκε στις 16.7.2008, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό της επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων ... που βρίσκεται στη δικογραφία. Άσκησε την κρινόμενη έφεση στις 20.10.2008, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας και χωρίς να αναφέρει στο έγγραφο της έφεσης λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Εξάλλου, ούτε από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος από ανώτερη βία άσκησε την έφεση, μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Επομένως πρέπει η έφεση αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αφού καταδικάσθηκε ερήμην, άσκησε την από 20.102008 έφεσή του, παραπονούμενος ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης. Έλαβε δε γνώση και η παρούσα ασκείται νομίμως και εμπροθέσμως, διότι η επίδοση της ως άνω αποφάσεως έγινε ως αγνώστου διαμονής και είναι απολύτως άκυρη, διότι είχε δηλωθεί κατά την προανάκριση η διαμονή του εκκαλούντος κατ' άρθρο 273 ΚΠΔ στην ανωτέρω διεύθυνση όπου είναι και η μόνιμη κατοικία του, ώστε θα έπρεπε η εκκαλουμένη να του επιδοθεί τουλάχιστον με θυροκόλληση, μετά ταύτα, ουδόλως εκκίνησε η προθεσμία για την άσκηση του παρόντος ενδίκου μέσου)". Έτσι, με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι ήταν, κατά τον χρόνο επίδοσης προς αυτήν της εκκαλούμενης απόφασης, γνωστής διαμονής, και για την θεμελίωση της κρίσης του ότι καλώς έγινε η επίδοση αυτή προς τον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στο αιτιολογικό της απόφασης αν ο αναιρεσείων ήταν ή όχι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, άγνωστης διαμονής για την δικαστική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της απόφασης. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης, όπως διατυπώνεται, είναι παντελώς ελλιπής και ασαφής, αφού επί του ισχυρισμού αυτού, όπως διατυπώθηκε στο δικόγραφο της εφέσεως, ουδόλως αναφέρεται κάτι για τον αναφερόμενο λόγο δικαιολογήσεως του εκπροθέσμου της εφέσεως, θεωρώντας εσφαλμένα ότι στο δικόγραφο της έφεσής του δεν αναφέρει λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Αναφέρει δε περαιτέρω ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε η έφεση είναι η με αριθμό 499/2009, ενώ αντίθετα η εκκαλουμένη απόφαση είναι η με αριθμό ΑΤ-2020/2008, προφανώς όμως από παραδρομή. Επίσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρασβαλλομένης, ενώπιον του ακροατηρίου εξετάσθηκε ο μάρτυρας ... και αναγνώσθηκαν 5 έγγραφα, για τα οποία ουδέν αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης περί του αν λήφθηκαν αυτά υπόψη για την στοιχειοθέτηση της δικανικής του κρίσης, μη αναφέροντας ουδέν περί τούτου. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής και είχε νόμιμα κατά την ΚΠΔ 273 δηλώσει την διεύθυνση της κατοικίας του κατά την εξέτασή του κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση και, εφόσον δεν ανευρέθη στη διεύθυνση αυτήν, η επίδοση της άνω αποφάσεως έπρεπε να γίνει με θυροκόλληση, κατά τα οριζόμενα στην ΚΠΔ 155 παρ. 2. Έτσι, εφόσον δεν έγινε νόμιμη επίδοση της άνω αποφάσεως, η ασκηθείσα έφεσή του δεν ήταν εκπρόθεσμη. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ως προς τον χαρακτηρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως άγνωστης διαμονής κατά το χρόνο επίδοσης σ' αυτόν της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 499/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 9 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παράνομη μεταφορά αλλοδαπών στο Ελληνικό Έδαφος κατά συναυτουργία. Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Επίδοση πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, ενώ είχε γνωρίσει στην αρμόδια αρχή νόμιμα τη διεύθυνση της κατοικίας του κατά την προανάκριση. Η επίδοση της εκκαλουμένης έπρεπε να γίνει στη δηλωθείσα κατοικία του με θυροκόλληση και όχι ως άγνωστης διαμονής. Δικαιολογημένα δεν έλαβε γνώση αυτής ο αναιρεσείων και η έφεσή του δεν είναι εκπρόθεσμη. Κατ' ουσία βάσιμος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας από το δικάσαν Εφετείο. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
0
Αριθμός 348/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 και 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ1, Αλβανού υπηκόου, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Τμήμα Μεταγωγών του Αστυνομικού Τμήματος ..., ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαυρουδή Βορίδη, κατά της υπ'αριθμ. 5/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 58/22-12-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αιγαίου Ιωάννου Βακόνδιου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 37/2010. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη υπ' αριθ. 58/22-12-2009 έφεση κατά της υπ' αριθ. 5/22-12-2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου-εκκαλούντος Χ1, για να εκτίσει ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 27/2002 απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα Αλβανίας, για ληστεία τραπεζών και ταμιευτηρίων κατά συναυτουργία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου, ο οποίος συνέταξε την υπ' αριθ. 58/22-12-2009 έκθεση. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο αυτό, το οποίο είναι αρμόδιο να τη δικάσει (άρθρ. 451 παρ. 2 του ΚΠΔ). Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ...εξετάστηκε στο ακροατήριο και η κατάθεσή του περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως, από τα έγγραφα της δικογραφίας και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσαν ο παραστάς εκζητούμενος και ο συνήγορός του, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. .../11-12-2009 ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το υπ' αριθ. .../3/9-12-2009 αίτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανικής Δημοκρατίας με το οποίο ζητείται η έκδοση στις Αλβανικές Αρχές του Αλβανού υπηκόου Χ1, που γεννήθηκε την...στους ..., προκειμένου να εκτίσει ποινή φυλακίσεως επτά (7) ετών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 27/21-6-2002 απόφαση του Δικαστηρίου της Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα, για την πράξη της ληστείας τραπεζών και ταμιευτηρίων κατά συναυτουργία, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 136 και 25 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας και είναι επίσης αξιόποινη και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία (άρθρα 45 και 380 του ΠΚ). Με την ίδια απόφαση παραγράφτηκε η επίσης αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της παράνομης κατοχής πολεμικών όπλων, προβλεπόμενη από το άρθρο 278 του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα. Μετά από άσκηση εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 53/22-5-2003 απόφαση του Εφετείου Αργυροκάστρου, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έγινε τελεσίδικη από την 22-5-2003, ενώ η ασκηθείσα κατά της εφετειακής απόφασης προσφυγή (αντίστοιχη της αναίρεσης) απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 54/30-1-2004 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τιράνων. Ακολούθως ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Δικαστικής Επαρχίας Άγιοι Σαράντα εξέδωσε το από 26-9-2003 ένταλμα με το οποίο διάταξε την εκτέλεση της ως άνω επιβληθείσης ποινής. Από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση, καθώς και από το υπ' αριθ. 966/2/23-11-2009 πληροφοριακό έγγραφο του Εισαγγελέα της Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα προκύπτουν ο χρόνος, ο τόπος και οι λοιπές περιστάσεις τελέσεως του ανωτέρω εγκλήματος, το οποίο συνίσταται στο ότι κατά το τέλος Μαρτίου 1997 στην πόλη Δέλβινο της Αλβανίας, ο εκζητούμενος μαζί με άλλα τέσσερα άτομα, χρησιμοποιώντας γερανοφόρο όχημα έσπασαν την πόρτα της Τράπεζας στο Δέλβινο, καθώς και το δωμάτιο που ήταν το χρηματοκιβώτιο, το οποίο αφαίρεσαν και στη συνέχεια το άνοιξαν και αφαίρεσαν το ποσό των 165.065.000 λέκ. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα, συνταγμένα στην Αλβανική γλώσσα και συνοδευόμενα από επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, επισυνάπτονται στην αίτηση εκδόσεως, στην οποία επισυνάπτονται επίσης με τον ίδιο τρόπο συνταγμένα και μεταφρασμένα από το ....πιστοποιητικό γεννήσεως του Ληξιαρχείου ..., το οποίο περιέχει τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας του εκζητουμένου και την εθνικότητά του, καθώς και το κείμενο των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη της ληστείας τραπεζών και ταμιευτηρίων κατά συναυτουργίαν. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι: α)ο ήδη εκκαλών είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνον για τον οποίο ζητείται η έκδοση, πράγμα που και ο ίδιος παραδέχτηκε, β)υπάρχουν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται από το άρθρο 443 του ΚΠΔ και το άρθρο 12 της από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως που κυρώθηκε από την Ελλάδα την 6-5-1961 με το Ν. 4165/1961 και από την Αλβανία την 19-5-1998, καθώς και το άρθρο 34 της από 17-5-1993 Σύμβασης δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελλάδος και της Αλβανίας, που κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995, γ)το έγκλημα για το οποίο ο ήδη εκκαλών - εκζητούμενος καταδικάστηκε είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, κατά τα άρθρα 437 του ΚΠΔ, 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως και 31 της Διμερούς Συμβάσεως και δ)δεν υπάρχει σύμφωνα με τους νόμους του Ελληνικού και του Αλβανικού Κράτους, νόμιμος λόγος που εμποδίζει την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο (άρθρα 438 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, 6-10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως και 32 της Διμερούς Συμβάσεως). Επίσης προκύπτει ότι η καταδίκη του εκζητουμένου αφορά σε ποινικό αδίκημα και δεν έχει πολιτικό χαρακτήρα, ενώ δεν προσκομίζονται στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό του ότι όταν εκδοθεί, θα διωχθεί για τα φυλετικά και εθνικά του φρονήματα, αφού μόνη η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα δεν αρκεί για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού. Περαιτέρω προκύπτει από την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση ότι ο εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον δικηγόρο KRISTO MILO και έτσι δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα ακροάσεως αυτού, ενώ το ότι είναι ομογενής Βορειοηπειρώτης δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοσή του, αφού αυτός είναι Αλβανός υπήκοος. Επομένως, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του που συνιστούν και τους λόγους εφέσεως, είναι αβάσιμοι. Τέλος τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Συμβουλίου Εφετών ήταν αρκετά για το σχηματισμό της κρίσης του για την έκδοση του εκκαλούντος και ορθά απορρίφθηκε το αίτημά του για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να συγκεντρωθούν περισσότερα στοιχεία από το Αλβανικό Κράτος και έτσι είναι αβάσιμος και αυτός ο λόγος εφέσεως. Συνεπώς συνέτρεχαν όλες οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του εκκαλούντος-εκζητουμένου στο Αλβανικό Κράτος και το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως, δεν έσφαλε. Επομένως η κρινόμενη έφεση είναι αβάσιμη στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία την υπ' αριθ. 58/22-12-2009 έφεση του Χ1, κατά της υπ' αριθ. 5/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος στο Αλβανικό Κράτος. Επιβάλλει στον εκκαλούντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έφεση κατά αποφάσεως περί εκδόσεως αλλοδαπού. Στην αίτηση εκδόσεως επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα που απαιτούνται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως και τη Διμερή Σύμβαση Ελλάδας - Αλβανίας. Αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος εκζητουμένου περί του ότι: α) το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε έχει πολιτικό χαρακτήρα, β) θα διωχθεί για τα φυλετικά και εθνικά του φρονήματα, γ) ως ομογενής Βορειοηπειρώτης δεν επιτρέπεται να εκδοθεί, δ) παραβιάστηκε το δικαίωμα ακροάσεώς του στο Αλβανικό Δικαστήριο και ε) παρανόμως απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση το αίτημά του για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως. Απορρίπτεται η έφεση.
Έκδοση
Έκδοση.
2
Αριθμός 347/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κελαϊδή, για αναίρεση της 205, 206/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1301/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς : α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία γενικώς και αφηρημένως μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων (αντικειμενικό στοιχείο) και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης (υποκειμενικό στοιχείο). Έτσι, μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Όταν δε ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους, πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή. Υπάλληλος κατ' άρθρο 13 εδ. α του ΠΚ, είναι και ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ως ασκών κοινοτική υπηρεσία, ο οποίος έχει, κατ' άρθρο 39 παρ. 20 του ν. 2647/1996, αρμοδιότητα για την έκδοση βεβαιώσεων μόνιμης κατοικίας για μεταδημότευση και για την έκδοση αποφάσεων εγγραφής στα δημοτολόγια της Κοινότητάς του δημοτών άλλων ΟΤΑ, από μεταδημότευση. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 205, 206/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία,, ψευδούς βεβαιώσεως και παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής (για τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του): "Ο α' κατηγορούμενος (εννοείται ο αναιρεσείων) στις 22-3-2002 και 30-9-2002, ως πρόεδρος της κοινότητας ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε τα παρακάτω έγγραφα, στα οποία βεβαίωσε με πρόθεση ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ως πρόεδρος της εν λόγω κοινότητας και αρμόδιος λόγω της ιδιότητας του αυτής κατ' αρθρ. 3 § 20 του ν. 2647/1996 για την έκδοση βεβαιώσεων μόνιμης κατοικίας για μεταδημότευση, εξέδωσε α) την υπ' αριθ. ... βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Χ3 (β' κατηγορούμενος) είναι μόνιμος κάτοικος ... της κοινότητας ..., και β) την υπ' αριθ. ... βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Χ2 (δ' κατηγορούμενος) είχε αποκτήσει κατοικία πριν από δύο έτη στο κοινοτικό διαμέρισμα ... της κοινότητας ... και κατοικεί μόνιμα στο παραπάνω κοινοτικό διαμέρισμα με την οικογένεια του. Τα περιστατικά όμως αυτά ήταν ψευδή, αφού στην πραγματικότητα α) ο Χ3 δεν κατοικούσε μόνιμα στο ..., μάλιστα δε, σχετική παλιότερη αίτησή του για εγγραφή στο δημοτολόγιο της εν λόγω κοινότητας είχε απορριφθεί με την υπ' αριθ. ... απόφαση του κοινοτικού συμβουλίου ..., και β) ο Χ2 δεν είχε αποκτήσει πριν από δύο έτη κατοικία στο κοινοτικό ..., εκ των υστέρων δε, απόκτησε στο εν λόγω διαμέρισμα μια αποθήκη που χρησιμοποιούσε και ως κατοικία. Τα ψευδή περιστατικά που αναφέρονταν στις παραπάνω βεβαιώσεις μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, και μάλιστα να θεμελιώσουν λόγο μεταδημότευσης, ο δε α' κατηγορούμενος γνώριζε ότι το περιεχόμενο των βεβαιώσεων αυτών δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Επίσης ο ίδιος κατηγορούμενος στις 22-3-2002 και στις 5-7-2002, ως υπάλληλος κατά το αρθρ. 13 ΠΚ, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, προκειμένου να βλάψει το κράτος. Συγκεκριμένα, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταδημότευση κάποιου, ύστερα από αίτησή του, σε άλλο δήμο ή κοινότητα και την εγγραφή του στα οικεία δημοτολόγια με σχετική απόφαση του δήμαρχου ή του προέδρου της κοινότητας αντίστοιχα, είναι να έχει αποκτήσει ο αιτών πριν από μια διετία τουλάχιστον μόνιμη κατοικία στον συγκεκριμένο δήμο ή κοινότητα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι η προϋπόθεση αυτή δεν συνέτρεχε στα πρόσωπα των Χ2 και Χ3, κατά τα άνω, εν τούτοις τους ενέγραψε παράνομα στα δημοτολόγια της κοινότητας ..., εκδίδοντας τις υπ' αριθ. ... και ... αντίστοιχες αποφάσεις του, υλοποιώντας με τον τρόπο αυτόν μεταδημοτεύσεις χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και αποσκοπώντας στο να βλάψει το κράτος. Περαιτέρω οι β' και δ' κατηγορούμενοι εν γνώσει τους δήλωσαν σε αρχή, με υπεύθυνη δήλωση του αρθρ. 8 του ν. 1599/1986, ψευδή γεγονότα που δεν αποδεικνύονταν με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας ή αντίστοιχα έγγραφα, και ειδικότερα, ο δεύτερος στις 12-10-2001 υπέβαλε στην κοινότητα ... την με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωσή του, δηλώνοντας σ' αυτήν εν γνώσει του ψευδώς ότι έχει αποκτήσει κατοικία στην κοινότητα ... και διαμένει μόνιμα εκεί από το έτος 1999, και ο τέταρτος στις 30-9-2002 υπέβαλε στην ίδια κοινότητα την με ίδια ημερομηνία υπεύθυνη δήλωση του, στην οποία δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι μόνιμος κάτοικος οικισμού ... από το έτος 1998, ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί δεν είχαν αποκτήσει κατοικία ούτε ήταν μόνιμοι κάτοικοι της περιφέρειας της κοινότητας ... Τέλος, οι ίδιοι (β' και δ') κατηγορούμενοι εν γνώσει τους χρησιμοποίησαν δημόσιο έγγραφο που είχε συνταχθεί από υπάλληλο και στο οποίο βεβαιωνόταν ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή οι εν λόγω κατηγορούμενοι υπέβαλαν στην κοινότητα ... κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες τις υπ' αριθ. ... και ... αιτήσεις τους αντίστοιχα, με τις οποίες ζητούσαν την εγγραφή τους στα δημοτολόγια της κοινότητας αυτής, και με τις οποίες συνυπέβαλαν εκ των υστέρων ως δικαιολογητικά και τις ως άνω υπ' αριθ. ... και ... ψευδείς βεβαιώσεις που είχε εκδώσει για λογαριασμό τους ο α' κατηγορούμενος, όπως προαναφέρεται, προβαίνοντας έτσι οι β' και δ' κατηγορούμενοι εν γνώσει τους σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι α', β' και δ' κατηγορούμενοι για τις παραπάνω πράξεις που τους αποδίδονται ...". Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη 205,206/2009 απόφασή του, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, την επιβαλλόμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, α) ως προς την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε συνείδηση ότι τα βεβαιούμενα υπ' αυτού γεγονότα ήταν ψευδή, δηλαδή ότι είχε αυτός γνώση ότι δεν είχαν μόνιμη επί διετία κατοικία οι δύο πολίτες στο Κοινοτικό Διαμέρισμα ... της Κοινότητας που ήταν Πρόεδρος, όπως βεβαίωσεν, ώστε να θεμελιώσουν αυτοί νόμιμο δικαίωμα μεταδημότευσης, και β) όσον αφορά την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, που φέρεται ότι τελέστηκε με την έκδοση παρανόμως δύο πράξεων μεταδημότευσης πολιτών στην Κοινότητα της οποίας ήταν Πρόεδρος, η παραπάνω αιτιολογία, δεν είναι εδική και εμπεριστατωμένη, όσον αφορά τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου αυτού, του σκοπού του κατηγορουμένου για βλάβη του κράτους, διότι αναφέρεται σε αυτή απλώς ότι ο κατηγορούμενος (χωρίς να αποδίδεται ότι είχε σκοπό να ωφελήσει παράνομα τον εαυτό του ή τους υπό μεταδημότευση πολίτες), αποκλειστικά ότι "είχε σκοπό να βλάψει το κράτος", χωρίς να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η σκοπούμενη με τις εν λόγω δύο γενόμενες παράνομες μεταδημοτεύσεις βλάβη του κράτους, ώστε να μπορεί να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, η αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξεως της παραβάσεως του καθήκοντος και της σκοπούμενης και τυχόν επελθούσας συγκεκριμένης βλάβης του κράτους, αν επέρχεται με τις πράξεις αυτές η συγκεκριμένη βλάβη του κράτους και αν η σκοπούμενη βλάβη αυτή, δεν μπορούσε να επιτευχθεί, παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος του κατηγορουμένου Προέδρου Κοινότητας του κράτους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις καταδικαστικές διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 205, 206 /2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τις καταδικαστικές διατάξεις της που αφορούν τον αναιρεσείοντα Χ1. Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1. Ψευδής βεβαίωση Προέδρου Κοινότητας κατ' εξακολούθηση (άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ) - Έννοια 2. Παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση (άρθρο 259 ΠΚ) - Έννοια. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί: α) δεν εκτίθεται από πού ανάγεται η γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές των βεβαιούμενων γεγονότων και β) δεν διευκρινίζεται στο αιτιολογικό, σε τι συνίσταται η σκοπούμενη, με τις δύο γενόμενες παράνομες μεταδημοτεύσεις, βλάβη του κράτους, ώστε να μπορεί να κριθεί από τον Άρειο Πάγο η αιτιώδης σχέση μεταξύ της πράξεως της παραβάσεως του καθήκοντος και της σκοπούμενης και τυχόν επελθούσας συγκεκριμένης βλάβης του κράτους, αν επέρχεται με τις πράξεις αυτές η συγκεκριμένη βλάβη του κράτους και αν η σκοπούμενη βλάβη αυτή δεν μπορούσε να επιτευχθεί, παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος του κατηγορουμένου Προέδρου Κοινότητας του κράτους.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.
0
Αριθμός 346/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, για αναίρεση της 720/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ντούρο. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1487/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β' του ν. 1756/1988, περί Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ορίζεται, στην παρ. 1 αυτού, ότι "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", στην παρ. 3 ότι "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ..... στην εισαγγελία εφετών α) ..... β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπόλοιπων τριμελών εφετείων ", στην παρ. 4 ότι " με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός .....", στην παρ. 5 ότι " με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς . . " και στην παρ. 7 ότι "αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται, παρά μόνον από τον αναπληρωματικό . . . Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά. . .". Εξάλλου, στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου 17 ορίζεται ότι " η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι εισαγγελικά καθήκοντα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου άσκησε ο αντεισαγγελέας Εφετών Σταύρος Αθανασάκης, (χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ο λόγος που κωλυόταν ο κληρωθείς στην σύνθεση ως τακτικό μέλος αντεισαγγελέας Εφετών Παναγιώτης Αγγελόπουλος, ώστε να γίνει η αντικατάστασή του στη συγκεκριμένη υπόθεση), με αποτέλεσμα να στερηθεί ο αναιρεσείων του φυσικού του εισαγγελέα της έδρας και να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ. Όμως, εκτός από το ότι δεν υπάρχει υποχρέωση, από τον άνω νόμο 1756/1988, να αναγράφεται στην απόφαση, ότι η σύνθεση του δικαστηρίου προήλθε από κλήρωση και ο λόγος τυχόν αναπληρώσεως του κωλυομένου εισαγγελέα κληρωθέντος ως τακτικού μέλους της συνθέσεως από τον κληρωθέντα αναπληρωματικό και επομένως από την παράλειψη αυτή δεν επέρχεται οιαδήποτε ακυρότητα και δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια, όμως, πρόταση ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η καταμήνυση είναι ψευδής και ότι όσα ενόρκως κατέθεσε είναι επίσης ψευδή. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, προκύπτει ότι δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, στις 20-2-2002, την από 12-2-2002 μηνυτήρια αναφορά "κατά παντός υπευθύνου", στην οποία, εκτός των άλλων, ανέφερε ότι στις 11-5-2001, με την υπ' αριθ. πρωτ. 21003/2001 αίτηση-αναφορά που κατέθεσε στο Δήμο ..., ζήτησε να ελεγχθεί η υπ' αριθ. 099/1994 οικοδομική άδεια, και να διενεργηθεί αυτοψία στην οικοδομή που βρίσκεται στην οδό ... (για την οποία είχε εκδοθεί αυτή) στην ..., στην οποία ενώ υπάρχουν σοβαρές οικοδομικές παραβάσεις, μέρος αυτής ηλεκτροδοτείται παράνομα από το έτος 1994, ότι, ο μηχανικός της εν λόγω οικοδομής ..., συνεργάζεται με υπαλλήλους του Δήμου, με αποτέλεσμα, οι υπάλληλοι της πολεοδομίας να ματαιώνουν τη δίωξη του επιβλέψαντος αυτή μηχανικού για πειθαρχικά και ποινικά αδικήματα στα οποία έχει υποπέσει, ότι ο προϊστάμενος αυθαιρέτων κατασκευών ..., δεν έχει διενεργήσει την επιβαλλόμενη αυτοψία στην οικοδομή και ότι, η προαναφερόμενη ... οικοδομική άδεια έχει λήξει από το έτος 1998 και οι υπάλληλοι του Δήμου είχαν προβεί σε παράνομη παράταση της ισχύος της. Με βάση την μηνυτήρια αυτή αναφορά, ασκήθηκε, εκτός των άλλων υπαλλήλων της πολεοδομίας του Δήμου ..., και κατά του εγκαλούντος Ψ, Διευθυντή της άνω πολεοδομίας ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος, συνιστάμενη στο ότι, με την άνω ιδιότητά του, δεν προέβη σε ανάκληση της αναθεώρησης της 099/94 οικοδομικής άδειας και επ' αυτής εκδόθηκε η ΑΤ ... απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, με την οποία αυτός (όπως και οι λοιποί κατηγορούμενοι) κηρύχθηκε αθώος, με την αιτιολογία ότι δεν είχε κατά νόμο την δυνατότητα να ανακαλέσει την υπ' αριθ. 2/2001 αναθεώρηση της άνω άδειας, παρά μόνο, σε περίπτωση υπέρβασης, να διατάξει την διακοπή των εργασιών. Πράγματι, και από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της άνω πολεοδομίας, στις 18-5-2001, διενήργησαν αυτοψία στην προαναφερόμενη οικοδομή, ιδιοκτησίας ..., διαπίστωσαν αυθαίρετες κατασκευές τις οποίες καταχώρησαν στην Ε 16/18-5-2001 έκθεση που συνέταξαν, την οποία στη συνέχεια διαβίβασαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, προέβησαν δε σε διακοπή των εργασιών και επιβολή των σχετικών προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαίρετων κατασκευών τα οποία στη συνέχεια καταβλήθηκαν από την ιδιοκτήτρια. Η εν λόγω έκθεση αυτοψίας είναι ενσωματωμένη στην προαναφερόμενη από 12-2-2002 μηνυτήρια αναφορά του κατηγορουμένου που αναγνώσθηκε. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι για τη συγκεκριμένη οικοδομή, κατόπιν αίτησης της άνω ιδιοκτήτριας, είχε εκδοθεί, σύμφωνα με την παρ. 3α του άρθρου 6 του ΠΔ 13-7-1993, η υπ' αριθ. 2/2001 οικοδομική άδεια αναθεώρησης της υπ'αριθ. ... οικοδομικής άδειας, για την παράταση της ισχύος κατασκευής κλιμακοστασίου στο ισόγειο, ανακατασκευή κουβουκλίου, χωρίς χρόνο λήξης (επ' αόριστον), όπως αναφέρεται και στην σελ. 60 της έκθεσης Επιθεώρησης των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης ... εγκαλών όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε δυνατότητα ανάκλησης αυτής παρά μόνο διακοπής των εργασιών, σε περίπτωση διαπίστωσης υπερβάσεων, όπως και έγινε. Ενώ όμως ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο υποβολής της άνω μηνυτήριας αναφοράς γνώριζε τα παραπάνω, σχετικά με τη διενέργεια ελέγχου-αυτοψίας-στην επίμαχη οικοδομή και τις περαιτέρω ενέργειες των αρμοδίων υπαλλήλων της πολεοδομίας, υφισταμένων του εγκαλούντος, δεδομένου ότι η Διεύθυνση αυτής, με το υπ' αριθ. 3782/18-12-2001 έγγραφο που του κοινοποιήθηκε - το οποίο ο ίδιος, με την άνω έκθεση αυτοψίας είχε ενσωματώσει στη μηνυτήρια αναφορά του - του γνωστοποίησε τα παραπάνω, όπως γνώριζε ότι νόμιμα συνεχίζονταν οι οικοδομικές εργασίες με βάση την αναθεώρηση της άδειας στην άνω οικοδομή και οι υπάλληλοι της πολεοδομίας δεν ματαίωσαν κάποια δίωξη, πειθαρχική ή ποινική του επιβλέποντος αυτές μηχανικού, όπως αορίστως αναφέρει σ' αυτή, προέβη στην υποβολή της εν λόγω μηνυτήριας αναφοράς, με την οποία στοχοποιούσε τον εγκαλούντα και τους λοιπούς αναφερόμενους σ' αυτήν υπαλλήλους της πολεοδομίας, για τέλεση της αξιόποινης πράξης που περιέγραφε και έφερε τα στοιχεία της παράβασης καθήκοντος, η οποία ήταν ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής κατά περιεχόμενο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω και αποδειχθέντα περιστατικά, εν γνώσει του, με σκοπό να κινηθεί η ποινική διαδικασία σε βάρος τους, πράγμα που, όπως εκτέθηκε, έγινε. Και αυτό γιατί η υπηρεσία αυτή δεν είχε συμπράξει, αφού ο ίδιος δεν προέβη στις ενέργειες που του είχαν υποδείξει, προκειμένου η γειτονική προς την παραπάνω οικοδομή ιδιοκτησίας του, που είχε χαρακτηριστεί, για λόγους που δεν ενδιαφέρουν τις δικαζόμενες κατηγορίες, αυθαίρετη να ηλεκτροδοτηθεί. Επίσης, ο κατηγορούμενος, στις 21-2-2005, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ταυτόχρονη έγκληση κατά του ήδη εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, και κατά της συναδέλφου του Ι..., στην οποία μεταξύ των άλλων, ανέφερε ότι ο εγκαλών, κατά την χωρίς όρκο εξέτασή του ενώπιον της Πταισματοδίκου Νικαίας (σχετικά με μήνυση που του είχε υποβάλει για παράβαση καθήκοντος και εξύβριση), στις 23-1-2003, κατέθεσε και τα εξής: "Ο κ. Χ φθάνει σε άκρα το θέμα της ενόχλησης της Πολεοδομίας. Παραδείγματος χάρη, τον Οκτώβριο του 2002, στην υπάλληλο της πολεοδομίας ..., έδειξε μέσα στην πολεοδομία, στο χώρο του γραφείου της, τα γεννητικά του όργανα και την έβρισε. Για το θέμα αυτό, έχει υποβάλλει η ίδια η υπάλληλος μήνυση....". Με βάση την έγκληση αυτή, ασκήθηκε κατά του εγκαλούντος ποινική δίωξη για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και συκοφαντική δυσφήμηση και κατά της άνω υπαλλήλου, για ηθική αυτουργία σ' αυτές. Επ' αυτής εκδόθηκε, όσον αφορά τη συκοφαντική δυσφήμηση (για την πρώτη πράξη η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 31 ν.3346/2005), το υπ' αριθ. 125/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο, όπως προκύπτει από τα σχετικά πιστοποιητικά που αναγνώσθηκαν, κατέστη αμετάκλητο, και αποφάνθηκαν, κατέστη αμετάκλητο, και αποφάνθηκε να μην απαγγελθεί κατηγορία κατά των άνω κατηγορουμένων για τις προαναφερόμενες πράξεις, αφού δέχτηκε ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις γι' αυτό. Πράγματι, και από την εκτίμηση των αποδείξεων που προαναφέρθηκαν, προέκυψε ότι τα όσα παραπάνω κατέθεσε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων κατά την χωρίς όρκοεξέτασή του, ως περιστατικά σχετικά με την άνω εξυβριστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς την εν λόγω υπάλληλο, δεν ήταν αντικειμενικά ψευδή και ως αξιολογική κρίση "ότι φθάνει σε άκρα το θέμα της ενόχλησης της πολεοδομίας", συνδεόμενη άμεσα με αυτά (περιστατικά), που διατυπώθηκε για να χαρακτηρίσει τις σχέσεις του κατηγορουμένου με την υπηρεσία του, που ήταν, κατά το πολυετές διάστημα που είχε προηγηθεί, σε επίπεδο αντιπαράθεσης, η οποία καταδεικνύεται, από αναρίθμητες αναφορές του τελευταίου προς την υπηρεσία αυτή και τις προϊστάμενές της, υπηρεσίες (Διεύθυνση Επιθεώρησης και Ελέγχου Έργων του Δήμου ..., Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, Σώμα Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης), και μηνύσεις κατά των υπαλλήλων στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Για την αλήθεια του περιστατικού σε βάρος της προαναφερόμενης υπαλλήλου, σχημάτισε την κρίση του το Δικαστήριο και την κατάθεση της ίδιας στο ακροατήριο, η οποία δεν είχε προηγούμενη εμπλοκή με αυτόν και δεν είχε λόγους να τον κατηγορήσει, αλλά, και από τις αναγνωσθείσες καταθέσεις των υπαλλήλων ..., που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του περιστατικού και το περιέγραψαν όπως εκτίθεται και στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά και από τις καταθέσεις στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης που αναγνώσθηκαν των συναδέλφων της,..., οι οποίοι δεν ήταν παρόντες σ' αυτό, αλλά, όπως και εκείνος, από τις φωνές της υπαλλήλου, προσέτρεξαν αμέσως στο γραφείο της και τη βρήκαν σε έξαλλη κατάσταση, πληροφορήθηκαν δε τα διαδραματισθέντα από την ίδια και τις συνεδέλφους της. Είναι αλήθεια ότι η τελευταία, δεν υπέβαλε μήνυση τελικώς κατά του κατηγορουμένου, όπως κατέθεσε ο εγκαλών, αλλά περιορίστηκε στην έκφραση παραπόνων στο ΑΤ ..., όπου κλήθηκε αυτός και του έγιναν παρατηρήσεις και συστάσεις, όπως αναφέρεται στο αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων-συμβάντων της 27-9-2002 που αναγνώσθηκε, όμως, δεν το γνώριζε ο εγκαλών όταν κατέθεσε, και πίστευε ότι αυτό είχε γίνει. Συνεπώς, και η από 21-2-2005 μήνυση του κατηγορουμένου ήταν ψευδής, αφού τα περιστατικά που κατέθεσε ο εγκαλών ήταν αντικειμενικά αληθινά και παρότι ήταν δυσφημιστικά για τον κατηγορούμενο, προβλήθηκαν απ' αυτόν, προς υπεράσπισή του στα πλαίσια της από 15-10-2002 μήνυσης που του είχε υποβληθεί από τον κατηγορούμενο για συκοφαντική δυσφήμηση, σε σχέση με το περιεχόμενο εγγράφου του προς την περιφέρεια, που περιείχε οξείς χαρακτηρισμούς γι'αυτόν και χωρίς σκοπό εξύβρισης. Αυτά ήταν σε γνώση του κατηγορουμένου, αφού η άνω μήνυσή του είχε προηγηθεί, είχε λάβει αντίγραφα των εγγράφων της δικογραφίας και επίσης γνώριζε ότι αυτός είχε προκαλέσει το άνω περιστατικό σε βάρος της συναδέλφου του εγκαλούντος και παρόλα αυτά τα περιέλαβε στην άνω μήνυσή του, με σκοπό να κινηθεί ποινική διαδικασία σε βάρος του εγκαλούντος, όπως και έγινε. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, στις 20-2-2002, κατά την υποβολή της από 12-2-2002 μηνυτήριας αναφοράς και στις 21-2-2005, κατά την εγχείριση της από 21-2-2005 μήνυσης, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, βεβαιώνοντας ενόρκως το περιεχόμενό τους ως αληθινά ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, ενώ γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Με βάση τα άνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και των μερικότερων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, που έλαβαν χώρα στις 20-2-2002 και στις 21-2-2005, όπως αναφέρονται στο διατακτικό. Όσον αφορά τις μερικότερες πράξεις: της ψευδούς καταμήνυσης, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 21-2-2001, με την υποβολή της ταυτόχρονης μήνυσης του κατηγορουμένου κατά του εγκαλούντος, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά και της ψευδορκίας μάρτυρα που έλαβε χώρα κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία, όταν αυτός βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενό της ενώπιον του άνω Εισαγγελέα, πρέπει να παύσει, οριστικά, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 112, 113 του ΠΚ και 370 στοιχ. β' ΚΠΔ, η κατ' αυτού ποινική δίωξη, καθόσον, από το χρόνο τέλεσης αυτών μέχρι σήμερα, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα που υπερβαίνει και την οκταετία, και το αξιόποινο εξαλείφθηκε με παραγραφή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, (πλην της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρεται τελεσθείσα στις 21-2-2005, για την οποία παρακάτω), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94, 98, 224 παρ. 1,2 και 229 παρ 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σχετικά με την από 20-2-2002 και την από 21-2-2005 μηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθεται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία ενόρκως βεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τον εγκαλούντα Διευθυντή της Πολεοδομίας του Δήμου ... Ψ, εναντίον του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη και δη, α) από την πρώτη από 12-2-2002 αναφορά του που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς στις 20-2-2002, για το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος, για μη ανάκληση της 2/2001 αναθεωρήσεως της ... οικοδομικής άδειας, αδίκημα για το οποίο αυτός κηρύχθηκε αθώος με την ΑΤ 4181/2005 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, β) από την από 21-2-2005 αναφορά του κατά του ιδίου ως άνω εγκαλούντος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση και συκοφαντική δυσφήμηση (καθώς και εναντίον της υπαλλήλου της Πολεοδομίας ..., για ηθική αυτουργία στις ανωτέρω πράξεις), αδικήματα για τα οποία, για μεν την πρώτη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, κατ'άρθρο 31 του ν. 3346/2005, για δε τις λοιπές πράξεις εκδόθηκε το αμετάκλητο 125/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των άνω καταγγελθέντων από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, ελλείψει επαρκών ενδείξεων ενοχής, Περαιτέρω, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι συναφείς, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 224 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, όσον αφορά την καταδίκη για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα κατά την 20-2-2002 και ψευδή καταμήνυση τελεσθείσα κατά την 21-2-2005, των οποίων αδικημάτων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ, επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, 1) από την παραδεκτώς επισκοπούμενη πρωτόδικη ΒΤ 1272/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, α) για τρεις συρρέουσες περιπτώσεις ψευδούς καταμηνύσεως, με χρόνους τελέσεως την 21-2-2001, την 20-2-2002 και την 21-2-2005 και β) για ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση, για δύο μόνο περιπτώσεις από τις άνω επιβεβαιωθείσες ενόρκως καταμηνύσεις - αναφορές, ήτοι με χρόνο τελέσεως την 21-2-2001 και την 20-2-2002, όχι δε και για ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα την 21-2-2005, 2) από την προσβαλλόμενη απόφαση, τόσον από το αιτιολογικό, όσον και από το διατακτικό αυτής, προκύπτει ότι, ενώ παύθηκε οριστικά, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου συνεπεία παραγραφής (πάροδος οκταετίας), η ποινική δίωξη για την ψευδή καταμήνυση της 21-2-2001 και για την ψευδορκία μάρτυρα ομοίως της 21-2-2001, ο εκκαλών κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση της 20-2-2002 και της 21-2-2005 (όπως και πρωτοδίκως), κατ'εξακολούθηση και για κατ'εξακολούθηση ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα στις 20-2-2002 και στις 21-2-2005, ήτοι και για επί μέρους πράξη της 21-2-2005, για την οποία δεν είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό, ούτε άλλωστε είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατ'αυτού, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο ... κλητήριο θέσπισμα της εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την 720/2009 απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για θετική υπέρβαση εξουσίας και συγκεκριμένα διότι χειροτέρευσε τη θέση του ως εκκαλούντος κατηγορουμένου, με το να τον καταδικάσει για μία επί πλέον πράξη ψευδορκίας μάρτυρα, είναι βάσιμος, και κατ'εφαρμογή των άρθρων 470 εδ. α και 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις διατάξεις της, που αφορούν, μόνο, στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για την άνω μία ψευδορκία μάρτυρα της 21-2-2005, την επιβολή ποινής (μίας 7 μηνών)για τις δύο, κατ'εξακολούθηση, ψευδορκίες μάρτυρα και την επιβολή για όλες τις πράξεις συνολικής ποινής των 10 μηνών (7 + 3), να απαλειφθεί η αναιρούμενη ως άνω διάταξη περί καταδίκης για την ψευδορκία της 21-2-2005, ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, για να επιληφθεί εκ νέου της υποθέσεως, κατά τα παραπάνω, συντιθέμενο όμως από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση, (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), όσον αφορά μόνο την επιβολή ποινής για την ψευδορκία μάρτυρα της 20-2-2002 και την επιβολή συνολικής ποινής για τις λοιπές πράξεις, ως προς τις οποίες απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την 720/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, κατά τις διατάξεις της που αφορούν, την καταδίκη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα της 21-2-2005, την επιβολή ποινής για την ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση και την επιβολή συνολικής ποινής για όλες τις πράξεις. Απαλείφει τη διάταξη της αμέσως ανωτέρω αποφάσεως περί καταδίκης του αναιρεσείοντος για ψευδορκία μάρτυρα τελεσθείσα στις 21-2-2005.Και. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, κατά τα στο σκεπτικό, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13-10-2009 αίτηση - δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της 720/2009 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. 1. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, από την αναπλήρωση του κληρωθέντος τακτικού εισαγγελέα της έδρας, γιατί επί κληρώσεως της συνθέσεως, δεν είναι αναγκαία η αναγραφή του λόγου κωλύματος του αναπληρωθέντος εισαγγελέα, αλλά και γιατί δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και έτσι καλύφθηκε οιαδήποτε ακυρότητα, κατ' άρθρο 17 στοιχ. Β΄ παρ. 10 του ν. 1756/1988 περί ΚΟΔΚΔΛ. 2. Αβάσιμος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ του ΚΠΔ, τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 3. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του ΚΠΔ, σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό, για μία επί πλέον ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία δεν είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό, ούτε είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Αναιρεί εν μέρει.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 345/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά. Με Πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Λαμτζίδη περί αναιρέσεως της 3437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1305/09. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι υπ' αριθ. 55/14-9-2009 και 56/14-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ1, αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 3437/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσ/κης και οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να καταδικασθούν. Κατά το άρθρο 51 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. δ, 5 παρ. 1 περ. Α εδ. γ'και 17 στοιχ. Β παρ. 1, 3, 4, 5, 7 και 10 του Ν. 1756/88 όπως το τελευταίο άρθρο (17) ισχύει μετά την αντικατάσταση των παρ. 1, 3, 4 με το άρθρο 4 παρ. 2 Ν. 2172/1993, της παρ. 7 με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3327/2005 και της προσθήκης δύο εδαφίων στην παρ. 1 με το άρθρο 2 του Ν. 3346/2005, προκύπτει ότι στα Εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, όπου προβλέπεται αριθμός οργανικών θέσεων δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών και ειδικό ποινικό τμήμα, στο οποίο μετέχουν δικαστές που προεδρεύουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια και οι οποίοι ορίζονται για μια διετία από την ολομέλεια των Δικαστηρίων αυτών, το Τριμελές Εφετείο συγκροτείται νομίμως με κλήρωση, υπό την Προεδρία Προέδρου Εφετών ή Εφέτη (από τους ορισθέντες κατά τα παραπάνω) και μέλη δύο Εφέτες, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του Tριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από Εφέτη, ορισθέντα κατόπιν κληρώσεως, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του Προέδρου Εφετών. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία κάποιος από τους δικαστές που κληρώθηκε ως μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου, κωλύεται για τους αναφερόμενους στη διάταξη της παραγράφου 7α λόγους, συγκροτείται με τη συμμετοχή αναπληρωματικών, κατά τα οριζόμενα στη άνω διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 περ. α'. Η μη τήρηση όμως των διατάξεων αυτών, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 10 του αυτού άρθρου συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προεκθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο συγκροτήθηκε από τους δικαστές "Άγγελο Λιάπη [επειδή κωλύεται ο Προεδρεύων Εφέτης Δημήτριος - Στέφανος Βόσκας για υπηρεσιακούς λόγους), νομίμως ορισθείς με απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 ν. 3346/2005) και κληρωσθείς (άρθρο 17 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ (Ν. 1756/1988 όπως ισχύει)], Γεώργιο Ακρίβο, Στυλιανή Πανταζή, νομίμως κληρωθέντες (άρθρο 17 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ Ν. 1756/1988όπως ισχύει) κτλ". Οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι με τους ταυτόσημους πρώτους λόγους των κρινομένων αναιρέσεων, αιτιώνται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, συνιστάμενη στην κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, διότι δεν προκύπτει εάν "ο Άγγελος Λιάπης" είναι δικαστικός λειτουργός, τι βαθμό αυτός φέρει, εν προκειμένω Eφέτης, Πρόεδρος Εφετών ή αρχαιότερος Eφέτης. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού η υφιστάμενοι τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προεβλήθη προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά και αβάσιμοι, διότι σαφώς από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο "Άγγελος Λιάπης" τυγχάνει Εφέτης, ο οποίος νομίμως ορισθείς και κληρωθείς, όπως βεβαιούται στην απόφαση, αναπλήρωσε τον κωλυόμενο, για υπηρεσιακούς λόγους, προεδρεύοντα Eφέτη Δημήτριου - Στέφανο Βόσκα, δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται, εάν είναι ο αρχαιότερος Εφέτης, αφού δια κληρώσεως ορίσθηκε. Επειδή, κατά το αρθρ. 229 παρ. 1 ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής, ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση πως η καταμήνυση είναι ψευδής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 του ΠΚ "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει, ενώ ψευδορκία τελεί και ο ψευδομηνυτής, έστω και αν δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της έγκλησης του ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, στο οποίο την υποβάλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει, ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της έγκλησης του, πλην, όμως, γενομένη, θεμελιώνει, εφόσον συντρέχουν και τα λοιπά παραπάνω στοιχεία, το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος, ο οποίος, κατά το άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠΔ, βεβαιώνει, ότι θα πει όλη την αλήθεια, ενόψει και του ότι η κατά το άρθρο 221 στοιχ. δ του ΚΠΔ απαγόρευση της όρκισης του πολιτικώς ενάγοντος, είτε στην προδικασία, είτε και στην κύρια διαδικασία, δεν είναι ταγμένη με ποινή ακυρότητας και η ένορκη κατάθεση του λαμβάνεται υπόψη προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, οπότε, με τον τρόπο αυτό, δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, από τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της ψευδορκίας το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνου εγκλήματος και κανένας από τους τρόπους αυτούς δεν αποκλείει τον άλλον. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α'του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιαδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητος και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση μνα εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός εάν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, αλλά περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδώς καταμυνήσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, όσον και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται, της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου η σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένης ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτελέσματα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Αρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3437/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ1, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ2 για ψευδορκία μάρτυρα, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, η εκτέλεση των οποίων (ποινών) ανεστάλη επί 3ετία. Στην αιτιολογία στη αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από την εκτίμηση των μνημονευόμενων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα την 7-9-2001 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την με αριθμό καταθέσεως ... μήνυση του μεταξύ άλλων και σε βάρος του ήδη εγκαλούντα Ψ. Με την ανωτέρω μήνυση του, εν γνώσει, του κατεμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα Ψ ότι την 6-8-2001 από κοινού με τη σύζυγο του ... Χ1 και Κ προέβησαν στην κατεδάφιση διαχωριστικού τοιχείου των γειτονικών ιδιοκτησιών τους που (κατά τους ισχυρισμούς του) είχε κατασκευαστεί το έτος 1980 κατόπιν κοινής συμφωνίας τους. Όλα όμως τα παραπάνω που διαλαμβάνονται στην προαναφερόμενη μήνυση του πρώτου κατηγορουμένου είναι ψευδή και αυτός τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών Ψ και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 λόγω της συγγενικής τους σχέσης (η σύζυγος του εγκαλούντος είναι αδελφή του πρώτου κατηγορουμένου) είχαν αγοράσει από ένα μερίδιο εξ αδιαιρέτου μιας έκτασης που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της .... Μετά την αγορά της έκτασης αυτής οριοθέτησαν εντελώς πρόχειρα τη χρήση των δυο τμημάτων μεταξύ τους. Η οριοθέτηση αυτή ήταν πραγματική ως ένα σημείο με την τοποθέτηση μικρού διαχωριστικού συρματοπλέγματος και από εκεί και πέρα στο σημείο που άρχιζαν τα δυο κτίσματα ήταν νοητή (φανταστική) γιατί μεταξύ τους υπήρχε διάδρομος. Μετά την αγορά των δυο μεριδίων ο εγκαλών και ο πρώτος κατηγορούμενος έχτισαν λυόμενα κτίσματα για να τα χρησιμοποιήσουν ως θερινές κατοικίες. Μεταξύ των δυο λυόμενων κτισμάτων άφησαν ένα διάδρομο στον οποίο βλέπουν οι δυο πλάγιες όψεις των δυο κτισμάτων μέσω παραθύρων ώστε να φωτίζεται επαρκώς το εσωτερικό τους. Τον διάδρομο τον άφησαν και για το λόγο ότι στο τμήμα που βρίσκεται πίσω από τα δυο τμήματα εγκαταστάθηκε η οικογένεια της θυγατέρας του εγκαλούντος Κ, η οποία επίσης χρησιμοποιεί με την οικογένεια της το κτίσμα που έκτισε για παραθεριστική κατοικία ώστε να μπορεί να επικοινωνεί με την οικογένεια του πατέρα της Ψ. Στα είκοσι και πλέον έτη που αγοράστηκαν αυτά τα ακίνητα δεν είχε υψωθεί τοίχος ανάμεσα στις δυο ιδιοκτησίες, ο δε εγκαλών δεν είχε κανένα λόγο να υψώσει τέτοιο τοίχο αφού έπρεπε να εξασφαλίζεται ο φωτισμός των δυο κτισμάτων, από τα παράθυρα που βλέπουν στα παράθυρα αλλά και γιατί έπρεπε η επικοινωνία με την οικογένεια της θυγατέρας του Κ να είναι συνεχής και ανεμπόδιστη. Όπως αποδείχθηκε ο παραπάνω τοίχος διαστάσεων μήκους 7 μέτρων και ύψους 1 μέτρου περίπου χτίστηκε περί τον Ιούνιο του 2001 από τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2 κατόπιν σχετικής εντολής του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 που εκείνο το χρονικό διάστημα βρισκόταν στη .... Το χτίσιμο αυτού του τοίχου το έκανε ο εξετασθείς και ως μάρτυρας στο ακροατήριο ... υπήκοος Βούλγαρος, τον οποίο πλησίασε ο δεύτερος κατηγορούμενος (ο οποίος κατά τα προαναφερόμενα είχε πάρει σχετική εντολή από τον πρώτο κατηγορούμενο) και του ανέθεσε την κατασκευή αυτού του τοίχου. Ο ανωτέρω μάρτυρας στην ένορκη κατάθεση του στο ακροατήριο κατέθεσε με κατηγορηματικότητα μεταξύ των άλλων: "Τον Ιούνιο του 2001 με πλησίασε ο 2°ς κατηγορούμενος για να κτίσω ένα τοίχο με τσιμεντόλιθους ανάμεσα στα δυο σπίτια....τότε μεταξύ των δυο σπιτιών υπήρχε ένας απλός διάδρομος, υπήρχαν πρόχειρα σύρματα και λαμαρίνες". Το ότι ο τοίχος αυτός χτίστηκε το έτος 2001 και όχι το 1980 επιβεβαιώθηκε εκτός από την κατάθεση του εγκαλούντος και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Θ ο οποίος μεταξύ των άλλων ανέφερε: "Το 2001 χτίστηκε το εν λόγω ντουβάρι με τσιμεντόλιθους ο δεύτερος κατηγορούμενος πρόσεχε το σπίτι του πρώτου κατηγορούμενου " και ... ο οποίος μεταξύ των άλλων κατέθεσε: "Ο εν λόγω τοίχος χτίστηκε το 1981 τον Ιούνιο, πιο μπροστά δεν υπήρχε. Το έτος 2001 είδα γκρεμισμένο τον τοίχο". Το ότι ο επίδικος τοίχος χτίστηκε το έτος 2001 επιβεβαιώνεται και έμμεσα από την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως ... ο οποίος αφού στην αρχή ισχυρίζεται ότι μεταξύ των δυο κατοικιών υπήρχε κάποιος τοίχος από το 1981 ύψους 30 εκατοστών στη συνέχεια δέχεται ότι το έτος 2000 χτίστηκαν από πάνω οι τσιμεντόλιθοι και ότι το έτος 2001 γκρεμίστηκε αυτός ο τοίχος. Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι βέβαιο ότι γνώριζε την αναλήθεια του ισχυρισμού του ότι ο επίδικος τοίχος που χώριζε την ιδιοκτησία του από την ιδιοκτησία του εγκαλούντος χτίστηκε για πρώτη φορά το έτος 2001. Η γνώση του αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι επισκέπτονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα την Ελλάδα και είχε πλήρη και απόλυτη γνώση της πραγματικής κατάστασης που υπήρχε ανάμεσα στην όμορη ιδιοκτησία του και την ιδιοκτησία του εγκαλούντος. Εξάλλου αν όπως ισχυρίζεται ότι ο επίδικος τοίχος είχε χτιστεί από το έτος 1980 κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας θα είχε δημιουργήσει διενέξεις μεταξύ των διαδίκων σε πολύ προγενέστερο χρονικό διάστημα και όχι μετά την πάροδο εικοσαετίας και πλέον, αφού ο εν λόγω τοίχος εμπόδιζε το φωτισμό των δυο κτισμάτων που βλέπουν στο διάδρομο. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι την κατεδάφιση του επίδικου τοίχου κατά τον Αύγουστο του 2001 την έκανε ο εγκαλών Ψ, Την κατεδάφιση αυτή την έκαναν η σύζυγος του εγκαλούντος ... και η θυγατέρα αυτού Κ όπως αυτό κατατέθηκε ρητά στο ακροατήριο από τον μάρτυρα Θ. Το γεγονός αυτό το γνώριζε επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος αντλούσε τις σχετικές πληροφορίες από τον δεύτερο κατηγορούμενο που είχε και τη σχετική επίβλεψη της εξοχικής κατοικίας του στη .... Ούτε εξάλλου συνελήφθη επ' αυτοφώρω ο εγκαλών στην κατεδάφιση του επίδικου-τοίχου αλλά ούτε υπήρχαν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να του δίδουν την απόλυτη πεποίθηση ότι και ο εγκαλών είχε λάβει μέρος στην κατεδάφιση του διαχωριστικού τοιχείου. Επομένως η καταμήνυση που έγινε σε βάρος του εγκαλούντος για την προαναφερόμενη πράξη (η οποία είναι αντικειμενικά κολάσιμη και ψευδής) έγινε για τους λόγους που προαναφέρθηκαν εν γνώσει της, αναληθείας με σκοπό να κινηθεί η ποινική δίωξη εναντίον του καταμηνυθέντος Ψ. Επιπρόσθετα ο πρώτος κατηγορούμενος επιβεβαίωσε το ως άνω ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεως του εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κατά την κατάθεση της παραπάνω ψευδούς κατά το περιεχόμενο εγκλήσεως, βεβαιώνοντας εν γνώσει του το περιεχόμενο της εγκλήσεως του. Συγκεκριμένα βεβαίωσε τα ανωτέρω αν και γνώριζε (για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν) ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν τέλεσε καμμία από τις αξιόποινες πράξεις της φθοράς και αυτοδικίας και το παραπάνω διαχωριστικό τοιχείο το οποίο μάλιστα δεν κατασκευάστηκε το έτος 1980 αλλά χτίστηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο κατόπιν εντολής αυτού. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος με σκοπό την ευδοκίμηση της συναφούς με τα ανωτέρω αίτησης του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 23810/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης παρότρυνε και τελικώς έπεισε με φορτικότητα το δεύτερο κατηγορούμενο να καταθέσει ενόρκως ως. μάρτυρας στη δίκη αυτή, εν γνώσει του τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, ότι δηλαδή το διαχωριστικό τοιχείο που υφίστατο μεταξύ των ιδιοκτησιών χτίστηκε δήθεν το 1980, ενώ το αληθές είναι ότι αυτό το τοιχείο χτίστηκε το 2001, κατόπιν εντολής αυτού (α' κατηγορούμενου) από τον ως άνω συγκατηγορούμενό του παράνομα και αυθαίρετα το έτος 2001. Το ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέτρεψε το δεύτερο κατηγορούμενο να καταθέσει ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου τα ψευδή αυτά γεγονότα προκύπτει ανενδοίαστα από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε φιλικές σχέσεις με τον δεύτερο κατηγορούμενο έχοντας αναθέσει σ' αυτόν την επίβλεψη της εξοχικής κατοικίας του και ως εκ τούτου είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να τον πείσει να καταθέσει τα ως άνω ψευδή περιστατικά προκειμένου να τον ευνοήσει στη σχετική δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης κατά τη δικάσιμο της 2-3-2002. Άλλωστε ήταν ο μόνος που προσδοκούσε έννομο συμφέρον από την αίσια έκβαση αυτής της δίκης. Αποδείχθηκε τέλος ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος στις 2-8-2002 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης στην προαναφερθείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων με ενάγοντα - αιτούντα τον εγκαλούντα και εναγόμενο - καθού η αίτηση τον πρώτο κατηγορούμενο κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ότι το διαχωριστικό τοιχείο που υφίστατο μεταξύ των ιδιοκτησιών των τότε διαδίκων χτίστηκε το έτος 1980, ενώ το τοιχείο αυτό χτίστηκε από ίδιο (β' κατηγορούμενο) κατόπιν εντολής του πρώτου κατηγορούμενου το έτος 2001. Το ότι ο β' κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτού του ισχυρισμού του προκύπτει από το γεγονός ότι ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής αυτής επισκεπτόμενος τακτικά την οικία του πρώτου κατηγορούμενου και επομένως είχε ιδίαν αντίληψη σχετικά με την πραγματική κατάσταση που υπήρχε μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών (μηνυτού και α' κατηγορούμενου) και επομένως και του χρόνου χτισίματος του επίδικου τοιχείου. Άλλωστε όπως αποδείχθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν αυτός που με εντολή του πρώτου κατηγορούμενου βρήκε εργάτες και επιμελήθηκε με δική του φροντίδα το χτίσιμο αυτού του τοιχείου κατά την άνοιξη του 2001....". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς κατά της μηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρος που καταδικάσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ1 και της ψευδορκίας μάρτυρος ο δεύτερος τούτων Χ2, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1, 229 παρ. 1, 224 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και δεν παρεβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκαν οι πράξεις από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, η υποβολή δηλαδή της μηνύσεως καθώς και τα περιστατικά που αναφέρονται στην μήνυση και ήταν ψευδή, αιτιολογείται δε ο σκοπός του άνω κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος να προκληθεί η καταδίωξη του μηνυθέντος ήδη εγκαλούντος, και ότι αυτός βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της ψευδούς μηνύσεως και ότι έπεισε τον δεύτερο κατηγορούμενο να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας τα αναφερόμενα ψευδή γεγονότα. Περαιτέρω η γνώση του άνω κατηγορούμένου - αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των ισχυρισμών του, ότι ο εγκαλών κατεδάφισε το διαχωριστικό τοιχίο το οποίο είχε ανεγερθεί από το έτος 1980, αιτιολογείται πλήρως, από την παραδοχή ότι ο ίδιος έδωσε εντολή στον δεύτερο κατηγορούμενο να ανεγείρει το διαχωριστικό τοιχίο το έτος 2001, οπότε αυτός γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική αντίληψη αλλά και από τις πληροφορίες που ελάμβανε από το δεύτερο κατηγορούμενο και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικά με τη γνώση περιστατικών. Όσον αφορά την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο πρώτος έπεισε τον συγκατηγορούμενό του να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία τέλεσε, αυτή είναι αβάσιμη διότι στο σκεπτικό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά όπως και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ήτοι ότι αυτός "έπεισε με φορτικότητα το δεύτερο κατηγορούμενο να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας" στοιχεία επαρκή για την αιτιολόγηση της καταδικαστικής κρίσεως. Επίσης, αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του δευτέρου κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ2, ο οποίος κατέθεσε ενόρκως, την 2-8-2002, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης κατά την εκδίκαση υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων, εν γνώσει του ψευδή περιστατικά. Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν και γνώριζε, εξ ιδίας αντιλήψεως αφού αυτός ο ίδιος επιμελήθηκε, κατ' εντολήν του πρώτου κατηγορούμενου, της ανεγέρσεως του τοιχίου το έτος 2001, κατέθεσε ψευδώς ότι το τοιχίο ανηγέρθη το έτος 1980. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠΔ δεύτεροι, ταυτόσημοι, λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στους δεύτερους λόγους των αιτήσεων, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρων λόγων αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 83 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 55/14-9-2009 και 56/14-9-2009 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3437/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσ/κης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία στην ψευδορκία μάρτυρος. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Δικαστηρίου σύνθεση.
