text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 300/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 50, 57-58/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φούσα.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ..., 2) ..., 3) ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καννελόπουλο και 4)..., κάτοικο εν ζωή ....
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 47/17.11.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1587/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος ανακοίνωσε στο δικαστήριο ότι, όπως προκύπτει από την με αριθμό ... τόμος ...ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ..., η πολιτικώς ενάγουσα ... απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου 2009, ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, καθώς και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 394 του ΚΠΔ, πριν αρχίσει να συζητείται κάθε υπόθεση, διαβάζεται σε δημόσια συνεδρίαση με την παρουσία του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου ο κατάλογος των ενόρκων της δωδεκαήμερης περιόδου, για την οποία προσδιορίστηκε η υπόθεση' τα ονόματα που υπάρχουν στον κατάλογο διαβάζονται δυνατά με τη σειρά που είναι γραμμένα, ωσότου συμπληρωθεί από τους παρόντες ενόρκους ο αριθμός δέκα (10). Τα ονόματα αυτών των δέκα (10) ενόρκων μπαίνουν στην κληρωτίδα για να κληρωθούν οι τέσσερις (4) που μετέχουν με τους τακτικούς δικαστές στη σύνθεση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου που θα δικάσει την υπόθεση. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 396 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, αφού τεθούν στην κληρωτίδα σύμφωνα με τα άρθρα 394 και 395 τα ονόματα των δέκα (10) ενόρκων, ο Πρόεδρος του μικτού ορκωτού δικαστηρίου εξάγει κάθε φορά ένα όνομα. Το όνομα αυτό διαβάζει δυνατά ο πρόεδρος και το γνωστοποιεί ιδιαίτερα στον εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο, για να ασκήσουν το δικαίωμα εξαίρεσης, ωσότου, και αφού εξαντληθεί το δικαίωμα αυτό, συμπληρωθεί ο αριθμός των τεσσάρων (4) ενόρκων που απαιτούνται για τη σύνθεση του δικαστηρίου. Ο εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος έχουν το δικαίωμα να εξαιρέσουν ο καθένας δύο (2) ενόρκους. Τέλος κατά το άρθρο 397 παρ. 1 ΚΠΔ, ο πρόεδρος του μικτού ορκωτού δικαστηρίου μπορεί κατά την ανάγνωση του καταλόγου των ενόρκων να διατάξει να διαβαστούν δυνατά τα ονόματα δύο (2) ακόμη ενόρκων πέραν από τους δέκα (10) που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 394' αυτό είναι δυνατόν να γίνει, αν ο πρόεδρος κρίνει ότι εξαιτίας της διάρκειας που προβλέπεται για τη δίκη είναι ενδεχόμενο μερικοί από τους ενόρκους να μην μπορέσουν να παραμείνουν στη σύνθεση του δικαστηρίου έως το τέλος της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 395 εφαρμόζεται και κατά την ανάγνωση των ονομάτων των δύο (2) αυτών ενόρκων και στην κληρωτίδα τίθενται τα ονόματα των δώδεκα (12) ενόρκων, που μ' αυτόν τον τρόπο διαβάστηκαν δυνατά' από τα ονόματα αυτά κληρώνονται έξι (6) ένορκοι και ο κατηγορούμενος μπορεί να εξαιρέσει και έναν (1) ακόμη ένορκο, πέρα από το, σύμφωνα με το άρθρο 396 παρ. 2, δικαίωμά του για εξαίρεση. Από τους έξι (6) ενόρκους που κληρώθηκαν σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, οι τέσσερις (4) πρώτοι με τη σειρά που κληρώθηκαν είναι τακτικοί και οι δύο επόμενοι αναπληρωματικοί. Με τις διατάξεις αυτές που εφαρμόζονται και για τη συγκρότηση του δικαστηρίου των ενόρκων και στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο, η συγκρότηση του δικαστηρίου των ενόρκων θεμελιώνεται επί της τύχης, η δε παραβίασή τους, και ειδικότερα εκείνης για την θέση στην κληρωτίδα του άνω νομίμου αριθμού ονομάτων ενόρκων, επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα και κατ' ακολουθίαν ιδρύει λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, για την συγκρότηση του δικαστηρίου των ενόρκων στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, κατά την ανάγνωση του καταλόγου των ενόρκων βρέθηκαν παρόντες οι αναφερόμενοι δέκα, τα ονόματα των οποίων τέθηκαν στην κληρωτίδα. Απ' αυτήν κληρώθηκαν οι αναφερόμενοι 6, μετά δε την εξαίρεση δύο εξ αυτών, την έδρα κατέλαβαν οι αναφερόμενοι τέσσερις (4). Εν συνεχεία, από τους δέκα αναφερομένους παρόντες ενόρκους κληρώθηκε με εντολή της Προέδρου του Δικαστηρίου και ένας ακόμη ως αναπληρωματικός ένορκος και συγκεκριμένα ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, ο οποίος δεν εξαιρέθηκε και ο οποίος, αφού κατέλαβε θέση στην έδρα του Δικαστηρίου, απετέλεσε μέλος του άνω Μικτού Ορκωτού Εφετείου, που συγκροτήθηκε για να δικάσει την κατά του κατηγορουμένου αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Όμως, αφού κληρώθηκαν τέσσερις τακτικοί ένορκοι και ένας αναπληρωματικός, θα έπρεπε, για τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου των ενόρκων, στην κληρωτίδα να τοποθετηθούν δώδεκα ονόματα των παρόντων ενόρκων, κατ' επιταγήν του άρθρου 397 παρ. 1 ΚΠΔ, και όχι δέκα, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτήθηκε ακύρως, γι' αυτό ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε παραδεκτά ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνος που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 50, 57-58/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ενόρκους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί απόφαση του ΜΟΕ για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου. Κλήρωση 4 ενόρκων τακτικών και 1 αναπληρωματικού, ενώ στην κληρωτίδα τοποθετήθηκαν 10 ονόματα ενόρκων αντί 12.
|
Δικαστηρίου σύνθεση
|
Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 299/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκο, περί αναιρέσεως της 5595/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελένη Τζούλη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.9.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1418/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να αθωωθεί ο αναιρεσείων, επικουρικά δε να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, με την οποία ορίζεται ότι στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσον εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ίδιου Κώδικα, που προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την υπέρβαση εξουσίας, σαφώς συνάγεται ότι τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν επί εφέσεως του καταδικασθέντος πρωτοδίκως, το Εφετείο καταδίκασε τον εκκαλούντα για έγκλημα βαρύτερο εκείνου για το οποίο είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, έστω και αν επέβαλε την ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από την επιβληθείσα πρωτοδίκως. Είναι δε βαρύτερο το έγκλημα, όταν η για τούτο αφηρημένως υπό του νόμου προβλεπόμενη ως προς το ελάχιστο ή και ως προς το ανώτατο όριο ποινή, είναι μεγαλύτερη από αυτήν που προβλέπεται για το άλλο έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη βασιμότητα ή μη αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι κατά του ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία ο νόμος (άρθρο 375 παρ. 1α του ΠΚ) προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 14957/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την ανωτέρω πράξη σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5595/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για την πράξη της απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, για την οποία πράξη ο νόμος (άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ) προβλέπει ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο (2) ετών και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών. Έτσι, όμως, το Εφετείο κατέστησε χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, γιατί τον καταδίκασε για έγκλημα βαρύτερο, κατά την προαναφερθείσα έννοια, από εκείνο για το οποίο καταδικάστηκε αυτός πρωτοδίκως και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, γιατί άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 511 του ΚΠΔ), αφού η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και περιέχει ορισμένους λόγους αναιρέσεως, εκείνους της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της απόλυτης ακυρότητας. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5595/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 10 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει και όταν επί εφέσεως του πρωτοδίκως καταδικασθέντος, το Εφετείο καταδίκασε αυτόν για έγκλημα βαρύτερο εκείνου για το οποίο είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως έστω και αν επέβαλε την ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από την πρωτόδικη, αφού καθιστά χειρότερη τη θέση του κατά παράβαση του άρθρου 470 του ΚΠΔ. Πότε το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε από το Εφετείο θεωρείται βαρύτερο. Αναιρείται για υπέρβαση εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί μετά από μεταβολή της κατηγορίας, καταδίκασε τον κατηγορούμενο για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας (άρθ. 386 § 1 του ΠΚ), ενώ πρωτοδίκως είχε καταδικαστεί για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθ. 375 § 1α του ΠΚ), για την οποία είχε παραπεμφθεί σε δίκη.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 297/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σίμογλου, περί αναιρέσεως της 550/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 561/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου κτήματος, β) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου και γ) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για δημόσιο κτήμα και ότι ανήκει στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 550/2009 απόφασή του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στη θέση "..." του αγροκτήματος "..." στη δασική περιοχή του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης η οποία έκταση κείμενη εντός περιοχής του περιαστικού δάσους Σέϊχ-Σου της Θεσσαλονίκης, έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με την 2193/6.11.1973 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1322 Β', ο κατηγορούμενος αυτογνωμόνως επιλήφθηκε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβήτητα στην κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα α) από 4/5/2004 μέχρι 23/6/2004 κατέλαβε έκταση 400 τ.μ., χρησιμοποιείται ως αντιπυρική ζώνη του περαστικού δάσους Σέϊχ-Σου και ως δρόμος προσπέλασης των οχημάτων της πυροσβεστικής υπηρεσίας, η επανειλημμένη κατάληψη από αυτόν κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα έγινε με σιδηροπασσάλους, ξύλα, πέτρες και κορδέλες, β) σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του Απριλίου, 2004 και στις 15 Ιουνίου 2004 κατέλαβε αυθαίρετα δασικό δρόμο (αντιπυρική ζώνη), καθώς και το αριθμ. ...κληροτεμάχιο, που αποτελεί δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 4.875 τ.μ., περιβαλλόμενα από ευρύτερη δημόσια δασική έκταση, περιφράσσοντας αυτά με σιδηροπασσάλους, κορδέλες, σχοινί και αλυσίδες, γνωρίζοντας ότι αποτελούν δασικές εκτάσεις που τελούν υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου, με σκοπό απόκτησης δικαιώματος κυριότητας σ' αυτά και αφού στις 3/6/2004 μικτό συνεργείο δασικών υπαλλήλων και αστυνομικών τον απ έβαλε από τον ως άνω δασικό δρόμο, καθώς και από την άνω δημόσια δασική έκταση, στις 15/6/2004 ο κατηγορούμενος ενεργώντας και πάλι αυθαίρετα κατέλαβε αυτά εκ νέου, κατασκευάζοντας νέα περίφραξη εμμένοντας στην απόφαση του να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας στα ανωτέρω δημόσια δασικά ακίνητα, γ) στις 28/4/2004 και κατά το χρονικό διάστημα από 3/6/2004 έως 15/6/2004 κατέλαβε δασικό δρόμο που χρησιμεύει εκτός των άλλων για την διέλευση πυροσβεστικών οχημάτων, αλλά και ως αντιπυρική ζώνη, μήκους 600 μ. και πλάτους 4 μ. συνολικού εμβαδού 10.973 τ. μ. με πρόχειρη περίφραξη από σιδηροπασσάλους και τοποθέτηση κόκκινης κορδέλας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Μετά από αυτά το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αυθαίρετης καταλήψεως δημοσίου κτήματος κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική και σε χρηματική ποινή χιλίων (1000) Ευρώ. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938 την οποία εφάρμοσε. Ειδικότερα αναφέρει: α) ότι οι εκτάσεις τις οποίες κατέλαβε αυθαιρέτως ο κατηγορούμενος είναι δημόσιες εκτάσεις και ανήκουν αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου, β) τη θέση, το εμβαδόν και τα όρια των καταληφθεισών εκτάσεων, οι οποίες περιβάλλονται από δημόσια δασική έκταση του περιοριστικού δάσους Σέϊχ Σου της Θεσσαλονίκης, γ) τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος καταλαμβάνοντας τις εκτάσεις αυτές και οι χρόνοι κατάληψης των ανωτέρω εκτάσεων και δ) τη γνώση του κατηγορουμένου ότι οι εν λόγω εκτάσεις είναι δημόσιες και ανήκουν αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου, αναφέρει δε και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν τα ανωτέρω. Την ως άνω γνώση του κατηγορουμένου τη στηρίζει επιπλέον και στο ότι αυτός αποβλήθηκε από τις καταληφθείσες εκτάσεις από μικτό συνεργείο δασικών και αστυνομικών υπαλλήλων και μετά από 12 ημέρες, ενεργώντας και πάλι αυθαίρετα, ανακατέλαβε τις εκτάσεις αυτές κατασκευάζοντας νέα περίφραξη, εμμένοντας στην απόφασή του να αποκτήσει δικαιώματα κυριότητας στα ανωτέρω ακίνητα. Επομένως είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι: α) δεν αναφέρει η απόφαση περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι καταληφθείσες εκτάσεις ανήκουν στην αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου και ότι αυτός το γνώριζε και β) δεν περιγράφονται οι ανωτέρω εκτάσεις κατά θέση, έκταση και όρια, ούτε αναφέρονται οι χρόνοι κατάληψης αυτών.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, ο οποίος στηρίζεται στις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Ο αναιρεσείων επικαλείται επίσης εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 1 του Α.Ν. 1539/1938 με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, συνιστάμενη σε ασάφεια, την οποία στηρίζει στην ανωτέρω υπό στοιχείο β' αιτίαση. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, περιγράφονται στην απόφαση επαρκώς τα ανωτέρω στοιχεία και έτσι δεν υπάρχει η επικαλούμενη παραβίαση. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ. Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 550/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου κτήματος κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 23 § 1 ΑΝ 1539/1938). Στοιχεία του εγκλήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατάληψη δημοσίου κτήματος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 296/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Χρονοπούλου, περί αναιρέσεως της 3018/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Ζ1 και 2. Ζ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 20 Μαΐου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 16/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε οπότε πρόκειται για μη συνειδητή αμέλεια, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν οπότε πρόκειται για ευσυνείδητη αμέλεια και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Σε περίπτωση που η εξωτερική αμέλεια του δράστη, δηλαδή το σφάλμα της εξωτερικής του συμπεριφοράς συνίσταται μόνο σε παράλειψη και όχι και σε θετική ενέργεια, η δε παράλειψη αυτή αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύνολο της συμπεριφοράς του δράστη η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος που επήλθε, τότε πρόκειται για έγκλημα αμέλειας που τελέστηκε με παράλειψη και για τη θεμελίωσή του απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας και για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου, να αναφέρεται στην απόφαση και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, καθώς και η πηγή της προέλευσής της και, αν η πηγή της προέλευσης είναι ρητή διάταξη νόμου, να προσδιορίζεται η διάταξη αυτή. Για τον προσδιορισμό αυτό δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται και ο αριθμός του άρθρου του νόμου, αλλά αρκεί να αναφέρεται το περιεχόμενο της σχετικής διάταξης, το οποίο ευθέως παραπέμπει στο οικείο άρθρο. Περαιτέρω ενόψει της προαναφερθείσης διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια πιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εκ τούτου λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 37 παρ. 1 και 38 παρ. 1 του ΠΔ 1073/1981, οι χώροι και τα δάπεδα εργασίας πρέπει να κατασκευάζονται και να διατηρούνται ασφαλείς και πεζογέφυρες, εξέδρες, πλατύσκαλα κεκλιμένα επίπεδα, μόνιμες άνω διαβάσεις κ.λ.π., ευρισκόμενες σε ύψος μεγαλύτερο των εβδομήντα πέντε εκατοστών του μέτρου από το δάπεδο, πρέπει να έχουν, χάριν προστασίας κατά της πτώσεως ανθρώπων, ασφαλές στηθαίο ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου με χειρολισθήρα (κουπαστή), σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (σοβατεπί), ενώ κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του ΠΚΔ 778/1980 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ΠΔ 1073/1981, τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίχτυα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3018/2008 απόφασή του (για τον αναιρεσείοντα και το συγκατηγορούμενό του Π κατηγορούμενος (εννοείται ο αναιρεσείων) με το με αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Ράντου, ορίσθηκε αναπληρωτής διευθυντής στο Β μέτωπο του έργου "Εγνατία Οδός - τμήμα ..." που ανέλαβε ως ανάδοχος η κοινοπραξία κατασκευής έργου ΕΟ .... Η τελευταία ανέθεσε με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό στην εταιρία "Π. - Φ. Ο.Ε. - Κατασκευαστικής Ημαθίας" της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής είναι ο 2ος κατηγορούμενος, την υπεργολαβία κατασκευής των τοιχείων αντιστήριξης Τ1, Τ2, Τ3, Τ4, Τ5 και Τ6 στα στόμια εισόδου - εξόδου της σήραγγας Σ3 του εργοταξίου Β Στο έργο προσλήφθηκε από τον 2° κατηγορούμενο και εργαζόταν ως τεχνίτης οικοδομής στο εργατάξιο Β ο Ω. Στις 6-7-2004 και περί ώρα 10.30 στον εσωτερικό χώρο της σήραγγας Σ3 εργαζόταν ο ανωτέρω με τον ... σε εργασίες αποσυναρμολόγησης των στοιχείων του τοίχου αντιστήριξης Τ5 κοντά στο στόμιο εισόδου - εξόδου της σήραγγας, ξεκαλούπωμα πιθανόν κάποιου από τους μεταλλικούς σφικτήρες, εργασία που τους είχε αναθέσει ο 2ος κατηγορούμενος. Ειδικότερα επιχειρούσαν να αφαιρέσουν τους σφιγκτήρες που συνέδεαν μεταξύ τους τα μεταλλικά καλούπια ώστε να είναι δυνατή η αποσυναρμολόγηση ενώ κατόπιν τα καλούπια λόγω του μεγάλου βάρους τους απομακρύνονταν με γερανό. Ωστόσο οι κατηγορούμενοι αν και είχαν υποχρέωση παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα δεν τοποθέτησαν στις εξέδρες εργασίας που είναι αγκιστρωμένες στα μεταλλικά καλούπια του τοίχου αντιστήριξης Τ5 σε ύψη 11,50 και 10 μέτρα από το έδαφος ασφαλές στηθαίο ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου με χειρολισθήρα [κουπαστή], σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (σοβατεπί) και δεν εξασφάλισαν τα πέρατα των δαπέδων εργασίας έναντι πτώσεως με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίχτυα, με αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση εργασίας της άνω εργασίας από τον άνω εργαζόμενο και τη άνοδο του σε δάπεδο εργασίας που αποτελούνταν από δύο ξύλινα μαδέρια εφαπτόμενα μεταξύ τους, πλάτους 0,30 εκατοστών ήτοι συνολικού πλάτους 0,60 εκατοστών, ο άνω εργαζόμενος να χάσει την ισορροπία του και ακολούθως λόγω της έλλειψης των άνω αναφερόμενων μέτρων ασφαλείας να μην μπορέσει να συγκρατηθεί από κάποιο σταθερό σημείο και να επιπέσει επί του εδάφους. Από την πτώση του αυτή ο ανωτέρω υπέστη κατάγματα κρανίου πλευρών, αιμοθώρακα, κάτω άκρων, εκ των οποίων τραυμάτων ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια". Στη συνέχεια στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Στην Κ/Ξ κατασκευής έργου Επαρχιακής οδού ... (μέτωπο Β) - εργοτάξιο κατασκευής τμήματος Εγνατίας Οδού στις 6-7-2004 και περί ώρα 10.30 και οι δύο κατηγορούμενοι, ο πρώτος εξ αυτών Χ ως διευθυντής και εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας κατασκευής Εργου Ε.Ο ..., που εδρεύει στο ... και ο δεύτερος εξ αυτών Π ως νόμιμος εκπρόσωπος της κατασκευαστικής ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Φ. Ο.Ε. - Κατασκευαστική Ημαθίας" που εδρεύει στην ... από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη τους, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση αυτού και επέφεραν το θάνατο άλλου και συγκεκριμένα με τις άνω ιδιότητες τους ενώ είχαν αναλάβει η μεν πρώτη άνω κοινοπραξία ως γενικός εργολάβος του έργου "Εγνατία οδός Τμήμα ..." ανάδοχος του οποίου ήταν η εδρεύουσα στο ... Κοινοπραξία "Ακτωρ ΑΤΕ -Μηχανική ΑΕ - Μοχλός ΑΕ - ΑΛΤΕ ΑΕ" και η δεύτερη εταιρία ως υπεργολάβος κατασκευής μέρους του έργου που περιλαμβάνει την κατασκευή των Τοιχείων αντιστήριξης Τ1, 12, 13, 14, 15 και Τ6 στα στόμια εισόδου - εξόδου της σήραγγας Σ3 του εργοταξίου Β και είχαν αναθέσει στον τεχνίτη οικοδόμο Ω κατοίκου εν ζωή ... Ημαθίας εργασίες αποσυναρμολόγησης των στοιχείων του τοίχου αντιστήριξης Τ5 κοντά στο στόμιο εισόδου - εξόδου της σήραγγας Σ3 (ξεκαλούπωμα πιθανόν κάποιου από τους μεταλλικούς σφικτήρες), και ενώ είχαν υποχρέωση να έχουν τοποθετήσει στις εξέδρες εργασίας που είναι αγκιστρωμένες στα μεταλλικά καλούπια του τοίχου αντιστήριξης Τ5 σε ύψη 11,50 και 10 μέτρα από το έδαφος, ασφαλές στηθαίο ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου με χειρολισθήρα [κουπαστή], σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (σοβατεπί) και να έχουν εξασφαλίσει τα πέρατα των δαπέδων εργασίας έναντι πτώσεως με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίχτυα, δεν φρόντισαν και παρέλειψαν να λάβουν τα παραπάνω απαιτούμενα μέτρα, με αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση
της άνω εργασίας από τον άνω θανόντα και τη άνοδο του σε δάπεδο εργασίας που αποτελούνταν από δύο ξύλινα μαδέρια εφαπτόμενα μεταξύ τους, πλάτους 0,30 εκατοστών ήτοι συνολικού πλάτους 0,60 εκατοστών, ο άνω θανών να χάσει την ισορροπία του και ακολούθως λόγω της έλλειψης των άνω αναφερόμενων μέτρων ασφαλείας να μην μπορέσει να συγκρατηθεί από κάποιο σταθερό σημείο και να επιπέσει επί του εδάφους. Από την πτώση του αυτή ο ανωτέρω θανών υπέστη κατάγματα κρανίου πλευρών, αιμοθώρακα, κάτω άκρων, εκ των οποίων τραυμάτων ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατός του". Ακολούθως το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον ανωτέρω κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 15 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος και η οποία συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο ως άνω αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του αν και είχε, υπό την ιδιότητά του ως πολιτικός μηχανικός και διευθυντής και εκπρόσωπος της κατασκευάστριας του συγκεκριμένου έργου εταιρίας, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει τον εν λόγω αποτέλεσμα, το οποίο οφείλεται στην παράλειψή του να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την εκτέλεση της εργασίας από τον παθόντα και συγκεκριμένα δεν τοποθέτησε στις εξέδρες εργασίας που βρίσκονταν σε ύψη 11,50 και 10 μέτρα από το έδαφος, ασφαλές στηθαίο ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου με χειρολισθήρα (κουπαστή), σανίδα μεσοδιαστήματος και θωράκιο (σοβατεπί) και δεν εξασφάλισε τα πέρατα των δαπέδων εργασίας έναντι πτώσεως με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίχτυα. Από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει από το Δικαστήριο δέχτηκε μη συνειδητή αμέλεια του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρει ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του. Επίσης δέχτηκε την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, η οποία πηγάζει από τις προαναφερθείσες ιδιότητές του και από υποχρέωση λήψεως μέτρων που το περιεχόμενό τους προβλέπεται ακριβώς από τα άρθρα 1, 37 παρ. 1, 38 παρ. 1 του ΠΔ. 1073/1981, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 1 του ΠΔ 778/1980. Επομένως προσδιορίζονται στην απόφαση οι διατάξεις του νόμου από τις οποίες πηγάζει η ως άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, αλλά πέρα από αυτό αναφέρονται και ρητώς οι ανωτέρω διατάξεις του ΠΔ 1037/1981 στην απόφαση και συγκεκριμένα στο σημείο του σκεπτικού όπου περιέχονται οι διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη.
Συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν προσδιορίζονται στην απόφαση αφενός η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης αυτού για παρεμπόδιση της επέλευσης του αποτελέσματος και η πηγή προέλευσής της και αφετέρου το είδος της αμέλειάς του, είναι αβάσιμες και έτσι είναι αβάσιμοι και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, οι οποίοι στηρίζονται στις αιτιάσεις αυτές. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2008 αίτηση και τους από 20-5-2009 πρόσθετους λόγους του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3018/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Για να υπάρξει έγκλημα που τελέστηκε με παράλειψη, πρέπει η εξωτερική αμέλεια του δράστη να μην συνίσταται σε θετική ενέργεια, αλλά μόνο σε παράλειψη (ή παραλείψεις) και η παράλειψη αυτή να αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύνολο της συμπεριφοράς του δράστη που προηγήθηκε του αποτελέσματος. Στην περίπτωση τέτοιου εγκλήματος, πρέπει για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται στην απόφαση η συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του δράστη προς αποτροπή του αποτελέσματος, καθώς και η πηγή της προέλευσής της και αν η πηγή αυτής είναι ρητή διάταξη νόμου, να προσδιορίζεται η διάταξη αυτή. Για τον προσδιορισμό αυτόν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται και ο αριθμός του άρθρου του νόμου, αλλά αρκεί να αναφέρεται το περιεχόμενο της σχετικής διάταξης, το οποίο παραπέμπει ευθέως στο οικείο άρθρο. Μη συνειδητή και ενσυνείδητη αμέλεια. Πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ποιο είδος αμελείας συνέτρεξε, αλλιώς υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν έλαβε συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας, των οποίων το περιεχόμενο προβλέπεται ακριβώς από συγκεκριμένες διατάξεις του ΠΔ 1073/1981, οι οποίες άλλωστε αναφέρονται στο σημείο του σκεπτικού όπου περιέχονται οι διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 295/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Πιτσινή, περί αναιρέσεως της 883-884-885/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αποστολόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.5.2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση δυο αναιρέσεις, ασκήθηκαν την 6.5.2009, από τους ίδιους τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Πατρών, συντάχθηκαν δε γι' αυτές οι σχετικές εκθέσεις (άρθρα 465§1 και 44§1 Κ.Π.Δ.). Είναι εμπρόθεσμες, γιατί οι προσβαλλόμενες αποφάσεις καταχωρήθηκαν καθαρογραμμένες στο ειδικό βιβλίο την 27-4-2009 (άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ) και παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν.
Η κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για νέες αποδείξεις κατά το άρθρο 352 παράγραφος 3 ΚΠΔ, πρέπει να είναι και αυτή αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως παραπονούνται οι άναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο, χωρίς επαρκή αιτιολογία, απέρριψε το αίτημά τους να αναβληθεί η υπόθεση, προκειμένου να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. Δυτικής Ελλάδος, ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ενώπιον των οποίων, κατά τις παραδοχές της πρωτοβάθμιας απόφασης, φέρεται ομολογήσας ο πρώτος αναιρεσείων ότι είχε εισπράξει από την πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 30.000 δραχμών, πέραν εκείνου που είχε εισπράξει από την ίδια για τις αιματολογικές εξετάσεις που της έγιναν στο Ινστιτούτο Παστέρ. Επί του αιτήματος αυτού, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης 883-884-885/2008 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παράγραφος 4 ΚΠΔ), απέρριψε αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 352 παράγραφος 3 ΚΠΔ για νέες αποδείξεις, υποβληθέν από τον συνήγορό τους και συγκεκριμένα, όπως ακριβώς αναφέρεται στα πιο πάνω πρακτικά: "Το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης, προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να προσέλθουν για να εξετασθούν ως μάρτυρες οι ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος, οι οποίοι συνέταξαν την από 15.10.2002 έκθεση ελέγχου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον η μαρτυρία των τελευταίων δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας (άρθρο 352 παράγραφος 3 ΚΠΔ)". Με βάση τα παραπάνω, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα (υπ' αριθμ. 883/2008) απόφασή του, με επαρκή αιτιολογία, έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί το αίτημα αυτό, δεν χρειαζόταν δε για την απόρριψή του η παράθεση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων οδηγήθηκε στην κρίση του αυτή, αφού τέτοια περιστατικά δεν επικαλέστηκαν ούτε οι αναιρεσείοντες.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο, για την θεμελίωση της καταδικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη του την από 15-10-2002 έκθεση του Σ.Δ.Ο.Ε Δυτικής Ελλάδας, χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν, με συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και η έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. Πατρών, από την επισκόπηση δε των στοιχείων της δικογραφίας, που γίνεται επιτρεπτά, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι στη δικογραφία υπάρχει μία και μόνον έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε., η οποία φέρει διαφορετικές ημερομηνίες, ανάλογα με την θεώρησή της από τους ιεραρχικά προϊσταμένους των υπαλλήλων που την συνέταξαν. Η έκθεση αυτή φέρει ως ημερομηνία σύνταξής της την 15-10-2002 και ως συντάκτες τους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ημερομηνία δε τελικής θεώρησης από τον προϊστάμενό τους την 7-1-2003. Με την ημερομηνία αυτή φέρεται ως αναννωσθείσα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, η μία και μοναδική αυτή έκθεση, στην οποία στηρίζεται και η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου, αναγνώστηκε στο ακροατήριο και συνεπώς δεν στερήθηκαν οι αναιρεσείοντες του δικαιώματός τους να επιφέρουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με αυτήν. Ενόψει δε του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά του παραπάνω εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά του, με την ανάγνωση δε αυτού κατέστη γνωστό το περιεχόμενό του στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτό αναφέρεται στα πρακτικά. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, αντίστοιχα, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ανωτέρω έγγραφο που αναγνώσθηκε δεν προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από την διάταξη του αρ. 224 παράγραφος 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η δεύτερη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος ψευδορκίας μάρτυρα και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "η δεύτερη κατηγορουμένη στις 22-4-2002, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Πατρών που ενεργούσε προανάκριση, στα πλαίσια της δικογραφίας που είχε σχηματισθεί με αφορμή την προαναφερόμενη από 28-1-2002 έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου, στο εργαστήριο του οποίου εργαζόταν, κατέθεσε τα ψευδή περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας εν γνώσει της αναληθείας τους.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η δεύτερη κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου εντίμου βίου (άρθρο 84 παράγραφος 2α του Π.Κ.) που συντρέχει στο πρόσωπό της".
Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, Χ2, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα του ότι: "Στην Πάτρα την 22.4.2002, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Πατρών Δ. Αναγνωστοπούλου, η οποία ενεργούσε προανάκριση στα πλαίσια της δικογραφίας που είχε σχηματισθεί με αφορμή την από 28-1-2002 έγκληση του Χ1 σε βάρος της εγκαλούσας, κατέθεσε εν γνώσει της επί λέξει τα κάτωθι ψευδή: Εργάζομαι σαν παρασκευάστρια στο Μικροβιολογικό εργαστήριο του μηνυτή και από όσα με ρωτάτε γνωρίζω τα παρακάτω: Την 12-7-01 ήλθε κλαίγοντας στο εργαστήριο η μηνύτρια, ύστερα από τηλεφώνημα του γυναικολόγου της ΔΔ και ζήτησε να κάνει εξέταση για τοξόπλασμα, διότι ήταν έγκυος και είχε κάποιο πρόβλημα. Της είπαμε ότι εμείς δεν κάνουμε τέτοιου είδους εξέταση, οι οποίες γίνονται μόνο στο νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς ή στο Ινστιτούτο τούτο, ΠΑΣΤΕΡ στην Αθήνα. Αυτά της τα έλεγε ο μηνυτής και εγώ ήμουν παρούσα. Τονίζω κατηγορηματικά ότι δεν της είπε ότι είμαστε συμβεβλημένοι με το ΠΑΣΤΕΡ. Αντιθέτως, της είπε να πάει εκεί να το κάνει. Κλαίγοντας μας ζήτησε να την εξυπηρετήσουμε, γιατί δεν είχε χρήματα ο γιατρός για να την εξυπηρετήσει, της πήρε το αίμα, χωρίς να την χρεώσει ούτε δραχμή και της είπε να το στείλει μόνη της στην Αθήνα. Μας είπε ότι δεν έχει χρήματα και μας παρακάλεσε να στείλουμε εμείς το αίμα, με ειδικό ψυγειάκι με κούριερ στο ΠΑΣΤΕΡ. Της έστειλε το αίμα, της πλήρωσε μάλιστα και τα έξοδα αποστολής κάποιου 2500 δρχ. Της τόνισε όμως ότι το ΠΑΣΤΕΡ δεν θα της κοινοποιήσει τα αποτελέσματα εάν δεν εξοφλήσει το κόστος των εξετάσεων. Μετά από 15 ήμερες περίπου, η Ψ μας τηλεφώνησε και μας είπε ότι δεν έχει χρήματα να πληρώσει το ΠΑΣΤΕΡ, δεν της δίνουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων και μας παρακάλεσε να μεσολαβήσουμε, ώστε να πάρει τα αποτελέσματα χωρίς να πληρώσει. Ο μηνυτής την λυπήθηκε και μεσολάβησε, μας εστάλησαν με φαξ τα αποτελέσματα από το ΠΑΣΤΕΡ, χωρίς να πληρώσει η Ψ, ενημερώσαμε τον γυναικολόγο της για τα αποτελέσματα και του είπαμε να επαναλάβει μέρος των εξετάσεων σε 15 ημέρες περίπου. Μετά από 15 ήμερες περίπου, ήλθε πάλι η μηνύτρια στο εργαστήριο χωρίς χρήματα και επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, όλη η ιστορία, και μας απεστάλησαν πάλι με φαξ τα αποτελέσματα και των τελευταίων εξετάσεων, χωρίς να έχει πληρώσει ούτε δραχμή η Ψ, αν και ενημερώθηκε και για τα αποτελέσματα των τελευταίων εξετάσεων από εμάς. Εγώ τηλεφώνησα στο ΠΑΣΤΕΡ για το κόστος των εξετάσεων, επειδή τα αποτελέσματα μας είχαν σταλεί ανεπίσημα και αφού δεν είχαν εξοφληθεί δεν χορηγούσαν αποδείξεις. Μου απάντησαν ότι οι πρώτες εξετάσεις κοστίζουν "19.000" δρχ και οι δεύτερες 11.000, σύνολο δρχ. 30.000. Τηλεφώνησα στην μηνύτρια και της είπα να φέρει τα χρήματα. Από τότε αυτή εξαφανίστηκε και δεν εμφανιζόταν στο τηλέφωνο. Μάλιστα απάντησε κάποιο συγγενικό της πρόσωπο, πιθανόν η πεθερά της, που δεν γνώριζε τα παραπάνω. Ύστερα από αυτό, η Ψ μας τηλεφώνησε και μου μίλησε πολύ άσχημα, επειδή ενοχλήσαμε συγγενικό της πρόσωπο για τα χρήματα που χρωστούσε, ήμουν παρούσα όταν ο μηνυτής της μίλησε και της είπε ότι πρέπει να πληρώσει το ΠΑΣΤΕΡ. Ήμουν παρούσα όταν η Ψ ήλθε στο εργαστήριο και πλήρωσε μόνο 15.000 δρχ και τις άλλες 15.000 εξακολουθεί να της οφείλει. Από τότε δεν ερχόταν η ίδια, αλλά έστελνε τον σύζυγο της και μας ζητούσε τις αποδείξεις, τις οποίες όμως δεν έστελνε το ΠΑΣΤΕΡ, αφού δεν είχαν εξοφληθεί. Τελικά, αφού η Ψ δεν πλήρωνε τις εξετάσεις, αναγκάστηκε και τις πλήρωσε ο μηνυτής, αφού είχε εκτεθεί με τις παραπάνω μεσολαβήσεις και τότε έστειλε σε μας το ΠΑΣΤΕΡ τις αποδείξεις τον Σεπτέμβριο του 2001, δεν θυμάμαι ημερομηνία. Επειδή ο σύζυγος της Ψ ερχόταν και μας ενοχλούσε ζητώντας συνεχώς τις αποδείξεις, χωρίς να έχουν εξοφλήσει τις εξετάσεις, ο μηνυτής έδωσε τις αποδείξεις στον σύζυγο της Ψ. Δηλώνω κατηγορηματικά ότι ουδέποτε εισέπραξε ο μηνυτής 30.000 δρχ για κάθε παρτίδα εξετάσεων από την Ψ. Τα περιστατικά είναι όπως ακριβώς τα περιέγραψα, δεν πήρε ούτε δραχμή, πλήρωσε τις εξετάσεις και τα έξοδα αποστολής.
Συνεπώς, οι μεταγενέστερες ενέργειες της Ψ σε βάρος του μηνυτή έγιναν με πρόθεση να βλάψουν τον μηνυτή και αποτελούν την αποθέωση της αχαριστίας. Διάβασα την καταγγελία που έκανε η Ψ στο ΣΔΟΕ σε βάρος του μηνυτή. Όλα όσα γραφεί εκεί είναι ψευδή, συκοφαντικά και έγιναν εν γνώσει του ότι τα αναγραφόμενα είναι ψευδή και συκοφαντικά. Είναι φυσικό ότι στις αποδείξεις που έστειλε ο Παστέρ να αναγράφεται το ΑΦΜ του μηνυτή από το Παστέρ, αφού εκείνος πλήρωσε τα χρήματα, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά, όπως τα εξέθεσε στην κατάθεσή της δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 84 παράγραφος 2α, 224 παράγραφος 2-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) ΕΕ, 2) ΣΤ και 3) ΔΔ, καθώς και την κατάθεση της Ψ, η οποία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάστηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, ανωμοτί στο άνω ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν ποία ήταν τα αληθή περιστατικά σε σχέση με τα ψευδή που καταλογίζονται σε αυτήν ότι κατέθεσε, καθόσον από το σκεπτικό της αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, προκύπτει με σαφήνεια ποία ήταν τα αληθή περιστατικά σε σχέση με τα ψευδή που κατέθεσε αυτή ενόρκως.
Επομένως, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της δεύτερης κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως κάθε αιτήσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παράγραφος 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 17 και 18/2009 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Πατρών) αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 883-884-885/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση. Ψευδής καταμήνυση - Ψευδορκία μάρτυρα. Παράπονα αναιρεσειόντων για έλλειψη απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς απόρριψη αιτήματος για αναβολή της δίκης για νέες αποδείξεις. Επίσης, παράπονα αναιρεσειόντων ότι λήφθηκε υπόψη για την ενοχή των κατηγορουμένων, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν υπάρχει, όταν στην απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού με διατακτικό, προκύπτει ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα σε σχέση με τα ψευδή που κατέθεσε ενόρκως ο καταδικασθείς για ψευδορκία μάρτυρα. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
Αριθμός 294/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Καούσια, περί αναιρέσεως της 54896/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 291/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα από δικηγόρο με βάση το από 5-12-2008 ειδικό πληρεξούσιο το οποίο προσκομίστηκε στο Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών (άρθρα 96, 465 παρ.1 και 474 παρ.1 του ΚΠΔ). Είναι εμπρόθεσμη, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 28-11-2008 και περιέχει ως λόγους αναιρέσεως την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε ΚΠΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2, 476§2, και 509§1 εδάφιο α Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτήν λόγοι αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 που προβλέπει τους λόγους της αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που η απόφαση έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μη έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά ο Άρειος Πάγος. Από την αξίωση αυτή του νόμου να είναι σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρούνται ούτε οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α, Δ και Ε λόγοι, της απόλυτης δηλαδή ακυρότητας, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ενόψει τον ανωτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς σε τι συνίσταται η ακυρότητα αυτή, ποια δηλαδή από τις περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 του Κ.Π.Δ επικαλείται ο αναιρεσείων, με ταυτόχρονη παράθεση των περιστατικών που στηρίζουν την αιτίασή του αυτή. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδρύεται τόσον όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία στην απόφαση, όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στην απόφαση και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτής, με σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει στη σχετική έκθεση αναίρεσης να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που παραβιάσθηκε καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με την διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως ισχυρίστηκε κατά λέξη τα εξής: Η προσβαλλομένη πάσχει απόλυτης ακυρότητας σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 171 παρ.δ' ΚΠοινΔ που αφορά τα δικαιώματα εμφάνισης και εκπροσώπησης της κατηγορουμένης, η οποία εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ.1 και 340 παρ.2 ΚΠοινΔ. Και τούτο διότι όταν η πληρεξουσία δικηγόρος προσκλήθηκε "να απολογηθεί" (να μιλήσει) αντί της κατηγορουμένης εκείνη δεν αρνήθηκε όπως εσφαλμένα αναγράφεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης, αλλ'αντίθετα εκπροσωπώντας αυτήν διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι εις αυτήν ουδέποτε είχαν κοινοποιηθεί πράξεις επιβολής προστίμου (παρακρατουμένου ή επιρριπτομένου φόρου) ΦΠΑ και επεσήμανε στο Δικαστήριο το παράπονο της κατηγορουμένης ότι κανένας από τους μάρτυρες γνώριζε αν και πότε έγινε τέτοια επίδοση, ούτε πότε προσκομίστηκε ή περιελήφθη στη δικογραφία τέτοιο έγγραφο. Ότι ουδέποτε έγινε κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων της, τα δε επίδικα χρονικά διαστήματα ήταν μέλος ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία εταιρεία προκύπτει από τα δημόσια έγγραφα της αρμοδίας ΔΟΥ, ότι είχε προ πολλώ λυθεί χωρίς ποτέ να κατασχεθούν ή να καταρριφθούν οι εγγραφές της ή μισθωτή- που υπέβαλε νόμιμα αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις και άρα δεν τηρούσε τιμολόγια και σε κάθε περίπτωση ουδέποτε υπήρξε επιτηδευματίας, ώστε να εκδίδει τιμολόγια ή να καταλογίζει τιμολόγια προκειμένω να τύχει οφελημάτων. Επομένως η προσβαλλομένη πρέπει κατ'αρχάς να αναφεθεί για τον λόγο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 510 Α ΚΠοινΔ. Τέλος η προσβαλλομένη πρέπει να αναιρεθεί για το λόγο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 510 περ.Ε ΚΠοινΔ για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για να επιβληθεί ποινή φυλακίσεως πρέπει να αποδειχθεί από την ακροαματική διαδικασία αλλά και από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία ή προσκομίστηκαν και το Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση περί των ότι είχαν υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ και δολίως παραβίασε την υποχρέωσή μου αυτή. 'Όμως επειδή από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ, η προσβαλλομένη έσφαλε περί την ερμηνεία των αντιστοίχων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Ενόψει των ανωτέρω είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι οι πρώτος και τρίτος των λόγων αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας και εσφαλμένης ερμηνείας η εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι στη σχετική έκθεση δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, τα εκτιθέμενα δε σε σχέση με το λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά, συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που πλήττουν την αναιρετικως ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε επίσης γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που παραβιάσθηκε καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας. Κατόπιν αυτών, οι παραπάνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ως απαράδεκτα, πρέπει να απορριφθούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 54.896/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "η κατηγορουμένη στους παρακάτω χρόνους παραβίασε τη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής, για χρέη που έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ και δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλε στο δημόσιο το συνολικό ποσό των 319.331,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και τα οποία χρέη είναι βεβαιωμένα στη ΔΟΥ ..., και συγκεκριμένα κατά τον πίνακα χρεών την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών για χρέος ποσού 15.939.632 δραχμών περιλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 15.363.500 δραχμών και προσαύξηση 576.132 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31 -10-2000 και 30-11-2000) την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών για χρέος ποσού 21.619.267 δραχμών περιλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 20.837.847 δραχμών και προσαύξηση 781.420 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31-10-2000 και 30-11-2000) την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών για χρέος ποσού 59.118.244 δραχμών περιλαμβανομένων των νόμιμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 56.981.440 δραχμών και προσαύξηση 2.136.804 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31-10-2000 και 30-11-2000) την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών για χρέος ποσού 12.135.231 δραχμών περιλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 11.696.608 δραχμών και προσαύξηση 438.623 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε, να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31-10-2000 και 30-11-2000, δηλαδή ευθύνεται για τα ποσά 15.939.632, 21.619267, 59.118244 και 12.135.231 δραχμών, που αφορούν παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, συνολικού ποσού από 108.812.374 δραχμές, ήτοι 319.331,99 ευρώ. Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1β του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 γ' του ν. 3220/2004, κατά την οποία για την καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κλπ βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι ευμενέστερο αντί του κατ'εξακολούθηση τελούμενου εγκλήματος, όπως αποδίδεται η πράξη με το κατηγορητήριο κατά την προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση, πρέπει να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ένοχη". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχη της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι: "στην ... στους κατωτέρω χρόνους με πολλές πράξεις τέλεσε πολλά εγκλήματα και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2000 έως 30-11-2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους: τα 3.000.000 δρχ. ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: τα 4.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της στην ΔΟΥ ... διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδικού βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-3-01 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 319.331,99 που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 ΠΚ και 25 παρ.1γ', 2, 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ.1, 2 Ν. 2523/97 κατ' άρθρο 34 παρ.1 γ' Ν. 3730/2004 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) ... και 2) ... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας διότι υπάρχει σε αυτή απλά και μόνο αντιγραφή στο σκεπτικό του κατηγορητηρίου, είναι αβάσιμη διότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα ποσά των βεβαιωμένων στο Δημόσιο χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ ή σε δόσεις) και ο ακριβής χρόνος καταβολής των χρεών που ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ή της κάθε δόσεως (προκειμένου περί των χρεών που έπρεπε να καταβληθούν σε δόσεις), περιλαμβάνει δηλαδή όλα στα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητα της αιτιολογίας στην καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 130 ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών/2008) αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 54.896/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση καταδικαστική. Αίτηση αναίρεσης κατηγορούμενης. Μη καταβολή δόσεων φόρων κατ' εξακολούθηση. Λόγοι της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασία χωρίς όμως να αναφέρει σε τι συνίσταται η απόλυτη αυτή ακυρότητα και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής Ποινικής Δια-τάξεως, χωρίς όμως να εκθέτει την ποινική διάταξη που παραβιάστηκε. Είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι και ως τέτοιοι, απορρίπτονται. Η απόφαση έχει τα κατά νόμο στοιχεία της και είναι πλήρως αιτιολογημένη. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Φοροδιαφυγή.
| 2
|
Αριθμός 298/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φύλλω Τζιλίνη, περί αναιρέσεως της 1788/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πολυγύρου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 498/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, γιατί στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Αν, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός είναι σαφής και ορισμένος κατά τα άνω και δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψή του, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση σ'αυτόν συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, λόγω αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πολυγύρου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1788/2008 απόφασή του καταδίκασε ανεκκλήτως τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα (40) ημερών, ανασταλείσα επί τριετίαν, για τις πράξεις της εξύβρισης και της απειλής. Όπως προκύπτει από τα περιστατικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος προέβαλε τους παρακάτω ισχυρισμούς τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά: "Ι. Ιστορικό. Την 16/9/2006 δέχθηκα επίθεση κατά της σωματικής μου ακεραιότητας (κρίσιμης βλάβης της υγείας), όπως επίσης και τα λοιπά μέλη της οικογένειας μου (μοιραίας βλάβης της υγείας) καθώς και ο οικογενειακός μας φίλος Φ1 (κρίσιμης βλάβης της υγείας), όταν ο Ν1 και ο συνεργός του, κατά την εκτέλεση εργασιών κοπής πέτρας με ηλεκτροκίνητο τροχό στον κήπο της οικίας του, και συγκεκριμένα στις 14:45 της 16/9/2006, δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα το σύννεφο μικροσωματιδίων το οποίο δημιουργήθηκε από την κοπή πέτρας, να κατευθυνθεί λόγω του ανέμου προς την οικία της οικογένειας μου, και συγκεκριμένα προς τον κήπο της οικίας όπου βρισκόμουν εκείνη την ώρα μαζί με την οικογένεια μου και τον φίλο μας. Αμέσως, άρπαξα το παιδί μου μέσα από το ειδικό κάθισμα για βρέφη στο οποίο βρισκόταν και κατέφυγα στο εσωτερικό της οικίας, ενώ το ίδιο έπραξε και η γυναίκα μου καθώς και ο φίλος μας. Στη συνέχεια συσκεπτόμενος με την γυναίκα μου, την προέτρεψα να διαμαρτυρηθεί στον Ν1, πράγμα που έκανε αμέσως αφού ανέβηκε στο μπαλκόνι του άνω ορόφου, από όπου και είχε οπτική επαφή προς τον κήπο του Ν1. Αυτός όμως αρνήθηκε να σταματήσει, επικαλούμενος την κατά αυτόν επιβαλλόμενη ανοχή που πρέπει να επιδεικνύει ένας καλός γείτονας και συνέχισε την κοπή πέτρας και μάλιστα μέχρι τις 16:15. Μετά την άρνησή του, και παρά την βούλησή μου να καλέσω την αστυνομία, αποφάσισα, λόγω του κλονισμού που είχε ήδη υποστεί η γυναίκα μου, να μην δώσω συνέχεια στο θέμα. Στη συνέχεια, αφού γευματίσαμε ελαφρά, αποσυρθήκαμε στα υπνοδωμάτια του άνω ορόφου, για να ξεκουραστούμε. Γύρω στις 18:30, κατέβηκα στην παραλία, έμπροσθεν ακριβώς της οικίας, μαζί με την οικογένεια μου, ενώ ο φίλος μας παρέμεινε στην οικία, αφού είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να απολαύσει την θέα από το μπαλκόνι έμπροσθεν του υπνοδωματίου του και να καπνίσει δύο-τρία τσιγάρα. Όμως, δέκα λεπτά περίπου αφότου κατεβήκαμε στην παραλία, και ενώ η γυναίκα μου καθόταν στην παραλία έχοντας στην αγκαλιά της το παιδί μας, ενώ εγώ περπατούσα αμέριμνος και βρισκόμουν σε απόσταση περίπου 20 μέτρων και έμπροσθεν της οικίας του , αυτός και ο συνεργός του άρχισαν και πάλι την κοπή πέτρας. Γυρνώντας προς την κατεύθυνση του θορύβου του ηλεκτρικού εργαλείου, είδα το σύννεφο σκόνης το οποίο είχε ήδη δημιουργηθεί, να κατευθύνεται προς την οικογένειά μου λόγω της αλλαγής του αέρα που έπνεε εκείνη την στιγμή και να περιβάλει την γυναίκα μου και το παιδί μου. Τότε, απόλυτα κυριευμένος από φόβο, διότι - λόγω επαγγέλματος - γνώριζα άριστα τον επικείμενο κίνδυνο, φώναξα αμέσως, λέγοντας στον Ν1 "σταμάτα αμέσως, γιατί το σύννεφο σκόνης είναι επάνω στο παιδί μου". Αυτός όμως, και ενώ ο συνεργός του ο οποίος χειριζόταν τον τροχό σταμάτησε πρόσκαιρα την κοπή της πέτρας, έδωσε εντολή στον συνεργό του να συνεχίσει την κοπή της πέτρας, όπως και έγινε. Τότε, ενεργώντας υπό το κράτος φόβου, ταραχής, πανικού και ενστικτωδώς αμυνόμενος, κινήθηκα αστραπιαία, εν όψει της επικείμενης βλάβης της υγείας της οικογένειας μου και ιδίως του οκτώ μηνών παιδιού μου, κατευθύνθηκα προς την πόρτα της οικίας του με σκοπό να τους σταματήσω, η πόρτα όμως ήταν κλειδωμένη και αμέσως του είπα "σταμάτα βρε μαλάκα γιατί θα σου χώσω το μηχάνημα στον κώλο" και στη συνέχεια τον προειδοποίησα ότι "αν δεν σταματούσε αμέσως, θα έμπαινα στον κήπο και θα του έσπαγα το κεφάλι". Τότε μόνο αυτός, έδωσε εντολή στον συνεργό του να σταματήσει και στη συνέχεια κινήθηκε προς την οικία του. Στο μεταξύ, η γυναίκα του από το μπαλκόνι, μου φώναξε "τι θέλεις ρε κωλόπαιδο, τι σου κάναμε βρε μαλάκα", και εγώ απάντησα "ε, δεν τρώγεστε εσείς, είστε γουρουνάνθρωποι". Στη συνέχεια, κατευθύνθηκα προς την οικογένειά μου και βοήθησα την γυναίκα μου, να μεταφέρει το παιδί εντός της οικίας, όπως και έγινε. Μάρτυρας του όλου συμβάντος, στάθηκε ο οικογενειακός μας φίλος, Φ1. Τρία τέταρτα αργότερα από το συμβάν, και μαζί με τον οικογενειακό μας φίλο, αναχωρήσαμε για το ...με σκοπό να δειπνήσουμε. (Προϋποθέσεις της νόμιμης άμυνας: επίθεση, άδικος χαρακτήρας της επίθεσης). Τονίζεται ιδιαίτερα, ο αντικειμενικά άδικος χαρακτήρας της επίθεσης (ο επιτιθέμενος δεν δικαιούται από τον νόμο στην τέλεση της πράξης), αφού, τόσο σύμφωνα με τον Νόμο 1568/1986, άρθρο 23 παρ. 6, "Αν κατά τη λειτουργία των μηχανών, συσκευών και εργαλείων είναι δυνατό να εκσφενδονιστούν στοιχεία ή τεμάχιά τους ή υποπαράγωγα της λειτουργίας τους (ρινίσματα, σκόνες ή άλλα) και στο μέτρο που δημιουργούνται κίνδυνοι για τους εργαζομένους, πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα προστατευτικά μέτρα, όπως προστατευτικές καλύπτρες, εγκαταστάσεις αναρρόφησης και άλλα", όσο και σύμφωνα με το άρθρο 306 ΠΚ, "Όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο.., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών" (συνημμένο: απόφαση 3654/1992 ΠΛΗΜΜ Αθ - έγκλημα εκθέσεως, στοιχεία και τρόποι τελέσεως του αδικήματος). (Το αναγκαίο μέτρο άμυνας). Το αναγκαίο μέτρο άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επίθεσης, το είδος της απειλούμενης βλάβης, τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και τις λοιπές περιστάσεις (Μαργαρίτης: ανάλυση ΠΚ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άσκηση ενστικτώδους ψυχολογικής βίας (εξύβριση, απειλή) και όχι μέσου αβέβαιης αποτελεσματικότητας και εν προκειμένω η, όπως προηγουμένως, αναποτελεσματική απόπειρα συνεννόησης, και μάλιστα, εν όψει του άμεσου κινδύνου μοιραίας σωματικής βλάβης του παιδιού μου, από την εισπνοή μικροσωματιδίων περιέχοντα κρυσταλλικό διοξείδιο του πυριτίου. Από τα συνημμένα έγγραφα, δηλαδή α) το ΠΔ 307/1986 περί οριακών τιμών έκθεσης σε σκόνες που περιέχουν κρυσταλλικό διοξείδιο του πυριτίου, β) την έκθεση "επικίνδυνες χημικές ουσίες στους χώρους εργασίας" του ..., Δόκτωρα Χημικού, στελέχους του κέντρου υγείας - υγιεινής της εργασίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛΙΝΥΑΕ), και ειδικότερα τα περί ινογόνων ή σκληρογόνων σκονών, γ) το έργο "Διαχείριση κινδύνου και ασφάλειας στον τομέα των διακοσμητικών λίθων", έργο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος του οποίου είμαι μέλος, και ειδικότερα τα περί αερομεταφερόμενης σκόνης κατά τη διάρκεια των φάσεων επεξεργασίας διακοσμητικών λίθων, δ) την περιεκτικότητα σε διοξείδιο του πυριτίου ενός τυπικού διακοσμητικού λίθου, με βάση σχετική έκθεση του εργαστηρίου ποιότητας διακοσμητικών πετρωμάτων Λίθος, και ε) την ιστοσελίδα του τμήματος επιθεώρησης εργασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκύπτει αβίαστα ότι "η υπερέκθεση στη σκόνη που αποτελείται ή περιέχει ελεύθερο κρυσταλλικό πυρίτιο προκαλεί πυριτίαση, που είναι μία ασθένεια πνευμόνων προοδευτική, ανίατη, και τελικά μοιραία", καθώς και ότι "το κρυσταλλικό διοξείδιο του πυριτίου ενοχοποιείται για τον καρκίνο του πνεύμονα", και συνεπώς ο κίνδυνος που απειλούσε, τουλάχιστον το παιδί μου, συνίστατο σε μοιραία βλάβη της υγείας. Εξάλλου, η πράξη μένει ατιμώρητη (ΠΚ αρ. 32) και δεν καταλογίζεται στο δράστη η υπέρβαση, αν αυτή οφείλεται στο φόβο ή την ταραχή, που του προκάλεσε η επίθεση, δηλαδή στην ψυχική πίεση που του προκάλεσε η επίθεση, πράγμα που θα κριθεί υποκειμενικά, δηλ σε σχέση με το συγκεκριμένο δράστη (σχολαστικός, προστατευτικός αλλά και γνώστης των κινδύνων ως μηχανικός, κινδύνων οι οποίοι αναλύθηκαν διεξοδικά ανωτέρω). Αίρεται επίσης ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, και όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο (συνημμένο: απόφαση ΑΠ 814/1989, άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως λόγω ενασκήσεως δικαιώματος, προβολή σχετικού ισχυρισμού αντλείται από οποιοδήποτε τμήμα του δικαίου), και εν προκειμένω από τα άρθρα 1510 και 1516 ΑΚ περί γονικής μέριμνας και ειδικά για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, η πράξη δεν είναι δυνατόν να μου καταλογισθεί (ΠΚ αρ. 26), λόγω παντελούς έλλειψης δόλου αλλά και αμέλειας, αφού λόγω των περιστάσεων (φόβος, πανικός, ενστικτώδης αντίδραση) ήταν αδύνατη η καταβολή της προσήκουσας προσοχής, ενώ ήταν επιβεβλημένη μία άμεση αντίδραση προς αποτροπή του σοβαρότατου επερχόμενου κινδύνου. Συνακόλουθα των ανωτέρω, οι πράξεις που μου αποδίδονται αίρουν τον αξιόποινο χαρακτήρα τους και προς τούτο πρέπει να απαλλαχθώ των κατηγοριών".
Ακολούθως το Δικαστήριο επί της κατηγορίας και επί των ανωτέρω ισχυρισμών, διέλαβε στην απόφασή του την παρακάτω αιτιολογία: "Από την κύρια διαδικασία γενικά, την κατάθεση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκε ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και περιγράφεται στο διατακτικό και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 16.9.2006 και ώρα πρωινή μεταξύ ...και ... ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον Ν1 να εκτελούν εργασίες κοπής πέτρας με ηλεκτροκίνητο τροχό, στον κήπο της οικίας του, που βρίσκεται δίπλα σ' αυτήν του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, ο οποίος βρισκόταν εκεί μαζί με τη σύζυγο του και το ηλικίας 8 μηνών παιδί τους, θεώρησε αυτήν την ενέργεια βλαπτική για την οικογένειά του, λόγω του ότι τα σωματίδια από την κοπή της πέτρας μετακινούνταν προς την οικία του λόγω του ανέμου. Μετά από μία παύση της εργασίας του εκτελούσε, ο μηνυτής Ν1 συνέχισε να κόβει την πέτρα με το ίδιο μηχάνημα το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Τότε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να τον σταματήσει, γιατί θεωρούσε ότι το σύννεφο σωματιδίων εξακολουθούσε να κατευθύνεται προς τη σύζυγο και το παιδί του, που εκείνη την ώρα βρίσκονταν στη θάλασσα, πήγε μαινόμενος προς το μέρος του μηνυτή, απευθύνοντας του την εξυβριστική φράση "μαλάκα, θα σου γαμήσω το σπίτι, μας έσπασε τ' αρχίδια" και "γουρουνάνθρωποι", οι οποίες προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Εξάλλου, του απηύθυνε ομοίως τη φράση "θα σε χώσω του μηχάνημα στον κώλο, θα μπω μέσα και θα σου σπάσω το κεφάλι", προκαλώντας του τρόμο και ανησυχία. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι απηύθυνε τις φράσεις αυτές στον μηνυτή, ισχυρίζεται όμως ότι τέλεσε αυτές λόγω άμυνας σε προηγούμενη συμπεριφορά του παθόντος, που συνιστά επίθεση εναντίον του και εναντίον της οικογένειάς του. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι επίθεση συνιστά η ενέργεια του μηνυτή να κόβει πέτρες με το εν λόγω μηχάνημα, διότι από αυτή εκλύονται βλαβερή για τον ανθρώπινο οργανισμό (καρκινογόνα) ουσία, ήτοι διοξείδιο του πυριτίου. Το γεγονός όμως της έκλυσης τέτοιων ουσιών δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε άλλωστε ότι η σκόνη από την κοπή της πέτρας κατευθυνόταν προς το σύζυγο και το τέκνο του κατηγορουμένου. Ακόμα όμως και στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ενέργεια του κατηγορουμένου δεν συνιστά άμυνα, διότι μ' αυτήν (εξύβριση, απειλή) δεν αποτρέπει την επίθεση εναντίον του, αλλά απλώς προσβάλλει τον μηνυτή, γεγονός που δεν έχει προφανώς το αποτέλεσμα απόκρουσης επίθεσης. Για το λόγο αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί άμυνας ή υπέρβασης αυτής, λόγω του φόβου και της ταραχής που ένιωσε από την επίθεση του μηνυτή, αφενός διότι δεν υπάρχει επίθεση, και αφετέρου γιατί η συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν ήταν η ενδεδειγμένη για να αποτρέψει την υποτιθέμενη επίθεση. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ενάσκησης δικαιώματος ή εκπλήρωσης καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο, αλλά και αυτός της έλλειψης υπαιτιότητας του κατηγορουμένου, αφού αυτός επιδίωκε τις άδικες πράξεις που έπραξε, ενήργησε δηλαδή με πρόθεση".
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Μονομελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη των προβληθέντων ως άνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου, στους οποίους και μόνο αφορά η αίτηση αναιρέσεως, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την απορριπτική του κρίση ότι δεν συνέτρεχαν τα στοιχεία της άμυνας (άρθρο 22 του ΠΚ) ή της υπέρβασης αυτής (άρθρο 23 του ΠΚ) ή της άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξεως λόγω ενάσκησης δικαιώματος ή εκπληρώσεως καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 20 του ΠΚ). Επίσης διέλαβε εκ περισσού αιτιολογία και για την απόρριψη του ισχυρισμού περί ελλείψεως υπαιτιότητας, παρά το ότι αυτός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όπως οι προηγούμενοι, αλλά αρνητικό της κατηγορίας. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, ενώ η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι απαράδεκτη, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη ακροάσεως (άρθ. 170 παρ. 2 του ΚΠΔ), συνιστάμενη στο ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό (άρθ. 32 του ΠΚ). Όπως, όμως, προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αποφάσεως και κυρίως από την παραδοχή ότι δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη κινδύνου που απειλούσε την υγεία της συζύγου και του τέκνου του αναιρεσείοντος ώστε να δικαιολογείται η αντίδρασή του, αφού δεν υπήρξε έκλυση καρκινογόνων ουσιών ούτε η σκόνη από την κοπή της πέτρας κατευθυνόταν προς τη σύζυγο και το τέκνο αυτού, το Δικαστήριο απάντησε και μάλιστα αιτιολογημένα και στον ισχυρισμό αυτόν. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Τέλος ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως δεν δέχτηκε τη συνδρομή στο πρόσωπό του πραγματικής πλάνης, η οποία προέκυπτε από τα γενόμενα δεκτά περιστατικά και εσφαλμένως δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή. Από το προεκτεθέν όμως σκεπτικό της αποφάσεως, δεν προκύπτει η επικαλούμενη με την αίτηση αναιρέσεως συνδρομή πραγματικής πλάνης, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Π.Κ., είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-3-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1788/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί άμυνας, περί υπερβάσεως των ορίων της, περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως της εξυβρίσεως και της απειλής, λόγω καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Εξύβριση, Απειλή, Άμυνα, Ανάγκης κατάσταση.
| 0
|
Αριθμός 301/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ) , που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 1η, 2ο, 3ο, 4ο, 8η, 9ο, 10ο, 11ο, 14ο, 15ο, 18ο και 20ο των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων.
Α' Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων (1ης - 5ου) ..., 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11, 12) Ψ12, 13) Ψ13, 14) Ψ14, 15) Ψ15, 16) Ψ16, 17) Ψ17, 18) Ψ18, 19) Ψ19, 20) Ψ20, 21) Ψ21, 22) Ψ22, 23) Ψ23, 24) Ψ24, 25) Ψ25, 26) Ψ26, 27) Ψ27, 28) Ψ28 και 29) Ψ29, κατοίκων (7ης - 29ου) ... . Οι 12ος, 16ος, 17ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 26ος, 27ος και 29ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μαργετίνα Στεφανάτου και Αντώνιο Ρουπακιώτη, οι οποίοι δήλωσαν ότι ο 6ος αναιρεσίβλητος Ψ6 απεβίωσε στις 23-12-2005 και κληρονομήθηκε από τους ..., κάτοικο ..., ..., κάτοικο ... και ..., κάτοικο ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται μετά αυτών. Οι 5ος, 7η, 13ος, 19ος, 25ος και 28ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Β' Της αναιρεσίβλητης: Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΤΕ" (ΠΕΤ - ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2004 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων και του ..., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2292/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2509/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 13-12-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Στην προκείμενη περίπτωση η εκπροσωπήσασα την αναιρεσείουσα δικηγόρος, έχουσα την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι αυτή παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, ως προς τους αναιρεσίβλητους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, όγδοη, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο όγδοο και εικοστό. Η δήλωση παραίτησης, αφού έγινε σύμφωνα προς τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αρχή της παραγράφου, επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα καθόσον αφορά τους παραπάνω αναιρεσίβλητους, να καταργηθεί δε η δίκη ως προς αυτούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.α, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη .../21-8-2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Καισαριανής, την 23-12-2005, δηλαδή πριν την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Δήμου ... και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του ... και τα τέκνα του ... και ... . Επομένως, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) , νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την, λόγω θανάτου εκείνου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψη της. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η κρινόμενη αναίρεση απευθύνθηκε κατά αποβιώσαντος, το θάνατο του οποίου όμως δεν γνώριζε η αναιρεσείουσα και συνεπώς δεν είναι άκυρη, η δε συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εφόσον αυτοί εμφανίστηκαν κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, δήλωσαν την εκούσια επανάληψη της και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. .../31-10-2007, .../31-10-2007, .../2-11-2007, .../31-10-2007, .../31-10-2007, .../30-10-2007 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας ... και .../1-11-2007 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-1-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της 4-11-2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσίβλητους Ψ5, Ψ7, Ψ13, Ψ19, Ψ25 και Ψ28 και την προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβάσα, Πρωτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία Πανελήνια Ένωση Τεχνικών ΟΤΕ (ΠΕΤ-ΟΤΕ). Κατά τη δικάσιμο αυτή η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, με την παρουσία των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μη απαιτουμένης νέας κλήσεως (άρθρο 226 παρ. 4 εδαφ. β, γ και 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται:α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ.165/1973, προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται δια συμβάσεως ορισμένου είτε αορίστου χρόνου. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 24 α του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε. που τέθηκε σε ισχύ µε την 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 747 Β της 9.10.1989) από την οποία προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας µε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρούμενων κλάδων, εφ' όσον πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού, µε σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 3) . Για το προσωπικό αυτό, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και οι διατάξεις αυτές της εκτός του κανονισμού κειμένης νομοθεσίας (παρ. 5), ως τέτοια δε νοείται η νομοθεσία η σχετική µε τις προσλήψεις που διέπει τον Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1286/1982, που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα µε το άρθρο 14 του ν. 2190/1994, ήτοι η περιλαμβανομένη στο ν. 1735/1987 "προσλήψεις στο Δημόσιο τομέα κλπ". Ειδικότερα από το άρθρο 13 του νόμου αυτού προκύπτει ότι για όλους τους φορείς του Δημοσίου τομέα ο χρόνος διαρκείας της σύμβασης εργασίας του προσωπικού που προσλαμβάνεται για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών ορίζεται κατ' ανώτατο όριο σε ένα έτος, που μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη το πολύ έτος (παρ. 6). Μετά τη λήξη του πιο πάνω χρόνου απασχόλησης η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως και το προσωπικό αποχωρεί από την υπηρεσία χωρίς καμιά αποζημίωση και χωρίς καμιά διατύπωση. Οποιαδήποτε παράταση της αρχικής σύμβασης ή ανανέωση µε σύναψη νέας σύμβασης πέρα από το ανώτατο κατά περίπτωση χρονικό όριο απασχόλησης απαγορεύεται και οι Προϊστάμενοι των υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των παραπάνω παραγράφων διώκονται ποινικά για παράβαση καθήκοντος. Άρα αφού οι συμβάσεις του προσωπικού που προσλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το έκτακτο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., (άρθρα 24 και 24α Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.), που προσλήφθηκε μετά την ισχύ του ν. 1735/1987, είναι πάντοτε ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2112/1920, που προβλέπει ότι σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920, αν ο καθορισμός της διαρκείας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των διατάξεων του, ούτε η διάταξη του άρθρου 671 Α.Κ., κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της, ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του, χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης. Εξάλλου µε την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη-µέλη όφειλαν μέχρι στις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα, για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέπεται: 1) να προσδιορισθούν: α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται από ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Η παραπάνω οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω µη έγκαιρης μετεγγραφής της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη μέχρι 10.7.2001 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 10.7.2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ. Ολ. ΑΠ 20/2007) . Περαιτέρω στο π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π. δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003) , ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ :α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 ..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ. γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003. Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.) . β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, ότι "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ... 3. Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες...5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 ότι "1. στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ... ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ... ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως ήταν και η αναιρεσείουσα (ΑΠ 80/2000), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. ...". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3302/2004 ορίστηκε ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003(ΦΕΚ 77 Α'), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/2004 (ΦΕΚ 160 Α') , επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωσιν ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004(ΦΕΚ 134 Α'). Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004) . Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση ... 2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο(2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποίο προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό, κατά την κείμενη νομοθεσία. Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε(5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος. 3. Οι κατά την παρ.2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) , το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων ...". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Oι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν κατά το μήνα Μάϊο του έτους 2002 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σε εκτέλεση σχετικής ειδικής απόφασης της Δ/νσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναµικού της κατ' εφαρµογή του άρθρου 2 παρ. 2 του Γενικού Κανονισµού Προσωπικού ΟΤΕ περί πρόσληψης έκτακτου ηροσωπικού. Η πρόσληψη των εφεσιβλήτων έγινε για να καλύψουν, όπως τουλάχιστον αναφέρθηκε αρχικά, έκτακτες και εποχιακές ανάγκες των Τεχνικών Υπηρεσιών της εκκαλούσας. Για τον λόγο αυτό υπέγραψαν ο καθένας από αυτούς οκτάµηνη σύµβαση εργασίας ορισµένου χρόνου. Παρά το γεγονός όµως ότι προσελήφθησαν ως εργάτες από την αρχή της πρόσληψης τους εκτελούσαν εξειδικευµένη εργασία στις Τεχνικές Υπηρεσίες και απασχολήθηκαν ως τεχνικό διοικητικό προσωπικό των Διευθύνσεων. Μετά την πάροδο του οχταµήνου και την λήξη τους οι ανωτέρω οκτάµηνες συµβάσεις των εφεσίβλητων ανανεώθηκαν επί ένα ακόµη οκτάµηνο, µετά την πάροδο του οποίου ανανεώθηκαν εκ νέου για έξι µήνες ήτοι µέχρι την συµπλήρωση 22 µηνών. Έτσι, µετά την πάροδο και της τελευταίας εξάµηνης διάρκειας της σύµβασής τους η εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους. Ανεξάρτητα δε από τον προσχηµατικό χαρακτηρισµό, που προφανώς σκόπιµα έδωσε η εκκαλούσα στις ένδικες συµβάσεις των αντιδίκων της ως ορισµένου χρόνου, από την φύση και την λειτουργία της εργασιακής τους σχέσης αναδεικνύεται η πραγµατική υφή της σύµβασής τους καθώς και η βούληση των συµβαλλοµένων µερών, να υπάρχει δηλ. και να λειτουργεί µεταξύ τους µια ενιαία σύµβαση εργασίας µε όλα τα χαρακτηριστικά της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων, µόνιµων και διαρκών αναγκών των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ. Η κάλυψη των µόνιµων, πάγιων και διαρκών αναγκών των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ ανταποκρίνεται στις πραγµατικές συνθήκες απασχόλησής τους. Από την πρώτη στιγµή της πρόσληψής τους οι εφεσίβλητοι παρείχαν εξειδικευµένες, βάσει της προαναφερθείσας επαγγελµατικής τους ειδικότητας, υπηρεσίες ως τεχνικό προσωπικό, υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες µε το µόνιµο προσωπικό της εκκαλούσας και αναφερόταν ως προσωπικό της, χωρίς καµιά διάκριση, µαζί µε το µόνιµο προσωπικό της στα Προγράµµατα εργασίας που οι Υπηρεσίες της καθόριζαν. Έτσι οι ένδικες συµβάσεις είχαν από την αρχή όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί ουδεμία εποχικότητα ή έκτακτη ανάγκη υπήρχε στη φύση και το περιεχόμενο της παρεχομένης εργασίας τους. Ανεξάρτητα επομένως εάν προσλήφθηκαν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκώς ανανεούμενες από το έτος 2002 και μετά, ως δήθεν έκτακτο προσωπικό κάλυψαν πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του ΟΤΕ. Ο χρονικός περιορισμός των αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων δεν δικαιολογούνταν από λόγους αντικειμενικούς, από την εποχικότητα των έργων της αναιρεσείουσας, ούτε από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υπαγορεύτηκε από κάποιο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος. Επομένως οι ανωτέρω συμβάσεις συνήφθησαν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, ως προς τον καθορισµό ορισµένης διάρκειας, συνιστούν ενιαία σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και µετά τη συµφωνηµένη λήξη τους, κατ' εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ. 1 του παραρτήµατος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, µη εφαρµοζοµένων στην περίπτωση αυτή των απαγορεύσεων που επιβάλλουν ο ν. 2190/1994 και το άρθρο 24α του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία αναγνώρισε, ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν µε την αναιρεσείουσα µε µία ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει τις µηνιαίες αποδοχές τους. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, των άρθρων 2 παρ. 2,24α του Γ.Κ.Π.-ΟΤΕ, 13 του νόμου 2190/1994,8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, για την παραβίαση των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να κρίνει, όπως πιο πάνω αναφέρεται, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη κατά το μέρος που αναφέρεται στους αναιρεσίβλητους 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ8, 6) Ψ9, 7) Ψ10, 8) Ψ11, 9) Ψ14, 10) Ψ15, 11) Ψ18 και 12) Ψ20.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2509/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους παραπάνω αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, των άρθρων 2 παρ. 2, 24α του Γ.Κ.Π. - ΟΤΕ, 13 του νόμου 2190/1994, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, για την παραβίαση των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 302/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Καστρήσιο.
Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. Δ. Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΤΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτού, ως υποκαταστάτου κατά το νόμο της διπλωματούχου αρχιτέκτονος μηχανικού .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3060/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 2-10-2001 αίτησή του. Η συζήτηση της υπόθεσης που προσδιορίστηκε για τις 5-10-2004 ματαιώθηκε. Επανέρχεται σήμερα για συζήτηση με την από 31-1-2008 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 27-9-2004 έκθεση της Αρεοπαγίτου Νίκης Γιαννακάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την αληθή έννοια της εν λόγω διατάξεως ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.
Συνεπώς είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, λαμβανομένου υπόψη παρά του Αρείου Πάγου του δικογράφου της ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης(άρθ. 56I παρ. 2 ΚΠολΔ) με αυτήν το αναιρεσίβλητο, ως εκ του νόμου υποκατάστατο της αρχιτέκτονος μηχανικού και μέλους του ..., ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων-εναγόμενος εντολέας της να του καταβάλει το συνολικό ποσό των δρχ. 8. 974. 269, εντόκως από της οχλήσεως του, ως οφειλομένη συμφωνηθείσα αμοιβή της για την εκπόνηση παρ' αυτής των σ'αυτή αναφερομένων μελετών για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας και την παράδοσή τους σ' αυτόν κατά τη συμφωνία τoυς. Kατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, δια της οποίας κρίθηκε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή, ασκήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος έφεση, η οποία, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείoυ προκύπτει, απορρίφ8ηκε κατ'ουσίαν, επικυρωθείσης έτσι της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα, όπως από την απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ήχθη μόνο το κεφάλαιο της υπάρξεως της εκτάσεως της συμφωνίας του αναιρεσείoντος μετά της ανωτέρω εντολοδόχου μηχανικού, για τη σύνταξη των μελετών, χωρίς να θιγούν και να ερευνηθούν τα λοιπά κεφάλαια και ειδικότερα των επί μέρους εκτελεσθεισών εργασιών από την ανάδοχο μηχανικό, καθώς και το ύψος της αμοιβής και του τελικά επιδικασθέντος εκ της αιτίας αυτής ποσού στο υποκατάστατο αναιρεσίβλητο-ενάγον. Περί των μη προσβληθέντων ως άνω και μη αχθέντων προς κρίση ενώπιον του Εφετείου κεφαλαίων της πρωτοδίκου αποφάσεως γίνεται ειδική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση του. Επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της, με τον οποίο, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλεται αιτίαση του αναιρεσείοντος περί αντισυνταγματικότητας του νόμου και δη της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 6 του Π. Δ/τος 696/1974, όπως αντ. με το άρθο 2 του Π. Δ/τος 519/1989, κατά το μέρος που επιτρέπει τον καθορισμό με Υπουργική απόφαση τιμών μονάδων επί τη βάσει του ακτικειμενικού πρoσδιoρισμoύ της αξίας των ακινήτων, καθώς και άλλων μη προσδιοριζομένων παραγόντων (για τον καθορισμό της αμοιβής του μηχανικoύ), διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, με βάση δε την υπεξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε η 8I304/6033/6-I2-89 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημ. Έργων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το κεφάλαιο αυτό, κατά τα προεκτεθέντα, δεν πρoσεβλήθη και δεν ήχθη προς κρίση και έρευνα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Οκτωβρίου 2001 αίτηση του ..., για αναίρεση της με αριθμό 3060/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο λόγος από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 Κ.πολ.Δ, με τον οποίο, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου πάγου, προβάλλεται αιτίαση του αναιρεσείοντος περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 6 του Π.Δ/τος 696/1974, όπως αντ. με το αρθρο 2 του Π.Δ/τος 519/1989, κατά το μέρος που επιτρέπει τον καθορισμό με Υπουργική απόφαση τιμών μονάδων επί τη βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, καθώς και άλλων μη προσδιοριζομένων παραγόντων ( για τον καθορισμό της αμοιβής του μηχανικού), διότι συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, με βάση δε την επεξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε η 81304/6033/6-12-89 απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημ. Έργων, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το κεφάλαιο αυτό δεν προσεβλήθη και δεν ήχθη προς κρίση και έρευνα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 307/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κων/νο Φραγκανδρέα και Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4950/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-12-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά τη διεκδίκηση από αυτόν νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ", η οποία συγχωνεύθηκε με την εναγόμενη τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα), στις 2-11-1987 ως υπάλληλος αυτής. Από την πρόσληψή της υπηρέτησε στο κατάστημα της Τράπεζας Κρήτης στη ... και στη συνέχεια διαδοχικά στο κατάστημα ... στη Διεύθυνση Επιθεώρησης και στην Υπηρεσία Μετοχών. Το Μάρτιο του έτους 1999 τοποθετήθηκε αυθαίρετα στο Ταμείο Υγείας Ασφάλισης Προσωπικού Τραπεζών, το οποίο είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με τραπεζικές εργασίες, παρά το γεγονός ότι ήταν έμπειρη και ικανή υπάλληλος, πτυχιούχος Νομικής Σχολής και ομιλούσε τρεις ξένες γλώσσες (Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά). Στο εν λόγω Ταμείο επιδεινώθηκε λόγω της συνεχούς χρήσης βαριών μεταλλικών σφραγίδων, η τενοντίτιδα που είχε υποστεί και στα δυο χέρια. Προς αντιμετώπιση δε της κατάστασης αυτής της υγείας της οι γιατροί του Ταμείου της τοποθετούσαν επιδέσμους στα χέρια και ειδικά έμπλαστρα στον τράχηλο και στην ωμοπλάτη. Πλέον τούτων της χορηγούσαν ισχυρά αναλγητικά χάπια. Μετά την, κατά τα παραπάνω, επιδείνωση της υγείας της η ενάγουσα ζήτησε την απομάκρυνσή της από το Ταμείο Υγείας Ασφάλισης Προσωπικού Τραπεζών, αίτημα το οποίο δεν ικανοποιήθηκε. Συνέπεια της αρνητικής απέναντί της στάσης των οργάνων της εναγομένης (..., ...) ήταν να υποστεί κατάθλιψη και να εισαχθεί προς παρακολούθηση στη Νευρολογική Κλινική του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου. Επανέφερε το αίτημά της να επανέλθει στην προηγούμενη εργασία της στην Τράπεζα στο Διευθυντή προσωπικού της εναγομένης ... . Ο τελευταίος δεν ικανοποίησε και πάλι το αίτημά της και της πρότεινε να αποχωρήσει από την Τράπεζα με αποζημίωση 30.000 ευρώ και με εξάμηνη άδεια μετά αποδοχών, πράγμα που δεν αποδέχθηκε η ενάγουσα. Στη συνέχεια η εναγομένη με το από 19-11-2003 έγγραφό της κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της τελευταίας "... για ελλιπή υπηρεσιακή απόδοση και επαγγελματική ανεπάρκεια, μη τήρηση των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεων, ανεξάρτητα εάν εκ τούτων προεκλήθη ζημία ή όχι στην Τράπεζα και προσφέρουμε τη νόμιμη αποζημίωση ...". Οι επικαλούμενοι στο έγγραφο λόγοι δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πέραν των όποιων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, ήταν ικανή και έμπειρη περί τις τραπεζικές εργασίες υπάλληλος με αρκετά τυπικά προσόντα και συνεπής στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ορισμένες ημέρες καθυστερούσε να προσέλθει στην εργασία της και έλαβε αναρρωτική άδεια, κατά το χρονικό διάσημα που αντιμετώπιζε τα πιο πάνω προβλήματα υγείας. Δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι την τοποθέτηση - μετάθεσή της στο Ταμείο Υγείας Ασφάλισης Προσωπικού Τραπεζών ζήτησε η ίδια η ενάγουσα και ότι η θέση αυτή είναι καλλίτερη από αυτήν που μέχρι τότε κατείχε. Υπό τα περιστατικά αυτά η καταγγελία δεν έγινε "... για ελλιπή υπηρεσιακή απόδοση και επαγγελματική ανεπάρκεια και μη τήρηση των συμβατικών και νομίμων υποχρεώσεων ..." της ενάγουσας αλλά από λόγους εκδικητικούς των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς το πρόσωπό της στην προσπάθειά της να δικαιωθεί εξαιτίας της προαναφερόμενης δυσμενούς μεταβολής των όρων εργασίας της. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας με την ενάγουσα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και ότι, επομένως, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, για το χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής και, κατά συνέπεια, άκυρης, αρκέστηκε στα γενόμενα δεκτά από αυτό περιστατικά ότι η ενάγουσα ήταν ικανή και έμπειρη περί τις τραπεζικές εργασίες υπάλληλος με αρκετά τυπικά προσόντα και συνεπής στην εκτέλεση των καθηκόντων της, προς αντίκρουση των αναφερομένων στην καταγγελία λόγων που επικαλέστηκε γι' αυτήν η εναγομένη, που δεν αρκεί να είναι αναληθείς, και ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής έγινε από λόγους εκδικητικούς των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης προς το πρόσωπό της, στην προσπάθειά της να δικαιωθεί εξαιτίας της προαναφερόμενης δυσμενούς μεταβολής των όρων εργασίας της. Συνέδεσε, δηλαδή, το ανωτέρω περιστατικό (της εκδικητικής συμπεριφοράς) με την παραπάνω μεταβολή και στην προσπάθεια της αναιρεσίβλητης να δικαιωθεί, χωρίς να δεχθεί ότι συνέτρεχαν και άλλες περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με τα άνω δεκτά γενόμενα, να καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική, όπως ότι η προαναφερόμενη μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο, τους όρους της συμβάσεως και τα όρια που ορίζονται στο άρθρο 281 ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας. Το δικαίωμα αυτό προσδιορίζει την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον δυνατό προσφορότερο τρόπο. Η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρ. 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν δύναται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4950/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας , τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ.- Απαιτείται η καθ΄ τπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 308/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, η οποία ενεργεί για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Τ1 και Τ2, ως ασκούσα νόμιμα την γονική μέριμνα αυτών, κατοίκων ... 2) Χ2, 3) ...συζ. Χ2, κατοίκου ..., 4) ... του Χ2, κατοίκου ... 5) α. Χ3, β. Χ1, γ. Χ4 και δ. Χ5, οι οποίοι συνεχίζουν την δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 14-4-2006 αρχικού ενάγοντος Φ1 και 6) Χ3. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρουμελιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "DODONI MARITIME COMPANY LIMITED", πλοιοκτήτριας του με Κυπριακή σημαία πλοίου "M... A...", που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εταιρεία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ....και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ραψομανίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2003 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 3ης, 4ου, και 6ης αναιρεσιβλήτων, καθώς και του ήδη αποβιώσαντος Φ1υ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4879/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 384/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αρχικώς ενάγοντες με την από 19-1-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 958/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 § 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 § 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην § 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση (ΟλΑΠ 39/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση η από 4-2-2008 αίτηση των: 1) Χ1, η οποία ενεργεί για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της Τ1 και Τ2, 2) Χ2, 3)...συζύγου Χ2, 4) ... του Χ2, 5) α) Χ3, β) Χ1, γ) Χ4 και δ) Χ5, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 14-4-20006 Φ1, και 6) Χ3, κατά της υπ' αριθμ. 958/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, ύστερα από αναβολή εκ του πινακίου της δικασίμου της 17-2-2009 με αίτημα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Όπως προκύπτει από τα πρακτικά, κατά τη εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, παρέστησαν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ρουμελώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο τελευταίος, όμως, δεν αποδεικνύει με τους τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 § 1 ΚΠολΔ την πληρεξουσιότητά του για τους με αριθμούς 2, 3, 4, 5 α' , β', γ', δ'και 6 των αναιρεσειόντων, χωρίς παράλληλα να βεβαιώνεται, θεωρούμενοι ως απολειπόμενοι, ότι κλητεύθηκαν από τη νομίμως παριστάμενη ομόδικό τους πρώτη των αναιρεσειόντων, για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο ή την μετ' αναβολή και σημειούμενη στην αρχή της παρούσας, ή την αναιρεσίβλητη, με άμεση δικονομική συνέπεια το απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως ως προς όλους τους διαδίκους. Σημειώνεται ότι από το προσκομιζόμενο από τους αναιρεσείοντες με αριθμό ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Δέσποινας Μηλιώτη- Δενδρινού προκύπτει ότι οι 2ος, 3η, 4ος και 6η των αναιρεσειόντων διόρισαν ειδική πληρεξούσια την 1η αναιρεσείουσα και παρέσχον σ' αυτήν την εντολή να τους εκπροσωπεί και στον Άρειο Πάγο και να διορίζει και άλλους πληρεξούσιους δικηγόρους ή όχι με τις ίδιες ή λιγότερες εντολές. Επίσης, με το υπ' αριθμ ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Νικαίας Ασημίνας Σκλαβενίτου- Σαράντου οι με τον αριθμό 5 γ' και δ' των αναιρεσειόντων διόρισαν γενική και ειδική πληρεξούσιά τους την 1η αναιρεσείουσα και παρέσχον σ' αυτήν την εντολή να τους εκπροσωπεί και στον Άρειο Πάγο και να διορίζει πληρεξούσιους δικηγόρους με τις ίδιες ή λιγότερες εντολές. Όμως, στο προσκομιζόμενο επίσης από τους αναιρεσείοντες με αριθμό ... ειδικό πληρεξούσιο της τελευταίας πιο άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα διόρισε γενικό και ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και αντίκλητό της τον παραπάνω δικηγόρο Γεώργιο Ρουμελιώτη, δεν αναφέρεται ότι η πιο πάνω εντολέας ενεργεί και για λογαριασμό των υπολοίπων αναιρεσειόντων δυνάμει των πληρεξουσίων που προαναφέρθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 4-2-2008 αίτησης αναίρεσης (με αριθμό κατάθεσης 13/2008) κατά της υπ' αριθ. 958/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ρητή πληρεξουσιότητα-. Αν ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει. Αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι΄ αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ΄ αυτήν, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν έστω και απλούς ομοδίκους τους.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 292/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη, περί αναιρέσεως της 464/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
,ο Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 934/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2, 3 Ν. 998/1979 ως δασική έκταση χαρακτηρίζεται κάθε έκταση επιφανείας του εδάφους η οποία καλύπτεται από αραιά ή πενιχρά, υψηλή ή θαμνώδη ξυλώδη βλάστηση οιασδήποτε διάπλασης, που μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα πιο πάνω φυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Στα δάση ή τις δασικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και οι, εντός αυτών, οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές, ή αλπικές ζώνες των ορέων. Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις δεν μεταβάλλουν τον, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, χαρακτήρα τους και όταν ακόμη εντός αυτών υφίστανται μεμονωμένα ή εγκατασπαρμένα καρποφόρα δένδρα ή συστάδες τέτοιων δένδρων. Εξάλλου με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε επ` αυτών πράξη νομής και ότι τα επί ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή. Επίσης, το Δημόσιο τυγχάνει κύριο όλων των δασών της χώρας τα οποία δεν έχουν αναγνωρισθεί νόμιμα ως ιδιωτικά. Μόνη η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτή ως διακατοχική πράξη. Περαιτέρω, στο άρθρο 14 του Ν. 998/1979 ορίζονται τα εξής : "1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τας εν άρθρ. 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ' αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπον αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις ... δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη ... Η πράξις αυτή κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα ... 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου, εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή, εφ' όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρ. 10 παρ. 3 επιτροπής δασικών αμφισβητήσεων του νομού, εις όν ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ` όψιν τον σχετικόν φάκελον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. ...". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 3, 11 παρ. 1, 12 παρ. 1, 2, 4, 5 και 7, 13 παρ. 1 και 3, 14 και 41 του Ν. 998/1979, προκύπτει ότι οι δύο διαδικασίες, δηλαδή η διαδικασία προσωρινής επίλυσης αμφισβητήσεων για το χαρακτήρα έκτασης ως δάσους (ή δασικής έκτασης) ή μη, η οποία γίνεται από τον οικείο δασάρχη, και η διαδικασία κήρυξης έκτασης ως αναδασωτέας, η οποία γινόταν από το νομάρχη και ήδη από τον γενικό γραμματέα περιφέρειας (Ν. 2503/1997, Α' 107), είναι διαδικασίες, κατ' αρχήν, διακεκριμένες μεταξύ τους. Ειδικότερα, η κήρυξη έκτασης ως αναδασωτέας επιβάλλεται, κατά το Σύνταγμα και το νόμο, υποχρεωτικώς, με σκοπό να ανακτήσει η συγκεκριμένη έκταση τον χαρακτήρα της ως δάσους ή δασικής έκτασης, τον οποίο απώλεσε για ένα από τους λόγους που μνημονεύονται στο άρθρο 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Πρόκειται, δηλαδή, για διαδικασία αποκατάστασης ή ανάκτησης φυσικού κεφαλαίου που καταστράφηκε, δηλαδή του δασικού οικοσυστήματος, η οποία διακρίνεται σαφώς από τη διαδικασία έγκυρης διαπίστωσης ότι ορισμένη έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του Α. Ν. 1539/1938, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δρχ.". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος, απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημόσιου κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για τέτοιο κτήμα και γ) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με τις πράξεις της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος και της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τις υπ' αριθμ. 929 και 928/16-3-1999 πράξεις του Διευθυντή Δασών ... χαρακτηρίστηκαν δύο όμμορα ακίνητα, το πρώτο υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, ...Ψ, Ω, Α1, Β1, Γ1, ...Ψ1, Ω1, Α2, Α, εμβαδού 13.514,45 τ.μ. και το δεύτερο υπό στοιχεία Α2, Β2, Γ2, ...Ο2, Π2, Ρ2, Α2, εμβαδού 13.866,90 τ.μ., που βρίσκονται στη θέση "..." ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... νομού ... και περιγράφονται στα από Οκτώβριο 1996 τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού ..., ως δασικές εκτάσεις του άρθρ. 3 παρ. 3 ν. 998/1998. Κατόπιν προβληθεισών ενστάσεων από τον κατηγ/νο, στις 16/6/2000 συνεδρίασε η πρωτοβάθμια επιτροπή επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων Ν. ... και με την υπ' αριθμ. 24/16-6-2000 απόφαση της, που δημοσιεύθηκε τη 1/5/2002, έκρινε ότι τμήμα, εμβαδού 3.058 τ.μ., από το πρώτο από τα πιο πάνω ακίνητα είναι γεωργική έκταση, ενώ το υπόλοιπο του πρώτου ακινήτου, εμβαδού 10.456,45 τ.μ., είναι δασική έκταση και ότι όλο το δεύτερο ακίνητο (εμβαδού 13.866,90 τ.μ.) είναι επίσης δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία. Ο κατηγ/νος για τις προαναφερόμενες εκτάσεις άσκησε δύο αναγνωριστικές αγωγές σε βάρος του Οργανισμού Διοίκησης και Διαχείρισης Μοναστηριακής Περιουσίας Ν. ... (ΟΔΔΜΠ ν. ...) και με τη συνομολόγηση του παραπάνω εναγομένου, αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθμ. 350/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ότι κατέστη από τον κατηγ/νο κύριος έκτασης 13.514,45 τ.μ., που εκτιμάται ότι συμπίπτει με το πρώτο από τα προαναφερόμενα ακίνητα καθώς και κύριος με έκτακτη χρησικτησία έκτασης 7.941,83 τ.μ., που αποτελεί μέρος του δεύτερου από τα παραπάνω ακίνητα, ενώ με την υπ' αριθμ. 93,1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων αναγνωρίσθηκε κύριος με έκτακτη χρησικτησία, και έκτασης 5.925,14 τ.μ., που αποτελεί το υπόλοιπο τμήμα του δεύτερου από τα παραπάνω ακίνητα (7.941,83 + 5.925,14 =) 13.866,97 τ.μ., όπως εκτιμάται. Ωστόσο, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 3552/12-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και τα δύο προρρηθέντα ακίνητα είναι κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Εξ άλλου, ο μάρτυρας υπεράσπισης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου δεν ανέφερε κάποια διακατοχική πράξη του κατηγ/νου σ' αυτά, παρά μόνο ότι αυτός άσκησε τις προαναφερθείσες αγωγές. Η επικαλούμενη από τον κατηγ/νο και το μάρτυρά του αγορά από τον κατηγ/νο έκτασης 6.092,64 τ.μ. από τον Οργανισμό Διοίκησης Μοναστηριακής Περιουσίας ν. ... με βάση το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίας Φαλαγγάρη δεν προκύπτει ότι συμπίπτει με κάποιο τμήμα από τις εν λόγω εκτάσεις, άλλωστε ο κατηγορούμενος, προέβη στην καταχώρηση αυτών των εκτάσεων στο Εθνικό Κτηματολόγιο, επικαλούμενος ως αιτία κτήσης για αμφότερες μόνο έκτακτη χρησικτησία. Παραπέρα, το ότι απερρίφθησαν οι ενστάσεις του Ελληνικού Δημοσίου από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή του Εθνικού Κτηματολογίου στις 6/6/2007 (βλ. προσαγόμενα από κατηγ/νο 0801050 και 08020051 αποφάσεις, που αναγνώσθηκαν) δεν δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο κυριότητας του κατηγ/νου επί των ειρημένων ακινήτων, αφού το Ελληνικό Δημόσιο έχει δικαίωμα άσκησης αγωγής εντός επτά ετών από της εγγραφής στο κτηματολόγιο (23/5/2007) (άρθρ. 6 και 7 ν. 2664/1998). Εξ άλλου, τα κτήματα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (βλ. ΑΠ 76/1987 ΝοΒ 35.1394, ΑΠ 52/1985 ΝοΒ 33.1425). Περαιτέρω και ενώ, με βάση τα προεκτιθέμενα, αναμφισβήτητα η κυριότητα των προμνημο-νευόμενων ακινήτων ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ο κατηγ/νος, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου 2002, και ενώ γνώριζε, κατά τα προλεχθέντα, ότι το Δημόσιο τα θεωρούσε δικά του και μάλιστα δασικές εκτάσεις, προέβη αυτογνωμόνως με ερπυστριοφόρο όχημα σε κατάληψη τμήματος 7.350 τ.μ. από το πρώτο ακίνητο (εμβαδού 13.866,90 τ.μ.) και τμήματος 5.050 τ.μ. από το δεύτερο ακίνητο (εμβαδού 13.866,90 τ.μ.). Σκοπός δε αυτής της ενέργειάς του, λαμβανομένης υπόψη και της προηγούμενης σχετικά δραστηριότητάς του κατηγ/νου, που προεκτέθηκε, ήταν η απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας επί αυτών των εκτάσεων που κατέλαβε. Επίσης, με την πιο πάνω εκχέρσωση κατέστρεψε την αυτοφυή δασική βλάστηση στα εν λόγω καταληφθέντα τμήματα, αποτελούμενης σε ποσοστό πάνω από 40% από είδη ασπαλάνθου και αγριοχαρουπιάς και ποώδη βλάστηση αλαδανιάς, θύμου, αστιβάδας, καταστρέφοντας κατά μεγάλο μέρος και τις ρίζες τους. Σημειώνεται ότι, οι εκτάσεις, που κατά τα παραπάνω κατέλαβε παράνομα και εκχέρσωσε ο κατηγ/νος φαίνονται στα από 11/6/2002 δύο τοπογραφικά διαγράμματα του δασοπόνου ... που επισυνάπτονται στην υπ' αριθμ. 3552/19-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και τα οποία αναγνώσθηκαν, με την πιο πάνω δε απόφαση οι παραπάνω καταληφθείσες από τον κατηγ/νο εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού έκρινε τυπικά δεκτή την με αριθ. εκθέσεως 40/12-3-2008 έφεση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χανίων κατά της 728/3-3-2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών και 12 μηνών και χρηματική ποινή 300 € και 1500 €, αντίστοιχα και συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 € την ημέρα και συνολική χρηματική ποινή 1.600 €. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι, στα ... , κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2002 με μία πράξη τέλεσε με πρόθεση περισσότερα αδικήματα ... και ειδικότερα: Α. Στον ως άνω τόπο και χρόνο και στη δασική περιοχή ..., αυτογνωμόνως κατέλαβε ακίνητο που ανήκει στην αδιαμφισβήτητη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας. Ειδικότερα, κατέλαβε, δημόσια δασική έκταση, που αποτελείται από δύο τμήματα εμβαδού επτά κόμμα τριακοσίων πενήντα (7,350) και πέντε κόμμα μηδέν πενήντα (5,050) στρεμμάτων και συνολικά έκτασης εμβαδού δώδεκα κόμμα τεσσάρων (12,4) στρεμμάτων, εκχερσώνοντας αυτή με ερπυστριοφόρο μηχάνημα, με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας επ' αυτής.
Β. Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση καθώς και παρέβλαψε την κατά προορισμό χρήση αυτής και συγκεκριμένα με ερπυστριοφόρο μηχάνημα εκχέρσωσε, την στην υπό στοιχ. Α' του παρόντος αναφερόμενη, δασική έκταση, κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, καταστρέφοντας την αυτοφυή δασική βλάστηση, από είδη ασπαλάθου και αγριοχαρουπιάς σε ποσοστό εδαφοκαλύψεως πάνω από σαράντα τα εκατό καθώς και ποώδη βλάστηση αλαδανιάς θύμου, αστιβάδας κλπ. απομακρύνοντας τη δασική βλάστηση και καταστρέφοντας κατά μεγάλο μέρος και το ριζικό σύστημα αυτής. Η έκταση δε αυτή εμφαίνεται στα τοπογραφικά διαγράμματα ένα και δύο, τα οποία είναι υπογεγραμμένα από τον Διευθυντή Δασών ... και προσαρτημένα στην 3552/19-6-2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα περιφέρειας Κρήτης με την οποία η ανωτέρω έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, ως προς την πράξη της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ανωτέρω άρθρου την οποία διάταξη, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε, αιτιολογημένα, συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι, με τις αναφερόμενες δύο αποφάσεις του Νομάρχου (Διεύθυνση Δασών ...), χαρακτηρίσθηκαν ως δασικές εκτάσεις τα λεπτομερώς περιγραφόμενα κατά θέση, έκταση και όρια και στα μνημονευόμενα τοπογραφικά διαγράμματα αποτυπούμενα όμορα εδαφικά τμήματα. Μετά δε την υποβολή από τον αναιρεσείοντα ενστάσεων κατά των αποφάσεων αυτών εκδόθηκε η αναφερόμενη στο σκεπτικό απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής δασικών αμφισβητήσεων. Με την απόφαση αυτή, η οποία δεν προέκυψε ότι προσβλήθηκε ενώπιον της δευτεροβάθμιας Επιτροπής, περιορίσθηκε το εμβαδόν της πρώτης δασικής εδαφικής έκτασης από 13.514,45 τ.μ. σε 10.456,45 τ.μ., ενώ για την δεύτερη εδαφική έκταση κρίθηκε ότι τύγχανε, για όλο το εμβαδό της των 13.866,90 τ.μ., δασική. Η κρίση αυτή, εφόσον δεν προσβλήθηκε στη δευτεροβάθμια επιτροπή, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ήταν δεσμευτική ως προς τον χαρακτηρισμό των δύο εδαφικών εκτάσεων ως δασικών, με αποτέλεσμα κύριος αυτών να τυγχάνει το Δημόσιο, το οποίο και θεωρείται, όπως λέχθηκε ανωτέρω, νομέας αυτών. Εφόσον δε η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι πράξεις διακατοχής επί των ακινήτων δεν άσκησε ο αναιρεσείων, αυτά τελούσαν, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, υπό την αναμφισβήτητη κατοχή και κυριότητα του Δημοσίου. Με βάση λοιπόν τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι δύο εδαφικές εκτάσεις τελούσαν υπό την αναμφισβήτητη κυριότητα νομή και κατοχή του Δημοσίου και αβασίμως με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσειβαλλομένη διέλαβε ανεπαρκή επί του ζητήματος αυτού αιτιολογία. Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλει η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων άσκησε δύο αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκαν oι στο σκεπτικό μνημονευόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, και του Ειρηνοδικείου Χανίων, με τις οποίες, κατόπιν συνομολογήσεως του περιεχομένου τους από τον κατωτέρω εναγόμενο, αναγνωρίσθηκε κύριος, δι εκτάκτου χρησικτησίας, των αναφερομένων εκεί εδαφικών εκτάσεων. Τούτο δε διότι η αναγνώριση αυτή δεν έγινε με αντίδικο το Δημόσιο, το οποίο, όπως λέχθηκε, ενόψει του δασικού χαρακτήρα των εκτάσεων, ήταν ο κατά νόμο κύριος νομέας και κάτοχος αυτών, αφού διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τρίτο και ειδικότερα τον αναιρεσείοντα δε προέκυψε, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη, αλλά εναγόμενος ήταν ο Οργανισμός Διοίκησης Μοναστηριακής Περιουσίας. Αβασίμως λοιπόν, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως παραπονείται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε αιτιολογία επί των όσων προέκυπταν από τις αποφάσεις αυτές, οι οποίες, όπως λέχθηκε δεν είχαν οποιαδήποτε έννομη συνέπεια έναντι του Δημοσίου, καθόσον οι εκτάσεις αυτές, ως δασικές, ήσαν ανεπίδεκτες νομής από οποιονδήποτε τρίτο εκτός του Δημοσίου και κατ ακολουθία και χρησικτησίας, το δε γενόμενο δεκτό από τις αποφάσεις ότι τις εκτάσεις αυτές νεμόταν ο αναιρεσείων και έτσι κρίθηκε ότι κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία, δεν μπορεί να μεταβάλλει τον ανωτέρω χαρακτήρα των ακινήτων ως δασικών εκτάσεων, ούτε το ανωτέρω ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών ή να παραβλάψει τα επ αυτών ως άνω δικαιώματα του Δημοσίου. Ούτε τα ανωτέρω μεταβάλλονται, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί της εγγραφής των εν λόγω εδαφικών εκτάσεων, στο Κτηματολόγιο στο όνομα του αναιρεσείοντος, κατόπιν δηλώσεώς του, στηριζομένης στους ως άνω τίτλους κυριότητας δηλ. στις ανωτέρω αποφάσεις που τον αναγνώρισαν ως κύριο δι εκτάκτου χρησικτησίας και περί της απόρριψης της ενστάσεως του Δημοσίου κατά της εγγραφής αυτής. Τούτο δε διότι, όπως ορθώς δέχθηκε η απόφαση του Εφετείου, η εγγραφή αυτή δεν οριστικοποιήθηκε, αφού δεν παρήλθε η προθεσμία για το Δημόσιο της αμφισβητήσεώς της, με την έγερση της οικείας αγωγής, οπότε και δεν επήλθε η, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 2664/1998 "Εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", έννομη συνέπεια της δημιουργίας αμάχητου τεκμηρίου περί του εγγραφέντος δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί των ανωτέρω εκτάσεων, τις οποίες αυτός δεν δήλωσε ως δασικές, όπως και ήσαν νομίμως χαρακτηρισμένες. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβη σε κατάληψη των αναφερομένων εκεί τμημάτων των δασικών αυτών εκτάσεων, δια της εκχερσώσεως αυτών, χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας, εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτές είχαν χαρακτηρισθεί αρμοδίως ως δασικές και τελούσαν υπό την αναμφισβήτητη νομή κατοχή και κυριότητα του Δημοσίου. Της εκχερσώσεως, όπως δέχθηκε η απόφαση, επακολούθησε σε σύντομο χρονικό διάστημα (2 μήνες περίπου), η έκδοση της αναφερομένης 3352/12-6-2002 αποφάσεως του Γ.Γ. της Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία τα τμήματα αυτά, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, κηρύχθηκαν αναδασωτέα, προκειμένου να αποκατασταθεί πλήρως η διαταραχθείσα, με την παράνομη επέμβαση του αναιρεσείοντος, ισορροπία του δασικού οικοσυστήματος στην ανωτέρω θέση και περιοχή. Η απόφαση αυτή, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές, καταδεικνύει την ύπαρξη κυριότητας νομής και κατοχής επί των εκτάσεων αυτών εκ μέρους του Δημοσίου, το οποίο αμέσως αντέδρασε στην προσβολή του δασικού οικοσυστήματος που επιχείρησε ο αναιρεσείων, αβασίμως δε υποστηρίζει ο τελευταίος, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938, ότι από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει ότι το Δημόσιο κατέστη αναμφισβήτητος κύριος νομέας και κάτοχος των εκτάσεων αυτών, με την εν λόγω απόφαση περί αναδασώσεως των εκτάσεων που εκχερσώθηκαν παρανόμως, αφού, όπως λέχθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναμφισβήτητη κυριότητα νομή και κατοχή του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτών, υπήρξε κατά νόμο συνέπεια του χαρακτηρισμού τους, κατά την από τις προαναφερθείσες διατάξεις, προβλεπομένη διαδικασία, ως δασών και δασικών εκτάσεων, λόγω της φύσεως και μορφολογίας του εδάφους και της καλύψεως του με την ανωτέρω δασική βλάστηση, κάτι που δέχθηκε για ολόκληρο το ένα ακίνητο και για το μεγαλύτερο τμήμα του άλλου, όπως λέχθηκε και η πρωτοβάθμια Επιτροπή δασικών αμφισβητήσεων, με την παρατιθέμενη στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφαση. Κατ ακολουθία τούτων οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' τρίτος και δεύτερος, αντίστοιχα, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ποινικών διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως, όσον αφορά το πρώτο αδίκημα της αυθαίρετης κατάληψης με τον προαναφερθέντα τρόπο των ανωτέρω τμημάτων των δασικών εκτάσεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 α ΚΠΔ), διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ο αριθμός της πράξεως του Προϊσταμένου του Εφετείου, με την οποία ορίσθηκε ο Προεδρεύων Εφέτης για να προεδρεύσει του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των. Τούτο δε διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 εδ. δ' και 5 παρ. 1 περ. Α' εδ. γ του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 1968/1991, συνάγεται ότι αρκεί η αναφορά ότι κωλύονται οι Πρόεδροι Εφετών και οι αρχαιότεροί του Εφέτες που υπηρετούσαν τότε στο Εφετείο Κρήτης, οπότε, εκ του νόμου (ανωτέρω διατάξεις), τύγχανε αναπληρωτής των κωλυομένων και νομίμως προέδρευσε του Εφετείου. Η μνεία και αποφάσεως του Προϊσταμένου με την οποία θα οριζόταν ο ανωτέρω, όπως ορίζει η διάταξη της παραγ. 2 του άρθρου 5, θα απαιτούταν μόνον αν δεν περιείχε η απόφαση την ανωτέρω αναφορά, προκειμένου να διαπιστωθεί αν νομίμως ο συγκεκριμένος δικαστής προέδρευσε του Εφετείου. IV. Kατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης. Από τη διάταξη συνάγεται με σαφήνεια, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαιά της και ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έχει εξουσία να κρίνει, σύμφωνα και με την αρχή, "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνον επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως και αν δεν πράξει τούτο ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγος για έλλειψη ακροάσεως. Αν αντιθέτως το εφετείο αποφασίσει και για μη μεταβιβασθέν σ αυτό με την έφεση κεφάλαιο τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και επί εφέσεως, η οποία ασκείται από τον Εισαγγελέα κατ άρθρο 486 παρ. 1 γ ΚΠΔ, που πρέπει, κατά την παραγ.3 της ίδιας διάταξης, να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Στην κρινόμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως λέχθηκε ανωτέρω, με την πρωτόδικη 728/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Χανίων κηρύχθηκε αθώος των πράξεων: α) της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας έκτασης (23 παρ. 1 Α.Ν. 1539/1938) και β) της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής εκτάσεως (71 παρ. 3-1 Ν. 998/1979). Κατά της αποφάσεως ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημ/κων η με αριθμό εκθέσεως 40/12-3-2008 έφεση. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της εκθέσεως εφέσεως προκύπτει ευθέως ότι με αυτή πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην έκθεση εφέσεως, μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αθώωση για την πρώτη από τις ανωτέρω πράξεις, ως προς το οποίο και μόνον, κατά τα ανωτέρω, μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο όμως, με την προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο το αναιρεσείοντα και των δύο πράξεων και του επέβαλε τις ανωτέρω ποινές. Έτσι όμως, κατά τα ανωτέρω, υπέπεσε στην παράβαση της υπερβάσεως εξουσίας.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρεσέως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο της, ως και εκείνο περί επιμετρήσεως στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής ποινής και καθορισμού συνολικής στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο αυτό δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 464/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης και δη κατά το κεφάλαιό της περί κηρύξεως ενόχου του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής εκτάσεως, ως και της επιμετρήσεως ποινών (φυλακίσεως και χρηματικής) για αυτήν και τον καθορισμό συνολικής ποινής φυλακίσεως και χρηματικής. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά τα αναιρεθέντα ως άνω κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυθαίρετη κατάληψη δημόσιας έκτασης. Έννοια. Στοιχεία. Πότε τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου. Δημόσια κτήματα. Δάση. Δασικές εκτάσεις. Έννοια (ΑΕΔ 27/1999, ΑΠ 1906/2006). Κύριος και νομέας το Δημόσιο και αν δεν ασκεί πράξεις νομής. Τρόπος αναγνώρισης δασικού χαρακτήρα εκτάσεως. Επίλυση αμφισβητήσεων. Διαδικασία κηρύξεως αναδασωτέας εκτάσεως. Συνέπειες (ΣτΕ 2441/2008). Πλήρης αιτιολογία. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Έννοια. (ΑΠ 731/2009 ΑΠ 250/2009). Έφεση. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα κατ' άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ. Έννοια. Αθωωτική απόφαση για δύο πράξεις. Έφεση εισαγγελέως Πρωτοδικών που αφορά την μία πράξη. Καταδίκη και για τις δύο πράξεις. Υπέρβαση εξουσίας. Αναίρεση για την πράξη αυτή, που αφορά παράνομη εκχέρσωση δημόσιας δασικής έκτασης. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως με λόγους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' Δ' και Ε' ΚΠΔ για την άλλη πράξη της αυθαίρετης κατάληψης δημόσιας δασικής εκτάσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Δασικά αδικήματα.
| 0
|
Αριθμός 291/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 4503/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον ΑΑ.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 281/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' του Π.Κ. άμεσος συνεργός που τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, άμεσος συνεργός σε λαθρεμπορική πράξη, είναι εκείνος που με τη θέλησή του συνέπραξε, με οποιονδήποτε τρόπο, εν γνώσει ότι ο φυσικός αυτουργός διαπράττει το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής απόφασης, περιέχονται σ'αυτήν πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι συλλογισμοί υπαγωγής τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, ο μεν δεύτερος για λαθρεμπορία από κοινού, με άλλα πρόσωπα, και συγκεκριμένα για κατοχή τσιγάρων που είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, ο δε αναιρεσείων ως άμεσος συνεργός στην παραπάνω πράξη του δευτέρου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, από τα αναφερόμενα σ'αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Από το ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας τον Σεπτέμβριο του 2002 είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση δύο αποθηκευτικοί χώροι που βρίσκονταν στην περιοχή της γέφυρας του ... και στο ύψος του ..., ... για τους οποίους υπήρχαν πληροφορίες ότι εκεί φυλάσσονταν τσιγάρα. Στις 6-9-2002 εντοπίσθηκε ένα λευκό φορτηγάκι να κινείται μεταξύ των δύο αποθηκών. Το δρομολόγιο αυτό το έκανε 3-4 φορές. Όταν το φορτηγάκι πήγε στην αποθήκη που βρισκόταν κοντά στο Α' ΚΤΕΟ ακολούθησε έλεγχος. Ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του φορτηγού. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν αυτός που είχε ενοικιάσει τις αποθήκες. Μέσα στις εν λόγω αποθήκες βρέθηκαν μεγάλες ποσότητες τσιγάρων μέσα στα ράφια και στις συρταριέρες επίπλων. Το φορτηγάκι κινούνταν από τον ένα αποθηκευτικό χώρο στον άλλο. Μεταξύ των δύο αποθηκών υπήρχε απόσταση 2-3 χιλιομέτρων. Μετά από αυτό το γεγονός διεξήχθη προανάκριση από τα αρμόδια όργανα από την οποία προέκυψε ότι γινόταν λαθρεμπόριο τσιγάρων Το ίδιο αποδείχθηκε και στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ΑΑ και οι ΒΒ, και ΓΓ και ο ΔΔ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, στη ... και σε μη εξακριβωθείσα ημέρα του μηνός Αυγούστου 2002, μετά από συναπόφασή τους, εισήγαγαν στην Ελλάδα από άγνωστη χώρα μεγάλες ποσότητες πακέτων τσιγάρων τα οποία δεν έφεραν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης χωρίς την άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, και με αυτόν τον τρόπο, στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα που ανέρχονται σε ποσό μεγαλύτερο των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Τα εμπορεύματα αυτά είχαν σκοπό να τα εξάγουν στη συνέχεια σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς να τηρήσουν τις τελωνειακές διατυπώσεις, επιμελώς κρυμμένα σε συσκευασίες άλλων εμπορευμάτων (επίπλων) τα οποία θα εξήγαγαν νόμιμα. Για τον σκοπό αυτό εναπόθεσαν τις ποσότητες λαθραίων τσιγάρων σε αποθηκευτικό χώρο στην περιοχή της γέφυρας του ... ποταμού απ' όπου με φορτηγό αυτοκίνητο μετέφεραν σε αποθήκη που είχαν εκμισθώσει στην περιοχή Α' ΚΤΕΟ ... από την εταιρία "ΕΡΓΟΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΑΤΕΒΕ", όπου τα τοποθετούσαν μέσα σε συσκευασίες επίπλων και τα έστελναν με φορτηγό αυτοκίνητο στο ... Με την μέθοδο αυτή εισήγαγαν σε άγνωστη ημέρα του Αυγούστου 2002 τετρακόσια τριάντα τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια εβδομήντα (434.470) πακέτα τσιγάρα (20.160 πακέτα τσιγάρα ΣΟΒΕΡΕΙΝ ΚΙΝΓΚ ΣΑΪΖ και τα υπόλοιπα ΣΟΒΕΡΕΙΝ ΚΛΑΣΙΚ και τα μετέφεραν σταδιακά και στο διάστημα από 28-8-2002 έως 6-9-2002 στην αποθήκη της περιοχής ΚΤΕΟ, όπου τα έκρυψαν σε χαρτοκιβώτια που περιείχαν έπιπλα (συρταριέρες και καρέκλες γραφείου) και τα κατείχαν για τον σκοπό που προαναφέρθηκε. Ο τρόπος, με τον οποίο ενήργησε ο δεύτερος κατηγορούμενος και οι άλλοι συνεργάτες του κατά τα ανωτέρω (σύμπραξη περισσοτέρων του ενός προσώπων και οργάνωση εξαγωγής άλλων εμπορευμάτων προς απόκρυψη των λαθραίων), μαρτυρεί ότι για την πράξη τους αυτή μεταχειρίσθηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι διαφυγόντες δε δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, που υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ. Στις εν λόγω πράξεις των προαναφερομένων στις 6-9-2002, παρέσχε άμεση συνδρομή ο πρώτος κατηγορούμενος μεταφέροντας ως οδηγός με το ... φορτηγό αυτοκίνητο και επιλέγοντας ειδικό δρομολόγιο, με το οποίο απέφευγε τις πολυσύχναστες οδικές αρτηρίες και τον έλεγχο που συνήθως διενεργείται σε αυτές, μέρος του ανωτέρω εμπορεύματος από το χώρο της αποθήκευσης του ... ποταμού έως την περιοχή του Α' ΚΤΕΟ ..., διευκολύνοντας έτσι τους παραπάνω κατηγορούμενους στην τέλεση του αδικήματος της κατοχής των λαθρεμπορευμάτων με την εκ παραλλήλου αποφυγή της καταβολής των υπέρ του Δημοσίου δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τα αδικήματα που τους αποδίδονται σύμφωνα με το κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχεται ότι και οι δύο κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, την παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της άμεσης συνέργειας στην πράξη της από κοινού λαθρεμπορίας - κατοχής εμπορευμάτων, από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί κ.λ.π. του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και οι υπαίτιοι μεταχειρίσθηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα εξαγωγής εμπορευμάτων, που υπόκεινται σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι ο αναιρεσείων με τη θέλησή του συνέπραξε, οδηγώντας το ... φορτηγό αυτοκίνητο, μεταφέροντας τα λαθραία τσιγάρα από το χώρο της αποθήκευσης του ... ποταμού έως την περιοχή του Α' ΚΤΕΟ ..., διευκολύνοντας έτσι τους άλλους κατηγορουμένους στην τέλεση του αδικήματος της κατοχής των λαθροεμπορευμάτων με την εκ παραλλήλου αποφυγή της καταβολής των υπέρ του Δημοσίου δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, εν γνώσει του ότι οι φυσικοί αυτουργοί διαπράττουν το έγκλημα της λαθρεμπορίας, για τη μη διαπίστωση του οποίου απέφευγε αυτός κατά τη μεταφορά τις πολυσύχναστες οδικές αρτηρίες και τον έλεγχο που συνήθως διενεργείται σ' αυτές. Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από το ότι αναφέρεται ότι η μεταφορά από μέρους του αναιρεσείοντος ως οδηγού αφορά μέρος των λαθραίων τσιγάρων, με το ότι με την μεταφορά διευκόλυνε αυτός τους φυσικούς αυτουργούς στην τέλεση του αδικήματος της κατοχής λαθρεμπορευμάτων, με την εκ παραλλήλου αποφυγή της καταβολής των υπέρ του Δημοσίου φόρων κ.λ.π. Τέλος, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση, χαρακτήρισε τον αναιρεσείοντα ως άμεσο συνεργό και όχι ως απλό συνεργό στην πράξη της κατοχής λαθρεμπορευμάτων από μέρους των φυσικών αυτουργών, σύμφωνα με τα όσα στην αρχή της παρούσας αναφέρονται. Επομένως, οι δύο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ' και ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 859/2.2.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 4503/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία. Πλήρης και σαφής αιτιολογία.
|
Λαθρεμπορία
|
Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 290/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 548/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.11.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1661/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 398/10.12.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513§1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 18/2009 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., οδός ... αριθ. ..., κατά της υπ' αριθ. 548/29-9-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα :
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την υπ' αριθ. 1527/12-12-2006 απόφασή του αποφάνθηκε ότι η ενώπιόν του εισαχθείσα προς εκδίκαση κατηγορία για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 375§1 α Π.Κ.) σε βάρος της αναιρεσείουσας Χ, έχει τα στοιχεία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και δη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 375§§ 2 και 1 Π.Κ.), κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε τη υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα την υπ' αριθ. 160/ 18-12-2006 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 548/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία αυτό δέχθηκε τυπικά την έφεση αυτή και την απέρριψε κατ' ουσία.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 504§2 Κ.Π.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται επίσης κατά της απόφασης που κήρυξε το δικαστήριο υλικά αρμόδιο και που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση", κατά δε την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου (504§1 Κ.Π.Δ.), "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση, και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370) ...".
Από την ως άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αν με αυτή τούτο αποφάνθηκε τελειωτικά επί της κατηγορίας, ήτοι όταν απεκδύεται οριστικά της υπόθεσης και δεν είναι δυνατή κατά το νόμο η επανεισαγωγή αυτής στο δικαστήριο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. Α' σελ. 253 ΝΟ2, ΑΠ 157/57 Π.Χρ. Ζ/314 κ.α.) και ότι η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε ως αβάσιμη την ασκηθείσα έφεση κατά της απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία τούτο έκρινε αυτό αναρμόδιο καθ' ύλη δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 1310/2009, Π.Π. 207/55 κ.α.), δοθέντος ότι αυτή υπέκειτο σε έφεση (άρθρο 487 Κ.Π.Δ.). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθ. 18/2009 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ κατά της υπ' αριθ. 548/29-9-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 9-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 120 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάδιο της δίκης, όταν δε κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτήν, ενεργεί ότι και το συμβούλιο Πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 313, 315, 320 παρ. 2, 484 παρ. 1 και 504 παρ. 2 του ΚΠΔ, συνάγεται, ότι όταν οποιοδήποτε πολυμελές ποινικό δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιόν του, επειδή από τη συζήτηση προέκυψε βαρύτερος χαρακτηρισμός της πράξης, οπότε το έγκλημα υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα ανωτέρου δικαστηρίου, οφείλει να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση στο κρινόμενο απ' αυτό ως αναρμόδιο δικαστήριο, η δε σχετική απόφασή του επέχει, στην περίπτωση αυτή, θέση παραπεμπτικού βουλεύματος και υπόκειται στα κατά των παραπεμπτικών βουλευμάτων προβλεπόμενα μέσα και επομένως σε έφεση και αναίρεση (ΑΠ 1630/2002, 2454/2003, 1310/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ΚΠΔ, καμμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμμία διάταξη του ανακριτή δεν έχει κύρος αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, στην περίπτωση κατά την οποία ο Εισαγγελέας δεν υπέβαλε πρόταση για τους λόγους αναιρέσεως, που είναι ορισμένοι, αλλά εισήγαγε την υπόθεση στο δικαστήριο (ως συμβούλιο) και πρότεινε να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, διότι δεν χωρεί αναίρεση κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ενώ χωρεί, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά απέχει προκειμένου αυτή να εισαχθεί στο ακροατήριό του με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, κατά τα άρθρα 513 και επ. του ΚΠΔ, και υποβληθεί πρόταση επί της ουσίας του Εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την 1527/2006 απόφασή του αποφάνθηκε ότι η ενώπιόν του εισαχθείσα προς εκδίκαση κατηγορία για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 375 παρ. 1α ΠΚ) σε βάρος της αναιρεσείουσας Χ, έχει τα στοιχεία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και δη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 και 375 παρ. 1 και 10 ΠΚ), κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 548/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία αυτό δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την κρινόμενη αναίρεση, με λόγους που είναι ορισμένοι, χωρεί δε κατ' αυτής αναίρεση, διότι η σχετική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, επέχει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, θέση παραπεμπτικού για κακούργημα βουλεύματος (άρθρο 482 παρ. 1α ΚΠΔ). Ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου τούτου με την πρότασή του πρότεινε να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αναίρεση, διότι κατά της παραπάνω αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας δεν χωρεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως, το δικαστήριο πρέπει να απέχει από την ουσιαστική έρευνα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου η υπόθεση εισαχθεί στο ακροατήριό του με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας και υποβληθεί πρόταση επί της ουσίας του Εισαγγελέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει από την ουσιαστική έρευνα της από 23.11.2009 αιτήσεως της Χ για αναίρεση της 548/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου η υπόθεση εισαχθεί στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας, και υποβληθεί πρόταση επί της ουσίας του Εισαγγελέα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια αποφάσεως Πολυμελούς Δικαστηρίου που κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο καθ’ ύλη και παραπέμπει στο αρμόδιο δικαστήριο. Ένδικα μέσα κατά της αποφάσεως αυτής. Ακρόαση Εισαγγελέα. Ο Άρειος Πάγος απέχει να αποφασίσει διότι ο αρμόδιος Εισαγγελέας επί της ουσίας των λόγων αναιρέσεως δεν υπέβαλε πρόταση.
|
Αρμοδιότητα
|
Αρμοδιότητα.
| 0
|
Αριθμός 289/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 2) Χ2, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαραλαμπάκη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουλίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1148/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 360/20.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513§1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 5/21-7-2009 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Χ2 και β) Χ1, κατοίκων ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ' αριθ. 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ρητά από το νόμο παρέχεται το δικαίωμα αυτό.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1, όπως αντικ. με το άρθρο 2§2 Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από ο νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
2. Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 22 εδαφ. β. του Κ.Π.Δ., η απόφαση που απορρίπτει την εξαίρεση μπορεί να προσβληθεί με έφεση, αν και η οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης προσβάλλεται με έφεση και μόνον ταυτόχρονα με αυτήν.
Η επικαλούμενη δε από τους αναιρεσείοντες απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171§1α' του Κ.Π.Δ., για παραβίαση της "αρχής της αμεροληψίας", είναι αβάσιμη, διότι η ενδεχόμενη προσβολή της (αμεροληψίας), διά της μη εξαιρέσεως του Ανακριτού που ανωτέρω αναφέρεται, αντιμετωπίζεται από την επίσης παρατιθέμενη πιο πάνω διάταξη του άρθρου 22β του Κ.Π.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 159/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθ. 10/20-5-2009 έφεση των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων κατά του υπ' αριθ. 147/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, με το οποίο απορρίφθηκε η με ημερομηνία 3-3-2009 αίτηση των αναιρεσειόντων περί εξαιρέσεως του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Χανίων Θεοφάνη Ντάκουλα από την άσκηση των καθηκόντων του στη με ΑΒΜ.Α 06/210 ανακριτική δικογραφία, στην οποία οι αναιρεσείοντες εκατηγορούντο για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, με σκοπό την βλάβη άλλου και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 13γ,45, 216§§1 και 3 εδαφ. α' Π.Κ.).
Επειδή κατά την παρατιθέμενη παραπάνω διάταξη της παραγράφου "2" του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ. επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως μόνο κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά του βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθ. 5/2009 αίτηση αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 κατά του υπ' αριθ. 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και
ΙΙ) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 26-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Χ2 και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας Χ1.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ορίζεται ότι, κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Η τελευταία αυτή παράγραφος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, η οποίο περιόρισε πλέον την αναίρεση μόνον κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλευμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση με το προσβαλλόμενο 159/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης κηρύχθηκε απαράδεκτη η 10/20-5-2009 έφεση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων κατά του 147/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων με το οποίο απορρίφθηκε η με ημερομηνία 3-3-2009 αίτηση των αναιρεσειόντων για εξαίρεση του Ανακριτή του Πρωτοδικείου Χανίων Θεοφάνη Ντάκουλα από την άσκηση των καθηκόντων του στη με ΑΒΜ.Α 06/210 ανακριτική δικογραφία, στην οποία οι αναιρεσείοντες κατηγορούνται για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατά συναυτουργία, με σκοπό την βλάβη άλλου και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ. Επομένως, εφόσον κατά του παραπάνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν χωρεί αναίρεση, θα πρέπει, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων δικηγόρος να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του, να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα από τους αναιρεσείοντες (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 21-7-2009 αίτηση αναίρεσης των Χ2 και Χ1 κατά του 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως που απέρριψε ως απαράδεκτη έφεση εναντίον βουλεύματος.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 286/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 45/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ..., 2. ..., 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6. ..., 7. ..., 8. ..., 9. ..., 10. ..., 11. ..., 12. ..., 13. ..., 14. ... και 15. ...
Το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1641/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 31/20.1.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 10-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 45/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, εκθέτω τα εξής:
Κατά το αρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικώς, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Εξ άλλου, κατά μεν το αρθρ. 482 § 1 Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζήτηση την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του, κατά δε την παραγρ. 2 του ανωτέρω αρθρ. 476, ως αντικ. δ' άρθρ. 38 Ν. 3160/2003, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, το οποίο απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την ασκηθείσα έφεση κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται να άσκηση το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Σημειωτέον ότι, προ της ως άνω αντικαταστάσεως της παραγρ. 2 του αρθρ. 476 Κ.Π.Δ., αναίρεση επετρέπετο, όχι μόνο κατά της αποφάσεως, αλλά και κατά του βουλεύματος το οποίο απέρριπτε το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, προσβάλλεται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο το υπ' αριθμ. 45/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, διά του οποίου απερρίφθη ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 73/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας. "Ομως, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, κατά του προσβαλλόμενου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο. Επομένως, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να απορριφθή η από 10-11-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ' αριθμ. 45/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 15 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Κ.Ποιν.Δ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 Κ.Ποιν.Δ., πριν αντικατασταθεί κατά τα ανωτέρω, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με το 73/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κερκύρας για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 22 παρ. 4, 6 Ν. 2472/1997, σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμό εκθέσεως 21/14-8-2009 έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το 45/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, για το λόγο ότι τύγχανε παντελώς αόριστη. Κατά του βουλεύματος δε αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση με αριθμό εκθέσεως 4/10-11-2009 αίτηση αναιρέσεως. Όμως, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό εκθέσεως 4/10-11-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του 45/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την τροποποίηση του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ με άρθρο 38 παρ. 2 του Ν.3160/2003. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (ΑΠ 1247/2006, ΑΠ 209/2005) -.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 285/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 79/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1415/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 401/14.12.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 28-9-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κάτοικου ..., οδός ..., κατά της υπ' αριθ. 79/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και εκθέτω τα εξής:
I. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 79/2009 απόφασή του, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 11-9-2009, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) Ευρώ για την αξιόποινη πράξη της κατοχής ναρκωτικών (ηρωίνης και κοκαΐνης). Κατά την εκδίκαση της πράξεως αυτής ο αναιρεσείων παρέστη μετά του διορισθέντος από το δικαστήριο δικηγόρου Ιωαννίνων Βασιλείου Χριστοφορίδη.
II. Στις 28-9-2009 επιδόθηκε νομοτύπως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η από 28-9-2009 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος η οποία υπογράφεται από τον δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Χαρ. Αναγνωστόπουλο, χωρίς από τα στοιχεία της δικογραφίας να προκύπτει η ύπαρξη πληρεξουσίου ή άλλης γραπτής εξουσιοδότησης του αναιρεσείοντος, με το οποίο να δίδεται εντολή στον παραπάνω δικηγόρο, να ασκήσει αναίρεση ως αυτοπρόσωπός του. Ακόμη ο δικηγόρος αυτός (Αθαν. Αναγνωστόπουλος) δεν είναι ο παραστάς δικηγόρος του αναιρεσείοντος στην εκδίκαση της πιο πάνω υποθέσεως εφής εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι λοιπόν προφανές, ότι η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από το νόμο (άρθρο 465 παρ. 1 και 2 Ζ, σε συνδ. με το άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 28-9-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά της υπ' αριθ. 79/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 2-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που αυτός υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε, κατά τον χρόνο αυτό, δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 23-9-2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 28-9-2009, προσβάλλεται η με αριθ. 79/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτά πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο παρών αναιρεσείων, είχε ως συνήγορο υπερασπίσεως τον δικηγόρο Ιωαννίνων Βασίλειο Χριστοφορίδη που διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως. Με την προσβαλλομένη απόφαση καταδικάσθηκε για κατοχή ναρκωτικών, ως τοξικομανής, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 26-5-2009 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11-9-2009. Τη συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως, άσκησε εμπροθέσμως στις 28-9-2009, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, ο δικηγόρος Αθηνών Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος, χωρίς όμως, όπως λέχθηκε να έχει την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου ενώπιον του εκδόντος την καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου. Για την ασκηθείσα, κατά τον ανωτέρω τρόπο, αίτηση αναίρεσης ο παραπάνω δικηγόρος, δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσκόμισε για να προσαρτηθεί στην δήλωση αναιρέσεως, πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με την οποίαν να παρέχεται σε αυτόν εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου, ενώ δεν προσκομίσθηκε τέτοιο, έστω μεταγενέστερα και δη εντός 20 ημερών.
Συνεπώς το ένδικο τούτο μέσο ασκήθηκε απαραδέκτως. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23- 9 - 2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 79/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης που υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο που δεν παραστάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Δεν προσαρτάται στην αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο προς άσκηση της (465 παρ. 1 ΚΠΔ) ούτε προσκομίσθηκε εντός 20 ημερών. Απαράδεκτη η αίτηση κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 478/2009). Απορρίπτει.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 1
|
Αριθμός 284/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη προσωρινά κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 900/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.11.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1545/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 393/3.12.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32§§1+4, 138§2β, 485§1 Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 38/2-11-2009 (ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών ... αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδός ..., ήδη προσωρινά κρατούμενου, κατά του υπ' αρ. 900/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τ' ακόλουθα :
ΙΙ) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το υπ' αρ. 902/2009 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Περιφέρειας Εφετείου Θεσσαλονίκης όπως δικασθεί για α) ανθρωποκτονία από πρόθεση από κοινού (σε ήρεμη ψυχική κατάσταση) β) ληστεία από κοινού, γ) παράνομη οπλοφορία, δ) οπλοχρησία, ε) παράνομη κατοχή πυρομαχικών (αρ. 1, 14, 26§1α, 45, 94§1, 299§1, 380§1, Π.Κ. και αρ. 1§ 1α, 10§1, 13α, 14 Ν. 2168/93).
Μετά από έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος εξεδόθη το υπ' αρ. 900/2009 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η κριθείσα έφεσή του, ως προς τις υπό στοιχεία (ως ανωτέρω) α, β, ε πράξεις ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τις υπό στοιχ. γ, δ πράξεις παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας για τις οποίες έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής τους. Συγχρόνως διετάχθη η εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου, που του επεβλήθη με το 1/2009 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως του 1ου Ειδικού Ανακριτή Θεσ/νίκης, μέχρι συμπληρώσεως έτους.
ΙΙΙ) Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (που αφορά μόνο τις α' και β' πράξεις) είναι νομότυπη αφού ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή Φυλακών ... όπου κρατείται ο αναιρεσείων (474§ 1 Κ.Π.Δ.), εμπρόθεσμη κατ' αρ. 473§1 Κ.Π.Δ. αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 21-10-2009 και η αναίρεση ασκήθηκε την 2-11-2009 ημέρα Δευτέρα. Είναι επίσης παραδεκτή διότι στρέφεται κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση 483§1 Κ.Π.Δ. και περιέχει συγκεκριμένους (σαφείς) λόγους αναιρέσεως (αρ. 474§2, 484§1 Κ.Π.Δ.).