1
Αριθμός 353/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Νεστορίδη, για αναίρεση της 270/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με συγκατηγορουμένη την Χ3. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Ιουνίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1059/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να παύσει οριστικώς η ασκηθείσα ποινική δίωξη ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 19/6/2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, ασκηθείσα δια δηλώσεως επιδοθείσης στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22/6/2009, στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 270/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Πρέπει, λοιπόν, λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 211 Α ΚΠΔ (το οποίο προσετέθη με το άρθρο 2 § 8 του Ν. 2408/1996). "Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", κατά δε το άρθρο 171 ιδίου κώδικος "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται παραγ. 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... δ' την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος". Από τις διατάξεις αυτές, η παραβίαση εκ των οποίων της πρώτης, επιφέρει την υπό της δευτέρας προβλεπομένη απόλυτη ακυρότητα, προκύπτει ότι το άρθρο 211 Α' ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για κανόνα αξιολογήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που τίθεται διευκρινιστικά συμπληρωματικά στη βασική αρχή που εισάγει το άρθρο 177 ΚΠΔ, την οποίαν εντεύθεν και δεν καταλύει, ούτε άλλωστε αυτό απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής καταθέσεως του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο' απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται, στην προσπάθειά του για την αναζήτηση της αληθείας, στην μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατό καλύτερα την δικανική του πεποίθηση. Η διάταξη αναφέρεται σε "μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου" - ο συγκατηγορούμενος δηλαδή να εξητάσθη ως μάρτυς ή να απελογήθη ως κατηγορούμενος - και μάλιστα στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας από τις οποίες και δη απ' ευθείας έγινε η άντληση των πληροφοριών για την καταδίκη. Ούτως η κατάθεση μαρτύρων - αστυνομικών, ότι αυτά που καταθέτουν τα γνωρίζουν μόνο από την κατάθεση συγκατηγορουμένου, αξιολογούνται μεν, πλην δεν μπορεί να έχουν την αξιοπιστία της αμέσου γνώσεως και έτσι μόνη της δεν θα μπορεί να στηρίξει καταδίκη, (παραβιαζομένης και με αυτό τον τρόπο της άνω αρχής) όπως όταν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, ή την μαρτυρική κατάθεση άλλου προσώπου, το οποίο ως μοναδική πηγή πληροφορήσεώς του έχει τον τελευταίο αυτό, αλλά συνδυαστικά τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του κατηγορουμένου ή την μαρτυρική κατάθεση προσώπου εις το οποίο τα εδιηγήθη αυτός όσο και σε καταθέσεις μαρτύρων ή αναγνωσθείσες τοιαύτες και αναγνωσθέντα έγγραφα. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω το άρθρο 45 ΠΚ ορίζει ότι "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας του τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. ΑΠ 50/1990). Τέλος κατ' άρθρον 46 § 1 στοιχ. β' ΠΚ. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια τις άδικης πράξεως που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 270/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και δη "(από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρ. 177 ΚΠΔ) και την όλη αποδεικτική διαδικασία" - λόγος περί απολογίας των κατηγορουμένων δεν έγινε, διότι ούτοι παρέστησαν δια πληρεξουσίου (εδέχθη) τα εξής: "Ο πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 11-7-2002 έως 8-8-2002 προώθησαν στο εσωτερικό της χώρας και διευκόλυναν την μεταφορά και προώθηση και εξασφάλιση καταλύματος για απόκρυψη σε τέσσερις αλλοδαπές συγκεκριμένα στις α) ΑΑ, β) Χ3, γ) ΒΒ και δ) ΓΓ, οι οποίες δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος. Ειδικότερα, στις 10-7-1002 ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Χ2 και ο ΔΔ (ως προς τον οποίο με την με αριθμ 456/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω θανάτου), μετά από συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ1, μετέβησαν στην ... από όπου μετά από προσυννενόηση με Τούρκο συνεργό παρέλαβαν τα ταξιδιωτικά έγγραφα των παραπάνω αλλοδαπών. Τις παραπάνω αλλοδαπές τις νυκτερινές ώρες της 11ης προς 12-7-2002, μετέφερε ο Τούρκος συνεργός των κατηγορουμένων μέσω του ποταμού Έβρου, στην Ελλάδα, όπου τις ανέμεναν και τις παρέλαβαν ο πρώτος των κατηγορουμένων και ο ΔΔ, τις οδήγησαν δε, τις μεν ΒΒ και Χ3 στην οικία του ΔΔ, τις δε ΑΑ και ΓΓστην οικία του πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων. Εκεί τις απέκρυψαν μέχρι 8-8-2002 όταν ο πρώτος των κατηγορουμένων τις μετέφερε παράνομα, στη ..., όπου οι ΒΒ , Χ3 και ΓΓ, κατέθεσαν δικαιολογητικά στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης για την νομιμοποίηση τους στη χώρα. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο αλλά και από τα αναγνωστέα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης. Συνακόλουθα, πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πρώτης των πράξεων για την οποία κατηγορούνται οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων και πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, στην παράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του Ν. 2910/2001 όπως αντικ. με το άρθρο 37 του Ν. 3153/2003. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, τέλεσε τη πράξη της άμεσης συνέργειας σε υφαρπαγή ψευδών βεβαιώσεων κατ' εξακολούθηση και χρήση πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ο παραπάνω κατηγορούμενος, στις 8-8-2002, στη ..., όπου, όπως προαναφέρθηκε, μετέφερε, παράνομα τις παραπάνω τρεις αλλοδαπές χορήγησε σ' αυτές τις με αριθμ. ..., ... και ...αντίστοιχα, πλαστές άδειες παραμονής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στα ονόματα τους, ενώ αυτές είχε εκδοθεί για άλλα άτομα, με σκοπό να τις χρησιμοποιήσουν καταθέτοντας τες στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης και να επιτύχουν την έκδοση των με αριθμ 22/..., 22/..., και 22/.../8-8-2002 ψευδών βεβαιώσεων για κατάθεση (αναληθώς) νόμιμων δικαιολογητικών από αυτές για την ανανέωση άδειας παραμονής τους ...". Μετά ταύτα εκήρυξε τους κατηγορουμένους (Χ1 και Χ2) ενόχους του ότι: "Α) Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 11-7-2002 έως 8-8-2002 από κοινού ενεργώντας προώθησαν στο εσωτερικό της χώρας και διευκόλυναν την μεταφορά και προώθηση και εξασφάλισαν κατάλυμα για απόκρυψη, 4 αλλοδαπές που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος και συγκεκριμένα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος Χ2 κατόπιν συνεννοήσεως με τον Χ1 αφού μετέβη στις 10-7-2002 στην Τουρκία και παρέλαβαν τα ταξιδιωτικά έγγραφα των ΑΑ, Χ3, ΒΒ και ΓΓ κατόπιν προσυνεννόησης με Τούρκους συνεργούς α.λ,σ. οι οποίο μετέφεραν μέσω του ποταμού ... λάθρα στη χώρα κατά τις νυκτερινές ώρες της 11/12-7-2002, τις ανέμενε και τις οδήγησε ο Χ1 στις οικίες των (ΔΔ) και 1ου κατ/νου Χ1 και 3ου κατ/νου Χ2 και δη τις ΒΒ, Χ3 στην οικία του ΔΔ και τις ΓΓ και ΑΑ στην οικία των 1ου κατ/νου Χ1 και 3ου κατ/νου Χ2, όπου τις απέκρυψαν έως τις 8-8-2002 οπότε κατατέθηκαν από τις αλλοδαπές ΒΒ, Χ3 και ΓΓ δικαιολογητικά στη Νομαρχία Θεσ/νίκης για τη νομιμοποίηση τους στη χώρα με τη βοήθεια του 1ου κατ/νου που τις μετέφερε παράνομα στη ... . Β) Στη ... τις 8-8-2002 με περισσότερες πράξεις του ο 1ος κατηγορούμενος Χ1 παρείχε άμεση συνδρομή στις ΒΒ, Χ3, ΓΓ κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της υπό αυτών αδίκων πράξεων της υφαρπαγής ψευδών βεβαιώσεων κατ' εξακολούθηση και της χρήσης πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και συγκεκριμένα στις 8-8-2002 μετέφερε τις ΒΒ, Χ3 και ΓΓ στη ... και τους χορήγησε τις με αριθμ. ..., ... και ... αντίστοιχα άδειας παραμονής επ' ονόματί τους ώστε αυτές εν συνεχεία α) να χρησιμοποιήσουν αυτές καταθέτοντας τες στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης και β) να επιτύχουν την έκδοση των με αριθμ. 22/..., 22/... και 22/.../8-8-2002 ψευδών βεβαιώσεων περί καταθέσεως των νομίμων δικαιολογητικών από αυτές για την ανανέωση εξάμηνης άδειας παραμονής". Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Θράκης διέλαβε στην άνω απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες εφήρμοσε (άρθρα 55 § 1 Ν. 2910/2001 όπως ισχύει, 45, 46 § 1β', 216 §§ 1, 2, 220 § 1 ΠΚ). Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη της η απόφαση και όχι μόνο την κατάθεση του αστυνομικού ..., ο οποίος εξητάσθη στο ακροατήριο και κατέθεσε ό,τι του κατήγγειλε η ΑΑ κατά την προσέλευσή της στο τμήμα, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, τις συνθήκες της προωθήσεως στη χώρα, της διευκολύνσεις μεταφοράς και εξασφαλίσεως καταλύματος για απόκρυψη στις ανωτέρω αλλοδαπές και την σύμπραξη των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων με τις ενέργειες ενός εκάστου των συμμετόχων αυτουργών, τα περιστατικά της αμέσου συνδρομής του πρώτου Χ1 εις την υφαρπαγή ψευδών βεβαιώσεων κατ' εξακολούθηση και της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, τελεσθεισών υπό των τριών αλλοδαπών ΒΒ, Χ3, ΓΓ κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση των πράξεων αυτών. Μετά ταύτα ο σχετικός κοινός λόγος, αμφοτέρων των αιτήσεων, κατά τον οποίον, δια την ενοχή και καταδίκη των αναιρεσειόντων ελήψθη υπ' όψη αποκλειστικώς και μόνον η κατάθεση του άνω αστυνομικού, ο οποίος δεν είχεν ιδία αντίληψη αλλά μετέφερεν ό,τι του ανέφερεν η ανωτέρω αλλοδαπή, υπαρξάσης, εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας, άλλως υπαρχούσης ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εξ αυτού του λόγου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Λόγον αναιρέσεως συνιστά, κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Εξ άλλου κατ' άρθρο 47 § 1 ΠΚ "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου" (που ορίζεται, δηλαδή ή άμεση συνδρομή), "παρέσχε με πρόθεση σε άλλους οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Ούτως απλή συνέργεια είναι η παροχή με πρόθεση στο δράστη οποιασδήποτε βοηθείας πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της αδίκου πράξεως που διέπραξε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Θράκης, εδέχθη πέραν των άνω εκτεθέντων και ότι "2) Στην ... στις 13-8-2001 παρείχε άμεση συνδρομή στην ΕΕ πριν από την εκτέλεση της υπό αυτής (υπό Γβϊ στοιχ. κατηγορητηρίου) άδικης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης καταβάλλοντας το ποσό των 91.000 δρχ. προκειμένου να αναγνωρισθεί ασφαλιστική προϋπηρεσία από τον ανταποκριτή του ΟΓΑ και υποδεικνύοντας της τη διαδικασία, προκειμένου να της χορηγηθεί η με αριθμ. .../.../13-8-2001 βεβαίωση προσωρινής άδειας παραμονής κατόπιν εξαπάτησης της αρμόδιας αρχής της Νομαρχίας Έβρου ως προς το χρονικό διάστημα της παραμονής της στην Ελλάδα". Ούτως εδέχθη ότι συνιστά άμεση συνέργεια η παροχή συνδρομής πριν από την τέλεση της αδίκου πράξεως από τον αυτουργό και δι' άμεσο συνέργεια τον κατεδίκασε σε φυλάκιση 6 μηνών. Εντεύθεν και εσφαλμένως εφήρμοσε το άνω δικαστήριο τις διατάξεις περί απλής συνεργείας και αμέσου συνδρομής του ΠΚ (47 και 46 ΠΚ) και ούτως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του (πρώτου) αναιρεσείοντος Χ1, υποστηρίζων τούτο, είναι βάσιμος. Γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η απόφαση (μόνο) κατά το σκέλος της αυτό. Στη συνέχεια πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή λόγω παραγραφής, καθ' όσον από του χρόνου τελέσεώς της (13/8/2001) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, και δη προ της εις την αρχήν της παρούσης αναφερομένης συζητήσεως, και συνεπώς το αξιόποινο αυτής εξηλείφθη κατά τα άρθρα 111 αριθμ. 3, 113 § 3 ΠΚ. Τέλος πρέπει να διαταχθεί από τον Άρειο Πάγο η απάλειψη από την απόφαση της περί ποινής διατάξεως των έξι (6) μηνών για την γ' πράξη δηλ. άμεση συνέργεια στην υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως τελεσθείσης υπό της ΕΕ, ως και από την συνολική ποινή η ποινή των δύο (2) μηνών και ορισθεί (η) νέα συνολική ποινή για τον Χ1 σε είκοσι τρεις (23) μήνες, κατ' ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 517 § 2 ΚΠΔ, χωρίς να παραπεμφθεί, κατά ταύτα η υπόθεση για νέα συζήτηση. Η κατά τις αναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου που τείνουν μεταξύ άλλων, και στη μείωση της ποινής, όπως είναι οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 ΠΚ και μεταξύ αυτών ή του στοιχ. α' αυτού, κατά το οποίον ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα αναγκαία περιστατικά, (που είναι αναγκαία) για την θεμελίωσή τους. Άλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, καθ' ην εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο (δεύτερος) κατηγορούμενος Χ2, εκτός από την ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του εζήτησε να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του προηγουμένου εντίμου βίου, επικαλούμενος ότι, κατά λέξη: "Μέχρι σήμερα έχω ζήσει έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, χωρίς ποτέ στο παρελθόν να έχω απασχολήσει τις διωκτικές αρχές για οιαδήποτε αιτία, έχω δε λευκό ποινικό μητρώο". Ούτω δεν επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να στοιχειοθετούν την άνω ελαφρυντική περίσταση, απλώς κάνει μόνο μνεία της σχετικής διατάξεως (του άρθρου 84 § 2α' ΠΚ), ενώ και το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την ύπαρξη της περιστάσεως αυτής. Δι ό και το δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Θράκης) δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος Χ2, ο δε περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως αυτού εκ του άρθρου 510 § 1 Δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμες πλην της αναιρέσεως του Χ1, η οποία κατά τ' άνω πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει καταδικασθεί δε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 270/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ως προς την διάταξή της περί ενοχής του αναιρεσείοντος Χ1για άμεση συνδρομή, στην από της ΕΕ τελεσθείσης υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, την 13/8/2001. Παύει οριστικώς την ποινική του δίωξη γι' αυτή. Απαλείφει, όσον αφορά τον αυτόν Χ1, α) την διάταξη περί επιβολής ποινής των έξι (6) μηνών για την άνω γ' πράξη, β) από την διάταξη της συνολικής ποινής των είκοσι πέντε (25) μηνών, την ποινή των δύο (2) μηνών για την αυτή πράξη. Και Ορίζει την συνολική του ποινή εις είκοσι τρεις (23) μήνες. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19/6/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της άνω 270/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Απορρίπτει την αίτηση του Χ2 για αναίρεση της αυτής αποφάσεως. Και Καταδικάζει τον τελευταίον αυτόν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρ. 211 Α΄ ΚΠΔ. Άρθρο 171 § 1, εδ. δ΄ ΚΠΔ. Πότε απόλυτος ακυρότης, εάν ληφθεί υπόψη αποκλειστικά μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου, όχι απόλυτη ακυρότητα, εάν ληφθεί υπόψη συνδυαστικά με άλλα αποδεικτικά μέσα. Πότε παραβιάζεται η άνω αρχή. Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Άρθρο 45 ΠΚ. Πότε από κοινού τέλεση της πράξεως. Άρθρο 46 § 1 στοιχ. β΄ ΠΚ. Πότε άμεση συνδρομή. Άρθρο 47 § 1 ΠΚ. Πότε απλή συνέργεια. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως των άρθρων 47 και 46 ΠΚ. Αναιρεί (και παύει οριστικώς), διότι εδέχθη ότι η συνδρομή πριν από την πράξη είναι άμεση συνδρομή. Απαλείφει διάταξη περί ποινής. Εφαρμογή άρθρα 517 § 2 ΚΠΔ, ήτοι χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Πρέπει να προβάλλονται ορισμένως, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Ελαφρυντική περίπτωση 84 § 2α ΠΚ. Δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά και εφόσον ήτο αόριστος, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Αναιρεί εν μέρει ως προς τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί ενοχής του πρώτου αναιρεσείοντος για άμεση συνδρομή στην τελεσθείσα από τρίτο υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. ΠΟΠΔ για την πράξη αυτή. Απαλείφει ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα τη διάταξη περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή και από τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής την ποινή των 2 μηνών για την πράξη αυτή. Ορίζει συνολική ποινή 23 μηνών. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Ποινή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Συνέργεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
0
Αριθμός 344/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 653/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Σωματείο με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Επιστημόνων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 772/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 313/30.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρ. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 102/18-5-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό της από την δικηγόρο Αθηνών Μ. Μάρλα σύμφωνα με την από 15-5-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση της προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 653/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2283/2008 βούλευμά του παρέπεμψε την ήδη αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου άνω των 73.000 ευρώ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του: α) δέχθηκε εν μέρει την έφεση και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις αναφερόμενες σ' αυτό μερικότερες πράξεις και β) απέρριψε την έφεση αυτής κατά τα λοιπά κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως αβάσιμη στην ουσία της. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στην κατηγορούμενη στις 14-5-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., και αυτή στις 18-5-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθρ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια της πληρεξουσίου δικηγόρου της Μ. Μάρλα, σύμφωνα με την από 15-5-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή της προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται. Η κατηγορουμένη με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς της στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος και ζητά την εξαφάνισή του για: α) απόλυτη ακυρότητα και β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α' και ε' του ΚΠΔ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ. όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντα ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματώνεται, αντικειμενικώς μεν με την από τον δράστη παράνομη, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ'αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του, υποκειμενικώς δε με τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2) όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ'άρθρο 719 ΑΚ, κάθε τι που έλαβε, καθώς και ό,τι, κατ'άρθρο 721 του ίδιου Κώδικα, προκαταβλήθηκε σε αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων εις αυτόν προς εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1425/2002 Π.Χ. ΝΓ'510, ΑΠ 394/2003 ΠΧ ΝΔ 30, ΑΠ 115/2004 ΠΧ ΝΕ 32). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/2002 ΠΧ'2002.689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ'2003.24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ'1996.358). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το σωματείο με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Επιστημόνων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής" που έχει ως σκοπό τη διάδοση και προαγωγή της επιστήμης και τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει την έδρα του επί της οδού ... αριθμός ... στην ... Νόμιμος εκπρόσωπός του παραπάνω σωματείου από το έτος 1998 έως το 2004 ήταν ο ΑΑ. Ταμίας του παραπάνω καταστήματος υπήρξε από το Μάρτιο του έτους 2002 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2004 η ΒΒ. Η κατηγορούμενη εργαζόταν στο παραπάνω σωματείο ως γραμματέας από το έτος 1999 επίσημα όμως προσλήφθηκε φέρεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τις 10-1-2000. Στις 25 Φεβρουαρίου 2004 διενεργήθηκαν εκλογές και το νέο διοικητικό Συμβούλιο ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 8-3-2004. Ταμίας του νέου Δ.Σ. ορίστηκε ο ΓΓ. Όταν ο τελευταίος ανέλαβε τα καθήκοντά του, ζήτησε από την προηγούμενη διοίκηση να του γνωρίσει επίσημα ποιο είναι το υπόλοιπο του ταμείου που έπρεπε να παραλάβει. Κατά τη διαδικασία αυτή του δόθηκαν διαφορετικοί αριθμοί από την ταμία, τμήμα οικονομικού διευθυντή καθώς και από τις επίσημες καταστάσεις της Γενικής Συνελεύσεως. Όταν ζήτησε επίσης να παραλάβει το μπλοκ επιταγών του σωματείου βάσει των οποίων γίνονταν οι πληρωμές των προμηθευτών του σωματείου και των υπαλλήλων, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν φύλλα επιταγών και στο πίσω μέρος του μπλοκ όπου τηρούνται στοιχεία για το όνομα του δικαιούχου, το ποσό και την ημερομηνία εξόφλησης, αυτό ήταν κενό. Αμέσως ανέθεσε σε λογιστή για να πραγματοποιήσει τον έλεγχο για τη διετία 2002-2003 και διαπιστώθηκε να έχουν γίνει από την κατηγορούμενη διάφορες παρατυπίες, δηλαδή είχαν γίνει εισπράξεις επιταγών χωρίς να αντιστοιχούν σε πραγματικές υποχρεώσεις του σωματείου. Όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των υπευθύνων του σωματείου η διαδικασία πληρωμής των επιταγών γινόταν ως εξής: "όταν από κάποιο μέλος του Δ.Σ, ή από τον γενικό διευθυντή ή από την κατηγορούμενη υποβαλλόταν αίτημα πληρωμής κάποιας δαπάνης, ακολουθούσε απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου που ενέκρινε τη δαπάνη. Σημειωτέον ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου δεν αφορούσε την πληρωμή των παγίων δαπανών - ενοίκιο - μισθούς υπαλλήλων κλπ. Για κάποιο διάστημα, συντασσόταν κατάσταση και σε αυτήν περιλαμβανόταν στο τέλος του πρακτικού. Μετά την έγκριση, με ευθύνη του οικονομικού διευθυντή του σωματείου, εκδιδόταν ένα ένταλμα πληρωμής για τη σχετική δαπάνη συνυπέγραφε ο γενικός διευθυντής, ο ταμίας και ο πρόεδρος και γινόταν καταχώρηση στο βιβλίο εσόδων εξόδων. Το μπλοκ των επιταγών το κρατούσε πάντα ο ταμίας και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η κατηγορούμενη. Ο κανόνας ήταν την επιταγή, αφού πρώτα συμπλήρωνε τα στοιχεία η κατηγορουμένη ακολούθως την έδινε για υπογραφή στον πρόεδρο και τον ταμία. Ο οικονομικός διευθυντής παρακολουθούσε την πορεία γενικώς, καθώς και η εξελεγκτική Επιτροπή που εκλεγόταν από τις γενικές συνελεύσεις. Επίσης για τη μισθοδοσία της κατηγορουμένης τα μπόνους κι όταν αποδεικνύετο ότι ο δικαιούχος ήταν μακριά η επιταγή εκδίδετο στο όνομα της. Όταν ανέκυψε αρχικά το πρόβλημα με των παρατυπιών ο πρόεδρος του σωματείου ΑΑ επικοινώνησε με την κατηγορούμενη και αμέσως του είπε ότι έκανε λάθος και ζήτησε συγγνώμη. Επίσης και στον μάρτυρα ΓΓ όταν επικοινώνησε με την κατηγορούμενη αυτή του είπε ότι είχε δώσει κάποια χρήματα που εισέπραξε σε τρίτους τους οποίους όμως δεν κατονόμασε. Ο έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από τον λογιστή ΔΔ απέδειξε ότι η πλειονότητα των επιταγών που είχαν εκδοθεί σε διαταγή τους είχαν εξοφληθεί από το συγκεκριμένο κατάστημα της Τράπεζας ΕFG EUROBANK ERGASIAS A.E. στον ... Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι όλα τα τιμολόγια είχαν εξοφληθεί δύο φορές. Από τα σώματα των επιταγών που προσκόμισαν, αφού έλαβαν φωτοτυπίες από την Τράπεζα, προέκυψε ότι η πρώτη επιταγή εξοφλούσε κανονικά το τιμολόγιο του προμηθευτή και η δεύτερη ήταν σε διαταγή της κατηγορουμένης, η οποία την είχε εισπράξει. Στο διάστημα των δύο ετών το ποσό των επιταγών ήταν περισσότερο από 80.000 ευρώ. Ο ίδιος ο λογιστής συνέστησε για να υπάρχει πλήρης εικόνα να απεικονιστούν τα οικονομικά στοιχεία της χρήσεως 2002-2003 και σε λογιστικά βιβλία τρίτης κατηγορίας ώστε να φαίνεται με λεπτομέρειες κάθε συναλλαγή. Ζητήθηκε επίσης και πραγματοποιήθηκε έλεγχος διαχειριστικός από το σώμα ορκωτών λογιστών σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έκθεσης του Ορκωτού λογιστή ΕΕ εκδόθηκαν παράτυπα σε διαταγή της κατηγορουμένης συνολικά τριάντα εννέα επιταγές πληρωτέες από την Τράπεζα ALPHA BANK συνολικής αξίας 36.758,20 ευρώ, 29 επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα EURO BANK συνολικής αξίας 32.791,08 ευρώ και 25 επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα Εργασίας συνολικού ποσού 17.374,07 ευρώ και συνολικού ύψους 86.923,35 ευρώ. Οι επιταγές αυτές δεν καλύπτουν ούτε μισθοδοσία, ούτε υποχρεώσεις προμηθευτών. Η κατηγορουμένη όταν κατείχε τα σώματα των επιταγών των τραπεζών συμπλήρωνε τα μη έντυπα στοιχεία αυτών εις διαταγή της, αναγράφοντας τόπο εκδόσεως το Μοσχάτο, τις ημερομηνίες έκδοσης αυτών και τα ποσά που έχουν γραφεί θέτοντας τη θέση του εκδότη τη σφραγίδα του σωματείου μετά δε την υπογραφή τους από τον πρόεδρο του σωματείου και σε ορισμένες από αυτές από την ταμία της εμφάνιζε προς πληρωμή εισπράττοντας τα αναγραφόμενα ποσά, τα οποία στο σύνολό τους υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Η κατηγορουμένη όταν κλήθηκε σε απολογία ενώπιον της Ανακρίτριας, αφού αρνήθηκε την κατηγορία και προέβαλε τους ισχυρισμούς με το υπόμνημά της ότι οι επιταγές αυτές είχαν εκδοθεί για νόμιμες αιτίες (πληρωμή μισθού της), έξοδα του σωματείου κλπ) δήλωσε ότι εάν γίνει ενδελεχής έλεγχος σε αυτά που ισχυρίζεται και δεν καλύπτεται κάποιο ποσό με τα αντίστοιχα παραστατικά για λόγους ηθικής τάξεως προσφέρεται να καλύψει το οποιοδήποτε αυτό ποσό. Σημειωτέον ότι όταν της ζητήθηκε να εμφανισθεί για να δώσει εξηγήσεις, αφού είχε ανατεθεί ο οικονομικός έλεγχος σε ορκωτούς λογιστές, ποτέ δεν εμφανίσθηκε. Το μοναδικό ποσό που παραδέχθηκε στους υπευθύνους όταν της γνωστοποίησαν τις παρατυπίες ήταν εκείνο των τριών (3) επιταγών που αναφέραμε πιο πάνω, συνολικού ύψους 9.427,37 ευρώ ήτοι την υπ' αριθμ. ... ποσού 3.012,78 ευρώ ALRHA BANK, υπ' αριθμ. ... της EUROBANK ποσού 3.396,28 ευρώ και η υπ' αριθμ. ... ποσού 3.088,21 ευρώ. Όταν κοινοποιήθηκε στην κατηγορουμένη η από 17-2-2006 αγωγή του σωματείου εναντίον της, απέστειλε την από 17-12-2007 επιστολή της με την οποία αφενός μεν ζήτησε να συναντηθεί με τους εκπροσώπους του σωματείου για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινήσεις, αφετέρου δε προσφέρθηκε, εφόσον δεν γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της να προσφέρει το ποσό των 20.000 ευρώ και τελικά αποδέχθηκαν και οι δύο πλευρές με κάθε επιφύλαξη το ποσό των 10.000 ευρώ χωρίς όμως να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της, ούτε βέβαια και η ίδια αποποιήθηκε από το δικαίωμά της, αλλά εν όψει συζητήσεως της αγωγής εδόθησαν αυτές οι διευκρινήσεις. όσον αφορά το ποσό των (3) επιταγών φρονούμε ότι εκ παραδρομής έχουν περιληφθεί στην κατηγορία, διότι αυτό είχε επιστραφεί πριν την υποβολή της εγκλήσεως και δεν το αναιρούν οι εξετασθέντες μάρτυρες, συνεπώς μόνο γι' αυτό το ποσό δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος της κατηγορουμένης και εφόσον δεν αποτελούν οι μερικότερες αυτές πράξεις κακουργηματική μορφή του άνω εγκλήματος λόγω ποσού, θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη αφού έχει παρέλθει απλό τον χρόνο τελέσεως πενταετία. Για το υπόλοιπο ποσό, ανερχόμενο σε 77.425,58 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι έχει υπεξαιρέσει η κατηγορουμένη υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ προκύπτουν περισσότερο από αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και θα πρέπει γι' αυτές να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών για να δικασθεί η κατηγορουμένη. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) δεν αναφέρει αν οι υπογραφές που είχαν οι επιταγές του Προέδρου και του Ταμία τέθηκαν από αυτούς μετά από σχετικό προηγούμενο έλεγχο ή μετά από απατηλή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, β) δεν αναφέρει αν οι ίδιες επιταγές μετά την υπογραφή τους δόθηκαν στην αναιρεσείουσα ως κάτοχο ή κυρία και, γ) δεν αναφέρει γιατί η αναιρεσείουσα ήταν κάτοχος των χρημάτων που ανέλαβε από τις τράπεζες ενώ είναι γνωστό ότι η κυριότητα των χρημάτων που είναι σε λογαριασμό τράπεζας ανήκει στην τράπεζα. Δηλαδή δεν προκύπτουν από το προσβαλλόμενο βούλευμα τα απαραίτητα κατά τον νόμο στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αλλά αυτά αναφέρονται με ασάφειες. Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας έχει τα χαρακτηριστικά της απάτης (παραπλάνηση των οργάνων της παθούσας εταιρείας για το ότι οι υπό έκδοση επιταγές αφορούν πραγματικές υποχρεώσεις της εταιρείας) και η υπεξαίρεση των χρημάτων που εισπράχτηκαν, επειδή αφορούν το ίδιο αντικείμενο με την απάτη είναι μη τιμωρητή υστέρα πράξη έναντι της απάτης (ΑΠ 93/2006 ΠΧ'2006.784, ΑΠ 1840/2000 ΠΔ' 2001.452, ΑΠ 1916/84 ΠΧ'1985.589). Το κεφάλαιο όμως αυτό, που είναι επίσης κρίσιμο για τον αξιόποινο χαρακτήρα της υπεξαίρεσης, δεν έχει ερευνηθεί με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Η παράλειψη αυτή, που έχει την μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ), πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιό Σας αυτεπάγγελτα (αρθρ. 484 παρ. 3 του ΚΠΔ) επειδή η αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή. Με βάση τα δεδομένα αυτά το προσβαλλόμενο βούλευμα: α) δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ) και β) έχει εσφαλμένα ερμηνεύσει και εφαρμόσει την διάταξη του αρθρ. 375 του ΠΚ (αρθρ. 484 παρ. στοιχ. β' του ΚΠΔ), γι' αυτό πρέπει η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή στην ουσία της, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Tέλος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (αρθρ. 171 παρ. 1δ και 484 παρ. 1α του ΚΠΔ) που προβάλλει η αναιρεσείουσα επειδή το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του κατά την συζήτηση της εφέσεώς της (αρθρ. 309 παρ. 2 του ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος επειδή το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα αυτό με πλήρη αιτιολογία αφού αναφέρει ότι αυτή έχει εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις της με το απολογητικό της υπόμνημα, την έφεσή της και το υπόμνημα που την συνοδεύει (ΑΠ 430/2008). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνει δεκτή η 102/18-5-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ..., κατά του 653/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να αναιρεθεί αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν κρίνει προηγουμένως. Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ.1 εδ. α' Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δολία προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθείς παράνομα που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εξωτερικεύει την πρόθεση του αυτή. Κατά την παράγραφο δε 1 εδ. β' του ίδιου mo πάνω άρθρου 375 Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν. 2721/1999, η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ήδη 73.000 ευρώ). Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής και στην πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που έχει ενσωματωθεί στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο συμπληρωματικά αναφέρεται, στην οποία (πρόταση) εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 653/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά του στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στο άνω βούλευμα αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: "Το σωματείο με την επωνυμία Ελληνική Εταιρεία Επιστημόνων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής που έχει ως σκοπό τη διάδοση και προαγωγή της επιστήμης και τεχνολογίας των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει την έδρα του επί της οδού ... αριθμός ... στην ... Νόμιμος εκπρόσωπός του παραπάνω σωματείου από το έτος 1998 έως το 2004 ήταν ο ΑΑ. Ταμίας του παραπάνω καταστήματος υπήρξε από το Μάρτιο του έτους 2002 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2004 η ΒΒ. Η κατηγορουμένη εργαζόταν στο παραπάνω σωματείο ως γραμματέας από το έτος 1999 επίσημη όμως πρόσληψή της φέρεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τις 10-1-2000. Στις 25 Φεβρουαρίου 2004 διενεργήθηκαν εκλογές και το νέο διοικητικό Συμβούλιο ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 8-3-2004. Ταμίας του νέου Δ.Σ. ορίστηκε ο ΓΓ. Όταν ο τελευταίος ανέλαβε τα καθήκοντά του, ζήτησε από την προηγούμενη διοίκηση να του γνωρίσει επίσημα ποιο είναι το υπόλοιπο του ταμείου που έπρεπε να παραλάβει. Κατά τη διαδικασία αυτή του δόθηκαν διαφορετικοί αριθμοί από την ταμία τμήμα του οικονομικού διευθυντή καθώς και από τις επίσημες καταστάσεις της Γενικής Συνελεύσεως. Όταν ζήτησε επίσης να παραλάβει το μπλοκ επιταγών του σωματείου, βάσει των οποίων γίνοντο οι πληρωμές των προμηθευτών του σωματείου και των υπαλλήλων, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν φύλλα επιταγών και στο πίσω μέρος του μπλοκ όπου τηρούνται στοιχεία για το όνομα του δικαιούχου, το ποσό και την ημερομηνία εξόφλησης, αυτό ήταν κενό. Αμέσως ανέθεσε σε λογιστή για να πραγματοποιήσει τον έλεγχο για τη διετία 2002-2003 και διαπιστώθηκε να έχουν γίνει από την κατηγορουμένη διάφορες παρατυπίες, δηλαδή είχαν γίνει εισπράξεις επιταγών χωρίς να αντιστοιχούν σε πραγματικές υποχρεώσεις του σωματείου. Όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των υπευθύνων του σωματείου η διαδικασία πληρωμής των επιταγών γινόταν ως εξής: όταν από κάποιο μέλος του Δ.Σ, ή από τον γενικό Διευθυντή ή από την κατηγορουμένη υποβαλλόταν αίτημα πληρωμής κάποιας δαπάνης, ακολουθούσε απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου που ενέκρινε τη δαπάνη. Σημειωτέον ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου δεν αφορούσε την πληρωμή των παγίων δαπανών - ενοίκιο - μισθούς υπαλλήλων κλπ. Για κάποιο διάστημα, συντασσόταν και κατάσταση και αυτή περιλαμβανόταν στο τέλος του πρακτικού. Μετά την έγκριση, με ευθύνη του οικονομικού Διευθυντή του σωματείου, εκδιδόταν ένα ένταλμα πληρωμής για τη σχετική δαπάνη συνυπέγραφε ο γενικός Διευθυντής, ο Ταμίας και ο Πρόεδρος και γινόταν καταχώρηση στο βιβλίο εσόδων - εξόδων. Το μπλοκ των επιταγών το κρατούσε πάντα ο ταμίας και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η κατηγορουμένη. Ο κανόνας ήταν την επιταγή, αφού πρώτα συμπλήρωνε τα στοιχεία η κατηγορουμένη, ακολούθως την έδινε για υπογραφή στον πρόεδρο και τον ταμία. Ο οικονομικός διευθυντής παρακολουθούσε την πορεία γενικώς, καθώς και η εξελεγκτική Επιτροπή που εκλεγόταν από τις Γενικές Συνελεύσεις. Επίσης για τη μισθοδοσία της κατηγορουμένης τα μπόνους και όταν αποδεικνύετο ότι ο δικαιούχος ήταν μακριά, η επιταγή εκδίδετο στο όνομά της. Όταν ανέκυψε αρχικά το πρόβλημα των παρατυπιών ο πρόεδρος του Σωματείου ΑΑ επικοινώνησε με την κατηγορουμένη και αμέσως, του είπε ότι έκανε λάθος και ζήτησε συγγνώμη. Επίσης και στον μάρτυρα ΓΓ όταν επικοινώνησε με την κατηγορουμένη αυτή του είπε ότι είχε δώσει κάποια χρήματα που εισέπραξε σε τρίτους, τους οποίους όμως δεν κατονόμασε. Ο έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από τον Λογιστή ΔΔ απέδειξε ότι η πλειονότητα των επιταγών που είχαν εκδοθεί σε διαταγή της είχαν εξοφληθεί από το συγκεκριμένο κατάστημα της Τράπεζας ΕFG EUROBANK ERGASIAS A.E. στον ... Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι πολλά τιμολόγια είχαν εξοφληθεί δύο φορές. Από τα σώματα των επιταγών που προσκόμισαν, αφού έλαβαν φωτοτυπίες από την Τράπεζα, προέκυψε ότι η πρώτη επιταγή εξοφλούσε κανονικά το τιμολόγιο του προμηθευτή και η δεύτερη ήταν σε διαταγή της κατηγορουμένης, η οποία την είχε εισπράξει. Στο διάστημα των δύο ετών το ποσό των επιταγών ήταν περισσότερο από 80.000 ευρώ. Ο ίδιος ο λογιστής συνέστησε, για να υπάρχει πλήρης εικόνα, να απεικονιστούν τα οικονομικά στοιχεία των χρήσεων 2002-2003 και σε λογιστικά βιβλία τρίτης κατηγορίας, ώστε να φαίνεται με λεπτομέρειες κάθε συναλλαγή. Ζητήθηκε επίσης και πραγματοποιήθηκε έλεγχος διαχειριστικός από το Σώμα ορκωτών λογιστών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εκθέσεως του Ορκωτού Λογιστή ΕΕ, εκδόθηκαν παράτυπα σε διαταγή της κατηγορουμένης συνολικά 39 επιταγές πληρωτέες από την Τράπεζα ALPHA BANK συνολικής αξίας 36.758,20 ευρώ, 29 επιταγές πληρωτέες από την Τράπεζα EURO BANK συνολικής αξίας 32.791,08 ευρώ και 25 επιταγές πληρωτέες από την Τράπεζα Εργασίας συνολικού ποσού 17.374,07 ευρώ και συνολικού ύψους 86.923,35 ευρώ. Οι επιταγές αυτές δεν καλύπτουν ούτε μισθοδοσία, ούτε υποχρεώσεις προμηθευτών. Η κατηγορουμένη, όταν κατείχε τα σώματα των επιταγών των τραπεζών συμπλήρωνε τα μη έντυπα στοιχεία αυτών εις διαταγή της, αναγράφοντας τόπο εκδόσεως το ..., τις ημερομηνίες έκδοσης αυτών και τα ποσά που έχουν γραφεί, θέτοντας στη θέση του εκδότη τη σφραγίδα του Σωματείου μετά δε την υπογραφή τους από τον Πρόεδρο του Σωματείου και σε ορισμένες από αυτές από την ταμία, τις εμφάνιζε προς πληρωμή εισπράττοντας τα αναγραφόμενα ποσά, τα οποία στο σύνολό τους υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Η κατηγορουμένη όταν κλήθηκε σε απολογία ενώπιον της Ανακρίτριας, αφού αρνήθηκε την κατηγορία και προέβαλε τους ισχυρισμούς με το υπόμνημά της ότι οι επιταγές αυτές είχαν εκδοθεί για νόμιμες αιτίες (πληρωμή μισθού της), έξοδα του σωματείου κλπ) εδήλωσε ότι εάν γίνει ενδελεχής έλεγχος σε αυτά που ισχυρίζεται και δεν καλύπτεται κάποιο ποσό με τα αντίστοιχα παραστατικά, για λόγους ηθικής τάξεως προσφέρεται να καλύψει το οποιοδήποτε αυτό ποσό. Σημειωτέον ότι όταν της ζητήθηκε να εμφανισθεί, για να δώσει εξηγήσεις, αφού είχε ανατεθεί ο οικονομικός έλεγχος σε ορκωτούς λογιστές, ποτέ δεν εμφανίσθηκε. Το μοναδικό ποσό που παραδέχθηκε στους υπευθύνους όταν της γνωστοποίησαν τις παρατυπίες ήταν εκείνο των τριών (3) επιταγών που αναφέραμε πιο πάνω, συνολικού ύψους 9.497,37 ευρώ ήτοι την υπ' αριθμ. ... ποσού 3.012,78 ευρώ ALRHA BANK, υπ' αριθμ. ... της EUROBANK ποσού 3.396,28 ευρώ και η υπ' αριθμ. ... ποσού 3.088,21 ευρώ. Όταν κοινοποιήθηκε στην κατηγορουμένη η από 17-2-2006 αγωγή του σωματείου εναντίον της, απέστειλε την από 17-12-2007 επιστολή της με την οποία αφενός μεν ζήτησε να συναντηθεί με τους εκπροσώπους του σωματείου για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινήσεις, αφετέρου δε προσφέρθηκε, εφόσον δεν γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της, να προσφέρει το ποσό των 20.000 ευρώ και τελικά αποδέχθηκαν και οι δύο πλευρές με κάθε επιφύλαξη το ποσό των 10.000 ευρώ χωρίς όμως να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της, ούτε βέβαια και η ίδια αποποιήθηκε από το δικαίωμά της, αλλά εν όψει συζητήσεως της αγωγής εδόθησαν αυτές οι διευκρινήσεις. Όσον αφορά το ποσό των (3) επιταγών φρονούμε ότι εκ παραδρομής έχουν περιληφθεί στην κατηγορία, διότι αυτό είχε επιστραφεί πριν την υποβολή της εγκλήσεως και δεν το αναιρούν οι εξετασθέντες μάρτυρες. Συνεπώς μόνο γι' αυτό το ποσό δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος της κατηγορουμένης και εφόσον δεν αποτελούν οι μερικότερες αυτές πράξεις κακουργηματική μορφή του άνω εγκλήματος λόγω ποσού, θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη αφού έχει παρέλθει από τον χρόνο τελέσεως πενταετία. Για το υπόλοιπο ποσό, ανερχόμενο σε 77.425,58 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι έχει υπεξαιρέσει η κατηγορουμένη, υπερβαίνει δε αυτό το ποσό των 73.000 ευρώ προκύπτουν περισσότερο από αποχρώσες ενδείξεις ενοχής και θα πρέπει γι' αυτές να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών για να δικασθεί η κατηγορουμένη". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με την ασκηθείσα ποινική δίωξη, μη έχων δικαιοδοσία να αποφανθεί για άλλη πράξη, απορρίπτοντας εν μέρει την, από την κατηγορουμένη ασκηθείσα, κατά του υπ' αριθ. 2293/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικυρώνοντας κατά τούτο το πρωτόδικο βούλευμα, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 375 παρ. 1 εδ. α και β του Π.Κ., όπως προστέθηκε το τελευταίο εδάφιο με το άρθρο 14 παρ. 3α του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση, κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για τη παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία της κατηγορουμένης), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του, εντεύθεν δε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εκ τούτων ή η μη λήψη υπόψη και των εγγράφων που προσκόμισε η κατηγορουμένη. Ειδικότερα αναφέρονται λεπτομερώς οι επί μέρους πράξεις της αναιρεσείουσας που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, με αναφορά στις κατά νόμο περιστάσεις υπό τη μορφή που προεκτέθηκαν και συγκεκριμένα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως του εγκλήματος που της αποδίδεται, με την εμφάνιση και είσπραξη κατ' εντολήν του Σωματείου των αναγραφομένων σε κάθε μία από τις επιταγές αντίστοιχων ποσών από τις πληρώτριες τράπεζες και εν συνεχεία την παράνομη ιδιοποίηση των ποσών αυτών που ανέρχονται συνολικά σε 77.425,58 Ευρώ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες για τους εξής λόγους: Από την αναφορά στο σκεπτικό του βουλεύματος ότι το Συμβούλιο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και τα επισημαινόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα ήτοι τους εγκριθέντες από την εξελεγκτική επιτροπή ισολογισμούς των ετών 1998-2003 που ήταν ισοσκελισμένοι, τα οποία δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν τα συνεκτίμησε το Συμβούλιο, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να τα σχολιάσει. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί αντιθέσεως αυτών των εγγράφων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα του βουλεύματος, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Συμβουλίου. Η αιτίαση (κατ' εκτίμηση) ότι εσφαλμένα υπολογίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα το άθροισμα των φερομένων ως υπεξαιρεθέντων χρημάτων, επειδή δεν αφαιρέθηκαν δαπάνες που έγιναν αλλ' απλώς δεν εκδόθηκαν γι' αυτές σχετικά παραστατικά, δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, διότι πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Εξάλλου, αφού δέχθηκε το Συμβούλιο ότι πρόκειται για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, οπότε, ως εκ του χρόνου που φέρονται τελεσθείσες οι μερικότερες πράξεις, (μετά τον Ν. 2721/1999), λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου των μερικοτέρων πράξεων (άρθρο 98 § 2 Π.Κ.), αναγκαίως δέχθηκε ενότητα δόλου του αναιρεσείοντος, η οποία περιλαμβάνει τη θέληση και αποδοχή να ιδιοποιηθεί το άθροισμα της αξίας των μερικοτέρων πράξεων έτσι ώστε δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει το Συμβούλιο ότι ο αναιρεσείων απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό αποτέλεσμα αυτών. Επομένως, ο αντίθετος προς τα ανωτέρω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, που πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά την παραπεμπτική του, για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, διάταξη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 1 περ. α' και 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ προκύπτει ότι δημιουργείται λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα, όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων σ' αυτόν δικαιωμάτων στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιτάσσει ο νόμος. Εξάλλου το δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του επί της κατηγορίας που τον βαρύνει, προβλέπεται από το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ αλλά και από το άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, η αποδοχή δε του αιτήματος αυτού αποτελεί τον κανόνα και η απόρριψη του την εξαίρεση, γι' αυτό η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψη του οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ.2 σε συνδυασμό με 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ και ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο 484 παρ. 1 περ.α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα με την από 10-9-2008 έφεσή της ζήτησε, πλην άλλων, την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις για την αποδιδόμενη σ'αυτήν αξιόποινη πράξη. Το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε το άνω αίτημα με την αιτιολογία "το αίτημα της εκκαλούσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι αυτή έχει με πληρότητα παράσχει εξηγήσεις για τις κατηγορίες που την βαρύνουν τόσο με την ένδικη έφεση, όσο και με το απολογητικό υπόμνημα της, και ανέπτυξε διεξοδικά τις απόψεις της, οπότε η εμφάνιση της δεν είναι αναγκαία". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας. Ειδικότερα η αιτιολογία ότι "έχει με πληρότητα παράσχει εξηγήσεις ... και ανέπτυξε διεξοδικά τις απόψεις της" είναι ειδική, πλήρης και επαρκής. Γι' αυτό, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 102/18 Μαΐου 2009 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 653/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική υπεξαίρεση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα εκ της αναιτιολόγητης απόρριψης του αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης της κατηγορουμένης στο Συμβούλιο Εφετών.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 343/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βουράκη, περί αναιρέσεως της 1568/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1249/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, όπως εκείνη που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης, αλλά και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως όπως είναι και ο ισχυρισμός, κατ' άρθρον 20 του ΠΚ, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε σε εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη 1568/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι από τα αναφερόμενα κατ 'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: Στην ..., στις 21-4-2002, με μία πράξη τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα και συγκεκριμένα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος και η μηνύτρια Ψ1 από το γάμο τους, που τέλεσαν το έτος 1989, απέκτησαν την 11-1-1996, τα δίδυμα τέκνα ΑΑ και ΒΒ. Επειδή η έγγαμη συμβίωση τους δεν εξελίχθηκε ομαλά κατά το μήνα Ιούνιο του 1998 αποφάσισαν να λύσουν τον γάμο τους με συναινετικό διαζύγιο. Με το από 12-6-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνόδευε την αίτηση διαζυγίου, συμφώνησαν την γονική μέριμνα των ανηλίκων να ασκεί η μητέρα τους. Στη συνέχεια, επειδή οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν σε σημείο, που να μην μπορούν να ρυθμίσουν και να τηρήσουν από μόνοι τους το θέμα της επιμέλειας των τέκνων τους, η μηνύτρια ζήτησε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια, η οποία και της ανετέθη προσωρινά με την 9327/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την ίδια απόφαση ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας των τέκνων με τον πατέρα τους κατηγορούμενο. Περαιτέρω προέκυψε ότι την 21-4-2002 ο κατηγορούμενος, μετά την παράδοση των τέκνων του στην οικία της μητέρας του, τα οποία είχε στα πλαίσια της επικοινωνίας μαζί τους, μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας ... και με ένορκη εξέταση του ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, ζήτησε την ποινική δίωξη των νυν μηνυτών Ψ1, πρώην συζύγου του, Ψ2, πρώην κουνιάδας του, ΓΓ πρώην κουνιάδου του, καθώς και των ΔΔ και ΕΕ, πρώην πεθερικών του, αναφέροντας τα εξής: ότι κατά τις μεσημβρινές ώρες της προηγούμενης ημέρας ο υιός του ΑΑ του παραπονέθηκε ότι είχε αίμα στον πωπό του και ότι πονούσε και ότι σε σχετική ερώτηση του, οι υιοί του, του εκμυστηρεύθηκαν ότι η ήδη εγκαλούσα και θεία των παιδιών και πρώην κουνιάδα του Ψ2, ο ήδη εγκαλών και πρώην κουνιάδος του, ΓΓ από κοινού με τη γιαγιά των παιδιών και πρώην πεθερά του, ΕΕ, τον παππού των παιδιών και πρώην πεθερό του ΔΔ εν γνώσει και με την ανοχή της μητέρας τους νυν εγκαλούσας Ψ1 και πρώην συζύγου του, παρενοχλούσαν σεξουαλικά, βάζοντας το δάκτυλο τους στην περιοχή του πρωκτού τους κατ' εξακολούθηση και ότι στις επίμονες διαμαρτυρίες τους τα έδερναν για να σιωπήσουν. Ο ίδιος για το λόγο αυτό κατήγγειλε την ίδια ημέρα (20-4-2002) το γεγονός αυτό προφορικά στο Α' Τμήμα Ασφαλείας ..., από το οποίο πήρε παραγγελία για να εξεταστούν τα ανήλικα από ιατροδικαστή. Ότι εξετάστηκαν τα παιδιά από τον ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ..., ο οποίος επιβεβαίωσε προφορικά ότι τουλάχιστον στον ανήλικο ΒΒ υπήρχε μερική χαλάρωση του πρωκτού. Με βάση αυτή την ένορκη κατάθεση, η οποία υπέχει θέση εγκλήσεως, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των παραπάνω - μητέρας, θείων και παππούδων των ανηλίκων - για αποπλάνηση παιδιών νεωτέρων των δέκα ετών κατά συρροή και απλής συνέργειας στην πράξη αυτή και διατάχθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 92/2005 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κατερίνης το οποίο κατέστη αμετάκλητο και με το οποίο έγιναν δεκτά τα εξής: τα, ανήλικα πράγματι είχαν υποστεί πράξεις ασέλγειας, καθώς από τις υπ' αριθμ. ... και .../20-4-2002 ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ... προκύπτει ότι ο μεν ΑΑ παρουσίαζε ερυθρότητα και χάλαση του έξω σφιγκτήρα και του ανελκτύρα του πρωκτού, ο δε ΒΒ παρουσίαζε ερυθρότητα και ήπια χάλαση του έξω σφιγκτήρα και του ανελκτύρα του πρωκτού και ότι τα αναφερόμενα στοιχεία χρονολογούνται από 7 έως 20 ημέρες. Περαιτέρω από το ίδιο βούλευμα προκύπτει ότι το Συμβούλιο που το εξέδωσε οδηγείται στην κρίση ότι ο ίδιος ο πατέρας -κατηγορούμενος είναι αυτός που "πείραξε" με το δάκτυλο του τον πρωκτό των παιδιών του και στη συνέχεια, αφού άσκησε ψυχολογική βία εναντίον τους με απειλές, τα οδήγησε στον Ιατροδικαστή, νομίζοντας ότι αυτός θα καταφέρει την διαπίστωση κάποιας βλάβης από την εξέταση και ότι θα συντάξει την ανάλογη ιατροδικαστική έκθεση, που θα αποτελούσε επαρκή απόδειξη, αφενός μεν για να στηριχθεί και να κριθεί βάσιμη η αίτηση του για αφαίρεση της επιμέλειας των ανηλίκων από τη μητέρα τους και ανάθεση αυτής στον ίδιο. Με βάση δε τα ως άνω που έγιναν δεκτό, το εν λόγω Συμβούλιο έκρινε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος όλων των εγκαλουμένων με την έγκληση του νυν κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις. Μετά, όμως, τα παραπάνω, αποδειχθέντα κρίνεται ότι όσα ανέφερε στην από 21-4-2002 ένορκη κατάθεση του - έγκληση ο κατηγορούμενος ήσαν ψευδή και ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους, τα κατέθεσε για να προκαλέσει την ποινική δίωξη, μεταξύ των άλλων ως άνω αναφερόμενων προσώπων και σε βάρος των ήδη εγκαλούντων και θείων των παιδιών για την πράξη της αποπλάνησης παιδιών νεότερων των δέκα ετών κατά συρροή και σε βάρος της ήδη εγκαλούσας και εν διαστάσει συζύγου του για την πράξη της απλής συνέργειας σε αποπλάνηση παιδιών νεότερων των δέκα ετών κατά συρροή και να επιτύχει έτσι ώστε να κριθεί από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο ότι η ήδη εγκαλούσα μητέρα τους είναι εντελώς ανίκανη και επικίνδυνη, καθώς και ότι το οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο διαβίωναν τα παιδιά είναι επικίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα και ψυχική τους ισορροπία και να ανατεθεί εν συνεχεία σ' αυτόν η επιμέλεια των παιδιών. Ο κατηγορούμενος γνώριζε επίσης ότι όσα ισχυρίσθηκε για τους ήδη εγκαλούντες και πρώην κουνιάδους του, ότι δηλ. ενεργούσαν ασελγείς πράξεις σε βάρος των παιδιών τους και ασκούσαν σ' αυτά ψυχολογική βία, προκειμένου να μη μιλήσουν, τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδές, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη τους, αφού με τον τρόπο αυτό, εμφάνιζε αυτούς ως άτομα με σεξουαλικές διαστροφές, ανήθικα και επικίνδυνα για τη σωματική ακεραιότητα και ψυχική ισορροπία των παιδιών και παρά ταύτα τα ανέφερε. Ο ίδιος γνώριζε, επίσης, ότι και όσα ισχυρίσθηκε και για την ήδη εγκαλούσα πρώην σύζυγο του, ότι δηλ. γνώριζε, ανεχόταν και επικροτούσε με τη συμπεριφορά της, τους γονείς και τα αδέλφια της, να ενεργούν ασελγείς πράξεις σε βάρος των παιδιών να ασκούν σ' αυτά ψυχολογική βία προκειμένου να μη μιλήσουν, γεγονός, όμως, το οποίο ήταν εν γνώσει του ψευδές, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και μπορούσε να βλάψει την τιμή και υπόληψη της ήδη εγκαλούσας, αφού με τον τρόπο αυτό εμφάνιζε την τελευταία ως άτομο με σεξουαλικές διαστροφές, ανήθικο και συνεπώς παντελώς επικίνδυνο να έχει την επιμέλεια των παιδιών της και παρά ταύτα τα ανέφερε. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, απορριπτόμενων: α] του αιτήματος του κατηγορουμένου να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να προσέλθουν προς εξέταση οι μάρτυρες που διαλαμβάνει στα επάλληλα σχετικά αιτήματα του, και τούτο διότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προκύπτει ανενδιάστως η αλήθεια και η τέλεση της πράξεως για την οποία κατηγορείται [της οποίας, σημειωτέον, επίκειται παραγραφή του αξιοποίνου] και β] του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αποκλεισμού του αδίκου της πράξεως του [Π.Κ. 20] με την αιτιολογία ότι πράττοντας τα προαναφερθέντα, "ενάσκησε δικαίωμα του της εκπλήρωσης καθήκοντος επιβαλλόμενου από το νόμο" και τούτο διότι η κατασυκοφάντηση τρίτου προσώπου [του εγκαλούντος εν προκειμένω] διόλου δεν δύναται να αποτελέσει άσκηση δικαιώματος, αλλά διάπραξη εγκληματικής πράξεως, και μάλιστα βλάπτοντας εν τέλει όχι μόνο τον αντίδικο του αλλά και το ίδιο το ανήλικο, ταλαιπωρούμενο, μεταβαίνον από ιατροδικαστή σε ιατροδικαστή και από δικαστική αρχή σε δικαστική αρχή". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για μία ψευδή καταμήνυση και για τρεις πράξεις συκοφαντικής δυσφημήσεως της πολιτικώς ενάγουσας και των λοιπών εγκαλούντων και επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως τριαντατριών μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 94, 229 παρ 1, 3, 4 και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 και 366 παρ.2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) παρατίθενται τα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή και συκοφαντικά και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας, του κατηγορουμένου για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, τα οποία και διέδωσε ενώπιον τρίτων και ενόρκως βεβαίωσε και για τα οποία ψευδώς καταμήνυσε τους εγκαλούντες, β) ορθά ερμηνεύθηκε η διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΠΚ και το Δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα τις παραδοχές του 92/2005 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και το συμπέρασμα αυτού να μη γίνει κατηγορία κατά των νυν εγκαλούντων, τότε κατηγορουμένων και ψευδώς καταμηνυθέντων από τον αναιρεσείοντα με την από 21-4-2002 ένορκη κατάθεση - έγκλησή του για αδικήματα σε βάρος των δύο ανηλίκων τέκνων του, η δε εφαρμογή του από το άνω άρθρο συναγόμενου τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και παρελκύσεως των δικών, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, αφού με την εφαρμογή του άνω άρθρου 366 ΠΚ, δεν τίθενται αποδεικτικοί περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου ούτε παραβλάπτονται με οιονδήποτε τρόπο το τεκμήριο αθωότητας και τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ενώ από το σύνολο του άνω αιτιολογικού προκύπτει ότι για την κατάφαση της ενοχής και για τις πράξεις αυτές της συκοφαντικής δυσφημήσεως το Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε αποκλειστικά και μόνο στην αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία θετικώς έκρινε το βούλευμα, αλλά ερεύνησε, όπως όφειλε και το στοιχείο του αμέσου δόλου του κατηγορουμένου και στηρίχθηκε και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, γ) με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν από το Δικαστήριο, τα υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υποβληθέντα αιτήματα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κλητευθούν και προσέλθουν για να εξετασθούν ως μάρτυρες οι εγκαλούντες ΓΓ και Ψ2 και οι απολιπόμενοι μάρτυρες - ιατροδικαστές ... και ..., η δε επίκληση στο αιτιολογικό της επικείμενης παραγραφής, δε γίνεται ως αποκλειστική αλλά ως επικουρική αιτιολογία της απορρίψεως, δ) με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς, από το άρθρο 20 του ΠΚ, αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για άρση του αδίκου των πράξεών του, ως τελεσθεισών λόγω ενασκήσεως δικαιώματος και εκπληρώσεως καθήκοντός του, ως γονέα από το νόμο, προς προστασία των δύο ανηλίκων τέκνων του, ε) είναι απορριπτέες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ασάφειες, αντιφάσεις, ελλείψεις και λογικά κενά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ιδία, όσον αφορά τις στο διατακτικό πράξεις, διότι στο σκεπτικό, αναφέρονται πλήρως και με σαφήνεια ποία συγκεκριμένα γεγονότα είναι ψευδή, στ) η αιτίαση ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε στις καταθέσεις της προδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 229 παρ. 1, 3, 4 και 363 σε συνδ. με το άρθρο 362 και 366 παρ.2 του ΠΚ, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, καθώς και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων από αναιτιολόγητη απόρριψη των υποβληθέντων αιτημάτων αναβολής της δίκης και του αυτοτελούς εκ του άρθρου 20 ΠΚ ισχυρισμού και παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ από τη μη παραδοχή του αιτήματος αναβολής της δίκης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακόλουθα και ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Η' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη των δύο αιτημάτων του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, και περαιτέρω για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και στην καταδίκη του, ενώ δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα τα αιτήματα αναβολής της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ιδίου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου, από τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη εκείνος μόνο κατά του οποίου στρέφονται οι πράξεις αυτές. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1568/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίστηκε η Ψ1 και δήλωσε προφορικώς, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει, "για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που της προκάλεσαν οι δικαζόμενες αξιόποινες πράξεις, το ποσό των 10 ευρώ, με επιφύλαξη", ποσό που της επιδικάστηκε και πρωτοδίκως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως από την 4076/2008 απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε την ιδία ως άνω παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην άνω πολιτικώς ενάγουσα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 10 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης. Η παραπάνω δήλωση της παθούσας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα προβολή καμίας αντιρρήσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου, είναι ορισμένη και νόμιμη, εκτίθεται ο αιτιώδης σύνδεσμος βλάβης και δικαζομένων πράξεων και δε χρειαζόταν περαιτέρω ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, επιδικάστηκε, όπως και ζητήθηκε, λόγω αδικοπραξίας και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να εκτίθενται άλλα επί πλέον στοιχεία και περιστατικά, εκτίθεται δε ότι αφορά τις δικαζόμενες στο Εφετείο αξιόποινες πράξεις. Επίσης η εσφαλμένη κατά τον αναιρεσείοντα αναγραφή στα πρακτικά, ως παραστάντος δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας του Δημ. Ίνεγλη, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει στον πρώτο βαθμό τον απόντα κατηγορούμενο, αντί του πραγματικά παρασταθέντος δικηγόρου αυτής, δεν ασκεί καμία επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ποίο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν, από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της αποφάσεως ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 1568/2009 αποφάσεως, το Εφετείο που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, δηλαδή εκείνα που υπήρχαν στη δικογραφία και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αριθμούμενα με αύξοντα αριθμό και στοιχεία ως εξής : "1) η από 21-4-02 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, 3) το υπ'αριθμ. 529/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/κης, 4) το υπ' αριθμ. 92/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/κης, 6) το υπ' αριθμ. 82/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/κης, 13) η αριθμ. 29565/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, 14) η από 5-9-2000 αίτηση ανάκλησης απόφασης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης, 15) το υπ' αριθμ. 497/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσ/κης, 16) η με αριθμό 1542/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, 21) η με αριθ. πρωτ. .../1351/2002 παιδοψυχιατρική έκθεση , 22) η υπ' αριθμ. 16462/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης, 23) η με αριθμό .../26-5-2003 ένορκη βεβαίωση, 24) απόσπασμα από το βιβλίο παραπόνων του ΑΤ ... από 19-9-2001, 25) η από 22-9-2001 βεβαίωση της ειδικής παιδοψυχιάτρου ... και 26) η υπ' αριθμ. 6757/2005 προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου δικαιωμάτων του ανθρώπου". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού αυτών, αφού μάλιστα με την ανάγνωση στο ακροατήριο του κειμένου τους, κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός (δια του συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός πάντως που δεν εξαρτήθηκε από τον παραπάνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, να αναφέρεται στα άνω αναγνωσθέντα έγγραφα ο εκδότης αυτών, η αρχή στην οποία δόθηκε η ένορκη βεβαίωση και το όνομα του δηλούντος, η χρονολογία εκδόσεώς τους, τα ονόματα των διαδίκων και το αποτέλεσμα της δίκης στις δικαστικές αποφάσεις, ή το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης στις παιδοψυχιατρικές εκθέσεις. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω έγγραφα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ συναφής πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠοινΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 50/28-8-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 1568/2009 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ψευδής καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή (229 παρ.1 και 363 ΠΚ). 1. Αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς η ενοχή και ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ ΚΠΔ τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Η εφαρμογή του από το άνω άρθρο 366 ΠΚ συναγόμενου τεκμηρίου, που έχει θεσμοθετηθεί για την αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων και παρελκύσεως των δικών, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, αφού με την εφαρμογή του άνω άρθρου 366 ΠΚ, δεν τίθενται αποδεικτικοί περιορισμοί αναφορικά με την αθωότητα του κατηγορουμένου και ούτε παραβλάπτονται με οιονδήποτε τρόπο το τεκμήριο αθωότητας και τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ενώ από το σύνολο του άνω αιτιολογικού προκύπτει ότι για την κατάφαση της ενοχής και για τις πράξεις αυτές της συκοφαντικής δυσφημήσεως το Δικαστήριο δεν αρκέσθηκε αποκλειστικά και μόνο στην αναλήθεια των γεγονότων για τα οποία θετικώς έκρινε το βούλευμα, αλλά ερεύνησε, όπως όφειλε και το στοιχείο του αμέσου δόλου του κατηγορουμένου και στηρίχθηκε και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 813/2008). Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε στις καταθέσεις της προδικασίας και παραβιάστηκε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. (3ος λόγος): Με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκαν κατ' ουσία από το Δικαστήριο τα υπό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου υποβληθέντα δυο αιτήματα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κλητευθούν και προσέλθουν να εξετασθούν ως μάρτυρες οι εγκαλούντες και οι ιατροδικαστές, η δε επίκληση της επικείμενης παραγραφής δε γίνεται ως αποκλειστική αλλά ως επικουρική αιτιολογία της απορρίψεως. (5ος λόγος): Με ειδική και επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ο προβληθείς, από το άρθρο 20 ΠΚ, αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για άρση του αδίκου των πράξεων του, λόγω ενασκήσεως δικαιώματος και εκπληρώσεως καθήκοντος του, ως γονέα από το νόμο, προς προστασία των δύο ανηλίκων τέκνων του. 2. Η δήλωση πολιτικής αγωγής της παθούσας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως ποσού 10 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις δικαζόμενες πράξεις, είναι ορισμένη και νόμιμη, εκτίθεται ο αιτιώδης σύνδεσμος βλάβης και δικαζομένων πράξεων και δε χρειαζόταν περαιτέρω ιδιαίτερη εξειδίκευση της προσβαλλόμενης ηθικής βλάβης αφού η πολιτική αγωγή κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, επιδικάστηκε, όπως και ζητήθηκε λόγω αδικοπραξίας και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να εκτίθενται άλλα επί πλέον στοιχεία και περιστατικά. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 784/2008). 3. Με την αναφορά των 13 εγγράφων στις σελ. 5-6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λίαν επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού της ταυτότητας αυτών, αφού μάλιστα με την ανάγνωση στο ακροατήριο του κειμένου τους, κατέστησαν όλα γνωστά και κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός ή ο συνήγορός του είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον παραπάνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, να αναφέρεται στα άνω αναγνωσθέντα έγγραφα ο εκδότης αυτών, η αρχή στην οποία δόθηκε η ένορκη βεβαίωση και το όνομα του δηλούντος, η χρονολογία εκδόσεως τους, τα ονόματα των διαδίκων και το αποτέλεσμα της δίκης στις δικαστικές αποφάσεις, το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης στις παιδοψυχιατρικές εκθέσεις. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω έγγραφα και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Χρηματική ικανοποίηση.
1
Αριθμός 342/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζήνδρο, περί αναιρέσεως της 1651-1652/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ.β, ζ του ν.1729/1987 όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (1-6 και 7 Μαΐου 2004), το έγκλημα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών, στα οποία περιλαμβάνεται και η ηρωΐνη τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 2900 έως 290.000 ευρώ. Το έγκλημα αυτό πραγματώνεται αντικειμενικώς με την αγορά και τη φυσική εξουσίαση των ουσιών αυτών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά την βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωση του απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την ύπαρξη με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόστασή του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 όπως ίσχυε κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ.15 περ.β' του ν. 2479/1997 και στη συνέχεια 10 εδάφ. α' με το άρθρο 5 παρ.1 ν. 3199/2003 με τις σ' αυτό προβλεπόμενες βαρύτερες των ανωτέρω ποινές τιμωρείται ο παραβάτης του άρθρου 5 του ίδιου νόμου εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ενεργεί κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο 13 εδάφ. στ του ΠΚ, που προσετέθη με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2408/1996 "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη, για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια σε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως της τελέσεως του εγκλήματος κατ'επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ'επάγγελμα τέλεση της πράξεως υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτο, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητάς του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Κατά το άρθρο 50 παρ.1 του ν. 2910/2001 που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως από τον κατηγορούμενο όποιος εξέρχεται από το ελληνικό έδαφος η εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών (1500 ευρώ). Κατά το άρθρο δε 54 παρ.7 του άνω νόμου 2910/2001 που ίσχυε κατά το χρόνο που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση όποιος παράνομα κατέχει ή χρησιμοποιεί γνήσιο διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο άλλου προσώπου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (1500 ευρώ). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή επιβαρυντικών περιστατικών, όπως είναι οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του ν. 1729/1987 και 13 στοιχ.στ του ΑΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Η επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνον σε σχέση με τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία και τις επιβαρυντικές περιστάσεις τελέσεως αξιοποίνου πράξεως, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια την επιβολή μειωμένης ποινής όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στο άρθρο 36 παρ.1 ΠΚ, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, αν εξ αιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34 δεν έχει εκλείψει εντελώς αλλά μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, που απαιτείται από το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 82). Για την πληρότητα αυτού του ισχυρισμού δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί μόνο τις σχετικές διατάξεις του ΠΚ. Αλλά πρέπει να προβάλει κατά τρόπο ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνει τη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή τις παροδικές ψυχικές διαταραχές, ώστε ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών, να κρίνει αν ο δράστης είναι ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό ως έχων εν μέρει μόνον ικανότητα για διάκριση του άδικου και δυνατότητα συμμορφώσεώς του σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό μέχρις ενός ορισμένου βαθμού και να οδηγηθεί στην κρίση περί επιβολής μειωμένης ποινής. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, παράνομη είσοδο στη χώρα, κατοχή και χρήση γνησίου διαβατηρίου άλλου προσώπου και καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ για τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών και σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών και σε χρηματική ποινή 2.000 ευρώ για κάθε μία από τις λοιπές πλημμεληματικού χαρακτήρα παραβάσεις και καθορίσθηκε η συνολική ποινή φυλακίσεως σε τέσσερις μήνες και η συνολική χρηματική ποινή σε 21.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της αγοράς και κατοχής της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών και ειδικότερα στη ... κατά το διάστημα από 1 έως 6 Μαΐου 2004 αγόρασε (με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας) από πρόσωπο αλβανικής υπηκοότητας, με τα στοιχεία ... (αγνώστων λοιπών στοιχείων) ποσότητα ηρωΐνης, συνολικού βάρους 2.168 γραμμαρίων, ενώ είναι πρόσωπο που αγοράζει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ο ίδιος επίσης στις 7/5/2004 στην ... κατείχε και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική του βούληση (με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας) όντας πρόσωπο που κατέχει ναρκωτικά κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, την προαναφερθείσα ποσότητα ηρωΐνης βάρους 2.168 γραμμαρίων, διαμοιρασμένη σε τέσσερις συσκευασίες βάρους αντίστοιχα (578), (540), (538) και (512) γραμμαρίων, την πρώτη από τις οποίες έφερε μαζί του κατά το χρόνο συλλήψεως του (οπότε και κατασχέθηκε) και τις υπόλοιπες τρεις συσκευασίες απέκρυπτε εντός του δωματίου στην οικία όπου διέμενε. Ο κατηγορούμενος επρόκειτο για πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις αγοράς και κατοχής ναρκωτικών κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων που αποτελούν κακουργηματικές παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών (καθόσον και στο παρελθόν και δη στις 6-1-1998 διέπραξε το κακούργημα κατοχής ποσότητας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 20.400 γραμμαρίων και είχε εκδοθεί για την πράξη του αυτή το 34/2003 ένταλμα σύλληψης της Γ Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης που διατηρήθηκε σε ισχύ με την 475/2003 διάταξη του Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης) και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων για τις οποίες σήμερα κατηγορείται (η υποδομή αυτή καταδεικνύεται από τα στοιχεία της συνεργασίας του με των αγνώστων λοιπών στοιχείων ..., που εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια και του πώλησε την προαναφερθείσα ποσότητα της ηρωϊνης 2.168 γραμμάρια, υψηλοτάτης οικονομικής αξίας διαμοιρασμένη σε 4 αυτοτελείς συσκευασίες, έτοιμες προς εμπορία και που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών) προκύπτει αφ'ενός σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και αφετέρου σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη συγκεκριμένων εγκλημάτων ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επί πλέον ο κατηγορούμενος από αδιευκρίνιστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου κατά το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου 2004 σε χρόνο που δεν προσδιορίσθηκε ειδικότερα, εισήλθε παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια χωρίς να κατέχει τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα για την είσοδό του και χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές. Ακόμη, ο ίδιος στη ... κατά το χρονικό διάστημα από το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου 2004 μέχρι και τη σύλληψή του στις 7-5-2004, πέραν της με αριθμ. ... προσωρινής αδείας παραμονής εκδοθείσης από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και της με αριθμό ... αδείας εργασίας που αφορούν τον κατωτέρω αναφερόμενο αδελφό του κατείχε και χρησιμοποιούσε κατά την παραμονή του στην Ελλάδα το αλβανικό διαβατήριο ... που είχε εκδοθεί στο όνομα του αδελφού του ..., γεννημένο στις 23-5-1973, έτσι ώστε με τη χρήση του διαβατηρίου σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα να εμφανίζεται στις Ελληνικές αρχές ότι παραμένει νομίμως στην Ελλάδα. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τόσο ως προς την τέλεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών όσο και ως προς την τέλεση της πράξεως της παράνομης εισόδου του στη Χώρα καθώς και της πράξεως παράνομης κατοχής γνησίου διαβατηρίου άλλου προσώπου, αλλά και ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες οι άνω αξιόποινες παραβάσεις της περί ναρκωτικών νομοθεσίας τελέσθηκαν, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην απόφαση, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια αγοράς και κατοχής ναρκωτικών και των πλημμελημάτων της παράνομης εισόδου στη Χώρα καθώς και της παράνομης κατοχής και χρησιμοποίησης γνησίου διαβατηρίου άλλου προσώπου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ορθώς ερμηνευθείσες και εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 περ.β' ζ' και 8 του ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ, 26 παρ.1 α, 27 ΠΚ και των αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 514 ΚΠοινΔ από τον 'Αρειο Πάγο παρατιθεμένων σχετικών διατάξεων των άρθρων 50 παρ.1 και 54 παρ.7 του ν.2910/2001 που εφαρμόστηκαν από το δικαστήριο της ουσίας όσον αφορά τις άνω πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις χωρίς να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν παραβίασε αυτές ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από αυτόν της πράξεως αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών αιτιολογείται επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως περί της επανειλημμένης τέλεσης τέτοιων πράξεων στην περιοχή Θεσσαλονίκης την πρώτη εβδομάδα του μηνός Μαΐου 2004 και κατά το παρελθόν στις 6/1/1998, ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρεται εάν ακολούθησε και καταδίκη του κατηγορουμένου από ποινικό δικαστήριο για τις ποσότητες ναρκωτικών που έγινε δεκτό ότι αυτός κατείχε κατά το παρελθόν στις 6/1/1998 (πέραν της εκδόσεως του διατηρηθέντος κατά τα προαναφερθέντα σε ισχύ 34/2003 εντάλματος συλλήψεως εναντίον του από την Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Ο σκοπός δε του κατηγορουμένου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει από το ότι ήταν μεγάλης αξίας αυτές οι ποσότητες ναρκωτικών που είχε υπό την φυσική εξουσία του ο ήδη αναιρεσείων και τις προόριζε προς περαιτέρω διάθεση-εμπορία. Ακόμη η επανειλημμένη τέλεση τέτοιων αξιοποίνων πράξεων κατά τις περαιτέρω παραδοχές της ίδιας αποφάσεως υπεδήλωνε και σταθερή ροπή του προς διάπραξη εγκλημάτων όπως η κατοχή ναρκωτικών ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Δεν περιορίσθηκε η προσβαλλομένη απόφαση σε παράθεση στο σκεπτικό και στο διατακτικό της μόνον των κατά νόμο απαιτουμένων όρων για τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών αλλά εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την συμπεριφορά του δράστη και στηρίζουν την περί συνδρομής των περιστάσεων αυτών κρίση του Εφετείου. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως ότι στερείται η προσβαλλομένη απόφαση την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο και ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 1729/1987 έγινε δεκτό ότι συνέτρεχαν τα περιστατικά της επανειλημμένης τέλεσης των άνω παραβάσεων της περί ναρκωτικών νομοθεσίας και σκοπός του ίδιου προς πορισμό εισοδήματος. Όσον αφορά τον προβληθέντα από τον συνήγορο υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος αυτοτελή ισχυρισμό ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο του ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση κατετέθη εγγράφως και αναπτύχθηκε και προφορικώς στο ακροατήριο ότι έπρεπε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 36 του ΠΚ καθόσον κατά το χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων που του αποδίδονται ήταν σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού από διαταραχές που οφείλονταν σε ψυχική ασθένεια. Τον ισχυρισμό αυτό που προβλήθηκε ορισμένως με την παράθεση της ψυχωτικής διαταραχής ως αιτίας του μειωμένου καταλογισμού του κατά τον κρίσιμο χρόνο και με την επίκληση προς απόδειξη αυτής της καταστάσεως του της από 29-11-2004 ιατρικής βεβαιώσεως του ψυχιάτρου ... εντεταλμένου ιατρού της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης, κατά την αναφερόμενη στην άνω βεβαίωση ημερομηνία τον απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας με την εξής ελλιπή αιτιολογία. "Τέλος ο υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 36 του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθότι το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραπάνω άρθρου". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν διαλαμβάνει ποια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν που να αποκλείουν τη συνδρομή των όρων συγκροτήσεως αυτού του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Επίσης όσα αναφέρονται στην άνω ιατρική βεβαίωση, που ανεγνώσθη κατά τη δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου (όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από ψυχωτική διαταραχή με έντονα αρνητικά συμπτώματα σε έδαφος μεταιχμιακής διαταραχής προσωπικότητας σε συνδυασμό με αυτοκαταστροφικές τάσεις δεν αντιμετωπίζονται αν συνέτρεχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο ούτε αιτιολογείται αν ανήκαν στις καταστάσεις από τις οποίες επηρεαζόταν η ικανότητα του δράστη για να επιτύχει την αναμενόμενη από το δίκαιο αντίληψη του άδικου στον απαιτούμενο ή μικρότερο βαθμό και την αναλόγως προς αυτήν διαμόρφωση της συμπεριφοράς του σε συνάρτηση με τις αξιόποινες πράξεις που ετέλεσε, εν όψει του ότι η ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό κρίνεται πάντοτε σε σχέση με κάθε συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη και πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο τελέσεως αυτής. Επομένως η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι η προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη και κατά παραδοχή, ως βασίμου, του σχετικού από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση κατά το μέρος που πλήττει την άνω απόφαση για απόρριψη του ως άνω από το άρθρο 36 ΠΚ αυτοτελούς ισχυρισμού και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και ως προς τις διατάξεις περί των ποινών που επιβλήθηκαν για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων, κατά το μέρος δε που αναιρείται να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, καθόσον είναι δυνατό να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η ίδια αίτηση πρέπει να απορριφθεί. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την 1651-1652/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Παραπέμπει, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2 Ιουνίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της ίδιας (υπ' αριθμ. 1651-1652/ 2008) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ου-σιών τελεσθείσα από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Πρέπει να αιτιολογείται ειδικά η τέλεση της πράξεως υπό τις άνω επιβαρυντικές συνθήκες με την παράθεση και των περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια αυτών. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διότι με πληρότητα παρατίθενται τα περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν και από τα οποία προκύπτει επανειλημμένη τέλεση τέτοιων παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο και δεν ασκεί επιρροή η μη ύπαρξη καταδίκης του για κάποιες από αυτές τις παραβάσεις καθώς και ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση διότι με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του προ-βλήθηκε ορισμένα και νόμιμα από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τελέσεως των αξιόποινων πράξεων ήταν σε κατάσταση μειωμένου καταλογισμού ως πάσχων από ψυχική διαταραχή προς απόδειξη της οποίας προσκόμισε με επίκληση ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου της δικαστικής φυλακής όπου κρατείτο ο κατηγορούμενος ως προς τον απορριφθέντα ισχυρισμό από το άρθρο 36 Π.Κ. και ως προς τις ποινές που επιβλήθηκαν.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα.
0
Αριθμός 341/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολακάκο, για αναίρεση της 3181/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαλάμπρο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 928/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για απιστία κατ' εξακολούθηση και να παραπεμφθεί κατά τα λοιπά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ιδίου νόμου), ορίζεται ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς εκτέλεσή τους αποφάσεως. Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ, τότε μόνο θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις, που, αν συνδέονταν και με ταυτότητα αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούσαν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μία πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρόνο (9-9-1999 έως 30-3-2001), ήτοι μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 36 § 2 του Ν. 2172/1993, της περιεχόμενης αρχικώς σ' αυτό λέξεως "πρόθεση" και πριν από την εκ νέου κατάστασή του με το άρθρο 15 Ν. 3242/24.5.2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος της απιστίας είναι η παρά του υπαιτίου χωρίς σκοπό νοσφισμού κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του με ενέργεια εξωτερική. Τέτοια ενέργεια είναι και η πώληση από το διαχειριστή ξένου χαρτοφυλακίου μετοχών με τίμημα κάτω της πραγματικής του αξίας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, μεταξύ των οποίων και κινητών πραγμάτων, όπως είναι και οι μετοχές εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών. Ως ζημία νοείται και η βλάβη της περιουσίας που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλατον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας της περιουσίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεώς της από τον δράστη και της αξίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. H ζημία στην ξένη περιουσία, πρέπει να είναι βέβαιη και οριστική. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, με την μορφή που προσέλαβε η εν λόγω διάταξη, μετά την άνω αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2 του Ν. 2172/1999 απαιτείται άμεσος δόλος (άρθρ. 27 παρ. 2), μη αρκούντος του ενδεχομένου, δηλαδή ο δράστης πρέπει να επιδιώκει τη ζημία ή να προβλέπει αυτή ως αναγκαία συνέπεια των ενεργειών του και να αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Τα στοιχεία των παραπάνω δύο εγκλημάτων της απάτης και της απιστίας δεν ταυτίζονται, αφού για την απάτη απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ενώ για την απιστία απαιτείται ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να μην υπάρχει τέτοιος σκοπός ( σκοπός νοσφισμού), από τον οποίον προκύπτει και η ειδοποιός διαφορά τους. Εφόσον τα στοιχεία αυτών δεν ταυτίζονται υφίσταται αληθής πραγματική συρροή τούτων. Αν όμως τα εγκλήματα αυτά συνδέονται με ενότητα σκοπού και συμπεριφοράς του δράστη, που εκδηλώνεται και με την προσβολή του ιδίου έννομου αγαθού, όπως όταν ο δράστης με απατηλή συμπεριφορά, επιτυγχάνει την ανάληψη της εν λευκώ διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου μετοχών του παθόντος, με σκοπό την επαγωγή ζημίας στην περιουσία του, με κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας και την αποκόμιση από τον ίδιο ή άλλο παράνομου περιουσιακού οφέλους, η πράξη της απιστίας που έπεται της απάτης απορροφάται από αυτήν, γιατί αποτελεί χρησιμοποίηση, σύμφωνη με τον κατά την πράξη της απάτης σκοπό του δράστη, του ωφελήματος που επιτεύχθηκε με την ανάληψη της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου του μετά από την απατηλή συμπεριφορά του, και ουσιαστική, με την επίτευξη του εγκληματικού σκοπού, αποπεράτωση του εγκλήματος της απάτης, οι δε διατάξεις του άρθρου 386 ΠΚ καλύπτουν όλη την απαξία της εγκληματικής συμπεριφοράς του δράστη, γεγονός που αποτελεί και λόγο ανυπαρξίας, στην περίπτωση αυτή, συρροής κατ' ιδέα απάτης και απιστίας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3181/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και απιστίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και 5 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα , κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατά τον αμέσως πριν από τις 9-9-1999 χρόνο ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν διευθυντικό στέλεχος της χρηματιστηριακής εταιρείας, με την επωνυμία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος και η εταιρεία αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας στον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα Ψ ότι έχει υψηλές διασυνδέσεις, φιλίες και γνωριμίες με σημαίνοντες οικονομικούς παράγοντες, όπως με τον πρόεδρο της ΑΛΦΑ Τράπεζας Πίστεως ΑΑ, με τον οποίο κάνουν μαζί ιστιοπλοΐα και με τον γιο του ιδιοκτήτη των ναυπηγείων Ελευσίνας και τραπεζικό παράγοντα ΒΒ και ότι είναι έτσι σε θέση να υπερδιπλασιάσει την αξία, σε σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα, του χαρτοφυλακίου μετοχών, που διατηρούσε ο μηνυτής στην ΑΕΠΕΥ "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ", εάν μετέφερε το χαρτοφυλάκιό του αυτό και το εμπιστευόταν στην παραπάνω εταιρεία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", ακόμη δε διαβεβαίωσε τον μηνυτή ότι έχει την δυνατότητα, εάν κάτι δεν πήγαινε καλά, να μεταβιβάσει το χαρτοφυλάκιό του σε χρηματιστήριο της Γερμανίας, καθόσον διέθετε έγκυρες πληροφορίες για επένδυση σε "σίγουρες" μετοχές όχι μόνο στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, αλλά και σε εκείνα του εξωτερικού. Ο μηνυτής πείσθηκε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και αντί να πωλήσει τις μετοχές, που κατείχε, όπως σκόπευε, ενόψει του ότι είχε αποκομίσει μέχρι τότε ικανοποιητικά κέρδη, αλλά και ενόψει του ενδεχόμενου της πτώσεως των τιμών στο χρηματιστήριο, απέσυρε στις 9-9-1999 τους τίτλους του χαρτοφυλακίου του, συνολικού ποσού 87.000.000 δραχμών, που διατηρούσε στην εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" και η οποία διαχειριζόταν μέχρι τότε με επιτυχία και με απόδοση κερδών και ακολουθώντας πιστά (ο μηνυτής) τις οδηγίες του κατηγορουμένου, συμβλήθηκε και διαβίβασε τους τίτλους του στην παραπάνω εταιρεία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", όπου εργαζόταν ο κατηγορούμενος. Επίσης η εταιρεία αυτή εξουσιοδοτήθηκε από τον μηνυτή να διαβιβάζει επ' ονόματι του προς την εταιρεία επενδυτικών υπηρεσιών "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΕΥ" ή προς οποιοδήποτε άλλο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών της απολύτου επιλογής της, εντολές αγοράς και πωλήσεως κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή οποιαδήποτε άλλη χρηματιστηριακή αγορά και να ενεργεί όλες τις απαιτούμενες χρηματιστηριακές πράξεις, ανοίγοντας και σχετικό κωδικό αριθμό επενδυτή. Μετά ταύτα ο κατηγορούμενος, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αναλάβει την διεύθυνση του νέου υποκαταστήματος της εταιρείας "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ" στο ... (οδός ... αρ. ...), άρχισε να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή κατά την απόλυτη κρίση του όπως πράγματι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, χωρίς όμως να ενημερώνει τον μηνυτή για την πορεία των επενδύσεών του, ο οποίος περί τον Φεβρουάριο του 2000 άρχισε να διαμαρτύρεται στον κατηγορούμενο και να τον πιέζει να του δώσει λογαριασμό για τις μέχρι τότε ενέργειές του, ενόψει και του ότι η εταιρεία "ΚΟΝΤΑΛΑΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", η οποία εκτελούσε τις εντολές του κατηγορουμένου, άρχισε να στέλνει σ' αυτόν (μηνυτή) την κίνηση του επενδυτικού λογαριασμού του, από την οποία όχι μόνο δεν προέκυπταν κέρδη, αλλά αντιθέτως ζημίες. Ο κατηγορούμενος κατάφερε να καθησυχάσει τον μηνυτή, πείθοντάς τον ότι η ενημέρωση που παρείχε σ' αυτόν η εταιρεία "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" δεν απεικόνιζε την πλήρη και πραγματική αξία των επενδύσεών του, καθόσον μέρος μόνο της αξίας του αρχικού χαρτοφυλακίου του είχε επενδυθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ενώ κατά τα λοιπά τα χρήματά του είχαν επενδυθεί σε REPOS και άλλα επενδυτικά προϊόντα εσωτερικού και εξωτερικού. Του ζήτησε να κάνει υπομονή, να συνεχίσει να εμπιστεύεται τόσο τον ίδιο (κατηγορούμενο) όσο και την εταιρεία του, ήτοι την "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ", και να του δώσει μία μικρή πίστωση χρόνου, διαβεβαιώνοντάς τον, ότι δεν θα χάσει ούτε δραχμή και ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) εγγυάτο προσωπικά την αξία των μετοχών του, τουλάχιστον ως προς το ποσό των 8.700.000 δραχμών και έτσι συνέχισε να διαχειρίζεται εν λευκώ το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή. Οι απώλειες όμως αυξάνοντο και τον Ιούνιο του 2000 η αξία των μετοχών του μηνυτή είχε πέσει κάτω από το ποσό των 15.000.000 δραχμών, εξαιτίας της επιλήψιμης και επιζήμιας γι' αυτόν διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου των μετοχών του από τον κατηγορούμενο, από τον οποίο ο μηνυτής ζήτησε επιτακτικά πλέον να παύσει να διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιό του και να τον αποζημιώσει πλήρως. Η ευθύνη του κατηγορουμένου για την επιζήμια, κατά τα' άνω, διαχείριση του χαρτοφυλακίου των μετοχών του μηνυτή προκύπτει σαφώς και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος με το από 31-8-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του μηνυτή, που αναγνώσθηκε, ανέλαβε, εγγράφως, την υποχρέωση να καταβάλει στον μηνυτή έως τις 31-12-2000 το σύνολο της αξίας του επενδυτικού κεφαλαίου που του είχε εμπιστευθεί ο μηνυτής, δηλαδή το ποσό των 87.000.000 δραχμών, υπό τον όρο ότι θα εξακολουθούσε να διαχειρίζεται κατά την κρίση του το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του μέχρι την ημερομηνία αυτή. Στις 31-12-2000, όμως, ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν είχε μειώσει κάπως τις απώλειες, διαχειριζόμενος (εν λευκώ) το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του μηνυτή, αλλά περιόρισε αυτό σε 940 μετοχές, αξίας 1222.000 δραχμών και στις 30-3-2001 εκποίησε και τις τελευταίες μετοχές και άφησε στον επενδυτικό λογαριασμό του μηνυτή το ποσό των 26.418 δραχμών. Το καταστροφικό αυτό αποτέλεσμα οφείλεται, όπως προκύπτει από τις παρατιθέμενες στο διατακτικό της παρούσας αναλυτικές καταστάσεις αγοραπωλησιών μετοχών, που διενήργησε ο κατηγορούμενος κατά το από 9-9-1999 έως 30-3-2001 χρονικό διάστημα, που διαχειρίσθηκε εν λευκώ το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή, στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με σκοπό να εισπράττει αυτός και η εταιρεία "EUROCAPITAL ΑΕΛΔΕ" τις ανάλογες για κάθε χρηματιστηριακή πράξη προμήθειες, προέβαινε, όχι μόνο κατά κατάχρηση της εξουσίας του ως διαχειριστή, αλλά και κατά παράβαση των κανόνων της λογικής και της κοινής πείρας, στην πώληση σοβαρών και φερέγγυων μετοχών του χαρτοφυλακίου του μηνυτή σε τιμές χαμηλότερες της αξίας τους και αγόραζε αναξιόποινες μετοχές (μετοχές "φούσκες"), τις οποίες πωλούσε την επομένη σε πολύ βέβαια χαμηλές τιμές, δηλαδή με ζημία, εισπράττοντας αυθημερόν για κάθε πώληση και αγορά την προμήθειά του, η οποία, σημειωτέον, συνολικά υπερέβη το ποσό των 15.000.000 δραχμών, γνωρίζοντας ότι, ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο, προκαλούσε βλάβη στην περιουσία του μηνυτή, στην οποία βλάβη και αποσκοπούσε, προκειμένου, κατά τα προεκτεθέντα, να επωφεληθεί ο ίδιος και η παραπάνω εταιρεία του. Η δε ζημία που προκάλεσε ο κατηγορούμενος στην περιουσία του μηνυτή ανέρχεται στο ποσό των 87.000.000 δραχμών, όση δηλαδή ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου των μετοχών, που του παρέδωσε ο μηνυτής, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξανεμίσθηκε πλήρως. Περί των ανωτέρω σαφής, αλλά και χαρακτηριστική είναι και η κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου τον μάρτυρα ..., Διευθυντή της Εμπορικής Τράπεζας, όπου είχε ο μηνυτής το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του πριν το εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο, ο οποίος μάρτυρας κατέθεσε ότι, όταν ο μηνυτής έχασε τα χρήματά του τον κάλεσε στην οικία του και του έδειξε τις καταστάσεις αγοραπωλησιών μετοχών (οι οποίες σημειωτέον περιήλθαν στα χέρια του μηνυτή, μετά την απώλεια των μετοχών του, από την ως άνω εταιρεία "ΚΟΝΤΑΛΕΞΗΣ ΕΠΕΥ"), από τις οποίες καταστάσεις διαπίστωσε αυτός (μάρτυρας) ότι ο κατηγορούμενος αγόραζε σήμερα και πωλούσε την επομένη, κατά το πλείστον με ζημία, ότι ήταν λάθος ο τρόπος αυτός πώλησης και μάλιστα σε εποχή που το κλίμα ήταν άσχημο και ότι εκτίμησή του (μάρτυρα) είναι ότι ο κατηγορούμενος επιδίωκε το κέρδος μέσω των προμηθειών, καθόσον προμήθεια λαμβάνει ο χρηματιστής και επί των πωλήσεων και επί των αγορών και επομένως ο όγκος των συναλλαγών φέρνει κέρδος, από δε τις 157 συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών) ήταν πολύ λίγες αυτές που είχαν κάποιο ελάχιστο ποσοστό κέρδους και ότι έτσι απαξιώθηκε το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή. Εξάλλου, από την κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου του μάρτυρα ..., προκύπτει αναμφίβολα η τέλεση εκ μέρους του κατηγορουμένων ανάλογων αξιοποίνων πράξεων και σε βάρος άλλων προσώπων (πέραν του μηνυτή). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ και της απιστίας κατ' εξακολούθηση, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές, όπως και πρωτοδίκως, απορριπτομένων ως αβασίμων των παραπάνω σχετικών ισχυρισμών που υπέβαλε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Πρέπει, όμως, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι έζησε έως τον χρόνο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αντιθέτως πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της υπερασπίσεως περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετά τις πράξεις του καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2ε'ΠΚ), καθόσον δεν έγινε επίκληση περιστατικών που να τον θεμελιώνουν". Με τις παραδοχές αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, αφενός μεν δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφορικά με τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης και της απιστίας, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, αφετέρου δε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, με τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27. 94 παρ.1, 98, 386 παρ. 1, 3 β, και 390 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις αγοραπωλησιών μετοχών, δεν προσδιορίζει τις μερικότερες αυτές πράξεις περιουσιακής διαθέσεως από τον παθόντα, ως αποτέλεσμα χωριστής πλάνης αυτού, που έχει προκληθεί από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, β) ενώ προσδιορίζει ως χρόνο τελέσεως της απάτης την 9-9-1999, που ο παθών πείστηκε από τον κατηγορούμενο που ήταν διευθυντικό στέλεχος ΑΕΛΔΕ να μην πωλήσει τις μετοχές του, να αποσύρει τους τίτλους του χαρτοφυλακίου του, συνολικού ποσού 87.000.000 δραχμών, από την εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", και να αναθέσει στον κατηγορούμενο, στέλεχος άλλης ΑΕΛΔΕ, την εν λευκώ διαχείριση αυτού, δέχεται στη συνέχεια εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος αυτού με την επαγωγή ζημίας στην περιουσία του παθόντος, από 9-9-1999 έως 30-3-2001, που ουσιαστικά ολοκληρώθηκε ο εγκληματικός σκοπός του δράστη, με την παράλληλη παραδοχή ότι η ζημία προήλθε από την περαιτέρω κακή διαχείριση του χαρτοφυλακίου του παθόντος, συνεπεία της άπαξ στην αρχή στις 9-9-1999 επελθούσας πλάνης του τελευταίου, από την αγορά αναξιόπιστων μετοχών άλλων εταιρειών (μετοχές φούσκες) και τις αλλεπάλληλες αγοραπωλησίες των μετοχών αυτών σε χαμηλότερες της αξίας τους τιμές, εισπράττοντας ο ίδιος ο κατηγορούμενος και η εταιρεία που εκπροσωπούσε τις νόμιμες προμήθειες, μέχρι πλήρους εξανεμίσεως του χαρτοφυλακίου των μετοχών του παθόντος, γ) δέχεται ότι και η πράξη της απιστίας, όπως και της απάτης, τελέσθηκε από τον κατηγορούμενο διαχειριστή με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους του ιδίου και της εταιρείας που εκπροσωπούσε "EUROCAPITAL AEΛΔΕ", ενώ για τη στοιχειοθέτηση της πράξεως αυτής (της απιστίας), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική, δ) δέχεται ότι τα άνω δύο εγκλήματα της απάτης και της απιστίας ταυτίζονται ως προς τα στοιχεία που τα θεμελιώνουν, αλλά δεν κάνει καμία σκέψη περί συνδρομής αληθούς, πραγματικής ή φαινομένης συρροής αυτών, μη απαντώντας στον υποβληθέντα (σελ. 12 πρακτικών) αυτοτελή περί τούτου, σαφή και ορισμένο, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δη αν η πράξη αυτή της απιστίας που έπεται της απάτης απορροφάται από την τελευταία, αφού η ανάληψη της διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου μετοχών του παθόντος επιτεύχθηκε μετά την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ε) ενώ προσδιορίζει το ύψος της βλάβης της περιουσίας του παθόντος σε 87.000.000 δραχμές, προσδιορίζει ταυτόχρονα σε 15.000.000 δραχμές το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε και αποκόμισε ο υπαίτιος κατηγορούμενος και η παραπάνω εταιρεία του, με τη μορφή των προμηθειών, χωρίς να διευκρινίζει ποιός ωφελήθηκε το υπόλοιπο ποσό των 72.000.000 δραχμών που απώλεσεν ο παθών, έτσι ώστε το περιουσιακό όφελος, ως άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511 του ΚΠοινΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργηματική απάτη, αλλά και για απιστία κατ' εξακολούθηση, πράξη η οποία, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τελέσθηκε στην ... από 9-9-1999 έως 30-3-2001, ήτοι σε χρόνους κατά τους οποίους προεβλέπετο και ετιμωρείτο πάντοτε ως πλημμέλημα. Το αξιόποινο, επομένως του δευτέρου αυτού εγκλήματος εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (8-12-2008), αφού από την τέλεσή του μέχρι τη διάσκεψη και δημοσίευση της παρούσας έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, που γίνονται ως παραπάνω δεκτοί ως βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την απιστία, ενώ για το έτερο αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3181/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ, για το πλημμέλημα της απιστίας και δη για το ότι κατά το χρονικό διάστημα από 9-9-1999 έως 30-3-2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ( της απιστίας), εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία άλλου και δη του μηνυτή Ψ, κατά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου μετοχών του, συνολικού ύψους 87.000.000 δραχμών, που είχε αναλάβει δυνάμει δικαιοπραξίας, ως ειδικός και γνώστης των χρηματιστηριακών θεμάτων, σαν διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας ( EUROCAPITAL AEΛΔΕ ), προβαίνοντας σε αγοραπωλησίες αναξιόπιστων μετοχών εταιρειών, εξανεμίζοντας πλήρως το χαρτοφυλάκιο του μηνυτή. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κακουργηματική (386 παρ. 1, 3β ΠΚ) και Απιστία (390 ΠΚ). Επί απάτης κατά το άρθρο 386 του ΠΚ, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα τελείται μια πράξη απάτης, όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας δε της άπαξ επελθούσας πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 425, 971/2009, 930/2009). Δεκτός ως βάσιμος οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομικής βάσης. Αναιρεί και παραπέμπει για κακουργηματική απάτη και ΠΟΠΔ για πλημμεληματική απιστία.
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Απιστία.
0
Αριθμός 340/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Νικολάου και Θεόδωρο Πνευματικό, περί αναιρέσεως της 3196/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ομοσπονδία Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος - Διεθνών Μεταφορών (ΟΦΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Με συγκατηγορούμενο τον Ρ του Αντωνίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 776/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 375 §1 ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικώς, κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε κυριότητα άλλου σε σχέση με το δράστη, όπως η έννοιά της διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό με την υποχρέωση να τα αποδώσει όταν του ζητηθούν. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του. Κατά την §2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 §9 του Ν.2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του τελευταίου ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλοτρίας περιουσίας, ενώ μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 1 §9 Ν.2408/1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να είναι τούτο εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στη συγκεκριμένη παράγραφο ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Η νεότερη αυτή διάταξη, με την οποία ορίζεται ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως πρέπει το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπροσθέτως να υπάρχει στο πρόσωπο του δράστη μια από τις περιοριστικής αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη ιδιότητες, είναι επιεικέστερη στο σημείο αυτό από την προηγούμενη, στην οποία η απαρίθμηση ήταν ενδεικτική χωρίς και την ιδιαίτερα μεγάλη αξία του υπεξαιρεθέντος. Έτσι, η νεότερη αυτή διάταξη είναι εφαρμοστέα και επί των αξιοποίνων πράξεων υπεξαιρέσεως που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του Ν.2408/1996. Ειδικά όμως για τις πράξεις αυτές, που έχουν τελεσθεί πριν, όταν ο κακουργηματικός τους χαρακτήρας με την συνδρομή του αντικειμένου τους ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας βασίζεται στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 375 §2 του ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, γιατί για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αξιώνει και το επιπλέον στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, εάν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλη αξίας. Διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μια πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση και ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Ο προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που είναι αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι αναγκαίος όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας του υπεξαιρεθέντος αποτελεί ζήτημα πραγματικό, αν είναι μεγάλης ή μικρής αξίας, ως αξία δε του πράγματος που είναι αντικείμενο της αξιοποίνου πράξεως εννοείται ο ποσοτικός προσδιορισμός της σε χρήματα. Ο προσδιορισμός γίνεται αντικειμενικώς με βάση την αξία του στις συναλλαγές ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος και δεν λαμβάνεται υπόψη η από διαθέσεως αξία για τον παθόντα που έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Από όσα αναφέρονται στην αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Ποινικού Κώδικα (άρθρο 346) για την αξία του αντικειμένου της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης ότι "η αξία είναι τι όλως σχετικόν αναλόγως των προσώπων, του τόπου και του χρόνου" και ότι "αξίαν λέγοντας εννοούμεν, την πραγματικήν αντικειμενικήν, αγοραίαν και ουχί την από διαθέσεως" δεν συνάγεται ότι με την έννοια "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", ήθελε ο νομοθέτης σε κάθε περίπτωση προσδιορισμό από το δικαστήριο της αξίας του αντικειμένου εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας και κατά της περιουσίας γενικά με γνώμονα ότι το ίδιο αντικείμενο που αφαιρείται από παθόντα με μικρή ή μηδαμινή περιουσία να κρίνεται ως μεγάλης αξίας, ενώ αν αυτό αφαιρείται από πρόσωπο ευκατάστατο ή με μεγάλη περιουσία να κρίνεται ως μικρής αξίας, αλλά προκύπτει ότι η πραγματική βούληση του νομοθέτη, κατά τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της κλοπής, της υπεξαιρέσεως κλπ, ήταν να γίνεται ο προσδιορισμός της κατά τα ανωτέρω αντικειμενικής ανάλογα με την αξία του πράγματος στις συναλλαγές εν όψει και του ότι η ταχύτητα μεταβολής των οικονομικών συνθηκών δεν καταλείπει περιθώρια για σταθερά όρια αξίας. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή είναι δυνατό να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία των περιστατικών που προκύπτει από καθένα τέτοιο μέσο χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει αντιστοίχως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην διάταξη αυτής έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία πράγματι έχει αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφηρμόσθη, καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνονται στον συνδυασμό του διατακτικού με το αιτιολογικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3196/2008 απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης απολογίες των κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν για τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1992 - 1996 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της μηνύτριας Ομοσπονδίας Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος Διεθνών Μεταφορών (Ο.Φ.Α.Ε.), η οποία είναι δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με μέλη της σωματεία αυτοκινητιστών διεθνών μεταφορών απ' όλα τα μέρη της Ελλάδος. Κατά το αυτό χρονικό διάστημα λογιστής της Ο.Φ.Α.Ε και ουσιαστικά, εν τοις πράγμασι, οικονομικός διευθυντής της ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Ρ, ενώ γενικός γραμματέας της εν λόγω ομοσπονδίας ήταν ο Π (έχει ήδη αποβιώσει) και ταμίας Φ. Για τη νόμιμη έκδοση επιταγών σε χρέωση των λογαριασμών της Ο.Φ.Α.Ε, έπρεπε η εκάστοτε εκδιδόμενη επιταγή, που συμπληρώνονταν από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ως λογιστή και οικονομικό διευθυντή αυτής, να φέρει τις υπογραφές του προέδρου Χ, του γενικού γραμματέα Π και του ταμία Φ. Η νέα διοίκηση της Ο.Φ.Α.Ε που προέκυψε από τις του έτους 1996 (με πρόεδρο τον ...), έχοντας ενδείξεις κακοδιαχείρισης από την απελθούσα διοίκηση, ανέθεσε με το από 26/9/1997 έγγραφό της στην "Κοινοπραξία Ορκωτών Ελεγκτών Α.Ε." να διενεργήσει οικονομικό έλεγχο για τις χρήσεις των ετών 1992 έως και 1996. Ο ορισθείς από την ως άνω κοινοπραξία ορκωτός λογιστής ... που διενήργησε τον έλεγχο διαπίστωσε ότι υπήρχε πληθώρα εγγράφων δοσοληψιών με τις Τράπεζες στα βιβλία της Ομοσπονδίας χωρίς δικαιολογητικά, οι οποίες δεν υπήρχαν στα αντίγραφα κινήσεως λογαριασμών (extraits) των Τραπεζών, καθώς επίσης (υπήρχε) πληθώρα τέτοιων εγγραφών στα αντίγραφα κινήσεως των Τραπεζών (extraits), οι οποίες δεν είχαν καταχωρηθεί στα τηρούμενα και θεωρημένα βιβλία της Ομοσπονδίας. Από τον ίδιο ως άνω έλεγχο προέκυψε ότι κατά το έτος 1992 περιήλθε στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου Χ, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της ως άνω Ομοσπονδίας, το συνολικό ποσό των 134.556.898 δρχ., το οποίο εκταμιεύθηκε από τραπεζικούς λογαριασμούς της Ομοσπονδίας, για την ικανοποίηση διαφόρων υποχρεώσεων αυτής και το οποίο δεν αναλώθηκε για τους λόγους που εκταμιεύθηκε και ως εκ τούτου έπρεπε να κατατεθεί εκ νέου σε λογαριασμούς που διέθετε η Ομοσπονδία σε διάφορες Τράπεζες, πράγμα το οποίο δεν συνέβη για μέρος από το ως άνω ποσό. Ειδικότερα, τις εισπράξεις των επιταγών, οι οποίες εκδίδονταν με τον προαναφερθέντα τρόπο, τις πραγματοποιούσε η σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου, μετά οπισθογράφηση, η οποία στη συνέχεια απέδιδε το προϊόν της εισπράξεως στον σύζυγό της Χ. Το μεγαλύτερο μέρος από το συνολικό ποσό των 134.556.898 δρχ., όπως προκύπτει από τα τηρούμενα από την Ομοσπονδία βιβλία και τους τραπεζικούς λογαριασμούς της, έχει αποδοθεί σ' αυτήν από τον πρώτο κατηγορούμενο. Δεν αποδόθηκε όμως απ' αυτόν: α) το ποσό των 16.413.962 δρχ., που αποτελεί το προϊόν της εισπράξεως της με αριθμό ...ισόποσης επιταγής, που εκδόθηκε σε διαταγή του Χ σε χρέωση του τηρούμενου στην Ιονική Τράπεζα λογαριασμού της Ομοσπονδίας, και μετά από οπισθογράφηση εισπράχθηκε στις 18-2-1992 από τη σύζυγο του Χ2 και β) το ποσό των 3.586.038 δρχ., το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο της ... επιταγής της Εμπορικής, Τράπεζας, ποσού 4.586.038 δρχ. που, είχε εισπραχθεί στις 24/7/1992, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο. Το ποσό των 1.000.000 δρχ. αφαιρείται από την επιταγή των 4.586.038 δρχ., για τον λόγο ότι την 1.10.1992 στον λογαριασμό της Ομοσπονδίας κατατέθηκε το ποσό των 15.000.000 δρχ., το οποίο προκύπτει από την είσπραξη της με αριθμό ... επιταγής ποσού 14.000.000 δρχ., η οποία εισπράχθηκε και αυτή στις 24.7.1992, συν το ποσό των δρχ. 1.000.000 από την πρώτη των ως άνω επιταγών ... (4.586.038 μείον 1.000.000 = 3.586.038 δρχ). Το ότι δεν επιστράφηκε το συνολικό ως άνω ποσό των δρχ. 20.000.000 (16.413.962 + 3.586.038) από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ στην ως άνω Ομοσπονδία, της οποίας ήταν πρόεδρος, προκύπτει από την από ... έκθεση του ορκωτού ελεγκτή ..., στην οποία γίνεται αναλυτική αναφορά των παραπάνω στοιχείων, αλλά και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων ... (λογιστή της Ομοσπονδίας από το 1997 κι εντεύθεν) και .... Ο πρώτος από τους ανωτέρω μάρτυρες, ο οποίος έχει λάβει γνώση των βιβλίων και στοιχείων της Ομοσπονδίας, ως εκ της ιδιότητάς του, αναφέρει ότι υπήρχε αταξία στα βιβλία, υπήρχαν διαγραφές, ασυμφωνία λογαριασμών και πραγματικό έλλειμμα (20.000.000 δρχ.), επί προεδρίας του πρώτου κατηγορουμένου, ότι διαπιστώθηκε ότι κάποια ποσά αρκετά μεγάλα τα είχε πάρει στην κατοχή του ο κ. Χ, κάποια επέστρεψε, δεν επέστρεψε όμως το ποσό των 20.000 000 δρχ., υποχρεώσεις της Ομοσπονδίας δεν υπήρχαν ούτε δικαιολογητικά δαπανών, ότι το να εισπράττει επιταγές ο πρόεδρος είναι ασυνήθιστο και ότι δεν γνωρίζει αν η σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου, η οποία εισέπραττε επιταγές, συνήθως μετά από οπισθογράφηση εκ μέρους του τελευταίου, είχε κάποια απαίτηση κατά της Ομοσπονδίας. Ο δεύτερος μάρτυρας (βοηθός του ορκωτού ελεγκτή ...) καταθέτει, ότι ορισμένες από τις επιταγές της Ομοσπονδίας είχαν εκδοθεί σε διαταγή του Ι. Χ, όταν ήταν πρόεδρος της Ομοσπονδίας και τις επιταγές αυτές τις εισέπραττε η σύζυγός του, μετά από οπισθογράφηση, δεν επιτρέπεται επιταγή της Ομοσπονδίας να την εκδίδει ο πρόεδρος (σε διαταγή του) και να την εισπράττει η σύζυγός του, δεν υπήρχε απόφαση του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας για κάποιο λόγο, γι' αυτό δεν έπρεπε να εκδοθούν οι επιταγές. Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται ότι το ως άνω χρηματικό ποσό που περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του (του προέδρου της ως άνω Ομοσπονδίας) τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και διατείνεται ότι το 1992 γίνονταν συζητήσεις να επενδύσουν τα χρήματα της Ομοσπονδίας (περί τα 700.000.000 δρχ.) στην αγορά ενός πλοίου), ότι έπρεπε να έχει χρήματα στα χέρια του για να δώσει "καπάρο", ότι τα λεφτά τα επέστρεψε μέσα στο 1992 στην Ομοσπονδία, ότι επέστρεψε στον Φ το ποσό των 9.055.000 δρχ., το οποίο ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι αποτελεί απόδοση δανείου και ότι πριν ο ... (Πρόεδρος της Ομοσπονδίας μετά απ' αυτόν) στραφεί εναντίον του, γιατί τον θεωρούσε ισχυρό αντίπαλο, είχε υποβάλει ο ίδιος μηνυτήρια αναφορά. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον και με την εκδοχή ότι η Ομοσπονδία το έτος 1992 ήθελε να αγοράσει πλοίο και έκανε τις σχετικές διαπραγματεύσεις, δεν είναι λογικό να αναλαμβάνονται τα χρήματα από την Τράπεζα για την περίπτωση που ευδοκιμήσουν οι διαπραγματεύσεις και να βρίσκονται στην κατοχή του επί εβδομάδες ή και μήνες και μετά να επιστρέφονται στην Ομόσπονδα. Ο θεσμικός του ρόλος, ως προέδρου, δεν του επέτρεπε να συνεκδίδει επιταγές σε διαταγή του, χωρίς νόμιμη αιτία και χωρίς παραστατικά οι επιταγές αυτές να οπισθογραφούνται στη σύζυγό του, το προϊόν της εισπράξεως να αποδίδεται σ' αυτόν και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να επιστρέφεται στην Ομοσπονδία. Επίσης δεν είναι επιτρεπτό να επιστρέφει, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, χρήματα στον ταμία και όχι με νόμιμο τρόπο. εμπλέκοντας έτσι την ως άνω ιδιότητά του στις προσωπικές τους συναλλαγές. Αν, όπως διατείνεται, είχε αποστείλει το ποσό των 9.055.000 δρχ. για να κατατεθεί στην Ομοσπονδία έπρεπε να παρακολουθήσει ο ίδιος αν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για να καταστεί και πάλι έσοδο της Ομοσπονδίας το ποσό αυτό ή να το καταθέσει απ' ευθείας σε λογαριασμό της τελευταίας, καθόσον τα έσοδα της Ομοσπονδίας δεν εδικαιούντο να τα διαχειρίζονται κατά το δοκούν. Άξιο μνείας είναι το γεγονός που επισημαίνεται από τον μάρτυρα ..., ότι την περίοδο των ετών 1992 - 1993, που τα τραπεζικά επιτόκια ήταν υψηλά, η Ομοσπονδία "..... έβαζε τα χρήματα σε εβδομαδιαίες καταθέσεις και έτσι υπήρχε πλεόνασμα; Δεν καταχωρούντο οι τόκοι στα βιβλία και έτσι το πλεόνασμα πήγαινε στα τέσσαρα προηγούμενα πρόσωπα ..." (ενν. τα ως άνω τρία πρόσωπα της διοίκησης και τον δεύτερο κατηγορούμενο). Το ίδιο συνέβαινε και με τα έσοδα της Ομοσπονδίας, τα οποία αναλαμβάνονταν από τους λογαριασμούς της και επανακατατίθεντο σ' αυτούς μετά την πάροδο εβδομάδων ή μηνών, γι' αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αναφέρει πότε αναλαμβάνονταν τα χρήματα της Ομοσπονδίας και πότε κατατίθεντο εκ νέου στους λογαριασμούς αυτής. Τούτο προκύπτει από τις προαναφερθείσες επιταγές, οι οποίες εισπράχθηκαν στις 24/7/1992 και το ποσό των 14.000.000 και 1.000.000 δρχ. κατατέθηκε σε λογαριασμό της Ομοσπονδίας την 1/10/1992. Δεν κρίνεται δε πειστική η δικαιολογία του πρώτου κατηγορουμένου ότι επρόκειτο να αγοράσουν πλοίο, αφού τούτο δεν μπορούσε να γίνει με ζημία της Ομοσπονδίας. Όπως δε αναφέρεται στην ως άνω έκθεση ελέγχου του ..., η επιταγή ..., ποσού 16.413.962 δρχ. εκδόθηκε, μετά την πρόωρη ανάληψη (σπάσιμο repos ποσού δρχ. 38.386.038) στις 17/2/1992, προθεσμιακής κατάθεσης της Ομοσπονδίας που έληγε στις 14/-5/1992 και για την οποία η Ιονική Τράπεζα στην οποία κατατεθειμένο το ως άνω ποσό κατελόγισε ποσό εκ δρχ. 1.898.117, ως ποινή ολικής ανάληψης. Το ως άνω αναληφθέν ποσό κατατέθηκε αυθημερόν (17/2/1992) σε λογαριασμό όψεως της ίδιας ως άνω Τράπέζας και σε χρέωση αυτού την επόμενη ημέρα εκδόθηκε η ως άνω επιταγή των 16.413.962 δρχ. Δεν ευσταθεί λοιπόν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ενόψει της μελλοντικής και αβέβαιης αγοράς πλοίου προέβη, έστω και μετά από απόφαση του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας, σε εκταμίευση του ως άνω ποσού, με το σπάσιμο προθεσμιακής καταθέσεως (από το οποίο η Ομοσπονδία ζημιώθηκε κατά το ποσό των 1.898.117 δρχ. και το οποίο ουδέποτε απέδωσε στην Ομοσπονδία. Συνεπώς, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν απέδωσε το ως άνω συνολικό ποσό των 20.000.000 δρχ. που περιήλθε στην κατοχή του, ως εκ της ιδιότητάς του, του προέδρου της ως άνω Ομοσπονδίας, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, οι πράξεις του δε αυτές ενέχουν κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, γιατί τα πιο πάνω χρηματικά ποσά (των 16.413.962 και 3.586.038 δρχ.) ήταν εμπιστευμένα σ' αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της παραπάνω Ομοσπονδίας". Μετά ταύτα, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορούμενους του ότι με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τυγχάνοντας Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας Αυτοκινητιστών Ελλάδος Διεθνών Μεταφορών, ενώ έλαβε στην κατοχή του μέσω της συζύγου του Χ2 α) στις 18-2-1992 το ποσό των 16.413.962 δραχμών από είσπραξη της ... επιταγής της Ιονικής Τράπεζας και β) στις 24-7-1992 το ποσό των 3.586.038 δραχμών από είσπραξη της υπ' αριθμό ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, τις οποίες είχε εκδώσει με την προαναφερόμενη ιδιότητά του σε χρέωση των λογαριασμών της Ομοσπονδίας για την κάλυψη οικονομικών αναγκών και υποχρεώσεών της, όπως αγορά ΤΙR, αγορά πλοίου, κλπ, μετά τη μη ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της άνω αγοράς δεν επέστρεψε τα ανωτέρω ποσά που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην Ομοσπονδία αλλά τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Οι πράξεις του δε αυτές ενέχουν κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης γιατί τα προαναφερόμενα ποσά των 16.413.962 και 3.586.038 δρχ (ήτοι συνολικά 20.000.000 δρχ) ήταν εμπιστευμένα σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της Ομοσπονδίας. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ανεγνώρισε ότι συντρέχουν υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος από τους κατηγορουμένους η ελαφρυντική περίσταση ότι μέχρι την ως άνω πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρ. 84 §2α ΠΚ) όπως και η ελαφρυντική περίσταση ότι επεδίωξε να άρει τις συνέπειες της πράξεώς του (άρθρ. 84 §2 εδαφ. δ' του ΠΚ) καθόσον επέστρεψε στην μηνύτρια Ομοσπονδία το συνολικό ποσό των 58.700 ευρώ στο οποίο περιλαμβάνονται το κεφάλαιο και οι τόκοι του πιο πάνω υπεξαιρεθέντος ποσού τον Δεκέμβριο του έτους 2007, με την παρακατάθεση του εν λόγω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την καταχώρησή του στα βιβλία της Ομοσπονδίας στις 6-3-2008 και κατεδίκασε τον κατηγορούμενο αυτόν σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορία εξειδικεύει, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά και ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου. Εκθέτει το δικαστήριο στην άνω απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 98, 375 §1 εδ.α' και 2 εδ.α' ΠΚ, όπως η παράγραφος 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 §9 του Ν,2408/1996, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου που την εξέδωσε ότι από χρήματα από αυτά που ήταν κατατιθεμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Ομοσπονδίας, στην οποία ο ήδη αναιρεσείων ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της και επομένως ήταν εντολοδόχος και εκπροσωπούσε νόμιμα αυτήν έναντι τρίτων στην διενέργεια νομικών και υλικών πράξεων, που αφορούσαν το άνω νομικό πρόσωπο, προέρχονταν τα χρήματα που είχε λάβει αυτός για να πληρωθούν υποχρεώσεις της Ομοσπονδίας και τα οποία δεν επεστράφησαν από αυτόν, λόγω μη αναλώσεώς των για το σκοπό για τον οποίο είχαν αναληφθεί κατά το ποσό των 16.413.962 δραχμών και κατά το ποσό των 3.586.038 δραχμών στην άνω Ομοσπονδία, καθώς και ότι τα άνω χρηματικά ποσά, που αθροίζονταν σε 20.000.000 δρχ και περιήλθαν στην κατοχή του υπό την άνω ιδιότητά του, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και τα κατακράτησε αυτός και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα με συμπεριφορά του που ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και εκδηλώθηκε στις 18-2-1992 όταν έλαβε στην κατοχή του το ποσό των 16.413.962 δραχμών από την σύζυγό του Χ2 από την εισπραχθείσα από εκείνην ... επιταγής της Ιονικής Τράπεζας και στις 24-7-1992 όταν έλαβε στην κατοχή του το ποσό των 3.586.038 δρχ. που ήταν μέρος του ποσού της ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας που επίσης εισέπραξε και του απέδωσε η άνω σύζυγός του. Από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο ήδη αναιρεσείων τα άνω χρηματικά ποσά και δεν τα επέστρεψε στην μηνύτρια Ομοσπονδία παρά το ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν για το λόγο για τον οποίο τα είχε λάβει υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου αυτής, προκύπτει και ο δόλος να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του τα χρήματα αυτά που κατείχε ως εντολοδόχος και διαχειριστής ξένης περιουσίας. Δεν χρειαζόταν να αιτιολογηθεί ειδικότερα η ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου όσον αφορά την γνώση του ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του παράνομα, καθόσον για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή ορισμένος περαιτέρω εγκληματικός σκοπός. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του το χρόνο τέλεσης κάθε μιας των μερικότερων πράξεων (εφόσον η αξιόποινη πράξη τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση) αναφέροντας και τα επιμέρους χρηματικά ποσά που κάθε φορά υπεξαιρέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την παράθεση της κρίσεώς του για το ότι η υπεξαίρεση είχε αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως. Οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 18-2-1992 και στις 24-7-1992 και με βάση την αξία του αντικειμένου κάθε μιας των μερικότερων πράξεων έπρεπε να χωρήσει η σχετική κρίση για τέτοιο έγκλημα που τελέσθηκε πριν από την ισχύ του νόμου 2721/1999 και την προσθήκη στο άρθρο 98 της §2 κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Όπως έχει ήδη παραπάνω επισημανθεί, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας αλλά αρκεί ο ποσοτικός σε χρήματα προσδιορισμός αντικειμενικά της αξίας του σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και η κρίση αυτή αναγόμενη καθαρά στα πράγματα, και σε πραγματικές εκτιμήσεις δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Δεν παρέλειψε το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει σε όσα ισχυρίσθηκε ο ήδη αναιρεσείων ότι επέστρεψε στην μηνύτρια Ομοσπονδία εντός του έτους 1992 (δηλαδή πριν κληθεί αυτός και εξετασθεί από τις αρμόδιες αρχές) το ποσό των 9.055.000 δραχμών με την παράδοσή του στον Φ, που ήταν τότε ταμίας στο τότε διοικητικό συμβούλιο της Ομοσπονδίας. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος αυτός ο ισχυρισμός του άνω κατηγορουμένου. Σε περίπτωση που αποδεικνύονταν ως βάσιμα αυτά που ισχυρίσθηκε ο ήδη αναιρεσείων δεν επηρεαζόταν η συνδρομή ή μη των στοιχείων της υποκειμενικής υποστάσεως της αποδιδόμενης στον άνω κατηγορούμενο κακουργηματικής υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση αλλά θα συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 379 §1 ΠΚ για μερική εξάλειψη του αξιοποίνου αυτής λόγω εμπράκτου μετανοίας που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτήν. Από όσα αναφέρονται στο εισαγωγικό μέρος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται ονομαστικώς στα πρακτικά, έπεται ότι ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και η κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρος υπερασπίσεως .... Επιβεβαιώνεται δε η λήψη υπόψη της καταθέσεως του εν λόγω μάρτυρος και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο ήδη αναιρεσείων επέστρεψε τον Δεκέμβριο του έτους 2007 το ποσό των 58.700 ευρώ για κεφάλαιο και τόκους του υπεξαιρεθέντος ποσού στην μηνύτρια Ομοσπονδία με παρακατάθεση των στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η ενέργεια αυτή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδόσεως της 324/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πρωτοβαθμίως δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν ήταν δυνατό να οδηγήσει σε απαλλαγή του από κάθε ποινή για την κακουργηματική πράξη που του αποδιδόταν κατ' άρθρο 379 §2 ΠΚ αλλά ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναγνώριση υπέρ αυτού της συνδρομής ελαφρυντικού από το άρθρο 84 §2 εδάφ.δ' ΠΚ. Είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος. Ομοίως είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για μη υπαγωγή του ποσού που αποτελεί αντικείμενο της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη με βάση την αξία του κατά τα ισχύοντα στις συναλλαγές και την οικονομική κατάσταση και την αξία των περιουσιακών στοιχείων της φερόμενης ως παθούσης Ομοσπονδίας κατά τον κρίσιμο στην κατά το άρθρο 375 ΠΚ έννοια της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που θα ήταν ακόμη μικρότερη αν γινόταν δεκτά όσα ισχυρίσθηκε για απόδοση εντός του έτους 1992 στον τότε ταμία της Ομοσπονδίας ποσού 9055000 δρχ και ότι έπρεπε κατ' ακολουθίαν να κριθεί ότι η αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα και ότι είχε υποκύψει στην παραγραφή που προβλέπεται για τέτοιας βαρύτητας πράξεις. Με τους ισχυρισμούς αυτούς και τους περαιτέρω προβληθέντες ότι δεν συνιστούσε παράνομη ιδιοποίηση από πρόθεση η καθυστέρηση επιστροφής μέρους των χρημάτων που κατηγορείται υπεξήρεσε και η επιλογή να επιστρέψει αυτά μέσω του ταμία της Ομοσπονδίας επιχειρείται από τον ήδη αναιρεσείοντα διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και πλήττεται υπό την επίκληση της στερήσεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την αξία του αντικειμένου της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης και ότι με βάση τις παραδοχές του άνω δικαστηρίου ως προς το εν λόγω στοιχείου προσελάμβανε αυτή η πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα καθώς και ως προς τη συνδρομή των περιστατικών από τα οποία προέκυπτε ο δόλος του για τη θέλησή του να ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο λόγο τα άνω χρηματικά ποσά που είχε λάβει στην κατοχή και εγνώριζε ότι ανήκαν στην Ομοσπονδία τις υποθέσεις της οποίας διαχειριζόταν υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του. Μετά τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.4.2009 αίτηση - δήλωση του Χ , για αναίρεση της υπ' αριθ. 3196/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπεξαίρεση τελεσθείσα από διαχειριστή και εντολοδόχο πριν από την αντικατάσταση του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 2408/1996 κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αλλά προσδιορίζεται όταν η αξία του αντικειμένου είναι ιδιαίτερα μεγάλη και για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος ή όχι αντικειμενικώς ανάλογα με την αξία πράγματος στις συναλλαγές κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξεως. Αρκεί η αναφορά στην καταδικαστική απόφαση όσον αφορά τον δόλο του υπαιτίου επί υπεξαιρέσεως ότι ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο κινητό πράγμα που είναι και τα χρήματα που είχε λάβει υπό την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή νομικού προσώπου και δεν τα χρησιμοποίησε για το λόγο για τον οποίο τα έβαλε αλλά τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο διότι δεν απαιτούνται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή ορισμένος περαιτέρω εγκληματικός σκοπός. Απορρίπτονται οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διότι παρατίθενται τα περιστατικά για την ενοχή του κατηγορούμενου που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ιδιαίτερα μεγάλη αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως κατ΄ εξακολούθηση είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ως κρίση περί τα πράγματα εφόσον παρατίθενται χωριστά τα υπεξαιρεθέντα με τις επί μέρους πράξεις υπεξαιρέσεως χρηματικά ποσά.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Δόλος.
0
Αριθμός 339/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 17/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ4 και 4) Χ5. Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1062/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 277/9.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 29/15-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ' αριθ. 17/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα ακόλουθα : Με το υπ' αριθ. 12/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κερκύρας παραπέμφθηκε και ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κερκύρας για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις 1) της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 98 και 386 § 1 και 3α' Π.Κ.) και 2) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 13 στ' Π.Κ. και 1α, αζ, αη και 2 § 1 Ν. 2331/95 όπως τροπ. με τα άρθρα 2 § 1 και 3 § 1 του Ν. 3424/2005). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 6/26-2-2009 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας το οποίο έκανε εν μέρει κατ' ουσία δεκτή την έφεση αυτή και αποφάνθηκε να μη γίνει κατ' αυτού κατηγορία για την δεύτερη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, ενώ αναφορικά με την πρώτη αποφάνθηκε την παραπομπή αυτού γι' αυτήν με την μορφή της τέλεσής της κατά συναυτουργία. Κατά του βουλεύματος αυτού του Εφετείου Κερκύρας άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως και εμπροθέσμως, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε αυτή στις 15-6-2009 ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου της μνημονευόμενης κατοικίας του και το προσβαλλόμενο βούλευμα του επιδόθηκε στις 5-6-2009. Είναι δε αυτή και παραδεκτή, αφού αναφέρεται σε συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 § 1α και 171 § ιδ' Κ.Π.Δ.). Πρέπει λοιπόν να εξετασθεί αυτή περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά το άρθρο 386 παρ. του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: α) ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως πραγματοποιήσεως ή μη του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη. Ως γεγονότα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες, συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που είχε ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 111/2008, ΠΧ ΝΗ'991, Α.Π. 1057/2008, ΠΧ ΝΗ'788, Α.Π. 1215/2007, Π.Χ. ΝΗ' (2008), 337). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με άρ.14 παρ. 4 Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. (5.000.000 δρχ.). Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του ως άνω εγκλήματος, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τούτου. (Α.Π. 1570/2007, NοB 56.730, Α.Π. 1074/2006, ΠΧ ΝΖ', 405). Επανειλημμένη δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και επί διαπράξεως τούτου κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (Α.Π. 111/2008, ο.π., Α.Π. 1174/2005, Ποιν. Δικ. 2005. 1484, Α.Π. 1074/2006, ΠΧΝΖ' 405, Προτ. Ζύγουρα). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει και τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη της εκτέλεσης της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ. ΑΠ 50/1990, ΠΧ Μ'949, ΑΠ 737/2007, ΠΧ ΝΗ'226, ΑΠ 2273/2003 Ποιν.Λογ. 2003.2450). Η παραλλαγή δε του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα αποτελεί επιτρεπόμενο ακριβέστερο χαρακτηρισμό της πράξεως και όχι ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, με συνέπεια να είναι επιτρεπτή η βελτίωση αυτής από τη μορφή της ηθικής αυτουργίας ή απλής συνέργειας σε εκείνη της κατά συναυτουργία τέλεσης της πράξης (Καράμπελας, Η μεταβολή και αναθεώρηση της ποινικής κατηγορίας, 2005, 118-120, ΑΠ 101/2002, Ποιν. Δικ. 2002, 674). Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 2331/23.8.1995 "Περί πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων" που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (δηλ. προ της ισχύος των νόμων 3424/2005 και 3691/2008), "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητα κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. α' και γ' του αυτού νόμου, η έννοια της μεν "εγκληματικής δραστηριότητας" προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά, μεταξύ των οποίων είναι και η απάτη, αν η ζημία που πρoξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη (στοιχ. αη του άρθρου 1 του ν. 2331/1995), της δε "περιουσίας" ως τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, αντικειμενικά μεν απαιτείται (εναλλακτικά) αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας που προέρχεται από την τέλεση της εμπεριεχόμενης στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου αξιόποινης πράξης, πλην άλλων, και της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων και επιπλέον ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την κερδοσκοπία ή τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης της υπό του άρθρου 1 στοιχ. γ του ίδιου νόμου καθοριζόμενης "περιουσίας" ή την παροχή συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται στην εγκληματική δραστηριότητα, στην τέλεση, δηλαδή, ενός από τα εγκλήματα του άρθρου 1 εδ. α' του ν. 2331/1995. Ενεργητικό δε υποκείμενο στο έγκλημα του άρθρου 2 ν. 2331/1995 μπορεί να είναι ο δράστης της προηγούμενης εγκληματικής δραστηριότητας (ΑΠ 1231/04 ΝοΒ 2005, 326). Ως πράξεις δε "νομιμοποίησης" και ένταξης των εσόδων αυτών ως "νόμιμων" στην οικονομική διαδικασία, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στην εισηγητική έκθεση, θεωρούνται εκείνες που έχουν ως αποτέλεσμα "το βρώμικο χρήμα να ξεπλένεται και να αποκτά νομιμοφανή υπόσταση". Για τη "νομιμοποίηση" δεν αρκούν απλές πράξεις αγοράς, κατοχής, αποθήκευσης κ.λπ. των προϊόντων του εγκλήματος, αλλά χρειάζονται τέτοιες πράξεις, μέσω των οποίων η περιουσία που αποκτήθηκε με εγκληματική δράση να αποκτά νομότυπη κατάσταση, να εξασφαλίζεται, δηλαδή, γι' αυτό κάποιος "νόμιμος τίτλος". Η νομιμοποίηση επομένως, είναι μία σύνθετη ενέργεια, που τη συγκροτούν περισσότερες φάσεις, χωρίς, ωστόσο, να είναι πάντοτε αναγκαία, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. (Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ/638, ΑΠ 501/2006 Π. Χρ. ΝΖ/39). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι : Από την κυρία ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και περατώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1 και 308 παρ. 4 Κ.Π.Δ., ήτοι με τη λήψη τη απολογίας των εκ των κατηγορουμένων Χ1, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και την έκδοση ενταλμάτων συλλήψεως σε βάρος των λοιπών, δηλαδή των : Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 (άρ. 270 παρ. 2 και 276 του ΚΠΔ) και ειδικότερα από ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις (εκτός της από 23.6.2002 προανακριτικής του μετέπειτα καταστάντος κατηγορουμένου Χ5 της ομοίας από 20.5.2002 του ΔΔ), τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα συνημμένα σ' αυτές υπομνήματα, προκύπτουν τα εξής: Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001, ο εκ των κατηγορουμένων και εκκαλούντων Χ1 γνωρίστηκε στην ... με τους συγκατηγορουμένους του Κυπρίους υπηκόους Χ2, Χ3 και Χ4, και από κοινού αποφάσισαν να διαπράξουν το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, υπό τις επιβαρυντικές μάλιστα περιστάσεις της κατ ' επάγγελμα τέλεσης του, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά τα 15.000 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας διαφόρων επαγγελματιών και επιχειρηματιών εντός ή εκτός Αττικής ευρισκομένων. Για να γίνουν όμως ευκολότερα πειστικοί στις ψευδείς τους διαβεβαιώσεις και παραστάσεις και επιτύχουν την παραπλάνηση όσο δυνατόν περισσότερων ατόμων, επινόησαν αρχικά να συστήσουν στις 24.9.2001 μια εικονική εταιρεία με την επωνυμία "Χ3 ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." και έδρα τις ... (οδός ...) που θα είχε ως αντικείμενο χωματουργικές δήθεν και οικοδομικές εργασίες. Παράλληλα, και για τον ίδιο σκοπό, ήτοι να εμφανίζουν προς τα έξω την πεπλανημένη εντύπωση ότι η εταιρεία λειτουργεί κανονικά και έχει εμφανή οικονομική δραστηριότητα, μίσθωσαν επί της ως άνω οδού ένα ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας της ..., καθώς και μία αποθήκη ιδιοκτησίας ... στην ... Εν συνεχεία, ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος Χ1, τελώντας σε συνεννόηση και κοινό δόλο με τους λοιπούς ανέλαβε τον ρόλο να εμφανίζεται σε διάφορους επαγγελματίες της ευρύτερης περιοχής, μετερχόμενος άλλοτε μεν το ψευδώνυμο "Χ1-Β" και άλλοτε "Χ1-Γ" και να παριστάνει εξακολουθητικά σ' αυτούς εν γνώσει του ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, ότι δηλ. εκπροσωπεί την ανωτέρω εταιρεία, η οποία είναι φερέγγυα και λειτουργεί κανονικά, ενώ στην πραγματικότητα ουδεμία φερεγγυότητα είχε, γιατί ήταν, ως ελέχθη, εικοvική και δεν συναλλασσόταν πραγματικά με το κοινό, και τους έπειθε σε πράξη και συγκεκριμένα στο να πωλήσουν σ' αυτούς διάφορα εμπορεύματα των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, με πίστωση του τιμήματος, το οποίο όμως ουδέποτε κατέλαβαν ή σε ελάχιστες των περιπτώσεων κατέβαλλαν αρχικά μικρό ποσό με στόχο να αποσπάσουν και τα υπόλοιπα προϊόντα, καθόσον, είχαν απαρχής ειλημμένη την πρόθεση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης τους. Με τις ως άνω δε ψευδείς παραστάσεις, παρέπεισαν τους πιο κάτω αναφερόμενους επιχειρηματίες και κατά τους πιο αναλυτικά αναφερόμενους τόπους και χρόνους, στο να τους παραδώσουν τα παρακάτω περιγραφόμενα αγαθά που ακολούθως μετέφεραν στην αποθήκη που μίσθωσαν και την αξία των οποίων ωφελήθηκαν παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των τελευταίων. Ειδικότερα: 1) Στις ... εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2001, παραπλάνησαν τον ..., που διατηρεί μαζί με τη σύζυγό του έκθεση επίπλων στην οδό ... στις ..., και τον έπεισαν να τους πωλήσει έπιπλα γραφείου (1 σιρταριέρα, 2 καρέκλες γραφείου, 1 ντουλάπα, 1 ερμαριέρα, 1 στήλη βιβλιοθήκη, 1 γραφείο 1,60, 1 γωνία, 6 πολυθρόνες επισκεπτών, 1 γραφείο κομπιούτερ, 1 τραπέζι συνεδριάσεων, 1 τραπέζι αναμονής) συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσού 850.000 δραχμών τα οποία εκείνος τους παρέδωσε στην παραπάνω διεύθυνση που του υπέδειξαν, συνταχθέντων σχετικά των υπ' αριθ. Π/19-10-2001 και 18/23-10-2001 δελτίων αποστολής - τιμολογίων, αξίας 710.000 και 140.000 δραχμών αντίστοιχα, αποκομίζοντας ως παράνομο περιουσιακό όφελος μέρος της αξίας των ειδών που αγοράστηκαν και συγκεκριμένα το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, που αντιστοιχούν σε χίλια τετρακόσια εξήντα επτά ευρώ και τριάντα πέντε λεπτά (1.467,35 €), με ισόποση βλάβη της περιουσίας του ..., καθόσον κατέβαλαν στον εξαπατηθέντα συνολικό ποσό 350.000 δραχμών, αλλά όχι το αμέσως προαναφερόμενο υπόλοιπο μέρος του τιμήματος της πώλησης, ενώ τα υπόψη πωληθέντα υπό τον όρο παρακράτησης κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος κινητά δεν επέστρεψαν. 2) Στις ... εντός του δευτέρου δεκαπενθημέρου του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2001, παραπλάνησαν τον ..., που διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εισαγωγές αντιπροσωπείες συστημάτων υψηλής τεχνολογίας, πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών στην οδό ... στις ..., και τον έπεισαν να πωλήσει στην προαναφερόμενη εικονική Ε.Π.Ε. εξοπλισμό μηχανογράφησης όπως και αναλάβει την εγκατάσταση του στην έδρα της, με αποτέλεσμα αυτός να παραδώσει εκεί εξοπλισμό μηχανογράφησης [2 case midi ATX Ε4, 2 motherboard Intel P4 D850 GBC, 2 επεξεργαστές (cpu) P4 l,66Ghz, 2 fan cabler Pentium, 2 floppy disk drive 1,44 mb, 2 cd-rom player, 2 hard disk, 2 κάρτες οθόνης Riva TNT2 AGP, 2 τεμάχιο μνήμη DIMM 256mb 133Mhz Grand, 2 monitor SVGA17 color L/R, δύο πληκτρολόγια Microsoft internet, 1 router SNC 10/100SW print server, 1 printer H. Packard πολυμηχάνημα, 1 printer H. Packard LaserJet 1000, 2 case midi ATX P4, 2 power supply (τροφοδοτικό) 250w, 2 motherboard Intel desktop board, 1 επεξεργαστή (cpu Intel c) , 1 επεξεργαστή (cpu), 2 fan cooler Pentium, 2 κάρτες οθόνης RIVA TNT2 AGP, 2 floppy disk drive 1, 44mb, 2 hard disk 20, 5Gb, 2 Cd-rom player, 2 πληκτρολόγια Microsoft internet, 2 monitor SVGA color 1 εκτυπωτή OKI Microline 521 Elite, 1 τεμάχιο Ορίζοντες - διαχείριση, 1 τεμάχιο Ορίζοντες -NG/Rep.Generator, 1 τεμάχιο Γενική Λογιστική, 10 μέτρα καλώδιο δικτύου UTP, 5 τεμάχιο Κανάλι Ηλεκτρ. Εγκατ. Λευκό 10, 3 πρίζες UTP εξωτερικές, 1 scanner plustek OPT1CPRO, 2 χιλιάδες φύλλα χαρτιού λευκού 11 χ 15 μηχανογραφικού] την 1-11-2001, στις 2-11-2001, στις 6-11-2001 και στις 16-11-2001, για τη μεταφορά του οποίου εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 4899/1-11-2001, 4900/1-11-2001, 4908/2-11-2001, 4919/6-11-2001 και 4950/16-11-2001 Τιμολόγια Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 1.367.620, 646.640, 252.755, 578.318, 132.986 δραχμών αντίστοιχα, να εκτελέσει εκεί εργασίες εγκατάστασης του εξοπλισμού αυτού συνολικής αξίας 118.000 δραχμών (για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 538/6-11-2001 και 538/16-11-2001 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσών 100.300 και 17.700 δραχμών αντίστοιχα), όπως και εγκατάστασης παροχής υπηρεσιών διαδικτύου (Internet) συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσού 106.200 δραχμών (για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. 537/2-11-2001 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών). Αποκόμισαν δε από αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού τριών εκατομμυρίων διακοσίων δύο χιλιάδων εννιακοσίων δεκαεννέα (3.202.519) δραχμών, που αντιστοιχούν σε εννιά χιλιάδες τριακόσια ενενήντα οκτώ ευρώ και σαράντα τέσσερα λεπτά (9.398,44 6), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ανωτέρω ..., καθόσον δεν καταβλήθηκε σε αυτόν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 3) Στην ... στις 26-10-2001, παραπλάνησαν τους αρμόδιους για πωλήσεις υπαλλήλους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΛΙΚΟΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην ..., στη Λεωφ. ..., και είναι παραγωγός και έμπορος ειδών βιομηχανικής συγκόλλησης (ηλεκτρόδια), και τους έπεισαν να ενεργήσουν έτσι ώστε η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία να πωλήσει στην παραπάνω εικονική τους εταιρεία ηλεκτρόδια (2.016 κιλά fin cord-in 2,50mm, 1.512 κιλά fin cord-m 3,25mm, 1.080 κιλά carbofil oerlikon Φ 1,00mm) συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας 2.307.089 δραχμών, τα οποίο παραδόθηκαν αυθημερόν στην αποθήκη που υπέδειξαν στην περιοχή του ..., συνταχθέντος σχετικά του υπ' αριθ. .../26-10-2001 δελτίου αποστολής - τιμολογίου πώλησης, ενώ εκμεταλλευόμενοι την ίδια ως άνω ήδη σχηματισθείσα πλάνη, έπεισαν τους ίδιους να ενεργήσουν έτσι ώστε η ίδια ανώνυμη εταιρεία να τους πωλήσει στις 2-11-2001 και άλλη ποσότητα ηλεκτροδίων (147 κιλά fincord-m 2,00mm) συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ,Π.Α., αξίας ποσού 129.575 δραχμών, που παραδόθηκαν στην ημέρα εκείνη στην ίδια αποθήκη που είχαν υποδείξει, συνταχθέντος σχετικά του υπ' αριθ. .../2-11-2001 δελτίου αποστολής - τιμολογίου πώλησης, αποκομίζοντας ως όφελος παράνομο την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των δύο εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα έξι χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων (2.436.664) δραχμών, που αντιστοιχούν σε επτά χιλιάδες εκατόν πενήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά (7.150,88 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΕΡΛΙΚΟΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και τους παραδόθηκαν. 4) Στην ... στις 26-10-2001, παραπλάνησαν τον ..., αρμόδιο για πωλήσεις υπάλληλο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ..., και εμπορεύεται βιομηχανικό εξοπλισμό, και τον έπεισαν να πωλήσει σ' αυτούς εμπορεύματα 12 ιμάντες με μάτια διπλούς Β2000 4 ΜΤΡ, 40 δέστρες συγκράτησης 20050 (1835) 9Μ, 80 γάντζους 01204, 1 αρπαγή μεταλλική VLF 05 600, 4 τεμάχια συρματόσχοινο Φ 28 4 ΜΤΡ, 8 ναυτικά κλειδιά τεστ Ώ 6,5Τ, 8 ναυτικά κλειδιά τεστ Ω 8,5 Τ, 1 πιρούνι Secutex LG020220, 20 δέστρες συγκράτησης 20020ABS (1Β08) 9, 40 γάντζους 01204], για την αποστολή των οποίων εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 20107/16-11-2001, 20368/7-12-2001 και 20375/7-12-2001 Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 996.958, 348.100, 318.600 δραχμών αντίστοιχα, τα οποία παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους τα μεν αποσταλέντα στις 16-11-2001 στην υποδειχθείσα ως έδρα της "Χ3 ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", τα δε αποσταλέντα στις 7-12-2001 στην αποθήκη που υπέδειξαν στην περιοχή του ..., αποκομίζοντας ως παράνομο περιουσιακό όφελος την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ανερχόμενη σε ένα εκατομμύριο εξακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες εξακόσιες πενήντα οκτώ (1.663.658) δραχμές που αντιστοιχούν σε τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα δύο ευρώ και τριάντα τέσσερα λεπτά (4.882,34 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "... Ε.Π.Ε.", καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που τους πωλήθηκαν και παραδόθηκαν. Περαιτέρω, οι αυτοί ως άνω κατηγορούμενοι, προκειμένου να μη γίνουν αντιληπτοί από τις διωκτικές αρχές Αττικής, μετακίνησαν σκοπίμως το κέντρο εξακολούθησης της ως άνω εγκληματικής τους δραστηριότητας από την ... στην ..., εφαρμόζοντας κατά τα λοιπά τις ανωτέρω αναφερόμενες επιτυχείς απατηλές μεθοδεύσεις τους (σύσταση νέας εικονικής εταιρείας, μίσθωση χώρων, έναρξη επιτηδεύματος κ.λπ.). Ειδικότερα, στις 20.2.2002 ίδρυσαν την επίσης εικονική εταιρεία, με διαφορετική όμως της προηγουμένης επωνυμία για να μην κινούν υποψίες, ήτοι: την "Χ4 ΕΠΕ" και έδρα το ..., η οποία είχε ως υποτιθέμενο αντικείμενο εργασίας το χονδρικό εμπόριο τροφίμων -απορρυπαντικών-ελαιολάδου και τροφοδοσίας ξενοδοχείων. Ακόμα για την ολοκλήρωση του εγκληματικού τους σχεδίου, επινόησαν και ενέταξαν στην εγκληματική τους ομάδα και τον συγκατηγορούμενό τους Χ5, η συγκλίνουσα δράση του οποίου συνίστατο, στο ότι αυτός ανέλαβε να λειτουργήσει εικονικά στην ... και επί της οδού ..., πρακτορείο μεταφορών, με απώτερο όμως σκοπό να παραπλανά τους διάφορους προμηθευτές και του παραδίδουν τα εμπορεύματα που κάθε φορά παρήγγειλε τηλεφωνικά ο συγκατηγορούμενος του Χ1, μετερχόμενος σε αυτή τη φάση το ψευδώνυμο "Χ1-Α", τα οποία αμέσως μετά εκείνος μετέφερε προς απόκρυψη και εξασφάλιση στην αποθήκη τους στην ... Προσθέτως, σε όσες περιπτώσεις oι παθόντες συμφωνούσαν να παραδώσουν σ' αυτόν τις παραγγελίες υπό την προϋπόθεση αντικαταβολής του τιμήματος, προέβαινε προς αυτούς εν γνώσει της αναληθείας σε εξακολουθητικές ψευδείς διαβεβαιώσεις, ότι "το πρακτορείο του'' αναλαμβάνει την εξόφληση, με αποτέλεσμα να τους πείθει σε πράξη, (παράδοση - αγαθών), χωρίς ποτέ βεβαίως να καταβάλλει το τίμημα τους, αφού στην ουσία είχε μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορούμενους του ειλημμένη τη βούληση μη εκπλήρωσης της εν λόγω υποχρέωσης. Με τον ως άνω δε απατηλό τρόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 8.4.2002 έως 20.4.2002, έπεισαν τους κατωτέρω αναφερόμενους επαγγελματίες να τους παραδώσουν τα παρακάτω αναφερόμενα εμπορεύματά τους, την αξία των οποίων ωφελήθηκαν παράνομα, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των παθόντων. Ήτοι: 5) Στις 8-4-2002 τον ... που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ... στον ..., και εμπορεύεται έπιπλα και ηλεκτρικά είδη, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει και παραδώσει στο παραπάνω εικονικό πρακτορείο ηλεκτρονικά είδη (2 εκτυπωτές OKI microline 32, 3 πλήρη συστήματα Ρ4 - 1,6 MHz, 3 οθόνες Samsung SM7535T, και 15 W Tomson έγχρωμα), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 346 και 347/19-4-2002 Δελτία Αποστολής - Τιμολόγια, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 2.181,70 και 5.062,35 ευρώ αντίστοιχα, με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία στις 30-4-2002 από το γραφείο του Χ5, αποκομίζοντας έτσι περιουσιακό παράνομο όφελος συνολικού ποσού επτά χιλιάδων διακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και πέντε λεπτών (7.244,05 €), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 6) Στις 9-4-2002 το ... που διατηρεί ατομική επιχείρηση ειδών θέρμανσης και κλιματισμού στη Λεωφ. ... στο ..., τον οποίο έπεισαν να πωλήσει πέντε (5) ηλιακούς θερμοσίφωνες 200 λίτρων εργοστασίου κατασκευής "ΜΑΛΤΕΖΟΣ" με τα παρελκόμενα αυτών, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 1557 και 1558/12-4-2002. Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 6.400,00 ευρώ, με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους τραπεζικά μέχρι τις 30-4-2002, αποκομίζοντας περιουσιακό όφελος συνοδικού ποσού έξι χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (6.400,00 €), με ισόποση βλάβη της περιουσίας του ανωτέρω, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 7) Στις 10-4-2002 τον ..., που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην οδό ... στο ..., και εμπορεύεται εξαρτήματα αλουμινίου και σιδήρου και ηλεκτρικά εργαλεία, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει διάφορα μηχανήματα και εργαλεία 3 δράπανα BOSCH MINI Δ/Αρ. Ηλ/κα, 5 δράπανα ΜΑΚΙΤΑ ΑΥΤ. ΤΣΟΚ, 4 δράπανα BOSCH GBM 13RE μπλε, 4 δράπανα BOSCH κρουσ. 13mm 600w, 5 τροχούς BOSCH 20 - 230 6500, 1 κρουστικό BOSCH σκαπ. 4KG SDS MAX GSH, 1 μετρητή αποστ . BOSCH DLE, 1 δράπανο ΜΑΚΙΤΑ ΜΠΑΤ. 12V 2 ΜΠΑΤ. 2.6 AM., 1 σκαπτικό ΜΑΚΙΤΑ 9,3 KG 1450W SDS, 3 παλετοφόρα 2,5 τόνων Durolift 43803, 3 μπαλαντέζες 30 3 Χ 2,5, 2 μπαλαντέζες 50μ 3X2 1/2, 1 γεννήτρια 5500 KVA 220/9HP 6,6 KW, 3 εργαλειοθήκες Ν 530 Χ 20 Χ 20, 1 δράπανο ΜΑΚΙΤΑ ΚΡ. 12mm ΚΑΣ/ΝΑ (8450ΚΒ2), 5 βελόνια BOSCH για SDS MAX 400mm, 5 καλέμια BOSCH για SDSMAX 400mm, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 332/12-4-2002 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 6.388,00 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορουμένου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους τραπεζικά εντός μηνός από την αποστολή τους, αποκομίζοντας ως παράνομο όφελος την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού έξι χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ (6.388,00 €), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της ανωτέρω εταιρείας, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 8) Στις 13-4-2002 τον ..., που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΠΑΓΩΝΗΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... στην ..., και εμπορεύεται είδη υγιεινής, πλακίδια τοίχου και δαπέδου, έπιπλα μπάνιου, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει διάφορα είδη (15 λεκάνες ΧΠ ΠΣ "STELLA" λευκές, 15 νιπτήρες. 50 Χ 42 "STELLA", 15 AQUA πλαστικά λευκά, 15 καλύμματα λεκάνης πλαστικά λευκό Νο1 15 μπαταρίες λουτρού Α/Β ASTRO-MIX, 15 μπαταρίες - νιπτήρα Α/Β ASTRO-15 ντουζιέρες 70 Χ 70 λευκές Α, 15 σαπουνοθήκες THNOS ΧΡΩΜΕ, χαρτοθήκες ΤΗΝΟΣ ΧΡΩΜΕ, 15 άγγιστρα ΤΗΝΟΣ ΧΡΩΜΕ, 15 σιφώνια σπιράλ νιπτήρος ΧΒ11/4 Φ32, 15 βαλβίδες νιπτήρος απλές Ι''/4, 15 στηρίγματα νιπτήρας L-120, 15 βαλβίδες ντουζιέρας Γ.Ρ. 1''1/2, 4 παλέτες), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../15-4-2002 Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 3.047,15 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή κατά την παράδοση τους, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού τριών χιλιάδων σαράντα επτά ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (3.047,15 €), με ισόποση βλάβη της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 9) Στις 14-4-2002 το ... που διατηρεί ατομική επιχείρηση ηλεκτρικών ειδών στη Λεωφ. ...στην ..., τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει ένα (1) videoset DPV 4KE/D11 και. τέσσερα (4) Monitor DPV 4KE, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 2716/15-4-2002 Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 1.038,88 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε ο πωλητής εντός 15 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από τo γραφείο μεταφορών του Χ5, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού χιλίων τριάντα οκτώ ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (1.038,88 €) με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εταιρείας, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 10) Στις 14-4-2002 τον ..., που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ..., με αντικείμενο τον εξοπλισμό ξενοδοχείων - εστιατορίων κ.λ.π., τον οποίο έπεισαν, να τους πωλήσει ξενοδοχειακό εξοπλισμό, και ειδικότερα μία (1) μηχανή espresso δίπλ. ηλεκτρον. Astoria, έναν (1) αποσκληρυντή και μία (1) παγομηχανή ITV/EUROICE 50), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 4426/16-4-2Ο02 Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 3.480,00 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία εντός 15- 30 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, αποκομίζοντας ως παράνομο περιουσιακό όφελος την αξία των ειδών ποσού τριών χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ (3.488,00 €), σε αντίστοιχη βλάβη της εταιρείας, καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 11) Στις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2002 και σε κάθε περίπτωση το αργότερο στις 15-4-2002, τους αρμοδίους για πωλήσεις υπαλλήλους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.Ε.Β.Ε.", η οποία εδρεύει στην οδό ... στην ... και εμπορεύεται ηλεκτρονικούς υπολογιστές και συναφή είδη, τους οποίους έπεισε να τους πωλήσει διάφορα εμπορεύματα (4 τεμάχια CPU INTEL P4 1,96 GB, 4 τεμάχια MEM DIM 255/133, 4 τεμάχια HD WD 40GB 7200, 4 τεμάχια MODEM CRYPTO BEST 56 Κ PCI, 4 τεμάχια VGA TNT2 32MB, 3 τεμάχια DVD SAMSUNG 15X, 4 τεμάχια GDRW BTC 24x10x40 R, 4 τεμάχια MON17 Q AS1770, 4 τεμάχια ΚΕΥΒ MS INTERNET+MOUSE, 4 τεμάχια WIN MS WINDOWS XP HOME DSP, 4 τεμάχια SPEAK SPEAKERS 160W, 4 τεμάχια MB QDI PLATINIX 2-1 478 DIMM, 4 τεμάχια FDD DRIVE 1,44, 4 τεμάχια OASE LINE CG P4 300W, 4 τεμάχια MOUSE PAD, 4 τεμάχια εγχειριδίων χρήσης LINE COMPUTER, 1 τεμάχιο CDRW SONY 24x10x40 R), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../15-4-2002 Τιμολόγιο Πώλησης - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 5.106,00 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή κατά την παράδοση τους, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος ήτοι την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού πέντε χιλιάδων εκατόν έξι ευρώ (5.106,00 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.Ε.Β.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 12) Στις 15-4-2002 το ..., αρμόδιο για πωλήσεις υπάλληλο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... -... Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην οδό ... στην περιοχή ... και εμπορεύεται ορυκτέλαια -λιπαντικά αυτοκινήτων, βιομηχανίας και θαλάσσης, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει, διάφορα ορυκτέλαια (50 δοχεία VANCh Ε 6 15/40 και- 30 δοχεία HLP ΗΜ 68), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 8102/19-4-2002 Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Πώλησης, συνολικού, περιλαμβα-νομένου του Φ.Π.Α., ποσού 4.684,44 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου του Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία εντός 15 - 30 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος ήτοι την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (4.684,44 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "... - ... 0.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 13) Στις 15-4-2002 τον ..., αρμόδιo για πωλήσεις υπάλληλο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΕΚΑ Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη ... στο ... και εμπορεύεται μεταξύ άλλων λιπαντικά, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει, πενήντα (50) δοχεία λιπαντικά HYDRA (Η.P. ISO 68) και εκατό (100) δοχεία λιπαντικά BEGINA (15W/40), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../18-4-2002 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 4.518,81 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία εντός 15 - 30 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, με αποτέλεσμα, όπως και σκόπευαν, να αποκομίσουν ως όφελος από κοινού με τους συγκατηγορούμενους του την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ήτοι περιουσιακό όφελος ποσού τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.518,81 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΕΤΕΚΑ Α.Ε. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 14) Εντός του πρώτου εικοσαημέρου του μηνός Απριλίου του έτους 2002, τον ..., αντιπρόεδρο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εμπορεύεται γαλακτοκομικά προϊόντα, τον οποίο έπεισαν ώστε η προαναφερόμενη εταιρεία να τους πωλήσει εξήντα οκτώ (68) δοχεία μεγάλα φέτα ημερομηνίας παραγωγής Φεβρουαρίου 2002 και σαράντα (40) τεμάχια γραβιέρας πρόβειας ημερομηνίας παραγωγής Οκτωβρίου 2001, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../22-4-2002 Τιμολόγιο Πώλησης - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 7.853,30 ευρώ, τα οποίο είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί τραπεζικά το τίμημα τους την επόμενη ημέρα από την παράδοση τους στη παραπάνω μεταφορική εταιρεία, με αποτέλεσμα, όπως και σκόπευαν, να αποκομίσουν ως όφελος από κοινού, την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ήτοι περιουσιακό όφελος ποσού επτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και τριάντα λεπτών (7.853,30 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 15) Στις 9-4-2002 τους αρμόδιους για πωλήσεις υπαλλήλους της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΣΠΑΝΕΛΑΪ Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ..., και εμπορεύεται βιομηχανικό εξοπλισμό, τους οποίους έπεισαν ώστε η προαναφερόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης να τους πωλήσει, εμπορεύματα [100 δέστρες συγκράτησης 20050 (1S35) 9 Μ, 200 γάντζους 01204 και 1 ζυγό tractel LLX5 T], για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../17-4-2002 Τιμολόγιο - Δελτία Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 6.816,86 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Ο.Ε." στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή μετρητοίς κατά την παράδοση τους, χωρίς, όμως, να βλάψουν τελικά την περιουσία της προαναφερόμενης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, όπως και σκόπευαν, προκειμένου να αποκομίσουν ως όφελος από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του, την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ήτοι περιουσιακό όφελος ποσού έξι χιλιάδων οκτακοσίων δεκαέξι ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (6.816,86 €) , καθώς παρά την αρχή εκτέλεσης της βλαπτικής για την περιουσία της "... Ε.Π.Ε." συμπεριφοράς τους, αυτή δεν ολοκληρώθηκε όχι από τη δική τους βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, αφού η εν λόγω εταιρεία δεν απέστειλε τα πωληθέντα είδη με την εταιρεία μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, αλλά με άλλη μεταφορική εταιρεία. Από δε την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της και συγκεκριμένα τη σύσταση δύο εικονικών εταιρειών σε διαφορετικά μάλιστα μέρη της χώρας που απείχαν αρκετά μεταξύ τους με υποτιθέμενο σκοπό την αγορά και μεταπώληση διαφόρων ειδών εμπορευμάτων, την μίσθωση χώρων γραφείων και αποθηκών για την εμφάνιση προς τα έξω εικόνας επιχειρήσεων που λειτουργούν στην αγορά και παρουσιάζουν οικονομική δυναμική, τη δημιουργία επίσης προς υποβοήθηση του εγκληματικού τους έργου εικονικού γραφείου μεταφορών στην ... με υπεύθυνο τον προαναφερόμενο Χ5, την έκδοση ικανού αριθμού εικονικών τιμολογίων, σε συνδυασμό τη συλλογική τους δράση η οποία εκδηλώνονταν με την ένταξη των ατομικών ενεργειών στην κοινή επιχείρηση εγκληματικών πράξεων, τη διάρκεια της εγκληματικής τους δράσης και το επιδιωκόμενο όφελος, προκύπτει αναμφίβολα σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενώ από την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά τους (επιμέρους πράξεις υπό στοιχεία 1-14) το συνολικό όφελος, που αποκόμισαν (πλην του εξ αυτών Χ5 για τον οποίο παρακάτω λόγος), υπερέβαινε το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των εβδομήντα δύο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (72.667,64 €), με ισόποση συνολική ζημία των υπό στοιχεία 1-14 ανωτέρω παθόντων, ενώ, με συνυπολογισμό και του ποσού των 6.816,86 ευρώ, κατά το οποίο, παρά την επιδίωξη τους, δεν αποκόμισαν τελικά όφελος από τον υπό στοιχείο 15 ανωτέρω παθόντα, αποσκοπούσαν στο να αποκομίσουν το συνολικό ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (79.484,50 €), και να προκαλέσουν ισόποση συνολική ζημία στους υπό στοιχεία 1-15 ανωτέρω παθόντες. Όσον δε αφορά τον συγκατηγορούμενό τους Χ5, επειδή αυτός ενέχεται στις υπό στοιχεία 5-15 επιμέρους πράξεις, το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου που αποκόμισε από αυτές από κοινού με τους άλλους, με αντίστοιχη ζημία των παθόντων, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχεται σε 49.768,64 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, και ενόψει του ότι η παραλλαγή του βαθμού συμμετοχής στην αξιόποινη πράξη δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, ως τη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, θα πρέπει αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής απάτης να μεταρρυθμιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να μεταβληθεί η κατηγορία από ηθική αυτουργία και απλή συνέργεια σ' αυτή που αποδόθηκε στους εξ αυτών: Χ2, Χ3, Χ4 (η πρώτη) και Χ5 (η δεύτερη) καθώς και από απλή αυτουργία που αποδόθηκε στον Χ1, σε κατά συναυτουργία (ή από κοινού) απάτη κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένη και σε απόπειρα) από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (45, 42, 98, 386 παρ. 1-3 εδ. α ΠΚ). Διότι, υπήρξε από μέρους απάντων των ανωτέρω δραστών συναπόφαση και συνεκτέλεση του διωκομένου εγκλήματος, συνιστάμενη, αφενός μεν, στο ότι ο καθένας από αυτούς (συναυτουργούς) ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου ποινικού αδικήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του αυτού εγκλήματος (κοινός δόλος, Α.Π. 2153/2006, ΠΧΝΖ' 843) και αφετέρου, στο ότι άπαντες συνέπραξαν άμεσα με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις ταυτόχρονες και διαδοχικές, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας εκτιθέμενα, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του κάθε δράστη (Α.Π. 164/2006, ΠΧΝΖ', 732). Τέλος, και σε σχέση με τους στην έκθεση εφέσεως προβαλλόμενους ισχυρισμούς του εκ των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1, ότι στη δικογραφία απαραδέκτως ευρίσκεται μεταξύ των εγγράφων και η από 20.5.2002 ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον των προανακριτικών αρχών, ενώ επεβάλλετο η αφαίρεσή της και η παραμονή στο αρχείο της εισαγγελίας μη δυναμένη να ληφθεί υπόψη, ότι περαιτέρω, αυτός ήταν απλά εργαζόμενος με μισθό 250.000 δρχ. στον Χ3 και ουδεμία άλλη ανάμειξη είχε, ότι οι μάρτυρες παθόντες πουθενά δεν αναφέρουν ότι παρέστησε ψευδώς σ' αυτούς ότι η εταιρεία ήταν φερέγγυα και λειτουργούσε κανονικά, ότι προσθέτως στις υπό στοιχεία 5-15 επί μέρους πράξεις οι μάρτυρες κατονομάζουν ως άτομο με το οποίο ήλθαν σε επαφή τον "Χ1-Α" που έκανε τις παραγγελίες και τους υποδείκνυε το πρακτορείο του Χ5, ενώ αυτός ουδεμία είχε ανάμειξη, ότι σε κάθε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υφίσταται μορφή απάτης και επειδή η αξία του αντικειμένου της κάθε μιας επιμέρους πράξης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος δεν ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ, φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και επομένως παρελθούσης πενταετίας από της τελέσεως τους έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρ. 111 παρ. 3 ΠΚ, παρατηρητέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την νεότερη νομολογία του ακυρωτικού (Α.Π. 1336/2006, ΝοΒ 55, (2007), 173), απόλυτη ακυρότητα ιδρύει, η σε βάρος του κατηγορουμένου και προς θεμελίωση της ενοχής του ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση της δοθείσας στην αυτεπάγγελτη προανάκριση ανωμοτί κατάθεση του, και όχι η ύπαρξη της στη δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο, εφόσον η κατάθεση αυτή όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται, ως εν προκειμένω συμβαίνει, ουδόλως επηρεάζει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, οι επί της ουσίας της υποθέσεως ισχυρισμοί του εκκαλούντος, ουδόλως ευσταθούν, διότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος δεν ήταν απλώς υπάλληλος των ως άνω εικονικών εταιρειών, ως έωλα και αναπόδεικτα υποστηρίζει, αλλά κυρίαρχο πρόσωπο της όλης υπόθεσης. Ήταν αυτός που από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του επινόησε, σχεδίασε, οργάνωσε και εκτέλεσε με αριστοτεχνικό τρόπο προαναφερόμενο έγκλημα της κακουργηματικής απάτης. Ήταν αυτός που με κοινή απόφαση όλων (Ολ. ΑΠ 50/1990, ο.π.), ανέλαβε τον πρωτεύοντα ρόλο να εμφανίζεται στους παθόντες με τα διάφορα ψευδώνυμα που αναφέρθηκαν (Χ1-Β ή Χ1-Γ στην ... και Χ1-Α στην ...) και να τους παριστάνει ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, ότι εκπροσωπεί είτε τη μια είτε την άλλη εταιρεία αποκρύπτοντας τους ότι αυτές ήταν εικονικές και ουδεμία είχαν οικονομική συναλλαγή ή πολύ περισσότερο Οικονομική φερεγγυότητα, με αποτέλεσμα να τους δημιουργεί την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων, ενώ είχαν ήδη ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσουν την υποχρέωση τους, και να τους παραπλανά έτσι σε πράξη, ήτοι στην πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων τους, την αξία των οποίων από κοινού ωφελούντο σε βλάβη της περιουσίας των τελευταίων. Τέλος, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναλύθηκαν, η διωκόμενη πράξη φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος και όχι πλημμελήματος, όπως Ο εκκαλών εσφαλμένα διατείνεται. Διότι οι δράστες ενήργησαν κατ' επάγγελμα και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που από κοινού επεδίωξαν με αντίστοιχη ζημία των παθόντων είναι, ως λεπτομερώς εκτέθηκε, μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ. Η από μέρους τούτου παρατιθέμενη νομική σκέψη, αφορά το ζήτημα του αν και κατά πόσον oι επί μέρους πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικά και πάντως προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, διατηρούν και υπό το νέο νομικό καθεστώς (386 παρ. 3 ως αντικ. με άρ. 14 παρ. 4Ν. 2721/1999), τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, το οποίο όμως έλυσε καταφατικά υπέρ της ως άνω απόψεως (και αντίθετα με τη γνώμη του εκκαλούντος) η Ολομέλεια του ακυρωτικού με την υπ. αριθμ. 5/2008 απόφαση της (ΠΧ ΝΗ' (2008), 508), με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως τους (Ολ. ΑΠ 5/2008, ο.π.). Τέτοιο όμως ζήτημα δεν τίθεται εν προκειμένω, γιατί η πράξη για την οποία κατηγορείται αυτός με τους συγκατηγορουμένους του ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της ισχύος του Ν. 2721/1999, ήτοι στο από μηνός Σεπτ. 2001 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, οπότε λαμβάνεται, ως ελέχθη, υπόψη το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που σκόπευαν, τα οποία υπερβαίνουν το παραπάνω ποσό των 15.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας διά της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Ο επικαλούμενος δε περαιτέρω λόγος αναίρεσης της απόλυτης ακυρότητας, στηριζόμενος στο γεγονός ότι παρέμεινε στο φάκελο της δικογραφίας μεταξύ των εγγράφων και η από 20-5-2002 ανωμοτί εξέταση του αναιρεσείοντος ενώπιον των προανακριτικών Αρχών, ενώ επιβαλλόταν η αφαίρεσή της, είναι αβάσιμοι, διότι τέτοιον λόγο στηρίζει η ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση της κατάθεσης αυτής και όχι η απλή ύπαρξή της στη δικογραφία η οποία δεν επηρεάζει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα (ΑΠ 1336/2006 ΝΟΒ 55, (2007), 173). Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου σας, διότι με την αναίρεσή του, την έφεσή του που προηγήθηκε όπως και με την απολογία του ενώπιον του Τακτικού Ανακριτού που διερεύνησε την υπόθεση, πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθ. 29/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ' αριθ. 17/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. 2) Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου σας και 3) Να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 18 - 8 - 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως πραγματοποιήσεως ή μη του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη που είχε ειλημμένη την απόφαση να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με αρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. (5.000.000 δρχ.). Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του ως άνω εγκλήματος, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και επί διαπράξεως τούτου κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή ομοειδούς πραγματικής συρροής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο ''από κοινού'' νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει και τη δική του δράση με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη της εκτέλεσης της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση ή το βούλευμα οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Η παραλλαγή δε του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα αποτελεί επιτρεπόμενο ακριβέστερο χαρακτηρισμό της πράξεως και όχι ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, με συνέπεια να είναι επιτρεπτή η βελτίωση αυτής από τη μορφή της ηθικής αυτουργίας ή απλής συνέργειας σε εκείνη της κατά συναυτουργία τέλεσης της πράξης. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστική ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 17/2009 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα εξής: "από την κυρία ανάκριση, η οποία διενεργήθηκε από τον Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και περατώθηκε σύμφωνα, με τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 1α και 308 παρ. 4 ΚΠΔ, ήτοι με τη λήψη της απολογίας των εκ των κατηγορουμένων Χ1, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και την έκδοση ενταλμάτων συλλήψεως σε βάρος των λοιπών, δηλαδή των: Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 (αρ. 270 παρ. 2 και 276 του ΚΠΔ) και ειδικότερα από ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις (εκτός της από 23.6.2002 προανακριτικής του μετέπειτα καταστάντος κατηγορουμένου Χ5 και της ομοίας από 20.5.2002 του ΔΔ), τα έγγραφα δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα συνημμένα σ' αυτές υπομνήματα, προκύπτουν τα εξής: Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001, ο εκ των κατηγορουμένων και εκκαλούντων Χ1 γνωρίστηκε στην ... με τους συγκατηγορουμένους του Κυπρίους υπηκόους Χ2, Χ3, και Χ4, και από κοινού αποφάσισαν να διαπράξουν το έγκλημα της απάτης κατ' εξακολούθηση, υπό τις επιβαρυντικές μάλιστα περιστάσεις της κατ' επάγγελμα τέλεσής του, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει συνολικά τα 15.000 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας διαφόρων επαγγελματιών και επιχειρηματιών, εντός ή εκτός Αττικής ευρισκομένων. Για να γίνουν όμως ευκολότερα πειστικοί στις ψευδείς τους διαβεβαιώσεις και παραστάσεις και επιτύχουν την παραπλάνηση όσο δυνατόν περισσότερων ατόμων, επινόησαν αρχικά να συστήσουν στις 24.9.2001 μια εικονική εταιρεία με την επωνυμία "Χ3 ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." και έδρα τις ... (οδός ...) που θα είχε ως αντικείμενο χωματουργικές δήθεν και οικοδομικές εργασίες. Παράλληλα, και για τον ίδιο σκοπό, ήτοι να εμφανίζουν προς τα έξω την πεπλανημένη εντύπωση ότι η εταιρεία λειτουργεί κανονικά και έχει εμφανή οικονομική δραστηριότητα, μίσθωσαν επί της ως άνω οδού ένα ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας της ..., καθώς και μία αποθήκη ιδιοκτησίας ... στην Νέα ... Εν συνεχεία, ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος Χ1 , τελώντας σε συνεννόηση και κοινό δόλο με τους λοιπούς, ανέλαβε τον ρόλο να εμφανίζεται σε διάφορους επαγγελματίες της ευρύτερης περιοχής, μετερχόμενος άλλοτε μεν το ψευδώνυμο "Χ1-Β'' και άλλοτε "Χ1-Γ'' και να παριστάνει εξακολουθητικά σ' αυτούς εν γνώσει του ψευδή γεγονότα σαν αληθινά, ότι δηλαδή εκπροσωπεί την ανωτέρω εταιρεία, η οποία είναι φερέγγυα και λειτουργεί κανονικά, ενώ στην πραγματικότητα ουδεμία φερεγγυότητα είχε, γιατί ήταν, ως ελέχθη, εικονική και δεν συναλλασσόταν πραγματικά με το κοινό, και τους έπειθε σε πράξη και συγκεκριμένα στο να πωλήσουν σ' αυτούς διάφορα εμπορεύματα των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, με πίστωση του τιμήματος, το οποίο όμως ουδέποτε κατέβαλλαν ή σε ελάχιστες των περιπτώσεων κατέβαλλαν αρχικά μικρό ποσό με στόχο να αποσπάσουν και τα υπόλοιπα προϊόντα, καθόσον, είχαν απαρχής ειλημμένη την πρόθεση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσής τους. Με τις ως άνω δε ψευδείς παραστάσεις, παρέπεισαν τους πιο κάτω αναφερόμενους επιχειρηματίες και κατά τους πιο αναλυτικά αναφερόμενους τόπους και χρόνους, στο να τους παραδώσουν τα παρακάτω περιγραφόμενα αγαθά που ακολούθως μετέφεραν στην αποθήκη που μίσθωσαν, την αξία των οποίων ωφελήθηκαν παράνομα, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των τελευταίων. Ειδικότερα: 1) Στις ... εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2001, παραπλάνησαν το ..., που διατηρεί μαζί με τη σύζυγό του έκθεση επίπλων στην οδό ... στις ..., και τον έπεισαν να τους πωλήσει έπιπλα γραφείου (1 συρταριέρα, 2 καρέκλες γραφείου, 1 ντουλάπα, 1 ερμαριέρα, 1 στήλη βιβλιοθήκη, 1 γραφείο 1,60, 1 γωνία, 6 πολυθρόνες επισκεπτών, γραφείο κομπιούτερ, 1 τραπέζι συνεδριάσεων, 1 τραπέζι αναμονής) συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσού 850.000 δραχμών, τα οποία εκείνος τους παρέδωσε στην παραπάνω διεύθυνση που του υπέδειξαν, συνταχθέντων σχετικά των υπ' αριθ. 17/19-10-2001 και 18/23-10-2001 δελτίων αποστολής - τιμολογίων, αξίας 710.000 και 140.000 δραχμών αντίστοιχα, αποκομίζοντας ως παράνομο περιουσιακό όφελος μέρος της αξίας των ειδών που αγοράστηκαν και συγκεκριμένα το ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, που αντιστοιχούν σε χίλια τετρακόσια εξήντα επτά ευρώ και τριάντα πέντε λεπτά (1.467,35€), με ισόποση βλάβη της περιουσίας του ..., καθόσον κατέβαλαν στον εξαπατηθέντα συνολικό ποσό 350.000 δραχμών, αλλά όχι το αμέσως προαναφερόμενο υπόλοιπο μέρος του τιμήματος της πώλησης, ενώ τα υπόψη πωληθέντα υπό τον όρο παρακράτησης κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος κινητά δεν επέστρεψαν. 2) Στις ... εντός του δευτέρου δεκαπενθημέρου του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2001, παραπλάνησαν τον ..., που διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εισαγωγές αντιπροσωπείες συστημάτων υψηλής τεχνολογίας, πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών στην οδό ... στις ..., και τον έπεισαν να πωλήσει στην προαναφερόμενη εικονική Ε.Π.Ε. εξοπλισμό μηχανο-γράφησης όπως και αναλάβει την εγκατάστασή του στην έδρα της, με αποτέλεσμα αυτός να παραδώσει εκεί εξοπλισμό μηχανογράφησης [2 case midi ΆΤΧ Ρ4, 2 motherboard Intel P4 D850 GBC, 2 επεξεργαστές (cpu) P4 l, 66Ghz, 2 fan cabler Pentium, 2 floppy disk drive 1,44 mb, 2 cd-rora. player, 2 hard disk, 2 κάρτες οθόνης Riva TNT2 AGP, 2 τεμάχια μνήμη DIMM 256mb 133Mhz Grand, 2 monitor SVGA17 color L/R, δύο πληκτρολόγια Microsoft internet, 1 router SNC 10/100SW printserver, 1 printer H. Packard πολυμηχάνημα, 1 printer H. Packard LaserJet 1000, 2 case midi ATX P4, 2 power supply (τροφοδοτικό) 250w, 2 motherboard Intel desktop board, 1 επεξεργαστή (cpu Intel c), 1 επεξεργαστή, (cpu), 2 fan cooler Pentiuin, 2 κάρτες οθόνης RIVA TNT2AGPf 2 floppy disk drive 1, 44mb, 2 hard disk 20, 5Gb, 2 cd-rom player, 2 πληκτρολόγια Microsoft internet, 2 monitor SVGA color 15'', 1 εκτυπωτή OKI Microline 521 Elite, 1 τεμάχιο Ορίζοντες - NG/Εμπορική διαχείριση, 1 τεμάχιο Ορίζοντες-NG/Rep. Generator, 1 τεμάχιο Def Γενική Λογιστική, 10 μέτρα καλώδιο δικτύου ΟΤΡ, 5 τεμάχια Κανάλι Ηλεκτρ. Εγκατ. Λευκό 10, 3 πρίζες UTP εξωτερικές, 1 scanner plustek .OPT1CPRQ, 2 χιλιάδες φύλλα χαρτιού λευκού 11 χ 15 μηχανογραφικού] την 1-11-2001, στις 2-11-2001, στις 6-11-2001 και στις 16-11-2001, για τη μεταφορά του οποίου εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 4899/1-11-2001, 4900/1-11-2001, 4908/2-11-2001, 4919/6-11-2001 και 4950/16-11-2001 Τιμολόγια -Δελτία Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 1.367.620, 646.640, 252.755, 578.318, 132.986 δραχμών αντίστοιχα, να εκτελέσει εκεί εργασίες εγκατάστασης του εξοπλισμού αυτού, συνολικής αξίας 118.000 δραχμών (για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 538/6-11-2001 και 538/16-11-2001 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσών 100.300 και 17.700 δραχμών, αντίστοιχα), όπως και εγκατάστασης παροχής υπηρεσιών διαδικτύου (Internet), συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσού 106.200 δραχμών (για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. 537/2-11-2001 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών). Αποκόμισαν δε από αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού τριών εκατομμυρίων διακοσίων δύο χιλιάδων εννιακοσίων δεκαεννέα (3.202.519) δραχμών, που αντιστοιχούν σε εννιά χιλιάδες τριακόσια ενενήντα οκτώ ευρώ και σαράντα τέσσερα λεπτά (9.398,44 €), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του ανωτέρω ..., καθόσον δεν καταβλήθηκε σε αυτόν κανένα μέρος από την αξία των, προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 3) Στην ... στις 26-10-2001, παραπλάνησαν τους αρμόδιους για πωλήσεις υπαλλήλους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΛΙΚΟΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην ... , στη Λεωφ. ..., και είναι παραγωγός και έμπορος ειδών βιομηχανικής συγκόλλησης (ηλεκτρόδια), και τους έπεισαν να ενεργήσουν έτσι ώστε η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία να πωλήσει στην παραπάνω εικονική τους εταιρεία ηλεκτρόδια (2.016 κιλά fin cord-in 2, 50mm, 1.512 κιλά fin cord-m 3, 25mm, 1.080 κιλά carbofil oerlikon Φ 1,00 ram), συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας 2.307.089 δραχμών, τα οποία παραδόθηκαν αυθημερόν στην αποθήκη που υπέδειξαν στην περιοχή του ..., συνταχθέντος σχετικά του υπ' αριθ. .../26-10-2001 δελτίου αποστολής - τιμολογίου πώλησης, ενώ εκμεταλλευόμενοι την ίδια ως άνω ήδη σχηματισθείσα πλάνη, έπεισαν τους ίδιους να ενεργήσουν έτσι ώστε η ίδια ανώνυμη εταιρεία να τους πωλήσει στις 2-11-2001 και άλλη ποσότητα ηλεκτροδίων (147 κιλά fincord-m 2,00mm) συνολικής, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., αξίας ποσού 129.575 δραχμών, που παραδόθηκαν στην ημέρα εκείνη στην ίδια αποθήκη που είχαν υποδείξει, συνταχθέντος σχετικά του υπ' αριθ. .../2-11-2001 δελτίου αποστολής - τιμολογίου πώλησης, αποκομίζοντας ως όφελος παράνομο την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ανερχόμενη στο συνολικό των δύο εκατομμυρίων τετρακοσίων τριάντα έξι χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων (2.436.664) δραχμών, που αντιστοιχούν σε επτά χιλιάδες εκατόν πενήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτά (7.150,88 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΕΡΛΙΚΟΝ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και τους παραδόθηκαν. 4) Στην ... στις 26-10-2001, παραπλάνησαν τον ..., αρμόδιο για πωλήσεις υπάλληλο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ..., και εμπορεύεται βιομηχανικό εξοπλισμό, και τον έπεισαν να πωλήσει σ' αυτούς εμπορεύματα [12 ιμάντες με μάτια διπλούς Β2000 4 ΜΤΡ, 40 δέστρες συγκράτησης 20050 (1835) 9Μ, 80 γάντζους 01204, 1 αρπαγή μεταλλική VLF 05 600, 4 τεμάχια συρματόσχοινο Φ 28 4 ΜΤΡ, 8 ναυτικά κλειδιά τεστ Ω 6,5Τ, 8 ναυτικά κλειδιά τεστ Ω 8,5 Τ, 1 πιρούνι Secutex LG020220, 20 δέστρες συγκράτησης 20020ABS (1808) 9,40 γάντζους 01204], για την αποστολή των οποίων εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 20107/16-11-2001, 20368/7-12-2001 και 20375/7-12-2001 Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 996.958, 348.100, 318.600 δραχμών αντίστοιχα, τα οποία παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους τα μεν αποσταλέντα στις 16-11-2001 στην υποδειχθείσα ως έδρα της "Χ3 ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", τα δε αποσταλέντα στις 7-12-2001 στην αποθήκη που υπέδειξαν στην περιοχή του ..., αποκομίζοντας ως παράνομο περιουσιακό όφελος την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ανερχόμενη σε ένα εκατομμύριο εξακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες εξακόσιες πενήντα οκτώ (1.663.658) δραχμές που αντιστοιχούν σε τέσσερις χιλιάδες οκτακόσια ογδόντα δύο ευρώ και τριάντα τέσσερα λεπτά (4.882,34 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "... Ε.Π.Ε.", καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που τους πωλήθηκαν και παραδόθηκαν. Περαιτέρω, οι αυτοί ως άνω κατηγορούμενοι, προκειμένου να μη γίνουν αντιληπτοί από τις διωκτικές αρχές Αττικής, μετακίνησαν σκοπίμως το κέντρο εξακολούθησης της ως άνω εγκληματικής τους δραστηριότητας από την ... στην ... , εφαρμόζοντας κατά τα λοιπά τις ανωτέρω αναφερόμενες επιτυχείς απατηλές μεθοδεύσεις τους (σύσταση νέας εικονικής εταιρείας, μίσθωση χώρων, έναρξη επιτηδεύματος κ.λπ.). Ειδικότερα, στις 20.2.2002 ίδρυσαν την επίσης εικονική εταιρεία, με διαφορετική όμως της προηγουμένης επωνυμία για να μην κινούν υποψίες, ήτοι: την ''Χ4 ΕΠΕ'' και έδρα το ..., η οποία είχε ως υποτιθέμενο αντικείμενο εργασίας το χονδρικό εμπόριο τροφίμων -απορρυπαντικών-ελαιολάδου και τροφοδοσίας ξενοδοχείων. Ακόμα για την ολοκλήρωση του εγκληματικού τους σχεδίου, επινόησαν και ενέταξαν στην εγκληματική τους ομάδα και τον συγκατηγορούμενό τους Χ5, η συγκλίνουσα δράση του οποίου συνίστατο, στο ότι αυτός ανέλαβε να λειτουργήσει εικονικά στην ... και της επί της οδού ..., πρακτορείο μεταφορών, με απώτερο όμως σκοπό να παραπλανά τους διάφορους προμηθευτές και του παραδίδουν τα εμπορεύματα που κάθε φορά παρήγγειλε τηλεφωνικά ο συγκατηγορούμενός του Χ1, μετερχόμενος σε αυτή τη φάση το ψευδώνυμο "Χ1-Α", τα οποία αμέσως μετά εκείνος μετέφερε προς απόκρυψη και εξασφάλιση στην αποθήκη τους στην ... Προσθέτως, σε όσες περιπτώσεις οι παθόντες συμφωνούσαν να παραδώσουν σ' αυτόν τις παραγγελίες υπό την προϋπόθεση αντικαταβολής του τιμήματος, προέβαινε προς αυτούς εν γνώσει της αναληθείας σε εξακολουθητικές ψευδείς διαβεβαιώσεις, ότι "το πρακτορείο του" αναλαμβάνει την εξόφληση, με αποτέλεσμα να τους πείθει σε πράξη, (παράδοση αγαθών), χωρίς ποτέ βεβαίως να καταβάλλει το τίμημά τους, αφού στην ουσία είχε μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του ειλημμένη τη βούληση μη εκπλήρωσης της εν λόγω υποχρέωσης. Με τον ως άνω δε απατηλό τρόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 8.4.2002 έως 20.4.2002, έπεισαν τους κατωτέρω αναφερόμενους επαγγελματίες να τους παραδώσουν τα παρακάτω αναφερόμενα εμπορεύματά τους, την αξία των οποίων ωφελήθηκαν παράνομα, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των παθόντων. Ήτοι: Στις 8-4-2002 τον ... που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ... στον ..., και εμπορεύεται έπιπλα και ηλεκτρικά είδη, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει και παραδώσει στο παραπάνω εικονικό πρακτορείο ηλεκτρονικά είδη (2 εκτυπωτές OKI microline 32, 3 πλήρη συστήματα Ρ4 - 1,6 MHz, 3 οθόνες Samsung SM7535T, και 15 W Tomson έγχρωμα), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 346 και 347/19-4-2002 Δελτία Αποστολής - Τιμολόγια, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 2.181,70 και 5.062,35 ευρώ αντίστοιχα, με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία στις 30-4-2002 από το γραφείο του Χ5, αποκομίζοντας έτσι περιουσιακό παράνομο όφελος συνολικού ποσού επτά χιλιάδων διακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και πέντε λεπτών (7.244,05 €), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. Στις 9-4-2002 τον ..., που διατηρεί ατομική επιχείρηση ειδών θέρμανσης και κλιματισμού στη Λεωφ. ... στο ..., τον οποίο έπεισαν να πωλήσει πέντε (55 ηλιακούς θερμοσίφωνες 200 λίτρων εργοστασίου κατασκευής "ΜΑΛΤΕΖΟΣ" με τα παρελκόμενα αυτών, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. 1557 και 1558/12-4-2002 Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 6.400,00 ευρώ, με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους τραπεζικά μέχρι τις 30-4-2002, αποκομίζοντας περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού έξι χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ (6.400,00 €), με ισόποση βλάβη της περιουσίας του ανωτέρω, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 7) Στις 10-4-2002 τον ..., που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην οδό ... στο ..., και εμπορεύεται εξαρτήματα αλουμινίου και σιδήρου και ηλεκτρικά εργαλεία, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει διάφορα μηχανήματα και εργαλεία [3 δράπανα BOSCH MINI Δ/Αρ. Ηλ/κα, 5 δράπανα ΜΑΚΙΤΑ ΑΥΤ. ΤΣΟΚ, 4 δράπανα BOSCH GBM 13RE μπλε, 4 δράπανα BOSCH κρουσ. 13mm 600w, 5 τροχούς BOSCH 20 - 230 6500, 1 κρουστικό BOSCH σκαπ. 4KG SDS MAX GSH, 1 μετρητή αποστ. BOSCH OLE, 1 δράπανο ΜΑΚΙΤΑ ΜΠΑΤ. 12V 2 ΜΠΑΤ. 2.6 AM., 1 σκαπτικό ΜΑΚΙΤΑ 9,3 KG 1450W SDS, 3 παλετοφόρα 2,5 τόνων Durolift 43803, 3 μπαλαντέζες 30 3Χ2,5, 2 μπαλαντέζες 50μ 3X2 1/2, 1 γεννήτρια 5500 KVA 220/9HP 6, 6 KW, 3 εργαλειοθήκες Ν 530Χ20Χ20, 1 δράπανο ΜΑΚΙΤΑ ΚΡ. 12mm ΚΑΣ/ΝΑ (8450ΚΒ2), 5 βελόνια BOSCH για SDS MAX 400mm, 5 καλέμια BOSCH για SDS MAX 400mm], για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 332/12-4-2002 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 6.388,00 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους τραπεζικά εντός μηνός από την αποστολή τους, αποκομίζοντας ως παράνομο όφελος την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού έξι χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ (6.388,00 €), με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της ανωτέρω εταιρείας, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 8) Στις 13-4-2002 τον ..., που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΠΑΓΩΝΗΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην ... στην ..., και εμπορεύεται .είδη υγιεινής, πλακίδια τοίχου και δαπέδου, έπιπλα μπάνιου, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει διάφορα είδη (15 λεκάνες ΧΠ ΠΣ "STELLA" λευκές, 15 νιπτήρες 50Χ42 "STELLA", 15 καζανάκια AQUA πλαστικά λευκά, 15 καλύμματα λεκάνης πλαστικά λευκά Νο1, 15 μπαταρίες λουτρού Α/Β ASTRO-MIX, 15 μπαταρίες νιπτήρα Α/Β ASTRO-ΜΙX, 15 ντουζιέρες 70Χ70 λευκές Α, 15 σαπουνοθήκες ΤΗΝΟΣ ΧΡΩΜΕ, 15 χαρτοθήκες ΤΗΝΟΣ ΧΡΩΜΕ, 15 άγγιστρα ΤΗΝΟΣ ΧΡΩΜΕ, 15 σιφώνια σπιράλ νιπτήρος ΧΒ11/4 Φ32, 15 βαλβίδες νιπτήρος απλές 1'' 1/4, 15 στηρίγματα νιπτήρος L-120, 15 βαλβίδες ντουζιέρας Γ.Ρ. 1" 1/2, 4 παλέτες), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../15-4-2002 Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 3.047,15 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορουμένου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή κατά την παράδοσή τους, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού τριών χιλιάδων σαράντα επτά ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (3.047,15 €), με ισόποση βλάβη της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 9) Στις 14-4-2002 τον ..., που διατηρεί ατομική επιχείρηση ηλεκτρικών ειδών στη Λεωφ. ... στην ..., τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει ένα (1) videoset DPV 4KE/D11 και τέσσερα (4) Monitor DPV 4KB, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 2716/15-4-2002 Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 1.038,88 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την .αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημα τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε ο πωλητής εντός 15 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, αποκομίζοντας έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού χιλίων τριάντα οκτώ ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (1.038,88 €) με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εταιρείας, καθόσον δεν καταβλήθηκε κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 10) Στις 14-4-2002 τον ..., που είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ..., με αντικείμενο τον εξοπλισμό ξενοδοχείων - εστιατορίων κ.λπ., τον οποίο έπεισαν, να τους πωλήσει ξενοδοχειακό εξοπλισμό, και ειδικότερα μία (1) μηχανή espresso διπλ. ηλεκτρον. Astoria, έναν (1) αποσκληρυντή και μία (1) παγομηχανή ITV/EUROICE 50), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 4426/16-4-2002 Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 3.488,00 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορούμενου τους Χ5, στην οδό ...στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία εντός 15-30 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, αποκομίζοντας ως παράνομο περιουσιακό όφελος την αξία των ειδών ποσού τριών χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ (3.488,00 €), σε αντίστοιχη βλάβη της εταιρείας, καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 11) Στις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2002 και σε κάθε περίπτωση το αργότερο στις 15-4-2002, τους αρμοδίους για πωλήσεις υπαλλήλους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.Ε.Β.Ε.", η οποία εδρεύει στην οδό ... στην ... και εμπορεύεται ηλεκτρονικούς υπολογιστές και συναφή είδη, τους οποίους έπεισε να τους πωλήσει διάφορα εμπορεύματα (4 τεμάχια CPU INTEL P4 1,96 GB, 4 τεμάχια MEM DIM 255/133, 4 τεμάχια HD WD 40GB 7200, 4 τεμάχια MODEM CRYPTO BEST 56 Κ PCI, 4 τεμάχια VGA ΤΝΤ2 32MB, 3 τεμάχια DVD SAMSUNG 15X, 4 τεμάχια CDRW BTC 24x10x40 R, 4 τεμάχια MON17 Q AS1770, 4 τεμάχια ΚΕΥΒ MS INTERNET + MOUSE, 4 τεμάχια WIN MS WINDOWS XP HOME DSP, 4 τεμάχια ΣΡΕΑΚ SPEAKERS 160W, 4 τεμάχια MB QDI PLATINIX 2-1 478 DIMM, 4 τεμάχια FDD DRIVE 1, 44, 4 τεμάχια OASE LINE CG P4 300W, 4 τεμάχια MOUSE PAD, 4 τεμάχια εγχειριδίων χρήσης LINE COMPUTER, 1 τεμάχιο CDRW SONY 24x10x40 R), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../15-4-2002 Τιμολόγιο Πώλησης -Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 5.106,00 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορουμένου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή κατά την παράδοσή τους, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού πέντε χιλιάδων εκατόν έξι ευρώ (5.106,00 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.Ε.Β.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 12) Στις 15-4-2002 τον ..., αρμόδιο για πωλήσεις υπάλληλο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στην οδό ... στην περιοχή ... και εμπορεύεται ορυκτέλαια -λιπαντικά αυτοκινήτων, βιομηχανίας και θαλάσσης, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει διάφορα ορυκτέλαια (50 δοχεία VANCh Ε 6 15/40 δοχεία HLP ΗΜ 68), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 8102/19-4-2002 Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο Πώλησης, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 4.684,44 ευρώ, τα οποία παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους· στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορουμένου του Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία εντός 15-30 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, ήτοι την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ποσού τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (4.684,44 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "... - ... Ο.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 13) Στις 15-4-2002 τον ..., αρμόδιο για πωλήσεις υπάλληλο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΕΚΑ Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη Λεωφόρο ... στο ... και εμπορεύεται μεταξύ άλλων λιπαντικά, τον οποίο έπεισαν να τους πωλήσει πενήντα (50) δοχεία λιπαντικά HYDRA (Η.P. ISO 68) και εκατό (100) δοχεία λιπαντικά REGINA (15W/40), για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../18-4-2002 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 4.518,81 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορουμένου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή που θα εισέπραττε η πωλήτρια εταιρεία εντός 15 - 30 ημερών από την αποστολή των εμπορευμάτων από το γραφείο μεταφορών του Χ5, με αποτέλεσμα, όπως και σκόπευαν, να αποκομίσουν ως όφελος από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ήτοι περιουσιακό όφελος ποσού τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.518,81 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΕΤΕΚΑ Α.Ε. -ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Α.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 14) Εντός του πρώτου εικοσαημέρου του μηνός Απριλίου του έτους 2002, τον ..., αντιπρόεδρο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στον ... και εμπορεύεται γαλακτοκομικά προϊόντα, τον οποίο έπεισαν ώστε η προαναφερόμενη εταιρεία να τους πωλήσει εξήντα οκτώ (68) δοχεία μεγάλα φέτα ημερομηνίας παραγωγής Φεβρουαρίου 2002 και σαράντα (40) τεμάχια γραβιέρας πρόβειας, ημερομηνίας Οκτωβρίου 2001, για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../22-4-2002 Τιμολόγιο Πώλησης - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 7.853,30 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών του συγκατηγορουμένου τους Χ5, στην οδό ... στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί τραπεζικά το τίμημά τους την επόμενη ημέρα από την παράδοσή τους στην παραπάνω μεταφορική εταιρεία, με αποτέλεσμα, όπως και σκόπευαν, να αποκομίσουν ως όφελος από κοινού, την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ήτοι περιουσιακό όφελος ποσού επτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα τριών ευρώ και τριάντα λεπτών (7.853,30 €), βλάπτοντας έτσι ισόποσα την περιουσία της "ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", καθόσον δεν κατέβαλαν κανένα μέρος από την αξία των προϊόντων που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν σ' αυτούς. 15) Στις 9-4-2002 τους αρμόδιους για πωλήσεις υπαλλήλους της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...Ε.Π.Ε.", η οποία εδρεύει στην ..., στην οδό ..., και εμπορεύεται βιομηχανικό εξοπλισμό; τους οποίους έπεισαν ώστε η προαναφερόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης να τους πωλήσει, εμπορεύματα (100 δέστρες συγκράτησης 20050 (1835) 9 Μ, 200 γάντζους 01204 και 1 ζυγό tractel LLX5 5 Τ], για την αποστολή των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 21564/17-4-2002 Τιμολόγιο - Δελτίο Αποστολής, συνολικού, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., ποσού 6.816,86 ευρώ, τα οποία είδη παραδόθηκαν αυθημερόν με την αποστολή τους στο γραφείο μεταφορών της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... - ... Ο.Ε." στην ..., προκειμένου να αποσταλούν στην ..., με τη συμφωνία να αποπληρωθεί το τίμημά τους με αντικαταβολή μετρητοίς κατά την παράδοσή τους, χωρίς, όμως, να βλάψουν τελικά την περιουσία της προαναφερόμενης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, όπως και σκόπευαν, προκειμένου να αποκομίσουν ως όφελος από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, την αξία των ειδών που αγοράστηκαν, ήτοι περιουσιακό όφελος ποσού έξι χιλιάδων οκτακοσίων δεκαέξι ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (6.816,86 €), καθώς παρά την αρχή εκτέλεσης της βλαπτικής για την περιουσία της "... Ε.Π.Ε." συμπεριφοράς τους, αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από τη δική τους βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια, αφού η εν λόγω εταιρεία δεν απέστειλε τα πωληθέντα είδη με την εταιρεία μεταφορών του συγκατηγορουμένου τους Χ5, αλλά με άλλη μεταφορική εταιρεία. Από δε την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, και συγκεκριμένα τη σύσταση δύο εικονικών εταιρειών σε διαφορετικά μάλιστα μέρη της χώρας που απείχαν αρκετά μεταξύ τους, με υποτιθέμενο σκοπό την αγορά και μεταπώληση διαφόρων ειδών εμπορευμάτων, την μίσθωση χώρων γραφείων και αποθηκών για την εμφάνιση προς τα έξω εικόνας επιχειρήσεων που λειτουργούν στην αγορά και παρουσιάζουν οικονομική δυναμική, τη δημιουργία επίσης προς υποβοήθηση του εγκληματικού τους έργου εικονικού γραφείου μεταφορών στην ... με υπεύθυνο τον προαναφερόμενο Χ5, την έκδοση ικανού αριθμού εικονικών τιμολογίων, σε συνδυασμό με τη συλλογική τους δράση η οποία εκδηλώνονταν με την ένταξη των ατομικών ενεργειών στην κοινή επιχείρηση εγκληματικών πράξεων, τη διάρκεια της εγκληματικής τους δράσης και το επιδιωκόμενο όφελος, προκύπτει αναμφίβολα σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενώ από την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά τους (επιμέρους πράξεις υπό στοιχεία 1-14) το συνολικό όφελος που αποκόμισαν (πλην του εξ αυτών Χ5 για τον οποίο παρακάτω λόγος), υπερέβαινε το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ανερχόμενο συνολικά στο ποσό των εβδομήντα δύο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (72.667,64 €), με ισόποση συνολική ζημία των υπό στοιχεία 1-14 ανωτέρω παθόντων, ενώ, με συνυπολογισμό και του ποσού των 6.816,86 ευρώ, κατά το οποίο, παρά την επιδίωξή τους, δεν αποκόμισαν τελικά όφελος από τον υπό στοιχείο 15 ανωτέρω παθόντα, αποσκοπούσαν στο να αποκομίσουν το συνολικό ποσό των εβδομήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών (79.484,50 €), και να προκαλέσουν ισόποση συνολική ζημία στους υπό στοιχεία 1-15 ανωτέρω παθόντες. Όσον δε αφορά τον συγκατηγορούμενό τους Χ5, επειδή αυτός ενέχεται στις υπό στοιχεία 5-15 επιμέρους πράξεις, το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου που αποκόμισε από αυτές από κοινού με τους άλλους, με αντίστοιχη ζημία των παθόντων, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχεται σε 49.768,64 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, και ενόψει του ότι η παραλλαγή του βαθμού συμμετοχής στην αξιόποινη πράξη δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, ως στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, θα πρέπει αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής απάτης να μεταρρυθμιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να μεταβληθεί η κατηγορία από ηθική αυτουργία και απλή συνεργεία σ' αυτή που αποδόθηκε στους εξ αυτών: Χ2, Χ3, Χ4 (η πρώτη) και Χ5(η δεύτερη), καθώς και από απλή αυτουργία που αποδόθηκε στον Χ1, σε κατά συναυτουργία (ή από κοινού) απάτη κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένη και σε απόπειρα) από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (45, 42, 98, 386 παρ. 1-3 εδ. α' ΠΚ). Διότι, υπήρξε από μέρους απάντων των ανωτέρω δραστών συναπόφαση και συνεκτέλεση του διωκομένου εγκλήματος, συνιστάμενη, αφενός μεν, στο ότι ο καθένας από αυτούς (συναυτουργούς) ήθελε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου ποινικού αδικήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του αυτού εγκλήματος (κοινός δόλος, Α.Π. 2153/2006, ΠΧΝΕ 843) και αφετέρου, στο ότι άπαντες συνέπραξαν άμεσα με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις ταυτόχρονες και διαδοχικές, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας εκτιθέμενα, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του κάθε δράστη (Α.Π. 164/2006, ΠΧΝΖ', 732). Τέλος, και σε σχέση με τους στην έκθεση εφέσεως προβαλλόμενους ισχυρισμούς του εκ των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ1, ότι στη δικογραφία απαραδέκτως ευρίσκεται μεταξύ των εγγράφων και η από 20.5.2002 ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον των προανακριτικών αρχών, ενώ επιβάλλετο η αφαίρεσή της και η παραμονή στο αρχείο της εισαγγελίας, μη δυναμένη να ληφθεί υπόψη, ότι, περαιτέρω, αυτός ήταν απλά εργαζόμενος με μισθό 250.000 δρχ. στον Χ3 και ουδεμία άλλη ανάμειξη είχε, ότι οι μάρτυρες παθόντες πουθενά δεν αναφέρουν ότι παρέστησε ψευδώς σ' αυτούς ότι η εταιρεία ήταν φερέγγυα και λειτουργούσε κανονικά, ότι προσθέτως στις υπό στοιχεία 5-15 επί μέρους πράξεις οι μάρτυρες κατονομάζουν ως άτομο με το οποίο ήλθαν σε επαφή τον "Χ1-Α" που έκανε τις παραγγελίες και τους υποδείκνυε το πρακτορείο του Χ5, ενώ αυτός ουδεμία είχε ανάμειξη, ότι σε κάθε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υφίσταται μορφή απάτης, επειδή η αξία του αντικειμένου της κάθε μιας επιμέρους πράξης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος δεν ξεπερνά το ποσό των 15.000 ευρώ, φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και επομένως, παρελθούσης πενταετίας από της τελέσεώς τους, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρ. 111 παρ. 3 ΠΚ, παρατηρητέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την νεότερη νομολογία του ακυρωτικού (Α.Π. 1336/2006, ΝοΒ 55, (2007), 173), απόλυτη ακυρότητα ιδρύει η σε βάρος του κατηγορουμένου και προς θεμελίωση της ενοχής του ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση της δοθείσας στην αυτεπάγγελτη προανάκριση ανωμοτί κατάθεσή του, και όχι η ύπαρξή της στη δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο, εφόσον η κατάθεση αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται, ως εν προκειμένω συμβαίνει, ουδόλως επηρεάζει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, οι επί της ουσίας της υποθέσεως ισχυρισμοί του εκκαλούντος ουδόλως ευσταθούν, διότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος δεν ήταν απλώς υπάλληλος των ως άνω εικονικών εταιρειών, ως έωλα και αναπόδεικτα υποστηρίζει, αλλά κυρίαρχο πρόσωπο της όλης υπόθεσης. Ήταν αυτός που, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του επινόησε, σχεδίασε, οργάνωσε και εκτέλεσε με αριστοτεχνικό τρόπο το προαναφερόμενο έγκλημα της κακουργηματικής απάτης. Ήταν αυτός που με κοινή απόφαση όλων (Ολ. ΑΠ 50/1990, ο.π.), ανέλαβε τον πρωτεύοντα ρόλο να εμφανίζεται στους παθόντες με τα διάφορα ψευδώνυμα που αναφέρθηκαν (Χ1-Β ή Χ1-Γ στην ... και Χ1-Α στην ...) και να τους παριστάνει ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, ότι εκπροσωπεί είτε τη μια είτε την άλλη εταιρεία, αποκρύπτοντάς τους ότι αυτές ήταν εικονικές και ουδεμία είχαν οικονομική συναλλαγή ή πολύ περισσότερο οικονομική φερεγγυότητα, με αποτέλεσμα να τους δημιουργεί την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων, ενώ είχαν ήδη ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους, και να τους παραπλανά έτσι σε πράξη, ήτοι στην πώληση και παράδοση των εμπορευμάτων τους, την αξία των οποίων από κοινού ωφελούντο σε βλάβη της περιουσίας των τελευταίων. Τέλος, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναλύθηκαν, η διωκόμενη πράξη φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος και όχι πλημμελήματος, όπως ο εκκαλών εσφαλμένα διατείνεται. Διότι οι δράστες ενήργησαν κατ' επάγγελμα και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος, που από κοινού επεδίωξαν με αντίστοιχη ζημία των παθόντων, είναι, ως λεπτομερώς εκτέθηκε, μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ. Η από μέρους τούτου παρατιθέμενη νομική σκέψη, αφορά το ζήτημα τού αν και κατά πόσον οι επί μέρους πράξεις απάτης, που τελέστηκαν εξακολουθητικά και πάντως προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, διατηρούν και υπό το νέο νομικό καθεστώς (386 παρ. 3 ως αντικ. με άρθ. 4 παρ. 4 Ν. 2721/1999), τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, το οποίο όμως έλυσε καταφατικά υπέρ της ως άνω απόψεως (και αντίθετα με τη γνώμη του εκκαλούντος) η Ολομέλεια του ακυρωτικού με την υπ' αριθμ. 5/2008 απόφαση της (ΠΧΝΗ' (2008), 508), με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. (Ολ.ΑΠ 5/2008, ο.π.). Τέτοιο όμως ζήτημα δεν τίθεται εν προκειμένω, γιατί η πράξη για την οποία κατηγορείται αυτός με τους συγκατηγορουμένους του ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της ισχύος του Ν. 2721/1999, ήτοι στο από μηνός Σεπτ. 2001 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, οπότε λαμβάνεται, ως ελέχθη, υπόψη το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που σκόπευαν, τα οποία υπερβαίνουν το παραπάνω ποσό των 15.000 ευρώ". Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 12/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, αφού μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τον τρόπο συμμετοχής στο έγκλημα του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 και δέχθηκε κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος για το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα της απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα σε βαθμό κακουργήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στο βούλευμα: α) οι ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβαινε ο αναιρεσείων προς τους παθόντες, στα πλαίσια συναπόφασης και κοινού δόλου με τους προαναφερθέντες συγκατηγορουμένους του, προκειμένου να παραπλανηθούν οι παθόντες και να αποστείλουν εμπορεύματα στους κατηγορουμένους, την αξία των οποίων είχαν προαποφασίσει οι τελευταίοι να μην πληρώσουν, β) η παραπλάνηση των παθόντων από τις ψευδείς παραστάσεις και η αποστολή εμπορευμάτων, γ) η ζημία που υπέστησαν οι παθόντες, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 72.667,64 ευρώ, ενώ η απειληθείσα ζημία από την απόπειρα απάτης ανέρχεται στο ποσό των 6.816,86 ευρώ, δ) ο σκοπός του αναιρεσείοντος να αποκομίσει αυτός και οι ανωτέρω συγκατηγορούμενοί του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με την αξία των ως άνω εμπορευμάτων, με αντίστοιχη ζημία των παθόντων, ε) η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος, με αιτιολόγηση των επί μέρους στοιχείων των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων, στ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της παραπλάνησης των παθόντων και μεταξύ της παραπλάνησης και της βλαπτικής για τους παθόντες περιουσιακής διάθεσης και ζ) οι χρόνοι τελέσεως των μερικότερων πράξεων της απάτης (από Οκτώβριο 2001 μέχρι 15.4.2002. Επομένως, είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι: α) δεν αιτιολογείται ο δόλος του και ο σκοπός βλάβης των παθόντων, β) δεν αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς αυτού και της βλάβης των παθόντων, γ) δεν αναφέρονται περιστατικά της κατά συναυτουργία τελέσεως της πράξεως, δ) υπάρχει ασάφεια ως προς το αν το βούλευμα για την στοιχειοθέτηση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως δέχεται επανειλημμένη τέλεση ή και υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, αφού προκύπτει σαφώς ότι το βούλευμα δέχεται και τους δύο τρόπους της κατ' επάγγελμα τέλεσης και ε) εσφαλμένα το βούλευμα έλαβε υπόψη του για την κακουργηματική μορφή της απάτης το σύνολο του αντικειμένου των μερικότερων πράξεων και όχι το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξης που δεν είναι ανώτερο των 15.000 ευρώ, αφού, ενόψει του ανωτέρω χρόνου τελέσεως των πράξεων αυτών, εφαρμόζεται ο ν. 2721/1999 περί συνυπολογισμού του συνολικού οφέλους ή της βλάβης. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 και 31 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης έγγραφη εξέταση του υπόπτου δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο της δικογραφίας ούτε να ληφθεί υπόψη και να αξιοποιηθεί αποδεικτικώς από το δικαστικό συμβούλιο, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Τέτοια ακυρότητα όμως δεν προκαλείται όταν προκύπτει σαφώς από το βούλευμα ότι η κατά τον ως άνω τρόπο ληφθείσα εξέταση, δεν λήφθηκε υπόψη ούτε αξιοποιήθηκε αποδεικτικώς. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει σαφώς από το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι η από 20.5.2002 έγγραφη εξέταση του αναιρεσείοντος δεν λήφθηκε υπόψη ούτε αξιοποιήθηκε αποδεικτικώς από το Συμβούλιο, το οποίο μάλιστα απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος περί του ότι αυτή είχε ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος κατά το πρώτο ως άνω σκέλος του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠΔ, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, η δε παράβαση της διατάξεως αυτής προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Κατά την αληθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αυτή έχει πεδίο εφαρμογής μόνο σχετικά με την καταδίκη του κατηγορουμένου από το δικαστήριο και όχι με την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη και έτσι δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια ότι για την παραπομπή σε δίκη του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του Χ5, είναι προεχόντως απαράδεκτος κατά το δεύτερο σκέλος του. Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για να εμφανιστεί προσωπικά και να ακουστεί από το Συμβούλιο τούτο, είναι μεν νόμιμο κατά τα άρθρα 309 παρ. 2 και 485 παρ. 3 του ΚΠΔ, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί γιατί με την αίτηση αναιρέσεως εξέθεσε λεπτομερώς τις απόψεις του επί των λόγων αυτής, έτσι ώστε να παρέλκει η προσωπική του εμφάνιση, η οποία αναγκαίως θα περιοριζόταν μόνο στην προφορική επανάληψη του περιεχομένου της αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Απορρίπτει την από 15.6.2009 αίτηση του ανωτέρω, για αναίρεση του υπ' αριθ. 17/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος. Στοιχεία του εγκλήματος. Δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας η παραλλαγή του τρόπου συμμετοχής στο έγκλημα και ο ηθικός αυτουργός ή συνεργός μπορεί να παραπεμφθεί σε δίκη ως συναυτουργός. Δεν προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, αν η έγγραφη εξέταση του υπόπτου κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης, δεν αξιοποιηθεί αποδεικτικώς, ούτε ληφθεί υπόψη. Η διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠΔ δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Κατηγορίας μεταβολή, Κατηγορούμενος.
0
Αριθμός 338/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαρτίου 2009, 30 Μαρτίου 2009 και 10 Απριλίου 2009 (τρεις) χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 311/20.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ' αριθμ. 57/30-3-2009, 58/30-3-2009 και 71/10-4-2009 αιτήσεις των (1) Χ1, κατοίκου ..., (2) Χ2, κατοίκου ... και (3) Χ3, κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση του με αριθμ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η υπ' αρ. 278/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ' αρ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμφθησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη ζημία του παθόντα άνω των 73.000 ευρώ (αρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52,59-66, 386 παρ. 1, 3β' ΠΚ ως ισχύει) και εκθέτω τ' ακόλουθα: Οι υπό κρίση αναιρέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως, παραδεκτώς (από πληρεξούσιο των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 και από τον ίδιο κατηγορούμενο Χ3) και εμπροθέσμως (βλ. συνημμ. αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στους κατ/νους και στους αντίκλητους δικηγόρους τους με ημερομ. 21/3/09, 24/3/09 και 6/4/09) κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν ως λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ) - βλ. τις υπ' αριθμ. 57, 58 και 71/2009 εκθέσεις αναιρέσεως - Είναι συνεπώς παραδεκτές οι υπό κρίση αναιρέσεις και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγοι. - Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ 95,ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση ή το βούλευμα αναφερόμενα (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. -Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ εισαγγελέα (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ. ΝΣΤ/626) δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει και εξειδικεύει τα εξής: Επειδή, σύμφωνα με το αρθρ. 386 παρ. 1, 3 Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικατ. με αρθρ. 1 παρ. 11 Ν. 2408/1999 και με αρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: (α) Εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 Ευρώ ή (β) εάν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσόν των 73.000 ΕΥΡΩ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δια την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: (α) Σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους του υπαιτίου ή άλλου (ΑΠ 911/04 ΠΧ ΝΕ/419 και ΑΠ 858/04 ΠΧ ΝΕ'/322). (β) παραπλάνηση σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, (γ) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών, (δ) βλάβη ξένης περιουσίας (ΑΠ 2143/06, ΑΠ 1636/06 και ΑΠ 1394/06 κ.ά.). Ως γεγονός δε θεωρείται κάθε πραγματικό περιστατικό που αναφέρεται εις το παρελθόν ή εις το παρόν ή συμβαίνει κατά την στιγμή της βεβαιώσεως, όχι όμως και εκείνο που μπορεί να συμβεί εις το μέλλον ενώ εις την έννοια της βλάβης περιλαμβάνεται και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου. Και δια τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης απαιτείται ο δράστης να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 Δραχμών ή το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (Α.Π. 657/2000 Π.Χρ. ΝΑ/41, Α.Π. 762/2000 Π.Χρ. ΝΑ/111, Α.Π. 863/2000 Π.Χρ. ΝΑ/398, Α.Π. 982/2001 Π.Χρ. ΝΒ/338, Α.Π. 1795/2001 Π.Χρ. ΝΒ/639). Όπως προκύπτει από όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία της δικογραφίας (καταθέσεις πολιτικώς ενάγοντα, μαρτύρων, απολογίες και υπομνήματα των κατηγορουμένων και από όλα τα έγγραφα), ο εγκαλών Ψ είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και ιδιοκτήτης φορτηγών αυτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως, με τα οποία εκτελεί διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Το έτος 2000 συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" την ανάληψη και εκτέλεση, με την ιδιότητα του υπεργολάβου, χωματουργικών εργασιών στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από το μήνα Μάιο του έτους αυτού άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στο έργο κατασκευής της εν λόγω οδού. Η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." συμμετείχε ως μέλος στην Κοινοπραξία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", η οποία συνεστήθη με το από 25-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, με ποσοστό 8,229%. Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, η εταιρεία εξοφλούσε κανονικά τις αμοιβές του. Όμως από το μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους εμφάνισε εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία και ο εκκαλών φοβούμενος αφενός μεν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος μελλοντικά να χάσει τις αμοιβές του, αφετέρου θεωρώντας ότι η λήψη επιταγών με ημερομηνία εξόφλησης μετά δέκα μήνες και πλέον δεν ήταν γι' αυτόν συμφέρουσα λύση, επειδή δεν μπορούσε να καλύψει τα μηνιαία έξοδα του καθόσον χρειαζόταν γι' αυτά σημαντικά ποσά, αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με αυτήν, όπως και πράγματι έκανε στις 19-9-2002. Μάλιστα δε στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς για τις υπηρεσίες του, λαμβάνοντας επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2003. Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ιδίου έτους 2002, ο κατηγορούμενος Χ3, υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", του ζήτησε να επιστρέψει στην εταιρεία, λέγοντάς του ότι επειδή αυτή ανήκει στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" τα χρήματα της αμοιβής του, σε κάθε περίπτωση, ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν αυτή πτώχευε. Μάλιστα δε του εξήγησε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η Κοινοπραξία αναλαμβάνει τις οφειλές των εταιρειών-μελών της, εφόσον αυτές, για οποιοδήποτε λόγο, δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες επί του θέματος προκειμένου να αποφασίσει για τις περαιτέρω ενέργειες του, ο εκκαλών, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, ήρθε σε επαφή με τους επίσης κατηγορουμένους Χ1, γενικό τεχνικό διευθυντή και μέλος της Τριμελούς Διοικούσας Επιτροπής της Κοινοπραξίας και Χ2, διαχειριστή και επίσης μέλος της ίδιας Επιτροπής. Και οι δύο εν λόγω κατηγορούμενοι με τη σειρά τους, τον διαβεβαίωσαν ότι σε περίπτωση που η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Ε." αντιμετώπιζε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία, η οποία στις περιπτώσεις αυτές ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Για να μην έχει δε οποιαδήποτε αμφιβολία περί αυτού, του επέδειξαν το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, στο άρθρο 20 του οποίου αναφέρεται επακριβώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών μέχρι τη λύσης της". Έτσι μετά την ανάγνωση του εν λόγω κρίσιμου άρθρου του ιδιωτικού συμφωνητικού ο εκκαλών πείσθηκε στις σχετικές διαβεβαιώσεις των τριών ως άνω κατηγορουμένων και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και άρχισε να εργάζεται στην κατασκευή της Αττικής Οδού, δεχόμενος για την εξόφληση του επιταγές πληρωτέες μετά 10 ή 12 μήνες, έχοντας όμως πλέον τη βεβαιότητα ότι σε κάθε περίπτωση θα καλυπτόταν οικονομικά από την Κοινοπραξία. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." δεν ήταν πλέον σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, ούτε να χορηγήσει μεταχρονολογημένες επιταγές. Τούτο είχε ως συνέπεια να σφραγιστούν από τον ίδιο τον εκκαλούντα επιταγές συνολικού ύψους 302.096, 00 ευρώ, ενώ πλέον τούτου και με βάση την πιστοποίηση από την εταιρεία των σχετικών εργασιών που είχε πραγματοποιήσει, του οφειλόταν επιπλέον ποσό ύψους 110.696,72 ευρώ, δηλ. συνολικό ποσόν 412.792,72 ευρώ. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εκκαλών κατέφυγε στην Κοινοπραξία, εξέθεσε το πρόβλημα του και ζήτησε την εξόφληση της οφειλής του, συνολικού ύψους 412.792,72 ευρώ. Εκεί για πρώτη φορά πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι η Κοινοπραξία ουδεμία ευθύνη είχε για τις οφειλές της εταιρείας. Στη συνέχεια, επειδή οι αρμόδιοι της Κοινοπραξίας αρνήθηκαν να του δώσουν αντίγραφο του συμφωνητικού συστάσεως της Κοινοπραξίας, κατέφυγε στο Υπουργείο Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων απ' όπου και του χορηγήθηκε αντίγραφο του από 27-11-1999 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης και Κωδικοποίησης του Συμφωνητικού Συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στην παράγραφο 1 του άρθρου 21 αυτού αναφέρεται σαφώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των Εργασιών -πλην εκείνων που αφορούν Εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα Μέρη- μέχρι τη λύση της". Από την απλή ανάγνωση του κειμένου του συγκεκριμένου όρου προκύπτει σαφώς ότι για τις εργασίες στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει η "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", η Κοινοπραξία δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για την εξόφληση τυχόν οφειλών της εταιρείας έναντι τρίτων και για οποιοδήποτε λόγο. Με τον τρόπο αυτό, οι τρεις ως άνω κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 τον εξαπάτησαν, έχοντας σκοπό να ζημιώσουν την περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο οικονομικό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Και τούτο επειδή παρά τη γνώση τους, λόγω της θέσεως τους ως σημαινόντων στελεχών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ο πρώτος απ' αυτούς και της Κοινοπραξίας οι δεύτερος και τρίτος, τόσο για την τροποποίηση της σχετικής κρίσιμης διάταξης του Καταστατικού όσο και για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εν λόγω εταιρεία, εντούτοις κατά τη συζήτηση που είχαν με τον εκκαλούντα, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, ο μεν Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, οι δε Χ2 και Χ1 λίγο αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, του απέκρυψαν δολίως την ύπαρξη του από 27-11-1999 μεταγενέστερα τροποποιημένου και κωδικοποιημένου κοινοπρακτικού συμφωνητικού και του επέδειξαν το από 27-4-1996 αρχικό, με σκοπό αλλά και με τελικό αποτέλεσμα να τον παραπλανήσουν περί δήθεν ευθύνης των εταιρειών-μελών της Κοινοπραξίας. Με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να τον πείσουν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", κάτι όμως το οποίο ασφαλώς δεν θα συνέβαινε αν ο ίδιος γνώριζε την αλήθεια. Η ζημία την οποία έχει υποστεί ο εκκαλών από την ως συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως αποκλειστική και μόνη αιτία, ανέρχεται (κατά την όχι ορθή άποψη του εκκαλούντα) στο συνολικό ποσόν των 437.742,78 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι και τα έξοδα εκδόσεως των υπ' αριθ. 954/2005 και 1180/2005 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ΑΛΤΕ, ύψους 24.950,06 ευρώ) με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε". Η συγκεκριμένη ζημία θεωρείται οριστική, καθόσον οι συνολικές οφειλές της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000.000 ευρώ, ενώ τα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούν ούτε για την εξόφληση των τραπεζών και των προνομιούχων δανειστών. Όπως προκύπτει από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας καθώς και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου που υποβλήθηκε από τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 ενώπιον μας στις 5-11-2008, δηλ. μετά την άσκηση της σχετικής εφέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, κυρίως όμως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που έχουν προταθεί από τον εγκαλούντα Ψ, οι εν λόγω μάρτυρες και συγκεκριμένα ο πατέρας του ΑΑ όσο και οι συνάδελφοί του και ομοίως παθόντες με αυτόν, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ, επιβεβαιώνουν πλήρως τους ισχυρισμούς του, τόσο κατά την ένορκη εξέταση τους στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε σχετικά με την υπόθεση, όσο και ενώπιον του Ανακριτή, στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε στη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά από τους μάρτυρες υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, οι εξ' αυτών ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ, δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν αν πράγματι έγιναν ή όχι οι συναντήσεις μεταξύ του εγκαλούντα Ψ, των ως άνω μαρτύρων που αυτός προτείνει και οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, τις επιβεβαιώνουν και των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3. Αντίθετα οι μάρτυρες ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ ισχυρίζονται ότι οι συναντήσεις αυτές ουδέποτε έγιναν, ο ΛΛ θεωρεί απίθανο οι εν λόγω κατηγορούμενοι να έχουν προβεί σε τέτοια πράξη, ενώ μόνο η μάρτυρας ΜΜ, δικηγόρος της Κοινοπραξίας, επιβεβαιώνει την επίσκεψη του Ψ στο γραφείο του Χ1 το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004, ισχυρίζεται ότι, ως εκ της ιδιότητος της, ήταν παρούσα κατά τη συνάντηση και ο εκκαλών "... τότε για πρώτη φορά του έθεσε το θέμα των οφειλομένων σε αυτόν από την ΑΛΤΕ. Τον ρώτησε εάν θα μπορούσε η κοινοπραξία να τα καταβάλει και ο κύριος Χ1 του είπε όχι". Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της εν λόγω μάρτυρος δεν εναρμονίζονται με τους ισχυρισμούς των ως άνω τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνται ότι έγινε οποιαδήποτε συνάντηση μεταξύ αυτών, του εκκαλούντα Ψ και των μαρτύρων που αυτός έχει προτείνει, ενώ δεν υπάρχουν στη δικογραφία τα απαραίτητα προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία, ώστε οι μάρτυρες του εκκαλούντα να θεωρηθούν μειωμένης αξιοπιστίας και οι καταθέσεις τους ως εκ τούτου να μην είναι δυνατόν να αξιολογηθούν υπέρ των απόψεων του. Σε κάθε περίπτωση και άσχετα από τις επί μέρους μικρές διαφοροποιήσεις, η ουσία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας δεν αλλάζει. Πέραν τούτων πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ο Ψ συνέχιζε να εργάζεται στο εργοτάξιο της Κοινοπραξίας καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλ. από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 μέχρι και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους 2003. Η έκδοση εκ μέρους του σχετικών τιμολογίων κατά το διάστημα αυτό οφείλεται στο γεγονός της εξόφλησης προηγούμενων οφειλών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." προς αυτόν, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Ψ παραδέχεται, με αποτέλεσμα να εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια με ημερομηνίες που πληρωνόταν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πράγματι κατά τις ημέρες αυτές εργαζόταν στην εταιρεία. Τέλος είναι αδιάφορο αν οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ1 και Χ2 ήταν ή όχι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των έργων της Κοινοπραξίας και την πληρωμή των εργαζομένων στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ή ότι δεν εξέφραζαν σε καμία περίπτωση τη βούληση της εταιρείας, όπως τουλάχιστον αυτοί ισχυρίζονται. Και τούτο επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης για το οποίο διώκονται οι ως άνω κατηγορούμενοι, αρκεί η παραδοχή ότι εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών τους, παρέστησαν σε άλλον ψευδή γεγονότα ως αληθή και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με άμεση συνέπεια να προκληθεί βλάβη στην περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άλλου, χωρίς να απαιτείται οι δράστες να έχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιδιότητα, αρκεί δε με τη συμπεριφορά τους, ως αποκλειστικής και μόνης αιτίας, όπως στην υπόκριση υπόθεση, να προξένησαν την παραπλάνηση του παθόντα. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το ύψος της ζημίας που προξενήθηκε στην περιουσία του εκκαλούντα-παθόντα Ψ, ως άμεση και αποκλειστική συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων απέναντι του, πρέπει να θεωρηθεί το ποσόν των 412.792,92 ευρώ και όχι εκείνο των 437.742,78 ευρώ που αναφέρει ο εκκαλών στο δικόγραφο της εγκλήσεώς του. Και τούτο επειδή δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στο ύψος της ζημίας το σύνολο των δικαστικών εξόδων και τόκων του κεφαλαίου, επειδή αυτά τα ποσά δεν συνιστούν, τη στιγμή που τελέσθηκε η πράξη της απάτης, μείωση της περιουσίας του παθόντα, με την οικονομική της έννοια, και δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες των κατηγορουμένων, όπως το προαναφερόμενο ποσόν των 412.792,92 ευρώ, το οποίο αποτελούσε την "καθαρή" απαίτηση του εκκαλούντα έναντι της εταιρείας και εξ' αντιδιαστολής την πραγματική ζημία της περιουσίας του. Με βάση το αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις σκέψεις που στηρίζονται σ' αυτό, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, θεωρούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, επειδή, κατά την κρίση μας, πιθανολογείται σοβαρά η ενοχή τους, για την αξιόποινη πράξη της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία έχει απαγγελθεί σε βάρος τους κατηγορία, με συνέπεια να είναι απαραίτητο να επιληφθεί το αρμόδιο Δικαστήριο και να υποβάλει στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίω διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις αυτές. (Βλ. σχετ και ΑΠ. Ολομ. 9/2001 Ποιν. Χρον. 2001, σελ. 788). Αντίθετα, όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους, φρονούμε ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος τους, οι οποίες καθαυτές κρινόμενες να πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή τους για ηθική αυτουργία στην ως άνω αξιόποινη πράξη, καθόσον από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας πιθανολογείται βάσιμα ότι με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους τους να διαπράξουν το έγκλημα της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο και κατηγορούνται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν έχουν καταμηνυθεί ούτε από τον εγκαλούντα κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεώς του, αλλά μεταγενέστερα απαγγέλθηκε κατηγορία σε βάρος τους, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, χωρίς όμως τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά την άποψη μας, να είναι επαρκή ώστε να δικαιολογείται τέτοια ενέργεια. Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ.1 περίπτ. α και 310 παραγρ. 1 εδάφ. α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων ΝΝ, ΞΞ, ΠΠ, ΡΡ και ΣΣ για ηθική αυτουργία στην ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, επειδή δεν προκύπτουν σε βάρος τους επαρκείς ενδείξεις και ως προς το κεφάλαιο αυτό πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία, εν μέρει, η υπό κρίση έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο υπ' αριθ. 1388/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το σκέλος αυτό. Αντίθετα και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, πρέπει κατά τα λοιπά να μεταρρυθμιστεί, εν μέρει, το ως άνω πρωτοβάθμιο εκκαλούμενο απαλλακτικό Βούλευμα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ. 1 περίπτ. ε, 313 και 318 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3, στο ακροατήριο του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παραγρ. 1, 119 παραγρ. 1 και 122 παραγρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήματος της απάτης, κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη ζημία του παθόντα που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000,00 ευρώ, προβλέπεται δε και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παραγρ. 1 εδάφ. α, 27 παράγρ.1, 51, 52, 59-66 και 386 παραγρ. 1, 3 περίπτ. β του Ποινικού Κώδικα, όπως η παραγρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παράγρ.4 του Ν. 2721/1999, συγκεκριμένα δε σε βάρος του ως άνω εκκαλούντα και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ψ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Πρέπει δε να αναφερθεί επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι το εν λόγω έγκλημα έχει διαπραχθεί κατ' εξακολούθηση, αλλά από τον μεν κατηγορούμενο Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, από τους δε Χ1 και Χ2 στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003. Η δε διαδοχική απατηλή συμπεριφορά και συναυτουργία ενός εκάστου των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενήργησαν με κοινό δόλο, αφού ασφαλώς γνώριζαν τόσο το αρχικό όσο και το τροποποιημένο κείμενο της επίμαχης διάταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού-κοινοπρακτικού συμφώνου, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αρνούνται ούτε οι ίδιοι, αρνούμενοι απλά και μόνο ότι είχαν οποιαδήποτε συνάντηση με τον εκκαλούντα, είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του παθόντα και την πρόκληση ζημίας στην περιουσία του. Όπως δε γίνεται δεκτό επί του θέματος αυτού, τελείται μία μόνο πράξη απάτης επί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται, μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο πρόσωπο που εξαπατήθηκε η επιδιωκόμενη πλάνη, καθώς και όταν λόγω της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες της μιας και σε διαφορετικούς χρόνους επιζήμιες για την περιουσία του πράξεις. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση απάτης, κατ' εξακολούθηση, όταν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του, η οποία προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και με διαφορετικά ψευδή πραγματικά περιστατικά, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στο ιστορικό της παρούσης. (Βλ. Α.Π. 1081/2007 Ποιν. Δνη, τ. 2008, σελ. 691, Α.Π. 2203/2006 Συμβ. Ποιν. Χρ. ΝΖ, σελ. 209, ΑΠ. 1639/2002 Συμβ. Ποιν. Χρ. ΝΓ, σελ. 609). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν οι αναιρεσείοντες παραπεμπτέοι στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 60, 63, 79, 386 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς, οι από το άρθρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για (α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, και (β) για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε δεύτερος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει οι υπό κρίση αναιρέσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα νόμιμα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 57/2009, 58/2009 και 71/2009 αιτήσεις των (1) Χ1, κατοίκου Χ1, (2) Χ2, κατοίκου ... και (3) Χ3, κατοίκου ..., αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αρ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 18 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης" Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 30-3-2009 και 10-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι συναφείς μεταξύ τους και γιαυτό πρέπει να συνεξεταστούν. Κατά το άρθρο 386 § 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με Φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721 της 3/3.6.1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς vα είναι αναγκαία και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και άρα μετά συναπόφαση πριν ή κατά την τέλεση της πράξης (Ολ ΑΠ 50/1990). Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών του καθενός από αυτούς. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις τον άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους. χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ* αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 285/2009 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: "Ο εγκαλών και ήδη εκκαλών Ψ είναι επαγγελματίας αυτοκινητιστής και ιδιοκτήτης φορτηγών αυτοκινήτων Δημοσίας Χρήσεως, με τα οποία εκτελεί διάφορες εργασίες εκσκαφής και μεταφοράς μπαζών, οικοδομικών και άλλων αδρανών υλικών. Το έτος 2000 συμφώνησε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ" την ανάληψη και εκτέλεση, με την ιδιότητα του υπεργολάβου, χωματουργικών εργασιών στην κατασκευή της Αττικής Οδού και πράγματι από το μήνα Μάιο του έτους αυτού άρχισε να μεταφέρει για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας μπάζα και άλλα αδρανή υλικά απασχολούμενος πάντα στο έργο κατασκευής της εν λόγω οδού. Η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." συμμετείχε ως μέλος στην Κοινοπραξία "ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ", η οποία συνεστήθη με το από 25-8-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, με ποσοστό 8,229%. Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, η εταιρεία εξοφλούσε κανονικά τις αμοιβές του. Όμως από το μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους εμφάνισε εκτεταμένη οικονομική δυσπραγία και ο εκκαλών φοβούμενος αφενός μεν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος μελλοντικά να χάσει τις αμοιβές του, αφετέρου θεωρώντας ότι η λήψη επιταγών με ημερομηνία εξόφλησης μετά δέκα μήνες και πλέον δεν ήταν γι' αυτόν συμφέρουσα λύση, επειδή δεν μπορούσε να καλύψει τα μηνιαία έξοδα του καθόσον χρειαζόταν γι' αυτά σημαντικά ποσά, αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με αυτήν, όπως και πράγματι έκανε στις 19-9-2002. Μάλιστα δε στις 5-12-2002 εξοφλήθηκε ολοσχερώς για τις υπηρεσίες του, λαμβάνοντας επιταγές, οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2003. Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ιδίου έτους 2002, ο κατηγορούμενος Χ3, υπεύθυνος των εργοταξίων της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", του ζήτησε να επιστρέψει στην εταιρεία, λέγοντάς του ότι επειδή αυτή ανήκει στην "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ" τα χρήματα της αμοιβής του, σε κάθε περίπτωση, ήταν εξασφαλισμένα, ακόμη και αν αυτή πτώχευε. Μάλιστα δε του εξήγησε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η Κοινοπραξία αναλαμβάνει τις οφειλές των εταιρειών-μελών της, εφόσον αυτές, για οποιοδήποτε λόγο, δεν μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τρίτους. Αναζητώντας περισσότερες πληροφορίες επί του θέματος προκειμένου να αποφασίσει για τις περαιτέρω ενέργειές του, ο εκκαλών, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, ήρθε σε επαφή με τους επίσης κατηγορουμένους Χ1, γενικό τεχνικό διευθυντή και μέλος της Τριμελούς Διοικούσας Επιτροπής της Κοινοπραξίας και Χ2, διαχειριστή και επίσης μέλος της ίδιας Επιτροπής. Και οι δύο εν λόγω κατηγορούμενοι με τη σειρά τους, τον διαβεβαίωσαν ότι σε περίπτωση που η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Ε." αντιμετώπιζε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα, τότε τα χρήματα της αμοιβής του θα καταβάλλονταν από την Κοινοπραξία, η οποία στις περιπτώσεις αυτές ανελάμβανε να καλύψει τις οφειλές των μελών της. Για να μην έχει δε οποιαδήποτε αμφιβολία περί αυτού, του επέδειξαν το από 27-4-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το αρχικό συμφωνητικό συστάσεως της Κοινοπραξίας, στο άρθρο 20 του οποίου αναφέρεται επακριβώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών μέχρι τη λύση της". Έτσι μετά την ανάγνωση του εν λόγω κρίσιμου άρθρου του ιδιωτικού συμφωνητικού, ο εκκαλών πείσθηκε στις σχετικές διαβεβαιώσεις των τριών ως άνω κατηγορουμένων και στις 16-1-2003 επέστρεψε στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." και άρχισε να εργάζεται στην κατασκευή της Αττικής Οδού, δεχόμενος για την εξόφληση του επιταγές πληρωτέες μετά 10 ή 12 μήνες, έχοντας όμως πλέον τη βεβαιότητα ότι σε κάθε περίπτωση θα καλυπτόταν οικονομικά από την Κοινοπραξία. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." δεν ήταν πλέον σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της, ούτε να χορηγήσει μεταχρονολογημένες επιταγές. Τούτο είχε ως συνέπεια να σφραγιστούν από τον ίδιο τον εκκαλούντα επιταγές συνολικού ύψους 302.096,00 ευρώ, ενώ πλέον τούτου και με βάση την πιστοποίηση από την εταιρεία των σχετικών εργασιών που είχε πραγματοποιήσει, του οφειλόταν επιπλέον ποσό ύψους 110.696,72 ευρώ, δηλ. συνολικό ποσόν 412.792,72 ευρώ. Μετά την εξέλιξη αυτή ο εκκαλών κατέφυγε στην Κοινοπραξία, εξέθεσε το πρόβλημά του και ζήτησε την εξόφληση της οφειλής του, συνολικού ύψους 412.792,72 ευρώ. Εκεί για πρώτη φορά πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι η Κοινοπραξία ουδεμία ευθύνη είχε για τις οφειλές της εταιρείας. Στη συνέχεια, επειδή οι αρμόδιοι της Κοινοπραξίας αρνήθηκαν να του δώσουν αντίγραφο του συμφωνητικού συστάσεως της Κοινοπραξίας, κατέφυγε στο Υπουργείο Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων απ' όπου και του χορηγήθηκε αντίγραφο του από 27-11-1999 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Τροποποίησης και Κωδικοποίησης του Συμφωνητικού Συστάσεως της Κοινοπραξίας, όπου στην παράγραφο 1 του άρθρου 21 αυτού αναφέρεται σαφώς ότι "Η Κοινοπραξία θα βαρύνεται με όλες τις δαπάνες και κάθε είδους έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση των Εργασιών-πλην εκείνων που αφορούν Εργασίες που έχουν κατανεμηθεί στα Μέρη-μέχρι τη λύση της". Από την απλή ανάγνωση του κειμένου του συγκεκριμένου όρου προκύπτει σαφώς ότι για τις εργασίες στο τμήμα του έργου που είχε αναλάβει η "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", η Κοινοπραξία δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για την εξόφληση τυχόν οφειλών της εταιρείας έναντι τρίτων και για οποιοδήποτε λόγο. Με τον τρόπο αυτό, οι τρεις ως άνω κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 τον εξαπάτησαν, έχοντας σκοπό να ζημιώσουν την περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο οικονομικό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Και τούτο επειδή παρά τη γνώση τους, λόγω της θέσεώς τους ως σημαινόντων στελεχών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε " ο πρώτος απ' αυτούς και της Κοινοπραξίας οι δεύτερος και τρίτος, τόσο για την τροποποίηση της σχετικής κρίσιμης διάταξης του Καταστατικού όσο και για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εν λόγω εταιρεία, εντούτοις κατά τη συζήτηση που είχαν με τον εκκαλούντα, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, ο μεν Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, οι δε Χ1 και Χ2 λίγο αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, του απέκρυψαν δολίως την ύπαρξη του από 27-11-1999 μεταγενέστερα τροποποιημένου και κωδικοποιημένου κοινοπρακτικού συμφωνητικού και του επέδειξαν το από 27-4-1996 αρχικό, με σκοπό αλλά και με τελικό αποτέλεσμα να τον παραπλανήσουν περί δήθεν ευθύνης των εταιρειών-μελών της Κοινοπραξίας. Με τον τρόπο αυτό πέτυχαν να τον πείσουν να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.", κάτι όμως το οποίο ασφαλώς δεν θα συνέβαινε αν ο ίδιος γνώριζε την αλήθεια. Η ζημία την οποία έχει υποστεί ο εκκαλών από την ως συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως αποκλειστική και μόνη αιτία, ανέρχεται (κατά την όχι ορθή άποψη του εκκαλούντα) στο συνολικό ποσόν των 437.742,78 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι και τα έξοδα εκδόσεως των υπ' αριθ. 954/2005 και 1180/2005 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ΑΛΤΕ, ύψους 24.950,06 ευρώ) με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε". Η συγκεκριμένη ζημία θεωρείται οριστική, καθόσον οι συνολικές οφειλές της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." υπερβαίνουν το ποσόν των 120.000.000 ευρώ, ενώ τα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούν ούτε για την εξόφληση των τραπεζών και των προνομιούχων δανειστών. Όπως προκύπτει από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας καθώς και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου που υποβλήθηκε από τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 ενώπιον μας στις 5-11-2008, δηλ. μετά την άσκηση της σχετικής εφέσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, κυρίως όμως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που έχουν προταθεί από τον εγκαλούντα Ψ, οι εν λόγω μάρτυρες και συγκεκριμένα ο πατέρας του ΑΑ όσο και οι συνάδελφοι του και ομοίως παθόντες με αυτόν, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ, επιβεβαιώνουν πλήρως τους ισχυρισμούς του, τόσο κατά την ένορκη εξέτασή τους στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε σχετικά με την υπόθεση, όσο και ενώπιον του Ανακριτή, στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε στη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά από τους μάρτυρες υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, οι εξ αυτών ΕΕ, ΣΤ και ΖΖ, δεν είναι σε θέση να βεβαιώσουν αν πράγματι έγιναν ή όχι οι συναντήσεις μεταξύ του εγκαλούντα Ψ, των ως άνω μαρτύρων που αυτός προτείνει και οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, τις επιβεβαιώνουν και των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3. Αντίθετα οι μάρτυρες ΗΗ, ΘΘ και ΚΚ ισχυρίζονται ότι οι συναντήσεις αυτές ουδέποτε έγιναν, ο ΛΛ θεωρεί απίθανο οι εν λόγω κατηγορούμενοι να έχουν προβεί σε τέτοια πράξη, ενώ μόνο η μάρτυρας ΜΜ, δικηγόρος της Κοινοπραξίας, επιβεβαιώνει την επίσκεψη του Ψ στο γραφείο του Χ1 το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004, ισχυρίζεται ότι, ως εκ της ιδιότητος της, ήταν παρούσα κατά τη συνάντηση και ο εκκαλών "... τότε για πρώτη φορά του έθεσε το θέμα των οφειλομένων σε αυτόν από την ΑΛΤΕ. Τον ρώτησε εάν θα μπορούσε η κοινοπραξία να τα καταβάλει και ο κύριος Χ1 του είπε όχι". Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί της εν λόγω μάρτυρος δεν εναρμονίζονται με τους ισχυρισμούς των ως άνω τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι αρνούνται ότι έγινε οποιαδήποτε συνάντηση μεταξύ αυτών, του εκκαλούντα Ψ και των μαρτύρων που αυτός έχει προτείνει, ενώ δεν υπάρχουν στη δικογραφία τα απαραίτητα προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία, ώστε οι μάρτυρες του εκκαλούντα να θεωρηθούν μειωμένης αξιοπιστίας και οι καταθέσεις τους ως εκ τούτου να μην είναι δυνατόν να αξιολογηθούν υπέρ των απόψεών του. Σε κάθε περίπτωση και άσχετα από τις επί μέρους μικρές διαφοροποιήσεις, η ουσία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας δεν αλλάζει. Πέραν τούτων πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι δεν αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ο Ψ συνέχιζε να εργάζεται στο εργοτάξιο της Κοινοπραξίας καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλ. από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 μέχρι και τον Ιανουάριο του επόμενου έτους 2003. Η έκδοση εκ μέρους του σχετικών τιμολογίων κατά το διάστημα αυτό οφείλεται στο γεγονός της εξόφλησης προηγούμενων οφειλών της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." προς αυτόν, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Ψ παραδέχεται, με αποτέλεσμα να εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια με ημερομηνίες που πληρωνόταν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πράγματι κατά τις ημέρες αυτές εργαζόταν στην εταιρεία. Τέλος είναι αδιάφορο αν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 ήταν ή όχι υπεύθυνοι για την εκτέλεση των έργων της Κοινοπραξίας και την πληρωμή των εργαζομένων στην εταιρεία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε." ή ότι δεν εξέφραζαν σε καμία περίπτωση τη βούληση της εταιρείας, όπως τουλάχιστον αυτοί ισχυρίζονται. Και τούτο επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης για το οποίο διώκονται οι ως άνω κατηγορούμενοι, αρκεί η παραδοχή ότι εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών τους, παρέστησαν σε άλλον ψευδή γεγονότα ως αληθή και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με άμεση συνέπεια να προκληθεί βλάβη στην περιουσία του, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος άλλου, χωρίς να απαιτείται οι δράστες να έχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένη ιδιότητα, αρκεί δε με τη συμπεριφορά τους, ως αποκλειστικής και μόνης αιτίας, όπως στην υπόκριση υπόθεση, να προξένησαν την παραπλάνηση του παθόντα. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το ύψος της ζημίας που προξενήθηκε στην περιουσία του εκκαλούντα-παθόντα Ψ, ως άμεση και αποκλειστική συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων απέναντΊ του, πρέπει να θεωρηθεί το ποσόν των 412.792,92 ευρώ και όχι εκείνο των 437.742,78 ευρώ που αναφέρει ο εκκαλών στο δικόγραφο της εγκλήσεώς του. Και τούτο επειδή δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στο ύψος της ζημίας το σύνολο των δικαστικών εξόδων και τόκων του κεφαλαίου, επειδή αυτά τα ποσά δεν συνιστούν, τη στιγμή που τελέσθηκε η πράξη της απάτης, μείωση της περιουσίας του παθόντα, με την οικονομική της έννοια, και δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες των κατηγορουμένων, όπως το προαναφερόμενο ποσόν των 412.792,92 ευρώ, το οποίο αποτελούσε την "καθαρή" απαίτηση του εκκαλούντα έναντι της εταιρείας και εξ' αντιδιαστολής την πραγματική ζημία της περιουσίας του. Με βάση το αποδεικτικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις σκέψεις που στηρίζονται σ' αυτό, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, θεωρούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, επειδή, κατά την κρίση μας, πιθανολογείται σοβαρά η ενοχή τους, για την αξιόποινη πράξη της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος, για την οποία έχει απαγγελθεί σε βάρος τους κατηγορία, με συνέπεια να είναι απαραίτητο να επιληφθεί το αρμόδιο Δικαστήριο και να υπόβαλα στη δοκιμασία της επ' ακροατηρίω διαδικασίας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι ενδείξεις αυτές. (Βλ. σχετ και Α.Π. Ολομ. 9/2001 Ποιν. Χρον. 2001, σελ. 788). Αντίθετα, όσον αφορά τους λοιπούς κατηγορουμένους, φρονούμε ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος τους, οι οποίες καθαυτές κρινόμενες να πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή τους για ηθική αυτουργία στην ως άνω αξιόποινη πράξη, καθόσον από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας πιθανολογείται βάσιμα ότι με πειθώ και φορτικότητα έπεισαν τους τρεις πρώτους συγκατηγορουμένους τους να διαπράξουν το έγκλημα της απάτης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο και κατηγορούνται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν έχουν καταμηνυθεί ούτε από τον εγκαλούντα κατά την υποβολή της σχετικής εγκλήσεώς του, αλλά μεταγενέστερα απαγγέλθηκε κατηγορία σε βάρος τους, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, χωρίς όμως τα στοιχεία της δικογραφίας, κατά την άποψή μας, να είναι επαρκή ώστε να δικαιολογείται τέτοια ενέργεια. Κατόπιν των ανωτέρω φρονούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπόψη του και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ. 1 περίπτ. α και 310 παραγρ. 1 εδάφ. α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων ΝΝ, ΞΞ, ΠΠ, ΡΡ και ΣΣ για ηθική αυτουργία στην ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, επειδή δεν προκύπτουν σε βάρος τους επαρκείς ενδείξεις και ως προς το κεφάλαιο αυτό πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία, εν μέρει, η υπό κρίση έφεση του πολιτικώς ενάγοντος και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο υπ' αριθ. 1388/2008 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά το σκέλος αυτό. Αντίθετα και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά παραπάνω, πρέπει κατά τα λοιπά να μεταρρυθμιστεί, εν μέρει, το ως άνω πρωτοβάθμιο εκκαλούμενο απαλλακτικό Βούλευμα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παραγρ. 1 περίπτ. ε, 313 και 318 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3, στο ακροατήριο του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παράγρ. 1, 119 παράγρ. 1 και 122 παράγρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, για να δικαστούν ως υπαίτιοι του εγκλήματος της απάτης, κατά συναυτουργία, με περιουσιακό όφελος τρίτου και αντίστοιχη ζημία του παθόντα που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000,00 ευρώ, προβλέπεται δε και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παραγρ. 1 εδάφ. α, 27 παραγρ. 1, 51, 52, 59-66 και 386 παραγρ. 1, 3 περίπτ. β του Ποινικού Κώδικα, όπως η παραγρ. 3 αντικ. με το άρθρο 14 παραγρ.4 του Ν. 2721/1999, συγκεκριμένα δε σε βάρος του ως άνω εκκαλούντα και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ψ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε.". Πρέπει δε να αναφερθεί επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι το εν λόγω έγκλημα έχει διαπραχθεί κατ' εξακολούθηση, αλλά από τον μεν κατηγορούμενο Χ3 περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2002, από τους δε Χ1 και Χ2 στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003. Η δε διαδοχική απατηλή συμπεριφορά και συναυτουργία ενός εκάστου κατηγορουμένων, οι οποίοι ενήργησαν με κοινό δόλο, αφού ασφαλώς γνώριζαν τόσο το αρχικό όσο και το τροποποιημένο κείμενο της επίμαχης διάταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού-κοινοπρακτικού συμφώνου, γεγονός το οποίο άλλωστε δεν αρνούνται ούτε οι ίδιοι, αρνούμενοι απλά και μόνο ότι είχαν οποιαδήποτε συνάντηση με τον εκκαλούντα, είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του παθόντα και την πρόκληση ζημίας στην περιουσία του. Όπως δε γίνεται δεκτό επί του θέματος αυτού, τελείται μία μόνο πράξη απάτης επί συνεχιζόμενων ψευδών παραστάσεων που επαναλαμβάνονται, μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο πρόσωπο που εξαπατήθηκε η επιδιωκόμενη πλάνη, καθώς και όταν λόγω της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει σε πλείονες της μιας και σε διαφορετικούς χρόνους επιζήμιες για την περιουσία του πράξεις. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση απάτης, κατ' εξακολούθηση, όταν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του, η οποία προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και με διαφορετικά ψευδή πραγματικά περιστατικά, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στο ιστορικό της παρούσας". Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών δέχτηκε κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά στους ήδη αναιρεσείοντες την έφεση του εκκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ' αριθ. 1388/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων και παρέπεμψε αυτούς να δικαστούν για απάτη από κοινού από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, ενώ ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους επικύρωσε το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των ανωτέρω τριών κατηγορουμένων για το αποδιδόμενο σ' αυτούς έγκλημα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται στο βούλευμα: α) οι ψευδείς παραστάσεις στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι προς τον εγκαλούντα με διαδοχικές τους ενέργειες και στα πλαίσια συναπόφασης και κοινού δόλου, β) η παραπλάνηση του εγκαλούντος από τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και ιδίως από την επίδειξη του μη ισχύοντος συμφωνητικού του έτους 1996 περί δήθεν υποχρεώσεως της Κοινοπραξίας να καλύψει απαιτήσεις τρίτων προς οποιαδήποτε εταιρία - μέλος της Κοινοπραξίας, όπως ήταν και η εταιρία ΑΛΤΕ, με την οποία είχε συμβληθεί ο εγκαλών, γ) η ζημία του υπέστη ο εγκαλών, ο οποίος πείστηκε στις ψευδείς παραστάσεις και συνέχισε να προσφέρει έργο στην εταιρία ΑΛΤΕ με τη βεβαιότητα ότι θα πληρωθεί, ενώ αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, θα σταματούσε τη συνεργασία και δεν θα ζημιωνόταν και δ) ο σκοπός των κατηγορουμένων να περιποιήσουν στην εταιρία ΑΛΤΕ παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο συνίσταται στην αξία του έργου που πρόσφερε ο εγκαλών στην εταιρία αυτή (412.792,72 Ευρώ), χωρίς να πρόκειται να πληρωθεί, πράγμα που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και ενέργησαν για να ωφεληθεί η εταιρία την ανωτέρω αξία. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί του ότι: α) δεν αιτιολογείται ο σκοπός των αναιρεσειόντων να περιποιήσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στην εταιρία ΑΛΤΕ, αφού αυτός αιτιολογείται, β) δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ωφελούμενων φυσικών προσώπων τα οποία κερδίζουν από την επιχειρηματική δραστηριότητα της ΑΛΤΕ, ώστε να κριθεί αν αυτοί είναι οι αναιρεσείοντες, αφού το στοιχείο αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, αλλά αρκεί ο σκοπός οφέλους της εταιρίας ΑΛΤΕ, γ) υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές του βουλεύματος, γιατί έκρινε υπαίτιους τους αναιρεσείοντες για το περιουσιακό όφελος της ΑΛΤΕ και ανεύθυνους τους νόμιμους εκπροσώπους της ΑΛΤΕ που απαλλάχθηκαν για ηθική αυτουργία στην πράξη της απάτης, αφού τέτοια αντίφαση δεν υπάρχει, επειδή αιτιολογείται στο βούλευμα η άγνοια των νομίμων εκπροσώπων της ΑΛΤΕ για τις ενέργειες των κατηγορουμένων. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 του Π.Κ., με τη μορφή της αντιφάσεως, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 30-3-2009, 30-3-2009 και 10-4-2009 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 285/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2209. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη από κοινού από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Στοιχεία του ανωτέρω εγκλήματος. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το έγκλημα αυτό των κατηγορουμένων, οι οποίοι με ψευδείς παραστάσεις προς τον παθόντα τον παραπλάνησαν να προβεί σε ενέργειες βλαπτικές για την περιουσία του. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
0
Αριθμός 337/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 373/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 432/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 243/19.7.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αρ. 2/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αρ. 373/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η υπ'αρ. 3/2008 έφεση του ως άνω κατηγορουμένου, κατά του υπ'αρ. 32/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, να δικασθεί για διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών, ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος (αρ. 1, 14-18, 26 παρ. 1, 27, 28, 302 παρ. 1 και 290 παρ. 1β ΠΚ ως ισχύουν). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο νομοτύπως, εμπροθέσμως (βλ. το από 4/3/2009 αποδεικτικό επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος με αρ. 373/2008 στον ίδιο τον κατηγορούμενο) και παραδεκτώς από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ) με την από 11/3/2009 δήλωση του κατηγορουμένου Χ στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Πατρών, για την οποία συντάχθηκε νόμιμα η υπ' αρ. 2/11-3-2009 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση οι εξής (α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των αρ. 29 και 290 ΠΚ (άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος, 139 και 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ) - βλ. την 2/09 έκθεση αναίρεσης του Χ. -Επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι'αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι και λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (ΑΠ 1/05, ολ ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή όλων των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πώς ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια, ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων (αρ. 177 ΚΠΔ) και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή (ΑΠ 2464/05 ΠΧρ ΝΣΤ/626) υιοθέτηση της πρότασης του παρ'αυτώ Εισαγγελέα δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων, άνευ εξαιρέσεως, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ' είδος τα εξής: - Κατά το άρθρο 27 του Ποινικού Κώδικα, ο δόλος διακρίνεται σε άμεσο και ενδεχόμενο. Άμεσος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης, είτε επιδιώκει ευθέως το εγκληματικό αποτέλεσμα της πράξης (άμεσος δόλος πρώτου βαθμού), είτε δεν το επιδιώκει μεν αμέσως, αλλά το προβλέπει ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του και εντούτοις το αποδέχεται (άμεσος δόλος δευτέρου βαθμού). Ενδεχόμενος δόλος υπάρχει όταν ο δράστης προβλέπει ότι από την πράξη του (αξιόποινη ή όχι) είναι δυνατό να παραχθεί το αξιόποινο αποτέλεσμα και παρά ταύτα δεν απέχει από την ενέργεια του, αποδεχόμενος την παραγωγή του αποτελέσματος (ΑΠ 1272/2001, ΠοινΧρ. ΝΒ' σελ. 509, ΑΠ 418/1999, ΠοινΧρ. Ν\ σελ. 41, Ι. Μανωλεδάκης, Ποινικό Δίκαιο, 2004, σελ. 311). Η νομολογία μέχρι πρόσφατα υιοθετούσε τη θεωρία της αποδοχής, δηλαδή της κυριαρχίας του βουλητικού στοιχείου και όχι του γνωσιολογικού. Ήδη όμως, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία στροφή της νομολογίας προς τη θεωρία της "επιδοκιμασίας" του αποτελέσματος που ακολουθεί η γερμανική επιστήμη και νομολογία (ΑΠ 1887/2002, ΠοινΛογ. 2002, σελ. 2073, ΑΠ 2125/2002 ΠοινΛογ. 2002, σελ 2424 ΑΠ 1304/2003 ΠοινΛογ. 2003, σελ. 1474 - υπό θέση Ricomex, ΑΠ 500/2003, ΠοινΧρ. 2003, σελ. 122 - υπόθεση "Express Samina"). Κατ' αυτή, μια πράξη που τελείται με ενδεχόμενο δόλο προϋποθέτει ότι ο δράστης διαβλέπει ως δυνατή και όχι εντελώς απομακρυσμένη την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, περαιτέρω δε ότι την επιδοκιμάζει ή ότι συμβιβάζεται χάριν του επιδιωκόμενου σκοπού του με την πλήρωση της οικείας ειδικής υπόστασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 του αυτού κώδικα, η αμέλεια διακρίνεται σε ενσυνείδητη και μη συνειδητή. Ενσυνείδητη αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης, λόγω μη καταβολής της προσήκουσας προσοχής, προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να προέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά το αποκρούει και ενεργεί, διότι είτε ελπίζει (ενσυνείδητη αμέλεια α' βαθμού, βλ. ΑΠ 1519/1987, ΠοινΧρ. ΛΗ', σελ. 211) είτε πιστεύει (ενσυνείδητη αμέλεια β' βαθμού) ότι δεν θα επέλθει. Μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει όταν ο δράστης δεν προέβλεψε καθόλου το εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 300/1998 ΠοινΧρ. ΜΗ', σελ. 909, ΑΠ 1600/1996, ΠοινΧρ. ΜΖ', σελ. 870, ΑΠ 1124/1995 ΠοινΧρ. ΜΣΤ, σελ. 490). Επομένως, ο ενδεχόμενος δόλος διαφέρει από τη συνειδητή αμέλεια, κατά το ότι στη δεύτερη ο δράστης, παρόλο που προβλέπει ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξης του, ελπίζει ή πιστεύει ότι θα το αποφύγει, δηλαδή δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα αλλά ενεργεί "εξ αφροντιστίας". Ακόμη, στο άρθρο 290 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα ορίζεται ότι όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες τιμωρείται (α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και (β) με κάθειρξη αν επήλθε θάνατος. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, για τη συγκρότηση του οποίου απαιτούνται: (α) διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών στους δρόμους ή στις πλατείες, ως τέτοια δε νοείται η διατάραξη που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο εκτός απ' αυτόν της φθοράς της οδού, που υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 273 του Ποινικού Κώδικα. (Αιτιολογική έκθεση, 261). Έτσι συνιστά διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και η κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας οδήγηση οδικού οχήματος, κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο-για άνθρωπο. Πράγματι, όποιος παραβιάζει καθ' υπερβολή το όριο ταχύτητας σε δρόμους όπου κινούνται και άλλα αυτοκίνητα ή πεζοί, διαταράσσει προφανώς την ασφάλεια της συγκοινωνίας και την πράξη του αυτή την καλύπτει μάλιστα με δόλο. Διότι γνωρίζει ως βέβαιο ή πάντως ενδεχόμενο ότι διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε από την πράξη του να μπορεί να κινδυνεύσει άνθρωπος, και, μολονότι δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα του θανάτου ή της σωματικής βλάβης, δείχνει με τη συμπεριφορά του ότι αποδέχεται και τη διατάραξη της ασφάλειας και τον πιθανό κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. Αν από αμέλεια προκάλεσε τελικά με τη συμπεριφορά του αυτή και το θάνατο κάποιου προσώπου, τότε πραγματώνει τη νομοτυπική μορφή του εκ του αποτελέσματος εγκλήματος του άρθρου 290 παρ. 1β' του Ποινικού Κώδικα, (Συμεωνίδου - Καστανίδου, Γιατί αγνοείται το άρθρο 290 ΠΚ; Υπέρ. 1998, σελ. 1146, βλ. και Συμβ. Εφ. Λαρ 179/2004 ΠοινΔικ 2004, σελ 793 επ). Κάθε επικίνδυνη, παρατεινόμενη συμπεριφορά οδηγών αυτοκινήτων στους δρόμους (επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό καθεστώς μέθης, κακή συντήρηση του κινούμενου οχήματος, υπερβολική ταχύτητα, κακή πρόσδεση φορτίου σε καρότσες φορτηγών, σε σχάρες ή πορτ-μπαγκάζ αυτοκινήτων κ.λπ.) αποτελεί καθεαυτή αξιόποινη πράξη, διότι θέτει σε κίνδυνο (αφηρημένα - συγκεκριμένη διακινδύνευση) την ασφάλεια της συγκοινωνίας της οδού, επί της οποίας κινείται το όχημα (άρθρο 290 παρ. 1α' Π Κ). Αν, τώρα, από την επικίνδυνη για τη συγκοινωνία πράξη ή παράλειψη προκληθεί ατύχημα και επέλθει θάνατος ανθρώπου (οιουδήποτε ανθρώπου) η ποινή επιβαρύνεται, αφού ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς μεταβάλλεται από πλημμέλημα σε κακούργημα (άρθρο 290 παρ. 1β* Π Κ). Έτσι, ο ενδεχόμενος δόλος δεν αναφέρεται στην απώλεια της ανθρώπινης ζωής (για την οποία αρκεί αμέλεια, αφού πρόκειται για έγκλημα εκ του αποτελέσματος) αλλά στη δημιουργία απλώς κινδύνου για τη συγκοινωνία, τον οποίο κίνδυνο αποδέχεται ο επικίνδυνος οδηγός, ελπίζοντας ωστόσο να αποφύγει τραυματισμούς και θανάτους (Μανωλεδάκης, Παρατηρήσεις στην Εγκ. Εισ. Πρωτ. Θεσ. 2138/2003 ΠοινΔικ 2003, σελ. 524). Ως δρόμος, εν προκειμένω νοείται κάθε οδός που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία και μάλιστα δημόσια ή ιδιωτική, εθνική ή επαρχιακή, μικρή ή μεγάλη κ.ά (β) δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου για άνθρωπο (δυνατότητα πρόκλησης κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα δεν αρκεί), δηλαδή κινδύνου που αφορά τη ζωή ή την υγεία άλλου εκτός του δράστη προσώπου, χωρίς να απαιτείται και η επέλευση συγκεκριμένου κινδύνου του προσώπου (ΑΠ 1797/1987, ΝοΒ 1988, σελ. 145), (γ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση τούτου για διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας και γνώση του ότι από αυτήν μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από τη συμπεριφορά του διαταράσσεται η ασφάλεια της συγκοινωνίας με συνέπεια τη δυνατότητα πρόκλησης κινδύνου για άνθρωπο, πλην όμως προβαίνει σ" αυτήν αποδεχόμενος το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή την πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο, (δ) επέλευση από την πράξη του δράστη θανάτου άλλου και (ε) αμέλεια του δράστη ως προς το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου άλλου σύμφωνα με τα ακολούθως εκτιθέμενα (ΑΠ 117/2003 ΠοινΔνη 2003, σελ. 850 ΑΠ 1585/1995, ΠοινΧρ. ΜΣΓ σελ. 1014, ΑΠ 1797/1987, ΝοΒ 1988, σελ. 145, ΣυμβΕφΑαρ 179/2004, ΠοινΔνη 2004, σελ. 793, Συμβ ΠλημΑαρ 130/2004, ΠοινΔνη 2004/642, ΣυμβΠλημΘηβ. 22/2003, ΠοινΧρ ΝΓ σελ. 372, Μπουρόπουλος, τευχ. β' σελ. 443 Δέδες, σελ. 167). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια η οποία συρρέει αληθώς με την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών από πρόθεση από την οποία επήλθε θάνατος (πρότ. ΕισΑΠ Κόλλια στην ΑΠ 458/1961, ΠοινΧρ. IB' σελ. 158, Μπενάκη "Ποινική ευθύνη εκ κυκλοφοριακών παραβάσεων", σελ. 70, 71, 4 έως 5 σελ. 168) απαιτείται: (α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και λογική και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, (β) να μπορούσε ο δράστης με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και (γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, δηλαδή του θανάτου άλλου (ΑΠ 698/1996, ΠοινΧρ. ΜΖ' σελ. 356, ΑΠ 615/1995, Ποιν Χρ. ΜΕ' σελ. 941, ΑΠ 1352/1991 ΠοινΧρ. MB' σελ 255, ΑΠ 736/1989, ΠοινΧρ. Μ' σελ 145). Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος κριτήριο επιμελούς συμπεριφοράς είναι η εκ μέρους του δράστη οδηγού τήρηση ή μη των κανόνων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, καθώς επίσης η έγκαιρη ή καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου και η ύπαρξη δυνατότητας ή μη διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού (ΑΠ 1750/1988, ΠοινΧρ. ΛΘ' σελ 572). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Ποινικού Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, δηλαδή πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλόμενης κατά αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνθηκών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και (β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων, και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και (γ) το αποτέλεσμα πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την πράξη ή την παράλειψη του. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 του παραπάνω κώδικα, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε συνειδητή κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε (ΑΠ 1122/2002, ΠοινΧρ ΝΓ σελ 360, ΑΠ 573/2002, ΠοινΧρ. ΝΓ σελ 45, ΣυμβΕφΑΘ. 1116/2002 ΠοινΧρ. ΜΓ σελ. 435 και 470). Τέλος, όπως σε όλα τα ουσιαστικά εγκλήματα, μεταξύ των οποίων καταλέγεται και η ανθρωποκτονία από αμέλεια, προς ύπαρξη εγκληματικής πράξης απαιτείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξης του δράστη, κατά την άνω έννοια, και αποτελέσματος. Για τη διαπίστωση της ύπαρξης του αντικειμενικού αυτού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξης και αποτελέσματος η απόλυτα στο Ποινικό Δίκαιο κρατούσα θεωρία του ισοδυνάμου των όρων δέχεται ότι υπάρχει τέτοιος δεσμός αιτιότητας με κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία, όταν λείπει σαν αιτία, εκλείπει και το αποτέλεσμα. Κατά την θεωρία δηλαδή αυτή, γνωστή και ως όμοια της conditio sine qua non, αρκεί η δράση του ενδιαφέροντα κάθε φορά ανθρώπου να υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επέρχονταν, ένας κρίκος της αλυσίδας, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι, άμεσα ή έμμεσα, όπως λ. χ. η δυσκρασία ή η πάθηση του παθόντα ή η αμέλεια αυτού ή τρίτου ή και τυχαίο απλώς γεγονός (ΑΠ 1441/2002, ΠοινΛογ. 2002 σελ. 1735, ΑΠ 596/ 2000, ΠοινΧρ. Ν' σελ 1006, ΔιατΕισΕφΑΘ. 138/1996 ΠοινΧρ. ΜΘ1 σελ. 170, ΑΠ 327/1962 ΠοινΧρ. ΙΓ σελ. 24, Μπουρόπουλος, Ερμ. ΠΚ, τόμ. Α\ έκδ. 1959, παρ. 37-39, κλπ.). - Από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, από τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και μάλιστα από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, την έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, την έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των πολιτικώς εναγόντων, σε συνδυασμό με τις απολογίες του κατηγορουμένου και το απολογητικό του υπόμνημα, προέκυψαν τ' ακόλουθα περιστατικά: Τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2007, ο κατηγορούμενος ανέγειρε οικοδομή σε ακίνητο ιδιοκτησίας του, σε περιοχή της πόλεως του ... Για τις ανάγκες της οικοδομής αυτής και μάλιστα για την μεταφορά οικοδομικών υλικών και για την επίβλεψη των εργασιών, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε το ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό του και διέσχιζε την οδό ..., μπροστά από την κατοικία του ΑΑ. Την 14 Φεβρουαρίου του έτους 2007 και περί ώρα 14.00 ο Χ κινιόταν στην οδό ..., με το αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό όχημα του, στην καρότσα του οποίου είχε τοποθετήσει έξι (6) τσουβάλια που περιείχαν λίπασμα, βάρους πενήντα (50) κιλών το καθένα, όπως επίσης και τέσσερα (4) τσουβάλια, που περιείχαν ζωοτροφές, βάρους σαράντα (40) κιλών το καθένα και συνολικού βάρους τετρακοσίων εξήντα (460) κιλών. Η κατεύθυνση δε του οχήματος ήταν από βορά προς νότο, προς την ανεγειρόμενη οικοδομή. Ενώ λοιπόν διερχόταν μπροστά από την οικία του ΑΑ, η οποία βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της οδού, σε σχέση με την πορεία του οχήματος, δεν αντιλήφθηκε τον ανήλικο, ηλικίας οκτώ ετών, ΒΒ, ο οποίος εξερχόμενος της παραπάνω οικίας, είχε πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό ..., ούτε και μπόρεσε έγκαιρα να τροχοπεδήσει και να διακόψει την πορεία του, ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό, με αποτέλεσμα να επιπέσει στον ανήλικο και λόγω της τροχοπεδήσεως του οχήματος, να εγκλωβίσει το σώμα αυτού στην περιοχή της αναρτήσεως του δεξιού τροχού και να το σύρει σε απόσταση δεκαπέντε (15) μέτρων περίπου, όπου και ακινητοποιήθηκε. Επειδή όμως το σώμα του ανήλικου είχε εγκλωβιστεί κάτω από το αυτοκίνητο, ο οδηγός του, πραγματοποίησε κίνηση λίγων μέτρων προς τα πίσω, για να ελευθερωθεί το σώμα του θύματος και ακολούθως αποβιβάστηκε από το όχημα του. Στο σημείο του ατυχήματος έσπευσε και ο πατέρας του ανηλίκου, Ψ, ο οποίος κινιόταν στον ίδιο δρόμο και αντιλήφθηκε την παράσυρση του ανηλίκου και με το όχημα του ΓΓ μετέφερε το θύμα στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου "Χατζή Κώστα" σε κωματώδη κατάσταση, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί θλαστικό τραύμα δεξιάς παρειάς και βρεγματικής περιοχής, κάταγμα αριστερού βραχίονα και αντιβραχίου και θλάση αριστερού πνεύμονα. Ο τραυματισθείς λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως του, διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Ρίου και ακολούθως την επόμενη ημέρα (15-2-2007) στο Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών "Παναγιώτη και Αγλαΐα Κυριακού", όπου εξαιτίας των τραυμάτων του, κατέληξε. Από τη νεκροψία - νεκροτομή που διενήργησε η ιατροδικαστής ..., τα αποτελέσματα της οποίας αποτυπώνονται στην με αριθμό .../16-2-2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο ανήλικος έφερε θλαστικά τραύματα του τριχωτού της κεφαλής κατά τη βρεγματική και δεξιά βρεγματοϊνιακή χώρα, εκδορές και θλαστικές εκχυμώσεις σπλαγχνικού κρανίου, αριστερού άνω άκρου των κατά γόνυ αρθρώσεων, εκδορές κατά την αριστερή ωμοπλατιαία και οσφυϊκή χώρα, τομή Bullau, δεξιού ημιθωρακίου και θλαστικές εκχυμώσεις αριστερής κνήμης, υποδόριο αιμάτωμα βρεγματοϊνιακά, διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία και οίδημα του εγκεφάλου, εκτεταμένο αιμάτωμα και εξάρθρημα του πρώτου αυχενικού σπονδύλου, κατάγματα της δεξιάς κλείδας και κατάγματα της πρώτης, δεύτερης και τρίτης πλευρά του δεξιού ημιθωρακίου, θλάσεις δεξιού πνεύμονα και οίδημα αριστερού πνεύμονα. Από τα ανωτέρω δε τραύματα που είχε υποστεί ο ανήλικος στο κεφάλι και στο στήθος, προήλθε ο θάνατος αυτού, ως μόνη και αποκλειστική αιτία. Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και μάλιστα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τα σχετικά έγγραφα και μάλιστα την από 14/2/2007 έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τοποθεσίας του ατυχήματος, προκύπτει ότι αιτία του τροχαίου ατυχήματος και του θανάτου του ανηλίκου, ήταν η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του οχήματος του. Πράγματι, η επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο ταχύτητα ήταν πενήντα (50) χιλιόμετρα την ώρα, καθότι κατοικημένη περιοχή, ενώ η ταχύτητα που είχε αναπτύξει το όχημα ανερχόταν σε εβδομήντα (70) χιλιόμετρα την ώρα. Η ταχύτητα αυτή συνδυαζόμενη με τις ιδιομορφίες που παρουσίαζε η οδός ... καθιστούσε επικίνδυνη την κίνηση των οχημάτων με αυξημένη ταχύτητα. Ειδικότερα, η προαναφερόμενη οδός, ήταν διπλής κατευθύνσεως, με ανομοιομορφία στο πλάτος της και με οικίες στις δύο πλευρές της, των οποίων τα όρια των οικοπέδων τους, έφθαναν μέχρι την οδό που περιόριζαν την ορατότητα των οδηγών των οχημάτων. Επίσης, σε άλλα σημεία υπήρχαν ερείσματα χωμάτινα ή από τσιμέντο, τα οποία άλλα ή ήταν στο ίδιο ύψος με το επίπεδο της οδού ή άλλα σε χαμηλότερο επίπεδο, καθιστώντας την κίνηση των οχημάτων δυσχερή και επικίνδυνη και την ιδιαίτερη επιμέλεια των οδηγών. Τέλος, η ύπαρξη μικρών κάθετων προς την οδό ..., οδών, που εξυπηρετούσαν τους κατοίκους της περιοχής, η στάθμευση οχημάτων των κατοίκων της περιοχής, αλλά και η ύπαρξη κοντά στην παραπάνω οδό δημοτικού σχολείου και νηπιαγωγείου και η συχνή κίνηση παιδιών στην περιοχή, καθιστούσε ακόμη μεγαλύτερο τον κίνδυνο ατυχήματος. Είναι βέβαιο ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του αυτή διατάραξε την ασφάλεια της συγκοινωνίας στις οδούς. Από τη διατάραξη δε αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και ο δράστης ενεργούσε, με πρόθεση και ειδικότερα με ενδεχόμενο δόλο, αφού αυτός γνώριζε καλώς ότι από την πράξη του, ήταν ενδεχόμενο να παραχθεί ανωμαλία στη συγκοινωνία στους δρόμους, με επακόλουθο να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αυτό. Από τη συμπεριφορά του δε αυτή επήλθε και θάνατος ανθρώπου, τον οποίο ο κατηγορούμενος προέβλεψε μεν ότι ήταν δυνατόν να συμβεί, πλην όμως δεν τον αποδέχθηκε, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν και αυτό λόγω της έλλειψης της περίσκεψης, σύνεσης και προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, αλλά και εκείνης που μπορούσε να επιδείξει, σε σχέση με τις προσωπικές ικανότητες, γνώσεις και εμπειρίες που είχε αποκτήσει. Η προαναφερόμενη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην πορεία του και μάλιστα στη στενότητα του δρόμου, το πολυσύχναστο αυτού και το ενδεχόμενο ότι λόγω της ώρας, θα υπήρχαν ανήλικα παιδιά στο δρόμο, τα οποία αποχωρούσαν από το σχολείο τους, καθιστούσε την κίνηση του οχήματος του επικίνδυνη για κάθε άνθρωπο, που χρησιμοποιούσε την οδό. Μάλιστα δε η συμπεριφορά του αυτή ήταν επανειλημμένη, παρά το γεγονός ότι κατά το παρελθόν είχαν εκφραστεί παράπονα από κατοίκους της περιοχής, για την υπερβολική ταχύτητα που ανέπτυσσε το όχημα του και τον φόβο τους, για την ύπαρξη ατυχήματος. Είναι δε αναμφισβήτητο ότι το τροχαίο ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ανήλικου, προκλήθηκε από την υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο κατηγορούμενος, γεγονός που στέρησε από αυτόν την δυνατότητα να αντιδράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά όταν αντιλήφθηκε τον ανήλικο στο δρόμο και συγκεκριμένα να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημα του ή να πραγματοποιήσει ελιγμό στο ελεύθερο τμήμα της οδού. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) με την έφεση που κατέθεσε υποστηρίζει ότι αναιτιολόγητα το πρωτόδικο βούλευμα τον παραπέμπει στο αρμόδιο Δικαστήριο για την σε βαθμό κακουργήματος αξιόποινη πράξη της διατάραξης ασφαλείας συγκοινωνιών, από την οποία επήλθε θάνατος και ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας του οχήματος του, κατά δεκαπέντε (15) χιλιόμετρα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επικίνδυνη οδήγηση. Επίσης, από τα σχετικά έγγραφα, προκύπτει ότι προέχουσα υπαιτιότητα για το ατύχημα είχε ο ανήλικος, ο οποίος αιφνιδίως επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, σε σημείο που η ορατότητα της οδού τον εμπόδιζε να τον αντιληφθεί πριν εισέλθει στο οδόστρωμα. Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, προκύπτει με σαφήνεια ότι θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της επιβαρυντικής περιστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο β' του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα και όχι η παράγραφος 1, στοιχείο α' του αυτού άρθρου. Και τούτο γιατί είναι σαφές ότι με την επικίνδυνη αυτή οδήγηση σε στενό δρόμο με τις αναφερόμενες ιδιαιτερότητες, ο οδηγός του οχήματος, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζε ως βέβαιο ή ως ενδεχόμενο ότι από τη συμπεριφορά του ενδέχεται να διαταραχθεί η ασφάλεια της συγκοινωνίας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προκληθεί κίνδυνος για άνθρωπο, πλην όμως προέβη σ' αυτήν αποδεχόμενος τον κίνδυνο και όχι στην ενδεχόμενη βλάβη του έννομου αγαθού. Αλλά και από την επισκόπηση του περιεχομένου της εκθέσεως αυτοψίας, του πρόχειρου σχεδιαγράμματος και των φωτογραφιών που έχουν ληφθεί από το σημείο του ατυχήματος προκύπτει ότι η οδός ..., πριν και μετά το σημείο του ατυχήματος, είναι ευθεία σε απόσταση εκατό πενήντα (150) μέτρων, με πλήρη ορατότητα για τον οδηγό. Επίσης, η ευθεία αυτή του δρόμου, σε συνδυασμό με το βάρος του φορτίου που μετέφερε το όχημα, έδιδε την ευχέρεια στον οδηγό του να αναπτύξει ευχερώς ταχύτητα επιπλέον της προβλεπόμενης. Επίσης, το σημείο στο οποίο φέρεται ότι το όχημα κτύπησε και παρέσυρε τον ανήλικο, ήταν σχεδόν στο μέσο του οδοστρώματος και ειδικότερα σε απόσταση 1,80 μέτρων από το δεξιό άκρο της οδού, σε σχέση με την κίνηση του οχήματος, γεγονός που καταρρίπτει τον ισχυρισμό αυτού ότι το ατύχημα οφειλόταν βασικά στην αιφνίδια κίνηση του θύματος. Αλλά και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι πράγματι ο ανήλικος κινήθηκε αιφνίδια στο οδόστρωμα και πάλι η ευθύνη του κατηγορούμενου, δεν μειώνεται, καθόσον ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του ανήλικου, αυτός θα έπρεπε να τηρεί τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και να οδηγούσε με σύνεση, βαίνοντας αφενός με ταχύτητα μικρότερη κατά είκοσι (20) χιλιόμετρα και αφετέρου έπρεπε να είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έτσι ώστε να ήταν σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμαστε. Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί στην ουσία της και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πατρών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14-18, 26, 27, 28, 302 παρ. 1 και 290 παρ. 1β ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.)· Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω: (Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 2/11-3-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αρ. 373/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 29 Απριλίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλομένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα περιστατικά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κατέληξε το δικαστικό συμβούλιο στην κρίση ότι υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις προς στήριξη της κατηγορίας για την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη και την παραπομπή του γι' αυτήν στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί, για να υπάρχει η άνω επιβαλλόμενη αιτιολογία, να αναφέρονται αυτά κατ' είδος και δεν απαιτείται ειδική μνεία καθενός από αυτά και τι συνήγαγε το δικαστικό συμβούλιο από το καθένα ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα προς σχηματισμό της κρίσεώς του και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Ακόμη, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο απαλλακτικό ή παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, όταν σ' αυτήν αναφέρονται τα άνω στοιχεία. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β Κ.Ποιν.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά και η εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως που υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπαγάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 290 Π.Κ. "1. όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους ή στις πλατείες, τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, β) με κάθειρξη, αν επήλθε θάνατος. 2. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την κατά νόμον θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος, το οποίο έχει μορφή συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως και αφορά στην οδική συγκοινωνία, απαιτείται διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας, που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, κυρίως με ανθρώπινη υλική εμφανή ενέργεια σε κάθε μορφής οδό, από την οποία προκύπτει κίνδυνος σε ανθρώπους. Η διατάραξη εκλαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν κάθε ενέργεια που δημιουργεί ανώμαλη κατάσταση, από την οποία με βεβαιότητα προκύπτει κίνδυνος για άνθρωπο. Η διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών πρέπει να συνέχεται με δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου για άνθρωπο, δηλαδή κινδύνου που αφορά την ζωή ή την υγεία του, χωρίς να είναι αναγκαία η επέλευσή του. Επομένως, η ολοκλήρωση του εγκλήματος αυτού δεν προϋποθέτει και την πραγματική επέλευση του κινδύνου, αλλά αρκεί ότι η πράξη ή η παράλειψη μπορεί να προκαλέσει τον άνω κίνδυνο. Η ελεγχόμενη πράξη μπορεί να υπάγεται σε υποχρεωτική κυκλοφοριακή ρύθμιση ή αντιθέτως, να μην υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, αρκεί ότι σε κάθε περίπτωση η πράξη αυτή θεωρείται πρόσφορη και ικανή, εξ αιτίας της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου. Υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι κάθε πρόσωπο που σχετίζεται με την κίνηση του οχήματος, μεταξύ των οποίων και ο οδηγός του αυτοκινήτου. Όταν το αδίκημα τελείται από δόλο, για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής αποστάσεως αυτού απαιτείται γνώση και θέληση του δράστη για διατάραξη της ασφαλείας της συγκοινωνίας, με συνείδηση ότι από την πράξη ή την παράλειψη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης, αν και γνωρίζει ότι από κάποια ενέργειά του ενδέχεται να διαταραχθεί η ασφάλεια της συγκοινωνίας και να δημιουργηθεί η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου για άνθρωπο, παρά ταύτα προβαίνει σε αυτήν αποδεχόμενος το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή την πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο. Εάν υπάρχει αμέλεια ως προς το ότι η πράξη μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο σε άνθρωπο, τότε πρόκειται για διατάραξη από αμέλεια. Η επιβεβαρυμένη διατάραξη (άρθρο 290 παρ. 1 εδ. β ΠΚ) είναι η απλή διατάραξη, η οποία έχει ως συνέπεια τον θάνατο ανθρώπου έτσι ώστε, αν επέλθει ο θάνατος, να πρόκειται για έγκλημα εκ του αποτελέσματος (ΠΚ 29). Έτσι για μεν τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας στις οδούς πρέπει να υπάρχει δόλος, αρκούντος και του ενδεχομένου, για δε τον θάνατο απαιτείται μόνον η ύπαρξη αμελείας. Η ανθρωποκτονία από αμέλεια, που αποτελεί το βαρύτερο αποτέλεσμα, τιμωρείται σύμφωνα με τα άρθρα 302 και 28 του ΠΚ. Έγκλημα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο, στο οποίο το βάσιμο έγκλημα είναι έγκλημα αμελείας, δεν υπάρχει στον Ποινικό Κώδικα. Όταν για το βαρύτερο έγκλημα (που εμπεριέχει το βασικό) υπάρχει δόλος, έστω ενδεχόμενος, δεν πρόκειται για έγκλημα του αποτελέσματος, αλλά για κανονικής μορφής έγκλημα εκ δόλου, το οποίο έτσι απορροφά το βασικό, το οποίο εκφράζει τη βαρύτερη προσβολή του εννόμου αγαθού και πρέπει, στην περίπτωση αυτής της επιβεβαρυμένης διατάραξης της συγκοινωνίας στους δρόμους, να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής. Επομένως, μεταξύ της από πρόθεση διατάραξης και του επελθόντος θανάτου πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, ήτοι ο θάνατος να οφείλεται στη διατάραξη κατά την θεωρία της CONDITIO SINE QUA ΝΟΝ και, αφού τούτο διαπιστωθεί, χωρεί περαιτέρω έρευνα, εάν για το βαρύτερο αποτέλεσμα υπάρχει αμέλεια. Η έννοια της αμέλειας είναι αυτή του άρθρου 28 ΠΚ και πρέπει και στην περίπτωση αυτή μεταξύ της πράξεως (ενεργείας ή παραλείψεως) και αποτελέσματος, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος δηλαδή να υπάρχει έλλειψη της προσήκουσας προσοχής, ένεκα της οποίας δεν προείδε ο δράστης το βαρύτερο αποτέλεσμα ή προείδε μεν τούτο ως πιθανόν, αλλά επίστευσε ότι δεν θα επερχόταν. Πρέπει δε να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια και να αιτιολογείται στο βούλευμα την απόφαση η δυνατότητα πρόβλεψης ή η πρόβλεψη του αποτελέσματος, ενώ αν το περαιτέρω αποτέλεσμα δεν ήταν αντικειμενικώς προβλέψιμο δεν μπορεί να καταλογιστεί τούτο σε αμέλεια του δράστη του βασικού εγκλήματος. Στα εγκλήματα κατά της ασφαλείας των συγκοινωνιών, που ανήκουν στην κατηγορία των εκ του αποτελέσματος διακρινομένων, επί των οποίων δικαιολογείται βαρύτερη τιμωρία των, αν από τη συμπεριφορά του δράστη προκληθεί το βαρύτερο αποτέλεσμα, η πράξη της διαταράξεως της ασφάλειας της οδικής κυκλοφορίας περιλαμβάνει και αφορά και την προστασία της ανθρώπινης ζωής και το βαρύτερο αποτέλεσμα πρέπει να συνιστά πραγμάτωση του κινδύνου που τέθηκε με το βασικό έγκλημα υπό την έννοια υπάρξεως αμεσότητος μεταξύ βασικού εγκλήματος και βαρύτερου αποτελέσματος για να στοιχειοθετείται το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο έγκλημα. Σε περίπτωση συγκλίνουσας αμέλειας περισσότερων προσώπων καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τη συμπεριφορά του κάθε δράστη, ενώ οι ισχυρισμοί ότι το αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια άλλου, όπως και ότι δεν υπάρχει η απαιτουμένη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του φερομένου ως υπαιτίου και του αποτελέσματος, συνιστούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής, τα οποία αντιμετωπίζονται με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Ο Άρειος Πάγος ως ακυρωτικό δικαστήριο δεν δύναται να ελέγχει την κυριαρχική κρίση του Συμβουλίου, όσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την εσφαλμένη ή ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ούτε την κρίση του συμβουλίου αν αυτό δεν δέχθηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση και άλλα πραγματικά περιστατικά. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών που το εξέδωσε, έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την κακουργηματική πράξη της διατάραξης της ασφαλείας των συγκοινωνιών ενεργώντας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος. Δέχθηκε ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, τις περιεχόμενες σ' αυτήν όμοιες με τις αναφερόμενες παραπάνω νομικές σκέψεις και ότι, από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2007, ο κατηγορούμενος ανήγειρε οικοδομή στο ... σε ακίνητο ιδιοκτησίας του στην οδό ... και μετέβαινε εκεί με το αυτοκίνητό του συχνά για να επιβλέπει τις εργασίες και να μεταφέρει υλικά. Κατά την κίνησή του προς την άνω οικοδομή και την αποχώρησή του από εκεί διερχόταν και προ του ακινήτου του οποίου η αυλή είχε πρόσοψη στην οδό ... και εντός του οποίου βρισκόταν και η κατοικία του ΑΑ. Την 14η Φεβρουαρίου του έτους 2007 και ώρα 14.00, ο κατηγορούμενος εκινείτο οδηγών το ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητό του με αριθμό κυκλοφορίας ... επί της οδού ..., με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, έχοντας φορτώσει στο αμάξωμά του έξι τσουβάλια που περιείχαν λίπασμα, βάρους 50 κιλών το καθένα, όπως και τέσσερα τσουβάλια που περιείχαν ζωοτροφές, βάρους 40 κιλών το καθένα. Κατά τη διέλευσή του με το έμφορτο άνω όχημά του προ της οικίας του ΑΑ, που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της οδού σε σχέση με την πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου, δεν αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος τον ανήλικο ηλικίας οκτώ ετών ΒΒ, ο οποίος εξερχόταν από την οικία του ΑΑ και είχε πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό ... Ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε ούτε να τροχοπεδήσει έγκαιρα, ώστε να διακόψει την πορεία του, ούτε να πραγματοποιήσει ελιγμό για να αποφύγει να επιπέσει στον ανήλικο πεζό, αλλά τον παρέσυρε και λόγω της εν συνεχεία τροχοπεδήσεως εγκλωβίστηκε το σώμα του ανηλίκου πεζού στον χώρο της αναρτήσεως του δεξιού εμπροσθίου τροχού του φορτηγού αυτοκινήτου και έσυρε το σώμα του παρασυρθέντος σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων, όπου και ακινητοποιήθηκε το όχημα. Για να απελευθερώσει δε το σώμα του ανηλίκου, που είχε εγκλωβισθεί κάτω από το φορτηγό αυτοκίνητό του, ο κατηγορούμενος έκανε κίνηση οπισθοπορείας για λίγα μέτρα και ακολούθως αποβιβάσθηκε από το όχημά του. Στη συνέχεια, έσπευσε ο πατέρας του ανηλίκου Ψ, που εκινείτο στον ίδιο δρόμο και αντιλήφθηκε την παράσυρση και τον τραυματισμό του άνω υιού του και με το όχημα του ΓΓ μετέφερε το θύμα στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου "ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ" σε κωματώδη κατάσταση, όπου εξετάσθηκε και διαπιστώθηκε, ότι είχε υποστεί θλαστικό τραύμα δεξιάς παρειάς και βρεγματικής χώρας, κάταγμα αριστερού βραχίονα και αντιβραχίου και θλάση αριστερού πνεύμονα και, αφού διασωληνώθηκε, λόγω της σοβαρότητος της καταστάσεώς του, διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο Ρίου και ακολούθως την επομένη ημέρα (15.2.2007) μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών "Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού, όπου και κατέληξε, συνεπεία των τραυμάτων του. Στην υπ' αριθ. .../16.2.2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής, ανέφερε η διενεργήσασα αυτήν ιατροδικαστής ..., ότι ο θανών ανήλικος, όπως διαπιστώθηκε, έφερε θλαστικά τραύματα τριχωτού κεφαλής κατά τη βρεγματική και δεξιά βρεγματοϊνιακή χώρα, εκδορές και θλαστικές εκχυμώσεις σπλαχνικού κρανίου, αριστερού άνω άκρου, των κατά γόνυ αρθρώσεων, εκδορές κατά την αριστερή ωμοπλατιαία και οσφυϊκή χώρα, τομή BULLAU δεξιού ημιθωρακίου και θλαστικές εκχυμώσεις αριστερής κνήμης, υποδόριο αιμάτωμα βρεγματοϊνιακά διαχύτη υπαραχνοειδή αιμορραγία και οίδημα του εγκεφάλου, εκτετατώμενο αιμάτωμα και εξάρθρωμα του πρώτου αυχενικού σπονδύλου, κάταγμα της δεξιάς κλείδας και κατάγματα της πρώτης, δεύτερης και τρίτης πλευράς του δεξιού ημιθωρακίου, θλάσεις δεξιού πνεύμονα και οίδημα αριστερού πνεύμονα και από τα ανωτέρω τραύματα που είχε υποστεί ο ανήλικος, στο κεφάλι και στο στήθος, ως μόνης και αποκλειστικής αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, η ταχύτητα άνω του επιτρεπομένου ορίου εντός κατοικημένης περιοχής, που είχε αναπτύξει ο κατηγορούμενος, όπως εκινείτο στην άνω οδό διπλής κατευθύνσεως με ανομοιομορφία στο πλάτος της και κατοικίες σε κάθε πλευρά του δρόμου που έφθαναν έως την άκρη του και περιόριζαν την ορατότητα των οδηγών να αντιληφθούν από ικανή απόσταση όσους εξέρχονταν στην εν λόγω οδό από καθέτους σ' αυτήν δρόμους ή από τις οικίες που είχαν πρόσοψη στην οδό ..., καθιστούσε επικίνδυνη την κίνηση των οχημάτων σ' αυτήν την οδό με αυξημένη ταχύτητα, όπως αυτή των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα που είχε αναπτύξει τότε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Όπως περαιτέρω έγινε δεκτό από το άνω βούλευμα, από το ότι ήταν συχνή η κίνηση μικρών παιδιών στην περιοχή, λόγω και των σχολείων που λειτουργούσαν σ' αυτήν, καθίστατο ακόμη μεγαλύτερος ο κίνδυνος να σημειωθεί ατύχημα και ο κατηγορούμενος με αυτήν τη συμπεριφορά του διατάραξε την ασφάλεια της συγκοινωνίας στις οδούς και από τη διατάραξη αυτή μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, ενεργούσε δε ο κατηγορούμενος με ενδεχόμενο δόλο. Κατά τις παραδοχές του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι κινούμενος, οδηγώντας το φορτηγό αυτοκίνητό του, με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ωριαίως ήταν ενδεχόμενο να παραχθεί ανωμαλία στη συγκοινωνία στους δρόμους, με επακόλουθο να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο, αποδεχόμενος τόσο το ενδεχόμενο της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας στις οδούς, όσο και εκείνο του πιθανού κινδύνου για τη ζωή άλλων ανθρώπων, χρησιμοποιούντων την οδό. Επεδείκνυε δε ο κατηγορούμενος, ως οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου του, κατά την διέλευσή του από την οδό ... και κατά το παρελθόν, την ίδια συμπεριφορά, κινούμενος σ' αυτήν με ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ την κατά τον νόμο επιτρεπομένη των 50 χιλιομέτρων ωριαίως και έτσι ήταν ενδεχόμενο να προκύψει ανωμαλία στη συγκοινωνία και καθίστατο επικίνδυνη για κάθε άνθρωπο που χρησιμοποιούσε αυτήν την οδό η κίνηση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου με υπερβολική ταχύτητα, είχαν δε εκφρασθεί παράπονα από κατοίκους της περιοχής για τον τρόπο αυτόν οδήγησης του κατηγορουμένου και ότι εφοβούντο ότι θα συνέβαινε έτσι ατύχημα. Από το Συμβούλιο Εφετών έγινε δεκτό ότι το ατύχημα, που συνέβη και είχε αποτέλεσμα τον θάνατο του άνω ανηλίκου υιού των πολιτικώς εναγόντων, προκλήθηκε από την υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει κινούμενος με το φορτηγό αυτοκίνητό του την ημέρα εκείνη στην οδό ... και περαιτέρω ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος προέβλεψε μεν ότι ήταν δυνατόν από αυτήν την συμπεριφορά του να συμβεί και θάνατος ανθρώπου, όμως όσον αφορά τον θάνατο του άνω ανηλίκου δεν τον αποδέχθηκε, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν. Από το Συμβούλιο Εφετών έγινε δεκτό ότι επήλθε ο θάνατος του ανηλίκου από έλλειψη της περίσκεψης, σύνεσης και προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει ο κατηγορούμενος, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός, αλλά και εκείνης που μπορούσε να επιδείξει, ανάλογα με τις προσωπικές ικανότητες, γνώσεις και εμπειρίες που είχε αποκτήσει. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, η υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το φορτηγό αυτοκίνητό του στην άνω οδό στέρησε αυτόν από τη δυνατότητα να αντιδράσει εγκαίρως και αποτελεσματικώς, όταν αντιλήφθηκε τον ανήλικο στον δρόμο και έτσι δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να πραγματοποιήσει ελιγμό προς το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, για να μην τον παρασύρει. Το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι, από την άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το έγκλημα που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 290 παρ. 1 στοιχ. β' του Ποινικού Κώδικα και όχι αυτό που προβλέπεται από το στοιχείο α' της παραγράφου 1 του άνω άρθρου και απέρριψε τον ισχυρισμό που προέβαλε ο κατηγορούμενος με την έφεσή του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, ότι δεν συνιστούσε επικίνδυνη οδήγηση η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας του οχήματος που οδηγούσε, όταν έγινε το ατύχημα, κατά 15 χιλιόμετρα. Επίσης, από το Συμβούλιο Εφετών απερρίφθη και ο έτερος ισχυρισμός που προέβαλε με την έφεσή του ο κατηγορούμενος, κατά τον οποίο το ατύχημα οφειλόταν στην αιφνίδια κίνηση του ανηλίκου στο οδόστρωμα της άνω οδού, προκειμένου να το διασχίσει σε σημείο που η ορατότητα της οδού εμπόδιζε τον κατηγορούμενο να αντιληφθεί τον ανήλικο πριν εισέλθει στο οδόστρωμα, με την παραδοχή ότι προέκυπτε, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες που ελήφθησαν από το σημείο του ατυχήματος, ότι η οδός ... είναι ευθεία πριν και μετά το σημείο αυτό σε απόσταση εκατόν πενήντα μέτρων, με πλήρη ορατότητα για τον οδηγό, ότι η ευθεία του δρόμου στο άνω τμήμα της οδού, σε συνδυασμό με το βάρος του φορτίου του επέτρεπε στον κατηγορούμενο οδηγό να αναπτύξει ταχύτητα επί πλέον της επιτρεπομένης και ότι το σημείο της οδού στο οποίο το όχημα του κατηγορουμένου κτύπησε και παρέσυρε τον ανήλικο τοποθετείται σχεδόν στο μέσον του οδοστρώματος σε απόσταση 1,80 μέτρων από το άκρο δεξιό της οδού σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου επί της οδού και έτσι απερρίπτετο ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το ατύχημα οφειλόταν κατά βάση στην αιφνίδια κίνηση του θύματος και ότι σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του ανηλίκου, δεν αίρεται η ευθύνη του κατηγορουμένου, διότι έπρεπε να τηρεί τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και να οδηγεί με σύνεση, βαίνοντας αφενός με ταχύτητα μικρότερη κατά 20 χιλιόμετρα και να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του προ οποιουδήποτε εμποδίου που θα μπορούσε να προβλεφθεί και βρισκόταν στο ορατό προ της πορείας του τμήμα της οδού. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ αιτιολογία, αφού εκθέτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διαταράξεως της ασφαλείας συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία επήλθε θάνατος, που τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και για το οποίο μόνον κρίθηκε παραπεμπτέος ο ήδη αναιρεσείων, παραθέτει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές με τα άνω αδικήματα ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας συγκοινωνιών στις οδούς από την οποία ήταν δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος σε άνθρωπο και ότι η εκ μέρους του κατηγορουμένου οδήγηση κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου στη συγκεκριμένη οδό, κατά παραβίαση καθ' υπερβολή του ορίου ταχύτητας σε δρόμο όπου κινούνται και άλλα αυτοκίνητα αλλά και πεζοί, μεταξύ των οποίων και μικρά παιδιά, εμπίπτει στην παράβαση του άρθρου 290 παρ. 1β του ΠΚ, εφόσον αποτέλεσμα της επικίνδυνης για τη συγκοινωνία συμπεριφοράς του υπαιτίου ήταν ο θάνατος ανθρώπου και δεν χρειάζονταν να συντρέχουν επί πλέον στοιχεία για την ύπαρξη διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών στους δρόμους και τον κίνδυνο για επέλευση θανάτου ή σωματικής βλάβης των προσώπων που μετέχουν στην συγκοινωνία αυτή και στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι πεζοί όταν χρησιμοποιούν την ίδια οδό, την συγκοινωνία στην οποία διαταράσσει ο υπαίτιος οδηγός οχήματος που κινείται σ' αυτήν, αποδεχόμενος την διατάραξή της και τον πιθανό κίνδυνο πρόκλησης θανάτου ή σωματικής βλάβης σε άλλους ανθρώπους. Αναφέρονται επίσης τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν και από τα οποία προκύπτει η επιδοκιμασία και η θέληση του κατηγορουμένου για την διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας στη συγκεκριμένη οδό με τον επικίνδυνο τρόπο οδήγησης με υπερβολική ταχύτητα στην άνω οδό κατά τρόπο που να είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος θανάτου για άνθρωπο, παρά τις ιδιαιτερότητες που παρουσίαζε και τις συνθήκες που επέβαλλαν να κινείται με πολύ μικρότερη ταχύτητα κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του. Εκτίθενται επίσης στο άνω βούλευμα τα περιστατικά για την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του ήδη αναιρεσείοντος που συνιστούσαν την από πρόθεση διατάραξη της συγκοινωνίας στις οδούς και του επελθόντος βαρύτερου αποτελέσματος, δηλαδή του θανάτου του άνω ανηλίκου ως επακολούθου αυτής και η διαπίστωση περαιτέρω, μετά από έρευνα των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες επήλθε το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα, ότι γι' αυτό υπήρχε αμέλεια του ιδίου του ήδη αναιρεσείοντος που είχε τον χαρακτήρα ενσυνείδητης αμέλειας κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ και ο αιτιώδης σύνδεσμος και μεταξύ αυτής και του θανάτου του ανηλίκου. Στην ύπαρξη τέτοιας μορφής αμέλειας οδηγούν οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, ότι υπήρχε έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και συνέσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του φορτηγού αυτοκινήτου του ότι αυτός όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να επιδείξει ανάλογα με τις γνώσεις, την ικανότητα και την εμπειρία του και ότι έτσι επήλθε ο θάνατος του ανηλίκου συνεπεία της παρασύρσεώς του στο οδόστρωμα της άνω οδού από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που πίστευε ότι δεν θα επερχόταν αν και εστερείτο λόγω της υπερβολικής ταχύτητος που είχε αναπτύξει, της δυνατότητος να αντιδράσει με έγκαιρη τροχοπέδηση ώστε να ακινητοποιήσει το όχημά του ή με αποφευκτικό ελιγμό στο ελεύθερο τμήμα της οδού όταν είδε τον ανήλικο πεζό στο οδόστρωμα της οδού αυτής στο ορατό προ της πορείας του αυτοκινήτου του τμήμα της. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος και για μη εξειδίκευση της σχέσεως του ενδεχόμενου δόλου του για την πράξη της διατάραξης συγκοινωνιών στις οδούς από την οποία επήλθε θάνατος και της αμελείας του από την οποία επήλθε ο θάνατος του ανηλίκου πεζού. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν σε διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών και εφόσον πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 373/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Διατάραξη της ασφαλείας των συγκοινωνιών από την οποία επήλθε ο θάνατος. Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απερρίφθη η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος αυτός στο ακροατήριο του αρμόδιου Μ.Ο.Δ. για την άνω πράξη. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για μη εξειδίκευση της σχέσεως του ενδεχόμενου δόλου του για την πράξη της διατάραξης συγκοινωνιών στις οδούς από την οποία επήλθε θάνατος και της αμέλειάς του από την οποία θανατώθηκε ο ανήλικος πεζός και ως απαράδεκτες οι λοιπές αιτιάσεις που αφορούν σε διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
0