ΙV) Προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως :
Α) Ακυρότητα λόγω αναιτιολόγητης απορρίψεως του αιτήματος περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως.
Β) Απόλυτη ακυρότητα λόγω ακύρων πράξεων της προδικασίας (αρ. 484§1α Κ.Π.Δ.) και δη παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου κατά την προδικασία ήτοι των προβλεπομένων υπό του αρ. 96 Κ.Π.Δ. δικαιωμάτων και επόμενα. Η παραίτησή του από τα δικαιώματα του κατηγορουμένου δεν ήταν αληθής. Εσφαλμένως διαλαμβάνεται ότι κατά την απολογία του ενώπιον του ανακριτή παρουσία συνηγόρου επιβεβαίωσε την προανακριτική του απολογία με μία όλως ανατρεπτική των εις βάρος του κατηγοριών, κατά την άποψή του, αλλ' αντιθέτως ήσσονος ποινικής αξιολόγησης κατά την άποψη του Δικαστικού Συμβουλίου, επεξηγηματική διευκρίνιση (σελ. 11 αιτήσεως αναιρέσεως). Συνεπώς η παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων ως κατηγορουμένου, καθιστά άκυρη την έκθεση εξέτασής του, χωρίς να έχει σημασία το περιεχόμενο της κατάθεσής της και κατά πόσο διαφέρει ή συμπίπτει με αυτό της απολογίας ενώπιον του ανακριτή.
Γ) Εσφαλένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής και ποινικής διατάξεως διότι από την πρώτη στιγμή ισχυρίστηκε ότι υπήρξε απλός συνεργός στο αδίκημα της ληστείας, ότι βάση του συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού προκύπτει πως ουδέποτε πυροβόλησε τον Ψ, δεν είχε αντιληφθεί τον ανθρωποκτόνο δόλο του δράστη της ανθρωποκτονίας (ονόματι ΑΑ). Αμέσως μετά την σύλληψή του συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές. Εσφαλμένως παραπέμπεται ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται μόνο στις προπαρασκευαστικές πράξεις, πράξεις αναφορικά με το αδίκημα της ληστείας, αλλά αδυνατεί να θεμελιώσει τον απαιτούμενο ανθρωποκτόνο δόλο, η ίδια η περιγραφή της ανθρωποκτονίας που το βούλευμα κάμει, αποδεικνύει αναμφισβήτητα την πλήρη έλλειψή του.
V) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ' 167, ΜΖ' 379, ΝΑ' 55 αντίστοιχα). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (απ 760/1996, 1155/2000 ΠΧ ΜΖ'379, ΝΑ' 398 αντίστοιχα Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του Ποινικού Νόμου σελ. 68 επ.).
Τέλος κατ' αρ. 484 §1α Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι η απόλυτη ακυρότητα κατ' αρ. 171§1 ιδίου κώδικα και σύμφωνα με το δ' εδάφιο της τελευταίας ως άνω διατάξεως τέτοιοι λόγοι είναι αυτοί που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (Α. Καρρά Ποιν. Δικ. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 364). Οι λόγοι αυτοί ακυρότητας αφορούν τόσο την προδικασία όσο και την διαδικασία ενώπιον των συμβουλίων.
Στην περίπτωση που εκ μέρους του κατηγορουμένου υποβληθεί αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου (αρ. 309§2 Κ.Π.Δ.), το συμβούλιο οφείλει να απαντήσει και εάν το απορρίψει πρέπει να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος κατ' αρ. 171 §1δ και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 484§1α Κ.Π.Δ. (Α.Π. 2125/2002 Π.Χρ. ΝΓ/134, 3179/98 Π.Χρ. ΜΘ/732).
Η παραδοχή στο αιτιολογικό του βουλεύματος ότι το αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του συμβουλίου απορρίπτεται επειδή η εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου δεν θα παράσχει οιαδήποτε διασάφηση ή κάτι επί πλέον στη υποστήριξη των απόψεών του, δεδομένου ότι αυτός έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του με την απολογία του, την προσκόμιση εγγράφων και την υποβολή εγγράφων υπομνημάτων συνιστά την ειδική αιτιολογία (αρ. 93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., Α.Π 960/2006 Π.Δ/σύνη 2006/1346, Α.Π. 292/2003 Π.Δ/σύνη 2003/844) αφού είναι σαφές πως το συμβούλιο απορρίπτοντας το αίτημα έλαβε υπόψη του την απολογία του κατηγορουμένου, τα υπομνήματά του, τα έγγραφα που προσεκόμισε από τα οποία καθίσταται σαφές ότι δεν παρίσταται ανάγκη (περαιτέρω) διευκρινίσεων.
Η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ως προσδιορίζονται από το άρθρο 20§1 του Συντάγματος, τα άρ. 96, 97, 99, 100, 101, 102, 103, 273§2 εδ. α'Κ.Π.Δ. το αρ. 6§3 της ΕΣΔΑ συνιστά λόγους απολύτου ακυρότητας που καθιστούν το βούλευμα αναιρετέο (Α. Καρρά Ποιν. Δικον. Δίκαιο έκδοση 2006 σελ. 403 επομ. όπως Α.Π. 105/98 Π.Χρ. ΜΗ/754).
VΙ) Κατά το άρθρο 299§1 Π.Κ. όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ενώ κατά την παράγραφο 2 αυτού "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με την παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και την θέληση καταστροφής και ζωής άλλου ανθρώπου.
Γενικά ο δόλος διαγινώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη (πληγέν σημείο, ένταση πλήγματος, απόσταση τυχόν συνοδευτική της πράξεως συμπεριφορά).
Ο δόλος πρέπει να κατευθύνεται προς την αφαίρεση ζωής άλλου, εάν υπάρχει διαζευκτικός δόλος ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης υπερισχύει ο δόλος ανθρωποκτονίας. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί και για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως και υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης θεώρησε ως ενδεχόμενο το αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου εν τούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού. Απαιτείται να διακριβωθεί ότι ο δράστης επιδοκιμάζει το ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεώς του (Χωραφά Ποινικό Τόμος Α' έκδοση 9η 1978 σελ. 260-261, Τούση- Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ' υπ' αρ. 299 σελ. 753 επ. Α.Π. 418/99 Π.Χρ. Ν/41 Α.Π. 1633/2008 Π.Χρ. ΝΘ/2009). Τούτο μπορεί να κριθεί ιδίως από την επικινδυνότητα του χρησιμοποιηθέντος μέσου Α.Π. 1206/2000 Π.Χρ. ΝΑ (415).
Ο δόλος στη ανθρωποκτονία έχει δύο διαβαθμίσεις τον προμελετημένο (§1) και τον απρομελέτητο ή βρασμό ψυχικής ορμής (§2). Στην πρώτη περίπτωση, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στην δεύτερη απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, διότι αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής κατά ένα από τα δύο στάδια αυτά δεν εφαρμόζεται η §2 αλλά η §1 (Α.Π. 343/2000 Π.Χρ. Ν/897).
Βρασμός ψυχικής ορμής δηλαδή απρομελέτητος δόλος, υπάρχει, όταν ο δράστης απεφάσισε και εξετέλεσε την πράξη υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως που προεκλήθη από την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους λ.χ. οργής, φόβου, θλίψεως, έρωτος, ζηλοτυπίας (Α.Π. 1217/99 Π.Χρ. Ν/614) που έφθασε μέχρι του σημείου του βρασμού, ώστε να αποκλείεται η σκέψη και ο δράστης να στερείται της δυνατότητας να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στην πράξη ή τον απωθούν από αυτήν (Α.Π. 343/2000 Π.Χρ. Ν/897, Α.Π. 1217/99 Ποιν. Χρ. Ν/614).
Απαιτείται ειδική αιτιολογία του ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση (Α.Π. 952/89 Π.Χρ. Μ/282, Α.Π. 1681/2005 Ποιν. Δικ/σύνη 2006 σελ. 387) αρκεί δε η παρεμφερής έκφραση "ενήργησε ψυχραίμως" ή να εκτίθεται προμελέτη, η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή, ενώ ειδική αιτιολογία περί ελλείψεως ψυχικής ορμής απαιτείται, μόνο αν υπεβλήθη αυτοτελής ισχυρισμός κατά τρόπο ορισμένο (Α.Π. 809/97 Π.Χρ. ΜΗ/248).
Αν το δικαστήριο της ουσίας διαλάβει ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχραιμία ή χρησιμοποίησε παρεμφερή έκφραση, συνάγεται ότι απέκλεισε την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής (Α.Π. 1935/2001 Π.Χρ. ΝΒ/719).
Από την διάταξη του αρ. 380§1 Π.Κ. που ορίζει "Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως τιμωρείται με κάθειρξη" προκύπτει ότι για την συγκρότηση του εγκλήματος αυτού (που είναι σύνθετο αποτελούμενο από τις πράξεις της κλοπής και της παράνομης βίας) απαιτείται συμπλεκτικώς: α) αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος (ολικά ή μερικά) από την κατοχή άλλου, β) η αφαίρεση να γίνει με σωματική βία κατά προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής (Α.Π. 1331/2006 Π.Χρ. ΝΖ/524 Α.Π. 87/2000 (Π.Χρ. Ν/406, Τούση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ' υπ' αρ. 380 σελ. 1028-1029).
Σωματική βία είναι εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκαζομένου και υπερνικά την προσβαλλομένη ή αναμενομένη αντίστασή του (Α.Π. 1331/2006 Π.Χρ. ΝΖ/529).
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τα στοιχεία της κλοπής (αρ. 372 Π.Κ.) και την χρήση βίας ή απειλής (Τούση - Γεωργίου υπ' αρ. 380 παρ.8).
Στην περίπτωση που κατά την τέλεση της ληστείας επέρχεται θάνατος προσώπου, εν προκειμένω του προσώπου από το οποίο αφαιρούνται ξένα (ολικά ή μερικά) κινητά πράγματα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και ο εξαναγκασμός για την κάμψη της αντίστασης και παράδοση ή αφαίρεση των κινητών γίνεται με πρόκληση θανάτου του παθόντος εφ' όσον ο δράστης ενεργεί με δόλο ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας τελούνται δύο εγκλήματα, δηλαδή η ληστεία (χωρίς την επιβαρυντική περίσταση όμως) και η ανθρωποκτονία (Τούσης - Γεωργίου ερμ. Π.Κ. - έκδοση Γ υπ' αρ. 380 σελ. 1032, Γάφος Ειδ. Ποινικό τεύχος ΣΤ σελ. 95, Α.Π. 900/2000 Π.Χρ. ΝΒ/904, Α.Π. 1023/97 Π.Χρ. ΜΝ/360).
Τέλος, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο αυτό "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 1141/2003 Π.Χρ. ΝΔ/353, Α.Π. 474/2001 Π.Χρ. ΝΒ/53).
VII) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/408, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33), όπου προσδιορίζονται κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη και εξετιμήθησαν (ΑΠ 1071/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/134, ΑΠ 1151/2006 ΠΧρ ΝΖ/33), εδέχθη ότι προέκυψαν κατά την κρίση του (συμβουλίου) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20 Νοεμβρίου 2003 ο εκκαλών συναντήθηκε στην περιοχή της οδού ... της ... με έναν μη διακριβωθείσας ταυτότητας αλβανό υπήκοο, γνωστό με το μικρό όνομα "ΑΑ", τον οποίο είχε γνωρίσει κατά το παρελθόν, όταν εργαζόταν σε καφετέρια ευρισκόμενη στους ... Κατά τη συνάντηση τους αυτή οι προαναφερόμενοι, άγνωστο με τίνος πρωτοβουλία και κάτω από ποιες ειδικότερες συνθήκες, αποφάσισαν να ληστέψουν τον Ψ, ο οποίος εκμεταλλευόταν πρακτορείο ΠΡΟΠΟ στην οδό ... της ... Αποφάσισαν ειδικότερα να αφαιρέσουν με τη βία από τον Ψ τις εισπράξεις της ημέρας μετά το κλείσιμο του καταστήματος του και κατά τη μετάβαση του στο σπίτι του. Για την κατάστρωση των λεπτομερειών του εγκληματικού σχεδίου τους συναντήθηκαν ξανά το βράδυ της επόμενης ημέρας (21/11/2003) σε κοντινό προς το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ κατάστημα. Όταν, περί την 22.30' ώρα ο Ψ έκλεισε το πρακτορείο του και κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο του προς το σπίτι του αυτοί τον ακολούθησαν επιβαίνοντας στο οδηγούμενο από τον εκκαλούντα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του τελευταίου με αριθμό κυκλοφορίας ... Έτσι, διαπίστωσαν ότι ο Ψ διέμενε σε διαμέρισμα της επί της οδού ... της ... οικοδομή και ότι κατά την άφιξη του εκεί στάθμευε το αυτοκίνητο του στην πυλωτή της οικοδομής. Ο εκκαλών και ο προαναφερόμενος αλβανός συναντήθηκε και πάλι το μεσημέρι της άλλης ημέρας (22/11/2003) και μετέβησαν εκ νέου με το αυτοκίνητο του πρώτου στην οικοδομή όπου βρίσκονταν η κατοικία του Ψ. Αφού στάθμευσαν το αυτοκίνητο σε απόσταση 80 μέτρων περίπου, κατευθύνθηκαν πεζή προς την πολυκατοικία, εισήλθαν από μία πλαϊνή πόρτα στην είσοδο της πυλωτής, κατόπτευσαν επακριβώς τον χώρο αυτής και καθόρισαν τις τελευταίες λεπτομέρειες για την εκτέλεση της εγκληματικής απόφασης τους. Σύμφωνα με το καταστρωθέν σχέδιο, το βράδυ της επόμενης ημέρας θα μετέβαιναν και πάλι στην πιo πάνω οικοδομή, ο μεν εκκαλών με το αυτοκίνητο του, ο δε "ΑΑ" με μία δίκυκλη μοτοσικλέτα που θα οδηγούσε ένας μη εξακριβωθέντων στοιχείων ομοεθνής του, ο οποίος γνώριζε για τη σχεδιαζόμενη ληστεία και θα συμμετείχε σ' αυτή. Αμέσως μετά την άφιξη τους εκεί ο εκκαλών και ο "ΑΑ" θα πήγαιναν στην πυλωτή της οικοδομής και ο μεν πρώτος θα κρυβόταν σε πλαϊνή πόρτα ο δε δεύτερος θα παρέμενε στον χώρο αυτής. Μόλις ο Ψ θα έφθανε στην πυλωτή με το αυτοκίνητο του και θα εξερχόταν από αυτό, ο εκκαλών θα ορμούσε εναντίον του και θα του άρπαζε τα χρήματα που είχε μαζί του. Αμέσως μετά θα απομακρύνονταν γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος, ο εκκαλών με το αυτοκίνητο του και ο "ΑΑ" με τη μοτοσικλέτα του αναμένοντος συνεργού τους και αργότερα θα συναντιόντουσαν στο Πνευματικό Κέντρο της ... Πράγματι το βράδυ της 23/11/2003, περί την 22.00' ώρα, ο εκκαλών και οι δύο συνεργοί του συναντήθηκαν στη συμβολή των οδών ... και ..., στην ..., όπως είχε συμφωνηθεί. Ο εκκαλών κατέφθασε με το αυτοκίνητο του και οι δύο συνεργοί του με μία δίκυκλη μοτοσικλέτα τύπου ENDURO, μάρκας DT, που οδηγούσε ο προαναφερθείς άγνωστης ταυτότητας ομοεθνής του "ΑΑ". Ο "ΑΑ" έφερε μαζί του ένα ανεξακρίβωτης μάρκας πιστόλι, διαμετρήματος 7,65 MM, ενώ άγνωστης επίσης μάρκας πιστόλι είχε μαζί του και ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Όλοι oι παραπάνω κατευθύνθηκαν με τα οχήματα τους στην περιοχή της κατοικίας του Ψ. Ο εκκαλών στάθμευσε το αυτοκίνητό του σε απόσταση 70 μέτρων περίπου από την οικοδομή, ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας στάθμευσε το όχημα του έξω από την πολυκατοικία, σε πολύ μικρή απόσταση απ' αυτή και παρέμεινε εκεί αναμένοντας τους συνεργούς του. Ο εκκαλών και ο "ΑΑ" μπήκαν στην πυλωτή της οικοδομής. Ο πρώτος κρύφθηκε στην πλαϊνή πόρτα της πυλωτής καl ο δεύτερος στάθηκε στο βάθος αυτής. Περί την 23.00' ώρα έφθασε στην οικοδομή ο Ψ και αφού στάθμευσε το αυτοκίνητο του κατευθύνθηκε, διασχίζοντας την πυλωτή, προς την πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό της πολυκατοικίας. Εμφανίσθηκε τότε μπροστά του ο "ΑΑ", ο οποίος απειλώντας τον με προτεταμένο το πιστόλι, που είχε μαζί του, του ζήτησε να του παραδώσει τα χρήματα που είχε. Ο Ψ όμως αντέδρασε, όρμησε εναντίον του και προσπάθησε να τον αφοπλίσει πιάνοντάς τον από τα χέρια. Οι δύο συμπλακέντες έπεσαν στο έδαφος κατά τη διάρκεια της πάλης τους. Τότε ο εκκαλών προσέτρεξε σε βοήθεια του συνεργού του, πήρε από τα χέρια του το πιστόλι και πυροβόλησε με αυτό δύο φορές διαδοχικά τον Ψ. Η πρώτη σφαίρα βρήκε τον Ψ στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα και βγήκε από την αριστερή πρόσθια μασχαλιαία γραμμή, σε απόσταση 8 εκατοστών από τη θηλή του αριστερού μαστού, ενώ η δεύτερη τον βρήκε στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Η βίαιη είσοδος των βλημάτων στο σώμα του θύματος προκάλεσε εσωτερική και εξωτερική αιμορραγία, τρώση των τραχηλικών αγγείων, του αριστερού πνεύμονα, του εντέρου και του μεσεντερίου και διχασμό της κατιούσης αορτής, oι κακώσεις δε αυτές, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφεραν άμεσα το θάνατο του. Αμέσως μετά τη θανάτωση του Ψ και την με τον τρόπο αυτόν εξουδετέρωση της εκδηλωθείσας αντίστασης του ο εκκαλών και ο "ΑΑ" πήραν το δερμάτινο τσαντάκι που είχε μαζί του το θύμα, το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των 4000 ευρώ περίπου. Μάλιστα, οι δύο δράστες, λόγω προφανώς της βιασύνης τους να απομακρυνθούν, αφού δεδομένο ότι oι πυροβολισμοί θα είχαν ακουσθεί από τους περιοίκους, παρέλειψαν να ερευνήσουν για ανεύρεση χρημάτων στο σώμα του θύματος, με συνέπεια να μη αφαιρέσουν το ποσό των 2.500 ευρώ, που βρισκόταν στα θυλάκιά του. Από τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν συνάγεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας από κοινού. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενεργώντας στα πλαίσια της ειλημμένης εγκληματικής απόφασης και του λεπτομερώς καταστρωθέντος σχεδίου για τη διάπραξη της ληστείας, πυροβόλησε διαδοχικά δύο φορές κατά του θύματος με σκοπό να το θανατώσει και να εξουδετερώσει με τον τρόπο αυτόν την εκδηλωθείσα αντίσταση του, ώστε να καταστεί εφικτή η αφαίρεση των χρημάτων που είχε μαζί του, πράγμα που έκανε στη συνέχεια μαζί με το συνεργό του. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του καταδεικνύεται από το είδος του χρησιμοποιηθέντος μέσου την εγγύτητα της απόστασης από την οποία πυροβολήθηκε το θύμα, το επανειλημμένο των πυροβολισμών και τα πληγέντα σημεία του σώματος του θύματος. Τα δύο αδικήματα συρρέουν αληθινά, αφού η θανάτωση του θύματος περιλαμβανόταν στο δόλο του εκκαλούντος και έγινε με σκοπό την εξουδετέρωση της εκδηλωθείσας αντίστασης του και την επίτευξη της αφαίρεσης των χρημάτων που είχε μαζί του, η δε αφαίρεση των χρημάτων συνδέεται άμεσα με την θανάτωση. Ο εκκαλών, απολογούμενος μετά τη διαπίστωση, ύστερα από εργαστηριακή έρευνα, ότι ήταν δικά του τα δύο εκμεταλλεύσιμα αποτυπώματα που είχαν βρεθεί στο κάθετο πλαίσιο ενδιάμεσης πόρτας της πολυκατοικίας και στην εξωτερική επιφάνεια της βάσης χειρολαβής μιας νάυλον σακκούλας που είχε μαζί του το θύμα, παραδέχθηκε αναγκαστικά τη συμμετοχή του στο συμβάν τόσο κατά την προανακριτική απολογία του όσο και κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή και περιέγραψε με λεπτομέρεια τα όσα είχαν συμβεί. Βέβαια αυτός αρνείται ότι πυροβόλησε ηθελημένα το θύμα και ότι συνέπραξε στη μετά τη θανάτωση του αφαίρεση των χρημάτων του. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι μετά την εκδήλωση της αντίδρασης του Ψ και την επακολουθήσασα συμπλοκή αυτού και του "ΑΑ" προσέτρεξε για να αφοπλίσει τον συνεργό του, ότι κατά τη διάρκεια της προσπάθειας του να αφοπλίσει τον "ΑΑ" και αμέσως σχεδόν μόλις πάτησε το κουμπί απελευθέρωσης και απελευθερώθηκε ο γεμιστήρας το όπλο έπεσε στο έδαφος και εκπυρσοκρότησε και ότι αμέσως μετά τον πυροβολισμό ο ίδιος τράπηκε σε φυγή. Όμως, oι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντος είναι έκδηλα αναληθείς. Κατ' αρχήν το ανευρεθέν αποτύπωμα του χεριού του στη νάυλον σακκούλα που είχε μαζί του το θύμα μαρτυρεί ότι αυτός μετά τη θανάτωση του θύματος, ερεύνησε τη σακκούλα για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της και καταδεικνύει την σύμπραξη του στη μετά τη θανάτωση του Ψ αφαίρεση των χρημάτων του. Εξ άλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι το θύμα πυροβολήθηκε δύο φορές σε εντελώς διαφορετικά σημεία του σώματος, το ένα από τα οποία είναι ο δεξιός τράχηλος, ότι οι πυροβολισμοί ήταν διαδοχικοί, όπως επιβεβαιώνεται και από αυτήκοους μάρτυρες και ότι ο πυροβολισμός στην κοιλιά του θύματος δεν ήταν εξ επαφής, αφού, όπως κατέδειξε η εργαστηριακή έρευνα, στα ρούχα του θύματος δεν υπήρχαν ίχνη μολύβδου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτοπυροβολήθηκε από απόσταση μεγαλυτέρα των 50-70 εκατοστών. Το επανειλημμένο των πυροβολισμών, η διαδοχικότητα αυτών, η διαφορετικότητα των πληγέντων σημείων του σώματος του θύματος και η μαρτυρούσα την ύπαρξη κάποιας απόστασης μεταξύ του εκκαλούντος και του θύματος ανυπαρξία ιχνών μολύβδου στα ρούχα του τελευταίου αναιρούν τον περί τυχαίας εκπυρσοκρότησης του όπλου ισχυρισμό του εκκαλούντος και καταδεικνύουν ότι ο τελευταίος πυροβόλησε το θύμα ηθελημένα με σκοπό να το σκοτώσει. Επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος υπάρχουν και όσο αφορά την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών αφού, όπως προέκυψε κατά τη νομοτύπως ενεργηθείσα κατ' οίκον έρευνα, αυτός, στις 16/4/2009, κατείχε παράνομα στο σπίτι του, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ένα φυσίγγιο καραμπίνας με ένδειξη "FIOCCHI 12" και ένα φυσίγγιο καραμπίνας με ένδειξη "CHEDITTE 12". 0 εκκαλών, με την από 14/7/2009 αίτηση του προς το εκδόσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, η οποία απορρίφθηκε με το βούλευμα, ζήτησε να κηρυχθούν άκυρες η από 15/4/2009 έκθεση απολογίας του ενώπιον του υπαστυνόμου Α' του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ... και όλες οι επακολουθήσασες διαδικαστικές πράξεις, ισχυριζόμενος ότι δεν του επιτράπηκε να ασκήσει τα δικαιώματα του ως κατηγορούμενος, αφού ούτε του γνωστοποιήθηκαν ποτέ τα δικαιώματα του, ούτε παραιτήθηκε από την άσκηση τους, όπως ψευδώς αναγράφεται στην έκθεση. Ο παραπάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι έκδηλα αβάσιμος. Στην προαναφερόμενη έκθεση απολογίας του, που χαρακτηρίζεται από την παντελή έλλειψη εντύπων τυποποιημένων ενδείξεων και την αναλυτική καταχώρηση του περιεχομένου της υπό μορφή ερωτήσεων και απαιτήσεων, περιγράφεται με σαφήνεια η αποδιδόμενη κατηγορία και γίνεται μνεία για την δυνατότητα άσκησης των κατά τα άρθρα 100, 101, 102, 103, 104, 105, και 273 του Κ.Π.Δ. δικαιωμάτων του, τα οποία μάλιστα αναφέρονται επακριβώς. Ο εκκαλών, που κατά την έκθεση φέρεται να παραιτήθηκε από την άσκηση των δικαιωμάτων του, υπέγραψε χωρίς καμία επιφύλαξη στην έκθεση. Πέρα από την ανεπιφύλακτη υπογραφή του εκκαλούντος στην έκθεση της προανακριτικής απολογίας του, η αβασιμότητα του ισχυρισμού αυτού περί στέρησης της δυνατότητας, άσκησης των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου καταδεικνύεται κι από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του. Πράγματι, μια ημέρα αργότερα, στις 16/4/2009, ο εκκαλών, μετά την επακολουθήσασα σύλληψη του με βάση το εκδοθέν σε βάρος του ένταλμα σύλληψης, απολογήθηκε ενώπιον του Ανακριτή, παριστάμενος με νομικό παραστάτη. Κατά την απολογία του αυτή αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του με μία μόνο διαφοροποίηση, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο την αλήθεια του περιεχομένου της έκθεσης της ληφθείσας κατά την αστυνομική προανάκριση απολογίας του. Τέτοια αμφισβήτηση δεν εξέφρασε ο εκκαλών με οποιονδήποτε τρόπο ούτε κατά το διάστημα που επακολούθησε. Δύο μήνες σχεδόν αργότερα, όταν εμφανίσθηκε και πάλι ενώπιον του ανακριτή, παριστάμενος με άλλους νομικούς παραστάτες, για να απολογηθεί για την συμπληρωματικά αποδοθείσα σ' αυτόν πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι κατά την προανακριτική απολογία του στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης των δικαιωμάτων του ως κατηγορούμενος. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κρίνοντας με το προσβαλλόμενο βούλευμα του ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας από κοινού και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών και παραπέμποντας τον για τις πράξεις αυτές στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αποφαινόμενο παράλληλα για την περαιτέρω διάρκεια της προσωρινής κράτησης του, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, εσφαλμένα παραπέμφθηκε ο εκκαλών για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, αφού το αξιόποινο των τιμωρουμένων σε βαθμό πλημμελήματος πράξεων αυτών είχε ήδη εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι είχε παρέλθει από την ημέρα της τέλεσης τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερα των πέντε ετών. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της έκθεσης της ληφθείσας κατά την αστυνομική προανάκριση απολογίας του εκκαλούντα, όπως ορθά αποφάνθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα απορρίπτοντας τη σχετική αίτηση του εκκαλούντος, με συνέπεια να μη πάσχουν ακυρότητα οι επακολουθήσασες διαδικαστικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της κατά το μέρος της που αφορά τις διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος περί παραπομπής του εκκαλούντα για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας, με πρόθεση, της ληστείας από κοινού και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, περί της περαιτέρω διάρκειας της προσωρινής κράτησης του εκκαλούντος και περί απόρριψης της αίτησης του τελευταίου για κήρυξη ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις παραπάνω διατάξεις του και β) να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη στην ουσία της κατά το μέρος της που αφορά τις διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος περί παραπομπής του εκκαλούντος για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, να εξαφανισθεί το βούλευμα ως προς τις διατάξεις του αυτές και να αποφανθεί το Συμβούλιό σας να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις παραπάνω πράξεις.
Επίσης το συμβούλιο Εφετών διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου (που κρατείται από 15-4-2009) επί ένα εξάμηνο μέχρι συμπληρώσεως έτους. Επίσης το συμβούλιο, ως προς το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού η εμφάνισή του δεν θα παρέχει οιαδήποτε διασάφηση, ούτε κάτι επί πλέον, στην υποστήριξη των απόψεών του, δεδομένου ότι αυτός ήδη έχει αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του, με την απολογία του, την προσκόμιση εγγράφων και την υποβολή εγγράφων υπομνημάτων (με παραπομπή στην νομολογία Α.Π. 1175/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/154).
ΙΧ) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (902/2009) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία:
α) ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση και δεν υφίσταται ακυρότητα (αρ. 171 παρ. 1δ-484 παρ. 1α ΚΠΔ) διότι εξηγεί πως η εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του δεν θα παρείχε οιαδήποτε διασάφηση ούτε κάτι επί πλέον προς υποστήριξη των απόψεών του αφού είχε υποστηρίξει με επάρκεια τις απόψεις του με την απολογία, τα έγγραφα και την υποβολή εγγράφων υπομνημάτων (Α.Π. 960/2006 Π.Δ/σύνη 2006/1346, Α.Π. 292/2003 Π.Δ/σύνη 2003/844, ΑΠ 1104/95 Π.Χρ. ΜΣΤ/1667) και είναι σαφές ότι δεν υπήρξε παραβίαση δικαιωμάτων που απορρέουν από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
β) Ως προς την απόρριψη των προβληθέντων λόγων ακυρότητας πράξεων της προδικασίας, αφού με τις ήδη εκτεθείσες, σαφείς σκέψεις του, αιτιολογεί τους λόγους εκ των οποίων προκύπτει μη παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου κατά την προδικασία και δη ενώπιον των αστυνομικών αρχών μετά την κλήση του προς απολογία μετά την ταυτοποίηση με το πρόσωπό του δακτυλικών αποτυπωμάτων που βρέθηκαν στην νάυλον σακκούλα που είχε μαζί του το θύμα, καθώς και σε αυτά που είχαν βρεθεί στο κάθετο πλαίσιο ενδιάμεσης πόρτας της πολυκατοικίας. Ο κατηγορούμενος ζήτησε να κηρυχθούν άκυρες οι από 15-4-2009 έκθεση απολογίας του ενώπιον του υπαστυνόμου Α' του Τμ. Εγκλημάτων κατά ζωής της Δ. Ασφ. Θεσσαλονίκης ... και όλες οι επακολουθήσασες δικαστικές πράξεις. Εξηγεί σαφώς το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων του, ότι στην εν λόγω απολογία υπάρχει περιγραφή με σαφήνεια της διατυπωθείσας κατηγορίας, γίνεται μνεία για την δυνατότητα της ασκήσεως των κατά τα άρθρα 100, 101, 102, 103, 104, 105 και 274 ΚΠΔ δικαιωμάτων του, τα οποία αναφέρονται επακριβώς. Επίσης φέρεται, κατά την έκθεση, ότι παραιτήθηκε από την άσκηση των δικαιωμάτων του και υπέγραψε χωρίς επιφύλαξη την έκθεση. Από επιτρεπτή επισκόπηση της ανωτέρω απολογίας του προκύπτει ότι ιδίως έγινε επισήμανση να παρασταθεί με συνήγορο, να μελετήσει και λάβει αντίγραφα (ο ίδιος ή ο συνήγορός του) των εγγράφων της ανάκρισης και των πραγματικών περιστατικών του κατηγορητηρίου, να ζητήσει προθεσμία να απολογηθεί, να λάβει παράταση αυτής, και να αρνηθεί να απαντήσει "δικαίωμα σιωπής" (ως ρητώς αναγράφεται).
Ακολούθως μετά την υπογραφή του κάτω από την έκθεση παραιτήσεως κατεχωρήθη η απολογία του η οποία φέρει υπογραφές αυτού και των προανακριτικών υπαλλήλων όχι μόνο στο τέλος της, αλλά και στο τέλος εκάστης σελίδας. Το Συμβούλιο επισημαίνει επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο κατηγορούμενος την επομένη της συλλήψεώς του απελογήθη ενώπιον του ανακριτή παρασταθείς με νομικό παραστάτη και κατά την απολογία του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο της ληφθείσας κατά την αστυνομική προανάκριση απολογίας του. Βεβαίως ενώπιον του ανακριτή υπήρξε μία διαφοροποίηση και, ως συνάγεται από το βούλευμα, αυτή δεν είχε καμμία σχέση με τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, ούτε και προέβαλε κάποιο λόγο ακυρότητας. Μεταβολή της στάσης του υπήρξε σχεδόν δύο μήνες αργότερα, όταν εμφανίστηκε ενώπιον του ανακριτή με άλλους νομικούς παραστάτες.
Κατά συνέπεια είναι σαφές ότι δεν υπήρξε παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, του επεσημάνθηκε το δικαίωμα της σιωπής (και συνεπώς της μη αυτοενοχοποίησης), αυτός ρητά παραιτήθηκε από τα δικαιώματα που είχε και του γνωστοποίησαν οι αστυνομικοί και γι'αυτό δεν υφίσταται παραβίαση του αρ. 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ.
γ) Εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρ. 299 παρ. 1, 380 παρ. 1 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα γίνεται εκτενής αναφορά για τις συνθήκες τελέσεως των πράξεων προσδιορίζοντας τα αντικειμενικά στοιχεία αλλά και τα υποκειμενικά τέλεσης της πράξεως της ανθρωποκτονίας τόσο κατά το στάδιο της λήψης της αποφάσεως όσο και κατά την εκτέλεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (Α.Π. 118/2003 Π.Χρ. ΝΓ/907, Α.Π. 1093/85 Π.Χρ. ΛΣΤ/91, Α.Π. 2005/2007 Π.Χρ. ΝΗ/35) ότι στην α' πράξη του προέβη με την άμεση συνδρομή αλβανού υπηκόου με το όνομα ΑΑ και την ψυχική συνέργεια ετέρου άγνωστου δράστη αλβανικής υπηκοότητας και στην ληστεία με την σύμπραξη του προαναφερθέντος αγνώστου ατόμου με το όνομα ΑΑ.
Το Συμβούλιο Εφετών προέβη επίσης σε αιτιολογημένη αντίκρουση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου που σημαίνει ότι τους ερεύνησε πλήρως, δεν ήταν δε απαραίτητο (σύμφωνα με το εκτεθέν νομικό μέρος) η αναφορά των επιμέρους ενεργειών εκάστου των συναυτουργών (Α.Π. 1141/2003 Π.Χρ. ΝΔ/353, Α.Π. 474/2001 Π.Χρ. ΝΒ/53). Τέλος το βούλευμα διευκρινίζει τον δόλο ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας και είναι σαφές ότι τελέστηκαν δύο εγκλήματα δηλ. η ληστεία (χωρίς την επιβαρυντική περίσταση όμως) και η ανθρωποκτονία (Α.Π. 219/2002 Π.Χρ. ΝΒ/904, Α.Π. 900/2000 Π.Χρ. ΝΑ/165).
Κατ' ακολουθίαν των εκτεθέντων, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα και πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 38/2-11-2009 (ενώπιον Διευθυντή Φυλακών ...) αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ... οδός ... ήδη προσωρινά κρατούμενος κατά του υπ'αρ. 900/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 30 Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη" και παρ. 2 "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου. Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τας οποίας ετελέσθη η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστου και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητος), και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού βεβαίως απαιτείται προς τούτο να διακριβωθεί ότι ο δράστης ηθέλησε την πράξη του και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα που προέβλεψε. Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και ο απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστου είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δευτέρα απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως. Δι' ο και απαιτείται ειδική αιτιολογία ότι ο δράστης - κατηγορούμενος ευρίσκετο εις ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση, ή να εκτίθεται προμελέτη η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή.
Κατ' άρθρον 380 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλο ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ληστείας απαιτείται αντικειμενικώς αφαίρεση ξένου κινητού πράγματος (ολικά ή μερικά) από την κατοχή άλλου, η αφαίρεση να γίνει με σωματική βία κατά προσώπου ή απειλές ενωμένες, με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής (εδ. α') υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να το αφαιρέσει και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή την κατοχή τρίτου. Τα άνω εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της ληστείας συρρέουν αληθώς, όταν η θανάτωση του θύματος περιλαμβάνεται στο δόλο του δράστου και έγινε προς τον σκοπόν αφαιρέσεως των κινητών πραγμάτων που ανήκουν στο θύμα και η αφαίρεση αυτών συνδέεται αμέσως με την θανάτωση. Τέλος κατά το άρθρο 45 ΠΚ "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικώς (Ολομ. Α.Π. 50/1990). Και πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της κατά συναυτουργία τελέσεως, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση του καθ' ενός συναυτουργού (Ολ. Α.Π. 50/1990). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αυτή αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία η εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (στο βούλευμα). Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διάφορο εκείνης που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Κατ' άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ. "Το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα", κατά δε το άρθρο 316 παρ. 2 ιδίου Κώδικος "ως προς τη διαδικασία στο συμβούλιο εφετών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 306, 309 κ.ε για το συμβούλιο πλημμελειοδικών". Εξ αυτών προκύπτει ότι εάν το Συμβούλιο Εφετών δεν απαντήσει καθόλου επί του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν του ή αν αρνηθεί την εμφάνιση αναιτιολογήτως, επέρχεται απόλυτη ακυρότης, συμφώνως με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, και κατά το οποίο (171 παρ. 1δ') "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος". Ούτως οι περιπτώσεις απολύτου ακυρότητος ορίζονται ρητώς και περιοριστικώς υπό του νόμου, διά να επέλθει δε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρ. 171, δεν είναι απαραίτητο να απαγγέλλεται ρητώς τούτο υπό ορισμένης διατάξεως, αρκεί να πρόκειται περί περιπτώσεων υπαγομένων εις το άρθρο αυτό. Απόλυτος ακυρότης υπάρχει (και) επί πράξεων της προδικασίας λαμβανομένη υπ' όψη μέχρις ότου η εις το ακροατήριο παραπομπή καταστεί αμετάκλητος (άρθρ. 173 παρ. 2), άλλως καλύπτεται, (άρθρ. 174), χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπ' όψη, ούτε αυτεπαγγέλτως, εφ' όσον η απόλυτος ακυρότης του άρθρου 171 παρ. 1 δ' είναι φύσει και θέσει τεταγμένη διά να προστατεύσει τον κατηγορούμενο και μόνο και κατατείνει αποκλειστικώς στην προστασία των δικαιωμάτων του. Μεταξύ αυτών είναι και το εκ του άρθρου 273 παρ. 2 Κ.Π.Δ. (απορρέον), κατά το οποίον, "αφού εξακριβωθεί η ταυτότητα του κατηγορουμένου και του εξηγηθούν τα δικαιώματά του, σύμφωνα το άρθρο 103, εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται και τον προσκαλεί να απολογηθεί και να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του. Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει. Επίσης έχει δικαίωμα να παραδώσει την απολογία του γραπτή. Σε αυτήν την περίπτωση όποιος ενεργεί την ανάκριση απευθύνει στον κατηγορούμενο τις απαραίτητες ερωτήσεις για να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενο της έγγραφης απολογίας. Οι ερωτήσεις πρέπει να αναγράφονται ρητά στην έκθεση". Περαιτέρω κατ' άρθρον 175 ΚΠΔ η ακυρότητα μιας πράξης καθιστά άκυρες και τις εξαρτημένες από αυτήν μεταγενέστερες πράξεις της ποινικής διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 900/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, τούτο με αναφορά στην ενσωματωμένη πρόταση του παρ' αυτού Εισαγγελέως και μετ' έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, εδέχθη (ότι προέκυψαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 20 Νοεμβρίου 2003 ο εκκαλών συναντήθηκε στην περιοχή της οδού ... της ... με έναν μη διακριβωθείσας ταυτότητας αλβανό υπήκοο, γνωστό με το μικρό όνομα "ΑΑ", τον οποίο είχε γνωρίσει κατά το παρελθόν, όταν εργαζόταν σε καφετέρια ευρισκόμενη στους ... Κατά τη συνάντησή τους αυτή οι προαναφερόμενοι, άγνωστο με τίνος πρωτοβουλία και κάτω από ποιες ειδικότερες συνθήκες, αποφάσισαν να ληστέψουν τον Ψ, ο οποίος εκμεταλλευόταν πρακτορείο ΠΡΟΠΟ στην οδό ... της ... Αποφάσισαν ειδικότερα να αφαιρέσουν με τη βία από τον Ψ τις εισπράξεις της ημέρας μετά το κλείσιμο του καταστήματός του και κατά τη μετάβασή του στο σπίτι του. Για την κατάστρωση των λεπτομερειών του εγκληματικού σχεδίου τους συναντήθηκαν ξανά το βράδυ της επόμενης ημέρας (21/11/2003) σε κοντινό προς το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ κατάστημα. Όταν, περί την 22.30' ώρα, ο Ψ έκλεισε το πρακτορείο του και κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητό του προς το σπίτι του, αυτοί τον ακολούθησαν επιβαίνοντας στο οδηγούμενο από τον εκκαλούντα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του τελευταίου με αριθμό κυκλοφορίας ... Έτσι, διαπίστωσαν ότι ο Ψ διέμενε σε διαμέρισμα της επί της οδού ... της ... οικοδομή και ότι κατά την άφιξή του εκεί στάθμευε το αυτοκίνητό του στην πυλωτή της οικοδομής. Ο εκκαλών και ο προαναφερόμενος αλβανός συναντήθηκαν και πάλι το μεσημέρι της άλλης ημέρας (22/11/2003) και μετέβησαν εκ νέου με το αυτοκίνητο του πρώτου στην οικοδομή όπου βρισκόταν η κατοικία του Ψ. Αφού στάθμευσαν το αυτοκίνητο σε απόσταση 80 μέτρων περίπου, κατευθύνθηκαν πεζή προς την πολυκατοικία, εισήλθαν από μία πλαϊνή πόρτα στην είσοδο της πυλωτής, κατόπτευσαν επακριβώς τον χώρο αυτής και καθόρισαν τις τελευταίες λεπτομέρειες για την εκτέλεση της εγκληματικής απόφασής τους. Σύμφωνα με το καταστρωθέν σχέδιο, το βράδυ της επόμενης ημέρας θα μετέβαιναν και πάλι στην πιο πάνω οικοδομή, ο εν λόγω εκκαλών με το αυτοκίνητό του, ο δε "ΑΑ" με μία δίκυκλη μοτοσικλέτα που θα οδηγούσε ένας μη εξακριβωθέντων στοιχείων ομοεθνής του, ο οποίος γνώριζε για τη σχεδιαζόμενη ληστεία και θα συμμετείχε σ' αυτή. Αμέσως μετά την άφιξή τους εκεί, ο εκκαλών και ο "ΑΑ" θα πήγαιναν στην πυλωτή της οικοδομής και ο μεν πρώτος θα κρυβόταν σε πλαϊνή πόρτα ο δε δεύτερος θα παρέμενε στον χώρο αυτής. Μόλις ο Ψ θα έφθανε στην πυλωτή με το αυτοκίνητό του και θα εξερχόταν από αυτό, ο εκκαλών θα ορμούσε εναντίον του και θα του άρπαζε τα χρήματα που είχε μαζί του. Αμέσως μετά, θα απομακρύνονταν γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος, ο εκκαλών με το αυτοκίνητό του και ο "ΑΑ" με τη μοτοσικλέτα του αναμένοντος συνεργού τους και αργότερα θα συναντιόντουσαν στο Πνευματικό Κέντρο της ... Πράγματι το βράδυ της 23/11/2003, περί την 22.00' ώρα, ο εκκαλών και οι δύο συνεργοί του συναντήθηκαν στη συμβολή των οδών ... και ..., στην ..., όπως είχε συμφωνηθεί. Ο εκκαλών κατέφθασε με το αυτοκίνητό του και οι δύο συνεργοί του με μία δίκυκλη μοτοσικλέτα τύπου ENDURO, μάρκας DT, που οδηγούσε ο προαναφερθείς άγνωστης ταυτότητας ομοεθνής του "ΑΑ". Ο "ΑΑ" έφερε μαζί του ένα ανεξακρίβωτης μάρκας πιστόλι, διαμετρήματος 7,65 MM, ενώ άγνωστης επίσης μάρκας πιστόλι είχε μαζί του και ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Όλοι οι παραπάνω κατευθύνθηκαν με τα οχήματά τους στην περιοχή της κατοικίας του Ψ. Ο εκκαλών στάθμευσε το αυτοκίνητό του σε απόσταση 70 μέτρων περίπου από την οικοδομή, ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας στάθμευσε το όχημά του έξω από την πολυκατοικία, σε πολύ μικρή απόσταση απ' αυτή και παρέμεινε εκεί αναμένοντας τους συνεργούς του. Ο εκκαλών και ο "ΑΑ" μπήκαν στην πυλωτή της οικοδομής. Ο πρώτος κρύφθηκε στην πλαϊνή πόρτα της πυλωτής και ο δεύτερος στάθηκε στο βάθος αυτής. Περί την 23.00' ώρα έφθασε στην οικοδομή ο Ψ και αφού στάθμευσε το αυτοκίνητό του κατευθύνθηκε, διασχίζοντας την πυλωτή, προς την πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό της πολυκατοικίας. Εμφανίσθηκε τότε μπροστά του ο "ΑΑ", ο οποίος απειλώντας τον με προτεταμένο το πιστόλι, που είχε μαζί του, του ζήτησε να του παραδώσει τα χρήματα που είχε. Ο Ψ όμως αντέδρασε, όρμησε εναντίον του και προσπάθησε να τον αφοπλίσει, πιάνοντάς τον από τα χέρια. Οι δύο συμπλακέντες έπεσαν στο έδαφος κατά τη διάρκεια της πάλης τους. Τότε ο εκκαλών προσέτρεξε σε βοήθεια του συνεργού του, πήρε από τα χέρια του το πιστόλι και πυροβόλησε με αυτό δύο φορές διαδοχικά τον Ψ. Η πρώτη σφαίρα βρήκε τον Ψ στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα και βγήκε από την αριστερή πρόσθια μασχαλιαία γραμμή, σε απόσταση 8 εκατοστών από τη θηλή του αριστερού μαστού, ενώ η δεύτερη τον βρήκε στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Η βίαιη είσοδος των βλημάτων στο σώμα του θύματος προκάλεσε εσωτερική και εξωτερική αιμορραγία, τρώση των τραχηλικών αγγείων, του αριστερού πνεύμονα, του εντέρου και του μεσεντερίου και διχασμό της κατιούσης αορτής, οι κακώσεις δε αυτές, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφεραν άμεσα το θάνατό του. Αμέσως μετά τη θανάτωση του Ψ και την με τον τρόπο αυτόν εξουδετέρωση της εκδηλωθείσας αντίστασής του ο εκκαλών και ο "ΑΑ" πήραν το δερμάτινο τσαντάκι που είχε μαζί του το θύμα, το οποίο περιείχε το χρηματικό ποσό των 4000 ευρώ περίπου. Μάλιστα, οι δύο δράστες, λόγω προφανώς της βιασύνης τους να απομακρυνθούν, αφού δεδομένο ότι οι πυροβολισμοί θα είχαν ακουσθεί από τους περιοίκους, παρέλειψαν να ερευνήσουν για ανεύρεση χρημάτων στο σώμα του θύματος, με συνέπεια να μην αφαιρέσουν το ποσό των 2.500 ευρώ, που βρισκόταν στα θυλάκιά του. Από τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν συνάγεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση και της ληστείας από κοινού. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, ο εκκαλών, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενεργώντας στα πλαίσια της ειλημμένης εγκληματικής απόφασης και του λεπτομερώς καταστρωθέντος σχεδίου για τη διάπραξη της ληστείας, πυροβόλησε διαδοχικά δύο φορές κατά του θύματος με σκοπό να το θανατώσει και να εξουδετερώσει με τον τρόπο αυτόν την εκδηλωθείσα αντίστασή του, ώστε να καταστεί εφικτή η αφαίρεση των χρημάτων που είχε μαζί του, πράγμα που έκανε στη συνέχεια μαζί με το συνεργό του. Ο ανθρωποκτόνος σκοπός του καταδεικνύεται από το είδος του χρησιμοποιηθέντος μέσου, την εγγύτητα της απόστασης από την οποία πυροβολήθηκε το θύμα, το επανειλημμένο των πυροβολισμών και τα πληγέντα σημεία του σώματος του θύματος. Τα δύο αδικήματα συρρέουν αληθινά, αφού η θανάτωση του θύματος περιλαμβανόταν στο δόλο του εκκαλούντος και έγινε με σκοπό την εξουδετέρωση της εκδηλωθείσας αντίστασής του και την επίτευξη της αφαίρεσης των χρημάτων που είχε μαζί του, η δε αφαίρεση των χρημάτων συνδέεται άμεσα με την θανάτωση. Ο εκκαλών, απολογούμενος μετά τη διαπίστωση, ύστερα από εργαστηριακή έρευνα, ότι ήταν δικά του τα δύο εκμεταλλεύσιμα αποτυπώματα που είχαν βρεθεί στο κάθετο πλαίσιο ενδιάμεσης πόρτας της πολυκατοικίας και στην εξωτερική επιφάνεια της βάσης χειρολαβής μιας νάυλον σακκούλας που είχε μαζί του το θύμα, παραδέχθηκε αναγκαστικά τη συμμετοχή του στο συμβάν τόσο κατά την προανακριτική απολογία του όσο και κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή και περιέγραψε με λεπτομέρεια τα όσα είχαν συμβεί. Βέβαια αυτός αρνείται ότι πυροβόλησε ηθελημένα το θύμα και ότι συνέπραξε στη μετά τη θανάτωσή του αφαίρεση των χρημάτων του. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι μετά την εκδήλωση της αντίδρασης του Ψ και την επακολουθήσασα συμπλοκή αυτού και του "ΑΑ" προσέτρεξε για να αφοπλίσει τον συνεργό του, ότι κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του να αφοπλίσει τον "ΑΑ" και αμέσως σχεδόν μόλις πάτησε το κουμπί απελευθέρωσης και απελευθερώθηκε ο γεμιστήρας, το όπλο έπεσε στο έδαφος και εκπυρσοκρότησε και ότι αμέσως μετά τον πυροβολισμό ο ίδιος τράπηκε σε φυγή. Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντος είναι έκδηλα αναληθείς. Κατ' αρχήν, το ανευρεθέν αποτύπωμα του χεριού του στη νάυλον σακκούλα που είχε μαζί του το θύμα μαρτυρεί ότι αυτός, μετά τη θανάτωση του θύματος, ερεύνησε τη σακκούλα για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της και καταδεικνύει την σύμπραξή του στη μετά τη θανάτωση του Ψ αφαίρεση των χρημάτων του. Εξ άλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι το θύμα πυροβολήθηκε δύο φορές σε εντελώς διαφορετικά σημεία του σώματος, το ένα από τα οποία είναι ο δεξιός τράχηλος, ότι οι πυροβολισμοί ήταν διαδοχικοί, όπως επιβεβαιώνεται και από αυτήκοους μάρτυρες, και ότι ο πυροβολισμός στην κοιλιά του θύματος δεν ήταν εξ επαφής, αφού, όπως κατέδειξε η εργαστηριακή έρευνα, στα ρούχα του θύματος δεν υπήρχαν ίχνη μολύβδου, πράγμα που σημαίνει ότι αυτοπυροβολήθηκε από απόσταση μεγαλύτερα των 50-70 εκατοστών. Το επανειλημμένο των πυροβολισμών, η διαδοχικότητα αυτών, η διαφορετικότητα των πληγέντων σημείων του σώματος του θύματος και η μαρτυρούσα την ύπαρξη κάποιας απόστασης μεταξύ του εκκαλούντος και του θύματος ανυπαρξία ιχνών μολύβδου στα ρούχα του τελευταίου αναιρούν τον περί τυχαίας εκπυρσοκρότησης του όπλου ισχυρισμό του εκκαλούντος και καταδεικνύουν ότι ο τελευταίος πυροβόλησε το θύμα ηθελημένα με σκοπό να το σκοτώσει. Επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος υπάρχουν και όσον αφορά την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών αφού, όπως προέκυψε κατά τη νομοτύπως ενεργηθείσα κατ' οίκον έρευνα, αυτός, στις 16/4/2009, κατείχε παράνομα στο σπίτι του, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ένα φυσίγγιο καραμπίνας με ένδειξη "FIOCCHI 12" και ένα φυσίγγιο καραμπίνας με ένδειξη "CHEDΙTTE 12". Ο εκκαλών, με την από 14/7/2009 αίτησή του προς το εκδόσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, η οποία απορρίφθηκε με το βούλευμα, ζήτησε να κηρυχθούν άκυρες η από 15/4/2009 έκθεση απολογίας του ενώπιον του υπαστυνόμου Α' του Τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ... και όλες οι επακολουθήσασες διαδικαστικές πράξεις, ισχυριζόμενος ότι δεν του επιτράπηκε να ασκήσει τα δικαιώματά του ως κατηγορούμενος, αφού ούτε του γνωστοποιήθηκαν ποτέ τα δικαιώματά του, ούτε παραιτήθηκε από την άσκησή τους, όπως ψευδώς αναγράφεται στην έκθεση. Ο παραπάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι έκδηλα αβάσιμος. Στην προαναφερόμενη έκθεση απολογίας του, που χαρακτηρίζεται από την παντελή έλλειψη εντύπων τυποποιημένων ενδείξεων και την αναλυτική καταχώρηση του περιεχομένου της υπό μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων, περιγράφεται με σαφήνεια η αποδιδόμενη κατηγορία και γίνεται μνεία για την δυνατότητα άσκησης των κατά τα άρθρα 100, 101, 102, 103, 104, 105, και 273 του Κ.Π.Δ. δικαιωμάτων του, τα οποία μάλιστα αναφέρονται επακριβώς. Ο εκκαλών, που κατά την έκθεση φέρεται να παραιτήθηκε από την άσκηση των δικαιωμάτων του, υπέγραψε χωρίς καμία επιφύλαξη στην έκθεση. Πέρα από την ανεπιφύλακτη υπογραφή του εκκαλούντος στην έκθεση της προανακριτικής απολογίας του, η αβασιμότητα του ισχυρισμού αυτού περί στέρησης της δυνατότητας άσκησης των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου καταδεικνύεται κι από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του. Πράγματι, μια ημέρα αργότερα, στις 16/4/2009, ο εκκαλών, μετά την επακολουθήσασα σύλληψή του με βάση το εκδοθέν σε βάρος του ένταλμα σύλληψης, απολογήθηκε ενώπιον του Ανακριτή, παριστάμενος με νομικό παραστάτη. Κατά την απολογία του αυτήν, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της προανακριτικής απολογίας του με μία μόνο διαφοροποίηση, χωρίς να αμφισβητήσει με οποιονδήποτε τρόπο την αλήθεια του περιεχομένου της έκθεσης της ληφθείσας κατά την αστυνομική προανάκριση απολογίας του. Τέτοια αμφισβήτηση δεν εξέφρασε ο εκκαλών με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε κατά το διάστημα που επακολούθησε. Δύο μήνες σχεδόν αργότερα, όταν εμφανίσθηκε και πάλι ενώπιον του ανακριτή, παριστάμενος με άλλους νομικούς παραστάτες, για να απολογηθεί για την συμπληρωματικά αποδοθείσα σ' αυτόν πράξη της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι κατά την προανακριτική απολογία του στερήθηκε της δυνατότητας άσκησης των δικαιωμάτων του ως κατηγορούμενος. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κρίνοντας με το προσβαλλόμενο βούλευμα του ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας από κοινού και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών και παραπέμποντάς τον για τις πράξεις αυτές στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, αποφαινόμενο παράλληλα για την περαιτέρω διάρκεια της προσωρινής κράτησής του, ορθά εφήρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία. Αντίθετα, εσφαλμένα παραπέμφθηκε ο εκκαλών για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, αφού το αξιόποινο των τιμωρουμένων σε βαθμό πλημμελήματος πράξεων αυτών είχε ήδη εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι είχε παρέλθει από την ημέρα της τέλεσής τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της έκθεσης της ληφθείσας, κατά την αστυνομική προανάκριση, απολογίας του εκκαλούντος, όπως ορθά αποφάνθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα απορρίπτοντας τη σχετική αίτηση του εκκαλούντος, με συνέπεια να μη πάσχουν ακυρότητα οι επακολουθήσασες διαδικαστικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Ενόψει αυτών, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της κατά το μέρος της που αφορά τις διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος περί παραπομπής του εκκαλούντος για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας, με πρόθεση, της ληστείας από κοινού και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, περί της περαιτέρω διάρκειας της προσωρινής κράτησης του εκκαλούντος και περί απόρριψης της αίτησης του τελευταίου για κήρυξη ακυρότητας των πράξεων της προδικασίας και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις παραπάνω διατάξεις του και β) να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη στην ουσία της, κατά το μέρος της που αφορά τις διατάξεις του προσβαλλόμενου βουλεύματος περί παραπομπής του εκκαλούντος για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, να εξαφανισθεί το βούλευμα ως προς τις διατάξεις του αυτές και να αποφανθεί το Συμβούλιο να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τις παραπάνω πράξεις". Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών ως άνω εδέχθη και με δική του σκέψη ότι "πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα του εκκαλούντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, αφού η εμφάνισή του δεν θα παρέχει οιαδήποτε διασάφηση, ούτε κάτι επιπλέον, στην υποστήριξη των απόψεών του, δεδομένου ότι αυτός ήδη έχει αναπτύξει επαρκώς τις απόψεις του με την απολογία του, τις ένορκες καταθέσεις, την προσκόμιση εγγράφων και την υποβολή εγγράφων υπομνημάτων". Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης αφού α) απέρριψε το αίτημα του τότε εκκαλούντος - νυν αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του, β) εδέχθη την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το μέρος που αφορούσε τις περί παραπομπής διατάξεις του πρωτοδίκου βουλεύματος για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας γ) εξαφάνισε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς αυτές (τις διατάξεις) δ) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις άνω πράξεις, και ε) διέταξε την εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου, απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν τόσο κατά το μέρος που αφορά την απορριπτική του πρωτοδίκου βουλεύματος διάταξη της με ημερομηνία 14/7/2009 αιτήσεως του κατηγορουμένου περί κηρύξεως της ακυρότητος των πράξεων της προδικασίας όσο και κατά το μέρος που αφορά την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της ληστείας από κοινού και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, και επεκύρωσε ως προς αυτές το εκκαλούμενο βούλευμα, το οποίο κατά το διατακτικό του έχει ως εξής: "ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ... [οδός ...] ήδη προσωρινά κρατούμενο στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, ήτοι: Α] Στην ..., στις 23.11.2003, περί ώρα 23.00, με πρόθεση σκότωσε άλλον, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης αυτής. Ειδικότερα, μετέβη στην επί της οδού ... οικοδομή, στην οποία διέμενε ο Ψ, ιδιοκτήτης πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ, κατόπιν προσυνεννοήσεώς του με άγνωστο κατά την κυρία ανάκριση δράστη, αλβανικής υπηκοότητας, με το όνομα "ΑΑ" και όταν ο προαναφερόμενος Ψ, εισήλθε στην πυλωτή της ανωτέρω οικοδομής και δέχθηκε επίθεση από τον "ΑΑ", ο οποίος έφερε παρανόμως πυροβόλο όπλο [πιστόλι ή υποπολυβόλο], ο ίδιος [ο κατηγορούμενος] επενέβη, ώστε να ακινητοποιήσει τον Ψ, δεδομένου ότι αντιστάθηκε και επιχείρησε να αφοπλίσει τον "ΑΑ". Στη συνέχεια [ο κατηγορούμενος] πήρε το ανωτέρω πυροβόλο όπλο [πιστόλι ή υποπολυβόλο], το οποίο έφερε φυσίγγια διαμετρήματος [cal] 7,65 mm A.C.P. [32 Αυτο], χωρίς φυσικά να κατέχει άδεια οπλοφορίας και πυροβόλησε με αυτό τον Ψ, δύο φορές, σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματός του, από κοντινή απόσταση 50 - 70 mm, με πρόθεση να του αφαιρέσει τη ζωή. Συγκεκριμένα, τον έπληξε στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, στην οποία το θύμα έφερε στόμιο εισόδου [στρογγυλή οπή], ως από τραυματισμό που προκλήθηκε από βολίδα πυροβόλου όπλου και στόμιο εξόδου στην πρόσθια μασχαλιαία γραμμή σε απόσταση 8 εκατοστών από τη θηλή του μαστού αριστερά, με κάταγμα της αριστερής κλείδας, καθώς και στην αριστερή κοιλιακή χώρα, στην οποία το θύμα έφερε στρογγυλή οπή εισόδου, ιδίας διαμέτρου με το στόμιο εισόδου στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα, ο δε θάνατός του οφειλόταν σε εσωτερική και εξωτερική αιμορραγία, με τρώση τραχηλικών αγγείων αριστερού-πνεύμονος και εντέρου, μεσεντερίου και διχασμού κατιούσης αορτής, ως κατόπιν πυροβολισμού με πυροβόλο όπλο. Τέλεσε δε την ανωτέρω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης, όσο και κατά την εκτέλεση αυτής, με την άμεση συνδρομή του αλβανού υπηκόου με το όνομα "ΑΑ", αγνώστων λοιπών στοιχείων, και την ψυχική συνδρομή ετέρου αγνώστου δράστη, αλβανικής υπηκοότητας. Β] Στον ανωτέρω τόπο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ενεργώντας από κοινού με άγνωστο κατά την κυρία ανάκριση δράστη, με σωματική βία εναντίον προσώπου αφαίρεσε από άλλον ξένα ολικά κινητά πράγματα, για να ιδιοποιηθεί παρανόμως. Ειδικότερα, με τη χρήση του υπό στοιχ. Α πυροβόλου όπλου [πιστολίου ή υποπολυβόλου], το οποίο έφερε παρανόμως, πυροβόλησε δύο φορές κατά του Ψ και τον έπληξε στη δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα και στην αριστερή κοιλιακή χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχ. Α πράξη. Αφού δε έκαμψε την αντίσταση του θύματός του, αφαίρεσε από την κατοχή του ένα δερμάτινο τσαντάκι που περιείχε το χρηματικό ποσό των 4.000 ευρώ περίπου, προερχόμενο από τις εισπράξεις του πρακτορείου ΠΡΟΠΟ, ιδιοκτησίας του, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Τέλεσε δε την ανωτέρω πράξη της ληστείας με τη σύμπραξη αγνώστου δράστη, αλβανικής υπηκοότητας, με το όνομα "ΑΑ" και την ψυχική συνδρομή ετέρου αγνώστου δράστη, αλβανικής υπηκοότητας. Γ) Στους ..., στις 16.4.2009, κατείχε παράνομα πυρομαχικά, υπαγόμενα στις διατάξεις του 1 παρ. 1 περ. δ του ν. 2168/1993. Ειδικότερα, κατείχε εντός της οικίας του επί της οδού ..., ένα φυσίγγιο καραμπίνας με ενδείξεις FIOCCHI 12, ένα φυσίγγιο καραμπίνας με ενδείξεις CHEDDITE 12 και επτά φυσίγγια κρότου χρώματος ασημί, διαμετρήματος 8 mm, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του". Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση της ληστείας από κοινού και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια τις ακριβείς συνθήκες τελέσεως των πράξεων και δή της ανθρωποκτονίας ως αυτουργός και της ληστείας ως συναυτουργός από κοινού, δηλαδή, με τον Αλβανό ονόματι "ΑΑ", τις κινήσεις και ενέργειές του προς θανάτωση του Ψ, ώστε να εξουδετερωθεί η αντίσταση του τελευταίου, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της θανατώσεως και της επακολουθησάσης αφαιρέσεως των χρημάτων του θύματος, την ήρεμη ψυχική κατάσταση και μάλιστα τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας από τον αναιρεσείοντα, την πρόθεση αυτού για την τέλεσή της και δή ως αυτουργός ως και την πρόθεσή του για την τέλεση της ληστείας ως συναυτουργός.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εις το βούλευμα και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό διατάξεων και κυρίως των (άρθρων) περί συμμετοχής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο δε μέρος με αυτούς επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν και μάλιστα εις μεγάλην έκταση της αιτήσεως με την ανάλυση της απλής συνεργείας, την οποίαν ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι υπάρχει, είναι απαράδεκτοι (οι λόγοι αυτοί), διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του κατηγορουμένου, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απερρίφθη με την όπως ανωτέρω εξετέθη αιτιολογία, η οποία δεν είναι ελλιπής, εφ' όσον αναφέρεται ότι η εμφάνιση ενώπιόν του ουδέν θα προσθέσει προς επιστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος λόγω αναιτιολογήτου απορρίψεως του αιτήματος αυτού και της εξ αυτής παραβιάσεως των άρθρων 20 του Συντάγματος 5 παρ. παρ. 3, 4 και 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε, επίσης με πλήρη και σαφή αιτιολογία η οποία επίσης εξετέθη ανωτέρω, την έφεση κατά το κεφάλαιό της που αφορά την περί απορρίψεως της από 14/7/2009 αιτήσεως του εκκαλούντος, διάταξη του πρωτοδίκου βουλεύματος, για κήρυξη ακύρων (των) πράξεων της προδικασίας και δη της από 15/4/2009 εκθέσεως απολογίας του ενώπιον του υπαστυνόμου Α' του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής της Διευθ. Ασφαλείας Θεσσαλονίκης ... και των επακολουθησασών διαδικαστικών πράξεων, εκ του λόγου ότι, κατά τις αιτιάσεις του δεν του εγνωστοποιήθησαν οι βαρύνουσες αυτόν κατηγορίες και δεν του εξηγήθησαν προφορικώς με την απαιτουμένη σαφήνεια τα δικαιώματά του ως κατηγορουμένου, ούτε του έγινε σχετική ερώτηση εάν επιθυμεί να κάμει χρήση αυτών, και ούτε υπέγραψε την άνω έκθεση εξετάσεώς του. Οι εμπεριστατωμένες σκέψεις του βουλεύματος που αφορούν την αιτιολογία προκύπτουν από την παραδεκτώς επισκοπουμένη, για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, ως ανωτέρω έκθεση προανακριτικής εξετάσεως του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και συμπίπτουν ακριβώς με αυτήν, όπου παρά τα αντίθετα παράπονα του αναιρεσείοντος αναλυτικώς αναφέρονται η λήψη της ταυτότητος του κατηγορουμένου, ή μετά ταύτα γνωστοποίηση της κατηγορίας με ολόκληρο το περιεχόμενό της, η ανακοίνωση των εγγράφων της ανακρίσεως, η εξήγηση όλων των δικαιωμάτων των προβλεπομένων από τα άρθρα 100, 101, 102, 103, 104, 105 ΚΠΔ, η επιθυμία του να εξετασθεί αμέσως, μετά την παραίτησή του απ' αυτών, η υπογραφή του εις εκάστη σελίδα και εις το τέλος της εκθέσεως εξετάσεώς του, εις την οποίαν, τέλος, αναφέρεται, και εις την επίσης παραδεκτώς επισκοπουμένη από 16/4/2009 ανακριτική του απολογία ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων. Μετά ταύτα, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος, εκ της αναιτιολογήτου απορρίψεως του αιτήματος περί κηρύξεως ακύρων πράξεων της προδικασίας και της εντεύθεν παραβιάσεως των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/11/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 900/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση (άρθρο 299 §§1,2 ΠΚ)- στοιχεία πράξης. Πότε υπάρχει δόλος προμελετημένος και απρομελέτητος. Στοιχεία ληστείας (άρθρο 380§1 ΠΚ) - Βίαια αφαίρεση κινητού πράγματος - δόλος. Ανθρωποκτονία από πρόθεση και ληστεία να συρρέουν αληθώς όταν η θανάτωση του θύματος περιλαμβάεται στο δόλο του δράστου και έγνη προς τον σκοπόν αφαιρέσεως των κινητών πραγμάτων του θύματος. Πότε υπάρχει από κοινού τέλεση (άρθρο 45 ΠΚ). Πότε υπάρχει αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος (άρθρο 484§1 στοιχ.ε' ΚΠΔ). Πότε υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου στο παραπεμπτικό βούλευμα (άρθρο 484§1 στοιχ. β' ΚΠΔ). Άρθρο 309§2 ΚΠΔ - αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει υπάρχει απόλυτη ακυρότης (άρθρο 171§1 στοιχ. δ' ΚΠΔ). Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότης επί πράξεων της προδικασίας (άρθρα 173§2, 174 ΚΠΔ). Δικαιώματα του κατηγορουμένου (άρθρα 273§2, 100, 101, 102, 103, 104, 105 ΚΠΔ) - Προκύπτει από την προανακριτική εξέταση του αναιρεσείοντος ότι δεν εστερήθη αυτών. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ληστεία
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Ληστεία.
| 1
|
Αριθμός 283/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, Εφέτες Κέρκυρας, 4) Χ4, Αντεισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας και 5) Χ5, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας και με εγκαλούντα τον Ψ, κάτοικο ... Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 21 Ιουλίου 2009 και αριθμ. πρωτ. 2462 που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1171/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 366/03.11.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 + 4, 136 ε, 137 παρ. 1γ, 138 παρ.2β ΚΠΔ, για κανονισμό αρμοδιότητας, την ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας βάσει των από 12-06-2007, 6-11-2006 και 21-1-2008 εγκλήσεων του Ψ, κατ. ..., ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., σε βάρος των α) των Εφετών του Εφετείου Κέρκυρας Χ1, Χ2, Χ3, και του Αντεισαγγελέα Εφετών Χ4, β) των Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων Εφετών Κέρκυρας των δικαστικών ετών 2004 και 2005, γ) της πρώην Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Κέρκυρας Χ5, δ) κατ' αγνώστων δραστών για παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγής εγγράφου (αρ 259, 222 ΠΚ), Πράξεις που φέρονται ως τελεσθείσες στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από την 6-5-2005 μέχρι και την 15-1-2008, και εκθέτω τ'ακόλουθα:
ΙΙ) Κατά την διάταξη του άρθρου 136 εδ ε' Κ.ΠΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή, υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελέα και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.ΠΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 γ' του ίδιου Κ.ΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση με αφορμή τις από 12-2-2007, 6-11-2006 και 21-7-2008 εγκλήσεις του Ψ σχηματίστηκε από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας δικογραφία σε βάρος των ανωτέρω (στοιχ Ι) δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών που υπηρέτησαν διαχρονικά στις δικαστικές και εισαγγελικές υπηρεσίες Πρωτοδικείου και Εφετείου Κέρκυρας. Στους προαναφερθέντες απεδόθησαν οι Πράξεις της παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγής εγγράφων. Οι σχετικές εγκλήσεις (έπειτα από προκαταρκτική εξέταση) απερρίφθησαν με την υπ' αρ. 62/2009 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κέρκυρας. Κατά της εν λόγω διατάξεως ο εγκαλών (διά πληρεξουσίου) άσκησε προσφυγή κατ' αρ 48 Κ.ΠΔ, η οποία εκκρεμεί προς κρίση. Όμως εκ των εγκαλουμένων ο Αντ/λέας Εφετών Χ4 υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Κέρκυρας (υπ' αρ. 2462α/30-7-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση Εισαγγελέως Εφετών Κέρκυρας), η Εφέτης Χ3 υπηρετεί στο Εφετείο Κέρκυρας (από 30-7-2009 Υπηρ. Βεβαίωση Εφ. Κέρκυρας) η αντ/λέας Πρωτοδικών Χ5 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας, ο Εφέτης Χ2 έχει μετατεθεί από το Εφετείο Κέρκυρας στο Εφετείο Ιωαννίνων (υπ' αρ. 2462β/30-7-09 υπ. βεβαίωση Εισαγγ. Εφ. Κέρκυρας).
Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως ως προς τους τέσσερις ανωτέρω και για τους λοιπούς λόγω συνάφειας, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές της Περιφέρειας Εφετείου Κέρκυρας στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Εφετείου Πατρών.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
Να διαταχθεί από το δικαστήριό σας η παραπομπή της υποθέσεως επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ'αρ ΒΜ Α07/1151, Α06/6061, Δ08/951 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημ/κών Κέρκυρας (επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 62/09 διάταξη κατ'αρ 47 ΚΠΔ) από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Εφετείου Κέρκυρας στις αντίστοιχες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές Εφετείου Πατρών.
Αθήνα 13-10-09
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξ άλλου όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. Ιγ' του ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Ψ, κάτοικος ... και ήδη κρατούμενος στο Νοσοκομείο Κρατουμένων ..., υπέβαλε στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κέρκυρας τις από 12/2/2007, 6/11/2006 και 21/7/2008 εγκλήσεις του κατά α) των Εφετών του Εφετείου Κέρκυρας Χ1, Χ2, Χ3 και του Αντεισαγγελέα Εφετών Χ4, β) των Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων Εφετών Κέρκυρας των δικαστικών ετών 2004 και 2005, γ) της πρώην Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Κέρκυρας Χ5, δ) κατ' αγνώστων δραστών, για παράβαση καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση, και υπεξαγωγή εγγράφου, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... εντός του χρονικού διαστήματος από την 6/5/2005 μέχρι και την 15/1/2008, σχηματίστηκε δε ποινική δικογραφία. Μετά από προκαταρκτική εξέταση οι σχετικές εγκλήσεις απερρίφθησαν με την υπ' αριθμ. 62/2009 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κέρκυρας. Κατά της εν λόγω διατάξεως ο εγκαλών (δια πληρεξουσίου) άσκησε προσφυγή, κατ' άρθρο 48 του ΚΠΔ, η οποία εκκρεμεί προς κρίση. Όμως εκ των εγκαλουμένων ο Αντεισαγγελέας Εφετών Χ4 υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Κέρκυρας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2462α β0/7/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Εισαγγελέα Εφετών Κέρκυρας, η Εφέτης Χ3 υπηρετεί στο Εφετείο Κέρκυρας, σύμφωνα με την από 30/7/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του Εφετείου Κέρκυρας, ο Εφέτης Χ2 έχει μετατεθεί από το Εφετείο Κέρκυρας στο Εφετείο Ιωαννίνων, ο Εφέτης Χ1 έχει μετατεθεί από το Εφετείο Κέρκυρας στο Εφετείο Αθηνών, ενώ η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Κέρκυρας Χ5 έχει μετατεθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πρέβεζας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2462730/7/2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας Εφετών Κέρκυρας.
Εν όψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως ως προς τους τρεις ανωτέρω και για τους λοιπούς λόγω συνάφειας, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές της Περιφέρειας Εφετείου Κέρκυρας, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Εφετείου Πατρών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. ΒΜ Α07/1151, Α06/6061. Δ08/951 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Κέρκυρας (επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 62/2009 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κέρκυρας, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ), από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Εφετείου Κέρκυρας στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Η παραπομπή γίνεται και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας. Παραπέμπει στις αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές του Εφετείου Πατρών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 281/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ζ, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 834/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 326/12.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 25-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ζ, κατά του υπ'αριθμ. 834/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1782/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήση στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της (βλ. ΑΠ 2052/2007, ΑΠ 1844/2007). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η βλάβη αυτή και πώς επήλθε, ενώ, ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο, πρέπει να αιτιολογήται ότι υπάρχει, αφ'ενός μεταξύ της απατηλής ενεργείας του δράστου και της πλάνης του άλλου και αφ'ετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παρεπείσθη ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής), η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση (βλ. ΑΠ 625/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/21). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 259/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ2 ήταν ιδρυτές της εταιρείας "Διαφημίσεις RATATA AEBE" που είχε έδρα στη ..., στην οδό ..., με αντικείμενο εργασιών τις διαφημίσεις και την έκδοση εφημερίδας. Από το έτος 1996 τα κέρδη της εταιρείας αυτής εμφανίζονταν μειωμένα και το φθινόπωρο του 1997 η οικονομική της κάμψη ήταν ολοκληρωτική. Τον Οκτώβριο του 1997, μαζί με τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους Ζ, δημοσιογράφο, συναποφάσισαν να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακά οφέλη με τη δημιουργία υποχρεώσεων της εταιρείας με την κυκλοφορία ακάλυπτων επιταγών για ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, χωρίς οι ίδιοι να εμφανίζονται στο προσκήνιο, αλλά να δρουν στο χώρο του παρασκηνίου. Για την επίτευξη των σκοπών τους επέλεξαν τον εγκαλούντα που είναι άτομο με γραμματικές γνώσεις των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου και είχε ζήσει στο εξωτερικό προσπαθώντας να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση και τελικά για να αντιμετωπίσει τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσής του, εργαζόταν ως οδηγός ταξί ιδιοκτησίας άλλου και ακριβώς κατά τη μεταφορά του πρώτου κατηγορουμένου στις 25-9-1997, με το ταξί, γνωρίσθηκαν και στη συνέχεια συμφώνησαν οι κατηγορούμενοι να χρησιμοποιήσουν τον εγκαλούντα ως "αχυράνθρωπο" για την εφαρμογή του σχεδίου τους, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι ο εγκαλών είχε λευκό ποινικό μητρώο. 'Ετσι, συναντήθηκαν με τον τελευταίο και του πρότειναν να γίνει πρόεδρος της RATATA, την οποία του εμφάνισαν ως σοβαρή και φερέγγυα εταιρεία, χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις, του υποσχέθηκαν δε μισθό ύψους πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών και δωρεάν παραχώρηση πολυτελούς κατοικίας και αυτοκινήτου, καθώς και κάλυψη όλων των εξόδων του. Ο εγκαλών, αν και αντελήφθη ότι η προσφορά αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα εκτίμησης των προσόντων του, που ήταν ανύπαρκτα, εν τούτοις όμως θεώρησε την πρόταση δελεαστική γιατί του εξασφάλιζε άνετο τρόπο ζωής, χωρίς κόπο, κάτι που ήταν γι'αυτόν ιδιαίτερα σημαντικό, γι'αυτό και δέχθηκε την πρόταση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της εμπλοκής του σ'αυτήν την υπόθεση. Συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί σ'αυτόν το 70% της εταιρείας και να αναλάβει την εκπροσώπησή της, όπως και έγινε, οι δε κατηγορούμενοι κράτησαν το 10% της εταιρείας, ο καθένας. 'Ετσι, από της 20-10-1997, ο εγκαλών ανέλαβε την εκπροσώπηση της εταιρείας, εκλεγείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της με την εξουσία να την δεσμεύει μόνος αυτός με την υπογραφή του, μεταξύ δε άλλων είχε το δικαίωμα να εκδίδει ο ίδιος, μόνος επιταγές για λογαριασμό της, αναλαμβάνοντας και όλες τις σχετικές υποχρεώσεις, όπως επεδίωκαν οι κατηγορούμενοι. Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας παρέμεινε ο πρώτος κατηγορούμενος ως αντιπρόεδρος και ο δεύτερος, ως μέλος, για να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν αυτοί στην πράξη την διοίκηση της εταιρείας, όπως και έπραξαν, μέχρι την ολοκλήρωση του σχεδίου τους, οπότε και αποχώρησαν. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εγκαλούντος στην εταιρεία οι κατηγορούμενοι δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους τετρακοσίων πενήντα δύο εκατομμυρίων (452.000.000) δραχμών, την ευθύνη των οποίων είχε βεβαίως ο εγκαλών, ο οποίος υπέστη και τις συνέπειες του νόμου, όπως προκύπτει και από το σχετικό βούλευμα με αριθμό 3411/2002 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το αποδιδόμενο σ'αυτούς κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση που τελέστηκε από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα, το περιουσιακό όφελος της οποίας -και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε-υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 στ', 14, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 1,3 του ΠΚ), που φέρονται να τέλεσαν στην ..., κατά το διάστημα από τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 1997 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1998, σε βάρος του εγκαλούντος Ψ.
Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και ο τρίτος από αυτούς Ζ, προσθέτει ότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας των κατηγορουμένων και της πλάνης του εγκαλούντος, καθώς και μεταξύ της πλάνης του και της συμπεριφοράς του, που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού- κατά την εκδοχή του - ο εγκαλών γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ή διαφορετικά, μπορούσε να πληροφορηθεί σε κάθε στιγμή ότι, αποδεχόμενος τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, θα είχε τις ευθύνες που απορρέουν από το νόμο. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του τρίτου εκκαλούντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους συνίσταται στο ότι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η παραπάνω εταιρεία ήταν φερέγγυα και ότι επιθυμούσαν τη συνεργασία του απλώς και μόνο για να λάβουν κάποιο δάνειο γι'αυτήν και γι'αυτό ήθελαν να τροποποιήσουν το καταστατικό της και να τον διορίσουν πρόεδρό της και διευθύνοντα σύμβουλο διατηρώντας οι ίδιοι τη διαχείριση και τη διοίκησή της, χωρίς δική του ευθύνη, στην πραγματικότητα όμως, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι ίδιοι, η εταιρεία είχε ήδη πολλά χρέη προς τρίτους και ο σκοπός τους ήταν να επιρριφθούν αυτά και τα νέα που οι ίδιοι δημιούργησαν- συνολικού ύψους 452.000.000 δραχμών- στον εγκαλούντα και επί πλέον μέχρι και τον Απρίλιο 1998 εξακολουθούσαν να παριστάνουν σ'αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πορεία της εταιρείας "βαίνει καλώς" και δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα, ώστε να τον πείσουν να παραμείνει στη θέση του. Επομένως ο εγκαλών δεν παραπείσθηκε σχετικά με το γεγονός ότι δεν θα είχε καμμία απολύτως νομική ευθύνη, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιο πάνω εταιρείας, όπως υποστηρίζει ο αναφερθείς εκκαλών, αλλά σχετικά με το γεγονός ότι η εταιρεία δεν είχε χρέη και ήταν φερέγγυα και ότι όλα "έβαιναν καλώς" και δεν υπήρχε πρόβλημα με τις εργασίες της και την οικονομική της ευρωστία.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και, αφού απέρριψε την έφεση αυτού, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα.
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή. Ειδικότερα, δεν εκθέτει περιστατικά συμπεριφοράς του παθόντος, ενέχοντα περιουσιακή διάθεση και δεν διευκρινίζει ποία συγκεκριμένη μείωση ή χειροτέρευση της περιουσίας αυτού επήλθε από τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα παραπλανητικές ενέργειες. Αλλά, με την ανωτέρω παράλειψη και ασάφεια, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και νομίμου βάσεως, και είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Όμως, ο περί εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αναιρετικός λόγος, αορίστως προβαλλόμενος, χωρίς να αναφέρεται εις τί συνίσταται αυτή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Επίσης απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα.
Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς- Π ρ ο τ ε ί ν ω--------------------
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 834/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήναι 21 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 §§ 1 και 3 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών? και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000€) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000€). Ούτω για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος. χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους. β) η εν γώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται ενμέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά και τα μέσα, από τα οποία προέκυψαν και στηρίζουν την παραπεμπτική του κρίση. Εφ' όσον δε η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο αυτό των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος κατά το άρθρο 484 §1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. συνιστά λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα υπ'αριθμ. 834/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απερρίφθη η ασκηθείσα υπό του αναιρεσείοντος έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος υπ'αριθμ. 1782/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ'επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 €, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη (στο βούλευμα) πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως (Εφετών) και με μνεία όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπ'όψη του, εδέχθη ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 ήταν ιδρυτές της εταιρίας "Διαφημίσεις RATATA A.E.B.E." που είχε έδρα στη ..., στην οδό ..., με αντικείμενο εργασιών τις διαφημίσεις και την έκδοση εφημερίδας. Από το έτος 1996 τα κέρδη της εταιρίας αυτής εμφανίζονταν μειωμένα και το φθινόπωρο του 1997 η οικονομική της κάμψη ήταν ολοκληρωτική. Τον Οκτώβριο 1997 μαζί με τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους Ζ, δημοσιογράφο, συναποφάσισαν να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακά οφέλη με τη δημιουργία υποχρεώσεων της εταιρείας με την κυκλοφορία ακάλυπτων επιταγών για ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, χωρίς οι ίδιοι να εμφανίζονται στο προσκήνιο, αλλά να δρουν στο χώρο του παρασκηνίου. Για την επίτευξη των σκοπών τους επέλεξαν τον εγκαλούντα που είναι άτομο με γραμματικές γνώσεις των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου και είχε ζήσει στο εξωτερικό προσπαθώντας να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση και τελικά για να αντιμετωπίσει τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσής του, εργαζόταν ως οδηγός ταξί ιδιοκτησίας άλλου και ακριβώς κατά τη μεταφορά του πρώτου κατηγορουμένου στις 25-9-1997, με το ταξί, γνωρίσθηκαν και στη συνέχεια συμφώνησαν οι κατηγορούμενοι να χρησιμοποιήσουν τον εγκαλούντα ως "αχυράνθρωπο" για την εφαρμογή του σχεδίου τους, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι ο εγκαλών είχε λευκό ποινικό μητρώο. Έτσι, συναντήθηκαν με τον τελευταίο και του πρότειναν να γίνει πρόεδρος της RATATA, την οποία του εμφάνισαν ως σοβαρή και φερέγγυα εταιρεία, χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις, του υποσχέθηκαν δε μισθό ύψους πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών και δωρεάν παραχώρηση πολυτελούς κατοικίας και αυτοκινήτου, καθώς και κάλυψη όλων των εξόδων του. Ο εγκαλών, αν και αντελήφθη ότι η προσφορά αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα εκτίμησης των προσόντων του, που ήταν ανύπαρκτα, εν τούτοις όμως θεώρησε την πρόταση δελεαστική γιατί του εξασφάλιζε άνετο τρόπο ζωής, χωρίς κόπο, κάτι που ήταν γι'αυτόν ιδιαίτερα σημαντικό, γι'αυτό και δέχθηκε την πρόταση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της εμπλοκής του σ'αυτήν την υπόθεση. Συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί σ'αυτόν το 70% της εταιρείας και να αναλάβει την εκπροσώπησή της, όπως και έγινε, οι δε κατηγορούμενοι κράτησαν το 10% της εταιρείας, ο καθένας. Έτσι, από της 20-10-1997, ο εγκαλών ανέλαβε την εκπροσώπηση της εταιρείας, εκλεγείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της με την εξουσία να την δεσμεύει μόνος αυτός με την υπογραφή του, μεταξύ δε άλλων είχε το δικαίωμα να εκδίδει ο ίδιος, μόνος επιταγές για λογαριασμό της, αναλαμβάνοντας και όλες τις σχετικές υποχρεώσεις, όπως επεδίωκαν οι κατηγορούμενοι. Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας παρέμεινε ο πρώτος κατηγορούμενος ως αντιπρόεδρος και ο δεύτερος, ως μέλος, για να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν αυτοί στην πράξη την διοίκηση της εταιρείας, όπως και έπραξαν, μέχρι την ολοκλήρωση του σχεδίου τους, οπότε και αποχώρησαν. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εγκαλούντος στην εταιρεία οι κατηγορούμενοι δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους τετρακοσίων πενήντα δύο εκατομμυρίων (452.000.000) δραχμών, την ευθύνη των οποίων είχε βεβαίως ο εγκαλών, ο οποίος υπέστη και τις συνέπειες του νόμου, όπως προκύπτει και από το σχετικό βούλευμα με αριθμό 3411/2002 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το αποδιδόμενο σ'αυτούς κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση που τελέστηκε από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα, το περιουσιακό όφελος της οποίας -και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε-υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 στ', 14, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 1,3 του ΠΚ), που φέρονται να τέλεσαν στην ..., κατά το διάστημα από τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 1997 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1998, σε βάρος του εγκαλούντος Ψ. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και ο τρίτος από αυτούς Ζ, προσθέτει ότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας των κατηγορουμένων και της πλάνης του εγκαλούντος, καθώς και μεταξύ της πλάνης του και της συμπεριφοράς του, που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού- κατά την εκδοχή του - ο εγκαλών γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ή διαφορετικά, μπορούσε να πληροφορηθεί σε κάθε στιγμή ότι, αποδεχόμενος τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, θα είχε τις ευθύνες που απορρέουν από το νόμο. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του τρίτου εκκαλούντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους συνίσταται στο ότι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η παραπάνω εταιρεία ήταν φερέγγυα και ότι επιθυμούσαν τη συνεργασία του απλώς και μόνο για να λάβουν κάποιο δάνειο γι'αυτήν και γι'αυτό ήθελαν να τροποποιήσουν το καταστατικό της και να τον διορίσουν πρόεδρό της και διευθύνοντα σύμβουλο διατηρώντας οι ίδιοι τη διαχείριση και τη διοίκησή της, χωρίς δική του ευθύνη, στην πραγματικότητα όμως, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι ίδιοι, η εταιρεία είχε ήδη πολλά χρέη προς τρίτους και ο σκοπός τους ήταν να επιρριφθούν αυτά και τα νέα που οι ίδιοι δημιούργησαν- συνολικού ύψους 452.000.000 δραχμών- στον εγκαλούντα και επί πλέον μέχρι και τον Απρίλιο 1998 εξακολουθούσαν να παριστάνουν σ'αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πορεία της εταιρείας "βαίνει καλώς" και δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα, ώστε να τον πείσουν να παραμείνει στη θέση του. Επομένως ο εγκαλών δεν παραπείσθηκε σχετικά με το γεγονός ότι δεν θα είχε καμμία απολύτως νομική ευθύνη, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιο πάνω εταιρείας, όπως υποστηρίζει ο αναφερθείς εκκαλών, αλλά σχετικά με το γεγονός ότι η εταιρεία δεν είχε χρέη και ήταν φερέγγυα και ότι όλα "έβαιναν καλώς" και δεν υπήρχε πρόβλημα με τις εργασίες της και την οικονομική της ευρωστία...". Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση εδέχθη ότι ορθώς απεφάνθη το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και παρέπεμψε και τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) και αφού όπως προανεφέρθη απέρριψε την έφεση, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά τ' ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 §§ 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες και εσφαλμένως εφήρμοσε, αφού υπάρχουν ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των περιστατικών αυτών. Ειδικότερα (φαίνεται να) δέχεται το Συμβούλιο ότι στοιχειοθετείται απάτη κακουργηματική πραχθείσα εις βάρος του εγκαλούντος - παθόντος χωρίς όμως να αιτιολογεί κατά τρόπο σαφή ποία η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου αυτού, ούτε να προσδιορίζεται εις τι συνίσταται αυτή, ούτε να δικαιολογεί τον τρόπο με τον οποίον επραγματώθη αυτή? την τοιαύτη ασάφεια επιτείνει η παραδοχή του βουλεύματος ότι "η εταιρία είχε ήδη πολλά χρέη προς τρίτους και ο σκοπός των (των κατηγορουμένων) ήταν να επιρριφθούν αυτά και τα νέα που οι ίδιοι εδημιούργησαν συνολικού ύψους 452.000.000 δραχμών στον εγκαλούντα", χωρίς, δηλαδή, να διευκρινίζει ποίο το όφελος αυτών και διατί είναι παράνομο, εν όψει του ότι ουδόλως εκτίθεται εάν μεταξύ της περιουσιακής βλάβης και του περιουσιακού οφέλους υπάρχει υλική αντιστοιχία που απαιτείται για την ύπαρξη της υποκειμενικής υποστάσεως της απάτης ήτοι του σκοπού παρανόμου οφέλους, του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ και β' Κ.Π.Δ., να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι έκριναν προηγουμένως. (άρθρο. 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ'αριθμ. 834/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν το άνω βούλευμα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη (άρθρο 386§§1,3 ΠΚ). Στοιχεία αυτής. Κατ' επάγγελμα τέλεση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία βουλεύματος που παραπέμπει για απάτη τον αναιρεσείοντα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τί είναι περιουσιακό όφελος. Μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του επιδιωκόμενου οφέλους πρέπει να υπάρχει υλική αντιστοιχία που προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο άλλως υπάρχει ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Βιασμός
|
Απάτη, Βιασμός.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 279/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Μαλακάση, περί αναιρέσεως της 92/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 811/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από το δικαίωμα να εκθέσει τις απόψεις, του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγή της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 364 παρ.1 ΚΠοινΔ, η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο δεν επέτρεψε την ανάγνωση ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος, οπότε υπάρχει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ'άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠοινΔ, αλλά και έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα και τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 92/2009 απόφαση και τα ενσωματωμένα σε αυτήν πρακτικά της δίκης, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβάνεται και η έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του Δικαστικού γραφολόγου ...Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει κατ'άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, δεν κατέθεσε, ούτε υπέβαλε προς το Δικαστήριο αίτημα να αναγνωσθεί, το παραπάνω έγγραφο, όπως διατείνεται στην κρινόμενη αίτησή της.
Συνεπώς, οι συναφείς από το άρθρο 510 περ.1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠοινΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και για παραβίαση των περί δημοσιότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 α παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Τέλος, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 92/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη, σε δεύτερο βαθμό, πλαστογραφίας και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη και ο πολιτικώς ενάγων είχαν τελέσει γάμο στις 30.8.1992. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο δίδυμα τέκνα που γεννήθηκαν στις 14.3.2001. Το Πάσχα του έτους 2002 διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των συζύγων. Με την 499/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας η άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων ανατέθηκε προσωρινά στην κατηγορουμένη μητέρα τους. Το δικαίωμα ονοματοδοσίας όμως παρέμεινε στους δύο γονείς για να ασκηθεί από κοινού, δεδομένου μάλιστα ότι υπήρχε έντονη διαφωνία τους ως προς τα ονόματα που θα δίδονταν και τούτο αποτελούσε ζήτημα όξυνσης των σχέσεων τους. Η κατηγορουμένη στις ... στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Πλησιών Άρτας, τέλεσε το μυστήριο της βάπτισης των ανηλίκων τέκνων τους, για την τέλεση του οποίου δεν είχε αναφέρει ούτε είχε καλέσει τον πατέρα αυτών να παρευρεθεί και ενώ δεν είχαν συμφωνήσει ως προς την ονοματοδοσία, έδωσε στα τέκνα τους τα ονόματα "..." και "...", το πρώτο των οποίων ήταν το όνομα της μητέρας της, ενώ το δεύτερο δεν ανταποκρίνονταν σε όνομα άλλου ατόμου των οικογενειών τους. Στις ... η κατηγορουμένη εμφανίστηκε στο ληξιαρχικό κατάστημα του Δήμου ... για τη σύνταξη των ληξιαρχικών πράξεων βαπτίσεως των τέκνων της. Ο ληξίαρχος του Δήμου ... απουσίαζε τη συγκεκριμένη ημέρα και προθυμοποιήθηκε να την εξυπηρετήσει ο υπάλληλος του Δήμου .... Ο τελευταίος είναι εξάδελφος της κατηγορουμένης, αλλά δεν γνώριζε το γεγονός της διάστασης των συζύγων και τα προβλήματα που υπήρχαν στις σχέσεις τους σχετικά με την ονοματοδοσία των τέκνων. Η κατηγορουμένη παρέδωσε τις δηλώσεις που είχε συντάξει ο ιερέας που είχε τελέσει το μυστήριο στον ανωτέρω υπάλληλο με σχετικές αιτήσεις για τη σύνταξη αυτών και εκείνος συμπλήρωσε τα στοιχεία στα έντυπα ληξιαρχικών πράξεων εκθέσεων στις οποίες δόθηκαν οι αριθμοί ...και .... Ο υπάλληλος ρώτησε την κατηγορουμένη ποιον γονέα θα φέρει ως εμφανισθέντα και πραγματοποιήσαντα τις δηλώσεις και εκείνη του απάντησε να συμπληρώσει το όνομα του συζύγου της και πατέρα των τέκνων Ψ1, πολιτικώς ενάγοντα. Αφού συμπληρώθηκαν οι ανωτέρω πράξεις, η μεν ...για τη "..." και η ...για την "...", ο υπάλληλος κάλεσε την κατηγορουμένη να υπογράψει αυτές και εκείνη έθεσε την υπογραφή ως "Ψ1", έτσι ώστε να υποδηλώνεται μ' αυτή ότι ο αναφερόμενος ως εμφανισθείς σύζυγος της υπέγραψε ότι προέβη στη δήλωση περί της βαπτίσεως των τέκνων, στοιχεία που περιέλαβε και στις σχετικές αιτήσεις της. Όμως, η κατηγορουμένη δεν είχε εντολή από το σύζυγο της να υποβάλει τις αιτήσεις αυτές στο όνομα του, ούτε να υπογράψει τις σχετικές αιτήσεις ούτε τις ανωτέρω ληξιαρχικές πράξεις. Κατ' ακολουθία οι αιτήσεις αυτές ήταν πλαστές αφού έφεραν τον πολιτικώς ενάγοντα να ζητεί τη σύνταξη των ανωτέρω πράξεων και να δηλώνει ότι αυτός προβαίνει στη δήλωση της βάπτισης των τέκνων του. Η κατάρτιση τους και υπογραφή τους είχε γίνει από την κατηγορουμένη. Τούτο με ασφάλεια προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων και ειδικότερα του ανωτέρα) υπαλλήλου που εξυπηρέτησε αυτήν στη σύνταξη τους, αλλά και του ληξιάρχου που πληροφορήθηκε τα ανωτέρω από τον υπάλληλο αυτό, καταθέτει δε ότι το γεγονός είχε γίνει αντιληπτό και από τους κατονομαζόμενους υπαλλήλους του Δήμου ... και .... Σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να παραπλανήσει με τη χρήση των ληξιαρχικών πράξεων που συντάχθηκαν με τις αιτήσεις της στις μεταξύ αυτής και του συζύγου της δίκες που θα ακολουθούσαν, αφού, παρά τα όσα όριζε η 499/2002 απόφαση, είχε ασκήσει το δικαίωμα ονοματοδοσίας των τέκνων μόνη αυτή, ότι και ο πατέρας των τέκνων συμφώνησε στη βάπτιση και την ονοματοδοσία, με το δεδομένο που προέκυπτε από τα πλαστά έγγραφα, ότι δηλαδή δήλωσε αυτός στο οικείο ληξιαρχείο τη βάπτιση τους. Η κατηγορουμένη με πρόθεση και τον εκτιθέμενο σκοπό τέλεσε την πράξη αυτή, δέχεται δε ότι τις δηλώσεις αυτές έκανε η ίδια στην από 22-10-2002 υπεύθυνη δήλωσή της προς το ληξιαρχείο του Δήμου ...".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν κατ'έφεση Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 α παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος και δη ο σκοπός αυτής με την υποβολή των δύο αυτών, πλαστών ως προς την υπογραφή του δηλούντος γονέα - πρώην συζύγου της, εντύπων αιτήσεων προς τον Ληξίαρχο του Δήμου ..., ώστε να παραπλανηθεί ο Ληξίαρχος και να συνταγούν παράνομα οι σχετικές ληξιαρχικές πράξεις βαπτίσεως των δύο τέκνων τους και με τη χρήση αυτών στις μεταξύ αυτής και του συζύγου της δίκες, να παραπλανήσει εν τέλει και τρίτους, σχετικά με το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων πατέρας αυτών, πρώην σύζυγος της κατηγορουμένης, συμφώνησε δήθεν στη βάπτιση και στην ονοματοδοσία των κοινών τέκνων τους και αυτός ήταν που προέβαινε στις άνω δηλώσεις προς στον ληξίαρχο Δήμου ..., γεγονός όμως ψευδές, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες στις μεταξύ τους αστικές δίκες που θα ακολουθούσαν, αφού είχε ασκήσει παράνομα μόνη το δικαίωμα βαπτίσεως και ονοματοδοσίας, παρά τη ρητή σχετική απαγόρευση από δικαστική απόφαση, που όριζε ότι το δικαίωμα ονοματοδοσίας ανήκει από κοινού και στους δύο γονείς, ο δε πολιτικώς ενάγων αγνοούσε τις άνω γενόμενες με την πλαστή υπογραφή του δηλώσεις και φερόταν ότι ο ίδιος έχει προβεί στις άνω δηλώσεις και άρα συναίνεσε και στην ονοματοδοσία των τέκνων του. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, αντίθετοι προς τα ανωτέρω, λόγοι αναιρέσεως ( δεύτερος και τρίτος).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, ή παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, ή την κηρύσσει απαράδεκτη β) ταυτότητα προσώπων και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Ως "πράξη", κατά το άνω άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθ' ημέραν βίου, υφ'οιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ'ουσίαν, έστω και αν αυτός επιτρεπτώς μεταβλήθηκε και τούτο διότι και υπό άλλο νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι για την ίδια πράξη της πλαστογραφίας που καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη με το νομικό χαρακτηρισμό της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή (άρθρο 225 παρ. 2 ΠΚ), και παραπέμφθηκε για να δικαστεί με το 3275/2002 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αρτας, το οποίο διαλαμβάνει τα ίδια πραγματικά περιστατικά με την πλαστογραφία και τελικά η κατηγορία αυτή, κατ'εφαρμογή του άρθρου 31 του ν. 3346/2005 τέθηκε στο αρχείο λόγω παραγραφής του αξιοποίνου αμετακλήτως, όπως προκύπτει από το 1289/2009 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πλημ/κών Άρτας, και συνεπώς δεν μπορούσε να κινηθεί άλλη ποινική δίωξη για την ίδια αιτία. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μη προταθείς στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ του ΚΠοινΔ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα δια της προσβαλλομένης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε κατ'έφεση, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας (216 α παρ.1 ΠΚ), όπως από αυτή προκύπτει, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, ως υπαίτια του ότι στη ... στις 5-9-2002 με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο και ειδικότερα κατέθεσε προς το Ληξίαρχο του Δήμου ....αιτήσεις προκειμένου να συνταχθούν οι με αριθμ. ... και ...ληξιαρχικές πράξεις βαπτίσεως των δύο ανηλίκων τέκνων της, τις οποίες και υπέγραψε, θέτοντας κατ'απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος πρώην συζύγου της, στη θέση "ο δηλώσας", χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου, αν και γνώριζε ότι είχε εκδοθεί η 499/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που της απαγόρευε ρητά να ασκήσει μόνη της το δικαίωμα ονοματοδοσίας των ανηλίκων τέκνων τους, το οποίο εξακολουθούσε να ανήκει από κοινού και στους δύο γονείς. Όμως, μεταξύ του αδικήματος της πλαστογραφίας του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ και του αδικήματος της ψευδούς ανώμοτης αναφοράς στην αρχή του άρθρου 225 παρ.2 του ΠΚ, υπάρχει αληθής πραγματική συρροή, τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ενός καίτοι ταυτίζονται με εκείνα του άλλου, πλήττουν διαφορετικά προστατευόμενα έννομα αγαθά, στη μεν πλαστογραφία προστατεύεται η ασφάλεια και η αξιοπιστία των συναλλαγών μέσω της ενσωματωμένης στο έγγραφο δηλώσεως, στη δε ψευδή αναφορά στην αρχή προστατεύεται η αλήθεια των δηλώσεων ή ανακοινώσεων προς την αρχή ή το εξουσιοδοτημένο όργανο αυτής. Επομένως, το δεδικασμένο που επήλθε για την πράξη της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, κατά το άρθρο 31 του ν. 3346/2005, δεν καταλαμβάνει και την συρρέουσα πραγματικά πράξη της πλαστογραφίας και ο συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 183, 176 ΚΠολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμ. εκθ. 8/20-5-2009 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της με αριθμό 92/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία πλημμεληματική. 1. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, μόνον αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμέ-νου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται και έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠΔ. Απορριπτέος. ο 1ος λόγος, διότι από τα Πρακτικά δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η ανάγνωση της εκθέσεως Γραφολογικής Γνωμοδότησης. 2. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο 2ος και 3ος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (Δ) και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ε). 3. Απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, περί παραβιάσεως του προταθέντος δεδικασμένου (57 ΚΠΔ) καθόσον μεταξύ του αδικήματος της πλαστογραφίας του άρθρου 216 α, παρ.1 του ΠΚ και του αδικήματος της ψευδούς ανώμοτης αναφοράς στην αρχή του άρθρου 225 παρ.2 του ΠΚ, υπάρχει αληθής πραγματική συρροή, τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ενός καίτοι ταυτίζονται με εκείνα του άλλου, πλήττουν διαφορετικά προστατευόμενα έννομα αγαθά, στη μεν πλαστογραφία προστατεύεται η ασφάλεια και η αξιοπιστία των συναλλαγών μέσω της ενσωματωμένης στο έγγραφο δηλώσεως, στη δε ψευδή αναφορά στην αρχή προστατεύεται η αλήθεια των δηλώσεων ή ανακοινώσεων προς την αρχή ή το εξουσιοδοτημένο όργανο αυτής.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο.
| 1
|
Αριθμός 282/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα
ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 97/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ζ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ζ ΑΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009, αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 892/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 303/23-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 2/18-5-2009 αίτηση αναιρέσεως της X κατοίκου ... κατά του 97/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τρικάλων με το 442/2008 βούλευμά του παρέπεμψε την ήδη αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ύψους 14.804,46 ευρώ. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε την έφεση αυτής κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως αβάσιμη στην ουσία της. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε : α) στην κατηγορούμενη στις 8-5-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του αρχ/κα... του Α.Τ. ... και β) στον αντίκλητο δικηγόρο της την 1-6-2009 όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του επιμελητή ... της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, και αυτή στις 18-5-2009, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ) , άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Τρικάλων. Η κατηγορούμενη με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς της στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος, που την παραπέμπει για κακούργημα (α.482 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ ) και ζητά την εξαφάνισή του για : α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και β) για απόλυτη ακυρότητα ( α. 484 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠΔ ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, "αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαιρέσεως) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη, όπως ισχύει μετά το ν. 2408/96, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, τα οποία εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία έχει καταρτίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/85 και του Π.Δ. 298/1986, σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι προμηθείας να μεσολαβεί στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και της εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, διότι, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ. Νόμου, 713 επ. Α.Κ και 3 Εισ. Ν.Α.Κ., ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της, καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως, ήτοι νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης. Βέβαια, στο άρθρο 3 παρ.1 του Π.Δ. 298/1986,που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Όμως η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση, φέρει το χαρακτήρα μικτής σύμβασης , η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κύριας (πρακτορικής) σύμβασης. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα κρίσιμη είναι η ιδιότητα όχι του θεματοφύλακα, αλλά του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτοριακής σύμβασης και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ. Νόμου και 713 επ. Α.Κ. (ΑΠ 493/2007 Ποιν.Λ' 2007.354 , ΑΠ 1120/2004 ΠΧ' 2007.419 , ΑΠ 1600/2004 ΠΧ' 2005.646). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.7 ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει , ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ' 2002 .689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003 . 24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996 . 358).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ζ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ζ Α.Ε. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νομίμως ασχολείται με την εκτέλεση ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει συμβάσεως και έναντι προμήθειας στο όνομα και για λογαριασμό διάφορων ασφαλιστικών επιχειρήσεων της χώρας μεταξύ των οποίων και των ασφαλιστικών εταιρειών "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", 'ΕΓΝΑΤΙΑ", GENERAL UNION, EOS και ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ. Στα πλαίσια της ανωτέρω επαγγελματικής δραστηριότητας ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας συνήψε στις αρχές Ιανουαρίου του 2004 σύμβαση συνεργασίας με την εγκαλούσα - κατηγορουμένη X, η οποία ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και διατηρούσε γραφείο ασφαλειών στην πόλη των ..., με βάση την οποία (σύμβαση) η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, δηλαδή ανέλαβε το έργο της παρουσίασης, πρότασης και προπαρασκευής ασφαλιστικών συμβάσεων, οι οποίες θα συνάπτονταν στο όνομα και για λογαριασμό των εταιριών τις οποίες εκπροσωπούσε η εγκαλούσα. Παράλληλα με σχετικό προσάρτημα της ανωτέρω σύμβασης ανέλαβε την υποχρέωση, αφενός μεν να ενημερώνει έγκαιρα την εγκαλούσα για την καθυστέρηση των εισπρακτέων ασφαλίστρων, αφετέρου δε να καταθέτει στην εγκαλούσα απ' ευθείας ή διά μέσου τραπέζης τα ασφάλιστρα που θα εισέπραττε με οποιοδήποτε τρόπο, εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών από την είσπραξη, μετά την αφαίρεση των αναλογούντων προμηθειών και διαφόρων εξόδων. Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας και συνεργασίας η εκκαλούσα μεσολάβησε για την κατάρτιση διαφόρων ασφαλιστικών συμβολαίων για λογαριασμό της εγκαλούσας και των υπ' αυτής εκπροσωπουμένων, ως άνω ασφαλιστικών εταιριών, παράλληλα δε κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου του έτους 2005, εισέπραξε από ασφαλισμένους έναντι σχετικών ασφαλίστρων το συνολικό ποσό των 17.504, 46 ευρώ κατ' εντολή και για λογαριασμό της εγκαλούσας το οποίο όμως δεν απέδωσε στην τελευταία εντός του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, με βάσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Σε επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας η κατηγορουμένη υποσχόταν την καταβολή του ποσού αυτού, χωρίς όμως να εκπληρώνει τις υποσχέσεις της, τελικώς δε συμφωνήθηκε και αποδέχτηκε η κατηγορουμένη τέσσερες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 16.982,46 ευρώ, σε διαταγή του εκπροσώπου της εγκαλούσας. Με βάση τη συμφωνία αυτή και έναντι του οφειλομένου ποσού η εκκαλούσα κατέβαλε διαδοχικά κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Σεπτέμβριο του 2005 το συνολικό ποσό των 2.700 ευρώ, αρνούμενη να εξοφλήσει την υπόλοιπη οφειλή της και για το λόγο αυτό εκδόθηκε με βάση τις ανωτέρω συναλλαγματικές η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει καταστεί δυνατή η είσπραξη του υπολοίπου οφειλομένου ποσού των 14.804,46 ευρώ το οποίο τελικά ιδιοποιήθηκε παρανόμως η κατηγορουμένη με την ιδιότητα ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, είναι δε αυτό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απολογουμένη η κατηγορουμένη αρνήθηκε την κατηγορία που της αποδίδεται και ισχυρίσθηκε αφενός μεν ότι η κύρια απασχόλησή της και η συνεργασία της με την εγκαλούσα ήταν με την ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου, αφετέρου δε ότι δεν εισέπραξε από ασφαλισμένους τα ανωτέρω ποσά που αξιώνει η εγκαλούσα, δεδομένου ότι τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια συμβόλαια εδόθηκαν με πίστωση του αντίστοιχου ασφαλίστρου και κατόπιν οδηγιών της εγκαλούσης. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η κατηγορουμένη δεν προσκόμισε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ποια είναι τα επί μέρους ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία καταρτίστηκαν με πίστωση του ασφαλίστρου αυτών, καθώς επίσης ποίοι είναι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι αρνούνται ή καθυστερούν την καταβολή εν όλω ή εν μέρει του τυχόν πιστωθέντος τιμήματος ασφαλίστρου. Αντίθετα ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας κατέθεσε ότι με βάση τα έγγραφα της εταιρείας και τις προφορικές διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης, το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε η κατηγορουμένη για λογαριασμό της εγκαλούσας. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το γεγονός ότι η κατηγορουμένη αποδέχθηκε χωρίς καμιά διαμαρτυρία ή επιφύλαξη τις προαναφερθείσες τέσσερις συναλλαγματικές επιβεβαιώνει χωρίς αμφιβολία τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας και φανερώνει ότι η ενέργεια αυτή σχετίζονταν άμεσα με την οφειλή του υπολοίπου ποσού των εισπραχθέντων ασφαλίστρων. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η κατηγορουμένη δεν άσκησε κάποια ανακοπή κατά της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τις ως άνω συναλλαγματικές, επιπλέον δε δεν προσκόμισε ούτε επικαλέσθηκε κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η αποδοχή των τεσσάρων συναλλαγματικών αναφερόταν ενδεχομένως σε άλλη αιτία. Εν όψει λοιπόν όλων αυτών, θεωρούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη για την οποία κατηγορείται και συνεπώς ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμεθα αποφάνθηκε για την παραπομπή αυτής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή : α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή , χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη: α) ανέλαβε με βάση τη σύμβαση που υπέγραψε να καταρτίζει ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, να κατακρατεί την προμήθειά της και τα υπόλοιπα ασφάλιστρα που εισέπραττε και περιήρχοντο στην κατοχή της να τα αποδίδει σ' αυτή (ασφαλιστική εταιρεία ) β) απέκτησε έτσι την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή της ασφαλιστικής εταιρείας από την οποία επιλέχθηκε γ) αναγνώρισε ότι έχει κατακρατήσει χρήματα που εισέπραξε και δεν τα είχε αποδώσει δ) αρνήθηκε την καταβολή των οφειλομένων παρά τις σχετικές οχλήσεις και ε) ηθελημένα ενσωμάτωσε τα οφειλόμενα ποσά, που είναι στο σύνολό τους ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στην περιουσία της χωρίς κανένα σχετικό δικαίωμα. Η κρίση του δικαστικού συμβουλίου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ του αναιρεσείουσας και της παραπάνω ασφαλιστικής υπήρχε μόνο σύμβαση εντολής με την μορφή που αυτό αναφέρεται δεν ελέγχεται αναιρετικά επειδή αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του. Έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για την θέση αυτή με την μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής των διατάξεων του α. 16 του Ν. 1569/85 όπως αντ. από το α. 24 του Ν. 2496/1997 (α. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ ) είναι απαράδεκτος όταν μάλιστα οι διατάξεις αυτές αφορούν τον ασφαλιστικό σύμβουλο και όχι τον ασφαλιστικό πράκτορα (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 915/78 ΠΧ' 1979.63 ). Η αναιρεσείουσα επικαλείται απόλυτη ακυρότητα επειδή ελήφθη υπόψη από το Δικαστικό Συμβούλιο η "Αναλυτική κίνηση λογαριασμού" που προσκόμισε η εγκαλούσα από το αρχείο της χωρίς αυτή να έχει την απαραίτητη υπογραφή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί επειδή το Δικαστικό Συμβούλιο μπορεί να λάβει υπόψη του ακόμα και άκυρα έγγραφα αρκεί αυτά να μην προσβληθούν ως πλαστά, πράγμα που δεν έχει γίνει από την αναιρεσείουσα ( ΑΠ 1722/99 ΠοινΛ' 2000.144, ΑΠ 1173/93 ΠΧ' 1993.872 ). Τέλος ο λόγος της απόλυτης ακυρότητας που επικαλείται η αναιρεσείουσα (μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπισή της και την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας στην προδικασία) πρέπει να απορριφθεί γιατί αυτή δεν καθορίζει στην έκθεση αναιρέσεως της αναλυτικά τις συγκεκριμένες παραβιάσεις που συνέβησαν. Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως της κατηγορουμένης είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτήν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 2/18-5-2009 αίτηση αναιρέσεως της X κατοίκου ... κατά του 97/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και Β) Να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 375 §§ 1 και 2 εδ. α' ΠΚ όπως η § 1 συνεπληρώθη με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η § 2 αυτού αντικατεστάθη με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ..." και "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου ....ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ....". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς α)το υλικό αντικείμενο αυτής, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα να είναι ολικά ή εν μέρει "ξένο", υπό την έννοια ότι βρίσκεται σε ξένη εν αναφορά με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο β)το ξένο πράγμα να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστου και να ήτο κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του γ)να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν ως τοιαύτη. Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα προθέσεως να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία, χωρίς να αρκεί δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν αυτή ανεκοινώθη εις τρίτον, αλλ' απαιτείται έμπρακτη δήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση ε)το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο άνω άρθρο (§ 2) διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου που εμφανίζεται, ως προανεφέρθη με την θέλησή του να ενσωματώσει ο δράστης το ξένο πράγμα στη δική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 § 1 του Ν. 1969/1985, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 11 § 2 του Ν. 2170/1993, ο ασφαλιστικός πράκτορας, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμηθείας ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιάς ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβούντων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως ασφαλιστικές συμβάσεις, κατά δε το άρθρο 4 § 1 εδ. α' του ιδίου Νόμου, όπου η ασφαλιστική επιχείρηση χαρακτηρίζεται στην πρακτοριακή σύμβαση ως εντολέας, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση μεταξύ του ασφαλιστικού πράκτορος και της ασφαλιστικής επιχειρήσεως που προτίθεται να πρακτορεύει. Μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαση αυτή μπορεί να είναι και η είσπραξη ή μη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και χρόνου αποδόσεως των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως και την απόδοση αυτών σ' αυτή, κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, επέχει, έναντι της επιχειρήσεως, η οποία του δίδει την εντολή, θέση εντολοδόχου. Ούτως υπαίτιος υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος καθίσταται (και) ο εντολοδόχος, ο οποίος κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, η οποία του ανετέθη από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα που αυτός του ενεπιστεύθη (άρθρ. 719 ΑΚ) ως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, δηλαδή για λογαριασμόν του, την οποίαν, εξουσία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από την σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από την δημιουργία απλώς μιάς πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή εάν η πράξη, ετελέσθη από εντολοδόχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, στην εντολή εμπεριέχεται και η διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Βέβαια κατά το άρθρο 3 § 1 του ΠΔ 298/1986, που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως προς αυτά ως θεματοφύλακας, πλην όμως η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορος κατά τον χρόνο που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τοιαύτη υποχρέωση ως θεματοφύλακος μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κυρίας υποχρεώσεως του εντολοδόχου. Η σχέση, ήτοι, που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση, φέρει χαρακτήρα μικτής συμβάσεως, η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κυρίας (πρακτοριακής) συμβάσεως. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορος κρίσιμη είναι όχι η ιδιότητα του θεματοφύλακος, αλλά η ιδιότης του εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας, την οποίαν έχει αποκτήσει βάσει της κυρίας πρακτοριακής συμβάσεως και στην οποίαν έχουν εφαρμογή, αφού ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπορ. Νόμου και 713 επ. ΑΚ.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. ε' του ιδίου κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αυτή αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (στο βούλευμα). Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διάφορο εκείνης που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 97/2009 βούλευμά του, με αναφορά στην ενσωματωμένη πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως και δι' αυτής εις το πρωτόδικο βούλευμα εδέχθη με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ζ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Ζ Α.Ε. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νομίμως ασχολείται με την εκτέλεση ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει συμβάσεως και έναντι προμήθειας στο όνομα και για λογαριασμό διάφορων ασφαλιστικών επιχειρήσεων της χώρας μεταξύ των οποίων και των ασφαλιστικών εταιρειών "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ", ΕΓΝΑΤΙΑ", GENERAL UNION, EOS και ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ. Στα πλαίσια της ανωτέρω επαγγελματικής δραστηριότητας ο νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας συνήψε στις αρχές Ιανουαρίου του 2004 σύμβαση συνεργασίας με την εκκαλούσα - κατηγορουμένη X, η οποία ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και διατηρούσε γραφείο ασφαλειών στην πόλη των ..., με βάση την οποία (σύμβαση) η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, δηλαδή ανέλαβε το έργο της παρουσίασης, πρότασης και προπαρασκευής ασφαλιστικών συμβάσεων, οι οποίες θα συνάπτονταν στο όνομα και για λογαριασμό των εταιριών τις οποίες εκπροσωπούσε η εγκαλούσα. Παράλληλα με σχετικό προσάρτημα της ανωτέρω σύμβασης ανέλαβε την υποχρέωση, αφενός μεν να ενημερώνει έγκαιρα την εγκαλούσα για την καθυστέρηση των εισπρακτέων ασφαλίστρων, αφετέρου δε να καταθέτει στην εγκαλούσα απ' ευθείας ή διά μέσου τραπέζης τα ασφάλιστρα που θα εισέπραττε με οποιοδήποτε τρόπο, εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών από την είσπραξη, μετά την αφαίρεση των αναλογούντων προμηθειών και διαφόρων εξόδων. Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας και συνεργασίας η εκκαλούσα μεσολάβησε για την κατάρτιση διαφόρων ασφαλιστικών συμβολαίων για λογαριασμό της εγκαλούσας και των υπ' αυτής εκπροσωπουμένων, ως άνω ασφαλιστικών εταιριών, παράλληλα δε κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου του έτους 2005, εισέπραξε από ασφαλισμένους έναντι σχετικών ασφαλίστρων το συνολικό ποσό των 17.504,46 ευρώ κατ' εντολή και για λογαριασμό της εγκαλούσας το οποίο όμως δεν απέδωσε στην τελευταία εντός του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος, με βάσει τη μεταξύ τους συμφωνία. Σε επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας η κατηγορουμένη υποσχόταν την καταβολή του ποσού αυτού, χωρίς όμως να εκπληρώνει τις υποσχέσεις της, τελικώς δε συμφωνήθηκε και αποδέχτηκε η κατηγορουμένη τέσσερες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 16.982,46 ευρώ, σε διαταγή του εκπροσώπου της εγκαλούσας. Με βάση τη συμφωνία αυτή και έναντι του οφειλομένου ποσού η εκκαλούσα κατέβαλε διαδοχικά κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Σεπτέμβριο του 2005 το συνολικό ποσό των 2.700 ευρώ, αρνούμενη να εξοφλήσει την υπόλοιπη οφειλή της και για το λόγο αυτό εκδόθηκε με βάση τις ανωτέρω συναλλαγματικές η υπ' αριθμ. 188/05 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει καταστεί δυνατή η είσπραξη του υπολοίπου οφειλομένου ποσού των 14.804,46 ευρώ το οποίο τελικά ιδιοποιήθηκε παρανόμως η κατηγορουμένη με την ιδιότητα ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, είναι δε αυτό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απολογουμένη η κατηγορουμένη αρνήθηκε την κατηγορία που της αποδίδεται και ισχυρίσθηκε αφενός μεν ότι η κύρια απασχόλησή της και η συνεργασία της με την εγκαλούσα ήταν με την ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου, αφετέρου δε ότι δεν εισέπραξε από ασφαλισμένους τα ανωτέρω ποσά που αξιώνει η εγκαλούσα, δεδομένου ότι τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια συμβόλαια εκδόθηκαν με πίστωση του αντίστοιχου ασφαλίστρου και κατόπιν οδηγιών της εγκαλούσης. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η κατηγορουμένη δεν προσκόμισε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ποια είναι τα επί μέρους ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα οποία καταρτίστηκαν με πίστωση του ασφαλίστρου αυτών, καθώς επίσης ποίοι είναι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι αρνούνται ή καθυστερούν την καταβολή εν όλω ή εν μέρει του τυχόν πιστωθέντος τιμήματος ασφαλίστρου. Αντίθετα ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας κατέθεσε ότι με βάση τα έγγραφα της εταιρείας και τις προφορικές διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης, το ανωτέρω ποσό το εισέπραξε η κατηγορουμένη για λογαριασμό της εγκαλούσας. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το γεγονός ότι η κατηγορουμένη αποδέχθηκε χωρίς καμιά διαμαρτυρία ή επιφύλαξη τις προαναφερθείσες τέσσερις συναλλαγματικές επιβεβαιώνει χωρίς αμφιβολία τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας και φανερώνει ότι η ενέργεια αυτή σχετίζονταν άμεσα με την οφειλή του υπολοίπου ποσού των εισπραχθέντων ασφαλίστρων. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η κατηγορουμένη δεν άσκησε κάποια ανακοπή κατά της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τις ως άνω συναλλαγματικές, επιπλέον δε δεν προσκόμισε ούτε επικαλέσθηκε κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η αποδοχή των τεσσάρων συναλλαγματικών αναφερόταν ενδεχομένως σε άλλη αιτία. Εν όψει λοιπόν όλων αυτών, θεωρούμε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη για την οποία κατηγορείται και συνεπώς ορθώς το εκκαλούμενο βούλευμα στις σκέψεις του οποίου κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, αποφάνθηκε για την παραπομπή αυτή ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου".
Μετά ταύτα απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο παραπέμπει τον κατηγορούμενο για υπεξαίρεση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από το οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 §§ 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει και δέχεται το βούλευμα, ότι η κατηγορουμένη ως ασφαλιστικός πράκτορας παρουσίαζε, πρότεινε και κατήρτιζε ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό της εγκαλούσης ασφαλιστικής εταιρίας, εισέπραττε για λογαριασμό της τελευταίας τα ασφάλιστρα και ότι είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας εφ' όσον είχε την υποχρέωση να τα αποδώσει στην εγκαλούσα εντός χρονικού διαστήματος από την είσπραξη, βάσει ακριβώς της κυρίας πρακτοριακής συμβάσεως και από τα όσα εισέπραξε δεν απέδωσε τα άνω ποσά, με τις ανωτέρω πάντοτε ιδιότητές της, αλλά τα ιδιοποιήθη παρανόμως' το ότι εκθέτει το βούλευμα εν αρχή του σκεπτικού ότι η νυν αναιρεσείουσα ήτο ασφαλιστική σύμβουλος, αναφέρεται στην γενική επαγγελματική της ενασχόληση ως διατηρούσα γραφείο ασφαλειών, εξ αυτού δε του λόγου και ανέλαβε με σύμβαση συνεργασίας με την εγκαλούσα εταιρία, την σύναψη δια λογαριασμό της τελευταίας αυτής ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτα πρόσωπα, με υποχρέωση αποδόσεως στην εντολέα της αυτή των εισπραττομένων εκάστοτε ποσών, ώστε και μετά ταύτα, είναι σαφής και χωρίς αντιφάσεις η ιδιότης της κατηγορουμένης - αναιρεσειούσης ως εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις υπό την επίκληση των άνω λόγων, πλήττουν την ουσίαν της υποθέσεως εν εκτάσει και επιχειρείται δι' αυτών διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων' δι' ό και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επίσης και το γεγονός ότι αναφέρει το βούλευμα για την έκδοση διαταγής πληρωμής και την μη άσκηση κατ' αυτής ανακοπής, απλώς και μόνο διηγηματικώς κατά την ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, κατ' ουδέν σημαίνει ότι το συμβούλιο απεφάνθη για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η αναιρεσείουσα με έτερο λόγο αναιρέσεως παραπονείται ότι ελήφθη υπ' όψη από το Συμβούλιο "Αναλυτική κίνηση λογαριασμού" εξηγμένη από το αρχείο της εγκαλούσης χωρίς όμως αυτή να έχει την απαραίτητη υπογραφή και συνεπώς αποδεικτική δύναμη, υπαρχούσης εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να λάβει υπ' όψη του ακόμη και άκυρα έγγραφα, αρκεί αυτά να μη προσβληθούν επί πλαστότητι, πράγμα όπερ ουδόλως εκθέτει η αναιρεσείουσα. Τέλος και ο έτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον υπάρχει (επίσης) απόλυτος ακυρότης, διότι δεν ετηρήθησαν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την παράσταση της πολιτικώς εναγούσης είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι ουδόλως καθορίζονται οι συγκεκριμένες παραβιάσεις εις τι συνίστανται. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 2/18-5-2009 αίτηση της X για αναίρεση του υπ' αριθμ. 97/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κακουργηματική, 375 §§ 1 & 2, από εντολοδόχο και διαχειριστή. Στοιχεία αυτής. Ασφαλιστικός πράκτορας είναι εντολοδόχος και διαχειριστής η ασφαλιστική επιχείρηση από πρακτοριακή σύμβαση είναι εντολέας (713, 719 ΑΚ). Ο διαχειριστής ξένης περιουσίας που ενεργεί ολικές και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως του οποίου έλκει από τον νόμο, ή τη σύμβαση ή από τα πράγματα άρθρο 3 § 1 ΠΔ 298/1986. Τα ασφάλιστρα που κατέχει ο πράκτωρ θεωρούνται παρακαταθήκη. Τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητα του εντολοδόχου. Μικτή σύμβαση η συνδέουσα τον πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση. Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Το δικαστήριο ή το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη του και άκυρα έγγραφα. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 270/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) ...συζ. Χ1, που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3145/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1318/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 374/6.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι)Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32§§ 1+ 4, 138 § 2β, 476 § 1 ΚΠΔ την από 14-9-2009 αίτηση αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) ...συζ. Χ1 και κατά της υπ' αριθμ. 3145/2009 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης με την οποία απερρίφθησαν ως ανυποστήρικτες εφέσεις τους κατά της υπ. αρ. 510/15-3-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκιδικής με την οποία κατεδικάσθησαν έκαστος σε συνολική ποινή φυλακίσεως 1 έτους και 3 μηνών για από κοινού α) παράνομη κατάληψη δημοσίας δασικής εκτάσεως, β) παράνομη εκχέρσωση δημ. δασικής εκτάσεως γ) καλλιέργεια δημ. δασικής εκτάσεως που εκηρύχθη αναδασωτέα.
ΙΙ)Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Θεσ/νίκης που απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή τους (που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 26-6-2009 και που επιδόθηκε την 13-8-09) οι κατηγορούμενοι άσκησαν αναίρεση δι' επιδόσεως δηλώσεως (την 14-9-2009) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Κατά την διάταξη του αρ. 504§1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη, "ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 473§2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1".
Δεν είναι καταδικαστική απόφαση εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη (Α.Π. 1726/2006 Π. Δ/σύνη 2007/394, Α.Π. 754/2005 Π. Χρ. ΝΕ/1019, Α.Π. 143/2004 Π.Χρ. ΝΔ 881) ή ως απαράδεκτη ή ως εκπρόθεσμη (Α.Π. 536/2003 Π.Δ/νη 2003/1014, Α.Π. 817/2002 Α.Π. 295/2001 Π.Χρ. ΝΑ/975, Α.Π. 1118/00 Ποιν. Νομολ. Α.Π. 2000/304 και συνεπώς η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε έφεση ως ανυποστήρικτη δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον εισαγγελέα Α.Π. κατ' αρ. 473§ 2 ΚΠΔ, αλλά κατ' αρ. 473§1 - 474 § 1 ΚΠΔ εντός 10 ημερών με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
ΙΙΙ) Κατά συνέπεια, επειδή οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αναίρεση κατά της αποφάσεως (αρ. 3145/2009) του Τρ. Εφετείου Θεσ/νίκης που απέρριψε έφεσή τους ως ανυποστήρικτη διά δηλώσεως προς τον εισαγγελέα Αρείου Πάγου, και όχι με δήλωσή τους ενώπιον του γραμματέως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ή του γραμματέως του ειρηνοδικείου του τόπου διαμονής του (αρ. 473§1 - 474§1 ΚΠΔ) η αναίρεσή τους είναι απαράδεκτη, θα πρέπει ν' απορριφθεί (αρ. 476 §1 ΚΠΔ) και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (αρ. 583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π ρ ο τ ε ί ν ω
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 14-9-2009 αίτηση αναιρέσεως των: 1) Χ1, 2) ...συζ. Χ1, κατά της υπ' αρ. 3145/2009 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις έκαστο των αναιρεσειόντων.
Αθήνα 12-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί και διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λπ. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 10-9-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3145/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες οι εφέσεις των κατηγορουμένων ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 510/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση των: α) Χ1 και β) ...συζ. Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3145/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 269/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαμπάνη, περί αναιρέσεως της 2387/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/2009.
Αφού άκουσε Του πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιας του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα το σύνολό τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2387/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού άπαξ και κατ' εξακολούθηση και του επεβλήθη ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα : "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται .Ειδικότερα από τα άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 13-1-03 άγνωστοι δράστες έκλεψαν από την κατοχή του ..., από το χώρο του κοιμητηρίου του ..., μαζί με άλλα αντικείμενα και το μπλοκ των επιταγών του μεταξύ των οποίων και οι επίδικες ... επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας συρόμενες από τον ... λογαριασμό του ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος από κοινού με τους Ζ, ... και ... αν και δεν γνώριζαν ούτε είχαν κάποια σχέση με τον ανωτέρω, μεταξύ τους όμως γνωριζόντουσαν συμπλήρωσαν οι τρεις πρώτοι την πρώτη των άνω επιταγών και όλοι μαζί την δεύτερη αυτών, αυθαίρετα και χωρίς την συναίνεση του ανωτέρω νομίμου κατόχου τους, καθόλα τα μη έντυπα στοιχεία, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας και συμπλήρωσαν την μεν πρώτη σε διαταγή ... και την δεύτερη σε διαταγή <ΣΤΑΛΚΟΝ ΑΕ>, που είναι ανύπαρκτα πρόσωπα, στην θέση του εκδότη έθεσαν δυσανάγνωστη υπογραφή και έθεσαν τις υπογραφές τους ως οπισθογράφοι και νόμιμοι καλόπιστοι κομιστές αυτών με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας, περί του ότι αυτοί είναι νόμιμοι κομιστές αυτών, στη συνέχεια δε εμφάνισαν στην πληρώτρια τράπεζα δια του Ζ, ο οποίος τις εμφάνισε στην Λαϊκή Τράπεζα που ήταν πελάτης .Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι αν και μεταξύ τους όλοι οι άνω κατηγορούμενοι γνωρίζονται δεν υφίσταται μεταξύ τους κάποια επαγγελματική σχέση που να δικαιολογεί την έκδοση των άνω επιταγών και την οπισθογράφησή τους από αυτούς. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος από κοινού με τους προαναφερθέντες προέβη στην πράξη της πλαστογραφίας μετά' χρήσεως άπαξ και κατ' εξακολούθηση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στα διατακτικό της παρούσας.".Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 216 παρ. 2, 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παρεβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά, αιτιολογηθεί δε με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο, καθώς και τον εγκληματικό σκοπό του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση του με την έννοια της βεβαιότητος (επίγνωσης - πλήρους γνώσης) για την πλαστότητα των επιταγών, τις οποίες κατά τα μη έντυπα στοιχεία τους συμπλήρωσε μαζί με τους συγκατηγορουμένους του, χωρίς την συναίνεση του νομίμου κατόχου τους, όπως επίσης αιτιολογείται και η χρήση των πλαστών επιταγών, με το να οπισθογραφήσει αυτές στον Ζ, ο οποίος εν συνεχεία τις εμφάνισε στην Τράπεζα προς πληρωμή, η δε παραπομπή συμπληρωματικά στο αναλυτικό διατακτικό της, ως προς τα τυπικά στοιχεία της κατηγορίας, είναι επιτρεπτή, αφού δεν υπήρχε διαφοροποίηση ως προς την διατύπωσή της.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, ήτοι ότι α) αδικαιολόγητα και συμπερασματικά δέχεται το Εφετείο ότι πλαστογράφησε με άλλους τις επιταγές, παραβλέποντας και αγνοώντας ότι είναι σφόδρα πιθανό να πλαστογραφήθηκαν από το ... για να παραπλανήσει αυτόν (αναιρεσείοντα) και Ζ β) στο σκεπτικό εμφιλοχωρούν αντιφάσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα, ενώ είναι γνωστό ότι σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής ειδοποιείται η πληρώτρια Τράπεζα και ανακαλούνται οι επιταγές, γ) αυθαιρέτως δέχεται το Δικαστήριο ότι εμείς δεν είχαμε κάποια επαγγελματική σχέση μεταξύ μας, ενώ είναι γνωστό ότι η έκδοση επιταγής είναι αναιτιώδης, πλήττουν, με την επίκληση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.
Κατόπιν αυτών μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2009 αίτηση - Δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2387/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. Άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 266/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδ.η κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Νικηφορίδου, περί αναιρέσεως της 26-31/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ για λογαριασμό της ανήλικης κόρης της Ω, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 739/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιoύ απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σ' αυτήν ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Με την έννοια αυτή αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστη με τα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ο δράστης πρέπει να γνωρίζει 'ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των 15 ετών, αρκεί, όμως, ως προς το σημείο αυτό και ο ενδεχόμενος δόλος, που υπάρχει όταν ο δράστης αμφιβάλλει, ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η παρ' αυτού πρωτοβουλία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 26-31/2009 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας που την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος διέμενε στη ... με τη δεύτερη σύζυγο του, εγκαλούσα, και την κόρη τους Παρασκευή. Στο ίδιο σπίτι διέμεναν μαζί τους και τα παιδιά της συζύγου του από προηγούμενους γάμους της ο Ζ και η Ω που γεννήθηκε την 13η-5-1995 και βαπτισθείσα στην Ελλάδα πήρε το όνομα Ω. Αρχές Ιουλίου 2003, την πρώτη και δευτέρα του ανωτέρω μηνός, ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ολιγοήμερη απουσία της συζύγου του μαζί με την κόρη τους ...στην πατρίδα της , Αλβανία, και την εμπιστοσύνη που έδειχνε στο πρόσωπό του η Ω, λόγω της ηλικίας και της σχέσεώς του με την μητέρα της αλλά, κυρίως την παιδική της αγνότητα και άγνοια έπεισε αυτήν να κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα ενώ ο ίδιος κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου αυτού. Κατά τη διάρκεια της νύκτας και μάλιστα εξακολουθητικά κάθε βράδυ, μέχρι την 9.7.2003 και ενώ ο αδελφός της μικρής αλλά και η θεία της - αδελφή της μητέρας της, η οποία συχνά διέμενε μαζί τους - απουσίαζαν, κατέβαζε την ανήλικη από το κρεβάτι και έχοντας αφαιρέσει τα ρούχα του την έγδυνε, την ανάγκαζε να ξαπλώνει επάνω του, την φιλούσε στο στόμα, την χάιδευε στο στήθος, γλουτούς της, γεννητικά της όργανα και όλο της το σώμα, έβαζε τα δάκτυλό του στον κόλπο της, την κινούσε τρίβοντας το κορμί της στο γεννητικό του όργανο μέχρι εκσπερματώσεως, ικανοποιώντας έτσι τη γενετήσια ορμή του. Πλέον τούτων ο ίδιος (κατηγορούμενος) ζητούσε από την ανήλικη να του κάνει στοματικό έρωτα αλλά εκείνη αρνιόταν. Σ' αυτές δε τις πράξεις σε βάρος της ανήλικης προέβαινε ο ίδιος (κατηγορούμενος) γνωρίζοντας την ηλικία της παθούσης ενώ απειλούσε την τελευταία ότι θα την έδερνε αν εκμυστηρευόταν αυτό στη μητέρα της. Η τελευταία αντιλήφθηκε τα προηγηθέντα γεγονότα όταν επιστρέφοντας από την Αλβανία παρατήρησε αλλαγή στην συμπεριφορά της ανήλικης, μυστικές συνεννοήσεις μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου που διέκοπταν απότομα με την εμφάνιση της ξαφνικά, ως και από μια λερωμένη πετσέτα με αίμα στα άπλυτα ρούχα με την οποία όπως και ή ίδια ανήλικη, μετά από πιέσεις της αποκάλυψε σκούπισε το αιδοίο της όταν παρατήρησε λίγο αίμα. Η κατάθεση της ανήλικης στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστική, επιβεβαιώνεται δε και από τη σχετική ιατρική εξέταση, που διαβάσθηκε, στην οποία βεβαιώνεται ότι η ίδια (ανήλικη) έχει πράγματι υποστεί διακόρευση από την 11η ως και την 1η ώρα του "αιδιοικού ωρολογίου" εκτιμάται ότι η παρατηρηθείσα διακοπή της συνεχείας του υμένος προέρχεται από αντικείμενο σαφώς μικρότερου όγκου εκείνου του ανδρικού γεννητικού: μορίου, εννοώντας το δάκτυλο. Τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, εκτός πάσης αμφιβολίας από τις σαφείς καταθέσεις της συζύγου Ψ, της παθούσης, ανήλικης και της ως άνω εκθέσεως. Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία ισχυρίζεται ότι η σε βάρος του κατηγορία είναι μεθοδευμένη από τη σύζυγό του- μητέρα της ανήλικης, προκειμένου να του αποσπάσει χρηματικά ποσά και να τον αναγκάσει να μεταβιβάσει την οικογενειακή τους κατοικία στην ανήλικη, προς απόδειξη δε τούτου, ως καταθέτουν και οι μάρτυρες υπερασπίσεως εξακολουθεί και σήμερα να συμβιώνει με τη μητέρα της ανήλικης σε νέα μισθωμένη κατοικία, τα έξοδα της οποίας καλύπτει εξ ολοκλήρου ο ίδιος και στην οποία διαμένει και η ανήλικη Ω. Βέβαια είναι αλήθεια ότι και η όλη συμπεριφορά της μητέρας της ανήλικης ήταν επίμεμπτη έναντι της τελευταίας, αφού δεν μεριμνούσε και δεν φρόντιζε την ίδια (ανήλικη), μεθούσε με τον κατηγορούμενο που κακοποιούσε τόσο την ίδια (γυναίκα του) όσο και την ανήλικη, όμως η συμπεριφορά αυτή της μητέρας της ανήλικης δεν απενεχοποιεί τον κατηγορούμενο, ο οποίος τέλεσε τις αποτρόπαιες αυτές πράξεις σε βάρος της ανήλικης, ηλικίας κάτω των δέκα ετών, αφού εκμεταλλεύτηκε την όλη κατάσταση, μάλιστα δε και την επιθυμία της γυναίκας του για "οικονομική τακτοποίηση" η οποία διαφαίνεται ότι γνώριζε και ανεχόταν την "άρρωστη" αυτή κατάσταση. Έτσι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την ανωτέρω πράξη που τελέστηκε κατ' εξακολούθηση". Ακολούθως το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δέκα (10) έτη κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 339 παρ. 1 περ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αναφέρεται απλώς στο διατακτικό της, ούτε αποτελεί απλή επανάληψη του τελευταίου, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως και εν προκειμένω η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως και β) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος κατά το ένα σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠΔ που ορίζει ότι το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή από τον Εισαγγελέα εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων, προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει υποχρεωτικώς και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επιδικασθείσα πρωτοδίκως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όχι μόνον όταν ο πολιτικώς ενάγων απουσιάζει, αλλά και όταν ο ίδιος εμφανίζεται ενώπιον του Εφετείου υπό την ιδιότητα του μάρτυρα και χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής, δεν επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του, ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση, την γενόμενη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Τρικάλων, με την υπ' αριθ. 23, 24, 25/2006 απόφασή του είχε επιδικάσει στην Ψ που παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα για λογαριασμό της ανήλικής θυγατέρας της Ω, της οποίας την επιμέλεια ασκούσε δυνάμει της υπ' αριθ. 1102/18-6-2001 αποφάσεως του Δικαστηρίου Νομού ..., το αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης την οποία η ανήλικη υπέστη από την εις βάρος της ως άνω αξιόποινη πράξη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως από τον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, κατά τα προεκτεθέντα, τον υποχρέωσε να καταβάλει το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης στην παθούσα, της οποίας όμως η νόμιμος εκπρόσωπος της μητέρας της Ψ δεν παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα κατά την αποδεικτική διαδικασία στο άνω Δικαστήριο, ούτε όμως παραιτήθη της πολιτικής αγωγής, αλλά εξετάσθηκε μόνο ως μάρτυρας.
Συνεπώς το δευτροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς επεδίκασε κατ' επιταγήν του άρθρου 502 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο ΚΠΔ την μνημονευθείσα χρηματική ικανοποίηση στην μη παραστάσα ενώπιόν του, με την άνω ιδιότητά της, πολιτικής ενάγουσα, γιαυτό ο αντίθετος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, ήτοι ότι παρά τον νόμο (68 παρ. 1 και 2 του Π.Κ.) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση, χωρίς να παραστεί η Ψ ως πολιτικώς ενάγουσας, η οποία νόμιμα εκπροσωπούσε ην ανήλικη θυγατέρα της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 470 εδ. Α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Η αρχή, όμως, αυτή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, η παραβίαση ης οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, έχει εφαρμογή, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από ή υπέρ εκείνου που καταδικάσθηκε και όχι κατ' αυτού από τον εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 490 ΚΠΔ. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 502 παρ. 1, 329, 338, 340 και 347 του ΚΠΔ. Προκύπτει σαφώς ότι εάν εμφανισθεί ο εκκαλών, ερευνάται το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως και επακολουθεί η συζήτηση της υποθέσεως, η οποία επανέρχεται από την άποψη της κατ' ουσία εξετάσεώς της, στη στάση που ήταν πριν από την έκδοση της αποφάσεως, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο μόνον από τους λόγους της εφέσεως, δεν είναι δε υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του ότι δέχεται εν όλω ή εν μέρει την έφεση ή την απορρίπτει κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο Μικτό Εφετείο Λάρισας εισήχθησαν προς συζήτηση οι εφέσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας κατά της υπ' αριθ. 23, 24, 25/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λάρισας Τρικάλων, το οποίο κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα 10 έτη, κατ' εξακολούθηση, δεχθέν την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθ. 84 παρ. 2α ΠΚ) που είχε ζητήσει ο κατηγορούμενος. Η έφεση του Εισαγγελέως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής, στρεφόταν κατά του σκέλους της πρωτόδικης αποφάσεως με το οποίο είχε γίνει δεκτή υπέρ του κατηγορουμένου η άνω ελαφρυντική περίσταση. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και εξέτασε κατ' ουσίαν τις άνω εφέσεις. Περαιτέρω έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο της άνω πράξεως και του επέβαλε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα του τελευταίου περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου. Από τα παραπάνω προκύπτει ανενδοιάστως ότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο δέχθηκε τυπικά και τις δύο εφέσεις και κατ' ουσίαν την έφεση του Εισαγγελέως δεν είχε δε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του πανηγυρική προς τούτο διάταξη.
Συνεπώς, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δεύτερος κατά το ένα σκέλος του και τρίτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως, με τους οποίου προβάλλει ο αναιρεσείων έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε ποινή καθείρξεως 8 ετών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, του επέβαλε ποινή καθείρξεως 10 ετών χωρίς να αναφέρει στο σκεπτικό και διατακτικό ποιές από τις δύο εφέσεις δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν και να δημιουργείται έτσι ασάφεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 26-31/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποπλάνηση παιδιού κάτω των 10 ετών. Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει έφεση Εισαγγελέως κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Μη χείρων η θέση του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αιτίαση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποπλάνηση ανηλίκου.
| 0
|
Αριθμός 267/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ξανθάκη, περί αναιρέσεως της 326/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΠΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.Ε.".που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 822/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 462, 473 παρ. 1, 3 και 507 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως εναντίον τελεσιδίκου αποφάσεως αρχίζει από τότε που αυτή θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από τη γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν ποινικού δικαστηρίου και είναι δέκα (10) ημέρες από τη δημοσίευσή της. Περαιτέρω κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως εκπροθέσμως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που ασκεί το ένδικο αυτό μέσο οφείλει να διαλάβει στη δήλωση για την άσκησή του τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν αυτά. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανέναν τέτοιο λόγο ή αν ο επικαλούμενος λόγος είναι αβάσιμος καθώς και αν δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται τα επικαλούμενα περιστατικά, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.. Ως ανωτέρα βία, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό είτε αντικειμενικά είτε σε σχέση με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και σύνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκείτο ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο.
Στην προκειμένη περίπτωση διαλαμβάνεται στην ένδικη από 18/5/2009 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε κατ' άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. με επίδοση από δικαστικό επιμελητή στις 19/5/2009 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της σχετικής δηλώσεως και βεβαιώνεται από την προσβαλλόμενη δι' αυτής 26/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ότι η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στις 19-1-2009 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη με αριθμό 2300 στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. τηρούμενο στη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών ειδικό βιβλίο στις 3/4/2009. Προς δικαιολόγηση της, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εκπροθέσμου, (μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο άρθρο 473 Κ.Ποιν.Δ. εικοσαημέρου προθεσμίας από της καταχωρήσεως καθαρογραμμένης της προσβαλλομένης αιτήσεως στο άνω ειδικό βιβλίο) ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζεται δι' αυτής από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ότι τούτο οφείλεται σε αναφερόμενα σοβαρά προβλήματα υγείας του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου - Ξανθάκη στον οποίο ανέθεσε την εντολή να ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα σε υπερκόπωση, ακατάσχετη ρινορραγία λόγω απορρύθμισης σακχαρώδους διαβήτου και υψηλοτάτων ηπατικών δεικτών, εξ αιτίας των οποίων μετά την έξοδό του στις 13/3/2009 από το Γενικό Νοσοκομείο ... συνέχισε ο δικηγόρος του να νοσηλεύεται στην οικία του, εξερχόμενος μόνο για όλως αναγκαίους λόγους και ιδίως για πολλές ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεως και δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει την πορεία καθαρογραφής και καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο του ποινικού τμήματος του Εφετείου Αθηνών και να παραλάβει εγκαίρως αντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ότι τούτο έγινε τελικώς μόλις στις 15/5/2009, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν ακριβές φωτοαντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκειμένου να ασκηθεί εμπροθέσμως η αίτηση αναιρέσεως και επί πλέον στο γεγονός ότι κατά το ίδιο κρίσιμο διάστημα η συστεγαζομένη στο δικηγορικό γραφείο του αναφερομένου πληρεξουσίου δικηγόρου του και συνεργαζόμενη με τον τελευταίο δικηγόρος Αθηνών Γαρυφαλλιά Παναγ. Δήμα η οποία διάνυε κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης αναιρέσεως τον ένατο μήνα κυήσεως λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης και της ανάλογης διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητός της κατά το κρίσιμο διάστημα δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την πορεία της υποθέσεως και να διαπιστώσει την κατά τα ανωτέρω καθαρογραφή της και καταχώρηση της εν λόγω αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο ώστε να λάβει αντίγραφό της προκειμένου να ασκηθεί η κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως εντός της νομίμου προθεσμίας. Τα περιστατικά που παραπάνω αναφέρει ο αναιρεσείων δεν συνιστούν ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα με την έννοια που ανωτέρω εκτέθηκε καθόσον τα προβλήματα υγείας που επικαλείται ότι αντιμετώπιζε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του στον οποίο είχε αναθέσει την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της άνω καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν είναι από εκείνα που να εμπίπτουν στα μη δυνάμενα να προβλεφθούν και να αντιμετωπισθούν εξαιρετικά γεγονότα ούτε απέκλειαν την δυνατότητα να πληροφορηθεί από τη Γραμματεία του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ο άνω πληρεξούσιος δικηγόρος πότε καταχωρήθηκε η καθαρογραμμένη η καταδικαστική απόφαση στα οικεία βιβλία και με εξειδιασμένη επιμέλεια να ληφθεί ακριβές αντίγραφο αυτής της αποφάσεως από τον αναιρεσείοντα ώστε να τεθεί υπόψη του δικηγόρου του. Επιπροσθέτως δεν γίνεται μνεία στην ειδική αίτηση αναιρέσεως των αποδεικτικών από τα οποία να προκύπτουν τα επικαλούμενα περιστατικά που ισχυρίζεται ο αιτών ότι συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα συνεπεία των οποίων να δύναται να δικαιολογηθεί η καθυστερημένη άσκηση του άνω ενδίκου μέσου. Δεν καλύπτεται η έλλειψη αυτή από όσα αορίστως αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αιτούντος εξερχόταν από την οικία του κατά το μετά την 13-3-2009 διάστημα έως την λήψη αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως καθαρογραμμένης στις 15-5-2009 μόνον για όλως αναγκαίους λόγους και ιδίως για ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις όπως προκύπτει από σωρεία εγγράφου που επιφυλάσσεται εμπροθέσμως να προσκομίσει ούτε από την αναφορά στο από 19/11/2009 υπόμνημά του που εγχειρίσθηκε στις 20-11-2009 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εγγράφων για εντολές ιατρικών εξετάσεων και για αποτελέσματα τέτοιων εξετάσεων καθώς και ιατρικές συνταγές για φάρμακα. Υπό τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως που ασκήθηκε με επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση ασκήθηκε εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καταδικαζομένου του αιτούντος στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/5/2009 δήλωση - αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 326/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως. Εκπρόθεσμος όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Σε τέτοια περίπτωση ο ασκών την αναίρεση οφείλει να διαλάβει στη δήλωση για την άσκηση αυτού του ενδίκου μέσου τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν τα περιστατικά αυτά. Αν δεν επικαλείται τέτοια απρόβλεπτα γεγονότα μη δυνάμενα να αποτραπούν στη συγκεκριμένη περίπτωση με μέτρα άκρας συνέσεως και επιμελείας ούτε αναφέρει στην αίτηση αναιρέσεως τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύονται αυτά τα επικαλούμενα περιστατικά η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι δεν γίνεται μνεία στη δήλωση ασκήσεως αυτής με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου των αποδεικτικών μέσων από τα οποία να προκύπτουν τα επικαλούμενα περιστατικά ανυπέρβλητου κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο αυτό μέσο.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 264/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Μελισσηνό, περί αναιρέσεως της 318/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1050/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται : α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις και καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πέρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ενόψει της ανωτέρω διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξέως του άρθρου 28 του Π.Κ. και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της ανωτέρω ποινικής διατάξεως με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο Στην προκειμένη περίπτωση ο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 318/2009 αποφάσεώς του τα εξής: "Από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς και την απολογία των κατηγορουμένων καθώς και από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο 1ος κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το υπ' αρ. κυκλ.... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από ... προς ... δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και όταν έφτασε στο σημείο όπου η επαρχιακή οδός ... διασταυρώνεται με την περιφερειακή επαρχιακή οδό ..., έστριψε αιφνιδίως αριστερά για να εισέλθει στην ανωτέρω επαρχιακή οδό χωρίς όμως προηγουμένως να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και χωρίς να ελέγξει εάν με την κίνησή του αυτή επιτρέπει την διέλευση των οχημάτων που εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το υπ' αρ.... αυτοκίνητο (jeep) που εκινείτο επί της επαρχιακής οδού. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης είναι ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβάτιδας του υπ' αρ. ... αυτοκινήτου Ζ. Από τα προαναφερόμενα δεν προκύπτει ευθύνη του 2ου κατηγορουμένου ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του σε ευθεία χωρίς μεγάλη ταχύτητα αφού όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας η ταχύτητά του ήταν περί τα 43 χλμ/Ω ενώ το επιτρεπόμενο ήταν 50 χλμ/Ω. Αντίθετα υπάρχει ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος οδηγούσε χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της Ε.Ο. ..., την στιγμή μάλιστα που έμπροσθεν αυτού εκινείτο φορτηγό μεγάλου ύψους στερώντας του την ορατότητα, δεν στάθμευσε το όχημά του ώστε να εισέλθει στην οδό προοδευτικά αλλά ενεργώντας από αμέλεια εισήλθε καθέτως στο ρεύμα των αντιθέτων κινούμενων οχημάτων και να συγκρουστεί με το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο β' κατηγορούμενος.
Συνεπώς πρέπει ο β' κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος και να κριθεί ένοχος ο α' κατηγορούμενος όπως στο διατακτικό". Στη συνέχεια στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον 1° κατηγορούμενο Τ, έ ν ο χ ο και τον 2° κατηγορούμενο, Θ , α θ ώ ο, του ότι: Στη συμβολή της επαρχιακής οδού ... στις 8-8-2001 και περί ώρα 15.55', από αμέλεια τους δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί, επέφεραν τον θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και συγκεκριμένα: Ο 1ος κατηγορούμενος Τ, ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση από ... δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όταν δε έφθασε στο σημείο όπου η επαρχιακή οδός ... διασταυρώνεται με την περιφερειακή επαρχιακή οδό ... έστριψε αιφνιδίως αριστερά για να εισέλθει στην ανωτέρω περιφερειακή επαρχιακή οδό χωρίς όμως προηγουμένως να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος και χωρίς να ελέγξει εάν με την κίνησή του αυτή επιτρέπει την απόλυτη διέλευση των οχημάτων που εκινούντο αντίθετα στο οδόστρωμα που επρόκειτο να εγκαταλείψει, ο δε 2ος κατηγορούμενος Θ, ενώ οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο (JΕΕΡ) ιδιοκτησίας του πατέρα του ... και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση ...ι, όταν έφθασε στο σημείο όπου η ανωτέρω Επαρχιακή οδός διασταυρώνεται με την περιφερειακή επαρχιακή οδό ..., δεν μείωσε την αυξημένη ταχύτητα του οχήματος του καίτοι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και υπήρχε στην πορεία του πινακίδα αναγγελίας κινδύνου (Κ-28 δ) εμφαίνουσα διακλάδωση με κάθετη οδό δεξιά, παράλληλα δε επέβαιναν στο όχημά του οι: ..., δηλαδή επιβάτες περισσότεροι των αναγραφομένων στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος με αποτέλεσμα από την συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των ανωτέρω οδηγών να συγκρουσθούν τα οχήματά τους πλαγιομετωπικά και ειδικότερα το υπ' αριθ. κυκλοφ. ... αυτοκίνητο (JΕΕΡ) να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του στο πλάγιο δεξιό τμήμα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...αυτοκινήτου, λόγω δε της σφοδρότητας της συγκρούσεως και της αυξημένης ταχύτητας του φορτηγού αυτοκινήτου, το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ...αυτοκίνητο εκτινάχθηκε στον αέρα, ακολούθως παρασύρθηκε από το JΕΕΡ σε απόσταση 10 μέτρων και τελικά ακινητοποιήθηκε αφού προσέκρουσε σε τσιμέντινο κράσπεδο με μεταλλική περίφραξη. Η προπεριγραφείσα σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της επιβάτιδος - συνοδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ.... αυτοκινήτου Ζ, η οποία υπέστη κατάγματα της δεξιάς κλείδας και ολων των πλευρών του δεξιού ημιθωρακίου, αιμοθώρακα δεξιά καθώς και τραυματικές διασχίσεις του δεξιού πνεύμονος, κακώσεις από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο στο σκεπτικό και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίούς έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, την οποία χαρακτηρίζει μη συνειδητή, αφού δέχεται σαφώς ότι αυτός δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του, ενώ δεν δέχεται περιστατικά που προσιδιάζουν σε ενσυνείδητη αμέλεια και έτσι δεν υπάρχει η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση ως προς το είδος της αμέλειας αυτού. Επίσης από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης ότι προσκομίστηκε η υπ' αριθ. 2492/2007 απόφαση του (Πολιτικού ) Εφετείου Αθηνών και ότι ζητήθηκε η ανάγνωσή της. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε συνεκτιμήθηκαν τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ούτε η ανωτέρω απόφαση του Πολιτικού Εφετείου, είναι αβάσιμη, ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται στο Δικαστήριο η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτιμήσεως των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, η σχετική αιτίαση είναι απαράδεκτη, γιατί αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω από τη σύγκριση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι : α) το αιτιολογικό δεν αποτελεί πιστή επανάληψη του διατακτικού και του κατηγορητηρίου, αλλά περιέχει και επιπλέον στοιχεία και σκέψεις που συνιστούν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και β) δεν περιέχουν αντιφατικές παραδοχές ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα δεν δέχεται το Δικαστήριο στο διατακτικό του συνυπαιτιότητα, ενώ στο αιτιολογικό αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, αλλά απλώς κηρύσσει ένοχο τον αναιρεσείοντα και αθώο τον τότε συγκατηγορούμενό του για την πράξη που είχε αποδοθεί και στους δύο ως οφειλόμενη σε συγκλίνουσα αμέλεια αυτών. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 318/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2009 Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Αν το δικαστήριο δεν προσδιορίζει σαφώς ποιο είδος αμέλειας συνέτρεξε (μη συνειδητή ή ενσυνείδητη) ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Η επανάληψη του διατακτικού ή του κατηγορητηρίου στο αιτιολογικό δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον αυτά περιέχουν τα απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγώντας αυτοκίνητο, προκάλεσε από μη συνειδητή αμέλειά του το θάνατο του παθόντος συνοδηγού του άλλου αυτοκινήτου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 261/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ναυτικού, Συριακής υπηκοότητας, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λυμπεράκη Ιωαννίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 599/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 389/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 26-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον 'Αρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 13/2008, 39/2005,9/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης για αναίρεση, που υπάρχει στη δικογραφία, με την από 7-10-2009 σημείωση πάνω σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας ..., η επίσπευση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση έγινε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, χωρίς να αποδεικνύεται ότι αυτός χορήγησε πληρεξουσιότητα προς τη δικηγόρο Πειραιώς Μαρία Λειβαδιώτου - Σαξώνη, που υπέγραψε την εντολή για επίδοση, ή ότι αυτός έχει κλητευθεί από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-12-2007 αιτήσεως (αρ. καταθ. 178/21-12-2007), για αναίρεση της 389/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση. Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
| null | null | 2
|
Αριθμός 260/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, 4) Χ 4, 6)Χ6, 7) Χ 7, 8) Χ 8, 9) Χ 9, 10) Χ 10, 11) Χ 11, 12) Χ 12, 13) Χ 13, 14)Χ 14, 15) Χ 15, 16) Χ 16 και 17) Χ 17 , κατοίκων όλων .... Παραστάθηκαν οι 1ος, 3ος και 6ος, με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Κασομένου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 395/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4328/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-6-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 27-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4328/2006 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει (μεταξύ άλλων): 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και 5) στο άρθρο 576 παρ. 3 ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ως μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εφόσον δε οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που εμφανίστηκε για όλους ή για ορισμένους από αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα και ενός έστω και από τους αναιρεσείοντες για τους οποίους παρίσταται και οι οποίοι επιμελήθηκαν τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αν ο αναιρεσείων αυτός δεν έχει κλητευθεί είτε από κάποιον από τους λοιπούς αναιρεσείοντες είτε από τον αντίδικο του. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση η από 8-6-2007 αίτηση των αναιρεσειόντων Χ1 κ.λπ. (δέκα επτά τον αριθμό), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4328|2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τους αναιρεσείοντες παρέστησαν μόνο οι τρεις από αυτούς και συγκεκριμένα οι Χ1, Χ6 και Χ3 καθώς και το αναιρεσίβλητο, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όμως δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ούτε ισχυρίζεται κάποίος από τους παριστάμενους διαδίκους ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες, που απολείπονται, κλητεύθηκαν για να παραστούν στη σημερινή δικάσιμο με επιμέλεια των λοιπών και νόμιμα παρισταμένων αναρεσειόντων ή της αναιρεσίβλητης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, τη συζήτηση της από 8-6-2007 αιτήσεως των Χ1 κ.λπ., για αναίρεση της 4328/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία επισπεύδοντος τη συζήτηση. Στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση. Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 265/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 35/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2, και με πολιτικώς ενάγοντα τον Αγροτικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "Β' Αγροτικός Συνεταιρισμός Πλωμαρίου", που εδρεύει στο Πλωμάρι Λέσβου και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1077/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 273/24-8-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 1/19-7-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του 35/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του 80/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Μυτιλήνης Λέσβου και επικύρωσε το εκκληθέν τούτο βούλευμα, τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αιγαίου για α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατά μόνας και κατά συναυτουργία, που τελέσθηκε με τη χρήση τεχνασμάτων και με αντικείμενο που υπερβαίνει την αξία των 15.000 €, κατ' εξακολούθηση, και β) απιστία σχετικά την υπηρεσία, με τη χρήση τεχνασμάτων και με αντικείμενο που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 € κατ' εξακολούθηση [άρθρα 45, 94 παρ.1, 98, 256 παρ.1,2 περ.α, 258 παρ.1,2 περ.α ΠΚ], και εκθέτω επ' αυτής τα ακόλουθα.
2- Η εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος εδράζεται στη διάταξη του άρθρου 483 παρ.1 ΚΠΔ, και ασκήθηκε με αυτοπρόσωπη δήλωση του ίδιου στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πλωμαρίου, στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί. Ασκήθηκε μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση του βουλεύματος, που έγινε με παράδοση στα χέρια της συνοίκου συζύγου του ... στις 10-6-09 [βλ.το από 10-6-09 επιδοτήριο του αστυφ. ...]. Η έκθεση που συντάχθηκε από το γραμματέα έγινε με την τήρηση των απαιτούμενων από τα άρθρα 150-151 και 474 ΚΠΔ διατυπώσεων και περιέχει τους προβλεπόμενους από το νόμο λόγους, για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι έγκεινται στην απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, στην έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων [άρθρο 484 παρ.1 περ.α και δ ΚΠΔ]. Είναι, επομένως, νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, καθόσον παραπέμπεται για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ. α ΚΠΔ], οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της.
3. Ο λόγος της απόλυτης ακυρότητας από αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος της εμφάνισης στο δικαστικό συμβούλιο.
α- Κατά το άρθρο 309 παρ.2 του ΚΠΔ, το οποίο επίσης εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών (άρθρ. 316 παρ.2), "το συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α` του ίδιου Κώδικα. [άρθρα 309 § 2,484 § 1 περ. α' του Κ.Π.Δ., εν συνδ. προς άρθρον 20 Σ και 6 § 3 της Ε.Σ.Δ.Α. ΑΠ 1173/05, Π.Χρ. ΝΣΤ/154]. Και ναι μεν η αποδοχή του αιτήματος του κατηγορουμένου, στην περίπτωση αυτή, συνιστά τον κανόνα (ΑΠ 1173/2005 έ.α.), πλην όμως η επαρκής και διεξοδική ανάπτυξη των απόψεων του αιτούντος κατηγορουμένου είτε δια των απολογητικών υπομνημάτων του, είτε δια της εφέσεώς του, θεμελιοί αιτιολογημένη απόρριψη του σχετικού περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως αιτήματος, πολλώ δε μάλλον συντρέχει αιτιολογημένη απόρριψη του περί ου πρόκειται αιτήματος, όταν δεν διευκρινίζεται, δια της αιτήσεως, ποία συγκεκριμένα σημεία της κατηγορίας πρόκειται να διευκρινισθούν δια της αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του (ΑΠ 85/2006 Π.Χρ. ΝΣΤ' 704, ΑΠ 1104/95 Π.Χρ. ΜΣΤ' 244, ΑΠ 1134/94 Π.Χρ. ΜΔ' 959, ΑΠ 23/1988 Π.Χρ. ΛΗ' 572, Αγγ. Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Π.Δ. Α' 1957, σελ. 414, σημ. 2). Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου απορρίπτει το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο για να δώσει εξηγήσεις για την υπόθεση πρέπει να απορριφθεί διότι αυτός με την απολογία του στον ανακριτή και τα υπομνήματά του ανέπτυξε διεξοδικώς τις αποδείξεις και απόψεις του για την υπόθεση και για το λόγο αυτό δεν παρίσταται αναγκαία η ενώπιον του Συμβουλίου τούτου εμφάνισή του". Επομένως, το βούλευμα απέρριψε αιτιολογημένα το ανωτέρω αίτημα και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
4. Η έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή του ποινικού νόμου.
Α-Νομικές διατάξεις.
α- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο [ΑΠ.94/06].
β- Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συντρέχει, όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχει δεχθεί στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.Α.Π. 1778/1993) [ΑΠ. 1191/01 Δ/ΝΗ/2001 Π.ΧΡ.02/422].
γ- Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) β) γ) με κάθειρξη μέχρι 10 ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Μετά την αντικατάσταση της τελευταίας ως άνω περιπτώσεως γ με το άρθρο 14 παρ. 5 περ. β του ν. 2721/1999, η οποία εισάγει ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ρύθμιση, αφού αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, η υπεξαίρεση στην υπηρεσία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των 25.000.000. Ιδιοποίηση του ξένου πράγματος αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριός του. Ως ιδιαίτερα δε τεχνάσματα νοούνται ενέργειες και παραλείψεις του υπαλλήλου για την επίτευξη ή συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως επί διαχειρίσεως χρημάτων τρίτου όπου τηρούνται έγγραφα παραστατικά και ασκείται έλεγχος της ορθότητας εκείνης, οι ψευδείς εγγραφές ή παραποιήσεις αυτών σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη επιτήδεια να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα.
δ- Απιστία στην υπηρεσία. Κατ` άρθρον 256 Π.Κ. υπάλληλος που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, την δημόσια, την δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000,00 €) ή ββ) το αντικείμενο της πράξεως έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000,00 €). Το υπό της διατάξεως του άνω άρθρου προβλεπόμενο έγκλημα αποτελεί ιδιαίτερο τοιούτο που διαπράττεται μόνο από υπάλληλο, στον οποίο είναι διαπιστευμένη η διαχείριση γενικώς της δημοσίας υπηρεσίας. Με τη διάταξη αυτή τιμωρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 263 Α περ. δ', υπάλληλοι, εκτός αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 13 ΠΚ, και όσοι υπηρετούν σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τράπεζες, επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις. [ΑΠ. ΟΛΟΜ. 9/08,ΑΠ. 2443/03 Π.ΛΟΓ 03/2589].
ε- Με το άρθρο 263 Α του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ.4του ν. 1738/1987, ορίστηκε ότι για την εφαρμογή των απαριθμουμένων σ' αυτό άρθρων, όπως και του ως άνω άρθρου 258 του ΠΚ, υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιανδήποτε ιδιότητα : α) β) γ) και δ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου ή από τις πιο πάνω τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Τέτοια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία, κατά τις διατάξεις αρχικά των άρθρων 60 και 61 του ν. 1541/1985 εχορηγούντο, αλλά και εξακολουθούν ήδη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 του ν. 2169/1993 για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις κ.λ.π., να χορηγούνται οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές και άλλου είδους κίνητρα προς επίτευξη των σκοπών τους, είναι, μεταξύ άλλων, και οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί. Με το άρθρο 263Α του ΠΚ ορίστηκε ειδικώς και αυτοτελώς ένα είδος δημόσιου τομέα για τις ανάγκες των υπηρεσιακών εγκλημάτων [ΑΠ 1191/01 Δ/ΝΗ/2001 Π.ΧΡ.02/422].
Β-Αιτιολογία του βουλεύματος
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων [καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών, σε συνδυασμό με την από 1-4-2004 έκθεση του οικονομικού ελέγχου και της ένορκης διοικητικής εξέτασης στον Β Αγροτικό Συνεταιρισμό Πλωμαρίου Λέσβου από την Δ/νση Οικονομικού Ελέγχου και Επιθεώρησης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και τροφίμων, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά:
Ι. Σχετικά με την υπεξαίρεση στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα: Ο Χ1 από το έτος 1983 έως την 6-9-2002 διετέλεσε διευθυντής, ταμίας, λογιστής και διαχειριστής των εσόδων και εξόδων του Β Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου. Προέκυψε δε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος του ως άνω "συνεταιρισμού, με τις ανωτέρω αναλυθείσες ιδιότητες ιδιοποιήθηκε παράνομα κινητά πράγματα και χρήματα που ανήκουν στον ανωτέρω συνεταιρισμό, τα οποία υπό την ιδιότητα του αυτή έλαβε, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 15.000 ευρώ, μεταχειριζόμενος δε προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα.
Ειδικότερα: Α. Στο ... και κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2001 έως την 14-01-2002 ως υπάλληλος του Β Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του, Χ2, εξήγαγε από την αποθήκη του συνεταιρισμού, ποσότητα ελαίου 36.895,90 κιλών, αξίας 2,5 ευρώ ανά κιλό, την παρακράτησε για τον εαυτό, του και την ιδιοποιήθηκε παράνομα, χωρίς να τα αποδώσει, ως όφειλε. Στην ως άνω πράξη προέβη χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του ΔΣ και τους ελεγκτές, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος ελαίου και αποσκοπούσε στη δυσχέρανση, ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, τις παραπάνω ποσότητες ελαίου τις εξήγαγε από τις αποθήκες του συνεταιρισμού, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα σταδιακά, εν αγνοία των παρακαταθετών και χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να το ελέγξουν αφού στις αποθήκες είχε, μαζί με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές βιβλία, ήτοι δεν καταχωρούσε εμπροθέσμως ή και καθόλου όλες τις γενόμενες συναλλαγές δεν εξέδιδε αντίστοιχα παραστατικά και γενικά δεν παρέδιδε ποτέ λογαριασμό της διαχείρισης. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. Ειδικότερα, ιδιοποιήθηκε, μαζί με τον συγκατηγορούμενο του, τις ποσότητες ελαίου που του είχαν παραδώσει για λογαριασμό του αγροτικού συνεταιρισμού εβδομήντα ελαιοπαραγωγοί [τα ονοματεπώνυμα των οποίων, καθώς και τις υπεξαιρεθείσες από τον καθένα απ' αυτούς ποσότητες αναλυτικώς καταγράφει]:ήτοι συνολικά ποσότητα 36.895,90 κιλών, η αξία των οποίων ανέρχεται σε 92.239,75 ευρώ (36.895,90 κιλά προς 2,5 ευρώ το κιλό).
Β) Κατά το χρονικό διάστημα από την 29-9-1991 μέχρι 31-12-1993, με την ίδια ως άνω ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του ως άνω Αγροτικού Συνεταιρισμού, ιδιοποιήθηκε παράνομα, λάδια που βρίσκονταν στις αποθήκες του εν λόγω Συνεταιρισμού, συνολικής ποσότητας 14.316,528 κιλών και αξίας 28.633,056 ευρώ (14.316,528 κιλά προς 2 ευρώ το κιλό) τα οποία κατείχε λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του και τα οποία ανήκαν στην περιουσία του Συνεταιρισμού. Ειδικότερα, την ποσότητα αυτή προέκυψε ότι διέθεσε, σαν να ήταν κύριος, χωρίς να έχει σχετική εντολή, στους ιδιώτες εμπόρους ΑΑ και ΒΒ. Για την τέλεση μάλιστα της ως άνω πράξης του μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του Δ.Σ. του ως άνω Συνεταιρισμού, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή τη δυνατότητα ελέγχου του. Πιο συγκεκριμένα, την ανωτέρω ποσότητα, την παρέδωσε μόνος του στους προαναφερόμενους ιδιώτες εμπόρους, παραλαμβάνοντάς την ο ίδιος από τις αποθήκες στις οποίες είχε απόλυτη πρόσβαση χωρίς να εκδώσει παραστατικά στοιχεία, χωρίς να ενημερώσει τα λογιστικά βιβλία του νομικού προσώπου με καταχώρηση σε αυτά της σχετικής εγγραφής, πράξη που αποτελούσε την μοναδική δυνατότητα ελέγχου του και χωρίς να ενημερώσει γι' αυτή του την κίνηση κανένα μέλος του Δ.Σ. του. Επιπρόσθετα, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού.
Γ) Κατά το χρονικό διάστημα του Αυγούστου 2002 [λίγες ημέρες πριν από την αποχώρησή του από τη θέση του υπαλλήλου στον ως άνω Αγροτικό Συνεταιρισμό Πλωμαρίου Λέσβου, που συνέβη στις 06-09-2002], με την ίδια ιδιότητα, υπεξαίρεσε, δηλαδή ιδιοποιήθηκε παράνομα, από το Ταμείο του Συνεταιρισμού, το συνολικό ποσό των τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων πενήντα χιλιάδων επτακοσίων τεσσάρων (3.950,704) δρχ., ή 11.594,14 ευρώ, το οποίο ανήκε στο Συνεταιρισμό και το ενσωμάτωσε στη περιουσία του, με αποτέλεσμα να απομείνει στο ταμείο του συνεταιρισμού, το συνολικό ποσό των 225 δρχ. ή 0,66 ευρώ. Στην ως άνω πράξη προέβη χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του ΔΣ και τους ελεγκτές, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος και αποσκοπούσαν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, δεν ενημέρωσε ποτέ κανένα μέλος του ΔΣ του Συνεταιρισμού για την πορεία της διαχείρισης, για τα έσοδα που αποκόμιζε ο Συνεταιρισμός και για τα χρήματα που βρίσκονταν στο χρηματοκιβώτιο του Συνεταιρισμού, δεν τηρούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα λογιστικά του βιβλία, ήτοι δεν καταχωρούσε όλες τις γενόμενες συναλλαγές, δεν εξέδιδε αντίστοιχα παραστατικά και γενικά δεν παρέδιδε ποτέ λογαριασμό της διαχείρισης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού.
Δ) Περαιτέρω, με την ιδιότητα του υπαλλήλου, και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου, κατά την αποχώρησή του από τον συνεταιρισμό, δηλαδή την 6 Σεπτεμβρίου του 2002, υπεξαίρεσε, δηλαδή ιδιοποιήθηκε παράνομα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 29.266,100 δρχ. ή 85.887,30 ευρώ, το οποίο εισέπραττε κατά την διάρκεια της θητείας του ως υπάλληλος του συνεταιρισμού, από την 'Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου (Ε.Α.Σ.), και αντιστοιχούσε σε προμήθειες πώλησης ελαιολάδου των παραγωγών υπέρ του Συνεταιρισμού (2,5% επί της αξίας των πωλουμένων ελαίων) ενώ αφορούσε σε πωληθείσες ποσότητες 1.463.305 κιλών προς 20 δρχ/κιλό, την εισπραχθείσα προμήθεια. Το ως άνω ποσό το ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς να το αποδώσει, ως όφειλε, στο ταμείο του Συνεταιρισμού. Έτσι, όσον αφορά στην συγκεκριμένη πράξη, βάσει του ως άνω αποδειχθέντος χρόνου τελέσεως πρόκειται περί στιγμιαίου εγκλήματος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, η οποία είχε απαγγελθεί από τον Ανακριτή Μυτιλήνης σε κατ' εξακολούθηση έγκλημα με χρόνο τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων από το έτος 1994 έως την 6-9-2002. Σε τούτη την πράξη προέβη χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του ΔΣ και τους ελεγκτές, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος και αποσκοπούσε στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, δεν ενημέρωσε ποτέ κανένα μέλος του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού για την πορεία της διαχείρισης, για τα έσοδα που αποκόμιζε ο Συνεταιρισμός και για τα χρήματα που βρίσκονταν στο χρηματοκιβώτιο του Συνεταιρισμού, δεν τηρούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα λογιστικά του βιβλία, ήτοι δεν καταχωρούσε όλες τις γενόμενες συναλλαγές, δεν εξέδιδε αντίστοιχα παραστατικά και γενικά δεν παρέδιδε ποτέ λογαριασμό της διαχείρισης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού.
Έτσι, ο κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1991 έως τον Σεπτέμβριο του 2002 στο ... με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, όπως αυτά έχουν περιγραφεί, από πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα το προαναφερθέν συνολικό ποσόν των 218.356,24 ευρώ (από Σεπτέμβριο του 2001 έως 14-1-2002: ποσόν 92.239,75 ευρώ, από Οκτώβριο 1991 έως 31-12-1993: ποσόν 28.635,05 ευρώ, τον Αύγουστο 2002 ποσό 11.594,14 ευρώ και στις 6-9-2002 ποσό 85.887,30 ευρώ), το οποίον κατείχε υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου.
ΙΙ. Σχετικά με το αδίκημα της απιστίας κατ' εξακολούθηση: Α. Κατά την ελαιοκομική περίοδο 2001-2002 με την ανωτέρω ιδιότητα ιδιότητα παρέλειψε από πρόθεση, με κατάχρηση της εξουσίας του, ως διαχειριστή, να λειτουργήσει το ελαιοτριβείο του ως άνω Συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα να επιφέρει εν γνώσει ζημία στην περιουσία του. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά την ανωτέρω ελαιοκομική περίοδο και ειδικότερα κατά τους μήνες από Νοέμβριο του 2001 έως Μάϊο του 2002, οπότε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων συλλέγονται οι ελαιόκαρποι και ξεκινά η λειτουργία του ελαιοτριβείου, ο πιο πάνω κατηγορούμενος παρέλειψε να το λειτουργήσει, με αποτέλεσμα οι ελαιοπαραγωγοί να απευθυνθούν σε ιδιωτικά ελαιοτριβεία και να απολέσει ο συνεταιρισμός το ποσό των 4.000.000 δρχ., που θα αποκέρδαινε, από τα έσοδα των εκθλιπτικών δικαιωμάτων και από την προμήθεια από την πώληση ελαίων που θα είχαν παραχθεί με τον ως άνω τρόπο.
Β. Κατά την ελαιοκομική περίοδο 2001-2002, ήτοι από τον Νοέμβριο του 2001 έως τις 06-09-2002, παρέλειψε από πρόθεση, με κατάχρηση της εξουσίας του ως διαχειριστή, να θέσει σε λειτουργία την διάθεση γεωργικών εφοδίων (ζωοτροφές, φυτοφάρμακα κλπ) στα μέλη του Συνεταιρισμού - παραγωγούς, με αποτέλεσμα να επιφέρει εν γνώσει ζημία στην περιουσία του, που συνίσταται στο ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51 που θα αποκέρδαινε από τα έσοδα των γεωργικών εφοδίων που θα πωλούσε με τον ως άνω τρόπο. Επομένως, όσον αφορά στο ποσό των 14.673,51 ευρώ που θα αποκέρδαινε ο συνεταιρισμός από την πώληση γεωργικών εφοδίων, κατά την ελαιοκομική 2000-2001, ήτοι από Νοέμβριο του 2000 έως τον Νοέμβριο του 2001, έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από τα άρθρα 111 παρ. 3 και 112 ΠΚ πενταετής παραγραφή πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως ενώπιον του Συμβουλίου.
Γ. Κατά την ελαιοκομική περίοδο 2001-2002,ενώ είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει όλες τις οικονομικές συναλλαγές του Συνεταιρισμού με δημόσιους οργανισμούς, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες κλπ, δεν υπέβαλε στη ΔΟΥ ..., ως όφειλε, δηλώσεις φόρου εισοδήματος, οριστικές δηλώσεις ΦΜΥ, καθώς και περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ έτους 2001, με πρόθεση και με σκοπό να επιφέρει περιουσιακή ζημία στον Συνεταιρισμό, με αποτέλεσμα στις 23-04-2002 να βεβαιωθεί από την ίδια ΔΟΥ πρόστιμο επιβολής του ποσού των 1.678,65 ευρώ.
Δ. Στις 30-11-2002,έχοντας αναλάβει να διεκπεραιώνει όλες τις οικονομικές συναλλαγές του Συνεταιρισμού με δημόσιους οργανισμούς, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες κλπ, δεν κατέβαλε, ως όφειλε, με πρόθεση και με σκοπό να επιφέρει περιουσιακή ζημία στον Συνεταιρισμό, ληξιπρόθεσμες οφειλές του Συνεταιρισμού προς το Δήμου ..., που αφορούσαν τέλη ύδρευσης 2001, που ανερχόντουσαν στο ποσό των 226,98 ευρώ μαζί με τις προσαυξήσεις. Ε. Κατά το χρονικό διάστημα από τις 12-3-02 έως στις 28-3-02,έχοντας αναλάβει να διεκπεραιώνει όλες τις οικονομικές συναλλαγές του Συνεταιρισμού με δημόσιους οργανισμούς, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες κλπ, δεν κατέβαλε, ως όφειλε, με πρόθεση και με σκοπό να επιφέρει περιουσιακή ζημία στον Συνεταιρισμό, ληξιπρόθεσμες οφειλές του Συνεταιρισμού προς το Δήμο ..., που αφορούσαν τέλη και συγκεκριμένα απογραφές υπολοίπων ποσού 5.645,33 ευρώ. Από τα περιστατικά αυτά έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι πληρούνται σε βάρος του κατηγορουμένου οι ποινικές υποστάσεις του εγκλήματος της ιδιαίτερα διακεκριμένης υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της διακεκριμένης απιστίας στην υπηρεσία, που τέλεσε σε βάρος του παθόντος αγροτικού συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου, και γι' αυτό απέρριψε την έφεσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Μυτιλήνης και τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ως αρμόδιου κατά νόμο για την εκδίκαση της προκειμένης κατηγορίας.
Γ)- Αναιρετικός έλεγχος.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την πρώτη, τρίτη και τέταρτη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, δηλ, για τα ποσά των 92.239, 11.594 και 85.887 €, και συνολικά των 189.720 €, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστάση του εγκλήματος αυτού, της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, και τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι έκανε χρήση τεχνασμάτων και το συνολικό αντικείμενο αυτής υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €, ακόμη και το ποσό των 73.000 €.
Συνεπώς οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. τελ. ΠΚ, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, όσον αφορά τις ανωτέρω μερικότερες πράξεις, είναι αβάσιμοι. Αντίθετα, όσον αφορά τις λοιπές πράξεις το βούλευμα περιέχει τις εξής ελλείψεις: Στην υπεξαίρεση στην υπηρεσία η μερικότερη δεύτερη πράξη που αναφέρεται στο ποσό των 28.635 €, το οποίο εισέπραξε ο κατηγορούμενος από την πώληση ελαίου των αγροτών για λογαριασμό του συνεταιρισμού, με χρόνο τέλεσης το χρονικό διάστημα από τις 29-9-91 μέχρι τις 31-12-1993, έχει υποκύψει στην δεκαπενταετή παραγραφή [άρθρα 111 παρ. 1 και 3 και 112 του ΠΚ], οπότε παραπέμποντας τον κατηγορούμενο γι' αυτή στο ακροατήριο υπερέβη θετικά την εξουσία του. Ο λόγος αυτός της υπέρβασης εξουσίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη. Στην απιστία σχετικά με την υπηρεσία δεν διευκρινίζει αναφορικά μεν με τις δυο πρώτες επιμέρους πράξεις, της αποθετικής ζημίας του συνεταιρισμού από την παράλειψη του κατηγορουμένου να λειτουργήσει το ελαιουργείο και να διαθέσει αγροεφόδια, αν τούτο ανήκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα αυτού υπό τις ιδιότητές του ως διευθυντή, ταμία, λογιστή και διαχειριστή βάσει των διατάξεων του καταστατικού και όχι στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου, αναφορικά δε με την τέταρτη και πέμπτη επιμέρους πράξεις, της παράλειψης αυτού να μην εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της ύδρευσης των 226,98 € και της απογραφής υπολοίπων ποσού 5.645,33 €, πως επήλθε από την παράλειψη αυτή ζημία στην περιουσία του συνεταιρισμού. Επιπλέον, για την πρώτη μερικότερη πράξη παραπέμπονται να δικασθούν τόσο ο αναιρεσείων, όσο και ο μη ασκήσας αίτηση αναιρέσεως συγκατηγορούμενός του Χ2, αποθηκάριος του συνεταιρισμού, ότι δηλ. αμφότεροι παρέλειψαν να λειτουργήσουν το ελαιοτριβείο και ζημίωσαν το συνεταιρισμό με αποθετική ζημία, χωρίς να αναφέρει ούτε ότι ενήργησαν με κάποια μορφή συμμετοχής μεταξύ τους, ούτε ότι για να τεθεί σε λειτουργία έπρεπε να συμφωνήσουν αμφότεροι, ούτε ότι ο καθένας απ' αυτούς μπορούσε να το λειτουργήσει με δική του πρωτοβουλία, χωρίς τη συναίνεση του άλλου. Οι ασάφειες αυτές και η έλλειψη προσδιορισμού του στοιχείου της ζημίας θεμελιώνει τους λόγους αναιρέσεως της έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας-εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.
5- Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη αναφορικά με τις πρώτη, τρίτη και τέταρτη επιμέρους πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το δε να δεχθεί αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναιρέσει το βούλευμα αναφορικά με τις υπόλοιπες πράξεις και να διατάξει τα ακόλουθα: να παύσει οριστικά τη ποινική δίωξη για την δεύτερη επιμέρους πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-91 έως 31-12-1993 σε βάρος του αγροτικού συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου, και, όσον αφορά την απιστία σχετικά με την υπηρεσία, ως προς αμφοτέρους τους κατηγορουμένους, και να παραπέμψει την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η 1/19-7-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του 35/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, όσον αφορά την πρώτη, τρίτη και τέταρτη πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση.
Β- Να γίνει δεκτή η αίτηση όσον αφορά τις λοιπές πράξεις.
Γ- Να αναιρεθεί για τις πράξεις αυτές το βούλευμα, και αναφορικά με την απιστία στην υπηρεσία, ως προς αμφοτέρους τους.
Δ- Να παύσει οριστικά τη ποινική δίωξη για την δεύτερη επιμέρους πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-91 έως 31-12-1993 σε βάρος του αγροτικού συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου. Και
Ε- Να παραπεμθεί η υπόθεση αναφορικά με το έγκλημα της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που το εξέδωσαν
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 258 περίπτ. γ' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του Ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ, έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου η χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 του ΠΚ, απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και, επιπροσθέτως, να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία, εφόσον συντρέχουν, καθιστούν την παραπάνω πράξη υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κακούργημα, θεωρούνται ενέργειες και παραλείψεις του δράστη υπαλλήλου, που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, μη καταχώρηση εισπραττομένων στα βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγραφών κτλ, με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά, ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Περαιτέρω, από το άρθρο 263α του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1738/1987, προκύπτει ότι για την εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτό άρθρων, στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 258 ΠΚ, ως υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 εδ. α' ΠΚ και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα, εκτός άλλων περιπτώσεων και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από Νομικά Πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου ή από Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Τέτοια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία κατά τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του Ν. 1541/1985 και 42 και 43 του Ν. 2169/1993, χορηγούνται οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές και άλλου είδους κίνητρα προς επίτευξη των σκοπών τους, είναι και οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Τέλος λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις η λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής, της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 35/2009 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα: "Ο Χ1 από το έτος 1983 έως την 6-9-2002 διετέλεσε διευθυντής, ταμίας, λογιστής και διαχειριστής των εσόδων και εξόδων του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου. Προέκυψε δε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, όντας υπάλληλος του ως άνω συνεταιρισμού, με τις ανωτέρω αναλυθείσες ιδιότητες ιδιοποιήθηκε παράνομα κινητά πράγματα και χρήματα που ανήκουν στον ανωτέρω συνεταιρισμό, τα οποία υπό την ιδιότητά του αυτή έλαβε, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, άνω των 15.000 ευρώ, μεταχειριζόμενος δε προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα: Α. Στο ... και κατά ο χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2001 έως την 14-01-2002 ως υπάλληλος του Β Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του, Χ2, εξήγαγε από την αποθήκη του συνεταιρισμού, ποσότητα ελαίου, 36.895,90 κιλών, αξίας 2,5 ευρώ ανά κιλό παρακράτησε για τον εαυτό του και την ιδιοποιήθηκε παράνομα, χωρίς να τα αποδώσει, ως όφειλε. Στην ως άνω πράξη προέβη χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα, τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του ΔΣ και τους ελεγκτές, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος ελαίου και αποσκοπούσε στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, τις παραπάνω ποσότητες ελαίου τις εξήγαγε από τις αποθήκες του συνεταιρισμού, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα σταδιακά, εν αγνοία των παρακαταθετών και χωρίς οι τελευταίοι να μπορούν να το ελέγξουν αφού στις αποθήκες είχε, μαζί με το συγκατηγορούμενό του απόλυτη πρόσβαση. Δεν τηρούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα σχετικά με τις εξαγωγές και, εισαγωγές βιβλία, ήτοι δεν καταχωρούσε εμπροθέσμως ή και καθόλου όλες τις γενόμενες συναλλαγές, δεν εξέδιδε αντίστοιχα παραστατικά και γενικά δεν παρέδιδε ποτέ λογαριασμό της διαχείρισης. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι τα μέλη του ΔΣ του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. Ειδικότερα, ιδιοποιήθηκε, μαζί με τον συγκατηγορούμενο του τις εξής ποσότητες ελαίου που του είχαν παραδώσει οι κάτωθι ελαιοπαραγωγοί: 1) Ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 589,20 κιλά ελαίου, 2) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 459,70 κιλά ελαίου, 3) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 100 κιλά ελαίου, 4) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 68,80 "κιλά ελαίου, 5) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 473.10 κιλά ελαίου, 6) Η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 489 κιλά ελαίου, 7) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001,.430,20 κιλά ελαίο, 8) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 120,10 κιλά ελαίου, 9) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 200 κιλά ελαίου, 10) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 331,30 κιλά ελαίου, 11) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 20,60 κιλά ελαίου, 12) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 44 κιλά ελαίου, 13) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 125,70 κιλά ελαίου, 14) η ..., την ελαιοκονική περίοδο 2000-2001, 379 κιλά ελαίου, 15) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 171,10 κιλά ελαίου, 16) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 1998-1999, 134,80 κιλά ελαίου, 17) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001. 226,10 κιλά ελαίου, 18) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 102,10 κιλά ελαίου, 19) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 131,80 κιλά ελαίου, 20) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 290,70 κιλά ελαίου, 21) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 120,60 κιλά ελαίου, 22) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 84,30 κιλά ελαίου, 23) Ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 1008,80 κιλά ελαίου, 24) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 1998-1999, 260 κιλά ελαίου, 25) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 141 κιλά ελαίου, 26) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 100 κιλά ελαίου, 27) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 83 κιλά ελαίου, 28) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 1.584,90 κιλά ελαίου, 29) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 31,70 κιλά ελαίου, 30) ο ... 643,20 κιλά ελαίου, 31) ο ... την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 577,40 κιλά ελαίου, 32) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 1999-2000, 254 κιλά ελαίου, 33) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 1999-2000, 320,40 κιλά ελαίου, 34) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 186,10 κιλά ελαίου, 35) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 352,80 κιλά ελαίου, 36) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 1998-999, 1648 κιλά ελαίου, 37) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 129,10 κιλά ελαίου, 38) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 238,50 κιλά ελαίου, 39) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 1617,40 κιλά ελαίου, 40) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 70,30 κιλά ελαίου, 41) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 1999-2000, 523,30 κιλά ελαίου, 42) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 1999-2000, 743,90 κιλά ελαίου, 43) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 2757,50 κιλά ελαίου, 44) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 1998-1999, 3796 κιλά ελαίου, 45) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 171,10 κιλά ελαίου, 46) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 1592,10 κιλά ελαίου, 47) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 17 κιλά ελαίου, 48) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 42,10 κιλά ελαίου, 49) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 751,70 κιλά ελαίου, 50) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 428,50 κιλά ελαίου, 51) ο ... , την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 50 κιλά ελαίου, 52) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 249,10 κιλά ελαίου, 53) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 284,50 κιλά ελαίου, 54) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 171,30 κιλά ελαίου, 55) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 487,70 κιλά ελαίου, 56) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 277,40 κιλά ελαίου, 57) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 173,40 κιλά ελαίου, 58) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 602,90 κιλά ελαίου, 59) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 294,80 κιλά ελαίου, 60) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 4100,70 κιλά ελαίου, 61) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 47,90 κιλά ελαίου. 62) ο ... την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001 666,50 κιλά ελαίου, 63) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 203,50 κιλά ελαίου, 64) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 125,10 κιλά ελαίου, 65) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 632 κιλά ελαίου, 66) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 663,10 κιλά ελαίου, 67) η ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 52,50 κιλά ελαίου, 68) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 1116,10 κιλά ελαίου, 69) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 1222,80 κιλά ελαίου και 70) ο ..., την ελαιοκομική περίοδο 2000-2001, 212,60 κιλά ελαίου. Δηλαδή συνολικά υπεξαίρεσε την συνολική ποσότητα των 36.895,90 κιλών, η αξία των οποίων ανέρχεται σε 92.239,75 ευρώ (36.895,90 κιλά προς 2,5 ευρω το κιλό).
Β) Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, κατά το χρονικό διάστημα, από την 29-9-1991 μέχρι 31-12-1993, με την ίδια ως άνω ιδιότητα, του υπαλλήλου, και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του ως άνω Αγροτικού Συνεταιρισμού, ιδιοποιήθηκε παράνομα, λάδια που βρίσκονταν στις αποθήκες του εν λόγω Συνεταιρισμού, συνολικής ποσότητας 14.316,528 κιλών και αξίας 28.633,056 ευρώ (14.316,528 κιλά προς 2 ευρώ το κιλό) τα οποία κατείχε λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του και τα οποία ανήκαν στην περιουσία του Συνεταιρισμού., Ειδικότερα την ποσότητα αυτή προέκυψε ότι διέθεσε, σαν να ήταν κύριος, χωρίς να έχει σχετική εντολή, στους ιδιώτες εμπόρους ΑΑ και ΒΒ. Για την τέλεση μάλιστα της ως άνω πράξης του μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του Δ.Σ του ως άνω Συνεταιρισμού, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή τη δυνατότητα ελέγχου του. Πιο συγκεκριμένα, την ανωτέρω ποσότητα, την παρέδωσε μόνος του στούς προαναφερόμενους ιδιώτες εμπόρους, περιλαμβάνοντάς την ο ίδιος από τις αποθήκες στις οποίες είχε απόλυτη πρόσβαση, χωρίς να εκδώσει παραστατικά στοιχεία, χωρίς να ενημερώσει τα λογιστικά βιβλία του νομικού προσώπου με καταχώρηση σε αυτά της σχετικής εγγραφής, πράξη που αποτελούσε την μοναδική δυνατότητα ελέγχου του και χωρίς να ενημερώσει γι' αυτή του την κίνηση κανένα μέλος του Δ.Σ του. Επιπρόσθετα, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. Όσον αφορά την ποσότητα 4.772,17 κιλών που ιδιοποιήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 31-12-1990 έως 29-9-1991 και την οποία διέθεσε σαν να ήταν κύριος, χωρίς να έχει σχετική εντολή, στους ιδιώτες εμπόρους ΑΑ και ΒΒ, η αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 9.544,34 ευρώ, έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από τα άρθρα 111 άρ. 2 και 112 ΠΚ δεκαπενταετής παραγραφή πριν από την εισαγωγής της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου.
Γ) Επιπρόσθετα ο πρώτος κατηγορούμενος λίγες ημέρες πριν από την αποχώρηση του από τη θέση του υπαλλήλου στον ως άνω Αγροτικό Συνεταιρισμό Πλωμαρίου Λέσβου, την 06-09-2002, με την ίδια ιδιότητα, υπεξαίρεσε, δηλαδή ιδιοποιήθηκε παράνομα, από το Ταμείο του Συνεταιρισμού, το συνολικό ποσό των τριών εκατομμυρίων εννιακοσίων πενήντα χιλιάδων επτακοσίων τεσσάρων (3.950.704) δρχ., ή 11.594,14 ευρώ, το οποίο ανήκε στο Συνεταιρισμό και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, με αποτέλεσμα να απομείνει στο ταμείο του συνεταιρισμού, το συνολικό ποσό των 225 δρχ. ή 0,66 ευρώ. Στην ως άνω πράξη προέβη χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του ΔΣ και του ελεγκτές, κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος και αποσκοπούσαν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, δεν ενημέρωσε ποτέ κανένα μέλος του Δ.Ζ του Συνεταιρισμού για την πορεία της διαχείρισης, για τα έσοδα που αποκόμιζε ο Συνεταιρισμός και για τα χρήματα που βρίσκονταν στο χρηματοκιβώτιο του Συνεταιρισμού, δεν τηρούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα λογιστικά του βιβλία, ήτοι δεν καταχωρούσε όλες τις γενόμενες συναλλαγές, δεν εξέδιδε αντίστοιχα παραστατικά και γενικά δεν παρέδιδε ποτέ λογαριασμό της διαχείρισης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού.
Δ) Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, ε, την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου, κατά την αποχώρησή του από τον συνεταιρισμό, δηλαδή την 6 Σεπτεμβρίου του 2002, υπεξαίρεσε δηλαδή ιδιοποιήθηκε παράνομα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 29.266.100 δρχ. ή 85.887,30 ευρώ, το οποίο εισέπραττε κατά την διάρκεια της θητείας του ως υπάλληλος του συνεταιρισμού, από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου (Ε.Α.Σ), και αντιστοιχούσε σε προμήθειες πώλησης ελαιολάδου των παραγωγών υπέρ του Συνεταιρισμού (2,5% επί της αξίας των πωλουμένων ελαίων) ενώ αφορούσε σε πωληθείσες ποσότητες 1.403.305 κιλών προς 20 δρχ/κιλό την εισπραχθείσα προμήθεια. Το ως άνω ποσό το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, χωρίς να το αποδώσει, ως όφειλε, στο ταμείο του Συνεταιρισμού. Έτσι, όσον αφορά στην συγκεκριμένη πράξη, βάσει του ως άνω αποδειχθέντος χρόνου τελέσεως πρόκειται περί στιγμιαίου εγκλήματος, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, η οποία είχε απαγγελθεί από τον Ανακριτή Μυτιλήνης σε κατ' εξακολούθηση έγκλημα με χρόνο τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων από το έτος 1994 έως την 6-9-2002. Σε τούτη την πράξη προέβη χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του ΔΣ και τους ελεγκτές, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος και αποσκοπούσε στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου. Ειδικότερα, δεν ενημέρωνε ποτέ κανένα μέλος του Δ.Σ του Συνεταιρισμού για την πορεία της διαχείρισης, για τα έσοδα που αποκόμιζε ο Συνεταιρισμός και για τα χρήματα που βρίσκονταν στο χρηματοκιβώτιο του Συνεταιρισμού, δεν τηρούσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα λογιστικά του βιβλία, ήτοι δεν καταχωρούσε όλες τις γενόμενες συναλλαγές, δεν εξέδιδε αντίστοιχα παραστατικά και γενικά δεν παρέδιδε πότε λογαριασμό της διαχείρισης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. Έτσι, ο κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1991 έως τον Σεπτέμβριο του 2002 στο ... με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα τεχνάσματα, όπως αυτά έχουν περιγραφεί, από πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα το προαναφερθέν συνολικό ποσόν των 218.356,24 ευρώ (από Σεπτέμβριο του 2001 έως 14-1-2002, ποσόν 92.239,75 ευρώ, από Οκτώβριο 1991 έως 31-12-1993, ποσόν 28.635,05 ευρώ, 6-9-2002: ποσό 11.594,14 ευρώ και 6-9-2002: ποσό 85.887,30 ευρώ), το οποίον κατείχε υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου, και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου Λέσβου. Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την έφεση του ανωτέρω κατηγουρουμένου κατά του πρωτόδικου υπ' αριθ. 80/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης και επικύρωσε αυτό.
Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τις ως άνω υπό στοιχεία Α, Γ και Δ μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσης (σχετικά με την υπό στοιχείο Β μερικότερη πράξη υπεξαίρεσης θα αναφερθεί παρακάτω), γιατί αναφέρει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος για το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ που του αποδίδεται, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται στο βούλευμα: α) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 263 Α περίπτ. δ' του ΠΚ και συγκεκριμένα ως διευθυντή, ταμία, λογιστή και διαχειριστή εσόδων και εξόδων του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου, β) η υπό την ανωτέρω ιδιότητά του υπεξαίρεση: 1) ποσότητας λαδιού 36.895,90 κιλών, αξίας 92.239,75 Ευρώ, 2) χρηματικού ποσού 11.594,14 Ευρώ και 3) ποσού 85.887,30 Ευρώ, τα οποία είχε στην κατοχή του με την ιδιότητά του αυτή, γ) η χρησιμοποίηση για την ως άνω υπεξαίρεση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, δηλαδή κρυφών υλικών ενεργειών, μεθόδων και παραλείψεων με εμφανώς διακριτών από τα μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού και τους ελεγκτές, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή την αποκάλυψη του ελλείμματος λαδιού και των χρηματικών ελλειμμάτων, αναλύονται δε διεξοδικώς οι ανωτέρω ενέργειες, μέθοδοι και παραλείψεις, οι οποίες πράγματι συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα κατά την προαναφερθείσα έννοια του νόμου, δ) η ιδιότητα των υπεξαιρεθέντων κινητών πραγμάτων (λαδιού και χρημάτων), ως ξένων σε σχέση με τον αναιρεσείοντα και ως ανηκόντων κατά κυριότητα στον Συνεταιρισμό και ε) ο δόλος του αναιρεσείοντος, δηλαδή η γνώση του ότι τα ως άνω πράγματα είναι ξένα και ότι τα κατείχε υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και η θέλησή του να τα ιδιοποιηθεί παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου. Επομένως είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι: α) δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του νόμου, β) ότι τα πράγματα δεν ήταν ξένα ως προς αυτόν και γ) ότι τα γενόμενα δεκτά ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, δεν συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα κατά την έννοια του νόμου. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ και β του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 375 και 258 του ΠΚ ως προς τις προαναφερθείσες μερικότερες πράξεις υπεξαίρεσης με στοιχεία Α, Γ και Δ, είναι αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει των ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς για τη διαπίστωση της βασιμότητας αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων στην από 30-11-2006 έφεσή του κατά τον προαναφερθέντος υπ' αριθ. 80/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, διέλαβε και αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου, προκειμένου να παράσχει διευκρινίσεις επί της υποθέσεως. Το Συμβούλιο Εφετών με το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη κατ' άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ, εμφάνιση στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων πρέπει να απορριφθεί, γιατί αυτός με επάρκεια και κατά διεξοδικό τρόπο με διάφορα υπομνήματά του και κατά την απολογία του έχει εκθέσει τους ισχυρισμούς του, ενώ η υπόθεση έχει ολωσδιόλου διερευνηθεί". Από την ανωτέρω αιτιολογία προκύπτει ότι το Συμβούλιο αναφέρει ειδικώς στο βούλευμά του και αιτιολογεί το λόγο της απόρριψης του αιτήματος αυτοπροσώπως εμφάνισης και έτσι δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 111 παρ. 1, 2 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη είναι δεκαπενταετής και στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέστηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370 στοιχ. β' και 485 του ΚΠοινΔ συνάγεται, ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως συμβουλίου, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά του βουλεύματος οφείλει να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί και για α) τη μερικότερη πράξη υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ και συγκεκριμένα 28.633,056 Ευρώ και την οποία φέρεται ότι τέλεσε στο ... κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-1991 μέχρι 31-12-1993 και β) απιστία κατ' εξακολούθηση, τις μερικότερες πράξεις της οποίας φέρεται ότι τέλεσε στο ... και κατά χρονικά διαστήματα που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από το έτος 2000 μέχρι την 6-9-2002. Η ανωτέρω μερικότερη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία είναι κακούργημα που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (άρθ. 258 περίπτ. γ' υπό περίπτ. α α του ΠΚ), ενώ η απιστία, ενόψει του ως άνω χρόνου που φέρεται τελεσθείσα, είναι πλημμέλεια που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (άρθ. 390 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του Ν. 3242/2004). Επομένως από την τέλεση των ανωτέρω πράξεων παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε και πέντε ετών αντίστοιχα, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει λόγος αναστολής και έτσι εξαλείφθηκε το αξιόποινο αυτών λόγω παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει τους προαναφερθέντες παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά στις ανωτέρω πράξεις και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τις πράξεις αυτές λόγω παραγραφής, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 35/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου κατά το μέρος που αφορά στον αναιρεσείοντα Χ1 και στις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις: α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ, η οποία συνίσταται στο ότι στο ... κατά το χρονικό διάστημα από την 29-9-1991 μέχρι 31-12-1993 με την ιδιότητα του υπαλλήλου και δη του λογιστή, ταμία, διευθυντή και διαχειριστή του Β' Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλωμαρίου ιδιοποιήθηκε παράνομα, λάδια που βρίσκονταν στις αποθήκες του εν λόγω Συνεταιρισμού, συνολικής ποσότητας 14.316,528 κιλών και αξίας 28.633,056 ευρώ (14.316,528 κιλά προς 2 ευρώ το κιλό) τα οποία κατείχε λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του και τα οποία ανήκαν στην περιουσία του Συνεταιρισμού. Ειδικότερα, την ποσότητα αυτή προέκυψε ότι διέθεσε, σαν να ήταν κύριος, χωρίς να έχει σχετική εντολή, στους ιδιώτες εμπόρους ΑΑ και ΒΒ. Για την τέλεση μάλιστα της ως άνω πράξης του μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, κρυφές δηλαδή υλικές ενέργειες, μεθόδους και παραλείψεις, μη εμφανώς διακριτές από τα μέλη του Δ.Σ του άνω Συνεταιρισμού, με τις οποίες κατέστησε δυσχερή τη δυνατότητα ελέγχου του. Πιο συγκεκριμένα, την ανωτέρω ποσότητα, την παρέδωσε μόνος του στους προαναφερόμενους ιδιώτες εμπόρους, παραλαμβάνοντάς την ο ίδιος από τις αποθήκες, στις οποίες είχε απόλυτη πρόσβαση, χωρίς να εκδώσει παραστατικά στοιχεία, χωρίς να ενημερώσει τα λογιστικά βιβλία του νομικού προσώπου με καταχώρηση σε αυτά της σχετικής εγγραφής, πράξη που αποτελούσε την μοναδική δυνατότητα ελέγχου του και χωρίς να ενημερώσει γι' αυτή του την κίνηση κανένα μέλος του ΔΣ του. Επιπρόσθετα, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι τα μέλη του Δ.Σ του Συνεταιρισμού ήταν άνθρωποι αγράμματοι, χωρίς ειδικές γνώσεις και χωρίς να αναμειγνύονται ενεργά στα διοικητικά τους καθήκοντα, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο και με τις πειστικές εξηγήσεις που κάθε φορά έδινε, ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού, και β) της απιστίας κατ' εξακολούθηση, η οποία συνίσταται στο ότι στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, της απιστίας, εν γνώσει του, ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας είχε την επιμέλεια και διαχείριση βάσει δικαιοπραξίας.
Ειδικότερα: Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 έως την 6-9-2002, στο ..., και ενώ είχε προσληφθεί από τον Β' Αγροτικό Συνεταιρισμό Πλωμαρίου Λέσβου, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με σύμβαση εργασίας, ασκούσε καθήκοντα λογιστή, ταμία, διαχειριστή και διευθυντή του εν λόγω Συνεταιρισμού, διαχειριζόταν δηλαδή και διηύθυνε όλα τα έσοδα και έξοδα του Συνεταιρισμού, είχε δε αναλάβει να διεκπεραιώνει και όλες τις οικονομικές συναλλαγές του Συνεταιρισμού με δημόσιους οργανισμούς, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζας κλπ:
α) Σε μη διαπιστωθέντα επακριβώς χρόνο, πάντως από τον Νοέμβριο του 2001 έως τον Μάιο του 2002, (την ελαιοκομική περίοδο 2001-2002), έχοντας την επιμέλεια και τη διαχείριση της αποθήκης, με πρόθεση παρέλειψε, να λειτουργήσει το ελαιοτριβείο του ως άνω Συνεταιρισμού, τους μήνες από Νοέμβριο 2001 έως Μάιο του 2002, με αποτέλεσμα να επιφέρει εν γνώσει του ζημία στην περιουσία του, που συνίσταται στο ποσό των 4.000.000 δρχ, που θα αποκέρδαινε από τα έσοδα των εκθλιπτικών δικαιωμάτων και από την προμήθεια από την πώληση ελαίων που θα είχαν παραχθεί με τον ως άνω τρόπο.
β) Σε μη διαπιστωθέντα επακριβώς χρόνο, πάντως από τον Οκτώβριο του 2001 έως τις 06-09-2002, (κατά την ελαιοκομική περίοδο 2001-2002), έχοντας την επιμέλεια και τη διαχείριση του Συνεταιρισμού, με πρόθεση, παρέλειψε, να θέσει σε λειτουργία την διάθεση γεωργικών εφοδίων (ζωοτροφές, φυτοφάρμακα κλπ) στα μέλη του Συνεταιρισμού-παραγωγούς, με αποτέλεσμα να επιφέρει εν γνώσει του ζημία στην περιουσία του, που συνίσταται στο ποσό των 5.000.000 δρχ. ή 14.673,51, που θα αποκέρδαινε από τα έσοδα των γεωργικών εφοδίων που θα πωλούσε με τον ως άνω τρόπο.
γ) Σε μη διαπιστωθέντα επακριβώς χρονικά διαστήματα, πάντως κατά το έτος 2000 - 2001 και μέχρι την ημέρα αποχώρησης του (06-09-2002), εκ προθέσεως παρέλειψε να υποβάλει στη ΔΟΥ ..., ως όφειλε, δηλώσεις φόρου εισοδήματος, οριστικές δηλώσεις ΦΜΥ, καθώς και περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ έτους 2001, και έτσι εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία του Συνεταιρισμού, εις βάρος της οποίας στις 23-04-2002 βεβαιώθηκε από την ίδια ΔΟΥ πρόστιμο επιβολής διοικητικό, ποσού 1.678,65 ευρώ.
δ) Την 30 Νοεμβρίου 2001 με πρόθεση, δεν κατέβαλε ως όφειλε, ληξιπρόθεσμες όφειλες του Συνεταιρισμού προς το Δήμο ..., που αφορούσαν τέλη ύδρευσης 2001, που έπρεπε να καταβληθούν την 30-11-2001, και έτσι εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία του Συνεταιρισμού εις βάρος του, οποίου επιβλήθηκαν προσαυξήσεις ποσού 226,98 ευρώ.
ε) Κατά το χρονικό διάστημα από 12-03-2002 έως 28-03-2002 δεν κατέβαλε, ως όφειλε, με πρόθεση, ληξιπρόθεσμες οφειλές του Συνεταιρισμού προς το Δήμο ..., που αφορούσαν τέλη και συγκεκριμένα απογραφές υπολοίπων ποσού 5.645,33 ευρώ.
Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις ανωτέρω πράξεις.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19-6-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του ως άνω υπ' αριθ. 35/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Έννοια ιδιαίτερων τεχνασμάτων. Το ανωτέρω έγκλημα τελείται και από υπαλλήλους Αγροτικών Συνεταιρισμών. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου υπαλλήλου Αγροτικού Συνεταιρισμού. Παραγραφή μερικότερων πράξεων κακουργηματικής υπεξαίρεσης λόγω παρόδου 15ετίας από την τέλεση, καθώς και του πλημμελήματος της απιστίας κατ' εξακολούθηση, λόγω παρόδου πενταετίας από την τέλεση. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Απιστία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 2
|
Αριθμός 268/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Ηλιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 375/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις : 1.Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 869/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι όποιος από αμέλεια επιφέρει θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται : α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει με πάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Σε περίπτωση που η εξωτερική αμέλεια του δράστη, δηλαδή το σφάλμα της εξωτερικής του συμπεριφοράς συνίσταται μόνο σε παράλειψη και όχι και σε θετική ενέργεια, η δε παράλειψη αυτή αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύνολο της συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος που επήλθε, τότε πρόκειται για έγκλημα αμέλειας που τελέστηκε με παράλειψη και για τη θεμελίωσή του απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη ανατροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Όταν όμως η εξωτερική αμέλεια δεν συνίσταται μόνο σε παράλειψη, αλλά και σε θετική ενέργεια, τότε πρόκειται για έγκλημα ενέργειας και δεν εξετάζεται η συνδρομή των στοιχείων του άρθρου 15 του ΠΚ. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 375/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά : "Στις 27 Μαΐου 2003 και ώρα 07.30' ο Ζ, ηλικίας 54 ετών, ενώ πότιζε τον κήπο της κατοικίας του που βρίσκεται στην ..., χρησιμοποιώντας ηλεκτρική αντλία νερού με την οποία αντλούσε νερό από υπόγειο φρεάτιο άντλησης ύδατος (γεώτρηση) που υπάρχει εκεί, μέσω ενός πλαστικού σωλήνα συνδεδεμένου με την ηλεκτρική αντλία που κατέληγε στο παραπάνω φρεάτιο, υπέστη ηλεκτροπληξία λόγω διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος από την ηλεκτρική αντλία, με σημείο εισόδου του ηλεκτρικού ρεύματος στο σώμα του την αριστερή παλαμιαία χώρα, σύμφωνα με τη με αρ. πρωτ. 55/28-5-2003 ιατροδικαστική έκθεση του ειδικού ιατροδικαστή του Εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης ..., με συνέπεια να επέλθει αμέσως ο θάνατος του από την αιτία αυτή. Την παραπάνω ηλεκτρική αντλία κατείχε και χρησιμοποιούσε ο Ζ για το πότισμα του κήπου του επί πέντε περίπου έτη, αντλώντας αρχικά τα 4 πρώτα έτη νερό από γεώτρηση γειτονικού ακινήτου και στη συνέχεια από δική του γεώτρηση στον κήπο της οικίας του, δύο δε ημέρες πριν και συγκεκριμένα στις 24-5-2003, ημέρα Σάββατο, τις πρωινές ώρες επιχειρώντας να την χρησιμοποιήσει διαπίστωσε ότι διακόπηκε η λειτουργία της και έτσι αφού κάλεσε τον κατηγορούμενο Χ, ηλεκτρολόγο και φίλο του ο οποίος διαπίστωσε ότι ο κινητήρας της αντλίας είχε καεί και ο οποίος την αποσυνέδεσε, την ίδια ημέρα τη μετέφερε ύστερα από προτροπή αυτού ο οποίος και τον συνόδευσε, στο κατάστημα του ..., ειδικού ηλεκτροτεχνίτη (κατηγορούμενου επίσης για το θάνατο του Ζ, ο οποίος κηρύχθηκε αθώος με την εκκαλούμενη απόφαση), στον οποίο ανέθεσε την επισκευή της, αφού δε επισκευάσθηκε επιτυχώς από τον τελευταίο, ο οποίος αντικατέστησε τα πηνία της που είχαν καεί και διαπίστωσε ότι δεν παρουσίαζε άλλο πρόβλημα, την παρέλαβε. Ακολούθως ο Ζαναζήτησε τον κατηγορούμενο για να προβεί στην εκ νέου εγκατάσταση της αντλίας στην γεώτρηση της οικίας του, η οποία (εγκατάσταση) απαιτεί ηλεκτρολογικές γνώσεις, επειδή δε αυτός απουσίαζε στην ... τον ανέμενε και έτσι η εγκατάσταση της πραγματοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος μετέβη στην οικία του το απόγευμα της Δευτέρας 26-5-2003, οπότε και διαπίστωσαν ότι λειτουργούσε κανονικά. Πρώτη δε φορά χρησιμοποιήθηκε η αντλία από τον Ζ το πρωί της επόμενης ημέρας οπότε και επήλθε όπως προαναφέρεται ο θάνατος του λόγω διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος. Την ηλεκτρική αυτή αντλία όπως αποδείχθηκε είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος στις αρχές Μαΐου του 2003 στην γεώτρηση του θανόντος, μετά τη μεταφορά της από το γειτονικό ακίνητο τη γεώτρηση του οποίου όπως έχει ήδη λεχθεί χρησιμοποιούσε ο θανών τα προηγούμενη έτη και όπου επίσης την είχε εγκαταστήσει ο κατηγορούμενος, ο οποίος αναλάμβανε τις διάφορες ηλεκτρολογικές εργασίες της κατοικίας του θανόντος, δεν επέδειξε όμως κατά την εγκατάσταση της την απαιτούμενη σε παρόμοιες συνθήκες κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ηλεκτρολόγου. Συγκεκριμένα, ενώ για την αποφυγή διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος και κινδύνου συνακόλουθα ηλεκτροπληξίας του χρήστη κατά τη λειτουργία της αντλίας όφειλε να συνδέσει αυτήν μόνιμα και απευθείας με τον πίνακα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της οικίας του θανόντος, χρησιμοποιώντας ένα μόνο μη διαπερατό από υγρασία συνεχές καλώδιο ώστε να αποφεύγονται διαρροές ηλεκτρικού ρεύματος και να εξασφαλίζεται η συνέχεια της γείωσης που υπήρχε στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση της οικίας, την οποία πραγματοποίησε κατά την ηλεκτροδότηση της οικίας το έτος 1995 ο μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός ..., ο οποίος τοποθέτησε άμεση γείωση με ηλεκτρόδιο γειώσεως (βλ το με αριθμό ... έγγραφο της ΔΕΗ και τη συνημμένη σ' αυτό από 25-8-1995 Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη), ώστε να αποτρέπεται ο κίνδυνος ηλεκτροπληξίας στην περίπτωση διαρροής, ο κατηγορούμενος κατά παράβαση των κανόνων επιμέλειας που επιβάλλονταν από τους κανόνες της τέχνης του και τις συγκεκριμένες περιστάσεις, προέβη σε τριπλή σύνδεση (ρευματοδότη-ρευματολήπτη) σε μία διαδρομή μήκους περίπου 50 μέτρων, συνδέοντας το καλώδιο της ηλεκτρικής αντλίας (μήκους 2 μέτρων περίπου) με μπαλαντέζα και τη μπαλαντέζα σε εξωτερικό ρευματοδότη (πρίζα) που είχε τοποθετήσει σε προηγούμενο χρόνο ο ίδιος (κατηγορούμενος) στην υπαίθρια ψησταριά που υπάρχει στον κήπο της οικίας και απέχει 10 περίπου μέτρα από το σημείο όπου ήταν τοποθετημένη, πάνω σε οικοδομικά τούβλα, η αντλία, τον εξωτερικό δε αυτό ρευματοδότη είχε συνδέσει με καλώδιο υπόγειας διαδρομής τύπου ΝΥΜ, ακατάλληλο για υπόγεια εγκατάσταση, σε ρευματοδότη υπαίθριας εγκατάστασης κάτω από το κλιμακοστάσιο της οικίας όπου βρίσκεται ο πίνακας παροχής ηλεκτρικού ρεύματος (βλ και την από 9-7-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το ΑΤ ... πραγματογνωμόνων, .... Το παραπάνω δε καλώδιο υπόγειας διαδρομής πέραν του ότι ήταν ακατάλληλο, εφόσον δεν διέθετε μόνωση κατά της υγρασίας, δεν είχε ούτε γείωση, όπως είχε τέτοια (γείωση) η ηλεκτρολογική εγκατάσταση της οικίας, καθώς και η μπαλαντέζα που συνέδεε την ηλεκτρική αντλία με τον εξωτερικό ρευματοδότη της ψησταριάς και έτσι παρεμβαλλόμενο (το καλώδιο αυτό) διέκοπτε τη γείωση στη διαδρομή από τον πίνακα παροχής μέχρι την αντλία, με συνέπεια όταν μετά την κατά τα παραπάνω επισκευή της ο κατηγορούμενος την επανασυνέδεσε στην εγκατάσταση αυτή με τον ίδιο τρόπο και χρησιμοποιήθηκε από τον Ζ, να υποστεί ο τελευταίος, λόγω διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτροπληξία, η οποία επέφερε όπως προαναφέρεται το θάνατο του και η οποία όπως αποδείχθηκε θα αποτρέπονταν αν ο κατηγορούμενος είχε έστω τοποθετήσει στον πίνακα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της οικίας προστατευτικό "ρελέ" διαφυγής ρεύματος, ώστε να διακόπτεται αυτόματα η ρευματοδότηση της αντλίας, όπως είχε υποχρέωση ενόψει της συγκεκριμένης εγκατάστασης στην οποία είχε προβεί, δηλαδή της εγκατάστασης ρευματοδότησης της ηλεκτρικής αντλίας, που προοριζόταν για την άντληση ύδατος από γεώτρηση, μέσω τριπλής σύνδεσης, με το ενδιάμεσο (υπόγειας διαδρομής) καλώδιο μη ανθεκτικό στην υγρασία και χωρίς γείωση, που εγκυμονούσε κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως επικαλέστηκε αυτός δια των συνηγόρων του και αποδείχθηκε πράγματι, κατά τον επίμαχο χρόνο δεν ήταν υποχρεωτική από το νόμο η τοποθέτηση ρελέ διαφυγής, αλλά κατέστη υποχρεωτική μεταγενέστερα με την με αριθμό Φ Α' 50/12081/642/26-7-2006 απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων έργων (ΦΕΚ Β' 1222/5-9-2006). Ενόψει αυτών αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του Ζ συζύγου της πρώτης πολιτικώς ενάγουσας Ψ2 και πατέρας της δεύτερης Ψ1, προκλήθηκε από την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, καμία δε έννομη επιρροή στη θεμελίωση της ευθύνης του αυτής δεν ασκεί το εάν αυτός έλαβε ή όχι, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, αμοιβή από τον θανόντα για την εγκατάσταση της αντλίας μετά την επισκευή της. Όπως προαναφέρεται και παρατίθεται αυτολεξεί παραπάνω ο κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του πρόβαλε ισχυρισμό "έλλειψης ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης" επικαλούμενος ότι "Δεν υφίσταται νομική υποχρέωση ούτε από το νόμο ούτε από τη σύμβαση για την τοποθέτηση της αντλίας και της σύνδεσης της με εξωτερικό καλώδιο συνδεδεμένο με μπαλαντέζα. Όλες οι παραλείψεις αυτές προέκυψαν από το θύμα και έτσι συνακόλουθα δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ οποιαδήποτε παράλειψης του κατηγορουμένου και του επελθόντος θανάτου. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει η αντλία να είναι προστατευμένη και σταθερά εμπηγμένη στο έδαφος και το καλώδιο να έχει εγκατασταθεί υπογείως με μονωτικό υλικό και να μην είναι εκτεθειμένο σε εξωτερικούς παράγοντες (νερό, λάσπη κλπ)". Με αυτό το ασαφές σε κάθε περίπτωση περιεχόμενο οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο παρά μόνο ως αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί περί μη ανάμειξης του κατηγορουμένου στην εγκατάσταση της επίμαχης ηλεκτρικής αντλίας, η οποία όμως πλήρως αποδείχθηκε από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό ότι έγινε από τον ίδιο, όπως προκύπτει και από την απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όπου μεταξύ άλλων κατέθεσε "Την μεταφορά της αντλίας την έκανε το έτος 2003 τον Μάιο, εμένα με φώναξε και πήγα, μετά τοποθέτησε τα λάστιχα για να ποτίσει και δούλεψε, εγώ δεν πληρώθηκα γι' αυτό. Ο υδραυλικός τοποθετεί την αντλία, εγώ μόνο τη σύνδεση κάνω...Το μοτέρ, η αντλία ήταν έτοιμη και τη βάλαμε, είχε έτοιμη μπαλαντέζα και την βάλαμε, κατέληγε στο τζάκι στην ψησταριά όπου υπήρχε μία πρίζα, εγώ την έβαλα την πρίζα, εγώ πήρα ρεύμα από το κουτί (ρευματοδότη)...Όπως στην άλλη αντλία είχα καλή και σωστή εγκατάσταση, δούλεψε πέντε χρόνια δεν έπαθε τίποτα, έτσι του είπα να κάνουμε...". Σημειώνεται ότι όπως επίσης προαναφέρεται η ηλεκτρική αντλία ήταν τοποθετημένη σε πρόχειρη κατασκευή από οικοδομικά τούβλα, το γεγονός όμως αυτό από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσε τη διαρροή ρεύματος ή έστω συνέβαλε στην πρόκληση αυτής. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεία του Ζ, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό. Περαιτέρω από το ίδιο παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συνταξιούχος σήμερα ηλεκτρολόγος, ηλικίας 69 περίπου ετών, έγγαμος, έζησε ως το χρόνο που έγινε το προαναφερόμενο έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και πρέπει επομένως να αναγνωρισθεί όπως και πρωτοδίκως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ.". Ακολούθως, το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεφως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Θράκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαμροσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 του ΠΚ. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά που συνιστούν την αμέλεια του αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται, η μεν εσωτερική στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα του θανάτου του παθόντος που προκλήθηκε από την πράξη του, η δε εξωτερική στο ότι κατά την εκτέλεση από μέρους του της προαναφερθείσης ηλεκτρολογικής εργασίας, δεν συνέδεσε την αντλία απευθείας με τον πίνακα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της οικίας, χρησιμοποιώντας για τη σύνδεση αυτή ένα μόνο συνεχές καλώδιο μη διαπερατό από υγρασία, ώστε να αποφεύγονται διαρροές ηλεκτρικού ρεύματος και να εξασφαλίζεται η γείωση, αλλά προέβη σε τριπλή σύνδεση με διακοπτόμενο καλώδιο το οποίο δεν διέθετε μόνωση κατά της υγρασίας και το οποίο συνέδεσε με τον εξωτερικό ρευματοδότη της υπάρχουσας υπαίθριας εγκατάστασης της ψησταριάς και έτσι διακοπτόταν η γείωση, με αποτέλεσμα ην πρόκληση θανατηφόρας ηλεκτροπληξίας στον παθόντα. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα γενόμενα δεκτά περιστατικά θεμελιώνουν την ευθύνη του αναιρεσείοντος για το θανατηφόρο αποτέλεσμα και έτσι είναι αβάσιμη η αντίθετη αιτίαση αυτού. Επίσης προκύπτει ότι η εξωτερική αμέλεια του αναιρεσείοντος δεν συνίσταται μόνο σε παράλειψη, αλλά και σε θετική ενέργεια, δηλαδή στην πραγματοποίηση από μέρους του της συγκεκριμένης ακατάλληλης και επικίνδυνης ηλεκτρικής σύνδεσης της αντλίας. Επομένως πρόκειται για έγκλημα ενεργείας και γιαυτό δεν ήταν αναγκαία για τη θεμελίωσή του η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ και έτσι ορθά το Δικαστήριο δεν ερεύνησε και δεν δέχτηκε την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος προς αποτροπή του αποτελέσματος, απλώς και μόνο περιέλαβε τα στοιχεία του άρθρου 15 του ΠΚ στη νομική του σκέψη, χωρίς να δέχεται περαιτέρω στο αιτιολογικό και στο διατακτικό την ύπαρξη της ανωτέρω υποχρέωσης. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί του 'ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, επειδή δεν αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ως άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτού προς αποτροπή του αποτελέσματος, είναι αβάσιμη.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 375/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία του εγκλήματος. Για να υπάρχει έγκλημα που τελέστηκε με παράλειψη, πρέπει η εξωτερική αμέλεια του δράστη να μην συνίσταται σε θετική ενέργεια, αλλά μόνο σε παράλειψη (ή παραλείψεις) και η παράλειψη αυτή να αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύνολο της συμπεριφοράς του δράστη που προηγήθηκε του αποτελέσματος, στην περίπτωση δε αυτή απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Όταν όμως η εξωτερική αμέλεια συνίσταται σε θετική ενέργεια (ή και σε θετική ενέργεια), πρόκειται για έγκλημα ενέργειας και δεν εξετάζεται η συνδρομή των ανωτέρω όρων. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, του κατηγορουμένου ηλεκτρολόγου, ο οποίος κατά τη σύνδεση αντλίας νερού με τον πίνακα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, με παραλείψεις και θετικές ενέργειες, προκάλεσε το θάνατο του παθόντος. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 2
|
Αριθμός 255/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 544/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 284/17.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 95/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 544/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία έφεση του αναιρεσείοντα κατά του υπ' αριθμ. 3481/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρ. 375 §§1, 2α Π.Κ.).
Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 §§1,3 Κ.Π.Δ., με την προαναφερθείσα δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η από 11-5-2009, ημέρα Δευτέρα, έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί στις 29-4-2009.
Επισημαίνεται ότι στο αναιρετήριο έγγραφο, κατά την επίκληση της περιέχουσας τον αναιρετικό λόγο διάταξης αναφέρεται αυτή του άρθρ. 484 §1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., που βεβαίως αφορά την παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης. Ωστόσο και από το ρητό χαρακτηρισμό και από το συνολικό περιεχόμενο του αναιρετηρίου εγγράφου προκύπτει με σαφήνεια ότι ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης είναι η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρ. 139 Κ.Π.Δ. και ότι η αναφορά του στοιχείου ε' της παρ. 1 του άρθρου 484 Κ.Π.Δ., αντί του ορθού στοιχ. δ', έγινε από προφανή παραδρομή. Θεωρείται λοιπόν ότι η κρινόμενη αίτηση περιέχει ορισμένο αναιρετικό λόγο, αυτόν της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ' άρθρ. 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Δ) Εξ άλλου, εφ' όσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 591/2001 Ποιν. Χρ. ΝΒ' 131, Α.Π. 1457/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ' 537).
Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη, σ' αυτό, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει όλα, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, αλλά παραθέτοντας και πρόσθετες σκέψεις, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τη μελέτη της μηνύσεως, το συμπληρωματικό υπόμνημα επ' αυτής, τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, και όλα τα υπομνήματα, προέκυψαν τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Το έτος 1973 συστάθηκε ομόρρυθμη τεχνική εταιρεία, με την επωνυμία "ΑΑ-Ψ-Χ Ο.Ε." με έδρα αρχικά την οδό ... και στη συνέχεια το ... (...). Αντικείμενο αυτής ήταν η κατασκευή πολυώροφων οικοδομών σε ιδιόκτητα οικόπεδα ή με το σύστημα της αντιπαροχής. Μετά τη σύστασή της, η ως άνω εταιρεία ανέλαβε την κατασκευή συγκροτήματος κατοικιών επί οικοπέδου των ΒΒ και ΓΓ, στο ... Το έτος 1974, τροποποιήθηκε το αρχικό καταστατικό της εταιρείας και η συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και ζημίες, ορίσθηκε σε ποσοστό 71,55% για τον μηνυτή, Ψ, 18,43% για τον ΑΑ και 10,62% για τον εκκαλούντα κατηγορούμενο. Το συγκεκριμένο έργο περατώθηκε το έτος 1978. Το έτος 1994 η εταιρεία λύθηκε με το από 15/2/94 συμφωνητικό των εταίρων και τέθηκε υπό ... εκκαθάριση, ως εκκαθαριστές δε βάσει του καταστατικού ορίσθηκαν όλοι οι εταίροι. Στην πραγματικότητα όμως, ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος ατύπως από το έτος 1976, εκτελούσε χρέη ταμία της εταιρείας, συνέχισε να ενεργεί πράξεις για τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Από το έτος 1978 και λόγω προβλημάτων της εταιρείας με την Εθνική Τράπεζα, συμφώνησαν όλοι οι εταίροι να εκλαμβάνουν κέρδη, να πληρώνουν την εφορία, και τα χρήματα να κατατίθενται σε λογαριασμό Τραπέζης από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο. Εδώ σημειώνεται ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος εισέπραττε, μέχρι τα μέσα 2002, μισθώματα από διαμερίσματα του συγκροτήματος του ..., τίμημα πωληθέντων σε τρίτους διαμερισμάτων και χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων κ.λ.π. Καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα, διαβεβαίωνε τους λοιπούς εταίρους, ότι προέβαινε συστηματικά στην κατάθεση των χρημάτων στον τραπεζικό λογαριασμό, και οι τελευταίοι του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη. Αρχές του έτους 2002 παρουσιάστηκε η ανάγκη χρημάτων προκειμένου να αντιμετωπισθούν δικαστικά έξοδα, σχετικά με δικαστικό αγώνα με την Εθνική Τράπεζα. Τότε ο εκκαλών κατηγορούμενος ενημέρωσε τους Ψ και ΑΑ ότι δεν υπάρχουν χρήματα στο λογαριασμό της εταιρείας. Ακολούθησε η από 25/1/2002 εξώδικη δήλωση των τελευταίων, προκειμένου να παραδοθούν τα χρήματα και τα παραστατικά κίνησης του λογαριασμού, στην οποία δεν αντέδρασε ο εκκαλών - κατηγορούμενος. Στη συνέχεια υποβλήθηκε η από 20/5/2002 Αίτηση, των Ψ και ΑΑ, με την ιδιότητα των συνεκκαθαριστών της εταιρείας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκουσία διαδικασία), προκειμένου να διορισθεί εκκαθαριστής ο Ψ. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5825/2002 απόφαση του δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αίτηση. Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο εκκαλών - κατηγορούμενος, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 3909/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παράλληλα ο εκκαλών επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας και εισέπραξε μισθώματα, αλλά κυρίως ανέλαβε όλα τα λογιστικά βιβλία αυτής, το βιβλίο εσόδων - εξόδων και όλα τα παραστατικά στοιχεία συναλλαγής της εταιρείας προς τρίτους, τον Ιανουάριο του 2002. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αδυνατούν οι λοιποί εταίροι να ελέγξουν τα οικονομικά στοιχεία και να προσδιορίσουν ποσά που είχε η εταιρεία αποκομίσει από την εμπορική της δραστηριότητα. Με το από 4/6/07 υπόμνημα του μηνυτή ενώπιον του Ανακριτή προσκομίσθηκε Έκθεση ελέγχου Ταμιακής Διαχείρισης της Εταιρείας, υπογραφόμενη από τον λογιστή - φοροτεχνικό ... από 23/4/07. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το κεφάλαιο που έπρεπε να κατατεθεί στην Τράπεζα ανέρχεται στο ποσό των 45.312,234 δρχ. και οι κεφαλαιοποιηθέντες τόκοι ανέρχονται στο ποσό των 75.642,161 δρχ., συνολικά το ποσό ανέρχεται σε 120.954,313 δρχ. μέχρι τον Ιανουάριο 2001. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, στην ενώπιον του Ανακριτή απολογία του και στο σχετικό σε αυτή "υπόμνημά" του, αφ' ενός παραδέχεται ότι "οι άλλοι δύο δεν πατούσαν καθόλου στο εργοτάξιο, επιχειρούσα εγώ όλες τις πράξεις ...", και αφ' ετέρου ομολογεί ότι κατά το έτος 2000, αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα υγείας η σύζυγός του, γι' αυτό και πήρε χρήματα από το ταμείο της εταιρείας, προκειμένου ν' αντιμετωπίσει οικονομικά του προβλήματα, και ειδικότερα ποσό 12.000.000 δρχ., με συμφωνία να τα επιστρέψει κατά την εκκαθάριση. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει συμφωνία των λοιπών εταίρων για ανάληψη χρημάτων από το ταμείο της εταιρείας για προσωπικούς λόγους του εκκαλούντα, ούτε βεβαίως ότι το ποσό που ανέλαβε το 2000, όπως αορίστως ισχυρίζεται, ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ. Με τις σκέψεις αυτές και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντα - κατηγορουμένου που μπορούν να επιστηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία κατ' αυτού και ειδικότερα για υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας (αρ. 378 §§1, 2α Π.Κ.) Κατόπιν τούτων, πρόδηλον είναι ότι το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 3481/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις σκέψεις του οποίου, καθώς και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφέρεται συμπληρωματικά προς αποφυγή επαναλήψεων (Α.Π.348/96, Α.Π. 1440/89, Ποιν. Χρ. Μ2-Μ-713 αντίστοιχα), που δέχεται ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, για την πιο πάνω πράξη και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος αυτής, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς η έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία της, και να επικυρωθεί κατ' άρθρ. 313 Κ.Ποιν.Δ. το εκκαλούμενο βούλευμα υπ' αριθμ. 3481/2008.
Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων τόσο κατά την προανάκριση όσο και κατά την κυρία ανάκριση, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία του κατηγορουμένου και το υπόμνημα αυτού, ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα των ισχυρισμών του τελευταίου αφ' ενός μεν περί είσπραξης των μισθωμάτων του μισθωτή των ακινήτων (διαμερισμάτων) της ομόρρυθμης εταιρείας ... εκ μέρους του μηνυτή Ψ και αφετέρου περί συμφωνίας των εταίρων να λάβει αυτός (κατηγορούμενος) από ταμείο της εταιρείας το έτος 2000 το ποσό των 12.000.000 δραχμών. Αντιθέτως, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και κυρίως τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων ... και ... προκύπτει ότι την είσπραξη των μισθωμάτων των ακινήτων της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας διενεργούσε αποκλειστικά και μόνο ο κατηγορούμενος.
ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Συνεπώς οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα που προβάλλονται ως λόγος αναίρεσης κατ' άρθρ. 484 §1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιοι, πλην των σημείων εκείνων με τα οποία αμφισβητείται, με το πρόσχημα του αναιρετικού αυτού λόγου, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρος του δικαστικού συμβουλίου.
Ζ) Με βάση τα προεκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1ον) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 95/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 544/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2ον) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 25-6-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθ. 95/11.5.2009 αίτησή του ο κατηγορούμενος Χ, κάτοικος ..., ζητεί, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, την αναίρεση του υπ' αριθ. 544/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 666/2008 έφεσή του κατά του υπ' αριθ. 348/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ και όχι στοιχ. ε' ως από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται στην έκθεση αναίρεσης).
Σύμφωνα με το αρ. 375 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Περαιτέρω, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του, ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 544/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά επί της ουσίας κρίση του ότι "από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα όλων των εξετασθέντων μαρτύρων τόσο κατά την προανάκριση όσο και κατά την κυρία ανάκριση, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, την απολογία του κατηγορουμένου και το υπόμνημα αυτού, ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα των ισχυρισμών του τελευταίου αφενός μεν περί εισπράξεως των μισθωμάτων του μισθωτή των ακινήτων (διαμερισμάτων) της ομόρρυθμης εταιρείας ... εκ μέρους του μηνυτή (Ψ) και αφετέρου περί συμφωνίας των εταίρων να λάβει αυτός (κατηγορούμενος) από το ταμείο της εταιρείας το έτος 2000 το ποσό των 12.000.000 δρχ. Αντιθέτως, από τις ως άνω σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων ... και ... προκύπτει ότι την είσπραξη των μισθωμάτων των ακινήτων της εν λόγω ομόρρυθμης εταιρείας, διενεργούσε αποκλειστικά και μόνον ο κατηγορούμενος". Με βάση τα περιστατικά αυτά και σε συνδυασμό όσα αναφέρονται στην πληρέστερη και έχουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία Εισαγγελική πρόταση στην οποία συμπληρωματικά το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αναφέρεται (ιδιότητα του κατηγορούμενου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, την ιδιαίτερα μεγάλη αξία του φερομένου ως υπεξαιρεθέντος από αυτόν ποσού), δέχθηκε το ως άνω Συμβούλιο ότι προκύπτουν κατά του κατηγορουμένου επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρο 375 παρ. 1 και 2α ΠΚ). Με αυτό που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο βούλευμα που εξέδωσε, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση που διενεργήθηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την ως άνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, ήταν επιτρεπτή η συμπληρωματική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού σ' αυτόν, με πλήρεις αιτιολογίες, διαλαμβάνονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν καθώς και οι αποδείξεις από τις οποίες δικαιολογείται η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου και τέλος οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι η έφεση του αναιρεσείοντος ήταν ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, αναφέρεται στην Εισαγγελική πρόταση που έχει ενσωματωθεί στο προσβαλλόμενο βούλευμα ο τρόπος της σταδιακής ιδιοποίησης των ξένων χρηματικών ποσών (μισθωμάτων και τιμημάτων ακινήτων) που περιέρχονταν στον αναιρεσείοντα με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας) και γίνεται μνεία όλων των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η από 23.4.2007 "Έκθεση ελέγχου Ταμειακής Διαχείρισης της εταιρείας" (εννοώντας την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΑ-Ψ-Χ ΟΕ") του λογιστή - φοροτεχνικού ..., στην οποία γίνεται αναφορά του κεφαλαίου και των κεφαλοποιηθέντων τόκων, όχι όμως και διάκριση του παρακρατηθέντος και μη επιστραφέντος από τον αναιρεσείοντα χρηματικού ποσού, που ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (τουλάχιστον 12.000.000 δρχ. = 35.221,60 ευρώ). Τέλος, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρονται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και στην οποία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν επιτρεπτά αναφέρθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ μόνος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτό και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 95/11.5.2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 544/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση (Αιτίαση με τον ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας). Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Επιτρεπτή η συμπληρωματική αναφορά του Συμβουλίου στην πρόταση Εισαγγελέα που έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη της αίτησης αυτής λόγω του μη βασίμου του μόνου λόγου αυτής για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 255/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, το οποίο εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1428/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3725/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-10-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εξάλλου, κατά τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλειπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο, προς απόκρουση του πρώτου κονδυλίου της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που αφορούσε τη διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως που εδικαιούτο κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, ποσού 18.715.748 δρχ., υπέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση εξοφλήσεως, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη. Την ένσταση αυτή επανέφερε με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ως προς τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Το ποσό της εφάπαξ αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα της Ελλάδος την 7-9-1999, κατέχοντας τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, ανερχόταν σε 31.952.568 δρχ., έναντι του οποίου το αναιρεσείον Ταμείο κατέβαλε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992, το ποσό των 13.236.820 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο 18.715.748 δρχ. Με την 3/17-3-2000 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε την, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, καταβολή σε όσους υπαλλήλους της είχαν αποχωρήσει από 1-1-1993 έως 20-12-1999 ποσού ίσου με τη διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως που κατεβλήθη από το αναιρεσείον και εκείνης που θα κατέβαλε εάν δεν εφάρμοζε την προαναφερθείσα διάταξη. Το ποσό αυτό θα καταβαλόταν με τη μορφή άτοκου δανείου, το οποίο όφειλε να επιστρέψει ο δικαιούχος σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία θα αναγνωρισθεί το δικαίωμα λήψεως του περικοπέντος ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως. Ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε σχετική αίτηση και η Τράπεζα της Ελλάδος του κατέβαλε την πιο πάνω διαφορά των 18.715.748 δρχ. Η λήψη του ποσού αυτού, συνεχίζει το Εφετείο, με την μορφή άτοκου δανείου ισόποσου με την προαναφερθείσα διαφορά, δεν αποτελεί αποσβεστικό λόγο της ενοχής, διότι σε καμία περίπτωση φέρει τον χαρακτήρα αφέσεως χρέους εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, κατά το άρθρ. 454 του ΑΚ ή της αναδοχής χρέους εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος δια συμβάσεως υπέρ τρίτου, δηλαδή του αναιρεσείοντος, αφού, όπως συνομολογεί και το ίδιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, "η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην καταβολή της εν λόγω διαφοράς χωρίς να έχει καμία νομική υποχρέωση ...". Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, η καταβολή του ως άνω άτοκου δανείου δεν φέρει τον χαρακτήρα καταβολής της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως αντί και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος αλλά φέρει τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου να ρυθμισθεί προσωρινά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τους συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους της και απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως ως ουσία αβάσιμη. Οι παραδοχές αυτές στηρίζουν πλήρως την κρίση του Δικαστηρίου για την ουσιαστική αβασιμότητα της ενστάσεως εξοφλήσεως που είχε προβάλει το αναιρεσείον. Οι περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην αίτηση που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς την Τράπεζα για να λάβει το ποσό της διαφοράς της εφάπαξ αποζημίωσης δήλωσε επί πλέον ότι καμία συναφή απαίτηση διατηρεί τόσο κατά της Τράπεζας όσο και κατά του αναιρεσείοντος και ότι παραιτείται από κάθε σχετικό δικαίωμα που απορρέει από την αιτία αυτή, περιλαμβανομένου και αυτού περί καταβολής τόκων επί του άνω ποσού και ότι η παραπάνω παραίτηση, καθόσον αφορά τα δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε με την Τράπεζα είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη και ότι σε κάθε περίπτωση το παραπάνω δικαίωμά του δεν είναι δεκτικό παραιτήσεως, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για τη στήριξη της ως άνω κρίσεως του Εφετείου, δοθέντος μάλιστα ότι το αναιρεσείον δεν είχε προβάλει σχετικό ισχυρισμό που όφειλε να αντιμετωπίσει η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του πρώτου λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε τη νομίμως υποβληθείσα και απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση εξοφλήσεως της ένδικης αξιώσεως, αφενός μεν εσφαλμένα δέχθηκε ως εφαρμοστέες στην εκδικαζόμενη υπόθεση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 3, 174, 180, 679 του ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 5 § 1 του ΑΝ 539/1945 και 8 § 4 του ΝΔ 4020/1959, οι οποίες αναφέρονται στην παραίτηση των εργαζομένων από τα δικαιώματα τους, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και τις οποίες, ιδίως δε εκείνη του άρθρ. 679 του ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε και αφετέρου διέλαβε ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της τελευταίας αυτής διατάξεις του άρθρ. 679 του ΑΚ. Σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση είναι αλυσιτελής, διότι ανάγεται σε παραδοχές αυτής που διατυπώθηκαν ως εκ περισσού.
Επειδή κατά το άρθρ. 68 του Κ.Πολ.Δ δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Το συμφέρον αυτό ανάγεται στις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η συνδρομή του οποίου κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά το οποία επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος. Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ και όχι εκείνον του αρ. 14, ο οποίος υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ταμείο στην πληρωμή ολόκληρου του ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως χωρίς τον περιορισμό του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992 και συγκεκριμένα, καθόσον αφορά την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, α)ποσό 18.715.748 δρχ. (= 54.925,16 ευρώ), που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης εφάπαξ αποζημίωσης κατά τον χρόνο αποχώρησής του (7-9-1999) από την υπηρεσία του στην Τράπεζα της Ελλάδος με τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη και της καταβληθείσας από το αναιρεσείον και β)ποσό 7.523.160 δρχ. (= 22.078,24 ευρώ), που αντιστοιχούσε στη διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, που κατείχε κατά τον χρόνο της αποχώρησής του και του Υποδιευθυντή στον οποίο προήχθη αναδρομικά από 1-4-1995. Ειδικότερα, ως προς την καταψήφιση του πιο πάνω υπό στοιχ. Α' ποσού, ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, στα πλαίσια τακτοποιήσεως του προβλήματος που είχε ανακύψει μετά την καταβολή πλήρους της εφάπαξ αποζημιώσεως στους αποχωρούντες μετά την 20-12-1999 υπαλλήλους της, το κατέβαλε μεν σε αυτόν στις 30-5-2000, υπό μορφή άτοκου δανείου όμως, το οποίο έπρεπε να επιστραφεί στην περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία θα αναγνωριζόταν το δικαίωμα λήψεώς του και για το λόγο αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να το καταβάλει, ώστε να απαλλαγεί από το βάρος του δανείου αυτού. Περί της συνδρομής του εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου για την αξίωση καταβολής και του πιο πάνω ποσού των 18.715.748 δρχ. το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη για την κρίση του πραγματικά περιστατικά: Το ποσό της εφάπαξ αποζημιώσεως, που όφειλε να καταβάλει το αναιρεσείον στον αναιρεσίβλητο κατά την αποχώρησή του από την Τράπεζα της Ελλάδος στις 7-9-1999 με τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη ανερχόταν σε 31.952.568 δρχ., εφαρμόζοντας όμως τη διάταξη του άρθρ. 57 του Ν. 2084/1992 του κατέβαλε το ποσό των 134.236.820 δρχ. Τρεις μήνες μετά την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου, με απόφαση των αρμοδίων οργάνων καταργήθηκε η εργοδοτική εισφορά και έκτοτε το αναιρεσείον χορηγούσε πλέον την παροχή της εφάπαξ αποζημιώσεως στους αποχωρούντες υπαλλήλους της Τράπεζας χωρίς τον περιορισμό του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992. Ενόψει της νέας καταστάσεως που διαμορφώθηκε στο ζήτημα αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέβαλε σε όσους υπαλλήλους της είχαν αποχωρήσει από 1-1-1993 έως 20-12-1999 ποσό ίσο με τη διαφορά της καταβληθείσας από το αναιρεσείον εφάπαξ αποζημιώσεως και εκείνης που θα καταβαλλόταν αν δεν είχε εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρ. 57 § 3 του Ν. 2084/1992. Το ποσό αυτό κατεβλήθη με τη μορφή άτοκου δανείου, επιστρεπτέου στην περίπτωση που, για οποιαδήποτε αιτία, θα αναγνωρισθεί το δικαίωμα λήψεως του περικοπέντος ποσού της εφάπαξ αποζημιώσεως. Με την από 14-4-2000 αίτηση- δήλωσή του, προς την Τράπεζα της Ελλάδος και το αναιρεσείον, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό της προαναφερθείσας διαφοράς ύψους 18.715.748 δρχ. και δήλωσε ότι ουδεμία συναφή απαίτηση διατηρεί τόσο κατά της Τράπεζας όσο και κατά του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσίβλητος με την παραπάνω αίτηση - δήλωσή του, είπε το Εφετείο, αποδέχθηκε τη σύμβαση άτοκου δανείου έχοντας την πεποίθηση ότι το θέμα της καταβολής της εφάπαξ αποζημιώσεως θα ρυθμισθεί νομοθετικά, όπως δε συνομολογεί και το αναιρεσείον με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του "η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην καταβολή της εν λόγω διαφοράς χωρίς να έχει καμία νόμιμη υποχρέωση .....". Επομένως, η καταβολή του πιο πάνω ποσού εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος δεν έφερε τον χαρακτήρα καταβολής της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως αντί και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Ταμείου αλλά, ως εκ του χαρακτήρα αυτού, ως άτοκου δανείου, επρόκειτο για οικειοθελή παροχή εκ μέρους της Τράπεζας, προκειμένου να ρυθμισθεί προσωρινά το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τους συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους της. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί εξοφλήσεως και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την υπό την προδιαληφθείσα έννοια ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 68 του Κ.Πολ.Δ και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Οι ίδιες αναιρετικές αιτιάσεις, προβαλλόμενες από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτες, αφού, όπως ελέχθη, η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρ. 68 του Κ.Πολ.Δ είναι ουσιαστική. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ ως "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, ανακοπή, ένδικα μέσα) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων και τα από αυτούς προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, οι από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ προβαλλόμενες με τον αυτό δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους επιστηρίζοντες την ένσταση περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι α)ο αναιρεσίβλητος, είχε λάβει από την Τράπεζα ολόκληρο το ποσό της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως, το οποίο θα του επιδικαζόταν εάν η αγωγή του γινόταν δεκτή και συνεπώς είχε ικανοποιηθεί πλήρως και β)κατά την είσπραξη της διαφοράς αυτής ο αναιρεσίβλητος είχε προβεί σε εκχώρηση προς την Τράπεζα κάθε παρούσας ή μέλλουσας απαίτησής του κατά του αναιρεσείοντος Ταμείου από την ίδια αιτία, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" αλλά διατύπωση επιχειρημάτων προς υποστήριξη των απόψεων του. Επειδή η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ. μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επίδραση όμως δεν ασκεί ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο αόριστος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σε αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 269 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ και, επομένως, για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση, επί πλέον δε να γίνει και επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και αφετέρου να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής και για την αιτία αυτή.
Συνεπώς, η μη προβολή, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της κατάχρησης του δικαιώματος που προκύπτει από αυτή και διατύπωση αιτήματος απόρριψης και για την αιτία αυτή της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ένστασης αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου (Ολ. ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι, αν και με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου είχε υποβάλει ως πρόσθετο λόγο εφέσεως ένσταση από το άρθρ. 281 του ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι η ένδικη αξίωση ασκείται καταχρηστικά και είχε εκθέσει πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ένστασή του, το Δικαστήριο της ουσίας αγνόησε πλήρως την ένσταση αυτή, της οποίας η παραδοχή συνεπαγόταν την απόρριψη της αγωγής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον το πρώτον με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και χωρίς την επίκληση δικαιολογημένης αιτίας για τη βραδεία προβολή, υπέβαλε την εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ ένσταση. Επομένως, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε παραδεκτώς, η μη λήψη υπόψη αυτού από το Εφετείο δεν ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 8 περ. β του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Επειδή παραμόρφωση εγγράφων, που ιδρύει τον από τον αρ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικό γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου ή παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων αυτού. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14-4-2000 αιτήσεως - δηλώσεως του αναιρεσιβλήτου προς την Τράπεζα της Ελλάδος, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον κι έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, προβάλλει το αναιρεσείον ότι η παραμόρφωση συνίσταται στο ότι, ενώ στο πιο πάνω έγγραφο διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσίβλητος ζητεί να του καταβληθεί η διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας και την οικεία πράξη του Διοικητή της και ότι εφόσον του καταβληθεί η διαφορά αυτή, ουδεμία συναφή απαίτηση διατηρεί κατά της Τράπεζας και του αναιρεσείοντος, παραιτούμενος από κάθε δικαίωμα που απορρέει από την αιτία αυτή, περιλαμβανομένου και του περί καταβολής τόκων επί του άνω ποσού και ακόμη ότι αναγνωρίζει ότι η εν λόγω καταβολή γίνεται χωρίς να υφίσταται υποχρέωση της Τράπεζας και του αναιρεσείοντος Ταμείου και δηλώνει ότι εκχωρεί προς αυτούς (Τράπεζα και αναιρεσείον) κάθε απαίτησή του εκ της αιτίας αυτής μέχρι του ποσού που θα του καταβληθεί, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την από 14-4-2000 ως άνω αίτησή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την καταβολή της διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως και δήλωσε ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί τόσο κατά της Τράπεζας όσο και κατά του αναιρεσείοντος και ότι παραιτείται από κάθε σχετικό δικαίωμα που απορρέει από την αιτία αυτή, περιλαμβανομένου και του περί καταβολής τόκου επί του άνω ποσού. Έτσι όμως, προβάλλει το αναιρεσείον, το Εφετείο αγνόησε την περικοπή του εγγράφου που αναφέρεται στη δήλωση του αναιρεσιβλήτου ότι η καταβολή αυτή γίνεται χωρίς υποχρέωση της Τράπεζας ή του αναιρεσείοντος Ταμείου και ότι εκχωρεί προς αυτούς κάθε απαίτηση εκ της αιτίας αυτής μέχρι του ποσού που θα του καταβληθεί και εκ της οποίας περικοπής επιβεβαιώνεται η ουσιαστική βασιμότητα των ενστάσεών του περί εξοφλήσεως, ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και κυρίως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το σύνολο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ολόκληρο το κείμενο του επίμαχου εγγράφου, καταλήγοντας σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα που εκλαμβάνει ως ορθά το αναιρεσείον.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Τράπεζας της Ελλάδος" για αναίρεση της 3725/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ.-Πότε ορισμένοι- Πλεοναστικές αιτιολογίες. Έννομο συμφέρον, πως ελέγχεται αναιρετικά. Ένσταση εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ., εμπρόθεσμη και παραδεκτή προβολή, άλλως απαράδεκτη. Όχι λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού αόριστου ή απαράδεκτου. Παραμόρφωση εγγράφου, πότε συντρέχει.
| null | null | 1
|
Αριθμός 253/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη, περί αναιρέσεως της 190, 191,192/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 769/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με τα άρθρα 155-151 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 25 Ιουνίου 2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής, ενώ αντίθετα εμφανίσθηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων. Επομένως πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 336 παρ 1. του ΠΚ "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως τιμωρείται με κάθειρξη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το έγκλημα του βιασμού πραγματώνεται, στην περίπτωση που το εξαναγκαζόμενο πρόσωπο είναι γυναίκα, όταν κάποιος την εξαναγκάζει να υποβληθεί σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, ύστερα από χρήση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος αυτής. Ως ασελγής πράξη θεωρείται κάθε πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Σωματική, εξάλλου, βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία κάμπτει την αντίσταση που προβάλλεται.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 190,191 και 192/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24-12-2001, οι μηνυτές ΑΑ και ΒΒ, που διαμένουν στη ..., επισκέφθηκαν το σπίτι της αδελφής του πρώτου ΓΓ, μητέρας του κατηγορουμένου, στην ..., μαζί με την τότε ανήλικη, ως γεννηθείσα την 23-12-1988, κόρη τους Ψ (πολιτικώς ενάγουσα), και φιλοξενήθηκαν εκεί, παραμένοντας και τη νύχτα. Το σπίτι είχε τρεις κρεβατοκάμαρες. Στην αριστερή κρεβατοκάμαρα κοιμόντουσαν οι γονείς του κατηγορουμένου (μητέρα του και πατριός του), στην δεξιά η μητέρα και ο αδελφός της παθούσας, στο σαλόνι ο πατέρας της τελευταίας, ενώ την άλλη μοιραζόταν η παθούσα με τον, τότε ηλικίας 22 ετών, πρώτο της εξάδελφο κατηγορούμενο, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει σαν αδέλφια και οι γονείς της τον είχαν και αυτόν σαν παιδί τους. Το βράδυ εκείνο, πριν να κοιμηθούν, ο κατηγορούμενος, σε μια συζήτηση γενικού περιεχομένου με την παθούσα, τη ρώτησε πώς θα αισθανόταν αν έβλεπε έναν άνδρα γυμνό. Εκείνη απάντησε ότι αυτό θα τη σόκαρε. Παρά ταύτα, εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι του χωρίς να φορά το εσώρουχό του και με το πέος του σε στύση, την πλησίασε και της ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα. Επειδή αυτή αρνήθηκε, εκείνος την απείλησε ότι, αν δεν το έκανε, θα αποκάλυπτε στον πατέρα της ότι διατηρούσε δεσμό με τον ..., όπως η ίδια του είχε εκμυστηρευθεί. (Στην πραγματικότητα, ο δεσμός αυτός δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια του απλού φλερτ και της φιλίας). Φοβούμενη αυτή την αντίδραση του πατέρα της, εξαναγκάστηκε να τον υπακούσει και να κάνει ό,τι της ζήτησε, αφού μάλιστα αυτός την άρπαξε βίαια από τα μαλλιά, την τύλιξε με μια κουβέρτα, της σκέπασε το πρόσωπο και τη χτυπούσε στα αυτιά (ώστε να μην αφήσουν τα χτυπήματα σημάδια), τη χτύπησε, ακόμη, και στα γεννητικά όργανα. Σημειωτέον, ότι ο κατηγορούμενος, επειδή συνήθιζε να ακούει μουσική στο δωμάτιό του, για να μη ενοχλεί τους άλλους, είχε προβεί σε ένα είδος ηχομόνωσης, τοποθετώντας αυγοθήκες στον ένα τοίχο. Έτσι, κανείς από όσους κοιμόντουσαν στις άλλες κρεβατοκάμαρες δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα διαδραματιζόμενα. Το επόμενο έτος, την ίδια πάλι ημερομηνία, η παθούσα (παρά την αντίδρασή της, που θεωρήθηκε από τους γονείς της παιδικό πείσμα) επισκέφθηκε με τους γονείς της πάλι την κατοικία του κατηγορουμένου και της οικογενείας του στην ... και φιλοξενήθηκαν εκεί για τα Χριστούγεννα. Ο κατηγορούμενος, που και αυτή τη φορά μοιράστηκε το ίδιο δωμάτιο με την εξαδέλφη του, της ζήτησε πάλι να του κάνει στοματικό έρωτα και, προκειμένου να την εκφοβίσει και να κάμψει την αντίσταση της, τη χτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο, εξαναγκάζοντάς την έτσι πάλι να υποκύψει. Στις 4.5.2003 οι γονείς της παθούσας μετέβησαν πάλι στην ... για να συνεορτάσουν το Πάσχα μαζί με τους συγγενείς τους, παίρνοντάς την μαζί τους, παρόλο που αυτή αντιδρούσε, λέγοντάς τους ότι προτιμούσε να μην πάνε, χωρίς όμως να τους αποκαλύπτει περισσότερα. Την ίδια νύχτα διαδραματίστηκε πάλι το ίδιο γεγονός και δη ο κατηγορούμενος με τη βία την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Το καλοκαίρι του 2003 η παθούσα φιλοξενήθηκε πάλι στο σπίτι της θείας της στην ..., από 4 μέχρι 28 Ιουλίου, οι δε γονείς της έμειναν και αυτοί εκεί από 4 μέχρι 6 και από 25 μέχρι 28 Ιουλίου. Τις ημέρες που οι τελευταίοι απουσίαζαν, ο κατηγορούμενος επανειλημμένα, χτυπώντας την παθούσα και απειλώντας την με σωματική βία, την εξανάγκαζε να του κάνει ξανά στοματικό έρωτα. Σημειωτέον ότι μια από τις τελευταίες ημέρες ο πατέρας της παθούσας ζήτησε να κοιμηθεί αυτός στο ίδιο δωμάτιο με τον κατηγορούμενο, πλην ο τελευταίος αντέδρασε άσχημα και δεν το δέχθηκε, λέγοντας ότι ο θείος του "ροχαλίζει και βρωμάνε τα πόδια του". Μέχρι το Νοέμβριο του 2003, η παθούσα από φόβο δεν είχε αποκαλύψει τίποτε στους γονείς της, παρά μόνο είχε εκμυστηρευθεί τα τεκταινόμενα στην ανήλικη εξαδέλφη της ... και στο φίλο της ... Τον Οκτώβριο, όμως, του ίδιου έτους, αποκαλύφθηκε ότι ένας παντρεμένος, που είχε πληροφορηθεί τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της παθούσας, παρενοχλούσε τηλεφωνικά την τελευταία. Ο κατηγορούμενος, συνοδεύοντας, με το δικό του αυτοκίνητο, το θείο του και πατέρα της παθούσας, ο οποίος τότε βρισκόταν στην ..., και προς αποτροπήν επεισοδίου που μπορεί, μετά την εν λόγω αποκάλυψη, να ελάμβανε χώραν, ήλθε στη ..., όπου πράγματι διαδραματίστηκε ένα περιστατικό και συγκεκριμένα οι γονείς της παθούσας έψαχναν να βρουν το κινητό της τηλέφωνο για να δουν τις κλήσεις και τα μηνύματα του παντρεμένου, ώστε να λάβουν τα μέτρα τους, πλην εκείνη δεν το έδινε, όμως, τελικά, κατόπιν παρεμβάσεως του κατηγορουμένου, βρέθηκε επάνω της. Οι δικοί της εν τω μεταξύ, κατά μήνα Νοέμβριο, για να λησμονηθεί το ζήτημα με τον παντρεμένο, αποφάσισαν να τη στείλουν για λίγες ημέρες στην ... Τότε αυτή, για να αποφύγει να μεταβεί εκεί, όπου θα υφίστατο από τον κατηγορούμενο όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά ίσως και χειρότερα (όπως καταθέτει η μητέρα της, ο κατηγορούμενος είχε πει στην παθούσα "όταν ξαναέλθεις και δεν είσαι παρθένα θα σε ξεπατώσω"), αναγκάστηκε να αποκαλύψει τα συμβάντα πρώτα στη μητέρα της, η οποία ενημέρωσε και τον πατέρα της. Ακολούθως, οι γονείς της παθούσας κάλεσαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος, παρουσία της μητέρας και του πατριού του, άκουσε τι του καταλόγιζε η εξαδέλφη του χωρίς να πει την παραμικρή δικαιολογία του, έχοντας μονίμως σκυμμένο το κεφάλι του. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, αρνείται την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι η παθούσα θέλησε να τον εκδικηθεί επειδή, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που αναφέρεται παραπάνω, του έδωσε το κινητό τηλέφωνο γιατί τον εμπιστεύθηκε νομίζοντας ότι δεν θα το δώσει στον πατέρα της, ενώ αυτός το έδωσε και εκείνη, θυμωμένη, του είπε "στην πορεία θα σου δείξω". Στην δε κρεβατοκάμαρα του στην ... κοιμόταν μαζί με την τότε αρραβωνιαστικιά του ..., που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, και όχι με την παθούσα. Ο ισχυρισμός αυτός, καθώς και η σχετική κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος, δεν κρίνεται πειστικός, γιατί, και αν υποτεθεί ότι το περιστατικό με το κινητό έγινε όπως εκθέτει ο κατηγορούμενος, αυτό δεν θα μπορούσε να εμβάλει στο μυαλό της παθούσας ένα τρόπο εκδικήσεως του κατηγορουμένου τέτοιον που θα εξέθετε την ίδια, προκαλώντας τόσο σ' αυτήν όσο και στους γονείς της τόσα δισεπίλυτα προβλήματα με τους συγγενείς τους. Ακόμη, αυτή δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί συγκεκριμένες ημερομηνίες τελέσεως των ως άνω πράξεων, αν πράγματι ο κατηγορούμενος κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με την αρραβωνιαστικιά του, πράγμα που θα μπορούσε αυτός να αποδείξει εύκολα, αφού αυτό θα ήταν σε γνώση και των γονέων της παθούσας. Και βεβαίως οι τελευταίοι δεν θα είχαν λόγο να καταθέσουν ότι η παθούσα κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον κατηγορούμενο, αν αυτό δεν ήταν αλήθεια, γιατί αυτός κοιμόταν εκεί είτε μόνος του είτε με την τότε αρραβωνιαστικιά του. Τέλος, ο κατηγορούμενος και ο πατριός του, στην από 28.1.2004 εξώδικη διαμαρτυρία τους, που αναγνώστηκε, η οποία, σημειωτέον, ασκήθηκε πριν από την υποβολή της μηνύσεως (που καθυστέρησε λίγους μήνες, γιατί οι γονείς της παθούσας περίμεναν, μάταια, όπως αποδείχθηκε, κάποια εκδήλωση συγγνώμης από μέρους του κατηγορουμένου), δεν αναφέρουν απολύτως τίποτε από τα ανωτέρω ισχυριζόμενα.
Με βάση τα ανωτέρω, στοιχειοθετείται, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού κατ' εξακολούθηση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, αφού ο τελευταίος εξανάγκασε την παθούσα με απειλές και με τη χρήση σωματικής βίας χωρίς τη θέλησή της να υποβληθεί σε ανοχή ασελγούς πράξης κατ'εξακολούθηση, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό".