Αριθμός 336/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Δεκεμβρίου 2007, 7 Ιανουαρίου 2008, 7 Ιανουαρίου 2008 και 7 Ιανουαρίου 2008, αντίστοιχα, τέσσερις (4) τον αριθμό, χωριστές, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 116/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις με αριθμούς α) 205/18.4.2009 και β) 207/12.6.2009 (συμπληρωματική) έγγραφες προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Α). Η με αριθμό 205/18.4.2009 εισαγγελική πρόταση, η οποία έχει ως εξής: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 3071/2003 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους ως άνω τρεις πρώτους κατηγορουμένους, Χ1, Χ2 και Χ3 για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών και τον τελευταίο Χ4 για άμεση συνέργεια σε απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Επί πλέον δε τον πρώτο Χ1 για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση, από διαχειριστή ξένης περιουσίας και παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/1920. Κατά του βουλεύματος αυτού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι άσκησαν, αντιστοίχως, τις υπ' αριθμ. 652/03, 654/03, 673/03 και 688/03 εφέσεις τους , οι οποίες έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία με το υπ' αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατόπιν αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 190/05 απόφαση του δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε το υπ' αριθμ. 429/04 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για αρνητική υπέρβαση εξουσίας ως προς το έγκλημα της απάτης γιατί δεν απεφάνθη για την πράξη αυτή, όπως διαμορφώθηκε με την συμπληρωματική δίωξη ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτής, για όλους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και για εκ πλαγίου παράβαση των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων ως προς το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση για τον αναιρεσείοντα Χ1. Έπαυσε δε οριστικώς λόγω παραγραφής την κατά του τελευταίου ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση του αρ. 56 εδ. α' και γ' του ν.2190/20, και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστικές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 225/06 βούλευμά του, διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εξέδωσε το υπ' αριθμ. 2569/2007 βούλευμά του, με το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις παραπάνω εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ' αριθμ. 3071/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το διατακτικό του οποίου διόρθωσε και συμπλήρωσε ως εξής: Διορθώνει-συμπληρώνει το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπέμπονται οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός τoυ χρονικού διαστήματoς από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και 13/2/99 αντίστoιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ. Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ., Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ., Προμηθευτές -Πιστωτές 120.000.000 δρχ., Επενδύσεις 460.000.000 δρχ., Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ., στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΝΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΝΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.000 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές, μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών.Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α) είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς, παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και τη σταθερή ροπή των στη " διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη- διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα τού λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά το χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από την διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του. Επικυρώνει κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα.Κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 2569/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, από πρόσωπα δικαιούμενα σε άσκηση αναιρέσεως, αφού παραπέμπονται για κακούργημα, και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και επί πλέον η αναίρεση του τρίτου Χ3, της απόλυτης ακυρότητας (αρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 στοιχ. α' και 484 § ι στοιχ. α', β' και δ' Κ.Π.Δ.). Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 § ιδ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τούτων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να μορφώσει την κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα -και όχι μόνο μερικά από αυτά- όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα: Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες οι υπ' αριθμ. 652/2003, 654/2003, 673/2003 και 688/2003 ασκηθείσες αντιστοίχως εφέσεις των κατηγορουμένων, Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, κατά του υπ' αριθμ. 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, να διορθωθεί - συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 EURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και την 13/2/99 αντίστοιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα.Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ. Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε η ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής:Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ., Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ., Προμηθευτές-Πιστωτές 120.000.000 δρχ., Επενδύσεις 460.000.000 δρχ., 'Εξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ., στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΚΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙΝΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.00 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητα τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλική5 Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 1.85 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών.Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α. είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτική δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνοντα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και την σταθερή ροπή των στη.· διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά τον χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από τη διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.00Q δρχ. ή 73.000 EURO, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του, να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα, να διαταχθεί η σύλληψη και, όταν αυτό επιτευχθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου Χ1, διατηρούμενης συνάμα της ισχύος του σε βάρος του εκδοθέντος υπ' αριθμ. 9/2006 εντάλματος συλλήψεως του Ανακριτού 19ου Τακτ. Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και τέλη της παρούσης διαδικασίας εξ EURO 210 σε βάρος ενός εκάστου των εκκαλεσάντων κατηγορουμένων.Όμως, πουθενά στο βούλευμα δεν γίνεται μια γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, ενώ από την αναφορά του βουλεύματος ότι "Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το παρόν Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων" δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1/2002, ΑΠ 97/2002), ούτε, επίσης, η αποδοχή από το Συμβούλιο Εφετών των λόγων που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν γίνεται καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά μόνον ως προς τους λόγους, δηλαδή ως προς τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων (Συμ. ΑΠ 1554/01, Συμ. ΑΠ 1608/01). Επικουρικώς, στο σημείο αυτό, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Συμβούλιό σας ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την ειδική αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, το Συμβούλιο Εφετών με αυτά που διέλαβε παραπάνω, αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ'αυτή κατ' εξακολούθηση σε βαθμό, αμφότερες, κακουργήματος, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις ως άνω πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, αφετέρου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικίες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 § 2,45,46 § ιβ, 98 και 386 § 1,3 εδ. α', β' Π.Κ., χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, απορριπτομένων έτσι των προβαλλομένων από τους αναιρεσείοντες συναφώς λόγων αναιρέσεως. Περαιτέρω, με τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών δεν απεφάνθη για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος για την οποία ασκήθηκε νόμιμη ποινική δίωξη και για την οποία ο αναιρεσείων Χ1 κρίθηκε παραπεμπτέος με το πρωτόδικο 3071/03 βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε ως προς την παραπεμπτική για την πράξη αυτή διάταξή του, αφού δεν εκθέτει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εν λόγω εγκλήματος, ούτε αναφέρεται στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς το έγκλημα αυτό. 'Ετσι, όμως υπερέβη αρνητικά την εξουσία του ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Χ1. Τέλος, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Χ3 υπέβαλε αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο Συμβουλίου Εφετών. Συνεπώς ο προβαλλόμενος απ'αυτόν λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε σιωπηρά το σχετικό αίτημά του είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.Κατά ακολουθία αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προσβαλλομένου από τους αναιρεσείοντες λόγου αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και του αυτεπαγγέλτως ερευνωμένου λόγου της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να γίνουν δεκτές οι υπ' αριθμ. 307/2007, 3/2008, 4/2008 και 2/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντιστοίχως, κατά του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης". Β) Η με αριθμό 207/12.6.2009 (συμπληρωματική) εισαγγελική πρόταση, η οποία έχει ως εξής: "Επανεισάγω τη συνημμένη δικογραφία μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1102/2009 απόφασης του δικαστηρίου σας και συμπληρωματικά με την υπ' αριθμ. 205/18-4-2008 πρότασή μου εκθέτω ως προς τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ1 και αναφορικά με την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από διαχειριστή ξένης περιουσίας, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο με το υπ' αριθμ. 3071/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο 2569/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα εξής: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, αναφερόμενο επιτρεπτά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:Η επιτροπή κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθμ. Α.Π. 12808 απόφαση της 12Ε/186/7-3-2000 συνεδρίασης του Δ.Σ. αυτής, μετά τη διαπίστωση ότι η ως άνω υπό του κατηγορουμένου Χ1 εκπροσωπούμενη και διοικούμενη εταιρεία παρέβη τα άρθρα 5 παρ. 5α του Π.Δ. 350/85, 2 και 3 Π.Δ. 360/85 και 72 παρ. 2 του Ν. 1969/91 επέβαλε σ'αυτήν συνολικό πρόστιμο 20.000.000 δρχ. Πρέπει, επίσης, στο σημείο τούτο ν'αναφερθεί ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, απέστειλε στις χρηματιστηριακές αρχές την από 5-4-1999 επιστολή, με την οποία ανακοίνωσε τη λήψη απόφασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής της 4-4-1999 για νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ύψους 4.840.000.000 δραχμών ενώ υπέβαλε στη συνέχεια και σχέδια ενημερωτικού δελτίου προς έγκριση, που όμως δεν δόθηκε, ενόψει των ελέγχων που είχαν αναληφθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την ολοκλήρωση των οποίων θα ανέμενε το ΧΑΑ, για να λάβει την σχετική απόφασή του. Η νέα αυτή αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Θεσσαλικής που δεν είχε καμιά δραστηριότητα για δύο (2) έτη τουλάχιστον, αποτέλεσε την αιτία υποβολής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 και μελών του Δ.Σ. της Θεσσαλικής, μηνυτήριας αναφοράς από τη συντονιστική επιτροπή των μετόχων της ανωτέρω εταιρίας για υπεξαίρεση του ποσού που φερόταν να έχει καταβληθεί για τη συμμετοχή σ'αυτήν μετόχων και τρίτων και το οποίο δεν είχε λογιστικοποιηθεί στα βιβλία της εταιρείας, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ορκωτού λογιστή ΑΑ, ο οποίος διενήργησε έλεγχο στη Θεσσαλική μετά την υπ' αριθμ. 23749/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε η 74η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής που συνήλθε στην Αθήνα, στις 30-6-1997, εξουσιοδότησε ομόφωνα το Δ.Σ. της εταιρείας να προβεί στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εντός της επομένης τετραετίας μέχρι του ποσού των 1.210.000.000 δραχμών. Το Δ.Σ. της εταιρείας με το από 15-1-1998 πρακτικό της έκτακτης συνεδριάσεώς το απεφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ανωτέρω ποσό. Οι εγγραφές των μετόχων για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, έγιναν σε ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, τον οποίο η εταιρεία άνοιξε για το σκοπό αυτό. Η περίοδος των εγγραφών της αύξησης, ήταν η 1/3/1998 με λήξη την 24/8/1998. Σύμφωνα με την από 24-8-1998 βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς στο λογαριασμό ... της Θεσσαλικής για το χρονικό διάστημα από 13-4-1998 μέχρι 10-7-1998 κατατέθηκε το ποσό των 1.301.697.469 δραχμών. Το ανωτέρω ποσό συμφωνεί και με το περιεχόμενο του ανωτέρω τηρηθέντος λογαριασμού από την Τράπεζα, από την ανάλυση του οποίου προκύπτει ότι οι καταθέσεις των μετόχων για το χρονικό διάστημα από 13/4 έως 8/7/1998 ανήλθαν στο ποσό των 1.301.697.469 δραχμών και οι αναλήψεις κεφαλαίου περιόδου 13-4 έως 22-7-1998 ανήλθαν σε 1.301.693.000 δραχμές, ενώ το μη αναληφθέν υπόλοιπο στις 22-7-1998 ήταν 4.469 δραχμές (βλ. 10η σελίδα έκθεσης Εκτάκτου Διαχειριστικού ελέγχου της "Ανώνυμης Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας", σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 23748/1999 απόφαση του Μον.Πρωτ. Αθ., του Ορκωτού Λογιστή ΑΑ). Επομένως υπήρξε υπερκάλυψη του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 91.697.469 δραχμές. Ο λογαριασμός της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, όμως, δεν τηρήθηκε, στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, για την παρακολούθηση όλων των κινήσεων των καταθέσεων-αναλήψεων, σε σχέση με τις ανάλογες κινήσεις του αντίστοιχου τραπεζικού λογαριασμού, που ετηρείτο από την ως άνω Τράπεζα. 'Ετσι από τα βιβλία της εταιρείας δεν προκύπτει αν και πως έγινε η επιστροφή του επί πλέον εισπραχθέντος ποσού της αύξησης στους δικαιούχους για τα αδιάθετα υπόλοιπα 91.697.469 δραχμών (βλ. σελ. 11 της ανωτέρω έκθεσης ΑΑ). Σύμφωνα με την από 11-6-2002 ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου ορκωτού λογιστή-πραγματογνώμονα, αν και αυτός ζήτησε από τον Χ1 να του δείξει τα παραστατικά της κατάθεσης (ΕΞΤΡΕ) ο τελευταίος το αρνήθηκε και γενικά στον έλεγχο έφερνε μεγάλες δυσκολίες. Τον ρώτησε προφορικά που διέθεσε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και του απάντησε ότι το επέστρεψε στους δικαιούχους χωρίς να του επιδείξει τα αντίστοιχα παραστατικά και να του αναφέρει ονομαστικά τα άτομα, στα οποία επεστράφησαν τα επιπλέον χρήματα.Από το ποσό των 1.210.000.000 δραχμών που εισήχθη στην εταιρεία προερχόμενο από την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου διατέθηκε προς κάλυψη ανειλημμένων υποχρεώσεων της Θεσσαλικής, προς τρίτους το ποσό των 934.000.000 δραχμών, άσχετα εάν υπήρξε, όπως προαναφέρθηκε, διαφορετική τοποθέτηση των χρημάτων από αυτήν που είχε δεσμευθεί η εταιρεία, το υπόλοιπο όμως ποσό ύψους 276.000.000 δραχμών, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα (από 11-6-2002) ένορκη κατάθεση του ως άνω ορκωτού λογιστή παρέμεινε στα χέρια της θυγατρικής της Θεσσαλικής, εταιρείας ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ, και ουσιαστικά του Χ1 ο οποίος, όπως καταθέτει ο προαναφερόμενος μάρτυρας ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα υπογραφής και ανάληψης των χρημάτων από την Τράπεζα Πειραιώς. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι παρακρατήθηκε από την θυγατρική εταιρία ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και δραστηριότητες πλην όμως δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό αυτό. Στην προαναφερθείσα έκθεση του ορκωτού λογιστή ΑΑ παρατηρείται σχετικά ότι "ο έλεγχος που πραγματοποίησε είχε αντικειμενική αδυναμία να ελέγξει τις ανάγκες και δραστηριότητες της ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ" για τις οποίες έγινε δήθεν η παρακράτηση από τον Χ1 του προαναφερθέντος ποσού. Επομένως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του Χ1 για την τέλεση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση ποσού 367.697.469 δραχμών που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με την ιδιότητά του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Ποσού, το οποίον αποτελείται-προέρχεται από μερικώτερα ποσά α) ύψους 91.697.469 δραχμών και β) ποσό 276.000.000 δραχμών. Το πρώτον τούτων, των 91.697.469 δραχμών προήλθεν, συγκεντρώθηκε καθ'υπέρβασιν από τους μετόχους δια την συμμετοχήν των στην αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου και προκύπτει από την αφαίρεσιν από το συγκεντρωθέν ποσόν στον ειδικόν λογαριασμόν αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1.301.697.469 δραχμών του ποσού του 1.210.000.000, κατά τα προρρηθέντα του διατεθέντα δια την κάλυψιν των υποχρεώσεων της "Θεσσαλικής", αδυνάτου όντος του προσδιορισμού του αριθμού των καταθετών (περί τους 8.131 επενδυτές κατόχους 20.740.350 μετοχών) αλλά και του κατατεθέντος ποσού, υφ'ενός εκάστου τούτων. Το έτερον δε τούτων των ποσών, των 276.000.000 δραχμών είναι τμήμα του ποσού των 978.830.000 (προερχόμενον και τούτο εκ του ποσού του 1.210.000.000 δραχμών) το οποίον είχε μεταφερθεί εις λογαριασμόν της εταιρείας "ΟΙΝΟΒΟ" χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και ενώ εκ του ανωτέρω ποσού, τμήμα 702.830.000 δραχμών εχρησιμοποιήθη δια τους σκοπούς της εταιρείας "Θεσσαλική" το ιδιαιτέρως μεγάλον υπόλοιπον (των 276.000.000 δραχμών) ουδέποτε επεστράφη ιδιοποιηθέν παρανόμως υπό του κατηγορουμένου Χ1 (βλέπετε καταθέσεις από 11.6.2002 και συμπληρωματικήν από 15.6.2006 του ορκωτού λογιστή ΑΑ) κατά κατάχρησιν της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης ιδιοκτησίας. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς την ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης σε βάρος του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Χ1 , αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 2-1 ΠΚ (όπως η παρ. 2 αντικ. με αρ. 2 παρ. α ν. 2408/96) χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμοι και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αυτού πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 307/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1κατά του υπ' αριθμ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 10 Ιουνίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος αναφέρθηκε στις προαναφερόμενες εισαγγελικές προτάσεις και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά του αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (υπ' αριθ. 2569/2007), οι υπό κρίση τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως 1) από 31-12-2007 του Χ1, 2) από 7-1-2008 του Χ4, 3) από 7-1-2008 του Χ2 και 4) από 7-1-2008 του Χ3, ασκηθείσες με δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 307/2007 και 2,3 και 4/2008 εκθέσεις αντιστοίχως. Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 β του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης που προβλέπεται από αυτές, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωση της. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε πλάνη και από την παραπλάνηση αυτή να οδηγήθηκε ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη, ένεκα της οποίας επήλθε σ' αυτόν ή τρίτον περιουσιακή βλάβη. Ως γεγονότα κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, θεμελιώνεται και τότε το έγκλημα της απάτης. Τέλος κρίσιμος χρόνος για την τέλεση του εγκλήματος αυτού είναι ο χρόνος εκείνος κατά τον οποίο ενήργησε ο δράστης, δηλαδή ολοκλήρωσε τις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών και είναι αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος που επιχειρήθηκε από τον παθόντα η ζημιογόνα πράξη η παράλειψη, καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημιάς. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. στ' που προστέθηκε με το άρθρο 1 §1 του ν.2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράση, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η σύγχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια και είναι δυνατόν να πραγματώνεται αυτό με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συναυτουργών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα του συμβουλίου ή στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1β'του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και παροχή συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης, συνδεόμενης προς αυτήν κατά τρόπο ώστε χωρίς τη βοηθητική ενέργεια του άμεσου συνεργού δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί. Κατά την έννοια του άρθρου 375 §1 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (τελευταίο εδάφιο της §1 άρ. 375 ΠΚ, όπως ισχύει). Ακόμη, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιότητες του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας, ενώ αν στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της πράξεως υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση (§2 του άρθρου 375 ΠΚ όπως ισχύει). Ο δράστης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ενεργεί διαχείριση, όταν ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση. Επί κατ' εξακολούθηση (άρ. 98 ΠΚ) τελούμενης υπεξαιρέσεως, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρ. 98 §2 ΠΚ ως συνεπληρώθη με άρ. 14 §1 (1.1) Ν.2721/1999). Εν τέλει είναι δυνατόν στο πρόσωπο του δράστη της υπεξαίρεσης να συνυπάρχουν οι ιδιότητες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στο Προεδρικό Διάταγμα 348/1985 ορίζεται ότι προϋπόθεση εισαγωγής κινητών αξιών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποτελεί η δημοσίευση του "ενημερωτικού δελτίου" (προσπέκτους), κατόπιν εγκρίσεώς του από τη Διοικούσα Επιτροπή του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Το ενημερωτικό δελτίο περιέχει τα στοιχεία τα οποία, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εκδότου και των κινητών αξιών, των οποίων ζητείται η εισαγωγή στο Χρηματιστήριο είναι απαραίτητα, ώστε όσοι προβαίνουν σε επενδύσει και οι σύμβουλοί τους επί των επενδύσεων να δύνανται να εκτιμούν την περιουσία, την χρηματοοικονομική κατάσταση, τα αποτελέσματα και τις προοπτικές του εκδότου, όπως και τα δικαιώματα που είναι ενσωματωμένα σε αυτές τις κινητές αξίες (άρθρο 5 του Π.Δ. 348/1985). Στο άρθρο 26 του Π.Δ. 348/1985, προσαρτώνται τρία παραρτήματα (Α, Β. Γ), με υποδείγματα του "ενημερωτικού δελτίου" για την εισαγωγή μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και συγκεκριμένα: Α) Πληροφορίες σχετικά με τον εκδότη και το κεφάλαιό του. Πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα του εκδότου (κύριες δραστηριότητες και κατηγορίες των πωλουμένων προϊόντων και των παρεχομένων υπηρεσιών, ανάλυση του καθαρού κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά τις τρεις τελευταίες χρήσεις, τοποθεσία, σπουδαιότης των κυρίων εγκαταστάσεων του εκδότου και σύντομες πληροφορίες περί της ακίνητης περιουσίας καθώς και άλλες πληροφορίες που αναλυτικά αναφέρονται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος Α' του άρθρου 26 του Π.Δ. 348/1985, σχετικά με τη δραστηριότητα του εκδότη), Β) Πληροφορίες σχετικά με την περιουσία, την οικονομική κατάσταση και τα αποτελέσματα του εκδότη και Γ) Πληροφορίες σχετικές με τη διοίκηση, τη διεύθυνση και την εποπτεία και πληροφορίες σχετικές με την πρόσφατη εξέλιξη και τις προοπτικές του εκδότη. Η εταιρεία της οποία οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις, κατά το άρθρο 5 του Π.Δ. 350/1985: Σε περίπτωση εκδόσεως με δημόσια εγγραφή νέων μετοχών της αυτής κατηγορίας με εκείνες που είναι ήδη εισηγμένες, η εταιρεία υποχρεούται να ζητήσει την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εντός έτους από της εκδόσεώς τους. Η εταιρεία πρέπει να εξασφαλίζει ίση μεταχείριση των μετόχων και να εξασφαλίζει όλες τις αναγκαίες διευκολύνσεις και πληροφορίες για να καταστήσει δυνατή στους μετόχους την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Πληροφορεί τους μετόχους για της διεξαγωγή γενικών συνελεύσεων και τους παρέχει τις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου ... Η εταιρεία θέτει στη διάθεση του κοινού, το συντομότερο δυνατό, τις τελευταίες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της και την τελευταία έκθεση διαχειρίσεως. Στο Π.Δ. 360/1985 εξειδικεύεται η υποχρέωση για τη σύνταξη και δημοσίευση οικονομικών καταστάσεων. Η εταιρεία έχει υποχρέωση να πληροφορεί το συντομότερο δυνατό το κοινό για τα νέα σημαντικά γεγονότα που επέρχονται στη σφαίρα της δραστηριότητάς της, που δεν είναι προσιτά στο κοινό και τα οποία δύνανται λόγω των επιπτώσεών τους στην περιουσιακή ή οικονομική της κατάσταση ή στη γενική πορεία των υποθέσεών της, να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τιμών των μετοχών της. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Ειδικώς για την πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, η οποία αποτελεί αυτοτελές και ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το Συμβούλιο έλαβε και αυτήν υπόψη, να αναφέρεται στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, εκτός και αν η ανωτέρω βεβαιότητα προκύπτει από άλλα στοιχεία, όπως από το ότι στην αιτιολογία περιέχονται στοιχεία του περιεχομένου της πραγματογνωμοσύνης. Τέλος λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμά του και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε τα εξής ως προς την ουσία της κατηγορίας: "Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε και την κυρία ανάκριση που επακολούθησε και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα διαλαμβανόμενα στις εκθέσεις εφέσεων και τα συνοδεύοντα αυτές υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α. Η "Ανώνυμος Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρία" εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934, λειτουργούσε μέχρι τέλους του έτους 1994 εργοστάσιο παραγωγής οινοπνεύματος-αποστάγματος και γλεύκους σταφυλιών στην οδό ... στο ... Έδρα της εταιρείας ήταν ο ... (οδός ...). Όπως προκύπτει από την με αριθμό 1/4-1-1995 δήλωση μεταγραφής και την με αριθμό 21/4-1-1995 δήλωση μεταβολής της Β' ΔΟΥ ..., η έδρα της επιχείρησης μεταφέρθηκε στην ... (..., αρμοδιότητας ΦΑΒΕ Αθηνών) και στην παλαιά έδρα λειτουργούσε υποκατάστημα. Η εν λόγω εταιρεία στις 9-5-1995 είχε βεβαιωμένα χρέη ενός δισεκατομμυρίου πεντακοσίων εκατομμυρίων (1.500.000.000) δραχμών. Στις 23-7-1996 υπέβαλε δήλωση έναρξης δραστηριότητας με αριθμό 318/23-7-1996 στη Β' ΔΟΥ ... η επιχείρηση "ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΒΟΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με διακριτικό τίτλο "ΟΙΝΟΒΟ Α.Ε.", με αντικείμενο εργασιών την εμπορία οίνων-οινοπνευματωδών και έδρα το ... (οδός ...). Σύμφωνα με το .../20-6-1996 καταστατικό σύστασης ανώνυμης εταιρείας του συμβ/φου Αθηνών Θεόφιλου Σκληρού, περίληψη του οποίου δημοσιεύτηκε στο 5622/1-8-1996 ΦΕΚ, η νέα αυτή επιχείρηση συνεστήθη στις 20-6-1996 με κεφάλαιο 10.000.000 δρχ. και μετόχους την "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." με ποσοστό 98%. Για τις ανάγκες της έδρας της, μίσθωσε από τη ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ χώρο 25 τμ. (οικίσκο), στην οδό ... αριθμ. ... στο ..., δηλαδή στις εγκαταστάσεις του παλαιού εργοστασίου της τελευταίας. Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ δεν ασκούσε παραγωγική δραστηριότητα. Η ΟΙΝΟΒΟ Α.Ε. υποκατέστησε σχεδόν σε όλες τις δραστηριότητές της τη ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ και μίσθωσε η ίδια τις εγκαταστάσεις της τελευταίας στη ... καθώς και τις εγκαταστάσεις της ... Ο κατηγορούμενος Χ1 από την 8-4-1997, με το από 8-4-1997 πρακτικό έκτακτης συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της "Ανωνύμου Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας" κατέστη Γενικός Διευθυντής της εταιρείας αυτής και ανέλαβε την εκπροσώπησή της, ενώ ταυτοχρόνως εκχωρήθηκαν σ' αυτόν όλες οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες οι προβλεπόμενες από το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρείας και ειδικότερα ο καθορισμός των γενικών και ειδικών όρων δράσης της εταιρείας και η επιχειρηματική της πολιτική γενικά, η συνομολόγηση κάθε είδους συμβάσεως στο όνομα της εταιρείας, η αγορά, πώληση ακινήτων και κινητών, μίσθωση και εκμίσθωση ακινήτων, έκδοση επιταγών, παροχή πιστώσεων και λήψη δανείων και πολλές άλλες αρμοδιότητες που αναλυτικά αναφέρονται στο ως άνω πρακτικό. Με το από 1-7-1997 πρακτικό συνεδριάσεως του Δ.Σ. της παραπάνω εταιρείας η θητεία του ως Γενικού Διευθυντή ορίστηκε μέχρι 30-6-2001. Ο κατηγορούμενος Χ2 με το από 8-4-1997 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω αναφερόμενης εταιρείας εξελέγη αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, θέση που διατήρησε μέχρι 24-4-2000 οπότε και υπέβαλε αρμοδίως την παραίτησή του, ενώ ο συγκατηγορούμενός του Χ3, με το ίδιο πρακτικό, Πρόεδρος μέχρι τέλος Ιουνίου 1999 οπότε και αποχώρησε από την εταιρεία. Τέλος, ο κατηγορούμενος Χ4 ήταν λογιστής της εταιρείας κατά τα έτη 1998 και 1999. Ο κατηγορούμενος Χ1, έχοντας συγκεντρώσει, κατά τα ανωτέρω, όλες τις εξουσίες, διοικούσε την εταιρεία υπό συνθήκες αδιαφανείς, ως ατομική επιχείρηση, επιτυγχάνοντας να ελέγχει τις Γενικές Συνελεύσεις της. Η εταιρεία είχε μεγάλα χρέη και η ακίνητη περιουσία της ήταν δεσμευμένη με υποθήκες και κατασχέσεις. Η βιομηχανική παραγωγή οινοπνεύματος στο εργοστάσιο του ... είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997. Η 7η Γενική Συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής που συνήλθε στην Αθήνα στις 30-6-1997 εξουσιοδότησε ομόφωνα το Δ.Σ. της εταιρείας να προβεί στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εντός της επόμενης τριετίας μέχρι του ποσού των 1.210.000.000 δραχμών. Η αύξηση αυτή θα γινόταν με έκδοση 11.000.000 κοινών ανώνυμων νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας και τιμής διαθέσεως 110 δραχμών εκάστης, με καταβολή μετρητών, με δικαίωμα προτίμησης στους παλαιούς μετόχους και με αιτιολογία μιας νέας μετοχής για κάθε μία παλαιά. Ο κατηγορούμενος Χ1 που ήταν Γενικός Διευθυντής της εταιρείας με αυξημένες αρμοδιότητες, προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μετόχων και του επενδυτικού κοινού και να δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης προς την εταιρεία, παραπλανώντας και παγιδεύοντας αυτούς, μετόχους και επενδυτές, ώστε να ανταποκριθούν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, αν και αυτή (εταιρεία) ήταν στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής και διάλυσης και στη συνέχεια να προβούν σε αθρόες αγορές μετοχών της που θα οδηγούσε στην υπερεκτίμησή τους και στην κατ' αυτό τον τρόπο αθέμιτη ενίσχυση της οικονομικής θέσης της εταιρείας, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς σ' αυτούς, με τη δημοσίευση την 20-2-1998 και την 13-2-1999, αντίστοιχα, των ισολογισμών των χρήσεων των ετών αυτών (1997 και 1998), ότι είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.889 δρχ. και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των -387.983.873 δραχμών και - 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Επίσης με την από 29-1-1999 επιστολή του προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, επιβεβαίωσε δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο με ημερομηνία 22-1-1999, σύμφωνα με το οποίο η ως άνω εταιρεία, σημείωσε οριακά κέρδη για το 1998, ενώ στην πραγματικότητα αυτή, κατά τη χρήση του 1998, δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε διακοπεί από τον Ιούλιο του 1997 και επιπροσθέτως για τη χρήση του έτους 1998 είχε ζημιές ύψους 140.000.000 δραχμών. Ο ως άνω κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ3 και Χ2 ήτοι με ενότητα δόλου και κατόπιν συνεννόησης με αυτούς και εκτελώντας το σχέδιο παραπλάνησης των μετόχων και του λοιπού επενδυτικού κοινού, (βλ. ΑΠ 1123/1981 Ποιν. Χρ. ΛΒ 471-472, Ν. Λίβου Ποινικές διατάξεις Ανωνύμων Εταιρειών, άρθρα 54-63γ Ν.2190/1920 σε: Το Δίκαιο της Ανώνυμης εταιρείας π. Ιβ Αθήνα 1991, 543, πρβλ. Επίσης ΑΠ 220/76 Ποιν. Χρ. ΚΣΤ 69, ΑΠ 88/1997 Ποιν. Χρ. ΚΖ 538, ΑΠ 1005/76 Ποιν. Χρ. ΚΖ349), στο ενημερωτικό δελτίο που η εταιρεία είχε υποχρεώσει να δημοσιεύσει σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και το οποίο εγκρίθηκε με την από 30-4-1998 απόφαση του Δ.Σ. του Χ.Α.Α., εμφάνισε την ως άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, ως εξυγιαντική για την εταιρεία, για να χρηματοδοτηθεί δηλαδή η προγραμματισμένη ήδη μετεγκατάσταση της παραγωγικής της δραστηριότητας. Ειδικότερα μάλιστα, σύμφωνα με το από Μαΐου του 1998 ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας, τα κεφάλαια που θα αντλούνται από την αύξηση θα εχρησιμοποιούντο ως εξής: ΕΤΕ ποσό 350.000.000 δρχ. Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δραχμές, Προμηθευτές - πιστωτές 120.000.000 δρχ., επενδύσεις 460.000.000 δρχ. και έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. Στην πραγματικότητα όμως χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά ήτοι στην ΕΤΕ δόθηκαν 320.000.000 δρχ. στα Ασφαλιστικά ταμεία 72.000.000 δρχ, σε προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ, στο προσωπικό 94.000.000 δρχ, για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ και στην εταιρεία ΟΙΝΟΒΟ 276.000.000 δρχ, ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε οποιοδήποτε ποσό. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Χ1 στις από 26-4-1999 και 30-6-1999 απαντητικές επιστολές που απέστειλε προς το ΧΑΑ και την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, συνεχίζοντας την παραπλανητική του συμπεριφορά, δήλωσε ψευδώς, όσον αφορά στη χρήση των ως άνω κεφαλαίων, ότι έγινε ως εξής: στη μεν από 26-4-1999 επιστολή του, ότι δόθηκαν στην ΕΤΕ 270 εκατομμύρια, στα Ασφαλιστικά Ταμεία 10 εκατομμύρια, σε Προμηθευτές -Πιστωτές 10 εκατομμύρια, σε επενδύσεις - αποθέματα 410.000.000 δρχ, σε έξοδα 30.000.00 δρχ, στο Ελληνικό Δημόσιο 200 εκατομμύρια και στο προσωπικό 100.000.000. Στη μεταγενέστερη δε επιστολή του δήλωσε ψευδώς ότι δόθηκαν: στην ΕΤΕ 310 εκατομμύρια, στα Ασφαλιστικά ταμεία 120 εκατομμύρια, σε Προμηθευτές - Πιστωτές 100 εκατομμύρια, σε επενδύσεις - αποθέματα 245 (ενώ προηγουμένως είχε δηλώσει 410 εκατομμύρια), σε έξοδα 30 εκατομμύρια, στο Ελληνικό δημόσιο 305 εκατομμύρια και στο προσωπικό 100 εκατομμύρια. Για το ποσό που δόθηκαν στην εταιρεία ΟΙΝΟΒΟ, θυγατρική της ανωτέρω εταιρείας, στην οποία επίσης εκπροσωπήθηκε ο ως άνω κατηγορούμενος, ούτε στο ενημερωτικό δελτίο ούτε στις ως άνω επιστολές έγινε εκ μέρους του αναφορά. Με τη συμπεριφορά τους αυτή οι ως άνω κατηγορούμενοι παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς προς το επενδυτικό κοινό, όχι ρητά, αλλά σιωπηρά, με συμπερασματικά συναγόμενη δήλωση (βλ. Χρήστου Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας σελ. 441 και 446), ότι η διάθεση του μετοχικού κεφαλαίου είχε πραγματοποιηθεί όπως είχε εξαγγελθεί, για τη χρηματοδότηση δηλαδή της μετεγκατάστασης της παραγωγικής δραστηριότητας της εισηγμένης στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) "Θεσσαλονίκης" και την εξυγίανσή της, ενώ τούτο δεν είχε συμβεί. Εγνώριζαν δε οι ως άνω κατηγορούμενοι ότι η αληθής κατάσταση της εταιρίας, περιερχόμενη σε γνώση του επενδυτικού κοινού θα ήταν αποτρεπτική της αγοράς των μετοχών της Θεσσαλικής και θα προκαλούσε σημαντική διακύμανση των τιμών των μετοχών της. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι η χρονική περίοδος για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετοχών για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της "Θεσσαλικής" ήταν το διάστημα από 14-5-1998 έως 16-6-1998, κατά το οποίο καλύφθηκαν από αυτούς τα 2/3 περίπου του ποσού της αύξησης, μέχρι δε την 10-7-1998 καλύφθηκε και το υπόλοιπο από τρίτους. Όμως, η προαναφερθείσα εταιρεία δια του διευθύνοντος συμβούλου της Χ1, ενώ εκκρεμούσε η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος των παλαιών μετοχών, γνώρισε στο ΧΑΑ ότι μετέβαλε το επιχειρηματικό της σχέδιο για τη μετεγκατάσταση της παραγωγικής της δραστηριότητας στη ..., αν και αυτή αποτελούσε τον πρωταρχικό στόχο της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και ότι μίσθωσε εργοστάσιο στην περιοχή ... Το ΧΑΑ υποχρέωσε τη Θεσσαλική να προβεί σε σχετική ανακοίνωση δια του τύπου, πράγμα που έγινε, όμως, μόλις 13 ημέρες πριν από τη λήξη του ως άνω χρονικού διαστήματος, που αυτή είχε ορίσει για την άσκηση του δικαιώματος των παλαιών μετοχών. Έτσι ο κατηγορούμενος Χ1 κατόπιν συνεννόησης και συναπόφασης με τους συγκατηγορούμενους του Χ3 και Χ2με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, αφού πέτυχαν να καλυφθεί η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, η οποία δεν είχε θεωρημένα βιβλία λόγω οφειλών της προς το Δημόσιο, εκμεταλλευόμενος και το κλίμα που επικρατούσε στην Ελληνική Κοινή γνώμη, που ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 2-7-1999, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο ΧΑΑ με απόφαση του Προέδρου του ..., σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το διάστημα αυτό υψηλή εμπορευσιμότητα, και τη τιμή της, η οποία στις 1-1-1999 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών, να διαμορφωθεί το Β' 15νθήμερο του Μαΐου 1999 στο ποσό των 1200 δραχμών, ενώ στις 2-7-1999 που συνεστάλη η διαπραγμάτευσή της στο ποσό των 702 δραχμών. Όμως οι επενδυτές δεν θα προέβαιναν στις ως άνω αγορές αν γνώριζαν ότι η Θεσσαλική είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, ότι δεν είχε κέρδη αλλά ζημίες και η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική και ότι το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγραφόνταν στο εγκριθέν από το ΧΑΑ ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί και για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Από την προαναφερθείσα συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι Χ1 , Χ2 και Χ3 με την άμεση συνδρομή του λογιστή της εταιρείας Χ4, ο οποίος κατάρτισε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1998 και 1999 έβλαψαν την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής, οι οποίες πεισθέντες στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρείας και οι οποίοι, όταν την 2-7-1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής αυτής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευθούν την πώληση αυτής της μετοχής. Η βλάβη δε της περιουσία τους (όταν τέτοια δε νοείται και η απειλή μείωσης αυτής από τον επελθόντα εγκλωβισμό τους) είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 14.559.725.700 δρχ (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ). Προέβησαν δε αυτοί στην ανωτέρω πράξη τους σκοπεύοντας να αποκομίσει η "Θεσσαλική" παράνομα περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στη βελτίωση της οικονομικής της θέσης και κατάστασης με την αθέμιτη αύξηση της τιμής (υπερτίμηση της αξίας) της μετοχής της, που δημιουργήθηκε από τα αθρόα διάθεση των κεφαλαίων των παραπλανηθέντων παθόντων για την απόκτηση μετοχών, των οποίων η "χρηματιστηριακή" τιμή ήταν υπερβολικά διογκωμένη σε σχέση με την πραγματική τους αξία και να παραμείνει η μετοχή της υπό διαπραγμάτευση καίτοι ήταν μια εταιρεία που τελούσε σε αδράνεια και επίσης να βελτιωθεί η φήμη της και η αξιοπιστία της και ν' αποκτηθεί από αυτήν η δυνατότητα για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της και για ευχερέστερη δανειοληψία ως έχουσα αξιοσημείωτη ανοδική πορεία (ΑΠ 520/98 ΠΧ ΜΗ'σ. 1101, βλ. Π Ανδρουλάκη, Η απειλή κινδύνου χειροτερεύσεως της ενεστώσης περιουσιακής καταστάσεως ως περιουσιακή βλάβη και η αντιστοιχία ζημίας και οφέλους εν τω εγκλημάτι της απάτης, ΠΧ ΚΑ, 1 επ και ιδίως σελ. 9). Η επιτροπή κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθ. ΑΠ 12808 απόφαση της 12 Ε/186/7-3-2000 συνεδρίασης του ΔΣ αυτής, μετά τη διαπίστωση ότι η ως άνω υπό του κατηγορουμένου Χ1 εκπροσωπούμενη και διοικούμενη εταιρεία παρέβη τα άρθρα 5 παρ. 5α του ΠΔ 350/85, 2 και 3 ΠΔ 360/85 και 72 παρ. 2 του Ν. 1969/91 επέβαλε σ' αυτή συνολικά πρόστιμο 20.000.000 δρχ. πρέπει, επίσης, στο σημείο τούτο ν' αναφερθεί ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, υπό την πρεκτεθείσα ιδιότητάς του, απέστειλε στις χρηματιστηριακές αρχές την από 5-4-1999 επιστολή, με την οποία ανακοίνωσε τη λήψη απόφασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής της 4-4-1999 για νέα αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ύψους 4.840.000.000 δραχμών ενώ υπέβαλε στη συνέχεια και σχέδια ενημερωτικού δελτίου προς έγκριση, που όμως δεν δόθηκε, ενόψει των ελέγχων που είχαν αναληφθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την ολοκλήρωση των οποίων θα ανέμενε το ΧΑΑ, για να λάβει την σχετική απόφασή του. Η νέα αυτή αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Θεσσαλικής η οποία δεν είχε καμιά δραστηριότητα για δύο (2) έτη τουλάχιστον, αποτέλεσε την αιτία υποβολής σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 και μελών του Δ.Σ της Θεσσαλικής, μηνυτήριας αναφοράς από τη συντονιστική επιτροπή των μετοχών της ανωτέρω εταιρίας για υπεξαίρεση του ποσού που φερόταν να έχει καταβληθεί για τη συμμετοχή σ' αυτήν μετοχών και τρίτων και το οποίο δεν είχε λογιστικοποιηθεί στα βιβλία της εταιρείας, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του ορκωτού λογιστή ΑΑ, ο οποίος διενήργησε έλεγχο στη Θεσσαλική μετά την υπ' αριθ. 23749/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Β. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε η 7η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της Θεσσαλικής που συνήλθε στην Αθήνα, στις 30-6-1997, εξουσιοδότησε ομόφωνα το ΔΣ της εταιρείας να προβεί στην αύξηση του μετοχικού της Κεφαλαίου εντός της επόμενης τετραετίας μέχρι του ποσού των 1.210.000.000 δραχμών. Το ΔΣ της εταιρείας με το από 15-1-1998 πρακτικό της έκτακτης συνεδριάσεώς του αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ανωτέρω ποσό. Οι εγγραφές των μετόχων για τη συμμετοχή τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών, έγιναν ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, τον οποίο η εταιρεία άνοιξε για το σκοπό αυτό. Η περίοδος των εγγραφών της αύξησης, ήταν η 1/3/1998 με λήξη την 24/8/1998. Σύμφωνα με την από 24-8-1998 βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς στο λογαριασμό ... της Θεσσαλικής για το χρονικό διάστημα από 13-4-1998 μέχρι 10-7-1998 κατατέθηκε το ποσό των 1.301.697.469 δραχμών. Το ανωτέρω ποσό συμφωνεί και με το περιεχόμενο του ανωτέρω τηρηθέντος λογαριασμού από την Τράπεζα, από την ανάλυση του οποίου προκύπτει ότι οι καταθέσεις των μετόχων για χρονικό διάστημα από 13/4 έως 8/7/1998 ανήλθαν στο ποσό των 1.301.697.469 δραχμών και οι αναλήψεις κεφαλαίου περιόδου 13-4 έως 22-7-1998 ανήλθαν σε 1.301.693.000 δραχμές, ενώ το μη αναληφθέν υπόλοιπο στις 22-7-1998 ήταν 4.469 δραχμές (βλ. 10η σελίδα έκθεσης εκτάκτου Διαχειριστικό ελέγχου της "Ανώνυμης Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας", σύμφωνα με την υπ' αριθ. 23748/1999 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθ. Του ορκωτού Λογιστή ΑΑ). Επομένως υπήρξε υπερκάλυψη του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 91.697.464 δραχμές. Ο λογαριασμός της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, όμως, δεν τηρήθηκε, στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας, για την παρακολούθηση όλων των κινήσεων των καταθέσεων - αναλήψεων, σε σχέση με τις ανάλογες κινήσεις του αντίστοιχου τραπεζικού λογαριασμού, που ετηρείτο από την ως άνω Τράπεζα. Έτσι από τα βιβλία της εταιρείας δεν προκύπτει αν και πως έγινε η επιστροφή του επί πλέον εισπραχθέντος ποσού της αύξησης στους δικαιούχους για τα αδιάθετα υπόλοιπα 91.697.469 δραχμών (βλ. σελ 11 της ανωτέρω έκθεσης ΑΑ). Σύμφωνα με την από 11-6-2002 ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου ορκωτού λογιστή - πραγματογνώμονα, αν και αυτός ζήτησε από τον Χ1 να του δείξει τα παραστατικά της κατάθεσης (ΕΞΤΡΕ) ο τελευταίος το αρνήθηκε και γενικά στον έλεγχο έφερνε μεγάλες δυσκολίες. Τον ρώτησε προφορικά που διέθεσε το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και του απάντησε ότι το επέστρεψε στους δικαιούχους χωρίς να του επιδείξει τα αντίστοιχα παραστατικά και να του αναφέρει ονομαστικά τα άτομα, στα οποία επεστράφησαν τα επιπλέον χρήματα. Από το ποσό των 1.210.000.000 δραχμών που εισήχθη στην εταιρία προερχόμενο από την αύξηση του μετοχικού της Κεφαλαίου διατέθηκε προς κάλυψη ανειλημμένων υποχρεώσεων της Θεσσαλικής, προς τρίτους το ποσό των 934.000.000 δραχμών, άσχετα εάν υπήρξε, όπως προαναφέρθηκε, διαφορετική τοποθέτηση των χρημάτων από αυτή που είχε δεσμευθεί η εταιρεία, το υπόλοιπο όμως ποσό ύψους 276.000.000 δραχμών, σύμφωνα με την προμνημονευθείσα (από 11-6-2002) ένορκη κατάθεση του ως άνω ορκωτού λογιστή παρέμεινε στα χέρια της θυγατρικής, εταιρείας ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ, και ουσιαστικά του Χ1, ο οποίος, όπως καταθέτει ο προαναφερόμενος μάρτυρας ήταν ο μόνος που είχε δικαίωμα υπογραφής και ανάληψης των χρημάτων από την Τράπεζα Πειραιώς. Το ανωτέρω χρηματικό ποσό ο εν λόγω κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι παρακρατήθηκε από την θυγατρική εταιρία ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ για να καλύψει τις δικές της ανάγκες και δραστηριότητες πλην όμως δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό αυτό. Στην προαναφερθείσα έκθεση του ορκωτού λογιστή ΑΑ παρατηρείται σχετικά ότι "ο έλεγχος που πραγματοποίησε είχε αντικειμενική αδυναμία να ελέγξει τις ανάγκες και δραστηριότητες της ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ" για τις οποίες έγινε δήθεν η παρακράτηση από τον Χ1 του προαναφερθέντος ποσού. Επομένως υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής κατά του Χ1για την τέλεση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση ποσού 367.697.469 δραχμών που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με την ιδιότητα του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ποσού, το οποίον αποτελείται - προέρχεται από μερικώτερα ποσά α) ύψους 91.697.469 δραχμών και β) ποσό 276.000.000 δραχμών. Το πρώτον τούτων, των 91.697.469 δραχμών προήλθεν, συγκεντρώθηκε καθ' υπέρβασιν από τους μετόχους δια την συμμετοχή των στη αύξησιν του μετοχικού κεφαλαίου και προκύπτει από την αφαίρεσιν από το συγκεντρωθέν ποσόν στον ειδικόν Λογαριασμόν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου ύψους 1301.697.469 δραχμών του ποσού του 1.210.000.000, κατά τα προρρηθέντα του διατεθέντος δια την κάλυψιν την υποχρεώσεων της "Θεσσαλικής" αδυνάτου όντος του προσδιορισμού του αριθμού των κατατεθών (περί τους 8.131 επενδυτές κατόχους 20.740.300 μετοχών) αλλά και του κατατεθέντος ποσού, υφ' ενός εκάστου τούτων. Το έτερον δε τούτων των ποσών, των 276.000.000 δραχμών είναι τμήμα του ποσού των 978.830.000 (προερχόμενου και τούτο εκ του ποσού του 1.210.000.000 δραχμών) το οποίον είχε μεταφερθεί εις λογαριασμόν της εταιρίας "ΟΙΝΟΒΟ" χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και ενώ εκ του ανωτέρω ποσού, τμήμα 702.830.000 δραχμών εχρησιμοποιήθη δια τους σκοπούς της εταιρίας "Θεσσαλική" το υπόλοιπον (των 276.000.000 δραχμών) ουδέποτε επεστράφη, ιδιοποιηθέν παρανόμως από τον κατηγορούμενο Χ1 (βλέπετε καταθέσεις από 11-6-2002 και συμπληρωματικήν από 15-6-2006 του ορκωτού λογιστή ΑΑ) κατά κατάχρησιν της ιδιότητος του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας. Όσον αφορά την εμπλοκή των λοιπών εκκαλούντων - κατηγορουμένων στην ως άνω (υπό στοιχείο ΙΙ περ. Α) εγκληματική δραστηριότητα του Χ1 και μάλιστα με τη μορφή της συναυτουργίας για τους εξ αυτών Χ3 και Χ2 και της άμεσης συνέργιας για τον Λογιστή Χ4, αυτή προκύπτει κυρίως από τα εξής: Ο Χ3 υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Δ.Σ της εταιρείας "Θεσσαλική" προσυπέγραψε μαζί με τον Χ1 και τον λογιστή Χ4 τους ισολογισμούς της εταιρείας των ετών 1997 και 1998, στους οποίους ψευδώς βεβαιωνόταν, ότι είχε καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δραχμών, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δραχμών και 408.943.914 δραχμών, αντίστοιχα. Ούτος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αγνοούσε τον τρόπο, με τον οποίο διετέθη το ποσό που προήλθε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, επικαλούμενος προς απόδειξή του το γεγονός ότι απέστειλε στους συγκατηγορούμενους του Χ1 και Χ2 τα από 1-9-1998 και 2-9-1998 εξώδικα, αντίστοιχα, με τα οποία ζητούσε την ενημέρωσή του σχετικά με το ανωτέρω θέμα και τη διακίνηση του λογαριασμού από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός και καταρρίπτεται από το γεγονός ότι παραιτήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας περί τα τέλη Ιουνίου 1999, ήτοι προδήλως μετά την ενημέρωσε του γενικά σχετικά με την κατάσταση της εταιρείας και τη διακίνηση του ως άνω χρηματικού ποσού από αυτήν, κατόπιν της οποίας είχε προσυπογράψει στις 13-2-1999 και τον ψευδή ισολογισμό του έτους 1998. η κωλυσιεργία και η παραπλανητική συμπεριφορά του Χ1 δεν αρκούσαν σε καμιά περίπτωση να τον οδηγήσουν στην υπογραφή ισολογισμών και την ανάληψη τόσο σημαντικών ευθυνών έναντι του επενδυτικού κοινού και των μετόχων της Θεσσαλικής, δεδομένης και της εμπειρίας του ως δικηγόρου, εάν δεν ήταν γνώστης των πρακτικών και των μεθοδεύσεων του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του προς εξαπάτησή τους και επιπροσθέτως δεν είχε και ο ίδιος πρόθεση εξαπατήσεώς τους. Την εκδοχή αυτή ενισχύει προδήλως και το ότι η παραίτησή του από τη Θεσσαλική έλαβε χώρα μετά την αποστολή από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών του με αριθμό 14195/19-4-1999 εγγράφου του προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μαζί με ενημερωτικό σημείωμα, στο οποίο παρουσίαζε τις παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας από τη Θεσσαλική οι σημαντικότερες από τις οποίες ήταν οι εξής: 1) Δεν υλοποίησε τη χρήση κεφαλαίων σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ενημερωτικό δελτίο που εγκρίθηκε από το ΔΣ του Χρηματιστηρίου στις 30-4-1999 και ειδικότερα η μετεγκατάσταση της παραγωγικής δραστηριότητας δεν πραγματοποιήθηκε στη ..., αλλά σε μισθωθέν εργοστάσιο στα ... και το υπάρχον εργοστάσιο στη ... και επί πλέον στους υπόλοιπους προορισμούς των αντληθέντων κεφαλαίων υπήρχαν αποκλίσεις (Διάθεση ποσών Εθνική Τράπεζα, Ασφαλιστικά Ταμεία, Προμηθευτές - Προσωπικό κλπ), 2) εξαγόρασε την ΟΙΝΟΒΟ χωρίς να ενημερώσει γι' αυτό το επενδυτικό κοινό, 3) Κατέβαλε στην ΟΙΝΟΒΟ ως οικονομική ενίσχυση από το ποσό της αύξησης, κατά το Γ' τρίμηνο του 1998, ποσό 709.000.000 δραχμών, ενώ το ενημερωτικό δελτίο δεν προέβλεπε την καταβολή αυτή, 4) Με επιστολή της προς το χρηματιστήριο στις 29-1-1999 επιβεβαίωσε δημοσίευμα της εφημερίδας ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ με ημερομηνία 22-1-1999, το οποίο ανέφερε ότι κατά το 1989 η εταιρία σημείωσε οριακά κέρδη, ενώ είχε ζημία ύψους 140.000.000 δραχμών. Ο εκκαλών Χ4 με την ιδιότητα του ως λογιστής "Θεσσαλικής" και ενώ ήταν υπόχρεος εκ του νόμου να ερευνά και να προβαίνει σε ακριβή αποτύπωση των στοιχείων της εταιρίας, ούτος α) συνέταξε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1998 προσυπογράφοντας τους και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι παρά την ανωτέρω ιδιότητά του και την κατά νόμο υποχρέωσή του, αγνοούσε το ανακριβές περιεχόμενο των ισολογισμών και β) επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχει το από Μάιου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών στην "ΟΙΝΟΒΟ" από την διαχείριση των κεφαλαίων της αύξησης και επιπροσθέτως υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αύξησης 460.000.000 δρχ. για επενδύσεις. Ο εκκαλών Χ2 υπό την ιδιότητά του ως Αντιπροέδρου του Δ.Σ της "Θεσσαλικής" παρέμεινε στην σημαντική αυτή θέση του μέχρι 24-2-2000 οπότε υπέβαλε την παραίτηση του από την εταιρεία, ήτοι κατείχε τη θέση για ολόκληρο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα η εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού, επιδιώκοντας, εκτός των άλλων, ως παλαιός μέτοχος με γνώση και εμπειρία στα εταιρικά πράγματα και το χρηματιστηριακό "περιβάλλον"να διαμορφώσει εικόνα δήθεν βιωσιμότητας και φερεγγυότητας του σχήματος που διοικούσε και διαχειριζόταν τις τύχες της εταιρείας (ΔΣ και Γενικός Διευθυντής) και να συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στην ευχερέστερη παραπλάνηση του επενδυτικού κοινού. Περαιτέρω ο προβαλλόμενος από αυτόν υπερασπιστικός ισχυρισμός της μη υπογραφής των ψευδών ισολογισμών των ετών 1997 και 1998 δεν μπορεί να ευσταθήσει, διότι τούτο δεν οφείλεται στην αντίθεσή του προς το ψευδές περιεχόμενο των ισολογισμών, αλλά στο γεγονός ότι εξ του νόμου δεν απαιτείτο η υπογραφή αυτού, ως εκ της θέσης που κατείχε. Άλλωστε αυτός παραιτήθηκε πολύ αργότερα από τον έλεγχο στην εταιρεία που διέταξε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 1-7-1999, την αναστολή της διαπραγμάτευσης της μετοχής στις 2-7-1999 και την επιβολή προστίμου σε βάρος της εταιρείας στις 7-3-2000. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλοι οι εκκαλούντες - κατηγ/νοι ενδιαφέρονταν ιδιαιτέρως για την εμφάνιση ψευδών στοιχείων στους ισολογισμούς της εταιρείας των ετών 1997 και 1998, αποκρύπτοντας την αληθινή αρνητική της θέση, διότι εγνώριζαν ότι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, η εμφάνιση επί δύο συνεχόμενα έτη αρνητικής καθαρής θέσης της εταιρείας, καθιστούσε υποχρεωτική την αναστολή διαπραγμάτευσης της μετοχής εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, γεγονός το οποίον, εάν συνέβαινεν, όπως έπρεπε θα καθιστούσε αδύνατον την εκδήλωσιν επενδυτικού ενδιαφέροντος εκ μέρους του κοινού για την μετοχή της εταιρείας "Θεσσαλική". Κατά τον τρόπο όμως αυτόν ενεργούντες και δη από την υποδομήν, την οποίαν είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι με πρόθεσιν επανειλλημένης τελέσεως της πράξεως της απάτης, με την κατάρτισιν κατά τα ανωτέρω σχεδίου, με δημοσιεύσεις ψευδών ισολογισμών, με δημοσιεύσεις, στον τύπο, ανακριβών και ψευδών πληροφοριών με την αποστολήν επιστολών στο Χρηματιστηρίων Αθηνών με ψευδές παραπλανητικόν περιεχόμενον, προκύπτει αναντιρρήτως σκοπός αυτών προς πορισμόν εισοδήματος έστω και εμμέσως και σταθερή ροπή αυτών στην διάπραξιν του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείον της προσωπικότητός των. Κατά συνέπειαν πάντων των ανωτέρω φρονούμεν ότι προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις και ορθώς κατέληξε στην κρίσιν αυτή και το συμβούλιο Πλη/κων Αθηνών με το εκδοθέν βούλευμα του έστω και εάν παρέλειψε να αποφανθεί για την πράξιν της απάτης όπως αυτή είχε διαμορφωθή μετά την συμπλήρωσιν την ήδη ασκηθείσης ποινικής διώξεως με την προσθήκην της επιβαρυντικής περιστάσεως "από υπαιτίους που διαπράττουν από τα κατ' επάγγελμα και συνήθεια". Παράλειψις η οποία οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην μη απαγγελίαν της δεούσης και διαμορφωθείσης, μετά τα ανωτέρω κατηγορίας και στην μη λήψη συμπληρωματικών απολογιών των κατηγορουμένων, καίτοι δεν είχεν περαιωθή η διενέργεια της ανακρίσεως. Παράλειψις όμως η οποία εκαλύφθη με τη διαταχθείσα και διενεργηθείσα συμπληρωματικής ανάκρισης, δυνάμει του υπ' αριθμ. 225/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Σας, συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 246 παρ. 1, 250 παρ. 1β, 308, 309, 312 και 317 - 319 Κωδ. Ποιν. Δικ., κατά την οποίαν απηγγέλθη η ορθή κατηγορία προς τους κατηγορουμένους, εκτός του Χ1 κληθέντος νομίμως και μη εμφανισθέντος νομίμως και μη εμφανισθέντος προς απολογίαν, κατά του οποίου εξεδόθη το υπ' αριθ. 9/2006 ένταλμα συλλήψεως του 19ου Τακτικού Ανακριτή Πλη/κων Αθηνών. Οι εκκαλούντες ουδέν νεώτερον και σημαντικόν επικαλούνται, αρκούμενοι στην επανάληψιν των ισχυρισμών τους οι οποίοι έχουν κατά τα ανωτέρω εκτιμήθη επιτυχώς και κριθή νομίμως. Μετά τα ταύτα πρέπει οι υπό κρίσιν εφέσεις να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και αφού συμπληρωθή το προσβαλλόμενον βούλευμα να επικυρωθή συμφώνως προς το άρθρο 319 παρ. 3 Κωδ. Ποιν. Δικ. Επειδή πρέπει να συμπληρωθή - διορθωθή τούτο μετά και τον ορθόν χαρακτηρισμόν της πράξεως της κακουργηματικής απάτης για την οποίαν κατηγορούνται και παραπέμπονται οι εκκαλούντες, αλλά και των περιστάσεων των επιβαρυντικών, την κατ' επάγγελμα του και κατά συνήθειαν τελέσεως, αυτής, για την οποίαν προκύπτουν σοβαρές και επαρκείς ενδείξεις, δυνάμενες να στηρίξουν κατηγορίαν δημόσια στο ακροατήριον δι' αυτήν και πρέπει να αποφανθή το Συμβούλιον τα προς τούτο, κατ' άρθρα 318 επομ. εν συδ και προς 309 παρ. 1ε - 315 Κωδ. Ποιν. Δικονομίας. Επειδή πρέπει να διορθωθεί-συμπληρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι εκ των κατηγορουμένων α) Χ1, οικονομολόγος - νομικός, κάτοικος ..., β) Χ2, σύμβουλος επιχειρήσεων, κάτοικος ... και γ) Χ3, δικηγόρος, κάτοικος ..., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από 20.2.1998 μέχρι 30.6.1999 με περισσότερες πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος από κοινού με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντες κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ενεργούν δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια την πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης με όφελος και αντιστοίχως, προξενηθείσα ζημία υπερβαίνοντα συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ΕURO. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, υπό την ιδιότητα - ως Γενικός Διευθυντής ο πρώτος Χ1, ως Πρόεδρος ο τρίτος Χ3 και ως αντιπρόεδρος ο Χ2, της εταιρίας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε.", η οποία είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το έτος 1934 και από κοινού παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό, με τη δημοσίευση την 20/2/98 και την 13/2/99 αντίστοιχα των ισολογισμών των χρήσεων των ετών 1997 και 1998, ότι η ανωτέρω εταιρεία κατά τις χρήσεις των ετών αυτών (1997 και 1998) είχε θετική καθαρή θέση ποσού 615.358.884 δραχμών και 1.685.232.072 δρχ. αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν αρνητική και είχε διαμορφωθεί στα ποσά των 387.983.873 δρχ. και 408.943.914 δρχ. αντίστοιχα. Περαιτέρω με την από 29.1.99 επιστολή τους προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) επιβεβαίωσαν δημοσίευμα της εφημερίδας Χρηματιστήριο, με ημερομηνία 22/1/99, σύμφωνα με το οποίο η "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." σημείωσε οριακά κέρδη για το έτος 1988, πληροφορίες τις οποίες υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους έδωσαν στην εν λόγω εφημερίδα ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω εταιρία κατά τη χρήση του 1998 δεν είχε παραγωγική και επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία είχε σταματήσει από τον Ιούλιο του 1997, και επιπλέον για τη χρήση του 1998 είχε ζημίες 140.000.000 δρχ. Στη συνέχεια μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά ποσό 1.210.000.000 δρχ., που πραγματοποίησε ή ως άνω εταιρία με την από 15/1/98 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά από εξουσιοδότηση της από 30.6.97 Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με έκδοση 11.000.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 110 δρχ. η κάθε μία με δικαίωμα προτίμησης υπέρ των παλαιών μετοχών, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους δεν εχρησιμοποίησαν το ποσό της αύξησης όπως είχαν δεσμευτεί στο από Μαΐου 1998 Ενημερωτικό Δελτίο που ενέκρινε το Χ.Α.Α., ούτε ενημέρωσαν το επενδυτικό κοινό σχετικά με τη μεταβολή στη χρήση των κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, ενώ σύμφωνα με το Ενημερωτικό Δελτίο τα κεφάλαια που θα αντλούντο από την αύξηση θα χρησιμοποιούντο ως εξής: Εθνική Τράπεζα 350.000.000 δρχ., Ασφαλιστικά Ταμεία 250.000.000 δρχ., Προμηθευτές -Πιστωτές 120.000.000 δρχ., Επενδύσεις 460.000.000 δρχ., Έξοδα Αύξησης 30.000.000 δρχ. στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά και ειδικότερα στην Εθνική Τράπεζα δόθηκαν 320.000.000 δρχ., στα Ασφαλιστικά Ταμεία 72.000.000 δρχ. σε Προμηθευτές - πιστωτές 116.000.000 δρχ. στο Ελληνικό Δημόσιο 302.000.000 δρχ. στο προσωπικό 94.000.000 δρχ., για έξοδα αύξησης 30.000.000 δρχ. και στην εταιρία ΟΙΝΟΒΟ 276.000.000 δρχ., ενώ για επενδύσεις δεν δόθηκε κανένα ποσό. Επιπλέον το τελευταίο τρίμηνο του 1998 υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους προέβησαν σε εξαγορά της εταιρίας με την επωνυμία "Οινοπνευματική Βόλου" (ΟΙΝΟΒΟ) την οποία η Θεσσαλική είχε πωλήσει το 1997 και στη συνέχεια κατέβαλαν στην ΟΙNΟΒΟ υπό μορφή "οικονομικής ενίσχυσης" ποσό 709.000.000 δραχμών, χωρίς να ενημερώσουν το επενδυτικό κοινό ούτε για τις παραπάνω ενέργειες ούτε για την προέλευση των κεφαλαίων που διατέθηκαν στην ΟΙΝΟΒΟ. Κατ' αυτόν τον τρόπο απέκρυψαν αθέμιτα από το επενδυτικό κοινό γεγονότα που ενδιαφέρουν άμεσα το επενδυτικό κοινό, καθόσον έχουν επίπτωση στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρείας και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική διακύμανση των τίτλων των μετοχών της ως άνω εταιρίας "Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Α.Ε.". Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και τις αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, εκμεταλλευόμενοι και το κλίμα που επικρατούσε στην ελληνική κοινή γνώμη, το οποίο ήταν άκρως ευνοϊκό για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, έπεισαν τους συναλλασσόμενους επενδυτές να προβούν κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/99 μέχρι και 2/7/99, που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της εν λόγω μετοχής στο Χ.Α.Α σε αθρόες αγορές μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει η μετοχή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα υψηλή εμπορευσιμότητα, και η τιμή της που την 1/1/99 ανερχόταν στο ποσό των 185 δραχμών να διαμορφωθεί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου του 1999 στο ποσό των 1.200 δραχμών ενώ στις 2/7/99 που ανεστάλη η διαπραγμάτευση της στο ποσό των 702 δραχμών. Στις ως άνω αγορές μετοχών δεν θα προέβαιναν οι επενδυτές αν γνώριζαν ότι η "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" α) είχε σταματήσει την παραγωγική και επιχειρηματική της δραστηριότητα από τον Ιούλιο του 1997, β) είχε ζημίες και όχι κέρδη, γ) η καθαρή της θέση για τις χρήσεις των ετών 1997 και 1998 ήταν αρνητική και όχι θετική, και δ) το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για άλλους σκοπούς από αυτούς που αναγράφοντο στο εγκριθέν από το Χ.Α.Α. ενημερωτικό δελτίο και κυρίως δεν είχε διατεθεί καν για επενδύσεις, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί. Προέβησαν δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε. παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στη βελτίωση της οικονομικής θέσης της ως άνω εταιρίας και συγκεκριμένα στη βελτίωση της φήμης και αξιοπιστίας της, στην αθέμιτη αύξηση της τιμής της μετοχής της, και στη δυνατότητα της για ευχερέστερο διακανονισμό των χρεών της, για ευχερέστερη δανειοληψία και για εξαγορά άλλων εταιριών. Έβλαψαν δε την περιουσία 8.131 επενδυτών, κατόχων 20.740.350 μετοχών της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής, οι οποίοι πείστηκαν στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρίας, και οι οποίοι όταν την 2/7/1999 ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής, παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν την πώληση της μετοχής αυτής, η ζημία δε που προξενήθηκε σ' αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και ανέρχεται στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών (20.740.350 μετοχές Χ 702 δρχ.). Η υποδομή την οποίαν είχαν διαμορφώσει και η επανειλλημένη τέλεση της πράξεως αυτής της απάτης δηλαδή κατ' εξακολούθηση με όφελος και αντιστοίχως προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνουσα συνολικώς το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ΕΥΡΩ, η κατάρτιση σχεδίου, η δημοσίευση ψευδών ισολογισμών, η διοχέτευση ψευδών πληροφοριών στον "τύπο" η αποστολή επιστολής με ψευδές περιεχόμενο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποδεικνύουν το σκοπό αυτών προς πορισμό εισοδήματος και την σταθερή ροπή των στη διάπραξη της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Τέλος ο τέταρτος τούτων Χ4, λογιστής, κάτοικος ..., για να δικασθεί επί του ότι με πρόθεση παρέσχε στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του Χ1, Χ3 και Χ2, Γενικό Διευθυντή, Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο αντίστοιχα της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών εταιρείας με την επωνυμία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την άμεση συνδρομή του κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση του εγκλήματος το οποίο οι ανωτέρω διέπραξαν ως περιγράφεται ακριβώς κατά τα άνω περιγραφόμενα και δη έχων την ιδιότητα του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας παρείχε την άμεση συνδρομή του κατά τον χρόνο τελέσεως της. Ειδικότερα εκτελών εντολές των συγκατηγορουμένων του άνω αναφερομένων αφ' ενός μεν υπέγραψε τους ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1997, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους ως προς την καθαρή θέση της εταιρείας ήταν ψευδές, αφ' ετέρου δε επιβεβαίωσε την ακρίβεια των στοιχείων, τα οποία περιείχε το από Μαΐου 1998 ενημερωτικό δελτίο για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στο οποίο όμως δεν υπήρχε πρόβλεψη για καταβολή ποσού 276.000.000 δραχμών προς την εταιρεία "ΟΙΝΟΒΟ" από τη διαχείριση των κεφαλαίων της αυξήσεως και επιπλέον υπήρχε ψευδής πρόβλεψη για διάθεση από το ποσό αυξήσεως ποσού 460.000.000 δραχμών για επενδύσεις. Η κατά τα ανωτέρω συνδρομή του ήτο καίρια και αναγκαία, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έγκλημα της απάτης και να παραπλανηθεί το επενδυτικό κοινό τόσο για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, όσο και για τον τρόπο διαθέσεως των κεφαλαίων τα οποία θα αντλούντο από την αύξηση του κεφαλαίου, από τα οποία σημαντικό μέρος αυτών, θα διετίθετο δήθεν για επενδύσεις, οι οποίες θα βελτίωναν την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας, έλαβε δε χώρα η συνδρομή του κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως της απάτης κατά τα ανωτέρω (κατ' επάγγελμα και συνήθεια) και κατ' εξακολούθηση υπό κατ' επάγγελμα και συνήθεια δρώντων με όφελος και προξενηθείσα ζημία τα οποία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ΕURΟ, εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του, να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το προσβαλλόμενο βούλευμα...". Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθ. 3071/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού διόρθωσε και συμπλήρωσε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, έτσι ώστε παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι οι μεν Χ1, Χ2 και Χ3 για από κοινού απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, ο δε Χ4 για άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια στην κακουργηματική απάτη των ανωτέρω τριών συγκατηγορουμένων του, επικυρωθέντος κατά τα λοιπά του εν λόγω πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 έχει παραπεμφθεί, επιπλέον, και για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τελεσθείσα από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενη βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για τις ως άνω πράξεις που τους αποδίδονται, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτό και αιτιολογούνται: 1) οι ψευδείς παραστάσεις και οι αθέμιτες αποκρύψεις στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3 προς το επενδυτικό κοινό α) δημοσιεύοντας ψευδείς ισολογισμούς των ετών 1997 και 1998, β) επιβεβαιώνοντας με επιστολή στο χρηματιστήριο πληροφορίες εφημερίδας τις οποίες είχαν διοχετεύσει οι ίδιοι ότι σημείωσε η εταιρία της οριακά κέρδη, ενώ είχε ζημίες και γ) αποκρύπτοντας ότι τα ποσά της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου χρησιμοποιούσαν για άλλους σκοπούς και όχι γι' αυτούς που είχαν δεσμευθεί απέναντι στο Χρηματιστήριο, ενώ μέρος του ποσού ιδιοποιήθηκε ο Χ1, 2) η παραπλάνηση 8.131 επενδυτών οι οποίοι πείστηκαν στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις των αληθινών γεγονότων και προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της εταιρίας πράγμα που δεν θα έκαναν αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση και όταν την 2-7-1999 αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ανεστάλη η διαπραγμάτευση των μετοχών, οι επενδυτές παρέμειναν εγκλωβισμένοι και δεν μπορούσαν να διαπραγματευθούν την πώληση των χωρίς αντίκρυσμα πλέον μετοχών και έτσι υπέστησαν ζημία ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 14.559.725.700 δραχμών, αφού είχαν καταβάλει 702 δραχμές για καθεμία από τις 20.740.350 μετοχές που αγόρασαν, οι οποίες πλέον κατέστησαν άνευ αξίας, 3) η από κοινού και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δράση των ανωτέρω τριών κατηγορουμένων, οι οποίοι μετά από συναπόφαση και κοινό δόλο τέλεσαν επανειλημμένα (κατ' εξακολούθηση) την ανωτέρω πράξη της απάτης και διαμόρφωσαν υποδομή με πρόθεση επανειλλημένης τέλεσης τέλεσης της εν λόγω πράξεως, καταρτίζοντας σχέδιο δράσης, δημοσιεύοντας ψευδείς ισολογισμούς, διοχετεύοντας ψευδείς πληροφορίες στον τύπο και αποστέλλοντας επιστολή με ψευδές περιεχόμενο στο χρηματιστήριο και ότι από τα ανωτέρω αποδεικνύεται σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή αυτών στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, 4) ότι με την προαναφερθείσα συμπεριφορά τους οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι σκόπευαν να αποκομίσει η εταιρία "Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ" την οποία εκπροσωπούσαν καθώς και οι ίδιοι υπό την ιδιότητάς τους ως Γενικός Διευθυντής, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος αντίστοιχα αυτής, παράνομο περιουσιακό όφελος μη αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των επενδυτών, την οποία και πέτυχαν κατά τα άνω, 5) οι χρόνοι τελέσεως των μερικότερων πράξεων της απάτης, οι οποίοι εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από 20-2-1998 μέχρι 30-6-1999, κατά το οποίο οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ολοκλήρωσαν την απατηλή συμπεριφορά τους με τις ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις και πέτυχαν την παραπλάνηση των επενδυτών και δεν έχει σημασία ο μεταγενέστερος χρόνος της περιουσιακής διάθεσης από μέρους των τελευταίων (δηλαδή ο χρόνος αγοράς των μετοχών), καθώς και ο χρόνος επελεύσεως της ζημίας (δηλαδή η μετά την αναστολή διαπραγμάτευσης των μετοχών αδυναμία πωλήσεώς τους και απώλεια της αξίας τους, 6) η άμεση συνέργεια στην ανωτέρω πράξη του τέταρτου κατηγορουμένου Χ4, ο οποίος, ως υπεύθυνος λογιστής και καθύλην αρμόδιος να υπογράψει τους ψευδείς ισολογισμούς και να βεβαιώσει την αλήθεια του ψευδούς ενημερωτικού δελτίου, καθώς και τη δήθεν συνεπή με τις δεσμεύσεις των συγκατηγορουμένων του διάθεση των ποσών της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, προσέδωσε με την υπογραφή του κύρος και αληθοφάνεια στα ανωτέρω ψευδή έγγραφα και έτσι κατέστησε δυνατή την εξαπάτηση των παθόντων και των Αρχών, ενεργώντας προς τούτο κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, 7) Η από μέρους του κατηγορουμένου Χ1 παράνομη ιδιοποίηση του ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσού των 367.697.490 δραχμών το οποίο ανήκε στους μετόχους της εταιρίας και περιήλθε στην κατοχή του υπό την ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της ανωτέρω περιουσίας των μετόχων, προσδιορίζονται δε και οι μερικότερες πράξεις της υπεξαίρεσης των επιμέρους ποσών των 91.697.490 δραχμών και των 276.000.000 δραχμών, τα οποία είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Από τις παραπάνω σαφείς παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει ότι είναι αβάσιμες όλες οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων μεταξύ των οποίων ιδίως: 1) Του Χ1 περί του ότι: α) δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη βλάβη που υπέστη ο κάθε επενδυτής ώστε να προσδιοριστεί η ζημία του, ούτε αναφέρονται τα ωφελούμενα πρόσωπα από την πράξη της απάτης, β) δεν αναφέρεται ο χρόνος τέλεσης της απάτης με την μορφή της αθέμιτης απόκρυψης αληθινών γεγονότων, γ) δεν αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης των επενδυτών και μεταξύ της πλάνης αυτής και της ζημίας τους, δ) δεν προσδιορίζονται οι μερικότερες πράξεις της υπεξαίρεσης ούτε αναφέρεται το αντικείμενό τους ότι είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ε) δεν αναφέρεται ποιοι είναι οι κύριοι του φερόμενου ως υπεξαιρεθέντος ποσού ούτε η άρνηση αυτού (αναιρεσείοντος) να το αποδώσει σ' αυτούς. 2) Του Χ2περί του ότι: α) δεν αναφέρονται τα στοιχεία της συναυτουργίας αυτού με τους συγκατηγορούμενους του στη διάπραξη της απάτης, ούτε η γνώση του περί του ψευδούς των προαναφερθέντων περιστατικών που οδηγούσαν στην παραπλάνηση των παθόντων και β) δεν αναφέρονται περιστατικά της κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης, 3) Του Χ3 περί του ότι: α) δεν αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδιδόμενης σ' αυτόν απάτης και της ζημίας των παθόντων και β) δεν αναφέρονται τα στοιχεία της κατά συναυτουργίαν και κατ' επάγγελμα τέλεσης της απάτης και 4) Του Χ4 περί του ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως της άμεσης συνέργειας στην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεις της απάτης. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1) Σχετικά με την αιτίαση του Χ1ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, επειδή μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι λήφθηκαν υπόψη, δεν αναφέρεται η από 21-12-2000 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του ορκωτού ελεγκτή - λογιστή ΒΒ, ο οποίος διορίστηκε από την Ανακρίτρια με την υπ' αριθ. 543/2000 διάταξη της, πρέπει να λεχθεί ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω εκθέσεως προκύπτει με βεβαιότητα ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αφού στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται στοιχεία του περιεχομένου της και συγκεκριμένα τα στοιχεία που αφορούν στην πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας "Θεσσαλική", τα οποία στοιχεία προκύπτουν μόνο από την ανωτέρω έκθεση και έτσι δεν θεμελιώνεται η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας. 2) Ως προς τις αιτιάσεις των Χ2 και Χ3 περί ελλείψεως αιτιολογίας, επειδή δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο τα αναφερόμενα από αυτούς στις αιτήσεις αναιρέσεως έγγραφα, πρέπει να λεχθεί, ότι από τη ρητή αναφορά στο αιτιολογικό του βουλεύματος ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα της δικογραφίας, σαφώς προκύπτει ότι λήφθηκα υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα που προσκομίστηκαν από αυτούς και αποτέλεσαν στοιχεία της δικογραφίας και το ότι στο αιτιολογικό γίνεται ρητή αναφορά μόνο σε ένα από τα επικαλούμενα έγγραφα και συγκεκριμένα στην υπ' αριθ. 23748/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν και δεν συνεκτιμήθηκαν τα υπόλοιπα έγγραφα. 3) Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι ο Χ1 διοικούσε την εταιρία με αδιαφανείς διαδικασίες και ως ατομική του επιχείρηση και της παραδοχής ότι ο Χ2 ήταν συναυτουργός της απάτης, αφού τα περιστατικά που κατά τις παραδοχές του βουλεύματος συνιστούν την κατά συναυτουργία τέλεση της απάτης, δεν αφορούν στον τρόπο διοικήσεως της εταιρίας, αλλά σε σύμπραξη των κατηγορουμένων στο συγκεκριμένο τομέα δράσης τους. 4) Δεν υπάρχει ασάφεια: α) ως προς το αν συνεδρίασε ή όχι το ΔΣ της εταιρίας στο οποίο συμμετείχε ο Χ2, προκειμένου να εγκρίνει τους ψευδείς ισολογισμούς και τις ψευδείς δημοσιεύσεις και β) ως προς το χρόνο της παραίτησης του Χ2 από το ΔΣ της εταιρίας, αν δηλαδή αυτή έλαβε χώρα πριν ή μετά την επιβολή του προστίμου στην εταιρία για τις προαναφερθείσες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, αφού τόσο η συνεδρίαση ή όχι του ΔΣ της εταιρίας όσο και ο χρόνος της παραίτησης του ανωτέρω αναιρεσείοντος δεν έχουν σημασία για την τέλεση του εγκλήματος της απάτης το οποίο στηρίζεται στα προαναφερθέντα περιστατικά που είναι άσχετα με τα ανωτέρω θέματα 5) ως προς την αιτίαση του Χ4 ότι η χρησιμοποίηση του ποσού της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους για τους οποίους είχαν δεσμευθεί οι κατηγορούμενοι με βάση τις ανακοινώσεις τους, δεν συνιστά γεγονός κατά την έννοια του νόμου, ώστε να στοιχειοθετείται εξ αυτού απάτη, πρέπει να λεχθεί ότι, όπως σαφώς δέχεται το βούλευμα, η μελλοντική αυτή διαφορετική χρησιμοποίηση των ως άνω κεφαλαίων είχε προαποφασιστεί και είχε ενταχθεί στο αρχικά καταρτισθέν σχέδιο δράσης των κατηγορουμένων, για την πραγματοποίηση του οποίου προέβησαν αυτοί στις ψευδείς ανακοινώσεις. 6) Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και έτσι είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου Εφετών. Από τα όσα αναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 και 375 του ΠΚ και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ , είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιον του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινήσεως που αφορά στην υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αύξηση αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περιπτ. δ' του ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ3 προβάλλει απόλυτη ακυρότητα, επειδή το Συμβούλιο Εφετών δεν απάντησε με το προσβαλλόμενη βούλευμά του και απέρριψε σιωπηρώς αίτημα που υπέβαλε νομίμως με τα από 1-9-2005 και 16-10-2007 υπομνήματά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων επί της υποθέσεως. Από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς για τη διαπίστωση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών τα ανωτέρω επικαλούμενα υπομνήματα, ούτε προκύπτει η με άλλο τρόπο υποβολή αιτήσεως για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Το μόνο υπόμνημα του ανωτέρω αναιρεσείοντος που υπάρχει στη δικογραφία, είναι το από 26-1-2004 (αριθ. πρωτοκ. 3824/2004) υπόμνημα, στο οποίο όμως δεν περιέχεται αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτού ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Επομένως δεν προκλήθηκε η ως άνω επικαλούμενη απόλυτη ακυρότητα και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 31-12-2007, 7-1-2008, 7-1-2008 και 7-1-2008 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 2569/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για κάθε ένα αναιρεσείοντα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απάτη από κοινού με όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 Ευρώ κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και άμεσα συνέργεια σ' αυτήν. Στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια γεγονότος και χρόνος τελέσεως της απάτης. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το ανωτέρω έγκλημα των κατηγορουμένων, εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι με ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις αληθινών γεγονότων προς το επενδυτικό κοινό και τις Αρχές του Χρηματιστηρίου προκάλεσαν ζημιά σε χιλιάδες επενδυτές που αγόρασαν μετοχές χωρίς αξία, ενώ ο τέταρτος παρέσχε άμεση συνέργεια στους λοιπούς στην τέλεση της απάτης. Υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το έγκλημα αυτό του πρώτου κατηγορουμένου. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό και για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να αναφέρεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, εκτός και αν από τις παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως όταν αναφέρονται στοιχεία του περιεχομένου της. Απορρίπτονται οι αιτήσεις αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πραγματογνωμοσύνη, Υπεξαίρεση.