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το ΜΟΕ Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης του βιασμού κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ'αυτόν ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, .98 και 336 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα και αναφορικώς : 1) ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του έλαβε υπόψη του και την προανακριτική κατάθεση της παθούσας, χωρίς όμως αυτή να αναγνωσθεί. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης και συγκεκριμένα στην αρχή του 7ου φύλλου αναφέρεται κατά λέξη "Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος ανέγνωσε απόσπασμα της καταθέσεώς της και ειδικά στο σημείο ότι με ... τύλιξε με μία κουβέρτα ... με κτύπησε στα γεννητικά όργανα", πρόδηλα προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος προέβη σε ενέργεια επιτρεπτή, προς υποβοήθηση της μνήμης της τότε εξεταζόμενης παθούσας (άρθρο 357 παρ.1 ΚΠΔ) και όχι σε ανάγνωση όλης της προανακριτικής κατάθεσής της, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος και αντίρρηση του κατηγορουμένου, και 2) ως προς την αιτίαση ότι το ΜΟΕ Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τις φωτογραφίες που επέδειξε στη μάρτυρα ... κατά την ένορκη εξέτασή της στο ακροατήριο, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί ναι μεν δεν αναφέρονται οι εν λόγω φωτογραφίες στο σημείο των πρακτικών όπου γίνεται αναφορά των αναγνωσθέντων εγγράφων (μέσο πρώτης σελίδας του 11ου φύλλου των πρακτικών και απόφασης), αλλά με την επίδειξη των φωτογραφιών προς την ανωτέρω μάρτυρα, τις ερωτήσεις και απαντήσεις που δόθηκαν γι'αυτές, με την παρουσία και χωρίς αντίρρηση όλων των παραγόντων της δίκης, έλαβε χώρα η ανάγνωση αυτών. Το ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν τις μνημονεύει ιδιαίτερα στο αιτιολογικό δεν έσφαλε, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση, να αναφέρει δηλονότι τι δέχθηκε από τα απλά αυτά έγγραφα, τα οποία άλλωστε δεν αφορούσαν το κρίσιμο σημείο της κρινόμενης υπόθεσης (του βιασμού κατ'εξακολούθηση της πολιτικώς ενάγουσας από τον κατηγορούμενο και όχι της απόδειξης των μετ'άλλων γυναικών σχέσεων του κατηγορουμένου). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο και τις σ'αυτόν εμπίπτουσες λοιπές πλην των προαναφερομένων δύο αιτιάσεις, μεταξύ των οποίων και η περί της αποδοχής ως πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο μόνον όσα κατέθεσε η πολιτικώς ενάγουσα-παθούσα, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και κρατουμένου στις φυλακές ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 190, 191 και 192/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βιασμός κατ' εξακολούθηση. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για ανεπαρκή αιτιολογία (αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων: κατάθεση παθούσας, μη λήψη υπόψη φωτογραφιών). Απόρριψη του λόγου αυτού (μόνον) ως αβάσιμου και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βιασμός.
| 0
|
.Αριθμός 253/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", η οποία εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 Καθαροσπόρη, 6) Χ6, 7) Χ7, απάντων κατοίκων περιοχής .... Όλοι οι αναιρεσίβλητοι, πλην του τρίτου αναιρεσίβλητου Χ3 ο οποίος είναι απών, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Καρπέτα. Στο σημείο αυτό ο πιο πάνω πληρεξούσιος δικηγόρος Μιλτιάδης Καρπέτας γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ3 απεβίωσε την 15-5-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους νόμιμους κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του Θ και τα τέκνα του Β1, Β2, Β3 και Β4, οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. Προσκομίζει δε τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 12-4-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 705/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 286 εδ. α', 287 § 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από τον θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή της από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει από το προσκομιζόμενο ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του ..., ο τρίτος αναιρεσίβλητος Χ3 απεβίωσε στις 15-5-2006 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Θ και τα τέκνα του Β1, Β2, Β3 και Β4. Επομένως, οι πιο πάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 1710, 1813, 1820 και 1846 του ΑΚ) νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως τη λόγω θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της. Εξάλλου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 62 και 73 του ΚΠολΔ) από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ... γνώριζε τον θάνατο του παραπάνω διαδίκου, που επήλθε τη 15-5-2006, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (15-5-2008). Εφόσον, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι είχε λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση για τον θάνατό του, εγκύρως ασκήθηκε η αναίρεση εναντίον του, η οποία είναι παραδεκτή. Επειδή κατά το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Περίπτωση δε τέτοιας έμμεσης αλλά σαφούς διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας συμβάσεως, καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός του συμβολαίου ή γενικώς του εγγράφου με το οποίο καταρτίσθηκε η σύμβαση. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Το Δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους κανόνες αυτούς αν είτε δεν τους εφαρμόζει είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αληθινή έννοια του όρου 6 του συμφωνητικού της 13-2-1984, που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ... ΑΕ" (η οποία τον Φεβρουάριο του 2001 συγχωνεύθηκε δι'απορροφήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ") και του σωματείου των εργαζομένων της εν λόγω εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ...", δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί εργοστάσιο στο ..., περιοχής ..., έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία τσιμέντων. Ειδικότερα, το ανωτέρω εργοστάσιο ανήκε αρχικά στην εταιρεία με την επωνυμία "Τσιμέντα ... Α.Ε.", η οποία συγχωνεύθηκε το Φεβρουάριο του 2001 από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", δια απορροφήσεώς της από την τελευταία. Έκτοτε το εργοστάσιο που βρίσκεται στο ...αποτελεί το εργοστάσιο "ΗΡΑΚΛΗΣ
ΙΙΙ" αυτής. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι εργαζόμενοι στην αναιρεσείουσα και ειδικότερα ο πρώτος προσελήφθη στην επιχείρηση την 11-11-1982, ο δεύτερος την 12-1-1978, ο τρίτος την 8-11-1973, ο τέταρτος την 12-8-1976, ο πέμπτος τη 15-10-1979, ο έκτος την 11-9-1974 και ο έβδομος την 26-8-1985 με την ειδικότητα του μυλωνά, του ηλεκτρονικού υπομηχανικού, του οδηγού, του ψήστη, του εργοδηγού, του χειριστή μηχανημάτων και του πρακτικού μηχανικού Α' αντίστοιχα, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα. Στις 13-2-1984 μεταξύ της εταιρείας "Τσιμέντα ... Α.Ε.", εκπροσωπούμενης από τους ... και του σωματείου εργαζομένων της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ...", όπως αυτό εκπροσωπήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτού, μεταξύ άλλων όρων, συμφώνησαν ότι: "Τα επιδόματα-οι τριετίες θα δίδονται όταν αποκτούνται και δεν θα συμψηφίζονται με τυχόν ανώτερες αποδοχές" (όρος 6). Από τη διατύπωση του όρου αυτού σε συνδυασμό με την ισχύουσα κλαδική Σ.Σ.Ε., η οποία θέσπιζε ειδικά επιδόματα για τους εργαζομένους σε Τσιμεντοβιομηχανίες, όπως το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το επίδομα γάμου και το ταμειακό επίδομα και με δεδομένο ότι στο ανωτέρω συμφωνητικό δεν γίνεται ρητή μνεία σε επιδόματα ισχύοντα λόγω προγενέστερων ή μεταγενέστερων επιχειρησιακών συμβάσεων της εταιρείας με το σωματείο των εργαζομένων, συνάγεται ότι πρόθεση των μερών ήταν να αναφερθούν στα επιδόματα που προβλέπονται από τις οικείες κλαδικές Σ.Σ.Ε. Εξάλλου, στην οικεία Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας ο υπολογισμός του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας γίνεται με υπολογισμό ποσοστού επί των αντίστοιχων τριετιών, συνεπώς από την αναφορά στον όρο 6 του ανωτέρω από 13-2-1984 συμφωνητικού "επιδόματα-τριετίες" γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα κλαδική Σ.Σ.Ε. Η ανωτέρω ερμηνεία ενισχύεται και από τα συμφωνητικά που υπογράφηκαν ακολούθως μεταξύ της εταιρείας και του σωματείου των εργαζομένων στη ... και ειδικότερα από το από 20-12-1988 συμφωνητικό, όπου στον όρο 8 παρ. β παρ. 3 αυτού ορίζεται ότι "μισθολογική ρύθμιση (σημαίνει) η καταβολή των διαφορών των επιδομάτων-τριετιών που προκύπτουν μεταξύ παλαιάς και νέας ειδικότητας στη Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας, χωρίς συμψηφισμό με τυχόν ανώτερες αποδοχές, όπως άλλωστε μέχρι σήμερα ισχύει". Ειδικότερα από την γραμματική διατύπωση του ανωτέρω όρου συνάγεται ότι τα επιδόματα-τριετίες προκύπτουν σε συνδυασμό με την οικεία Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας και δεν συμψηφίζονται με τυχόν ανώτερες αποδοχές, όπως εξάλλου συνομολογείται και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ότι ισχύει μέχρι την ημεροχρονολογία υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού. Περαιτέρω, στο από 3-8-1990 συμφωνητικό και στην παράγραφο δ' αυτού ορίζεται ότι "Τα αναδρομικά που προκύπτουν από την εφαρμογή της ΣΣΕ 1990 θα καταβληθούν τμηματικώς μέχρι την εξόφληση του μηνός Νοεμβρίου". Παρόμοια συμφωνία ακολουθείται και στο από 21-5-1991 συμφωνητικό όπου στον όρο 6 αυτού ορίζεται ότι "...οι διαφορές που θα προκύψουν από την εφαρμογή της Σ.Σ.Ε. της Τσιμεντοβιομηχανίας 1991 θα καταβληθούν σε 3 ισόποσες μηνιαίες δόσεις...". Τέλος, στο από 15-6-1994 συμφωνητικό και στον όρο 3 αυτού ορίζεται ότι "Θα καταβληθούν οι διαφορές των επιδομάτων που θα προκύψουν από την εφαρμογή της Σ.Σ. Τσιμεντοβιομηχανίας από 1.1.94...". Από τη γραμματική ερμηνεία του ανωτέρω συμφωνητικού, όπου και πάλι συνδέονται τα επιδόματα με την ισχύουσα Σ.Σ.Ε. Τσιμεντοβιομηχανίας, καθώς και στα προαναφερόμενα συμφωνητικά, όπου αναφέρεται ο τρόπος καταβολής των αναδρομικών που προκύπτουν από την εφαρμογή της οικείας Σ.Σ.Ε. συνάγεται ότι και στο επίδικο από 13-2-1984 συμφωνητικό η βούληση των μερών δεν ήταν να γίνει αναφορά στα επιδόματα που έχουν συμφωνηθεί μέσω επιχειρησιακών συμφωνητικών, αλλά στα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα κλαδική Σ.Σ.Ε., τα οποία δεν επιδέχονται συμψηφισμό με τυχόν ανώτερες αποδοχές.
Συνεπώς, κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ο ανωτέρω με αριθμό έξι (6) όρος του από 13-2-1984 συμφωνητικού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αφορά το μη συμψηφισμό των επιδομάτων που χορηγούνται με προγενέστερα και μεταγενέστερα πρακτικά συμφωνίας στις ανώτερες των κατώτατων νόμιμων καταβαλλόμενων συμβατικών αποδοχών, ερμηνεία που υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα εταιρεία, αφού και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ... προκύπτει ότι η αύξηση των επιδομάτων είναι ποσοστιαία επί του βασικού μισθού, όπως αυτά προβλέπονται από τη Σ.Ε.Ε. της Τσιμεντοβιομηχανίας και η ανωτέρω ερμηνεία επιβεβαιώνεται και από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα ευρήματα ελέγχου μισθοδοσίας της ελεγκτικής εταιρείας "KPMG", όπου αναφέρεται ότι ο υπολογισμός της αύξησης των επιδομάτων τεκμηριώνεται στο πρακτικό συμφωνίας της 13-2-1984 σύμφωνα με τον πρώτο μάρτυρα. Από τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη κρίση της διαπίστωσε εμμέσως ότι υπάρχει κενό και αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στο πιο πάνω από 13-2-1984 συμφωνητικό, δηλαδή δεν ήταν σαφές ότι τα μνημονευόμενα επιδόματα - τριετίες αφορούσαν στα προβλεπόμενα από τις σχετικές κλαδικές ΣΣΕ των εργαζομένων στην Τσιμεντοβιομηχανία και όχι στα επιδόματα που προβλέπονται από τις οικείες επιχειρησιακές συμφωνίες. Για τον λόγο αυτό προέβη, περαιτέρω, στην ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων, αναζητώντας την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή σε στοιχεία εκτός του κειμένου της και μέσω της ερμηνείας αυτής κατέληξε στη διαπίστωση ότι η βούληση των μερών κατά τη διατύπωση του όρου 6, συναγομένη από τις ειδικές περιστάσεις που μνημονεύει πιο πάνω, ήταν να γίνει αναφορά στα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ, τα οποία και δεν είναι επιδεκτικά συμψηφισμού με τυχόν ανώτερες αποδοχές. Έτσι και χωρίς τη ρητή επίκλησή τους, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Η κρίση του δε αυτή, με βάση όσα ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι σύμφωνα με τους ορισμούς των παραπάνω άρθρων του ΑΚ, αφού υπό τις προαναφερόμενες παραδοχές και ιδίως εκ του ότι η ισχύουσα κλαδική ΣΣΕ πρόβλεπε ειδικά επιδόματα, όπως εκείνο της πολυετούς υπηρεσίας, των οποίων ο υπολογισμός γίνεται με υπολογισμό ποσοστού επί των αντίστοιχων τριετιών, έτσι ώστε η αναφορά "επίδομα - τριετίες" στον όρο 6 του από 13-2-1984 συμφωνητικού συνεπάγεται αναγκαίως παραπομπή στην κλαδική ΣΣΕ, η οποία (παραπομπή) άλλωστε στη ΣΣΕ ήταν ρητή στα καταρτιζόμενα μεταξύ εταιρείας και εργαζομένων συμφωνητικά που μνημονεύονται παραπάνω, ορθώς έγινε δεκτό ότι, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, εναρμονιζόμενη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο επίμαχος όρος του συμφωνητικού αναφερόταν στα επιδόματα της οικείας κλαδικής ΣΣΕ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ίδιου κώδικα), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ παραλείποντας να προσφύγει σε αυτές, αν και διέγνωσε αμφιβολία, είναι αβάσιμος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" για αναίρεση της 97/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου - επανάληψη από κληρονόμους. Λόγοα αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για παράβαση των ερευνητικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ - Προϋποθέσεις. Έμμεση διαπίστωση κενού, ερμηνεία.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 251/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 70/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 896/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 334/16.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. την υπ' αριθμ. 1/9-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ' αριθμ. 70/19-5-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 8/21-11-2008 έφεση του ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του υπ' αριθμ. 319/23-10-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άμφισσας, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφίας (άρθρα 1,13 στ, 26 παρ.1 α, 27, 98 πρ. 1-2 όπως η παράγραφος 2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, 404 παρ. 1,2 και 3 α του Π. Κ. όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 β του Ν.2721/1999).
Β) Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν Δικ., με δήλωση στον Γραμματέα του τμήματος βουλεύματος του Εφετείου Λαμίας, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερόμενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο αναιρεσίβλητο βούλευμα έχει επιδοθεί στον ίδιο και συγκεκριμένα στην ενήλικη σύζυγό του ... στις 27-5-2009. Είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως ως προς την βασιμότητα ή μη αυτών.
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους τους ακόλουθους : α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, γ) μη αναστολή της ποινικής διώξεως για την παρούσα υπόθεση αν και έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για άλλη υπόθεση από την οποία απόφαση επ' αυτής εξαρτάται η έκβαση επί της προκειμένης, και, δ) έλλειψη ακροάσεως σχετιζόμενης με την εμφάνιση και υπεράσπισή του (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου).
Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και κατά το άρθρο 139 του Κωδ. Ποιν. Δικ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας : α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το κάθε ένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως (Α.Π. 348/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, Α.Π. 1056/2008). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω ότι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η εσφαλμένη ενδεχομένως εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου μεμονωμένα και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσο στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1056/2008, Α.Π. 276/2007 σε Συμβούλιο, ΝοΒ 2008 1589 Α.Π. 1095/2007, Α.Π. 842/2007, Α.Π. 544/2005, Α.Π. 25/2002, Ποιν.Λογ. σ. 44, 45, Α.Π. 1368/2002, Ποιν.Λογ. 2002 σ. 1441).
Δ) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παράβαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το σκεπτικό του βουλεύματος ή της αποφάσεως με συνδυασμό με το διατακτικό γίνεται αναφορά στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος με τέτοιο τρόπο, ώστε είναι εμφανές ότι έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα ή η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. 1074/2006, Α.Π. 525/2004, Α.Π. 2200/2002).
Ε) Προδικαστικό ζήτημα νοείται εκείνο από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δηλαδή, εκείνο, χωρίς προηγούμενη λύση του οποίου το δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επί της κατηγορίας (Α.Π. 468/2004 Πράξη και Λόγος 2004, 224, Α.Π. 2187/2003 Πράξη και Λόγος σελ. 4, Α.Π. 876/1998 Π. Χρ. ΜΘ' 464, Μπουρόπουλος α' 105). Για να τύχη συνεπώς εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 59 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. περί αναστολής της δίκης απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) ύπαρξη δύο ποινικών δικών, αφενός δηλαδή δίκης που έχει σχέση με το προδικαστικό ζήτημα και αφετέρου της κυρίας δίκης, β) εκκρεμότης αμφοτέρων, γ) εξάρτηση μεταξύ τούτων υποχρεωτική δηλαδή αναστολή κατ' άρθρο 59 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. ανακύπτει μόνο όταν η προδικαστική ασκεί επίδραση επί της κυρίας δίκης και δημιουργεί προδικαστικό ζήτημα, και συγκεκριμένα όταν υπάρχει άμεση και αποδεικτική εξάρτηση των δύο δικών.
Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή οι δύο ποινικές δίκες είναι ισοδύναμες ως προς την επιρροή που ασκούν αμοιβαίως μεταξύ τους, η αναστολή είναι δυνητική και απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η ίδια λύση ακολουθείται πάγια σχετικά με το παρεμφερές θέμα της εντολής για περαιτέρω ανάκριση (Α.Π. 1131/1993 Υπερ. 1994, 563, Α.Π. 1585/1994, Α.Π. 984/1994 ΝοΒ 1995, σελ. 1212, Α.Π. 1708/1996 Ποιν. Χρον. ΑΖ 238, Α.Π. 76/1981 Ποιν. Χρον. ΛΑ 455).
ΣΤ) Η "εμφάνιση" του κατηγορουμένου αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο νόμος διασφαλίζει την προσωπική συμμετοχή αυτού, δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις, οι οποίες προβλέπουν ορισμένες διαδικαστικές πράξεις, και προϋποθέσεις χρόνου και τόπου, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εμφάνιση του κατηγορουμένου στην ποινική διαδικασία, όπως μεταξύ άλλων περιπτώσεων είναι και του άρθρου 309 παρ. 2 του Κωδ. Ποιν. Δικ. (Α.Π. 600/1976). Τέλος ο όρος "υπεράσπιση" του κατηγορουμένου έχει ιδιαίτερα μεγάλη έκταση και σε αυτόν περικλείονται όλες οι διατάξεις, οι οποίες συμβάλλουν με οποιοδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του. Η "υπεράσπιση" αναφέρεται βεβαίως και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες είναι υποχρεωτική η παράσταση του κατηγορουμένου με συνήγορο (Α.Π. 600/76). Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω ότι στην έννοια του όρου "υπεράσπιση" περιλαμβάνεται και το δικαίωμα της "δίκαιης διεξαγωγής της δίκης" που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 εδαφ. α της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αποτελεί προδήλως θεμελιώδες δικαίωμα υπερασπίσεως (Αθ. Κονταξή ερμηνεία του άρθρου 171 του Κωδ. Ποιν. Δικ. έτους 2006). Δεν συνιστά όμως αρνητική υπέρβαση εξουσίας που πλήττει την "υπεράσπιση" του κατηγορουμένου η άρνηση του ανακριτή να ενδώσει σε αίτηση τούτου (κατηγορουμένου για εξέταση ορισμένων μαρτύρων αφού μπορεί να αντιμετωπισθεί με προσφυγή του αιτούντος στο δικαστικό συμβούλιο κατά το άρθρο 307 περίπτωση (α) του Κωδ. Ποιν. Δικ. (Α.Π. 479/1996, Α.Π. 1466/1997, Α.Π. 1561/1999, Νοβ 48.338, Α.Π. 650/1998, Α.Π. 1581/2002, Μπουρόπουλος 357).
Ζ) Εν προκειμένω όπως καθίσταται φανερό από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γεωργίου Κιούπη, ως και του από 28-8-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, αγόρασε από τον ΑΑ, το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του, και συγκεκριμένα το 48,25% επί του ξενοδοχείου "...", που ευρίσκεται στη παραλία του Δήμου ... στην ..., καθώς και τον εξοπλισμό του εν λόγω ξενοδοχείου, έναντι συνολικού τιμήματος 200.000 ΕΥΡΩ, από το οποίο σε μετρητά κατεβλήθη μόνο το ποσό των 36.320 ΕΥΡΩ, ενώ για το υπόλοιπο ποσό (163.680 ΕΥΡΩ) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρέδωσε στον ΑΑ 132 συναλλαγματικές ποσού 1.240 ΕΥΡΩ εκάστη, τις οποίες αποδέχθηκε ο ίδιος, και οι οποίες έληγαν την 4-10-2003 η πρώτη, και την αντίστοιχη ημερομηνία των επόμενων 131 μηνών οι υπόλοιπες, δηλαδή από τον μήνα Οκτώβριο του 2003 έως και τον μήνα Σεπτέμβριο του 2014.
Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι ο ΑΑ έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, νόσο χρόνια και μη ιάσιμη, συνεπεία της οποίας και αυτοκτόνησε λόγω πνιγμού στο θαλασσινό νερό. Κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο του έτους 2003 έως και τον μήνα Μάϊο του έτους 2004, μετά από παραίνεση του αναιρεσείοντος διέμεινε στην ... σε οίκημα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου ευρισκόμενο πλησίον της οικίας του. Οι συνθήκες διαβιώσεώς του ήσαν άθλιες και ανθυγιεινές και επί πλέον δεν έπαιρνε την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ή εν πάση περιπτώσει δεν την έπαιρνε τακτικά αλλά περιστασιακά.
Εξ αυτού του λόγου η αδελφή του ΒΒ μετά από αίτησή της προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Άμφισσας, συνετέλεσε στο να διαταχθεί η αναγκαστική του νοσηλεία στο Ψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας "Η Αγία Όλγα", που κράτησε από 19-6-2004 έως 3-9-2004, με διάγνωση ότι πάσχει από ασθένεια σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου.
Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την πώληση του μεριδίου του στο προαναφερόμενο ξενοδοχείο συνιδιοκτησίας του μέχρι τον θάνατό του, προκειμένω να καλύψει στοιχειώδεις και μη ανάγκες επιβιώσεως, προέβη στην προεξόφληση ορισμένων από τις συναλλαγματικές που είχε στην κατοχή του, μεταβιβάζοντας και παραδίδοντας αυτές σε εμπόρους της ... με τους οποίους είχε συναλλαγές. Μεταξύ αυτών προεξόφλησε και 16 συναλλαγματικές συνολικού ποσού 19.840 ΕΥΡΩ, από τις οποίες οι 12 έληγαν από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2004 έως τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005, ενώ οι υπόλοιπες 4 έληγαν την 4-4-2006, την 4-9-2006, την 4-10-2006 και την 4-11-2006.
Τις ως άνω συναλλαγματικές μεταβίβασε και παρέδωσε στον κοσμηματοπώλη ΓΓ ως τίμημα για την αγορά κοσμημάτων, ο τελευταίος επειδή είχε ανάγκη μετρητών απευθύνθηκε στον αναιρεσείοντα που τις είχε εκδώσει προκειμένου να τις προεξοφλήσει. Ο εν λόγω όμως αναιρεσείων κατηγορούμενος ναι μεν τις προεξόφλησε πλην όμως με τόκο 6% μηνιαίως, με τόκο δηλαδή που υπερβαίνει το ποσοστό του 8% ετησίως ή 0,66 μηνιαίως που είναι ο θεμιτός τόκος σύμφωνα με την από 5-6-2003 απόφαση του Δ.Σ. της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, η οποία ήταν αρμόδια αρχή κατά τον νόμο για τον ορισμό του ανώτατου ορίου συμβατικού τόκου δανεισμού. Και συγκεκριμένα για τις 16 συναλλαγματικές που μεταβίβασε και παρέδωσε ο ΓΓ στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συνολικού ποσού 19.840 ΕΥΡΩ, ο τελευταίος παρέδωσε στον ΓΓ 2 επιταγές, από τις οποίες η πρώτη με ημερομηνία εκδόσεως Απρίλιος του 2005 ποσού 5.000 ΕΥΡΩ και η δεύτερη με ημερομηνία εκδόσεως Αύγουστος του 2005 ποσού 6.000 ΕΥΡΩ. Παρεκράτησε συνεπώς ο αναιρεσείων ως προεξοφλητικό τόκο ποσό 8.840 ΕΥΡΩ, που υπερβαίνει κατά πολύ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα τον θεμιτό τόκο.
Το αυτό έπραξε και με τον ΑΑ όταν στις αρχές του έτους 2004, που είχε ανάγκη ο τελευταίος να καλύψει τρέχουσες ανάγκες του λόγω ελλείψεως ρευστού, εξαναγκάσθηκε να του αναμεταβιβάσει τις τελευταίες 95 συναλλαγματικές που του είχαν απομείνει, με προεξοφλητικό τόκο 220 ΕΥΡΩ εκάστη, ονομαστικής αξίας 1.240 ΕΥΡΩ εκάστη, καταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στον ΑΑ 20.900 ΕΥΡΩ, αντί, της συνολικής ονομαστικής αξίας αυτών ποσού 117.800 ΕΥΡΩ, αφαιρώντας έτσι προεξοφλητικό τόκο που υπερβαίνει κατά πολύ το προαναφερόμενο θεμιτό ποσοστό συμβατικού δανεισμού.
Το εν λόγω προσβαλλόμενο βούλευμα (70/2009) για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπόψη του εκτός από τα σχετικά έγγραφα τις μαρτυρικές καταθέσεις των : 1) ΒΒ, αδελφής του θανόντος ΑΑ, 2) ΓΓ, 3) ΔΔ, 4) ΕΕ, 5) ΗΗ, 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ΣΤ, 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ΖΖ, 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ...
Σύμφωνα δε με τις 31-5-2006, 2-6-2006, και, 26-3-2008 ένορκες καταθέσεις της αδελφής του θανόντος ΑΑ, ΒΒ, συνταξιούχου δικηγόρου, που είναι συνιδιοκτήτρια του 48,25% του ξενοδοχείου "..." στη θέση ..., Β' κατηγορίας, εμβαδού 1.200 τ.μ., δυναμικότητας 27 δωματίων και 49 κλινών, που ανεγέρθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1974-1976 από τον ήδη θανόντα πατέρα αμφοτέρων (ΒΒ-ΑΑ) ..., ο αδελφός της ΑΑ που αυτοκτόνησε στη θαλάσσια περιοχή, ... με πνιγμό στη θάλασσα στις 20 Μαρτίου 2006 διότι έπασχε από πολλά έτη πριν τον θάνατό του από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, που ήταν συνιδιοκτήτης του υπόλοιπου 48,25% του εν λόγω ξενοδοχείου, πώλησε το μερίδιό του στον αναιρεσείοντα το έτος 2003, και συγκεκριμένα με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γεωργίου Κιούπη αντί τμήματος 200.000 ΕΥΡΩ, από το οποίο τίμημα κατεβλήθησαν σε μετρητά στον ΑΑ μόνο 36.320 ΕΥΡΩ ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος, όπως έχει προαναφερθεί ανερχόμενο σε 163.680 ΕΥΡΩ πιστώθηκε με την έκδοση 132 μηνιαίων συναλλαγματικών ονομαστικής αξίας εκάστης 1240 ΕΥΡΩ, από τις οποίες η πρώτη έληγε τον Οκτώβριο του έτους 2003 και η τελευταία τον Σεπτέμβριο του έτους 2014, δηλαδή η εξόφληση του τιμήματος είχε υπολογισθεί να πραγματοποιηθεί σε χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας. Ουδείς εχέφρων άνθρωπος, εκτός εάν ευρίσκετο σε κατάσταση αδήριτης ανάγκης, θα προέβαινε στην κατάρτιση μιας τέτοιας συμβάσεως. Ο ΑΑ όπως προαναφέρθηκε ήδη έπασχε από πολλών ετών από σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, που δεν του επέτρεπε να εκτιμά σωστά τα πράγματα, ζούσε μόνος του δεν είχε άλλους πόρους εισοδήματος και ούτε είχε κάποιον να τον φροντίζει, είχε συνεπώς ανάγκη χρημάτων για να καλύπτει τις πλέον στοιχειώδεις αλλά και μη στοιχειώδεις ανάγκες του, όπως διατροφή, ένδυση, θέρμανση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κουρά κώμης, χρησιμοποίηση αγοραίου οχήματος προς μεταφορά (ταξί), αγορά αυτοκινήτου, αγορά κοσμημάτων κ.λ.π. Έτσι αναγκάσθηκε να προεξοφλήσει σε διαφόρους 37 συναλλαγματικές και τις υπόλοιπες 95 στον αναιρεσείοντα, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε ήδη.
Τα σχετικά με την προεξόφληση με μη θεμιτό τόκο από τον αναιρεσείοντα πληροφορήθηκε για πρώτη φορά η ΒΒ από τον ίδιο τον αδελφό της ΑΑ τον Οκτώβριο μήνα του έτους 2004. Το ότι ο αναιρεσείων ελάμβανε αθέμιτο τόκο της τάξεως του 5% - 7% μηνιαίως βεβαιώνουν κατηγορηματικά στις καταθέσεις τους οι εξετασθέντες ενόρκως μάρτυρες 1) ΓΓ, 2) ΔΔ, 3) ΕΕ. Ο μάρτυρας ΗΗ αναφέρει ότι για την αγορά ενός αυτοκινήτου μάρκας OPEL OMEGA, μοντέλο 1996, 2000 c.c., αξίας 15.000 ΕΥΡΩ από τον ΑΑ, αλλά και για την αγορά ορισμένων άλλων ειδών, η προεξόφληση των σχετικών συναλλαγματικών έγινε από τον αναιρεσείοντα ατόκως, παρά ταύτα όμως αφήνει ένα υπονοούμενο ότι ενδεχομένως κάποια συναλλαγματική να αφαιρέθηκε. Αντιθέτως η ΒΒ υποστηρίζει ενόρκως στην από 31 Μαΐου 2006 κατάθεσή της ότι οι 28 συναλλαγματικές που προεξοφλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα για την αγορά από τον αδελφό της του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, προεξοφλήθηκαν προς 500 ΕΥΡΩ ονομαστικής αξίας 1.240 ΕΥΡΩ εκάστη. Από τους υπόλοιπους μάρτυρες ο ΣΤ και ΖΖ υποστηρίζουν ότι σε κάποια χρονική στιγμή που είχαν ανάγκη χρημάτων, δανείστηκαν από τον αναιρεσείοντα διάφορα χρηματικά ποσά και μάλιστα ατόκως. Ο ΖΖ υποστηρίζει περαιτέρω ότι αν και δανείστηκε από τον αναιρεσείοντα πριν από το έτος 200 ποσό 500.000 δρχ. δεν του το έχει επιστρέψει μέχρι σήμερα, και ούτε έχει ενοχληθεί για την επιστροφή του ως άνω ποσού. Οι υπόλοιποι μάρτυρες που εξετάσθηκαν δεν γνωρίζουν σχετικά, δηλαδή εάν δανείζει ή όχι χρήματα και σε περίπτωση που δανείζει αν δανείζει ατόκως ή εάν λαμβάνει θεμιτό ή αθέμιτο τόκο.
Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι η κοινή πείρα διδάσκει ότι όσοι δανείζουν με μη θεμιτό τόκο, μεριμνούν ώστε να ευεργετούν ορισμένα πρόσωπα δανείζοντάς τα ατόκως, προκειμένου να επικαλεσθούν την μαρτυρία τους σε περίπτωση που κατηγορηθούν για τοκογλυφία.
Η) Με τις ανωτέρω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περιπτώσεις α, β και δ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περιπτώσεις γ και δ, σε συνδυασμό περαιτέρω με τα άρθρα 59 παρ. 1 και 309 παρ. 2 του Κωδ. Ποιν. Δικ. είναι αβάσιμες. Κυρίως δε είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως όσον αφορά την μη αναστολή της ποινικής διώξεως για την παρούσα υπόθεση, προκειμένου κατά τον αναιρεσείοντα να προηγηθεί η εκδίκαση ετέρας συναφούς υποθέσεως για πλαστογραφία από την οποία εξαρτάται όπως υποστηρίζει η κρίση επί της προκειμένης υποθέσεως, καθόσο η παραπομπή του αναιρεσείοντος με βάση το προσβαλλόμενο βούλευμα στηρίζεται στις μαρτυρικές καταθέσεις της ΒΒ και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας, ιδίως της πρώτης που καταθέτει τα όσα ακριβώς της διηγήθηκε προφορικά ο αδελφός της ΑΑ κατά την συνάντηση που είχαν τον Οκτώβριο μήνα του 2004 σχετικά με την εν λόγω υπόθεση. Όπως επίσης είναι αβάσιμος μεταξύ των άλλων λόγων αναιρέσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων, και ο λόγος αναιρέσεως περί του ότι δεν του επετράπη να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προκειμένου να υπερασπισθεί τον εαυτό του παρέχοντας σχετικές διευκρινήσεις κατά άρθρο 309 παρ. 2 του Κωδ. Ποιν. Δικ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση (δ) ιδίου κώδικα, καθόσο είχε ήδη εκθέσει λεπτομερώς με τα απολογητικά του υπομνήματα τις υπερασπιστικές του θέσεις.
Ε Ι Δ Ι Κ Ο Τ Ε Ρ Α 1. Κατά το άρθρο 404 του Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/9-6-1999, όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσής της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία, ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και με χρηματική ποινή.
Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά τον νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις (του είδους των παρ. 1 και 2 του άρθρου 404) τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή.
Για την τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) δικαιοπραξία παροχής πιστώσεως, ανανεώσεως ή παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής.
Στην παρ. 1 ρυθμίζονται μόνο οι πιστωτικές δικαιοπραξίες, δηλαδή εκείνες οι συμβάσεις με τις οποίες ο αποκτών αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει την αντιπαροχή του ( χρήματα ή άλλα αντικατάστατα πράγματα) μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου (Μπουρόπουλος ερμηνεία άρθρου 404 του Π.Κ., σελίδα 149), όπως είναι η πώληση με πίστωση του τμήματος, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω, πώληση με εξώνηση, μίσθωση, εκχώρηση και γενικά κάθε φανερή ή κεκαλυμμένη πιστωτική δικαιοπραξία (Αιτιολογική Έκθεση 1993). Πιστωτική δικαιοπραξία είναι ακόμη και η πώληση με παρακράτηση της κυριότητας (βλέπετε Μιχαήλ Μαργαρίτη ερμηνεία του άρθρου 404 Π.Κ.). Αν η παροχή που δόθηκε στον οφειλέτη είναι χρήματα (δάνειο), εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 404 Π.Κ. (Α.Π. 978/1981 Ποιν.Χρον. ΛΒ 257, Α.Π.468/1978 Ποιν.Χρον. ΚΗ 599), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Β) Εκμετάλλευση της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας, της κουφότητας, της απειρίας ή της ψυχικής εξάψεως εκείνου που παίρνει την πίστωση. Ανάγκη είναι όχι μόνο η οικονομική, αλλά και η προσωπική, λαμβανομένη αντικειμενικά, ανεξάρτητα αν είναι παροδική ή μόνιμη, αρκεί να είναι επιτακτική (Α.Π. 566/1989 Ελλ.Δ. 1991.96, Α.Π. 785/1982 ΝοΒ 1983, 670), μπορεί επίσης να είναι υπαίτια ή και ανυπαίτια (Α.Π. 992/1986 ΝοΒ 1987, 1226, Α.Π. 1532/1982 ΝοΒ 1983, 1363). Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αδυναμία εξευρέσεως χρημάτων από άλλη πηγή, μπορεί μάλιστα να έχει και περιουσία το θύμα, αλλά να μην θέλει ή να μην μπορεί να την ρευστοποιήσει προς εξεύρεση χρημάτων (Α.Π. 48/1963).
Ενώ πνευματική αδυναμία είναι όχι μόνο η ελαττωμένη πνευματική ανάπτυξη ως προς την κατανόηση ότι η δικαιοπραξία είναι καταπλεονεκτική (Τούσης - Γεωργίου ερμηνεία άρθρου 404 Π.Κ.), αλλά και η διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών συνεπεία σχιζοφρένειας παρανοϊκού τύπου.
Εν προκειμένω και ανάγκη επιβιώσεως συνέτρεξε στο πρόσωπο του ΑΑ και διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών αυτού λόγω της προαναφερθείσης νόσου.
Γ) Εκμετάλλευση σημαίνει την συνειδητή και ιδιαίτερα ανάρμοστη αξιοποίηση προς όφελος του δράστη της προεκτεθείσης θέσεως του άλλου προς κτήση υπέρμετρων περιουσιακών ωφελημάτων, πρέπει δηλαδή ο δράστης να τελεί εν γνώσει της ανάγκης, πνευματικής αδυναμίας, κουφότητας κ.λ.π. του άλλου διότι διαφορετικά δεν νοείται εκμετάλλευση (Α.Π. 382/1992 ΝοΒ 1992. 874, A.Π. 703/1986 ΝοΒ 1987.741). Δεν απαιτείται ενέργεια ή συμπεριφορά εξαναγκασμού σε τέλεση της δικαιοπραξίας, αλλά αρκεί η γνώση της ανάγκης, πνευματικής αδυναμίας, κουφότητας κ.λ.π. και το ότι ο δράστης επωφελήθηκε, συνεπώς είναι αδιάφορο αν την πρόταση προς σύναψη της συμβάσεως έκανε ο ευρισκόμενος σε θέση ανάγκης, πνευματικής αδυναμίας κ.λ.π. (Α.Π. 307/1993 ΝοΒ 1994. 982. Α.Π. 992/1986 ΝοΒ 1987.1226).
Για την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση δεν απαιτείται ούτε προηγούμενη καταδίκη (Α.Π. 1064/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ 318), ούτε ο δράστης να παραπέμπεται για περισσότερες πράξεις τοκογλυφίας (Α.Π. 517/2000 ΝοΒ 2000.1009), αλλά αρκεί και η τέλεση μίας μόνο πράξεως, όταν από αυτή, εν όψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος (Α.Π. 1647/1999 Ποιν. Χρον. 743).
Κατ' επάγγελμα τέλεση τοκογλυφίας υφίσταται όταν ο δράστης παίρνει επιταγές και συναλλαγματικές και προεισπράττει τον προεξοφλητικό τόκο (Α.Π. 1722/1993 Ποιν. Χρον. ΜΔ 173), όπως εν προκειμένω συνέβη.
Ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση συνάγεται συμπέρασμα ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς τέλεση του εγκλήματος (Α.Π.1026/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' 66, Α.Π. 789/1994 Ποιν. Χρον. ΜΔ 779). Αρκεί για την επανειλημμένη τέλεση η κατ' εξακολούθηση τέλεση του δικαζομένου εγκλήματος, εφόσον αποδειχθούν περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις (Α.Π. 1064/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ 318, Α.Π. 1979/1999).
Κατ' εξακολούθηση τέλεση ενός εγκλήματος υφίσταται όταν η ίδια πράξη κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση τελείται κατ' επανάληψη από το ίδιο πρόσωπο και υπάρχει στη συνείδηση του δράστη ενότητα δόλου. Πρόκειται συνεπώς για περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, τα οποία συνέχονται μεταξύ τους εξαιτίας της ενότητας του δόλου του δράστη, στην οποία όμως συρροή το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού του οφέλους ή βλάβης (Α.Π. 817/2007 Ποιν.Λογ. 2007.572, Α.Π. 895/2007 σε Συμβούλιο).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αλλά και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Άμφισσας με το παραπεμπτικό βούλευμα, ορθώς εκτίμησε τα προκύψαντα από την διαδικασία πραγματικά περιστατικά και ορθώς τα υπήγαγε στις σχετικές ποινικές διατάξεις περί κακουργηματικής τοκογλυφίας.
Με βάση επομένως τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ως άνω αίτηση του αναιρεσείοντος και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
Ως προς το αίτημα της αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος δεν συντρέχει λόγος να γίνει δεκτό, καθόσο υπάρχει πλήρης έκθεση των ισχυρισμών του που περιέχονται στα υπομνήματα και την απολογία του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω
1) Να μη γίνει δεκτό το αίτημα της αυτοπροσώπου εμφανίσεως.
2) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 1/9-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αριθμ. 70/19-5-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.
3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 16/9/2009
Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΑΓΓΑΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η με αριθ. εκθ. 1/9-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ στρεφόμενη κατά του με αριθ. 70/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεσή του κατά του με αρ. 319/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Άμφισσας, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λαμίας για να δικασθεί για την πράξη της κακουργηματικής τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ.α' και 484 παρ.1 του ΚΠοινΔ), γι αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητα της.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδαφ. α' του ΠΚ., τοκογλυφία διαπράττει και όποιος, κατά την παροχή δανείου ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής του ή την ανανέωση ή την προεξόφληση αυτού, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτον, περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.8 εδ. β' του ν.2721/1999, αν ο υπαίτιος επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παρ.1 και 2 κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ, κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Το έγκλημα της τοκογλυφίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και ως τέτοιο, μπορεί να τελείται με τη συνομολόγηση ή με τη λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η παραλαβή με προεξόφληση αξιόγραφων, ως και η παραλαβή αξιόγραφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους, χωρίς να προσαπαιτείται να επακολουθεί και η είσπραξη του αναγραφόμενου σε αυτά ποσού. Κατ' επάγγελμα δε θεωρείται ότι πράττει ο δράστης τοκογλυφίας, όταν ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις κατ' επανάληψη με σκοπό να ποριστεί από αυτές εισόδημα. Τούτο δε συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (ΠΚ 98), γιατί ενυπάρχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά και όταν τελεί μία πράξη, αλλά από την τέλεση αυτής, ενόψει και της διάρκειας και των λοιπών περιστάσεων, που τη συνοδεύουν, προκύπτει η επιδίωξη πορισμού εισοδήματος βάσει σχεδίου. Δεν απαιτείται δε προηγούμενη καταδίκη του δράστη νια το αδίκημα αυτό. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, κατά συνήθεια τελείται η τοκογλυφία, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής συνάγεται ότι ο δράστης έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Είναι δε επιτρεπτή η σώρευση και των δύο αυτών επιβαρυντικών περιστάσεων. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παράγραφος 1 ΚΠΔ, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Πρέπει, όμως, στην πρόταση αυτή, που υιοθετεί πλήρως το Συμβούλιο, να υπάρχει αιτιολογία και για την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξης, όταν από το νόμο ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση της πράξης. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παράγραφος 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ή του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, που το εξέδωσε, έκρινε, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Άμφισσας, ορθώς αποφάνθηκε με το 319/2008 βούλευμα ότι προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος, για την πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση, με τη μορφή συνομολόγησης τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ήτοι για παράβαση των άρθρων 13 στ., 98, 404 παράγραφος 2α, 3 ΠΚ και τον παρέπεμψε συνακόλουθα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξης αυτής και απέρριψε την εκ μέρους του ασκηθείσα έφεση. Όπως προκύπτει από το διατακτικό του επικυρωθέντος από το Συμβούλιο Εφετών 319/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Άμφισσας, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων παραπέμφηκε να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: Στην ..., στις αρχές του έτους 2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά την παροχή δανείου συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, ήτοι το ποσοστό 8% ετησίως ή 0,66% μηνιαίως, σύμφωνα με την απόφαση της 5.6.2003 του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ειδικότερα: 1). Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προεξόφλησε (επαναγόρασε) από τις εκατόν τριάντα δύο (132) συναλλαγματικές ποσού 1.240 ευρώ η καθεμία, τις οποίες ο ίδιος είχε αποδεχθεί και παραδώσει στον ΑΑ ως τμήμα του τιμήματος πωλήσεως του ιδανικού του μεριδίου (ΑΑ), ήτοι του 48,25% στο δικαίωμα κυριότητας του ευρισκόμενου στην ... ξενοδοχείου "..." και του ανάλογου ποσοστού συγκυριότητάς του (48,25%) επί του ξενοδοχειακού εξοπλισμού και των λοιπών κινητών πραγμάτων αυτού, σε διαταγή του τελευταίου, με χρόνο λήξης από τις 4.10.2003 έως 4.9.2014, δεκαέξι (16) συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 19.840 ευρώ, οι δώδεκα εκ των οποίων έληγαν το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2004 έως και τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, οι δε λοιπές στις 4.4.2006, 4.9.2006, 4.10.2006 και 4.11.2006 δίδοντας αντί καταβολής στον ΓΓ, νόμιμο κομιστή τους, δύο επιταγές μεταχρονολογημένες, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως τον μήνα Απρίλιο και Αύγουστο του έτους 2005, ποσού 5.000 ευρώ και 6.000 ευρώ αντίστοιχα, αφαιρώντας, δηλαδή, προεξοφλητικό τόκο που υπερέβαινε το προπαρατιθέμενο θεμιτό ποσοστό τόκου. 2). Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο προεξόφλησε (επαναγόρασε) ενενήντα πέντε (95) από τις προαναφερόμενες υπό (1) συναλλαγματικές, μια εκ των οποίων έληγε, στις 4.8.2006, οι δε λοιπές το χρονικό διάστημα από 4.12.2006 έως και 4.9.2014, έναντι ποσού 220 ευρώ την καθεμία, δηλαδή κατέβαλε στον προαναφερόμενο λήπτη, ΑΑ, το ποσό των 20.900 ευρώ και ο τελευταίος του παρέδωσε τα σώματα των συναλλαγματικών, συνολικής αξίας 117.800 ευρώ, αφαιρώντας, έτσι, προεξοφλητικό τόκο που υπερέβαινε το προπαρατιθέμενο θεμιτό ποσοστό τόκου. Την πράξη του δε αυτή διέπραξε κατ' επάγγελμα, καθώς από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της τοκογλυφίας και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεση της (ενήργησε επί τη βάσει εγκληματικού σχεδίου, μεθοδευμένα και οργανωμένα και όχι ευκαιριακά, αφού προέβη στην προαναφερθείσα συναλλαγή με τον ΑΑ, ο οποίος έπασχε, κατά τα προεκτεθέντα, από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, εν συνεχεία δε φιλοξένησε αυτόν σε οίκημα ιδιοκτησίας του απομακρύνοντας τον από την οικογένεια του και προεξόφλησε τις ανωτέρω αναφερόμενες ενενήντα πέντε (95) συναλλαγματικές που είχε στην κατοχή του ο ΑΑ, ο οποίος είχε ανάγκη, χρημάτων, αφού μετά την πώληση, κατά τα ανωτέρω, του μεριδίου του στο ξενοδοχείο, δεν είχε άλλη πηγή εσόδων, ενώ είχε ήδη ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και είχε κατασχεθεί το δικαίωμα του επικαρπίας επί διαμερίσματος ευρισκόμενου στην ..., το οποίο, τελικά, εκπλειστηριάστηκε, στις 19.5.2004, ενώ προέβη στην πράξη του αυτή και σε βάρος του ΓΓ επαναγοράζοντας, κατά τα ανωτέρω, δεκαέξι (16) από τις, προαναφερόμενες συναλλαγματικές, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε παραγγείλει εμπορεύματα για το κατάστημά του εκδίδοντας επιταγές προς τους προμηθευτές του, τις οποίες αδυνατούσε να πληρώσει, αφαιρώντας προεξοφλητικό τόκο που υπερέβαινε το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια, καθώς από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και ειδικότερα από την κυρία ανάκριση που ενεργήθηκε καθώς και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν κάθε μια χωριστά και στο σύνολό τους, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γεωργίου Κιούπη, ως και του από 28-8-2003, ιδιωτικού συμφωνητικού, αγόρασε από τον ΑΑ, το ποσοστό της συνιδιοκτησίας του 48,25% επί του ξενοδοχείου "...", που βρίσκονταν επί της παραλίας του Δήμου ..., ως και του εξοπλισμού αυτού, έναντι συνολικού τιμήματος 200.000 Ευρώ, από το οποίο μετρητοίς κατεβλήθη μόνο το ποσό των 36.320 Ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο (163.680 Ευρώ) ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον ΑΑ 132 συναλλαγματικές ποσού 1.240 Ευρώ η κάθε μία, τις οποίες αποδέχτηκε ο ίδιος, και οι οποίες έληγαν την 4-10-2003 η πρώτη, και την αντίστοιχη ημερομηνία των επόμενων 131 μηνών οι υπόλοιπες, ήτοι από τον μήνα Οκτώβριο του 2003 μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο του 2014. Ο ΑΑ έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, νόσο χρόνια και μη ιάσιμη, εξαιτίας της οποίας και αυτοκτόνησε την 20-3-2006. Ο θάνατος αυτού επήλθε συνεπεία πνιγμού εντός θαλασσίου ύδατος. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του 2003 μέχρι τον Μάιο του 2004, συνεπεία προτροπών του κατηγορουμένου, διέμενε στην ..., σε οίκημα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, παρακείμενο της οικίας αυτού. Οι συνθήκες διαβίωση του ήταν άθλιες και ανθυγιεινές, ο ίδιος ήταν απομονωμένος από την οικογένεια του, ενώ δεν ελάμβανε ούτε την απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή (ή την ελάμβανε πλημμελώς). Κατόπιν αιτήσεως της αδελφής του ΒΒ, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, νοσηλεύτηκε αναγκαστικά στο Ψυχιατρικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας "Η Αγία Όλγα", από την 19-6-2004 μέχρι την 3-9-2004, με διάγνωση ασθενείας σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου. Στο μεταξύ χρονικό διάστημα, μετά την πώληση του μεριδίου του στο ξενοδοχείο, προέβη στην προεξόφληση μερικών από τις συναλλαγματικές που είχε στην κατοχή του από την πώληση του ξενοδοχείου, μεταβιβάζοντας και παραδίδοντας αυτές σε εμπόρους της ... με τους οποίους συναλλάσσονταν. Μεταξύ αυτών, προεξόφλησε και 16 συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 19.840 ευρώ, εκ των οπίων οι 12 έληγαν από τον μήνα Οκτώβριο του 2004, μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο 2005, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις έληγαν την 4-4-2006, την 4-9-2006, την 4-10-2006 και την 4-11-2006. Τις συναλλαγματικές αυτές μεταβίβασε και παρέδωσε στον ΓΓ, ο οποίος διατηρούσε κοσμηματοπωλείο, έναντι του τιμήματος διαφόρων κοσμημάτων που αγόρασε. Ο ΓΓ στη συνέχεια, επειδή είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις αναγκάσθηκε να προεξοφλήσει τις επιταγές αυτές στον κατηγορούμενο, ο οποίος, ήταν γνωστός στην περιοχή για το ότι δάνειζε χρήματα με υπερβολικό τόκο, και ο οποίος εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του ΓΓ, ζήτησε και έλαβε κατά την προεξόφληση αυτή, προεξοφλητικό τόκο που υπερέβαινε προφανώς τον κατά νόμο θεμιτό τόκο, ήτοι το ποσοστό του 8% ετησίως ή 0,66 μηνιαίως, σύμφωνα με την από 5-6-2003 απόφαση του Δ.Σ. της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, που ήταν η αρμοδία αρχή κατά το νόμο για να ορίσει το ανώτατο όριο του συμβατικού τόκου δανεισμού. Συγκεκριμένα, έναντι των 16 συναλλαγματικών, συνολικού ποσού 19.840 Ευρώ, παρέδωσε στον ΓΓ 2 επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως μηνός Απριλίου του 2005 και ποσού 5.000 Ευρώ η πρώτη, και μηνός Αυγούστου του 2005 και ποσού 6.000 Ευρώ η δεύτερη. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση της υγείας του ΑΑ, που τον οδηγούσε σε τάση μεγαλομανίας και αλόγιστης χρήσης των χρημάτων του, παρά τον όρο του ανωτέρω συμβολαίου πωλήσεως (που ετέθη προκειμένου όπως εξασφαλισθεί ένα ελάχιστο μηνιαίο εισόδημα στον πωλητή), δυνάμει του οποίου απαγορεύονταν η μεταβίβαση των συναλλαγματικών καθ' οιονδήποτε τρόπο προ της εξοφλήσεως των, προεξόφλησε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (αρχές του 2004), και τις υπόλοιπες 95 συναλλαγματικές, που είχε στην κατοχή του ο ΑΑ, μία εκ των οποίων έληγε την 4-8-2006, οι δε λοιπές στο χρονικό διάστημα από την 4-12-2006 μέχρι την 4-9-2014, έναντι του ποσού των 220 Ευρώ την κάθε μία, καταβάλλοντος στον ΑΑ το συνολικό ποσό των 20.900 Ευρώ, έναντι των συναλλαγματικών αυτών, συνολικής ονομαστικής αξίας 117.800 Ευρώ, και αφαιρώντας έτσι προεξοφλητικό τόκο που προφανώς υπερέβαινε το ανωτέρω θεμιτό ποσοστό τόκου δανεισμού.
Όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος ενεργούσε κατ' επανάληψη παρόμοιες με τις ανωτέρω πράξεις συναλλαγές δανεισμού (βλέπετε καταθέσεις ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ). Ο συνήθης τόκος δανεισμού που αναφέρεται ότι ελάμβανε ο κατηγορούμενος ήταν 5-7% τον μήνα, και ο τρόπος με τον οποίο δάνειζε χρήματα, συνήθως, ήταν ο της προεξόφλησης επιταγών και αφαίρεσης του ποσού των τοκογλυφικών τόκων. Ο ίδιος διατηρούσε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στην ..., όπου και συνομολογούσε τις παράνομες τοκογλυφικές συμβάσεις. Η μακροχρόνια και συνεχής ενασχόληση του με το αντικείμενο αυτό (βλέπετε κατάθεση ΔΔ, ότι τον δάνειζε χρήματα κατά τα έτη 1992-1993), μαρτυρούν σκοπό πορισμού εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή προς τέλεση του εγκλήματος της τοκογλυφίας.- Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δάνειζε χωρίς τόκο δεν φαίνεται να είναι αληθής, αφενός γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα στοιχεία της δικογραφίας, όπως αυτά εκτιμώνται κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (αρθ. 177 ΚΠΔ), και αφετέρου γιατί ο δανεισμός άνευ τόκου ελάχιστα, δεν είναι συμβατός με τα κρατούντα στις συναλλαγές, (λόγω του υψηλού κόστους των χρηματοπιστωτικών δοσοληψιών, του κινδύνου εκ της μη επιστροφής του δανείου, κ.λ.π.). Με τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της τοκογλυφίας κατ' εξακολούθηση με την μορφή συνομολογήσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, τελεσθείσα από υπαίτιο που ενεργεί τέτοιες πράξεις και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε τα εν λόγω περιστατικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους καθώς και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά, τις σκέψεις και τους συλλογισμούς από τους οποίους έκρινε ότι αυτά υπάγονται στις εκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ', 98, 404 παρ. 2α, τις, οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις και έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για να δικασθεί ως υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως, όπως αυτή περιγράφεται, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, κατά τα ανωτέρω, στο διατακτικό του επικυρωθέντος πρωτόδικου βουλεύματος. Ειδικότερα: Η καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στην ενσωματωμένη στο Βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, ήταν επιτρεπτή, αφού, στην τελευταία, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονταν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συναφείς συλλογισμοί που στήριζαν την παραπεμπτική κρίση, με συνέπεια, το βούλευμα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με το πρώτο σκέλος του 1ου λόγου της αναιρέσεως, να έχει την εκ των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο δέχθηκε συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος όλων των ανωτέρω στοιχείων για την θεμελίωση υποκειμενικώς και αντικειμενικώς σε βάρος του της πράξεως της κακουργηματικής τοκογλυφίας, προσδιορίζοντας με την παροχή των αναγκαίων προς τούτο στοιχείων (ποσοστό νομίμου τόκου, ονομαστική αξία των συναλλαγματικών που προεξόφλησε και καταβληθέν στους παθόντες έναντι αυτής ποσού) και την ποσοστιαία υπέρβαση του νομίμου τόκου, κατά την προεξόφληση από τον αναιρεσείοντα των συναλλαγματικών που αναφέρονται, άλλα και την παραδοχή ότι, πέραν του παθόντος ΑΑ, ο κατηγορούμενος τέλεσε, κάτω από τις συνθήκες που εκτίθενται, την ίδια πράξη και σε βάρος του ΓΓ, σε τρόπο ώστε να συντρέχει το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως από το οποίο και συνήγαγε την κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση, αφού δέχεται επί πλέον και το στοιχείο του σκοπού πορισμού εισοδήματος από την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος, αλλά και την σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος για την διάπραξη του εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Δεν χρειάζεται δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να σχολιάζονται αναλυτικά, το μεν το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων που αναφέρονται στο σκεπτικό του βουλεύματος και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, το δε των εγγράφων που έλαβε υπόψη και εκτίμησε το Συμβούλιο, χωρίς να προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε ορισμένα από αυτά, για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση, ούτε να αντικρούονται και να απορρίπτονται αιτιολογημένα τα κατ ιδίαν υπερασπιστικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει.
Συνεπώς ο από το άρθρο 484 παρ. 1 β και δ ΚΠΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό, κατά τα ανωτέρω, απορριπτέες ως απαράδεκτες.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6 του ως άνω νόμου), προκύπτει, ότι για να αναβληθεί η ποινική δίκη λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, σύμφωνα με το άρθρο 59 ΚΠοινΔ, πρέπει να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην άλλη υπόθεση, η οποία μπορεί να εκκρεμεί και στην προδικασία και να υποβάλλει σχετικό αίτημα ο κατηγορούμενος. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει στο αίτημα δημιουργείται ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 α του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση εφέσεως που ενσωμάτωσε ο αναιρεσείων στην έκθεση αναιρέσεως, αυτός δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής (αναστολής) κατ άρθρο 59, αλλ' απλώς ισχυρίσθηκε ότι το εκκαλούμενο βούλευμα αγνόησε την καταγγελία του σε βάρος των αναφερομένων προσώπων για πλαστογραφία της από 14-2-2004 δηλώσεως που φέρεται να υπογράφει ο παθών ΑΑ, στην οποία φέρεται να δηλώνει τα όσα δέχθηκε, από την εκτίμηση της δηλώσεως αυτής σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το βούλευμα προς στοιχειοθέτηση της πράξεως για την οποία παρέπεμψε τον κατηγορούμενο. Δεν ισχυρίσθηκε όμως ότι είχε ασκηθεί σε βάρος των εν λόγω ατόμων ποινική δίωξη για πλαστογραφία. Αβασίμως λοιπόν με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των εν λόγω ατόμων, ισχυρίζεται ότι δεν απάντησε το Συμβούλιο Εφετών στο, κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ, αίτημά του και προβάλλει τον ιδρυόμενο, κατά τα ανωτέρω, στην περίπτωση αυτή, λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1α σε συνδυασμό με 171 παρ 1 δ ΚΠΔ, ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Aπό τις διατάξεις: α) του άρθρου 273 παρ.2 ΚΠοινΔ, κατά την οποία εκείνος που ενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου τον προσκαλεί να υποδείξει τα μέσα της υπεράσπισής του, β) του άρθρου 274 εδάφ. 2 ΚΠοινΔ, κατά την οποία όποιος ενεργεί την πιο πάνω εξέταση πρέπει να ερευνά με επιμέλεια κάθε περιστατικό που επικαλείται υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια και γ) του άρθρου 6 παρ.3 περίπτ. δ` της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει και επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως με τους ίδιους όρους όπως των μαρτύρων κατηγορίας, συνάγεται ότι η εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο της προδικασίας, εξαρτάται από την κρίση του ανακριτή, ο οποίος προβαίνει σ` αυτήν, αν θεωρεί ότι είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η άρνηση του ανακριτή να τους εξετάσει αντιμετωπίζεται με προσφυγή στο δικαστικό συμβούλιο, για να αρθεί η διαφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 307 περίπτ. α' ΚΠοινΔ και δεν συνεπάγεται ακυρότητα της προδικασίας. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα, η οποία προβλήθηκε και με λόγο της εφέσεως, διότι ο ανακριτής δεν προέβη στην εξέταση πέντε μαρτύρων υπερασπίσεως, τους οποίους είχε προτείνει ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
V. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ` αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η αίτηση υποβάλλεται με οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο απευθυνόμενο προς το δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι και το υπόμνημα επί των λόγων της εφέσεως, χρονικά πριν από την κατάρτιση ή την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ή τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου και την ανάπτυξη της εισαγγελικής προτάσεως.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη ενώπιον του εμφάνιση του προς παροχή διευκρινίσεων, με την αιτιολογία ότι ήδη ο κατηγορούμενος με τα αναλυτικά και εκτενή απολογητικά υπομνήματα και τα έγγραφα που προσκόμισε ενώπιον του ανακριτή, αλλά και το διεξοδικό εφετήριό του, ανέπτυξε επαρκέστατα και αναλυτικότατα τις υπερασπιστικές θέσεις του και γι' αυτό δεν παρίσταται ανάγκη για ακόμη πληρέστερη ανάλυση των απόψεων του. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων είναι αβάσιμος.
Τέλος επί του, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, υποβαλλόμενου με την έκθεση αναιρέσεως, αιτήματος του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, για να παράσχει διευκρινήσεις και να προβεί σε διασαφήσεις επί του περιεχομένου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την εκτενέστατη έκθεση της αναιρέσεως του, που καταλαμβάνει 29 σελίδες, εκ των οποίων 16 σελίδες καταλαμβάνουν οι ενσωματωμένες σ αυτήν προσβαλλομένη απόφαση και έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, και το από 1-11-2009 6σέλιδο υπόμνημά του και τα έγγραφα που επισυνάπτει σ αυτό, πλήρως εξέθεσε και ανέπτυξε τις αιτιάσεις του κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι περισσότερες από τις οποίες, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την κατ ουσία κρίση της διαφοράς από το Συμβούλιο Εφετών, όπως ήδη λέχθηκε, σε τρόπο ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο δεν πρόκειται να συμβάλλει στην ορθή και πλήρη έρευνα των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 - 6- 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 70/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια. Στοιχεία. Μπορεί να τελεσθεί και με προεξόφληση συναλλαγματικών (ΑΠ 2436/2008). Αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο. Πρέπει η απόρριψη του αιτήματος να αιτιολογείται (ΑΠ 2395/2009). Η άρνηση του Ανακριτή να εξετάσει μάρτυρες υπερασπίσεως που προτείνει ο κατηγορούμενος δεν δημιουργεί ακυρότητα, αλλά η διαφωνία μπορεί να επιλυθεί από το Συμβούλιο κατ' άρθρο 307 ΚΠΔ. (ΑΠ 1165/2003, ΑΠ 1581/2002). Αιτιολογία βουλεύματος, ειδική και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Έννοια (ΑΠ 2311/ 2008). Προεξόφληση συναλλαγματικών με τόκο πολύ υψηλότερο του νομίμου, κατ' εξακολούθηση. Τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Λόγοι αναιρέσεως από 484 παρ. 1 α, β, δ, ΚΠΔ. Αβάσιμοι.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Τοκογλυφία.
| 2
|
Αριθμός 251/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, υπαλλήλου πρώην Κλητήρα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Εξωτερικών και ήδη μόνιμου υπαλλήλου του ΥΠΕΞ σε προσωποπαγή θέση του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης, υπηρετούντος ως συμβασιούχος υπάλληλος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στην Στοκχόλμη (Σουηδία) και νυν στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1350/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4178/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-9-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 29-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και να απορριφθούν οι λοιποί.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (αρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παραγρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν. Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν.419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14%για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ ότι : "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψη τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (αρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν.419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 παρ. 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 1256/1982, Α'65) όπου, με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως, (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια. Με βάση δε την παρεχομένη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής ή κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1953 κοινή υπουργική απόφαση. Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο. Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρ. 131 παρ. 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητος, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ.14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε ότι την 3-2-1992 προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη Στοκχόλμη Σουηδίας, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδος στη Στοκχόλμη. Ότι ο ενάγων είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, που γεννήθηκαν αντίστοιχα στις 26/6/1995 και στις 9/1/1997, ότι το εναγόμενο αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 21/1/2003, (ημερομηνία κατά την οποία έχει καταταγεί σε μόνιμη θέση διοικητικών υπαλλήλων), κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των ΚΥΑ, που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης όρισαν ότι οι προσαυξήσεις καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους . Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για οικογενειακά βάρη (δύο ανήλικα τέκνα), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαύξησης για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, αφού ο ενάγων δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ. 083 - 13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη, για το ως άνω χρονικό διάστημα, παραβίασε τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί κατά ένα μέρος τους, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους προτείνεται η παραπάνω παραβίαση. Αντίθετα το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των ν. 419/1976, 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείρηση των υπαλλήλων του εναγομένου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του ενάγοντος δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης κ.λ.π.) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων και 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και 2 παρ.3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά. Επομένως, οι αντίθετοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ανωτέρω λόγοι αναίρεσης(πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), κατά το σκέλος τους που αφορά το προαναφερθέν κονδύλιο, των δαπανών στέγασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενοι στον πρώτο από το άρθρο 559.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η προμνημονευθείσα ΚΥΑ ίσχυε μέχρι την 31/12/2000 και συνεπώς δεν καταλαμβάνει το τμήμα της απαίτησής του για το επίδομα στέγασης από 1-1-2001 και μετά, ( για το τμήμα της απαιτήσεως του για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε με την, από 27/12/2005. έφεση του), δεν στηρίζονται στον νόμο. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλλει ότι από την 1-1-2001 ισχύει η 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, η οποία καθόρισε την αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και όρισε ότι το επίδομα στέγασης, που αποτελεί προσαύξηση και παρακολούθημα του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, δικαιούνται όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στην αλλοδαπή, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, μη θέτοντας καμία περαιτέρω προϋπόθεση και, επομένως, το εν λόγω επίδομα το δικαιούνται όλοι οι υπάλληλοι ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο υπηρετούν στο εξωτερικό, αν δηλαδή υπηρετούν βάσει απόσπασης, μετάθεσης ή με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι, διότι , όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998 , οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του. Επομένως, ο αναιρέσεων θα εδικαιούτο την επίμαχη προσαύξηση και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), μόνο αν κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την εδικαιούτο. Αυτό όμως δεν συνέβη, αφού , σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσείων, που δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, δεν εδικαιούτο , κατά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), την προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, που χορηγήθηκε με την ισχύουσα, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ, , σε αντίθεση με τα προσαύξηση που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη ( τέκνων).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τέλος, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε με την ατομική σύμβασή του συμφωνηθεί, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνται από το μισθό του εσωτερικού διοικητικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το εριζόμενο ζήτημα δεν αφορά στην καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά στις επί του επιδόματος αυτού προσαυξήσεις, που παρέχονται βάσει των προαναφερομένων διατάξεων. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 22 παρ.2 του ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 4178/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα ανάμεσα στους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.- Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στο εξωτερικό. Προσαυξήσεις επιδόματος για οικογενειακά βάρη και για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης. Οικ κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του μν.419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν.2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουδιοδοτικούς νόμους, όπως σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Οι αποφάσεις αυτές βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και είναι ανίσχυρες. Η ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ, που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και, συνεπώς, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού. Η 083/ΕΥΑ/ΑΣ.11254/22-1-2001 ΚΥΑ δεν επέφερε μεταβολή για το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου και το οποίο, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν.419/1976, διατηρεί το συμβατικό καθεστώς του, και εξακολουθεί να αμείβεται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2594/1998. Αίτηση αναίρεσης υπαλλήλου Πρεσβείας που προσλήφθηκε το 1992 ως κλητήρας, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και του οποίου η αγωγή για την επιδίκαση των πιο πάνω προσαυξήσεων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τον από 559.1 λόγο. Βάσιμος ο από το αρ.559.1 λόγος ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη και αβάσιμος, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης. Λόγοι αναίρεσης από τους με αρ. 558.-9.8 (αλυσιτελής) και 19(δεν προβάλλεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη). Αναιρεί εν μέρει.
| null | null | 0
|
Αριθμός 250/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαρκάτο, περί αναιρέσεως της 1734/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, ατομικά και ως ασκούσα γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ψ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.6.2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 886/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ιδίου ως άνω Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 25.8.2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., η πολιτικώς ενάγουσα (δι' εαυτήν και δια την ανήλικη θυγατέρα της Ψ2) Ψ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενώ εμφανίστηκαν οι δύο αναιρεσείοντες (Χ1 και Χ2).
Συνεπώς, το Δικαστήριο αυτό θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Οι δύο κρινόμενες από 10.6.2009 αιτήσεις των ως άνω δύο αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση της υπ' αριθ. 1734/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συναφείας, να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1734/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών ο καθένας, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία χρόνια. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά, στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι από την χωρίς όρκο κατάθεση στο ακροατήριο πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα ίδια ως άνω πρακτικά και αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, τις απολογίες αμφοτέρων των τότε εκκαλούντων - κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 κατά τον κρίσιμο χρόνο της 24.3.2002 ήταν Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη νήσο ... Ν. ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΙΘΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ". Η τελευταία διατηρούσε στη νήσο ... μονάδα ιχθυογεννητικού σταθμού παραγωγής γόνου ιχθύων. Για τις ανάγκες λειτουργίας της είχε προσλάβει ως δύτη το έτος 1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ΑΑ. Από τότε τον απασχολούσε συνεχώς με την ιδιότητα αυτή. Ο ανωτέρω έκανε καταδύσεις στην περιοχή των κλωβών κατ' εντολή και για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας, προκειμένου να ελέγχει αυτούς και να προβαίνει σε επιδιόρθωσή τους στην περίπτωση που υφίσταντο βλάβες από οιαδήποτε αιτία. Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την παραπάνω ιδιότητα του εργοδότη, ασκούσε την άμεση εποπτεία του προσωπικού και ήταν υποχρεωμένος να επιμελείται στα πλαίσια της εύρυθμης και σύμφωνης με τους ισχύοντες κανονισμούς τη νόμιμη λειτουργία της εταιρίας στον τομέα της παραγωγικής διαδικασίας των εκτρεφομένων ιχθύων, καθώς επίσης να λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία του δύτη, που καταδυόταν στους ιχθυοκλωβούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 9 του υπ' αριθμ. 3131/1/20/95 Γενικού Κανονισμού Λιμένα (ΦΕΚ Β' 978). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η ελάχιστη σύνθεση καταδυτικού συνεργείου σε βάθη δώδεκα έως πενήντα μέτρων είναι ένας επόπτης δύτης και δύο δύτες, ο ένας από τους οποίους εκτελεί καθήκοντα δύτη ασφαλείας. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 8 περ. δ' του ίδιου Κανονισμού, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ διαδοχικών καταδύσεων πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε ο οργανισμός του δύτη να έχει απαλλαγεί απολύτως από το διαλυμένο άζωτο ή να έχει μικρή ποσότητα που να είναι γνωστή στον επόπτη και δύτη, από τους πίνακες των διαδοχικών καταδύσεων ή και το αποσυμπιεσόμετρο. Η δε μικρή αυτή ποσότητα πρέπει να υπολογιστεί για την επόμενη κατάδυση. Ο πρώτος κατηγορούμενος ασκούσε την εποπτεία στο προσωπικό και στη λειτουργία της ιχθυοπαραγωγικής μονάδας από την ίδρυσή της. Είχε δε, ενόψει των ανωτέρω, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εργοδότης του δύτη να μεριμνά για τον εφοδιασμό αυτού με κατάλληλο καταδυτικό συνεργείο, να απαγορεύει και να έχει δώσει ρητές εντολές σ' αυτόν να μην εκτελεί καταδύσεις χωρίς τη συνοδεία καταδυτικού συνεργείου, καθώς επίσης να μεσολαβεί μεταξύ διαδοχικών καταδύσεων τέτοιος χρόνος ώστε ο οργανισμός να έχει απολύτως απαλλαγεί από το διαλυμένο άζωτο. Κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2002, ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στην ... για vα υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις επειδή αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας με την καρδιά του. Εξακολουθούσε δε να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας και να ασκεί τα απορρέοντα απ' αυτή την ιδιότητα καθήκοντα και να έχει τις ανωτέρω ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ναυπηγός με σύμβαση με την εργοδότρια εταιρία κατά μήνα Φεβρουάριο 2002 ορίστηκε εντεταλμένος αυτής να ασκεί και αυτός την άμεση εποπτεία και να επιμελείται στα πλαίσια της εύρυθμης και σύμφωνης με τους ισχύοντες κανονισμούς τη νόμιμη λειτουργία της εταιρίας και στον ειδικότερο τομέα της παραγωγικής διαδικασίας των εκτρεφομένων ιχθύων, ως και τη λήψη και τήρηση των απαιτούμενων μέτρων για την προστασία των δυτών που καταδύονταν στους κλωβούς. Ενόψει δε της ιδιότητας αυτής, είχε τις ίδιες ανωτέρω με τον πρώτο ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις. Στις 24-3-2002 ο δύτης ΑΑ μετέβη στο χώρο της εργασίας του προκειμένου να καταδυθεί για να διενεργήσει έλεγχο των κλωβών. Πράγματι, περί ώρα 10.30 καταδύθηκε σε βάθος 18 μέτρων, όπου βρισκόταν οι κλωβοί και αναδύθηκε στις 10.40-11.10 περίπου. Στη συνέχεια δε, περί ώρα 11.30, καταδύθηκε εκ νέου στο ίδιο βάθος. Μολονότι δε ενεργούσε την κατάδυση αυτή κατ' εντολή και για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρίας, οι κατηγορούμενοι δεν μερίμνησαν, όπως όφειλαν και είχαν κατά τα προαναφερθέντα ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, να παρεμποδίσουν την κατάδυση ελλείψει συνθέσεως του απαιτούμενου από τις προαναφερθείσες διατάξεις καταδυτικού συνεργείου, ήτοι ενός επόπτη δύτη και ενός ακόμη πλην του ΑΑ δύτη, ο οποίος θα ενεργούσε καθήκοντα ασφαλείας για την παροχή πρώτων βοηθειών σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Περαιτέρω, δεν απέτρεψαν τον δύτη να ενεργήσει τη δεύτερη διαδοχική κατάδυση, καίτοι μεταξύ των δύο καταδύσεων δεν είχε μεσολαβήσει ικανός χρόνος προς αποτοξίνωση του οργανισμού του από το άζωτο και αναζωογόνηση των δυνάμεών του προς αποτροπή του κινδύνου, με αποτέλεσμα να υποστεί καρδιακό επεισόδιο οφειλόμενο στη συγκέντρωση φυσαλίδων στην καρδιά. Οι παραλείψεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα να υποστεί ο ΑΑ λόγω απόφραξης της εμπρόσθιας στεφανιαίας αρτηρίας οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός του θαλασσίου ύδατος σε βάθος 18 μέτρων και στη συνέχεια ανακοπή της καρδιακής λειτουργίας, από την οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτού. Την ανωτέρω προσοχή όφειλαν να καταβάλουν οι κατηγορούμενοι, όπως κάθε μέτρια συνετός άνθρωπος που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και τις συνήθειες της κοινωνικής ζωής, μπορούσαν δε να τηρήσουν ενόψει των προσωπικών περιστάσεών τους, των προαναφερθεισών ιδιοτήτων τους, γνώσεων και ικανοτήτων. Περαιτέρω προέκυψε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι έζησαν έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη, ατομική και οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Επομένως, πρέπει vα κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι και να αναγνωριστεί στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίπτωση του αρ. 84 παρ. 2α ΠΚ". Με την παραπάνω δε αιτιολογία απέρριψε: 1) τον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης τους, 2) το αίτημα περί κλητεύσεως μαρτύρων με ειδικές γνώσεις ως προς τη νόσο των δυτών και 3) το αίτημα της αναβολής της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, που έχει κατά λέξη: "Ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι το έργο που εκτελούσε ο θανών εμπίπτει στην έννοια των υποβρύχιων εργασιών (του Γενικού Κανονισμού Λιμένα 10/1995 που εγκρίθηκε με την 3131/1/20/95 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας) και ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Τέλος, το αίτημα των κατηγορουμένων να κληθούν και εξεταστούν ως μάρτυρες πρόσωπα με ειδικές γνώσεις για τη νόσο των δυτών, κατ' άρθρο 203 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η μαρτυρία αυτών δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Επίσης, το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη για να εξακριβωθούν τα ακριβή αίτια του θανάτου του ΑΑ, πρέπει να απορριφθεί, καθότι η πραγματογνωμοσύνη δεν πρόκειται να εισφέρει απολύτως τίποτε περισσότερο από τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, ως εκ της άνω ιδιότητας που είχε ο καθένας τους στην ιχθυοτροφική επιχείρηση - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΙΘΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στην οποία εργαζόταν ως δύτης ο αποβιώσας την 24.3.2002 κατά την εκτέλεση εργασίας του, ΑΑ, ήτοι ότι αυτοί, καίτοι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από τον τότε ισχύοντα υπ' αριθ. 10/1995 Γενικό Κανονισμό Λιμένος (που είχε εγκριθεί με την 3131/1/1995 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και ειδικότερα τα άρθρα 9 και 10 παρ. 9 αυτού), το μεν, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, παρέλειψαν να παρεμποδίσουν την σε βάθος 18 μέτρων, όπου βρίσκονταν οι κλωβοί των ιχθύων που εκτρέφονταν από την ως άνω επιχείρηση κατάδυση του προαναφερόμενου δύτη, ελλείψει πλήρους συνθέσεως (με επόπτη δύτου και έναν δύτη ακόμη) καταδυτικού συνεργείου, το δε δεν απέτρεψαν τον ανωτέρω δύτη να διενεργήσει νέα κατάδυση στο ίδιο βάθος, καίτοι μεταξύ της αρχικής κατάδυσής του και της μοιραίας κατάδυσης δεν μεσολάβησε ικανός χρόνος προς αποτοξίνωση του οργανισμού του από το άζωτο και αναζωογόνηση των δυνάμεών του προς αποτροπή του κινδύνου να υποστεί καρδιακό επεισόδιο, οφειλόμενο στη συγκέντρωση φυσαλίδων στην καρδιά, από το οποίο ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος αυτού ακαριαίως. Επιπλέον, η αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί συγγνωστής νομικής πλάνης τους (άρθρο 31 παρ. 1 ΠΚ) είναι ειδική και αιτιολογημένη (βλ. σελ. 30 της προσβαλλόμενης απόφασης), με την επισημείωση ότι ο τότε (Μάρτιο 2002) ισχύων, με την έγκρισή του με την υπ' αριθ. 3131.1/20/95 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, υπ' αριθ. 10/1995 Γενικός Κανονισμός Λιμένα αναφέρεται και στις καταδυτικές εργασίες και στην κρινόμενη υπόθεση γνώριζαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ότι το έργο που εκτελούσε ο θανών δύτης ενέπιπτε στην έννοια των υποβρυχίων εργασιών και ότι έπρεπε να λάβουν τα από τον ως άνω Γ.Κ. Λιμένα οριζόμενα μέτρα για την ασφαλή παροχή από όλους τους εργαζομένους της εργασίας τους. Ακόμα είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία ως προς την απόρριψη των αιτημάτων των τότε εκκαλούντων κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων: 1) για την κλήτευση νέων μαρτύρων με ειδικές γνώσεις και 2) για την αναβολή της δίκης για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση των αιτίων θανάτου του δύτη ΑΑ, αφού το Δικαστήριο της ουσίας είχε ήδη σχηματίσει την κρίση του ως προς την ποινική ευθύνη των αναιρεσειόντων από τα αποδεικτικά μέσα που είχε τότε στη διάθεσή του (μάρτυρες που μερικοί είχαν το επάγγελμα του δύτη ή του ιατρού και εξήντα συνολικά έγγραφα).
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, Δ και Ε του ΚΠΔ κοινοί λόγοι αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ακροάσεως (με τη μορφή της μη απάντησης στον ισχυρισμό τους περί ανυπαρξίας του επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο προερχόταν η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος - θάνατο του δύτη ΑΑ), της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον δεύτερο των πιο πάνω λόγων (για έλλειψη στην απόφαση ειδικής αιτιολογίας) πλήττεται απαραδέκτως η απόφαση αυτή για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, κατά την οποία, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ή ο Εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι, ακυρότητα λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, συνάγεται ότι την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που την εξέδωσε, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αφού κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος πρότεινε κατά λέξη "να γίνουν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, να γίνουν εν μέρει δεκτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί (ως προς το φυσιολογικό θάνατο από παθολογικά αίτια, ο οποίος δεν συνοδεύεται με τυχόν παραλείψεις των κατηγορουμένων) και στη συνέχεια ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να απορριφθούν οι λοιποί ισχυρισμοί και τα αιτήματα και την απαλλαγή των εκκαλούντων κατηγορουμένων ή σε περίπτωση καταδίκης να ληφθεί υπόψη ο πρότερος έντιμος βίος τους (βλ. τέλος 26ης και αρχή 27ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης). Η ως άνω πρόταση, ευνοϊκή για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, είναι σαφής, ανεξαρτήτως του ότι αυτή έγινε δεκτή εν μέρει από το Δικαστήριο (μόνον ως προς την αναγνώριση στους καταδικασθέντες αναιρεσείοντες της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ) και ουδεμία απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί με το εναλλακτικό τμήμα της, αλλά προεχόντως είναι απαράδεκτος ο στηριζόμενος στην εν λόγω διατύπωση της Εισαγγελικής πρότασης λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ της αίτησης αναίρεσης του Χ1 (4ος λόγος της αίτησης αυτής) και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον δεν δικαιούται ο κατηγορούμενος να προτείνει ως λόγο ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο την έλλειψη ακροάσεως του Εισαγγελέα ή την τυχόν αοριστία της προτάσεώς του, κατά τα προαναφερόμενα. Πρέπει να επισημανθεί ότι τελευταίοι έλαβαν τον λόγο οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος (άρθρο 369 παρ. 1 ΚΠΔ) και ανέπτυξαν την υπεράσπισή του, χωρίς να στερηθούν έτσι από το δικαίωμα να αντικρούσουν όλες τις εκδοχές και ιδιαίτερα της μη ευνοϊκές γι' αυτόν της ως άνω Εισαγγελικής πρότασης (βλ. 27η σελίδα προσβαλλόμενης απόφασης).
Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος αναίρεσης παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης εκάστου αυτών (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 10 Μαρτίου 2009 δύο (2) αιτήσεις των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) του Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1734/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια παρ' υποχρέω (δύτη κατά την κατάδυσή του σε ιχθυοτροφική επιχείρηση). Ποινική ευθύνη νόμιμου εκπροσώπου επιχείρησης και επόπτη εργασιών (και των καταδυτικών από συνεργείο). Καταδίκη αμφοτέρων. Αιτήσεις αναίρεσης για έλλειψη ακροάσεως, απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Συνεκδίκαση αιτήσεων αναίρεσης και απόρριψη αυτών στο σύνολό τους λόγω του μη βασίμου όλων των ανωτέρω λόγων αναίρεσης.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 249/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δαμασκόπουλο, περί αναιρέσεως της 5291/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 διά του ..., με την ιδιότητα του δικαστικού συμπαραστάτη, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ηρειώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1422/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-9-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5291/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 §1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί κατ' αρχή η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 5291/2009 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη ... στις 12-2-2002 και περί ώραν 20:15 από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής κατά την οδήγηση οχήματος αλλά και μπορούσε να καταβάλει ανάλογα με τις προσωπικές του ικανότητες, προξένησε με το όχημά του κατά την οδήγηση αυτού σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παρήλθε από την κατωτέρω περιγραφόμενη πράξη του. Συγκεκριμένα, ο ως άνω κατηγορούμενος στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ/τα (124cc) και βαίνοντας με αυτήν στην Λεωφόρο ...με κατεύθυνση από ...προς ... δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του της κατ' εκείνη τη στιγμή επικρατούσες συνθήκες στην ως άνω οδό (νυκτερινή ώρα) ενώ πεζοί που βρίσκονταν στην πορεία του καθυστερούσαν να απομακρυνθούν από το οδόστρωμα και γι' αυτό (κίνηση πεζών στο οδόστρωμα) είχε πλήρη ορατότητα, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μη δυνηθεί εγκαίρως να διακόψει την πορεία του και να εκτελέσει τον επιβαλλόμενο από τις συγκεκριμένες περιστάσεις αποφευκτικό ελιγμό του, όταν η πεζή Ψ1 διέσχιζε κατ' εκείνην την στιγμήν το οδόστρωμα στο ρεύμα κυκλοφορίας του με φορά από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου και έτσι να την παρασύρει και να την τραυματίσει. Ανεξαρτήτως δε της συνυπαιτιότητας της ως άνω πεζής ο τραυματισμός αυτής οφείλεται και σε αμέλεια του κατηγορουμένου και τούτο γιατί από ικανή απόσταση μπορούσε να δει την πεζή - γιατί είχε πλήρη ορατότητα - που διέσχιζε την οδό την στιγμή εκείνη, πλην όμως δεν είδε αυτήν λόγω της μη προσήλωσής του στην οδήγηση και την κίνησή του με αυξημένη ταχύτητα παρότι ήταν νυκτερινή ώρα και η κίνηση πεζών στο οδόστρωμα δεν ήταν ασύνηθες γεγονός. Η πεζή Ψ1 από την παράσυρσή της με την μοτοσυκλέτα του κατηγορουμένου υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με κάταγμα του μέσου βάθρου, υποσκληρίδιο αιμάτωμα, θλάση των πνευμόνων και μικρό πνευμονοθώρακα αριστερά. Κατά συνέπειαν ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αναγνωριζόμενου όμως σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 §2α του ΠΚ κατά πλειοψηφία, καθόσον αυτός μέχρι του χρόνου τελέσεως της ως άνω πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική εν γένει ζωή. Όμως το μέλος του Δικαστηρίου, Εφέτης κ. Ράλλη-Κατριβάνου είχε τη γνώμη ότι δεν έπρεπε να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο η ως άνω ελαφρυντική περίσταση. Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για σωματική βλάβη από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίας.
Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 314 §1 και 315 §1 ΠΚ που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση για τον αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας της παθούσας και παρισταμένης ως πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, που ορθά δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του Δικαστήριο της ουσίας μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την από 12-2-2007 έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σ' αυτή σχεδιάγραμμα καθώς την υπ' αριθμ. πρωτ. ... ιατροδικαστικής έκθεσης κλινικής εξέτασης της παθούσας Ψ1, έγγραφα που συντάχθηκαν κατά τη διενέργεια προανάκρισης από το Τμήμα Τροχαίας ... που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος της 12-2-2002 με εμπλοκή των διαδίκων της κρινόμενης υπόθεσης, είτε από τους αρμόδιους υπαλλήλους της προαναφερόμενης Υπηρεσίας (πρώτο και δεύτερο των ως άνω εγγράφων) είτε από την αρμόδια καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σε εκτέλεση σχετικής παραγγελίας του Τμήματος Τροχαίας ...(το τρίτο), τα οποία όμως συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν ως απλά έγγραφα (άρθρο 178 περ.Π' ΚΠΔ) και όχι ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αφού δεν συντάχθηκαν μετά από τη διενέργεια αυτοψίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 έως 182 ΚΠΔ, ή μετά τη διενέργεια νόμιμης διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης (άρθρα 183 επ. ΚΠΔ). Επομένως η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι τα ανωτέρω τρία (3) έγγραφα, που δεν αμφισβήτησε την ανάγνωσή τους δημόσια στο ακροατήριο, δεν λήφθηκαν υπόψη με αναφορά στο περιεχόμενό τους ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 178 περ. β' και γ' του ΚΠΔ) κατά το σχηματισμό της κρίσης του από το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ μόνος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας στο Δικαστήριο αυτό πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5291/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ καθώς και στην εκ πεντακοσίων (500) ευρώ δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Καταδικαστική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας απόφασης. Η έκθεση αυτοψίας και η ιατροδικαστική έκθεση που έγινε με παραγγελία της Τροχαίας που επιλήφθηκε του τροχαίου ατυχήματος δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται χωρίς ιδιαιτερότητα από το Δικαστήριο. Απόρριψη σχετικής αίτησης και του ως άνω λόγου αναίρεσης ως αβάσιμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 247/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 647/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγον το "Ι.Κ.Α., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 949/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 647/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς μόνο ως προς το καταδικαστικό μέρος της, ασκήθηκε νομότυπα (με δήλωσή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 §1 ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνω με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και ήδη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο Ποινικό Δίκαιο το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων αρχών. Κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 647/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά το έτος 2002 ήταν υπάλληλος της Υποδιεύθυνσης Μητρώου Ασφαλισμένων του Υποκαταστήματος (ΙΚΑ) ..., δηλαδή υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263α ΠΚ, και έχοντας αρμοδιότητα την απογραφή ασφαλισμένων και τη θεώρηση βιβλιαρίων υγείας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και εντός των ορίων της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, στις 28-1-2002 εξέδωσε βιβλιάριο υγείας επ' ονόματι του αλλοδαπού..., με ΑΜ... με ισχύ από 1-1 μέχρι 2-7-2002, στην πρώτη σελίδα του οποίου ανέγραψε με κόκκινο μολύβι τη φράση "λήξη κάρτας παραμονής 2-7-2002) και στη θεώρηση του οποίου στην ένδειξη "ο έλεγχος", έχει τεθεί κατ' απομίμηση η υπογραφή του υπαλλήλου ..., ως και η ατομική σφραγίδα αυτού, και το μήνα Σεπτέμβριο του 2002, σε ημερομηνία του δεν εξακριβώθηκε ακριβώς, χορήγησε με αριθμ. ασφαλείας... χειρόγραφο ΔΑΤΕ στον αλλοδαπό ... με ΑΜ ..., στο οποίο δεν αναφέρονται ακριβής ημερομηνία χορήγησής του, παρά μόνο έχει τεθεί σφραγίδα του μητρώου ασφαλισμένων ΙΚΑ ..., ο δε αριθμός αυτός μητρώου είναι εικονικός και ανήκει σε άλλο ασφαλισμένο. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε το ως άνω βιβλιάριο υγείας και χορήγησε το πιο πάνω ΔΑΤΕ, ως καθ' ύλην και κατά τύπον αρμόδιος για την έκδοση και τη χορήγηση, αντιστοίχως, των προαναφερομένων εγγράφων με την οποία από πρόθεση βεβαίωνε τα προεκτεθέντα περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά ήταν προσιτά στον κατηγορούμενο υπάλληλο λόγω της υπηρεσίας του, αυτός δε ενήργησε τοιουτοτρόπως έχοντας δόλια προαίρεση, αφού, παρά τις σχετικές προφορικές συστάσεις της Προϊσταμένης του, σκόπευε με τη χρήση των νοθευμένων εγγράφων να παραπλανήσει το ΙΚΑ για τα αναγραφόμενα σ' αυτά περιστατικά, που είχαν έννομες συνέπειες, γιατί ήταν σημαντικά για την παραγωγή και διατήρηση δικαιώματος, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να εκδοθούν αυτά (βιβλιάριο υγείας και ΔΑΤΕ), σημειουμένου ότι για να εκδοθεί βιβλιάριο αλλοδαπού έπρεπε να υπήρχαν 50 ημερομίσθια και άδεια παραμονής και στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, η δε κατοχή του βιβλιαρίου υγείας έχει οικονομικές συνέπειες για το ΙΚΑ, καθόσον με τη χρήση αυτού μπορεί ο κάτοχός του να έχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Μάλιστα αποδείχθηκε ότι στις 15-1-2002, δηλαδή προγενέστερα του χρόνου της θεώρησης του ως άνω βιβλιαρίου, η Διευθύντρια του κατηγορουμένου ... είχε σημειώσει επ' αυτού, με κόκκινο στυλό τη φράση "πριν χορηγηθεί οποιαδήποτε παροχή να ελεγχθεί η κάρτα παραμονής", ενόψει του ότι είχε παρατηρηθεί ότι η ημερομηνία λήξης αυτής ήταν πιθανώς παραποιημένη. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να ελέγξει για να διαπιστώσει ότι ο αριθμός μητρώου ήταν εικονικός και ανήκε σ' άλλον ασφαλισμένο του ΙΚΑ και όφειλε, ως εκ της υπαλληλικής του ιδιότητας, να ελέγξει την αυθεντικότητά του, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης του.
Συνεπώς, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν είχε άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη περί του ως άνω συστατικού στοιχείου του εγκλήματος, ο προβληθείς ισχυρισμός αυτού περί πραγματικής πλάνης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού τα περιστατικά που επικαλείται ο κατηγορούμενος δεν θεμελιώνουν σαφή και ορισμένο ισχυρισμό (ΑΠ 838/1976 Ποιν. Υπ Κ 2/254), είναι αβάσιμος και απορριπτέος .... Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, όπως στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 §2α ΠΚ, διότι όπως αποδείχθηκε έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση (μόνο για τις δύο προαναφερόμενες μερικότερες πράξεις) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, επιδίκασε δε στο παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, εξακόσια (600) ευρώ, ενώ για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ψευδούς βεβαίωσης του Ιανουαρίου του 2001 έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω της επελθούσας ήδη, με τη συμπλήρωση οκταετίας από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε, παραγραφής της.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α' και γ', 18 εδ.β', 26 §1α, 27 §1 και 84 §2α, 98, 242 §§1 και 2 και 263α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας (υπαλλήλων του ΙΚΑ).
Ειδικότερα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση και αφορούν: α) την υπαλληλική ιδιότητα αυτού, β) την τυπική και υλική αρμοδιότητα ως προς την έκδοση, ανανέωση της ισχύος των ασφαλιστικών βιβλιαρίων τρίτων προσώπων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ και χορήγηση δελτίων Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών (ΔΑΤΕ), γ) την ύπαρξη του δόλου του, κατά την τέλεση των δύο μερικότερων πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης, ήτοι ότι εν γνώσει του προέβη στην έκδοση και χορήγηση εγγράφων που βεβαίωναν ψευδώς περιστατικά που είχαν έννομες συνέπειες για τους κατόχους τους, και δ) την ιδιότητα των δύο προμνημονευομένων εγγράφων που παρέδωσε στους αλλοδαπούς ως δημοσίων εγγράφων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 242 §§1 και 2 του ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ειδικότερα ως προς τη θεμελίωση του υποκειμενικού στοιχείου - δόλου του εγκλήματος που τέλεσε ο αναιρεσείων) και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το Δικαστήριο που κρίνει επί του ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον κηρύξει αθώο ή παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του για μερικότερες πράξεις του εξακολουθέντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, διατήρησε όμως την ίδια χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο εγκαλών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, εκτός της απαλλαγής του για τις πράξεις της καταστροφής εγγράφων από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση και παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθμ. ΒΤ 6516/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση (για τρεις μερικότερες πράξεις) επιδικάσθηκε δε στο πολιτικώς ενάγον Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) χρηματική ικανοποίηση 600 ευρώ για την ηθική βλάβη που αυτό υπέστη από τις προαναφερόμενες τρεις μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης. Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε στο ΙΚΑ το ίδιο ποσό των 600 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση του, αν και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, όπως αναφέρθηκε, μόνο για δύο (2) μερικότερες πράξεις (της 28-1-2002 και του Σεπτεμβρίου 2002, του ανωτέρω εγκλήματος). Έτσι όμως το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν αυτού πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στο πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, καθόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στο πολιτικώς ενάγον Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), την υπ' αριθμ. 647/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για την επιβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που επιδικάσθηκε στο ως άνω πολιτικώς ενάγον, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση. Καταδίκη κατηγορουμένου από δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τις δύο από τις τρεις μερικότερες πράξεις που είχε καταδικασθεί από το πρωτοβάθμιο και επιδίκαση της ίδιας χρηματικής ικανοποίησης στο πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή ποινικού νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη των δύο πρώτων ως αβάσιμων κατ' ουσία και παραδοχή του τρίτου. Αναίρεση εν μέρει καταδικαστικής απόφασης και παραπομπή στο ίδιο δικαστήριο μόνο κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στο πολιτικών ενάγον.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής βεβαίωση, Χρηματική ικανοποίηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 244/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4185/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.6.2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1028/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 272/24.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την 5.401/29-6-09 αίτηση του καταδικασμένου Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 4185/085 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα,[άρθρα 229 παρ.1 και 224 παρ.1,2 ΠΚ],σε συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 Ε την ημέρα, και εκθέτω τα ακόλουθα.
2- Η αίτηση ασκήθηκε από τον ίδιο τον καταδικασμένο με δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δε απόφαση, κατά της διαδικασίας της οποίας στρέφεται, έχει καταστεί αμετάκλητη, ύστερα από την έκδοση της 450/09 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η κατ' αυτής ασκηθείσα υπ' αυτού αίτηση, καθόσον δεν επιτρέπεται πλέον κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο. Ο λόγος που ασκείται έγκειται στο ότι μετά την οριστική του καταδίκη προέκυψαν νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε. Επομένως, η αίτηση είναι νομότυπη, επιτρεπόμενη από το νόμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2,παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία, (βλ. ΑΠ 1097/1995/ Π.ΧΡ. ΜΣΤ/1247 ΑΠ 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ/896, ΑΠ 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660) 3- Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [ΑΠ.756/93 ΠΧΡ.83/535, ΑΠ. 216/98 ΠΧΡ. 98/801]. 4-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα[άρθρα 229 παρ.1 και 224 παρ.1,2 ΠΚ],σε συνολική ποινή φυλάκισης 7 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 Ε την ημέρα, για τον εξής λόγο, όπως προκύπτει από την έκθεση του σκεπτικού της απόφασης: Μεταξύ των διαδίκων συνιδιοκτητών, διαμερισμάτων πολυόροφης οικοδομής στην οδό ... υφίσταται πολύχρονη αντιδικία στα πλαίσια της οποίας έχουν εκατέρωθεν υποβληθεί πολυάριθμες μηνύσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η από 28.7.01 μήνυση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος ενώπιον του Α AT... (μήνυση την οποία μεταγενέστερα επανέλαβε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών εγγράφως), επιβεβαιώνο-ντας ενόρκως τη σχετική κατάθεση του, στην οποία αναφέρει ότι περί ώρα 1.30 της 28.7.01 ο ήδη μηνυτής Ν στην είσοδο της πολυκατοικίας τον εξύβρισε, τον απείλησε και, κτυπώντας τον με γροθιές στο πρόσωπο και με κλωτσιές στα γεννητικά όργανα, του προκάλεσε σωματικές βλάβες και ζητεί την ποινική του δίωξη και τιμωρία. Με βάση την μήνυση αυτή ασκήθηκε κατά του Ν ποινική δίωξη για εξύβριση, απειλή και σωματική βλάβη, πράξεις για τις οποίες απαλλάχθηκε αμετακλήτως με το 3062/03 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η ανωτέρω μήνυση, στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος, αποδείχθηκε ότι είναι εν γνώσει ψευδής, όσον αφορά την καταγγελλόμενη μ' αυτή σωματική βλάβη, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέστη τις βλάβες που κατά τα διευκρινιζόμενα στην ενώπιον του Εισαγγελέα μήνυση του ήσαν εμφανείς (καρούμπαλα στο κεφάλι, οίδημα στο πρόσωπο). Πέραν του ότι αρνήθηκε να εξεταστεί από ιατροδικαστή, ο ιατρός που τον εξέτασε αυθημερόν δε διαλαμβάνει τίποτα σχετικώς και περιορίζεται σε διάγνωση αρτηριακής υπέρτασης που αποτελεί χρόνιο πρόβλημα του κατηγορουμένου χωρίς συσχέτιση και αναφορά στον ξυλοδαρμό, όπως θα αναμενόταν. Αντιθέτως η μήνυση δεν είναι εν γνώσει ψευδής όσον αφορά τα καταγγελλόμενα περί εξυβρίσεως και απειλής, εφόσον αποδεικνύεται ότι στον ανωτέρω τόπο και χρόνο πράγματι ήταν παρών ο μηνυτής, (ο οποίος ευχερώς και ταχέως μπορούσε να μεταβεί εκεί από τον τόπο εργασίας του με τη μηχανή του), και ο οποίος πράγματι απηύθυνε στον κατηγορούμενο εξυβριστικές και απειλητικές φράσεις.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, του οποίου η γνώση ως προς την μη πρόκληση σωματικών βλαβών είναι αυτονόητη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτήν πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μόνο κατά το σκέλος τους που αναφέρεται στην σωματική του βλάβη,αθώος δε αυτού που αναφέρεται στην εξύβριση και απειλή του.
Ήδη, με την κρινόμενη αίτησή του υποστηρίζει ότι το δικαστήριο έσφαλε που ήχθη στην καταδικαστική απόφαση, για τους εξής λόγους: Προσκομίζει τα εξής πέντε έγγραφα: 1) Την 107/09 βεβαίωση του ΙΚΑ του Τοπικού Καταστήματος ..., στην οποία αναφέρεται ότι η Β, που είχε εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως στη δίκη, απασχολείται στην επιχείρηση του παθόντος Ν σε πενθήμερη βάση, σύμφωνα με τη θεωρημένη κατάσταση εργασίας, 2) Την ... βεβαίωση της ΔΕΗ Περιοχής ..., στην οποία αναφέρεται ότι στις 28-7-1,ημέρα που φέρεται ότι είχε τελεσθεί σε βάρος του καταδικασμένου σωματική βλάβη με πρόθεση με δράστη τον ανωτέρω παθόντα των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, δεν σημειώθηκε καμία διακοπή ρεύματος, 3) Την από 19-2-09 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία καταθέτει ότι είδε τον παθόντα . στις 28-7-01 να βρίσκεται επί της οδού ... και έγινε αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού του ξυλοδαρμού του καταδικασμένου από τον .. 4) Την από 19-5-08 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ..., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία καταθέτει ότι άκουσε την μάρτυρα υπεράσπισης Β να λέει ότι ο Ν την υποχρέωσε να καταθέσει ψέματα στο δικαστήριο, ότι της χρωστάει δεδουλευμένες αποδοχές, ότι την απειλούσε ότι θα την σταματήσει από την εργασία της και ότι έτσι εξηγείται το γεγονός ότι δεν προσήλθε να καταθέσει στο δικαστήριο, την ημέρα που τον καταδίκασε. Και 5) την από 8-1-07 ένορκη κατάθεση του ..., κατοίκου Αθηνών, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στην οποία καταθέτει ότι στις 28-7-01 είδε τον παθόντα να εξέρχεται από την οικία του και έναν άλλον,που φορούσε γυαλιά, να φεύγει από την πολυκατοικία. Οι αποδείξεις όμως αυτές δεν συγκροτούν νέα γεγονότα και νεες αποδείξεις, όπως τα χαρακτηρίζει εσφαλμένα ο αιτών, τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, καθόσον την καταδίκη του για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα το δικαστήριο δεν την στήριξε στο γεγονός ότι ο καταμηνυθείς υπ' αυτού Ν δεν βρισκόταν στο ... στις 28-7-01 και ότι την ημέρα εκείνη δεν συνέβησαν διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά από το γεγονός ότι αυτός αρνήθηκε να εξετασθεί από ιατροδικαστή κατά το χρόνο της υποβολής της μηνύσεως, ώστε να διαπιστωθούν οι σωματικές κακώσεις που κατάγγειλε ότι του προξένησε ο παθών, και από το γεγονός ότι από τη συνταχθείσα αυθημερόν ιατροδικαστική έκθεση προκύπτει ότι δεν διαπιστώθηκαν από τον ιατροδικαστή οι σωματικές κακώσεις, τις οποίες είχε διαλάβει στη μήνυσή του. 'Οσον αφορά τη μαρτυρία του ..., ότι είδε τον παθόντα να κτυπά στο κεφάλι τον καταδικασμένο, δεν εξηγεί γιατί τον μάρτυρα αυτόν δεν τον επικαλέσθηκε στη δίκη, στην οποία καταδικάσθηκε.
5.-Κατ' ακολουθία, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί τούτος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί η 5.401/29-6-09 αίτηση του καταδικασμένου Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 4185/085 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Β- Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 475 παρ. 1 Κ.Π).Δ. "ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 μπορεί να γίνει ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης" και κατ' άρθρον 476 παρ. 1 ιδίου Κώδικος "όταν", εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό "έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο.... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο"..... Περαιτέρω κατά το άρθρο 525 Κ.Π.Δ. η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία υποβάλλεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου την ακύρωση της προσβαλλομένης με αυτή αμετακλήτου αποφάσεως. Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή, εφ' όσον δεν είναι ασυμβίβαστη προς την αίτηση αυτή και δια την ταυτότητα του νομικού λόγου, η εφαρμογή των άνω διατάξεων (των άρθρων 475, 476 Κ.Π.Δ.), όταν αυτή έχει υποβληθεί υπό του καταδικασθέντος, οπότε η επανάληψη διεξάγεται προς το συμφέρον του.
Συνεπώς ο τελευταίος αυτός, ο οποίος υπέβαλε τοιαύτη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο Χμε την κρινομένη από 29 Ιουνίου 2009 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη με την υπ' αριθμ. 4185/2008 αμετάκλητο απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού η κατ' αυτής αναίρεση απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 450/2009 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και δια της οποίας ούτος καταδικάσθη εις συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών δια ψευδή καταμήνυση και ψυδορκία μάρτυρος. Ο αιτών όμως με δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου παρητήθη της ανωτέρω αιτήσεώς του. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 Κ.Π.Δ.), καταδικαστεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουνίου 2009 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που επερατώθη με την υπ' αριθμ. 4185/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας κατ' ανάλογη εφαρμογή άρθρων 475, 474, 476, 525 ΚΠΔ. Δεν είναι ασυμβίβαστη η παραίτηση προς τη διαδικασία αυτή, εφόσον αυτή έχει υποβληθεί προς το συμφέρον του καταδικασθέντος. Μετά την παραίτηση, απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη (άρθρ. 513 § 1 ΚΠΔ).
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 248/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "..., (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 728/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 6385/2000 μη οριστική και 4401/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι διάδικοι με τις από 31-7-2001 και 20-9-2001 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν οι 528/2003 και 529/2003 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Η τελευταία απόφαση του Αρείου Πάγου έκανε δεκτή την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 6810/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη. Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών). Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ. Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ ΑΠ 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων εξέθετε με την από 9-3-1998 αγωγή του ότι προσελήφθη στις 23.4.1981 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ... (Ν.Π.Δ.Δ.) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καθαριστής και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 έως 31.12.1997, με βάση την προϋπηρεσία του και την ιδιότητα του ως εγγάμου με τρία άγαμα και άνεργα τέκνα, έπρεπε να του καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή του μισθολογικές διάφορές, σύμφωνα με τις κατά νόμο Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. , οι οποίες προέκυπταν, λόγω μη υπολογισμού του βασικού του μισθού, βάσει του εκάστοτε κατωτάτου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και του 8ώρου της εργασίας και μη χορήγησης των επιδομάτων τριετιών εκ ποσοστού 50% του βασικού του μισθού και της αμοιβής των δύο (2) ωρών ημερησίως του ν. 201/75, και λόγω μη υπολογισμού της προσαυξήσεως 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1057/80 επί του συνόλου των αποδοχών του, αλλά μόνο επί του βασικού του μισθού, καθώς και λόγω μη εφαρμογής ως εκ τούτου του άρθρου 9 της από 10.10.1989 Ε.Σ.Σ.Ε καθώς και μισθολογικές διαφορές από την τακτικώς παρεχόμενη εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες όπως και από την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία του. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο του οφείλει για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 51.784.974 δραχμών και να υποχρεωθεί από το ποσό αυτό να του καταβάλει 1.000.000 δραχμές. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 728/1999 απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι οφείλεται στον ενάγοντα από το εναγόμενο το ποσό των 6.625.188 δραχμών, υποχρεώνοντας την εκ του ποσού αυτού καταβολή 1.000.000 δραχμών. Επί των αντιθέτων εφέσεων που ασκήθησαν εκδόθηκε η 4401/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτές τις συνεκδικασθείσες εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, ότι ο αναιρεσείων εργάζεται από το έτος 1981 στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο ως καθαριστής, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και ότι με τις 5145/1990, 3808/1995 και 1405/1997 αποφάσεις του ίδιου Εφετείου, που εκδόθηκαν επί προηγούμενων αγωγών του για επιδίκαση σ' αυτόν μισθολογικών διαφορών για το συνολικό χρονικό διάστημα από 1-1-1985 έως 31-12-1993, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος διέπεται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και μετά την 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η Ε.Σ.Σ.Ε της ΠΟΕΔΗΝ, και επιδικάστηκαν έτσι σ' αυτόν μισθολογικές διαφορές του παραπάνω χρονικού διαστήματος με βάση τη Δ.Α. 42/1981 και το βασικό ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη, στο οποίο παραπέμπει ο όρος 28 της άνω Δ.Α. Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 9-3-1998 αγωγή όμοιες αξιώσεις του αναιρεσείοντος του επίδικου από 1-1-1994 έως 31-12-1997 μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν είχε μεταβληθεί το νομικό καθεστώς και οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, και αφού απέρριψε ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις αυτού από προσαυξήσεις αμοιβής του για την εργασία που παρείχε κατά τις Κυριακές και αργίες μέχρι το τέλος του έτους 1995, δέχθηκε, κατά τα λοιπά, την ένδικη αγωγή, λόγω του άνω δεδικασμένου, ως νόμω και· ουσία βάσιμη. Επί αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε το εναγόμενο εκδόθηκε η 529/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω 4401/2001 απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, ενώ αντίθετα απορρίφθηκε, με την 528/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος κατά της ίδιας απόφασης για το απορριφθέν κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τις αιτούμενες διαφορές για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες των ετών 1993, 1994 και 1995, λόγω παραγραφής. Το Εφετείο Αθηνών, μετά την παραπομπή της υποθέσεως σε αυτό με την προαναφερόμενη 529/03 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του, έκρινε, ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων υπαγόταν στο μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ως εκ τούτου ορθώς το αναιρεσίβλητο υπολόγισε τις αποδοχές της με βάση τις διατάξεις της τελευταίας αυτής ΣΣΕ. Ούτε, εξάλλου, έκρινε το Εφετείο, οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών συνιστούν διαφορές μεταξύ των ανώτερων αποδοχών που ελάμβανε στις 30-6-1988 με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς και των τυχόν κατώτερων που από 1-7-1988 της καταβλήθηκαν με βάση το νέο μισθολογικό καθεστώς, αλλά διαφορές μεταξύ των κάθε φορά καταβαλλόμενων κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο και των κάθε φορά δικαιούμενων ανώτερων αποδοχών με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα εξακολούθησε να ισχύει και μετά την κατά την 1-7-1988 έναρξη ισχύος της άνω από 22-12-1988 ΣΣΕ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 αυτής, η οποία, όμως, δεν έχει την έννοια που της αποδίδει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι με τις 5145/1990, 3808/1995 και 1405/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου που εκδόθηκαν επί προηγουμένων συναφών αγωγών του για επιδίκαση σ'αυτόν μισθολογικών διαφορών για το συνολικό χρονικό διάστημα από 1- 1-1985 έως 31-12-1993, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η σχέση εργασίας του με το εναγόμενο δεν διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της εν λόγω από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από εκείνο της 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς, διότι, όπως έκρινε το Εφετείο, το απορρέον από τις αποφάσεις αυτές δεδικασμένο περιορίζεται στο ζήτημα που κρίθηκε για την περίοδο στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω αποφάσεις και δεν εκτείνεται και σε μεταγενέστερες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, αφού οι νέες αυτές αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέο νομικό καθεστώς και συγκεκριμένα στις ισχύουσες για το επίδικο χρονικό διάστημα από 21-3-1994 και 2-4-1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα της νομικής αιτίας και, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη, έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος- αναιρεσείοντος και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου Νοσοκομείου ως και κατ' ουσία βάσιμη, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο, δεύτερο μέρος, από τους αριθμούς 8 περ. β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αφενός παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του περί απορρίψεως ως απαραδέκτου της έφεσης, λόγω αντιφατικότητας των λόγων της και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση.Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβασίμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί την έφεση κατ' ουσία μετά από εξέταση του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της, έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε και, επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτους τους λόγους της έφεσης, λόγω αντιφατικότητας αυτών (παραγραφή ανύπαρκτων απαιτήσεων, επίκληση μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο ισχυρίζεται το εκκαλούν - αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο ότι δεν εφαρμόζεται), εφόσον η διάταξη αυτή αναφέρεται στις ενώπιον του δικαστηρίου ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που καθιστούν άκυρα ή απαράδεκτα τα εισαγωγική της δίκης έγγραφα, όπως η έφεση (εκπρόθεσμη άσκηση, προσβλητό ή όχι με έφεση απόφασης, ποιοι δικαιούνται σε άσκηση έφεσης) και όσες ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις δημιουργούντα κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία. Το απαράδεκτο λόγου έφεσης δεν υπάγεται στην άνω διάταξη, αφού όταν αυτό συντρέχει, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη όπως έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως νόμω αβάσιμη.
Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες "επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης ζητήματος της εφαρμογής του μισθολογικού καθεστώτος, αφού, εφαρμόζει ταυτοχρόνως και το μισθολογικό καθεστώς της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. και το αντίθετον αυτού μισθολογικόν καθεστώς των Ν. 1505/84, 1810/88 κλπ. βάσει της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ και ούτω δεν καθίσταται σαφές ποίου εκ των αντιθέτων τούτων μισθολογικών δέχεται την εφαρμογήν", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο, πρώτο, δεύτερο, τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 16 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι " κατά παράβασιν των διατάξεων των άρθρων 106, 110, 322, 324, 330 και 331 του Κ. Πολ. Δικ. και 6 παρ. 1 της δια του ΝΔ. 53/74 κυρωθείσης ΕΣΔΑ, άμα δε και κατ' εσφαλμένην ερμηνείαν κι' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του Ν. 1876/90, εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις των παραγράφων 28 της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και 12 και 13 της 74/82 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και των άρθρων 680 ΑΚ., 9 της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, 1,2,3 και 14 της από 21.3.1994 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., και 1,2,3 και 18 της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., κατ' εσφαλμένην εκτίμησιν των υπ' αριθμ. 5145/90, 3808/95 και 1405/97 αμετακλήτων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και των υπό κρίσιν εφέσεων και αγωγής μου και των επ' αυτών εκδοθεισών 4401/01 Αποφ. του Εφετείου Αθηνών και 529/03 Αποφ. του Α.Π." και χωρίς να λάβει υπόψη του τα προταθέντα ενώπιον του Εφετείου από τον αναιρεσείοντα σχετικώς με την ύπαρξη δεδικασμένου εκ των αναφερομένων στην αίτησή του αποφάσεων και επί των μνημονευομένων σε αυτή θεμάτων, δε δέχθηκε ότι οι αποφάσεις αυτές παράγουν δεδικασμένο και για το ότι η ένδικη σχέση εργασίας διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και για το μεταγενέστερο κρίσιμο χρονικό διάστημα και όχι από εκείνο της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Το Εφετείο, όμως, που δέχθηκε όσα πιο πάνω στην πρώτη σκέψη αναφέρθηκαν, και το οποίο, όπως προεκτέθηκε, έλαβε υπόψη του σχετικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το νόμο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις παραπάνω αποφάσεις, για τις αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν το μεταγενέστερο από 1-1-1994 έως 31-12-1997 χρονικό διάστημα, συμμορφούμενο, άλλωστε, και προς την πιο πάνω αναφερόμενη 529/2003 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου (άρ. 580 § 4και , 581 § 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες, κατά περίπτωση, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981 με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 περ. β του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση στην έκβαση της δίκης, όπως την ύπαρξη δεδικασμένου, και όχι όταν, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου. Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε την υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομική βασιμότητα του προβαλλόμενου περί δεδικασμένου λόγου εφέσεως, συμμορφούμενο ταυτόχρονα με τα οριζόμενα σχετικώς με την 529/2003 παραπεμπτική 529/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου (αρ. 580 παρ.4 ΚΠολΔ). Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτήν αρχή της διαθέσεως της συζητήσεως "αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Η αυτεπάγγελτη έρευνα από τα δικαστήρια για την ύπαρξη, ή όχι, δεδικασμένου και για την νομιμότητα της αγωγής ή των λόγων εφέσεως , είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 110 § 1 ΚΠολΔ, 4 § 1 και 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, να αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να δικάζονται δίκαια και αμερόληπτα. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση της νομιμότητας της αγωγής ή των λόγων εφέσεως από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων του Ν.Π.Δ.Δ. να προβάλλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της κρίσεως αυτής του δικαστηρίου. Επομένως , ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 106 του Κ. Πολ. Δικ., που απαγορεύουν τη λήψη υπόψη ισχυρισμών, που δεν προβάλλονται από τους διαδίκους, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση εις την έκβαση της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο, δεύτερο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 16 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "κατ' εσφαλμένη ερμηνεία κι' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν. 201/75 και 19 του Ν. 1505/84 άμα δε και κατά παράβασιν του δεδικασμένου των υπ' αριθμ. 5145/90, 3808/95 και 1405/97 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε ότι δεν εδικαιούτο την αμοιβήν των 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/75 .... ενώ, κατ' ορθήν ερμηνείαν κι' εφαρμογήν των διατάξεων τούτων και κατά μη παράβασιν του δεδικασμένου των αποφάσεων τούτων έδει να δεχθή ότι εδικαιούμην την αμοιβήν ταύτην". Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για τη μη λήψη υπόψη του πιο πάνω δεδικασμένου είναι απορριπτέος για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται και στο σχετικό τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπου προβάλλονται οι ίδιες αιτιάσεις. Κατά το πρώτο μέρος, που προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε τις διατάξεις του άρ. 2 παρ.3 του ν. 201/75, ο λόγος αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη, ο αναιρεσείων δεν ζητούσε με την αγωγή του διαφορές αποδοχών μεταξύ των ανώτερων αποδοχών που ελάμβανε στις 30-6-1988 με βάση το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς και των τυχόν κατώτερων, που από 1-7-1988 καταβλήθηκαν με βάση το νέο μισθολογικό καθεστώς, αλλά διαφορές μεταξύ των κάθε φορά καταβαλλόμενων κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο και των κάθε φορά δικαιούμενων ανώτερων αποδοχών με βάση τις διατάξεις του προϊσχύσαντος μισθολογικού καθεστώτος, το οποίο σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα εξακολούθησε να ισχύει και μετά την κατά την 1-7-1988.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση (αρ.καταθ.284/29-2-08) για αναίρεση της 6810/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μισθολογικές διαφορές εργαζομένου (καθαριστή) σε νοσηλευτικό ίδρυμα. (Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ"). Δεδικασμένο. Μεταβολή νομικού καθεστώτος της 42/81 ΔΔΔΔ Πειραιώς από την 22-12-1988 ΕΣΣΕ. Αίτηση αναίρεσης αποφάσεως με τα αναίρεση προηγούμενης που έκρινε ότι υπήρχε δεδικασμένο. Λόγοι αναίρεσης από το άρ. 559 αρ. 1,8,14,16,19 ΚΠολΔ. Ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό της περί απορρίψεως ως απαραδέκτου της έφεσης λόγω αντιφατικότητας των λόγων της και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση. Ο από τον αρ. 19 λόγος αναίρεσης δ)Δεν ιδρύεται ότι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη (ΑΠ 1005/08). Λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη δεδικασμένου. Ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981, χωρίς να προταθεί. Για παράβαση άρ. 106, ΚΠολΔ και 6 ΕΣΔΑ. Απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 252/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, υπαλλήλου πρώην Κλητήρα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Υπουργείου Εξωτερικών και ήδη μόνιμου υπαλλήλου του ΥΠΕΞ σε θέση του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων ΣΤ' τάξης, υπηρετούντος ως συμβασιούχος υπάλληλος στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Κουβέϊτ (Κουβέϊτ) και νυν στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Ναϊρόμπι (Κένυα). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον Σταύρο Σπυρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1351/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4179/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-9-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 29-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και να απορριφθούν οι λοιποί.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (αρθ. 150 παρ. 1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξ άλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παραγρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν. Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν.419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14%για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ ότι : "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ. 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 παρ. 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψη τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (αρθρ. 43 παρ. 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν.419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 παρ. 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 παρ. 1 ν. 1256/1982, Α'65) όπου, με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως, (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια. Με βάση δε την παρεχομένη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής ή κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1953 κοινή υπουργική απόφαση. Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979) με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο. Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρ. 131 παρ. 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητος, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ.14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος , την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε ότι την 28-11-1991 προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Κουβέϊτ, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Επιτετραμμένου Πρέσβη της Ελλάδος στο Κουβέϊτ. Ότι ο ενάγων είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, που γεννήθηκε στις 9-8-2001, ότι το εναγόμενο αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και οικογενειακά βάρη, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 για επίδομα στέγασης και από 9/8/2001για επίδομα τέκνου έως 21/1/2003, (ημερομηνία κατά την οποία έχει καταταγεί σε μόνιμη θέση διοικητικών υπαλλήλων), κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων και των ΚΥΑ, που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης όρισαν ότι οι προσαυξήσεις καταβάλλονται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για οικογενειακά βάρη (ένα ανήλικο τέκνο), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαύξησης για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, αφού ο ενάγων δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή, με την προαναφερθείσα ΣΤ1/Μ/Φ. 083 - 13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη, για το ως άνω χρονικό διάστημα, παραβίασε τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί κατά ένα μέρος τους, οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τους οποίους προτείνεται η παραπάνω παραβίαση. Αντίθετα το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των ν. 419/1976, 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και 100 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του εναγομένου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του ενάγοντος δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης κ.λ.π.) υπό τις οποίες τελούν κάθε μία από τις κατηγορίες των προαναφερομένων υπαλλήλων και 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και 2 παρ.3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά. Επομένως, οι αντίθετοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ανωτέρω λόγοι αναίρεσης(πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος), κατά το σκέλος τους που αφορά το προαναφερθέν κονδύλιο, των δαπανών στέγασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενοι στον πρώτο από το άρθρο 559.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η προμνημονευθείσα ΚΥΑ ίσχυε μέχρι την 31/12/2000 και συνεπώς δεν καταλαμβάνει το τμήμα της απαίτησής του για το επίδομα στέγασης από 1-1-2001 και μετά, ( για το τμήμα της απαιτήσεως του για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε με την, από 27/12/2005. έφεση του), δεν στηρίζονται στον νόμο. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλλει ότι από την 1-1-2001 ισχύει η 083/ΕΥΑ/ΑΣ/11254/22-1-2001 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, η οποία καθόρισε την αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και όρισε ότι το επίδομα στέγασης, που αποτελεί προσαύξηση και παρακολούθημα του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, δικαιούνται όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στην αλλοδαπή, εφόσον δεν τους παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, μη θέτοντας καμία περαιτέρω προϋπόθεση και, επομένως, το εν λόγω επίδομα το δικαιούνται όλοι οι υπάλληλοι ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο υπηρετούν στο εξωτερικό, αν δηλαδή υπηρετούν βάσει απόσπασης, μετάθεσης ή με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμοι, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του. Επομένως, ο αναιρέσεων θα εδικαιούτο την επίμαχη προσαύξηση και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), μόνο αν κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την εδικαιούτο. Αυτό όμως δεν συνέβη, αφού , σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσείων, που δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, δεν εδικαιούτο, κατά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), την προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, που χορηγήθηκε με την ισχύουσα, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ, σε αντίθεση με τα προσαύξηση που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη ( τέκνων).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, γιατί απορρίφθηκε η αγωγή, ως μη νόμιμη χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Τέλος, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι είχε με την ατομική σύμβασή του συμφωνηθεί, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούνται από το μισθό του εσωτερικού διοικητικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού το εριζόμενο ζήτημα δεν αφορά στην καταβολή επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, αλλά στις επί του επιδόματος αυτού προσαυξήσεις, που παρέχονται βάσει των προαναφερομένων διατάξεων. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 22 παρ.2 του ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, την 4179/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα ανάμεσα στους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.- Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών που υπηρετούν στο εξωτερικό. Προσαυξήσεις επιδόματος για οικογενειακά βάρη και για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης. Οικ κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ. 11 του μν.419/1976 ή του άρθρου 135 παρ. 5 του ν.2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουδιοδοτικούς νόμους, όπως σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Οι αποφάσεις αυτές βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και είναι ανίσχυρες. Η ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ, που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και, συνεπώς, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού. Η 083/ΕΥΑ/ΑΣ.11254/22-1-2001 ΚΥΑ δεν επέφερε μεταβολή για το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου και το οποίο, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν.419/1976, διατηρεί το συμβατικό καθεστώς του, και εξακολουθεί να αμείβεται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.2594/1998. Αίτηση αναίρεσης υπαλλήλου Πρεσβείας που προσλήφθηκε το 1992 ως κλητήρας, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και του οποίου η αγωγή για την επιδίκαση των πιο πάνω προσαυξήσεων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τον από 559.1 λόγο. Βάσιμος ο από το αρ.559.1 λόγος ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη και αβάσιμος, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης. Λόγοι αναίρεσης από τους με αρ. 558.-9.8 (αλυσιτελής) και 19(δεν προβάλλεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη). Αναιρεί εν μέρει
| null | null | 0
|
Αριθμός 254/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σπηλιώτη, για αναίρεση της 104α, 105, 106/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 596/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-3-2009 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104α, 105, και 106/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 εδ. α, 310 παρ. 1 και 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης (αρ. 311 εδ. β' ΠΚ), το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος του παθόντος ή της διάνοιάς του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 του ΠΚ "1.- Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2.- Άμυνα είναι η αναγκαία προβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3.- Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βάθρο επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που αποτελούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 23 του ΠΚ "όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς αναφέρει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ΠΚ, αλλά όπως στη συνέχεια η ίδια διάταξη αναφέρει, και από τις λοιπές περιστάσεις. Ο δικαστής από όλα τα πραγματικά περιστατικά θα σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άμυνας ποιο ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας και ο αμυνόμενος το υπερέβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω επί καταδίκης για υπέρβαση των ορίων άμυνας, πρέπει να καθορίζεται από το δικαστήριο στην απόφαση, ποιο το αναγκαίο μέτρο και κατά ποιο άλλο τρόπο μπορούσε να αποκρουστεί η επίθεση. Περαιτέρω, πρέπει να διασαφηνίζεται και να αιτιολογείται στην απόφαση αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση ή αμέλεια, δεδομένου ότι είναι διαφορετική η ποινική μεταχείριση του υπαιτίου, εφόσον δε γίνει επίκληση από τον κατηγορούμενο πραγματικών περιστατικών που, αν υποτεθούν αληθινά, στοιχειοθετούν τον από το άρθρο 23 παρ. 2 ΠΚ προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή, δηλαδή υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου άμυνας λόγω φόβου ή ταραχής, πράγμα που κρίνεται υποκειμενικά δηλαδή σε σχέση με το συγκεκριμένο δράστη, η απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, πρέπει επίσης να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα και συγκεκριμένα πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση, εκτός από τις συνθήκες της άμυνας και της υπέρβασης των ορίων της τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η υπέρβαση δεν δικαιολογείται από το φόβο ή την ταραχή, και γενικά από την ψυχική πίεση που η επίθεση προκάλεσε στον αμυνόμενο. Τέλος, εφόσον ο κατηγορούμενος ζητήσει να του αναγνωριστεί ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, όπως της ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος (παρ. 2 γ'), δεδομένου ότι η παραδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, και σε κάθε περίπτωση, αν συντρέχει και άλλος λόγος για τη μείωσή της κατά το άνω μέτρο, θα ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική ως προς τον ισχυρισμό αυτό κρίση του. Τέλος, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει απόφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομέρως κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 13/9/2002 και ώρα 15.00 ο κατηγορούμενος X, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη τη σύζυγο του ΑΑ, εκινείτο επί της ΠΕΟ ...-..., με κατεύθυνση προς ... Όταν έφθασε στο 49ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, στο ύψος του διασταθμού "...", πραγματοποίησε υπέρβαση του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES το οποίο οδηγούσε ο ΒΒ με συνοδηγό τον πατέρα του Ψ. Την υπέρβαση αυτή ο ως άνω οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου θεώρησε προφανώς αντικανονική, γι' αυτό ανέπτυξε ταχύτητα και με τη χρήση των φώτων και των ηχητικών οργάνων έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Ο τελευταίος, μετά από 500 μέτρα περίπου στάθμευσε το αυτοκίνητό του στο δεξιό άκρο της οδού επί του ερείσματος, και αμέσως μετά ο οδηγός του φορτηγού στάθμευσε το δικό του αυτοκίνητο λίγα μέτρα πιο μπροστά του (περί τα 10 μέτρα). Αμέσως κατέβηκε από αυτό ο οδηγός του ΒΒ, και κατευθύνθηκε προς το μέρος του κατηγορουμένου, που είχε στο μεταξύ κατεβεί και αυτός από το αυτοκίνητό του, (ενώ ο πατέρας βρισκόταν κάτω και δίπλα από το φορτηγό), και φωνάζοντας και υβρίζοντάς τον (τον κατηγορούμενο), ζήτησε εξηγήσεις για την, κατά την άποψη του, αντικανονική υπέρβαση που πραγματοποίησε, ενώ ταυτόχρονα του επιτέθηκε, χτυπώντας αυτόν με τα χέρια του στο θώρακα και στην αριστερή ζυγωματική χώρα, προκαλώντας σ' αυτόν εκδορές θώρακα, θλάση θώρακα, εκδορές αριστερής παρειάς, ρήξη τυμπανικού υμένα, οίδημα πτερυγίου και ζυγωματικής χώρας αριστερά, όπως βεβαιώνεται στις αναγνωσθείσες κατά τα άνω δύο ιατρικές βεβαιώσεις, του Δ/ντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του Νοσοκομείου Θηβών ... που εξέτασε αυτόν την 18/9/2002 και του Δ/ντή του Τμήματος Ω.Ρ.Λ. του Νοσοκομείου Λειβαδιάς ... που εξέτασε αυτόν την 20/9/2002, οι οποίες βεβαιώσεις δεν μπορούν να αναιρεθούν από την αντίθετη ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., κατά την οποία "ουδέν το ίδιον παρατηρήθηκε κατά την αντικειμενική εξέταση", λόγω της αοριστίας της, λαμβανομένου υπόψη ότι σ' αυτή δεν αναγράφεται αν ο εξεταζόμενος παραπονείται για πόνους, ζάλη κ.τ.λ., όπως συνηθίζεται να αναγράφεται στις εκθέσεις αυτές. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οποίες πληρούν τους όρους της άδικης και παρούσας επίθεσης του άρθρου 22 του ΠΚ, αναγκάστηκε να υπερασπισθεί τον εαυτό του, προκειμένου να αποτρέψει αυτήν την συνεχιζόμενη άδικη επίθεση που δέχτηκε και τον συνακόλουθο κίνδυνο που διέτρεχε, όπως δέχθηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Κατάφερε λοιπόν μία γροθιά εναντίον του θύματος, και συγκεκριμένα στο πρόσωπο του, η οποία (γροθιά) ήταν το αναγκαίο μέσο άμυνας για την υπεράσπισή του από την παρούσα κα άδικη επίθεση που δέχθηκε. Υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας δεν προκύπτει, όσον αφορά το μέσον που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, δηλαδή την γροθιά του. Προκύπτει όμως υπέρβαση όσον αφορά την ένταση του χτυπήματος, η οποία ήταν μεγαλύτερη της αναγκαίας (το χτύπημα έγινε κατά τρόπο εντονότερο του αναγκαίου) για την απόκρουση της επιθετικής ενέργειας του θύματος, δηλαδή ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε υπέρτερη δύναμη και ισχύ από την αναλογούσα για την απόκρουση της επίθεσης. Η υπέρβαση αυτή συνάγεται από το γεγονός ότι το θύμα από την γροθιά που δέχθηκε ωθήθηκε προς το οδόστρωμα (δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι το θύμα έχασε την ισορροπία του, λόγω παλαιού κατάγματος στο αριστερό του πόδι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, αφού το παλαιό αυτό κάταγμα είχε πορωθεί, το θύμα οδηγούσε χωρίς κανένα πρόβλημα και δραστηριοποιείτο επιτυχώς σε ατομική βιοτεχνία επεξεργασίας ξηρών καρπών). Υπέρβαση επίσης προκύπτει και όσον αφορά το μέρος του σώματος στο οποίο τον χτύπησε, δηλαδή το πρόσωπο, το οποίο, ως ν γνωστόν, είναι ευαίσθητο και ευπαθές σημείο του ανθρωπίνου σώματος. Το αναγκαίο μέτρο στην συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο αρκούσε για αποτρέψει ο κατηγορούμενος την απειλούμενη με την επίθεση βλάβη του, συνίστατο σε χτύπημα με την γροθιά του, κατά ηπιότερο τρόπο, ώστε να μην ωθηθεί ο παθών προς το οδόστρωμα, και σε λιγότερο ευπαθή και ευαίσθητα σημεία, όπως ο θώρακας ή το στομάχι (κανείς δεν ωθείται ούτε ζαλίζεται, δεχόμενος γροθιά στο θώρακα ή το στομάχι), τα οποία ήταν λιγότερο επικίνδυνα, πρόσφορα όμως για την απόκρουση της επίθεσης. Λόγω της έντασης του χτυπήματος αυτού, και μάλιστα στο ευαίσθητο σημείο, δηλαδή το κεφάλι, καθ' υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου, το θύμα ωθήθηκε προς το οδόστρωμα, άλλα και ζαλίστηκε, λόγω δε της ώθησης και της ζάλης, έπεσε στο οδόστρωμα, σε απόσταση 1,45 μέτρα από το χωμάτινο έρεισμα (και μάλιστα κάθετα προς τον άξονα αυτού, από την μέση και επάνω το σώμα του εντός του οδοστρώματος), κατά την χρονική στιγμή δε της πτώσεώς του, διερχόμενο από το σημείο εκείνο το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με οδηγό την ΓΓ, τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε θανάσιμα, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα κατά τα άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής, στην οποία αναφέρεται, ως αιτία θανάτου, βαρείες κακώσεις κεφαλής και δεξιού άνω άκρου, συμβατές με τροχαίο ατύχημα (η οποία, ΓΓ, συγκατηγορουμένη του στο πρωτόδικο δικαστήριο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αθωώθηκε). Η κατά τα ανωτέρω υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας δεν οφείλεται σε πρόθεση του κατηγορουμένου, αλλά σε αμέλειά του, δεδομένου ότι δεν επέδειξε την απαιτουμένη κατά την αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, και μπορούσε ο ίδιος με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, γνώσεις και ικανότητες να καταβάλει, προκειμένου να αποτρέψει την συνεχιζόμενη παρούσα και άδικη επίθεση που εδέχετο από τον επιτιθέμενο, χτυπώντας αυτόν με την γροθιά του στο θώρακα ή στο στομάχι, όπως εδικαιούτο, αλλά χτύπησε το θύμα με την γροθιά του, κατά τρόπο εντονότερο του αναγκαίου, στο πρόσωπο (ευπαθές και ευαίσθητο σημείο), μη προβλέποντας το τελικώς επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα. Ούτε εξ άλλου αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος υπερέβη τα όρια της άμυνας εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, η οποία έλαβε χώρα μόνον από το θύμα, το οποίο σημειωτέον ήταν άοπλο (δεν έφερε μαζί του όπλο, μαχαίρι ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, κατάλληλο για επίθεση), και όχι και από τον πατέρα του, ο οποίος παρευρισκόταν μεν πλησίον του χώρου όπου έγινε το επεισόδιο, αλλά δεν έλαβε μέρος σ' αυτό, όπως σχετικώς κατάθεσε (πέραν του πατέρα του θύματος), τόσον ο αυτόπτης μάρτυρας ΔΔ, ο οποίος παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας, όσον και η συγκατηγορουμένη του ΓΓ, οι οποίοι κατέθεσαν με απόλυτη γνώση και βεβαιότητα ότι είδαν μόνο δύο άτομα να "τσακώνονται" μεταξύ των σταθμευμένων αυτοκινήτων, και όχι τρία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και κατέθεσε η παρευρισκόμενη σύζυγος του ΑΑ, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ΕΕ, γνωστός της αδελφής του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά "σύμπτωση" είδε το ατύχημα, δεν σταμάτησε όμως, αλλά προσφέρθηκε να καταθέσει ό,τι υπέπεσε στην αντίληψή του. Κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν και αποδεικνύονται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου ως άνω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε, και ιδίως από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ, πατέρα του θύματος, παρόντος κατά το συμβάν, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι καταθέσεις των οποίων ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποιο από τα λοιπά στα πρακτικά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία, και μάλιστα ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, εφ όσον οι μάρτυρες αυτό δεν κατέθεσαν κάτι για την πιο πάνω πράξη, αλλά ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, επενεχθείσας καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας εξ αμελείας, και πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα στο δικαστήριο γνώμη έξη μελών του (απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί άρσεως του καταλογισμού, λόγω υπερβάσεως των ορίων της άμυνας εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, άρθρο 23 εδάφιο β' του ΠΚ) να κηρυχθεί ένοχος αυτής.
Ένα μέλος του δικαστηρίου, η ένορκος Κυριακούλα Κώτση είχε την γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για την πράξη που του αποδίδεται λόγω άμυνας που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής. Περαιτέρω αναγνωρισθούν ομόφωνα στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε του ΠΚ, καθ' όσον αποδείχθηκε ότι αυτός μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή πέραν του λευκού ποινικού μητρώου που διαθέτει, και το οποίο αποτελεί σοβαρή ένδειξη περί τούτου), ενώ μετά την τέλεση της πράξεως, σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης, συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (από τον Σεπτέμβριο 2002 μέχρι σήμερα). Απορριφθούν όμως ομόφωνα οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2γ του ΠΚ, καθ' όσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει των ως άνω συνθηκών τελέσεως της πράξεως, η αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, και 2δ, καθ' όσον δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά (αλλά ούτε και έγινε επίκληση τέτοιων περιστατικών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ΑΠ 1198/1990, ΠΧ 1990,σελ.1211), τα οποία να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε ειλικρινά για την πράξη του και έμπρακτα, δηλαδή ζήτησε ή επεδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής, και μάλιστα με συγκεκριμένη συμπεριφορά έναντι της οικογένειας του θύματος, μόνο δε το γεγονός ότι αυτός δήλωσε ότι μετάνοιωσε για την πράξη του, δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό (ΑΠ 809/97 ΠΧ ΜΗ 248). Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα θανατηφόρου σωματικής βλάβης (άρθρο 311 Β' ΠΚ), καθ' υπέρβαση από αμέλεια των ορίων της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ) μετ' απόρριψη του ισχυρισμού του ότι προέβη στην πράξη του αυτήν εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση του παθόντος-αποβιώσαντος ΒΒ και τον καταδίκασε σε φυλάκιση 14 μηνών, μετά την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμου του ισχυρισμού ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του (κατηγορουμένου) οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ (όχι και των περ. γ' και δ' της ίδιας παραγράφου και του ιδίου άρθρου), της οποίας (ποινής) ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) χρόνια. Με αυτόν που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτό, καθώς, επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει στο αιτιολογικό της ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: α) περί υπέρβασης των ορίων της άμυνας από τον κατηγορούμενο κατά την απόκρουση της άδικης και παρούσας επίθεσης του μόνο από τον αποβιώσαντα ΒΒ, από αμέλειά του και β) μη υπέρβαση των ορίων της άμυνας αυτής εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η αμέσως προηγηθείσα επίθεση του ανωτέρω προσώπου, όχι και τον πατέρα του Ψ, όπως κατά τον αναιρεσείοντα υποστηρίζεται ότι είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα της θανατηφόρου σωματικής βλάβης καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, καθόσον την αρχική βαριά σωματική βλάβη στον ως άνω παθόντα τέλεσε με πρόθεση και ειδικότερα όπως αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που συμπληρώνει παραδεκτά το αιτιολογικό της, τον χτύπησε με την γροθιά του στο πρόσωπο και μάλιστα με σφοδρότητα που δεν ήταν αναγκαία για να αποτρέψει την εκδηλωθείσα εναντίον του επίθεση", ενώ ο επακολουθήσας της προαναφερόμενης βαριάς σωματικής βλάβης θάνατος του θύματος οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (άρθρα 29, 310 παρ. 1 και 2 και 511 εδ. β' ΠΚ) και ειδικότερα ως μη προβλέψαντος, λόγω ελλείψεως της προσοχής την οποία όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις και μπορούσε ο ίδιος να καταβάλει ότι το θύμα μπορούσε να πέσει στο οδόστρωμα (όπου διεξήχθη η μεταξύ τους διένεξη) και να ζαλισθεί εξαιτίας της έντασης και του σημείου του σώματός του (προσώπου του) που δέχθηκε τη γροθιά του όπως και πράγματι συνέβη, χωρίς να μπορεί ο παθών να αντιδράσει περαιτέρω, να παρασυρθεί και τραυματισθεί θανάσιμα από το διερχόμενο κατά τη χρονική στιγμή της πτώσεως του (κάθετα μέσα στο οδόστρωμα) από το σημείο εκείνο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΓΓ (αρχική κατηγορουμένη για ανθρωποκτονία για αμέλεια με θύμα τον ΒΒ).