0
Αριθμός 335/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 922/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικτσίρη, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικτσίρη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 606/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 171 στοιχ. ι περ. Α του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω, στο άρθρο 17 στοιχ. Β παρ. 1, 3 εδ. β, 4, 5, 7 εδ. α και 10 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών) ορίζεται ότι σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1).Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο, και ο εισαγγελέας, που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αλφαβητική σειρά τα ονόματα των νεοτέρων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3 εδ. β). Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός (παρ. 4). Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς (παρ. 5). Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται παρά μόνον από τον αναπληρωματικό δικαστή που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου (παρ. 7 εδ. α). Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 15 και 23 του ΚΠΔ, κάθε δικαστικός λειτουργός είναι εξαιρετέος, μεταξύ άλλων, και αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία του, οφείλει δε να δηλώσει στον πρόεδρο του δικαστηρίου όπου υπηρετεί τον γνωστό σ' αυτόν λόγο για τον οποίο αποκλείεται ή εξαιρείται από τα καθήκοντά του σε ορισμένη υπόθεση, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15, με σκοπό να του επιτραπεί η αποχή. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο, αφού ακούσει τη γνώμη του εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία διαδίκων αποφασίζει αν εκείνος που υπέβαλε τη δήλωση πρέπει να απέχει ή όχι από την άσκηση των καθηκόντων του. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9222/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών για ανθρωποκτονία από αμέλεια, πάσχει απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, η οποία συνίσταται στο ότι, αφενός για τη δήλωση αποχής της Προεδρεύουσας του Δικαστηρίου Εφέτη Πηνελόπης Παρτσαλίδου έπρεπε να αποφασίσει το δικαστικό συμβούλιο και να εκδώσει σχετικό βούλευμα και αφετέρου έπρεπε στα πρακτικά της συνεδριάσεως να αναφέρεται ότι η Εφέτης Αθηνών Αντιγόνη Καραΐσκου, που προέδρευσε στην συνέχεια, ορίστηκε σε αντικατάσταση της αρχικώς ορισθείσης Προεδρεύουσας Πηνελόπης Παρτσαλίδου. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η Προεδρεύουσα του Δικαστηρίου Εφέτης Πηνελόπη Παρτσαλίδου δήλωσε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών ότι, για τον λόγο που αναφέρει στη δήλωση, εξαιρείται από τα καθήκοντά της στην υπόθεση αυτή με σκοπό να της επιτραπεί η αποχή. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο και αφού άκουσας τον εισαγγελέα, αποφάσισε ότι η ανωτέρω Δικαστής πρέπει να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προεδρεύουσας του Δικαστηρίου και αντικαταστάθηκε από την Εφέτη Αθηνών Αντιγόνη Καραΐσκου. Επομένως, ορθά αποφάσισε για την αποχή το Δικαστήριο ως Συμβούλιο και έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του (μη αναφορά στα πρακτικά της αντικατάστασης της Προεδρεύουσας) είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε ο σχετικός λόγος ακυρότητας πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης, η τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε. Από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς την διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προσβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικώς, προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί, προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προαναφερθείσα απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η Θ1, σύζυγος του πολιτικώς ενάγοντος, υπέρβαρη (100 κιλά περίπου), παρακολουθείτο από τον πρώτο κατηγορούμενο (εννοείται ο αναιρεσείων), ο οποίος είναι και ενδοκρινολόγος, για την παχυσαρκία της, ο ιατρός δε αυτός της είχε συστήσει και κάποια αγωγή για το πρόβλημά της αυτό (παχυσαρκία). Σε κάποιο υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας βρέθηκε ότι η άνω ασθενής είχε ινομύωμα μήτρας και τότε ο πρώτος κατηγορούμενος της συνέστησε ότι αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί, για να μην μεταλλαχθεί. Η ασθενής τότε θορυβήθηκε, γιατί είχε ιστορικό στην οικογένειά της με καρκίνο και δη ο πατέρας της απεβίωσε από την αρρώστια αυτή και γι' αυτό αποφάσισαν μαζί με τον σύζυγό της ότι έπρεπε να υποστεί την επέμβαση που της συνέστησε ο πρώτος κατηγορούμενος. Έτσι, συμφώνησαν με τον πρώτο κατηγορούμενο, που είναι και χειρουργός - μαιευτήρας γυναικολόγος, να την χειρουργήσει στην ιδιωτική κλινική ..."...", ορίστηκε δε ως ημέρα χειρουργείου η 17.6.2003. Πράγματι λοιπόν, κατά την ημερομηνία αυτή και περί ώρα 12.00 και αφού είχε προηγηθεί ο απαιτούμενος προεγχειρητικός και αναισθησιολογικός έλεγχος, η άνω Θ1 εισήχθη στο χειρουργείο για την εγχείριση, κατά την οποία παρίστατο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως αναισθησιολόγος, ο οποίος θα της χορηγούσε την αναισθησία και τον οποίο είχε επιλέξει ο πρώτος κατηγορούμενος. Η επέμβαση άρχισε περί ώρα 12.45' και τελείωσε στις 14.30'. Διήρκεσε περίπου δύο ώρες. Ο πρώτος κατηγορούμενος αρχικά επεχείρησε την υστερεκτομή δια της κολπικής οδού, κάνοντας ήδη μία τομή κατά μήκος του κόλπου, αλλά στην συνέχεια, λόγω της αποτυχίας της προσπάθειας αυτής να αφαιρέσει την μήτρα από την τομή του κόλπου, (ο πρώτος κατηγορούμενος) αποφάσισε να προχωρήσει στην αφαίρεσή της από πάνω, κάνοντας δηλαδή άλλη τομή στην κοιλιακή χώρα και να προβεί, δηλαδή, σε κοιλιακή υστερεκτομή, όπως στις καισαρικές τομές. Όταν τελείωσε, κατά τα άνω, στις 14.30' περίπου η επέμβαση υστερεκτομής, η ασθενής μεταφέρθηκε στον χώρο ανάνηψης του χειρουργείου, όπου παρέμεινε για παρακολούθηση επί 2,5 ώρες, δεδομένου του ότι ήθελε αυξημένη φροντίδα προς τούτο, που επιβαλλόταν λόγω της παχυσαρκίας της. Στον χώρο αυτόν ανάνηψης παρέμεινε περίπου μέχρι τις 16.55', οπότε ο δεύτερος κατηγορούμενος διεπίστωσε ότι ανένηψε η ασθενής, αφού ανταποκρινόταν στις ερωτήσεις του, ανοίγοντας όταν της το ζητούσε τα μάτια, κινώντας τα πόδια, και στην συνέχεια έδωσε εντολή να μεταφερθεί στον θάλαμο νοσηλείας, έχοντας αρτηριακή πίεση 120/70 mm Hg και 87 σφίξεις, την ώρα εκείνη. Το γεγονός ότι είχε ανανήψει όταν η ασθενής μεταφέρθηκε στον θάλαμο νοσηλείας της αποδεικνύεται τόσον από την κατάθεση της μάρτυρος - προϊσταμένης επίβλεψης της άνω κλινικής Μ1, όσο και από την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα, σαφέστατα η πρώτη εξ αυτών (μαρτύρων) κατέθεσε ότι, όταν της μίλησε μπροστά της ο δεύτερος κατηγορούμενος (αναισθησιολόγος), αυτή απάντησε, ο δε δεύτερος (πολιτικώς ενάγων) ότι, όταν της φώναξε μέσα στον θάλαμο νοσηλείας που την μετέφεραν "...μου ξύπνα", αυτή άνοιξε λίγο τα μάτια της, τον κύτταξε λίγο και μετά τα έκλεισε πάλι. Απ' αυτά δε τα σημάδια, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων ιατρών - αναισθησιολόγων, αποδεικνύεται, κατ' αυτούς, ότι έχει επιτευχθεί η ανάνηψη του ασθενούς, με την έννοια ότι έχουμε ανάνηψη όταν ο ασθενής μπορεί να απαντήσει σε παραγγέλματα και να τα εκτελέσει, σε συνδυασμό με το ότι όλοι οι εξετασθέντες μάρτυρες ιατροί κατέθεσαν ότι ο ως άνω χρόνος που η ασθενής παρέμεινε στον χώρο ανάνηψης θεωρείται υπεραρκετός και ότι αν δεν έχει ανανήψει κάποιος ασθενής δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να απομακρυνθεί από τον χώρο αυτόν, ο οποίος βρίσκεται μάλιστα κοντά στο χειρουργείο για κάθε ενδεχόμενο. Όταν δε παραλήφθηκε η ασθενής στον θάλαμο νοσηλείας από την άνω μάρτυρα (Μ1), προϊσταμένη επίβλεψης, στις 5 η ώρα, αυτή είχε αρτηριακή πίεση 110/75 mm Hg, 86 σφίξεις και ούρα από το χειρουργείο 2000 cc, τα περιστατικά αυτά ανέφερε αυτή στις από 17.6.2003 νοσηλευτικές παρατηρήσεις, που υπογράφει αυτή ως γενική προϊσταμένη. Στο ίδιο αυτό έγγραφο αναφέρεται ότι εστάλη αίμα για διασταύρωση και ότι, κατόπιν εντολής των ιατρών της ως άνω ασθενούς, όταν το αίμα αυτό θα είναι έτοιμο, δηλαδή την ίδια ημέρα, θα της χορηγούνταν δύο μονάδες αίμα και μία μονάδα πλάσμα. Εξάλλου, στις, με την ίδια ημερομηνία, ιατρικές οδηγίες που δόθηκαν και από τους δύο κατηγορουμένους ιατρούς, όπως κατέθεσε η άνω μάρτυρας, ρητά δίδεται εντολή παρακολούθησης της ασθενούς για αιμορραγία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, όταν η ασθενής μεταφέρθηκε στον θάλαμο νοσηλείας της, ήταν εξαιρετικά ωχρή, πράγμα που ανησύχησε πολύ την προϊσταμένη άνω μάρτυρα (Μ1), όσο και τους συγγενείς της, ήτοι τον σύζυγό της πολιτικώς ενάγοντα και την αδελφή της, που παρευρίσκοντο. Η προϊσταμένη μάλιστα, πολύ ανήσυχη, τους είπε: "δεν την βλέπω καλά, θα μας την αφήσετε έτσι;". Όμως, όπως κατέθεσε αυτή ενώπιόν μας, είναι έμπειρη προϊσταμένη, έχει παραλάβει πολλά χειρουργεία, αλλά η όψη της συγκεκριμένης ασθενούς αυτής διέφερε, γι' αυτό ανησύχησε και το επεσήμανε στους ιατρούς και αυτοί την καθησύχασαν. Το ίδιο ανήσυχοι από την όλη όψη της ήσαν και ο σύζυγος και η αδελφή της. Η τελευταία, όταν έφευγε ο πρώτος κατηγορούμενος, του είπε "δεν την βλέπω καλά την αδελφή μου, καθείστε" και αυτός της απάντησε "θα συνέλθει, δεν θα κάτσω, έχω και άλλη δουλειά να κάνω". Συνεχίζοντας, όταν η ώρα έφθασε 17.15', η πίεση της ασθενούς κατέβηκε στο 10,5 και, όπως κατέθεσε η προϊσταμένη, ήταν ακόμη ωχρή η ασθενής σε σημείο ανησυχητικό και δεν της άρεσε η αναπνοή της και η εν γένει κατάστασή της, που και πάλι επεσήμανε στους κατηγορουμένους, λέγοντάς τους να μην φύγουν, οι τελευταίοι όμως και πάλι την καθησύχασαν, λέγοντάς της ότι είναι ταλαιπωρημένη από την νάρκωση και ότι θα συνέλθει και τελικώς, περί τις 17.20 η ώρα, έφυγαν από την κλινική. Περί ώρα 17.45', η ασθενής εμφάνισε συμπτώματα καταπληξίας (σοκ, δύσπνοια και πτώση της αρτηριακής πίεσης στο 7,5 mm Hg), καθώς και καρδιακή ανακοπή, κλήθηκε δε αμέσως από την προϊσταμένη ο εφημερεύων ιατρός - παθολόγος Ι1, ο οποίος κάλεσε για βοήθεια και τον ιατρό, χωρίς ειδικότητα τότε, Ι2, ενώ συγχρόνως δόθηκε εντολή να ειδοποιηθούν τηλεφωνικώς οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είχαν φύγει από την κλινική. Οι προστρέξαντες άνω ιατροί (που βρίσκονταν στην κλινική), ήτοι οι Ι1 και Ι2, άρχισαν την διαδικασία καρδιοαναπνευστικής ανάταξης της ασθενούς, με μαλάξεις, τοποθέτηση αεραγωγού και χορήγηση οξυγόνου και διαφόρων φαρμάκων που χορηγούνται στις περιπτώσεις αυτές, όπως ξυλοκαΐνης, αδρεναλίνης, ναρκάν, ατροπίνης και διϊττανθρακικών, κατόπιν εντολής του δευτέρου κατηγορουμένου, με τον οποίο επικοινωνούσαν μέσω τηλεφώνου, καθόσον ευρίσκετο καθ' οδόν προς επιστροφή στην κλινική, ενώ ακόμη δεν είχε διασταυρωθεί και έλθει το παραγγελθέν αίμα. Περί ώρα 18.20' και ενώ συνεχίζονταν οι προσπάθειες ανάταξης της ασθενούς, επέστρεψε στην κλινική ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος συμμετείχε στην ως άνω διαδικασία ανάταξης, κάνοντας μαλάξεις στην ασθενή, μετά δεν την επιστροφή και του δευτέρου κατηγορουμένου, περί ώρα 18.45', μεταφέρθηκε η ασθενής στον χώρο ανάνηψης του χειρουργείου, όπου συνεχίσθηκε η προσπάθεια ανάταξής της, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού αυτή φαίνεται, ήδη από ώρα 18.30', είχε αποβιώσει. Όταν δε είχε αποβιώσει, διασωληνώθηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο (ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, επανήλθε στην κλινική 18.45' περίπου, μετά τον θάνατό της δηλαδή) και μεταφέρθηκε περί ώρα 20.00' με ασθενοφόρο στην μονάδα εντατικής θεραπείας της Ευρωκλινικής, καθόσον η άνω "...", όπου έγινε η επέμβαση της ασθενούς, δεν διέθετε τέτοια μονάδα, όπου εκεί διαπιστώθηκε ο θάνατός της, που στην ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται ως τέτοιος χρόνος γύρω στις 18.30' της 17.6.2003. Μετά ταύτα, διενεργήθηκε στο πτώμα της Θ1 νεκροψία - νεκροτομή από τον ιατροδικαστή Αθηνών ..., κατόπιν σχετικής παραγγελίας του Α.Τ. ..., ο οποίος συνέταξε την αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 1991/4.9.2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, εξετάστηκε δε ως μάρτυρας τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και στο παρόν και ο οποίος αναφέρει στην άνω έκθεσή του ότι διαπιστώθηκε ενδοκολπική χειρουργική τομή προς επέμβαση υστερεκτομής χειρουργικώς συρραφείσα, καθώς και υπογάστρια χειρουργική τομή προς υστερεκτομή και ότι τα ζωτικά όργανα της θανούσας (εγκέφαλος, πνεύμονες, μυοκάρδιο, ήπαρ, σπλήνας, νεφροί) ήσαν έξαιμα. Αναφέρει, ακόμη, ότι εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας υπήρχαν αιματοπήγματα, συνολικού βάρους 2.900 γρ., που είναι χαρακτηριστικό, κατά την έκθεση πάντοτε, εύρημα στάγδην (βραδείας) ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας. Στην συνέχεια αναφέρει, ότι η πλήρης σχεδόν απουσία αίματος από το σύνολο των σπλάχνων και ιδιαίτερα του ήπατος και των νεφρών και η παρουσία ευμεγέθων αιματοπηγμάτων στην κοιλία, είναι τα παθογνωμικά ευρήματα, με τα οποία διαπιστώνεται ότι ο θάνατος της ασθενούς προήλθε από στάγδην (βραδεία) αιμορραγία και καταλήγει αναφέροντας ως αιτία θανάτου "ενδοπεριτοναϊκή αιμορραγία μετά από χειρουργική γυναικολογική επέμβαση". Στην ίδια έκθεση αναφέρονται ότι η τοξικολογική εξέταση που έγινε στο ληφθέν από την θανούσα αίμα ήταν αρνητική, αποδεικνύεται δε τούτο και από την υπ' αριθ. ... εργαστηριακή έκθεση του τοξικολογικού εργαστηρίου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών. Εξάλλου και ο αναπληρωτής καθηγητής ... που επίσης εξετάστηκε ως μάρτυρας τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν δικαστήριο, στην από 16.7.2003 έκθεση της ιστολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε στο εργαστήριο παθολογικής ανατομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κατόπιν παραγγελίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, αναφέρει ότι διαπιστώθηκε αδενομύωση μήτρας, ικανού βαθμού λίπωση ήπατος και τριχοειδικές αιμορραγικές διηθήσεις εξωτερικής επιφανείας κολοβώματος τραχήλου μήτρας και παραμητρίων, ενώ δεν βρέθηκε τρώση μεγάλου εγγείου. Από τα αναφερόμενα στις άνω εκθέσεις, σαφώς αποδεικνύεται κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε τρώση μεγάλου αγγείου, αλλά ότι υπήρξε στάγδην (βραδεία) αιμορραγία, η οποία οδήγησε με την πάροδο της ώρας στον θάνατο της ασθενούς. Ειδικότερα, η αιμορραγία, που προκάλεσε τον θάνατο της ασθενούς, ήταν μετεγχειρητική και αργή, οφειλόταν σε τρώση μικρών αγγείων, ήταν μεγάλη δηλαδή σε έκταση και όχι σε ένταση. Δικαιολογείται δε αυτή η αιμορραγία από τρώση πολλών μικρών αγγείων και όχι ενός μεγάλου, διότι η εγχείριση που έγινε ονομάστηκε από όλους σχεδόν τους γιατρούς ως "εργώδης" και τούτο, κατ' αυτούς, σημαίνει ότι δεν ήταν μια απλή επέμβαση με μία τομή, αλλά είχε αρκετές τομές. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως προαναφέρθηκε, έκανε αρχικώς τομή στον κόλπο και προσπάθησε ανεπιτυχώς να προβεί στην υστερεκτομή από εκεί. Ύστερα, προέβη σε τομή στο υπογάστριο (με τον κλασσικό δηλαδή τρόπο) και έκανε την υστερεκτομή από την κοιλιά. Το ότι έκανε τομή στον κόλπο, αρχικά προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας και από την ιατροδικαστική έκθεση, που το αναφέρει ρητά "παρατηρείται ενδοκολπική χειρουργική τομή προς επέμβασιν υστεροκτομής, χειρουργικώς συρραφείσα", αναφέρονται επίσης στην συνέχεια ότι έγινε και υπογάστρια χειρουργική τομή προς υστερεκτομή. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ερωτηθείς κατ' επανάληψη, απάντησε αρνητικά, ότι προέβη και σε τομή στον κόλπο, περιοριζόμενος να καταθέτει ότι προσπάθησε να προβεί σε υστερεκτομή από τον κόλπο ανεπιτυχώς, χωρίς να δέχεται ότι προέβη και σε τομή του κόλπου, ισχυρισμός που διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα άνω ευρήματα του ιατροδικαστή, αλλά και από την λογική, γιατί πώς θα μπορούσε χωρίς τομή να φθάσει ως την μήτρα και να προσπαθήσει να την "μετακινήσει", όπως κατέθεσε. Τέλος, ο κατηγορούμενος αυτός, αφού χειρούργησε την ασθενή με τον κλασσικό τρόπο, κάνοντας τομή στο υπογάστριο, αφαίρεσε την μήτρα και έκανε συρραφή στο επάνω μέρος του κόλπου, εκεί όπου ενωνόταν με την μήτρα, κλείνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο κάθε δίοδο από την κοιλία προς τον κόλπο της ασθενούς χωρίς, όπως συνηθίζεται και κατατέθηκε από τους εξετασθέντες χειρουργούς, να τοποθετήσει παροχέτευση, που θα έβγαινε δια του κόλπου έξω από το σώμα. Έτσι, από την εργώδη, με πολλές τομές, αυτήν εγχείριση και από την τρώση πολλών μικρών αγγείων, που σιγά - σιγά (στάγδην) άρχισαν να αιμορραγούν, άδειασαν όλα τα εσωτερικά όργανα της ασθενούς σιγά - σιγά από αίμα, το οποίο συσσωρεύθηκε, με έχοντας κατά τα άνω τοποθετήσει παροχέτευση ο πρώτος κατηγορούμενος, στην περιτοναϊκή κοιλότητα και βρέθηκε υπό μορφήν αιματοπηγμάτων, συνολικού βάρους 2.900 cc από τον ιατροδικαστή κατά την νεκροψία - νεκροτομή, ο οποίος χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι τα αφαίρεσε (αιματοπήγματα) με τα χέρια από την κοιλιά, που ήσαν στερεά, αποκρούοντας κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου, ότι τα αιματοπήγματα στην περιτοναϊκή χώρα ήσαν αίμα μαζί με ορό, που έβαλε για να μην δημιουργηθούν συμφύσεις, αφού σ' αυτήν την περίπτωση ο ορός δεν θα έπηζε, αλλά θα ήταν σε υγρή μορφή, ενώ σαφώς ο ιατροδικαστής κατέθεσε ότι αυτά ήσαν στερεά και ήσαν περίπου το μισό αίμα του σώματος του ανθρώπου, που είναι ανάλογα με το βάρος του, 5,5 με 6 κιλά. Γι' αυτό, όπως επίσης κατέθεσε ο άνω ιατροδικαστής, και φαινόταν η ασθενής κάτωχρη, διότι έχανε διαρκώς αίμα, ενώ αν ο θάνατός της οφειλόταν σε δηλητηρίαση, λόγω μη ανάνηψής της, τότε αυτή θα είχε λόγω ελλιπούς οξυγόνωσης, δυσκολίες στην αναπνοή και το χρώμα της θα ήταν "κυανούν" και όχι κάτασπρο και ότι πάντοτε το κάτωχρο χρώμα μας παραπέμπει σε αιμορραγία εσωτερική. Και το δικαστήριο, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, πείθεται ότι τα συμπεράσματα για τα αίτια θανάτου, που αναφέρονται στην άνω ιατροδικαστική έκθεση, είναι απολύτως ασφαλή και ανταποκρίνονται στην αλήθεια, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και τους μάρτυρες ιατρούς που εξετάσθηκαν. Και επειδή η αιμορραγία ήταν αργή - στάγδην, γι' αυτό η ασθενής ανένηψε, όταν ήταν στον θάλαμο κοντά στο χειρουργείο, αλλά, όταν κατέβηκε στον θάλαμο νοσηλείας της, δεν καλυτέρευε, αλλά άρχισε να έχει ρόγχο, να κατεβαίνει η πίεσή της και να μην ξυπνάει, καίτοι περνούσε η ώρα, διότι η αιμορραγία αυτή, αντίθετα με την πάροδο της ώρας, την οδηγούσε σε αδυναμία κινήσεως και λήθαργο και στο τέλος στον θάνατο. Ο θάνατος, κατά την κρίση του δικαστηρίου, της άνω ασθενούς Θ1 οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, συνισταμένη στην έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα αυτός, παρά το γεγονός ότι, μόλις η ασθενής μεταφέρθηκε από τον χώρο ανάνηψης στον θάλαμο νοσηλείας, ήταν εξαιρετικά ωχρή, σε τέτοιο σημείο που δημιούργησε ανησυχία τόσο στους συγγενείς της, αλλά κυρίως στην προϊσταμένη της βάρδιας, η οποία δεν ήταν μεν γιατρός, σίγουρα όμως λόγω της θέσης της είχε δει τόσους χειρουργημένους και είχε τέτοια εμπειρία, που της επιτρεπόταν να εκφράσει την ανησυχία της για την κατάσταση της ασθενούς και μόνον από την οπτική εικόνα της και δη από την ασυνήθιστη κατ' αυτήν ωχρότητά της, αυτός (πρώτος κατηγορούμενος), καίτοι του επεσήμανε (η προϊσταμένη) "πώς θα την αφήσετε έτσι" και η αδελφή της ασθενούς του είπε "καθείστε", αυτός έφυγε, αφήνοντας την ασθενή σ' αυτήν την κατάσταση. Αν ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν επιμελής και διέθετε την "υψηλή" υποψία που πρέπει να διαθέτει κάθε ιατρός, βλέποντας την ωχρότητα της ασθενούς που, κατά γενική ομολογία, ήταν εξαιρετική, σε συνδυασμό με την "εργώδη" εγχείριση, στην οποία είχε υποβάλει την ασθενή με πολλές τομές, που επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω λόγω της ανεπιτυχούς κολπικής υστερεκτομής, θα έπρεπε να υποψιασθεί ότι μπορεί να υπάρχει αιμορραγία, μη έχοντας δε κάνει παροχέτευση, θα έπρεπε να παραμείνει μέχρι η ασθενής να συνέλθει καλά. Αντ' αυτού αυτός, καίτοι είχε κάνει συμφωνία να φέρει εις πέρας με όλους τους κανόνες της επιστήμης την επέμβαση και την όλη μετεγχειρητική διαδικασία, έφυγε αφήνοντας αβοήθητη την ασθενή, σε μία κλινική όπου δεν υπήρχε, φεύγοντας αυτό, πίσω του εφημερεύων χειρουργός - αναισθησιολόγος και εντατική μονάδα θεραπείας και χωρίς να έχει προβλέψει, για την περίπτωση αιμορραγίας, να έχει έτοιμο αίμα, ήτοι διασταυρωμένο, ώστε, αν παραστεί ανάγκη, να το χορηγήσει στην ασθενή οποιοσδήποτε αμέσως. Ο ισχυρισμός του ότι δεν έφυγε από την κλινική, αλλά ότι ήταν εντός αυτής δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 17.20 μέχρι 18.20 έλειπε από την κλινική και, όταν επέστρεψε, ήταν πλέον αργά, αφού εκείνη την ώρα, παρά την προσπάθεια των ιατρών Ι1 και Ι2, κατέληξε τελικά η ασθενής. Οι δε μαλάξεις και η διασωλήνωση και μεταφορά της ασθενούς σε εντατική μονάδα στην Ευρωκλινική έγιναν, όπως προαναφέρθηκε, μετά τον θάνατό της. Αν είχε παραμείνει στην ...Κλινική κοντά στην ασθενή και διερευνώντας έγκαιρα για τα αίτια της ιδιαίτερης ωχρότητάς της, που θα έπρεπε να υποψιασθεί, ως ιατρός - χειρουργός επιστήμων, ότι οφείλεται πιθανώς σε αιμορραγία και βλέποντας ότι κατεβαίνει η αρτηριακή πίεση και ότι η ασθενής πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο και έχοντας φροντίσει εκ των προτέρων, όπως συνηθίζεται και επιβάλλεται, πριν μπει στο χειρουργείο η ασθενής να έχει διασταυρωθεί το αίμα, που γι' αυτήν την εγχείριση συνηθίζεται να υπάρχουν δύο φιάλες αίμα, σε πρώτη φάση θα χορηγούσε αίμα στην ασθενή, για να κερδίσει χρόνο και να μην πεθάνει η ασθενής από αιμορραγία, και σε δεύτερη φάση αυτός, ως χειρουργός και μόνος αρμόδιος να μπει στο χειρουργείο, πρωτίστως θα οδηγούσε την ασθενή του στο χειρουργείο, θα την άνοιγε πάλι, για να δει αν υπάρχει αιμορραγία, αφού δεν είχε φροντίσει να δει κάτι τέτοιο κάνοντας παροχέτευση στην ασθενή, που συνηθίζεται σ' αυτές τις εγχειρήσεις (υστερεκτομής) προληπτικώς για τέτοιου είδους φόβους. Ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι θα έπρεπε, λόγω και του ότι η ασθενής ήταν υπέρβαρη, να έχει φροντίσει να υπάρχει μετά την επέμβαση εξασφαλισμένο κρεββάτι σε εντατική μονάδα θεραπείας για παν ενδεχόμενο, πράγμα που, αν δεν είχε παραλείψει να πράξει και είχε οδηγηθεί η ασθενής αμέσως μετά την επέμβαση σε τέτοιο κρεββάτι (εντατικής), και πάλι εκεί ίσως ανακάλυπταν, λόγω της πτώσης της πίεσής της και της ωχρότητάς της, την αιμορραγία της και οδηγείτο η ασθενής στο χειρουργείο από άλλον χειρουργό, ή της χορηγείτο αίμα με πρωτοβουλία των ιατρών της εντατικής μονάδας, ως έκτακτο περιστατικό, και πιθανώς να εσώζετο. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος με την άνω αμελή συμπεριφορά του, συνισταμένη σε όλες τις προαναφερθείσες παραλείψεις δράσης εκ μέρους του, καταδίκασε την ασθενή, που είχε αφεθεί κατόπιν συμφωνίας στα χέρια του, σε βέβαιο θάνατο. Είχε, δηλαδή, ο πρώτος κατηγορούμενος, μετά από την συμφωνία που είχε κάνει με την θανούσα και τον σύζυγό της πολιτικώς ενάγοντα, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποφύγει τις παραλείψεις που προαναφέρθηκαν και να παρεμποδίσει την επέλευση του θανάτου της, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης του. Αν, δηλαδή, είχε επιμελώς χειρισθεί την αναληφθείσα έναντι της ασθενούς Θ1 υποχρέωσή του, χωρίς δηλαδή τις άνω παραλείψεις, αυτή θα ζούσε". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 1 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 και 28 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του κατηγορουμένου, η οποία, κατά τις παραδοχές του, συνίσταται στο ότι: α) ενώ προέβη σε όχι απλή επέμβαση, αλλά σε "εργώδη" με δύο τομές (μία στον κόλπο και μία στο υπογάστριο), δεν είχε τοποθετήσει παροχέτευση για να παρακολουθεί την αιμορραγία που προκαλείται σ' αυτού του είδους τις επεμβάσεις και έτσι η προκληθείσα αργή (στάγδην) αιμορραγία δεν διαπιστώθηκε, ώστε να χορηγηθεί αίμα σε πρώτη φάση και ακολούθως επέμβαση για την αντιμετώπισή της, β) δεν είχε φροντίσει να έχει διασταυρωθεί το αίμα της ασθενούς, ώστε να χορηγηθεί αμέσως αίμα με την διαπίστωση της αιμορραγίας, ούτε να υπάρχει διαθέσιμο κρεββάτι σε μονάδα εντατικής θεραπείας, γ) ενώ διαπιστώθηκε, μετά την ανάνηψη της ασθενούς, εξαιρετική ωχρότητα αυτής, η οποία συνεχώς επιδεινούτο, και ενώ είχε επισημανθεί στον κατηγορούμενο ότι η ασθενής είναι εξαιρετικά ωχρή και δεν έπρεπε να την αφήσει έτσι, αυτός, λέγοντας ότι είναι ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση και ότι θα συνέλθει, την εγκατέλειψε και αποχώρησε από την κλινική, ενώ ώφειλε να συμπεράνει ότι η εξαιρετική ωχρότητα παραπέμπει σε εσωτερική αιμορραγία και να προβεί σε ενέργειες διαπίστωσης της εντάσεώς της και αντιμετώπισής της. Επίσης, αναφέρεται και αιτιολογείται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ανωτέρω ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορουμένου και του αποτελέσματος του θανάτου της ασθενούς, ο οποίος οφείλεται στην προαναφερθείσα εσωτερική αιμορραγία. Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι αρχικά ανένηψε η ασθενής και της παραδοχής ότι η ωχρότητά της συνεχώς επιδεινούτο, αφού, όπως δέχεται η απόφαση, επειδή η αιμορραγία ήταν αργή, δεν επηρέασε την ανάνηψη, αλλά επιδεινούτο σταδιακά και παράλληλα επιδεινούτο αντιστοίχως και η ωχρότητα. Τέλος, η απόφαση αφενός αιτιολογεί την υποχρέωση του κατηγορουμένου ως επιστήμονα ιατρού - χειρουργού, να συμπεράνει εσωτερική αιμορραγία με βάση την εξαιρετική ωχρότητα και να επέμβει και αφετέρου δικαιολογεί την εμφάνιση συμπτωμάτων καταπληξίας την 17.45 ώρα και την επέλευση του θανάτου την 18.20 ώρα, καθώς και την απώλεια 2,900 λίτρων αίματος από την αργή αιμορραγία κατά το διάστημα από την 14.30 ώρα, που ολοκληρώθηκε η επέμβαση, μέχρι την εμφάνιση καταπληξίας και τον θάνατο. Επομένως, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 183, 176 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.4.2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 9222/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και τα έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου γιατρού. Δήλωση αποχής δικαστή. Αρμόδιο να αποφασίσει επ' αυτής είναι το δικαστήριο συνεδριάζοντας ως συμβούλιο. Κακή σύνθεση δικαστηρίου στο οποίο οι συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση. Ο σχετικός ισχυρισμός για κακή σύνθεση πρέπει να προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Δικαστηρίου σύνθεση.
2
Αριθμός 327/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, κατά της υπ'αριθμ. 65/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με εκζητούμενο τον ..., Τούρκο υπηκόο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Φυτράκη και Ιωάννα Κούρτοβικ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε κατά της εκδόσεως του ανωτέρω στο Κράτος της Τουρκίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 156/31-7-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως Γεωργίας Αράπου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1200/2009. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Φέρεται για κατ ουσία κρίση η με αριθμ. εκθ. 156/31-7-2009 έφεση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών κατά της με αριθμ. 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της μη εκδόσεως στις Τουρκικές Αρχές του εκζητούμενου ... Τούρκου υπηκόου. Η έκδοση ζητήθηκε με: 1) το 2004/453 αίτημα του προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Άγκυρας, 2) το 2007/56 από 3-4-2009 αίτημα του προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης (INSTABUL), για να συνεχισθεί η ανάκριση και να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για συμμετοχή στην ηγεσία της ένοπλης τρομοκρατικής οργάνωσης DHKP/C (Επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα/Μέτωπο) και 3) το 1999/3-67 αίτημα του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Uskudar, για να εκτίσει υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως οκτώ(8) μηνών και δέκα έξι (16) ημερών για την πράξη της παράβασης του άρθρου 145/1 του ΤουρκΠΚ. Η έφεση έχει γίνει τυπικά δεκτή με την 1810/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως επ αυτής και ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες από το εκζητούν Κράτος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως, Με την ίδια απόφαση τάχθηκε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευσή της για την παροχή των πληροφοριών. ΙΙ. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Δημοκρατία της Τουρκίας (ΑΠ 508/1990). Κατά το άρθρο 13 της Συμβάσεως, εάν οι υπό του αιτούντος Κράτους κοινοποιηθείσες πληροφορίες αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη λήψη αποφάσεως υπό του Κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, το τελευταίο θα ζητήσει τις αναγκαιούσες συμπληρωματικές πληροφορίες, δυνάμενο να καθορίσει και προθεσμία για την λήψη τους. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 444 ΚΠΔ, η οποία συμπορεύεται με την ανωτέρω διάταξη της ΕυρΣυμβΕκδ. '' Όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την δυνατότητα να γίνει η έκδοση κατά τα άρθρα 437 και 438, ζητούνται επεξηγήσεις από το κράτος που κάνει την αίτηση για την έκδοση. Η έκδοση δεν μπορεί να διαταχθεί παρά μόνο όταν οι επεξηγήσεις είναι τέτοιου βαθμού ώστε να διαλύουν τις αμφιβολίες που έχουν γεννηθεί''. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις με την 1810/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και για τους εκτιθέμενους σ αυτή λόγους, ζητήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες σε σχέση με τις πράξεις για τις οποίες ζητήθηκε η έκδοση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου και το ακριβές ύψος του υπολοίπου της προς έκτιση ποινής και τάχθηκε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη δημοσίευσή της (11-9-2009) για παροχή των συμπληρωματικών πληροφοριών. Όπως προκύπτει από το ...έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, το οποίο διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με το... έγγραφο της πρώτης, οι συμπληρωματικές πληροφορίες και τα ζητηθέντα στοιχεία δεν περιήλθαν μέχρι τις 18-12-2009, δηλαδή παρότι παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία, στο Υπουργείο. Τα στοιχεία αυτά και οι συμπληρωματικές πληροφορίες κρίνονται και από το παρόν Δικαστήριο απαραίτητα, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη της εφέσεως του Εισαγγελέα και κατ ακολουθία η ορθότητα ή μη της κρίσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατ ακολουθία τούτων πρέπει να αναβληθεί και πάλι η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως προκειμένου να παρασχεθούν οι πρόσθετες πληροφορίες και τα στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό της προηγούμενης ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου, τασσομένης νέας προς τούτο προθεσμίας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναβάλλει και πάλι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της 156/31-7-2009 εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κατά της 65/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εμμένει στην 1810/2009 απόφασή του. Τάσσει νέα προθεσμία δύο (2) μηνών από την δημοσίευση της παρούσης, προκειμένου οι αρμόδιες Αρχές του εκζητούντος Κράτους της Τουρκίας παράσχουν τις πρόσθετες πληροφορίες και τα στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό της 1810/2009 αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση εκδόσεως Τούρκου υπηκόου για να εκτίσει ποινή και να διωχθεί για αξιόποινες πράξεις. Απόρριψη από Συμβούλιο Εφετών. Έφεση Εισαγγελέα. Αναβολή για να παρασχεθούν συμπληρωματικές πληροφορίες και στοιχεία με απόφαση του Αρείου Πάγου. Πάροδος άπρακτης της τρίμηνης προθεσμίας. Αναβολή εκ νέου. Νέα προθεσμία 2 μηνών για να παρασχεθούν οι πληροφορίες και τα στοιχεία σύμφωνα με διατακτικό προηγούμενης αποφάσεως.
Έκδοση
Έκδοση.
2
Αριθμός 325/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2. Ο 2ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και με την ίδια δήλωση εκπροσώπησε και τον 1ο αναιρεσείοντα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανοικτή ανώνυμη εταιρεία κατασκευής έργων Πετρελαίου και Φυσικού αερίου στην επικράτεια της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών και στο εξωτερικό "ΖΑΝΓΚΑΣ"" (Joint Stock Company for the Construction of Oil and Gas Projects on Commonwealth of Independent States territory and abroad "ZANGAS") ("JSC ZANGAS"), πρώην εδρεύουσας στην Μόσχα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ήδη αγνώστου διαμονής, νόμιμα εκπροσωπουμένης. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ..., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1474/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, εάν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα η εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 παρ. 1 και 134 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, αυτή γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση και έχει το οριζόμενο από την πρώτη των άνω διατάξεων περιεχόμενο. Ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής μπορεί να θεωρηθεί και το νομικό πρόσωπο, όταν δεν έχει κατάστημα ή γραφείο ή είναι άγνωστος ο τόπος και η διεύθυνση αυτών. Δεδομένου όμως ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126, 124 και 129 ΚΠολΔ, η επίδοση προς νομικό πρόσωπο γίνεται προς τον κατά νόμο ή το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπο και σε περίπτωση περισσοτέρων σε ένα απ' αυτούς είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα ή γραφείο του κλπ, για να έχει εφαρμογή επί νομικού προσώπου αγνώστου διαμονής η παραπάνω διαδικασία επιδόσεως, θα πρέπει και τα πρόσωπα που εκπροσωπούν αυτά κατά το νόμο ή το καταστατικό να είναι όλα, κατά το χρόνο επίδοσης, αγνώστου διαμονής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε για την άνω αναιρεσίβλητη, ως αγνώστου διαμονής, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περίληψη δε του επιδοθέντος δικογράφου δημοσιεύθηκε στα προσκομιζόμενα ... και ... φύλλα των ημερησίων εφημερίδων ...και .... Η δια του τρόπου αυτού κλήτευση της αναιρεσίβλητης δεν είναι νόμιμη. Και τούτο, γιατί δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε άλλοθεν προκύπτει, ότι τυγχάνουν αγνώστου διαμονής και τα φυσικά πρόσωπα που κατά το νόμο ή το καταστατικό της εκπροσωπούν αυτή, ώστε να είναι νόμιμη η κλήτευσή της κατά τους ορισμούς του άρθρου 135 παρ. 1 ΚΠολΔ ( δεν αρκεί η αναγραφή στην παραπάνω έκθεση επιδόσεως της φράσης "αγνώστου έδρας και νομίμου εκπροσώπησης"). Επομένως, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση επί της από 23-2-2009 αίτησης των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1474/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Επιδόσεις προς άγνωστης διεύθυνσης νομικό πρόσωπο.- Ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής μπορεί να θεωρηθεί και το νομικό πρόσωπο, όταν δεν έχει κατάστημα ή γραφείο ή είναι άγνωστος ο τόπος και η διεύθυνση αυτών. Δεδομένου όμως ότι η επίδοση προς ν.π. γίνεται προς τον κατά νόμο ή το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπο και σε περίπτωση περισσοτέρων σε ένα απ΄ αυτούς, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα ή γραφείο του κ.λπ., για να έχει εφαρμογή επί ν.π. αγνώστου διαμονής, η διαδικασία επιδόσεως, θα πρέπει και τα πρόσωπα που εκπροσωπούν αυτά κατά το νόμο ή το καταστατικό να είναι όλα, κατά το χρόνο επίδοσης, αγνώστου διαμονής.
null
null
2
Αριθμός 323/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ", Ερευνητικού Ινστιτούτου, που διέπεται από το ν. 3733/28-1-2009 (ΦΕΚ 7 Α'), ο οποίος τροποποίησε το ν. 390/1976 (ΦΕΚ Α' 202/2-8-1976), εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7807/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-4-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. .../11-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα κα εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε δικηγόρος του κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λ.π.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Νόμου 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις, δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως Νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου". Το με την άνω διάταξη καθοριζόμενο ποσό αυξήθηκε μεταγενέστερα σε 1.500.000 δρχ. με το άρθρο 33 του ν.1876/1990. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970 "τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ΑΝ 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π.", τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου". Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών. Ως τέτοιες υπερισχύουν κατά την τελευταία διάταξη των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006). Εξάλλου, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 1514/1985, αποτελεί Ανεξάρτητο Ερευνητικό Ινστιτούτο που διέπεται από τις διατάξεις του ν. 390/1976. Κατά το άρθρο 2 του τελευταίου αυτού νόμου το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ έχει ως κύρια αποστολή και δραστηριότητες αναφερόμενες στη δημόσια υγιεινή, στη διεξαγωγή ερευνών, αναφερομένων στη μικροβιολογία και ανοσοβιολογία των ανθρώπων και των ζώων, στην κατάρτιση ερευνητών, την αφορώσα στα ως άνω θέματα σε συνεργασία προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών και το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και εντός του πλαισίου του γενικού προγραμματισμού των ερευνητικών δραστηριοτήτων, στην κατόπιν αιτήσεως του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών παρασκευή εμβολίων, βιολογικών και θεραπευτικών προϊόντων υπό όρους καθοριζομένους με συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων. Κατά το άρθρο 9 του άνω νόμου η ελληνική Κυβέρνηση αναλαμβάνει: α) να καταβάλλει κατ' έτος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ τακτική επιχορήγηση για την κάλυψη των δαπανών δραστηριότητας στον τομέα της δημόσιας υγιεινής του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ, υπολογιζομένων κυρίως βάσει της σπουδαιότητας και αναγκαιότητας των προβλεπομένων δραστηριοτήτων και της εξελίξεως του επιπέδου των μισθών, β) να καταβάλλει κατ' έτος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ τακτική επιχορήγηση εντός των πλαισίων των πιστώσεων του κρατικού προϋπολογισμού για την κάλυψη των δαπανών πραγματοποιήσεως των εγκρινομένων ερευνητικών προγραμμάτων υπό τους όρους τους καθοριζομένους στα άρθρα 6 και 7 του άνω νόμου. Η επιχορήγηση αυτή θα αποτελεί χωριστό κεφάλαιο του προϋπολογισμού του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ προοριζόμενο για την κάλυψη των κοινών ερευνητικών προγραμμάτων. Κατά το άρθρο 11 του άνω νόμου, τα υπό του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ εισαγόμενα εκ του εξωτερικού είδη, τα αναγκαία για τη λειτουργία αυτού, όπως το επιστημονικό υλικό, τα όργανα, οι μηχανές, οι συσκευές και ο συνήθης εργαστηριακός εξοπλισμός , τα ζώα, τα υλικά, τα προϊόντα και οποιαδήποτε συναφή για τους υπό του Ινστιτούτου επιδιωκόμενους σκοπούς απολαύουν πλήρους απαλλαγής εκ δασμών, λοιπών τελών ως και παντός τέλους εισπραττομένων στα τελωνεία κατά την εισαγωγή υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου. Της ανωτέρω απαλλαγής εξαιρούνται τα είδη χρήσης και εξοπλισμού των γραφείων του Ινστιτούτου, καθώς και οι πρώτες ύλες και έτοιμα προϊόντα τα προοριζόμενα να αποτελέσουν μετά προηγούμενη επεξεργασία ή μη αντικείμενο ελεύθερης εμπορίας. Υπό την έννοια αυτή το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, ενόψει των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών του, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που το διέπει, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς σκοπούς, όπως η έρευνα και προαγωγή της επιστήμης εν γένει και ειδικότερα της δημόσιας υγιεινής. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι εμπίπτει στους φορείς, οι οποίοι κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 ΑΝ 173/1967 οφείλουν μειωμένη αποζημίωση του Ν. 2112/1920 στους εργαζόμενους που αποχωρούν από την εργασία τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "... Από το συνδυασμό των άρθρων 2, 9, 11 του ν. 390/1976 προκύπτει ότι το ΕΙΠ , το οποίο αποτελεί ανεξάρτητο ερευνητικό ινστιτούτο , δεν διοικείται από την Ελληνική Κυβέρνηση, αλλά το 1/3 των μελών του ΔΣ διορίζεται από το Ινστιτούτο Παστέρ των Παρισίων και δεν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το Κράτος αλλά λαμβάνει κατ' έτος συγκεκριμένες επιχορηγήσεις για την κάλυψη δαπανών δραστηριοτήτων στον τομέα της υγείας και για την κάλυψη δαπανών πραγματοποίησης ερευνητικών προγραμμάτων, οι οποίες επιχορηγήσεις αποτελούν χωριστό κεφάλαιο του προϋπολογισμού του, ενώ πέραν αυτών των επιχορηγήσεων έχει έσοδα και από άλλες πηγές και δη από την εμπορική του δραστηριότητα την οποία εκ παραλλήλου ασκεί. Η εποπτεία του δε από το Υπουργείο Ανάπτυξης και το Υπουργείο Υγείας εντάσσεται στην ανάγκη συντονισμού της επιστημονικής έρευνας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι μετατρέπεται σε παράρτημα δημόσιας υπηρεσίας. Ως ανεξάρτητο ερευνητικό ινστιτούτου δεν έχει το εναγόμενο καθαρώς δημόσιο χαρακτήρα εκ του γεγονότος ότι τυγχάνει Ν.Π.Ι.Δ. με ερευνητικούς κυρίως σκοπούς και εποπτεύεται από τα Υπουργεία Ανάπτυξης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, διότι δεν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από το Δημόσιο και δεν επιδιώκει δημόσιους μόνο σκοπούς, καθόσον τα παραγόμενα υπ' αυτού είναι αντικείμενα ελεύθερης εμπορίας. Ο ισχυρισμός, επομένως, του εκκαλούντος, όπως διατυπώνεται με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι οι σκοποί του Ε.Ι.Π. έχουν δημόσιο χαρακτήρα, καθώς αφορούν τη δημόσια υγεία, την έρευνα και την προαγωγή της επιστήμης , επιχορηγείται αυτό τακτικά κατ' έτος από τον κρατικό προϋπολογισμό και για τους λόγους αυτούς τυγχάνει Ν.Π.Ι.Δ. με ερευνητικούς σκοπούς, κρίνεται ουσία αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η από το άρθρο 2 του ν. 390/1976 φύση των πιο πάνω αναφερόμενων υπηρεσιών του αναιρεσείοντος είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση αναγκών του κοινωνικού συνόλου (έρευνα και προαγωγή της μικροβιολογίας και ανοσοβιολογίας, παρασκευή εμβολίων, βιολογικών και θεραπευτικών προϊόντων και εν γένει προαγωγή της δημόσιας υγιεινής) και στοχεύουν την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, προσδίδοντας σ' αυτό κοινωφελή χαρακτήρα. Γι' αυτό πρέπει οι ενιαία κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7807/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποζημίωση απόλυσης.- Οι διατάξεις των άρθ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 ν.δ. 618/1970, για περιορισμό της αποζημίωσης απολύσεως εργαζομένων του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, υπερισχύουν των κανονιστικών όρων των ΣΣΕ που καθορίζουν ευνοϊκότερο όριο αποζημιώσεως για τις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων, ως προς τους οποίους οι εν λόγω ΣΣΕ τυγχάνουν ανίσχυρες.- Το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που επιδιώκει κοινωφελείς σκοπούς.- Ως τέτοιο εμπίπτει στους φορείς, οι οποίοι κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 οφείλει μειωμένη αποζημίωση του Ν 2112/1020 στους εργαζόμενους που αποχωρούν από την εργασία του.
null
null
1
Αριθμός 321/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1456/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5468/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθµ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόµενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθµό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόµενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως µη νόµιµη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύµφωνα µε τον συγκεκριµένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, ο ΓΚΠ/ΟΤΕ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόµου (εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του ΑΝ 301/1968, δηµοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β/568/8-9-1969, κυρώθηκε δε µε το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και τέλος τροποποιήθηκε µε την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ), ορίζει α) στο άρθρο 7 παρ.1 και 2 ότι η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιµή προσλήψεώς του στον Οργανισµό, προσµετράται δε σ' αυτήν και ο χρόνος τυχόν προϋπηρεσίας του µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας στον ΟΤΕ. β) στο άρθρο 8 παρ. 2 ότι το προσωπικό από την ηµεροµηνία της µονιµοποιήσεώς του εντάσσεται στον εισαγωγικό βαθµό που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών που απαιτείται κατά την πρόσληψή του, ως εξής: α ... β ... ε. Δευτεροβάθµιας Εκπαιδεύσεως (ΔΕ) στο βαθµό Δ στον οποίο πρέπει να παραµείνει επί επτά (7) έτη, γ) στο άρθρο 12 Β' ότι το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθµίδες µε σύστηµα και όρους που καθορίζονται µε E.Σ.Σ.Ε. Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόµενη Μισθολογική Βαθµίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ηµεροµηνία το προσωπικό έχει συµπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούµενο για την ένταξη στην επόµενη Μισθολογική Βαθµίδα ελάχιστο χρόνο. Και δ) στο ίδιο άρθρο περίπτ. Γ' ότι στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα) το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθοριστεί με τις εκάστοτε Ε.Σ.Σ.Ε, ως ακολούθως: 1 έτος πραγματικής υπηρεσίας, ποσοστό 10%, 3 ετών 18%, 5 ετών 26%, 7 ετών 34%, 10 ετών 42% κ.ο.κ .. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο για την ένταξη του προσωπικού σε μισθολογικά κλιμάκια όσο και για τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού, δηλαδή η γενική υπηρεσιακή του αρχαιότητα, η οποία προσδιορίζεται από το χρόνο προσλήψεώς του στον ΟΤΕ και στην οποία προσμετράται και ο χρόνος προϋπηρεσίας του στον Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ως εκτάκτου καθώς και αυτός της υπό δοκιμή. Χρόνος δε πραγματικής υπηρεσίας του εργαζομένου αποτελεί και αυτός κατά τον οποίο ο εργοδότης τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του. Εξάλλου, η από τον ΟΤΕ μη ένταξη του μισθωτού στο αρμόζον μισθολογικό κλιμάκιο, για την οποία (ένταξη) απαιτείται, κατά τα προαναφερόμενα, η συνδρομή μόνο τυπικών προϋποθέσεων (δηλ. η παρέλευση ορισμένου χρόνου), καθώς και ο εσφαλμένος υπολογισμός του χρονοεπιδόματος, συνιστά παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ο αναιρεσείων, αφού εξέθετε ότι κατόπιν της επιτυχούς συμμετοχής του στον προκηρυχθέντα με απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης και διενεργηθέντα στις 17 και 18-3-1980 διαγωνισμό για την πρόσληψη, μεταξύ άλλων, και τεχνιτών Δικτύου, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε ως έκτακτος τεχνίτης δικτύου, ότι η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας, την οποία αμφισβητούσε η αναιρεσίβλητη, αναγνωρίστηκε, μετά από προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια αμετακλήτως με την υπ' αριθμ, 8133/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, ότι αν και ακολούθησε και η κατάρτιση πρακτικού συμβιβασμού, με το οποίο η μεν αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, εκείνος δε παραιτήθηκε των αξιώσεών του για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 μέχρι 22-4-1999, η αναιρεσίβλητη δε συμμορφώθηκε προς την ως άνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και τον επακολουθήσαντα συμβιβασμό αλλά προσέλαβε αυτόν στις 16-6-1999 και ότι, ενώ κατά τις σχετικές διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ καθώς και των οικείων Ε.Σ.Σ.Ε από 14-3-1985 και 21-3-1989, που υπεγράφησαν μεταξύ Ο.Τ.Ε και Ο.Μ.Ε Ο.Τ Ε, έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΙ του ΓΚΠ/ΟΤΕ, χρονοεπίδομα με εναρκτήριο χρονικό σημείο την 1-8-1994, που θεωρείται ως συντελεσθείσα η πρόσληψή του, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικό κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο προσλήψεως αυτού την 1-1-1999 και όχι, όπως έπρεπε, την 1-8-1994. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει ακόμη 8.032 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών που προκύπτει από τη μη ένταξή του στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια και τον μη ορθό υπολογισμό του χρονοεπιδόματος του χρονικού διαστήματος από 23-4-1999 μέχρι 31-12-2004. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις πηγάζoυσες, κατά τα προαναφερόμενα, από παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης Ο.Τ.Ε. ΑΕ, στηρίζεται ευθέως στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού και όχι σ' αυτές περί αδικοπραξιών. Το Εφετείο, συνεπώς, που απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως μη νόμιμη, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι με αυτήν προβάλλονται αξιώσεις από αδικοπραξία, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ/ΟΤΕ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5468/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 5, 6, 7, 12 Γ1 και 16 του Γ.Κ.Π. - ΟΤΕ, της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, 1-8-1994 και από 10-6-1999 ΕΣΣΕ. Γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
null
null
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 319/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 741/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Με συγκατηγορούμενη την ... Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1362/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Ο οποίος, αφού αναφέρθηκε στην από 14 Ιανουαρίου 2010 με αριθμό 1 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την από 15 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση ως απαράδεκτη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, ασκείται από τον κρατούμενο στη φυλακή με δήλωση που μπορεί να γίνει και στο διευθυντή αυτής, για την οποία συντάσσεται έκθεση, που, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 151 του ίδιου κώδικα στοιχεία, πρέπει να περιέχει και τους λόγους για τους οποίους ασκείται και να υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που την δέχεται. Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει από τον κρατούμενο και η παραίτηση από το ένδικο μέσο που ασκήθηκε. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων άσκησε με δήλωση που επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 15/9/2009 αίτηση του περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 741/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων και ενώ ήταν κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή ..., με δήλωση του που έγινε ενώπιον του ως άνω Διευθυντή της ίδιας Φυλακής, παραιτήθηκε νομοτύπως από την προαναφερόμενη αίτηση αναιρέσεως, για τη δήλωση δε παραιτήσεως του από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που είχε ασκήσει, συντάχθηκε η από 14/1/2010 έκθεση που υπογράφηκε από τον παραπάνω κρατούμενο και από τον Διευθυντή της ως άνω φυλακής. Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15/9/2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 741/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως νομοτύπως από τον κρατούμενο στις φυλακές. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως.
Παραίτηση
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 320/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου- Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον: Χ1. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1. Η αίτηση αυτή με αριθμό πρωτ. 66218/19-11-2009 από 20-11-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1624/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 409/22-12-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι. Εισάγω ενώπιόν Σας την 66218/20-11-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., και εκθέτω τα εξής: ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της κύριας διαδικασίας (ΑΠ 532/2002 Π. Λόγος 2002.625, ΑΠ 1739/94 Υπερ. 1995.500). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να εκδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων έφεση κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πλημμελημάτων με παθόντα Εφέτη που υπηρετεί στο Εφετείο που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την έφεση (ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 731/2006). Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ.α! και β!, 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την εκδίκαση της εφέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο. ΙΙΙ. Το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 54230/2008 απόφασή του καταδίκασε τον Χ1 σε φυλάκιση επτά μηνών με τριετή αναστολή για απλή δυσφήμηση πράξη που τέλεσε στην Αθήνα στις ...σε βάρος της Ψ1) η οποία τότε ήταν Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίου. Η παθούσα αυτή δικαστικός λειτουργός ήδη έχει τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την 7331/17-9-2008 έφεση του καταδικασθέντος κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, και με αφορμή την 8934/5-11-2009 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που κηρύχθηκε αναρμόδιο για το λόγο αυτό, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλο Εφετείο για να κρίνει την έφεση αυτή. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν , νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιο να εκδικάσει την 7331/17-9-2008 έφεση του καταδικασθέντος Χ1 το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς και ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να ορισθεί ως κατά παραπομπή αρμόδιο να εκδικάσει την 7331/17-9-2008 έφεση του καταδικασθέντος Χ1 κατά της 54230/2008 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς και ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθαν. Κ. Κατσιρώδης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 εδ.ε του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο...". Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της κύριας διαδικασίας. Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του ΚΠΔ να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να εκδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων έφεση κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πλημμελημάτων με παθόντα Εφέτη που υπηρετεί στο Εφετείο που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την έφεση. Στην περίπτωση αυτή ο 'Αρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 137 περ.α και β, 132,134 και 135 του ΚΠΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την εκδίκαση της εφέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 54230/2008 απόφασή του καταδίκασε τον Χ1 σε φυλάκιση επτά (7) μηνών για την αξιόποινη πράξη της απλής δυσφήμησης, πράξη που τέλεσε στην Αθήνα στις 11/11/2002 σε βάρος της Ψ1, η οποία τότε ήταν Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίου. Η παθούσα αυτή δικαστικός λειτουργός ήδη έχει τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την 7331/17/9/2008 έφεση του καταδικασθέντος κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, και με αφορμή την υπ' αριθμ. 8934/5/11/2009 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών που κηρύχθηκε αναρμόδιο για το λόγο αυτό, ζητά με την 66218/20/11/2009 αίτησή του να ορισθεί άλλο Εφετείο για να κρίνει την έφεση αυτή. Εν όψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και πρέπει να ορισθεί ως αρμόδιο να εκδικάσει την 7331/17/9/2008 έφεση του καταδικασθέντος Χ1 το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει ως κατά παραπομπή αρμόδιο να εκδικάσει την υπ'αριθμ. 7331/17-9-2008 έφεση του καταδικασθέντος Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 54230/2008 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κανονισμός αρμοδιότητας. Η παραπομπή γίνεται και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας. Ορίζει κατά παραπομπή αρμόδιο Δικαστήριο.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 317/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποιν.Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον: Χ1 με εγκαλούμενο τον Ψ1. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 612/8-10-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1406/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 408/22-12-2009 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ' ε και 137 § 1γ Κ.Π.Δ., της με αριθμ. 612/8-10-2009 αίτηση του Εισαγγελέως Αθηνών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ' ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος και δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορούμενου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών λόγω της συνυπηρέτησης στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137§1 γ Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υφίσταται αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών ιδίως της παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Χ1, υπέβαλε την από 18/6/2008 έγκληση σε βάρος του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Ψ1, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (259 Π.Κ.). Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε με την με αριθμό 137/11-5-2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης, ο εγκαλών άσκησε την με αριθμό 321/2009 προσφυγή, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ζητώντας να ασκηθεί η δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλουμένου. Επειδή ο εγκαλούμενος υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών (βλ. την με αριθμό 692/2009 αναφορά), δηλαδή στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπή της υπόθεσης, εξαιτίας της ιδιότητας του εγκαλουμένου, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες αρχές του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες και θα επιληφθούν της προσφυγής του εγκαλούντος. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριό Σας, την παραπομπή της υπόθεσης, επί της οποίας η με αριθμό 321/2009 προσφυγή του Χ1 κατά της με αριθμό Δ 37/11-5-2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Αθηνών, στις αντίστοιχες του Εφετείου Πειραιώς. Αθήνα 25/11/2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 136 στοιχ.ε' του ΚΠοινΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ιδίου Κώδικα, διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι σκοπείται η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο ίδιο αρμόδιο δικαστήριο, καθώς και ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανόμενου του σταδίου της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και αυτού της διενεργείας προκαταρκτικής εξετάσεως. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 137 ΚΠοινΔ την παραπομπή στην άνω περίπτωση, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελεύς, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε γι'αυτήν το Συμβούλιο Εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και σε κάθε περίπτωση ο 'Αρειος Πάγος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Εξ άλλου κατά το άρθρο 48 ΚΠοινΔ την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως που απορρίπτει την έγκληση (άρθρ. 47 παρ.1 ΚΠοινΔ) εξετάζει και κρίνει ο Εισαγγελέας Εφετών. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ο Χ1, δικηγόρος κάτοικος ..., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την 18/6/2008 έγκληση κατά του Ψ1 Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών για παράβαση καθήκοντος, που κατήγγειλε ότι τέλεσε σε βάρος του ο άνω εισαγγελικός λειτουργός με το να συντάξει το 334/2007 κλητήριο θέσπισμα με το οποίο εκαλείτο μαζί με άλλους συγκατηγορούμενους ο εγκαλών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, λόγω της ειδικής δωσιδικίας του ως δικηγόρος την 5-9-2007 για να δικαστεί για παράβαση του ν. 927/1979. Με αφορμή την καταγγελία αυτή του εγκαλούντος διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση κατά την οποία η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών με την υπ'αριθμό ΑΒΜ Δ.2008/2549 και με αριθμό Δ 37/09 από 11-5-2009 διάταξη της απέρριψε την άνω έγκληση του Χ1 με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής διώξεως. Κατά της απορριπτικής διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε ο εγκαλών δικηγόρος Χ1 την υπ'αριθμό εκθέσεως 321/2009 από 22-6-2009 προσφυγή του αιτούμενος από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών την ακύρωση της προσβαλλόμενης διατάξεως ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του εγκαλούμενου εισαγγελικού λειτουργού άλλως τη διενέργεια περαιτέρω ανακριτικών πράξεων. Μετά από αυτά και εν όψει του ότι ο κατηγορούμενος προσέλαβε την ιδιότητα του κατηγορουμένου, η δε σχετική υπόθεση υπάγεται στο παρόν στάδιο, κατά τόπο στην αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρ. 111 παρ.7, 119 παρ.1 και 122 παρ.1 ΚΠοινΔ) σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες διατάξεις και κατόπιν σχετικής από 8-10-2009 αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών πρέπει να λάβει χώρα κανονισμός αρμοδιότητας, ώστε η προαναφερόμενη από 22/6/2009 προσφυγή του εγκαλούντος επί της απορριπτικής διατάξεως της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών σε σχέση με την από 18-6-2008 έγκληση του Χ1 σε βάρος του άνω Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Ψ1 να παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς προκειμένου να επιληφθεί αυτής και να κρίνει στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του, καθώς και στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, αν ήθελε συντρέξει νόμιμη περίπτωση. Για τους λόγους αυτούς Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως επί της οποίας η με αριθμό 321/2009 προσφυγή του εγκαλούντος Χ1 κατά της με αριθμό Δ 37/11-5-2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών περί απορρίψεως της από 18-6-2008 εγκλήσεως του άνω εγκαλούντος κατά του Ψ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για παράβαση καθήκοντος, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια και δικαστικά συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Εφετείου Πειραιώς, αν συντρέξει περίπτωση, Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, λόγω της ιδιότητος του εγκαλουμένου ως Εισαγγελικού λειτουργού για παραπομπή της υποθέσεως επί προσφυγής κατά της απορριπτικής διατάξεως της Εισαγγελέως, περί ασκήσεως ποινικής διώξεως κατά του εγκαλούμενου Εισαγγελέα από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Δικαστηρίου στο οποίο υπήρξε ο εγκαλούμενος Εισαγγελικός λειτουργός, στις αντίστοιχες αρχές άλλου Εφετείου. Η αίτηση γίνεται δεκτή και διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως.
Κανονισμός αρμοδιότητας
Κανονισμός αρμοδιότητας.
0
Αριθμός 313/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ζάρρα, περί αναιρέσεως της 2699/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1103/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Κατά την τελευταία αυτή διάταξη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν:... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις που από το νόμο υπάρχει υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν δυνατή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και χωρίς την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο, με συνέπεια σε περίπτωση παραλείψεως του δικαστή να δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Στις 14/10/2008 εκδικαζόταν στο Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης έφεση του αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 896/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής με την οποία είχε καταδικασθεί, ερήμην του, σε φυλάκιση δέκα οκτώ (18) μηνών για παράβαση του Ν. 1650/1986. Κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία ο εκκαλών (αναιρεσείων) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ζάρρα, το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4216/14/10/2008 απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεσή του, ανέβαλε την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν για κρείσσονες αποδείξεις, κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ, για τη δικάσιμο της 21/5/2009, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, χωρίς την κλήτευση του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν μεν απών, αλλά εκπροσωπείτο από την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, και του παρόντα μάρτυρα κατηγορίας. Όμως, από προφανή παραδρομή του αρμοδίου υπαλλήλου της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, η εκδίκαση της εφέσεως προσδιορίστηκε στο Β' Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Θεσσαλονίκης (στην ορισθείσα δικάσιμο της 21/5/2009 βέβαια), το δικαστήριο δε αυτό, δικάζοντας απόντος του εκκαλούντος και της πληρεξούσιας του δικηγόρου, οι οποίοι αγνοούσαν τούτο, χωρίς υπαιτιότητά τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη 2699/21/5/2009 απόφαση του, με την οποία τον κήρυξε ένοχο για την παραπάνω αξιόποινη πράξη και του επέβαλε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Έτσι όμως παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 166 παρ. 1, 340 παρ. 2, 352 παρ.3 και 500 του ΚΠΔ, οι οποίες αφορούν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου - εκκαλούντος στο ακροατήριο, καθόσον κατά τα ανωτέρω η για την 21/5/2009 εκδίκαση της εφέσεως του έγινε από το Β' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, αντί του κανονικού Α' Τριμελούς Εφετείου. Επομένως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 δ' και 510 παρ.1 Α του ΚΠΔ, και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού και μοναδικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2699/21/5/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση ερήμην του εκκαλούντος. Αναιρείται για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι η εκδίκαση της εφέσεως στις 21/5/09 έγινε από το Β΄ Τριμελές …, αντί του κανονικού Α΄ Τριμελούς στο οποίο είχε αναβληθεί.
Ακυρότητα απόλυτη
Ακυρότητα απόλυτη, Αναβολή συζήτησης.
0
Αριθμός 311/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Ιωαννίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΜΟΝΑΔΩΝ ΑΝΤΙΡΡΥΠΑΝΣΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", με τον διακριτικό τίτλο "ΚΕ.Π.Α.Μ.Α.Χ. ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μόσχοβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2032/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-8-2007 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του τρίτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος και την απόρριψη τόσο του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά τα λοιπά μέρη του όσο και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελευθέρως, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως, που λογίζεται ως μη γενόμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349,350 και 656 του ΑΚ. Η καταγγελία δε της εργασιακής συμβάσεως αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη εξ αιτίας συγκεκριμένου γεγονότος. Εξάλλου, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας όταν αυτή δικαιολογείται από τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του εργοδότη, όπως συμβαίνει όταν γίνεται προς αποκατάσταση της αρμονικής συνεργασίας και της εμπέδωσης της πειθαρχίας, μεταξύ των υπαλλήλων όταν αυτές διαταράσσονται εξ αιτίας διαμάχης του μισθωτού που απολύθηκε και των υπηρετούντων με αυτόν άλλων εργατοϋπαλλήλων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν.3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας θεωρείται έγκυρη, εφόσον γίνεται εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, από το συνδυασμό δε της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ΑΚ, κατά τις οποίες ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, σαφώς προκύπτει ότι αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες η μη καταβολή από τον εργοδότη πλήρους της οφειλόμενης αποζημιώσεως είναι δικαιολογημένη, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, οφειλόμενη όχι σε κακοβουλία, αλλά σε εύλογη αμφιβολία ή πλάνη συγγνωστή ή παραδρομή αναφορικά με το ακριβές ποσό της αποζημιώσεως, δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά υφίσταται μόνο υποχρέωση για συμπλήρωση της αποζημιώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα παρακάτω: H αναιρεσίβλητη εταιρεία διατηρεί εργοστάσιο αναλύσεων λυμάτων και στον ... . Για τις ανάγκες του εργαστηρίου της αρχικά προσέλαβε την αναιρεσείουσα το έτος 1999 με σύμβαση έργου, ως πτυχιούχο χημικό και στη συνέχεια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκε σε αόριστου χρόνου, από 17-3-2003, με συμφωνημένο μισθό 1.212 Ευρώ. Η αναιρεσείουσα εργάστηκε στην άνω επιχείρηση μέχρι τις 21-10-2003, οπότε η αναιρεσίβλητη της κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και της κατέβαλε το ποσό των 2.828 ευρώ, δηλαδή δύο μισθούς συν τις προσαυξήσεις. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η ως άνω αποζημίωση, σύμφωνα με το συμφωνημένο μισθό, είναι πραγματικά η νόμιμη και δεν είναι ελλιπής, ανεξάρτητα από το αν η αναιρεσείουσα κατ' αυτήν έπρεπε να αμείβεται με βάση άλλη κλαδική σύμβαση, αυτήν των χημικών βιομηχανίας. Περαιτέρω, δέχτηκε ότι, και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι πράγματι έπρεπε η αναιρεσείουσα να αμείβεται με την ως άνω επικαλούμενη σύμβαση και συνεπώς θα υπήρχε διαφορά στο ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης, από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, αυτή τελούσε σε συγγνωστή πλάνη και είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, εφόσον πίστευε ότι έπρεπε να υπολογίσει την αποζημίωση με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές και όχι με βάση τις τυχόν προκύπτουσες διαφορές. Περαιτέρω δέχτηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας ήταν σύννομη από την πλευρά της αναιρεσίβλητης και έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και όχι για λόγους εκδίκησης. Ειδικότερα, δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ως χημικός στο ως άνω εργαστήριό της και ότι η εργασία της στο παραπάνω διάστημα ήταν ικανοποιητική και προφανώς η αναιρεσίβλητη ήταν ευχαριστημένη από την εργασία της, για να ανανεώσει την αρχική σχέση σύμβασης έργου σε εξαρτημένη εργασία αόριστου χρόνου. Μετά όμως από την πρόσληψη του νέου διευθυντή της αναιρεσίβλητης ... οι σχέσεις των δύο, αναιρεσείουσας και διευθυντή, αρχικά ομαλές, στη συνέχεια διαταράχθηκαν, προφανώς λόγω της πίστης της αναιρεσείουσας ότι δικαιούτο να καταλάβει η ίδια την άνω θέση και ότι αυτή ήταν γνώστης του αντικειμένου της εργασίας της και όχι ο τελευταίος διευθυντής. Έτσι ενώ αυτή δεν είχε καμία αρμοδιότητα στα διοικητικά θέματα και ο ρόλος της περιοριζόταν στις αναλύσεις της ως υπεύθυνης του εργαστηρίου, υπεισήλθε ανεπίτρεπτα στα καθήκοντα του ως άνω διευθυντή. Συγκεκριμένα, άρχισε να προβαίνει σε παρατηρήσεις και υποδείξεις για το πως ο άνω διευθυντής έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντά του, δεδομένου ότι υποστήριζε ότι, ενώ οι άλλοι υπάλληλοι αργούσαν και ιδίως η γραμματέας του, ο τελευταίος δεν έπαιρνε μέτρα κατ' αυτών, γιατί ερχόταν αργά στο γραφείο του και ότι ενώ έδιδε στους άλλους κινητά τηλέφωνα και παραχωρούσε το αυτοκίνητο της εταιρίας για να μεταβαίνει ο βοηθός του στο χωριό του, σ' αυτήν δεν έβαλε ούτε σταθερό τηλέφωνο στο γραφείο της. Παράλληλα, η αναιρεσείουσα διαμαρτυρήθηκε τόσο στο διευθυντή όσο και στον διευθύνοντα σύμβουλο για µια πρόσληψη συναδέλφου χημικού, που δεν είχε κατ' αυτήν εμπειρία, ενώ κατ' αυτήν έπρεπε να προσληφθεί βιολόγος ή τεχνολόγος τροφίμων. Γενικά δηλαδή η αναιρεσείουσα αμφισβητούσε τις διοικητικές επιλογές του διευθυντή της και προέβαινε σε δυσμενή σχόλια και για τα μέτρα που δεν ελάμβανε ή που έπρεπε να λάβει κατ' αυτήν. Εξαιτίας αυτών των γεγονότων στην αναιρεσείουσα έγιναν σχετικές συστάσεις και από τον άνω διευθυντή, αλλά και από το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, που ασχολήθηκε αρκετές φορές µε το πιο πάνω θέμα, αλλά και µε τις υπάρχουσες προστριβές µε τους λοιπούς συναδέλφους της, χωρίς όμως αυτή να παύσει να ασχολείται µε αλλότρια θέματα, άσχετα αν σε πολλά μπορεί να είχε δίκιο, γιατί ακριβώς δεν ήταν αυτός ο ρόλος που της ανατέθηκε, ώστε να ασχολείται µε τις απουσίες των τρίτων συναδέλφων της. Έτσι υπήρξε δυσαρμονία στη σχέση εργασίας της αναιρεσείουσας µε την αναιρεσίβλητη εταιρία. Ανεξάρτητα όμως απ' αυτό η στάση της αναιρεσείουσας προς τον άμεσο προϊστάμενο της διευθυντή δεν ήταν η ενδεδειγμένη, αφού πλέον αμφισβητούσε εμφανώς τα διοικητικά του καθήκοντα και το ρόλο για τον οποίο είχε επιλεγεί από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης. Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν να κλονισθεί σοβαρά η δυνατότητα αρμονικής συνεργασίας τόσο µε το λοιπό προσωπικό όσο και µε τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης. Μ' αυτά τα δεδομένα η απόλυση της αναιρεσείουσας, που ήταν το έσχατο μέτρο από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, μετά από πολλαπλές συστάσεις της τελευταίας, ήταν έγκυρη και δεν υπερβαίνει τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 Α.K, αφού δεν έγινε ούτε από λόγους εκδίκησης ή αντιπάθειας στο πρόσωπό της από την πλευρά του διευθυντή της, αφού τελικά το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης έπρεπε να επιλέξει μεταξύ των δύο για να επέλθει ηρεμία και εργασιακή ειρήνη στο προσωπικό της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 19/2004 απόφαση του, των αιτημάτων για αναγνώριση ως άκυρης της ως άνω εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης κατά κατάχρηση δικαιώματος, αλλά και λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως απολύσεως, και για καταβολή μισθών υπερημερίας από την προαναφερόμενη απόλυση της και εφεξής, λόγω της διϊσχυριζόμενης ακυρότητας της απολύσεώς της αυτής. Kρίνoντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε το άρθρο 281 του ΑΚ, αλλ' ούτε και τις λοιπές ως άνω διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 5 παρ.3 του ν.3198/1955 και 1 και 3 του ν.2112/1920 (οι τελευταίες δύο διατάξεις αφορούν την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως σε περίπτωση απολύσεως του εργαζομένου). Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του, η καταγγελία της με την αναιρεσείουσα υφιστάμενης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έπασχε οποιαδήποτε ακυρότητα, αφενός μη έχουσα γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος, δηλαδή για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, κατά προφανή υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων που τάσσονται από το άρθρο 281 ΑΚ, και αφ' ετέρου διότι, καταβλήθηκε σ' αυτήν η νόμιμη αποζημίωση, η οποία ορθώς υπολογίσθηκε με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές, έτσι, ώστε να μην υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσίβλητης για καταβολή στην αντίδικό της των ζητούμενων μισθών υπερημερίας, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση πιο πάνω σχετικώς αναφερόμενα. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με τα αμέσως πιο πάνω ζητήματα, που σχετίζονται αφενός με τους λόγους που προκάλεσαν την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της με την αναιρεσείουσα υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας και αφετέρου με το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως απολύσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του πιο πάνω ν.1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε, δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχτηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ίδιου κλάδου η επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των ως άνω οργανώσεων. Ενόψει αυτών η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο αυτό όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς η άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, με τις προτάσεις και να αποδείξει, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 15-12-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, αυτή, έχοντας την ιδιότητα της χημικού, το υπό στοιχείο Β αγωγικό αίτημα για καταβολή του συνολικού ποσού των 16.413,04 ευρώ για διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 17-7-2001 έως και 21-10-2003 στήριξε, όπως εκτιμάται, στο γεγονός ότι δεν αμειβόταν με βάση την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανίας, η οποία όμως δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική. Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις της, αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα και της ίδιας, αλλά και της αναιρεσείουσας ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν την αμέσως πιο πάνω Σ.Σ.Ε. Παρά ταύτα η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε, με τις προτάσεις της, ότι αυτή και η αναιρεσίβλητη ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρονται γεγονότα τα οποία να μπορούν να χαρακτηρίσουν την τελευταία ως ασκούσα επιχείρηση βιομηχανίας, δεδομένου ότι στην αγωγή αυτή απλώς αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, που ασχολείται με αναλύσεις λυμάτων και νερών και μελέτες βιολογικών καθαρισμών, διατηρώντας προς τούτο εργαστήριο. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εν λόγω αγωγή ήταν κατά το αμέσως πιο πάνω αίτημα της αόριστη, η δε αοριστία της αυτή δεν θεραπεύθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας. Γι αυτό το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε το ίδιο και ακολούθως, κατά παραδοχή ως βάσιμου σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε ως αόριστο το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα δεν έσφαλε. Ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παρά το νόμο κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος της, απορρίπτοντας την κατ' αυτό ως αόριστη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με το υπόλοιπο μέρος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως ειδικώς προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να απορρίψει με την ίδια απόφαση του ως αόριστο το ως άνω αγωγικό αίτημα παραβίασε την παρ.1 του άρθρου 8 του ν. 1876/1990, κατά την οποία "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας ...", εφόσον έτσι αξίωσε, όπως εκτιμάται, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, δεδομένου ότι στην ένδικη αγωγή, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, αναγραφόταν ότι υπήρχε συμφωνία της τελευταίας με την αναιρεσίβλητη να αμείβεται "με βάση τη Σ.Σ.Ε. των Επιστημόνων χημικών Βιομηχανίας". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι αναφέρεται στην ένδικη αγωγή η ύπαρξη της αμέσως πιο πάνω ειδικής συμφωνίας, ενώ, όπως προκύπτει απ' αυτή, κατά το προαναφερόμενο αίτημά της, δεν στηριζόταν σε μια τέτοια συμφωνία αλλ' απλώς και μόνο στηριζόταν στο ότι "η συλλογική ρύθμιση ... στην οποία υπαγόταν (η αναιρεσείουσα) ήταν η Σ.Σ.Ε. των Επιστημόνων Χημικών", χωρίς να αναφέρεται περαιτέρω και ότι υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται η αναιρεσείουσα με βάση την Σ.Σ.Ε των Επιστημόνων Χημικών Βιομηχανίας. Βέβαια είναι αληθές ότι με τις πρωτόδικες προτάσεις της συμπλήρωσε την ένδικη αγωγή της, αναφέροντας ότι "κατά την υπογραφή των συμβάσεων εργασίας της με την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), βάσει της παρ.1 του άρθρου 8 ν.1876/1990, ρυθμίστηκαν οι όροι εργασίας της ελεύθερα, αφού συμφωνήθηκε να αμείβεται µε βάση την παραπάνω Σ.Σ.", πλην όμως η έτσι γενόμενη συμπλήρωση της ένδικης αγωγής, απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, έγινε, αφού έτσι μεταβλήθηκε η βάση της, η οποία δεν στηριζόταν σε τέτοια ειδική συμφωνία. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι, κατά παράβαση του νόμου, κρίθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως μη νόμιμο το στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας περιεχόμενο αίτημα της τελευταίας για επιδίκαση ποσού 15.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, παρά το ότι αυτή στην αγωγή της ανέφερε με λεπτομέρειες και ανέλυε τους λόγους για τους οποίους η αναιρεσίβλητη με τη συμπεριφορά της προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά της με συκοφαντικές και προσβλητικές ενέργειες της, "συναρτώντας το αίτημά της αυτό με την προσβολή (αδικοπραξία) που υπέστη από την άκυρη απόλυση της". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚπολΔ, κατά την αληθινή έννοιά του και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως αναφέρεται στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής, γιατί πλήττει απόρριψη ως μη νόμιμου αγωγικού αιτήματος, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία με την (αβασίμως) πληττόμενη απόρριψη άλλης βάσεως της αγωγής, που αφορά το αίτημα για αναγνώριση ως άκυρης της ως άνω εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης κατά κατάχρηση δικαιώματος, αλλά και λόγω μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως απολύσεως, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκαν, κατά τα ειδικότερα στην πρώτη σκέψη της παρούσας σχετικώς διαλαμβανόμενα. Κατά τις διατάξεις του α' εδαφίου του άρθρου 670 και του α' εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 674 παρ.2 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" και "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν ακόμη αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, γιατί δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική ισχύ αυτών. Από αυτά συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά µε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και εξαιτίας της παραβιάσεως αυτής προσέδωσε σε ένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν αυτό εκτιμάται ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, και του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από εκείνη που του αποδίδει ο αναιρεσείων, δεν συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής διαδικασίας, µε αποτέλεσμα να µην ιδρύεται ο από την προπαρατεθείσα διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του εδαφίου α' της παρ.1 του άρθρου 671 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρείται η προαναφερόμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, ακόμη και εκείνα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, δηλαδή και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικά κάθε είδους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα που είναι χρήσιμα για έμμεση απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθοριζόμενη από το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του τις εξοφλητικές αποδείξεις αναφορικά με τις μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσείουσας, τις οποίες, κατά την τελευταία είχε προσκοµίσει η αναιρεσίβλητη και οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, δεν πληρούσαν τις νόµιµες προϋποθέσεις του άρθρου 18 του ν.1082/1980 και του άρθρου 20 παρ.2 του ν.1469/1984 (στην πραγματικότητα), που προσέθεσε εδ. ε' στην παρ.9 του άρθρου 26 του α.ν.1846/1951, ως µη ούσες αναλυτικές, κατά τις εν λόγω διατάξεις, υπέπεσε αφενός στην από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή τους προσέδωσε, όπως δεν θα έπρεπε, μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι είχαν και αφετέρου και στην από τον αριθ. 11 περ. α του ίδιου άρθρου προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού τα εν λόγω έγγραφα, που είχαν εκδοθεί από την αναιρεσίβλητη, δεν πληρούσαν, κατά το λόγο αναιρέσεως, τις ως άνω προϋποθέσεις και έτσι αποτελούσαν µη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα µε τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του. Και δη: α)Ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, διότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως τηρήθηκε η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), µε αποτέλεσμα να µην ιδρύεται οπωσδήποτε αναφορικά µε τα αμέσως πιο πάνω αποδεικτικά μέσα λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτήν του άρθρου 559 αριθ. 12 ίδιου κώδικα. Και β)ως τέτοιος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ ως αβάσιμος, αφού τα προαναφερόμενα έγγραφα (και υπό την εκδοχή ότι είχαν προσκομιστεί µε επίκληση από την αναιρεσίβλητη), επιτρεπτώς, κατά τα πιο πάνω, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 18 του ν.1082/1980 και 20 παρ.2 του ν.1469/1984, µε τις οποίες καθιερώθηκε υποχρέωση των φυσικών ή ν.π.δ.δ., όπως κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους χορηγούν εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας, µε απεικόνιση και στις δύο περιπτώσεις αναλυτικώς των κάθε φύσεως αποδοχών του προσωπικού τους, καθώς και των κρατήσεων που έγιναν σ' αυτές, ούτε προβλέπεται οποιαδήποτε ακυρότητα, αλλ' ούτε και καθιερώνεται απαγόρευση λήψεως υπόψη από τα δικαστήρια εξοφλητικών αποδείξεων, οι οποίες δεν είναι αναλυτικές, σύμφωνα µε τις επιταγές των αμέσως πιο πάνω διατάξεων. Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Εξάλλου, τα χρονικά όρια της εργασίας των μισθωτών έχουν καθοριστεί με ειδικές διατάξεις δημόσιας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και συνεπώς με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιοριστούν όχι όμως και να ξεπεραστούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχολήσεως. Ειδικότερα: Kατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που απεκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100 % του καταβαλλόμενου, ωρομισθίου τους. Με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. της 26-2-1975, η οποία κυρώθηκε με το ν.133/1975, εισήχθη η εβδομάδα των πέντε (5) εργασίμων ημερών ή το λεγόμενο διαφορετικά πενθήμερο εργασίας, δηλαδή καθιερώθηκαν, ως χρονικό όριο εργασίας, οι σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20-3-1984(ΦΕΚ Β',81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το εβδομαδιαίο αυτό ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1980 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ.12425/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983 (βλ. ΟΛ.ΑΠ 4/1999).Ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως και η πέρα των εννέα ωρών ημερησίως για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με τη μη πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Ειδικώς επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η πέραν των 45 και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών απασχόληση θεωρείται ως νόμιμη "ιδιόρρυθμη" υπερωρία και αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, ενώ δεν συναριθμούνται οι ως άνω ώρες με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση. Περαιτέρω, επί παροχής παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται στο μισθωτό, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού(άρθρο 904 ΑΚ), το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού, κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ωρομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την υπερωριακή εργασία του απασχοληθέντος μισθωτού. Ακολούθως, με το άρθρο 4 του ν.2874/2000, ορίστηκαν τα εξής: "1. από 1-4-2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. 2. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός, αντίστοιχα, υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η,42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). 3. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ.1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. 4.Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.435/1976 ... 5.Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης του δικαιούται αποζημίωση, ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας". Τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων (αναφορικά με τις αξιώσεις από υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση ή υπερωρία, νόμιμη ή παράνομη) πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρονται στην αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αφού εξέθεσε στην ένδικη αγωγή της ότι εργάστηκε στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, στην οποία εφαρμοζόταν το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας των 40 ωρών, κατά τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές και κατά τις καθοριζόμενες ώρες κατά τις ημέρες αυτές, κα0ώς και κατά τις επίσης καθοριζόμενες ώρες, πέραν του ανωτέρω εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών, ζήτησε την επιδίκαση των αναφερομένων συμπληρωματικών αμοιβών και προσαυξήσεων. Έτσι όπως είχε η αγωγή κατά τα σχετικά (υπό στοιχείο Γ') κεφάλαια της συνολικού ποσού 46.602,088 ευρώ ήταν πράγματι ορισμένη, αφού αναφέρονταν σ' αυτήν με επάρκεια τα γεγονότα(μεταξύ των οποίων και το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, λόγω της παροχής της ως άνω εργασίας της αναιρεσείουσας, είχε καταστεί πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία κατά την αξία της παρασχεθείσας εργασίας αυτής σε βάρος της τελευταίας προς στήριξη των οικείων αγωγικών κεφαλαίων, για τη θεμελίωση των οποίων απαιτούνταν και το στοιχείο αυτό, όπως τούτο συμβαίνει και αναφορικά με την απασχόληση του μισθωτού κατά την ημέρα που έπρεπε να του χορηγηθεί εβδομαδιαία ανάπαυση, όπως και εκείνη της απασχολήσεως του μισθωτού επί έξι ημέρες την εβδομάδα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεδομένου ότι μια τέτοια απασχόληση του δεν είναι επιτρεπτή και γι' αυτό η εργασία της έκτης ημέρας, ως παρεχόμενη χωρίς έγκυρη σύμβαση, γεννά μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού), κατά την ανωτέρω έννοια, που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκηση της από την αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσίβλητης. Και αυτό ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζονταν στην αγωγή οι σχετικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας, αφού το Εφετείο θα έπρεπε στη συνέχεια, αφού δεχόταν ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αξιώσεις στην ορθή νομική διάταξη, καθορίζοντας συγχρόνως και το σημείο μέχρι το οποίο οι σχετικές αξιώσεις ήταν νόμιμες. Παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι "έτσι που παρατίθενται συνολικά και συναριθμούνται οι ώρες υπερεργασίας κατά την αγωγή, δεν μπορεί...να ξεχωρίσει και να υπολογίσει τις νόμιμες ώρες εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και να επιδικάσει τουλάχιστον το νόμιμο μισθό (1/25+ 75%) και βέβαια με την προϋπόθεση ότι πραγματικά η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εργαζόταν τις αναφερόμενες ημέρες" και ακολούθως απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή κατά το αμέσως πιο πάνω κεφάλαιο της. Όπως εκτιμάται, η αγωγή κατά το κεφάλαιο της αυτό απορρίφθηκε στην πραγματικότητα, ως αόριστη, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι το αγωγικό αυτό κεφάλαιο απορρίπτεται ως μη νόμιμο, εφόσον η αιτιολογία απορρίψεως αρμόζει σε αγωγικό κεφάλαιο που απορρίπτεται ως αόριστο και όχι ως μη νόμιμο. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, δηλαδή απορρίπτοντας την αγωγή, κατά το αμέσως πιο πάνω κεφάλαιο της, στην πραγματικότητα, ως αόριστη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από την τελευταία διάταξη μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, εν μέρει, ήτοι μόνο κατά το κεφάλαιό της, που αφορά τη μη επιδίκαση του συνολικού ποσού των 46.602,088 ευρώ, το οποίο περιλαμβάνεται στην αγωγή (με στοιχείο Γ. Υπερωρίες κλπ) και αφορά συμπληρωματικές αμοιβές και προσαυξήσεις, (για παροχή υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά το Σάββατο, την Κυριακή κλπ.), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, εν μέρει, τη με αριθμό 2032/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο, δεν παραβιασε το άρθρο 281 του ΑΚ, αλλ' ούτε και εκείνες των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 1 και 3 του ν.2112/1920. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δνε έγινε για λόγους εκδικήσεως της αναιρεσείουσας ή αντιπάθειας προς το πρόσωπό της, ενώ καταβλήθηκε3 σ'αυτήν η νόμιμη αποζημίωση. ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠΟλΔ, μέρος του πρέπει να απορριφθεί , γιατί στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως. ο τέταρτος λόγος, απο΄το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.ΠολΔ, κατά την αληθινή έννοιά του και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί, ως αλυσιτελής. ο πέμπτος, α) ως τέτοιος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος, και β) ως τέτοιος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠΟλΔ είναι αβάσιμος. Ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρθο 559 αρ. 14 είναι βάσιμος και κατά το άλλο από τον αρ. 8 περ. β' του αρθρ. 559 ΚΠολΔ μέρος του , αβασιμος.