Επομένως, οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, με την επισήμανση ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και παραδοχή ισχυρισμών του αναιρεσείοντος από την προηγουμένη της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 490, 491 και 492/2007 αθωωτικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου (Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών) δεν ασκεί καμμία επιρροή μετά την αναίρεση της τελευταίας με την υπ' αριθμ. 1786/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ... Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση) είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από τοπ δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ.
Στην περίπτωση που ερευνάται, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 122, 123 και 124/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδας, το δικαστήριο το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό την ένδικη υπόθεση, δέχθηκε μεταξύ άλλων, ότι "ο κατηγορούμενος, βγήκε από το αυτοκίνητό του, ενώ συγχρόνως βγήκαν (από το δικό τους αυτοκίνητο) πρώτος ο συνοδηγός, πατέρας του θύματος Ψ και εν συνεχεία το θύμα ΒΒ. Οι δύο τελευταίοι καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης των δύο αυτοκινήτων, κινήθηκαν απειλητικά προς τον κατηγορούμενο, εξυβρίζοντάς τον τα τρία αυτά άτομα συναντήθηκαν εν τέλει κοντά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, όπου μετά από εξυβριστικές φράσεις μεταξύ τους συνεπλάκησαν. Ο κατηγορούμενος, δεχόμενος επίθεση με γροθιές από το θύμα, αμύνθηκε καταφέροντας γροθιά στο πρόσωπο του θύματος. Ενώ το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε, δικάζοντας κατ' έφεση κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο πατέρας του θύματος και συνοδηγός στο υπ' αριθμ. κυκλοφορία ... ΙΧΦ αυτοκίνητο Ψ δεν έλαβε μέρος καθ' οιονδήποτε τρόπο στο επεισόδιο και ειδικότερα στην επίθεση κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Και στις δύο αποφάσεις όμως η παραδοχή είναι η ίδια ως προς το ζήτημα της επίθεσης και άμυνας μεταξύ του θύματος ΒΒ και αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δηλονότι ο αναιρεσείων δέχθηκε επίθεση μόνο από το θύμα ΒΒ και μόνο κατ' αυτού αμύνθηκε, με τον ίδιο τρόπο και προκαλώντας με την εγκληματική συμπεριφορά του τα ίδια αποτελέσματα. Εξάλλου η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, χωρίς την παραδοχή κάποιου ελαφρυντικού για την ανωτέρω πράξη, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν ποινή φυλάκισης 26 μηνών, ενώ το δευτεροβάθμιο με την παραδοχή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και ε ΠΚ του επέβαλε την ποινή φυλάκισης των 14 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε, ήτοι η θέση του βελτιώθηκε και δεν χειροτέρευσε από οιαδήποτε άποψη (πραγματική, νομική επιβολή κυρώσεων) από την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η θέση του χειροτέρευσε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η σε βάρος του επίθεση έγινε μόνο από το θύμα ΒΒ και όχι και από τον πατέρα του Ψ που συνδέεται με τα όρια ή μη της άμυνας ή της υπέρβασης του και την εντεύθεν διαφορετική ποινική μεταχείριση του με την παραδοχή ότι η άμυνα του ήταν κατά ενός επιτιθεμένου και όχι κατά δύο ατόμων, είναι αβάσιμη, εντεύθεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν χειροτέρευσε τη θέση του αναιρεσείοντος και δεν υπερέβη την εξουσία του. Γι' αυτό ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2009 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104α, 105, και 106/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Θανατηφόρος σωματική βλάβη καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας (άρθρα 311 εδ. β' και 23 ΠΚ). Καταδικαστική απόφαση για κατηγορούμενο που έριξε δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του θύματος, το οποίο ζαλίσθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα, όπου γινόταν ο καβγάς τους για την οδήγηση των οχημάτων τους, και όπου παρασύρθηκε από επερχόμενο τρίτο όχημα και επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του. Απόρριψη ισχυρισμού κατηγορουμένου ότι προέβη στην ενέργειά του αυτή λόγω του φόβου και ταραχής του από την επίθεση του θύματος. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (στέρηση νόμιμης βάσης της απόφασης). Απόρριψη αμφότερων των λόγων αναίρεσης ως αβασίμου και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 239/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Φέστα, περί αναιρέσεως της 1377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο χωρίς δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 786/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ ορίζεται ότι οποίος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως. Ως γεγονός κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και στην ευπρέπεια. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που διαδίδει ή ισχυρίζεται είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό αυτό γεγονός. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον με τον απαραίτητο όμως όρο ότι η εκδήλωση αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλο τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό.
Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1377/2009 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος- Χ με την από 28/5/2003 μήνυσήη του που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, στρεφόμενος μεταξύ άλλων προσώπων και κατά του νυν μηνυτή Ψ, ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος, υπό την ιδιότητά του ως συνήγορος πολιτικής αγωγής της Ζ, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών κατά τη δικάσιμο της 20/5/2003, κατά την άσκηση των καθηκόντων του έκανε χρήση της από 14/10/2000 ψευδούς ιατρικής βεβαιώσεως, την οποία είχε εκδώσει ο ιατρός του Κέντρου Υγείας Σχηματαρίου ... (επίσης τότε εγκαλούμενος), αν και εγνώριζε ότι το εν λόγω πιστοποιητικό ήταν αναληθές. Επί πλέον ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε με την προαναφερόμενη μήνυσή του ότι ο πολιτικώς ενάγων Ψ, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του κατά την ίδια δικάσιμο (20/5/2003) ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι ο νυν κατηγορούμενος Χ δεν είχε δικό του τηλέφωνο και ότι έκοψε την τηλεφωνική σύνδεση της πελάτιδός του Ζ (θεία του κατηγορουμένου), μολονότι γνώριζε ότι το τηλέφωνο της τελευταίας ήταν ήδη κομμένο, και ότι με τους ισχυρισμούς αυτούς των ψευδών γεγονότων τον συκοφάντησε και εξαπάτησε το δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1981 και 1982/2003 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο Χ ένοχο των πράξεων της όλως ελαφράς σωματικής βλάβης από πρόθεση και της εξυβρίσεως. Επίσης ο κατηγορούμενος Χ με την από 6/7/2003 συμπληρωματική μήνυση που κατέθεσε ομοίως ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θηβών, μεταξύ άλλων προσώπων και κατά του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, ισχυρίσθηκε ότι αυτός ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών κατά την ίδια ως άνω δικάσιμο της 20/5/2003, υπό την ιδιότητά του ως συνήγορος πολιτικής αγωγής " ...βλέποντας τα καταλυτικά στοιχεία που ξεσκεπαζόντουσαν, μεθόδεψε για να εξαπατήσει το δικαστήριο, έβαλε τη πρώτη μηνυομένη Ζ και κατάθεσε άλλη ψευδή περιγραφή". Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η σχετική γνωμάτευση από 17/10/2000 στην οποία βεβαιώνεται ότι η Ζ εξετάσθηκε στις 14/10/2000 από τον αγροτικό ιατρό ... ήταν ψευδής ή πλαστή, αφού ο ιατρός αυτός ασκούσε τα καθήκοντά του στο Κέντρο Υγείας Σχηματαρίου. Πιθανόν δε από παράλειψη του ιατρού να μην περιελήφθη η σχετική εξέταση στα Μητρώα των ασθενών του ως άνω Κέντρου Υγείας. Τα ως άνω περιστατικά περί τραυματισμού της πελάτιδός του Ζ που ισχυρίσθηκε ο μηνυτής ως συνήγορος πολιτικής αγωγής κατά τη δικάσιμο της 20/5/2003 ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Θηβών, τα εξέθεσε όπως του τα μετάφερε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, η ανωτέρω εντολέας του, η οποία του παρέδωσε και τη σχετική ιατρική βεβαίωση, και σε εκτέλεση του υπηρεσιακού του καθήκοντος , σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (άρθρα 39 παρ. 1, 45 παρ.1, 46 παρ. 1 και 47 παρ. 1 ΝΔ3026/1954), κατά τις οποίες ο δικηγόρος έχει υποχρέωση και καθήκον να φέρει εις πέρας κάθε ανατεθειμένη σ' αυτόν υπόθεση, χωρίς να είναι δυνατόν να αξιωθεί από αυτόν, να ελέγξει προηγουμένως την ακρίβεια των περιστατικών, τα οποία ιστορεί ο πελάτης ή τη γνησιότητα των εγγράφων που του προσκομίζουν. Μάλιστα οι δύο εγκλήσας του κατηγορουμένου (αρχική και συμπληρωματική) κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του νυν μηνυτή Ψ, απορρίφθηκαν με την υπ' αριθ. 8/2004 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θηβών, ενώ εν συνεχεία απορρίφθηκε και η ασκηθείσα υπ' αριθμ. 1/17/3/2004 προσφυγή του τότε εγκαλούντος και νυν κατηγορουμένου Χ με την υπ' αριθμ. 216/2004 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Με τις ίδιες διατάξεις απορρίφθηκαν οι ως άνω εγκλήσεις του νυν κατηγορουμένου κατά το μέρος που στρέφονταν αφ' ενός κατά του ιατρού ... για την φερόμενη ως ψευδή ιατρική βεβαίωση που εξέδωσε στις 14/10/2000, και αφ' ετέρου κατά της Ζ για χρήση της εν λόγω βεβαιώσεως, δεδομένου ότι είχε προηγηθεί το υπ' αριθμ. 30/2003 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θηβών για τα πρόσωπα αυτά. Ο κατηγορούμενος πίστευε ότι τα ως άνω γεγονότα που ισχυρίσθηκε ήταν αληθή, καθόσον αυτός, κατόπιν Εισαγγελικής παραγγελίας, είχε λάβει από το Κέντρο Υγείας Σχηματαρίου την υπ' αριθμ. 61/20/1/2001 βεβαίωση στην οποία αναγραφόταν ότι σύμφωνα με τα τηρούμενα στοιχεία στα Μητρώα ασθενών του Κ.Υ., στην ημερομηνία 14/10/2000δεν είχε εξετασθεί ασθενής με το όνομα Ζ. Η ύπαρξη του εγγράφου αυτό ήταν ικανή να δημιουργήσει την πεποίθηση στον κατηγορούμενο ότι το ως άνω επίμαχο ιατρικό πιστοποιητικό που είχε προσκομίσει ο μηνυτής Ψ ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Θηβών στις 20/5/2003 ήταν ψευδές. Ακόμη ο κατηγορούμενος πίστευε ότι ο ισχυρισμός του Ψ ότι αυτός (κατηγορούμενος) είχε κόψει το τηλέφωνο της Ζ ήταν ψευδής, αφού σε κανένα από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα του Ο.Τ.Ε δεν κατονομάζεται το πρόσωπο που είχε προβεί στην εν λόγω αποσύνδεση της τηλεφωνικής συνδέσεως, λαμβανομένου υπόψη και της έντονης αντιδικίας που είχε ανακύψει μεταξύ του κατηγορουμένου και της Ζ. Καίτοι όμως ο κατηγορούμενος τα όσα περιέλαβε στις δύο εγκλήσεις του είχε την πεποίθηση ότι ήταν αληθή, παρά ταύτα ισχυριζόμενος αυτά ενώπιον τρίτων προσώπων, ήτοι του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θηβών δικαστικών γραμματέων και υπαλλήλων, γνώριζε ότι ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή Ψ (τότε κατηγορουμένου), αφού εμπεριέχουν ονειδισμό και αμφισβήτηση της επαγγελματικής εντιμότητας του τελευταίου, ο οποίος φερόταν να μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των δικηγορικών του καθηκόντων και μάλιστα σε μία σχετικά μικρή επαρχιακή πόλη, όπου διαδίδονται εύκολα στο ευρύτερο κοινό, διαπράττοντας το αδίκημα της απλής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και θα εκτεθεί στο διατακτικό, για το οποίο πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ο ισχυρισμός του ότι τα όσα ανωτέρω περιέλαβε στην έγκληση του αποτελούσαν ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του στη διαφύλαξη και προστασία του οποίου απέβλεπε, και συγκεκριμένα υπεράσπιση του για τη φραστική και δυσφημιστική επίθεση που δέχθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 20/5/2003 από τον εγκαλούντα Ψ, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να περιορίσει τη μήνυση του στο συγκεκριμένο αυτό περιστατικό, χωρίς περαιτέρω επέκταση και στα παραπάνω αναφερθέντα, τα οποία δεν συνδέονταν με τις φραστικές επιθέσεις του νυν μηνυτή κατά του προσώπου του περί αναφορών και μηνύσεων κατά δικαστών με σκοπό την τρομοκράτηση τους, πράξη για την οποία ο μηνυτής Ψ καταδικάσθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 6037/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ερειδόμενος στο άρθρο 367 του ΠΚ. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής διώξεως και κατά συνέπεια του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί για τις διωκόμενες πράξεις , λόγω αοριστίας, εκτός του ότι δεν προβάλλεται με ειδικό λόγο εφέσεως, και διότι η από 15/12/2003 έγκληση του Ψ κατά του κατηγορουμένου περιέχει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των αδικημάτων για τα οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, αφού ο εγκαλών εκθέτει στη μήνυσή του τα συγκεκριμένα χωρία των από 28/5/2003 και 6/7/2003 μηνύσεων του κατηγορουμένου, όπως αυτός τα περιγράφει στις εγκλήσεις του ισχυριζόμενος επί πλέον ότι είναι ψευδή και συκοφαντικά, δυνάμενα τα περιστατικά αυτά να συμπληρωθούν και από την αποδεικτική διαδικασία.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ,αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανα την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 362 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών .Και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται ο δόλος του κατηγορουμένου με την παράθεση πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει η γνώση του ότι τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή και τη θέληση του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτων τα βλαπτικά γεγονότα, καθώς επίσης πλήρως αιτιολογείται και η απόρριψη των προβληθέντων από αυτόν αυτοτελών ισχυρισμών περί εφαρμογής του άρθρου 367 του ΠΚ, την οποία το δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και δεν την εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση, και περί απαραδέκτου της ασκηθείσας ποινικής διώξεως.
Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠΔ.), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1377/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδίκη για απλή δυσφήμηση. Λόγοι αναίρεσης: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας 2) Εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 367 ΠΚ. Απορρίπτονται λόγοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση απλη.
| 1
|
Αριθμός 231/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπασωτηρίου, περί αναιρέσεως της 2925/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 7 Δεκεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 532/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α του ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, τέτοια δε περίπτωση υπάρχει και όταν η αίτηση αναιρέσεως ασκηθεί εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22-10-2008 αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 84/22-10-2008 έκθεση του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2925/2007 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καθαρογράφηκε και καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 1-4-2008, οπότε και άρχισε η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, αφού η απόφαση απαγγέλθηκε με παρόντα τον ήδη αναιρεσείοντα. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι επ' αυτής από 15-12-2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως αφού προϋπόθεση του παραδεκτού του είναι η άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2008 αίτηση και τους από 7-12-2009 πρόσθετους λόγους του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2925/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη και επίσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, αφού προϋπόθεση του παραδεκτού τους είναι η άσκηση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 230/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 3094/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 630/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ενοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παράγωγο αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προήλθε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα δε η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου και ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του παραπάνω περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προήλθε ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης.
Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. ii του ν. 2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και έγινε ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά κατά το άρθρο 2 Π.Κ. και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα τιμωρουμένη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό ήδη των 73.000 ευρώ.... Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφιο στ' του Π.Κ., που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για προορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο του δράστη ως προς το ψευδές της παραστάσεως, αποκρύψεως ή αποσιωπήσεως και την επιδίωξή του για προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή για άλλον με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανωμένου ή του τρίτου με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό προσπορισμού του παρανόμου περιουσιακού οφέλους, άλλως η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά την άνω έννοια αιτιολογίας. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων όπως είναι αυτές του άρθρου 386 παρ. 3 Π.Κ. και του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει στην ποινική απόφαση όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και όσον αφορά στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι είναι οι ισχυρισμοί που κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί των αορίστως προβαλλομένων τέτοιων ισχυρισμών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ..
Περαιτέρω η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, υπάρχει δε εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3094/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων Ψ, συνοδευόμενος από τον ως μάρτυρα εξετασθέντα ..., που εργάζοταν ως τεχνίτης στην επιχείρηση εμπορίας ελαστικών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών του άνω εγκαλούντος λειτουργούσα στην ... με την μορφή ομόρρυθμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ και ΣΙΑ Ο.Ε" ήλθαν στην ... στις αρχές Φεβρουαρίου 2000 και επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στο κατάστημά του από όπου ο τελευταίος ασκούσε παρόμοια εμπορία, ύστερα από σύσταση κάποιου γνωστού του που του είχε υποδείξει, τον κατηγορούμενο για να προμηθευθεί ελαφρώς μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα τα οποία θα προέρχονταν από τον ΟΔΔΥ. Εκεί είδαν να είναι σταθμευμένο ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο πολυτελούς κατασκευής, εργοστασίου ... καθώς και άλλα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα έξω από το κατάστημα του κατηγορουμένου. 'Εγιναν τότε από τον ήδη αναιρεσείοντα εν γνώσει του παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών προς τον πολιτικώς ενάγοντα καθόσον σε σχέση με το πολυτελές ΙΧΕ αυτοκίνητο ... εμφάνισε τούτο ο κατηγορούμενος ότι ήταν δικό του ενώ για τα λοιπά σταθμευμένα έξω από το κατάστημά του αυτοκίνητα δήλωσε στον πολιτικώς ενάγοντα ότι ήταν εξ αυτών που προμηθευόταν ελαφρώς μεταχειρισμένα μέσω των γνωριμιών και διασυνδέσεων που διέθετε στον ΟΔΔΥ σε πολύ συμφέρουσες χαμηλές τιμές και τα οποία στη συνέχεια διέθετε σε ενδιαφερόμενους τρίτους προσθέτοντας ότι στις ίδιες χαμηλές τιμές είχε τη δυνατότητα να προμηθεύσει στον πολιτικώς ενάγοντα και ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγά αυτοκίνητα όμοια προς τα άνω σταθμευμένα αλλά και μοτοσυκλέτες. Από άλλα ευρισκόμενα στο παραπάνω κατάστημα άτομα που εμφανίσθηκαν ως αγοραστές τέτοιων αυτοκινήτων επιβεβαιώθηκαν όσα ισχυρίσθηκε ο ήδη αναιρεσείων για το ότι μπορούσε να προμηθεύσει αυτοκίνητα ΙΧΕ και μοτοσυκλέτες στον πολιτικώς ενάγοντα κατά τον τρόπο που του είχε αναφέρει. Ακόμη παρέστησε ο αναιρεσείων στον πολιτικώς ενάγοντα για να τον εμπιστευθεί ο τελευταίος ότι διέθετε αξιόλογη περιουσία, ότι διέθετε πολυτελές ξενοδοχείο στο ... και ότι ήταν φερέγγυο άτομο και ότι αυτή η περιουσία του σε συνδυασμό με τις γνωριμίες και διασυνδέσεις του επέτρεπαν την απόκτηση των οχημάτων από τον ΟΔΔΥ σε χαμηλές τιμές.
Οι άνω παραστάσεις στις οποίες προήλθε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδείς διότι αυτός δεν διέθετε ούτε γνωριμίες ούτε διασυνδέσεις στον ΟΔΔΥ και δεν μπορούσε να προμηθεύσει σε άλλους αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες από τον άνω Οργανισμό, δεν είχε δε ο κατηγορούμενος ούτε ιδιόκτητο ξενοδοχείο στο .πολυτελές ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου ... και τα άλλα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα έξω από το κατάστημά του ανήκαν όχι σ' αυτόν αλλά τα είχε μισθώσει από τρίτους αναμένοντας την επίσκεψη του εγκαλούντος για να τον πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών του, επίσης δε οι παρευρισκόμενοι στο κατάστημά του κατά τον χρόνο που μετέβη εκεί ο πολιτικώς ενάγων ήταν άτομα που είχε συγκεντρώσει εκεί ο κατηγορούμενος για να τον ενισχύσουν στην προσπάθειά του να πείσει τον πολιτικώς ενάγοντα να δεχθεί όσα του πρότεινε. Με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε σκοπό να πείσει τον εγκαλούντα να του καταβάλει το τίμημα της αγοραπωλησίας δήθεν από τον ΟΔΔΥ αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών και να αποκομίσει έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντος αφού δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος να επιτύχει την αγορά τέτοιων οχημάτων κατά τον άνω τρόπο. Πείσθηκε από αυτές τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου και κατέβαλε σ' αυτόν ο πολιτικώς ενάγων εντός του διμήνου Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2000 τμηματικά το συνολικό ποσό των 37.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα α) την 1-2-2000 ποσό 1.500.000 δρχ., β) την 18/2/2000 ποσό 1.5000.000 δρχ., γ) την 25-2-2000 ποσό 1.000.000 δρχ. και έτερο ποσό επίσης 1.000.000 δρχ., δ) την 7-3-2000 ποσό 6.000.000 δρχ. ε) την 14-3-2000 ποσό 12.00.000 δρχ. και στ) την 24-3-2000 ποσό 14.000.000 δρχ. προκειμένου να προβεί ο κατηγορούμενος στην τακτοποίηση των αναγκαίων εγγράφων και εν συνεχεία στην αγορά για λογαριασμό του εγκαλούντος 1) ενός αυτοκινήτου ΙΧΕ εργοστασίου ... τύπου ..., 2) δύο αυτοκινήτων ΙΧΕ εργοστασίου ... τύπου Α4 και Α3 αντιστοίχως, 3) δύο αυτοκινήτων τύπου ..., 4) 59 μοτοσυκλετών, τα οποία δεν είχε την πρόθεση ούτε την δυνατότητα να του προμηθεύσει ο κατηγορούμενος με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία ου είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών ο εγκαλών, ο οποίος ενεργούσε ατομικώς και όχι με την ιδιότητα του εκπροσωπούντος την άνω ομόρρυθμη εταιρεία και να πλουτίσει παρανόμως κατά το αντίστοιχο ποσό ο κατηγορούμενος. Επίσης για να κάνει τον πολιτικώς ενάγοντα να μην ανησυχεί και να τον πείσει περί της ειλικρινείας όσων του εδήλωσε, ο κατηγορούμενος στις 23-3-2000 υπέγραψε την αναγνωσθείσα υπεύθυνη δήλωση επί εντύπου του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 περί του ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 37.000.000 δρχ. για την πώληση των ανωτέρω οχημάτων και ότι σε περίπτωση που δεν θα γινόταν αυτή οφείλει αυθημερόν να του επιστρέψει τα χρήματα μετά δε από την δήλωση αυτήν καταβλήθηκε από τον εγκαλούντα το υπόλοιπο των 14.000.000 δρχ. στον κατηγορούμενο και συμπληρώθηκε έτσι το συνολικώς για την άνω αιτία καταβληθέν ποσό των 37.000.000 δρχ.. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά άνω περιστατικά αποδεικνύονταν και από όσα κατέθεσαν ο πολιτικώς ενάγων, ο προαναφερθείς εργαζόμενος στην επιχείρησή του και ο έτερος μάρτυρας ... για τον οποίο αναφέρεται στην απόφαση ότι συγκαταλέγεται σε όσους έπεισε με τον ίδιο τρόπο ο κατηγορούμενος και του απέσπασε την ίδια χρονική περίοδο το χρηματικό ποσό των 3.300.000 δραχμών ενώ γίνεται ακόμη λόγος και για έτερο άτομο τον ..., από τον οποίο ο κατά τις περαιτέρω παραδοχές της ίδιας αποφάσεως απέσπασε ο κατηγορούμενος ενεργώντας ομοίως ως άνω τμηματικά ποσό 10.000.000 δραχμών και για την οποία πράξη του ενώ είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, όταν εισήχθη για να εκδικασθεί κατ' έφεση η υπόθέση, λόγω του ότι είχε επιστραφεί στον άνω παθόντα το ποσό αυτό και προήλθε σε σχετική δήλωση εκείνος που παραιτήθηκε από την πολιτική αγωγή, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος με την επίσης αναγνωσθείσα 2556/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακόμη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο κατηγορούμενος από το ποσό των 37.000.000 δρχ. που δέχεται ότι του καταβλήθηκε για την άνω αιτία επέστρεψε ποσό αντιστοιχο των 9.000 ευρώ στον πολιτικώς ενάγοντα όπως κατέθεσε ο τελευταίος και προβάλλει οικονομική αδυναμία επιστροφής του υπολοίπου, κρίθηκε δε από το Εφετείο αβάσιμος ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η διαφορά του με τον πολιτικώς ενάγοντα ήταν αστικής φύσεως. Δέχθηκε τέλος το Εφετείο όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ήδη αναιρεσείων διέπραττε κατ' επανάληψη απάτες, ότι είχε δημιουργήσει υποδομή με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση της αξιοποίνου αυτής πράξεως και προέκυπτε σκοπό του προς πορισμό εισοδήματος. Με τις σκέψεις αυτές δέχθηκε το Εφετείο ότι στοιχειοθετείτο πλήρως η πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο τον οποίο κήρυξε ένοχο απάτης, τελεσθείσης κατ' επάγγελμα με την παράσταση των άνω ψευδών γεγονότων από αυτόν προς τον εγκαλούντα, από τα οποία πείσθηκε και του κατέβαλε το δίμηνο Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2000 το συνολικό ποσό των 37.000.000 δραχμών, η δε προξενηθείσα ζημία και το περιουσιακό όφελος που αποκόμισε και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ένοχο κακουργηματικής απάτης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάσει τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 13 στοιχ. στ' και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/1996 και με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς τα ψευδή γεγονότα σε παράσταση των οποίων προήλθε ο κατηγορούμενος προς τον εγκαλούντα και ότι αποδείχθηκε όπως δέχεται το Εφετείο ότι αυτά δεν ήταν αληθινά διότι δεν είχε γνωριμίες ούτε διέθετε διασυνδέσεις ο κατηγορούμενος στον ΟΔΔΥ για να μπορεί μέσω αυτών να προμηθεύεται αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες που να τα διαθέτει στη συνέχεια σε χαμηλές τιμές στους ενδιαφερόμενους να αγοράσουν τέτοια οχήματα ούτε είχε περιουσιακά στοιχεία όπως ξενοδοχείο στο ... και πολυτελές επιβατηγό αυτοκίνητο ... δικά του και από τα περιστατικά αυτά που από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προέκυπταν προσδιοριζόταν και ο δόλος του ως προς την εν γνώσει του ψευδούς αυτών παράσταση των γεγονότων αυτών και την επιδίωξη προσπορισμού μέσω αυτών παρανόμου περιουσιακού οφέλους εκ μέρους του κατηγορουμένου για τον εαυτό του. Εκτίθενται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς τα περιστατικά από τα οποία κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυπτε η πράξη στην οποία προήλθε ο εγκαλών δηλαδή η καταβολή από αυτόν τμηματικά εντός του διμήνου από Φεβρουάριο έως και Μάρτιο 2000 των αθροιζομένων συνολικά σε 37.000.000 δραχμές επιμέρους χρηματικών ποσών προς τον κατηγορούμενο και αιτιολογείται ότι η περιουσιακή αυτή διάθεση ήταν άμεση συνέπεια της απατηλής ενεργείας του κατηγορουμένου, δηλαδή της παραστάσεως των άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία οδηγήθηκε ο εγκαλών που παραπείσθηκε στην καταβολή αυτών των ποσών στον κατηγορούμενο, καθώς και η αντίστοιχη προς το επιδιωχθέν από τον κατηγορούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος ζημία που επήλθε στην περιουσία του παθόντος και ότι το ποσό αυτής υπερέβαινε τα 25.000.000 δραχμές. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 386 Π.Κ. υπό την επίκληση άνευ ειδικότερου προσδιορισμού, ασαφειών και αντιφάσεων καθώς και ότι είναι εντελώς τυπική η αιτιολογία της αποφάσεως και γίνεται πιστή αντιγραφή του διατακτικού της καθόσον περιέχονται και στο σκεπτικό και στο διατακτικό της πληττόμενης αποφάσεως εκτός από τα τυπικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε το δικαστήριο της ουσίας την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως.
Διαλαμβάνονται εξ άλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά όσον αφορά τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος καθόσον για να στηρίξει την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δεν περιορίζεται στην κατά λέξη επανάληψη της διατυπώσεως του κειμένου του νόμου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά δέχθηκε ότι προέκυψε από τα αναφερόμενα από τους εξετασθέντες μάρτυρες ότι ο κατηγορούμενος εκτός από τα χρήματα που απέσπασε από τον εγκαλούντα και τον ζημίωσε με αντίστοιχο παράνομο δικό του πλουτισμό, με τον ίδιο τρόπο (εννοώντας, με παρόμοιες παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών) επέτυχε να αποσπάσει την ίδια χρονική περίοδο χρήματα και από άλλους παθόντες όπως ο ... από τον οποίο απέσπασε 3.300.000 δρχ. και ο ... από τον οποί απέσπασε το συνολικό ποσό των 10.000.000 δρχ. και στα περιστατικά αυτά θεμελιώνονταν επαρκώς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προέκυπτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης από τον κατηγορούμενο και ότι αποσκοπούσε αυτός στον πορισμό εισοδήματος με αυτές τις πράξεις του χωρίς να ασκεί επιρροή ότι δεν καταδικάσθηκε τελικώς ο κατηγορούμενος για την σε βάρος του ... απάτη και αιτιολογείται κατά τον επιβαλλόμενο τρόπο και η κρίση του για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης ανεξάρτητα από όσα περαιτέρω αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για το ότι είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με σκοπό επανειλημμένης τελέσεως της ίδιας αξιοποίνου πράξεως κατάλληλη υποδομή αν και ως προς την συνδρομή της τέλεσης της απάτης όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου από τον κατηγορούμενο γίνεται μνεία ότι είχε φροντίσει αυτός να μισθώσει από τρίτους εν όψει της αναμενόμενης επισκέψεως του πολιτικώς ενάγοντος τα αυτοκίνητα που είδε ο τελευταίος σταθμευμένα έξω από το κατάστημα της επιχειρήσεως του κατηγορουμένου και να παρίστανται στο κατάστημά του οι εμφανισθέντες ως δήθεν αγοραστές τέτοιων αυτοκινήτων προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την παράθεση των στοιχείων από τα οποία προέκυπτε η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε όσον αφορά την επανειλημμένη τέλεση και την διάπραξη της με τη μορφή της υποδομής που είχε δημιουργήσει κατ' επέκταση δε και ως προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος.
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ζητήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο η απαλλαγή από την κατηγορία του πελάτη του με τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για αστική διαφορά άλλως να κριθεί με επιείκεια και με ελαφρυντικά. Τον πρώτο από τους παραπάνω ισχυρισμούς που αποτελούσε όχι αυτοτελή αλλά αρνητικό της κατηγορίας απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμο και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του πέραν όσων δέχθηκε επί της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιοποίνου πράξεως ότι προέκυψαν και της ενοχής του γι' αυτήν.
'Οσον αφορά το αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ούτε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού καθόσον το παραπάνω αίτημα δεν προβλήθηκε σαφώς και ορισμένως και με την επίκληση των θεμελιούντων αυτό πραγματικών περιστατικών και της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περιστάσεως η συνδρομή της οποίας έπρεπε να αναγνωρισθεί και είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 3094/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2010
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημιάς τελεθείσα κατ' επάγγελμα, η από την οποία περιουσιακή ζημία του παθόντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του δράστη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ευρώ 73.000). Απορρίπτει κατ' ουσία αναιρέσεις κατά καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας τα στοιχεία της απάτης χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις στις παραδοχές της ως προς τις ψευδείς παραστάσεις γεγονότων εκ μέρους του δράστη στον εγκαλούντα, το δόλο του υπαιτίου για το ψευδές των παραστάσεων και την επιδίωξη προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους και τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης του παθόντος καθώς και της συνέπεια αυτής της πλάνης συμπεριφοράς του απατηθέντος από εμπεριείχε περιουσιακή διάθεση από την οποία επήλθε βλάβη στην περιουσία του. Αιτιολογημένα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως από το δράστη της απάτης κατ' επάγγελμα εφόσον εκτίθενται περιστατικά για την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από το δράστη έναντι και άλλων εξαπατηθέντων με σκοπό πορισμόν εισοδήματος. Δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την απόρριψη αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για αστική φύσεως διαφορά ούτε ήταν υποχρεωτική η απάντηση του δικαστηρίου της ουσίας αιτιολογημένα σε αορίστως προβληθέντα από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 229/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 44-45/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 815/2009
.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 249/20.7.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1 και 3 και 528 του Κ.Π.Δ. την από 10-5-2009 αίτηση του Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 44-45/11-1-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα, από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο κατά συναυτουργία (άρθρα 45, 98 και 386 παρ. 3 και 1 Π.Κ.) και εκθέτω τα ακόλουθα:Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ. ΝΑ'896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 50).
Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθ. 44-45/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αμετάκλητη, αφού με την υπ'αριθ. 2284/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η εναντίον της ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ, καταδικάσθηκε για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, που συνίσταται στο ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στις Σέρρες κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Σεπτεμβρίου 1991 μέχρι 19-10-1991 από κοινού ενεργώντας με τους άγνωστους δράστες Ν α.λ.σ. και Ζ α.λ.σ. με σκοπό ν' αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ζημίωσαν ξένες περιουσίες, πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, τις δε πράξεις αυτές τέλεσαν κατ' επάγγελμα, ενώ οι συνθήκες με τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις μαρτυρούν ότι οι δράστες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Χ, με σκοπό να προσπορισθεί ο ίδιος και οι άγνωστοι συνεργοί του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας ξένες περιουσίες, εμφανίσθηκε μαζί με τους άγνωστους συνεργούς του στην πόλη των Σερρών στις αρχές Σεπτεμβρίου 1991, οδηγώντας ένα ακριβό καινούριο αυτοκίνητο BMW με γερμανικό αριθμό κυκλοφορίας και ζήτησε από τον Θ να του εκμισθώσει ένα κατάστημα, το οποίο βρίσκεται στην οδό ..., ισχυριζόμενος ότι θα το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα χονδρικής πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών. Τον συνόδευε ο συνεργός του Ν α.λ.σ. τον οποίο εμφάνισε ως συνεργάτη του και η συνεργός του Ζ α.λ.σ., η οποία εμφανιζόταν ως σύζυγος του. Πράγματι μίσθωσε το κατάστημα και ζήτησε από το Θ να του αφήσει προσωρινά τη τηλεφωνική του σύνδεση ώσπου να του χορηγηθεί στον ίδιο σύνδεση από τον ΟΤΕ και συνήψαν μισθωτήριο συμβόλαιο, επιδεικνύοντας του ένα διαβατήριο του Γενικού Προξενείου Μονάχου, γιατί ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε μαζί του την ταυτότητά του. Με το μισθωτήριο αυτό συμβόλαιο και βεβαίωση από το ΤΕΒΕ ..., προσήλθε στην Α' Δ.Ο.Υ ..., όπου έκανε έναρξη επιτηδεύματος για επιχείρηση πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στ συνέχεια εμφανίστηκε στις Τράπεζες: α) Υποκατάστημα Τράπεζας Εργασίας ... στις 2-9-1991, όπου αφού ισχυρίστηκε ότι άνοιξε επιχείρηση πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών, επέδειξε δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος και το διαβατήριο του και αφού έκανε κατάθεση ποσού 400.000 δρχ., εκ των οποίων ανέλαβε μέσα σε λίγες ημέρες τις 350.000 δρχ., άνοιξε τον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό όψεως και πήρε μπλοκ επιταγών 10 φύλλων, β) στη Τράπεζα Κρήτης στις 5-9-1991, όπου, αφού ισχυρίσθηκε τα ίδια περί της εμπορίας δήθεν αυτού, κατέθεσε 150.000 δρχ. και άνοιξε τον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό όψεως έλαβε μπλοκ επιταγών 10 φύλλων. γ) Τέλος προσήλθε Υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας ... στις 18-10-1991 και αφού επέδειξε και πάλι δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος και έκανε κατάθεση 10.000 δρχ. άνοιξε τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό όψεως και έλαβε μπλοκ επιταγών 10 φύλλων. Όλες αυτές τις ενέργειες, δηλαδή, μίσθωση καταστήματος, δήλωση έναρξης επιτηδεύματος, άνοιγμα λογ/σμών σε τρεις Τράπεζες, δεν τις έκανε για να ασκήσει πράγματι το επάγγελμα του εμπόρου πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών, όπως ισχυριζόταν, αλλά για να παραπλανήσει διαφόρους εμπόρους ότι πράγματι είναι σοβαρός επιχειρηματίας και να τους πείσει να του πουλήσουν διάφορα εμπορεύματα, τα οποία δεν πλήρωνε, αλλά έδινε μεταχρονολογημένες ισόποσες με την αξία των εμπορευμάτων επιταγές, οι οποίες ήταν ακάλυπτες και να παραλάβει στη συνέχεια τα εμπορεύματα αυτά μαζί με τους συνεργούς του και να εξαφανισθούν προ της ημερομηνίας εμφανίσεως των επιταγών και της ανακαλύψεως της απάτης που τους έγινε, σκοπεύοντας έτσι να προσπορισθεί ο ίδιος και οι συνεργοί του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία ξένων περιουσιών, δηλαδή των εμπόρων των οποίων αγόρασε χωρίς πραγματικό αντάλλαγμα διάφορα προϊόντα. Συγκεκριμένα α)στις αρχές Οκτωβρίου 1991 συνοδευόμενος από τον συναυτουργό των πράξεων Ν α.λ.σ. και την Ζ α.λ.σ. η οποία εμφανίστηκε ως σύζυγος του πήγαν στο κατάστημα του Ζ2 και αφού του παρέστησαν ψευδώς ότι θα λειτουργήσει κατάστημα χονδρικής πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών στο μισθωμένο κατάστημα της οδού ...τον έπεισε να του πουλήσει διάφορα έπιπλα συνολικής αξίας 720.000 δρχ., δεχόμενος αντί μετρητών την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας ..., μεταχρονολογημένη για τις 20-10-1991 ποσού 720.000 δρχ. την οποία πράγματι εξέδωσε στις 10-10-1991, όταν παρέλαβε τα έπιπλα. Την ημερομηνία της παραλαβής ο Ν α.λ.σ. παρήγγειλε άλλα τρία έπιπλα βάσης κομπιούτερ αξίας 200.000 δρχ., τα οποία παραδόθηκαν από τον Ζ2 στις 16-10-1991 οπότε ο κατηγορούμενος Χ εξέδωσε επιταγή της Εθνικής Τράπεζας μεταχρονολογημένη για 21-10-1991 ποσού 200.000 δρχ. Όταν στις 21-10-1991 εμφανίσθηκαν οι επιταγές για να πληρωθούν, δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε κάλυψη αυτών και σφραγίσθηκαν, ανακάλυψε δε ο έμπορος ότι ο Χ είχε εξαφανισθεί από το κατάστημα του απ' όπου έλειπαν σχεδόν όλα τα έπιπλα, εκτός ελαχίστων, τα οποία και πήρε πίσω, αξίας 200.000 δρχ., και έτσι υπέστη περιουσιακή ζημία 720.000 δρχ., β) Στις 3-10-1991 κατά τη διάρκεια εκθέσεως ηλεκτρονικών ειδών στη Θεσσαλονίκη με την επωνυμία INFOSYSTEM 1991, ο κατηγορούμενος Χ, συνοδευόμενος από τους συνεργούς του Ν α.λ.σ. και Ζ α.λ.σ. τους οποίους εμφάνιζε ως συνεργάτη του και συζυγό του αντίστοιχα, επισκέφθηκαν το περίπτερο της εταιρίας "ΓΡΑΦΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. ΑΦΟΙ ..." και τους είπαν ότι διατηρεί ο πρώτος κατάστημα πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών στις ... και εκδήλωσε ενδιαφέρον για συνεργασία με την εταιρία αυτή ηλεκτρονικών υπολογιστών, φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων και FAX. Όταν είχε επιπλώσει πλέον το κατάστημα κάλεσε το Δ/ντή πωλήσεων ...να τον επισκεφθεί στο κατάστημα του στις ... για να του δώσει παραγγελία. Ο Δ/ντής διεπίστωσε ότι πρόκειται για καλά οργανωμένο κατάστημα και δέχθηκε να του πουλήσει τρία φωτοαντιγραφικά μηχανήματα μάρκας RICOH με στοιχεία FT-2260 το ένα και IR-1 τα άλλα δυο, 3 FAX τύπου RICOH-08 και ένα FAX RICOH-85 καθώς και ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή Η/Υ ΑΤ-286 40 Μ.Β. με έγχρωμη οθόνη, συνολικής αξίας 1.829.520 δρχ. Συμφώνησαν το 50% να πληρωθεί με επιταγή κατά την παράδοση και το 50% με επιταγή σε 45 ημέρες. Η παράδοση έγινε στις 18-10-1991 και ο κατηγορούμενος Χ του εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή μεταχρονολογημένη για 20-10-1991, ποσού 829.520 δρχ. σε διαταγή της εταιρίας και την υπ' αριθμ. ... επιταγή μεταχρονολογημένη για 20-11-1991 ποσού 1.000.000 δρχ., οι οποίες όταν εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα για πληρωμή βρέθηκαν ακάλυπτες και σφραγίστηκαν. Ο Δ/ντής της εταιρίας όταν διεπίστωσε ότι οι επιταγές ήταν ακάλυπτες πήγε στο κατάστημα του κατηγορουμένου στις Σέρρες και διεπίστωσε ότι αυτό ήταν κλειστό και όλα τα ηλεκτρονικά μηχανήματα που είχε παραδώσει έλειπαν. Στις 22-10-1991 πληροφορήθηκε από το Γενικό Δ/ντή πωλήσεων ότι κάποιος αντιπρόσωπος στην ... ονομαζόμενος Ω αγόρασε φωτοαντιγραφικά μηχανήματα στην τιμή των 425.000 δρχ. Από επικοινωνία που είχε με το Ω πληροφορήθηκε ότι τα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα (τα οποία ήταν αυτά που είχε πουλήσει ο ίδιος) τα αγόρασε από τον Χ. Με αυτό ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος, με περιουσιακή ζημία της εταιρίας αυτής, ανερχομένης στο ποσό των 1.829.520 δρχ., γ) Κατά τη διάρκεια της ιδίας εκθέσεως ηλεκτρονικών στη Θεσσαλονίκη, ο κατηγορούμενος Χ συνοδευόμενος από το Ν α.λ.σ. πήγε στο περίπτερο της UNIBIT HELLAS ΑΕΒΕ και ... "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ", που εδρεύει στο ... στις 2-10-1991 και παρέστησε ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο των εταιριών ... ότι είναι ευκατάστατος έμπορος, έχοντας κάνει περιουσία στην Αμερική και ότι ενδιαφέρεται να αναλάβει την αντιπροσωπεία των μηχανημάτων των εταιριών αυτών στις ..., όπου είχε ανοίξει κατάστημα για την κόρη του πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών, η οποία κόρη του εργαζόταν ακόμη στην Αμερική. Στη συνέχεια επισκέφθηκε την εταιρία στο Βόλο και του πρότειναν να του δοθούν 3-4 δείγματα υπολογιστών κατά την κρίση του και η παράδοση να γίνει στις ... στις 13-10-1991. Αφού πείσθηκαν ότι διατηρεί στις Σέρρες οργανωμένο κατάστημα, του παρέδωσαν 4 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, για τους οποίους δέχθηκαν να πληρωθούν με μεταχρονολογημένη επιταγή για τις 15-11-1991 της Τράπεζας Κρήτης, για το ποσό των 1.850.000 δρχ. Στη συνέχεια oι κατηγορούμενοι του ζήτησαν να τους παραδώσει ένα ακόμη ηλεκτρονικό υπολογιστή φορητό, ο εκπρόσωπος όμως της εταιρίας επειδή θα ερχόταν στις Σέρρες στις 20-10-1991 για να επισκεφθεί άλλον πελάτη, επιφυλάχθηκε να παραδώσει τότε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν στις 20-10-1991 ήλθε στις Σέρρες διεπίστωσε ότι το κατάστημα ήταν κλειστό και έλειπαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές τους οποίους είχε πουλήσει στον κατηγορούμενο Χ, η δε επιταγή με αριθμ. ... της Τράπεζας ..., η οποία εμφανίστηκε εμπρόθεσμα αποδείχθηκε ότι ήταν ακάλυπτη και σφραγίστηκε. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος Χ και οι συνεργοί του προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος 1.850.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των ως άνω εταιριών, δ) Στις 19-10-1991 ο κατηγορούμενος Χ μαζί με τον Ν, πήγε στο κατάστημα πωλήσεως μοκετών του ... και ισχυρίσθηκε ότι ήθελε να αγοράσει μοκέτα για το σπίτι που έχτιζε, γεγονός το οποίο ήταν ψευδές και πείθοντας τον έμπορο ότι είναι σοβαρός επιχειρηματίας των ... ασχολούμενος με την πώληση ηλεκτρονικών υπολογιστών, αγόρασε τρία τόπια μοκέτα και ζήτησε να του παραδοθεί το εμπόρευμα στο κατάστημα του στην οδό ..., όπως και έγινε, οπότε αντί να πληρώσει σε μετρητά εξέδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, την υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία εκδόσεως 21-10-1991, αξίας 500.000 δρχ. και άλλη επιταγή της Τράπεζας Εργασίας αξίας 1.100.000 δρχ., οι οποίες όταν εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα για πληρωμή βρέθηκαν ακάλυπτες, ενώ οι μοκέτες είχαν εξαφανιστεί μαζί με τους δράστες και έτσι ο έμπορος ... υπέστη περιουσιακή ζημία 1.600.000 δρχ. με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου και των συνεργών του, ε) Στις 3-10-1991 η συνεργός του κατηγορουμένου Ζ α.λ.σ. η οποία εμφανιζόταν ως σύζυγος του, πήγε στο χρυσοχοείο της ...μήματα συνολικής αξίας 600.000 δρχ. και είπε στην χρυσοχόο ότι τα κοσμήματα θα περάσει να τα πάρε ο σύζυγος της, ο οποίος και θα πλήρωνε, ισχυρίσθηκε δε στην ως άνω έμπορο, ότι ο σύζυγος της ήταν εισαγωγέας ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στις 14-10-1991 πήγε ο κατηγορούμενος στο χρυσοχοείο μαζί με το Ν, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο BMW, πήρε τα κοσμήματα τα οποία είχε διαλέξει ο συνεργός του και εξέδωσε την υπ'αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας ... μεταχρονολογημένη με ημερομηνία 23-10-1991 για το ποσό των 600.000 η οποία αν εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντικρίσματος, ενώ τα κοσμήματα τα είχαν πάρει ο κατηγορούμενος και oι συνεργοί του και είχαν εξαφανισθεί. 'Ετσι προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας της ως άνω εμπόρου ποσού 800.000 δρχ., στ) Στις 7 ή 8-10-1991 ο Ν α.λ.σ. πήγε στο κατάστημα ... στις ... πωλήσεως ειδών θερμάνσεως και ισχυρίσθηκε ψευδώς στον έμπορο ότι ο κατηγορούμενος Χ, με τον οποίο είχαν ανοίξει επιχείρηση πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών στην οδό ..., ενδιαφερόταν για την αγορά πλήρους εγκαταστάσεως θερμάνσεως στο σπίτι του στην .... Ισχυρίσθηκε ότι επειδή είναι μηχανολόγος και παλαιότερα εργολάβος οικοδομών είχε έτοιμα τα σχέδια. Μετά μία ώρα περίπου παρουσιάσθηκε στο κατάστημα οδηγώντας το αυτοκίνητο BMW και του έδωσε ένα σημείωμα με τον αριθμό των θερμαντικών σωμάτων και λοιπών μηχανημάτων και υλικών που χρειαζόταν. Το μεσημέρι ο έμπορος πήγε στο κατάστημα της οδού ... για να δώσει προσφορά. Εκεί συνάντησε τον κατηγορούμενο Χ ο οποίος του είπε ότι θα τον απαντήσει σε λίγες μέρες. Στις 10-10-1991 ο κατηγορούμενος Χς πήγε στο κατάστημα των θερμαντικών και είπε ότι συμφωνεί με την προσφορά. Ζήτησε από τον έμπορο να του παραδώσει όλα τα παραγγελθέντα στο κατάστημά του στην οδό ... γιατί δεν θα μπορούσε να βρει το σπίτι στην ... και του πρότεινε να του δώσει με την παράδοση προκαταβολή και το υπόλοιπο σε μεταχρονολογημένη επιταγή. Όταν έγινε η παράδοση των θερμαντικών σωμάτων, καυστήρων κ.λ.π. συνολικής αξίας 1.272.800 δρχ., αντί για προκαταβολή του έδωσε την υπ'αριθμ. ... επιταγή Τράπεζας ... μεταχρονολογημένη για 30-10-1991, ποσού 404.529 δρχ., η οποία όταν εμφανίσθηκε δεν πληρώθηκε γιατί ήταν ακάλυπτη και ζήτησε από τον έμπορο να περάσει στις 21-10-1991 για να του παραδώσει άλλη επιταγή για το υπόλοιπο, με ημερομηνία 30-11-1991. Όταν όμως πήγε ο ως άνω έμπορος στις 21-10-1991 βρήκε το κατάστημα κλειστό και άδειο από οποιοδήποτε εμπόρευμα και έτσι ζημιώθηκε η περιουσία του με το ποσό των 1.272.000 δρχ. με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο προσπορίσθηκε ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του, ζ) Στις 15 ή 16/10/1991 εμφανίσθηκε η συνεργός του κατηγορουμένου Χ στο κατάστημα της ... στις ... συνοδευόμενη από μία άλλη γυναίκα και η Ζ παρέστησε ψευδώς στην έμπορο ότι ο σύζυγος της ασχολείται με πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών και ότι επειδή θα τους επισκέπτοντο δύο ζεύγη Κορεατών αντιπροσώπων τους, ήθελε να αγοράσει κοσμήματα για να δωρήσουν στις συζύγους των Κορεατών αντιπροσώπων. Επέλεξε διάφορα χρυσά κοσμήματα, όλα 18 καρατίων, συνολικής αξίας 738.000 δρχ. Τα κοσμήματα δεν τα πήρε αλλά είπε στη χρυσοχόο ότι θα περάσει να τα πάρει ο σύζυγος της, ο οποίος θα την πλήρωνε. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας πήγε ο κατηγορούμενος Χ στο κατάστημα και δήλωσε ότι θα πάρει τα κοσμήματα που διάλεξε η σύζυγος του και πλήρωσε με μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία 21-10-1991 η οποία όταν προσκομίστηκε στις... για πληρωμή βρέθηκε ακάλυπτη. Με αυτό τον τρόπο προσπορίσθηκε ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του παράνομο περιουσιακό όφελος 738.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ..., η) Στις 17-10-1991 η Ζα.λ.σ. πήγε στο κατάστημα του ..., συνοδευόμενη από τη Ζ3, σύζυγο του θύματος τους Ζ2, (την οποία παρακάλεσε να της συστήσει ορισμένα καλά καταστήματα των Σερρών για να κάνει τις αγορές της γιατί δεν γνώριζε τις Σέρρες και εκείνη ανύποπτη τη συνόδευσε σε ορισμένα από αυτά) και παρήγγειλε διάφορα παιδικά ρούχα συνολικής αξίας 230.000 δρχ. Ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε εκείνη τη στιγμή χρήματα επάνω της και θα περνούσε να τα πάρε ο σύζυγος της, ο οποίος είναι έμπορος ηλεκτρονικών υπολογιστών στις Σέρρες και να τα πληρώσει. Πράγματι λίγο αργότερα ο κατηγορούμενος Χ πήγε και πήρε τα ρούχα και ζήτησε να πληρώσει με μεταχρονολογημένη επιταγή. Ο έμπορος δεν ήθελε να δεχτεί από άγνωστό του επιταγή αλλά τελικά δέχθηκε στηριζόμενος στη γνωστή του Ζ3, η οποία τον βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι έμπορος της πόλης με τον οποίο είχαν και οι ίδιοι συναλλαγές χωρίς να γνωρίζει ότι και οι ίδιοι είχαν πέσει θύματα απάτης και τελικά πείσθηκε ο ... και δέχθηκε επιταγή της Εθνικής Τράπεζας μεταχρονολογημένη για 21-10-1991 η οποία όταν εμφανίσθηκε προς πληρωμή αποδείχθηκε ότι ήταν ακάλυπτη και οι δράστες είχαν εξαφανισθεί. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος και οι άγνωστοι συνεργοί του απεκόμισαν στη περίπτωση αυτή παράνομο περιουσιακό όφελος 230.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εμπόρου ..., θ) Στις 18-10-1991 ο κατηγορούμενος Χ εμφανίστηκε μαζί με την Ζ α.λ.σ. στο κατάστημα του ... με την επωνυμία ΣΙΚ FOR MEN, όπου ο κατηγορούμενος του δήλωσε ότι είναι έμπορος πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών και διατηρεί κατάστημα στην οδό ... και ζήτησε να αγοράσει διάφορα ανδρικά ενδύματα. Διάλεξε πολλά ενδύματα, συνολικής αξίας 457.000 δρχ., ορισμένα από τα οποία ήθελαν κάποια επιδιόρθωση. Ο μεν κατηγορούμενος έφυγε αμέσως, η δε εμφανιζόμενη ως σύζυγος του μετά από λίγο πήρε όσα ενδύματα ήταν έτοιμα και ζήτησε από τον έμπορο να στείλει τα υπόλοιπα στο κατάστημα τους, όπου και θα πληρωνόταν. Την επομένη ημέρα πήγαν τα υπόλοιπα ενδύματα στο κατάστημα του κατηγορουμένου και αυτός αντί να πληρώσει με μετρητά τους έδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία εκδόσεως ... ποσού 457.000 δρχ. Όταν εμφανίστηκε η επιταγή στις 21-10-1991 στην Τράπεζα προς πληρωμή αποδείχθηκε ότι ήταν ακάλυπτη. Με αυτό τον τρόπο απεκόμισε ο κατηγορούμενος Χ παράνομο περιουσιακό όφελος 457.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εμπόρου ...κατηγορούμενος συνοδευόμενος από το συνεργό του Ν α.λ.σ. πήγε στο κατάστημα υποδημάτων του ... στις Σέρρες και αγόρασε 5 ζεύγη υποδήματα για τον εαυτό του και δύο για τον Ν, αντί δε χρημάτων έδωσε την υπ' αριθμ.... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας μεταχρονολογημένη για 21-10-1991, ποσού 70.000 δρχ., η οποία εμφανίσθηκε προς πληρωμή αποδείχθηκε ότι ήταν ακάλυπτη. Έτσι προσπορίσθηκαν ο κατηγορούμενος και ο συνεργός του παράνομο περιουσιακό όφελος 70.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ..., ια) Στις 12-10-1991 ο κατηγορούμενος με τους συνεργούς του Ν και Ζ α.λ.σ. συνοδευόμενοι από τη Ζ3 πήγαν στο κατάστημα πωλήσεως ηλεκτρικών ειδών του ..., στο ..., όπου ο κατηγορούμενος αγόρασε διάφορες ηλεκτρικές συσκευές, αξίας 940.000 δρχ., του ζήτησε δε να μεταφέρει τα εμπορεύματα στο κατάστημά του πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών στις Σέρρες. Όταν παρέδωσε τις συσκευές ο έμπορος δεν τον πλήρωσε, αλλά αφού παραπλανήθηκε βλέποντας ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί κατάστημα καθώς και το ακριβό του αυτοκίνητο BMW, δέχθηκε να πληρωθεί με μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας ... με αριθμό ..., με ημερομηνία 25-11-1991, ποσού 940.000 δρχ., η οποία όταν εμφανίσθηκε προς πληρωμή αποδείχθηκε ακάλυπτη, ενώ oι δράστες είχαν εξαφανιστεί παίρνοντας μαζί τους και τις ηλεκτρικές συσκευές. Με αυτό τον τρόπο ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του απεκόμισαν παράνομο περιουσιακό όφελος 940.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εμπόρου ..., ιβ) Στις·18-10-1991 η Ζ α.λ.σ. εμφανίσθηκε στο κατάστημα πωλήσεως κρυστάλλων της ... στις Σέρρες και αφού της είπε ότι ο σύζυγος Χ διατηρεί κατάστημα πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών στην οδό ..., αγόρασε διάφορα κρυστάλλινα είδη, συνολικής αξίας 325.000 δρχ. Είπε στην έμπορο ότι θα περάσει να πάρει τα είδη που αγόρασε ο σύζυγος της, ο οποίος και θα τα πλήρωνε. Το ίδιο απόγευμα, αντί να περάσει ο κατηγορούμενος να πάρει τα αγορασθέντα είδη τηλεφώνησε να του τα στείλει στο κατάστημα του, όπου και θα τα πλήρωνε αλλά δεν τους πλήρωσε σε μετρητά αλλά με μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας με ημερομηνία εκδόσεως ... ποσού 325.000 δρχ. η οποία, όταν εμφανίσθηκε προς πληρωμή αποδείχθηκε ότι ήταν ακάλυπτη. Με αυτό τον τρόπο απεκόμισε ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του παράνομο περιουσιακό όφελος 325.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της εμπόρου, ιγ) Στις 5-10-1991 ο κατηγορούμενος συνοδευόμενος από τους συνεργούς του Ν και Ζ α.λ.σ. κατά τη διάρκεια της εκθέσεως INFOSYSTEM επισκέφθηκε την εταιρία "... και Σια Ε.Ε." με έδρα τη ...., έδωσε στον ομόρρυθμο εταίρο ... μία κάρτα του και του είπε ότι ενδιαφέρεται για την αγορά 8 FAX και 5 φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, συνολικής αξίας 1.668.000 δρχ. και συμφώνησαν η πληρωμή να γίνει με 2 επιταγές μεταχρονολογημένες της Τράπεζας ..., η μία με ημερομηνία εκδόσεως 25-10-1991 και η δεύτερη με ημερομηνία 5-11-1991. Τα εμπορεύματα αυτά τα παρέλαβαν και οι τρεις κατηγορούμενοι στις 15-10-1991 και επειδή η παραγγελία δεν ήταν ολοκληρωμένη, ο κατηγορούμενος Χ υποσχέθηκε ότι στις 23-10-1991 θα του παρέδιδε τις επιταγές. Από 23-10 έως 25-10-1991 ο έμπορος τηλεφώνησε στο κατάστημα του κατηγορουμένου, αλά δεν απαντούσε κανείς. Μετά πληροφορήθηκε ότι το κατάστημα του κατηγορουμένου ήταν κλειστό και άδειο από εμπορεύματα και ότι οι δράστες είχαν εξαφανιστεί. Με αυτό τον τρόπο οι κατηγορούμενοι προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος 1.668.000 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της εταιρίας "... και Σία Ε. Ε.", ιδ) Στον εκμισθωτή του καταστήματος της οδού ... Θ, όταν στις 17-10-1991 πήγε και του ζήτησε το μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 1991, αφού τον έδειξε μέσα σε μία τσάντα το ποσό του 1.000.000 δρχ. περίπου, και με τον τρόπο αυτό τον παραπλάνησε ότι έχει οικονομική επιφάνεια και ευχέρεια σε ρευστό, του ζήτησε να τον περιμένει μέχρι τις 21-10-1991, οπότε θα τον πλήρωνε μισθώματα ενός εξαμήνου. Επίσης ο εκμισθωτής του ζήτησε να του επιστρέψει την τηλεφωνική σύνδεση, που του είχε δώσει προσωρινά μέχρι να του συνδέσουν δήθεν δική του γραμμή, ο κατηγορούμενος όμως του ζήτησε να του την επιστρέψει στις 21-10-1991. Από τις 20-10-1991 όμως ο κατηγορούμενος εξαφανίσθηκε και έμεινε μία οφειλή 40.000 δρχ. στον εκμισθωτή του από το μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 1991 καθώς και 180.000 δρχ. οφειλή στον ΟΤΕ από τη τηλεφωνική σύνδεση την οποία του είχε αφήσει προσωρινά ο εκμισθωτής του καταστήματος και έτσι ζημιώθηκε η περιουσία του κατά το ποσό των 220.000 δρχ. ιε) Τέλος ο κατηγορούμενος Χ στις 5-10-1991 πήγε στην ... στο κατάστημα με είδη δώρων του ... και του είπε ότι διατηρεί κατάστημα πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών στις Σέρρες και επιθυμούσε ν' αγοράσει εμπόρευμα από αυτόν για διαφημιστικούς σκοπούς. Του παρήγγειλε διάφορα δώρα συνολικής αξίας 4.512.320 δρχ., και εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας ...με ημερομηνία έκδοσης 20-10-1991 για το προαναφερόμενο ποσό. Ο ... πριν του στείλει το εμπόρευμα πήγε στην Τράπεζα και πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εκδώσει μέχρι τότε ακάλυπτες επιταγές. Στις 9-10-1991 του έστειλε το εμπόρευμα, αφού παραπλανήθηκε ως προς την φερεγγυότητα του, αλλά όταν εμφανίσθηκε η επιταγή προς πληρωμή βρέθηκε ακάλυπτη και σφραγίστηκε, ο δε κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, παίρνοντας μαζί του και' τα ως άνω εμπορεύματα. Έτσι ωφελήθηκε παράνομα με το ποσό των 4.512.320 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του .... Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα απόφασή του κατέληξε στηριχθέν στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ..., στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και στην απολογία του αιτούντος. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του, επικαλείται ο αιτών και προσκομίζει την υπ'αριθ. 608/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη μετά την πιο πάνω καταδίκη του, διά της οποίας αφαιρέθηκε από τους εναγομένους σ'αυτή Ζ, το γένος ... και Ξ η άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους Ξ2 και ΞΙ και ανατέθηκε η οριστική άσκηση της γονικής μέριμνας και επιμέλειας των άνω ανηλίκων στην ενάγουσα 'Ρ, ετεροθαλή κατά την απόφαση αδελφή των ανηλίκων, κόρη του αιτούντος, δεχθείσα τον αιτούντα, ως γεννήτορα εξώγαμο, των πιο πάνω ανηλίκων.
Από την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία ο αιτών προσκομίζει και επικαλείται για την θεμελίωση της κρινόμενης αίτησής του, δεν καθίσταται φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει την βεβαιότητα, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε με την απόφαση της οποίας ζητά την επανάληψη της διαδικασίας. Πλέον τούτου οι αναφορές που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση, είναι αναφορές σε γεγονότα που εξετέθησαν στο δικαστήριο και προφανώς το απασχόλησαν κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης και όχι νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του Κ.Π.Δ.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α. Να απορριφθεί κατ'ουσία η από 10-5-2009 αίτηση του Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 44-45/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β. Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 30 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν, νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις, συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής απόψεως έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση αυτών. Εξάλλου κατά τα άρθρα 528 παρ. 1 εδαφ. Α' και 527 παρ. 3 Κ.Ποιν. Δ. αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την καταδικαστική γι' αυτόν υπ' αριθμ. 44-45/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι από την αναφερόμενη στην αίτηση μεταγενέστερη και άγνωστη στους δικαστές που τον κατεδίκασαν απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο άνω Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης γίνεται φανερό ότι έπρεπε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ αυτού ως προς την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ερήμην του μη εμφανισθέντος κατά την εκφώνηση αιτούντος, που έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 15.9.2009 αποδεικτικό επιδόσεως της υπαλλήλου του Καταστήματος Κράτησης ... να παραστεί κατά τη συζήτηση. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την 44-45/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατά της οποίας αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την 2284/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο αιτών καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα από δράστη ιδιαίτερα επικίνδυνο, κατά συναυτουργία (άρθρα 45, 98 και 386 παρ. 3 και 1 Π.Κ.). Συγκεκριμένα καταδικάσθηκε ο αιτών για το ότι κατά το χρονικό διάστημα από αρχών Σεπτεμβρίου 1991 μέχρι 19.10.1991 αφού μίσθωσε στις ... ένα κατάστημα στην οδό ... από τον Θ και προήλθε σε δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος στην Α' ΔΥΟ ... που αφορούσε επιχείρηση πωλήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών με βάση βεβαίωση που έλαβε από το ΤΕΒΕ, ακολούθως δε πήγε στα καταστήματα των Τραπεζών Εργασίας, ... και Εθνικής, όπου άνοιξε λογαριασμούς όψεως με την επίδειξη της άνω δήλωσης έναρξης επιτηδεύματος και έλαβε από κάθε μία στέλεχος (μπλόκ) επιταγών των δέκα (10) φύλλων, με σκοπό όχι να ασκήσει εμπορία, πωλώντας ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αλλά να παραπλανήσει διαφόρους εμπόρους ότι επρόκειτο για σοβαρό επιχειρηματία ώστε να τους πείσει να του πωλήσουν διάφορα εμπορεύματα και λοιπά είδη, χωρίς να πληρώσει το τίμημα αυτών αλλά δίδοντας μεταχρονολογημένες επιταγές, ισόποσες με την αξία των αγοραζομένων ειδών, οι οποίες όμως ήταν ακάλυπτες και παραλαμβάνοντας στη συνέχεια τα αγορασθέντα είδη και εμπορεύματα μαζί με τους συνεργούς του δηλαδή τον αγνώστων λοιπών στοιχείων εμφανιζόμενο ως συνεργάτη του Ν και την αγνώστων λοιπών στοιχείων εμφανιζόμενη ως σύζυγό του Ζ, να εξαφανισθούν πριν από τις αναγραφόμενες στις επιταγές που έδινε ημερομηνίες και πριν από την εμφάνισή των στις Τράπεζες προς πληρωμή οπότε θα ανακαλυπτόταν η απάτη και έτσι να προσπορισθεί ο ίδιος και οι συνεργοί του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία των εμπόρων από τους οποίους θα αγόραζε τα διάφορα εμπορεύματα και είδη, προήλθε στη συνέχεια, ενεργώντας με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και κατά τρόπο και υπό συνθήκες τέλεσης που μαρτυρούσαν σε συνδυασμό με την προσωπικότητά του αντικοινωνικότητά του και ροπή για διάπραξη και νέων εγκλημάτων στο μέλλον, επανειλημμένα σε αναφερόμενες ημερομηνίες εντός του άνω χρονικού διαστήματος ο ίδιος και οι δύο προαναφερθέντες συνεργοί του σε τέτοιες ψευδείς παραστάσεις, όσον αφορά την εμπορική του δραστηριότητα και την οικονομική του κατάσταση και την περιουσία που είχε αποκτήσει, σε εμπόρους στις Σέρρες και σε εκπροσώπους αναφερομένων εταιρειών και έπεισε αυτούς να του πωλήσουν, λαμβάνοντας μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνίες εκδόσεως από 20.10.1991 και έπειτα, οι οποίες δεν πληρώθηκαν αλλά βεβαιώθηκε ότι ήταν ακάλυπτες, εμπορεύματα και είδη που παρέλαβε ο αιτών κατηγορούμενος και εξαφανίσθηκε μαζί με τους συνεργούς του αφού έκλεισε το κατάστημα που μίσθωσε πριν εμφανισθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές για πληρωμή από εκείνους που είχαν πωλήσει τα εμπορεύματα και είχαν δεχθεί έναντι του τιμήματος αυτές. Με αυτόν τον τρόπο ενεργώντας ο κατηγορούμενος και οι συνεργοί του προσπορίσθηκαν παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των εμπόρων και εταιρειών από τους οποίους αγόρασε χωρίς πραγματικό αντάλλαγμα τα διάφορα εμπορεύματα και είδη συνολικής αξίας πλέον του ποσού των 5.000.000 δραχμών. Ειδικότερα, ο έμπορος Ζ2που επώλησε έπιπλα στον κατηγορούμενο υπέστη περιουσιακή ζημία 720.000 δραχμών. Η εταιρεία ΓΡΑΦΟΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. ΑΦΟΙ ... που επώλησε στον κατηγορούμενο φωτοαντιγραφικά μηχανήματα, μηχάνημα FAX και ηλεκτρονικό υπολογιστή υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 1.829.520 δρχ. Οι εταιριες UNIBIT HELLAS ΑΕΒΕ και ... "ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ", που επώλησαν στον κατηγορούμενο ηλεκτρονικούς υπολογιστές υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 1.850.000 δραχμών. Ο έμπορος ... που επώλησε στον κατηγορούμενο τόπια μοκετών υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 1.600.000 δρχ. Η χρυσοχόος ... που επώλησε στον κατηγορούμενο και την εμφανιζομένη ως σύζυγο συνεργό του κοσμήματα υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 800.000 δρχ. Ο έμπορος ..., που επώλησε στον κατηγορούμενο θερμαντικά σώματα και μηχανήματα εγκαταστάσεως θερμάνσεως υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 1.272.000 δρχ. Η έμπορος ... που επώλησε στον κατηγορούμενο και την εμφανιζόμενη ως σύζυγο του συνεργό του κοσμήματα χρυσά 18 καρατίων υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 738.000 δρχ. Ο έμπορος ... που επώλησε στον κατηγορούμενο και την άνω ως σύζυγο του τελευταίου εμφανιζόμενη συνεργό του παιδικά ενδύματα υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 230.000 δρχ. Ο έμπορος ..., που επώλησε στον κατηγορούμενο ανδρικά ενδύματα, υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 457.000 δρχ. Ο έμπορος ..., που επώλησε στον κατηγορούμενο και στον άνω συνεργό του Ν, υπέστη περιουσιακή ζημία 70.000 δρχ. Ο έμπορος ..., που επώλησε στον κατηγορούμενο ηλεκτρικές συσκευές υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 940.000 δρχ. Η έμπορος ..., που επώλησε στον κατηγορούμενο και στη συνεργό του Ζ κρυστάλλινα είδη υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 325.000 δρχ. Η εταιρεία ... και Σία Ε.Ε., που επώλησε στον κατηγορούμενο και στους συνεργούς του φωτοαντιγραφικά μηχανήματα και μηχανήματα FAX, υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 1.668.000 δραχμών. Ο έμπορος ... που επώλησε στον κατηγορούμενο διάφορα είδη δώρων, υπέστη περιουσιακή ζημία ύψους 4.512.320 δρχ. Ακόμη ο εκμισθωτής του καταστήματος της οδού ..., που παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου ως προς την οικονομική επιφάνειά του και την ευχέρεια σε μετρητά και δέχθηκε να του καταβάλει το οφειλόμενο μίσθωμα του μηνός Οκτωβρίου 1991 από 40.000 δρχ. στις 21.10.1991 και να του επιστρέψει τότε ο κατηγορούμενος την τηλεφωνική σύνδεση που είχε προσωρινώς αφήσει στο μίσθιο κατάστημα μέχρι να γίνει δήθεν σύνδεση άλλης τηλεφωνικής γραμμής του κατηγορουμένου, υπέστη ζημία ύψους 220.000 δρχ. Ο αιτών με την αίτησή του περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται και προσκομίζει ως νέο αποδεικτικό στοιχείο την υπ' αριθμό 608/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου διατεινόμενος ότι με την απόφαση αυτή αναγνωρίζεται το γεγονός ότι από τη μακροχρόνια συμβίωσή του με την εμφανιζόμενη ως συνεργό και ως σύζυγό τουΖ απέκτησαν δύο τέκνα, τον ... και την .... Με την άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων Ζ, το γένος ... και Ξ, έγινε δεκτή η από 19.9.1997 αγωγή της ενάγουσας Ρ, θυγατέρας του αιτούντος κατηγορουμένου από τον γάμο του με τη Ρ1, με την οποία ζητούσε αυτή να αφαιρεθεί από τους εναγομένους ως γονείς των, λόγω κακής ασκήσεως, η γονική μέριμνα των ανηλίκων Ξ2 του Ξ, που γεννήθηκε στην Αθήνα στις ... και της Ξ1 του Ξ, που γεννήθηκε στην... στις 21.4.1991 και να ανατεθεί σ'αυτήν (ενάγουσα) ως ετεροθαλή αδελφή των άνω ανηλίκων που απέκτησε ο Χ από τις ερωτικές σχέσεις του με την μητέρα των δύο ανηλίκων Ζ, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με τη Ρ1 και ενόσω η Ζ ήταν σύζυγος του συνεναγομένου Ξ χωρίς να έχει λυθεί ο μεταξύ των γάμος με διαζύγιο με συνέπεια οι δύο άνω ανήλικοι λόγω μη λύσεως του γάμου της μητέρας των να φέρονται ως γνήσια τέκνα του δευτέρου εναγομένου. Με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, κρίθηκε μετά την εκτίμηση των αποδείξεων ότι η εναγομένη μητέρα των ανηλίκων παρέβη τα καθήκοντα που επέβαλε το λειτούργημά της για την επιμέλεια του προσώπου των τέκνων της και εξαφανίστηκε σε άγνωστη διεύθυνση, χωρίς να επικοινωνήσει με αυτά από το έτος 2006 και μετά, ο φερόμενος δε πατέρας των (δεύτερος εναγόμενος) δεν έχει δώσει σημεία ζωής και δεν έχει ενδιαφερθεί καθόλου, καθόσον οι ανήλικοι δεν είναι φυσικά του τέκνα, ενώ ο πατέρας των ανηλίκων δηλαδή ο Χ βρίσκεται κρατούμενος σε φυλακή λόγω πολυετούς καθείρξεως που του έχει επιβληθεί και εκτίει και δεν είναι ε θέση να ανταποκριθεί στα καθήκοντα φροντίδας των ανηλίκων και έτσι με γνώμονα το συμφέρον των άνω ανηλίκων και προς αποτροπή κινδύνου της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας αυτών αποφάσισε την οριστική αφαίρεση από τους εναγομένους της άσκησης της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των άνω ανηλίκων τέκνων τους, την ανάθεση της οριστικής άσκησης της γονικής μέριμνας και επιμέλειας αυτών στην ενάγουσα ως κατάλληλη να ανταποκριθεί στο καθήκον αυτό με βάση τη συγγένειά της με τα ανήλικα τέκνα (ετεροθαλής αδελφή του), το ήθος και τις βιοτικές της συνθήκες και τις φροντίδες της ώστε να έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη οι ανήλικοι ως έμμεσα ασφαλισμένοι μέσω αυτής ως υπαλλήλου της ΕΥΔΑΠ. Από την προσκομιζόμενη ως νεότερο στοιχείο άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε μετά την καταδίκη του αιτούντος από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκύπτουν σε σχέση με την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης μόνον τα στοιχεία ταυτότητας της γυναίκας που εμφανιζόταν κατά το κρίσιμο διάστημα τελέσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως ως σύζυγος του κατηγορουμένου και ως συνεργός του στην εξαπάτηση των ζημιωθέντων. Από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η άνω καταδικαστική απόφαση προκύπτει ότι είχε αναφέρει ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου ότι από την ερωτική σχέση του με την άνω γυναίκα είχε αποκτήσει δύο τέκνα μαζί της. Ακόμη από την απόφαση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε έτερη θυγατέρα από τον γάμο του με την Ρ1 στην οποία ανετέθη η γονική μέριμνα και η επιμέλεια των ανηλίκων λόγω της αδιαφορίας της μητέρας των, που έχει εξαφανισθεί και του συζύγου της από τον οποίο δεν έχει διαζευχθεί με συνέπεια τα ανήλικα αυτά να θεωρούνται κατά το νόμο ως τέκνα των. Τα περιστατικά που αφορούν τον αιτούντα και τις σχέσεις του με τα δύο ανήλικα τέκνα για τα οποία και για την μητέρα των Ζ συζ. Ξ και για τα οποία γίνεται λόγος στην άνω προσκομιζόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έχουν την ιδιαίτερη σημασία που ο ίδιος ο αιτών προσδίδει σ'αυτά. Η παραπλάνηση εκείνων από τους οποίους αγόρασε και παρέλαβε ο αιτών τα ανωτέρω είδη, χωρίς να πληρώσει σε μετρητά την αξία των, αλλά δίνοντας μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεώς του, οφειλόταν κατά τις παραδοχές της αμετακλήτου αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που κατεδίκασε αυτόν για απάτη προεχόντως σε όσα τους ανέφερε ο αιτών ότι επρόκειτο για σοβαρό επιχειρηματία και ότι διατηρούσε κατάστημα πώλησης ηλεκτρονικών υπολογιστών αποκρύπτοντας ότι σκόπευε να εξαφανισθεί με τα εμπορεύματα και τα είδη που είχε αγοράσει, κλείνοντας το μίσθιο κατάστημα στην οδό ... πριν αρχίσουν να εμφανίζονται στις τράπεζες προς πληρωμή οι μεταχρονολογημένες επιταγές που είχε δώσει και ήταν ακάλυπτες και όχι στα όσα τους ανέφερε για την άνω γυναίκα που την εμφάνιζε ως σύζυγό του. Συνεπώς, από τα περιστατικά που προκύπτουν από την μεταγενέστερη ως άνω καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδοθείσα 608/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί αναθέσεως της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας των αυτών ανηλίκων τέκνων της Ζ στην θυγατέρα του αιτούντος, Ρ, ως ετεροθαλή αδελφή των άνω ανηλίκων, είτε μόνα των, είτε σε συνδυασμό με τα περιστατικά που προέκυπταν από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Πενταμελές Εφετείο που εξέδωσε την ήδη αμετάκλητη καταδικαστική σε βάρος του αιτούντος απόφαση δεν καθίσταται προφανές σε βαθμό που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι αυτός είναι αθώος της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κρίθηκε ένοχος ή ότι καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που ετέλεσε. Κατ'ακολουθίαν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο επικαλούμενος με την κρινόμενη αίτηση λόγος ότι μετά την καταδίκη του αιτούντος προέκυψε νέα άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (απόφαση), η οποία να καθιστά φανερό ότι είναι αυτός αθώος της ως άνω πράξεως. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της κρινόμενης αιτήσεως αφορούν σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων από εκείνη στην οποίαν προήλθε το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και δεν συνιστούν λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.5.2009 αίτηση του Χ περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 44-45/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου που καταδίκασε τον αιτούντα για κακουργηματική απάτη διότι τα επικαλούμενα και αποδεικτικά στοιχεία που ως νέα προσεκόμισε ο αιτών δεν είναι από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανά να οδηγήσουν με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο αδίκημα από αυτό που τέλεσε ενώ δεν είναι παραδεκτοί οι ισχυρισμοί για περιστατικά που δεν προκύπτουν ως νέα από τα επικαλούμενα νέα αποδεικτικά στοιχεία αλλά είχαν ερευνηθεί από το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και με αυτούς τους ισχυρισμούς επιδιώκεται εκ νέου έλεγχος της υπόθεσης ως προς την ουσία αυτής.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 228/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1794/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 580/19.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την κατατεθείσαν εις το Κατάστημα Κρατήσεως Πατρών την 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησιν του καταδικασθέντος Χ, κρατουμένου εις το ανωτέρω κατάστημα, περί επαναλήψεως της διαδικασίας σχετικώς με την υπ'αριθμ. 1003/2007 απόφασιν του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι'αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον εις τας τέσσαρας περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς εις την διάταξιν αυτήν. Κατά την δευτέραν από τας περιπτώσεις αυτάς, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστικήν καταδίκην τινος απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικάσαντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, αι οποίαι μόναι ή εν συνδυασμώ προς τας πρότερον προσκομισθείσας καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου, το οποίον πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά την διάταξιν αυτήν είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησις ή τροποποίησις ή συμπλήρωσις μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οιαιδήποτε άλλαι αποδείξεις, αι οποίαι δεν υπεβλήθησαν εις το δικαστήριον που εδίκασε και ήσαν άγνωστοι εις τους δικαστάς, εφ'όσον αυταί εκτιμώμεναι μόναι των ή εν συνδυασμώ με αυτάς που είχον προσκομισθή καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου που ετέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστικήν απόφασιν, αλλ'αντιθέτως ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου δεν θεωρούνται νέα άγνωστα γεγονότα, εκείνα διά των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβον υπ'όψιν των οι δικασταί που εξέδωσαν την απόφασιν, διότι η αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικον μέσον, αλλ'έκτακτον διαδικασίαν (Α.Π. 1490/2006 ΠοινΧρ ΝΖ' σελ. 701 κ.ά.).
Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο αιτών διά της ανωτέρω αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψιν της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η υπ'αριθμ. 1003/2007 απόφασις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διά της οποίας κατεδικάσθη διά α) μεταφοράν και β) κατοχήν κατ'εξακολούθησιν ναρκωτικών, κατ'επάγγελμα, κατά συνήθειαν και ως υπότροπος και επεβλήθη εις αυτόν ισόβιος κάθειρξις, την οποίαν εκτίει εντός της φυλακής και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Η απόφασις αυτή κατέστη αμετάκλητος, αφού δεν ησκήθη το ένδικον μέσον της αναιρέσεως. Αι πράξεις δια τας οποίας ο αιτών κατεδικάσθη συνίταντο εις το ότι: Α) Μετέφερεν από κοινού μετά του συγκαταδικασθέντος ΑΑ ηρωίνην συνολικού βάρους 515 γραμμαρίων και Β) κατείχε α) από κοινού μετά του ανωτέρω συγκαταδικασθέντος ΑΑ την προαναφερθείσαν ποσότητα ηρωίνης και β) μόνος του εντός της οικίας του 0,5 γραμμ. ηρωίνης. Τελεί δε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν τοιαύτας πράξεις, ενώ τυγχάνει και υπότροπος, διότι έχει καταδικασθή διά τοιαύτας πράξεις διά της υπ' αριθμ. 2843/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το ανωτέρω δικαστήριον επεστήριξε την κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος, εκτός άλλων αποδεικτικών στοιχείων, εις την κατάθεσιν του μάρτυρος αστυνομικού ..., όπως και εις την απολογίαν του αιτούντος κατηγορουμένου, κατά την οποίαν ωμολόγησεν αβιάστως την ανωτέρω πράξιν την μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, που συνάπτεται αναγκαίως με την πράξιν της κατοχής της ποσότητος αυτής.
Διά της υπό κρίσιν αιτήσεως ο αιτών ισχυρίζεται, ότι κατεδικάσθη εσφαλμένως διά τας ανωτέρω αξιοποίνους πράξεις, διότι η προαναφερθείσα ποσότης ηρωίνης ανήκεν εις τον ΒΒ, ο οποίος τον εξηνάγκασε να προβή εις την μεταφοράν της ναρκωτικής αυτής ουσίας, επειδή ώφειλεν εις αυτόν χρήματα. Επί πλέον αυτός δεν κατείχε την εν λόγω ποσότητα, αφού αυτή ανευρέθη εις την κατοχήν του συγκαταδικασθέντος μετ'αυτού κατά συναυτουργίαν διά τας ανωτέρω αξιοποίνους πράξεις ΑΑ. Περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι έχει υποβάλλει κατά του ανωτέρω ΒΒ την υπ'αριθμ. πρωτ. ... μήνυσίν του, εκ της οποίας αποδεικνύεται ότι η προαναφερθείσα ποσότης ναρκωτικής ουσίας ανήκεν εις αυτόν, την οποίαν όμως και δεν προσκομίζει. Εκ του περιεχομένου της εν λόγω αιτήσεως προκύπτει, ότι ο αιτών παραπονείται ότι το δικαστήριον ήχθη εις την κρίσιν του περί της ενοχής του διά τας ανωτέρω αξιοποίνους πράξεις κατ'εσφαλμένην εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών, που όμως δεν αποτελεί λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας. Το φερόμενον ως νέον αποδεικτικόν στοιχείον, ήτοι η ανωτέρω μνημονευομένη και μη προσκομιζομένη μήνυσίς του κατά του ΒΒ και εάν ακόμη ήτο γνωστόν εις το καταδικάσαν αυτόν δικαστήριον, ουδόλως θα μετέβαλε την εξενεχθείσαν κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος διά τας προδιαληφθείσας αξιοποίνους πράξεις. Τούτο δε, διότι η υπό του αιτούντος και του συγκαταδικασθέντος του μεταφορά και κατοχή της προαναφερθείσης ποσότητος ναρκωτικής ουσίας δεν αναιρείται εκ του ότι αυτή ανήκεν εις τον ανωτέρω ΒΒ, που κατά πάσαν περίπτωσιν εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου επιβεβαιούται. Κατ'ακολουθίαν καθίσταται σαφές, ότι δεν προέκυψαν νέαι αποδείξεις άγνωστοι εις τους δικάσαντας δικαστάς, καθιστώσαι φανερόν, ότι ο αιτών είναι αθώος.
Συνεπώς η ανωτέρω αίτησις είναι αβάσιμος.
Επειδή κατ'ακολουθίαν των εκτεθέντων πρέπει, κατά τα άρθρα 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις και να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν:
Ι. Να απορριφθή η υποβληθείσα την 22αν Σεπτεμβρίου 2008 αίτησις του Χ, κρατουμένου εις το κατάστημα Κρατήσεως ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, διά της υπ'αριθμ. 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
ΙI. Με την υπό κρίση από 22-9-2008 αίτηση, με την οποία ο αιτών ΑΑ επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις: α) της μεταφοράς και β) της κατοχής κατ εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών, κατ επάγγελμα, κατά συνήθεια και ως υπότροπος και του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος τουλάχιστον της μιας από τις δύο πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμό 1003/2007 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο συνάγεται από το ... πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, για τις πράξεις της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και κατοχής από κοινού και μόνος ναρκωτικών, κατ εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως υπότροπος και ειδικότερα, του ότι: α) μετέφερε από κοινού με τον συγκαταδικασθέντα ΑΑ ηρωϊνη συνολικού βάρους 515 γραμμαρίων και β) κατείχε από κοινού με τον ανωτέρω συγκαταδικασθέντα την ανωτέρω ποσότητα ηρωϊνης, καθώς και μόνος ποσότητα 0,5 γραμ. της αυτής ναρκωτικής ουσίας. Την μεταφορά την ομολόγησε ο αιτών. Αντίθετα αρνήθηκε την κατοχή και πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι εκβιάσθηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά και να τα παραδώσει σε συγκεκριμένο σημείο και άτομο για λογαριασμό του κατονομασθέντος συμπατριώτη του ΒΒ, στον οποίο και ανήκε η εν λόγω ποσότητα, αναγκάσθηκε δε να υποκύψει στον εκβιασμό, διότι χρωστούσε χρήματα στον ανωτέρω και δεχόταν απειλές κατά της ζωής του. Μάλιστα κατά του εν λόγω ατόμου είχε υποβάλλει και την ... έγκληση, την οποία επικαλέσθηκε στο 5μελές Εφετείο και προσκόμισε αντίγραφό της, το οποίο αναγνώσθηκε και συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων, που αναφέρονται στη σελ. 11 της αποφάσεως. Το ισχυρισμό αυτό, η παραδοχή του οποίου θα οδηγούσε σε αθωωτική κρίση για την πράξη της κατοχής της μεταφερθείσης ως άνω ποσότητας ηρωϊνης, απέρριψε το Δικαστήριο και τον κήρυξε ένοχο και της πράξεως αυτής. Ο αυτός ισχυρισμός αποτελεί και το περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως, με την οποία ο αιτών επικαλείται και την ανωτέρω μήνυσή του, αντίγραφο της οποίας και κατέθεσε μετά τη συζήτηση και τέθηκε στη δικογραφία. (βλ. επ αυτής από 2-12-2009 βεβαίωση της γραμματέως της έδρας). Στην μήνυση αυτή επισυνάπτεται και αντίγραφο ομοίου περιεχομένου μηνύσεως του αιτούντος που φέρει ημερομηνία 23-9-2008 δηλαδή την επομένη της καταθέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, χωρίς όμως να φέρει πράξη καταθέσεως ή άλλη βεβαίωση περιελεύσεως της στην ανωτέρω Εισαγγελία. Το στοιχείο λοιπόν αυτό δεν είναι νέο κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 ΚΠΔ, αλλά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εκτιμήθηκε και απορρίφθηκε, η τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή του από το Δικαστήριο εκείνο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών. Επίσης νέο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση ή σε καταδίκη για λιγότερες αξιόποινες πράξεις, δεν αποτελεί η επικαλούμενη απ αυτόν από 23-9-2008 μήνυση, αντίγραφο της οποίας, όπως λέχθηκε προσκομίσθηκε και τέθηκε στη δικογραφία μετά τη συζήτηση, αφού είναι του αυτού περιεχομένου με την προηγουμένη, που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αιτούντος και εξέδωσε την καταδικαστική και για τις δύο πράξεις απόφαση συνεκτιμήθηκε δε και αξιολογήθηκε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, μάλιστα ο αιτών και με τις δύο μηνύσεις πρότεινε τους αυτούς μάρτυρες. Δεν επικαλείται δε ο αιτών κάποια δικονομική εξέλιξη της μηνύσεως του, ούτε προσκομίζει κάποιο περί αυτής αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο, από μόνο του ή συνεκτιμώμενο μετά των λοιπών που αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο, θα οδηγούσε σε αθωωτική απόφαση ή σε διαφορετική ηπιότερη για τον αιτούντα δικαστική κρίση. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αιτούντος συνιστούν αιτιάσεις κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων όσον αφορά την καταδικαστική κρίση για την πράξη της κατοχής των ναρκωτικών και τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, και δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, καθόσον τυχόν σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο ή τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν, όπως ήδη τονίσθηκε, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι, από αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα έστω και για τη μία απ αυτές.
Συνεπώς η αίτησή του είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό. Δεν αποτελεί λόγο η κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τα επικαλούμενα "νέα στοιχεία" τέθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 115/2010, ΑΠ 657/2008). Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 1
|
Αριθμός 227/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μελανίτη, περί αναιρέσεως της 1863/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 718/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 524 παρ. 2 ΚΠΔ, αναιρεθείσης της αποφάσεως, εάν η νέα συζήτηση, διατάχθηκε συνεπεία αιτήσεως αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν όμως η αναίρεση υπήρξε μερική, δεν θίγεται η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς την διάταξή της, που αναφέρεται στην τέλεση μιας ορισμένης μόνο αξιόποινης πράξης, επί περισσοτέρων αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή αυτής και την συνολική γενικά ποινή, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις. Το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση, περιορίζεται στην εξέταση μόνο της αξιόποινης πράξης για την οποία έγινε η παραπομπή της υποθέσεως και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, αν δε το πράξει ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ). Μετά την απόφαση επί της ενοχής για την πράξη, ως προς την οποία αναιρέθηκε η απόφαση, η οποία μπορεί να είναι και μια μερικότερη πράξη ενός κατ εξακολούθηση εγκλήματος, το δικαστήριο της παραπομπής προβαίνει σε νέα επιμέτρηση της ποινής για το συγκεκριμένο έγκλημα και στη συνέχεια στον καθορισμό νέας συνολικής ποινής, χωρίς να μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου.
ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 6917/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των εξής πράξεων: α) ψευδούς καταμηνύσεως, κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε στις 13-11-2000, 30-3-2001, 18-6-2001 και 30-8-2001, β) ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης που τελέσθηκε στις 8-1-2000 και γ) απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο που τελέσθηκε στις 26-1-2000. Με την ίδια απόφαση του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για την 1η πράξη, 5 μηνών για την 2η πράξη και 6 μηνών για την 3η πράξη και καθορίσθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως (10+3+2) 15 μηνών. Κατά της αποφάσεως ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2373/2008 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη και δη απορρίφθηκε η αίτηση ως προς όλες τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και έγινε δεκτή μόνον ως προς την μερικότερη πράξη του κατ εξακολούθηση εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και δη εκείνη που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000, καθώς επίσης και ως προς την διάταξή της περί επιμέτρησης ποινής για το αδίκημα αυτό και καθορισμό συνολικής τέτοιας. Με την ίδια απόφαση παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκ νέου κρίση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου η καταδίκη για όλες τις ως άνω πράξεις είχε καταστεί αμετάκλητη και το Δικαστήριο της παραπομπής, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτές ή με οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη, παρά μόνον με την μερικότερη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000, μετά την έκδοση δε αποφάσεως επί της κατηγορίας για την πράξη αυτή, θα επακολουθούσε η νέα επιμέτρηση ποινής για αυτήν, ως και ο νέος καθορισμός συνολικής ποινής. Επακολούθησε η εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1863/6-3-2009 απόφαση. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, το Δικαστήριο, επειδή, λόγω παρόδου 8ετίας από τότε που φερόταν τελεσθείσα η ως άνω μερικότερη πράξη ψευδούς καταμηνύσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του, το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την εν λόγω μερικότερη πράξη. Στη συνέχεια έγινε με ταυτάριθμη απόφαση νέα επιμέτρηση ποινής και επιβλήθηκε, κατ αντιστοιχία με την ανωτέρω αρίθμηση των πράξεων, για τις οποίες είχε χωρήσει η αμετάκλητη, με την μη αναιρεθείσα, κατά το μέρος αυτό, 6917/2007 απόφαση, καταδίκη, ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για την 1η (α') πράξη (ψευδής καταμήνυση), 6 μηνών για την 2η (β') πράξη (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) και 5 μηνών για την 3η (γ') πράξη (απόπειρα απάτης στο δικαστήριο). Δηλαδή το Δικαστήριο μείωσε και ευλόγως, αφού είχε παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την μια μερικότερη ως άνω πράξη, την ποινή για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ εξακολούθηση, κατά 4 μήνες. Στο σκεπτικό της περί επιβολής της ποινής αποφάσεως, ορθώς αναφέρει το Δικαστήριο, τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 79 ΠΚ, το κείμενο της οποίας και παραθέτει αυτούσιο, για τον καθορισμό των κατά την διάταξη αυτή στοιχείων που εκτιμήθηκαν για την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως. Από προφανή παραδρομή όμως, μεταξύ των διατάξεων αυτών, παρεισέφρυσε και η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 α ΠΚ, η οποία προβλέπει και τιμωρεί την πράξη της ηθικής αυτουργίας, ενώ καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη αυτή δεν είχε χωρήσει με την εν μέρει αναιρεθείσα 6917/2007 απόφαση του Εφετείου, πολύ δε περισσότερο με την προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής, αφού σε τέτοια καταδίκη δεν μπορούσε, κατά τα προλεχθέντα, να προβεί το Δικαστήριο, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της παραπεμπτικής αποφάσεως. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, προέβη εκ νέου σε καθορισμό της συνολικής ποινής φυλακίσεως σε (6+2+2) 10 μήνες, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία.
Συνεπώς το Δικαστήριο της παραπομπής, ενήργησε, όπως λέχθηκε ανωτέρω, στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό νέας συνολικής τέτοιας, εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του που διαγράφει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 524 ΚΠΔ, εφαρμόζοντας πιστά το διατακτικό της παραπεμπτικής αποφάσεως.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας, αφού, όπως λέχθηκε, τέτοια καταδίκη δεν υπήρξε, η δε διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 α ΠΚ από προφανή παραδρομή τέθηκε μεταξύ των ως άνω διατάξεων που ορθώς έλαβε υπόψη και εφάρμοσε το Δικαστήριο κατά την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής για το αδίκημα του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, ούτε δημιουργείται, όπως λέχθηκε, ασάφεια ως προς την ταυτότητα των πράξεων που χαρακτηρίζονται με τα στοιχεία α', β' και γ', στις οποίες αντιστοιχούν οι ως άνω επί μέρους ποινές, αφού, όπως λέχθηκε, τα στοιχεία αυτά αφορούν τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες χώρησε αμετάκλητη καταδίκη, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 α ΠΚ, αφού στηρίζεται, όπως λέχθηκε, επί προαναφερθείσης αναληθούς προϋποθέσεως και γ) περί παραβιάσεως των περί δεδικασμένου διατάξεων του άρθρου 57 ΚΠΔ, λόγω αθωώσεως του αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα με την πρωτόδικη 3563/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, αφού εν προκειμένω δεν γεννάται, για όλους τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, ζήτημα δεδικασμένου, ελλείψει δεύτερης καταδίκης του αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία. Κατ' ακολουθία τούτων οι από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 Δ', Ε', και ΣΤ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 14-4-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 1863/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Φεβρουαρίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική δικονομία. Παραπομπή μετ' αναίρεση. Επί αναιρέσεως εν μέρει το δικαστήριο της παραπομπής περιορίζεται στην εξέταση μόνο της αξιόποινης πράξης για την οποία έγινε η παραπομπή της υπόθεσης και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 682/2007). Αν η απόφαση αναιρέθηκε και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και τον καθαρισμό συνολικής ποινής, μετά την απόφαση επί της ενοχής για την πράξη αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής προβαίνει σε νέα επιμέτρηση της ποινής για την εν λόγω πράξη και σε καθορισμό νέας συνολικής ποινής, χωρίς να μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ποινή
|
Ποινή, Παραπομπής Δικαστήριο.
| 0
|
Αριθμός 226/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς, περί αναιρέσεως της 342/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαχρήστο. Το Τριμελές Εφετείου Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1753/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1α του ΠΚ, που ορίζει ότι "Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", 310 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών" και 29 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Στις περιπτώσεις όπου ο νόμος ορίζει ότι κάποια πράξη τιμωρείται με βαρύτερη ποινή, όταν έχει ορισμένο αποτέλεσμα, η ποινή αυτή επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη", συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του τιμωρούμενου σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, η οποία σύμφωνα με την παράγρ.2 του άρθρου 310 ΠΚ υπάρχει ιδίως, αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του, απαιτείται: α) πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου, β) δόλος του δράστη κατευθυνόμενος στην παραγωγή σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του άλλου και γ) η πράξη να είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, το αποτέλεσμα δε αυτό να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Προκειμένου για το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης πρέπει επί πλέον, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής του υποστάσεως, να αιτιολογείται και ο δόλος του δράστη, ήτοι ο σκοπός αυτού που κατευθύνεται στην παραγωγή της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του άλλου, ο οποίος μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, που όμως πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς στην απόφαση, καθώς επίσης να αναφέρεται σε αυτή ότι το βαρύτερο αποτέλεσμα που επήλθε, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου και να καθορίζεται ποιο είδος αμελείας (συνειδητής ή μη) συνέτρεξε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 12 Μαΐου 2002 και περί ώρα τέσσερις το πρωί στο προαύλιο του νυχτερινού κέντρου διασκέδασης του Μ1, που βρίσκεται στο ..., αφού προηγήθηκε λογομαχία μεταξύ του κατηγορουμένου, υπαλλήλου του Δήμου ..., ηλικίας 36 ετών και του παθόντος Ψ1 αγρότη ηλικίας 44 ετών, ο πρώτος με γρονθοκοπήματα στο πρόσωπο και την περιοχή της κεφαλής προκάλεσε στον δεύτερο από πρόθεση (δόλο) σωματική κάκωση, δοθέντος ότι με την ως άνω ενέργειά του ήθελε ευθέως αυτός (κατηγορούμενος) να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης του άρθρου 308 παρ. 1α του Ποιν. Κώδικα σε βάρος του παθόντος Ψ1. Η πράξη του όμως αυτή (κάκωση κεφαλής) είχε σαν επακόλουθο την βαριά σωματική πάθηση του Ψ1, και συγκεκριμένα την εμφάνιση υποσκληριδίου αιματώματος του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου, το οποίο διαγνώσθηκε δυο (2) μήνες αργότερα στο Νευροχειρουργικό τμήμα του ... με συνέπεια ο παθών να υποβληθεί εκτάκτως σε χειρουργική επέμβαση, έκτοτε δε αυτός (παθών) και για πολύ χρόνο κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος για εργασία, δοθέντος ότι αναγκάστηκε να εκμισθώσει σε τρίτους την αγροτική του περιουσία, αποτελούμενη από 25 στρέμματα περίπου, την οποία πριν το τραυματισμό του εκμεταλλεύονταν ο ίδιος κατά το μεγαλύτερο μέρος της. Η ως άνω βαριά σωματική πάθηση του Ψ1, που κατά τα άνω τον εμποδίζει σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί τις σωματικές του δυνάμεις και δεξιότητες για τις αγροτικές του κατά κύριο λόγο εργασίες εξ αιτίας της σωματικής του αναπηρίας σε ποσοστό 67%, είναι αποδοτέα σε μη συνειδητή αμέλεια του κατηγορούμενου, όπως αυτή προσδιορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης, (βλ. σχετικώς και ΑΠ 1155/2005 Ποιν. Χρονικά 2006/153, Ποινικός Λόγος 2005/1010). Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορούμενου για αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της ύστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ. 2α και ε του Ποιν. Κώδικα) πρέπει να απορριφθούν 1) ο δεύτερος ως αόριστος, αφού δεν γίνεται καθόλου επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν και 2) ο πρώτος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι και πριν από την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος είχε επιδείξει βίαιη αντικοινωνική συμπεριφορά και σε άλλους, όπως λ.χ. προς τον εξετασθέντα μάρτυρα Μ1, ο οποίος, όπως κατέθεσε, ανακάλεσε την κατ' αυτού έγκληση, προς τον ... και άλλους ομοχωρίους του. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη της βαριάς σωματικής βλάβης με παθόντα τον πολιτικώς ενάγοντα Ψ1". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) € την ημέρα. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: στο ... την 12 Μαΐου 2002 και περί ώρα τέσσερις το πρωί με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση, η οποία είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, και συγκεκριμένα την πρόκληση στον παθόντα υποσκληριδίου αιματώματος του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου που τον κατέστησε επί μακρόν ανάπηρο σε ποσοστό 67% και ανίκανο προς εργασία, το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα είναι αποδοτέο σε αμέλεια τούτου μη συνειδητή. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος αφού προηγήθηκε λογομαχία με τον παθόντα Ψ1 στο προαύλιο του καταστήματος (νυκτερινού κέντρου διασκέδασης) του Μ1, χρησιμοποιώντας τα χέρια του κτύπησε με γροθιές τον ως άνω παθόντα στην περιοχή του προσώπου και της κεφαλής του, έχοντας την πρόθεση να τον προκαλέσει την σωματική αυτή κάκωση, η οποία περαιτέρω είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική πάθηση του ως άνω παθόντος, δοθέντος ότι ο τελευταίος υπέστη υποσκληρίδιο αιμάτωμα του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου που τον κατέστησε για πολύ μεγάλο χρόνο ανάπηρο σε ποσοστό 67% και ανίκανο προς εργασία, το βαρύτερο δε αυτό αποτέλεσμα είναι αποδοτέο σε αμέλεια του κατηγορουμένου διότι αυτός από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν πρόβλεψε το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του (η από πρόθεση σωματική κάκωση του παθόντος στην περιοχή της κεφαλής του με γρονθοκοπήματα) ενώ θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, παραλείποντας τα κτυπήματα με γροθιές στην κεφαλή του παθόντος. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1α σε συνδυασμό με 308 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων από πρόθεση προκάλεσε στον πολιτικώς ενάγοντα με κτυπήματα με τις γροθιές του, τα οποία κατάφερε στο πρόσωπο και στην κεφαλή την σωματική κάκωση που αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Δηλαδή δέχθηκε ότι ο δόλος του κατευθυνόταν αμέσως στην πρόκληση της απλής σωματικής βλάβης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κτυπήματα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση στον παθόντα υποσκληριδίου αιματώματος του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου, τα συμπτώματα του οποίου εκδηλώθηκαν μετά δίμηνο, οπότε και υποβλήθηκε στις δέουσες εξετάσεις, που αποκάλυψαν το είδος και τη σοβαρότητα της βλάβης. Η μη εμφάνιση των συμπτωμάτων και η εκ του λόγου αυτού μη υποβολή του σε εργαστηριακές εξετάσεις νωρίτερα δεν σημαίνει αναγκαία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, με τον δεύτερο λόγο, ο αναιρεσείων, ότι η βλάβη αυτή δεν υπήρξε απότοκος της σωματικής βλάβης που από άμεσο δόλο του προκάλεσε ο αναιρεσείων, ούτε ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός της σωματικής βλάβης και του τρόπου με τον οποίο προκλήθηκε αυτή, δηλαδή γρονθοκοπήματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι, αλλά οφείλεται σε παθολογικά αίτια, κάτι το οποίο δεν δέχθηκε η προσβαλλομένη, αποκρούσασα, με την καταδικαστική απόφαση ως αβάσιμο, τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της σωματικής βλάβης, που, κατά το επεισόδιο, από πρόθεση προκάλεσε στον πολιτικώς ενάγοντα και του αποτελέσματος της βαριάς βλάβης του σώματος και της υγείας αυτού, κατά την ανωτέρω έννοια, το οποίο και επέφερε, ισχυρισμό επί του οποίου το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούταν να διαλάβει ειδική αιτιολογία. Ούτε μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, εκ του ότι ο παθών δεν υπέβαλε αμέσως σε βάρος του έγκληση για το επεισόδιο και τον κατ αυτό τραυματισμό του, αλλ εξακολούθησε να ζει φυσιολογικά και να συχνάζει σε νυκτερινά κέντρα διασκεδάσεως, αφού πρόκειται για το χρονικό διάστημα προ της εμφανίσεως των συμπτωμάτων του αιματώματος, τα οποία απετέλεσαν την αιτία της διενέργειας εξετάσεων που αποκάλυψαν, όπως λέχθηκε, την βαριά σωματική βλάβη, καθόσον μετά την διάγνωση αυτή, κατά τις εκτενείς παραδοχές της προσβαλλομένης, μεταβλήθηκε άρδην η ζωή του ανυποψίαστου ως τότε για την σοβαρότητα της βλάβης που είχε υποστεί πολιτικώς ενάγοντος (υποβολή σε εγχείρηση του εγκεφάλου προς αφαίρεση του αιματώματος, αναπηρία ποσοστού 67%, ανικανότητα επί μακρό χρόνο προς εκτέλεση των αγροτικών εργασιών που αποτελούσαν και το επάγγελμά του). Περαιτέρω αιτιολογεί πλήρως η προσβαλλομένη το είδος της βλάβης που υπέστη ο παθών, η οποία φέρει όλα τα ανωτέρω στοιχεία που απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 ΠΚ, για τον χαρακτηρισμό της ως βαριάς. Εξάλλου η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δέχεται με πλήρη αιτιολογία ότι το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε ασυνείδητη αμέλεια του αναιρεσείοντος, τα πλήρη στοιχεία της οποίας και παραθέτει, αναφέρει δε και από ποιο γεγονός συνήγαγε την αμέλεια του αυτή αφού δέχθηκε ότι, καταφέροντας γρονθοκοπήματα στο κεφάλι του παθόντος, δηλαδή σε σημείο όπου υπάρχουν τα πλέον ζωτικά όργανα του ανθρώπου (μάτια, αυτιά, εγκέφαλος που ελέγχει και ρυθμίζει σχεδόν όλες τις λειτουργίες του οργανισμού), όφειλε και μπορούσε, καταβάλλοντας την δέουσα και από τις περιστάσεις οφειλόμενη προσοχή, να προβλέψει ότι αυτά μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων και βλάβη στον εγκέφαλο, το οποίο και δεν προέβλεψε. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αμέλειας του αναιρεσείοντος ως προς το αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής βλάβης του πολιτικώς ενάγοντος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός με τον τρίτο λόγο, να αναφέρονται και άλλα πραγματικά περιστατικά προς αιτιολόγηση της αμελείας του, ενόψει της, μετά δίμηνο από το συμβάν, εμφάνισης των αποτελεσμάτων του υποσκληριδίου αιματώματος, αφού το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κτυπημάτων και με τους γρόνθους ακόμη, όπως συνέβη εν προκειμένω, σε οποιοδήποτε σημείο της κεφαλής, όπως πρόσωπο, κρόταφοι και λοιπά μέρη του κρανίου. Ο με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε δικαιολογημένη αγανάκτηση όταν κατάφερε τα κτυπήματα στο πρόσωπο και το κεφάλι του πολιτικώς ενάγοντος και έτσι έπρεπε να τύχει εφαρμογής η διάταξη της παραγ. 3 του άρθρου 308 ΠΚ, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, αλλά και της πρωτόδικης αποφάσεως, προβλήθηκε μεν στο πρωτόδικο Δικαστήριο και απορρίφθηκε, χωρίς όμως να επαναφερθεί με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ούτε προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον αυτού.
Συνεπώς απαραδέκτως αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων, με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που υπέβαλε και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, ζήτησε και την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως κατά λέξη αναφέρει: ".. Αιτούμαι το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και της ύστερης καλής συμπεριφοράς (ΠΚ 84 παρ. 2 α και ε)..". Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει παντελώς αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε, προς θεμελίωση των ελαφρυντικών περιστάσεων που ζήτησε να του αναγνωρισθούν, πραγματικά περιστατικά προκειμένου αυτά να αξιολογηθούν από το δικαστήριο προς σχηματισμό της κρίσεως περί συνδρομής ή όχι αυτών στο πρόσωπό του, αλλά περιορίσθηκε στην αναφορά μόνον των διατάξεων που τους προβλέπουν και των διατυπώσεων τους.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπήρχε υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να διαλάβει αιτιολογία περί αυτών, εν τούτοις όμως, ως εκ περισσού, διέλαβε την ανωτέρω αιτιολογία με την οποία τον απέρριψε κατά το δεύτερο μέρος του (84 παρ 2 ε) ως αόριστο και κατά το πρώτο (84 παρ. 2 α) ως αβάσιμο. Κατ ακολουθία ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση, για απόρριψη, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, του ανωτέρω ισχυρισμού, τυγχάνει αβάσιμος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των δευτέρου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παραστάθηκε (176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 24-10-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 342/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Φεβρουαρίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σωματική βλάβη. Έννοια. Στοιχειοθέτηση υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 2441/ 2008). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πότε έχει η απόφαση. Ειδικά στο ανωτέρω έγκλημα. Πρέπει να εκτείνεται και σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως και ο περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων. Πρέπει όμως να προβάλλονται ορισμένως. Εσφαλμένη ερμηνεία, εφαρμογή, εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Έννοια (ΑΠ 250/2009, ΑΠ 2441/2008). Υποσκληρίδιο αιμάτωμα συνεπεία κτυπήματος με γροθιές στο πρόσωπο. Χειρουργική επέμβαση προς αφαίρεση. Ανικανότητα προς εργασία επί μήνες. Καταδίκη για βαριά σωματική βλάβη. Πλήρης αιτιολογία. Ορθή ερμηνεία εφαρμογή 310 παρ. 1, 308 παρ. 1 α ΠΚ. Αόριστος ο ισχυρισμός για ελαφρυντικά 84 παρ. 2 α και ε ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Σωματική βλάβη βαριά.
| 2
|
Αριθμός 225/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της με αριθμό 8361/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1390/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος στον ... στις 20.3.2002, ενεργώντας από πρόθεση, στην υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 12.448,28 ευρώ, της Αγρ.Τ.Σ., εκδόσεως στις 20.3.2002 από τη ΑΑ, έθεσε δίπλα στην ένδειξη "πληρώστε την επιταγή μου σε διαταγή", το όνομα του εγκαλούντος ΨΨ και στη θέση του α' οπισθογράφου την υπογραφή του, με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους με την χρήση της ότι η επιταγή έχει εκδοθεί στο όνομα του εγκαλούντος, ο οποίος με οπισθογράφηση την είχε μεταβιβάσει στον ίδιο (κατηγορούμενο), ο τελευταίος δε έκανε χρήση αυτής μεταβιβάζοντάς την με οπισθογράφηση στην "Ε-1 ΟΕ". Περαιτέρω όμως, ο κατηγορούμενος, παραδεχόμενος την πράξη του, κατέβαλε από το συνολικό ποσό της επιταγής το ποσό των 3.000 ευρώ και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) € την ημέρα. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στον ... την 20η Μαρτίου 2002 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Ειδικότερα, στον, ως άνω, τόπο και χρόνο επί της υπ' αρ. ... επιταγής της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ποσού 12.448,28 ευρώ, εκδόσεως την 20ή Μαρτίου 2002 στον ... από την ΑΑ), έθεσε δίπλα στην ένδειξη "ΠΛΗΡΩΣΤΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ ΜΟΥ ΑΥΤΗ ΣΕ ΔΙΑΤΑΓΗ" το όνομα του εγκαλούντος, ΨΨ και στη θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως κατ' απομίμηση την υπογραφή του ως και το όνομα του χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα ή συναίνεση του και εν αγνοία του, προκειμένου έτσι να παραπλανήσει τρίτους με τη χρήση της περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος, ότι η ανωτέρω επιταγή είχε εκδοθεί σε διαταγή του εγκαλούντος και ότι αυτός την είχε μεταβιβάσει δι' οπισθογραφήσέως στον κατηγορούμενο, ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί πλαστής υπογραφής του εγκαλούντος, και ότι ο τελευταίος ουδεμία σχέση είχε με την προαναφερθείσα επιταγή, ο κατηγορούμενος, δε, έκανε χρήση της επιταγής αυτής, αφού την μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στην "Ε-1 & ΣΙΑ Ο.Ε". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ', 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι ο αναιρεσείων από δόλο νόθευσε την αναφερόμενη στο σκεπτικό της επιταγή, που είχε εκδοθεί στις 20-3-2002 από την ΑΑ, για ποσό 12.448,28 €, θέτοντας στη θέση των στοιχείων του λήπτη της το ονοματεπώνυμο του εγκαλούντος ΨΨ, εν αγνοία του και χωρίς την συγκατάθεσή του, χωρίς να συνδέεται αμέσως ή εμμέσως με την έκδοση της επιταγής, και στη συνέχεια, έθεσε στο σώμα της επιταγής, κατ απομίμηση και εν αγνοία του, την υπογραφή του ανωτέρω, ως οπισθογράφου και με τον τρόπο αυτό την μεταβίβασε στον εαυτό του, με την ιδιότητα δε αυτή πλέον την μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση σε διαταγή της εκεί αναφερόμενης Ο.Ε. Με την ενέργεια του αυτή ο αναιρεσείων σκόπευε να παραπλανήσει τους τρίτους και εν προκειμένω τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω Ο.Ε., στην οποία μεταβιβάσθηκε αυτή περαιτέρω από τον ίδιο με οπισθογράφηση, ως προς το γεγονός ότι υπόχρεος από την επιταγή, με την ιδιότητα του λήπτη και οπισθογράφου, ήταν και ο ανωτέρω παθών, γεγονός που είχε ως έννομη συνέπεια να μπορεί να στραφεί εναντίον του και να επιτύχει την πληρωμή της ο τελευταίος κομιστής από οπισθογράφηση.
Συνεπώς, με βάση τις εν λόγω παραδοχές, στοιχειοθετείται, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ σε βαθμό πλημμελήματος και δεν απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ούτε προέβη εκ του λόγου αυτού σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ το Δικαστήριο, όπως προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, να αναφέρεται και ο σκοπός του δράστη να προκαλέσει βλάβη στον εγκαλούντα, αφού το στοιχείο αυτό και η αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του δράστη απαιτείται μόνον όταν η κατηγορία αφορά πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από την παραγ. 3 της ανωτέρω διατάξεως και με την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτής υπερβαίνει τις 73.000 €. Καταδίκη όμως για τέτοια πράξη εν προκειμένω, όπως λέχθηκε, δεν υπήρξε. Ούτε περαιτέρω έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, κατά τα πλήρη στοιχεία τους, οι τρεις αποφάσεις του Νομάρχη Δυτικής Αττικής, και οι δύο δικαστικές αποφάσεις που αναγνώσθηκαν, αρκεί για τις τελευταίες ότι αναφέρεται ο αριθμός τους και το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, που, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, είναι οι 5421/2002 και 327/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν επικαλείται δε ο αναιρεσείων, για ποιο λόγο έπρεπε να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία προσδιοριστικά των εγγράφων αυτών, των οποίων τον σύνδεσμο με την πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεν προσδιορίζει, ούτε διευκρινίζει αν προκαλείται και σε τι σύγχυση από τη μη αναφορά και των στοιχείων αυτών, σε σχέση πάντοτε με την πράξη για την οποία, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε ένοχος. Κατ ακολουθία τούτων οι, κατ εκτίμηση του περιεχομένου της, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ασχέτως ότι σ αυτήν αναφέρεται και το εδαφ. Α', χωρίς το περιεχόμενό της να συνδέεται και με τον λόγο αυτό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 8361/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 4 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία (νόθευση) επιταγής μετά χρήσεως. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Νόθευση επιταγής δια της προσθήκης στην θέση του ονόματος του λήπτη τρίτου ατόμου και θέση εν αγνοία του της υπογραφής του ως οπισθογράφου προς μεταβίβαση της επιταγής στον δράστη, ο οποίος, ως κομιστής από οπισθογράφηση, την μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση. Έννομη συνέπεια η εμφάνιση ως υπόχρεου από την επιταγή του παθόντος τρίτου, κατά του οποίου ο τελευταίος κομιστής από οπισθογράφηση εξέδωσε διαταγή πληρωμής. Λόγοι αιτήσεως αναίρεσης. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πότε η απόφαση έχει τέτοια. Αβάσιμος ο λόγος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 222/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009,με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα,για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων:1. Χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Λαδή, 2. Χ2, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βούβαλη και 3. Χ3, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μιχαλόπουλο, περί αναιρέσεως της 904, 905/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Φεβρουαρίου 2009, 27 Φεβρουαρίου 2009 και 26 Φεβρουαρίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 443/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι αιτήσεις αναίρεσης των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσειόντων και να απορριφθεί η αίτηση του τρίτου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι τρεις κρινόμενες από 26-2-2009, από 27-2-2009 και από 26-2-2009 αιτήσεις - δηλώσεις των τριών καταδικασθεισών κατηγορουμένων περί αναιρέσεως της ιδίας 904,905/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Κατά το άρθρο 5 παρ.1 περ. α' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Ν. 3459/2006 περί Κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά - ΚΝΝ), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι τρεις αναιρεσείοντες (2.3.2005), με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 290.000 ευρώ, τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, εισάγει στην επικράτεια, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας, είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη, είτε ιπτάμενος στον Ελληνικό εναέριο χώρο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η εισαγωγή πραγματώνεται με την εντός των ορίων της Χώρας εισαγωγή των ναρκωτικών από την αλλοδαπή η δε κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Στα ναρκωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.3 πιν. Α' αριθ. 5 του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 1 παρ.2 Πιν. Α' αρι.5 του άνω ΚΝΝ), περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ιδίου Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του άνω ΚΝΝ), όπως ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα χρόνο (2-3-2005), ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού, ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η αιτιολογία αυτή, πρέπει, να εκτείνεται και στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του δικαστηρίου επί υποβληθέντων αιτημάτων αναβολής, αλλά και στην παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι και οι προαναφερθείσες των άρθρων 8 του Ν. 1729/1987 και 13 στοιχ. στ' και ζ' ΠΚ, και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 904, 905/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι εισαγωγής στην επικράτεια και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και δη κατειργασμένης ινδικής καννάβεως συνολικού βάρους 4.176.550 γραμμαρίων, πράξεις που τέλεσαν όλοι κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, από κοινού μεταξύ τους και με άλλους και τους επιβλήθηκε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 300.000 ευρώ στον καθένα. Επίσης κηρύχθηκαν ένοχοι, οι δεύτερος και τρίτος για παραβίαση σφραγίδων της Τελωνειακής Αρχής, ο δε τρίτος επί πλέον και για παράβαση του άρθρου 54 του Ν. 2910/2001. Υποβληθέν δε από τον πρώτο κατηγορούμενο, στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας, αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να κλητευθούν και να καταθέσουν δύο Βούλγαροι Αξιωματικοί της Δίωξης Ναρκωτικών Σόφιας Βουλγαρίας, που γνωρίζουν για σχετικό κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών στη Βουλγαρία και την αθωότητά του, απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία: "Η εμφάνιση στο δικαστήριο των βουλγάρων αστυνομικών ... και ..., οι οποίοι διενήργησαν έρευνα στην εκδικαζόμενη υπόθεση, δεν κρίνεται αναγκαία, εφόσον η κρίση τους, μετά από σχετική έρευνα που διενήργησαν, ότι ο κατηγορούμενος Χ1, αποτελεί το ζήτημα που θα ερευνηθεί κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης από το δικαστήριο". Περαιτέρω, στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως αυτής επί της ουσίας, δέχθηκε το Εφετείο ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "Στο ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας είχαν περιέλθει πληροφορίες για διακίνηση λαθρεμπορευμάτων. Τελωνειακοί υπάλληλοι της παραπάνω υπηρεσίας άρχισαν να παρακολουθούν μια αποθήκη στο ..., την οποία είχε μισθώσει μια υπήκοος Βουλγαρίας, που είχε και στο παρελθόν δραστηριοποιηθεί στην εισαγωγή εμπορευμάτων από τη Βουλγαρία με το όνομα ΑΑ. Την 2-3-2005 οι τελωνειακοί αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν έλεγχο στην αποθήκη, κτύπησαν την πόρτα εισόδου, η οποία ήταν αρκετή, και στο εσωτερικό της αποθήκης συναντήθηκαν με τους δεύτερο και τρίτο από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν ανοίξει με επιμέλεια από τη δεξιά πλευρά, το ... φορτηγό αυτοκίνητο το οποίο ήταν εκεί σταθμευμένο, χωρίς να σπάσουν την σφραγίδα του τελωνείου, αποσύροντας μόνο το παραπέτο. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι έλεγξαν τα αποδεικτικά έγγραφα του φορτηγού και διαπίστωσαν ότι αυτό ερχόταν από τη Βουλγαρία, είχε προορισμό το τελωνείο ... και μετέφερε ως εμπόρευμα χαρτιά υγείας με παραλήπτρια την εταιρία "INTERNATIONAL LTD". Σε έλεγχο στο εσωτερικό του φορτηγού διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν γαλβανιζέ μεταλλικά δοχεία σε έξι παλέτες με 45 δοχεία η καθεμιά και στην εξωτερική τους πλευρά είχαν επικολληθεί αυτοκόλλητες ταινίες με την ένδειξη ΖΑΝΑΕ - ΠΙΚΛΕΣ. Διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι στο εσωτερικό των δοχείων αυτών υπήρχε, τυλιγμένη σε διάφανη πλαστική συσκευασία ινδική κάνναβη - κατεργασμένη - σε πλάκες βάρους 250 γραμμαρίων και συνολικού βάρους 4.176 kgr. Οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι συνελήφθησαν αμέσως, ομολόγησαν ότι οδηγός του φορτηγού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος την ώρα της εκφόρτωσης είχε μεταβεί σε γειτονικό εστιατόριο και στην συνέχεια συνελήφθη και αυτός. Και οι τρεις κατηγορούμενοι αρνήθηκαν αρχικά, αλλά και στη συνέχεια και κατά την απολογία τους, οποιαδήποτε εμπλοκή τους με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στο φορτηγό. Ειδικότερα ο πρώτος ισχυρίζεται ότι το εμπόρευμα που μετέφερε με το φορτηγό που οδηγούσε ήταν χαρτί υγείας και ότι αυτός παρέλαβε το φορτηγό φορτωμένο, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο που είχε τοποθετηθεί στο εσωτερικό του φορτηγού, ενώ οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ήταν υπάλληλοι της ΑΑ επιφορτισμένοι με την εκφόρτωση του φορτηγού. Όμως εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα των ναρκωτικών που βρέθηκαν στο φορτηγό, ο τρόπος τοποθέτησής τους σε μεταλλικά δοχεία μεταξύ πακέτων με χαρτί υγείας, η επιμελής αποσφράγηση του αυτοκινήτου που έγινε χωρίς να σπάσει η σφραγίδα του τελωνείου και η επιλεκτική εκφόρτωση στην αποθήκη του ... μόνο των μεταλλικών δοχείων που περιείχαν ινδική κάνναβη, οδηγούν στην κρίση ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι γνώριζαν το περιεχόμενο των μεταλλικών δοχείων, που είχαν φορτωθεί στο φορτηγό. Ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγός σε φορτηγό αυτοκίνητο που εκτελούσαν δρομολόγιο στο εσωτερικό της Βουλγαρία, μόλις μια ημέρα πριν την αναχώρησή του για την Ελλάδα είχε εκδόσει διεθνές δίπλωμα οδήγησης, προκειμένου, να οδηγήσει το φορτηγό με τα ναρκωτικά στην Ελλάδα. Οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι, μετά από σχετικές οδηγίες της ΑΑ, μετέβησαν με ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο SAXO στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στο ύψος του Τελωνείου προκειμένου, να περάσουν το φορτηγό στην Ελλάδα και να το σφραγίσουν και στη συνέχεια να μεταφέρουν από τα σύνορα μέχρι την αποθήκη στο ... τα ναρκωτικά. Κατά τη διαδρομή του φορτηγού υπήρχε στενή τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των τριών κατηγορουμένων, μετά δε τη σφράγιση του φορτηγού από το τελωνείο, την οδήγηση του αυτοκινήτου ανέλαβε ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος προφανώς γνώριζε τη διαδρομή, ενώ ο δεύτερος συνόδευε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο το φορτηγό μέχρι την αποθήκη στο ... Ο τρόπος δράσης αυτός, όπως ήδη αναφέρθηκε, οδηγούν στην κρίση ότι οι τρεις κατηγορούμενοι, όλοι Βούλγαροι υπήκοοι αποτελούν μέλη διεθνούς κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών, επιφορτισμένοι με την εισαγωγή τους στην χώρα και την περαιτέρω διακίνησή τους. Και οι τρεις γνώριζαν το περιεχόμενο των μεταφερομένων με το φορτηγό μεταλλικών κουτιών, εκτέλεσαν με ιδιαίτερες προφυλάξεις και μεθοδικότητα την εισαγωγή τους στην Ελλάδα και εκφόρτωσαν ή προσπάθησαν να εκφορτώσουν μόνο το "δήθεν" εμπόρευμα που τους ενδιέφερε. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι της εισαγωγής στην επικράτεια και κατοχής, αφού αποδείχθηκε ότι και οι τρεις είχαν εξουσία διάθεσης στα πρακτικά, της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών και οι δεύτερος και τρίτος της πράξης της μεταφοράς για την οποία θ' απαλλαγεί ο πρώτος, ο οποίος δεν έλαβε μέρος τη διαδικασία αυτή, λόγω προφανώς της έλλειψης γνώσης ως προς τον τρόπο που θα οδηγείτο το φορτηγό. Και οι τρεις κατηγορούμενοι με τη χρησιμοποίηση και τρίτων, αγνώστων προσώπων διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες, γεγονός που καταδιώκεται από το σχεδιασμό τέλεσης της πράξης της (συνοδεία κατά τη μεταφορά, επικοινωνία με κινητά τηλέφωνα, στάθμευση του φορτηγού σε αποθήκη με κλειστή την πόρτα, αποσφράγιση και επιλεκτική εκφόρτωση). Η εισαγωγή στη χώρα από τη Βουλγαρία, χώρα καταγωγής των κατηγορουμένων, ιδιαίτερα μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, τεράστιας οικονομικής αξίας σε συνδυασμό και με τον τρόπο ενεργείας της καταδεικνύει ότι είχαν τελέσει της πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και συνήθεια και με αποκλειστικό σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Τέλος οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι του ότι στο ..., ενεργώντας από κοινού παραβίασαν τη σφραγίδα της τελωνειακής αρχής που είχε τεθεί στο ...φορτηγό αυτοκίνητο, ενώ ο τρίτος κατηγορούμενος ότι την 13-3-04 εισήλθε στην Ελλάδα χρησιμοποιώντας το ... βουλγαρικό διαβατήριο που αφορούσε τον αδελφό του Χ3".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους των αναιρεσειόντων των ως άνω πράξεων, της από κοινού εισαγωγής στην επικράτεια και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, όσον και για την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν, καθώς και για τις πλημμεληματικές πράξεις της παραβιάσεως σφραγίδων της Τελωνειακής Αρχής και της παράνομης εισόδου του τρίτου στη Χώρα με διαβατήριο άλλου, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 13 περ. στ, ζ, 26 παρ.1, 27, 45, 178 ΠΚ, 1 παρ.2 Πιν. Α' αρι.5, 20 παρ. 1 εδ. α, β, ζ, παρ.2, , 23 του ΚΝΝ, 54 παρ.7 Ν. 2910/2001, που εφάρμοσε. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες αφού: α) δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός ή αναφορά των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε από ποία εξ αυτών προέκυψε η κάθε παραδοχή, β) το αιτιολογικό δε συνιστά απλή αντιγραφή του διατακτικού, αλλά περιέχει ίδιες σκέψεις και πλήρεις αιτιολογίες, γ) η 1242/039/2005 έκθεση εξετάσεως του Γενικού Χημείου του Κράτους, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν αναφέρεται μεν ρητά στο προοίμιο του αιτιολογικού ή στο περιεχόμενο αυτού, αλλά από το σύνολο των άνω παραδοχών του αιτιολογικού συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και η έκθεση αυτή, αφού το περιεχόμενο και το συμπέρασμα αυτής, ότι δηλαδή η άνω κατασχεθείσα ποσότητα ναρκωτικών είναι κατειργασμένη ινδική κάνναβη και περιλαμβάνεται στον Πίνακα Α αρ.6 του ν. 1729/1987, δέχθηκε ακριβώς και το Δικαστήριο στο αιτιολογικό του, δ) επαρκώς αιτιολογείται η από κοινού τέλεση της εισαγωγής και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, από τον πρώτο ως οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου που τα μετέφερε από τη Βουλγαρία μέχρι τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα και μετά ως συνοδεία του αυτοκινήτου εντός των συνόρων, μέχρι την αποθήκη που βρέθηκαν από τις Αρχές στο ..., ενώ το αυτοκίνητο οδήγησε μετά τα σύνορα ο τρίτος ως γνώστης της διαδρομής οι δε λοιποί ήσαν συνοδοί αυτού με άλλο ΙΧΕ όχημα, η φυσική εξουσίαση και εξουσία διαθέσεως των εισαχθέντων ναρκωτικών και από τους τρεις, που ενήργησαν με ιδιαίτερες προφυλάξεις και μεθοδικότητα την εισαγωγή και είχαν αρχίσει, οι δεύτερος και τρίτος, την εκφόρτωση από ειδικό "παραπέτο" του φορτηγού μόνο των ναρκωτικών, όταν συνελήφθησαν με κλειστή την πόρτα της αποθήκης αφού είχαν παραβιάσει (οι δεύτερος και τρίτος) τις σφραγίδες του τελωνείου με επιμέλεια, χωρίς να τις σπάσουν και σαφώς όλοι γνώριζαν το ευρεθέν περιεχόμενο των μεταφερομένων δοχείων, ήσαν μέλη ομάδος διεθνούς κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και το Δικαστήριο σαφώς αναφέρει τις επί μέρους ενέργειες του καθενός από τους συναυτουργούς κατηγορουμένους και από ποία στοιχεία συνάγει τη γνώση όλων για τα επιμελώς κρυμμένα και εισαχθέντα στην Ελλάδα ναρκωτικά, ενώ με την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι έδρασαν ως συναυτουργοί, εμμέσως πλην σαφώς απορρίφθηκε και ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου Χ3, περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια, ε) δεν υπάρχει αντίφαση από την παραδοχή ότι ο δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενος, "μετά από οδηγίες της ΑΑ μετέβησαν στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, προκειμένου να περάσουν το φορτηγό στην Ελλάδα" και της ενοχής για την πράξη της εισαγωγής των ναρκωτικών αυτών στην Ελλάδα, αφού γίνεται δεκτό στο αιτιολογικό ότι αποτελούν μέλη ομάδος ανθρώπων διεθνούς κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών, επιφορτισμένοι μάλιστα με την συνοδεία και την εισαγωγή τους στην Ελλάδα και την περαιτέρω διακίνησή τους, και δεν ήταν αναγκαία και η σωματική συνοδεία υπό των ιδίων του φορτηγού αυτοκινήτου μεταφοράς των παραπάνω ναρκωτικών, που οδήγησε ο πρώτος κατηγορούμενος, από τη Βουλγαρία μέχρι τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα ..., που αυτοί τον περίμεναν, στ) με επαρκή και ειδική αυτοτελή αιτιολογία απορρίφθηκε το υποβληθέν από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να κληθούν από τη Βουλγαρία και να καταθέσουν ως μάρτυρες οι δύο αλλοδαποί αστυνομικοί, με αυτά που δέχθηκε ως άνω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο στάδιο που υποβλήθηκε, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, ότι δηλαδή δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις, αφού είχαν ήδη κληθεί από τον Εισαγγελέα πέντε μάρτυρες κατηγορίας προς εξέταση και είχαν προσαχθεί 42 έγγραφα προς ανάγνωση, χωρίς να επανυποβληθεί το αίτημα αυτό αναβολής στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, επιπλέον δε οι αλλοδαποί αυτοί αστυνομικοί, κατά το αίτημα του κατηγορουμένου αυτού, θα εξέφραζαν στο Δικαστήριο (σύμφωνα με το αίτημα και με το προπαρατεθέν αιτιολογικό) απλώς την κρίση τους και μόνο για την αθωότητα του πρώτου κατηγορουμένου, βάσει συναφούς έρευνας που είχαν διενεργήσει στη Βουλγαρία για εκεί κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών και δε θα κατέθεταν πραγματικά περιστατικά σχετικά με την ερευνώμενη και δικαζόμενη υπόθεση, ζ) επαρκώς αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω πράξεων, από την παραδοχή της αποφάσεως ότι είχαν διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών για πορισμό εισοδήματος, προκύπτουσα ιδίως από την ύπαρξη σχεδίου τελέσεως, εισαγωγής από τη Βουλγαρία και μεταφοράς με φορτηγό αυτοκίνητο, με συνοδεία αυτού, με χρησιμοποίηση και άλλων αγνώστων συνεργών και με επικοινωνία μεταξύ τους με κινητά τηλέφωνα, σε συνδυασμό με το ότι επρόκειτο για πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, 4.176.550 γραμμαρίων, διαμοιρασμένων σε 17.016 πλάκες, επιμελώς σκευασμένες σε 262 σφραγισμένα μεταλλικά δοχεία που ανέγραφαν για παραπλάνηση των Αρχών πίκλες και σε παλέτες τοποθετημένες στο μέσον του αυτοκινήτου, μαζί με νομίμως μεταφερόμενα από την Βουλγαρία χαρτιά υγείας. Επαρκώς αιτιολογείται επίσης η συνδρομή στο πρόσωπο των κατηγορουμένων και της επιβαρυντικής περιστάσεως της ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτών ως δραστών των εν λόγω πράξεων, από την παραδοχή ότι όλες οι περιστάσεις τελέσεως των συγκεκριμένων πράξεων μαρτυρούν ότι οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, μέλη διεθνούς σπείρας διακίνησης ναρκωτικών, εντεύθεν δε (μαρτυρούν) την αντικοινωνικότητά τους και τη σταθερή ροπή τους προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων όλων των αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση, και εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β και Η του ΚΠοινΔ, επί πλέον, κατά το δικόγραφο αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος Χ2, για έλλειψη ακροάσεως από τη μη απάντηση στο αίτημα αναβολής του πρώτου συγκατηγορουμένου του Χ1 και για υπέρβαση εξουσίας, από τη μη αιτιολογημένη απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 142 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στα πρακτικά της δίκης καταχωρούνται, εκτός άλλων, και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, επομένως και οι ισχυρισμοί τους. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα σε κάθε ισχυρισμό των διαδίκων που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη δίκη, δηλαδή αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, ή εξαλείφει το αξιόποινο, ή αποκλείει τον καταλογισμό, ή άγει σε μείωση της ποινής, υπό την αναγκαία προϋπόθεση ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και σαφής και προβλήθηκε παραδεκτώς. Αν έγινε τέτοια προβολή ή όχι, προκύπτει από τα πρακτικά που αποδεικνύουν μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά. Τέλος δικαιούνται οι διάδικοι να εγχειρίσουν σ' αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις των, και επομένως και τους ισχυρισμούς των, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς προφορικά, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, στα πλαίσια της προφορικότητας και της αμεσότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Μόνη η διατύπωσή τους σε έγγραφο, χωρίς προφορική ανάπτυξη, δεν αρκεί και συνεπώς η προβολή τους δεν είναι παραδεκτή. Όπως αποδεικνύεται από τα επισκοπούμενα πρακτικά της συνεδριάσεως, που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση, (σελ.19 - 31), "οι συνήγοροι των τεσσάρων κατηγορουμένων, ανέπτυξαν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους, ζήτησαν οι μεν συνήγοροι υπεράσπισης του τετάρτου κατηγορουμένου την απαλλαγή του, οι δε συνήγοροι των λοιπών κατηγορουμένων, να κριθούν με επιείκεια και να τους αναγνωρισθούν ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ΠΚ και προέβαλαν αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο και έχουν ως εξής", στη συνέχεια δε έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά μακροσκελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί μόνο των δύο πρώτων κατηγορουμένων, όχι και του τρίτου από αυτούς, ενώ στο αιτιολογικό δεν υπάρχει σκέψη για ισχυρισμούς του τρίτου κατηγορουμένου. Έτσι, με βάση και τα όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεν αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων τρίτος κατηγορούμενος Χ3 ή ο συνήγορός του κατέθεσαν σημείωμα και προέβαλαν προς υπεράσπιση τούτου αυτοτελείς ισχυρισμούς. Εξάλλου, τα πρακτικά απεικονίζουν τις δηλώσεις, όπως παραπάνω φαίνεται ότι έγιναν και αφού δεν έγινε διόρθωση αυτών, ούτε προσεβλήθησαν αυτά ως πλαστά, έπεται ότι ο προβαλλόμενος σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως του άνω τρίτου κατηγορουμένου, για ακυρότητα της διαδικασίας και για έλλειψη ακροάσεως, από τη μη απάντηση του Δικαστηρίου στους παραδεκτώς υποβληθέντες εγγράφους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, περί νομικής πλάνης, περί μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια, περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α, ε του ΠΚ και περί μη συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το Δικαστήριο περαιτέρω, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά τον ως άνω μόνο προβληθέντα υπό του συνηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου αυτοτελή ισχυρισμό αναγνωρίσεως "των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ", καθόσον ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε αορίστως, με μόνη την επίκληση της άνω διατάξεως του ΠΚ, ( σελ. 19), χωρίς να εξειδικεύεται ποίο ακριβώς ελαφρυντικό ζητεί και χωρίς παράθεση οιουδήποτε πραγματικού περιστατικού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικ. με το άρ. 5 παρ.9 του ν.3189/03 και το ν. 3459/2006 (35 παρ.2 ΚΝΝ), "για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου σε ποινή κάθειρξης, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι' αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ. 1. Για την εκτέλεση της απέλασης, εφαρμόζεται το άρθρο 74 του Π.Κ. με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα ". Κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.1 του ΠΚ, "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση, με την επιφύλαξη διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν αλλοδαπός καταδικασθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (ν. 1729/1987 όπως κωδικοποιήθηκε με το ν. 3459/2006 - ΚΝΝ) και δεν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, για την παραμονή του στη Χώρα το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει, ακόμα και αν η πράξη του τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, να διατάξει την ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, στην οποία μπορεί να επιστρέψει μόνο μετά την πάροδο τριετίας και εφόσον το επιτρέψει κατά την κρίση του ο Υπουργός Δικαιοσύνης με απόφασή του. Εξάλλου η Συνθήκη της 25-3-1957 περί ιδρύσεως της ΕΟΚ, στην οποία προσχώρησε η Ελλάδα με την από 28-5-1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΦΕΚ 170 Α) θεσπίζει αφενός, στο άρθρο 48, την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μέσα στην Κοινότητα "με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας" και αφετέρου, στο άρθρο 52, την ελευθερία της εγκατάστασης των υπηκόων του ενός Κράτους-μέλους στην επικράτεια του άλλου Κράτους-μέλους για την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων και στα άρθρα 59 και 60 την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών υπηκόων Κράτους-μέλους στην επικράτεια άλλου Κράτους-μέλους. Περαιτέρω η Οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Υπουργών της 25-2-1964 στο άρθρο 3 αυτής ορίζει ότι τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφάλειας που επιβάλλουν περιορισμούς στη διαμονή των υπηκόων των άλλων κρατών μελών πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν και ότι οι ενδεχόμενες προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν μπορούν καθ' εαυτές να αιτιολογήσουν τη λήψη τέτοιων μέτρων. Από τις διατάξεις αυτές της Κοινοτικής Νομοθεσίας, που ισχύουν στην Ελλάδα, λόγω επικυρώσεώς τους ως παραπάνω και κατ' άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου, προκύπτει ότι η επιβολή της απελάσεως, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης για οιαδήποτε παράβαση που αναφέρεται στα άρθρα 20 έως και 24 του ΚΝΝ, αλλοδαπού υπηκόου Κράτους - μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ενώ σε περίπτωση αλλοδαπού υπηκόου Κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η απέλαση είναι ανεπίτρεπτη αν διατάσσεται μόνο εξ αιτίας της άνω καταδίκης του και μπορεί να διαταχθεί, μόνον αν η ατομική του συμπεριφορά δημιουργεί πραγματική και αρκετά σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας και ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως για την απέλαση, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην αναφορά ότι ο αλλοδαπός αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για τις πιο πάνω παραβάσεις του νόμου για τα ναρκωτικά, αλλά και ότι η ατομική του συμπεριφορά δημιουργεί πραγματική και αρκετά σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, όπως κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καταδίκασε τον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2, για τις πράξεις της εισαγωγής και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και ταυτόχρονα διέταξε και την ισόβια απέλασή του από τη Χώρα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, σε σχέση με την απέλαση, αναφέρεται (σελ.47), " επειδή, πρέπει να διαταχθεί η απέλαση των κατηγορουμένων που είναι Βούλγαροι υπήκοοι, από τη χώρα αμέσως μετά την έκτιση της ποινής, σύμφωνα με τα άρθρα 74 παρ.1 του ΠΚ". Όμως, ενώ αναφέρεται στην αιτιολογία αυτή της αποφάσεως ότι πρόκειται για αλλοδαπό υπήκοο του κράτους της Βουλγαρίας, η οποία είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ουδέν περιστατικό εκτίθεται για συνδρομή ή μη και των παραπάνω ουσιαστικών όρων ότι δηλαδή η ατομική συμπεριφορά του άνω πρώτου αναιρεσείοντος, μόνου προβάλλοντος σχετικό λόγο αναιρέσεως, δημιουργεί πραγματική και αρκετά σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της Ελληνικής κοινωνίας. Επομένως, η πιο πάνω απόφαση, σε σχέση με τη διάταξη αυτής για την απέλαση του δευτέρου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ2, στερείται της απαιτούμενης κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Από τη διάταξη του άρθρου 233 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσα έγιναν στη διαδικασία, από την Ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται σε βάρος του. Στην προκειμένη περίπτωση, προβάλλουν απόλυτα ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, α) ο αναιρεσείων Χ2, διότι διορίστηκε από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου και γιαυτόν διερμηνέας εκτός του οικείου πίνακα χωρίς αιτιολόγηση, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να εκθέσουν τις απόψεις τους και οι κατηγορούμενοι και β) ο αναιρεσείων Χ3, διότι διορίστηκε διερμηνέας μόνο για τον πρώτο κατηγορούμενο, όχι και γιαυτόν, που αγνοούσε την Ελληνική γλώσσα. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως, με την εκφώνηση του ονόματος των τριών αλλοδαπών κατηγορουμένων, αυτοί απάντησαν κανονικά και διόρισαν συνηγόρους υπερασπίσεως, το δε Δικαστήριο, αφού αντιλήφθηκε ότι αυτός που δεν ομιλεί την Ελληνική γλώσσα αλλά την Βουλγαρική, είναι μόνο ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, διόρισε σ' αυτόν μόνο ως διερμηνέα, όπως τα άρθρα 233 και 234 ΚΠοινΔ ορίζουν, την ..., που γνώριζε τόσο την Βουλγαρική όσο και την Ελληνική γλώσσα, η οποία ορκίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 236 ΚΠοινΔ. Από όλες αυτές τις καταγραφές στα πρακτικά της δίκης, σχετικά με τις παραπάνω αιτιάσεις των άνω δύο αναιρεσειόντων, προκύπτει με σαφήνεια ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι από τους τρεις κατηγορουμένους υπηκόους Βουλγαρίας, μόνον ο πρώτος δεν ομιλούσε την Ελληνική γλώσσα και διόρισε σε αυτόν διερμηνέα, και συνεπώς, α) αφού δε διορίστηκε διερμηνέας και στον αναιρεσείοντα Χ2 όπως εσφαλμένα αιτιάται, απαραδέκτως προτείνει αυτός ακυρότητα και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως για διορισμό σε αυτόν διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα και χωρίς να δοθεί ο λόγος στον Εισαγγελέα και σε αυτόν, β) αφού το Δικαστήριο δε διαπίστωσε ότι ο τρίτος αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ3 αγνοούσε την Ελληνική γλώσσα, ούτε αυτός ή η συνήγορός του, μετά το διορισμό διερμηνέα από το Δικαστήριο μόνο για τον άνω πρώτο συγκατηγορούμενο πατριώτη του, δήλωσε άγνοια της Ελληνικής γλώσσας, ούτε ζήτησε διορισμό διερμηνέα, ορθά δε διορίστηκε διερμηνέας και γιαυτόν. Επομένως, οι συναφείς ως άνω λόγοι αναιρέσεως των άνω δύο αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθούν. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνο, ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε μείωση κατ'άρθρο 85 ΠΚ της ποινής συνιστούν και οι ελαφρυντικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α, και ε, ήτοι α) ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (στοιχ. α'), β) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ. ε'). Έτσι, για το ορισμένο των στηριζομένων στις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών, αντιστοίχως, α) δεν αρκεί η επίκληση λευκού ποινικού μητρώου, αλλά απαιτείται η επίκληση θετικών στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, που να είναι ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο (στοιχ. α') και β) δεν αρκεί η καλή συμπεριφορά στις φυλακές και μόνο, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών, δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του δράστη μετά την πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πρώτος αναιρεσείων Χ1, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, με ανάπτυξη προφορική και κατάθεση εγγράφου σημειώματος, που ενσωματώθηκε στα πρακτικά, ζήτησε να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των περιπτώσεων α' και ε' της του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε τα εξής : "Στο πρόσωπο μου συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου (άρ. 84 παρ 2 εδ α' ΠΚ). Προέρχομαι από μία έντιμη και σταθερή οικογένεια. Ο ίδιος δημιούργησα εδώ και λίγα χρόνια οικογένεια (παρακαλώ να κριθεί αναγνωστέο το πιστοποιητικό πολιτικού γάμου σε επίσημη μετάφραση που έχω προσκομίσει από το πρωτοβάθμιοΔικαστήριο) και έχω και ένα μικρό παιδί. Με πολλές προσπάθειες και στερήσεις κατάφερα να στεριώσω και υπήρξα πάντοτε βιοπαλαιστής, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας υπεράσπισης, μητέρα μου, ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης διαθέτω λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε έχω απασχολήσει στο παρελθόν τις Δικαστικές ή Αστυνομικές Αρχές της χώρας μου, τόσο της Ελλάδας, όσο και της Βουλγαρίας, όπως συνάγεται από το από το πιστοποιητικό ποινικού μου μητρώου που υπάρχει στη δικογραφία, από το οποίο προκύπτει ότι κατά το χρόνο σύλληψης μου ουδεμία ποινική δίωξη εναντίον μου εκκρεμούσε στη Βουλγαρία.
Περαιτέρω απαιτείται ο έντιμος πρότερος βίος, να ανάγεται σε όλες τις μορφές συμπεριφοράς που αναφέρονται στο νόμο, ήτοι στην καθ' όλα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική, ζωή που διάγει κάποιος πριν από την τέλεση οποιουδήποτε αδικήματος και όχι μόνο στην ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Από την όλη δομή και συγκρότηση της προσωπικότητας μου και τον - μέχρι τον εγκλεισμό μου στις φυλακές - επαγγελματικό και κοινωνικό μου βίο καταδεικνύεται ότι πράξεις σαν και αυτές που μου καταλογίζονται δεν συνάδουν με την μέχρι τώρα πορεία μου. Το σύνολο της συμπεριφοράς μου ανταποκρίνεται στα σύγχρονα πρότυπα επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής, ενώ απουσιάζει από τη ζωή μου οποιαδήποτε αντικοινωνική εκτροπή. Επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο μου το ελαφρυντικό της συμπεριφοράς καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη μου (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ). Κατά τη διάρκεια της έως τώρα έκτισης της ποινής μου στις Δικαστικές Φυλακές ... και ... επέδειξα άριστη διαγωγή, δεν τιμωρήθηκα ποτέ πειθαρχικά κι είχα άριστες σχέσεις με τους συγκρατούμενους και τους υπαλλήλους του σωφρονιστικού καταστήματος, όπως προκύπτει και από τις από τη βεβαίωση διαγωγής με αριθ. πρωτ. 11424/20.5.08 της Δικαστικής Φυλακής ..., την οποία προσκομίζω και επικαλούμαι. Σημειωτέον μάλιστα ότι έχω χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά το χρόνο του εγκλεισμού μου στη φυλακή, προσπαθώντας να βελτιωθώ και να ενσωματωθώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην κοινωνία μετά την αποφυλάκιση μου, όπως βεβαιώνεται από την από 16.01.2006 βεβαίωση της Δικαστικής Φυλακής ..., η οποία αποτελεί μέρος της δικογραφίας (υπ' αριθμ. 4 αναγνωστέο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης)".
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, σχετικά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις, το Δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, με το εξής σκεπτικό: "Τέλος κρίνεται ότι πρόσωπο των πρώτου και δευτέρου από τους κατηγορουμένους δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης οποιουδήποτε ελαφρυντικού και μάλιστα αυτών του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ για τον πρώτο και του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ για τον δεύτερο. Ειδικότερα αποδείχθηκε όσον αφορά το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και για τους δύο κατηγορουμένους, ότι αυτοί έχουν τελέσει τις πράξεις που αναφέρθηκαν κατ' επάγγελμα και συνήθεια, ενώ από την όλη εγκληματική συμπεριφορά τους και τα αίτια που τους ώθησαν - ο πορισμός κέρδους - χωρίς να υπολογίσουν την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα προέκυπτε με τις πράξεις τους σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων, δεν προκύπτει η έντιμη ατομική, επαγγελματική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή τους. Μόνη δε η λευκότητα του ποινικού τους μητρώου δεν είναι αρκετή, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, για να θεωρηθεί ότι αυτοί δικαιούνται το παραπάνω ελαφρυντικό. Αναφορικά με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ για τον πρώτο κατηγορούμενο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα με τρόπο σύννομο, διότι η συμπεριφορά αυτή προϋποθέτει καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, εφόσον τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια φυσική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής του προδιάθεσης, σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο αυτό, που ήταν έγκλειστος στη φυλακή και όφειλε να συμμορφώνεται με τους κανόνες του σωφρονιστικού καταστήματος".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι ειδική και επαρκής, όσον αφορά τη μη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε ΠΚ, διότι η ήσυχη και χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Φυλακή δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας στην κοινωνία και όχι στις φυλακές που βρίσκεται ο κατηγορούμενος. Αντιθέτως, η άνω αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όσον αφορά την ετέρα προταθείσα ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α του ΠΚ, αφού με αυτήν δεν αντιμετωπίζεται, πλην της υπάρξεως λευκού ποινικού μητρώου, καθόλου η βασιμότητα του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία προκύπτει ότι δεν αποδείχθηκαν τα ως άνω επικληθέντα θετικά περιστατικά και δε συντρέχει στο πρόσωπό του κατηγορουμένου η προαναφερθείσα ελαφρυντική περίσταση. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. Ι στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ συναφής λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη αυτής για την απέλαση του αναιρεσείοντος Χ2 και κατά τη διάταξή της που απέρριψε την εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ ελαφρυντική περίσταση του αναιρεσείοντος Χ1, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον τελευταίο, το ύψος της οποίας εξαρτάται από την τύχη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ) και να απορριφθούν οι κρινόμενες τρεις αιτήσεις αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Ο τρίτος αναιρεσείων Χ3, του οποίου απορρίπτεται η αίτηση στο σύνολό της, θα καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα( άρθρο 583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 904, 905/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τις διατάξεις αυτής που αφορούν: α) την απέλαση από τη Χώρα του αναιρεσείοντος Χ2 και β) την απόρριψη της εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως του αναιρεσείοντος Χ1 και ως προς την ποινή που επιβλήθηκε στον τελευταίο,
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τις από 26-2-2009, 27-2-2009 και 26-2-2009 αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 κατά της 904, 905/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον τρίτο αναιρεσείοντα Χ3 στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι ( 220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εισαγωγή και κατοχή ινδικής κάνναβης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους - Έννοια αυτών. Παραβίαση Σφραγίδων Αρχής. Παραβίαση 54 ν. 2910/2001. 1) Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή και καμία εκ πλαγίου παράβαση και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι (Δ+Ε). 2.) Η επιβολή της απέλασης, είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης για οιαδήποτε παράβαση που αναφέρονται στα άρθρα 20 έως και 24 του ΚΜΝ, αλλοδαπού υπηκόου μόνο κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ αν πρόκειται για αλλοδαπό υπήκοο του κράτους μέλους, όπως της Βουλγαρίας, η οποία είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σύμφωνα με την Οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου Υπουργών, που κατ' άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου, και επί παραβάσεων του Ν. περί Ναρκωτικών ακόμη, η απέλαση του αλλοδαπού μπορεί να διαταχθεί, μόνον αν η ατομική του συμπεριφορά δημιουργεί πραγματική και αρκετά σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αν δε ουδέν περιστατικόν εκτίθεται για συμπεριφορά του άνω αναιρεσείοντος δημιουργεί σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας, η απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία. ΑΠ 1243/2000, 1340/2008. 3) Αφού το δικαστήριο δε διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αγνοεί την Ελληνική γλώσσα, ούτε αυτός ή η συνήγορος του, μετά το διορισμό διερμηνέα από το δικαστήριο μόνο για τον άνω συγκρατούμενο πατριώτη του, δήλωσε άγνοια της Ελληνικής γλώσσας, ούτε ζήτησε διορισμό διερμηνέα, ορθά δε διορίστηκε διερμηνέας και γι' αυτόν, οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν (ΑΠ 1968/2008). 4) Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ως προς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α του ΠΚ, αφού με την αιτιολογία δεν αντιμετωπίζεται, πλην της υπάρξεως λευκού ποινικού μητρώου, καθόλου η βασιμότητα του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία προκύπτει ότι δεν αποδείχθηκαν τα επικληθέντα από τον κατηγορούμενο θετικά περιστατικά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση, Αναίρεση μερική, Παραβίαση σφραγίδων.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 232/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ..., 2.... διά της δικαστικής συμπαραστάτριάς του ... και 3. Χ1 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπαλέρμπα, περί αναιρέσεως της 4025/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κανελλόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1395/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμοδιότητας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α' Π.Κ., κατά την οποία με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, συνάγεται ότι επί ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως πειθώ, φορτικότητα, απειλή, παραινέσεις κ.λ.π. β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής η επιχείρηση της πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξ άλλου έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται τα γεγονότα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας κατ' αντιπαράθεση προς τα αληθινά γεγονότα και επιπλέον, προκειμένου για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση προς διάπραξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την εμπροθέσμως ασκηθείσα κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττουν την υπ' αριθμό 4025/2009 απόφαση του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι πρώτος και δεύτερος από αυτούς ως αυτουργοί ψευδορκίας μάρτυρα ο δε τρίτος αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και καταδικάσθηκαν αύτοι σε φυλάκιση τριών μηνών για κάθε πράξη η οποία ανεστάλη επί τριετία, ενώ όσον αφορά τον τρίτο των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων καθορίσθηκε η συνολική ποινή σε τέσσερις μήνες φυλακίσεως. Αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα αναιρετικό λόγο. Προσδιορίζεται από τους αναιρεσείοντες ορισμένους η έλλειψη με την αναφορά μεταξύ άλλων ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και ότι δεν γίνεται στην άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μνεία στις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ούτε στις απολογίες των ίδιων των ήδη αναιρεσειόντων. Από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην αιτιολογία της ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τη χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη που τους αποδίδεται δεδομένου ότι κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 25/4/2002, όταν εξετάστηκαν ως μάρτυρες υπεράσπισης του τρίτου κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος δικαζόταν για τις πράξεις της εξύβρισης και της απειλής σε βάρος της πρώην συζύγου του και ήδη πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 κατά τη διάρκεια επεισοδίου που έλαβε χώρα στις 24.9.1999... Για την αναλήθεια των παραπάνω περιστατικών είναι σαφείς οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ1 και Ψ2 αλλά και του ... που ήταν παρών κατά το παραπάνω επεισόδιο, οι οποίες ενισχύονται και επιβεβαιώνονται από τις υπ' αριθμούς 59890/2002 και 59891/2002 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με τις οποίες ο τρίτος κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με αφορμή το παραπάνω επεισόδιο για τις πράξεις της εξύβρισης και της απειλής σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας και της Ψ2, αντίστοιχα, σε φυλάκιση δύο μηνών για κάθε πράξη, για κάθε πολιτικώς ενάγουσα καθώς και από τις 75217/2002 και 75218/2002 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που εκδόθηκαν σε δεύτερο βαθμό για τις ίδιες πράξεις που καταδίκασαν τον τρίτο κατηγορούμενο σε φυλάκιση 20 ημερών για κάθε πράξη, για κάθε πολιτικώς ενάγουσα, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες και περαιτέρω από την 33339/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία η πολιτικώς ενάγουσα κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της εξυβρίσεως σε βάρος του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος την είχε εγκαλέσει με αφορμή το ίδιο ως άνω επεισόδιο. Οι ως άνω κατηγορούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των παραπάνω περιστατικών πλην όμως α κατέθεσαν κατά προτροπή του τρίτου κατηγορουμένου ο οποίος με παραινέσεις, αλλά και φορτικότητα τους έπεισε να προβούν στην πράξη τους αυτή, διότι είχε έννομο συμφέρον να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που της αποδίδονταν και πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις που τους αποδίδονται. Δεν αναφέρεται όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να σχηματίσει την κρίση του όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις απολογίες του πρώτου και του τρίτου των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που παρέστησαν στην κατ' έφεση δίκη και απολογήθηκαν οι ίδιοι κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν αναφέρεται ούτε στην εισαγωγή του σκεπτικού κατά την κατ' είδος παράθεση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων η απολογία καθενός των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων στην κατ' έφεση δίκη ούτε σε άλλο σημείο του περιεχομένου της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως με αποτέλεσμα να καθίσταται αβέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του αυτές τις απολογίες των άνω από τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4025/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε αυτή. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για τις άνω πράξεις για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα οι αιτιολογίες των από τους αναιρεσείοντες που ήταν παρόντες στη δίκη κατ' έφεση και απολογήθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και δεν είναι βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη οι απολογίες των από το Εφετείο. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 221/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντινο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 378/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 216/22.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 9/2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 5/2008 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ. 181/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο παραπέμπεται να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (κακουργημάτων) για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους στους συγκατηγορουμένους του, βλάπτοντας τρίτους, του οφέλους και της αντιστοίχου ζημίας ανερχομένων σε ποσό πάνω από 15.000 Ευρώ και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Α) Η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα Δικηγόρο Βόλου Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου και στρέφεται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 §§1,3 Κ.Π.Δ., ενώ περιέχει και συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, την απόλυτη ακυρότητα και την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας (άρθρ. 484 §1 στοιχ. α' και δ' του Κ.Π.Δ. σε συνδ. με το άρθρ. 6 §3 της ΕΣΔΑ). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστούν οι προβαλλόμενοι λόγοι, στην ουσία.
Β) Ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας (άρθρ. 171 αρ. 1 Κ.Π.Δ.) συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων, εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων ΑΑ και ΒΒ της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας ..., ζήτησε να του παρασχεθεί προθεσμία μέχρι 48 ωρών, η οποία δεν του παρασχέθηκε. Ότι έτσι αποστερήθηκε θεμελιώδους υπερασπιστικού του δικαιώματος που παράγει απόλυτη ακυρότητα της προανακριτικής του απολογίας (βλ. την έκθεση αναίρεσης).
Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το πρωτόδικο βούλευμα, αλλά και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται, η επίμαχη "έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου" συντάχθηκε στις 5-4-2007, στα πλαίσια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης που ακολούθησε την επ' αυτοφώρω σύλληψη του συγκατηγορούμενου Χ2 στις 4-4-2007.
α) Κατά το άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ. "Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά τα άρθρα 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο Εισαγγελέας αφού λάβει τις εκθέσεις ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 43 κ.ε.".
Κατά το άρθρ. 275 §1 Κ.Π.Δ. "Προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα οι ανακριτικοί υπάλληλοι των άρθρ. 33 και 34 καθώς και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν υποχρέωση, ενώ οποιοσδήποτε πολίτης το δικαίωμα να συλλάβουν το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 Κ.Π.Δ. για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα".
Κατά το άρθρ. 279 §1 Κ.Π.Δ. "ο συλλαμβανόμενος επ' αυτοφώρω ... οδηγείται χωρίς αναβολή στον αρμόδιο εισαγγελέα, το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψή του ...".
Το πρόσωπο που συλλαμβάνεται κατ' άρθρ. 275 §1 Κ.Π.Δ. δεν είναι κατηγορούμενος, με την έννοια του άρθρου 72 Κ.Π.Δ. και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "οιονεί" κατηγορούμενος ή "ύποπτος". Την ιδιότητα αυτή συναντούμε και στο άρθρο 31 §2 Κ.Π.Δ., κι' αυτό διότι εάν μετά την αυτεπάγγελτη ή έκτακτη ή αστυνομική προανάκριση που διενεργείται κατ' άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ. ή την προκαταρκτική εξέταση δεν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του συλληφθέντος, στην πρώτη περίπτωση ή του καθ' ου η μήνυση ή η αναφορά ή έγκληση, δεν θα απαγγελθεί κατηγορία και ο αρμόδιος εισαγγελέας θα θέσει την δικογραφία στο αρχείο (άρθρ. 43 §2) και θα ανακοινώσει στον εισαγγελέα εφετών το λόγο για τον οποίο ενέργησε έτσι ή, αν υπάρχει έγκληση, θα εκδώσει αιτιολογημένη διάταξη με την οποία θα την απορρίψει (άρθρ. 47 §§1,2 Κ.Π.Δ.) και αντίγραφό της θα επιδώσει στον εγκαλούντα.
Η απαίτηση του "οιονεί κατηγορούμενου" όπως λάβει προθεσμία 48 ωρών, στην περίπτωση που η αστυνομική προανάκριση διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρ. 243 §2 Κ.Π.Δ., είναι ασύμβατη με τη διάταξη του άρθρ. 279 §1 Κ.Π.Δ. που απαιτεί την προσαγωγή του συλληφθέντα στον αρμόδιο εισαγγελέα μέσα σε 24 ώρες.
β) Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα από την αποδεικτική αξιολόγηση της ένορκης ή ανωμοτί κατάθεσης του κατηγορουμένου κατά την προδικασία, αν ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του ενώπιον του ανακριτή αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενό της (Α.Π. 1371/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Βόλου, στις 5-4-2007 και στις 7-4-2007, με παρουσία συνηγόρων αναφέρθηκε και πάλι στο περιεχόμενο της από 5-4-2007 προανακριτικής του "απολογίας" στην Υ.Α. ... (βλ. απολογία του ενώπιον του Ανακριτή).
γ) Οι διατάξεις του άρθρ. 6 §3 της ΕΣΔΑ και του άρθρ. 14 εδ. α' και ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφορούν κατηγορούμενο, δηλαδή πρόσωπο που έχει αποκτήσει την ιδιότητα αυτή κατά τα άρθρα 72 και 73 Κ.Π.Δ. και όχι "ύποπτο" ή "οιονεί κατηγορούμενο". Ειδικώς το δικαίωμα "μη αυτοενοχοποίησης" του αναιρεσείοντα προστατεύθηκε με τον καλύτερο τρόπο στην προκειμένη περίπτωση, αφού εξετάσθηκε "ως κατηγορούμενος" οπότε είχε το δικαίωμα σιωπής και όχι ενόρκως, ως μάρτυρας, ή ανωμοτί, ως ύποπτος. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας.
Γ) Αναφορικά με το δεύτερο προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και ειδικότερα α) την έλλειψη αιτιολογίας του δόλου του αναιρεσείοντα ως άμεσου συνεργού στις πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης και κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Χ2 και β) την έλλειψη αιτιολόγησης του στοιχείου της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων του κατηγορουμένου. Τόσο το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, όσο και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, στις σκέψεις του οποίου γίνεται ευθέως και ρητώς παραπομπή με το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχονται, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση τους, ότι ο αναιρεσείων όχι μόνο προμήθευσε τον συγκατηγορούμενό του με σειρά πλαστών εγγράφων, αλλά ήταν και αυτός που συμβούλευσε τον συγκατηγορούμενό του αυτουργό και του υπέδειξε τον τρόπο πώς να μπορέσει να παραπλανήσει άλλους για να πάρει τα επίμαχα δάνεια (βλ. σελ 11 και 12 του προσβαλλομένου βουλεύματος). Η παραδοχή αυτή υπερκαλύπτει την αιτιολόγηση της απλής γνώσης ότι παρέχει συνδρομή κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης.
Τέλος για τη στήριξη της κρίσης περί "κατ' επάγγελμα" τέλεσης, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με παραπομπή και στο πρωτόδικο βούλευμα διαλαμβάνει τ' ακόλουθα: "Εξάλλου από την επανειλημμένη και επίμονη τέλεση των εν λόγω πράξεων προκύπτει σαφώς ο σκοπός του κατηγορουμένου Χ2, όσον αφορά δε στον κατηγορούμενο Χ1 ναι μεν δεν προέκυψε επαρκώς ότι θα ελάμβανε κάποιο συγκεκριμένο ποσό, πλην όμως από την επανειλημμένη τέλεση πλαστογραφιών συνοδευόμενων από χρήση των πλαστών εγγράφων, την προθυμία και ετοιμότητά του προς τέλεση αυτών, χαρακτηριστικό παράδειγμα της οποίας είναι η ευκολία με την οποία χορήγησε την από 2-4-2007 έγγραφη βεβαίωση και την από 31-3-2007 πληρωμής μισθού αμέσως μόλις χρειάστηκε αυτές ο κατηγορούμενος Χ2, αλλά και την εκμετάλλευση της επαγγελματικής του ιδιότητας και της σχετικής υποδομής του λογιστικού γραφείου που διατηρούσε προς τέλεση της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, με παροχή μάλιστα και σχετικών συμβουλών σε πελάτες, όπως εν προκειμένω, προκύπτει όχι μόνο σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του".
(βλ. φύλλο 15 σελ. α του πρωτοδίκου βουλεύματος και σελ. 13 και 17 του προσβαλλομένου βουλεύματος).
Τα παραπάνω συνιστούν την απαιτούμενη από το άρθρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως εκ τούτου ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο δεύτερος από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης από το άρθρ. 484 §1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 9/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 5-6-2009 Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 102 και 104 του ΚΠοινΔ, ο κατηγορούμενος, τόσο στην κύρια ανάκριση, όσο και στην προανάκριση, έχει το δικαίωμα να ζητήσει προθεσμία έως 48 ωρών, πριν από την παρέλευση της οποίας δεν έχει υποχρέωση να απολογηθεί. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις, που επιβάλλει ο νόμος. Όμως, η απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργείται, σύμφωνα με τα άρθρα 102, 104 και 105 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τη λήψη υπόψη και την αξιολόγηση από το δικαστικό συμβούλιο της απολογίας, που λήφθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠοινΔ), από τον εξεταζόμενο ως μάρτυρα ύποπτο και στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, δεν επέρχεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του στη συνέχεια ενώπιον του ανακριτή, αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής, θέλοντας να αποτελέσει οργανικό περιεχόμενο της ανακριτικής του απολογίας και να ενσωματωθεί με αυτή. Είναι δε επιτρεπτή η αναφορά αυτή από τον κατηγορούμενο, στην ένορκη ή ανώμοτη κατάθεσή του, ως μάρτυρα και ως υπόπτου εξετασθέντος ή και ως κατηγορουμένου, σε τέτοια προανάκριση, δεδομένου ότι η απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη και της καταθέσεως αυτής δεν επέρχεται ευθέως, αφού ο νόμος (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ) δεν απαγγέλλει ακυρότητα, αλλά σε σχέση με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα να ζητήσει 48ωρη αναβολή ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Ολ.Α.Π. 2/1999). Στην περίπτωση αυτή νομίμως λαμβάνεται υπόψη και αξιολογείται η κατάθεση αυτή ως αποδεικτικό μέσο και στην προδικαστική διαδικασία, αφού η παράλειψη ή ο αποκλεισμός από το δικαστικό συμβούλιο της καταθέσεως αυτής θα επέφερε έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος, το οποίο στην περίπτωση αυτή δεν θα λάμβανε υπόψη μέρος της απολογίας του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, για να καταλήξει με το προσβαλλόμενο βούλευμα στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 5-4-2007 έκθεση εξετάσεώς του ως κατηγορουμένου, ενώπιον των προανακριτικών αστυνομικών υπαλλήλων της Υποδ/νσεως Ασφαλείας ..., ΑΑ και ΒΒ, δοθείσα, κατά παράβαση του άρθρου 102 ΚΠοινΔ, χωρίς την παροχή της αιτηθείσας 48ωρης προθεσμίας προς απολογία, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής προανακρίσεως, κατά την οποία είχε καταστεί κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διαπιστώσει την ύπαρξη και τη βασιμότητα ή μη λόγου αναιρέσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Αντίθετα, κατά την επιακολουθήσασα κυρία ανάκριση ο κατηγορούμενος, στις από 7-4-2007 και από 30-11-2007 απολογίες του ενώπιον του Ανακριτή Βόλου, που έδωσε για την διωκόμενη αξιόποινη πράξη, με την παρουσία νομικού συμπαραστάτη, αναφέρθηκε ρητά και στο περιεχόμενο της παραπάνω προανακριτικής απολογίας του στην Υποδ/νση Ασφαλείας ..., ενώ κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστικού Συμβουλίου, δεν πρότεινε την ακυρότητα της άνω προανακριτικής του απολογίας.
Άλλωστε η επανάληψη της ως άνω άκυρης προανακριτικής απολογίας (άρθρο 176 παρ. 2 ΚΠοινΔ), μετά την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση, δεν είναι δυνατή και η ως άνω αναφορά του κατηγορουμένου κατά των απολογία του στον Ανακριτή στην ακύρως δοθείσα προανακριτική απολογία του, θεωρείται ότι εγκυροποίησε την τελευταία (ΑΠ 645/2004).
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ και το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 εδ.α, ζ του ΔΣ/ΑΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, απαιτείται πλέον, κατά την παράγραφο 3 α, β του άρθρου 216 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ή διάπραξη πλαστογραφίας κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ειδικά για το δόλο, που, ως υποκειμενικό στοιχείο, ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως σκοπό οφέλους, στα λεγόμενα εγκλήματα υπερχειλούς υποστάσεως, όπως είναι το παραπάνω έγκλημα της πλαστογραφίας, στο οποίο δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα και στην οποία αναφέρονται κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική αυτή πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2), ήτοι:
"Το καλοκαίρι του 2006 ο εκκαλών (εννοείται ο αναιρεσείων) Χ1, ο οποίος διατηρούσε λογιστικό γραφείο στη ... "έδωσε μία συμβουλή" στον πελάτη του και συγκατηγορούμενό του Χ2, σχετικώς με τον τρόπο που θα μπορούσε να λάβει τραπεζικό καταναλωτικό δάνειο σημαντικού ποσού. Και η "συμβουλή" αυτή ήταν αναγκαία διότι τα εισοδήματα του συγκατηγορουμένου του εκκαλούντος ήταν πολύ χαμηλά και δεν θα ενεκρίνετο δάνειο μεγάλου ποσού. Έτσι τον συμβούλεψε να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φόρου εισοδήματος στην Εφορία με την οποία να εμφανίζει αυξημένα εισοδήματα προερχόμενα δήθεν από μισθωτές υπηρεσίες. Ο εκκαλών πρότεινε στον συγκατηγορούμενό του να του χορηγήσει και βεβαίωση από την οποία θα προέκυπτε η απασχόληση του σε κατονομαζόμενο συγκεκριμένο εργοδότη. Το ύψος δε των μηνιαίων αποδοχών του θα προέκυπτε επακριβώς από την ίδια βεβαίωση. Έτσι προσκομίζοντας ο Χ2 αυτή τη βεβαίωση μαζί με το εκκαθαριστικό της Εφορίας στην αρμόδια Τράπεζα απ' την οποία θα ζητούσε το δάνειο θα επαληθεύονταν τα δηλωθέντα εισοδήματα και με τον τρόπο αυτό θα προκαλούνταν παραπλάνηση των υπαλλήλων της και θα εγκρίνονταν η χορήγηση του δανείου, αφού θα στηρίζονταν οι υπάλληλοι της Τράπεζας σε ψευδή δεδομένα και στοιχεία περί των αποδοχών του αιτούντος το δάνειο συγκατηγορουμένου του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Τελικά ο Χ2 δέχθηκε την πρόταση αυτή του εκκαλούντος. Έτσι στη συνέχεια υπέβαλε στην Α' ΔΟΥ ... συμπληρωματική δήλωση φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2006, δηλώνοντας εισόδημα - για το έτος 2005 - 16.639,90 ευρώ με πηγή εισοδήματος τις μισθωτές υπηρεσίες και 938,24 ευρώ με φερόμενη πηγή εισοδήματος "εμπορικές επιχειρήσεις". Κατόπιν αυτών έλαβε και το σχετικό ανάλογο εκκαθαριστικό σημείωμα της ως άνω ΔΟΥ. Ο εκκαλών είχε πελάτη του λογιστικού του γραφείου τον ΑΑ, ο οποίος δραστηριοποιούνταν παλαιότερα στο ... με αντικείμενο το γενικό εμπόριο, αλλά στη συνέχεια η επιχείρηση του είχε μετεγκαταοταθεί. Ο εκκαλών λογιστής, λόγω της σχέσεως του αυτής με τον πελάτη του ΑΑ είχε στην κατοχή του στο γραφείο του όλα τα στοιχεία του και την σφραγίδα του. Αξιοποιώντας αυτά ο εκκαλών συνέταξε και χορήγησε στον συγκατηγορούμενό του Χ2 βεβαίωση αποδοχών με ημερομηνία 12-7-2006 με την οποία ο ως άνω επιχειρηματίας ΑΑ με την ιδιότητα του εργοδότη φερόταν να βεβαιώνει ότι ο Χ2 εργαζόταν στην επιχείρηση του από την 1-1-2005 ως περιοδεύων πωλητής - αντιπρόσωπος με καθαρές αποδοχές 1.188,56 ευρώ μηνιαίως. Έθεσε δε ο εκκαλών κατηγορούμενος χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα και χωρίς την έγκριση του ως άνω ΑΑ κατά απομίμηση την υπογραφή αυτού στην εν λόγω βεβαίωση και επ' αυτής την σφραγίδα επίσης του ΑΑ την οποία κατείχε. Το ότι ο ΑΑ όχι μόνον δεν συναίνεσε ούτε ενέκρινε την θέση της υπογραφής του και της σφραγίδα του στην ως άνω βεβαίωση η οποία συνεπώς είναι πλαστή καταρτισθείσα ως τέτοια από τον εκκαλούντα αλλά επί πλέον και ούτε καν είχε γνώση περί όλων αυτών προκύπτει ευθέως από την από 25-5-2007 ένορκη κατάθεση του. Σε αυτήν ο ΑΑ τόνισε ότι σε όλα τα έγγραφα της παρούσης υποθέσεως που αφορούν στους δύο κατηγορουμένους Χ2 και εκκαλούντα Χ1, παραπεμπόμενους γιαυτήν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας με το εκκαλούμενο Βούλευμα, η τεθείσα υπογραφή ως δήθεν προερχομένη απ' αυτόν δεν είναι δική του, και συνεπώς αυτά είναι πλαστά, αφού όπως ειδικότερα διευκρίνισε στην ίδια κατάθεση πέραν της απολύτου αγνοίας του ιδίου περί αυτών, ο εκκαλών λογιστής του σε αυτή την υπόθεση ενήργησε απολύτως έξω από το πλαίσιο εντολής που του είχε δώσει κατά τη συνεργασία τους. Τα παραπάνω γεγονότα επιβεβαιώνονται ως αληθή και από την από 4-4-2007 απολογία του κατηγορουμένου Χ2 στην οποία αυτός αφού ομολόγησε την σε βάρος του κατηγορία για την οποία και παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα, παραδέχθηκε και την παράνομη συμπεριφορά του εκκαλούντος συγκατηγορουμένου του για να τον βοηθήσει άμεσα στην τέλεση των εγκλημάτων που διέπραξε. 'Ετσι στην απολογία του αυτή τόνισε ότι επειδή σκόπευε να πάρει ένα καταναλωτικό δάνειο, τέτοιου ύψους που δεν του επέτρεπε η οικονομική του κατάσταση και θα απορριπτόταν γιαυτό το λόγο η σχετική αίτηση του από οποιαδήποτε Τράπεζα το ζητούσε, θέλοντας γι' ατό το λόγο να εμφανίσει ψευδώς ότι είχε δήθεν σημαντικά μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια από όση υφίστατο με βάση το πραγματικό του εισόδημα, δέχθηκε τη συμβουλή του εκκαλούντος και τότε λογιστή του με την τέλεση των εγκλημάτων που περιγράφονται στην παρούσα πρόταση και στο εκκαλούμενο Βούλευμα <<"να ανεβάσει" στην εφορία το εισόδημα του>> για να μπορέσει έτσι με επίκληση ψευδών στοιχείων να πάρει δάνειο ύψους που δεν εδικαιούτο από το πραγματικό εισόδημα του. Στο πλαίσιο αυτού του παράνομου σχεδίου τέλεσε ο εκκαλών κατηγορούμενος τα εγκλήματα για τα οποία ορθά παραπέμπεται στο αρμόδιο Δικαστήριο από το εκκαλούμενο Βούλευμα (βλ. αναλυτική παράθεση γεγονότων που επιβεβαιώνονται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας στην ως άνω από 4-4-2007 απολογία του κατηγορουμένου Χ2). Ενόψει όλων αυτών οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος κατηγορουμένου στις απολογίες του και στην υπό κρίση έφεση του καταρρίπτονται ως ουσιαστικά βάσιμοι. Σε υλοποίηση του παρανόμου αυτού σχεδίου με σκοπό την παράνομη λήψη δανείου από τον 1° κατηγορούμενο (κατά τη σειρά στο εκκαλούμενο Βούλευμα) Χ2 με εξαπάτηση των υπαλλήλων αρχικά της αρμοδίας ΔΟΥ και μετέπειτα των υπαλλήλων των Τραπεζών από τις οποίες αυτός θα ζητούσε το δάνειο, κάνοντας προς παραπλάνηση των παραπάνω υπαλλήλων διαδοχικά χρήση των πλαστών εγγράφων τα οποία εν γνώσει όλων αυτών και για υλοποίηση του αυτού στόχου είχε καταρτίσει ως πλαστά εξ υπαρχής ο εκκαλών και 2ος κατηγορούμενος (κατά σειρά στο εκκαλούμενο Βούλευμα) Χ1 ο τελευταίος προέβη και στις εξής πράξεις, σε διαρκή συνεργασία με τον παραπάνω συγκατηγορούμενό του, όπως αυτές και τα περαιτέρω περιγραφόμενα γεγονότα συνάγονται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και που έγιναν ορθώς δεκτές από το εκκαλούμενο Βούλευμα και την σύμφωνη με αυτό Εισαγγελική πρόταση. Οι πράξεις αυτές από τον εκκαλούντα έγιναν με σχεδιασμό επανειλημμένα με οργάνωση και υποδομή που είχε σχεδιάσει στο λογιστικό του γραφείο χάριν παράνομου βιοπορισμού του από προφανή προμήθεια που του έδινε ο συγκατηγορούμενός του, για την βοήθεια του, ρέποντας μάλιστα προς τις πράξεις αυτές ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Στις 16-8-2006 ο Χ2, μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας με την επωνυμία "Εurobank" που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... της ... και υπέβαλε αίτηση για χορήγηση ανοικτού καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ, καθώς και πιστωτικών καρτών Visa, Μastercard και Εuroline προσκομίζοντας μεταξύ των δικαιολογητικών που του ζητήθηκαν για την έγκριση του αιτηθέντος δανείου: ι) το ως άνω εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 της Α' Δ.Ο.Υ. ..., όπου εμφανιζόταν να έχει δήθεν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 16.639,90 ευρώ, γεγονός ψευδές καθώς ουδέποτε είχε αποκτήσει τέτοιο εισόδημα εντός του έτους 2005 και ιι)την προαναφερόμενη από 12-7-2006 πλαστή βεβαίωση εργοδοσίας του ΑΑ. Ακολούθως, στις 22-9-2006 μετέβη στο υποκατάστημα της ιδίας ως άνω Τράπεζας στο ... (ΟΡΕΝ 24) όπου υπέβαλε αίτηση χορήγησης προσωπικού δανείου ποσού 10.000 ευρώ προσκομίζοντας μεταξύ των σχετικών δικαιολογητικών που του ζητήθηκαν το ίδιο εκκαθαριστικό και την ίδια ως άνω βεβαίωση εργοδοσίας. Στις δε 14-12-2006, μετέβη εκ νέου στο υποκατάστημα της ανωτέρω Τράπεζας που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. ... της ... και υπέβαλε νέα αίτηση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου ποσού 15.000 ευρώ, προσκομίζοντας και πάλι μεταξύ των δικαιολογητικών το προαναφερόμενο εκκαθαριστικό της Α' Δ.Ο.Υ. ... και την προμνησθείσα πλαστή βεβαίωση. Ωστόσο, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η προσπάθεια του να πείσει-εξαπατήσει τους υπαλλήλους της Τράπεζας και να λάβει ως δάνειο τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά δεν απέδωσε διότι, κατόπιν των ελέγχων που διενεργούσαν κάθε φορά οι ως άνω υπάλληλοι, διαπιστωνόταν ότι η προαναφερόμενη βεβαίωση δεν είχε εκδοθεί από τον ΑΑ και ως εκ τούτου ήταν πλαστή. Παρόλα αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος εξακολούθησε την εν λόγω δραστηριότητα του και σε μη διακριβωθείσα επακριβώς χρονολογία αλλά πάντως εντός του μηνός Μαρτίου του έτους 2007, κατόπιν αιτήσεως του στο τηλεφωνικό κέντρο ... της Εθνικής Τράπεζας πέτυχε την προέγκριση επ' ονόματι του δανείου ποσού 20.000 ευρώ. Ακολούθως στις 28-3-2007 μετέβη στο υποκατάστημα που διατηρεί η ως άνω Τράπεζα στη ... επί της συμβολής των οδών ... και ... και, προκειμένου να εκταμιευθεί το εν λόγω δάνειο, προσκόμισε μεταξύ των λοιπών απαιτούμενων δικαιολογητικών: α) το προαναφερόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 από το οποίο προέκυπτε ότι είχε εισόδημα 16.639,90 ευρώ από μισθωτές υπηρεσίες και 938,24 ευρώ από εμπορικές επιχειρηθείς, β) την από 13-12-2006 έγγραφη βεβαίωση του επιχειρηματία ΑΑ, με αντικείμενο επιχείρησης "γενικό εμπόριο - αντιπροσωπείες - εισαγωγές - εξαγωγές" με σφραγίδα και την υπογραφή του, δια της οποίας φερόταν να βεβαιώνει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εργαζόταν στην επιχείρηση του από την 1-1-2005 με την ειδικότητα του περιοδεύοντος πωλητή -αντιπροσώπου και αμειβόταν με καθαρές αποδοχές 1.186,56 ευρώ μηνιαίως και γ) την από 31-1-2007 απόδειξη πληρωμής μισθού του ιδίου ως άνω επιχειρηματία όπου επίσης υπήρχε η υπογραφή και σφραγίδα του, φερόταν δε σε αυτή να έχει λάβει ο ως άνω κατηγορούμενος ως αμοιβή του για την χρονική περίοδο 1-1-2007 έως 31-1-2007 το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό (1.186,56 ευρώ). Τόσο η από 13-12-2006 βεβαίωση όσο και η από 31-1-2007 απόδειξη ήταν ομοίως πλαστές, καθώς είχαν καταρτισθεί από τον δεύτερο κατηγορούμενο με τον ίδιο τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω (υπογραφή και θέση της σφραγίδας του ΑΑ) και στη συνέχεια χορηγήθηκαν από αυτόν στον ως άνω συγκατηγορούμενό του. Ο ακριβής χρόνος σύνταξης και χορήγησης των εν λόγω πλαστών εγγράφων δεν διακριβώθηκε κατά την ανάκριση, αλλά πάντως οπωσδήποτε εντοπίζεται κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2006 έως την 28-3-2007. Μετά από την υποβολή των παραπάνω εγγράφων και δοθέντος ότι από τον σχετικό έλεγχο που διενήργησαν οι υπάλληλοι της εν λόγω Τράπεζας, προέκυψε ότι οι αριθμοί τηλεφώνου του φερόμενου ως εργοδότη ΑΑ, που αναγράφονταν στις προαναφερόμενες βεβαιώσεις (... και ...) δεν απαντούσαν σε σχετικές τηλεφωνικές κλήσεις, μάλιστα δε ο πρώτος από τους εν λόγω αριθμούς ανήκε, όπως διαπιστώθηκε, σε άλλο πρόσωπο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το εισόδημα που δήλωσε ο Χ2 ως προερχόμενο από εμπορικές επιχειρήσεις ήταν ιδιαίτερα χαμηλό προκάλεσαν υποψίες στο Διευθυντή της Τράπεζας, ο οποίος ζήτησε να προσκομιστούν από αυτόν πρόσθετα δικαιολογητικά για την εκταμίευση του δανείου. Πράγματι, στις 2-4-2007 ο πρώτος κατηγορούμενος, μετέβη και πάλι στο ως άνω κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας προσκομίζοντας: α) την από 2-4-2007 έγγραφη βεβαίωση εργοδοσίας του ΑΑ και β) την από 31-3-2007 απόδειξη πληρωμής μισθού του ιδίου εργοδότη. Το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων ήταν παρόμοιο με εκείνα που είχαν προσκομιστεί στις 28-3-2007, αμφότερες δε ήταν πλαστές, είχαν δε καταρτισθεί και χορηγηθεί σε αυτόν από τον δεύτερο κατηγορούμενο - εκκαλούντα με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω κατά το χρονικό διάστημα από 28-3-2007 έως 2-4-2007. Η πλαστότητα, των ανωτέρω εγγράφων διαπιστώθηκε εγκαίρως από τους υπαλλήλους της εν λόγω Τράπεζας, με αποτέλεσμα στις 4-4-2007, όταν δηλαδή ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη εκ νέου σε αυτή προς εκταμίευση του ποσού του δανείου, να συλληφθεί από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας ..., που είχαν ειδοποιηθεί σχετικά. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ως προς τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1 την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εξής εγκλημάτων ως προς τα οποία από τα προεκτεθέντα σαφώς προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι αυτός τα τέλεσε: α) της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα της οποία το συνολικό όφελος θα υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό προσπορισμού παρανόμου οφέλους το συνολικό ποσό του οποίου θα υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ που συρρέουν αληθινά και που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 386 παρ/φοι 3 περ. α, 1, 216 παρ/φοι 3 περ. β-α, 1,13 γ', στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1 περ. β', 42 παρ. 1, 94, 98 ΠΚ. Αφού λοιπόν και το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο στις νομικές και πραγματικές σκέψεις του οποίου και εμείς κατά τα λοιπά αναφερόμαστε με το προσβαλλόμενο βούλευμα του τα ίδια δέχθηκε πραγματικά περιστατικά σε τίποτε δεν έσφαλε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και στη συνέχεια αποφάνθηκε για την παραπομπή του εκκαλούντος και του ως άνω συγκατηγορουμένου του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας. Επειδή μετά τα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτουν, ως ελέχθη, επαρκείς ενδείξεις ικανές για στήριξη δημόσιας κατηγορίας σε βάρος του εκκαλούντος κατηγορουμένου και του ως άνω συγκατηγορουμένου του για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται σ' αυτούς. Ως εκ τούτου πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, για να δικαστεί ως υπαίτιος, α) της πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας (με τη μορφή της εξυπαρχής καταρτίσεως) μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον, στον συμπαραπεμπόμενο και συγκατηγορούμενό του Χ2, όφελος, με αντίστοιχη ζημία Τραπεζών, ποσού υπερβαίνοντος τις 15.000 ευρώ και β) για άμεση συνδρομή στον παραπάνω συγκατηγορούμενό του, σε απόπειρα απάτης κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος υπερβαίνον τις 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ', 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1,2, 42, 46 παρ.1β, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 1, 2, 3 α-β και 386 παρ.1, 3 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας βεβαιώσεων αποδοχών και αποδείξεως καταβολής μισθού, μετά χρήσεως και της άμεσης συνέργειας, δια της παραδόσεως των άνω πλαστών εγγράφων, σε απόπειρα απάτης του άνω συγκατηγορουμένου του, κατά τραπεζών, προκειμένου ο τελευταίος να επιτύχει χορήγηση καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, για την εκταμίευση ποσού 20.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με σκοπούμενο συνολικό όφελος αυτού και αντίστοιχη ζημία των τραπεζών, ποσού υπερβαίνοντος τις 15.000 ευρώ και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και του άνω συγκατηγορουμέ-νου του, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον τους κατηγορία, για τις παραπάνω δύο πράξεις αυτές. Σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι: α) αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς το δόλο του αναιρεσείοντος λογιστή στις πλαστογραφίες και δη το σκοπό του κατηγορουμένου να προσπορίσει στο συγκατηγορούμενό του περιουσιακό όφελος, άνω των 15.000 ευρώ, βλάπτοντας τις τράπεζες και το δόλο αυτού ως αμέσου συνεργού σε σειρά από απόπειρες απάτης του συγκατηγορουμένου του Χ2, σε βάρος τραπεζών, με την πρόταση ολόκληρου σχεδίου και παροχή σε αυτόν συμβουλών και παράδοση σειράς πλαστογραφημένων από αυτόν εγγράφων μισθοδοσίας, με κέρδος του ιδίου προμήθεια, με σκοπό την παραπλάνηση των υπαλλήλων των τραπεζών, ώστε με τη χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων δικαιολογητικών, περί δήθεν μεγάλου εισοδήματος μισθοδοσίας του τελευταίου, να χορηγήσουν οι τράπεζες τα αιτηθέντα καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, με πολλαπλές αιτήσεις δανείων, που αφορούσαν σε μεγάλα ποσά, που επεδίωκαν, άνω των 15.000 ευρώ, σε γνώση του κατηγορουμένου λογιστή, ότι βάσει του πραγματικού του εισοδήματος δεν εδικαιούτο ο Χ2 τέτοια δάνεια, β) αιτιολογεί επαρκώς την κατ'επάγγελμα τέλεση των άνω εγκλημάτων, με το σχεδιασμό, την παροχή συμβουλών και την επανειλημμένη τέλεση των άνω πλαστογραφιών, με οργάνωση και υποδομή που είχε σχεδιάσει στο λογιστικό του γραφείο, χάριν παρανόμου βιοπορισμού του από προμήθεια που του έδινε ο δανειολήπτης συγκατηγορούμενός του, για τη βοήθειά του, να εισπράξει καταναλωτικά δάνεια από διάφορες τράπεζες ποσών, άνω των 15.000 ευρώ, ρέποντας μάλιστα προς τις πράξεις αυτές, με σκοπό πορισμού παρανόμου εισοδήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσία και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 9/13-2-2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του με αριθμό 28/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, με ζημία άνω 15.000 €. Άμεση συνέργεια σε απόπειρα απάτης κατ' επάγγελμα και κατ΄ εξακολούθηση. Απορριπτέοι κατ' ουσίαν: 1) ο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση του 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ΑΠΔ, από την αποδεικτική αξιοποίηση της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου στην προδικασία, κατά την αστυνομική προανάκριση γιατί δεν του χορηγήθηκε αιτηθείσα 48ωρη προθεσμία, πριν απολογηθεί διότι η απόλυτη ακυρότητα η οποία δημιουργείται, σύμφωνα με τα άρθρα 102, 104 και 105 παρ.2 ΚΠΔ, από τη λήψη υπόψη και την αξιολόγηση από το δικαστικό συμβούλιο της ένορκης καταθέσεως, που λήφθηκε στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρ. 243 παρ. 2 ΚΠΔ), από τον εξεταζόμενο ως κατηγορούμενο για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, δεν επέρχεται όταν ο κατηγορούμενος, κατά την απολογία του στη συνέχεια ενώπιον του ανακριτή, αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της καταθέσεως του αυτής, θέλοντας όπως αυτή αποτελέσει οργανικό περιεχόμενο της ανακριτικής του απολογίας και να ενσωματωθεί με αυτή (ΑΠ 1371/2007) και 2) ο για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, 2ος και 3ος λόγος αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α..
| 0
|
Αριθμός 220/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Παπαγγελή, περί αναιρέσεως της 8340/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 320/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ιδίου ως άνω Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του αυτού Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' του αυτού ως άνω Κώδικα, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από τους άλλους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4-6-2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., με πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, αφού εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων κατά συζήτηση της κρινόμενης από 12-2-2009 αιτήσεως του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8340/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της ως άνω υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η παθούσα εργαζόταν στην "Ολυμπιακή Αεροπορία" από το έτος 1977 και από το 1981 στο Ανατολικό Αεροδρόμιο, ως υπάλληλος εδάφους, με τα ειδικότερα καθήκοντα από το 1992 στην υπηρεσία του ελέγχου εισιτηρίων. Στις 3 Μαρτίου του 2001 και ώρα 20:30 περίπου, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, η παθούσα υπέστη ατύχημα εντός των εγκαταστάσεων του Ανατολικού Αερολιμένα Αθηνών. Ειδικότερα, έχοντας τελειώσει στην εξωτερική θυρίδα τον έλεγχο εισιτηρίων των επιβατών συγκεκριμένης πτήσης προς το εξωτερικό, επιχείρησε να εισέλθει σε γραφείο το οποίο βρισκόταν στο πίσω μέρος του σημείου ελέγχου. Προ της εισόδου του γραφείου σκόνταψε πάνω σ' ένα προεξέχον σταθερό κάλυμμα αεραγωγού, το οποίο βρισκόταν πάνω στο δάπεδο, διαστάσεων 29 εκ. ύψους Χ 25 εκ. πλάτους Χ 70 εκ. μήκους, με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα με τα γόνατα και το δεξιό γοφό και να τραυματιστεί στη σπονδυλική στήλη. Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" και υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο και εξετάσεις, της χορηγήθηκε δε δεκαήμερη αναρρωτική άδεια και συνεστήθη η εξέταση της από τον ιατρό που προ έτους την είχε χειρουργήσει (πεταλεκτομή) στη σπονδυλική της στήλη. Λόγω του ατυχήματος η ως άνω παθούσα υπέστη "κάκωση ΟΜΣΣ επί εδάφους Πεταλεκτομής 05-11" και έλαβε αναρρωτική άδεια σταδιακώς από 3-3-2001 έως και 1-6-2001 και στη συνέχεια διαπιστώθηκε "δεξιά οσφυοϊσχιαλγία και αδυναμία βάδισης επί εδάφους μετατραυματικής σπονδυλοδισκίτιδος συνεπεία ατυχήματος" για την οποία της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από 11-6-2001 έως 10-8-2001, ενώ προηγουμένως από 29-5-2001 έως 11-6-2001 είχε νοσηλευθεί στο "Απολλώνειο Θεραπευτήριο" του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών για την ίδια αιτία. Με απόφαση του Διευθυντή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων χορηγήθηκε στην παθούσα "σύνταξη βαρείας αναπηρίας από εργατικό ατύχημα" με ποσοστό αναπηρίας 80% καθώς και επίδομα απολύτου αναπηρίας ποσού ίσου με 50% της καταβλητέας βασικής της σύνταξης, διότι χρήζει βοηθείας τρίτου προσώπου για τις απλές βιοτικές της ανάγκες (αδυναμία βάδισης κλπ). Ο αεραγωγός στον οποίο σκόνταψε η παθούσα βρισκόταν στο χώρο του Ανατολικού Αεροδρομίου του Ελληνικού από το έτος 1994 που η Ολυμπιακή Αεροπορία είχε μισθώσει από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας τους χώρους του ως άνω αεροδρομίου, πλην όμως αυτός από κατασκευής ήταν υπερυψωμένος περίπου 0,90 μ. από το δάπεδο, μέσα σε κιβώτιο, σε μαρμάρινο πλαίσιο, κατασκευή που τον καθιστούσε ευχερώς ορατό, ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα ατυχήματος. Παραταύτα, η Ολυμπιακή Αεροπορία, με δική της πρωτοβουλία και ευθύνη και χωρίς προηγούμενη έγκριση της εκμισθώτριας Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, μετέτρεψε τον αεραγωγό αυτό σε επιδαπέδιο. Συγκεκριμένα, μείωσε το ύψος του από 0,90 μ. σε 0,20 μ., μειούμενο πλαγίως σε κεκλιμένο κάλυμμα με περσίδες, διαστάσεων ύψους 0,20 μ., πλάγιας όψης 0,25 μ. και πρόσοψης- μήκους 0,70 μ.. Η τροποποίηση του αεραγωγού σε επιδαπέδιο έγινε από την Ολυμπιακή Αεροπορία στα πλαίσια της κάλυψης των λειτουργικών της αναγκών με τη δημιουργία και λειτουργία γραφείου, η θύρα του οποίου ευρίσκεται παραπλεύρως του εν λόγω αεραγωγού. Η διαμόρφωση όμως του αεραγωγού κατά αυτό τον τρόπο δημιουργούσε κίνδυνο ατυχήματος για το διακινούμενο στο χώρο αυτό προσωπικό, διότι δεν ήταν πολύ εμφανής και απαιτούσε, λόγω της θέσης του, την συνεχή προσοχή και παρατήρηση των κυκλοφορούντων εκεί υπαλλήλων, προς αποφυγή πρόσκρουσης των ποδιών, τους σ' αυτόν, πολύ περισσότερο ενόψει του ότι εκεί ήταν δίοδος χρησιμοποιούμενη συνεχώς κατά το χρόνο εργασίας.
Συνεπώς, το ατύχημα της παθούσας οφείλεται στην διαμόρφωση την οποία είχε λάβει ο ως άνω αεραγωγός, ο οποίος περιόριζε τη δίοδο των εργαζομένων και καθιστούσε επικίνδυνη τη διέλευσή τους από τη δίοδο που υπήρχε σε εκείνο το σημείο για να εισέλθουν στο παρακείμενο σ' αυτόν γραφείο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν Τεχνικός Ασφάλειας της Ολυμπιακής Αεροπορίας και είχε ως αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των εγκαταστάσεων της εργοδότριας του και στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο και την επισήμανση των τεχνικών ζητημάτων, που μπορούσαν να προκαλέσουν στους εργαζομένους κινδύνους. Ειδικότερα, με βάση τα καθήκοντα του ως Τεχνικού Ασφάλειας των εγκαταστάσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας, όφειλε να ελέγχει τους χώρους εργασίας της εργοδότριας του και να εντοπίζει και να επισημαίνει τυχόν προβλήματα τα οποία υπήρχαν, κάνοντας σχετικές αναφορές στην Διεύθυνση στην οποία λειτουργικά υπαγόταν. Αυτός, κατά το διάστημα που υπηρετούσε ως Τεχνικός Ασφάλειας, είχε επισκεφθεί πολλές φορές τον χώρο όπου βρισκόταν ο ως άνω επικίνδυνος αεραγωγός που περιόριζε και εμπόδιζε τη δίοδο των εργαζομένων στο παρακείμενο γραφείο, πλην όμως δεν εντόπισε και δεν επισήμανε το πρόβλημα που δημιουργούσε ο αεραγωγός αυτός για την ασφάλεια των διερχομένων υπαλλήλων και δεν μερίμνησε με αναφορές του προς τη Διεύθυνση της Ολυμπιακής να διορθωθεί το ως άνω πρόβλημα ασφαλείας των εργαζομένων, όπως είχε άλλωστε νόμιμη υποχρέωση από τα καθήκοντα του ως Τεχνικού Ασφαλείας. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν Τεχνικός Ασφαλείας της Ολυμπιακής Αεροπορίας από πολλά έτη μέχρι και τις 3 Μαρτίου του έτους 2001 που τραυματίστηκε η ως άνω εγκαλούσα, όντας υπόχρεος από το επάγγελμα του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση του, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψει το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, με την ως άνω ιδιότητα του Τεχνικού Ασφαλείας της Ολυμπιακής Αεροπορίας, όντας υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το Ν. 1568/1985 και το Π.Δ. 16/1996 να μεριμνά για την ασφάλεια των εργαζομένων στην ως άνω εταιρεία και συγκεκριμένα να ελέγχει τους χώρους εργασίας της εργοδότριας του και να εντοπίζει και να επισημαίνει τυχόν προβλήματα τα οποία υπήρχαν και να μεριμνά με αναφορές του προς τη Διεύθυνση (Διοίκηση) για την αποκατάσταση τους προς ασφάλεια των εργαζομένων, παρέλειψε να προβεί, ως όφειλε υπό την ως άνω ιδιότητά του του Τεχνικού Ασφαλείας, στις κατάλληλες ενέργειες με ελέγχους και αναφορές προκειμένου να τοποθετηθεί ο ως άνω αεραγωγός και το στόμιό του με τέτοιο τρόπο ώστε να μην δημιουργείται κίνδυνος πτώσης των εργαζομένων που διέρχονταν από το σημείο εκείνο, διότι πίστεψε, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ότι δεν θά επερχόταν πτώση και τραυματισμός εργαζομένου, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα και εργαζόμενη στην ανωτέρω Διεύθυνση Ψ να σκοντάψει στον ανωτέρω αεραγωγό κατά την είσοδό της στο ως άνω γραφείο που βρισκόταν δίπλα του, να χάσει την ισορροπία της, να πέσει στο δάπεδο αρχικά με τα γόνατα και στη συνέχεια με όλο της το σώμα και να υποστεί κάκωση γονάτων και ΟΜΣΣ επί εδάφους πεταλεκτομής 05 σπονδύλου, εκ των οποίων η τελευταία οδήγησε σε βαρεία αναπηρία της. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο κατηγορούμενος ήταν Τεχνικός Ασφαλείας της εργοδότριας εταιρείας Ολυμπιακή Αεροπορία στην οποία εργαζόταν η ως άνω παθούσα και ότι είχε νόμιμη υποχρέωση να μεριμνήσει για την αποκατάσταση του κινδύνου ασφαλείας που δημιουργείτο με τον ως άνω αεραγωγό που εμπόδιζε την ασφαλή διέλευση των εργαζομένων από την δίοδο προς το γραφείο που βρισκόταν δίπλα του και παρά ταύτα ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ενεργώντας αμελώς, παρέλειψε να μεριμνήσει για την αποκατάσταση του ως άνω κινδύνου ασφαλείας που δημιουργείτο με τον ως άνω αεραγωγό, με συνέπεια να επισυμβεί ο κατά τα ανωτέρω τραυματισμός της παθούσας, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που κατηγορείται, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και τις 3-3-2001 που τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γιαυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι μέχρι τότε που τέλεσε την ως άνω σωματική βλάβη από αμέλεια έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ'υποχρέου και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (30 χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 παρ.1 α και 315 παρ.1 β του ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 5, 6 και 7 του ν. 1568/1985 "Υγιεινή και Ασφάλεια Εργαζομένων", που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τις παραδοχές του διαλαμβάνει επαρκώς τις ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος ως τεχνικού ασφαλείας της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο τότε (Μάρτιο 2001) λειτουργούν Ανατολικό αεροδρόμιο στο Ελληνικό Αττικής, που συνθέτουν τη μη συνειδητή αμέλεια αυτού, δοθέντος ότι στη γενόμενη δεκτή δυνατότητα προβλέψεως του αξιοποίνου αποτελέσματος ενυπάρχει και η δυνατότητα αποφυγής τούτου. Επίσης, με τα όσα εκθέτει το Εφετείο προσδιορίζει στην απόφασή του ότι οι ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος ήταν αυτές που αμέσως προκάλεσαν τη σωματική βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας ως και ότι και εκείνες τελούσε σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα, χωρίς να ασκεί κάποια έννομη επιρροή ως προς την άνω ποινική ευθύνη του α) η επισήμανση από αυτόν της εσφαλμένης τοποθέτησης και κάλυψης του επιδαπέδιου αεραγωγού επί του οποίου επέπεσε η παθούσα Ψ, οι καταχωρήσεις σε ειδικό βιβλίο περί των ληπτέων μέτρων ασφαλείας και οι συνεχείς προφορικές παραστάσεις του προς την εργοδότρια αμφοτέρων (αναιρεσείοντος και πολιτικώς ενάγουσας) Ολυμπιακή Αεροπορία, χωρίς όμως να ακολουθήσει οιαδήποτε ενέργεια για τη μετακίνηση και ασφαλέστερη κάλυψη του εν λόγω αεραγωγού, που ήταν αντιληπτό από τον αναιρεσείοντα και δεν έλαβε κάποιο προστατευτικό μέτρο για άρση των δικών του ευθυνών και β) η ευρύτητα της ευθύνης του σε χώρο όπου απαιτούνταν ακόμα τέσσερις (4) τεχνικοί ασφαλείας, ενώ αυτός ήταν μόνος του. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και όχι αυτοτελή για τον οποίο θα όφειλε να απαντήσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης αρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο ως άνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ. δ, 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται τα διάφορα έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος για την απόδειξη υπερασπιστικών του ισχυρισμών κατά της σε βάρος του κατηγορίας. Εξάλλου σχετική ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης δημιουργείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, όταν το δικαστήριο δεν προβεί στην ανάγνωση εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, εφόσον από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν την επέτρεψε ή παράλειψε να αποφανθεί επί τους αιτήματος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενη αιτήσεως του ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα από αυτόν και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφο της από 31-8-1994, 15-3-1990 και 6-4-2000 εγγραφές του ίδιου η πρώτη και η τρίτη αυτών και του συναδέλφου του ... η δεύτερη στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο της Ολυμπιακής Αεροπορίας (εργοδότριας του) με θέμα "Το Ανατολικό Αεροδρόμιο" καθώς και τα υπ'αριθμ. πρωτ. 1) ... έγγραφο της ΟΑ προς ΒΔΣ/ΥΠ και 2) ... έγγραφο της ΟΑ προς αυτόν. Τα ανωτέρω όμως έγγραφα που αναγνώσθηκαν (βλ. σχ. σελ. 12 της προσβαλλόμενης απόφασης) συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν από το δικαστήριο κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης του, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύ και από τα οποία και μόνο προέκυπτε, η έλλειψη οιασδήποτε ποινικής ευθύνης (μη συνειδητής αμελείας) του αναιρεσείοντος. Δηλονότι ο αναιρεσείων δεν παραπονείται για λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντων στο ακροατήριο δημόσια εγγράφων του, εντεύθεν ο προβαλλόμενος λόγος περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8340/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Αθηνών). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεω. Καταδίκη Τεχνικού Ασφαλείας Αεροδρομίου για σωματική βλάβη σε εργαζόμενη λόγω προσκρούσεως της σε αεραγωγό κακώς τοποθετημένο παρεμποδίζοντας τη βάδιση. Αίτηση αναίρεσης αυτής για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Απόρριψη αυτής ως αβάσιμης κατ' ουσία. Λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθέντων εγγράφων. Μη ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύς και αξιολόγηση αυτής με λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς ιδιαίτερη επισήμανσή της. Δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος περί απολύτου ακυρότητας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 218/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 239/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΠΟΛΥΣΟΝΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΠΕ", με τον διακριτικό τίτλο "ΠΟΛΥΣΟΝΣ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Σεπτεμβρίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1338/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 381/17.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ 31 παρ. 1 + 4, 128 παρ. 2β, 476 παρ. 1-2 ΚΠΔ τις αιτήσεις αναιρέσεως : α) υπ' αρ 10/14-9-2009 του Χ2, β) υπ' αρ. 11/14-9-2009 του Χ1, οι οποίες ασκήθηκαν από την Πληρεξουσία δικηγόρο τους Μαριάννα Μαρλά (δυνάμει των από 10-9-2009 εξουσιοδοτήσεων). Κατά του υπ' αρ 239/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τ' ακόλουθα:
ΙΙ) Με το υπ' αρ. 353/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών οι αναιρεσείοντες παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς όπως δικασθούν: α) αμφότεροι για απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια υπό την οποία το συνολικό όφελος (με αντίστοιχη ζημία του παθόντος) υπερβαίνει τα 15.000 €. β) ο Χ2 για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος που απεκόμισε με αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνει τα 15000 €. γ) ο Χ1 για ηθική αυτουργία στην ως άνω β' πράξη (αρ 1, 13 στ, 14, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 α, 98, 216 παρ. 1 +3 β' 386 παρ. 1 +3 α ΠΚ).
Κατά του ανωτέρω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις και το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το (ήδη προσβαλλόμενο) υπ' αρ. 239/2009 βούλευμά του απεφάνθη:
α) Ως προς τον Χ2 να απορριφθεί η έφεσή του ως μη παραδεκτή με υιοθέτηση και ενσωμάτωση στο σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως (με την οποία προτείνετο η απόρριψη της έφεσης του ανωτέρω ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως)β) Ως προς τον Χ1 η έφεση έγινε τυπικά δεκτή το συμβούλιο όμως δεν απεφάνθη επί της ουσίας της εφέσεως ως προς αυτόν αλλά διέταξε περαιτέρω κυρία ανάκριση.
ΙΙΙ) Κατά την διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ (όπως αντικ. με αρ 41 παρ. 1 Ν 3160/2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν : α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του.
Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 38 Ν 3160/2003, δεν συγχωρείται άσκηση αναιρέσεως κατά σχετικού βουλεύματος, αλλά μόνο κατ' αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (Α. Π. 209/2005 Π. Χρ. ΝΕ/927). Επίσης δεν υπόκεινται σε αναίρεση τα (παρεμπίπτοντα) βουλεύματα που διατάσσουν περαιτέρω ανάκριση (Α.Π. 429/86 Π. Χρ. Λ ΣΤ/639).
IV) Κατά συνέπεια κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι αιτήσεις αναιρέσεως αμφοτέρων των κατηγορουμένων είναι (αρ 476 παρ. 1 ΚΠΔ) απαράδεκτες και απορριπτέες διότι δεν προβλέπεται πλέον (μετά τον Ν. 3160/2003) δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος που απορρίπτει έφεση (κατά βουλεύματος) ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως (ως προς τον Χ2), ούτε και για τον έτερο (Χ1) κατηγορούμενο για τον οποίο διετάχθη περαιτέρω ανάκριση. Επίσης θα πρέπει να επιβληθούν εις έκαστο (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι υπ' αρ 10 και 11/14-9-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ1 αντιστοίχως κατά του υπ' αρ 239/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
β) Να επιβληθούν εις έκαστο των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 13-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΡούσσος-
Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι αντίκλητοι των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου για εκδίκαση: 1) η υπ' αρ. 11/14-9-2009 αίτηση του Χ1, και 2) η υπ'αριθμ. 10/14.9.2009 αίτηση του Χ2, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση του υπ'αριθμ. 239/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πειραιώς. Οι δύο ως άνω αιτήσεις που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του.
Συνεπώς δεν επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που διατάσσει την περαιτέρω ανάκριση σε βάρος του κατηγορουμένου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, δεν συγχωρείται πλέον (από τις 30-6-2003 και εντεύθεν) η άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται το ένδικο μέσο (της έφεσης) ως απαράδεκτο. Επομένως, τυχόν ασκηθείσες από τους κατηγορούμενους αιτήσεις αναίρεσης κατά βουλεύματος που διατάσσει περαιτέρω ανάκριση ή απορρίπτει την έφεση κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο εκ των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ1 με το υπ' αριθμ. 353/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2005 έως 6-7-2006 από κοινού με τον έτερο αναιρεσείοντα - συγκατηγορούμενό του Χ2, κατ' εξακολούθηση και το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας στο έγκλημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2006 έως 5-6-2006, ο δε δεύτερος αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ2 παραπέμφθηκε με το ίδιο ως άνω βούλευμα στο ίδιο ως άνω δικαστήριο για να δικασθεί ως υπαίτιος για τις εγκληματικές πράξεις της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας. Κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού για αμφότερους τους αναιρεσείοντες βουλεύματος άσκησαν τις υπ' αριθμ. 26/2009 και 29/2009 εφέσεις. Η έφεση του Χ2 απορρίφθηκε με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 239/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, ενώ με το ίδιο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα (Χ1) διατάχθηκε περαιτέρω ανάκριση από τον ΣΤ' ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατά του τελευταίου ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς άσκησαν οι δύο αναιρεσείοντες τις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης. Σύμφωνα όμως με τα προεκτιθέμενα δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος από αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για το ξεχωριστό λόγο που αφορά καθένα αυτών και έχει παραπάνω αναφερθεί. Συνακόλουθα και μετά την κατ' άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ, ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου των αναιρεσειόντων να προσέλθει στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της σχετικής δικογραφίας, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 14 Σεπτεμβρίου 2009 δύο αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 239/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων, στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αναίρεσης κατά Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών με το οποίο: 1) διατάσσεται περαιτέρω ανάκριση και 2) απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) ως προς άλλο κατηγορούμενο. Απόρριψη σχετικών αιτήσεων αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 215/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 230/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 925/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 309/23.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 485του Κ.Π.Δ., την 133/16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ... κατοίκου ... κατά του 230/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε στην ουσία της την 301/2008 έφεσή του ήδη αναιρεσείοντος κατά του 1510/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για εξακολουθητική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με σκοπό προσπορισμού για τον εαυτό του παράνομου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη βλάβη τρίτου συνολικού ποσού που υπερβαίνει τα 15.000 ΕΥΡΩ.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96,όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 401/2006). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών ή πρόκειται για βούλευμα, από την επίδοση τούτων στο δικαιούμενο.
ΙV. To παραπάνω προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στην κατοικία του στις ... (βλ. το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... ενώ αυτό είχε επιδοθεί νωρίτερα στις ... στον ... στον αντίκλητο δικηγόρο του Μιχ. Κουρμπέλη . Αυτός όμως άσκησε την αναίρεσή του αυτή στις 16-6-2009 ημέρα Τρίτη , δηλ. μετά την λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας που είχε για να την ασκήσει η οποία έληξε στις 15-6-2009, χωρίς να επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση.
Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙΙ) εκτέθηκαν και τα άρθρα 476 παρ. και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση υποβάλλεται ως εκ περισσού αφού θα κληθεί εκ μέρους μας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 476 του Κ.Π.Δ., για να εκθέσει τις απόψεις του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 133/16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ... κατοίκου ... κατά του 230/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και Γ) Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 Ευρώ.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος. Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 473 του Κ.Π.Δ., η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών ή πρόκειται για βούλευμα, από την επίδοση τούτων στο δικαιούμενο. Όπως δε ορίζεται με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ, 18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε στην ουσία της την 301/2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του 1510/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για εξακολουθητική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με σκοπό προσπορισμού για τον εαυτό του παράνομου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη βλάβη τρίτου, συνολικού ποσού που υπερβαίνει τα 15.000 ΕΥΡΩ. Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στην κατοικία του στις ... (βλ. το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ...) ενώ αυτό είχε επιδοθεί νωρίτερα στις ... στον ...στον αντίκλητο δικηγόρο του Μιχ. Κουρμπέλη. Αυτός όμως άσκησε την αναίρεσή του αυτή στις 16-6-2009 ημέρα Τρίτη, δηλ. μετά την λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας που είχε για να την ασκήσει η οποία έληξε στις 15-6-2009, χωρίς να επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας για την εκπρόθεσμη αυτή άσκηση.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και πρέπει, το Δικαστήριο αυτό σε Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ: α) να απορρίψει την αναίρεση αυτή ως απαράδεκτη και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει σ' αυτόν τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ. Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση υποβάλλεται ως εκ περισσού αφού θα κληθεί αυτός ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 476 του Κ.Π.Δ., για να εκθέσει τις απόψεις του. Σημειώνεται δε, ότι προς τούτο ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του κατ' άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την επί του φακέλου της δικογραφίας, επισημείωση του Γραμματέα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 133/16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά του 230/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος αυτού. Και Επιβάλλει τον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Ασκήθηκε μετά την παρέλευση του 10ημέρου. Είχε επιδοθεί το βούλευμα πλέον του 10ημέρου. Δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας. Ειδοποιήθηκε για την απόρριψη ο αντίκλητός του (τηλεφωνικά από τον αρμόδιο γραμματέα). Απορρίπτει αίτηση.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 213/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 33385/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 419/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλ. από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 19.2.2009 δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της 33385/13.5.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή της κατά της 133.792/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που την καταδίκασε συνολικά σε φυλάκιση δέκα οκτώ μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για παράβαση του νόμου για επιταγές (άρθρο 79 Ν. 5960/1933). Η αίτηση αυτή αναίρεσης που στρέφεται κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δεν είναι "καταδικαστική", δεν ασκήθηκε νομότυπα, αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης (αρθρ. 474 παρ. 1 KΠΔ). Κατόπιν αυτών, πρέπει το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτήν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 19.2.2009 αίτηση αναιρέσεως της ... κατοίκου ..., κατά της 33385/13.5.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (ανυποστήρικτη). Η απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Η αναίρεση ασκήθηκε μη νομότυπα (ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου). Απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 212/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 33386/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 396/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλ. από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 19.2.2009 δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της 33386/13.5.2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή της κατά της 141450/2004 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που την καταδίκασε συνολικά σε φυλάκιση δέκα οκτώ μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για παράβαση του νόμου για επιταγές (άρθρο 79 Ν. 5960/1933). Η αίτηση αυτή αναίρεσης που στρέφεται κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δεν είναι "καταδικαστική", δεν ασκήθηκε νομότυπα, αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης (αρθρ. 474 παρ. 1 KΠΔ). Κατόπιν αυτών, πρέπει το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτήν τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 19.2.2009 αίτηση αναιρέσεως της ..., κατοίκου ..., κατά της 33386/13.5.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 2 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (ανυποστήρικτη). Η απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Η αναίρεση ασκήθηκε μη νομότυπα (ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου). Απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 211/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 568/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Με κατηγορούμενο τον ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο και με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κώνστα.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 39/14.08.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1229/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14/8/2009 αίτηση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., αναίρεση κατά της διατάξεως της προσβαλλομένης 568/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων), με την οποία το δικαστήριο, λόγω συμπληρώσεως πενταετούς παραγραφής έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου ..., δικηγόρου, για υπεξαγωγή εγγράφου (διαθήκης) του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος ... (Π.Κ. 222).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364, 358, 369 Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκησή του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Αντιθέτως, τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, διότι δεν αποτελούν έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προβάλλεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως η αιτίαση ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προς διαμόρφωση της κρίσεώς του ότι έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή η πράξη για την οποία έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παρόδου πενταετίας από τότε που ζήτησε ο εγκαλών την επιστροφή από τον κατηγορούμενο, στις 28/12/2001, του εγγράφου της διαθήκης του, που είχε παραδώσει από τον Οκτώβριο του έτους 2000 σε εκείνον, μέχρι την 12/2/2008 που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το παραπεμπτικό βούλευμα για να δικαστεί για το αδίκημα αυτό της υπεξαγωγής του άνω εγγράφου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την έγκληση του μηνυτού, παρά το ότι δεν περιλαμβάνεται η έγκληση αυτή στα άλλα έγγραφα που αναφέρονται στις σελίδες 11 και 12 των πρακτικών της αποφάσεως ως αναγνωσθέντα. Για να αναιρεθεί η απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο μπορεί να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο όπως η ακυρότητα αυτή καθορίζεται από το άρθρο 171 του ιδίου κώδικα και η οποία μπορεί να προταθεί και από τον ίδιο το διάδικο ή τον εισαγγελέα από την ενέργεια ή παράλειψη του οποίου προήλθε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 173 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. Μεταξύ δε των περιπτώσεων που προκαλούν απόλυτη ακυρότητα περιλαμβάνεται κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. δ' Κ.Ποιν.Δ. και εκείνη κατά την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Η απόλυτη ακυρότητα που προκύπτει από παραβίαση δικαιώματος προς εμφάνιση υπεράσπιση εκπροσώπηση και άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και υπό τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος έχει τεθεί υπέρ του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να καταλήξει σε βάρος του σε καμία περίπτωση με συνέπεια να μην μπορεί να την προτείνει εκτός από τον κατηγορούμενο του οποίου προσβλήθηκαν τα δικαιώματα ούτε ο Εισαγγελέας σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού ούτε έτερος συγκατηγορούμενος ούτε ο πολιτικώς ενάγων.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επιφέρει η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου, που δεν είχε αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία εφόσον αυτό γίνεται προς σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου ως προς την ενοχή ή αθώωση του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα ποινή και όχι όταν λαμβάνετο υπόψη, για να κρίνει για την οριστική παύση της ποινικής διώξεως για επί μέρους πράξη κατά του κατηγορουμένου, χωρίς ανάγνωση διαδικαστικό έγγραφο όπως είναι η έγκληση του μηνυτή και που δεν απαιτείτο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αναγνωσθεί, διότι με βάση αυτή ασκήθηκε η ποινική δίωξη για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφου. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέος ο μοναδικός λόγος της ένδικης αιτήσεως περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο από το ότι ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθεί το έγγραφο της εγκλήσεως του πολιτικώς ενάγοντος και ότι στερήθηκε ο τελευταίος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της άνω μηνύσεως που φέρει ημερομηνία εγχειρίσεως 6/12/2005 και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/8/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 568/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά το μέρος της που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου ...για υπεξαγωγή εγγράφου διαθήκης του πολιτικώς ενάγοντος ....
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη για υπεξαγωγή από τον κατηγορούμενο εγγράφου διαθήκης του πολιτικώς ενάγοντος λόγω παραγραφής έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την μήνυση (έγκληση) του πολιτικώς ενάγοντα χωρίς να αναγνωσθεί στο ακροατήριο και η έγκληση του μηνυτή είναι διαδικαστικό έγγραφο που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να είναι ανάγκη να αναγνωσθεί στο ακροατήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Υπεξαγωγή εγγράφων, Έγκληση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 210/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, περί αναιρέσεως της 2063/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1347/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 1α του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση το πολύ δύο ετών τιμωρείται όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης απαιτείται: α) ο διάδικος ή ο μάρτυρας να καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ, αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμιση έως το τέλος της ποινικής δίωξης, θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμιση είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχτηκε ότι το πρόσωπο που είχε δυσφημηθεί, τέλεσε την αξιόποινη πράξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην περίπτωση της αμετάκλητης αθώωσης του δυσφημηθέντος (είτε με απαλλακτικό βούλευμα είτε με αθωωτική απόφαση), παράγεται νόμιμο αμάχητο εκμήριο για την αναλήθεια των γεγονότων τα οποία συντονούν το περιεχόμενο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, έτσι ώστε είναι ανεπίτρεπτη η επάνοδος και εκ νέου έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των ίδιων γεγονότων. Η ανωτέρω όμως διάταξη και το θεσπιζόμενο με αυτήν τεκμήριο αναλήθειας, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε άλλα εγκλήματα, όπως αυτό της ψευδούς καταμηνύσεως για το ψευδές της καταμηνυθείσης πράξεως ή αυτό της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και της ψευδορκίας μάρτυρα για το ψευδές των κατατεθέντων περιστατικών. Αν παρά ταύτα το δικαστήριο εφαρμόσει το ανωτέρω τεκμήριο για να καταλήξει στην ενοχή του κατηγορουμένου για τα εγκλήματα αυτά, υποπίπτει αφενός στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ και αφετέρου στην πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας, αφού δεν ερευνά και δεν αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων των εν λόγω εγκλημάτων και έτσι ιδρύονται οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ. Αν όμως το δικαστήριο, εκτός από την επίκληση της εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου αναλήθειας, ερευνήσει και δεχτεί περιστατικά πέρα από το απαλλακτικό βούλευμα ή την αθωωτική απόφαση, τα οποία στηρίζουν αιτιολογημένα τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων αυτών, δεν ιδρύονται οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, αφού η ενοχή δεν στηρίχθηκε στο τεκμήριο αναλήθειας, το οποίο έτσι δεν επέδρασε στην κρίση του δικαστηρίου. Στην ανωτέρω βέβαια περίπτωση, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει τα ως άνω περιστατικά να αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και, επίσης, να αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2063/2009 απόφασή του, ότι αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 και η εγκαλούσα Ψ είναι αδελφές και κόρες του ΑΑ, ο οποίος αποβίωσε στις 20-11-1995, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι σύζυγος της πρώτης. Ο ΑΑ όσο ζούσε είχε αναπτύξει μεγάλη και επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία βαρέων χωματουργικών μηχανημάτων, μέσω των εξής εταιριών: α) "ΑΑ και Σια ΟΕ οδοποιητικές εργασίες", β) "ΑΑ και Σια ΟΕ εισαγωγές μηχανημάτων οδοποιίας", γ) "ΒΒ και Σια ΟΕ" και δ) "ΓΓ ΟΕ". Στις εταιρίες αυτές συμμετείχε πάντοτε ο ίδιος και κατά καιρούς και μόνον τυπικά διάφορα μέλη της οικογενείας του, όπως ο αδελφός του ΒΒ, οι κόρες του και η σύζυγος του ΓΓ. Ο ανωτέρω από την επιχειρηματική του δραστηριότητα είχε κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά, από τα οποία άλλα τοποθετούσε για λόγους επιχειρηματικούς και φορολογικούς σε διάφορους επωφελείς λογαριασμούς τραπεζών του εξωτερικού (Σουηδία, Γαλλία, Ισραήλ) και της Ελλάδας, με συνδικαιούχους τα μέλη της οικογενείας του, άλλα δε τοποθετούσε στις επιχειρήσεις του. Πάντοτε δε, όσο ζούσε, είχε αποκλειστικά τον έλεγχο και την διαχείριση των εταιριών του, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή σ'αυτές μελών της οικογενείας του, η οποία γινόταν για λόγους φορολογικούς. Έναν τέτοιο ως άνω λογαριασμό σε γερμανικά μάρκα είχε από τις 23-10-1982 στην τράπεζα της Σουηδίας SKANDINAVISKA ENSKILDA ΒΑΝΚΕΝ, στον οποίο από το έτος 1985 κατέστη συνδικαιούχος και η σύζυγος του ΓΓ. Περαιτέρω ο ΑΑ προσβλήθηκε το έτος 1994 από καρκίνο του προστάτη, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει θεραπεία στο νοσοκομείο "Άγιος Σάββα". Από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1995 εισήχθη στο θεραπευτήριο "Υγεία", όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα, οπότε και απεβίωσε. Κατά τη διάρκεια της ασθένειας του ασχολείτο με τη διαχείριση των εργασιών των επιχειρήσεων του η πολιτικώς ενάγουσα, η οποία άλλωστε εργαζόταν στις επιχειρήσεις του από το έτος 1986. Αυτή τον Οκτώβριο του έτους 1995, δηλαδή ένα μήνα πριν το θάνατο του πατέρα της ΑΑ, έστειλε fax, που έφερε την υπογραφή αυτού (ΑΑ), προς την ανωτέρω Σουηδική τράπεζα, όπου ο πατέρας της είχε λογαριασμό σε γερμανικά μάρκα, στον οποίο η πολιτικώς ενάγουσα δεν ήταν δικαιούχος και έδωσε εντολή για μεταφορά 1.000.000 γερμανικών μάρκων από τον εν λόγω λογαριασμό σε λογαριασμό της Τράπεζας Πίστεως στην Ελλάδα, στον οποίο ήταν και αυτή συνδικαιούχος. Η ανωτέρω Σουηδική Τράπεζα εκτέλεσε την εντολή και, κατόπιν τούτου, στις 17-10-1995 ανοίχθηκε στην Τράπεζα Πίστεως λογαριασμός με αριθμό ... και με συνδικαιούχους την πολιτικώς ενάγουσα, τον πατέρα της και τη μητέρα της. Επιπροσθέτως, ο ΑΑ, πριν την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο Άγιος Σάββας, διαβίβασε στην πολιτικώς ενάγουσα εντολή για μεταφορά 64.000 δολλαρίων Η.Π.Α. από τον με αριθ. ... λογαριασμό, που διατηρούσε μαζί με αυτήν στην τράπεζα "FIRST INTERNATIONAL BANK OF ISRAEL HACARMEL HAIFA" στο Ισραήλ, να μεταφέρει στον με αριθ. ... λογαριασμό της "ΒΑΝΚ NATIONALE DE GRECE-FRANCE" στο κατάστημα Παρισίων, που διατηρούσε ομοίως με την πολιτικώς ενάγουσα. Στις 26-10-1995 η πολιτικώς ενάγουσα συνέταξε την έγγραφη εντολή για τη μεταφορά των χρημάτων, την οποία υπέγραψε ο πατέρας της και στη συνέχεια την έστειλε με φαξ στην ανωτέρω ισραηλινή τράπεζα. Εκ παραδρομής, όμως, η πολιτικώς ενάγουσα, παρόλο που αριθμητικώς είχε γράψει 64.000 δολλάρια Η.Π.Α, ολογράφως είχε γράψει sixty thousands (εξήντα χιλιάδες) και για το λόγο αυτό συνέταξε ένα διευκρινιστικό έγγραφο, που υπογράφηκε από τον πατέρα της, το οποίο έστειλε αμέσως στην ανωτέρω ισραηλινή τράπεζα. Ομως, η πρώτη κατηγορουμένη θεώρησε ότι οι προαναφερόμενες κινήσεις της πολιτικώς ενάγουσας, που αφορούσαν τις μεταφορές χρημάτων, ήταν δόλιες. Για τον λόγο αυτό, στις 25-1-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εναντίον της πολιτικώς ενάγουσας νυν εγκαλούσας Ψ, αδελφής της, την από 18-1-2002 (ΑΒΜ Β2002/246) μήνυσή της, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η τελευταία τέλεσε εις βάρος της σε βαθμό κακουργήματος τις αξιόποινες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση κατ'επάγγελμα και κατ'εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Ειδικότερα, με την ανωτέρω μήνυσή της η πρώτη κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι η πολιτικώς ενάγουσα στις 19-10-1995 και στις 26-1-1995, χωρίς την έγκριση του πατέρα τους ΑΑ, συνέταξε πάνω σε λευκά χαρτιά, τα οποία τους είχε αφήσει αυτός με τη γνήσια υπογραφή του για να διεκπεραιώνουν υποθέσεις του, δύο έγγραφες εντολές μεταφοράς χρημάτων με ημερομηνίες από 19-10-1995 και από 26-10-1995, απομιμούμενη την υπογραφή του πατέρα της. Η πρώτη κατηγορουμένη επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μήνυσης της με την από 27-9-2002 ανώμοτη κατάθεση της ενώπιον της 10ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Μετά την υποβολή της εν λόγω μήνυσης ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος της πολιτικώς ενάγουσας για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος (ενώ για την απάτη έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη) και ενεργήθηκε κύρια ανάκριση, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το με αριθμ. 1996/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που αναγνώσθηκε, το οποίο έχει καταστεί ήδη αμετάκλητο (λόγω μη ασκήσεως κατ' αυτού ενδίκου μέσου) και το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της πολιτικώς ενάγουσας για την παραπάνω πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος.
Συνεπώς η αναλήθεια αυτών που περιέλαβε η πρώτη κατηγορουμένη στην παραπάνω από 18-1-2002 έγκλησή της είναι αποδεδειγμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του Π.Κ. Αποδείχθηκε ειδικότερα ότι ο ΑΑ κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1995 ήταν σοβαρά άρρωστος, πλην, όμως, διατηρούσε την πνευματική του διαύγεια. Αφού έλαβε την έγκριση της συζύγου του, αποφάσισε να μεταφέρει στην Ελλάδα 1.000.000 γερμανικά μάρκα από τον με αριθ. ... λογαριασμό της ανωτέρω Σουηδικής τράπεζας. Για τη μεταφορά αυτή έπρεπε να ανοιχθεί σε Ελληνική τράπεζα λογαριασμός σε συνάλλαγμα. Επειδή η πολιτικώς ενάγουσα είχε στην κατοχή της, λόγω των ταξιδιών της στο εξωτερικό, υπόλοιπο συναλλάγματος και συγκεκριμένα 200 δολλάρια Η.Π.Α. και 600 Γερμανικά μάρκα, ο πατέρας της, η μητέρα της και η πρώτη κατηγορουμένη άνοιξαν στο κατάστημα της Τράπεζας Πίστεως Αθηνών τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, καταθέτοντας συνολικά 375,99 Γερμανικά μάρκα. Μετά το άνοιγμα του λογαριασμού, ο πατέρας της πολιτικώς ενάγουσας έδωσε εντολή σε αυτήν να συντάξει στα αγγλικά το έγγραφο για μεταφορά των χρημάτων, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, υπέγραψε ο ίδιος και ακολούθως η πολιτικώς ενάγουσα το έστειλε με φαξ στην ανωτέρω Σουηδική τράπεζα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη με αριθ. πρωτ. ... Ιατρική Βεβαίωση του διευθυντή του Ακτινοθεραπευτικού Τμήματος του νοσοκομείου "Άγιος Σάββας" ..., ο ΑΑ εισήλθε στο νοσοκομείο για νοσηλεία στις 23-10-1995 και εξήλθε στις 7-11-1995. Σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν ήταν κλινήρης, αλλά πήγαινε πολλές φορές σπίτι του και κοιμόταν το βράδυ. Επίσης, από την από 19-3-2003 Έκθεση Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της Ειδικής Δικαστικής Γραφολόγου-Αναλύτριας ..., αποδεικνύεται ότι η υπογραφή του ΑΑ ήταν γνήσια και συνεπώς δεν έχει πλαστογραφηθεί από την πολιτικώς ενάγουσα, προαναφερόμενα δε συμπεράσματα της Έκθεσης δεν αναιρούνται από την από 7-4-2003 Έκθεση του Τεχνικού Συμβούλου της πρώτης κατηγορουμένης ..., δικηγόρου, γραφολόγου. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ΑΑ στις 26-10-1995 είχε κοιμηθεί στο σπίτι του πριν εισαχθεί στο νοσοκομείο "Άγιος Σάββας". Την ίδια ημερομηνία μετέβη στα γραφεία της εταιρίας στη Λεωφόρο ... μαζί με την πολιτικώς ενάγουσα, η οποία κατόπιν εντολής του συνέταξε το κείμενο για τη μεταφορά 64.000 δολλαρίων Η.Π.Α. από τον με αριθ. ... λογαριασμό της Ισραηλινής τράπεζας "FIRST INTERNATIONAL BANK OF ISRAEL HACARMEL HAIFA" στον με αριθ. ... λογαριασμό της τράπεζας ΒΑΝΚ NATIONALE DE GRECE-FRANCE". Στις 15-11-1995 το ποσό των 1.000.000 Γερμανικών μάρκων μεταφέρθηκε από τη Σουηδία στην Τράπεζα Πίστεως και αυθημερόν τοποθετήθηκε σε ομολογιακή κατάθεση με αριθμό ..., όπως επιθυμούσε ο ΑΑ. Μετά τον θάνατο του τελευταίου, η ομολογιακή κατάθεση ανανεωνόταν συνεχώς και στις 27-3-1998, αφού εξοφλήθηκε εκδόθηκε ομόλογο ισόποσο με 1.086.775,37 Γερμανικών μάρκων με αριθμό λογαριασμού ... και με δικαιούχους την πολιτικώς ενάγουσα, την αδελφή της ΔΔ και τη μητέρα τους ΓΓ. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορουμένη, δεν συμπεριλήφθηκε στον προαναφερόμενο λογαριασμό του πατέρα της επειδή, όταν παντρεύτηκε με τον δεύτερο κατηγορούμενο, προικίσθηκε λαμβάνοντας ως προίκα ένα ακίνητο και μεγάλο χρηματικό ποσό. Για τον λόγο αυτό ο πατέρας της αποφάσισε να μείνει το ως άνω χρηματικό ποσό των 1.000.000 Γερμανικών μάρκων στην οικογένειά του προκειμένου να αποκατασταθούν οι άλλες δύο θυγατέρες του ήτοι η πολιτικώς ενάγουσα και η ΔΔ. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η μήνυση της πρώτης κατηγορουμένης, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό και ανωτέρω περιστατικά ήταν ψευδής και αυτή τελούσε σε γνώση της αναλήθειας της ανωτέρω μηνύσεως, τόσο κατά τη σύνταξή της όσο και κατά την υποβολή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, προέβη δε στην άσκηση της με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της πολιτικώς ενάγουσας αδελφής της. Περαιτέρω, η πρώτη κατηγορουμένη επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω ψευδούς μηνύσεως της ενώπιον της 10ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, με την από 27-9-2002 ανώμοτη κατάθεσή της, εξεταζόμενη ως μάρτυρας από αρμόδια αρχή, κατέθεσε εν γνώσει της ψέμματα. Επίσης, όσον αφορά τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, σύζυγο της πρώτης κατηγορουμένης, αποδείχθηκε ότι εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της 10ης Τακτικής Ανακρίτριας την 1-10-2002, στο πλαίσιο διενεργούμενης κυρίας ανάκρισης ύστερα από την υποβολή της παραπάνω από 25-1-2002 ψευδούς μήνυσης της άνω συγκατηγορουμένης του Χ1, συνειδητά κατέθεσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό ψευδή περιστατικά. Κατόπιν αυτών, πρέπει κατά την πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του δικαστηρίου να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που τους αποδίδονται, όπως αυτές κατά τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση στοιχεία περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να αναγνωρισθεί στους κατηγορούμενους (ομόφωνα) η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των άνω πράξεων έζησαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο".
Από την ανωτέρω αιτιολογία της απόφασης προκύπτει σαφώς ότι το Τριμελές Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην ενοχή των κατηγορουμένων δέχθηκε ότι η αναλήθεια αυτών που περιέλαβε η πρώτη κατηγορουμένη στην έγκλησή της είναι αποδεδειγμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ, από το αναγνωσθέν υπ' αριθ. 1996/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο και το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της ήδη πολιτικώς ενάγουσας για πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος. Τα δε περιστατικά που αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως είναι εκείνα τα οποία δέχθηκε το βούλευμα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού και δεν αναφέρονται περιστατικά πέρα από αυτά του βουλεύματος, πράγμα που, ενόψει της παραδοχής, του τεκμηρίου αναλήθειας, σημαίνει ότι τα εν λόγω περιστατικά δεν εκτίθενται ως αυτοτελής αιτιολογία, αλλά ως περιεχόμενο του τεκμηρίου αναλήθειας. Επομένως προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ενοχή των κατηγορουμένων, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του ΠΚ, στην οποία και μόνο στήριξε τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδίκασε τους κατηγορουμένους και έτσι υπέπεσε αφενός στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και αφετέρου στην πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, κατά τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω σε σχέση με τη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων, το Δικαστήριο περιορίσθηκε στην αναφορά: α) για την ψευδή καταμήνυση, ότι η πρώτη κατηγορουμένη τελούσε σε γνώση της αναλήθειας της μηνύσεώς της και προέβη στην άσκησή της με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της πολιτικώς ενάγουσας αδελφής της, β) για την ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ότι η ίδια κατηγορουμένη εξεταζόμενη ως μάρτυρας χωρίς όρκο, κατέθεσε εν γνώσει της ψέμματα και γ) για την ψευδορκία μάρτυρα, ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, συνειδητά κατέθεσε ψευδή περιστατικά. Όμως η αιτιολογία αυτή της συνδρομής των υποκειμενικών στοιχείων των εν λόγω εγκλημάτων, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά που δικαιολογούν τόσο την ανωτέρω γνώση όσο και τον ανωτέρω σκοπό. Επομένως και ως προς τη συνδρομή των υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, το Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2063/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδής ανώμοτη κατάθεση, ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία των ανωτέρω εγκλημάτων. Το τεκμήριο αναλήθειας που θεσπίζεται με το άρθρο 366 § 2 του ΠΚ αφορά στη συκοφαντική δυσφήμιση και δεν εφαρμόζεται στα ανωτέρω εγκλήματα και αν το δικαστήριο το εφαρμόσει για την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου υποπίπτει στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως και της ελλείψεως αιτιολογίας, εκτός και αν, πέραν του τεκμηρίου, δεχτεί περιστατικά τα οποία αυτοτελώς στηρίζουν αιτιολογημένως την καταδικαστική κρίση. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός και αν απαιτείται η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός γιατί στήριξε την ενοχή των κατηγορουμένων για τα ως άνω εγκλήματα μόνο στο τεκμήριο αναλήθειας που προέκυπτε από απαλλακτικό για τη μηνύτρια βούλευμα και αφετέρου γιατί δεν αναφέρει περιστατικά για τη γνώση και το σκοπό.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 208/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 289/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, κατοίκους ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 872/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 337/19.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 485 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ. την υπ' αριθμ. 118/4-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., περιοχή ..., την οποία άσκησε για λογαριασμό του δυνάμει της από 4/6/2009 σχετικής εξουσιοδοτήσεώς του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθηνών Αβραάμ Ιορδανίδη, κατά του υπ' αριθμ. 289/12-3-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγιναν τυπικά και κατ' ουσία δεκτές οι υπ' αριθμ. 523/30-10-2008, 524/30-10-2008, 526/30-10-2008, και, 525/30-10-2008 εφέσεις των αντιστοίχως προς τις ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων α) Ψ1, β) Ψ2, γ) Ψ4 και δ) Ψ3, κατοίκων απάντων ..., κατά του υπ' αριθμ. 2448/8-9-2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και συγκεκριμένα κατά του σκέλους αυτού, με το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία εναντίον του νυν αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης απάτης, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ (άρθρα 26 παρ.1, 27, 45, 98, 386 παρ. 1 και 3 β του Π.Κ. όπως η παράγραφος 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/3-6-1999, ενώ τα ποσά που ήσαν σε δραχμές αρχικά μετατράπηκαν σε ΕΥΡΩ με τα άρθρα 3-5 του Ν. 2943/2001), και το οποίο σκέλος του πρωτοδίκου ως άνω βουλεύματος εξαφάνισε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και συμπαρέμπεμψε ομού με τον αρχικώς παραπεμφθέντα Χ2,κάτοικο ..., τον νυν αναιρεσείοντα Χ1, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθούν αμφότεροι για την ως άνω πράξη.
Β) Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 του Κωδ. Ποιν. Δικ., με δήλωση στον Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερόμενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο αναιρεσίβλητο βούλευμα έχει επιδοθεί στον ίδιο (αναιρεσείοντα) στις 28-5-2009 και στον αντίκλητό του ... στις 26-5-2009. Είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως ως προς την βασιμότητα ή μη αυτών.
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προβάλλει ως λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και κατά το άρθρο 139 του Κωδ. Ποιν. Δικ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας : α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το κάθε ένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως (Α.Π. 348/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, Α.Π. 1056/2008).
Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί εν προκειμένω ότι δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η εσφαλμένη ενδεχομένως εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου μεμονωμένα και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσο στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου της ουσίας (Α.Π. 1056/2008, Α.Π. 276/2007 σε Συμβούλιο, ΝοΒ 2008 1589, Α.Π. 1095/2007, Α.Π.842/2007, Α.Π. 544/2005, Α.Π. 25/2002, Ποιν. Λογ. σ. 44, 45, Α.Π. 1368/2002, Ποιν. Λογ. 2002 σ. 1441).
Δ) Εν προκειμένω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το οποίο εξέδωσε το υπ' αριθμ. 289/12-3-2009 προσβαλλόμενο βούλευμα, με αντίθετη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε λαμβάνοντας υπόψη του τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Ανακριτή, τις απολογίες των κατηγορουμένων, τα υπομνήματα των τελευταίων, τα υπομνήματα των πολιτικώς εναγόντων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισε η κάθε πλευρά καθώς και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Ο αναιρεσείων Χ1 ο οποίος ήταν ασφαλιστικός πράκτορας των πολιτικώς εναγόντων α) Ψ1, β) Ψ2, γ) Ψ3, και, δ) Ψ4, κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2004, προέτρεψε τους ανωτέρω να επενδύσουν με υψηλή απόδοση κέρδους τα χρηματικά ποσά που διέθεταν, μέσω της γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία "FC Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών και Διαχειρίσεως Περιουσίας", η οποία είχε εγκαταστήσει νομίμως στην ημεδαπή υποκατάστημα με τον διακριτικό τίτλο "FG/AE HELLAS", δυνάμει της υπ' αριθμ. 18 832/25-6-2003 αποφάσεως του Νομάρχη Αθηνών της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν ο έτερος των συμπαραπεμπομένων κατηγορουμένων Χ2.
Έτσι ο εν λόγω αναιρεσείων έφερε σε επαφή τους πολιτικώς ενάγοντες (εγκαλούντες) με τον συμπαραπεμπόμενο κατηγορούμενο Χ2, και από 16-7-2004 άρχισαν να συνεργάζονται με τον ανωτέρω Χ2 σχετικά με την κατάθεση διαφόρων χρηματικών ποσών των πολιτικώς εναγόντων σε τραπεζικούς λογαριασμούς της προαναφερομένης αλλοδαπής εταιρείας. Κατά την διάρκεια της συνεργασίας αυτής οι πολιτικώς ενάγοντες (εγκαλούντες) κατέθεσαν διάφορα χρηματικά ποσά, και συγκεκριμένα : 1) Στις 16-7-2004 η Ψ4 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της "FG/AE HELLAS" στην EUROBANK το ποσό των 19.950 ΕΥΡΩ για την αγορά 38 τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας, 2) στις 26-10-2004 η Ψ2 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της "FG/AE HELLAS" στην CITIBANK το ποσό των 75.000 ΕΥΡΩ για την αγορά 143 τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας, 3) σις 21-1-2005 ο Ψ1 κατέβαλε στη μητρική γερμανική εταιρεία με επιταγή της Γενικής Τράπεζας το ποσό των 97.125 ΕΥΡΩ για την αγορά 185 τίτλων αυτής, 4) στις 8-11-2005 η Ψ3 κατέθεσε στον υπ' αριθμ.... λογαριασμό του Χ2 στην CITIBANK το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ για την αγορά 28 τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας, 5) στις 10-11-2005 η Ψ4 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...3 λογαριασμό του Χ2 στην CITIBANK το ποσό των 10.000 ΕΥΡΩ για ην αγορά 20 τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας, 6) στις 3-1-2006 ο Ψ1 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Χ2 στην CITIBANK το ποσό των 49.712,82 ΕΥΡΩ για την αγορά τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας, και, 7) στις 20-6-2006 ο αυτός Ψ1 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Χ2 στην CITIBANK το ποσό των 37.000 ΕΥΡΩ για την αγορά τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας. Σε εκάστη των ανωτέρω περιπτώσεων μετά την κατάθεση του αντίστοιχου χρηματικού ποσού καταρτιζόταν σε έντυπο της " FG/AE HELLAS" "ιδιωτικό συμφωνητικό αγοράς τίτλων με δικαίωμα επαναγοράς σε συμφωνημένο χρόνο και σε προσυμφωνημένο τίμημα εξωνήσεως". Συγκεκριμένα, για την υπ' αριθμ. 1 καταβολή των 19.950 ΕΥΡΩ εκδόθηκε το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό που ανανεώθηκε στις 16-7-2005 δυνάμει του οποίου η εταιρεία "FG/AE HELLAS" έδινε την υπόσχεση ότι θα προέβαινε στην επαναγορά των αντιστοίχων τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας στις 16-7-2006 αντί του ποσού των 23.755 ΕΥΡΩ. Για την υπ' αριθμ. 2 καταβολή των 75.000 ΕΥΡΩ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ανανεώθηκε στις 26-4-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρεία " FG/AE HELLAS" έδινε την υπόσχεση ότι θα προέβαινε στην επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας στις 26-10-2006 αντί του ποσού των 91.437 ΕΥΡΩ. Για την υπ' αριθμ. 3 καταβολή των 97.125 ΕΥΡΩ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ανανεώθηκε στις 18-1-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρεία "FG/AE HELLAS" έδινε την υπόσχεση ότι θα προέβαινε στην επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας στις 18-7-2006 αντί του ποσού των 114.276 ΕΥΡΩ.
Για τη υπ' αριθμ. 4 καταβολή των 15.000 ΕΥΡΩ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ανανεώθηκε στις 3-5-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρεία "FG/AE HELLAS" έδινε την υπόσχεση ότι θα προέβαινε στην επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας στις 3-11-2006 αντί του ποσού των 16.538 ΕΥΡΩ.
Για την υπ' αριθμ. 5 καταβολή των 10.000 ΕΥΡΩ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο ανανεώθηκε στις 3-5-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρεία "FG/AE HELLAS" έδινε την υπόσχεση ότι θα προέβαινε στην επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της εν λόγω γερμανικής εταιρείας στις 3-11-2006 αντί του ποσού των 11.050 ΕΥΡΩ. Για την υπ' αριθμ. 6 καταβολή των 49.712, 82 ΕΥΡΩ εκδόθηκε το από 4-6-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εν λόγω συναλλαγή εμφανιζόταν ως άτοκο δάνειο προς τον Χ2 τρίμηνης διάρκειας ύψους 56.000 ΕΥΡΩ αποδοτέο στις 16-8-2006. Και για την υπ' αρθμ. 7 καταβολή των 37.000 ΕΥΡΩ εκδόθηκε το από 20-6-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η εν λόγω συναλλαγή εμφανιζόταν όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε ως άτοκο δάνειο προς τον Χ2 ύψους 87.000 ΕΥΡΩ αποδοτέο στις 16-8-2006.
Πλην όμως εν προκειμένω η προαναφερομένη μητρική γερμανική εταιρεία με την επωνυμία "FG Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών και Διαχειρίσεως Περιουσίας" με δική της αίτηση που χρονολογείται από 8-2-2006 είχε ζητήσει να κηρυχθεί σε πτώχευση λόγω αδυναμίας εξοφλήσεως των ληξιπροθέσμων οφειλών της, πράγμα που έγινε δεκτό με την από 17-5-2006 απόφαση του Πρωτοδικείου του Aschaffeuburg - Δικαστηρίου Εκδικάσεως Πτωχευτικών Διαφορών - και την οποία κατάσταση παύσεως των πληρωμών της εν λόγω εταιρείας γνώριζε προφανώς ο αναιρεσείων καθώς επίσης και ο συμπαρεπεμπόμενος κατηγορούμενος Χ2 λόγω των επαφών τους με στελέχη της εταιρείας αυτής. Με αποτέλεσμα οι πολιτικώς ενάγοντες που δεν μπόρεσαν να ικανοποιηθούν από την πτωχευτική περιουσία να απωλέσουν τα χρήματα που είχαν επενδύσει σε τίτλους της εν λόγω εταιρείας που κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 17-5-2006, μετά από τις αναληθείς διαβεβαιώσεις περί ευρωστίας της δήθεν εκ μέρους του νυν αναιρεσείοντος καθώς και του συγκατηγορουμένου του Χ2, και της οποίας η πτωτική πορεία πρέπει να είχε αρχίσει μία τουλάχιστον διετία πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως στις 17-5-2006, και η οποία ήταν προφανώς γνωστή σε αυτούς (αναιρεσείοντα - Χ2).
Περαιτέρω στο σκεπτικό του προσβαλλομένου παραπεμπτικού βουλεύματος αναφέρεται ότι τόσο ο νυν αναιρεσείων Χ1 όσο και ο έτερος συγκατηγορούμενός του Χ2 με δόλιο τρόπο και με ψευδή στοιχεία έπεισαν τους πολιτικώς ενάγοντες (εγκαλούντες) να προβούν στις προαναφερόμενες επενδύσεις χρημάτων προς βλάβη της περιουσίας τους. Και συγκεκριμένα ότι τους διαβεβαίωσαν αναληθώς ότι οι ως άνω εταιρείες λειτουργούσαν νόμιμα ως χρηματιστηριακές και ότι είχαν εφοδιασθεί με τις απαιτούμενες άδειες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ότι τόσο η μητρική γερμανική εταιρεία όσο και 20 υποκαταστήματά της στην Ελλάδα ήταν ασφαλισμένα μέχρι του ποσού των 500.000 ΕΥΡΩ ανά επενδυτή προς εξασφάλιση του επενδυμένου κεφαλαίου αλλά και για τυχόν εσφαλμένη επενδυτή συμβουλή, ενώ εν τοις πράγμασι οι εν λόγω εταιρείες λειτουργούσαν χωρίς τις προβλεπόμενες από τον νόμο άδειες δηλαδή από την ελληνική επιτροπή κεφαλαιαγοράς και την αντίστοιχη γερμανική αποκρύπτοντάς τους το γεγονός ότι η προαναφερόμενη ασφαλιστική κάλυψη ανά επενδυτή είχε ήδη διακοπεί. Εκτός δε των ανωτέρω λεχθέντων διαλαμβάνεται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι ο νυν αναιρεσείων και ο έτερος συγκατηγορούμενός του Χ2 τους απέτρεψαν να ρευστοποιήσουν αμέσως τις επενδύσεις τους και μάλιστα ότι τους προέτρεψαν και τους έπεισαν να δεχθούν για ορισμένες από τις επενδύσεις τους την ανανέωση της συμφωνίας για επαναγορά των τίτλων από την εταιρεία τους σε χρόνο απώτερο από εκείνον της πτωχεύσεως, και ότι επί πλέον τους έπεισαν να προβούν σε νέες επενδύσεις, όπως στην περίπτωση της καταβολής 37.000 ΕΥΡΩ στις 20-6-2006, αν και η μητρική γερμανική εταιρεία είχε κηρυχθεί ήδη σε πτώχευση, με συνέπεια από τις ως άνω αναληθείς διαβεβαιώσεις τους να προκαλέσουν στους πολιτικώς ενάγοντες περιουσιακή ζημία ανερχομένη συνολικά στο ποσό των 303.787,82 ΕΥΡΩ με αντίστοιχο όφελος τόσο της μητρικής ... εταιρείας και του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα που επτώχευσε όσο και των ιδίων. Όσον αφορά δε τον νυν αναιρεσείοντα Χ1 το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε περαιτέρω ότι: ο εν λόγω αναιρεσείων το έτος 2004 υπήρξε σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων σχετικά με τις επιλογές προγραμμάτων για την επένδυση χρημάτων τους, μάλιστα δε μετά από κάθε επένδυση - κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του αντιστοίχου ποσού της "FG/AE HELLAS" οι πολιτικώς ενάγοντες (εγκαλούντες) απέστελναν το σχετικό παραστατικό με FAX στον Χ1.
Δέχθηκε επίσης το ως άνω Συμβούλιο ότι ο νυν αναιρεσείων με την ιδιότητα του ασφαλιστικού και επενδυτικού συμβούλου όχι μόνο συνεργαζόταν με διάφορες εταιρείες αλλά και ότι ανήκε στο δίκτυο των εκπαιδευομένων συνεργατών της εταιρείας "FG/AE HELLAS", όπως άλλωστε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι παραβρέθηκε σε ξενοδοχείο της Αθήνας κατά την παρουσίαση του επενδυτικού προγράμματος της "FG/AE HELLAS", τον οποίο ο συγκατηγορούμενός του Χ2 χαρακτηρίζει ως "εκπαιδευμένο συνεργάτη", και άρα γνωρίζει ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε άδεια λειτουργίας από τις εποπτικές αρχές της κεφαλαιαγοράς τόσο στην ... όσο και στην ... και επί πλέον ότι τα κεφάλαια των επενδυτών δεν ήσαν ασφαλισμένα αφού η σχετική ασφαλιστική κάλυψη είχε διακοπεί. Ενήργησε δε εν προκειμένω από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 διότι δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, και έτσι έβλαψαν αμφότεροι την περιουσία των πολιτικώς εναγόντων κατά το συνολικό των 303.787,82 ΕΥΡΩ με αντίστοιχο όφελος των ιδίων και της εταιρείας "FG/AE HELLAS".
Με αυτές τις παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση τελεσθείσης απάτης, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, πράξη, για την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομίμους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ποινικές διατάξεις, και τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ε Ι Δ Ι Κ Ο Τ Ε Ρ Α1. Κατά την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών· και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγική αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και, γ) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία βλάβη υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν έχει αστική αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται εν προκειμένω τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη που έχει ειλημμένη απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Για την κακουργηματική τέλεσή της απαιτείται μεταξύ άλλων σύμφωνα με την παράγραφο 3 ιδίου άρθρου (386 Π.Κ.), όπως αντικαταστήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, όπως το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, όπως εν προκειμένου συμβαίνει (Α.Π. 1787/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, Α.Π. 407/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, Α.Π. 278/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ).
2. Κατά συναυτουργία τέλεση μιάς αξιόποινης πράξης υφίσταται όταν δύο ή περισσότεροι είτε άμεσα είτε διαδοχικά συμπράττουν στην τέλεση ενός εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, κατόπιν συναποφάσεως δηλαδή την οποία έλαβαν είτε πριν κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης ώστε ο καθένας να θέλει ή να αποδέχεται τη τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και οι άλλοι αποδέχονται να ενώσουν την δράση τους με την δράση των άλλων. Η δράση του συναυτουργού μπορεί να είναι είτε σύγχρονη είτε προηγούμενη είτε επόμενη από την πράξη των άλλων (Α.Π. 2/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ, Α.Π. 622/1980 Ποιν. Χρον. Λ'770).
3. Κατ' εξακολούθηση τέλεση ενός εγκλήματος υφίσταται όταν η ίδια πράξη κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση τελείται κατ' επανάληψη από το ίδιο πρόσωπο και υπάρχει στη συνείδηση του δράστη ενότητα δόλου. Πρόκειται συνεπώς για περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, τα οποία συνέχονται μεταξύ τους εξαιτίας της ενότητας του δόλου του δράστη, στην οποία όμως συρροή το δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την παραγραφή και τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης.
Μετά δε την προσθήκη στο άρθρο 98 του Π.Κ. παραγράφου 2 με το άρθρο 14 παράγραφος 1 αριθμ. 1.1 του Ν. 2721/1999 για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της αξιοποίνου πράξεως και γενικά η συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε ή επήλθε από το έγκλημα.
Η νέα ως άνω ρύθμιση κρίνεται επιεικέστερη από την παλαιότερη, διότι προβλέπεται για τον χαρακτηρισμό της πράξεως ως πλημμελήματος ή κακουργήματος ορισμένο ποσό πράγμα που δεν απαιτείτο με την παλαιότερη, και ως εκ τούτου κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του Π.Κ. εφαρμόζεται και για τις πράξεις της εξακολουθητικής αλυσίδας που έχουν από την ισχύ του (Α.Π. 817/2007 Ποιν. Λογ. 2007/572, Α.Π. 895/2007 σε Συμβούλιο).
Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ως άνω αίτηση του νυν αναιρεσείοντος και να του επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Π Ρ Ο Τ Ε Ι Ν Ω
1) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 118/4-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., περιοχή ..., κατά του υπ' αριθμ. 289/12-3-2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 16/9/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΑΓΓΑΣ
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος η άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή xειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγµάτωση του εγκλήµατος και για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 289/2009 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις κατά το νομικό και πραγματικό μέρος της υποθέσεως, δέχτηκε, κατ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων, ότι προέκυψαν τα εξής:
Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος ήταν ασφαλιστικός πράκτορας των εκκαλούντων, τον Ιούλιο του έτους 2004, προέτρεψε αυτούς να προβούν στην επένδυση, των χρηματικών ποσών που διέθεταν και ήθελαν να επενδύσουν με υψηλή απόδοση κέρδους, μέσω της γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία "FG Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών και Διαχειρίσεως Περιουσίας", η οποία είχε εγκαταστήσει νόμιμα στην Ελλάδα υποκατάστημα με το διακριτικό τίτλο "FG/ΑΕ ΗΕLLAS", δυνάμει της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Νομάρχη ... και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν ο έτερος των εγκαλουμένων Χ2. Για το σκοπό αυτό ο κατηγορούμενος Χ1, έφερε σε επαφή τους εκκαλούντες με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, οι οποίοι άρχισαν να συνεργάζονται από 16-7-2004 με την κατάθεση διάφορων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς της αλλοδαπής εταιρείας. Κατά τη συνεργασία αυτή οι εκκαλούντες προέβησαν στις ακόλουθες καταβολές χρηματικών ποσών: 1) Στις 16-7-2004, η Ψ4 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" στην ΕUROΒΑΝΚ το ποσό των 19.950 ευρώ για την αγορά 38 τίτλων της γερμανικής εταιρίας, 2) στις 26-10-2004, η Ψ2 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ...λογαριασμό της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" στην CΙΤYΒΑΝΚ το ποσό των 75.000 ευρώ για την αγορά 143 τίτλων της γερμανικής εταιρίας, 3) στις 21-1-2005, ο Ψ1 κατέβαλε στη μητρική γερμανική εταιρία με επιταγή της Γενικής Τράπεζας το ποσό των 97.125 ευρώ για την αγορά 185 τίτλων αυτής, 4) στις 8-11-2005, ηΨ3 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Χ2 στην CΙΤYΒΑΝΚ, το ποσό των 15.000 ευρώ για την αγορά 28 τίτλων της γερμανικής εταιρίας, 5) στις 10-11-2005, η Ψ4 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Χ2στην CITYΒΑΝΚ, το ποσό των 10.000 ευρώ για την αγορά 20 τίτλων της γερμανικής εταιρίας, 6) στις 3-1-2006, ο Ψ1 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Χ2 στην CITYΒΑΝΚ, το ποσό των 49.712,82 ευρώ για την αγορά τίτλων των γερμανικής εταιρίας και 7) στις 20-6-2006, ο Ψ1 κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του Χ2 στην CΙΤYΒΑΝΚ, το ποσό των 37.000 ευρώ για την αγορά, τίτλων της γερμανικής εταιρίας. Σε καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις, μετά την κατάθεση του αντίστοιχου χρηματικού ποσού καταρτιζόταν επί εντύπου της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" "ιδιωτικό συμφωνητικό αγοράς τίτλων με δικαίωμα επαναγοράς στο συμφωνηθέντα χρόνο και στο προσυμφωνημένο τίμημα της εξώνησης". Συγκεκριμενα, για την υπ' αριθμ. 1 καταβολή των 19.950 ευρώ εκδόθηκε το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που ανανεώθηκε στις 16-7-2005, δυνάμει του οποίου η εταιρία "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" υποσχόταν την επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της γερμανικής εταιρίας στις 16-7-2006 και αντί ποσού 23.755 ευρώ. Για την υπ' αριθμ. 2 καταβολή των 75.000 ευρώ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που ανανεώθηκε στις 26-4-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρία "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" υποσχόταν την επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της γερμανικής εταιρίας στις 26-10-2006 και αντί ποσού 91.437 ευρώ. Για την υπ' αριθμ. 3 καταβολή των 97.125 ευρώ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που ανανεώθηκε στις 18-1-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρία "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" υποσχόταν την επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της γερμανικής εταιρίας στις 18-7-2006 και αντί ποσού 114.276 ευρώ. Για την υπ' αριθμ. 4 καταβολή των 15.000 ευρώ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που ανανεώθηκε στις 3-5-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρία "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" υποσχόταν την επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της γερμανικής εταιρίας στις 3-11-2006 και αντί ποσού 16.538 ευρώ. Για την υπ' αριθμ. 5 καταβολή των 10.000 ευρώ εκδόθηκε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που ανανεώθηκε στις 3-5-2006, δυνάμει του οποίου η εταιρία "FG/ΑΕ ΗΕLLAS υποσχόταν την επαναγορά των αντίστοιχων τίτλων της γερμανικής εταιρίας στις 3-11-2006 και αντί ποσού 11.052 ευρώ. Για την υπ' αριθμ. 6 καταβολή των 49.712,82 ευρώ εκδόθηκε το από 4-6-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου η συναλλαγή παρουσιαζόταν ως άτοκο δάνειο προς τον Χ2 τρίμηνης διάρκειας, ύψους 56.000 ευρώ και αποδοτέο στις 16-8-2006. Τέλος, για την υπ' αριθμ. 7 καταβολή των 37.000 ευρώ εκδόθηκε το από 20-6-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου η συναλλαγή παρουσιαζόταν και πάλι ως άτοκο δάνειο προς τον Χ2 ύψους 87.000 ευρώ και αποδοτέο στις 16-8-2006.