null
null
0
Αριθμός 315/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ... και 7) Χ7, κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λαγουβάρδου. Της καθ' ου η κλήση - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕΓΕΚ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου, συνεπεία απόσχισης του κατασκευαστικού κλάδου της εταιρείας ΑΕΓΕΚ με απορρόφησή του από την άνω εταιρεία, σε συνέχεια της συγχώνευσης με απορρόφηση από την προαναφερθείσα ΑΕΓΕΚ της εταιρείας "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", επίσης ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τζαμαδάνη, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο τις ως άνω μεταβολές της αναιρεσίβλητης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34608/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 484/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2004 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1939/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-1-2009 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-1-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε ως βάσιμος, καθώς και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη τόσο του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά τα λοιπά μέρη του όσο και αμφοτέρων των λοιπών (τρίτου και τέταρτου) λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμιά δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟH'/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυθεντικώς ερμηνεύτηκε με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961,με εξαίρεση τις για προσωρινά μέτρα αγωγές, κάθε άλλη καταψηφιστική αγωγή, της οποίας το αντικείμενο είναι αξίας μεγαλύτερης των 15.000 δραχμών (και προκειμένου για εργατικές διαφορές, σύμφωνα με το άρθρο 71 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 17 του ν.2479/1997, όταν το αίτημα της αγωγής υπερβαίνει το ποσό της εκάστοτε καθ' ύλην αρμoδιότητας του ειρηνoδικείoυ), υπoβάλλεται σε τέλος δικαστικoύ ενσήμoυ, εκείνoς δε ο υπόχρεος πoυ παραλείπει να καταβάλει το τέλος αυτό δικάζεται ερήμην. Σαφώς από τη διάταξη αυτήν και το σκοπό της, σε συνδυασμό της μάλιστα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 71 του Eισ.N.ΚΠoλΔ και όπως αυτή αρχικώς ίσχυε αλλά και μεταγενεστέρως ισxύει, συνάγεται ότι στο προβλεπόμενο τέλος δικαστικoύ ενσήμoυ υποβάλλονται και οι εργατικές διαφορές, οι οποίες ήδη εκδικάζονται κατά την από τα άρθρα 663-676 ΚΠολΔ διαγραφόμενη ειδική διαδικασία. Δεν είναι δε ασυμβίβαστη η εκδοχή αυτή προς τη διάταξη του άρθρου 672 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν κατά τη συζήτηση στο ακρoατήριo δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διότι η διάταξη αυτή δεν αφορά τη μη προκαταβολή των εξόδων και τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το δικαστικό ένσημο, αλλά αφορά την από άλλους λόγους μη εμφάνιση ή μη προσήκουσα εμφάνιση κάποιου από τους διαδίκους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, "όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ'εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ...". Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατρoπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 του εν λόγω Κώδικα, αλλά κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 297 ΚΠολΔ, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ιδίως όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία, όπως είναι και εκείνη των εργατικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων. Είναι αληθές ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένοu, πλην όμως στην περίπτωση του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, ο οποίος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 223 ΚΠολΔ, με βάση την οποία ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις ωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές, που γίνεται μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά μέσα στη νόμιμη προθεσμία, εφόσον μέχρι τότε δεν έχει περατωθεί η δίκη στον εν λόγω βαθμό. Το αναφερόμενο στο στοιχ.γ' της παρ. 1 του άρθρου 591 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην πρoκειμένη περίπτωση χρόνο, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της με το άρθρο 19 του ν.2915/2001, ότι προσθήκη στις προτάσεις γίνεται όπως ορίζει η παρ.5 του άρθρου 270, η οποία ειδικότερα όριζε (πριν από την αντικατάσταση του τελευταίου άρθρου με το άρθρο 12 του ως ανω ν.2915/2001 και ακολούθως της αντίστοιχης παραγράφου του 6 με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν.3043/2002) ότι έως τη 12η ώρα της 3ης ημέρας από τη συζήτηση κλπ. οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων, δεν έχει την έννοια και της ελλείψεως δυνατότητας να γίνει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, εφόσον το γεγονός τούτο ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 223 ΚΠoλΔ, σύμφωνα με την οποία, ο περιορισμός αυτός μπορεί να γίνει με τις προτάσεις και επομένως και με την προσθήκη στις προτάσεις αυτές εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε με αυτήν τα ακόλουθα: Το αιτούμενο από καθένα από τους αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους συνολικό ποσό υπερβαίνει εκείνο των 50.000 δραχμών. Καθένας από αυτούς δεν περιόρισε το καταψηφιστικό του αίτημα σε αναγνωριστικό με δήλωση του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ούτε κατέθεσε έγγραφες προτάσεις επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 4-11-2002. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έδωσε προθεσμία για προσθήκη και αντίκρουση προτάσεων μέχρι την 7-11-2002, οπότε οι αναιρεσείοντες για πρώτη φορά κατέθεσαν προτάσεις την 12.00 ώρα της 7-11-2002. Με τις εκπρόθεσμες αυτές προτάσεις, που κατατέθηκαν στην προθεσμία της προσθήκης-αντικρούσεως και οι οποίες δεν επιδόθηκαν στην πρώτη εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος, δια συγχωνεύσεως, είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, για πρώτη φορά οι αναιρεσείοντες ενάγοντες περιόρισαν το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, δηλαδή αφού είχαν διεξαχθεί οι αποδείξεις, προβλήθηκαν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και ήδη ήταν σε θέση να πιθανολογήσουν την έκβαση της δίκης. Η πρώτη εναγομένη, με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών της, προέβαλε αντίρρηση στη μεταβολή αυτήν και πιθανολόγησε έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής αποφάσεως. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι, ενόψει των ανωτέρω, αλλά και του ότι πιθανολογείται πράγματι το έννομο συμφέρον που επικαλέστηκε η πρώτη εναγομένη να εκδοθεί οριστική απόφαση με βάση το καταψηφιστικό αίτημα, που διατηρήθηκε και μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η παραίτηση αυτή των αναιρεσειόντων ήταν απαράδεκτη και ότι, κατόπιν τούτων, εφόσον δεν κατέβαλαν το προσήκον δικαστικό ένσημο, έπρεπε να δικαστούν ερήμην και ν' απορριφθεί η αγωγή τoυς. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείo δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχτεί με την εκκληθείσα 34608/2002 απόφασή του, ότι οι αναιρεσείοντες παραδεκτώς είχαν περιορίσει το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και στη συνέχεια, παρά το ότι αυτοί δεν είχαν καταβάλει το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις προσαυξήσεις που αναλογούσαν σ'αυτό, θεώρησε αυτούς ως κατ'αντιμωλίαν δικαζομένους και δέχθηκε την ένδικη αγωγή τους, έστω και κατά ένα μέρος της ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε και ακολούθως, κατα παραδοχή ως βασίμου του σχετικού πρώτου λόγου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης αποφάσεως, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος της που αφορούσε την πρώτη εναγομένη, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσίβλητη, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως, δικάζοντας πλέον ερήμην των αναιρεσειόντων, λόγω μη καταβολής από αυτούς του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, απέρριψε την αγωγή, καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της παραπάνω, εναγομένης, της oπoίας, όπως προαναφέρθηκε, καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως είναι η ήδη αναιρεσίβλητη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε την άνω ουσιαστικού δικαίου(ΑΠ 111/1978) διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠOH'/1912, όπως αυτή ήδη, κατά τα πιο πανω ισχύει. Και αυτό γιατί, θεωρώντας ότι απαραδέκτως είχε χωρήσει στον πρώτο βαθμό ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος και ότι οι ενάγοντες έπρεπε να δικαστούν ερημην κατ'εκείνο το βαθμό, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους ενσήμoυ, στη συνέχεια, αφoύ δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης (ως καθoλικού διαδόχου της 1ης εναγομένης), δικάζοντας ερήμην των αναιρεσειόντων επί της αγωγής τους καθόσον αυτή απευθυνόταν κατά της εναγομένης αυτής, λόγω μη καταβολής ανάλογου δικαστικού ενσήμου, απέρριψε για το λόγο αυτόν την αγωγή. Ενώ θα έπρεπε να δεχτεί ότι επιτρεπτώς είχε χωρήσει ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, έστω και αν αυτός είχε γίνει μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, εφόσον είχε γίνει με τις προτάσεις που είχαν κατατεθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία από τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και δη τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση αυτή. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολ.Δ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 2 του ν. ΓΠOH'/1912 πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά ταύτα και επειδή παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί η παραστάσα ενώπιον του Αρείου Πάγου και υπεισελθούσα στη θέση της αναιρεσίβλητης, ως καθολική διάδοχος της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΟΑ" στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 484/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Καταδικάζει τη υπεισελθούσα στη θέση της αναιρεσίβλητης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΊΑ" στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ΄/1912 γιατί, θεωρώντας ότι απαραδέκτως είχε χωρήσει στον πρώτο βαθμό ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος, που έγινε με την προσθήκη των προτάσεων, εντός της προθεσμίας που χορήγησε το δικαστήριο και ότι οι ενάγοντες έπρεπε να δικαστούν ερήμην κατ΄ εκείνο το βαθμό, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος τέλους ενσήμου, στη συνέχεια, απέρριψε για το λόγο αυτόν την αγωγή. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ΄/1912 πρέπει να γίνει δεκτός.
null
null
0
Αριθμός 320/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τρίγκα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1139/2007 του Εφετείου Πατρών, Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αρ, 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό, με επίκληση, για απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι η παροχή των υπηρεσιών της προς τον αναιρεσίβλητο γινόταν σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, και συγκεκριμένα 1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου και 2) την χωρίς όρκο κατάθεση της ίδιας και του αναιρεσιβλήτου, που ως διάδικοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ..., τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ..., τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα για συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας ...", αποδείχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, από τον Απρίλιο 2002 μέχρι και τις 11-7-2003, δεν ήταν σύμβαση εργασίας αλλά σύμβαση έργου και ειδικότερα ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού η ενάγουσα δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση έναντι του εναγομένου εργοδότη, ούτε ως προς τον τόπο, ούτε ως προς το χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά είχε ελευθερία επιλογής αυτών, τα δε συμβαλλόμενα μέρη δεν απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας αλλά στις ικανότητες και την εμπειρία της ενάγουσας με σκοπό την επέκταση του κύκλου των πωλήσεων και τον προσπορισμό μεγαλύτερων κερδών με αμοιβαία ωφέλεια. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή. Όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του η αναιρεσείουσα και ειδικότερα:1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου και 2) την χωρίς όρκο κατάθεση της ίδιας και του αναιρεσίβλητου, που ως διάδικοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και τούτο διότι: 1) από τη γενική έκφραση αυτής ότι έλαβε υπόψη "τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα για τη συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον από αυτά δεν συνάγεται πλήρης απόδειξη", δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη του την παραπάνω εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, στην οποία, μεταξύ των άλλων, διαλαμβάνεται και η φράση "Σας καλώ και πάλι δια της παρούσης να προσέλθετε στην εργασία σας. Αποκρούω τη δήλωση σας περί ασκήσεως δικαιώματος επίσχεσης καθόσον δεν σας οφείλω κανένα ποσό από τα αναγραφόμενα στις αγωγές σας. Αρνούμαι επίσης τη δήλωση σας ότι εξακολουθείτε δήθεν να έχετε τις δυνάμεις σας στις υπηρεσίες μου καθόσον η δήλωση σας αυτή είναι εντελώς προσχηματική για να μην επανέλθετε στην εργασία σας. Εάν δε έχετε απαιτήσεις από την εργασιακή μας σχέση αυτό θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο. Εν τω μεταξύ εσείς οφείλετε να προσέλθετε στην εργασία σας και προς τούτο σας καλώ για τελευταία φορά με την παρούσα άλλως θα θεωρήσω λελυμένη την εργασιακή μας σύμβαση, αποκλειστικά από δική σας υπαιτιότητα" και 2) Στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν γίνεται μνεία των, χωρίς όρκο, καταθέσεων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ γίνεται ειδική μνεία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ, 11 γ ΚΠολΔ. Μετά ταύτα η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ, 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1139/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του: 1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου και 2) τις χωρίς όρκο καταθέσεις των διαδίκων και γι΄ αυτό γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
null
null
2
Αριθμός 310/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα, περί αναιρέσεως της 1601/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ, κάτοικο ..., 2) Ψ2, κάτοικο ... και 3) Ψ3, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1325/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 314 §1α ΠΚ "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", κατά δε το άρθρο 28 ιδίου Κώδικος "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές συνθήκες, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και την λογική και αφετέρου είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ έλλειψη τοιαύτης αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία, αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της αποφάσεως που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου. Η απλή επανάληψη, στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1601/2009 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, (με αναφορά των αποδεικτικών μέσων κατ' είδος), τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 22-12-04, στο 9° χιλ. της επ. οδού ..., ενώ ήταν οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας .... αυτοκινήτου, και κινούταν επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παρά οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, με αποτέλεσμα, να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και να συγκρουστεί μετωπικά με το, αντιθέτως κινούμενο επί της άνω οδού, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας, ...., που οδηγούσε ο Ψ,. Μετά την σύγκρουση των δύο ως άνω οχημάτων, το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος περιστράφηκε στο οδόστρωμα και συγκρούσθηκε με το πίσω μέρος του με το με αριθ. κυκλοφορίας ...., που οδηγούσε ο Ψ3, το οποίο ακολουθούσε το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο. Συνέπεια της ανωτέρω σύγκρουσης, στην οποία ενεπλάκησαν τα τρία ως άνω οχήματα, ήταν ο τραυματισμός του Ψ, ο οποίος έπαθε τραύμα δεξιάς βρεγματικής χώρας και πτερυγίου ωτός, και τραύμα έξω κάνθου αριστερού οφθαλμού, της Κ, συνοδηγού του τελευταίου, η οποία έπαθε, άλγος πλευρικού τόξου, του Ψ3, ο οποίος έπαθε παρεκτόπιση ρινικών οστών και κάκωση κεφαλής, του συνοδηγού αυτού Κ, ο οποίος έπαθε τραύμα μετώπου, και της Ψ2, συνεπιβάτιδος του τελευταίου οχήματος, η οποία έπαθε κάκωση δεξιάς κνήμης. ... Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πρόκληση των ως άνω σωματικών βλαβών". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στις 22-12-04, στο 9° χιλ. της επ. οδού ..., από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και προξένησε την σωματική βλάβη σε άλλα άτομα. Ειδικότερα, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμό ... αυτοκινήτου, και κινούταν επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς ..., δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παρά οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, με αποτέλεσμα, να ξεφύγει από την πορεία του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και να συγκρουστεί μετωπικά με το, αντιθέτως κινούμενο επί της άνω οδού, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας, .... που οδηγούσε ο Ψ.Μετά την σύγκρουση των δύο ως άνω οχημάτων, και εξαιτίας της βίαιης ακινητοποίησης του πρώτου οχήματος, επέπεσε επί αυτού από πίσω, και το υπ' αριθ. ...., που ακολουθούσε αυτό, και που οδηγούσε ο Ψ3. Συνέπεια της ανωτέρω σύγκρουσης, στην οποία ενεπλάκησαν τα τρία ως άνω οχήματα, ήταν ο τραυματισμός του Ψ, ο οποίος έπαθε τραύμα δεξιάς βρεγματικής χώρας πτερυγίου ωτός, και τραύμα έξω κάνθου αριστερού οφθαλμού, της Κ, συνοδηγού του τελευταίου, η οποία έπαθε, άλγος πλευρικού τόξου, του Ψ3, ο οποίος έπαθε παρεκτόπιση ρινικών οστών και κάκωση κεφαλής του συνοδηγού αυτού Κ, ο οποίος έπαθε τραύμα μετώπου, και της Ψ2, συνεπιβάτιδος του τελευταίου οχήματος, η οποία έπαθε κάκωση δεξιάς κνήμης". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 28, 314 §1α, 315 §1 ΠΚ, που εφήρμοσε. Ειδικότερα αναφέρονται τα στοιχεία της αμελείας και δη η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, συνεπεία της οποίας δεν κατέβαλε την απαιτουμένη προσοχή ως και η σύνδεση της αμελείας του αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα των σωματικών βλαβών και ταύτα τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως, χωρίς, ήτοι, το σκεπτικό να παραπέμπει στο διατακτικό και μάλιστα, ολικώς. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας, κατά το σκέλος κατά το οποίο το αιτιολογικό παραπέμπει στο διατακτικό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Για την κατά τα άνω άρθρα αιτιολογία, της καταδικαστικής αποφάσεως και σχετικά με την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η κατά το είδος τους γενική αναφορά αυτών και δεν προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία εκάστου αυτών και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Πρέπει, ωστόσο, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, για να μορφώσει την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, εκτός εάν δημιουργείται ασάφεια ή αμφιβολία ως ανεφέρθη, εάν το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του το έγγραφο που ανεγνώσθη ή τον μάρτυρα που εξητάσθη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, εστήριξε την περί ενοχής κρίση της, εκτός από άλλες αποδείξεις, όπως στην αρχή του σκεπτικού αναφέρει, και στις "καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας" χωρίς ουδένα (μάρτυρα) να εξαιρέσει, ενώ εν τέλει του σκεπτικού αναφέρει ότι τα όσα εδέχθη προέκυψαν, "τόσο από τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων όσο και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας". Ο αναιρεσείων αιτιάται το μεν ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ' όψη ή κατάθεση και του μάρτυρος κατηγορίας Ρ, το δε ότι ελήφθησαν υπ' όψη καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, παρόλο που δεν παρέστησαν πολιτικώς ενάγοντες, ούτω δε υπάρχει ασαφής αιτιολογία και εντεύθεν, ελλιπής τοιαύτη. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, η μεν διότι είναι σαφές ότι δεν εξηρέθη ο άνω μάρτυς, εφόσον ουδείς εξηρέθη (εκ των μαρτύρων που εξητάσθησαν), η δε διότι εφόσον δεν υπήρξαν πράγματι πολιτικώς ενάγοντες ως μάρτυρες κατηγορίας, δεν ήτο δυνατόν να ληφθούν υπ' όψη του ανωμοτί καταθέσεις των, όπως εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην απόφαση. Επομένως ο σχετικός λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας, εκ των άνω πλημμελειών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ο μέρος δε με αυτόν, υπό την επίκληση, δηλαδή, της ελλείψεως αιτιολογίας, επιχειρείται διάφορος εκτίμηση της καταθέσεως του ανωτέρω μάρτυρος Ρ, αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 333 §2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 §1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως διότι ούτω παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως δημιουργείται, διότι παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, τα οποία έλαβεν υπ' όψη το δικαστήριο και όταν στα πρακτικά της αποφάσεως δεν αναγράφονται τα προσδιοριστικά στοιχεία των εγγράφων που (φέρονται ότι) έχουν αναγνωσθεί, διότι τότε δεν μπορεί να διαγνωσθεί χωρίς αμφιβολία ποίον έγγραφον ανεγνώσθη και εις ποίον έγγραφον εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του ενώ τα στοιχεία που το προσδιορίζουν δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ούτως ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο δια την δημιουργία βεβαιότητος ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην καταδικαστική του για τον κατηγορούμενο κρίση του για την σωματική βλάβη κατά συρροήν, έλαβεν υπ' όψη του μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από την απόφαση, και "δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης". Η ούτω γενομένη καταχώριση επακριβώς προσδιορίζει την ταυτότητα των άνω εγγράφων και ουδεμία αμφιβολία γεννάται περί αυτής, εν όψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ως άνω προσδιορισμόν δεν ανεγνώσθησαν και ο κατηγορούμενος - νυν αναιρεσείων, είχε δικαίωμα να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με τα έγγραφα αυτά, εφ' όσον, εις πάσα περίπτωση, κατά την ανάγνωση των εγγράφων έλαβε γνώση (της ταυτότητος) αυτών. Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αιτήσεως περί απολύτου ακυρότητας εκ του ότι δεν προκύπτει η ταυτότης των εγγράφων που ανεγνώσθησαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ.583 §1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 52/10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1601/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Στοιχεία. Αμέλεια. Τι συνιστά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως. Απαιτείται η κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, δεν απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά. Εφόσον ουδέν εξηρέθη, ελήφθησαν υπόψη όλα. Εφόσον δεν εξητάσθησαν πολιτικώς ενάγοντες, δεν ελήφθησαν υπόψη καταθέσεις των. Άρθρα 329, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, 171 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ. Η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη συνιστά απόλυτη ακυρότητα, αυτή συνιστά και όταν δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων, ώστε να υπάρχει βεβαιότης ποίον έγγραφο ανεγνώσθη και ο κατηγορούμενος ηδύνατο να προβεί επ' αυτού σε παρατηρήσεις. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Έγγραφα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
1
Αριθμός 309/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της 3266/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ θυγ. Ζ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Αλιφέρη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1293/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικώς ως προς το δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως των κακουργημάτων και των πλημμελημάτων, που συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ.1 ιδίου Κώδικος, εδ.α' στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή, ούτω δε δεν είναι αναγκαία ειδική αιτιολογία ως προς αυτήν, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (άρθρο 27 παρ.2 ΠΚ) ή αν έχει τη μορφή του ενδεχομένου δόλου. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στη διάταξη που εφηρμόσθη καθώς και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως αναγόμενο στην ταυτότητα και τα στοιχεία του οικείου εγκλήματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Κατ'άρθρον 1 παρ.1 Ν.1300 της 13/13-10-82 Μέτρα για την πρόληψη της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας "Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 1.000.000 δραχμών τιμωρείται η κλοπή ίππων, όνων, ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους", και κατ'άρθρον 7 παρ.1 του ιδίου νόμου "Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών τιμωρείται όποιος με πρόθεση ακρωτηριάζει ή με άλλο τρόπο βλάπτει ξένα ζώα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού". Ούτω το άνω έγκλημα τιμωρείται από δόλο (πρόθεση), είτε άμεσο, ως εξετέθη ανωτέρω (άρθρο 27 παρ.1 α' ΠΚ) ή ενδεχόμενο (άρθρο 27 παρ.1 β' ΠΚ) όταν ο δράστης γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν αξιόποινο τινά πράξη και το αποδέχεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση υπ'αριθμ. 3266/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει λεπτομερώς, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει διατελέσει αθλητής και προπονητής στο άθλημα της ιππασίας, είναι ιδιοκτήτης εκτάσεως στη θέση ..., την οποία εκμισθώνει για τη στέγαση των εγκαταστάσεων του Ιππικού Ομίλου .... Στις εγκαταστάσεις αυτές στέγαζε, μεταξύ άλλων, τα άλογά της η μηνύτρια Ψ, η οποία είναι ιδιοκτήτρια ίππων, μεταξύ των οποίων και τον αρσενικό ίππο ... φυλής από την ..., λευκού χρώματος, ο οποίος σταβλιζόταν σε δικό του ειδικό χώρο κλεισμένο με πόρτα ασφαλείας με συρόμενη μπάρα και αλυσίδα για την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής ασφάλειας. Στις 9 Μαΐου 2002 το πρωΐ περί ώρα 07.00 η μηνύτρια ειδοποιήθηκε ότι ο ίππος της ... είχε τραυματιστεί. Μετέβη αμέσως στο χώρο του σταβλισμού, όπως και ο ειδοποιηθείς κτηνίατρος ίππων ..., ο οποίος κατά την εξέταση του ίππου διαπίστωσε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα αριστερού αντιβραχίου με το πόδι αιωρούμενο λόγω του κατάγματος. Ενόψει δε του εν λόγω βαρέος τραυματισμού και της αιμορραγίας, αλλά και της αδυναμίας ανατάξεως του κατάγματος στο συγκεκριμένο σημείο ο κτηνίατρος συνέστησε στην εγκαλούσα την ευθανασία του ίππου, λύση που προτάθηκε και από τον κτηνίατρο Ιπποδρόμου ... και έτσι την ίδια ημέρα έγινε η ευθανασία του τραυματισθέντος ίππου. Το πρωϊνό εκείνο της 9-5-02 η πόρτα του στάβλου του αλόγου της μηνύτριας βρέθηκε ανοικτή και το άλογο βρέθηκε ελεύθερο, εκτός δηλαδή του χώρου που σταβλιζόταν, όπως ελεύθερα βρέθηκαν και άλλα τρία αρσενικά άλογα, τα οποία έφεραν επίσης τραύματα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο το άλογο ... όσο και τα άλλα παραπάνω άλογα σταβλίζονταν σε στάβλους με ασφάλεια εξόδου και συγκεκριμένα με σιδερένια μπάρα και δεν μπορούσαν από μόνα τους (τα άλογα) να ανοίξουν τις πόρτες, γεγονός, που εκτός του ότι κατέθεσε στο ακροατήριο η εγκαλούσα, αναφέρεται και στην από 10-5-2002 κτηνιατρική γνωμάτευση του .... Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το προηγούμενο βράδυ στις 8-5-2002 και περί ώρα 23.00 ο κατηγορούμενος βρισκόταν στις εγκαταστάσεις του Ιππικού Ομίλου και είχε βγάλει από το στάβλο του ένα άλογο. Σύμφωνα δε με την από 10-5-2002 αναγνωσθείσα ένορκη προανακριτική κατάθεση του σταβλίτη ..., ενώ βρισκόταν στο δωμάτιο είδε από το παράθυρο τον κατηγορούμενο περί ώρα 23.00 να τραβάει ένα άλογο το οποίο είχε βγάλει από το στάβλο και το άφησε ελεύθερο στο χώρο που υπήρχαν φοράδες. Δεν βγήκε όμως από το δωμάτιό του και δεν συνομίλησε με τον κατηγορούμενο, διότι, όπως κατέθεσε, τον φοβούνται διότι πίνει πολύ και μετά απειλεί και βρίζει. Ακόμη κατέθεσε ότι τη νύχτα άκουγε να γίνεται "μάχη" μεταξύ των αλόγων, διότι όταν συνυπάρχουν μαζί επιβήτορες και φοράδα υπάρχει περίπτωση να παλέψουν μέχρι θανάτου και το πρωΐ γύρω στις 07.00 διαπίστωσε ότι υπάρχουν ελεύθεροι δύο αρσενικοί επιβήτορες. Ο ένας της εγκαλούσας ο οποίος και ήταν τραυματισμένος και μία φοράδα. Η παρουσία του κατηγορουμένου την παραπάνω νύχτα στο χώρο του Ιππικού Ομίλου συνομολογείται και από τον ίδιο, ο οποίος όμως, αρνούμενος την κατηγορία επικαλείται ότι μετέβη εκεί διότι ένα άλογο είχε κρίση κολικού και το πήρε να το κάνει βόλτα, ενώ αρνείται οποιαδήποτε επαφή του με το άλογο της εγκαλούσας το οποίο τραυματίσθηκε. Καθόλου όμως δεν μπόρεσε ο κατηγορούμενος να εξηγήσει πειστικά πως βρέθηκε ελεύθερο το άλογο της εγκαλούσας όπως και άλλα άλογα, δεδομένου ότι τα "κουτιά" που σταβλίζονται έχουν μηχανισμούς ασφαλείας και μόνο ανθρώπινο χέρι μπορεί να τους απασφαλίσει. Ούτε βεβαίως, ο παραπάνω σταβλίτης είχε οποιονδήποτε λόγο να καταθέσει σε βάρος του κατηγορουμένου τα παραπάνω. Η παρουσία του κατηγορουμένου τις νυκτερινές ώρες της 8 προς 9/5-2002 συνδέεται απόλυτα και μετά βεβαιότητος με την ελευθέρωση των αλόγων (επιβητόρων) μεταξύ των οποίων και αυτού της εγκαλούσας και τη συνύπαρξή τους με φοράδα, δηλαδή είναι αυτός που έβγαλε από το στάβλο και το άλογο της εγκαλούσας, το οποίο και τραυματίστηκε κατά τη "μάχη" με τα άλλα, το δε λουκέτο το είχε πεταγμένο στη γωνία. Γνώριζε δε ο κατηγορούμενος, λόγω της ιδιότητάς του ως προπονητή ιππασίας και της πολυετούς ενασχολήσεώς του με τα άλογα, ότι αν βρεθούν μαζί αρσενικά και φοράδες γίνεται μεταξύ τους μάχη μέχρι θανάτου και υπάρχει το ενδεχόμενο τραυματισμού τους. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος σύμφωνα με το διατακτικό". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στο .... στις 8 Μαΐου έτους 2002, από πρόθεση έβλαψε με άλλο τρόπο ξένο ζώο και συγκεκριμένα, ενώ βρισκόταν στον Ιππικό 'Ομιλο ..., έβγαλε χωρίς λόγο από το στάβλο του, όπου σταβλιζόταν μόνο του σε ειδικό χώρο κλεισμένο με πόρτα ασφαλείας, και αλυσίδα για την εξασφάλιση της μέγιστης δυνατής ασφάλειας, τον αρσενικό ίππο ... φυλής, εξ Αιγύπτου προερχόμενο, χρώματος λευκού, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας Ψ και τον μετέφερε μαζί με άλλους αρσενικούς σε χώρο όπου σταβλίζονταν 10 θηλυκά άλογα, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει μάχη μεταξύ των αλόγων με κλωτσιές και δαγκωνιές, συνεπεία της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας ήταν να υποστεί ο ανωτέρω αναφερόμενος ίππος κάταγμα συντριπτικό αριστερού αντιβραχίου, και να έχει το πόδι αιωρούμενο λόγω του κατάγματος και κατ'επέκταση λόγω της αδυναμίας ανατάξεως του κατάγματος στους ίππους να συστηθεί από κτηνίατρο και να πραγματοποιηθεί την 9-5-2002 η ευθανασία του ίππου". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 ΠΚ και (άρθρων) 1 παρ.1, 7 παρ.1 Ν. 1300/1982, τις οποίες δεν παρεβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται τα περιστατικά της βλάβης του ξένου ίππου ως και ο δόλος του κατηγορουμένου προς τούτο, για τον οποίο σαφώς δέχεται ότι είναι άμεσος δόλος και όχι ενδεχόμενος τοιούτος, χωρίς ουδεμία ασάφεια, να υπάρχει περί αυτού, αφού "γνώριζε ο κατηγορούμενος... ότι αν βρεθούν μαζί αρσενικά και φοράδες γίνεται μεταξύ τους μάχη μέχρι θανάτου",' το ότι αναφέρεται, μετά ότι (γνώριζε) ότι υπάρχει το "ενδεχόμενο" τραυματισμού των, δεν σημαίνει ότι δέχεται ενδεχόμενο δόλο, αλλ' η τοιαύτη αναφορά γίνεται ως αποτέλεσμα της ενεργείας του κατηγορουμένου και μόνο γι'αυτό, ώστε μετά ταύτα να μην υπάρχει ασάφεια εάν δέχεται (η απόφαση) ενδεχόμενο δόλο ή πολλώ μάλλον ενσυνείδητη αμέλεια, όπως αβασίμως επικαλείται ο αναιρεσείων, αντιθέτως μάλιστα και στο διατακτικό δέχεται σαφώς και ανενδοιάστως ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση έβλαψε το ζώον της εγκαλούσης. Συνεπώς οι σχετικοί μόνοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, της ελλείψεως από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εκ του ότι δεν καθίσταται σαφής η μορφή του δόλου που δέχεται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ'ο μέρος δε από την επίφαση του άνω λόγου επιχειρείται διάφορος εκτίμηση της καταθέσεως του μάρτυρος ..., ούτος (ο λόγος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως. Επίσης το αίτημα του αναιρεσείοντος, να λάβει γνώση της προτάσεως του εισαγγελέως επί της κρινομένης αναιρέσεως, είναι αβάσιμο και απορριπτέο, διότι το εκ του άρθρου 308 παρ.2 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου κατοχυρώνεται μόνο για την ενδιάμεση διαδικασία, δηλαδή πριν την υποβολή της προτάσεως του εισαγγελέως στο συμβούλιο, και όχι στην παρούσα συζήτηση όπου ο εισαγγελεύς δεν έχει υποχρέωση να υποβάλλει πρόταση. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) (άρθρ,583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 306/14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3266/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς εναγούσης εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Δόλος άμεσος - ενδεχόμενος (άρθρ. 27 § 2 ΠΚ). Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ν. 1300/1982 - Πότε πρόθεση βλάβης ζώου. Δεν απαιτούνται περιστατικά δόλου, διότι εμπεριέχονται στην παραγωγή των πραγματικών περιστατικών του εγκλήματος. Το κατ' άρθρο 308 § 2 ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου για γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέως μόνο στην ενδιάμεση διαδικασία. Απορρίπτει αναίρεση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Δόλος, Ζώου βλάβη.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 306/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κολοβό, περί αναιρέσεως της 4785/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1179/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4785/2009 απόφαση του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα (και τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορoύμενό της Χ2) σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων(4) μηνών για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, δεχθέν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19/7/2004 και περί ώρα 13.00 προσήλθαν στο δικηγορικό γραφείο του εγκαλούντος Ψ, επί της οδού ..., οι κατηγορούμενοι Χ2 και η υπάλληλος του Χ, προκειμένου ο πρώτος κατηγορούμενος να παραλάβει ορισμένα έγγραφα σχετικά με κληρονομική υπόθεση την οποία χειριζόταν ο εγκαλών. Ο τελευταίο: τους ενημέρωσε ότι έχει στη διάθεση του όλα τα έγγραφα, αλλά πριν τους τα παραδώσει ζήτησε την καταβολή της δικηγορικής του αμοιβής, ύψους 37.000 ευρώ, για την οποία διαφώνησε ο πρώτος κατηγορούμενος, θεωρώντας την υπερβολική. Κατά την διάρκεια ολιγόλεπτης απουσίας του εγκαλούντος για να φέρει νερό στην δεύτερη κατηγορουμένη από διπλανό δωμάτιο, αυτοί έλαβαν τα έγγραφα που ήταν επάνω στο γραφείο του, στην προσπάθεια δε του εγκαλούντος να τα πάρει από τα χέρια της δεύτερης κατηγορουμένης που τα κρατούσε, τα έγγραφα έπεσαν στο δάπεδο. Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος που είχε υπέρτερες σωματικές δυνάμεις σε σχέση με τον εγκαλούντα, προκειμένου να τον εμποδίσει να συλλέξει αυτά και να κερδίσει χρόνο η δεύτερη κατηγορουμένη να τα συλλέξει η ίδια και να φύγουν χωρίς να τον πληρώσουν, τον άρπαξε (τον εγκαλούντα) βίαια από τον ώμο και τον λαιμό με τα δύο του χέρια κάνοντας του "λαβή", πλην όμως, στην αντίδραση του εγκαλούντος έπεσαν και οι δύο κάτω στα δάπεδο. Ο πρώτος κατηγορούμενος πίεσε τον εγκαλούντα με το χέρι του στο στόμα, οπότε ο τελευταίος για να μπορέσει να αναπνεύσει, αλλά και να υπερασπισθεί τον εαυτό του από επικείμενο κίνδυνο ζωής ή σωματικής βλάβης, τον δάγκωσε στο καρπό του χεριού του. Με τον τρόπο αυτό κατάφερε να ελευθερωθεί με εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματος του. Οι σωματικές βλάβες του πρώτου κατηγορουμένου προήλθαν από την κατά τα άνω αμυντική ενέργεια του εγκαλούντος και από την πτώση του πρώτου στο δάπεδο κατά τον χρόνο της επιθέσεως του στον εγκαλούντα. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών εξύβρισε την δεύτερη κατηγορουμένη "πόρνη", αφού ο διαπληκτισμός έλαβε χώρα μεταξύ του εγκαλούντος και του πρώτου κατηγορουμένου. Επομένως, όλα όσα ανέφεραν οι κατηγορούμενοι στην από 26/7/2002 ένορκη εξέταση τους ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. ... περί τραυματισμού του πρώτου κατηγορουμένου από τον εγκαλούντα κατά την ανωτέρω ημερομηνία που τον είχαν επισκεφθεί στο δικηγορικό του γραφείο και εξυβρίσεως της δεύτερης κατηγορουμένης, ήταν ψευδή και οι κατηγορούμενοι τα περιέλαβαν στην κατάθεση τους εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό την ποινική καταδίωξη του εγκαλούντος. Εξ άλλου ο εγκαλών με την 3381/2006 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κηρύχθηκε αθώος της σωματικής βλάβης του πρώτου κατηγορουμένου, κατά δε της αποφάσεως δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο από τον Εισαγγελέα. Τα ψευδή δε περιστατικά που ανέφεραν στη μήνυση τους τα επιβεβαίωσαν ενόρκως ενώπιον των ιδίων αστυνομικών οργάνων, εν γνώσει της αναληθείας τους. Ακόμη με τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά σε βάρος του εγκαλούντος, που εν γνώσει της αναληθείας τους, αφού δεν έλαβαν χώρα όπως τα κατέθεσαν, ανέφεραν στις εγκλήσεις, διατυπούμενα ενώπιον τρίτων (αστυνομικών υπαλλήλων) και των οποίων έλαβαν γνώση και άλλα άτομα (Εισαγγελέας, γραμματείς κτλ), έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ως δικηγόρου, εμφανίζοντας τον ως άτομο που επιλύει με βίαιο τρόπο τις επαγγελματικές του διαφορές και ως υβριστή, αλλά και ως άτομο με επιθετική προσωπικότητα. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των κατηγοριών που τους αποδίδονται. Πρέπει όμως να τους αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ, καθόσον λαμβάνοντας υπόψη τα ποινικά τους μητρώα εκ των οποίων προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικασθεί στο παρελθόν για καμία αξιόποινη πράξη, αλλά και όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι έως το χρόνο που έγιναν οι πράξεις, έζησαν έντιμη ατομική και γενικά κοινωνική ζωή". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, και ακολούθως κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα (και τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορούμενό της) των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε (άρθρα 229 παρ.1, 224 παρ.2-1, 363-362 του ΠΚ), ούτε δε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ περαιτέρω η προσβαλλόμενη αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της αναιρεσείουσας σχετικά με την διάπραξη των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως εκ τούτου οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν παρατίθεται καμία αιτιολογία και ότι ως προς τα πραγματικά περιστατικά γίνεται παραπομπή στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου, είναι αβάσιμες, καθόσον στο σκεπτικό παρατίθενται με λεπτομέρεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, και συνακόλουθα να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17/7/2009 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4785/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Πράξεις: 1) ψευδής καταμήνυση, 2) ψευδορκία μάρτυρα, 3) συκοφαντική δυσφήμηση. Μοναδικός λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση.
Αιτιολογίας επάρκεια
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
ΑΡΙΘΜΟΣ 305/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 4388/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1112/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και τον πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατ' άρθρον 364 §2 εδ. α' Κ.Π.Δ. στο ακροατήριο διαβάζονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που έχει αναβληθεί. Η διάταξη όμως αυτή δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την μη ανάγνωση των πρακτικών αυτών. Έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος εζήτησε την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και το δικαστήριο ηρνήθη ή παρέλειψε να αναγνώσει αυτά, η έλλειψη ακροάσεως όμως προϋποθέτει, ως ανεφέρθη, υποβολή εγγράφου ή προφορικής αιτήσεως, που πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακριβείας αυτών, παρά μόνο προσβολή των για πλαστότητα ή διόρθωσή των κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Π.Δ. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331§1, 333§2, 364§1 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή (ή αθωότητα) του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου το οποίον δεν ανεγνώσθη κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρον 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Α' λόγον αναιρέσεως, διότι το μεν παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, το δε παραβιάζονται οι αρχές της δημοσιότητος και προφορικότητος της συζητήσεως στο ακροατήριο και της διεξαγωγής της δίκης κατ' αντιμωλίαν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει το μεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, το δε παραβίαση των αρχών που ρυθμίζουν την δημοσιότητα και την προφορικότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τας άνω διατάξεις, διότι το δικαστήριο, Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίον εξέδωσε την προσβαλλομένην, υπ' αριθμ. 4388/2009, απόφαση, δεν ανέγνωσε κατά το άρθρο 364 Κ.Π.Δ., τα πρακτικά της ιδίας ποινικής δίκης, που είχε αναβληθεί κατά τη δικάσιμο της 6-2-2009, καίτοι γίνεται αναφορά της αναβλητικής αποφάσεως στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι, όπως εξετέθη, η διάταξη του άρθρου 364§2 Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλει ακυρότητα για την μη τήρησή τους, ενώ, περαιτέρω, ναι μεν το δικαστήριο της ουσίας, ως άνω, δεν ανέγνωσε τα πρακτικά της ιδίας δίκης που είχε αναβληθεί, πλην όμως από τα πρακτικά της δίκης, καθ' ήν εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι η νυν αναιρεσείουσα - πρώτη τότε κατηγορουμένη Χ, παρούσα (τότε), είχε ζητήσει, διά του παρισταμένου συνηγόρου της, την ανάγνωση των πρακτικών αυτών και δεν αναγνώσθησαν, ώστε να εκτιμηθεί, ο άνω λόγος ως έλλειψη ακροάσεως. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως πρώτος, εκ των άρθρων 510§1 Α' και 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. και δεύτερος , εκ των άρθρων 510 §1 Γ' και 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6§1 της ΕΣΔΑ, που εκυρώθη με το Ν.Δ. 53/1974, 31§2, 105§2 και 223§4 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της εγγράφου εξετάσεώς του που έγινε κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ενόρκου, ή ανωμότου καταθέσεως που έδωσε κατά την διενέργεια προανακρίσεως και πριν η στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Αν κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αξιοποιηθεί εις βάρος εκείνου που κατέθεσε και στην συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος τοιαύτη κατάθεσή του, είτε στην προδικασία, είτε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171§1 εδ. δ' Κ.Π.Δ., που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510§1 Α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/1999). Περαιτέρω κατά το άρθρο 211 Α' Κ.Π.Δ. που προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από την διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171§1 εδ. δ' ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στην μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ' αυτές, όσο και σε καταθέσεις μαρτύρων και αναγνωσθέντα έγγραφα). Τέλος κατ' άρθρο 366§2 Κ.Π.Δ., "αν όσα καταθέτει ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολό τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατόν να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση". Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, εκ του ότι ανεγνώσθη " το από 14-3-2001 υπόμνημα απολογίας της Χ2 ήτοι της συγκατηγορουμένης της αναιρεσειούσης, εξ άλλης ποινικής δίκης παλαιοτέρας της παρούσης, καθ' όσον κατά λέξη "αποτελεί μορφή ανωμοτί καταθέσεως της προδικασίας". Όμως το έγγραφον αυτό ουδόλως είναι έγγραφον εξετάσεως της κατηγορουμένης-αναιρεσειούσης κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, ούτε ένορκος η ανώμοτη κατάθεση κατά την διενέργεια προανακρίσεως, ούτε μαρτυρική κατάθεση αυτής ή απολογία της ως συγκατηγορουμένης για την ίδια πράξη, ούτε, τέλος, πρόκειται για ανάγνωση αντιθέτων περικοπών της απολογίας της αναιρεσειούσης στην ανάκριση, όπως εντελώς εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά πρόκειται περί εγγράφου που υπεβλήθη κατά την αποδεικτική διαδικασία και δεν αμφεσβητήθη η γνησιότητά του (άρθρ. 364 Κ.Π.Δ.). Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος κατά τα άρθρα 171§ 1 εδ. δ' και 510§1 Α' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Για την κατ' άρθρο 224§2 ΠΚ στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά τα οποία κατέθεσεν είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί η πράξη να έχει τελεσθεί "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού ή με τον σκοπό προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος ή εάν έχει την μορφή ενδεχομένου δόλου, οπότε η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίον εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο εδέχθη, μετά από αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι αποδείχθησαν τα εξής και δη εδέχθη: "Επειδή από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες έχουν τελέσει τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται. Ειδικότερα, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής: Κατά τη δικάσιμο της 26-2-02, συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 22-12-01 αγωγή του μηνυτή, Ψ, δικηγόρου Αθηνών κατά της δεύτερης κατηγορουμένης Χ2, με την οποία ζητούσε ο προαναφερθείς, αμοιβές για παρασχεθείσες νομικές εν γένει υπηρεσίες του σε διάφορες υποθέσεις της. Κατά την προαναφερθείσα συζήτηση της αγωγής, η πρώτη κατηγορουμένη Χ εξετάστηκε, ως μάρτυρας της δεύτερης αυτών και κατέθεσε ενόρκως, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Εδωσε χρήματα έδωσε 600.000 δρχ. Εγώ κατέθεσα στον λογαριασμό του 100.000 δρχ. Με τον κ. Χρυσικό πήγε στο γραφείο του και έδωσε 150.000 δρχ. Πολλές φορές φίλες συγκεντρώναμε 20.000-25.000 δρχ. και τα δίναμε στο δικηγόρο. Μου είπε ότι έχει καταθέσει χρήματα στο λογαριασμό του, τον οποίο ήξερα και εγώ και κατέθεσα 100.000 δρχ. Εγώ η ίδια την πήγα στην ... και ανέβηκε στο γραφείο του και έδωσε χρήματα". Το Δικαστήριο τούτο με την 1065/09 προηγηθείσα μη οριστική απόφαση του, ενόψει του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ο πολιτικώς ενάγων έχει εισπράξει, πέραν των όσων ομολογούσε, 800.000 δρχ. (500.000 + 300.000) και ως εκ τούτου δεν υφίσταται οφειλή, διέταξε την προσκόμιση των παρακρατηθέντων ποσών από τη γραμματεία προεισπράξεων από το οποίο προκύπτει ότι η μόνη προείσπραξη σχετικά με την β κατηγορούμενη αφορά ποσό 40.000 δρχ. που κατατέθηκε στις 5-7-96. Περαιτέρω, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω, που κατέθεσε η α κατηγορούμενη ήταν ψευδή, αφού όσον αφορά τις καταβολές των 600000 δρχ, εκ μέρους της β κατηγορουμένης, του κ. Χρυσικού και της α κατηγορουμένης, αυτή δεν επιβεβαιώνεται (η καταβολή) από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο ως λ.χ. βεβαίωση κατάθεσης του άνω ποσού στον λογαριασμό του εγκαλούντα ή απόδειξη καταβολής, ενώ ο ίδιος ο εγκαλών ομολογεί ότι τα μόνα ποσά που έλαβε από την β κατηγορούμενη ήταν 240.000 δρχ. για δικαστικό ένσημο και επιπλέον 160.000 δρχ. για έξοδα για τις 12 δίκες που διενήργησε και συνολικά 400.000 δρχ. Εξάλλου, ειδικότερα από τις αναγνωσθείσες βεβαιώσεις της Εμπορικής Τράπεζας δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι η πρώτη κατηγορουμένη κατέβαλε στον εγκαλούντα, για λογαριασμό της δεύτερης, το ποσό των 100.000 δρχ. από το υποκατάστημα της άνω τράπεζας στο ..., αντιθέτως στην 73/06 επιστολή της τράπεζας αυτής βεβαιώνεται ότι στο κατάστημα ... δεν πραγματοποιήθηκε κατάθεση 100.000 δρχ. στον ... λογαριασμό του εγκαλούντα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι δεν είναι αληθές το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη πήγε την β κατηγορουμένη, η ίδια στο γραφείο του εγκαλούντα, επί της ..., προκειμένου να του καταβάλει η τελευταία κάποιο ποσό, το χρονικό διάστημα του Οκτωβρίου 1996, αφού ως αποδεικνύεται, ιδίως από την αναγνωσθείσα 6086/06 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου σε συνδ. με την βεβαίωση της ΔΟΥ ..., ο εγκαλών άλλαξε επαγγελματική στέγη από την οδό... και επομένως τον άνω χρόνο ακόμη είχε έδρα την οδό .... Κατά συνέπεια και συνακόλουθα με όσα προεκτέθηκαν, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε η πρώτη κατηγορούμενη, ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδή και γνώριζε την αναλήθειά τους αφού κάποια από αυτά αφορούσαν και την ίδια. (Ενήργησε δε η πρώτη κατηγορουμένη, μετά από προτροπή της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία προκάλεσε σ' αυτήν την απόφαση να καταθέσει εν γνώσει της ψέμματα, με συνεχείς προτροπές και παρακλήσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι συνδέονται με παλιά στενή φιλία, προκειμένου να αποδείξει η β κατηγορουμένη τους ισχυρισμούς της περί εξοφλήσεως του εγκαλούντα και να επιτύχει ευνοϊκή γι' αυτήν έκβαση της παραπάνω δίκης, στην οποία ήταν εναγομένη). Κατόπιν τούτων πρέπει να κηρυχθούν ένοχες οι κατηγορούμενες, η μεν πρώτη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος η δε δεύτερη για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας τελεσθείσης υπό της (πρώτης) κατηγορουμένης - νυν μόνης αναιρεσειούσης, για την οποίαν κατεδικάσθη αυτή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε των άρθρων 26§1, 27, 224 Π.Κ. χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει. Ειδικότερα αναφέρεται η αρχή ενώπιον της οποίας η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα κατέθεσεν αρμοδίως ενόρκως, τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσεν εν γνώσει της ως και τα αληθή, τα οποία εγνώριζε, αφού τα περισσότερα αφορούσαν και την ίδια, λόγω, των ως κατέθεσε ψευδώς προσωπικών της ενεργειών, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται πόθεν και εκ ποίας αιτίας υπήρχαν οι διά της άνω αγωγής επιδιωκόμενες αμοιβές του μηνυτού δικηγόρου ως και το ακριβές ύψος αυτών εφ' όσον ενταύθα ενδιαφέρει μόνον το όπερ κατέθεσεν εν γνώσει της ψευδές η αναιρεσείουσα Χ. Μετά ταύτα ο σχετικός τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση σχετικά με τα στοιχεία της ψευδορκίας, υποστηρίζων εν εκτάσει ότι δεν υφίστανται στην αιτιολογία τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ο δε μέρος με αυτόν, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583§1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιουλίου 2009 αίτηση της Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4388/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Άρθρο 364 § 2 ΚΠΔ. Η μη ανάγνωση των πρακτικών της προηγούμενης δίκης δεν επιφέρει ακυρότητα. Πότε η έλλειψη ακροάσεως - Όταν δεν ανεγνώσθησαν πρακτικά, την ανάγνωση των οποίων όμως εζήτησε ο κατηγορούμενος όπερ φαίνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης. Άρθρ. 329, 331 § 1, 333 § 2, 364 § 1, 369 ΚΠΔ η λήψη υπόψη εγγράφου που δεν ανεγνώσθη επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ, 31 § 2, 105 § 2, 223 § 4 ΚΠΔ. Απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση, εις βάρος του κατηγορουμένου, εγγράφου ή ενόρκου ή ανωμότου καταθέσεώς του που έγινε κατά την διάρκεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή προανακρίσεως και πριν καταστεί κατηγορούμενος. Άλλως δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα άρθρο 571 § 1 εδ. δ΄ και 510 § 1α ΚΠΔ. Άρθρ. 211Α ΚΠΔ δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότης εάν το δικαστήριο δεν εστηρίχθη αποκλειστικά σε κατάθεση ή μαρτυρία συγκατηγορουμένου. Άρθρ. 224 § 2 ΠΚ ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία δόλου. 26 § 1. Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει αναίρεση.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδορκία μάρτυρα.
0
Αριθμός 303/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτη. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για εξαίρεση των μελών του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου της δικασίμου της 22ας Ιανουαρίου 2010 και του Εισαγγελέα της Έδρας της δικασίμου αυτής, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ..., που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο και 2) ..., που παρέστη αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. Ο αιτών ζητά την εξαίρεση των ανωτέρω για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του εξαιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1175/2009. Αφού άκουσε Τον αιτούντα ο οποίος δήλωσε ότι εναντιώνεται στην πρόοδο της δίκης, για τους λόγους που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά, επί της προκειμένης αιτήσεως εξαιρέσεως και αποχώρησε από το ακροατήριο και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος είπε ότι από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεν προβλέπονται λόγοι εναντιώσεως στην πρόοδο της δίκης και πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση εξαιρέσεως, η οποία ορθώς δικάζεται από την παρούσα σύνθεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, ναι μεν, κατ' άρθρο 15 ΚΠΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου 14 του ιδίου Κώδικα ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή, αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους, τέτοιο δικαίωμα δε προς εξαίρεση έχει και ο κατηγορούμενος, πλην, όμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4β' ΚΠΔ, είναι ανεπίτρεπτη η αίτηση εξαίρεσης τόσων μελών από καθένα των ποινικών τμημάτων του Αρείου Πάγου, ώστε με τα λοιπά μέλη να μην είναι δυνατή η συγκρότηση του Δικαστηρίου κατά τον κανονισμό λειτουργίας του Αρείου Πάγου, πολύ δε περισσότερο, όταν ζητείται η εξαίρεση όλων των μελών καθενός εκ των τριών ποινικών (Ε', ΣΤ' και Ζ') τμημάτων του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτηση εξαιρέσεως που υπεβλήθη από τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα δια δηλώσεώς του καταχωρηθείσης στα πρακτικά της δίκης κατά τη συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου της 22-1-2010 προς εκδίκαση της από 20.7.2009 αιτήσεως αναιρέσεως αυτού κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ζητεί την εξαίρεση των μελών του Δικαστηρίου α) Χαραλάμπους Δημάδη, αναπληρούντος, ως αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτου, υπηρετούντος στο πέμπτο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, τον κωλυόμενο Αντιπρόεδρο του ιδίου Τμήματος Κων/νο Κούκλη, του οποίου η από 11.12.2009 δήλωση αποχής για λόγους ευπρεπείας, όσον αφορά την εκδίκαση της άνω αιτήσεως, έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 108/2010 απόφαση του ανωτέρω τμήματος, β) Βιολέττας Κυτέα, γ) Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και δ) Ιωάννη Γιαννακόπουλου, Αρεοπαγιτών και του Εισαγγελέα της έδρας της δικασίμου αυτής, Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η δήλωση αποχής για λόγους ευπρεπείας του τακτικού μέλους της συνθέσεως του Ε' Τμήματος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμοπούλου από την εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είχε γίνει δεκτή με την 161/22.1.2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Ε' Ποινικό Τμήμα). Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα με την 12/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π., δια της οποίας ορίσθηκε η κατάρτιση των τμημάτων του Α.Π., σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β του Ν. 1756/1988, όπως ισχύει, είναι δικονομικώς αδύνατη η νόμιμη συγκρότηση του πέμπτου Ποινικού Τμήματος από άλλους Δικαστές, το μεν διότι ο Αντιπρόεδρος δεν μπορεί να αναπληρωθεί παρά μόνο από Αρεοπαγίτη, του ιδίου όμως Τμήματος, το δε διότι δεν επιτρέπεται η αναπλήρωση, από αρεοπαγίτες άλλων τμημάτων, περισσοτέρων των τριών κωλυομένων μελών του Ε' τμήματος. Επομένως, η ανωτέρω αίτηση εξαιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2010 αίτηση εξαιρέσεως του αιτούντος - αναιρεσείοντος ..., υποβληθείσα δια προφορικής του δηλώσεως κατά την συνεδρίαση του παρόντος Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 2010. Ορίζει δικάσιμο για την εκδίκαση της από 20 Ιουλίου 2009 αιτήσεως αναιρέσεως του ως άνω αιτούντος - αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την 5η Μαρτίου 2010. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη αίτηση εξαιρέσεως. Ορίζει δικάσιμο για τη συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως
Εξαιρέσεως αίτηση
Εξαιρέσεως αίτηση.
2
ΑΡΙΘΜΟΣ 302/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3784/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ1. Με αστικά υπεύθυνη εταιρεία την "...", που εδρεύει στα ...και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 257/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1α`, 4 και 5 του ν. 1650/1986 "προστασία του περιβάλλοντος", με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ` εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων. Αν η ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος προέρχεται από τη δραστηριότητα νομικού προσώπου, το δικαστήριο κηρύσσει αστικώς υπεύθυνο εις ολόκληρον για την καταβολή της χρηματικής ποινής και το νομικό πρόσωπο. Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιρειών, οι διαχειριστές εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν την διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως περιβάλλον νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ρύπανση δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα, ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Τέλος, ως υποβάθμιση νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 32§§1 και 2 του ίδιου νόμου: "1. Κάθε διάταξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή ανάγεται σε θέματα που ρυθμίζονται ειδικά από το νόμο αυτόν καταργείται από την έναρξη της ισχύος του με εξαίρεση τις διατάξεις των ν. 1515/1985, 1561/1985 και 743/1977, όπως τροποποιούνται με το άρθρο 31 παράγρ. 4, 5, 6, 7, 8, 11, 12 και 13 του παρόντος νόμου. Όπου για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού ή για τη θέσπιση των ειδικότερων ρυθμίσεων είναι αναγκαία η έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου ή υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων για την εξειδίκευση ορισμένων θεμάτων, η κατάργηση των υφιστάμενων διατάξεων επέρχεται από την έναρξη ισχύος των κανονιστικών αυτών πράξεων. 2. Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην εκτέλεση έργων και στην άσκηση δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος, εξακολουθούν να ισχύουν εωσότου αρχίσουν να ισχύουν τα προεδρικά διατάγματα, οι πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου και οι υπουργικές ή νομαρχιακές αποφάσεις που προβλέπονται από το νόμο αυτόν και ρυθμίζουν το ίδιο αντικείμενο". Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, μέχρι να εκδοθούν οι αναγκαίες, για την εφαρμογή του νόμου αυτού, υπουργικές και νομαρχιακές αποφάσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 11, εξακολουθούν να ισχύουν εκείνες που ίσχυαν μέχρι τότε, έστω και αν έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, αφού η κατάργησή τους επέρχεται από την έναρξη της ισχύος των νέων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3784/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για ρύπανση περιβάλλοντος κατ` εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 7 μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική 5.000 €. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι (ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Φ1) ήταν κατά το έτος 2002 ομόρρυθμα μέλη και διαχειριστές της Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία λειτουργούσε στην περιοχή ... εργοστάσιο επεξεργασίας φρούτων. Τα απόβλητα του εργοστασίου αυτού διοχετεύονταν στον ποταμό .... Την 11η Ιουλίου, την 13η, 22α και 28η Αυγούστου και την 12η Σεπτεμβρίου 2002, διενεργήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Νομαρχίας Πέλλας αυτοψία στο ως άνω εργοστάσιο. Κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι από πρόθεση δεν μερίμνησαν τις χρονολογίες αυτές για την τήρηση της υποχρέωσής τους για βιολογική επεξεργασία των υγρών αποβλήτων από την άνω δραστηριότητα του νομικού προσώπου που εκπροσωπούσαν στο σύνολό τους σε εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και συγκεκριμένα τμήμα των υγρών αποβλήτων από την άνω δραστηριότητα του νομικού προσώπου που κατέληγε στον ποταμό ..., διοχετευόταν σ' αυτόν χωρίς βιολογική επεξεργασία μόνο από κόσκινο κατακράτησης των στερεών. Από τα εν λόγω υγρά απόβλητα λήφθηκαν δείγματα από την έξοδο του συστήματος επεξεργασίας αυτών τα οποία στάλθηκαν προς ανάλυση στο εργαστήριο χημικών αναλύσεων του τμήματος προστασίας περιβάλλοντος του Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης. Από τις αναλύσεις των σχετικών δειγμάτων διαπιστώθηκε ότι την 11η Ιουλίου 2002 με δραστηριότητα του εργοστασίου πλυσίματος και εκπυρήνωσης κερασιού, την 13η, 22α και 28η Αυγούστου 2002 με δραστηριότητα επεξεργασίας ροδάκινου και την 12η Σεπτεμβρίου 2002 με δραστηριότητα επεξεργασίας πιπεριάς, οι παράμετροι COD, BOD και SS, που με την υπ' αριθμ.5340/18.12.1984 απόφαση των Νομαρχών Ημαθίας, Θεσσαλονίκης και Πέλλας, που σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 2 του ν. 1650/1986 εξακολουθεί να ισχύει, αφού δεν εκδόθηκε νεώτερη κανονιστική διάταξη που να καθορίζει διαφορετικά όρια, ορίζονται κατ' ανώτατο όριο σε 120, 40 και 50 mg/l αντίστοιχα, υπερέβαιναν τα όρια αυτά. Ειδικότερα:1) Ο παράγων COD την α) 11η Ιουλίου 2002 σε τρία δείγματα ήταν 132, 124 και 132 mg/l, β) 13η Αυγούστου 2002 σε τέσσερα δείγματα ήταν 123, 1019, 957 και 949 mg/l, γ) 22α Αυγούστου 2002 σε τρία δείγματα ήταν 1307, 1311 και 1315 mg/l, δ) 28η Αυγούστου 2002 σε τρία δείγματα ήταν 1440, 1496 και 1448 mg/l και ε) την 12η Σεπτεμβρίου 2002 σε έξι δείγματα ήταν 224 mg/l. 2) Ο παράγων BOD την α) 13η Αυγούστου 2002 σε τρία δείγματα ήταν 300, 225 και 230 mg/l, β) 22α Αυγούστου 2002 σε τρία δείγματα ήταν 780, 760 και 750 mg/l, γ) 28η Αυγούστου 2002 σε τρία δείγματα ήταν 945, 983 και 1050 mg/l και δ) την 12η Σεπτεμβρίου 2002 σε έξι δείγματα ήταν 71, 76, 86, 86, 83 και 81 mg/l και 3) ο παράγων SS την 22α Αυγούστου 2002 σε ένα δείγμα 55 mg/l. Οι παράγοντες αυτοί στις ως άνω υπερβολικές ποσότητες προκάλεσαν παθογόνους μικροοργανισμούς στον ποταμό ...και τον κατέστησαν ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων, ως ομόρρυθμος εταίρος και συνδιαχειριστής (μετά του άνω συγκατηγορουμένου του) της εταιρίας "...", τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ρυπάνσεως περιβάλλοντος κατ` εξακολούθηση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και σ` αυτές των άρθρων 26§1 α, 27, 98 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων (και ο συγκατηγορούμενός του) από πρόθεση δεν μερίμνησε για την τήρηση της υποχρεώσεώς του για βιολογική επεξεργασία των υγρών αποβλήτων από τη δραστηριότητα της εταιρίας του (χωρίς, όπως αναφέρθηκε, να απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου), ότι από την παράλειψή του αυτή προήλθε ρύπανση του περιβάλλοντος (του ποταμού ..., όπου διοχετεύονταν τα απόβλητα), με αρνητικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα, καθόσον προκλήθηκαν παθογόνοι μικροοργανισμοί στον ποταμό αυτό, η νομαρχιακή απόφαση που καθόριζε τα επιτρεπτά όρια των παραγόντων COD, BOD και SS (η οποία εξακολουθούσε, κατ` άρθρο 32§ 2 του ν. 1650/1986, να ισχύει, αφού δεν είχε εκδοθεί νεώτερη κανονιστική διάταξη που να καθορίζει διαφορετικά όρια), καθώς και οι καθ` υπέρβαση των ορίων αυτών ποσότητες που ανιχνεύθηκαν. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και συγκεκριμένα γιατί α) δεν γίνεται στην απόφαση πλήρης και σαφής αναφορά των στοιχείων που θεμελιώνουν την ευθύνη του αναιρεσείοντος, β) δεν εκτίθενται περιστατικά που να είναι δυνατόν να θεμελιώσουν την τέλεση της αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα εκ προθέσεως, γ) δεν αναφέρεται ποια διάταξη νόμου ή ποιο κατ` εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέν διάταγμα ή υπουργική ή νομαρχιακή απόφαση προβλέπει τα όρια των ρύπων, τα οποία υπερέβη ο αναιρεσείων και δ) η υγειονομική διάταξη και η νομαρχιακή απόφαση που εφαρμόσθηκαν δεν ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο γιατί εκδόθηκαν προγενέστερα από την ισχύ του ν. 1650/1986 και, επομένως, δεν είχαν εφαρμογή μετά την έναρξη της ισχύος αυτού, εφόσον, κατ` άρθρα 14§1 και 15§1 αυτού, έπρεπε να εκδοθεί απόφαση των συναρμοδίων υπουργών που να καθορίζει τις οριακές τιμές ρυπάνσεως του περιβάλλοντος, η οποία δεν έχει εκδοθεί, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 77/27.7.2005 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας υπ` αριθ. 430/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, εκπροσωπούμενος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως απών, από τον συνήγορό του, προέβαλε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνιστάμενη στο ότι δεν αναφέρεται σ` αυτό ότι εκδόθηκε απόφαση των συναρμοδίων Υπουργών καθορίζουσα τα ανώτερα όρια της ρυπάνσεως, αφού η μνημονευόμενη νομαρχιακή απόφαση δεν μπορούσε να προηγηθεί της ισχύος του ν. 1650/1986 και, επομένως, δεν ίσχυε μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός, που προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος και όχι με το εφετήριο αυτού, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτος, γιατί προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Με το να απορρίψει το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, εφόσον η ως άνω ακυρότητα, που δεν προτάθηκε με την έφεση, καλύφθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ανεξαρτήτως του ότι ήταν και μη νόμιμος, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, η ως άνω νομαρχιακή απόφαση εξακολουθούσε να ισχύει και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 1650/1986. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 περ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί, κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 321 ΚΠΔ, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 68/4 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3784/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Καταδικαστική απόφαση για ρύπανση περιβάλλοντος κατ' εξακολούθηση από πρόθεση (Ν. 1650/1986) και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Μέχρι να εκδοθούν οι προβλεπόμενες από τον παραπάνω νόμο υπουργικές και νομαρχιακές αποφάσεις εξακολουθούν να ισχύουν εκείνες που ίσχυαν μέχρι τότε (άρθρο 32). Εφαρμογή ως προς τον καθορισμό των επιτρεπτών ορίων των ρυπογόνων παραγόντων της υπ΄ αριθ. 5340/18.12.1984 νομαρχιακής αποφάσεως, που είχε εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο. Ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος έπρεπε να προταθεί ως λόγος έφεσης, αφού ο εκκαλών δεν είχε εμφανισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Απόρριψη αυτού ως απαράδεκτου γιατί προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ακυρότητα απόλυτη
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Περιβάλλοντος προστασία.
0
Αριθμός 301/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαλάμπρο, για αναίρεση της 8853/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)... και 2)... που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πατεραντωνάκη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1000/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε η υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που του επιβλήθηκε πρωτοδίκως, έστω και εσφαλμένα. Έτσι, επί συρροής δύο εγκλημάτων, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε εσφαλμένα μία ποινή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί σύμφωνα με την άνω διάταξη να επιβάλει δύο ποινές. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, με την υπ' αριθ. 52822/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή σε μία ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, για ψευδή ανόμωτι κατάθεση σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και ψευδορκία μάρτυρος σε ποινή φυλακίσεως επίσης 12 μηνών επιβλήθηκε δε σ' αυτόν συνολική εκτιτέα ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, αποτελουμένη από την ποινή βάση των 12 μηνών προσαυξανόμενη κατά 4 μήνες από καθεμία από τις άνω του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας λοιπές δύο ποινές, ανασταλείσα επί 3ετία. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε το ένδικο μέσο της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για κάθε μία από τις δύο ψευδείς καταμηνύσεις και από 6 μήνες για κάθε μία από τις λοιπές αξιόποινες πράξεις (ψευδή ανόμωτι κατάθεση και ψευδορκία μάρτυρα) και συνολική εκτιτέα ποινή 12 μηνών, αποτελουμένη από την ποινή βάσης των 6 μηνών, προσαυξανόμενη κατά 2 μήνες από τις λοιπές συντρέχουσες 3 ποινές (6+2+2+2). Έτσι, όμως, κρίνοντας το δικαστήριο, επιβάλλοντας δύο ποινές για την ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, ενώ το πρωτοβάθμιο είχε επιβάλει για τις ίδιες πράξεις μία ποινή κατέστησε χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πλημμέλεια. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις επιβληθείσες για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως ποινές και ως προς την συνολική εκτιτέα ποινή. Μετά από αυτά πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθ. 8853/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά τις διατάξεις της, που αναφέρονται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπέρβαση εξουσίας. Συρροή εγκλημάτων: Χείρων η θέση του κατηγορουμένου - εκκαλούντος, ο οποίος κατεδικάσθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μία ποινή ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε δύο ποινές. Αποδοχή λόγου αναιρέσεως.
Υπέρβαση εξουσίας
Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορούμενος, Συρροή εγκλημάτων.
0