Από 8-2-2006 η μητρική γερμανική εταιρία τελούσε σε διαδικασία πτώχευσης, η οποία τελικά κηρύχθηκε στις 17-5-2006 και οι εκκαλούντες δε μπόρεσαν να ικανοποιηθούν από τη πτωχευτική περιουσία με αποτέλεσμα να χάσουν τα χρήματα τους.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι οι εγκαλούμενοι δολίως και με ψευδή στοιχεία τους έπεισαν να προβούν, με τον τρόπο αυτό, στην επένδυση των χρημάτων τους με τις ως άνω καταβολές. Συγκεκριμένα τους παρέστησαν ψευδώς ότι οι ως άνω εταιρείες λειτουργούσαν νόμιμα και διέθεταν όλες τις απαιτούμενες άδειες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ότι τόσο η μητρική γερμανική εταιρεία όσο και το υποκατάστημα της στην Ελλάδα ήταν ασφαλισμένα μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για κάθε επενδυτή για τον κίνδυνο ασφάλειας του επενδυμένου κεφαλαίου και για τυχόν εσφαλμένη επενδυτική συμβουλή προς τους επενδυτές, ενώ στην πραγματικότητα οι εταιρείες αυτές λειτουργούσαν χωρίς τις απαιτούμενες άδειες από την ελληνική επιτροπή κεφαλαιαγοράς και την αντίστοιχη γερμανική αρχή και η ασφαλιστική κάλυψη είχε διακοπεί γεγονός το οποίο απέκρυψαν δολίως. Επίσης ισχυρίζονται ότι αφ' ενός μεν τους απέτρεψαν να προβούν στην άμεση ρευστοποίηση των επενδύσεων τους και σε ορισμένες εκ των περιπτώσεων τους έπεισαν να δεχθούν την ανανέωση της συμφωνίας για επαναγορά των τίτλων από την εταιρία τους σε απώτερο της πτώχευσης χρόνο, αφετέρου τους έπεισαν να προβούν σε νέες επενδύσεις, όπως στην περίπτωση της καταβολής ποσού 37.000 ευρώ στις 20-6-2006, μολονότι η μητρική γερμανική εταιρία είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση. Με τον τρόπο αυτό ωφελήθηκαν παράνομα κατά το συνολικό ποσό των 303.787,82 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία αυτών. Ως προς τον κατηγορούμενο Χ2, το εκκαλούμενο βούλευμα έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς των εγκαλούντων και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών να δικαστεί για την πράξη της διακεκριμένης απάτης, ως προς τον κατηγορούμενο Χ1 έκρινε ότι η μόνη σχέση που είχε αυτός με την υπόθεση ήταν να φέρει σε επαφή τους εγκαλούντες με τον κατηγορούμενο Χ2 και δεν είχε κάποια εμπλοκή στην εξαπάτηση αυτών η οποία έγινε από τον Χ2. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία ανωτέρω αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι ο εγκαλούμενος Χ1 το έτος 2004 ήταν επενδυτικός και ασφαλιστικός σύμβουλος, συνεργάτης διαφόρων εταιρειών και συνεργάτης του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 για τον οποίο αναζητούσε πελάτες που ενδιαφέρονται να προβούν σε επένδυση των κεφαλαίων της. Μάλιστα το μήνα Μάΐο 2004 είχε παρακολουθήσει σε ξενοδοχείο της Αθήνας, κατόπιν προσκλήσεως του κατηγορουμένου Χ2, σεμινάριο με θέμα την ενημέρωση - παρουσίαση προγραμμάτων της γερμανικής εταιρείας παροχής επενδυτικών συμβουλών και διαχείρισης περιουσίας (FG/AG) που είχε υποκατάστημα στην Ελλάδα με την ενωνυμία "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Χ2. Ακολούθως ο κατηγορούμενος Χ1 ο οποίος μετείχε στο δίκτυο εκπαιδευμένων συνεργατών της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" άτυπα, (επειδή από το Μάιο 2003 συνεργαζόταν με την ασφαλιστική εταιρεία, "ΑΣΠΙΣ" με σύμβαση αποκλειστική, που αποκλείει με ποινή καταγγελίας της συνεργασίας την ταυτόχρονη προώθηση προγραμμάτων άλλων εταιρειών) ήλθε σε επαφή με τους εγκαλούντες καθόσον ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος αυτών και τους είχε προτείνει παλαιότερα επενδυτικά προγράμματα της εταιρείας ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL και τους πρότεινε τον Ιούλιο του 2004 να προβούν σε επένδυση των κεφαλαίων της με βάση τα προγράμματα της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" και της αντίστοιχης μητρικής (γερμανικής εταιρείας). Λόγω της μακρόχρονης φιλικής σχέσης που είχε ο κατηγορούμενος Χ1 με την εγκαλούσα Ψ3 ο ανωτέρω κατηγορούμενος απολάμβανε της εμπιστοσύνης όλων των εγκαλούντων και πείστηκαν από τις διαβεβαιώσεις του ότι η επένδυση είναι ασφαλής σε εγγυημένη απόδοση ανώτερη από τον Τραπεζικό τόκο, ότι οι ανωτέρω εταιρείες η γερμανική και το υποκατάστημα της στην Ελλάδα λειτουργούσαν κανονικά και νόμιμα και είχαν όλες τις απαιτούμενες για την παραπάνω δραστηριότητα άδειες που χορηγούνται από τις εποπτικές αρχές της κεφαλαιαγοράς. Μάλιστα δε επέδειξε στους εγκαλούντες και αντίγραφο της από 10.10.2003 επιστολής (στα Αγγλικά και σε μετάφραση στα Ελληνικά) της μητρικής γερμανικής εταιρείας προς τον Χ2 και διαβεβαίωσε τους εγκαλούντες ότι τα χρεόγραφα που θα διατεθούν στους επενδυτές με το ανωτέρω πρόγραμμα είναι πλήρως ασφαλισμένα μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για κάθε επενδυτή για τον κίνδυνο ασφάλειας του επενδυόμενου κεφαλαίου και για κάθε τυχόν λανθασμένη, επενδυτική συμβουλή προς τους επενδυτές, στη γερμανική ασφαλιστική εταιρεία "GERLING AC". Έτσι οι εγκαλούντες, εμπιστευόμενοι αυτόν πλήρως, συμμετείχαν στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα και καθόλη τη δάρκεια της εμφανούς συνεργασίας τους με τον Χ2. Ο κατηγορούμενος παρείχε συμβουλές στους εγκαλούντες για τις επιλογές των προγραμμάτων, άτυπα, μάλιστα πριν από κάθε επένδυση - κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του αντίστοιχου ποσού της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS" οι εγκαλούντες απέστελναν το σχετικό παραστατικό με FΑΧ στον Χ1 (βλ. προσκομιζόμενα). Tα παραπάνω προκύπτουν από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των εγκαλούντων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς το θέμα της συμμετοχής των κατηγορουμένων στις συναλλαγές που προαναφέρθηκαν και ο συγκατηγορούμενός του τον χαρακτηρίζει "εκπαιδευμένο συνεργάτη" ενώ ο Χ1 συνομολογεί ότι παραβρέθηκε σε ξενοδοχείο της ... στην παρουσίαση του επενδυτικού προγράμματος της "FG/ΑΕ ΗΕLLAS". Εξάλλου ο Χ1 δεν δίδει καμία εξήγηση για την αποστολή των εν λόγω παραστατικών σε αυτόν μετά τις καταβολές εκ μέρους των εκκαλούντων με FΑΧ, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε και έλαβε αντίγραφα των υπομνημάτων των εκκαλούντων (βλ. από 12.1.2009 υπηρεσιακή βεβαίωση γραμματέα Εφετείου Αθηνών) Τέλος όπως προαναφέρθηκε ο Χ1, ασφαλιστικός και επενδυτικός σύμβουλος, συνεργαζόμενος με διάφορες άλλες εταιρείες, ανήκε στο δίκτυο εκπαιδευμένων συνεργατών της εταιρείας "FG/ΑΕ ΗΕLLAS", είχε μεγάλη εμπειρία σε θέματα παροχής συμβουλών επενδυτικών και ασφαλώς εγνώριζε ότι η ανωτέρω εταιρεία, μολονότι έπρεπε, εστερείτο άδειας για τη λειτουργία της στην Ελλάδα από τις εποπτικές αρχές της κεφαλαιαγοράς και ότι τα κεφάλαια των επενδυτών δεν ήταν εξασφαλισμένα ούτε ασφαλισμένα γιατί διεκόπη η σχετική ασφαλιστική κάλυψη, γεγονός που απέκρυψε από τους εγκαλούντες. Έτσι οι τελευταίοι πείσθηκαν ότι ο κατηγορούμενος Χ2 εκπροσωπούσε φερέγγυες επενδυτικές εταιρείες που λειτουργούσαν νόμιμα και στις οποίες μπορούσαν να επενδύσουν με ασφάλεια αγοράζοντας τίτλους της (μητρικής) γερμανικής ως άνω εταιρείας. Στις ανωτέρω ενέργειες ο ανωτέρω κατηγορούμενος προέβη από κοινού με τον Χ2 προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο τελικά επέτυχαν και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 303.787,82 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (αρθρ. 26§ 1, 27, 45, 98, 3 8 6 § § 1, 3β' ΠΚ). Το εκκαλούμενο βούλευμα που έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την ανωτέρω πράξη σε βάρος των κατηγορουμένων Χ1, έσφαλε, πρέπει να γίνουν δεκτές κατ' ουσία οι κρινόμενες εφέσεις, να μεταρρυθμιστεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (αρθρ. 309§1ε', 313, 1ε, στ, 111 § 1, 122 ΚΠΔ) για να δικαστεί για την πράξη που προαναφέρθηκε".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα αυτού με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προκαταρκτική εξέταση και την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην παραπεμπτική κρίση του για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 45 και 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται λεπτομερώς οι ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος επενδυτικού συμβούλου προς τους τέσσερις πολιτικώς ενάγοντες, ότι συνεπεία αυτών των ψευδών παραστάσεων αυτού και του παραπεμφθέντος με το πρωτόδικο βούλευμα συνεργάτη του Χ2, ως παραγώγου αιτίας, παραπλανήθηκαν οι τελευταίοι και προέβησαν σε επιζήμια γι' αυτούς επένδυση χρημάτων τους για αγορά τίτλων Γερμανικής εταιρείας, ως και η βλάβη που υπέστησαν, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 303.787,82 ευρώ, και αναλυτικά για καθένα πολιτικώς ενάγοντα σε ποσά, α) Ψ4 29.950 ευρώ, β) Ψ2 75.000 ευρώ, γ) Ψ1 183.837,82 ευρώ και δ) Ψ3 15.000 ευρώ και μετά από επαναγορά των ιδίων τίτλων 16.538 ευρώ, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ για τον καθένα τους. Αιτιολογείται επίσης πλήρως η κατά συναυτουργία από τον αναιρεσείοντα μετά του ανωτέρω Χ2, με κοινό δόλο, τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξεως της απάτης, με την παραδοχή ότι "από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και η εταιρεία με την επωνυμία "FG/AE HELLAS" παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους παραπάνω πολιτικώς ενάγοντες τα προαναφερθέντα στο αιτιολογικό ψεύδη, με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων", για δε την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συμμετόχων στο έγκλημα αυτό. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 118/ 4-6-2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως του 289/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβαλλόμενο Βούλευμα - Δέχθηκε ουσία εφέσεις πολιτικώς εναγόντων κατά πρωτοβαθμίου απαλλακτικού του αναιρεσείοντος βουλεύματος Συμβουλίου. Πλημμελειοδικών και παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 207/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Δαμασκόπουλο και Σωτήριο Φέλιο, περί αναιρέσεως της 6291/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται : α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιονυ ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήμ αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει τοατος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται : α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμόδιου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μηνύσεως ή εγκλήσεως ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μηνύσεως ή εγκλήσεώς του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά. τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά ίο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6291/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 11-12-2001 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ... μήνυση, με την οποία κατεμήνυσε τον παθόντα, διατεινόμενος ότι ο τελευταίος, που διετέλεσε πρόεδρος της Κεντρικής Λαχαναγοράς Εμπόρων, ισχυρίσθηκε σε μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΚΛΑ ότι αυτός (κατηγορούμενος) προέβη δήθεν σε απόπειρα κατά της ζωής του στις 27-6-2001, που είχε ως αποτέλεσμα να θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του και ότι λόγω του γεγονότος αυτού στερήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα τη δυνατότητα να εργάζεται και να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων του κλάδου του και ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Με την αναφορά των παραπάνω περιστατικών πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρ. 228 ΠΚ και είναι πλέον θέμα αποδείξεως για το στοιχείο της γνώσεως (αντικειμενικό στοιχείο). Ειδικότερα ο κατηγορούμενος που είχε διαφορές με το μηνυτή, με αφορμή τη συνδικαλιστική τους δράση στο χώρο της Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών, όπου και οι δύο διατηρούν καταστήματα χονδρικής πώλησης οπωροκηπευτικών προϊόντων, στην περιοχή ... στις 27-6-2001 διερχόμενος με το αυτοκίνητό του λίγα μέτρα από την κύρια πύλη εισόδου - εξόδου της ... συνάντησε τον εγκαλούντα ο οποίος ήταν πεζός και συνομιλούσε με τον ευρισκόμενο εντός του οχήματός του συνάδελφό του .... Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημά του και αφού απηύθυνε στο μηνυτή προκλητικές και υβριστικές φράσεις του επιτέθηκε και τον κτύπησε με απότομη κίνηση της κεφαλής στη μετωπιαία χώρα της κεφαλής του, στη βάση της ρινός. Από το κτύπημα αυτό ο μηνυτής έπεσε στο έδαφος ανήμπορος να αντιδράσει, οπότε ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε και στη πλάτη, ενώ προσπαθούσε να ανασηκωθεί από το έδαφος. Από τα κτυπήματα που ο κατηγορούμενος του επέφερε, αυτός υπέστη κάταγμα των ρινικών οστών και υποσκληρίδιο αιμάτωμα, το οποίο εξελίχθηκε σε υποξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα στο δεξιό τμήμα του εγκεφάλου του. Για την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης υποβλήθηκε στις 1-8-2001 σε δύο κρανιοτρήσεις δεξιά και σε αφαίρεση του προαναφερθέντος υποσκληριδίου αιματώματος, οπότε αποφεύχθηκε έτσι η επιδείνωση της υγείας του εγκαλούντος. Δεδομένου ότι ο τραυματισμός του ήταν αρκετά σοβαρός και θα μπορούσε να είχε μοιραίο αποτέλεσμα για τη ζωή του, όπως επανειλημμένα διαγνώστηκε από ιατρικές εξετάσεις, ο εγκαλών εύλογα είχε πειστεί ότι ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε σε αφαίρεση της ζωής του. Εξετέρου ο κατηγορούμενος γνώριζε άμεσα αφενός ότι τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούσαν το περιεχόμενο ψηφίσματος που ο αδελφός του εγκαλούντος ..., διότι ο ίδιος ο εγκαλών τελούσε υπό ανάρρωση, έφερε προς ψηφοφορία στη Γ.Σ. του ... την 9-10-2001, ότι με την αξιόποινη συμπεριφορά του, είχε εδραιώσει την πεποίθηση στον παθόντα πως στόχευε πράγματι να θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του και αφετέρου ότι λόγω του γεγονότος αυτού στερήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα την δυνατότητα να εργάζεται και να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων του κλάδου του, εξαιτίας της σοβαρότητας των πληγμάτων, ο λόγος εξάλλου για τον οποίο κινήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξης για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ενδεχόμενο δόλο, που τελικώς μετετράπη κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό σε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Μ.Ο.Δ. .... Τελικά, με την 14/18-1-2008 απόφαση του ΜΟΔ ... κρίθηκε κατά πλειοψηφία (6-1) ένοχος κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για την πράξη της βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη που έλαβε χώρα στην '... στις 27-6-2001, απόφαση που κατέστη ήδη αμετάκλητη (βλ.... βεβαίωση Πρωτ. Πειραιά). Επομένως, συνάγεται αδιαμφισβήτητα από όλα τα ανωτέρω ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που κατέθεσε τη μήνυση σε βάρος του εγκαλούντος ενεργούσε με ειδικό άμεσο δόλο, αφού γνώριζε καλά ότι τα γεγονότα που ο τελευταίος με τον αδελφό του, είχε ισχυρισθεί ήταν αληθή και παρά ταύτα, άσχετα με τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, επικαλούμενος τ' αντίθετα, ανέφερε ψευδώς με την ως άνω μήνυσή του, ότι αυτός (εγκαλών) τέλεσε την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης, για την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα με την 3987/2008 απόφαση του Μον. Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Δεν ενήργησε από δεδικαιολογημένη αιτία και πιστεύοντας ότι δεν είχε διαπράξει τίποτε το μεμπτό, αλλά υπέβαλε στην έγκληση με προφανή σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος. Περαιτέρω, το περιχόμενο της μήνυσής του ο κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως κατά την υποβολή της, στις 11-12-2001 εξεταζόμενος ως μηνυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αλλά και στις 21-4-2003 ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά στη διάρκεια της προανάκρισης, κατόπιν της ανωτέρω μηνύσεως. Αποδείχθηκαν πλήρως δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδομένων στον κατηγορούμενο αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας κατ' εξακολούθηση, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής : "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι : με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:
Ι) Στην... στις 11/12/2001 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ενώπιον της αρχής ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα με μήνυση που κατάθεσε ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και η οποία πήρε ... καταμήνυσε τον παθόντα Ψ ότι: "ο μηνυόμενος, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Κεντρικής Λαχαναγοράς Εμπόρων ισχυρίστηκε σε μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΚΛΑ.. ότι ενώ προέβην δήθεν σε απόπειρα κατά της ζωής του στις 27/6/2001, η οποία είχε δήθεν ως αποτέλεσμα να θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του, και ότι λόγω αυτού του γεγονότος δήθεν στερήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα τη δυνατότητα να εργάζεται και να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων του κλάδου του...". Τα παραπάνω είναι ψευδή αφού ο κατηγορούμενο προκάλεσε πράγματι επεισόδιο σε βάρος του μηνυτή, και μάλιστα παραπέμφθηκε τελεσίδικα για να δικαστεί για την πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, προέβη δε στην πράξη αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του παθόντος για την πράξη αυτή.
ΙΙ) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα : 1) Στην ... στις 11/12/2001 εξεταζόμενος ενόρκως ως μηνυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών κατά την κατάθεση της μήνυσης σε βάρος του παθόντος, επιβεβαίωσε τη μήνυση, όπως ακριβώς παραπάνω στο στοιχείο Ι και 2) Στον ... στις 21-/4/03 εξεταζόμενος ενόρκως ς μηνυτής ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά κατά την προανάκριση ύστερα από τη μήνυση που είχε υποβάλει, επιβεβαίωσε τη μήνυση όπως ακριβώς στο στοιχείο Ι. Τα παραπάνω είναι ψέματα αυτό δε ο κατηγορούμενος το γνώριζε". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως εφτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η συνδρομή τόσο των αντικειμενικών όσο και των υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, δηλαδή το ψευδές της καταμήνυσης και της μετέπειτα ένορκης βεβαίωσης της εγκλήσεως, τη γνώση του ψευδούς αυτών, του ειδικού άμεσου δόλου του κατηγορουμένου και του σκοπού του να διωχθεί ποινικά ο εγκαλών, πράγμα που επέτυχε και ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για δυσφήμηση του ήδη κατηγορουμένου, για την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα. Ειδικότερα για την ψευδή καταμήνυση αναφέρεται στο σκεπτικό ότι το έγκλημα για το οποίο ψευδώς καταμήνυσε ο κατηγορούμενος τον εγκαλούντα είναι αυτό της δυσφήμησης, αναφέρει δε και τα περιστατικά που το συνιστούν, ενώ στο διατακτικό δεν αναφέρεται μεν ρητώς το έγκλημα της δυσφήμησης, αλλά σαφώς περιγράφεται αυτό από τα εκτιθέμενα στο διατακτικό περιστατικά. Επομένως είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι : α) δεν ερευνήθηκαν τα αντικειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, αλλά μόνο τα υποκειμενικά, β) υπάρχει ασάφεια ως προς το έγκλημα για το οποίο καταμήνυσε αυτός τον εγκαλούντα και γ) δεν προκύπτει με σαφήνεια αν τα περιστατικά τα οποία ανέφερε στην έγκλησή του και συνιστούν την καταμήνυση, είναι αληθή ή ψευδή.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6291/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Ψευδορκία δια-πράττει και ο ψευδομηνυτής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεώς του. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 206/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος - αναιρεσείοντος Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αιτήσεως για επανεξέταση λόγων της 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1772/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών - αναιρεσείων ζητεί την επανεξέταση λόγων αναίρεσης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1089/2009.
Αφού άκουσε Τον αιτούντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 370 και 514 ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση, όπως είναι και αυτή, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως. Όμως, στην περίπτωση κατά την οποία ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, από παραδρομή, να ερευνήσει αναιρετικό λόγο, που προβλήθηκε παραδεκτά, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, που σωρευτικά διατυπώνεται με τους λοιπούς λόγους στο ίδιο δικόγραφο, να επανέλθει και να τον εξετάσει, χωρίς αυτό να έρχεται σε αντίθεση με τις παραπάνω διατάξεις, διότι επί του αναιρετικού λόγου που δεν εξετάστηκε δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει και στην περίπτωση που ο Άρειος Πάγος, εκ παραδρομής, παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως, που, κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, ερευνάται αυτεπαγγέλτως, ο οποίος δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων με υπόμνημά του, που υποβλήθηκε στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επεσήμανε την ύπαρξη τέτοιου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη έρευνά του, καθόσον ο Άρειος Πάγος, μετά την εξέταση όλων των λόγων που παραδεκτά προβλήθηκαν και ελλείψει εκκρεμότητας λόγου που προτάθηκε παραδεκτά, απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει εκ νέου προς εξέταση της υποθέσεως. Η δυνατότητα επανεξετάσεως από τον Άρειο Πάγο αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου, η οποία με προηγούμενη απόφασή του είχε απορριφθεί, σε σχέση με λόγο ή λόγους αναιρέσεως της αιτήσεως, που φέρονται ότι δεν ερευνήθηκαν, ούτε απορρίφθηκαν με την προηγούμενη απόφαση, προϋποθέτει ότι οι λόγοι αυτοί έχουν προταθεί παραδεκτά και είναι αυτοτελείς και διαφορετικοί από άλλους λόγους αναιρέσεως που απορρίφθηκαν και ακόμη ότι δεν αφορούν βελτίωση, διευκρίνιση και συμπλήρωση πλημμελειών που προβλήθηκαν και απορρίφθηκαν. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέτασή τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη της αίτησης για την επανεξέταση λόγων αναιρέσεως κατά της υπ` αριθ. 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας (νόθευσης) με χρήση κατ` εξακολούθηση, ο αιτών άσκησε την υπ` αριθ. 17/16.2.2005 αίτηση αναιρέσεως και το από 5.10.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων, με την οποία ζήτησε την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 1) για υπέρβαση εξουσίας, που συνίστατο στο ότι εσφαλμένα το Πενταμελές Εφετείο προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και απέρριψε τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ότι τα αποδεικτικά επιδόσεως του υπ` αριθ. 26/11.2.2002 κλητηρίου θεσπίσματος και του υπ` αριθ. 1871/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στον ίδιο και τον αντίκλητο δικηγόρο του είναι άκυρα γιατί ελλείπουν τα στοιχεία υπογραφής του επιδόσαντος οργάνου (του οποίου υπάρχει μόνο η μονογραφή) και του παραλαβόντος, 2) για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, λόγω του ότι α) δεν περιγράφει λεπτομερώς την πράξη, η οποία του αποδίδεται, δεν αναφέρει δε τον ακριβή χρόνο (με καθορισμό της ημέρας και της ώρας) τελέσεως της πράξεως, β) τα αναγνωστέα έγγραφα δεν καλύπτονται από την υπογραφή του Εισαγγελέα και γ) κατά τη σύνταξή του λήφθηκε υπόψη το από 2.5.2001 πόρισμα προκαταρκτικής εξέτασης, στο οποίο περιλαμβάνονται μαρτυρικές καταθέσεις του, 3) για απόλυτη ακυρότητα από την απόρριψη της αντιρρήσεως του αναιρεσείοντος στην εξέταση του μη νομίμως γνωστοποιηθέντος μάρτυρα κατηγορίας ..., 4) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε και ως προς την απόρριψη αιτήματος του αναιρεσείοντος γα τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και ως προς τη μη απάντηση σε αίτημά του να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες οι Β1,Β2 και Β3 και να αναγνωσθεί και να συνεκτιμηθεί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία η υπ` αριθ. 9555/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πράγμα που συνιστά και απόλυτη ακυρότητα, όπως, επίσης, και για τη σιωπηρή απόρριψη των υπερασπιστικών του ισχυρισμών περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό, ένεκεν καρδιολογικής παθήσεως, ισχαιμικών κρίσεων και συμπτωμάτων απωλείας συνειδήσεως, και, επικουρικά, περί άρσεως του αδίκου της πράξεως λόγω συγκρούσεως καθηκόντων, γεγονός που συνιστά και σχετική ακυρότητα και 5) γα εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 14, 216, 20 ΠΚ και 469 ΚΠΔ. Επί της αιτήσεως αυτής, όπως διαμορφώθηκε με τους προσθέτους λόγους, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1772/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της, αντιμετωπίστηκαν δε και απορρίφθηκαν, κατ' ουσίαν, όλοι οι ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρόσθετοι, με τη μνεία, μάλιστα, εν τέλει, ότι "δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα". Η απορριπτική κρίση επί της μερικότερης αιτιάσεως ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο γιατί δεν προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο (με καθορισμό της ημέρας και της ώρας) τελέσεως της πράξεως περιέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως ότι "το άνω κλητήριο θέσπισμα περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο αναιρεσείων, και δεν ήταν απαραίτητο να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το δόλο αυτού, δεδομένου ότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως που του αποδίδεται", τοσούτω μάλλον, καθόσον η παράλειψη μνείας του χρόνου τέλεσης της πράξης, αν δεν συνάπτεται με την παραγραφή ή δεν προκαλεί σύγχυση με άλλες κατηγορίες κατά ίδιου προσώπου, δεν δημιουργεί ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος.
Με την κρινόμενη αίτησή του, φερομένη ως "αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως κατά της υπ` αριθμόν 1654/06.10.2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών", ο αναιρεσείων επικαλείται ότι ο Άρειος Πάγος παρέλειψε, με την ανωτέρω υπ` αριθ. 1772/2008 απόφασή του, να κρίνει επί των ειδικότερων ισχυρισμών του, που περιλήφθηκαν στο δικόγραφο της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτού λόγων και αναφέρονται στο ότι 1) δεν ερευνήθηκε ο ισχυρισμός του για την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένη στο ότι δεν περιέχει αυτό λεπτομερή περιγραφή της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός, και δεν καθορίζει ακριβώς την ημέρα και την ώρα της τελέσεως των εξακολουθητικών πράξεων που του αποδίδονται, 2) εσφαλμένως έγινε δεκτό, από την υπ` αριθ. 1772/2008 απόφαση, ότι ορθώς απορρίφθηκε αίτημά του για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ενώ από παραδρομή έγινε δεκτό ότι δεν είχε υποβάλει αίτημα να εξετασθούν ως μάρτυρες οι Β1,Β2 και Β3 και να σταθμισθεί η υπ` αριθ. 9555/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 3) δεν ερευνήθηκε ο ισχυρισμός του περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό και περί άρσεως του αδίκου της πράξεως λόγω συγκρούσεως καθηκόντων, 4) εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 216, 20 ΠΚ και 469 ΚΠΔ και 5) εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι τα αποδεικτικά επιδόσεως του υπ` αριθ. 1871/2002 βουλεύματος και του υπ` αριθ. 26/2002 κλητηρίου θεσπίσματος είναι έγκυρα, αφού αυτά έπρεπε να θεωρηθούν άκυρα γιατί δεν φέρουν την υπογραφή των αρμοδίων οργάνων και, από παραδρομή, παραλείφθηκε να απαντηθεί το ερώτημα για την έννοια της υπογραφής.
Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού ο Άρειος Πάγος, με την εν λόγω απόφασή του, δέχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με αναλυτικές, μάλιστα, σκέψεις, ότι το Πενταμελές Εφετείο, που δίκασε επί της ουσίας την υπόθεση, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από εκείνες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ', Ε' και Η' ΚΠΔ καθόσον 1) ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπήχθησαν στις διατάξεις των άρθρων 1 α, 27, 98 και 216§1 του ΠΚ, 2) η απόφαση, η οποία εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν τη αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση, δεν στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ορθά δε απορρίφθηκε το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, 3) δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα αίτημα να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες οι Β1,Β2 και Β3 και να αναγνωσθεί και να συνεκτιμηθεί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία η υπ` αριθ. 9555/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 4) οι αιτιάσεις ότι απορρίφθηκαν σιωπηρά οι ισχυρισμοί του περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό και περί άρσεως του αδίκου της πράξεως λόγω συγκρούσεως καθηκόντων, ήταν αόριστες, 5) ορθώς κρίθηκαν έγκυρα τα αποδεικτικά επιδόσεως του υπ` αριθ. 1871/2002 βουλεύματος και του υπ` αριθ. 26/2002 κλητηρίου θεσπίσματος και ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προχώρησε στην πρόοδο της δίκης χωρίς να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και 6) ορθώς κρίθηκε ότι το κλητήριο θέσπισμα περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται ο αναιρεσείων, καθώς και τη σφραγίδα και υπογραφή του Εισαγγελέα, ενώ η αξιοποίηση του πορίσματος της προκαταρκτικής εξετάσεως δεν συνεπάγεται καμιά ακυρότητα.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση για την επανεξέταση λόγων αναιρέσεως, που προβλήθηκαν παραδεκτά με την παραπάνω αίτηση και τους προσθέτους αυτής λόγους, η οποία αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 1772/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ για επανεξέταση λόγων αναιρέσεως, που περιέχονται στην υπ` αριθ. 17/16.2.2005 αίτηση αναιρέσεως και το από 5.10.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αυτής κατά της υπ` αριθ. 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1772/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εάν ο Άρειος Πάγος παρέλειψε από παραδρομή να ερευνήσει προταθέντα παραδεκτώς αναιρετικό λόγο, μπορεί, ενόψει της αυτοτέλειας κάθε λόγου αναιρέσεως, να επανέλθει και να τον εξετάσει, διότι επί μη εξετασθέντος αναιρετικού λόγου δεν υπάρχει απόφαση. Το ίδιο όμως δεν ισχύει εάν ο Άρειος Πάγος εκ παραδρομής παρέλειψε να εξετάσει λόγο αναιρέσεως αυτεπαγγέλτως ερευνόμενο κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, ο οποίος, όμως, δεν προτάθηκε, ανεξαρτήτως του αν ο αναιρεσείων με υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επεσήμανε την ύπαρξη τοιούτου λόγου και ζήτησε την αυτεπάγγελτη ερευνά του. Η απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, που αποκλείει την επανεξέταση τους, δεν είναι απαραίτητο να προκύπτει με ρητή για καθένα από αυτούς απορριπτική σκέψη της αποφάσεως, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο σκεπτικό της, είναι δε αδιάφορη για την κρίση της απορρίψεως η πληρότητα ή μη της αιτιολογίας. Απόρριψη αιτήσεως επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως, γιατί ο Άρειος Πάγος είχε κρίνει επί όλων των λόγων που είχαν προταθεί και είχε απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, όπως είχε αυτή διαμορφωθεί με δικόγραφο προσθέτων λόγων, στο σύνολό της.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 205/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ, κατοίκου Αλίμου Αττικής και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Τριπόλεως, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 577, 647, 648/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Γκούσκο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 790/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1419/1984, όποιος με σωματική βία ή με απειλή αμέσου και σπουδαίου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του βιασμού, απαιτείται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία πάνω στο ίδιο το θύμα, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς την θέλησή του, συνουσία ή να επιχειρήσει ή να υποστεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός, επομένως, του παθόντος μπορεί να γίνει με δύο τρόπους, η δε απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου πρέπει να στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος του θύματος. Για την στοιχειοθέτηση, πάντως, του συγκεκριμένου εγκλήματος, που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αρκεί και ο ένας τρόπος, χωρίς, όμως, να αποκλείεται η συνύπαρξη και των δύο τρόπων εξαναγκασμού. Για την κατάφαση δε του εξαναγκασμού δεν απαιτείται κατ' ανάγκην το θύμα να αντιστάθηκε ενεργά, αλλά αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούλησή του, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, και ότι αυτός ασκεί σωματική βία που εξουδετέρωσε τη βούληση του θύματος να αντισταθεί. Έτσι, υπάρχει βιασμός και όταν το θύμα, λόγω του αιφνιδιασμού ή του φόβου των συνεπειών προβολής αντίστασης ή των ασθενών σωματικών του δυνάμεων ή άλλων περιστάσεων, θεώρησε εύλογα ανέφικτη ή μάταιη την αντίσταση και δεν αντιστάθηκε καθόλου στη σωματική βία του δράστη. Κατά μείζονα λόγο δεν απαιτείται η σωματική βία και αντίστοιχα η αντίσταση σ' αυτήν να είναι διαρκής, δηλαδή μέχρι την αποπεράτωση της πράξης. Το έγκλημα του βιασμού διαπράττεται πάντοτε από δόλο, ο οποίος συνίσταται στην βούληση του δράστη να εξαναγκάσει άλλο στις παραπάνω πράξεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο οποίος (δόλος) περιλαμβάνει, ακόμη, την γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στην τέλεση αυτών. Μετά την νομοθετική αναθεώρηση του 1984 των διατάξεων για τα εγκλήματα που αναφέρονται στην γενετήσια ζωή, η έννοια της ασέλγειας επικεντρώθηκε σε εκείνο ακριβώς το στοιχείο που της προσδίδει τον βαρύτατο αντικοινωνικό χαρακτήρα της. Έτσι, οι σοβαρές περιπτώσεις προσβολής της γενετήσιας ελευθερίας εξακολουθούν να εντάσσονται στις διατάξεις των άρθρων 336 και 339 ΠΚ, όπως είναι η συνουσία και οι ανάλογες με αυτήν πράξεις ή απομιμήσεις της. Επομένως, στην έννοια των διατάξεων αυτών εμπίπτουν η χρησιμοποίηση με οποιοδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων με σκοπό ηδονιστικό, η παρά φύση ασέλγεια, η πεολειχία, η εκσπερμάτωση εντός του στόματος του δράστη ή του παθόντος ή του πρωκτού, εφόσον γίνονται με εξαναγκασμό, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 577, 647, 648/2008 απόφασή του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα βιασμού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως έντεκα (11) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχτηκαν (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις σε βάρος του παθόντος Ψ2) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος χ, ιερέας και Κύπριος υπήκοος, ήλθε το έτος 1975 στην Ελλάδα με την οικογένειά του και διορίστηκε εφημέριος στον Ιερό Ναό της ..., στο ... Στο ναό αυτό εκκλησιάζονταν από την ηλικία των 8 και 7 ετών αντίστοιχα και συμμετείχαν στη θεία λειτουργία ως "παπαδάκια" οι εγκαλούντες αδελφοί Ψ2 και Ψ1, Έλληνες υπήκοοι, οι οποίοι είχαν γεννηθεί κατά τα έτη 1980 και 1981 αντίστοιχα. Από την αρχή της γνωριμίας των ανηλίκων τότε εγκαλούντων με τον κατηγορούμενο, αυτός, με διάφορες προφάσεις, άρχισε να ενεργεί σε βάρος τους υβριστικά ανάρμοστες πράξεις, άλλες από τις οποίες λάμβαναν χώρα στον πιο πάνω Ιερό Ναό (και συγκεκριμένα στο Ιερό κατά τη διάρκεια του Όρθρου ή της Θείας Λειτουργίας) και άλλες στο νεανικό κέντρο "..." που βρισκόταν κοντά στο Ναό. Ειδικότερα αρχικά τους ασπαζόταν και τους θώπευε και τους απηύθυνε διάφορα σεξουαλικά υπονοούμενα, όπως για παράδειγμα τους ρωτούσε "τι κάνει ο αξιωματικός σου;", υπονοώντας το πέος τους. Με την πάροδο των ετών οι ασπασμοί του άρχισαν να αποκτούν ερωτικό χαρακτήρα και οι θωπείες του να επεκτείνονται στην περιοχή των γεννητικών τους οργάνων, αρχικά πάνω από τα ενδύματά τους και στη συνέχεια μέσα από τα εσώρουχά τους. Περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 1995 η Ιερά Μητρόπολη ... είχε διοργανώσει ένα ταξίδι στους ..., στο οποίο συμμετείχαν οι ανωτέρω ανήλικοι (οι οποίοι ήταν τότε ηλικίας 15 ετών ο Ψ2 και 14 ο Ψ1) και ο κατηγορούμενος. Κατά τις απογευματινές ώρες μιας ημέρας που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί επακριβώς αλλά βρισκόταν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος και ενώ οι εκδρομείς είχαν καταλύσει σε ξενοδοχείο στα ... του ..., ένα από τα παιδιά που συμμετείχαν στην εκδρομή, ζήτησε από τον Ψ1 να παραδώσει στον κατηγορούμενο μία τσάντα. Ο Ψ1 πήγε στο δωμάτιο του κατηγορουμένου, ο οποίος σημειωτέον έμενε σε χωριστό δωμάτιο από τη σύζυγό του, και τον βρήκε να κάνει μπάνιο. Ο κατηγορούμενος είπε στον ανήλικο να περιμένει και σε λίγο βγήκε από το χώρο του λουτρού ημίγυμνος, με μία πετσέτα γύρω από τη μέση του. Στη συνέχεια, λέγοντας στον ανήλικο: "τώρα θα κάνουμε την άσκηση", άρχισε να τον θωπεύει και του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Ο ανήλικος τρόμαξε και του είπε ότι ήθελε να φύγει αλλά αυτός δεν του το επέτρεψε και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, τον έριξε στο κρεβάτι, όπου συνέχισε να τον θωπεύει. Κατόπιν, αφού του είπε: "τώρα κλείσε τα μάτια και σκέψου κάτι ανήθικο", έβαλε το γεννητικό όργανο του ανηλίκου μέσα στο στόμα του, εξαναγκάζοντάς τον με τον παραπάνω πάντοτε τρόπο να ανεχθεί παρά τη θέλησή του πεοθηλασμό, μέχρις ότου ο ανήλικος εκσπερμάτωσε μέσα στο στόμα του. Επίσης κατά τις απογευματινές ώρες και πριν από το δείπνο μιας άλλης ημέρας που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθεί επακριβώς αλλά βρισκόταν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος και ενώ οι εκδρομείς βρίσκονταν στο ξενοδοχείο στα ..., ο κατηγορούμενος κάλεσε στο δωμάτιό του το Ψ2. Όταν αυτός πήγε, ο κατηγορούμενος, παρά τη θέληση του ανηλίκου, τον έριξε αμέσως στο κρεβάτι και του είπε: "σήμερα θέλω να στο κάνω". Στη συνέχεια, παρά τις αντιρρήσεις και την άρνηση του παραπάνω ανηλίκου, του έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο. Αφού δε τον ακινητοποίησε χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, πιέζοντάς τον με το ένα του χέρι στην κοιλιά και κρατώντας του με το άλλο του χέρι τα πόδια, έβαλε το γεννητικό όργανο του ανηλίκου μέσα στο στόμα του και τον υποχρέωσε να ανεχθεί πεοθηλασμό, μέχρι που ο Ψ εκσπερμάτωσε στο στόμα του. Όλη την ώρα που ο κατηγορούμενος υποχρέωνε τον ανήλικο να ανεχθεί την πιο πάνω ασελγή πράξη, εκείνος έκλαιγε. Ο κατηγορούμενος στο τέλος προσπάθησε να τον καθησυχάσει και τον οδήγησε στο λουτρό, όπου έπλυνε το πρόσωπό του από τα δάκρυα, για να μην καταλάβουν οι άλλοι εκδρομείς τι είχε συμβεί. Επίσης κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί αλλά βρισκόταν μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα και ενώ οι εκδρομείς βρίσκονταν στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν στο ..., ο κατηγορούμενος, μετά το πρόγευμα, κάλεσε τον ανήλικο Ψ1, παρουσία τρίτων ώστε να μη μπορέσει να αρνηθεί, να τον βοηθήσει να μεταφέρει κάποιες τσάντες στο δωμάτιό του. Ο ανήλικος δέχθηκε και όταν βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο, ο κατηγορούμενος άρχισε να τον θωπεύει σεξουαλικά. Ο ανήλικος τότε του είπε "πάτερ δεν θέλω" και ο κατηγορούμενος έδειξε ότι υποχώρησε, ζητώντας του μόνο να τον φωτογραφήσει, όπως και έγινε. Στη συνέχεια όμως, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ακινητοποίησε τον ανήλικο και τον εξανάγκασε να ανεχθεί πεοθηλασμό, μέχρις ότου ο τελευταίος εκσπερμάτωσε. Ομοίως κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθεί αλλά βρισκόταν μέσα στο ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα και ενώ οι εκδρομείς βρίσκονταν στο ξενοδοχείο στο ..., ένα πρωί ο κατηγορούμενος πήγε στο δωμάτιο των ανηλίκων αδελφών Ψ1-Ψ2 και ζήτησε από τον Ψ1 να βγει διότι ήθελε να μιλήσει στο Ψ2. Πράγματι ο Ψ1 βγήκε και τότε ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, ακινητοποίησε το Ψ2 και τον εξανάγκασε να ανεχθεί την ίδια πιο πάνω ασελγή πράξη (πεοθηλασμό). Την ίδια δε πράξη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο επανέλαβε άλλη μία φορά σε βάρος του Ψ2 κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο ..., σε άλλο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Όλες οι πιο πάνω πράξεις του κατηγορουμένου, Κυπρίου υπηκόου, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το ελληνικό δίκαιο ως κακουργήματα (βιασμός κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση), τελέσθηκαν σε βάρος Ελλήνων υπηκόων, είναι δε αξιόποινες και κατά το δίκαιο των χωρών στις οποίες τελέσθηκαν, δηλαδή του ... και της ... (βλ. τα αναγνωσθέντα δύο έγγραφα του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου με αριθμούς πρωτοκόλλου .../10-6-2002 και .../26-6-2002). Τέλος τον Ιούλιο του έτους 1997, σε ημερομηνία που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς, ο κατηγορούμενος βρέθηκε μόνος με το Ψ2, ο οποίος τότε ήταν 17 ετών, στο νεανικό κέντρο "...", στο ... Εκεί ζήτησε πιεστικά από τον ανήλικο "να τον πάρει από πίσω", δηλαδή να έλθουν σε παρά φύση σεξουαλική επαφή (με παθητικό τον κατηγορούμενο και ενεργητικό τον ανήλικο). Ο τελευταίος αρνήθηκε και τότε ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, τον ακινητοποίησε και αφού τον διήγειρε ενεργώντας του πεοθηλασμό, τον εξανάγκασε να ενεργήσει παρά φύση ασέλγεια, κατευθύνοντας μόνος του (ο κατηγορούμενος) το πέος του Ψ2 μέσα στον πρωκτό του, μέχρις ότου ο ανήλικος εκσπερμάτωσε. Τις πιο πάνω πράξεις σε βάρος τους απέκρυψαν αρχικά οι παθόντες, λόγω της ανηλικότητας και της συνεπεία αυτής απειρίας τους, του φόβου ότι δεν θα γίνουν πιστευτοί αλλά και του κινδύνου του δικού τους στιγματισμού. Όμως τον Αύγουστο του έτους 1998, κατά τη διάρκεια επισκέψεως στην Ιερά Μονή ..., στο ..., ο Ψ2 εκμυστηρεύθηκε αυτές στον μοναχό που τον εξομολόγησε (πατέρα ...), ο οποίος τον προέτρεψε να το πει στον πατέρα του και να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο και τον Ιερό Ναό στον οποίο αυτός ιερουργούσε. Μετά το γεγονός αυτό, ο πατέρας των παθόντων αα, ο οποίος αντελήφθη την ταραχή του Ψ2 μετά την εξομολόγησή του, τον ρώτησε επίμονα τι είχε συμβεί και εκείνος άρχισε σταδιακά να του αποκαλύπτει τις αξιόποινες πράξεις του κατηγορουμένου σε βάρος του, το ίδιο δε έπραξε αργότερα και ο Ψ1. Για όλα τα πιο πάνω σαφείς, κατηγορηματικές και απολύτως πειστικές είναι οι καταθέσεις των ανωτέρω δύο (ήδη ενηλίκων) παθόντων, οι οποίες δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι οι λοιποί μάρτυρες δεν έχουν, ούτε άλλωστε μπορούσαν να έχουν, ιδία αντίληψη των ανωτέρω πράξεων, οι οποίες τελούνταν κατ' ιδίαν. Αντίθετα ενισχύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΒΒ, πρωτεξαδέλφου των παθόντων, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, από τους οποίους ο πρώτος λάμβανε μέρος στη θεία λειτουργία στον Ιερό Ναό της ... ως "παπαδάκι" και οι λοιποί συμμετείχαν στην ομάδα μπάσκετ του νεανικού κέντρου "...". Όλοι οι ανωτέρω μάρτυρες με σαφήνεια, πειστικότητα και κατηγορηματικότητα καταθέτουν ότι όταν ήταν ακόμα ανήλικοι (ο πρώτος παιδί και οι λοιποί έφηβοι) υπέστησαν εκ μέρους του κατηγορουμένου όμοιες με τους παθόντες λεκτικές και σωματικές επιθέσεις (εκτός εκείνων για τις οποίες το αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με τον αριθμό 3144/2000 αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου), μάλιστα δε ο εξ αυτών ΓΓ καταθέτει ότι υπήρξε θύμα απόπειρας βιασμού εκ μέρους του κατηγορουμένου μέσα στο νεανικό κέντρο "...", τον οποίο (βιασμό) απέφυγε διότι, παρά τον πανικό του, κατόρθωσε να ανοίξει το σύρτη με τον οποίο είχε κλείσει την πόρτα ο κατηγορούμενος, καθώς και ότι την πράξη αυτή δεν κατήγγειλε για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως για τους εδώ παθόντες. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως του βιασμού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό ...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 98 και 336 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει, έτσι, την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι παθόντες εξαναγκάσθηκαν να επιχειρήσουν και να ανεχθούν τις ως άνω ασελγείς πράξεις από τον κατηγορούμενο (να ανεχθούν πεοθηλασμούς, ο δε Ψ2 να ενεργήσει, ως ενεργητικός, παρά φύση συνουσία με τον κατηγορούμενο) και ότι ο εξαναγκασμός των παθόντων έγινε με σωματική βία, η οποία συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος, για να εξαναγκάσει τους παθόντες να ανεχθούν ή να επιχειρήσουν, παρά τις αντιρρήσεις τους, τις ασελγείς πράξεις, χρησιμοποίησε τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, χωρίς να ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται ρητά ότι οι δυνάμεις του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος αποτέλεσαν φυσική δύναμη που δεν μπορούσε να απωθηθεί από τους παθόντες ούτε ότι οι τελευταίοι αντιστάθηκαν ενεργά, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αρκεί ότι η ασελγής πράξη τελείται παρά την αντίθετη βούληση του παθόντος, που εξωτερικεύθηκε και έγινε εμφανής στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, στην παρούσα περίπτωση, με την άρνηση και τα δάκρυα των παθόντων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 336 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά. Το γεγονός δε ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα και δη οι καταθέσεις των παθόντων και των μαρτύρων ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα (λοιποί μάρτυρες, έγγραφα), ούτε ανέκυπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ενόψει, μάλιστα, του ότι στην απόφαση αναγράφεται ρητά ότι οι καταθέσεις των παθόντων "δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι οι λοιποί μάρτυρες δεν έχουν, ούτε άλλωστε μπορούσαν να έχουν, ιδία αντίληψη των ανωτέρω πράξεων, οι οποίες τελούνταν κατ' ιδίαν". Επομένως, η μερικότερη αιτίαση ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας, γιατί δεν προκύπτει ότι το ΜΟΕ έλαβε υπόψη, για την έκδοση της καταδικαστικής του αποφάσεως, και τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ... και ..., ..., ..., Δημ. Μαυραγάνη, ..., ..., καθώς και τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα, ήτοι α) το από 12-10-2005 Διορθικό Υπερηχογράφημα Ορθού του Χ από το Β Εργαστήριο Ακτινολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", β) την από 26-10-2005 έκθεση εξέτασης του Χ από τον ειδικευμένο ιατροδικαστή ..., γ)την από 23-05-1999 επιστολή των ..., ... και ... προς τον Μητροπολίτη Ν. Σμύρνης κ. Αγαθάγγελο, δ) την από 10-06-1999 επιστολή των ... και ... προς τον Μητροπολίτη Ν. Σμύρνης κ. Αγαθάγγελο, ε) την από 07-06-1999 επιστολή του προσωπικού του ναού (εφημέριων, εκκλησιαστικών συμβούλων, ιεροψαλτών, νεωκόρων) του Ιερού Ναού ... προς τον Μητροπολίτη Νέας Σμύρνης κ, Αγαθάγγελο, στ) δισέλιδη επιστολή χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ενοριτών του Ιερού Ναού ..., μαζί με τις συνημμένες καταστάσεις με τις υπογραφές τους, ζ) την από 28-09-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών, η) την από 23-09-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών, θ) την από 28-9-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών και ι) την από 24-9-1999 ένορκη εξέταση του μάρτυρα ... στον Πταισματοδίκη Αθηνών, είναι αβάσιμη.
Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την παραπάνω απαγόρευση, ασκηθεί ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς καταδικάζεται για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Το ίδιο δεδικασμένο παράγεται αν επί της κατηγορίας έχει εκδοθεί βούλευμα, το οποίο έχει αποφανθεί γι' αυτήν αμετάκλητα. Εξάλλου, αν υπάρχει κατ' ιδέαν συρροή, κατά την οποία με την ιδίαν πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του δράστη, τελούνται περισσότερα εγκλήματα (άρθρ. 94 παρ. 2 του ΠΚ), όπως συμβαίνει όταν με την ίδια αξιόποινη πράξη προσβάλλονται τα ίδια (ομοειδής κατ' ιδέαν συρροή) ή διαφορετικά (ετεροειδής κατ' ιδέαν συρροή) έννομα αγαθά περισσοτέρων προσώπων (πλείονες παθόντες), το δεδικασμένο εξαντλείται σε κάθε συρρέουσα πράξη χωριστά και δεν καταλαμβάνει όλες τις συρρέουσες πράξεις για τις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, έστω και αν ένα ή περισσότερα στοιχεία της μιας πράξεως αποτελούν και στοιχεία της άλλης που κρίθηκε (Ολ. ΑΠ 1110/1982). Στην περίπτωση της φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής, η ποινική αξίωση της Πολιτείας ικανοποιείται με την εφαρμογή της μιας μόνον από τις περισσότερες ποινικές διατάξεις, στις οποίες εκ πρώτης όψεως υπόκειται η αυτή πράξη του ίδιου δράστη. Το δε δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται και δεν εξετάζει κατ' ουσίαν την πράξη που συρρέει φαινομενικώς και δεν μπορεί να εκδώσει γι' αυτήν απαλλακτικό βούλευμα ή αθωωτική απόφαση. Εξάλλου, το δεδικασμένο εξαντλείται στην πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και η οποία εξετάσθηκε και κρίθηκε κατ' ουσίαν από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο. Επομένως, αν το συμβούλιο παραπέμψει τον κατηγορούμενο για την απορροφώσα πράξη, ενώ για την απορροφημένη αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, λόγω της απορροφήσεώς της, ακολούθως δε το δικαστήριο διαπιστώσει έλλειψη των στοιχείων της απορροφώσης και κηρύξει γι' αυτήν αθώο τον κατηγορούμενο, δεν κωλύεται, στη συνέχεια, να εξετάσει και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο για την απορροφηθείσα πράξη, αφού η τελευταία δεν είχε ερευνηθεί και κριθεί κατ' ουσίαν. Ακόμη, στην περίπτωση αυτή της φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής, αν το δικαστικό συμβούλιο έκρινε για την απορροφημένη πράξη και κατέληξε σε απαλλακτικό αμετάκλητο βούλευμα, χωρίς, όμως, να ερευνήσει αν συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία της απορροφώσας πράξεως, όταν μάλιστα απειλείται αυτή με βαρύτερη ποινική κύρωση, δεν κωλύεται, στη συνέχεια, λόγω δεδικασμένου να ερευνήσει αυτή την πράξη, στην οποία η πρώτη θα αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτής, αφού, στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία του εγκλήματος που έκρινε το αμετάκλητο βούλευμα δεν θα συμπίπτουν με αυτά του εγκλήματος που περιέχει η κατηγορία ή το παραπεμπτικό βούλευμα για την απορροφώσα πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. 3144/2000 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, βλασφημία κατ' εξακολούθηση και ασέλγεια παρά φύση κατ' εξακολούθηση, που φέρονταν ότι τελέσθηκαν από αυτόν στην Αττική, το ... και την ..., κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1995 μέχρι και την 8ην Αυγούστου 1998, σε βάρος των Ψ1, ΓΓ, ΕΕ, ΔΔ, ΣΤ και Ψ2. Στην κατηγορία δε της παρά φύση ασελγείας υπήγαγε το Συμβούλιο, όπως προκύπτει από το βούλευμα, δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού, που φέρεται ότι ενήργησε ο κατηγορούμενος από μία φορά στους Ψ2 και Ψ1 στο ... και την ... κατά τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, καθώς και άλλες περιπτώσεις πεοθηλασμού που ενήργησε επ' αυτών στο ... εντός του χρονικού διαστήματος από τον Αύγουστο 1995 μέχρι τον Αύγουστο 1998. Ομοίως, στην κατηγορία αυτή υπήγαγε και παρά φύση ασέλγεια που διενήργησε ο Ψ2 με την εισαγωγή του πέους του στον πρωκτό του κατηγορουμένου, κατόπιν επιλογής του τελευταίου, κατά τον Ιούλιο 1997. Με το βούλευμα αυτό δεν ερευνήθηκε αν οι ανωτέρω πράξεις έγιναν με εξαναγκασμό επί των ανηλίκων εκ μέρους του κατηγορουμένου. Στην συνέχεια, όταν ασκήθηκε εκ νέου ποινική δίωξη, εκτός των άλλων, και για μέρος από τις πράξεις αυτές, το πρωτόδικο υπ' αριθ. 75/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθ. 1192/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παρά φύση ασέλγεια και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Από την συγκριτική επισκόπηση των δύο παραπάνω βουλευμάτων (3144/2000 και 75/2003 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) προκύπτει ότι: 1) Ενώ ο αναιρεσείων έχει απαλλαγεί με το πρώτο βούλευμα για δύο περιπτώσεις πεοθηλασμού που έλαβαν χώρα κατά τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου 1995 στο ... και ... (από μία φορά) σε βάρος του Ψ1 και Ψ2, με το δεύτερο βούλευμα, με το οποίο τώρα διώκεται, παραπέμφθηκε για τρεις περιπτώσεις βιασμού σε βάρος του Ψ2 και δύο σε βάρος του Ψ1, που τελέσθηκαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και στους ίδιους τόπους και 2) λόγω του ότι και στα δύο βουλεύματα δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος, αλλά απλώς αναφέρεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έλαβαν χώρα οι παραπάνω πράξεις, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ταυτότητα χρόνου μεταξύ των πράξεων αυτών. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση βιασμού σε βάρος του Ψ2 στο ... τον Ιούλιο του έτους 1997. Πέραν, όμως, από τις παραπάνω διαφορές στα ανωτέρω βουλεύματα, με βάση τις οποίες δεν προκύπτει δεδικασμένο στην προκειμένη περίπτωση, σχετικά με την απαλλαγή του αναιρεσείοντος για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, η πράξη αυτή συρρέει αληθινά κατ' ιδέαν με εκείνη του βιασμού και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παράγεται σε κάθε περίπτωση από την απαλλαγή αυτή δεδικασμένο για τους βιασμούς στην υπό κρίση περίπτωση. Εξάλλου, μεταξύ της παρά φύση ασελγείας και του βιασμού υφίσταται φαινόμενη κατ' ιδέαν συρροή, γιατί η πρώτη πράξη αποτελεί συστατικό στοιχείο της δεύτερης, όταν βέβαια γίνεται με εξαναγκασμό, όπως απαιτείται για την θεμελίωση του βιασμού, και, επομένως, η συμπεριφορά αυτή (της παρά φύση ασέλγειας) απορροφάται από το βιασμό. Η αξιόποινη, όμως, πράξη του βιασμού, η οποία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος και αποδίδεται τώρα στον αναιρεσείοντα, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει ερευνηθεί και κριθεί κατ' ουσίαν με το παραπάνω αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (3144/2000) και, επομένως, τα στοιχεία του δευτέρου δεν συμπίπτουν με εκείνα του πρώτου και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει παραβίαση δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπειαν, ορθά το ΜΟΕ έκρινε ομοίως και απέρριψε, με την ως άνω αιτιολογία, τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και ο τρίτος, από το άρθρο 510§1 περ. ΣΤ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου, που απορρέει από το υπ' αριθ. 3144/2000 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητο, το οποίο αφορά, μεταξύ άλλων, την πράξη της ασέλγειας παρά φύση κατ' εξακολούθηση σε βάρος των ίδιων προσώπων που φέρονται ότι τελέστηκαν από αυτόν στην ..., το ...και την ... κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος Αυγούστου 1995 μέχρι τις 8 Αυγούστου 1998, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της αποφάσεως επί της ενοχής, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος προέβαλαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του εντολέα τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 εδ. α και ε ΠΚ, τους ισχυρισμούς δε αυτούς, αφού ανέπτυξαν προφορικά, κατέθεσαν και εγγράφως για καταχώρηση στα πρακτικά. Το ΜΟΕ απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ανωμοτί και ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης που αναγνώσθηκαν, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, δεν αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο τελέσεως των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α Π.Κ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Το γεγονός ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο δεν συνεπάγεται, χωρίς άλλο, ότι έζησε έντιμη ζωή, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το ότι προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε μόνο ποινικό μητρώο του που έχει εκδοθεί από τις ελληνικές αρχές. όχι δε και από τις κυπριακές, ενώ είναι Κύπριος υπήκοος και έζησε στην Κύπρο μέχρι την ηλικία των 32 ετών. Εξάλλου τα λοιπά περιστατικά τα οποία επικαλείται για τη θεμελίωση του αιτήματός του αυτού (ήτοι ότι υπήρξε ιερέας στην Κύπρο και την Ελλάδα, έγγαμος, πατέρας τεσσάρων παιδιών, τα οποία με δαπάνες του σπούδασαν και έγιναν επιστήμονες, ότι επί 25 έτη ιερουργούσε στον ιερό ναό ..., ότι έχει σημαντική προσφορά στην ενορία του, ότι είναι αγαπητός σε πλήθος ενοριτών, ότι έχει συγγράψει 28 βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου, ότι ίδρυσε το νεανικό κέντρο "..." και ότι ίδρυσε αθλητικές ομάδες για τα παιδιά της ενορίας) δεν είναι επαρκή για την αναγνώριση σ' αυτόν του ανωτέρω ελαφρυντικού, ενόψει του ότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, πριν από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις των οποίων κηρύχθηκε ένοχος (βιασμούς σε βάρος των παθόντων κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Αυγούστου 1995 μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 1997) και συγκεκριμένα από τότε που γνώρισε τους παθόντες Ψ2 και Ψ1, ήτοι από το έτος 1988 περίπου, οπότε οι τελευταίοι είχαν ηλικία 8 και 7 ετών αντίστοιχα, προέβαινε σε ανοίκειες πράξεις σε βάρος τους (σεξουαλικά υπονοούμενα, ερωτικούς ασπασμούς και θωπείες των γεννητικών οργάνων), παράλληλα με την επικαλούμενη, εξωτερικά αγαθοεργό, δραστηριότητά του...Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πιο πάνω πράξεις του και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε' Π.Κ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι και μετά τον Ιούλιο του έτους 1997, οπότε τελέσθηκε η τελευταία από τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις των οποίων κηρύχθηκε ένοχος, και συγκεκριμένα από το Δεκέμβριο του έτους 1997 μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 1998, οπότε αποκαλύφθηκαν αυτές, συνέχισε να ενεργεί εντός του προαναφερθέντος Ιερού Ναού υβριστικά ανάρμοστες πράξεις (θωπείες των γεννητικών οργάνων) σε βάρος των ΒΒ, πρωτεξαδέλφου των παθόντων, ηλικίας τότε 13 ετών (βλ. την κατάθεση αυτού, εξετασθέντος ως μάρτυρα κατηγορίας) και ΖΖ, αδελφού των παθόντων, ηλικίας τότε 8 ετών (βλ. την κατάθεση του Ψ2), αξιόποινες πράξεις για τις οποίες, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα τους, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτού λόγω παραγραφής με το βούλευμα του Αρείου Πάγου με τον αριθμό 2056/2004. Επί πλέον, ενώ αρχικά παραδέχθηκε τις αξιόποινες πράξεις του σε βάρος των παθόντων και δήλωσε στους γονείς τους ότι προτίθεται να ζητήσει συγνώμη από αυτούς (βλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΑΑ, πατέρα των παθόντων και ΗΗ, μάμμης αυτών), στη συνέχεια υπαναχώρησε και άρχισε να επιδεικνύει αδιάλλακτη και υπερφίαλη συμπεριφορά έναντι αυτών και των οικείων τους (βλ. την κατάθεση της ανωτέρω μάμμης των παθόντων, που καταθέτει ότι σε συνάντησή τους της απηύθυνε τη λέξη "κατάρα"). Αλλά και στο παρόν δικαστήριο ο κατηγορούμενος απέφυγε να εμφανισθεί αυτοπροσώπως, εισήχθη δε στην ιδιωτική κλινική "Ιασώ" την πρώτη ημέρα συνεδριάσεώς του επικαλούμενος, εκτός άλλων χρόνιων προβλημάτων, "οξύ προκάρδιο άλγος". Παρά δε το γεγονός ότι εξήλθε αυθημερόν (βλ. το αναγνωσθέν από 7-11-2008 εξιτήριο της πιο πάνω κλινικής) δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως και κατά τις επόμενες συνεδριάσεις αλλά μόνο προκειμένου να απολογηθεί και αποχώρησε και πάλι, επιδεικνύοντας έλλειψη σεβασμού προς το δικαστήριο και προσπάθεια αποφυγής των συνεπειών των πράξεών του. Τέλος με την απολογία του επέδειξε ανεπίτρεπτη συμπεριφορά έναντι των θυμάτων του, αφού δεν δίστασε να αποδώσει "σεξουαλική απόκλιση" στο Ψ2, για την οποία, και αν ήταν αληθής, δεν θα ήταν άμοιρος ευθυνών ο ίδιος, ο οποίος από την παιδική ηλικία επιδίωξε να τον μυήσει στην ομοφυλοφιλία".
Με τις παραδοχές αυτές, το ΜΟΕ διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ, ότι αυτός, δηλαδή, μέχρι την τέλεση των πράξεών του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των ως άνω πράξεων, αφού εκθέτει ότι 1. αυτός ενεργούσε σε βάρος των παθόντων ανοίκειες πράξεις και πριν από τους χρόνους τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεδομένου ότι το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο για να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός περί της συνδρομής του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αν από το σύνολο των στοιχείων που αφορούν την προσωπική ζωή του δράστη προκύπτει ότι αυτός είχε δημιουργήσει επεισόδια είτε με τους παθόντες είτε με άλλους ανθρώπους και 2. η συμπεριφορά του, και μετά τις πράξεις του, δεν ήταν η προσήκουσα ούτε έναντι των παθόντων και των γονέων τους ούτε έναντι άλλων προσώπων (των ΒΒ και ΖΖ), στους οποίους συνέχισε να ενεργεί υβριστικά ανάρμοστες πράξεις, ανεξαρτήτως του ότι γι' αυτές, που ήταν πλημμεληματικού χαρακτήρα, δεν έχει καταδικασθεί λόγω παραγραφής τους. Επομένως, ο τέταρτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι μερικότερες αιτιάσεις ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος με το να δεχθεί ότι αυτός έχει τελέσει αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είτε δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη (ανοίκειες πράξεις σε βάρος των παθόντων) είτε έχει παύσει οριστικά αμετακλήτως η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (πράξεις σε βάρος των ΒΒ και ΖΖ), είναι αβάσιμες, γιατί το ΜΟΕ δέχθηκε μόνο πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και δη από μαρτυρικές καταθέσεις, χωρίς να ασκεί επιρροή αν γι' αυτά, τα οποία συνιστούν αξιόποινες πράξεις, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ή αν έχουν παραγραφεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4071/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 577, 647, 648/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για βιασμό κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 336 ΠΚ. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε μνεία του τι προέκυπτε από το καθένα χωριστά. Το ότι εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανέκοπτε ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Έννοια δεδικασμένου. Δεδικασμένο στην περίπτωση φαινόμενης κατ' ιδέαν συρροής. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για παραβίαση δεδικασμένου από αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, το οποίο έκρινε για ασέλγεια παρά φύση κατ' εξακολούθηση σε βάρος των αυτών παθόντων, όχι, όμως, για την φαινομενικώς κατ' ιδέαν συρρέουσα με αυτήν πράξη του βιασμού. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 § 2 περ. α΄ και ε΄ ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Βιασμός, Δεδικασμένο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 204/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 79/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ, κατοίκου ..., και 2. Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΒΒ Unterstutzungseinrichtung GmbH", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 953/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 314/30.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το άρθ. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 6/15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Ρόδου Ι. Χαρίτο σύμφωνα με την από 12-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 79/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το 78/2008 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικαστεί για: α) εξακολουθητική υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αντικειμένου άνω των 15.000 Ευρώ και β) εξακολουθητική απιστία με περιουσιακή ζημιά που υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου μετά από έφεση του κατηγορουμένου: α) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του για την πράξη της υπεξαίρεσης και β) απέρριψε την έφεση αυτού για την δεύτερη πράξη και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με την μορφή που παρέθεσε στο διατακτικό του , για να δικαστεί γι' αυτή.
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 10-6-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του αρχ/κα ... του Α.Τ. ..., και αυτός στις 15-6-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ι. Χαρίτου, σύμφωνα με την από 12-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή του προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς του στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος και ζητά την εξαφάνισή του για : α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ( αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του ΚΠΔ).
Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 390 του ΠΚ, όπως αντ. από το αρθ. 36 παρ. 2 του Ν. 2172/93 και 36 παρ. 2 του Ν. 3242/24-5-2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη". Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο υπαίτιος: α) να έχει νομότυπη αντιπροσωπευτική εξουσία β) να υλοποιεί αυτή προς τα έξω δηλ. προς τρίτους γ) να υπερβαίνει τα όρια της αντιπροσωπευτικής εξουσίας που του έχουν τεθεί και γ) εν γνώσει του, χωρίς πρόθεση ιδιοποίησης, να προκαλεί συγκεκριμένη βλάβη στην περιουσία που διαχειρίζεται παραβιάζοντας τους κανόνες καλής επιμέλειας και διαχείρισης της ξένης περιουσίας. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι η προστασία της περιουσίας του αντιπροσωπευόμενου από εξωτερικές καταχρηστικές ενέργειες του αντιπροσώπου - διαχειριστή. Υποκείμενο του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι και ο διαχειριστής ανώνυμης εταιρείας ο οποίος παραβιάζει την προς τα έξω αντιπροσωπευτική εξουσία που έχει από το καταστατικό και τις σχετικές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου ή της γενικής συνελεύσεως δημιουργώντας απαιτήσεις τρίτων προς την εταιρεία για ανύπαρκτη αιτία και έτσι με τον τρόπο αυτό ζημιώνει εν γνώσει του την περιουσία της προς όφελος των τρίτων (ΑΠ 460/1990 ΠΧ' 1990.1135, ΑΠ 1318/1991 ΠΧ' 1992.238, ΑΠ 1284/98 ΠΧ' 1999.702, Ανδρουλάκης "Η απιστία " ΠΧ' 1975 σελ. 161 και επ.). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρθ. 93 παρ. 3 του Σ. και 139 του Κ.Π.Δ.), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναιρέσεώς του (αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ.δ' του ΚΠΔ), όταν: α) αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά σχηματισμό της κενά για την αντικειμενική και υποκειμενική συγκρότηση του εγκλήματος β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών γ) οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για το ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητας καθενός στον σχηματισμό τη δικανικής κρίσεως. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795).
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει , ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ' 2002.689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003.24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996.358).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: To έτος 1996 με το υπ' αριθ. .../21.6.1996 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τζήμα, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με αριθμό 36580/80/Β/96/39, και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 7493/14.11.1996 ΦΕΚ, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΙΟΛΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΡΟΔΟΥ Α.Ε" και με τον διακριτικό τίτλο "ΑΙΟΛΟΣ ΑΕ" με έδρα τον ... του Δήμου ... Κύριος σκοπός της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού της, ήταν η ίδρυση, κατασκευή και εκμετάλλευση του Αιολικού Πάρκου στη θέση ... της Κοινότητας ..., καθώς και η παραγωγή, εκμετάλλευση και πώληση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά το άρθρο 19 του καταστατικού της η εταιρία διοικείται από διοικητικό συμβούλιο που αποτελείται από τρία έως επτά μέλη, τα οποία εκλέγει η γενική συνέλευση των μετόχων για χρόνο πέντε ετών. Περαιτέρω, με το από 3.12.2003 προσύμφωνο πώλησης μετοχών η γερμανικού δικαίου εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ABB Unterstutzungseinrichtung GmbH", η οποία ήταν η κυριότερη μέτοχος της "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε" υποσχέθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και τo διακριτικό τίτλο "ΕΝΕΛΟΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" να της πωλήσει τις μετοχές της έως την 30.5.2004 και ανέλαβε την υποχρέωση να συγκαλέσει γενική συνέλευση για την εκλογή νέου τετραμελούς διοικητικού συμβουλίου, ένα από τα μέλη των οποίων θα διοριζόταν από τη δεύτερη των ανωτέρω εταιριών. Προς εφαρμογή των παραπάνω την 22.12.2003 συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία αποφάσισε ότι το διοικητικό συμβούλιο της "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", θα είναι τετραμελές με θητεία έως την 30.6.2005 ενώ με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του τετραμελούς πλέον διοικητικού συμβουλίου αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα αποτελούμενο από τους Χ, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο (τον κατηγορούμενο), ΑΑ, αντιπρόεδρο, ΒΒ και Ψ, μέλη (ΦΕΚ 2343/19.3.2004). Ο ΑΑ διορίστηκε από την εταιρία "ΕΝΕΛΟΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος δικαιώματος της. Επίσης ορίσθηκε ότι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου εκπροσωπεί την εταιρία και τη δεσμεύει με μόνη την υπογραφή του για υποχρεώσεις κατώτερες του ποσού των 30.000 ευρώ, ενώ για την ανάληψη μεγαλύτερων υποχρεώσεων απαιτείτο η συνυπογραφή του αντιπροέδρου, του διοικητικού συμβουλίου Επειδή όμως τελικά δεν επιτεύχθηκε η σύναψη σύμβασης πώλησης των μετοχών της πρώτης στη δεύτερη των παραπάνω εταιριών ο υποδειχθείς από την τελευταία αντιπρόεδρος, ΑΑ, του διοικητικού συμβουλίου παραιτήθηκε σιωπηρά σε απροσδιόριστο ακριβώς χρόνο αλλά σε κάθε περίπτωση πριν από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 απέχοντας από την άσκηση των καθηκόντων του. Υπό την ιδιότητα του αυτή αλλά και ατομικώς ενεργώντας ο Χ εξέδωσε, το χρονικό διάστημα από 10-9-2004 έως 20-12-2004, τις πιο κάτω αναφερόμενες επιταγές, χωρίς να υπάρχει καμία οφειλή της εν λόγω εταιρίας από την δραστηριότητά της, στα πρόσωπα τα οποία κατέστησαν κομιστές των εν λόγω επιταγών, δεδομένου μάλιστα ότι στις περισσότερες από αυτές, ήταν ο ίδιος ο εις διαταγή κομιστής. Οι επιταγές αυτές ήταν οι ακόλουθες:
1] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-9-2004 για ποσό 50.000 ευρώ πληρωτέα από την Τράπεζα EFG Eurobank-Ergasias σε διαταγή του ιδίου, 2] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-9-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 3] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-9-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 4] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-9-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 5] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 28-10-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 6] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-10-2004 για ποσό 22.500 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 7] υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 25-11-2004 για ποσό 30.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 8] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 25-11-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 9] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-11-2004 για ποσό 15.300 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 10] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 9-12-2004 για ποσό 50.000 ευρώ πληρωτέα από την Τράπεζα EFG Eurobank-Ergasias σε διαταγή του ΓΓ, 11] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 5-12-2004 για ποσό 19.800 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 12] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 5-12-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ΓΓ, 13] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ΓΓ, 14] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-12-2004 για ποσό 20.200 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 15] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-12-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 16] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 15-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ΓΓ, 17] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 15-12-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 18] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 15-12-2004 για ποσό 15.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 19] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 20-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ταυ ιδίου, 20] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 20-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου και 21] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα ποσό 15.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου. Περί τις αρχές Ιανουαρίου του 2005, η εταιρία "ΑΙΟΛΟΣ AB", έγινε δέκτης παραπόνων από λήπτες και κομιστές των παραπάνω επιταγών, επειδή τις εμφάνισαν στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Κατόπιν αυτών την 28-1-2005 ο Ψ, δικηγόρος, κάτοικος ... της ... και η εταιρία με την επωνυμία "ABB Unterstutzungseingighti GmbH" με έδρα το ... της ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη, κατέθεσαν έγκληση και ασκήθηκε η προαναφερόμενη ποινική δίωξη. Για όλες τις επιταγές εκδόθηκαν διαταγές πληρωμής. Η έκδοση της πρώτης, της έβδομης και της δέκατης από τις πιο πάνω επιταγές, που ως ποσά είχαν αντίστοιχα 50.000 ευρώ, 30.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, έγινε, κατά τα ανωτέρω, κατά παράβαση της από 22.12.2003 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων, αφού δεν έφεραν και την απαιτούμενη υπογραφή του ΑΑ, και για τον λόγο αυτό οι εκδοθείσες διαταγές πληρωμής, μετά από ανακοπές της εταιρίας "ΑΙΟΛΟΣ", ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου Περαιτέρω, και όσον αφορά τις επιταγές που εξέδωσε ο κατηγορούμενος, σε διαταγή του, αποδείχθηκε ότι με βάση το άρθρο 20 παρ. 3 του καταστατικού της εταιρίας "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", το διοικητικό συμβούλιο είχε το δικαίωμα να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (πλην αυτών που απαιτούσαν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρίας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αναθέσεως αυτής, με τον πρόσθετο όρο, ότι οι αρμοδιότητες αυτές του διοικητικού συμβουλίου τελούν υπό την επιφύλαξη τον άρθρων 10 και 23 του ν. 2190/1920, σύμφωνα δε με την παρ. 3 του άρθρου 26 του αυτού καταστατικού, δάνεια της εταιρίας προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονταν απολύτως και ήταν άκυρα, ενώ για οποιαδήποτε άλλη σύμβαση μεταξύ της εταιρίας και των προσώπων αυτών, χρειάζονταν απαραίτητα προηγούμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης. Ενόψει αυτών οι προαναφερθείσες επιταγές, δεν δέσμευαν την εταιρία "AIΟΛΟΣ Α.Ε", για τον λόγο ότι η αξιογραφική ενοχή που γεννήθηκε με την υπογραφή και οπισθογράφησή τους, περιείχε τα στοιχεία της απαγορευμένης αυτοσύμβασης, αφού δικαιούχος της απαίτησης από τις επιταγές ήταν ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας υπέγραψε και στην θέση του εκδότη, θέτοντας την εταιρική σφραγίδα. Εφόσον δε η έκδοση ή οπισθογράφηση των επιταγών με αυτοσύμβαση δεν είχε επιτραπεί από την εταιρία "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", στον ως άνω πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, ήταν ανίσχυρες για την εταιρία και δεν τη δέσμευε ως αντίθετη στα συμφέροντα της και εκτός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών και των πελατών της, αφού με την έκδοση των ανωτέρω επιταγών δεν εκπληρώθηκαν κάποιες υποχρεώσεις της προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ή κάποιον πελάτη της. Σε κάθε περίπτωση δεν είχε χορηγηθεί η απαιτούμενη ειδική άδεια από τη γενική συνέλευση για την οπισθογράφηση επιταγής εκδόσεως της εταιρίας προς τον ίδιο τον πρόεδρο της, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού. Κατόπιν τούτων οι εν λόγω επιταγές ήταν ανίσχυρες και ακυρώθηκαν οι διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν για αυτές, από το ίδια ως άνω δικαστήριο, (το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου), μετά από ανακοπές της εταιρίας "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε". Όσον αφορά την δωδέκατη, την δεκάτη τρίτη και την δεκάτη έκτη από τις πιο πάνω επιταγές που εξέδωσε ο κατηγορούμενος σε διαταγή του ΓΓ, προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις ότι καμία πραγματική συναλλαγή δεν είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ της εταιρίας και του ΓΓ, και ως εκ τούτου και οι επιταγές ήταν ανίσχυρες και δεν δέσμευαν την εταιρία, και για τον λόγο αυτό, ακυρώθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, οι διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού με τις ενέργειές του αυτές ο κατηγορούμενος ζημίωσε την δεύτερη εγκαλούσα και την εταιρία ΑΙΟΛΟΣ ΑΕ, με το ποσό των επιταγών που ανέρχεται σε 510.300 ευρώ, το οποίο συσσώρευσε ως χρέος στην εταιρία, η οποία για να απαλλαγεί από αυτό έπρεπε να εμπλακεί σε μακροχρόνιους και πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες με τους κομιστές των επιταγών, και θα πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αφού γίνει επαναδιατύπωση της κατηγορίας.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικασθεί για εξακολουθητική απιστία με ζημιά που υπερβαίνει τις 15.000 Ευρώ.
Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου για το κεφάλαιο της απιστίας, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 390 εδαφ. α' και β' του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά: Α) την προς τα έξω αντιπροσωπευτική εξουσία που είχε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με βάση το καταστατικό, τις αποφάσεις του Δ.Σ. και της Γ.Σ. της εταιρείας Β) την μορφή με την οποία αυτός παραβίασε την εξουσία αυτή με την έκδοση: α) τριών επιταγών ποσού ανώτερου από αυτό που είχε δικαίωμα β) δεκατεσσάρων επιταγών σε διαταγή του ίδιου χωρίς νόμιμη αιτία και γ) τριών επιταγών σε διαταγή τρίτου χωρίς νόμιμη αιτία Γ) την ζημιά που προκλήθηκε τόσο από το μη οφειλόμενο κεφάλαιο των επιταγών που έπρεπε να πληρωθεί όσο και από τον κίνδυνο που προέκυψε και τις δικαστικές δαπάνες που χρειάστηκαν για την ανατροπή των διαταγών πληρωμής που εκδόθηκαν και Δ) τον άμεσο δόλο αυτού να ζημιώσει την περιουσία της Α.Ε. ΑΙΟΛΟΣ που συνάγεται τόσο από την σαφή εκτός αντιπροσωπευτικής εξουσίας έκδοση των επιταγών συνολικού ύψους 510.300 ευρώ και μάλιστα χωρίς νόμιμη αιτία όσο και από την έκδοση σχετικών διαταγών πληρωμής αυτών.
Τέλος το βούλευμα: Α) ερμηνεύει σωστά την διάταξη περί απιστίας του αρθ. 390 του Π.Κ. αφού στην περιουσιακή ζημιά αναφέρει ότι περιλαμβάνεται τόσο η δημιουργία χρεών με την έκδοση επιταγών προς τρίτους χωρίς νόμιμη αιτία όσο και η εμπλοκή σε δικαστικό αγώνα και οι δαπάνες για την διεξαγωγή του ώστε να εξαλειφθούν οι απαιτήσεις για την είσπραξη των εικονικών χρεών από τους τρίτους και Β) ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην διάταξη αυτή.
Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ. 1 , όπως αντ. από το αρθ. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το αρθ. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η 6/15-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του 79/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και
Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, όπως αντικ. από το άρθρο 15 Ν. 3242/24.5.2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Εάν η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ο δράστης τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών". Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων κλπ., βλάβη δε (ζημία) της περιουσίας είναι η μείωση της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως της από τον δράστη και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος. Δράστης, επομένως, είναι εκείνος ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος είτε επιδιώκει, είτε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην υπό διαχείριση ξένη περιουσία και αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα.
Περαιτέρω το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται, εν όλω ή εν μέρει, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, όπου συμπληρωματικά αναφέρεται η εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και το Συμβούλιο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς και να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο εβάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της κρίσεως του Συμβουλίου. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις η λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 79/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο Ρόδου, ρθώς παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος απιστίας κατ' εξακολούθηση με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, τελεσθείσα από 10.9.2004 μέχρι 20.12.2004, ήτοι μετά την αντικατάσταση όπως ανωτέρω του α'ρθρου 390 Π.Κ. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα του εισαγγελική πρόταση, τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα:
Το έτος 1996 με το υπ' αριθ. .../21.6.1996 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τζήμα, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με αριθμό 36580/80/Β/96/39, και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 7493/14.11.1996 ΦΕΚ, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΙΟΛΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΡΟΔΟΥ Α.Ε" και με τον διακριτικό τίτλο "ΑΙΟΛΟΣ ΑΕ" με έδρα τον ... του Δήμου ... Κύριος σκοπός της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού της, ήταν η ίδρυση, κατασκευή και εκμετάλλευση του Αιολικού Πάρκου στη θέση ... της Κοινότητας ..., καθώς και η παραγωγή, εκμετάλλευση και πώληση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά το άρθρο 19 του καταστατικού της η εταιρία διοικείται από διοικητικό συμβούλιο που αποτελείται από τρία έως επτά μέλη, τα οποία εκλέγει η γενική συνέλευση των μετόχων για χρόνο πέντε ετών. Περαιτέρω, με το από 3.12.2003 προσύμφωνο πώλησης μετοχών η γερμανικού δικαίου εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΒΒ Unterstuezungseinrichtung GmbH", η οποία ήταν η κυριότερη μέτοχος της "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε." υποσχέθηκε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑ -ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ΈΝΕΛΟΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" να της πωλήσει τις μετοχές της έως την 30.5.2004 και ανέλαβε την υποχρέωση να συγκαλέσει γενική συνέλευση για την εκλογή νέου τετραμελούς διοικητικού συμβουλίου, ένα από τα μέλη των οποίων θα διοριζόταν από τη δεύτερη των ανωτέρω εταιριών. Προς εφαρμογή των παραπάνω την 22.12.2003 συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία αποφάσισε ότι το διοικητικό συμβούλιο της "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", θα είναι τετραμελές με θητεία έως την 30.6.2005 ενώ με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του τετραμελούς πλέον διοικητικού συμβουλίου αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα αποτελούμενο από τους Χ, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο (τον κατηγορούμενο), ΑΑ, αντιπρόεδρο, Β και Ψ, μέλη (ΦΕΚ 2343/19.3.2004). Ο ΑΑ διορίστηκε από την εταιρία "ΕΝΕΛΟΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος δικαιώματος της. Επίσης ορίσθηκε ότι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου εκπροσωπεί την εταιρία και τη δεσμεύει με μόνη την υπογραφή του για υποχρεώσεις κατώτερες του ποσού των 30.000 ευρώ, ενώ για την ανάληψη μεγαλύτερων υποχρεώσεων απαιτείτο η συνυπογραφή του αντιπροέδρου, του διοικητικού συμβουλίου Επειδή όμως τελικά δεν επιτεύχθηκε η σύναψη σύμβασης πώλησης των μετοχών της πρώτης στη δεύτερη των παραπάνω εταιριών ο υποδειχθείς από την τελευταία αντιπρόεδρος, ΑΑ, του διοικητικού συμβουλίου παραιτήθηκε σιωπηρά σε απροσδιόριστο ακριβώς χρόνο αλλά σε κάθε περίπτωση πριν από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2004 απέχοντας από την άσκηση των καθηκόντων του. Υπό την ιδιότητα του αυτή αλλά και ατομικώς ενεργώντας ο Χ εξέδωσε, το χρονικό διάστημα από 10-9-2004 έως 20-12-2004, τις πιο κάτω αναφερόμενες επιταγές, χωρίς να υπάρχει καμία οφειλή της εν λόγω εταιρίας από την δραστηριότητά της, στα πρόσωπα τα οποία κατέστησαν κομιστές των εν λόγω επιταγών, δεδομένου μάλιστα ότι στις περισσότερες από αυτές, ήταν ο ίδιος ο εις διαταγή κομιστής. Οι επιταγές αυτές ήταν οι ακόλουθες:
1] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-9-2004 για ποσό 50.000 ευρώ πληρωτέα από την Τράπεζα EFG Eurobank - Ergasias σε διαταγή του ιδίου, 2] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-9-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 3] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-9-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 4] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-9-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 5] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 28-10-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 6] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-10-2004 για ποσό 22.500 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 7] υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 25-11-2004 για ποσό 30.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 8] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 25-11-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 9] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 30-11-2004 για ποσό 15.300 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 10] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 9-12-2004 για ποσό 50.000 ευρώ πληρωτέα από την Τράπεζα EFG Eurobank - Ergasias σε διαταγή του ΓΓ, 11] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 5-12-2004 για ποσό 19.800 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 12] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 5-12-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ΓΓ, 13] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ΓΓ, 14] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-12-2004 για ποσό 20.200 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 15] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 10-12-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 16] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 15-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ΓΓ, 17] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 15-12-2004 για ποσό 25.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 18] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 15-12-2004 για ποσό 15.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου, 19] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 20-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή ταυ ιδίου, 20] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα την 20-12-2004 για ποσό 20.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου και 21] η υπ' αριθμ. ... επιταγή εκδοθείσα ποσό 15.000 ευρώ πληρωτέα από την Εγνατία Τράπεζα σε διαταγή του ιδίου. Περί τις αρχές Ιανουαρίου του 2005, η εταιρία "ΑΙΟΛΟΣ ΑΒ", έγινε δέκτης παραπόνων από λήπτες και κομιστές των παραπάνω επιταγών, επειδή τις εμφάνισαν στις πληρώτριες τράπεζες και δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Κατόπιν αυτών την 28-1-2005 ο Ψ, δικηγόρος, κάτοικος ... της ... και η εταιρία με την επωνυμία "ΑΒΒ Unterstutzungseinrichtung GmbH" με έδρα το ... της ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη, κατέθεσαν έγκληση και ασκήθηκε η προαναφερόμενη ποινική δίωξη. Για όλες τις επιταγές εκδόθηκαν διαταγές πληρωμής. Η έκδοση της πρώτης, της έβδομης και της δέκατης από τις πιο πάνω επιταγές, που ως ποσά είχαν αντίστοιχα 50.000 ευρώ, 30.000 ευρώ και 50.000 ευρώ, έγινε, κατά τα ανωτέρω, κατά παράβαση της από 22.12.2003 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων, αφού δεν έφεραν και την απαιτούμενη υπογραφή του ΑΑ, και για τον λόγο αυτό οι εκδοθείσες διαταγές πληρωμής, μετά από ανακοπές της εταιρίας "ΑΙΟΛΟΣ", ακυρώθηκαν με αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου Περαιτέρω, και όσον αφορά τις επιταγές που εξέδωσε ο κατηγορούμενος, σε διαταγή του, αποδείχθηκε ότι με βάση το άρθρο 20 παρ. 3 του καταστατικού της εταιρίας "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", το διοικητικό συμβούλιο είχε το δικαίωμα να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (πλην αυτών που απαιτούσαν συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρίας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αναθέσεως αυτής, με τον πρόσθετο όρο, ότι οι αρμοδιότητες αυτές του διοικητικού συμβουλίου τελούν υπό την επιφύλαξη τον άρθρων 10 και 23 του ν. 2190/1920, σύμφωνα δε με την παρ. 3 του άρθρου 26 του αυτού καταστατικού, δάνεια της εταιρίας προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και η παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους απαγορεύονταν απολύτως και ήταν άκυρα, ενώ για οποιαδήποτε άλλη σύμβαση μεταξύ της εταιρίας και των προσώπων αυτών, χρειάζονταν απαραίτητα προηγούμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης. Ενόψει αυτών οι προαναφερθείσες επιταγές, δεν δέσμευαν την εταιρία "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", για τον λόγο ότι η αξιογραφική ενοχή που γεννήθηκε με την υπογραφή και οπισθογράφησή τους, περιείχε τα στοιχεία της απαγορευμένης αυτοσύμβασης, αφού δικαιούχος της απαίτησης από τις επιταγές ήταν ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας υπέγραψε και στην θέση του εκδότη, θέτοντας την εταιρική σφραγίδα. Εφόσον δε η έκδοση ή οπισθογράφησή των επιταγών με αυτοσύμβαση δεν είχε επιτραπεί από την εταιρία "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε", στον ως άνω πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου, ήταν ανίσχυρες για την εταιρία και δεν τη δέσμευε ως αντίθετη στα συμφέροντα της και εκτός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών και των πελατών της, αφού με την έκδοση των ανωτέρω επιταγών δεν εκπληρώθηκαν κάποιες υποχρεώσεις της προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της ή κάποιον πελάτη της. Σε κάθε περίπτωση δεν είχε χορηγηθεί η απαιτούμενη ειδική άδεια από τη γενική συνέλευση για την οπισθογράφησή επιταγής εκδόσεως της εταιρίας προς τον ίδιο τον πρόεδρο της, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού. Κατόπιν τούτων οι εν λόγω επιταγές ήταν ανίσχυρες και ακυρώθηκαν οι διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν για αυτές, από το ίδιο ως άνω δικαστήριο, (το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου), μετά από ανακοπές της εταιρίας "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε". Όσον αφορά την δωδέκατη, την δεκάτη τρίτη και την δεκάτη έκτη από τις πιο πάνω επιταγές που εξέδωσε ο κατηγορούμενος σε διαταγή του ΓΓ, προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις ότι καμία πραγματική συναλλαγή δεν είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ της εταιρίας και του ΓΓ, και ως εκ τούτου και οι επιταγές ήταν ανίσχυρες και δεν δέσμευαν την εταιρία, και για τον λόγο αυτό, ακυρώθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, οι διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση με περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, αφού με τις ενέργειες του αυτές ο κατηγορούμενος ζημίωσε την δεύτερη εγκαλούσα και την εταιρία ΑΙΟΛΟΣ ΑΕ, με το ποσό των επιταγών που ανέρχεται σε 510.300 ευρώ, το οποίο συσσώρευσε ως χρέος στην εταιρία, η οποία για να απαλλαγεί από αυτό έπρεπε να εμπλακεί σε μακροχρόνιους και πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες με τους κομιστές των επιταγών, και θα πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αφού γίνει επαναδιατύπωση της κατηγορίας.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς την άνω πράξη της κακουργηματικής απιστίας κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση και κυρία ανάκριση, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 και 390 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 15 του Ν. 3242/24-5-2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει το βούλευμα από νόμιμη βάση κρίνοντας ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία του βουλεύματος τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του, εντεύθεν δε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εκ τούτων ή η μη λήψη υπόψη και των εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα αναφέρονται οι επί μέρους πράξεις του αναιρεσείοντος που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος με αναφορά στις κατά νόμο περιστάσεις υπό την μορφή που προεκτέθηκαν και συγκεκριμένα γίνεται αναφορά του τρόπου τελέσεως του εγκλήματος που του αποδίδεται και της ζημίας που επεδίωξε να προκαλέσει με την έκδοση των άνω 21 επιταγών συνολικού ποσού 510.300 ευρώ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι α) το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε το άρθρο 390 Π.Κ. δίνει ενώ δέχεται ότι η έκδοση των άνω επιταγών καμία βλάβη δεν επέφεραν στην "Αίολος Α.Ε." η δε ζημία αυτής εντοπίζεται στις δικαστικές δαπάνες που υπεβλήθη εξαιτίας των μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων που έλαβαν χώρα με τους κομιστές των επιταγών και ενώ οι δικαστικές δαπάνες δεν εγένοντο εντός του χρόνου που είχε αυτός την επιμέλεια και διαχώρηση της "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε.", παρά ταύτα παρέπεμψε αυτόν για απιστία και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος β) το βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν κατονομάζει τους δικαστικούς αγώνες ούτε αναφέρει την δικαστική δαπάνη που κατεβλήθη και αν αυτή υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ ώστε να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα η άνω πράξη, είναι αβάσιμες και τούτο διότι, σαφώς στο βούλευμα αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η ζημία που επεδίωξε να προκαλέσει στην "ΑΙΟΛΟΣ Α.Ε." ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, ενεργώντας καθ' υπέρβασιν εξουσιοδοτήσεως, εξέδωσε τις άνω επιταγές, ανέρχεται στην αξία των επιταγών αυτών συνολικού ποσού 510.300 ευρώ. Η δεύτερη αιτίαση επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηρίζεται αφού το Συμβούλιο εδέχθη κατά τα παραπάνω την άνω ζημία των 510.300 ευρώ. Τα δε περί δικαστικών αγώνων και δικαστικής δαπάνης αφηγηματικώς αναφερόμενα στο βούλευμα δεν είναι αναγκαία στοιχεία για την θεμελίωση του άνω εγκλήματος.
Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι άνω πλημμέλειες, αναφορικά με την παραπεμπτική διάταξή του ως προς την άνω πράξη της κακουργηματικής απιστίας κατ' εξακολούθησιν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές, στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον τρίτο λόγο της αιτήσεως, πλήττουν, από την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών, γιαυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 6/15-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 79/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για απιστία. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απιστία.
| 0
|
Αριθμός 209/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 755/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1015/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 343/21.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 26-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 755/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 1441/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι' απάτη κατ' επάγγελμα εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την απόλυτη ακυρότητα και την έλλειψη νομίμου βάσεως.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.) Ως γεγονότα, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ' άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ' όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, AΠ 259/2006.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφερόμενο επιτρεπτώς στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Tηv 30-7-1999, ο εγκαλών Ψ χορήγησε δάνειο ύψους 25.752,00 Ευρώ στην εταιρεία με την επωνυμία "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα τη θέση "..." στη ... και αντικείμενο εμπορίας την κατασκευή και εμπορία επίπλων, φωτιστικών, διακοσμητικών και συναφών ειδών, προς εξασφάλιση δε της επιστροφής του χορηγηθέντος δανείου κατέστη κομιστής εξ οπισθογραφήσεως από την ανωτέρω εταιρεία έξι μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες είχαν περιέλθει σ' αυτήν με οπισθογράφηση εκ μέρους του κατηγορουμένου - εκκαλούντος. Οι επιταγές αυτές ήταν οι εξής: 1. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 1.200.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ΑΑ, πληρωτέα από τον λογαριασμό ..., 2. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ανωτέρω αναφερόμενο (στοιχ. 1) ΑΑ, πληρωτέα από τον ίδιο (στοιχ. 1 λογαριασμό). 3. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 2.000.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ΒΒ, πληρωτέα από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. 4. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 2.000.000 δραχμών, ίδιας έκδοσης με την ανωτέρω στο στοιχ. 3 αναφερομένη και πληρωτέα από τον ίδιο με εκείνη λογαριασμό, 5. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ΑΑ και πληρωτέα από τον αναφερόμενο στα στοιχ. 1 και 2 λογαριασμό και 6. Η ..., ποσού 1.575.000, έκδοσης Χ. Οι ανωτέρω επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εγκαλούντα στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν όμως ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό των εκδοτών και η μη πληρωμή τους βεβαιώθηκε με σημείωση του αρμοδίου υπαλλήλου της τράπεζας στα σώματα των επιταγών την 03-9-99, 01-10-99, 05-10-99, 03-11-99 01-11-99 και 3/9/1999 αντιστοίχως. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο εγκαλών στις 20/1/2000 με τον κατηγορούμενο και ήδη εκκαλούντα, τον οποίο είχε ήδη καταμηνύσει για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αναφορικά με την επιταγή δικής του έκδοσης (στοιχ. 6), προκειμένου να διερευνήσει τις προθέσεις του, ο εκκαλών του παρέστησε ψευδώς ότι είχε πράγματι εκδώσει μόνο την αναφερόμενη στο στοιχ. 6 επιταγή, με τις υπόλοιπες όμως δεν είχε καμία σχέση και η υπογραφή στη θέση του οπισθογράφου με το όνομα "Χ" δεν ήταν δική του, πράγμα που επανέλαβε προς τον εγκαλούντα και σε μεταγενέστερες επικοινωνίες τους στις 16-01-2003, 27-11-2003 και 03-12-2003. Αυτά όμως που ισχυριζόταν ο εκκαλών προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδή. Η αλήθεια δε, την οποία γνώριζε, ήταν ότι τις αναφερόμενες στα στοιχ. 1 έως 5 επιταγές είχε υπογράψει στη θέση του οπισθογράφου και με το όνομα "Χ" η εκπρόσωπος της δανειολήπτριας εταιρείας "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" ΓΓ, εν γνώσει και με την συναίνεση του εκκαλούντος. Αυτό δε συνάγεται από τα ακόλουθα: Στα με αριθ. 32959/2004 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών περιέχεται δήλωση του δικηγόρου του κατηγορουμένου σ' εκείνη τη δίκη Χ, σύμφωνα με την οποία την εποχή εκείνη (δηλ. το 1999) ο ανωτέρω πελάτης του διακινούσε επιταγές 100.000.000 δρχ. και μέσα σ' αυτές ήταν και οι τότε τρεις επίδικες αναφερόμενες ανωτέρω στα στοιχ. 1, 2 και 5, στις οποίες οι υπογραφές δεν ήταν του Χ, αλλά τις υπέγραφε η κ. ΓΓ, εκπρόσωπος της FACTORY με συναίνεση του. Η δήλωση βεβαίως αυτή δεν έχει τις έννομες συνέπειες της απολογίας του κατηγορουμένου, αφού ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος του δεν απολογείται για τον εκπροσωπούμενο, πλην όμως εκτιμώμενη με βάση την αρχή της ηθικής αποδείξεως απλά και μόνον ως δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χ, ο οποίος ενεργούσε προς υπεράσπιση των συμφερόντων του πελάτη του, χωρίς ο τελευταίος να εναντιωθεί ποτέ ή να διαψεύσει τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε δίκης, δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί ως αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, όπως καταθέτει ο ΔΔ, κατηγορούμενος κι εκείνος στην ίδια πιο πάνω δίκη (επί της οποίας τα 32959/2004 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), κατόπιν μηνύσεως του φερομένου ως εκδότη των αναφερομένων στα στοιχ. 1, 2 και 5 επιταγών κατ' αυτού (ΔΔ) και των Ψ και Χ για πλαστογραφία των επιταγών αυτών κλπ, όπου οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, μετά το τέλος της δίκης, όταν βγήκαν έξω, άκουσε τον δικηγόρο του Χ που είπε στον δικηγόρο του εγκαλούντος, αλλά και στον ίδιο τον εγκαλούντα ότι ο εκκαλών πελάτης του θα πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Βεβαίως οι δηλώσεις του τότε δικηγόρου του εκκαλούντος αφορούσαν τις τρεις από τις πέντε προαναφερθείσες επιταγές και δη τις υπό στοιχ. 1, 2 και 5 πλην όμως λογικά εκτιμάται το ίδιο και για τις δύο επιταγές, δηλ. τις υπό στοιχ.3 και 4. Πράγματι τις ανωτέρω έξι αναφερόμενες επιταγές, για τη μία από τις οποίες άλλωστε αποδέχεται ο εκκαλών ότι είναι εκδόσεως του, παρέδωσε στον εγκαλούντα δια του ΔΔ η ανωτέρω δανειολήπτρια εταιρεία FACTORY ΕΠΕ, νόμιμη κομίστρια αυτών εξ οπισθογραφήσεως από τον Χ, με τον οποίο είχε εμπορική συνεργασία. Ο εκκαλών Χ, διακοσμητής στο επάγγελμα, που διατηρούσε παράλληλα και επιχείρηση χειροτεχνίας αναλαμβάνοντας ατομικά την εκτέλεση οικοδομικών έργων επί ακινήτων με δικά του υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό, βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τα χρέη του, διωκόμενος από τους πιστωτές του, τους οποίους προσπαθούσε να εξοφλήσει, ενώ και ο ίδιος επιδίωκε την είσπραξη απαιτήσεων του από τρίτους. Με την 1028/2000 μάλιστα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίστηκε ημέρα παύσεως των πληρωμών του η 31/5/1999. Κινούμενος μέσα σ' αυτό το πλαίσιο δεν είναι τυχαίο ότι μετά την καταμήνυσή του από τον εγκαλούντα για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αυτής που αναφέρεται στο στοιχ. 6, πλήρωσε αυτήν επιλεκτικά, επιδιώκοντας προφανώς να αθωωθεί στο Εφετείο, όπως και έγινε. Προσπάθησε όμως να αποφύγει την πληρωμή των υπολοίπων παραπλανώντας τον εγκαλούντα ότι οι υπογραφές σ' αυτές δεν ήταν δικές του για να μην στραφεί αυτός εναντίον του δικαστικώς για την καταβολή των ποσών αυτών ύψους συνολικά 7.200.000 δρχ. Είναι εξάλλου αξιοσημείωτο ότι, παρά την ενημέρωση του από τον εγκαλούντα ότι φέρεται ως οπισθογράφος των επιδίκων επιταγών, δεν κατέθεσε ποτέ μήνυση για να καταγγείλει το δήθεν τελεσθέν σε βάρος του αδίκημα της πλαστογραφίας. Άλλωστε και άλλη φορά και συγκεκριμένα ανακόπτοντας την 17231/99 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος του κατόπιν αιτήσεως του ΕΕ, με βάση την σ' αυτή αναφερόμενη επιταγή εκδόσεώς του ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του ήταν πλαστή, χωρίς και πάλι να κατονομάσει τον πλαστογράφο ή να επικαλεστεί ότι κατέθεσε μήνυση σχετική (βλ. την 1028/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Είναι προφανές ότι επρόκειτο επομένως για αμυντική τακτική έναντι των δανειστών του. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω δεδομένα, αγόμεθα στο συμπέρασμα ότι με τις ψευδείς παραστάσεις του ο Χ έπεισε τον εγκαλούντα ότι οι υπογραφές με το όνομα "Χ" στις υπό στοιχ. 1-5 επιταγές δεν ήσαν δικές του και έτσι αυτός παραπλανηθείς δεν στράφηκε εναντίον του δικαστικώς προκειμένου να διεκδικήσει τα ποσά των υπό στοιχ. 1-5 επιταγών, συνολικού ύψους 7.200.000 δραχμών (1.200.000 + 1.000.000 + 2.000.000 + 2.000.000 + 1.000.000) ή 21.129,86 Ευρώ, με αποτέλεσμα να υποπέσει σε παραγραφή η αξίωση του εναντίον του εκκαλούντος από τα αξιόγραφα αυτά, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 52 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, περί επιταγής "Αι εξ αναγωγής αγωγαί του κομιστού κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότου και κατά των άλλων υποχρέων, παραγράφονται μετά έξι μήνες από της λήξεως της προθεσμίας προς εμφάνισιν ...". Προεκλήθη επομένως ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος ισόποση προς το συνολικό ποσό των προεκτεθεισών πέντε επιταγών ύψους 21.129,86 Ευρώ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του εκκαλούντος, είναι δε αδιάφορο σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας αν αυτός, εν όψει και του γεγονότος ότι η δανειολήπτρια εταιρεία, που υπολειτουργούσε εν τω μεταξύ, δήλωσε αδυναμία εξοφλήσεώς του αφενός και αδυνατούσε αφετέρου να κινηθεί εναντίον του οπισθογράφου εκκαλούντος και των δύο εκδοτών των επιταγών, έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της και έχει για το λόγο αυτό εγείρει κατά του εκκαλούντος την 8/7/2004 την πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 72 ΚΠΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. καταθ. δικ. 4954/2004). Εξ άλλου από την όλη υποδομή που έχει διαμορφώσει ο κατηγορούμενος δρώντας όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου για να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμή των προαναφερθεισών επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, σε μια γενικότερη προσπάθεια να αντιμετωπίσει με κάθε τρόπο τους πιστωτές του από τους οποίους διωκόταν έχοντας περιέλθει σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τα χρέη του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, δηλ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις εις βάρος του κατηγορουμένου και, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα.
Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, ενώ αρχικώς δέχεται ότι ο αναιρεσείων παρεπλάνησε τον παθόντα, να μη στραφή εναντίον του δικαστικώς, εν συνεχεία δέχεται, αντιφατικώς, ότι ο παθών έχει ήδη ζητήσει δικαστική προστασία, εκ του άρθρ. 72 Κ.Πολ.Δικ. Επίσης, το εν λόγω Συμβούλιο Εφετών δεν διευκρινίζει αν ο παθών παρεπλανήθη από τον αναιρεσείοντα και εις μη άσκηση της αγωγής εκ του αδικαιολογητικού πλουτισμού (άρθρ. 60 Ν. 5960/1933). Εκ δε της εμφιλοχωρήσεως στο προσβαλλόμενο βούλευμα της ως άνω αντιφάσεως και ασαφείας, τούτο στερείται και νομίμου βάσεως, αφού καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ, η οποία παρεβιάσθη εκ πλαγίου. Επομένως είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως. Οι λοιπές προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμες.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 755/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Αθήναι 17 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, σύμφωνα με το εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1408/1996, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους, όπως είναι και η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως. Έτσι, επί παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη, της οποίας ο κακουργηματικός χαρακτήρας θεμελιώνεται στην κατ' επάγγελμα τέλεσή της, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως όταν δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατ' επάγγελμα τέλεση.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετ' αναίρεση του 81/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που είχε απορρίψει έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά του 1441/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο με αριθμό 755/2009 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο αυτό βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε και πάλι ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 1441/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης κατ' επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχονται σε 21.129,86 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: "Την 30-7-1999, ο εγκαλών Ψ χορήγησε δάνειο ύψους 25.752,00 Ευρώ στην εταιρεία με την επωνυμία "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑ! ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα τη θέση "..." στη ... και αντικείμενο εμπορίας την κατασκευή και εμπορία επίπλων, φωτιστικών, διακοσμητικών και συναφών ειδών, προς εξασφάλιση δε της επιστροφής του χορηγηθέντος δανείου κατέστη κομιστής εξ οπισθογραφήσεως από την ανωτέρω εταιρεία έξι (5) μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες είχαν περιέλθει σ* αυτήν με οπισθογράφηση εκ μέρους του κατηγορουμένου - εκκαλούντος. Οι επιταγές αυτές ήταν οι εξής: 1. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 1.200.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ΑΑ, πληρωτέα από τον λογαριασμό ..., 2. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ανωτέρω αναφερόμενο (στοιχ. 1) ΑΑ, πληρωτέα από τον ίδιο (στοιχ. 1 λογαριασμό). 3. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 2.000.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ΒΒ, πληρωτέα από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. 4. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 2.000.000 δραχμών, ίδιας έκδοσης με την ανωτέρω στο στοιχ. 3 αναφερομένη και πληρωτέα από τον ίδιο με εκείνη λογαριασμό, 5. Η ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενο ως εκδότη τον ΑΑ και πληρωτέα από τον αναφερόμενο στα στοιχ. 1 και 2 λογαριασμό και 6. Η ..., ποσού 1.575.000, έκδοσης Χ. Οι ανωτέρω επιταγές εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον εγκαλούντα στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν όμως ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό των εκδοτών και η μη πληρωμή τους βεβαιώθηκε με σημείωση του αρμοδίου υπαλλήλου της τράπεζας στα σώματα των επιταγών την 03-9-99, 01-10-99, 05-10-99, 03-11-99 01-11-99 και 3/9/1999 αντιστοίχως. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο εγκαλών στις 20/1/2000 με τον κατηγορούμενο και ήδη εκκαλούντα, τον οποίο είχε ήδη καταμηνύσει για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αναφορικά με την επιταγή δικής του έκδοσης (στοιχ. 6), προκειμένου να διερευνήσει τις προθέσεις του, ο εκκαλών του παρέστησε ψευδώς ότι είχε πράγματι εκδώσει μόνο την αναφερόμενη στο στοιχ. 6 επιταγή, με τις υπόλοιπες όμως δεν είχε καμία σχέση και η υπογραφή στη θέση του οπισθογράφου με το όνομα "Χ" δεν ήταν δική του, πράγμα που επανέλαβε προς τον εγκαλούντα και σε μεταγενέστερες επικοινωνίες τους στις 16-01-2003, 27-11-2003 και 03-12-2003.
Αυτά όμως που ισχυριζόταν ο εκκαλών προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδή. Η αλήθεια δε, την οποία γνώριζε, ήταν ότι τις αναφερόμενες στα στοιχ. 1 έως 5 επιταγές είχε υπογράψει στη θέση του οπισθογράφου και με το όνομα "Χ" η εκπρόσωπος της δανειολήπτριας εταιρείας "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" ΓΓ, εν γνώσει και με την συναίνεση του εκκαλούντος. Αυτό δε συνάγεται από τα ακόλουθα: στα με αριθ. 32959/2004 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών περιέχεται δήλωση του δικηγόρου σ' εκείνη τη δίκη Ανδρέα Τομαρά, σύμφωνα με την οποία την εποχή εκείνη (δηλ. το 1999) ο ανωτέρω πελάτης του διακινούσε επιταγές 100.000.000 δρχ. και μέσα σ' αυτές ήταν και οι τότε τρεις επίδικες αναφερόμενες ανωτέρω στα στοιχ. 1, 2 και 5, στις οποίες οι υπογραφές δεν ήταν του Χ, αλλά τις υπέγραφε η κ. ΓΓ, εκπρόσωπος της FACTORY με συναίνεσή του. Η δήλωση βεβαίως αυτή δεν έχει τις έννομες συνέπειες της απολογίας του κατηγορουμένου, αφού ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του δεν απολογείται για τον επροσωπούμενο, πλην όμως εκτιμώμενη με βάση την αρχή της ηθικής αποδείξεως απλά και μόνον ως δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χ, ο οποίος ενεργούσε προς υπεράσπιση των συμφερόντων του πελάτη του, χωρίς ο τελευταίος να εναντιωθεί ποτέ ή να διαψεύσει τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε δίκης, δεν μπορεί παρά να αξιολογηθεί ως αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, όπως καταθέτει ο ΔΔ, κατηγορούμενος κι εκείνος στην ίδια πιο πάνω δίκη (επί της οποίας τα 32959/2004 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), κατόπιν μηνύσεως του φερομένου ως εκδότη των αναφερομένων στα στοιχ. 1, 2 και 5 επιταγών κατ' αυτού (ΔΔ) και των Ψ και Χ για πλαστογραφία των επιταγών αυτών κλπ, όπου οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, μετά το τέλος της δίκης, όταν βγήκαν έξω, άκουσε τον δικηγόρο του Χ που είπε στον δικηγόρο του εγκαλούντος, αλλά και στον ίδιο τον εγκαλούντα ότι ο εκκαλών πελάτης του θα πληρώσει τις επίδικες επιταγές. Βεβαίως, οι δηλώσεις του τότε δικηγόρου του εκκαλούντος αφορούσαν τις τρεις από τις πέντε προαναφερθείσες επιταγές και δη τις υπό στοιχ. 1, 2 και δ, πλην όμως λογικά εκτιμάται το ίδιο και για τις δύο επιταγές, δηλ. τις υπό στοιχ. 3 και 4. Πράγματι, τις ανωτέρω έξι αναφερόμενες επιταγές, για τη μία από τις οποίες άλλωστε αποδέχεται ο εκκαλών ότι είναι εκδόσεώς του, παρέδωσε στον εγκαλούντα δια του ΔΔ η ανωτέρω δανειολήπτρια εταιρεία FACTORY ΕΠΕ, νόμιμη κομίστρια αυτών εξ οπισθογραφήσεως από τον Χ, με τον οποίο είχε εμπορική συνεργασία. Ο εκκαλών ΧΧ, διακοσμητής στο επάγγελμα, που διατηρούσε παράλληλα και επιχείρηση χειροτεχνίας αναλαμβάνοντας ατομικά την εκτέλεση οικοδομικών έργων επί ακινήτων με δικά του υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό, βρισκόταν κατά τον επίδικο χρόνο σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τα χρέη του, διωκόμενος από τους πιστωτές του, τους οποίους προσπαθούσε να εξοφλήσει, ενώ και ο ίδιος επιδίωκε την είσπραξη απαιτήσεών του από τρίτους. Με την 1028/2000 μάλιστα απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίστηκε ημέρα παύσεως των πληρωμών του η 31/5/1999. Κινούμενος μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι μετά την καταμήνυσή του από τον εγκαλούντα για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αυτής που αναφέρεται στο στοιχ. 6, πλήρωσε αυτήν επιλεκτικά, επιδιώκοντας προφανώς να αθωωθεί στο Εφετείο, όπως και έγινε. Προσπάθησε όμως να αποφύγει την πληρωμή των υπολοίπων, παραπλανώντας τον εγκαλούντα ότι οι υπογραφές σ' αυτές δεν ήταν δικές του για να μην στραφεί αυτός εναντίον του δικαστικώς για την καταβολή των ποσών αυτών ύψους συνολικά 7.200.000 δρχ. Είναι εξάλλου αξιοσημείωτο ότι, παρά την ενημέρωσή του από τον εγκαλούντα ότι φέρεται ως οπισθογράφος των επιδίκων επιταγών, δεν κατέθεσε ποτέ μήνυση για να καταγγείλει το δήθεν τελεσθέν σε βάρος του αδίκημα της πλαστογραφίας. Άλλωστε και άλλη φορά και συγκεκριμένα ανακόπτοντας την 17231/99 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος του κατόπιν αιτήσεως του ΕΕ, με βάση την σ' αυτή αναφερόμενη επιταγή εκδόσεώς του, ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του ήταν πλαστή, χωρίς και πάλι να κατονομάσει τον πλαστογράφο ή να επικαλεστεί ότι κατέθεσε μήνυση σχετική (βλ. την 1028/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Είναι προφανές ότι επρόκειτο επομένως για αμυντική τακτική έναντι των δανειστών του. Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω δεδομένα, αγόμεθα στο συμπέρασμα ότι με τις ψευδείς παραστάσεις του ο Χ έπεισε τον εγκαλούντα ότι οι υπογραφές με το όνομα "Χ" στις υπό στοιχ. 1-5 επιταγές δεν ήσαν δικές του και έτσι αυτός παραπλανηθείς δεν στράφηκε εναντίον του δικαστικώς προκειμένου να διεκδικήσει τα ποσά των υπό στοιχ. 1-5 επιταγών, συνολικού ύψους 7.200.000 δραχμών (1.200.000 + 1.000.000 + 2.000.000 + 2.000.000 + 1.000.000) ή 21.129,86 Ευρώ, με αποτέλεσμα να υποπέσει σε παραγραφή η αξίωσή του εναντίον του εκκαλούντος από τα αξιόγραφα αυτά, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 52 του ν. 5960/1933, όπως ισχύει, περί επιταγής "Αι εξ αναγωγής αγωγαί του κομιστού κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότου και κατά των άλλων υπόχρεων, παραγράφονται μετά έξι μήνες από της λήξεως της προθεσμίας προς εμφάνισιν ...". Προεκλήθη επομένως ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος, ισόποση προς το συνολικό ποσό των προεκτεθεισών πέντε επιταγών ύψους 21.129,86 Ευρώ, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του εκκαλούντος, είναι δε αδιάφορο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αν αυτός, εν όψει και του γεγονότος ότι η δανειολήπτρια εταιρεία, που υπολειτουργούσε εν τω μεταξύ, δήλωσε αδυναμία εξοφλήσεώς του αφενός και αδυνατούσε αφετέρου να κινηθεί εναντίον του οπισθογράφου εκκαλούντος και των δύο εκδοτών των επιταγών, έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της και έχει για το λόγο αυτό εγείρει κατά του εκκαλούντος την 8/7/2004 την πλαγιαστική αγωγή του άρθρου 72 ΚΠΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αριθ. καταθ. δικ. 4954/2004). Εξ άλλου, από την όλη υποδομή που έχει διαμορφώσει ο κατηγορούμενος δρώντας όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου για να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμή των προαναφερθεισών επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, σε μια γενικότερη προσπάθεια να αντιμετωπίσει με κάθε τρόπο τους πιστωτές του, από τους οποίους διωκόταν έχοντας περιέλθει σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τα χρέη του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, δηλ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα: α) η κρίσιμη παραδοχή του βουλεύματος περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων για το ψευδές της διαβεβαιώσεως του αναιρεσείοντος, ότι οι επί των επιταγών υπογραφές με το όνομά του ως οπισθογράφου δεν είναι ιδικές του, εκ της οποίας παραπείσθηκε ο εγκαλών και δεν στράφηκε δικαστικώς εναντίον του εντός του χρόνου παραγραφής της οικείας αξιώσεώς του από κάθε επιταγή, ως προς μεν τις επιταγές 1, 2 και 5 (συνολικού ποσού 3.200.000 δρχ.) αιτιολογείται ελλιπώς από απόψεως αποδεικτικών μέσων, καθόσον δεν στηρίζεται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας, αλλά στηρίζεται μόνον σε δήλωση που προέβη ενώπιον άλλου ποινικού δικαστηρίου ο εκπροσωπήσας τον αναιρεσείοντα στη δίκη ενώπιον του άλλου αυτού δικαστηρίου συνήγορός του, η οποία (δήλωση), ενόψει του ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του δεν απολογείται για τον εκπροσωπούμενο, είναι χωρίς έννομη επιρροή, ως προς δε τις λοιπές 3 και 4 επιταγές δεν αιτιολογείται παντάπασι, αφού τα παρατιθέμενα συναφώς στο βούλευμα, ότι κατόπιν της ως άνω δηλώσεως του συνηγόρου του αναιρεσείοντος για τις επιταγές 1, 2 και 5 "λογικά εκτιμάται ως ισχύον το ίδιο και για τις υπόλοιπες δύο επιταγές υπό στοιχ. 3 και 4", δεν συνιστούν αιτιολογία με την έννοια των ως άνω διατάξεων, β) υπάρχει ασάφεια και δη, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι άνω έξι επιταγές δόθηκαν στον εγκαλούντα από την δανεισθείσα από αυτόν εταιρεία, όχι προς εξόφληση, αλλά ως εγγύηση προς εξασφάλιση επιστροφής του δανεισθέντος ποσού, δε διευκρινίζεται από πού προέκυψε υπολειτουργία και αδυναμία της δανεισθείσας πρωτοφειλέτριας εταιρείας να επιστρέψει στον εγκαλούντα δανειστή το δανεισθέν ποσό, βάσει της συμβάσεως δανείου, ζήτημα το οποίο επηρεάζει την ύπαρξη ή μη βλάβης και δη ζημίας στη περιουσία του εγκαλούντος από την ως άνω απάτη, η οποία ζημία πρέπει να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις άνω παραπλανητικές ενέργειες του κατηγορουμένου, γ) δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, καθόσον το Συμβούλιο, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων έχει τελέσει και άλλες, εκτός από την επίμαχη, πράξεις απάτης, δέχθηκε σχετικώς ότι "από την όλη υποδομή που έχει διαμορφώσει (ο κατηγορούμενος) δρώντας όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, προκειμένου να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμή των επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, σε μια γενικότερη προσπάθεια να αντιμετωπίσει με κάθε τρόπο τους πιστωτές του από τους οποίους διωκόταν έχοντας περιέλθει σε αδυναμία να αντιμετωπίσει τα χρέη του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος" χωρίς, όμως, να παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι η πράξη τελέσθηκε υπό την εν λόγω επιβαρυντική περίσταση, ήτοι περιστατικά που να συγκεκριμενοποιούν το αναφερόμενο σχέδιο δράσεως και την εντεύθεν ύπαρξη υποδομής. Κατ' ακολουθίαν, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠοινΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, που πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα για τις ανωτέρω πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί το εν λόγω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως, (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 755/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική πράξη απάτης κατ' επάγγελμα, με ζημία άνω των 15.000 ευρώ (άρθρ. 386 παρ. 1, 3 α και 13 στ ΠΚ). Βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β΄, Δ΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 203/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί αναιρέσεως της 53637/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενη την ..., που δεν παρέστη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 57/6 Ιουλίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Πλημμελειοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Σωφρονά και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1045/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να ζητήσει την αναίρεση των αποφάσεων του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων και πταισματοδικείων της περιφέρειάς του, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 473 § 3 ΚΠοινΔ, δηλαδή μέσα σε δέκα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του οικείου ποινικού δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Κατά δε το άρθρο 504 § 1 ΚΠοινΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμον όροι (ΟλΑΠ 3/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 § 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το Ν.Δ.1325/1972): "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά την παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 15 παρ3 του Ν.3472/2006: "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υπόχρεου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης επί της επιταγής, ισχύουν χα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 2και3του άρθρου 42 ΚΠΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ. 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ'ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλων είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95*"το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές ης διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. και επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρείας, Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας [ΟλΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρείας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασης του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ (ΟΛ. ΑΠ 4/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, κατόπιν της από 28-2-2008 εγκλήσεως της εδρεύουσας στην Αθήνα Α.Ε. με την επωνυμία "Μάρκος Γναφάκης - Βιοτεχνία Ετοίμων Ενδυμάτων Α.Ε." ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης - αναιρεσίβλητης ..., για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 29-12-2007 και 30-1-2008, παραπέμφθηκε δε να δικασθεί ενώπιον του ΣΤ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 53637/2009 απόφασή του έπαυσε οριστικά την, κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη με την εξής αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση, με το από 5-3-2008 πρακτικό το Δ.Σ. της Μάρκος Γναφάκης ΑΕ εξουσιοδοτούσε τον Σ1 να καταθέσει μήνυση και να παρίσταται ως πολ. ενάγων για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εις βάρος της ως άνω εταιρείας. Πράγματι την 28-3-2008 ο ως άνω πληρεξούσιος κατέθεσε την από 28-2-2008 μήνυση έγκληση ενώπιον του Εισ. Πρωτ. Αθηνών. Όμως, το παραπάνω πρακτικό, στην ως άνω μήνυση έχει προσκομιστεί ως ακριβές αντίγραφο, χωρίς όμως να βεβαιώνεται αυτό από κάποια αρχή ή δικηγόρο, ούτε βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής των μελών του ΔΣ. Επομένως, εφόσον η έγκληση δεν ασκήθηκε νομότυπα και έχει παρέλθει το τρίμηνο από τη γνώση, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω σιωπηράς παραίτησης του δικαιούχου από το δικαίωμα της έγκλησης". Όμως, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 2117/17-6-1977 και 7904/21-7-2006 ΦΕΚ (ΤΕΥΧΗ ΑΕ και ΕΠΕ) ο άνω Σ1, ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της εγκλήσεως, Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρίας με εξουσία εκπροσώπησης της ενώπιον όλων των δικαστηρίων παντός βαθμού και δικαιοδοσίας με δικαίωμα να υποβάλει μηνύσεις, εγκλήσεις και να ενεργεί κάθε δικαστική πράξη που απαιτεί αυτοπρόσωπη παράσταση, σύμφωνα με το άρθρο 13 του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρίας, που προσκομίσθηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεως και υπάρχει στη δικογραφία.
Συνεπώς, αφού ενήργησε ως καταστατικό όργανο εκπροσώπησης της άνω εταιρίας δεν ήταν αναγκαία για την νομότυπη υποβολή της έγκλησης η προσκομιδή πληρεξουσίου εγγράφου, βεβαιουμένου από κάποια αρχή ή δικηγόρο, ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ.
Συνεπώς το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με το να παύσει οριστικά την κατά της κατηγορουμένης ασκηθείσα ποινική δίωξη με την άνω αιτιολογία, παρά την υποβολή νομότυπης εγκλήσεως, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης από 6.7.2009 αιτήσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς κατά τις παραπάνω διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), σημειουμένου ότι η αναιρεσίβλητη αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 12-8-2009 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., για να εμφανισθεί στην συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 53637/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας. Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Έγκληση από καταστατικό όργανο της ΑΕ. Δεν είναι αναγκαία για την νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η προσκομιδή πληρεξουσίου εγγράφου, βεβαιωμένου από κάποια αρχή ή δικηγόρο, ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ της ΑΕ. Παραδοχή αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση, Απόφαση αθωωτική, Ανώνυμη εταιρία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 202/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, περί αναιρέσεως της 2763/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1018/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, στην περίπτωση που η αμέλεια δεν είναι συνειδητή, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Ενόψει αυτών, ποινική ευθύνη ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και που η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2763/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων, ιατρός, κηρύχθηκε ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα τεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα (για τον αναιρεσείοντα και τον αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του ΑΑ): "από την ανωμοτί κατάθεση ου πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τη διεξαχθείσα κατά το στάδιο της προδικασίας πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή νευροχειρουργικής ... και τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ εμφάνιζε κατά τις αρχές του έτους 2003 προβλήματα στη σπονδυλική του στήλη, που του προκαλούσαν πόνο και γενικά ενοχλήσεις. Ύστερα από συμβουλές διαφόρων γιατρών για συντηρητική αντιμετώπιση του περιστατικού, που δεν επέφεραν αποτέλεσμα, ήλθε μέσω τρίτου γνωστού του σε επαφή αρχικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο Χ, γιατρό νευροχειρουργό και στη συνέχεια με τον πρώτο κατηγορούμενο ΑΑ, επίσης νευροχειρουργό. Οι κατηγορούμενοι αφού τον υπέβαλαν σε εργαστηριακές εξετάσεις (ακτινογραφίες, μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες) τον εξέτασαν και κλινικά. Από την κλινική και απεικονιστική εξέταση κατέληξαν στη διάγνωση ότι υπάρχει αστάθεια, της Ο.Μ.Σ.Σ στο επίπεδο κυρίως του 03 - 05 και λιγότερο του 04 - 05, και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα χειρουργικά με σπονδυλοδεσία. Η ενέργεια αυτή των κατηγορουμένων ήταν ενδεδειγμένη σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας. Αποδίδεται σ' αυτούς με το κλητήριο θέσπισμα υπαιτιότητα ότι η διάγνωση αυτή. και η εν συνεχεία χειρουργική επέμβαση και σπονδυλοδεσία έγιναν κατά παράβαση των γενικώς παραδεκτών κανόνων, της ιατρικής επιστήμης και τέχνης, διότι η κατάσταση του εγκαλούντος μπορούσε να αντιμετωπιστεί συντηρητικά με φαρμακευτική αγωγή, χωρίς να είναι απαραίτητη η χειρουργική επέμβαση και η σπονδυλοδεσία. Τέτοια όμως αμέλεια των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Όλοι οι ειδικοί γιατροί που εξετάσθηκαν ως μάρτυρες, αλλά και εκείνοι που συνέταξαν σχετικές γνωματεύσεις - πραγματογνωμοσύνες που αναγνώσθηκαν, συμφωνούν ότι για να αποφασιστεί ή όχι η χειρουργική αντιμετώπιση ενός προβλήματος στη σπονδυλική στήλη, όπως αυτό του εγκαλούντος, απαιτείται αφενός μεν απεικονιστική - εργαστηριακή εξέταση της περιοχής, αφετέρου δε κλινική εξέταση του ασθενούς. Συμφωνούν επίσης ότι αν υπάρχει αστάθεια της σπονδυλικής στήλης η διάγνωση της οποίας γίνεται με τους ανωτέρω τρόπους και κυρίως με την κλινική εξέταση, η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση είναι η σπονδυλοδεσία. Από τις απεικονιστικές εξετάσεις αποδεικνύεται ότι υπήρχαν προβλήματα στον 03-05 μεσοσπονδύλιο δίσκο που εμφάνιζε ελάττωση του μαγνητικού σήματος λόγω ελάττωσης της υδατοβρίθιας αυτού και ήπια οστεοφυτική γεφύρωση στο ύψος αυτό, αλλά και στο 04 - 05 διάστημα όπου παρατηρείτο ήπια αμφιπλαγία δισκοκήλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου. Σε κλινική εξέταση προεγχειριτικά υπέβαλαν τον εγκαλούντα μόνο οι κατηγορούμενοι και κανένας από τους εξετασθέντες ως μάρτυρες και τους συντάξαντες τις αναγνωσθείσες γνωματεύσεις. Με αυτά τα δεδομένα οι μόνοι που έχουν πλήρη εικόνα της καταστάσεως του εγκαλούντος προεγχειριτικά είναι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι, ενόψει του ότι η συντηρητική αντιμετώπιση του προβλήματος μέχρι τότε δεν απέδωσε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησαν, με το να συστήσουν και να διενεργήσουν ακολούθως χειρουργική και σπονδυλοδετική αντιμετώπιση του προβλήματος, κατά παράβαση των γενικώς παραδεκτών κανόνων της ιατρικής επιστήμης και τέχνης . Μετά την άνω διάγνωση και την απόφαση για χειρουργική επέμβαση και σπονδυλοδεσία προγραμματίσθηκε η χειρουργική επέμβαση και πραγματοποιήθηκε στις 2-3-2003, στη "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ" Θεσσαλονίκης από τον δεύτερο κατηγορούμενο (εννοείται ο αναιρεσείων) με βοηθό τον πρώτο. Η πρωτοβουλία της επεμβάσεως ήταν στον κυρίως χειρουργό δηλαδή στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος έπαιρνε και εκτελούσε τις αποφάσεις κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως, ενώ ο ρόλος του πρώτου κατηγορουμένου, ως βοηθού χειρουργού ήταν εντελώς επικουρικός και βοηθητικός - συμβουλευτικός. Δηλαδή εκτελούσε τις εντολές του κυρίου χειρουργού, δευτέρου κατηγορουμένου, με το να κρατά καθαρό το χειρουργικό πεδίο, να παραδίδει όταν ζητούσε ο δεύτερος τα σπονδυλοδετικά υλικά, να βοηθά στη συρραφή του εξωτερικού τραύματος μετά την ολοκλήρωση της επέμβασης. Περί αυτού σαφείς και πειστικοί στις απολογίες τους είναι και οι δύο κατηγορούμενοι που περιγράφουν την κατάσταση που επικρατούσε κατά τη διάρκεια της εγχειρίσεως, αλλά και ο μάρτυρας ... αναισθησιολόγος που ήταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια της επεμβάσεως και έχει προσωπική και άμεση γνώση της διεγχειριτικής διαδικασίας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά την επέμβαση που πραγματοποίησε ο ίδιος στην προαναφερόμενη ιδιωτική κλινική, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση των προαναφερομένων καθηκόντων του, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα τοποθέτησε βίδες ενδοκαναλικά και όχι στο σώμα των σπονδύλων προκαλώντας τραυματισμό και βλάβη των ριζών 03, 04, 05 (δεξιά). Ειδικά η δεξιά βίδα 04 του αυχένα του σπονδυλικού τόξου τοποθετήθηκε εντός του σωλήνα, εγκλωβίζοντας μια νευρική ρίζα, προκαλώντας σε αυτή φλεγμονή και βλάβη του ριζικού περιβλήματος, ενώ η αριστερή βίδα.04 βρίσκονταν στο μεσοσπονδύλιο τμήμα 03 - 04 και κινούνταν προκαλώντας κάταγμα στον αυχένα του σπόνδυλου. Εξαιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του ανωτέρω ιατρού και της αποτυχίας της επέμβασης που αυτός πραγματοποίησε, προκλήθηκαν στον ανωτέρω ασθενή που κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67%, οσφυαλγία, χωλότητα κατά τη βάδιση του δεξιού σκέλους, αδυναμία τετρακέφαλου, προσθίου κνημιαίου και περονιαίων μυών δεξιά. Ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι οι ανωτέρω βλάβες του εγκαλούντος δεν οφείλονται σε αμελή δική του συμπεριφορά, αλλά στη συμπεριφορά του εγκαλούντος, που δεν ακολούθησε τις συστάσεις του για αποφυγή έντονων και επιβαρυντικών για τη σπονδυλική στήλη κινήσεων το αμέσως μετεγχειριτικό στάδιο, αλλά και στη δεύτερη επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο εγκαλών μεταγενέστερα στη Γαλλία για αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας και έτσι διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού (κατηγορουμένου) και του αποτελέσματός της βλάβης του εγκαλούντος αποδεικνύεται αβάσιμος. Η προαναφερόμενη βλάβη στον εγκαλούντα εμφανίστηκε αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση που πραγματοποίησε ο δεύτερος κατηγορούμενος και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, υποδείχθηκε δε σ' αυτόν, από τον πρώτο κατηγορούμενο η αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας με την υπόδειξη δε αυτή συμφώνησε αρχικά ο εγκαλών, ο οποίος ανέθεσε την αναθεώρηση στον πρώτο κατηγορούμενο, μετέγνωσε όμως λίγο πριν πραγματοποιηθεί αυτή και καθ' υπόδειξη και των δύο κατηγορουμένων απευθύνθηκε ο εγκαλών σε Γάλλο ειδικό, που έκανε την αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας στη Γαλλία. Αν δεν υπήρχε πρόβλημα από την αμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου κατά την επέμβαση δεν θα υποδείκνυαν οι κατηγορούμενοι αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού απορριφθεί ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, πρέπει να κηρυχθεί αυτός (ο δεύτερος) ένοχος". Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 314 του ΠΚ που εφήρμοσε. Ειδικότερα το δικάσαν Εφετείο : α) εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή (μη συνειδητή) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και συνιστούν παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, εντοπιζόμενης στο ότι αυτός τοποθέτησε βίδες ενδοκαναλικά και όχι στο σώμα των σπονδύλων, προκαλώντας τραυματισμό και βλάβη των ριζών 03, 04, 05 (δεξιά) και ότι ειδικά η δεξιά βίδα 04 του αυχένα του σπονδυλικού τόξου τοποθετήθηκε εντός του σωλήνα, εγκλωβίζοντας μία νευρική ρίζα, προκαλώντας σε αυτή φλεγμονή και βλάβη του ριζικού προβλήματος, ενώ η αριστερή βίδα 04 βρισκόταν στο μεσοσπονδύλιο τμήμα 03 - 04 και κινούνταν, προκαλώντας κάταγμα στον αυχένα του σπονδύλου ορθώς δε δεν εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη το άρθρου 15 του ΠΚ όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ως εκ του ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου συνίσταται σε ενέργεια και όχι σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, β) προσδιόρισε λεπτομερώς την προκληθείσα στον παθόντα σωματική βλάβη, γ) αιτιολόγησε με πειστικές σκέψεις τον, μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, αφού δέχεται ότι αμέσως μετά τη χειρουργική επέμβαση εμφανίσθηκε η προκληθείσα στον παθόντα βλάβη, τον δε συλλογισμό "αν δεν υπήρχε πρόβλημα από την αμέλεια του δευτέρου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά την επέμβαση δεν θα υπεδείκνυαν οι κατηγορούμενοι αναθεώρηση της σπονδυλοδεσίας" συμπληρωματικώς υπήγαγε στις προηγηθείσες ορθές σκέψεις, γιαυτό η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος (β' λόγος αναιρέσεως) ότι το άνω επιχείρημα (συλλογισμός) δεν συνιστά απόδειξη αποτυχίας της σπονδυλοδεσίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στο σκεπτικό εμφιλοχωρεί αντίφαση διότι, ενώ κατ' αρχήν δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε αμέλεια κατά την διάγνωση και την εν συνεχεία χειρουργική επέμβαση, περαιτέρω δέχεται ότι αυτός επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την χειρουργική επέμβαση, είναι αβάσιμη, διότι το δικάσαν Εφετείο, αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα που παρέπεμπε τον κατηγορούμενο για αμελή συμπεριφορά κατά τη διάγνωση και εν συνεχεία κατά την χειρουργική επέμβαση, δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά κατά τη διάγνωση, περαιτέρω δε με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχεται, κατά τα παραπάνω την αμελή του συμπεριφορά κατά την σπονδυλοδεσία. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις είναι αβάσιμη διότι, δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, από δε την αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ότι το Δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι μάρτυρες και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα επισημαινόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα μεταξύ των αναγνωσθέντων, τα οποία δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι δεν τα συνεκτίμησε το Δικαστήριο, όπως και τις μαρτυρικές καταθέσεις, από μόνο το λόγο ότι παρέλειψε να σχολιάσει αυτές και τα έγγραφα, ενώ ο περαιτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί αντιθέσεως των επισημαινομένων εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων των ..., ..., ..., ... και ..., προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγει σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες αναφέρονται συλλήβδην από το Εφετείο ως μάρτυρες κατηγορίας, ενώ οι εξ αυτών ..., ..., ..., ... είχαν προταθεί ως μάρτυρες υπερασπίσεως. Τούτο δίνει υπό τον χαρακτηρισμό "μάρτυρες κατηγορίας" στην έκκλητη δίκη νοούνται οι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη, ή οι υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ' αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι κατ' άρθρο 355 ΚΠΔ, οι συγκεκριμένοι δε μάρτυρες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ' αριθ. 12840/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης οι μεν ... και ... είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων και από τον Εισαγγελέα κλητευθέντες ως μάρτυρες και επομένως ως μάρτυρες κατηγορίας, οι δε ... και ... ως μάρτυρες υπερασπίσεως, οι οποίοι στην κατ' έφεση δίκη κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα. 'Ετσι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι αδιάφορο αν οι μάρτυρες υπερασπίσεως στην πρωτόδικη δίκη χαρακτηρίσθηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας στην κατ' έφεση δίκη, των οποίων οι καταθέσεις λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 σοτιχ. Δ' και Ε', με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την έννοια της ασάφειας και αντιφατικότητας που ανωτέρω εκτέθηκε και διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά μόνον ορισμένες όπως και όλα τα έγγραφα αλλά μόνο ορισμένα και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν και συνακολούθως να απορριφθεί και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 38/24-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2763/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη εξ αμελείας. Ποινική ευθύνη ιατρού. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 201/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της 904/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Μαΐου 2009, 4 Μαΐου 2009 και 13 Μαΐου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 707/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθ. 24, 25/4.5.2009 και από 13.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4024/2009) αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθ. 904/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. γ' του ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης και, επομένως, η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση άλλου δικαστηρίου επί συναφούς υποθέσεως ή περί διακοπής της δίκης πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 904/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την οποία οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για απάτη κατά συναυτουργία στις εκεί αναφερόμενες ποινές, και από τα πρακτικά τους, οι συνήγοροι που εκπροσώπησαν στη δίκη τους κατηγορουμένους, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης "μέχρι την έκδοση απόφασης από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διότι η πράξη για την οποία κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι είναι συναφής γιατί πρόκειται για την ίδια υπόθεση στα ίδια χρονικά διαστήματα". Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο, γιατί δεν προβλήθηκε σαφώς και ορισμένως, με όλα τα πραγματικά περιστατικά που θα προέκυπταν από την αναμενόμενη απόφαση και θα είχαν έννομη επιρροή στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό των κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, χωρίς η απόρριψή του να επιφέρει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εφόσον αυτή προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και όχι την αναβολή της δίκης, με επαρκή αιτιολογία, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τα εξής: "Το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν συντρέχουν λόγοι αναβολής της παρούσας υπόθεσης και τούτο διότι η εκδοθησομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης επί της εφέσεως κατά της με αριθμό 483/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που αναφέρεται σε πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στη ... (και όχι στις ... όπως στην προκειμένη περίπτωση) και στρεφόμενες εναντίον διαφορετικών παθόντων, δεν θα αποτελέσει δεδικασμένο και ως εκ τούτου δεν θα ασκήσει έννομη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης.
Συνεπώς το αίτημα για αναβολή της υπόθεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Η αιτιολογία δε αυτή είναι η ειδική και εμπεριστατωμένη που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού αναφέρεται και ο λόγος για τον οποίο η απόφαση, μέχρι την έκδοση της οποίας ζητήθηκε η αναβολή, δεν θα αποτελούσε δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση, και, επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, (κοινός) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος αναβολής (υπό στοιχ. Α' αναιρετηρίων), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε τη διακοπή της δίκης για τις 13.2.2009, "ώστε να αναπτυχθεί ολοκληρωμένα η ένσταση εκκρεμοδικίας, άλλως δεδικασμένου των κατηγορουμένων". Το Τριμελές Εφετείο απάντησε στο αίτημα αυτό, μετά την παράθεση νομικής σκέψεως για την έννοια της εκκρεμοδικίας, κατά λέξη, ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν με την με αριθμό 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' Βαθμού για την πράξη της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και ειδικότερα ότι τέλεσαν την ανωτέρω πράξη στη ... κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του 2004 μέχρι τις 23-9-2004 μεταδίδοντας καθημερινά και για πολλές ώρες το τηλεπαιχνίδι "FOTO FAULT" από τους τηλεοπτικούς σταθμούς "BEST NEWS", "BEST CHANNEL", "TV ...", "ΟΡΙΟΝ", "COSMOS", "EUROPE 1", "SUPER". Στη δικαζόμενη υπόθεση η κατηγορία αφορά πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι στις ... κατά το χρονικό διάστημα από 15-12-2003 έως 15-3-2004 μεταδίδοντας το προαναφερόμενο τηλεπαιχνίδι από τηλεοπτικούς σταθμούς των ... (" ΤV ...", "Τηλεπιλογή"). Επομένως πρόκειται για διαφορετική πράξη από αυτήν για την οποία έχουν καταδικαστεί οι κατηγορούμενοι (με την με αριθμό 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση από τους κατηγορούμενους, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση στη δικάσιμο της 24-2-2009) ως προς το χρόνο και τον τόπο τέλεσης αυτής αλλά και ως προς τα πρόσωπα των παθόντων και των λοιπών ιστορικών γεγονότων. Εξάλλου αφού κατά τα ανωτέρω εκκρεμεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έφεση κατά της με αριθμό 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δε μπορεί να γίνει λόγος περί δεδικασμένου καθόσον μεταξύ των άλλων αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου είναι η ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης η οποία όμως δεν υφίσταται εν προκειμένω.
Συνεπώς για όλους τους παραπάνω λόγους η ένσταση της εκκρεμοδικίας άλλως δεδικασμένου που προέβαλαν οι κατηγορούμενοι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη". Ο ισχυρισμός, όμως, περί εκκρεμοδικίας, άλλως, δεδικασμένου, όπως έχει και ανωτέρω αναφερθεί, προβλήθηκε εντελώς αορίστως και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πλην η αιτιολογία που διέλαβε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και ο σχετικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, (κοινός) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, αφού δεν κήρυξε την ποινική δίωξη απαράδεκτη (υπό στοιχ. Β' αναιρετηρίων), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στην απόφαση για την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, ενυπάρχει και σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος για διακοπή της δίκης, στο οποίο και πάλι δεν υπεχρεούτο να απαντήσει το δικαστήριο, αφού και αυτό υποβλήθηκε αορίστως και χωρίς την επίκληση σημαντικού αιτίου, για το οποίο το Δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει στη διακοπή της δίκης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 ΠΚ, "αν δύο η περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, η σύμπραξη δε στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες ή επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται εξειδίκευση των ενεργειών καθενός συναυτουργού. Ειδικότερα, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης, απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, υλοποιώντας, αυτοπροσώπως και αμέσως, είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επί μέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Όταν, όμως, στον ίδιο τόπο και χρόνο περισσότεροι διαπράττουν την ίδια πράξη κατά το αντικειμενικό σκέλος της, χωρίς να υπάρχει κοινός δόλος (συναπόφαση) των δραστών, τότε δεν πρόκειται για συναυτουργία, αλλά για παραυτουργία ή παράλληλη αυτουργία, οπότε καθένας από τους δράστες διώκεται και κρίνεται ως αυτουργός της σχετικής πράξης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες απάτης κατά συναυτουργία σε βάρος του ΑΑ, πράξη που τέλεσαν οι από αυτούς Χ2 και Χ3με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε τον μεν Χ1 σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, μετατραπείσα, τις δε ανωτέρω σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσα, την καθεμιά. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. 0 πρώτος κατηγορούμενος (Χ1) ήταν ο παραγωγός, δημιουργός και οργανωτής του τηλεπαιχνιδιού "FOTO FAULT". Το δικαίωμα εκμετάλλευσης του ανωτέρω τηλεπαιχνιδιού το εκχώρησε αυτός (α' κατηγορούμενος) στην εταιρία με την επωνυμία: "ΣΠΕΚΤΡΟΥΜ - ΚΟΝΝΕΚΤ ΦΑΣΜΑ ΑΕ", στις 9-1-2004 δυνάμει σχετικής συμβάσεως. Η δεύτερη κατηγορούμενη (Χ3), που ήταν διευθύνουσα σύμβουλος της παραπάνω εταιρίας (SPECTRUM) ανέλαβε την παραγωγή και εκμετάλλευση του παραπάνω τηλεπαιχνιδιού (FOTO FAULT) συμβληθείσα για το σκοπό αυτό μεταξύ των άλλων και με τηλεοπτικούς σταθμούς της πόλεως των ... Περαιτέρω ανατέθηκε στην εταιρία με την επωνυμία "FONS ΑΕ ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις" που εδρεύει στη ..., στην οποία διευθύνουσα σύμβουλος ήταν η τρίτη κατηγορουμένη (Χ2), να αναλάβει τον συντονισμό και την εκπομπή του προγράμματος μέσω των άνω τηλεοπτικών σταθμών, παρέχοντας Studios για την παραγωγή και προβολή του τηλεπαιχνιδιού FOTO FAULT. Η εταιρία ABC TELECOM παρείχε βάσει συμβάσεως τις γραμμές (090) στις εταιρίες SPECTRUM και FONS. Το τηλεπαιχνίδι αυτό συντονιζόταν από τηλεπαρουσιαστή και βασιζόταν στη συμμετοχή τηλεθεατών οι οποίοι τηλεφωνούσαν είτε από σταθερό είτε από κινητό τηλέφωνο σε τηλεφωνικές γραμμές οι οποίες ήταν υψηλής χρέωσης (090). Στη διάρκεια της εκπομπής, παρουσιαστές οι οποίοι εναλλάσσονταν μεταξύ τους παρουσίαζαν στο κοινό δύο φωτογραφίες σχεδόν όμοιες, αλλά με μια διαφορά την οποία οι παρουσιαστές καλούσαν τους τηλεθεατές να ανακαλύψουν και να ανακοινώσουν σε αυτούς (παρουσιαστές). Εάν ο τηλεθεατής έβρισκε τη διαφορά θα αμείβονταν με κάποιο ποσό το οποίο μετά από κάθε αποτυχημένη απάντηση αυξάνονταν και έφθανε σε αρκετές χιλιάδες ευρώ. Πρέπει να αναφερθεί πως η διαφορά μεταξύ των δύο φωτογραφιών ήταν εύκολα διακριτή, σχεδόν από κάθε τηλεθεατή. Όταν κάποιος τηλεθεατής εντόπιζε αυτή τη διαφορά και καλούσε στον αριθμό υψηλής χρέωσης που υπήρχε επί της οθόνης του δέκτη του, ένα μαγνητόφωνο τον πληροφορούσε ότι βρίσκεται σε γραμμή προτεραιότητας. Την ίδια στιγμή άκουγε τον παρουσιαστή του προγράμματος να συνομιλεί με κάποιον άλλο παίχτη που συμμετείχε και αυτός στο τηλεπαιχνίδι. Ο παίχτης αυτός εντελώς παράδοξα αντί να διακρίνει τη σωστή διαφορά μεταξύ των φωτογραφιών, η οποία ήταν ολοφάνερη, έδινε λανθασμένες απαντήσεις με συνέπεια να αποτυγχάνει στο παιχνίδι. Όπως αποδείχθηκε ο παίχτης αυτός δεν ήταν πραγματικός παίχτης, αλλά ενεργούσε ύστερα από συνεννόηση με τους κατηγορούμενους και δήλωνε σκόπιμα λανθασμένη διαφορά για να αυξάνει έτσι με το δήθεν λάθος του το ποσό που προσδοκούσε να κερδίσει. Την ώρα που ο τηλεθεατής τηλεφωνούσε δέχονταν την ψευδή παράσταση του γεγονότος ότι ήταν σε γραμμή προτεραιότητας καθώς και της συμμετοχής ενός άλλου παίχτη, η οποία συμμετοχή όμως ήταν εικονική. Μετά την παρέλευση δεκαπεντάλεπτου από την κλήση του πραγματικού παίχτη η τηλεφωνική σύνδεση διακόπτονταν χωρίς αυτός (πραγματικός παίχτης) να έχει μιλήσει με τον παρουσιαστή. Όμως ο τηλεθεατής αυτός που υποτίθεται ότι ανέμενε στη γραμμή προτεραιότητας χρεώνονταν πραγματικά την τηλεφωνική του σύνδεση. Στο χρονικό διάστημα από 15-12-2003 έως 15-3-2004 μεταδόθηκαν επανειλημμένα εκπομπές από τηλεοπτικούς σταθμούς τοπικής εμβέλειας της πόλεως των ... κατά τη διάρκεια των οποίων διεξάγονταν το παραπάνω τηλεοπτικό παιχνίδι, στο οποίο συμμετείχαν ανυποψίαστοι τηλεθεατές καταβάλλοντος διάφορα χρηματικά ποσά για τη συμμετοχή τους στο παιχνίδι. Όπως είναι προφανές αν οι τηλεθεατές γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι το παιχνίδι είναι εικονικό δε θα συμμετείχαν σε αυτό. Όλα τα παραπάνω τα έπρατταν οι ως άνω κατηγορούμενοι με σκοπό να αποκομίσουν με την απατηλή αυτή συμπεριφορά τους παράνομα περιουσιακά οφέλη από τα κέρδη των υπερχρεώσεων των τηλεφωνικών λογαριασμών των τηλεθεατών βλάπτοντας τις αντίστοιχες περιουσίες τους. Μεταξύ των τηλεθεατών αυτών ήταν και ο ΑΑ, κάτοικος ... Ο εν λόγω τηλεθεατής βλέποντας να προβάλλεται από τηλεοπτικούς σταθμούς των ... το προαναφερόμενο τηλεπαιχνίδι εκδήλωσε την επιθυμία του να λάβει μέρος σε αυτό για να κερδίσει ως έπαθλο το ποσό των 10.000 ευρώ, αφού η απάντηση στις ερωτήσεις που υποβάλλονταν από την τηλεπαρουσιάστρια ήταν πολύ εύκολη. Ενώ όμως η κλήση στον αριθμό που αναγράφονταν επί της οθόνης ήταν ευχερέστατη, στη συνέχεια αυτός (τηλεθεατής) ετίθετο σκόπιμα σε αναμονή για μεγάλο χρονικό διάστημα που έφθανε μέχρι και δεκαπέντε (15) λεπτά της ώρας, χωρίς ουδέποτε να μπορέσει να συνομιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή του παιχνιδιού, αφού μετά την πάροδο του δεκαπεντάλεπτου έπεφτε η τηλεφωνική γραμμή και ήταν αδύνατη η επικοινωνία με τον παρουσιαστή του παιχνιδιού. Ο παραπάνω τηλεθεατής συμμετείχε στο παραπάνω τηλεπαιχνίδι αφενός μεν γιατί ήξερε να δώσει τη σωστή απάντηση για να κερδίσει το προαναφερόμενο ποσό και αφετέρου γιατί είχε την πεποίθηση ότι η χρέωση της τηλεφωνικής μονάδας των κλήσεων που πραγματοποιούσε ήταν η συνήθης. Και τούτο διότι αποκρύπτονταν από τον τηλεπαρουσιαστή σκόπιμα το γεγονός ότι οι τηλεφωνικές συνδέσεις του με τον τηλεοπτικό σταθμό θα χρεώνονταν με μεγάλο αριθμό μονάδων. Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια να κληθεί ο τηλεθεατής ΑΑ από τον ΟΤΕ προκειμένου να πληρώσει το ποσό των 1900 ευρώ συν ΦΠΑ το οποίο είναι υπέρογκο για τον ίδιο. Έτσι με τον παραπάνω τρόπο, δηλαδή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων προκλήθηκε ζημία στην περιουσία του ΑΑ κατά το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο ποσό ωφελήθηκαν κατά τα συμβατικά τους ποσοστά οι παραπάνω κατηγορούμενοι, ιδιοποιούμενοι αυτά χωρίς νόμιμη αιτία, γεγονός στο οποίο αποσκοπούσαν από την αρχή ... Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους, πρέπει ... οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι (εννοεί τους αναιρεσείοντες), να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σε αυτούς πράξεως κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτών αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων, ότι, δηλαδή, ο τηλεθεατής που θα συμμετείχε στο τηλεπαιχνίδι θα υπερχρεωνόταν, για τις σχετικές τηλεφωνικές συνδέσεις, με μεγάλο αριθμό μονάδων, ενώ, κατά τη διάρκεια των 15 λεπτών που θα ανέμενε στην τηλεφωνική του γραμμή, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή, από την οποία (απόκρυψη), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο συμπεριφορά, στη συμμετοχή του, δηλαδή, στο τηλεπαιχνίδι, έχοντας την πεποίθηση ότι η χρέωση της τηλεφωνικής μονάδας των κλήσεων που πραγματοποιούσε ήταν η συνήθης, γ) η βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος και δ) ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού και δη ο Χ1 ως πνευματικός δημιουργός του ως άνω τηλεπαιχνιδιού και συμβαλλόμενος με την παραγωγό εταιρία SPECTRUM, η Χ2 ως διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας αυτής, η οποία ανέλαβε την παραγωγή και εκμετάλλευση του τηλεπαιχνιδιού και συμβλήθηκε με τηλεοπτικούς σταθμούς τοπικής εμβέλειας της πόλεως των ..., και η Χ3, η οποία, ως διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας FONS, παρείχε studios για την παραγωγή και προβολή του τηλεπαιχνιδιού. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (υπό στοιχ. Γ', Ε', Στ' αναιρετηρίου Χ1, Γ', Ε' αναιρετηρίου Χ2 και Γ' αναιρετηρίου Χ3), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συγκεκριμένα: Η αιτίαση ότι, πρόκειται για αστική διαφορά, γιατί η μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως, όπως επί του τηλεοπτικού διαγωνισμού η μη απόδοση του επάθλου από τον οφειλέτη στον συμφωνηθέντα χρόνο, έστω και αν αυτός δεν είχε πρόθεση αποδόσεώς του κατά το χρόνο συνομολογήσεώς του, δεν αποτελεί "γεγονός" παρόν ή παρελθόν, είναι αβάσιμη, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, η αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες απάτη συνίσταται όχι στο ότι αυτοί, με ψευδείς παραστάσεις, δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να αποδώσουν το έπαθλο στον νικητή του τηλεπαιχνιδιού, αλλά στο ότι αυτοί απέκρυψαν αληθινό γεγονός, ήτοι, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο τηλεθεατής που θα συμμετείχε στο τηλεπαιχνίδι θα υπερχρεωνόταν, για τις σχετικές τηλεφωνικές συνδέσεις, με μεγάλο αριθμό μονάδων, ενώ, κατά τη διάρκεια των 15 λεπτών που θα ανέμενε στην τηλεφωνική του γραμμή, δεν θα μπορούσε να μιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή. Η αιτίαση ότι δεν συνιστά πράξη εξαπάτησης το παραπάνω τηλεπαιχνίδι, γιατί απευθύνεται όχι σε εξατομικευμένο αποδέκτη, αλλά στο κοινό γενικά, δεν ευσταθεί, για το λόγο ότι η απόκρυψη του ανωτέρω γεγονότος απευθύνθηκε προς τους συγκεκριμένους τηλεθεατές, μεταξύ των οποίων και στον παθόντα, οι οποίοι επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στο τηλεπαιχνίδι, και, παραπλανηθέντες, κατέβαλαν, για τις τηλεφωνικές κλήσεις, υπέρογκα ποσά. Οι μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών Χ2 και Χ3 ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ούτε ανέγνωσε τις υπ' αριθ. 30349/2008, όσον αφορά την πρώτη, και 46891/2006, όσον αφορά τη δεύτερη, αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, από τις οποίες θα αποδεικνυόταν ότι την ευθύνη για τη λειτουργία και τη διεκπεραίωση των οικονομικών υποχρεώσεων των εταιριών SPECTRUM και FONS είχε αποκλειστικά ο Χ1, είναι αβάσιμες, γιατί, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι οι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις κατηγορούμενες προσκόμισαν τις αποφάσεις αυτές και υπέβαλαν αίτημα για την ανάγνωσή τους και το Δικαστήριο αρνήθηκε. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1 ότι το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε και αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, η αιτίαση του ιδίου ότι, από τη διατύπωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δεν προκύπτει ποια ακριβώς έγγραφα αναγνώσθηκαν και αν είχε παρασχεθεί στον αναιρεσείοντα η ευχέρεια να ασκήσει το παρεχόμενο σ' αυτόν από το νόμο δικαίωμα εκθέσεως των απόψεων και παρατηρήσεών του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκούσε ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων κ.λ.π.), και δεν απαιτείτο και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση στην ανάγνωση των εγγράφων ούτε ζήτησε να εκθέσει τις παρατηρήσεις του σχετικά με κάποιο έγγραφο. Τέλος, η μερικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ2 για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απαράδεκτη για το λόγο που έχει εκτεθεί ανωτέρω.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, "αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, (κοινό) λόγο αναιρέσεως (υπό στοιχ. Δ' των αναιρετηρίων), οι αναιρεσείοντες παραπονούνται γιατί το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε από την υπ' αριθ. 483/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτοί αθωώθηκαν για την πράξη της απάτης που φερόταν ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2002 μέχρι τις 31.12.2003. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως έχει εκτεθεί, το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είχε προβληθεί εντελώς αορίστως, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον απέρριψε, δεχόμενο ότι εκκρεμούσε έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως (που ήταν καταδικαστική και όχι αθωωτική) και ότι η πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι διαφορετική ως προς το χρόνο και τον τόπο τέλεσης, καθώς και ως προς τα πρόσωπα των παθόντων και τα λοιπά ιστορικά γεγονότα από αυτήν που αναφέρεται στην υπ' αριθ. 483/2006 απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ' αριθ. 24/4.5.2009, 25/4.5.2009 και από 13.5.2009 (με αριθ. πρωτ. 4024/2009) αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθ. 904/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη κατά συναυτουργία (τηλεοπτικό παιχνίδι - απόκρυψη γεγονότος ότι ο τηλεθεατής θα ετίθετο σκοπίμως σε αναμονή για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να μπορέσει να μιλήσει με τον τηλεπαρουσιαστή και θα υπερχρεωνόταν με μεγάλο αριθμό μονάδων). Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Η απόκρυψη του ανωτέρω γεγονότος απευθυνόταν όχι γενικά στο κοινό, αλλά στους συγκεκριμένους τηλεθεατές που επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στο τηλεπαιχνίδι, ενώ δεν επρόκειτο για αστική διαφορά. Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση τους. Απόρριψη αιτιάσεως για μη ανάγνωση εγγράφων (που δεν μνημονεύονται στα αναγνωστέα), γιατί δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά (δικαστικές αποφάσεις) και ζητήθηκε η ανάγνωση τους. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού είναι απαράδεκτη. Αίτημα αναβολής μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί συναφούς υποθέσεως με τους ιδίους κατηγορουμένους ήταν αόριστο, πάντως απορρίφθηκε αιτιολογημένα. Αιτιολογημένη απόρριψη ενστάσεως εκκρεμοδικίας, άλλως δεδικασμένου, και του συναφούς αιτήματος διακοπής της δίκης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού. Απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως στο σύνολο τους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Δεδικασμένο, Αναβολής αίτημα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 200/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καπόλλα, περί αναιρέσεως της 19225/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 703/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται ειδικώς ή να συσχετίζονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου εξ αυτών.
Ιδιαίτερη επίσης αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 §2 και 333 §2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή μείωση της ικανότητος καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα τέτοιος αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν αποδίδεται στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 25 §1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 §1 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέσθηκε η μη καταβολή μέρους των προς το Δημόσιο επιδίκων χρεών, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: "α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) μηνών τουλάχιστον, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 3.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια δραχμές όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά". Ήδη με το άρθρο 34 §1 του Ν. 3220/2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου η άνω §1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και ορίσθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α', υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, κατά τα οριζόμενα δε στην § 2 του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην § 1 του ίδιου άρθρου κατά οφειλετών του Δημοσίου επιβάλλονται και προκειμένου α) για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Στην § 3 του άρθρου 1 του Ν. 1882/1990 ορίζεται ότι για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην § 2 του άρθρου αυτού, η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν και ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι ειδικά αιτιολογημένη, είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του εφάπαξ ή σε δόσεις, 4) ο ακριβώς χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, χωρίς να είναι ανάγκη να παρατίθεται και ο, μη αναγκαίος συμπίπτων με εκείνον του ληξιπρόθεσμου του χρέους από τον οποίο και μπορεί αυτό να εισπραχθεί, χρόνος βεβαιώσεως του χρέους που είναι εκείνος κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο του προσδιορισμού του υπόχρεου προσώπου και του είδους και του ποσού της οφειλής και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι εφάπαξ καταβλητέο πέραν των δύο μηνών και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως του παραπάνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 19225/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος, έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2003 μέχρι 29-6-2005, συγκεκριμένα δε στις 30-12-2003, 1-5-2004, 1-6-2004, 1-7-2004, 1-8-2004, 1-9-2004, 1-10-2004, 1-11-2004, 1-12-2004, 1-1-2005, 1-2-2005, 1-3-2005, 1-4-2005 και 29-6-2005 με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπό την ιδιότητά του ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΧΙΤΖΟΣ - ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ", καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων στην Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... χρεών της ως άνω ανωνύμου εταιρείας της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, συγκεκριμένα δε, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των 2.658.961 ευρώ το οποίο είχε βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... και μαζί με τις προσαυξήσεις μέχρι 15-7-2005, ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 3.506.286,78 ευρώ αφορούσε δε επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων, ειδικότερα δε επιστροφή επιχορήγησης σε λογαριασμό Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομικών, φόρο εισοδήματος και πρόστιμο του Υπουργείου Εμπορίου, όπως τα χρέη αυτά κατά είδος φόρους, ποσό, αιτία τρόπο, ημερομηνία βεβαιώσεως, προσαυξήσεις και υποχρεώσεις καταβολής εμφαίνονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση ποινικής δίωξης της ΔΟΥ ΦΑΕ ... προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με αυξ. αριθ. 4 έως 7, που αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο, ειδικότερα δε δεν κατέβαλε: α) το ποσό των 2.634.375 ευρώ που αφορά οφειλή από υποχρέωση επιστροφής σε λογαριασμό Δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομικών του οικονομικού έτους 2003 που βεβαιώθηκε στις 9-7-2003 με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ..., πλέον προσαυξήσεων, μέχρι 15-7-2005, ύψους 843.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά 3.477.375 ευρώ, και έπρεπε να πληρωθεί εφάπαξ στις 29-8-2003, β) το ποσό των 9001 ευρώ που αφορά οφειλή από φόρο εισοδήματος του οικονομικού έτους 1998, που βεβαιώθηκε στις 17-11-2003 με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ..., πλέον προσαυξήσεων, μέχρι 15-7-2005, ύψους 1369,42 ευρώ, που έπρεπε να πληρωθεί σε δεκατρείς (13) μηνιαίες δόσεις, έναντι του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 1286 ευρώ που καταλογίστηκε σε μία δόση και απέμεινε υπόλοιπο ύψους 9.082,42 ευρώ που έπρεπε να πληρωθεί σε δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις η πρώτη από τις οποίες (δόσεις) ήταν ληξιπρόθεσμη στις 31-12-2003 και η τελευταία στις 30-11-2004, γ) το ποσό των 19.333 ευρώ, που αφορά οφειλή επίσης από φόρο εισοδήματος του οικονομικού έτους 1998, που βεβαιώθηκε στις 17-11-2003 με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ..., πλέον προσαυξήσεων, μέχρι 15-7-2005, ύψους 2.941,35 ευρώ, που έπρεπε να πληρωθεί σε δεκατρείς (13) μηνιαίες δόσεις, έναντι του οποίου καταβλήθηκε το ποσό των 2.762 ευρώ, που καταλογίστηκε σε μία δόση και απέμεινε υπόλοιπο ύψους 19512,36 ευρώ, που έπρεπε να πληρωθεί σε δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες (δόσεις) ήταν ληξιπρόθεσμη στις 31-12-2003 και η τελευταία στις 30-11-2004 και δ) το ποσό των 300 ευρώ, που αφορά οφειλή από πρόστιμο του Υπουργείου Εμπορίου, του οικονομικού έτους 2004, που βεβαιώθηκε στις 10-1-2005 με την υπ' αριθμό ... βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ..., πλέον προσαυξήσεων, μέχρι 15-7-2005, ύψους 15 ευρώ, που έπρεπε να πληρωθεί εφάπαξ στις 28-2-2005. Ο κατηγορούμενος όμως υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, δηλαδή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΧΙΤΖΟΣ - ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ", παραβίασε την προθεσμία καταβολής των παραπάνω οφειλών από τότε που κατέστησαν αυτές ληξιπρόθεσμες, δηλαδή από τις ως άνω αναλυτικά αναφερόμενες ημερομηνίες, μολονότι τα παραπάνω χρέη είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... και έγινα ληξιπρόθεσμα στις προαναφερθείσες ημερομηνίες, στις οποίες και έπρεπε να καταβληθούν, δεν κατέβαλε δε κανένα ποσό πλην των προαναφερθέντων ποσών των 1.286 και 2.762 ευρώ, που εισπράχθηκαν από το Δημόσιο ύστερα από αναγγελίες, σε πλειστηριασμούς ακινήτων, όχι μόνο για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι ως άνω οφειλές αλλά ούτε και μέχρι σήμερα. Η παραπάνω παράνομη και αξιόποινη συμπεριφορά του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, συνιστά εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ειδικότερα δε της παραβιάσεως του άρθρου 25 §1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστήθηκε με το άρθρο 34 §1 του Ν. 3220/2004 με έναρξη ισχύος από 1-1-2004 ενώ το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του προαναφερόμενου πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ. Από τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, καθόσον αφορά τις οφειλές που αναφέρονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με αυξ. αριθ. 4 έως 7, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ότι για τις με αυξ. αριθ. 5 και 7 οφειλές του παραπάνω πίνακα πρέπει να κηρυχθεί αθώος, επικαλούμενος δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του ότι το ύψος κάθε μιας των οφειλών αυτών συνυπολογιζομένων και των προσαυξήσεων, δεν υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των ως άνω οφειλών έλαβε χώρα μετά την ισχύ του Ν. 3220/2004, το σύνολο δε των οφειλών του, την προθεσμία καταβολής των οποίων παραβίασε, υπό την ισχύ του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει κατά πολύ το προαναφερόμενο όριο των δέκα χιλιάδων ευρώ. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ότι δεν είχε δόλο να τελέσει την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, επικαλούμενος ουσιαστικά την οικονομική αδυναμία του και παράγοντες ανεξάρτητους της βουλήσεώς του να εκπληρώσει την αντίστοιχη υποχρέωσή του, την ύπαρξη της οποίας όμως γνώριζε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, εφόσον προέκυψε ότι έλαβε γνώση της υποχρεώσεώς του για καταβολή των προαναφερομένων ληξιπρόθεσμων οφειλών και παραβίασε την προθεσμία καταβολής αυτών, η παράλειψή του αυτή στοιχειοθετεί τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω αδικήματος, ενώ οι ισχυρισμοί του περί προτέρου εντίμου βίου του και ειλικρινούς μεταμελείας του δεν προέκυψε ότι είναι βάσιμοι από ουσιαστική άποψη, ως εκ τούτου δε είναι απορριπτέοι λαμβανομένου υπόψη ότι όσον αφορά τον επικαλούμενο πρότερο έντιμο βίο του ο ίδιος (εκκαλών - κατηγορούμενος) συνομολογεί με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι έχει καταδικαστεί για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, ανεξαρτήτως της αιτίας για την οποία κρίθηκε ένοχος, ενώ όσον αφορά την επικαλούμενη ειλικρινή μεταμέλειά του δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του που να τείνει στην εξάλειψη ή έστω στη μείωση των συνεπειών της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως του ... Ακολούθως αναγνώρισε υπέρ του κατηγορουμένου τα από τη διάταξη του άρθρου 84 §2β του ΠΚ ελαφρυντικό ότι στην τέλεση της άνω πράξεώς του ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά με την αιτιολογία ότι οι ως άνω οφειλές δεν αφορούν προσωπικά τον ίδιο, αλλά την ανώνυμη εταιρεία "Κ. ΧΙΤΖΟΣ - ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ" ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της οποίας όφειλε να καταβάλει τις προαναφερόμενες οφειλές στο Δημόσιο και παραβίασε την προθεσμία καταβολής αυτών και ότι το μεγαλύτερο μέρος των παραπάνω χρεών αφορά επιστροφή επιδότησης, λόγω του ότι δεν ολοκληρώθηκε η επένδυση για την οποία δόθηκε αυτή από το Ελληνικό Δημόσιο η αιτία δε καθυστερήσεως ολοκληρώσεως της επενδύσεως αυτής οφείλεται σε λόγους ανεξαρτήτους της βουλήσεως του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και συγκεκριμένα σε σοβαρό τραυματισμό του σε αυτοκινητιστικό ατύχημα το έτος 1997, που δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με τις υποθέσεις της παραπάνω ανωνύμου εταιρείας που λειτουργούσε ως οικογενειακή επιχείρηση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, με συνέπεια να μη τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων επενδύσεών της, που γίνονταν με επιδότηση του Ελληνικού Δημοσίου στην περιοχή ..., αιτία για την οποία αξιώθηκε η επιστροφή της επιδότησης από την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, η οποία για το λόγο αυτό έπαυσε την δραστηριότητά της από το έτος 2004, έχουν δεσμευθεί δε τα περιουσιακά της στοιχεία αλλά και τα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία του ίδιου του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, από το προϊόν της εκπλειστηριάσεως των οποίων να ικανοποιηθεί σημαντικό μέρος των ως άνω οφειλών του Δημοσίου και συνάγεται από τα άνω πραγματικά περιστατικά ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις προαναφερόμενες οφειλές προς το Δημόσιο, προφανώς όχι από δυστροπία αλλά από οικονομική αδυναμία που αντιμετώπιζαν τόσο η ως άνω ανώνυμη εταιρεία της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος όσο και ο ίδιος. Με βάση τα παραπάνω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφαση τον ήδη αναιρεσείοντα κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτής, ένοχο του ότι στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2003 μέχρι 29-6-2005 και συγκεκριμένα κατά τις παρατιθέμενες όπως και στο σκεπτικό της προαναφερόμενες επιμέρους ημερομηνίες με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, υπό την ιδιότητα ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΧΙΤΖΟΣ - ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων στη Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... χρεών της ανωνύμου εταιρείας συνολικού ποσού 2.658.961,00 ευρώ, το οποίο μαζί με τις προσαυξήσεις, μέχρι 15-7-2005 ανέρχεται συνολικά σε 3.506.286,78 ευρώ, όπως τα χρέη αυτά κατά είδος φόρου, ποσό, αιτία, τρόπο ημερομηνία βεβαίωσης, προσαυξήσεις και υποχρεώσεις καταβολής εμφαίνονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την με αριθμ. πρωτ. ... αίτηση ποινικής δίωξης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... προς την Εισαγγελία Πρωτοδίκων Θεσσαλονίκης με αύξοντες αριθμούς 4 έως και 7 και παρατίθενται αναλυτικά όπως προαναφέρθηκε και στο σκεπτικό της αποφάσεως κατά είδος οφειλής, αιτία αυτής, κεφάλαιο, αριθμό βεβαιώσεως και ημερομηνία βεβαιώσεως την από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... ημερομηνία λήξεως του χρόνου καταβολής, προσδιορισμό του χρόνου καταβολής κάθε δόσεως για όσα από τα χρέη από φόρους ήταν καταβλητέα σε δόσεις και υπερβαίνει το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του άνω πίνακα χρεών το ποσό των 120.000 ευρώ, με το ελαφρυντικό ότι ωθήθηκε στην τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης του από αίτια μη ταπεινά και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ποινή με καθορισμό του ποσού της μετατροπής προς 10 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την τέλεση από αυτόν κατ' εξακολούθηση της πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατά παράβαση του άρθρου 25 § 1 Ν. 1892/1990 όπως αποκαταστάθηκε από το άρθρο 23 § 1 Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004. Εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο ήδη αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν χωρίς να παραβιασθούν ευθέως ή εκ πλαγίου. Προσδιορίζεται σαφώς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως ότι η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των κρισίμων τεσσάρων χρεών είναι η Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. ... Εξειδικεύεται το είδος καθενός των χρεών αυτών, από υποχρέωση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθείσης επιχορηγήσεως σε λογαριασμό δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομικών οικονομικού έτους 2003 το πρώτο, από οφειλή φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1998 το δεύτερο και το τρίτο αυτήν και από πρόστιμο του Υπουργείου Εμπορίου οικονομικού έτους 2004 το τέταρτο των χρεών, ο χρόνος βεβαιώσεως στις 9-7-2003 του πρώτου, στις 17-11-2003 το δεύτερου και του τρίτου και στις 10-1-2005 του τελευταίου, ο τρόπος και χρόνος καταβολής εφάπαξ του πρώτου και του τέταρτου των χρεών που έπρεπε να πληρωθούν στις 29-8-2003 και στις 28-2-2005 αντιστοίχως και σε δώδεκα μηνιαίες δόσεις η πρώτη από τις οποίες ήταν καταβλητέα στις 31-12-2003 και η τελευταία στις 30-11-2003 όσον αφορά το δεύτερο και τρίτο των χρεών, τα ποσά των προσαυξήσεων καθενός των χρεών αυτών, η ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου πέραν του τετραμήνου της οφειλέτριας των άνω χρεών ημεδαπής ανωνύμου εταιρείας και ειδικότερα ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και τα ποσά της ληξιπρόθεσμης οφειλής για κάθε χρέος καθώς και η μη πληρωμή των τόσο για τα εφάπαξ καταβλητέα όσο και για τα καταβλητέα σε συνεχείς μηνιαίες δόσεις των οποίων είχε παρέλθει η προθεσμία καταβολής των κατά του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, προκύπτει δε από τα παρατιθέμενα άνω στοιχεία ότι το πρώτο από τα άνω χρέη, που ήταν καταβλητέο εφάπαξ και αφορούσε πράξη που τελέσθηκε πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 §1 Ν. 3220/2004 υπερέβαινε κατά το ύψος του από 3.477.375 ευρώ (2.634.375 κύρια οφειλή + 843.000 προσαυξήσεις) το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 §1 του Ν. 2523/1997 κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών χρεών και φόρων πέραν των παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων). Προκύπτει ακόμη όσον αφορά τα χρέη ο φόρος εισοδήματος οικονομικού έτους 1998 που δεν κατέβαλε ο αναιρεσείων και ήταν πληρωτέα σε μηνιαίες δόσεις η καθυστέρηση καταβολής της πρώτης από τις οποίες και η μη καταβολή λοιπών εμπίπτει σε χρονικό διάστημα μετά την 1-1-2004 και όσον αφορά το χρέος από το πρόστιμο του Υπουργείου Εμπορίου που έπρεπε να πληρωθεί εφάπαξ στα τέλη Φεβρουαρίου 2005 ότι το άθροισμα αυτών από κεφάλαιο οφειλής και προσαυξήσεις υπερέβαινε μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, το ποσό των 10.000 ευρώ που είναι το όριο του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου επιτρέπεται από 1-1-2004 και μετά να ζητηθεί η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Συνεπώς για τα χρέη που ο χρόνος καταβολής των έπεται της 1-1-2004 εφαρμοστέες είναι οι άνω διατάξεις του Ν. 3220/2004, ενώ για τα χρέη ο χρόνος καταβολής των οποίων προηγείται της 1-1-2004 και το δικαστήριο επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της υποθέσεως μετά το άνω χρονικό σημείο θα εφαρμοσθούν ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι ευνοϊκότερες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις. Έτσι αν κάθε καταβλητέο πριν από την 1-1-2004 χρέος αφορά πράξη τελεσθείσα πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 § 1 του Ν. 3220/2004 υπερβαίνει το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 §1 του Ν. 2523/1997 κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, τυγχάνουν εφαρμογής ως ευνοϊκότερες οι διατάξεις του άρθρου 34 § 1 του Ν. 3220/2004 για τους οφειλέτες του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του ΠΚ. Με τις διατάξεις αυτές του νεότερου νόμου το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη αυξάνεται στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη. Κατ' ακολουθία αυτήν δεν έσφαλε το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που συμπεριέλαβε στις επιμέρους πράξεις για τις οποίες κήρυξε ένοχο της παραβιάσεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 κατ' εξακολούθηση του ήδη αναιρεσείοντα τόσο τη μη καταβολή του χρέους από φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 1998 από 9.001 ευρώ πλέον προσαυξήσεων από 1.369,42 ευρώ και μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος ποσού 1.286 για το υπόλοιπο της οφειλής αυτής από 9.084,32 ευρώ καταβλητέας σε δώδεκα μηνιαίες δόσεις η πρώτη από τις οποίες έληγε στις 31-12-2003 και η τελευταία στις 30-11-2004 όσο και του ποσού των 300 ευρώ από πρόστιμο του Υπουργείου Εμπορίου οικονομικού έτους 2004 πλέον προσαυξήσεων από 15 ευρώ, πληρωτέου εφάπαξ στις 28-2-2005 εφόσον το συνολικό ποσό των χρεών της ανώνυμης εταιρείας, ο χρόνος πληρωμής καθενός των οποίων ήταν μεταγενέστερος της 1-1-2004 και για τη μη καταβολή των οποίων υπείχε ευθύνη ο αναιρεσείων υπερέβαινε τα 10.000 ευρώ. Είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 3220/2004 κηρύχθηκε αυτός ένοχος για τα παραπάνω δύο συγκεκριμένα χρέη και ότι υπό την ισχύ του άρθρου 34 § 1 του τελευταίου νόμου δεν ήταν αξιόποινες πράξεις και δεν μπορούσαν να αποτελέσουν επιμέρους εκδήλωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο από το ότι το ποσό για τα χρέη αυτά δεν υπερέβαινε το όριο των δέκα χιλιάδων ευρώ.
Διαλαμβάνεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία ως προς τον δόλο του ήδη αναιρεσείοντος και ειδικότερα με όσα εκτίθενται στο σκεπτικό αυτής που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό και αφορούν στην παράθεση των στοιχείων της πράξεως που του αποδίδεται όσον αφορά την παράλειψη καταβολής των επί μέρους χρεών της ανώνυμης εταιρείας, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, προς το Δημόσιο και με όσα επίσης αναφέρονται για το ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση των παραπάνω ληξιπρόθεσμων οφειλών και παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών αυτών ενώ είχε λάβει γνώση της υπάρξεως αυτής της υποχρεώσεώς του. Εξυπακούεται η ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου από την τέλεση κατά τον άνω τρόπο κατ' εξακολούθηση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως και δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως ο δόλος του καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος. Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης εκείνης ότι καθυστέρησε το έργο της ανώνυμης εταιρείας "Κ. ΧΙΤΖΟΣ - ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΙΑ ΑΒΕΕ" της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο ήδη αναιρεσείων, για το οποίο είχε επιχορηγηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών και αφορούσε την κατασκευή νέας μονάδας της ανωτέρω εταιρείας στην περιοχή ... πριν ολοκληρωθεί η επένδυση, λόγω του σημειωθέντος στις 21-4-1997 σοβαρού αυτοκινητιστικού ατυχήματος κατά το οποίο τραυματίσθηκαν ο ίδιος και η σύζυγός του που έμεινε παράλυτη και των προβλημάτων που ανέκυψαν από αδυναμία του να διοικήσει την επιχείρηση και των προβλημάτων σχετικά με τον τραπεζικό δανεισμό που είχαν ως συνέπεια την ανάκληση της υπαγωγής της επένδυσης της ανωτέρω εταιρείας στον επενδυτικό νόμο στις 12-5-2003 και την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο Επικρατείας στις 7-6-2005 επί της οποίας εξεδόθη απόφαση απορριπτική, στις 6-5-2008 και ότι από λάθος του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώ αναμενόταν μετά από διαδοχικές αναβολές η έκδοση αποφάσεως από το ΣτΕ, δικάσθηκε ερήμην του ο αναιρεσείων από το ποινικό Δικαστήριο πρωτοδίκως, αποτελούσε αρνητικό του υποκειμενικού στοιχείου της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως ισχυρισμό ότι η μη καταβολή των άνω χρεών δεν οφειλόταν σε δόλο αυτού αλλά σε οικονομική αδυναμία και στα πιο πάνω εκτιθέμενα ότι είχαν προηγουμένως συμβεί περιστατικά. Στον ισχυρισμό αυτόν αν και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ιδιαιτέρως το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απήντησε όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της και τον απέρριψε ως αβάσιμο. Το γεγονός ότι αναγνωρίσθηκε στον αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση το ελαφρυντικό ότι αυτός ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, για το ότι η οφειλή αφορούσε την ανώνυμη εταιρεία της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεως του ίδιου αναιρεσείοντος, η επένδυση για το νέο εργοστάσιο του εν λόγω νομικού προσώπου για την οποία είχε επιδοτηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί και ήταν το μεγαλύτερο από της προαναφερθείσες οφειλές προς το δημόσιο, δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων ετέλεσε με δόλο την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και την απόρριψη του άνω αρνητικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί κατ' έφεση από την υπεράσπιση του κατηγορούμενου ότι από οικονομική αδυναμία του και από παράγοντες ανεξάρτητους της βουλήσεώς του δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση του να καταβάλει τις άνω οφειλές προς το Δημόσιο από τότε που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, αφού τα περιστατικά που θεμελιώνουν την άνω ελαφρυντική περίσταση δεν ήταν τέτοια που να απειλεί αν ενεργήσει ο κατηγορούμενος με τη γνώση και θέληση να παραβεί την υποχρέωση να καταβάλει στο Δημόσιο ποσά περισσοτέρων χρεών για τα οποία ευθυνόταν ο ίδιος κατά τον κρίσιμο χρόνο αρκετά έτη αργότερα από τότε που, κατά τους ισχυρισμούς του, ανέκυψαν τα προβλήματα που ανέφερε ότι ανέκυψαν. Είναι απορριπτέες επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εστερείτο της επιβαλλόμενης αιτιολογίας λόγω αντιφάσεων και ασαφειών στο σκεπτικό της όσον αφορά τη συνδρομή των στοιχείων της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε και ιδιαίτερα όσον αφορά τον δόλο του αναιρεσείοντος, που κρίνεται κατά τον χρόνο τελέσεως αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 82 §§ 1 και 2 εδαφ. α' ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική, εκτός εάν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 3 του ιδίου άνω άρθρου του ΠΚ το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου. Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε δέκα (10) ευρώ έως εξήντα (60) ευρώ μετά την τροποποίηση του δεύτερου εδαφίου της § 3 του άρθρου 82 με την απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 50492/8-6-2008 (Φ.Ε.Κ. Β' 1112/13-6-2008), με έναρξη ισχύος αυτής 15 ημέρες από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως 20 μηνών, αφού έκρινε ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση να ανασταλεί η εκτέλεση της παραπάνω ποινής φυλακίσεως των είκοσι μηνών σύμφωνα με το άρθρο 99 ΠΚ όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 3 Ν. 2497/1997, λόγω προηγούμενης καταδίκης του αμετάκλητα σε στερητικές της ελευθερίας ποινές το σύνολο των οποίων υπερέβαινε τους έξι (6) μήνες και περαιτέρω αφού έλαβε υπόψη του την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος μετέτρεψε σύμφωνα με το άρθρο 82 § 2 ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 3β του Ν.2 408/1996 την παραπάνω ποινή φυλακίσεως σε χρηματική με υπολογισμό κάθε ημέρας φυλακίσεως προς δέκα (10) ευρώ. Οι διατάξεις περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης ή κράτησης σε χρηματική τόσο ως προς το όριο μετατροπής όσο και ως προς το ποσό μετατροπής καθώς και περί μετατροπής σε κοινωφελή εργασία είναι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς εφαρμόζεται πάντοτε το ηπιότερο περί μετατροπής δίκαιο και εφαρμόζεται ex tunc ο ευμενέστερος μεταγενέστερος νόμος κατά το άρθρο 2 του ΠΚ ... Για τις πράξεις που τελέσθηκαν μετά την 29-6-2008 το ποσό μετατροπής είναι από 10-60 ευρώ για τη φυλάκιση με βάση την προαναφερθείσα 50492/2008 κοινή Υπουργική Απόφαση ενώ για αυτές που τελέσθηκαν από 29-11-2006 μέχρι 29-6-2008 το ποσό μετατροπής ανερχόταν για κάθε ημέρα φυλάκισης από 5-58,69 ευρώ σύμφωνα με την 58554/2006 Υπουργική Απόφαση που είχε δημοσιευθεί στο ΦΕΚ Β 776/28-10-2006 με ισχύ ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για τις πράξεις που είχαν τελεσθεί πρότερον το ποσό μετατροπής για κάθε ημέρα φυλάκισης ανερχόταν από 4,40-59 ευρώ σύμφωνα με την Υπουργική Απόφαση 134423α/οικ./8-12-1992 (ΦΕΚ Β 11/20-1-1993). Με τα ποσά που ορίζονταν από 134423α/οικ/1992 Υπουργική Απόφαση, ως του ευμενεστέρου κανόνα, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-2003 μέχρι 29-6-2005, έπρεπε να γίνει η μετατροπή της ποινής φυλακίσεως όπως προκύπτει από την απόφασή του ότι έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο όρισε το ποσό της μετατροπής προς 10 ευρώ ανά ημέρα φυλακίσεως κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 82 ΠΚ και εντός των από την άνω Υπουργική Απόφαση τιθεμένων ορίων αναφέροντας στο σκεπτικό προς αιτιολόγηση της κρίσεως του, ότι έλαβε υπόψη του τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου. Εφόσον δεν έγινε αναιτιολόγητα μετατροπή της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο ποινής φυλακίσεως σε χρηματική με ποσό ανώτερο από το κατώτατο όριο μετατροπής της που ήταν κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως και το οποίο ποσό μετατροπής δεν ήταν εκτός των οριζομένων από την Υπουργική Απόφαση που ήταν εφαρμοστέα, δεν υπερέβη το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την εξουσία του από το ότι δεν καθόρισε το ποσό μετατροπής της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως προς 5 ευρώ ανά ημέρα φυλακίσεως όπως ζητήθηκε από τον συνήγορο υπερασπίσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για την υπέρβαση αυτήν καθώς και για αναιτιολόγητη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής με βάση το ελάχιστο ποσό που ίσχυε όπως είχε αυξηθεί κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αντί του αναφερόμενου ως μικρότερου που ίσχυε κατά την τέλεση της πράξεως και κατά την εκδίκαση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 84 § 2 εδαφ. α' ΠΚ, για να συντρέχει η προβλεπόμενη από αυτή ελαφρυντική περίσταση η οποία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα επιφέρει μείωση της ποινής πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί χωρίς την προβολή των αναγκαίων για τη θεμελίωση του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πραγματικών ισχυρισμών μόνον η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου ή έστω τέτοιου περιέχοντος καταδικαστικές αποφάσεις για παραβίαση κειμένων διατάξεων από αμέλεια ή διατάξεων νόμων που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε επουσιώδη θέματα και αφορούν ποινικές παραβάσεις ήσσονος σημασίας. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 84 §2 εδαφ. δ' ΠΚ προκύπτει ότι ως ελαφρυντική περίπτωση θεωρείται και εκείνη κατά την οποία ο υπαίτιος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Στην περίπτωση αυτή η μετάνοια του υπαίτιου, πρέπει όχι μόνο να είναι ειλικρινής αλλά να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά τα οποία μαρτυρούν ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, δίχως να αρκεί η απλή έκφραση θλίψεως ή συγνώμης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ο συνήγορος υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου προέβαλε τους ισχυρισμούς που κατέθεσε και εγγράφως και καταχωρήθηκαν πρακτικά μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στον κατηγορούμενο ελαφρυντικών περιστάσεων α) από το άρθρο 84 §2α ΠΚ επικαλούμενος ότι μέχρι την καταστροφή που υπέστη ζούσε μια έντιμη οικογενειακή, ατομική, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, οποιαδήποτε καταδίκη του επακολούθησε, όπως για το ΙΚΑ, οφείλεται αποκλειστικά στην καταστροφή της εταιρείας του και στην προσπάθειά του να εξοφλήσει πρώτα τους εργαζόμενους σε αυτόν, β) από το άρθρο 84 § 2 εδαφ. δ' ΠΚ, επικαλούμενος ότι όλη η περιουσία του απαλλοτριώθηκε και εκπλειστηριάσθηκε, τόσο το ακίνητο του εργοστασίου όσο και η προσωπική του ώστε το Δημόσιο έχει ήδη λάβει ή επίκειται να λάβει δια του εκπλειστηριάσματος μεγάλος μέρος της οφειλής όπως προκύπτει και από την αναφερόμενη πρόσκληση δανειστών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης και την αναφερόμενη έκθεση επιμελητή ... Ο πρώτος ισχυρισμός του προτέρου εντίμου βίου δεν θεμελιώνεται στα ως άνω συναφώς επικληθέντα καθόσον προς στοιχειοθέτηση αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως ούτε η καταδίκη του κατηγορουμένου για μη καταβολή στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών ούτε η απουσία άλλης επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο ούτε η μέχρι τότε σύνηθες ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει και να δύναται να αξιολογηθεί από το δικαστήριο θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου σε όλους τους αναφερόμενους στην άνω διάταξη τομείς της ζωής του. Επίσης τα περιστατικά που προβλήθηκαν αναφορικά με τον ισχυρισμό ειλικρινούς μεταμελείας δεν ήταν από εκείνα που να συνδυάζονται με πράξεις του κατηγορουμένου από τις οποίες να προκύπτει ότι επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της αξιοποίνου πράξεώς του αλλά αφορούσαν στον πλειστηριασμό μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως περιουσιακών στοιχείων του και του ακινήτου του εργοστασίου της ανώνυμης εταιρείας που επισπεύθηκε από τους δανειστές των και στο ενδεχόμενο να ικανοποιηθεί το δημόσιο για μέρος των χρεών προς αυτό που παρέλειψε να καταβάλει ο κατηγορούμενος, πέραν των επί μέρους ποσών που έγινε δεκτό ότι εισέπραξε το Ελληνικό Δημόσιο μετά από αναγγελία του σε πλειστηριασμούς των ακινήτων αυτών. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας που απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμελείας με την αναφερόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία εκ περισσού διέλαβε ειδική αιτιολογία ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο προς τούτο λόγω της αοριστίας τους και κατ' ακολουθίαν είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του από τις διατάξεις των εδαφίων α' και δ' του άρθρου 84 § 2 ΠΚ. Όσον αφορά όμως τον έτερο αυτοτελή ισχυρισμό που προβλήθηκε στην δίκη κατ' έφεση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περί αναγνωρίσεως υπέρ του ήδη αναιρεσείοντος ελαφρυντικού από το άρθρο 84 §2 εδάφιο ε' ΠΚ το δικαστήριο απέρριψε αυτόν σιωπηρώς χωρίς να διαλάβει ουδεμία αιτιολογία για την αρνητική περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως κρίση του παρά το ότι κατά την προβολή του άνω ισχυρισμού από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορούμενου που υπεβλήθη και εγγράφως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης αναφέρθηκαν πραγματικά περιστατικά για την καλή συμπεριφορά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως και ειδικότερα ότι αυτός μετά την επικαλούμενη οικονομική καταστροφή του έμεινε άνεργος και χωρίς χρήματα αλλά παρά ταύτα προσπάθησε και ικανοποίησε όλους τους εργαζομένους που απασχολούσε και ειδοποίησε για όλους τους πλειστηριασμούς το Δημόσιο ώστε να αναγγελθεί για να μειωθεί το χρέος του καθώς και ότι προσπαθεί εμπορευόμενος παλαιά σίδηρα να επιβιώσει και να συντηρήσει την οικογένειά του. Έτσι επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας από έλλειψη ακροάσεως και στέρησε το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αυτήν από την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και του άρθρου 39 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Επομένως είναι βάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β' σε συνδυασμό με το άρθρο 170 § 2 Κ.Ποιν.Δ. και αυτή από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. Σε περίπτωση που συντρέχουν στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου πλείονες ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά τα οριζόμενα από άρθρο 85 ΠΚ η μείωση της ποινής λαμβάνει χώρα μια φορά, το δικαστήριο όμως προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του στα όρια της ελαττώμενης ποινής το γεγονός της συνδρομής περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Εφόσον από το Δικαστήριο της ουσίας που έχει αναγνωρίσει υπέρ του κατηγορουμένου έτερη ελαφρυντική περίσταση, δεν επιβλήθηκε το ελάχιστον της κατά το άρθρο 83 ΠΚ ποινής.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον όσον αφορά την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 84 §2ε ΠΚ και αναγκαίως την περί ποινής διάταξη προκειμένου να κριθεί αν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος συντρέχει και η από τη διάταξη αυτή ελαφρυντική περίσταση και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί και αυτή κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα του επιβληθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της ενώπιον του ίδιου άνω Δικαστηρίου, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 19225/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό μόνον ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του και ως προς τη διάταξη περί επιβολής της ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του φόρου, το ύψος της οφειλής, ο τρόπος πληρωμής εφάπαξ ή σε δόσεις, ο ακριβής χρόνος καταβολής του ποσού εφάπαξ ή κάθε δόσεως και η εξειδίκευση του χρέους εάν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή για λοιπούς φόρους και χρέη. Οι τροποποιήσεις που επέφερε το άρθρο 34 § 1 Ν.3220/2004 όταν καθυστερούνται περισσότερα χρέη από οποιαδήποτε αιτία, επιβάλλουν να λαμβάνεται υπόψη για το αξιόποινο το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέος. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 34 § 1 Ν.3220/2004 ως ευμενέστερες όταν υπάρχουν περισσότερα χρέη κάποιο από τα οποία είναι καταβλητέο εφάπαξ πριν από την έναρξη εφαρμογής και έτερα χρέη που είναι καταβλητέα μετά την 1-1-2004 και το άθροισμα αυτών υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών από το Δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμων όταν δεν είναι σαφείς οι σχετικοί ισχυρισμοί και δεν γίνεται επίκληση ορισμένως των θεμελιώντων αυτούς πραγματικών περιστατικών δεν καθιστά αναιρετέα ως αναιτιολόγητη την απόφαση που απορρίπτει αυτούς. Είναι αναιρετέα η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη επιβαλλόμενης αιτιολογίας όταν απορρίπτεται σιωπηρώς χωρίς ουδεμία αιτιολογία αυτοτελής ισχυρισμός που προβλήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά το μέρος που απέρριψε τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό και κατά το μέρος που αφορά την ποινή που επιβλήθηκε εφόσον αυτή δεν είναι η κατώτατη προβλεπόμενη μειωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ και το Δικαστήριο της ουσίας είχε αναγνωρίσει έτερη ελαφρυντική περίσταση συνέπεια της οποίας είχε μειώσει την ποινή φυλάκισης που επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα. Η μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική κατά τους όρους του άρθρου 82 §§ 1, 2, 3 ΠΚ γίνεται πάντοτε με βάση τον ευμενέστερο νόμο κατ' άρθρο 2 ΠΚ. Εφόσον οι περί μετατροπής της ποινής διατάξεις είναι ουσιαστικού δικαίου και πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου για να είναι αιτιολογημένη ότι ελήφθη υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος. Αναιρεί εν μέρει.
|
Φοροδιαφυγή
|
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Αναίρεση μερική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 199/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σταματάκη, περί αναιρέσεως της 410/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, κάτοικους ..., 5. Ψ5, κάτοικο ... και 6. Ψ6, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιπποκράτη Μυλωνά.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 726/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται: α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική η πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 410/2008 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο Ψ1 (σήμερα ένας εκ των πολιτικών εναγόντων) με την από 11-5-2001 αίτησή του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που απευθυνόταν στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδος και στρεφόταν κατά του νυν πρώτου κατ/νου Χ1 ζητούσε να αναγνωρισθεί αφενός η νομή του επί εδαφικού τμήματος μεγαλυτέρου ακινήτου στην θέση "..." της κτηματικής περιφερείας του Δ.Δ. ... του Δήμου ... και αφετέρου προσωρινός νομέας οιονεί δουλείας επί τμήματος ιδιωτικού δρόμου κειμένου στην ίδια θέση διαστάσεων 2,5 μ Χ 500 μ κειμένου στην ίδια άνω θέση. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 364/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδος, με την οποία αναγνωρίστηκε ο αιτών Ψ1 (εγκαλών) προσωρινός νομέας δουλείας διόδου διαστ. 2,5 Χ 500 μ. στην άνω περιοχή, ασκήθηκε δε έφεση κατ' αυτής και η υπ' αριθ. 350/5-9-2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος επεκύρωσε την απόφαση του Ειρηνοδικείου ως προς τη νομή του αιτούντος στην άνω λωρίδα (δρόμο). Ειδικότερα και οι δύο αποφάσεις δέχθηκαν ότι ο αιτών Ψ1 είναι προσωρινώς νομέας οιονεί δουλείας διόδου διαστάσεων 2,5 Χ 500μ και ότι αυτή (δίοδος) διανοίχθηκε μετά από συνεννόηση με τους γειτονικούς ιδιοκτήτες από το έτος 1975. Στην δίκη αυτή των ασφαλιστικών μέτρων εξετάσθηκαν ως μάρτυρες από την πλευράν του αιτούντος (στο ακροατήριο και με ένορκες βεβαιώσεις) οι 1) Ψ5, 2) ΑΑ, 3) Ψ6, 4) Ψ4, 5) Ψ3 και 6) ο Ψ2, οι οποίοι κατέθεσαν μεταξύ άλλων ότι η άνω επίδικη λωρίδα (δρόμος) ανοίχτηκε το έτος 1975 και την χρησιμοποιεί έκτοτε ο αιτών. Μετά τις καταθέσεις τους αυτές υπέβαλε μήνυση ο νύν πρώτος κατ/νος κατ' αυτών ήτοι την από 3-6-2002 μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικείου Χαλκίδος για τα αδικήματα ψευδορκίας κλπ και κατά του Ψ1 (αιτούντος στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων) για ηθική αυτουργία στα αδικήματα των πρώτων. Μετά την υποβολή της μηνύσεως αυτής ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των τελευταίων για τα αδικήματα που προαναφέρθηκαν, η εκδίκαση των οποίων έλαβε χώρα στις 3-11-2004 όπως από το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδος (απόφαση 4793/2004) αθωώθηκαν οι κατ/νοι εκεί. Επ' ευκαιρία της μηνύσεως δε αυτής ήτοι της από 3-6-2002 είχαν εξετασθεί προανακριτικώς ως μάρτυρες κατηγορίας ενώπιον του πταισματοδίκη Χαλκίδος οι 2ος, 3ος και 4ος σήμερα κατ/νοι, οι οποίοι κατέθεσαν μεταξύ άλλων τα εξής: 1) Η 2η σήμερα κατ/νη (Χ2) κατέθεσε για την Ψ5 (εκ των αθωωθέντων) άνω κατ/νων στην 4793/2004 άνω απόφαση (Τριμ. Πλημ/κείου Χαλκίδος) ότι στην από 20.3.2002 ένορκη βεβαίωσή της (βεβαίωσή της που προσκομίσθηκε όπως προαναφέρθηκε στον δίκη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων) είπε ψέματα, γιατί το κτήμα του εξαδέλφου μου είναι πέραν του ποταμού στη θέση "..." και το τριγωνικό τμήμα είναι στη θέση "..." με όριο το ποτάμι του μηνυτή. Επίσης το ακίνητο πέραν του ποταμού είναι του Χ1, αλλά δεν είχε ποτέ καλλιεργηθεί γιατί είχε μόνο πλατάνια ... ο κεντρικός δρόμος ανοίχθηκε το 1977 και όχι το 1975 και το 1978 ανοίχθηκε παρακλάδι του κεντρικού δρόμου, μέχρι το κτήμα που είναι η δεξαμενή του Χ1 ότι ο τελευταίος δεν κατέλαβε ποτέ γιατί αυτό το τρίγωνο είναι δικό του ... ούτε ο πατέρας μου ΒΒ, ούτε ο αδελφός του Χ1 είχαν πάει στα Δικαστήρια και ουδέποτε είχαν διαφορές με τους συγγενείς πλην των κατ/νων και αυτά τα ψέματα τον παρότρυνε να τα πει ο 1ος κατ/νος (εννοούσε τον νυν εγκαλούντα Ψ1) και συνεχίζοντας κατέθεσε για την ΑΑ επίσης εκ των αθωωθέντων στην άνω απόφαση) ότι και αυτή είπε ψέματα ... Τα παιδιά της δεν έδωσαν χρήματα για τον δρόμο, τα χρήματα τα έδωσαν μόνο ο πατέρας μου και ο Ψ3 ... και ο γ' κατ/νος (Ψ6) είπε ψέματα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδος την 25-6-2002, γιατί δεν υπήρχε δρόμος πριν το 1975, είναι άρρωστος ο πατέρας μου και έχει να πάει στα χωράφια πάνω από 20 χρόνια ... Ο Ψ1 ουδέποτε, έγραψε αρχικά γράμματα πάνω στα πλατάνια ο δ' κατ/νος συκοφάντησε τον μηνυτή ότι πήγε ο τελευταίος δήθεν να τον δωροδοκήσει και είπε ψέματα ότι έδωσε χωράφι για να γίνει δρόμος ενώ δεν είχε ... ό,τι είπε ο Ψ3 είναι ψέματα, όπως ανέφερα παραπάνω... και ότι ο στ' κατ/νος είπε ψέματα, ότι δήθεν του κόβαμε τον δρόμο για να πάει στον κτήμα του, ότι είχε πρόσβαση από άλλο δρόμο... τέλος ο ζ' κατ/νος τους έβαλε να πουν ψέματα". B) O 3ος κατ/νος (Χ3) κατέθεσε ότι έχει πεί η Ψ5 (εκ των αθωωθέντων) στην ένορκη βεβαίωση της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδος είναι ψέματα, γιατί η αλήθεια είναι ότι τα δύο κτήματα του μηνυτή και του κατ/νου τα χωρίζει το ποτάμι, φυσικό όριο ... ο δρόμος δεν ανοίχθηκε το 1975, αλλά το 1978 όπου έγινε το παρακλάδι για τα κτήματα "..." ως την ιδιοκτησία του ΓΓ και τμηματικά ανοίχθηκε άλλα 100 μέτρα... ο πατέρας του μηνυτή δεν έκανε καμία περίφραξη, γιατί είναι άρρωστος και δεν μπορεί να πάει στο κτήμα... ο μηνυτής, περιέφραξε το δικό του κτήμα και ο μηνυτής και ο πατέρας μου δεν έχουν εμπλακεί ποτέ σε δικαστικούς αγώνες, παρά μόνο πρώτη φορά τώρα..., είμαι χρόνια γείτονας και δεν έχω ακούσει τίποτα... ό,τι είπε η β' κατ/νη είναι ψέματα, γιατί το επίδικο ακίνητο μετά από το 1947 δεν έχει καλλιεργηθεί και έχει μόνο πλατάνια... ό,τι κατέθεσε ο γ' κατ/νος είναι ψέματα γιατί δεν υπήρχε δρόμος που να οδηγεί στο κτήμα του ...., ο δρόμος που έγινε οδηγεί στο μόνο στο κτήμα του μηνυτή, δεν έχει δει ονόματα πάνω στα πλατάνια, ούτε φυτεμένα φασολάκια, ότι κατέθεσε ο δ' κατ/νος είναι ψέματα, γιατί το επίδικο κτήμα δεν είναι δικό του, αλλά της αδελφής του.... περιήλθε στην κατοχή του το έτος 1989 που πέθανε η αδελφή του.... ό,τι κατέθεσε ο στ' κατ/νος είναι ψέματα, γιατί από τον δρόμο αυτό δεν έχει κτήμα για να περάσει και επομένως δεν γνωρίζει τίποτε όλα αυτά τους έβαλε να την πούν ο ζ' κατ/νος". Γ) ο 4ος κατ/νος (Χ4) κατέθεσε ότι η κατ/νη (εκ των αθωωθέντων) ό,τι ανέφερε στην από 20-3-2002 ένορκη βεβαίωσή της είναι ψέματα, γιατί ο κεντρικός δρόμος ξεκίνησε τον Μάϊο του 1977 και το παρακλάδι "..." έγινε τον Ιούνιο του 1977 και είναι 230μ από κει περνούσε ο Ψ1 και ο δρόμος είχε πλάτος 3 μ. Το επίδικο του ακίνητο δεν καλλιεργείτο ποτέ και δεν το είχε ποτέ ο Ψ1. Είχε και έχει πλατάνια. Ο αδελφός μου και ο πατέρας μου δεν έχουν πάει ποτέ σε δικαστήρια και είναι δυσφημιστικό αυτό που λέει η κατ/νη... και η β' κατ/νη λέει ψέματα, γιατί ο δρόμος έγινε το 1978 και σταμάτησε στα σύνορα ΒΒ, ΓΓ και Ψ3 ... το επίδικο είναι του μηνυτή και όχι του Ψ1 ... ο γ' κατ/νος είπε ψέματα, γιατί τη μπάρα δεν την έβαλε ο Χ1 αλλά την έβαλα εγώ, γιατί έχω όλα τα αγροτικά μου μηχανήματα εκεί"... o δρόμος εφάπτεται με το επίδικο 100 μ. γιατί όλος ο δρόμος είναι 70 μ. ο δρόμος για το επίδικο σταμάτησε το 1978 και όχι το 1975 και μετά συνεχίστηκε το 1989, όταν εγώ αγόρασα την ιδιοκτησία ΓΓ ... ο δ' κατ/νος δεν είχε κτήμα εκεί πέρα για να παραχωρήσει γη και λέει ψέματα καθώς και ό,τι ανέφερε για τον δρόμο ... εκεί πέρα δεν είχε κτήμα ούτε ο ΔΔ, ήταν του ΕΕ ... ο μηνυτής ουδέποτε πήγε να δωροδοκήσει τον Ψ4 και είναι γελοίο να λέει για 500.000 δρχ. όταν το ίδιο κτήμα δεν αξίζει τόσα ... επομένως αυτό που ανέφερε στην Αστυνομία είναι δυσφημιστικό ... και ο Ψ3, ό,τι αναφέρει σχετικά με τον ιδιωτικό δρόμο είναι ψέματα, όπως προανέφερα ... ο στ' κατ/νος είπε ψέματα, γιατί ποτέ στο κτήμα δεν μπήκε μηχάνημα από το 1978 ... Ο Χ1 δεν φύτεψε μόνο μια αχλαδιά, αλλά έβαλε πολλά δέντρα, γιατί είναι δικό του ... τα όρια μεταξύ "..." είναι το ποτάμι". Από όλα τα άνω αναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι όσα κατέθεσαν σχετικά με τον δρόμο 12,5 Χ 500 μέτρα: α) οι 2ος, 3ος και 4ος των νυν κατ/νων ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλκίδας δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, ήσαν δηλαδή ψευδή και επίσης η μήνυση του πρώτου κατ/νου (νυν) ήταν αναληθής σχετικά επίσης με τον ιδιωτικό αυτό δρόμο, μηνύοντας όμως εν γνώσει του ψευδώς τους άνω αθωωθέντες κατ/νους για το περιστατικό αυτό κατόρθωσε να ασκηθεί κατ' αυτών ποινική δίωξη, η οποία όπως προαναφέρθηκε έληξε με την απαλλαγή των κατ/νων εκεί, και ήσαν αναληθή τα ανωτέρω, πράγμα που εγνώριζαν καλώς οι νυν κατ/νοι, διότι όλοι τους είχαν άμεση γνώση και αντίληψη δεδομένου ότι την επίδικη εδαφική λωρίδα διαστάσεων 2,5 μ Χ 500 μ. χρησιμοποιούσε προ των ομμάτων τους ο μηνυτής σήμερα, Ψ1 (και αιτών στα ασφαλιστικά μέτρα) ήδη από το έτος 1975, διανοία δικαιούχου οιονεί νομέα δουλείας διόδου. Ειδικότερα οι κατ/νοι γνωρίζουν καλά ότι την δίοδο εγκαλών την χρησιμοποιούσε μετά την διάνοιξή της και μετά από συναίνεση των γειτονικών ιδιοκτητών ακινητών μεταξύ των οποίων και του πατρός του α' κατ/νου (ΒΒ) αφού είχε διαβεβαιωθεί προηγουμένως απ' αυτόν (εγκαλών) α) ότι θα χρησιμοποιεί την δίοδο και αυτός. Η γνώση τους δε αυτή ήταν άμεση όπως προαναφέρθηκε, διότι όλοι κατοικούν στην περιοχή αυτή και όσα κατέθεσαν για την δίοδο τα κατέθεσαν εξ ιδίας αντιλήψεως και είχαν πρόθεση να ευνοηθεί η θέση του πρώτου κατ/νου στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων επί ζημία του εκ των εγκαλούντων Ψ1. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι όσα κατέθεσαν εξ ιδίας αντιλήψεως οι 2α, 3ος και 4ος κατ/νοι τα κατέθεσαν μετά από παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα εκ μέρους του συγκατηγορούμενου τους Χ1, ήτοι του πρώτου κατ/νου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατ/νοι, ο μεν πρώτος ψευδούς καταμήνυσης οι δε 2α, 3ος και 4ος ψευδορκίας μάρτυρος και να κηρυχθεί αθώος ο 1ος κατ/νος της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας των λοιπών. Πρέπει τέλος να αναγνωρισθεί στους κατηγορουμένους το ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου διότι μέχρι την τέλεση των άνω αδικημάτων είχαν ζήσει καλή κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών τον καθένα, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στο οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης για το οποίο καταδίκασε τον πρώτο αναιρεσείοντα και του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα για το οποίο καταδίκασε τους λοιπούς αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ. Ειδικότερα ως προς την ψευδή καταμήνυση, αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η από 3-6-2002 μήνυση που υπέβαλε ο πρώτος αναιρεσείων κατά των ήδη πολιτικώς εναγόντων για ψευδορκία είναι ψευδής, ότι αυτός γνώριζε την αλήθεια του περιεχομένου της μηνύσεώς του, η οποία γνώση στηρίζεται, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στο ότι αυτός είχε προσωπική αντίληψη της πραγματικής κατάστασης ως κάτοικος της περιοχής και ότι την υπέβαλε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων, πράγμα που πέτυχε, καθώς ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας και παραπέμφθηκαν σε δίκη. Περαιτέρω ως προς την ψευδορκία μάρτυρα, για την οποία καταδικάστηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, περιγράφεται σαφώς στο σκεπτικό της απόφασης η θέση και οι διαστάσεις της διόδου για την οποία έγινε η πολιτική δίκη, το ότι δε σε άλλα σημεία του σκεπτικού η δίοδος αυτή αναφέρεται ως επίδικη εδαφική λωρίδα και σε άλλα σημεία ως δρόμος, δεν δημιουργεί ασάφεια ως προς το θέμα για το οποίο κατέθεσαν ψευδώς οι ανωτέρω αναιρεσείοντες στην πολιτική δίκη η οποία αφορούσε στην αναγνώριση του Ψ1 ως οιονεί νομέα δουλειάς διελεύσεως από την ως άνω δίοδο. Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες και είναι επίσης αβάσιμος και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, ο οποίος στηρίζεται στις αιτιάσεις αυτές. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2009 αίτηση των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, για αναίρεση της υπ' αριθ. 410/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογημένη καταδίκη για το πρώτο έγκλημα του πρώτου κατηγορουμένου και για το δεύτερο των λοιπών κατηγορουμένων. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 197/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσενέ, περί αναιρέσεως της 3025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 587/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζόμενου απ' αυτή εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών της έδρας τους και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, του προβλέπει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρον 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω Ν. 2523/1997), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησης της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση, του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθ. 3.025/2008 απόφαση του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα, ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 123.666,31 ΕΥΡΩ αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που έχουν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ... και ήταν ληξιπρόθεσμα. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, η οποία, καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, αντί να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκασε την αναιρεσείουσα για το έγκλημα της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και επομένως, πρέπει να απορριφθεί. Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύφος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται σπα τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύφος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση το ποινικό αδίκημα, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ' του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1γ' του Ν. 2523/1997, ήτοι δεν κατέβαλε τρεις (3) συνεχείς δόσεις για τα χρέη της, τα οποία είχαν ρυθμιστεί με καταβολή δόσεων, ποσού 123.666,31 ΕΥΡΩ και είχαν βεβαιωθεί από τη ΔΟΥ ... Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορούμενη στις 1/12/2000 στην ..., όπου ασκούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών τη συσκευασία και το εμπόριο αγροτικών προϊόντων, με πρόθεση παραβίασε τη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμία καταβολής των χρεών της προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσόν των 123.666,31 Ευρώ συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων, το οποίο ποσόν αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά και το οποίο είναι βεβαιωμένο στη Δ.Ο.Υ. ... και συγκεκριμένα στις 1/12/2000 δεν κατέβαλε την τρίτη συνεχόμενη δόση χρέος 123.666,31 Ευρώ, το οποίο με την υπ' αριθμ. 2964/9-08-2000 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ..., είχε βεβαιωθεί σε βάρος της και το οποίο αφορούσε πρόστιμο Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για το οικονομικό έτος 1998 και ήταν καταβλητέο σε οκτώ (8) μηνιαίες δόσεις από 29/09/2000 μέχρι 30/04/2001 (από το οποίο ποσό 99.610,42 Ευρώ ήταν ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο και ποσό 24.055,89 ευρώ συνεισπραττόμενα). Έναντι το ανωτέρω ποσού η κατηγορούμενη δε έχει καταβάλλει κανένα ποσό. Για τη μη καταβολή του παραπάνω χρέους συντάχθηκε από το Προϊστάμενο της ανωτέρω εφορείας ο 21/2002 πίνακας χρεών της κατηγορούμενης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κατηγορητηρίου, όπου και ήταν εγγεγραμμένη η υπ' αριθμ. 1 ανωτέρω καταχώρηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν με το κατηγορητήριο πράξεως".
Από αυτά συνάγεται ότι επί του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, το οποίο τελέστηκε υπό την ισχύ του άρθρου 23 του Ν 2523/1997, προκειμένου περί χρεών καταβλητέων σε δόσεις, χρόνος τέλεσης της πράξης είναι ο χρόνος που συμπίπτει με την παρέλευση του χρόνου καταβολής της τρίτης δόσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο δέχτηκε ότι το αδίκημα της μη καταβολής των χρεών που αποδιδόταν στην αναιρεσείουσα, είχε τελεσθεί υπό την ισχύ του άρθρου 23 του Ν 2523/1997 και ότι επρόκειτο περί χρεών καταβλητέων σε δόσεις, η ημερομηνία δε καταβολής της τρίτης δόσης ήταν η 29-11-2000. Από την παρέλευση δε της ημερομηνίας αυτής μέχρι την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης (στον πρώτο βαθμό στις 24-11-2004 και στο δεύτερο βαθμό στις 18-9-2008), δεν είχε παρέλθει οκταετία (μαζί με την αναστολή της παραγραφής) και συνεπώς το αξιόποινο της πράξεως αυτής, δεν είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο με το να μη προβεί σε οριστική παύση της ποινικής διώξεως που είχε ασκηθεί σε βάρος της για μη καταβολή χρεών στο δημόσιο, καίτοι το αξιόποινο της πράξεως αυτής είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής κατά το χρόνο εκδίκασης της υποθέσεως (18-9-2008) αφού από τον χρόνο τελέσεως της είχε παρέλθει οκταετία, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας (άρθρο 510 §1 στοιχ. Θ Κ.Π.Δ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Απριλίου 2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της 3.025/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο πληρωτέων κατά δόσεις. Για τη δίωξη απαιτείται απλή αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 §2 και 4 του Ν.2523/1997, που προϋποθέτει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη του άρθρου 17 και 18 ή 19 του Ν.2523/97 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του Ν.1882/90 και αποτελεί (η έλλειψη της άνω προϋποθέσεως) διακωλυτικό λόγο της ποινικής διώξεως με αποτέλεσμα το απαράδεκτό της. Τα χρέη αυτά, δεν υπόκεινται σε παραγραφή, πριν βεβαιωθούν προς είσπραξη ως δημόσια έσοδα. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η οφειλή και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας γιατί δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη και γιατί δεν έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 194/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ....
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία ..., που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 126/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 41/28-1-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
I) Στη δικάσιμο της 19-2-2010 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης έχει προσδιοριστεί προς εκδίκαση η κατά του Χ , κατοίκου ..., μουσουλμάνου, κατηγορία για το αδίκημα της θρασύτητας κατά της αρχής που φέρεται ότι τελέσθηκε από κοινού με άλλους (άρθρα 26 παρ. 1α, 27, 45, 171 παρ. 2 ΠΚ) και η οποία ανασύρθηκε από το αρχείο του άρθρου 31 παρ. 1, 3 Ν. 3346/2005 διότι εντός έτους από της δημοσιεύσεως του ως άνω νόμου καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την υπ'αριθμ. 3085/2-3-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών που μετατράπηκε προς 4,40 ΕΥΡΩ ημερησίως και χρηματική ποινή 5.000 ΕΥΡΩ για την πράξη της διευκολύνσεως της εξόδου από την χώρα υπηκόου τρίτης χώρας χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις η οποία τελέσθηκε στις 28-2-2006, η έφεση κατά της οποίας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ'αριθμ. 2088/6-5-2008 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και είναι ως εκ τούτου αμετάκλητη. Η ως άνω πράξη φέρεται να τελέσθηκε ομού με άλλες πράξεις και συγκεκριμένα α) παράνομης βίας από κοινού, β) διατάραξη κοινής ειρήνης από κοινού, γ) διατάραξη οικιακής ειρήνης δημόσιας υπηρεσίας από κοινού, δ) παράνομης κατακράτησης από κοινού, για τις οποίες οι φερόμενοι δράστες μεταξύ των οποίων και ο Χ έχουν καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών με την υπ'αριθμ. 21774/23-10-2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της οποίας εκκρεμεί έφεση προς εκδίκαση στο Β' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά την δικάσιμο της 4-5-2010, που φέρονται να τελέσθηκαν στις 16-11-2004 στον ... με αφορμή γυρίσματος σκηνών για ταινία από τηλεοπτικό συνεργείο Αθηνών, που θεωρήθηκε ότι είχαν άσεμνο περιεχόμενο και ότι έλαβαν χώραν στο τέμενος ... από εξαγριωμένο πλήθος (150 περίπου ατόμων) μουσουλμάνων κατοίκων του άνω χωρίου που θεώρησαν ως προσβολή του θρησκευτικού συναισθήματός τους την ανωτέρω ενέργεια του συνεργείου, σε βάρος των μελών του οποίου στρέφονται οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Το επεισόδιο διήρκεσε αρκετές ώρες, κατά τη διάρκεια του οποίου το πλήθος εξέφραζε τα φιλοτουρκικά του αισθήματα, για την αντιμετώπιση δε του οποίου χρειάστηκε η συγκρότηση ειδικής αστυνομικής δύναμης και με συμμετοχή ανωτέρων αστυνομικών, κατεβλήθη προς τούτο μεγάλη προσπάθεια. Έλαβαν μέρος ο ιμάμης της περιοχής (ο οποίος μάλιστα υπέβαλε και σχετική μήνυση), βουλευτές, υποψήφιοι βουλευτές, δημοτικοί (τοπικοί) άρχοντες και άλλοι τοπικοί παράγοντες. Πρόκειται δηλ. για σοβαρό επεισόδιο, στο οποίο μάλιστα δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα από τα μέσα ενημέρωσης και δη τόσον της Τουρκίας όσο και της Ελλάδος, ενώ το δημοτικό συμβούλιο ... συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση και εξέδωσε σχετική ανακοίνωση. Ενόψει των ανωτέρω ο Διευθυντής της Αστυνομικής διεύθυνσης . εκτιμά σοβαρά ότι κατά την εκδίκαση της κατηγορίας θα υπάρξει ενδεχομένως κίνδυνος διασάλευσης της τάξης καθόσο υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αντεγκλήσεων μεταξύ του χριστιανικού στοιχείου και του μουσουλμανικού τοιούτου και συνακόλουθα σοβαρή διασάλευση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (βλ. το υπ'αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Αστυνομικής διεύθυνσης ... προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης). Τους λόγους αυτούς υιοθετεί και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ξάνθης και ζητεί την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο δικαστήριο (βλ. το υπ'αριθμ. 21/8-1-2010 έγγραφό του προς εμάς) δια του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης (βλ. το υπ'αριθμ. ... έγγραφο του τελευταίου προς εμάς).
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 136 ΚΠοινΔ διατάσσεται η παραπομπή από το κατά τα άρθρα 122-125 ιδίου Κώδικα, δηλ. το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές και όταν υπάρχουν "σοβαροί λόγοι σχετικοί με την δημόσια ασφάλεια και τάξη". Τοιούτον λόγον συνιστά (αποτελεί) και ο βάσιμος φόβος διασάλευσης ταύτης, συνεπεία δημιουργηθείσης γενικωτέρας σε κάποια περιφέρεια εξάψεως των πνευμάτων λόγω πολλαπλών αντιθέσεων, εξ ων και συγκρούσεων απειλούνται ως εκ της εντεύθεν αναταραχής (βλ. ΑΠ 439/60 ΠΧρ ΙΑ 137, ΑΠ 2/61 ΠΧρ ΙΑ 205). Επίσης ο κίνδυνος διασάλευσης από την έξαψη θρησκευτικού φανατισμού που προκαλείται από την παραπομπή σε δίκη προσώπων που φέρονται ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις προς υπεράσπιση του θρησκευτικού συναισθήματος (Πρβλ ΑΠ 61/2000 ΠΧρ Ν 134, ΑΠ 309-310/2001 ΠοινΛ 2001 σελ. 451, ΑΠ 1736/93 Υπεράσπιση 1994. 582, ad hoc ΑΠ 1312/2005 Ποιν Χρ 2006, σελ. 238). Δεν απαιτείται μάλιστα βεβαιότητα αλλ'αρκεί η πιθανολόγηση (βλ. ΑΠ 1312/2006). Πρόκειται για παραπομπή η οποία θεσπίστηκε προς αποφυγή του κινδύνου μη ομαλής εκδίκασης της υπόθεσης (βλ. Καρρά ΚΠΔ (2005) σελ. 367). Την άνω παραπομπή διατάσσει ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο (137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠοινΔ) και, όταν ζητείται αυτή από τον Εισαγγελέα του αρμοδίου κατά τόπο δικαστηρίου, εισάγεται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που συμφωνεί με αυτή (άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠοινΔ). Επειδή από τα παραπάνω όντως υφίσταται περίπτωση παραπομπής και δη του εδ. γ' του άρθρου 136 ΚΠοινΔ, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από τις συνθήκες που φέρονται ότι τελέσθησαν οι αξιόποινες πράξεις, οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα, εάν η δίκη διεξαχθεί στην ..., τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ομοθρήσκων αφενός -προς συμπαράσταση των κατηγορουμένων- και Χριστιανών αφετέρου - προς πιστοποίηση της υπεροχής των- με μεγάλη πιθανότητα να σημειωθούν και αντεγκλήσεις μεταξύ τους και έτσι να δημιουργηθεί κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης και ασφαλείας. Επιβάλλεται επομένως όπως διαταχθεί η παραπομπή προς εκδίκαση της παραπάνω κατηγορίας στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως η εκδίκαση της κατηγορίας κατά Χ, κατοίκου ... για θρασύτητα κατά της αρχής, που φέρεται ότι τέλεσε στον ... την 16-11-2004 παραπεμφθεί, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης.
Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. γ' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η παραπομπή μιας υπόθεσης από το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο (δικαστήριο) διατάσσεται, πλην άλλων, περιπτώσεων, και όταν σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη επιβάλλουν την εκδίκαση της υπόθεσης σε δικαστήριο κείμενο σε άλλο τόπο από εκείνο που πρόκειται να εκδικασθεί ή αν συντρέχουν λόγοι ασφαλείας για τη μη μεταγωγή του κατηγορουμένου που επιβάλλουν την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο που εδρεύει στο κατάστημα κράτησης αυτού. Οι λόγοι αυτοί προβάλλονται από τους κατά τόπους εισαγγελείς και δεν είναι ανάγκη να προκύπτουν με βεβαιότητα, αλλά αρκεί η πιθανολόγησή τους. Την παραπομπή αποφασίζει στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στο οποίο εισάγεται η υπόθεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εφόσον και αυτός συμφωνεί με την περί της παραπομπής αίτηση του αρμόδιου Εισαγγελέα (Βλ. ΑΠ 2145/2006 που αντιμετώπισε σε όμοια την ίδια υπόθεση). Στην προκειμένη περίπτωση, αυτά τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:
Στη δικάσιμο της 19-2-2010 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης έχει προσδιορισθεί προς εκδίκαση η κατά τον Χ, κατοίκου ..., μουσουλμάνου το Θρήσκευμα, κατηγορίας για το αδίκημα της θρασύτητας κατά της αρχής από κοινού (άρθρα 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45 και 171 παρ. 2 ΠΚ). Η ως άνω πράξη φέρεται να τελέσθηκε ομού με άλλες πράξεις και συγκεκριμένα: α0της παράνομης βίας από κοινού, β)της διατάραξης κοινής ειρήνης από κοινού, γ)της διατάραξης οικιακής ειρήνης δημόσιας υπηρεσίας από κοινού και δ)της παράνομης κατακράτησης από κοινού, για τις οποίες οι φερόμενοι δράστες, μεταξύ των οποίων και ο Χ έχουν καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών με την υπ' αριθμ. 21774/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας εκκρεμεί έφεση προς εκδίκαση στο Β' Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 4-5-2010. Οι πράξεις αυτές φέρονται ότι έχουν τελεσθεί από τους κατηγορούμενους στις 16-11-2004 στον ..., κατά την εξέλιξη σοβαρού επεισοδίου, σε βάρος και μελών τηλεοπτικού συνεργείου, που διήρκεσε αρκετές ώρες, με τη συμμετοχή 150 περίπου κατοίκων του ανωτέρω χωρίου, μουσουλμάνων, οι οποίοι θεώρησαν τα γυρίσματα σκηνών για ταινία από το ως άνω συνεργείο ότι είχαν άσεμνο περιεχόμενο, έλαβαν χώρα στο τέμενος του ... και προσέλαβαν το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Για την αντιμετώπιση του επεισοδίου αυτού, στο οποίο δόθηκε δημοσιότητα από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως, χρειάστηκε η συγκρότηση ειδικής αστυνομικής δύναμης και η προς τούτο καταβολή μεγάλης προσπάθειας, Ως εκ της φύσεως της ανωτέρω πράξης που εκδικάζεται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης στις 19-2-2010, είναι πιθανόν, κατά την εκδίκαση της, να προκληθούν αντεγκλήσεις μεταξύ του χριστιανικού στοιχείου της τοπικής κοινωνίας και των ομοθρήσκων του κατηγορουμένου που πιθανολογείται ότι θα συγκεντρωθούν προς συμπαράστασή του, με κίνδυνο να διασαλευθεί η δημόσια τάξη και ασφάλεια, όπως εκτιμά ο Διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ξάνθης (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 41762/09/230806/15-12-2009 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Ξάνθης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης) και δέχεται και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ξάνθης, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. 21/8-1-2010 έγγραφο του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπου και το αίτημα για παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω, συντρέχει νόμιμη και ουσιαστική βάσιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας και παραπομπής της υπόθεσης, από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, όπου είναι εκκρεμείς, στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την στο σκεπτικό υπόθεση της κατά τον Χ, κατοίκου ..., κατηγορίας για θρασύτητα κατά της αρχής, που φέρεται ότι τέλεσε στον ... στις 16-11-2004, προς εκδίκασή της, από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπομπή σε άλλο δικαστήριο λόγω της πιθανότητας διασάλευσης της δημόσιας τάξης και ασφάλειας στο αρμόδιο Δικαστήριο από άτομα ομόθρησκα προς τον κατηγορούμενο κατ' άλλων μη ομοθρήσκων με αυτά ατόμων.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπου-λο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 20045/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης. Με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1, κάτοικο ..., 2. Χ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν, 3. Χ3 και 4. Χ4, κάτοικους ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γώγο.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 21/9-4-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 273, 274, και 28 ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο δράστης να μην κατέβαλε, κατ` αντικειμενική κρίση, την απαιτούμενη προσοχή που κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν και της κοινής πείρας και λογικής, β) να είχε αυτός τη δυνατότητα, εν όψει των προσωπικών του ιδιοτήτων, των γνώσεών του, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος και δ) από την προξενηθείσα βλάβη σε δικό του ή ξένο πράγμα κινητό ή ακίνητο να μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς τον σκοπό επανορθώσεως τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Ειδικά δε, προκειμένου περί αθωωτικής απόφασης, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ/γμα 53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον, κατ άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση, ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αξιολόγησε και εκτίθενται στα πρακτικά, τα αναγκαία περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, για την ύπαρξη της οποίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη είναι η ενοχή και όχι η αθωότητά του. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες-έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. 'Οταν εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, αρκεί να προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασης ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε, όχι μόνο τα ειδικά μνημονευόμενα, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 20045/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσίβλητοι κηρύχθηκαν αθώοι, οι μεν πρώτος και τέταρτη κατά πλειοψηφία, οι δε δεύτερος και τρίτος ομόφωνα, της πράξεως της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια, από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος (273 α και 274 ΠΚ). Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση η πλειοψηφίσασα γνώμη του δικαστηρίου της ουσίας, δέχθηκε, από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων και η από μηνός Φεβρουαρίου 2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ..., κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την από το μήνα Φεβρουάριο του 2004 έκθεση Πραγματογνωμοσύνης της ..., την από 5-03-2007 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., την υπ' αρ. ... γνωμοδότηση, τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία των παρόντων εκκαλούντων - κατηγορουμένων, και από την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, είναι ιδιοκτήτης του ισογείου και του 1ου ορόφου της επί του οικοπέδου 115/2 πολυώροφης κοινόκτητης οικοδομής, που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ... αρ. ... Ιδιοκτήτης διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής είναι και ο πολιτικώς ενάγων Ψ. Η οικοδομή έχει δύο διαμερίσματα ανά όροφο, ισόγειο κατάστημα και υπόγειο. Κατασκευάσθηκε το έτος 1933 και κατά το σεισμό του έτους 1978 υπέστη ζημίες και πιο συγκεκριμένα είχαν παρατηρηθεί εκτεταμένες ρηγματώσεις των τοίχων πλήρωσης, χωρίς μείωση της γενικής αντοχής της οικοδομής, γι' αυτό και είχε χαρακτηρισθεί με κίτρινο χρώμα. Ο πρώτος κατηγορούμενος αποφάσισε να προβεί σε οικοδομικές εργασίες στο παραπάνω ακίνητο του (κατάστημα), προκειμένου να διευκολυνθεί η επικοινωνία υπογείου, ισογείου και 1ου ορόφου με την τοποθέτηση μεταλλικών κλιμάκων. Εφοδιάσθηκε με την ... άδεια εργασιών διαρρυθμίσεων από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας ..., για να προβεί στη διεύρυνση δύο οπών διαστάσεων 1,20 Χ 1,20 μ. που υπήρχαν, από την αρχική ακόμα κατασκευή της οικοδομής ως καταπακτές στις πλάκες του ισογείου (προβλεπόμενες από την αρχική άδεια), σε μία μεγαλύτερη οπή και στις απαραίτητες διαρρυθμίσεις. Στην άδεια αυτή προβλεπόταν διάνοιξη οπής στο μπροστινό αριστερό πρώτο από το δρόμο φάτνωμα και για λόγους στατικής ενίσχυσης η κατασκευή μανδυών σε επιλεγμένα υποστυλώματα, τοιχώματα και δοκούς περιμετρικά της οπής. Κατά το έτος 2002 κατατέθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο νέος φάκελος αναθεώρησης της προηγούμενης άδειας στην Πολεοδομία ... και στο νέο αυτό φάκελο προβλεπόταν η διεύρυνση μόνο της υπάρχουσας οπής με τελικές διαστάσεις 3,20 Χ 4,00 μ., καθώς και πρόσθετες εργασίες στο υπόγειο. Τελικά η οπή ανοίχθηκε τον Μάϊο του έτους 2002 σε άλλη θέση, ένα φάτνωμα πιο πίσω από την αρχική, ενώ έγινε και καθαίρεση τμήματος τοιχοποιίας στον 1ο όροφο. Τις εργασίες ανέλαβε με σύμβαση έργου ο τρίτος κατηγορούμενος Χ4, ως εργολάβος - Τεχνικός ειδικών κατασκευών, ενώ η τέταρτη κατηγορουμένη Χ3, Πολιτικός Μηχανικός, ήταν υπεύθυνη για την γενική μελέτη και επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 συνέταξε, σαν αρχιτέκτονας, την αρχιτεκτονική μελέτη της κατασκευής. Από τις ως άνω εργασίες δεν( αποδείχθηκε παντάπασι ότι θίχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, καθόσον οι ως άνω εργασίες είχαν χαρακτήρα μόνον τοπικής επέμβασης. Τα ανωτέρω εκτιθέμενα επιρρωνύουν οι, καταθέσεις των μαρτύρων ..., υπαλλήλου της Πολεοδομίας, Πολιτικού Μηχανικού, ..., Πολιτικού Μηχανικού, Προϊσταμένου ΤΕΕ, και μάλιστα στο Τμήμα Επικινδύνων, ο οποίος κατέθεσε αφενός μεν ότι έκαναν αυτοψία και κάλεσαν τον καταγγέλλοντα πολιτικώς ενάγοντα να υποβάλλει αίτημα στατικής επικινδυνότητας επάρκειας ή όχι με δύο μηχανικούς, αφετέρου δε ότι μακροσκοπικά δεν αντιλήφθησαν την ύπαρξη προβλήματος, και του μάρτυρα υπεράσπισης ..., συνταξιούχου Πολιτικού Μηχανικού, ο οποίος υπήρξε για δύο χρόνια Διευθυντής του Ινστιτούτου Σεισμολογίας. Ο τελευταίος κατέθεσε ρητά ότι οι ως άνω εργασίες είναι κλασσική περίπτωση τοπικής επέμβασης, ότι αφορούν τις πλάκες που δεν είναι τμήμα του φέροντος οργανισμού και ακόμη ότι δεν έχει θιγεί ούτε κολώνα ούτε δοκός. Κατέθεσε, περαιτέρω, ότι ακόμη και αν είχε χαρακτηρισθεί με κίτρινο χρώμα η οικοδομή μετά τον σεισμό του έτους 1978, με συνέπεια η αντοχή της να είχε μειωθεί από τις 100 μονάδες στις 95, μετά τις ως άνω πραγματοποιηθείσες εργασίες η αντοχή της οικοδομής παρέμεινε στις 95 μονάδες. Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν προέκυψε ότι από τις προαναφερόμενες εργασίες μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν αθώοι άπαντες οι κατηγορούμενοι.
Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η πράξη για την οποία είχαν κηρυχθεί ένοχοι οι αναιρεσίβλητοι με την 30511/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία επίσης παραδεκτά επισκοπείται για τον ίδιο ως άνω λόγο και αθώοι, κατά τα ανωτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση, συνίστατο στο ότι: Στη ... τον Μάϊο του έτους 2002 προξένησαν από αμέλεια τους βλάβη σε ακίνητο συνιδιόκτητο για τον πρώτο και ξένο για τους λοιπούς κατηγορουμένους πράγμα, από την οποία (βλάβη) μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και ειδικότερα από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την παρακάτω πράξη τους.
Συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, ως ιδιοκτήτης του ισογείου και του 1ου ορόφου της επί του οικοπέδου ... πολυόροφης κοινόκτητης διατηρητέας οικοδομής, ευρισκομένης επί της ενταύθα οδού ... αρ. 12 και κατασκευασθείσας το έτος 1933, η τέταρτη κατηγ/νη Χ3 ως Πολιτικός Μηχανικός υπεύθυνη για την γενική μελέτη και επίβλεψη των παρακάτω αναφερομένων οικοδομικών εργασιών, ο δεύτερος κατ/νος Χ2 ως αρχιτέκτονας και ο τρίτος κατ/νος Χ4, ως εργολάβος -Τεχνικός ειδικών κατασκευών, προκειμένου να διευκολυνθεί η επικοινωνία υπογείου, ισογείου και 1ου ορόφου με την τοποθέτηση μεταλλικών κλιμάκων προέβησαν στην διεύρυνση δύο οπών διαστάσεων 1,20 Χ 1,20 μ. που υπήρχαν από την αρχική ακόμα κατασκευή της οικοδομής ως καταπακτές στις πλάκες του ισογείου σε 3,20 Χ 4,00 μ., περιμετρικά των οποίων (οπών) είχαν λάβει χώρα σε προγενέστερο χρόνο τοπικές επεμβάσεις με την τοποθέτηση μανδυών στα υποστυλώματα και στις δοκούς και σε καθαίρεση τμήματος τοιχοποιίας στον 1ο όροφο, μη λαμβάνοντας υπόψη τόσο την παλαιότητα της οικοδομής ενόψει και του ότι η αρχική άδεια (έτους 1933) όπως είναι φυσικό να μην καλύπτει τις προδιαγραφές του νέου αντισεισμικού κανονισμού όσο και το γεγονός ότι κατά το σεισμό του 1978 είχαν παρατηρηθεί εκτεταμένες ρηγματώσεις των τοίχων πλήρωσης χωρίς μείωση της γενικής αντοχής της οικοδομής (γι' αυτό και είχε χαρακτηρισθεί με κίτρινο χρώμα), με συνέπεια με τη διάνοιξη των οπών να γίνει ανακατανομή του φορτίου σε πλάκες (διαφορετικός τρόπος επίλυσης τους στις συνεχόμενες πλάκες) στις δοκούς και στους στύλους να προκληθεί δυσμενέστερη εντατική κατάσταση - δύσκαμπτο ισόγειο και όροφος και εύκαμπτη την υπόλοιπη ανωδομή καθώς και εκκεντρότητα και κατ' επέκταση να προκληθεί κοινός κίνδυνος κατάρρευσης των λοιπών ορόφων της οικοδομής.
Ο κοινός κίνδυνος, η πρόκληση του οποίου, κατά την κατηγορία που αποδόθηκε στους κατηγορουμένους, συνδεόταν αιτιωδώς με τις επεμβάσεις που έκαναν στην οικοδομή, οι οποίες λεπτομερώς αναφέρονται ανωτέρω, και οφείλεται σε ασυνείδητη αμέλεια τους, συνίστατο στον κίνδυνο κατάρρευσης της οικοδομής. Ενόψει τούτου έπρεπε, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην κρίση περί μη στοιχειοθετήσεως, αντικειμενικώς, της πράξεως αυτής σε βάρος των κατηγορουμένων, να δεχθεί μη ύπαρξη κινδύνου κατάρρευσης της οικοδομής, εξαιτίας των επεμβάσεων που έγιναν απ αυτούς με τις ανωτέρω ιδιότητες που ο καθένας έφερε. Επί του ζητήματος αυτού, από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, από τις οικοδομικές εργασίες που διενεργήθηκαν και είχαν χαρακτήρα τοπικής μόνον επέμβασης, δεν θίχθηκε καθοιονδήποτε τρόπο ο φέρων οργανισμός της οικοδομής, όπως κολώνες δοκοί, τοιχία, δηλαδή στοιχεία, που συνδέονται άμεσα με την στατικότητα της οικοδομής και κατ επέκταση τον κίνδυνο καταρρεύσεως αυτής. Από τις παραδοχές επίσης της αποφάσεως, οι οποίες στηρίζονται στις καταθέσεις των μαρτύρων ειδικών γνώσεων, που αναφέρονται σ αυτήν, τις οποίες υιοθέτησε πλήρως το Δικαστήριο και τις κατέστησε μέρος του σκεπτικού της αποφάσεώς του, προκύπτει αμέσως ότι, από τις εργασίες αυτές, η αντοχή της οικοδομής, η οποία, συνεπεία του σεισμού του 1978, είχε μειωθεί από τις 100 μονάδες στις 95 (η οικοδομή είχε χαρακτηρισθεί μετά τους σεισμούς με κίτρινο χρώμα), δεν είχε μειωθεί, αλλά παρέμεινε στις 95 μονάδες. Από την παραδοχή αυτή καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι οικοδομικές εργασίες των κατηγορουμένων δεν είχαν οποιαδήποτε επίδραση στην αντοχή της οικοδομής, παραδοχή η οποία κατά λογική ακολουθία, οδηγεί στην κατάφαση της ασφάλειας αυτής στον ίδιο, όπως και πριν τις εργασίες, βαθμό και στην κατ ακολουθία της εν λόγω παραδοχής μη πρόκληση, από τις διενεργηθείσες, από τους αναιρεσίβλητους, οικοδομικές εργασίες, κινδύνου καταρρεύσεως αυτής και συνακόλουθα κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα, όπως τα λοιπά διαμερίσματα της οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το του πολιτικώς ενάγοντος.
Συνεπώς διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για να καταλήξει στην αθωωτική για τους κατηγορουμένους κρίση, ελλείψει του στοιχείου της προκλήσεως κοινού κινδύνου από τις κατά τα άνω διενεργηθείσες από αυτούς οικοδομικές εργασίες. Σύμφωνα δε με αυτά που εκτίθενται ανωτέρω, δεν συνάγεται από το σκεπτικό της αποφάσεως και το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου, όπως υποστηρίζει ο πολιτικώς ενάγων με το υπόμνημά του, ότι δεν έλαβε η προσβαλλομένη υπόψη, ούτε εκτίμησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ..., την οποία ειδικά μνημονεύει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία συνεκτιμήθηκαν, όπως και την 460/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θσσαλονίκης, η οποία αναφέρεται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν εκ του ότι δεν γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και σχολιασμός και των εγγράφων αυτών, αλλά εξαίρονται μόνον τα άλλα αναφερόμενα σ αυτήν αποδεικτικά μέσα. Τα παράπονα που εκθέτει στο υπόμνημα ο πολιτικώς ενάγων για παραβάσεις της αναιρεσιβαλλόμενης, σε σχέση με τα έγγραφα αυτά, τις οποίες προβάλλει και ζητά τον έλεγχο και γι αυτές από το παρόν Δικαστήριο της απόφασης, αναφέρονται, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω αλλά και των λοιπών που επικαλείται διατάξεων, στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημ/κειου και τυγχάνουν απαράδεκτα. Αβασίμως λοιπόν πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ'ΚΠΔ, μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επί του ως άνω ζητήματος της προκλήσεως ή μη κοινού κινδύνου από τις οικοδομικές εργασίες που διενήργησαν στην επίμαχη οικοδομή οι αναιρεσίβλητοι και ειδικότερα διότι: "... δεν διευκρινίζει (η προσβαλλομένη) αν δέχεται ότι η ως άνω πράξη των κατηγορουμένων (οικοδομικές εργασίες) επέδρασε ή όχι στην αντοχή της οικοδομής και ειδικότερα αν η οικοδομή, μετά την ως άνω επέμβαση, είναι ασφαλής ...", αφού, όπως ήδη λέχθηκε, η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου έλαβε θέση επί των ζητημάτων αυτών και απάντησε αρνητικώς επί του πρώτου και θετικώς επί του δεύτερου. Συνεπώς πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 21/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 20045/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινώς επικίνδυνη βλάβη από αμέλεια, από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής αντικειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 1276. 724/ 1999). Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέως Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως κατ' άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 1954/2009, 380/2009). Λόγος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πότε έχει τέτοια η αθωωτική απόφαση και τι πρέπει να διαλαμβάνει ως προς τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 108/2009, ΑΠ 1033/2008, ΑΠ 2610/2008, ΑΠ 225/2007). Η απόφαση περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική, Βλάβη κοινώς επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 192/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίου δικηγόρους τους Φίλιππο Κωσταρά και Νικόλαο Κουτρουμπή, περί αναιρέσεως της 4390/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.10.2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1503/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και να γίνει δεκτή ως προς τον δεύτερο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16-10-2009 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4390/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκε εμπρόθεσμα με δήλωσή τους από κοινού προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 ΚΠΔ) είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 §1 εδάφ. α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά της περιστάσεως και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητο άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλεια, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4390/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει σύμβασης έργου που καταρτίστηκε στην ... στις 26-3-1999 μεταξύ της εταιρείας "ΔΕΗ Α.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας "Σ.Χ. ΣΟΥΡΤΖΗΣ ΑΤΕΕ", η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή και συντήρηση όλων των έργων της ΔΕΗ στην περιοχή ... (εναέρια και υπόγεια δίκτυα, εγκατάσταση και επισκευή παροχών, αποκατάσταση βλαβών). Την επίβλεψη του έργου η ως άνω εργολήπτρια εταιρεία ανέθεσε στον 1ο κατηγορούμενο Χ1, πολιτικό μηχανικό. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η εργολήπτρια εταιρεία, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο 2ος κατηγορούμενος Χ2, ανέλαβε με επιβλέποντα μηχανικό του έργου τον 1ο κατηγορούμενο Χ1, την αφαίρεση ενός κατεστραμμένου στύλου της ΔΕΗ, που βρισκόταν στην οδό ... αριθ. ... και εμπόδιζε την είσοδο νεοαναγειρόμενης οικοδομής και την τοποθέτηση άλλου. Για το σκοπό αυτό ανοίχτηκε στο πεζοδρόμιο της παραπάνω οδού και στο ύψος του αριθμού 5 τρύπα διαμέτρου 2,50 μ. βάθος και 0,60 επί 0,50 πλάτος, χωρίς να ληφθούν τα απαιτούμενα από το νόμο προστατευτικά μέτρα σήμανσης και φύλαξης (όπως πινακίδες σήμανσης, κάλυψη της τρύπας με υλικό αντοχής κλπ), ώστε να προστατεύονται οι πεζοί. Αποτέλεσμα αυτού ήταν στις 25-2-2002 και περί ώρα 21.20 ο μηνυτής Ψ, αφού βγήκε από παρακείμενο γυμναστήριο, ενώ βάδιζε στο πεζοδρόμιο της οδού ..., να πέσει εντός της τρύπας, που ήταν αφύλακτη και να υποστεί κάκωση αριστερού ημιθωρακίου-κατ' ισχίων (ΔΕ) άρθρωσης. Υπαίτιοι δε αποκλειστικά του τραυματισμού του παραπάνω παθόντος είναι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, οι οποίοι, αν και υπόχρεοι ως επιβλέπων μηχανικός του έργου ο 1ος και ως υπεύθυνος εργολαβίας ο 2ος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν από τις περιστάσεις, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους, παρέλειψαν να λάβουν τα απαραίτητα από το νόμο (άρθρα 9 §1 και 10 §1 Ν. 2696/1999) προστατευτικά μέτρα σήμανσης και φύλαξης της τρύπας ώστε να προστατεύονται οι πεζοί με αποτέλεσμα τον τραυματισμό κατά τα προεκτεθέντα, του παθόντος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση του αδικήματος διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο και συνεπώς πρέπει να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρο 84 §2α ΠΚ)".
Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα την ποινή φυλάκισης των τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 28, 314 §19 και 315 §1β ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 9 §§1, 2, 3 και 5 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, με την επισήμανση ότι ο παθών Ψ κατά τη διαδικασία στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραιτήθηκε από την πολιτική αγωγή που έχει ασκήσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ακόμα προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας (μη συνειδητής) που μόνο αυτή συνέτρεξε στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων για την πρόκληση της σωματικής βλάβης στον Ψ, αναφέρεται και αιτιολογείται πόθεν πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των δύο αναιρεσειόντων (από το νόμο - ΚΟΚ) και επισημαίνονται οι παραλείψεις τους που τυχόν σε αντικειμενικώς αιτιώδη σύνδεσμο με την αιτία που προκάλεσε το εγκληματικό αποτέλεσμα. Επομένως ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ μόνος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών (ειδικότερα του τόπου και οι των συνθηκών τραυματισμού του παθόντος Ψ). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Οκτωβρίου 2009 κοινή αίτηση των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4390/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Συνευθύνη Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου εργολήπτριας ανώνυμης εταιρείας σε έργα της ΔΕΗ και επιβλέποντος μηχανικού του έργου λόγω της μη λήψεως μέτρων (σήμανσης και φύλαξης) από τη διάνοιξη τρύπας κατά την αντικατάσταση στύλου της ΔΕΗ. Και πτώση εντός αυτής διερχόμενου πεζού (παράβαση άρθρων 9 §1 και 10 §1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). Αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη του λόγου αυτού ως αβάσιμου και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 191/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα, περί αναιρέσεως της 4420/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1121/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως που τελέσθηκε με την υποβολή στον εισαγγελέα της από 5-3-2002 εγκλήσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, που τελέσθηκε με την βεβαίωση ενόρκως του περιεχομένου της εγκλήσεως: "Επειδή από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του 2ου κατηγορουμένου και από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος δεν τέλεσε την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, ο δε πρώτος την ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρος ενώ τέλεσε τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ στις 7-3-2002 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντα Ψ την από 5 Μαρτίου 2002 μήνυση του, η οποία έλαβε τον αριθμό ΑΒΜ: Δ02/862. Συγχρόνως ο ως άνω κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών το περιεχόμενο της εν λόγω μήνυσής του. Με τη μήνυση αυτή ο κατηγορούμενος Χ ισχυριζόταν τα ακόλουθα: Στο στάδιο κυρίας ανάκρισης επί μηνύσεως του εναντίον του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντα, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία, ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων με το από 31-1-2002 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του ΣΤ' Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, μεταξύ άλλων εγγράφων, προσκόμισε και τα παρακάτω πλαστά - νοθευμένα έγγραφα και ειδικότερα την από 25-5-2001 απόδειξη πληρωμής ποσού 2.004.000 δρχ., ως δήθεν προερχομένη από το μπλοκ αποδείξεων της επιχείρησης του κατηγορούμενου, το οποίο αυτός είχε υπεξαγάγει, στην οποία (απόδειξη) αλλοίωσε την πραγματική ημερομηνία και έθεσε παράνομα αυτή "της 25-5-2001" και με το δικό του γραφικό χαρακτήρα πρόσθεσε τη φράση "δια προσωπικές ανάγκες" και στην ένδειξη "ΓΙΑ ΤΗΝ "ΠΛΗΡΩΜΗ" κατ' απομίμηση ολόγραφα την αναγραφή των στοιχείων του κατηγορούμενου. Επίσης ότι νόθευσε απόδειξη ποσού 727.000 δρχ., αφού εξαφάνισε την ημερομηνία έκδοσης αυτής και ότι έθεσε παράνομα και "κατ'" απομίμηση τις υπογραφές του κατηγορούμενου σε χειρόγραφες καταστάσεις που εμφάνιζαν τον τελευταίο να έχει εισπράξει στις αντίστοιχες ημερομηνίες τα σε αυτές αναγραφόμενα ποσά .Τέλος ότι με το ίδιο ως άνω απολογητικό του υπόμνημα ο μηνυτής - πολιτικώς ενάγων προσκόμισε πληροφοριακό έντυπο που περιείχε απόρρητα προσωπικά δεδομένα του κατηγορούμενου, το οποίο είχε λάβει από την εταιρία "ΑLΡΗΑ ΜΙ ΑΕ" εν αγνοία του κατηγορουμένου. Κατόπιν της ως άνω μήνυσης του κατηγορουμένου (ΑΒΜ Δ02/862) ασκήθηκε σε βάρος του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντα ποινική δίωξη για πλαστογραφία - νόθευση μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, υπεξαγωγή εγγράφου και από κοινού παράβαση του Ν. 2472/1997 και διενεργήθηκε προανάκριση από τον 3° Πταισματοδίκη Αθηνών. Μετά το πέρας αυτής, η υπόθεση εισήχθη στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το υπ' αριθ. 631/2006 Βούλευμα το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο, ως προκύπτει από την από 16-4-08 βεβαίωση του Αρείου Πάγου, αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του μηνυτή πολιτικώς ενάγοντα για τις ανωτέρω πράξεις .Εξάλλου, από το σκεπτικό του ανωτέρω Βουλεύματος σε συνδυασμό με τα λοιπά προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι μεταξύ του κατηγορούμενου και του μηνυτή -. πολιτικώς ενάγοντα υπήρχε εμπορική δραστηριότητα που είχε περιβληθεί, με το από 1-3- 2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, τον τύπο της αφανούς εταιρίας, εξαιτίας δε αυτής της συνεργασίας, προέκυψαν σοβαρές μεταξύ τους οικονομικές διαφορές, καθώς και ότι η από 25-5-2001 απόδειξη ποσού 2.040.000 δρχ. και αυτή ποσού 727000 δρχ. είναι γνήσιες κατά την υπογραφή, η οποία είχε τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ενώ η φράση "για προσωπικές ανάγκες" είχε τεθεί από τον μηνυτή με τη συναίνεση του κατηγορουμένου και ενώπιόν του, ότι ο μηνυτής - πολιτικώς ενάγων- ουδέποτε νόθευσε την ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης ποσού 727.000 δρχ., ότι οι υπογραφές που έχουν τεθεί στις χειρόγραφες αποδείξεις είναι γνήσιες, ήτοι έχουν τεθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, και τέλος ότι ο μηνυτής-πολιτικώς ενάγων νομίμως έλαβε και χρησιμοποίησε το παραπάνω πληροφοριακό δελτίο οικονομικού χαρακτήρα του κατηγορούμενου. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η από 5-3-2002 μήνυση του κατηγορούμενου Χ εναντίον του πολιτικώς ενάγοντος (ΑΒΜ: Δ02/862) είναι καθ' ολοκληρίαν ψευδές γεγονός που ο ανωτέρω κατηγορούμενος γνώριζε και έγινε από τον τελευταίο με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη αυτού (μηνυτή) για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας - νόθευσης μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, υπεξαγωγής εγγράφου και παράβασης του Ν, 2472/1997. Η πρόθεση του κατηγορουμένου να καταμηνύσει ψευδώς τον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα προκύπτει σαφώς από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεση του τελευταίου, αλλά συνάγεται και από το γεγονός ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν, όπως προεκτέθηκε, σοβαρές οικονομικές διαφορές και έντονες δικαστικές διαμάχες". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Αα. Στην ... την 7η Μαρτίου 2002 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 5 Μαρτίου 2002 μήνυσή του (Α.Β.Μ.: Δ02/862), κατά του ήδη εγκαλούντος Ψ, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για τις πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφου, πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και παράβασης του νόμου περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων (Ν. 2472/1997), ισχυριζόμενος, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδή, ότι (Ι) ο ως άνω εγκαλών (απολογούμενος την 31 Ιανουαρίου 2001 σχετικά με δίωξη για απάτη και τοκογλυφία που ασκήθηκε κατόπιν μηνύσεως [Δ 01/2525] του πρώτου των κατηγορουμένων σε βάρος-του) προσκόμισε ενώπιον του Ανακριτή του ΣΤ Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών (i) μία απόδειξη πληρωμής ποσού 2.004.000 δραχμών, που φέρεται ότι εκδόθηκε από τον πρώτο των κατηγορουμένων την 25.5.2001 για να βεβαιώσει ότι (δήθεν) του κατέβαλε (ο εγκαλών) το ανωτέρω ποσό, ενώ στην πραγματικότητα η ανωτέρω απόδειξη είχε εκδοθεί από τον πρώτο των κατηγορουμένων προς βεβαίωση της καταβολής του τιμήματος αγοράς εμπορευμάτων από πελάτη της επιχείρησής του και ο εγκαλών αφαίρεσε το σχετικό μπλοκ αποδείξεων από τα γραφεία της ανωτέρω Επιχείρησης και αλλοίωσε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου στελέχους διαγράφοντας την πραγματική ημερομηνία έκδοσης και αντικαθιστώντας την με την πλασματική "25.05.2001", προσθέτοντας στο κείμενό της τη φράση "(για)" προσωπικές του ανάγκες" και θέτοντας την υπογραφή του καθώς και αναγράφοντας το ονοματεπώνυμό του ολογράφως στη θέση "ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΜΗ", (ii) μία χειρόγραφη απόδειξη είσπραξης ποσού 727.000 δραχμών, που εξέδωσε ο πρώτος των κατηγορουμένων για να βεβαιώσει ότι (δήθεν) ανέλαβε από τον ως άνω εγκαλούντα, με την υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξή τους και να καταβάλει το προϊόν στον εγκαλούντα, την με ημερομηνία έκδοσης 25.12.2000 και αριθμό ... επιταγή της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης ποσού 300.000 δραχμών και την με ημερομηνία έκδοσης 10.3.2001 και αριθμό ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 427.750 δραχμών, τις οποίες προγενέστερα του είχε παραδώσει ως εγγύηση αποπληρωμής ατόκου, ισόποσου δανείου που του είχε χορηγήσει κατά το έτος 2001, ενώ στην πραγματικότητα ο εγκαλών είχε αποσβήσει την ημερομηνία έκδοσης της ανωτέρω απόδειξης από την οποία αποδεικνυόταν ότι οι ανωτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές προεξοφλήθηκαν την 30.11.2000 από τον εγκαλούντα, ο οποίος παρακράτησε ως τοκογλυφικό ωφέλημα 62.000 δραχμές για την πρώτη και 127.750 δραχμές για τη δεύτερη των ως άνω επιταγών και (iii) δύο χειρόγραφες καταστάσεις λογαριασμών, που εξέδωσε ο εγκαλών για να καταγράψει (δήθεν) καταβολές ύψους, συνολικά, 2.600.000 δραχμών προς τον πρώτο των κατηγορουμένων, που έλαβαν χώρα από 6.3 έως 24.5.2001 εκ της συνεργασίας τους, ενώ στην πραγματικότητα ο πρώτος των κατηγορουμένων δεν είχε εισπράξει τα ανωτέρω ποσά και οι υπογραφές στο πλάι των σχετικών εγγραφών είχαν τεθεί από τον εγκαλούντα κατ' απομίμηση της υπογραφής του πρώτου των κατηγορουμένων καθώς και (II) ο ως άνω εγκαλών ώθησε τους αρμόδιους υπαλλήλους της ανώνυμης εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ALPHA MI ΑΕ" να του χορηγήσουν, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997, πληροφοριακό δελτίο, που περιείχε απόρρητα προσωπικά δεδομένα του πρώτου των κατηγορουμένων, ενώ τα αληθή είναι ότι η απόδειξη πληρωμής 2.004.000 δραχμών εκδόθηκε από τον πρώτο των κατηγορουμένων την 25.5.2001 για να βεβαιωθεί η εκ μέρους του ήδη εγκαλούντος καταβολή σε αυτόν του ανωτέρω ποσού από το συνολικά εισπραχθέν δυνάμει της με αριθμό ... επιταγής της Τράπεζας Ευβοίας, εκδόσεως του ..., ποσού 7.000.000 δραχμών, ο δε εγκαλών συμπλήρωσε ενώπιόν του και με τη συναίνεσή του την ημερομηνία "25.05.2001" τη φράση "(για) προσωπικές του ανάγκες" και υπέγραψε στη θέση "ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΩΜΗ", ότι ο εγκαλών δεν απέσβησε την ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης είσπραξης ποσού 727.000 δραχμών, ότι οι δύο χειρόγραφες καταστάσεις λογαριασμών φέρουν υπογραφές του πρώτου των κατηγορουμένων και ότι ο εγκαλών δεν κατέπεισε κάποιον να παραβεί τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, αλλά αιτήθηκε νομίμως το ανωτέρω πληροφοριακό δελτίο. Αβ. Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο βεβαίωσε, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, το ψευδές περιεχόμενο της ανωτέρω υπό στοιχείο Α περιγραφόμενης μηνύσεώς του". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ. 2 και 229 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφέρει την δικονομική κατάληξη της σε βάρος του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, κατόπιν δικής του εγκλήσεως, ασκηθείσης ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, μνημονεύοντας μάλιστα και την αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση (βούλευμα) με αριθμό 631/2006 του αρμοδίου συμβουλίου πλημμελειοδικών. Αιτιολογεί δε και τον άμεσο δόλο που απαιτούν οι ανωτέρω πράξεις, αφού δέχθηκε ότι η υπογραφή που έφεραν οι επίμαχες και, κατά το περιεχόμενο της έγκλησης, νοθευθείσες από τον πολιτικώς ενάγοντα από 25-5-2001 απόδειξη ποσού 2.040.000 δραχμών και εκείνη των 727.000 δραχμών, είχε τεθεί από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, η δε φράση "... για προσωπικές ανάγκες ..." που έφερε η πρώτη από τις αποδείξεις είχε γραφεί από τον πολιτικώς ενάγοντα ενώπιον του αναιρεσείοντος και με την συναίνεση του. Η μετά ταύτα υποβολή από τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω εγκλήσεως με την οποία κατάγγειλε τον πολιτικώς ενάγοντα για πλαστογραφία (νόθευση) των εν λόγω εγγράφων, έκδοση αυτών από υπεξαχθέν μπλόκ αποδείξεων της επιχειρήσεως του και χρήση αυτών από μέρους του, αλλά και παραβίαση του Ν. 2472/1997, ενέχει το στοιχείο της γνώσεως της αναλήθειας του περιεχομένου της εγκλήσεως του και κατ ακολουθία τούτου τον σκοπό του να επιτύχει την ποινική δίωξή του για τις ανωτέρω πράξεις, όπως και έγινε, κατά τα ανωτέρω, αφού αυτό που κατάγγειλε ότι τα έκανε εν αγνοία του ο πολιτικώς ενάγων, είχε γίνει, είτε από τον ίδιο, είτε από τον πολιτικώς ενάγοντα, με την παρουσία του και την συναίνεσή του. Με τις παραδοχές αυτές και την αιτιολόγηση του αμέσου δόλου για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως αιτιολογείται και ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος και για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος κατά ανωτέρω, αφού η τέλεσή του έγινε, όπως λέχθηκε, με τη βεβαίωση ενόρκως, αμέσως μετά την κατάθεσή της, ενώπιον του Εισαγγελέα, του περιεχομένου της ψευδούς κατά τα ανωτέρω εγκλήσεως του, του οποίου (ψευδούς περιεχομένου) τελούσε σε γνώση, κατά τα ανωτέρω, όταν την κατέθετε, και δεν χρειαζόταν να αιτιολογείται ξεχωριστά και ο άμεσος δόλος για το δεύτερο αυτό αδίκημα. Την κρίση για την συνδρομή των ως άνω πραγματικών περιστατικών την συνήγαγε το Δικαστήριο, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλομένη, από το σκεπτικό του απαλλακτικού για τον πολιτικώς ενάγοντα 631/2006 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, το οποίο (σκεπτικό) υιοθέτησε πλήρως και το κατέστησε τμήμα του αιτιολογικού της αποφάσεως του, σε συνδυασμό μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που κατ είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στην σελίδα 12, στα οποία περιλαμβάνεται και η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα, προς θεμελίωση του αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του, του υποκειμενικού στοιχείου του αμέσου δόλου, 62066/2007 αθωωτική αυτού και άλλων προσώπων αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ του ότι δεν μνημονεύεται ειδικώς στο σκεπτικό της αποφάσεως, αφού δεν υπήρχε ειδικός λόγος, για τον οποίο και έπρεπε να τονισθεί ιδιαίτερα σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως αυτής, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε αφορά αθώωση του αναιρεσείοντος, λόγω αμφιβολιών, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρος, εξαιτίας υποβολής στις 3-8-2001 σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος άλλης εγκλήσεως, το οποίο (περιεχόμενο) επιβεβαίωσε ενόρκως, για τα αδικήματα της τοκογλυφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, η οποία κατέληξε στην έκδοση του 2879/2003 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που αναγνώσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία στο Εφετείο και εκτιμήθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραδεκτά δε επισκοπείται, για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως. Η κατά του βουλεύματος αυτού ασκηθείσα από τον πολιτικώς ενάγοντα στην δίκη εκείνη και αναιρεσείοντα στην παρούσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 1404/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται. Με το ανωτέρω βούλευμα, μετά από εξαφάνιση του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις εν λόγω πράξεις. Όπως προκύπτει δε από το σκεπτικό του βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την έρευνα της υπάρξεως ή μη σοβαρών ενδείξεων ενοχής για τα ανωτέρω αδικήματα, ερεύνησε και την γνησιότητα των δύο ως άνω αποδείξεων των 2.040.000 και 727.000 δραχμών, και έκρινε και εκείνο, εκτιμώντας μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και το πόρισμα διενεργηθείσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για την οποία είχε συνταχθεί η ... έκθεση του ..., ότι αυτές είχαν υπογραφεί από τον αναιρεσείοντα και ήταν γνήσιες, αβάσιμα δε ισχυριζόταν ο τελευταίος ότι είχαν πλαστογραφηθεί από τον κατηγορούμενο στη δίκη εκείνη και πολιτικώς ενάγοντα στην παρούσα. Περαιτέρω με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση, ως μη απαραίτητη για την κατ ουσία έρευνα της υποθέσεως, με πλήρη αιτιολογία και το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς διαπίστωση της πλαστότητας των δύο αποδείξεων. Τούτο δε διότι, εκτιμώντας όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η ... ως άνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε, όπως και τα δύο ως άνω βουλεύματα, ότι τις είχε υπογράψει ο αναιρεσείων, οπότε, πλήρως αιτιολογημένα, έκρινε τη διενέργεια εκ νέου γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για το αυτό ζήτημα, ως μη αναγκαία. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσώπησε στην δίκη, με τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β και ε (βλ. υπό στοιχείο 3 στο τέλος αυτού). Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού ουδέν πραγματικό περιστατικό εξέθεσε και επικαλέσθηκε, αλλ απλώς περιορίσθηκε να αναφέρει μόνον τις εν λόγω διατάξεις.
Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός τύγχανε παντελώς αόριστος και δεν υπήρχε, κατά τα ανωτέρω, υποχρέωση του Δικαστηρίου να διαλάβει οποιαδήποτε αιτιολογία στην απορριπτική αυτού κρίση του. Κατ ακολουθία τούτων αβάσιμα πλήττει ο αναιρεσείων την εκκαλουμένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 27, 224, 229 και 84 ΠΚ με τους πρώτους και δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 9-7-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 4420/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδορκία μάρτυρος. Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 173/2009). Αιτιολογία πλήρης και εμπεριστατωμένη. Πότε υπάρχει στην απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Πότε υπάρχει (ΑΠ 250/2009). Υποβολή από κατηγορούμενο εγκλήσεως σε βάρος πολιτικώς ενάγοντος για πλαστογραφία υπεξαγωγή εγγράφων και παράβαση του Ν. 2472/1997, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως. Άσκηση ποινικής διώξεως για τις πράξεις αυτές. Αμετάκλητη απαλλαγή με βούλευμα. Λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επί των υποκειμενικών (άμεσου δόλου) και αντικειμενικών στοιχείων των κατηγοριών και επί των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών 84 παρ. 2 β΄ και ε΄ ΠΚ., εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής. Αβάσιμοι. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 198/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 988/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ιωαννίδη. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.3.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 429/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι,για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κλπ, β) διάπραξη από τον άλλον της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ, Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 988/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: Μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας Ψ και του δευτέρου κατηγορουμένου ως εργολάβου - αντιπροσώπου της εταιρίας παραγωγής κατασκευών αλουμινίου καταρτίστηκε η από 1.6.2000 σύμβαση παραγγελίας των αναφερομένων στις με αρ. 326 - 329 και 466 εντολές παραγωγής κουφωμάτων αλουμινίου, προκειμένου να τοποθετηθούν σε ανεγειρόμενη οικοδομή της πολιτικώς ενάγουσας στην Καρδίτσα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέλαβε την εκτέλεση της σύμβασης και για την τοποθέτηση των κουφωμάτων στην οικία της πολιτικώς ενάγουσας χρησιμοποίησε ως υπάλληλό του τον πρώτο κατηγορούμενο. Όμως, παρά τα συμφωνηθέντα, τα παραγγελθέντα κουφώματα ήταν προελεύσεως - παραγωγής άλλης εταιρίας, ενώ παρουσίαζαν προβλήματα λειτουργικότητας, καθόσον μετά την τοποθέτησή τους το νερό εισερχόταν εντός της οικίας, έλειπαν τρεις μπαλκονόπορτες, ένα τεμάχιο μπαλκονόπορτας 100 * 120, ένα τεμάχιο σταθερό, ένα τεμάχιο δίφυλλης μπαλκονόπορτας, δύο τεμάχια σταθερά πόρτας, ένα πάνελ πόρτας, πέντε τεμάχια αλουμινίου, τέσσερα τεμάχια σταθερά παραθύρων και ένα τεμάχιο μπαλκονόπορτας. Τα πιο πάνω προκύπτουν τόσο από τις καταθέσεις των, όσο και από την από 15, 3.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ενήργησε ο ..., όπου λεπτομερώς καταγράφονται οι επί μέρους τεχνικές αποκλίσεις των κουφωμάτων. Επί αγωγής του δευτέρου κατηγορουμένου κατά της πολιτικώς ενάγουσας για καταβολή της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, η οποία συνεκδικάστηκε με αντίθετη αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας για αναστροφή της πώλησης και καταβολή αποζημιώσεως άλλως για μείωση του τιμήματος, εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος ως τεχνίτης κουφωμάτων γνώριζε την ανυπαρξία συμφωνηθεισών ιδιοτήτων των αλουμινίων, αναγομένων τόσο στην παραγγελία καθεαυτή, αφού ήταν άλλης εταιρίας από εκείνη που συμφώνησαν οι διάδικοι, όσο και στην εμφάνιση τεχνικών προβλημάτων λειτουργικότητας αυτών, με πρόθεση κατάθεσε ψέματα και συγκεκριμένα ότι "για μένα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, το προφίλ που παρήγγειλε ήταν αυτό που τοποθετήθηκε, υπήρχαν νεροχύτες, ελάχιστο νερό έμενε και αυτό εξατμιζόταν, τα στοπ στα παντζούρια δεν είναι λάθος, ρώτησα τη θέση, εκεί μου υπέδειξαν οι ίδιοι και τα έβαλα, δεν χτυπάνε στον τοίχο οι ανεμοπαγίδες, είναι ενσωματωμένες στον μηχανισμό, δεν υπήρχαν κακοτεχνίες, άλλαξε την πόρτα γιατί ήταν χτυπημένη, η δεύτερη πόρτα δεν έκλινε καλά και την άλλαξε, ρίξαμε πολύ νερό και έμεινε πολύ λίγο το οποίο εξατμίζεται, μέσα στο σπίτι νερό δεν μπαίνει, δεν υπάρχει κούφωμα κομμένο κάτω με το νούμερο, την ταμπελίτσα κομμένη...", ενώ το αληθές ήταν ότι τα κουφώματα δεν ήταν BIOPLAN, τα κουφώματα της οποίας είναι έτοιμα για τοποθέτηση, όπως είχε συμφωνηθεί αλλά της ALPINE, που είναι βέργες και θέλουν συναρμολόγηση και τεχνική τοποθέτηση, και ότι έλειπαν τα πιο πάνω αναφερόμενα τεμάχια αλουμίνιο αλλά και αυτά που τοποθετήθηκαν παρουσίαζαν προβλήματα λειτουργικότητας από τεχνικής πλευράς, καθόσον το νερό εισερχόταν στο εσωτερικό της οικίας, οι ανεμοπαγίδες δεν ήταν σωστά τοποθετημένες, η κυρία είσοδος δεν άνοιγε, δεν έκαναν τρύπες απορροής των υδάτων και μερικά κουφώματα δεν έκλειναν καθόλου (κούμπωμα), περιστατικά που πέρα από την πολιτικώς ενάγουσα και τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας καταθέτει με σαφήνεια και άμεση γνώση ο μάρτυς επιβλέπων μηχανικός ... που έχει εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα κατασκευής (βλ. κατάθεσή του).
Συνεπώς πάντα τα ανωτέρω ψευδή ο πρώτος κατηγορούμενος κατέθεσε εν γνώσει του και προκειμένου να βοηθήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο στη δικαστική διένεξη που είχε με την πολιτικώς ενάγουσα, πράγμα που επέτυχε, καθόσον με την 657/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, στηριχθείσα στην ως άνω ψευδή ένορκη κατάθεσή του (βλ. σελ. 9 στο μέσον) δικαιώθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος και υποχρεώθηκε η πολιτικώς ενάγουσα να καταβάλει στον δεύτερο κατηγορούμενο το ποσό των 9.588,30 ευρώ. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην ως άνω άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα με προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα του δευτέρου κατηγορουμένου, προκειμένου να απορριφθεί η αντίθετη αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας κατά αυτού, πράγμα που τελικώς επέτυχε. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των ως άνω πράξεων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο κατηγορητήριο.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον πιο πάνω κατηγορούμενο, Χ1, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ειδικότερα του ότι: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, στον αυτό τόπο και χρόνο προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που εκείνος διέπραξε και συγκεκριμένα με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις και με στόχο να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή για αναστροφή της πώλησης και καταβολή αποζημιώσεως, της άνω εγκαλούσας Ψ, προκάλεσε στον πρώτο συγκατηγορούμενό του την απόφαση να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που εκείνος διέπραξε κατά τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω στην κατηγορία υπό στοιχείο Α' και συγκεκριμένα, ότι στην Καρδίτσα, στις 6-2-2002, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας για την απόδειξη των θεμάτων της με αριθμό κατάθεσης 277/13-6-2001 αγωγής του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1 εις βάρος της νυν εγκαλούσας Ψ, κατοίκου ..., για καταβολή τιμήματος από σύμβαση πώλησης και της με αριθ. κατάθεσης 448/10-10-2001 αγωγής της νυν εγκαλούσας εις βάρος και του δευτέρου κατηγορουμένου Χ1 για αναστροφή της πώλησης και καταβολή αποζημιώσεως, κατέθεσε τα ακόλουθα ψευδή περιστατικά: "... ισχυρίζονταν ότι υπήρχε πρόβλημα με τα κουφώματα, για μένα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα ... Το προφίλ αυτό που παράγγειλε ήταν αυτό που τοποθετήθηκε ... Δεν υπήρχαν προβλήματα, υπήρχαν νεροχύτες, ελάχιστο νερό έμενε και αυτό εξατμίζονταν, ... Έτσι το παρήγγειλαν, το παράθυρο να ανοίγει αριστερά και το πατζούρι δεξιά, εγώ μετρούσα και έτσι το ήθελαν, δεν έγινε λάθος ... Το στοπ στα πατζούρια δεν είναι λάθος, ρώτησα τη θέση ... εκεί με υπέδειξαν οι ίδιοι και τα'βαλα ... Δεν χτυπάνε στον τοίχο οι ανεμοπαγίδες είναι ενσωματωμένες στον μηχανισμό ... Δεν ήταν κακοτεχνίες, άλλαξε την πόρτα γιατί ήταν χτυπημένη, η δεύτερη δεν έκλεινε καλά και την άλλαξε, κατά την κρίση μου, ήταν σωστή ... Τα ίδια που παρήγγειλαν πήγαν, ... και οι Ψ είπαν το πρόβλημα με τις κάσες, για μένα δεν υπάρχει πρόβλημα. Ρίξαμε πολύ νερό και έμεινε πολύ λίγο το οποίο εξατμίζεται ... μέσα στο σπίτι [νερό] δεν μπαίνει ... δεν υπάρχει κούφωμα κομμένο κάτω με το νούμερο, την ταμπελίτσα κομμένη", ενώ γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια καθόσον δεν έχουν τοποθετηθεί τα συμφωνηθέντα υλικά στην οικία της νυν εγκαλούσας, ήτοι μία από τις τρεις συμφωνηθείσες μπαλκονόπορτες, ένα τεμάχιο μπαλκονόπορτας 100Χ120, ένα τεμάχιο σταθερά, δώδεκα κιλά προφίλ, ένα τεμάχιο μπαλκονόπορτας δίφυλλης δέκα οκτώ τεμάχια ρολό κουνουπιέρες αλουμινίου, πέντε τεμάχια ρολό κουνουπιέρες αλουμινίου, τέσσερα τεμάχια σταθερά παραθύρων, δύο τεμάχια σταθερά πόρτας, ένα πάνελ πόρτας και ένα τεμάχιο μπαλκονόπορτας δίφυλλη α/α. Επιπροσθέτως δε οι κάσες των κουφωμάτων δεν βγάζουν εκτός το νερό που εισέρχεται στο λούκι με τη θερμογέφυρα, καθόσον οι υπάρχουσες οπές είναι υψηλότερα από το επίπεδο της θερμογέφυρας, ούτε είναι στεγανοποιημένες, με συνέπεια το νερό να διαχέεται αφενός στον τοίχο των εσωτερικών χώρων της ως άνω οικίας (δωμάτια, κουζίνα, καθιστικό κλπ), αφετέρου να πέφτει στις μαρμάρινες ποδιές των κουφωμάτων και από εκεί στο εσωτερικό της οικίας".
Ακολούθως, το δικάσαν Δικαστήριο, που κήρυξε ένοχο τον παραπάνω κατηγορούμενο, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς το σκέλος της που αναφέρεται στην ψευδορκία μάρτυρα, όσο και ως προς το σκέλος της που αναφέρεται στην ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1,224 παρ. 1, 2, 227 παρ. 1 και 46 παρ. 1α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 988/2008 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., καθώς και την κατάθεση της Ψ, η οποία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκε ανωμοτί (ως πολιτικώς ενάγουσα) στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στο σκεπτικό της αποφάσεως εκτίθενται τα αληθή γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο καταδικασθείς ως φυσικός αυτουργός και μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενος του ήδη αναιρεσείοντος και τα ψευδή τα οποία κατέθεσε αυτός ένορκα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας στα πλαίσια της αναφερόμενης στο σκεπτικό αγωγής, καθώς και τα περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι αυτός είχε γνώση ότι τα κατατεθέντα ήταν ψευδή. Επίσης, σε σχέση με την ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, εκτίθενται στο ίδιο σκεπτικό τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων έπεισε τον φυσικό αυτουργό να καταθέσει ενόρκως τα ανωτέρω ψευδή περιστατικά, προκειμένου να ευνοήσει την έκβαση της πολιτικής δίκης που εκκρεμούσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, μεταξύ αυτού και της πολιτικώς ενάγουσας, για καταβολή συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε συνεκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου όλως των αποδεικτικών μέσων, αλλά σε επιλεκτική λήψη μερικών μόνον από αυτές, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, που αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, η μνεία δε αυτή ήταν αρκετή, γιατί για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, ή η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2054/2009 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 988/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Έννοια όρων ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Καταδικαστική απόφαση. Λόγος της αιτήσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στο σκεπτικό τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται σύγκριση μεταξύ αυτών. Απορρίπτει αίτησης αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 185/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 22 και 28 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, υπηκόου Σλοβακίας, και ήδη κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, κατά της υπ' αριθμ. 1086/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 1086/2009 απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 20-8-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από τις Αρχές της Σλοβακίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό και ημερομηνία 6/7-12-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1731/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο του εκζητουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να εκτελεστεί το εν λόγω Ευρωπαϊκό 'Ενταλμα Σύλληψης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 515 β ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο". Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος του εκζητουμένου εζήτησε την αναβολήν της υποθέσεως διότι, εν συνόψει, "το Βέλγιο έχει υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δ.Ε.Κ. σχετικά με το αν πρέπει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που εξεδόθη προς εκτέλεση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως να θεωρηθεί όχι ως ένταλμα συλλήψεως, με σκοπό την εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 4 σημείο 6 της αποφάσεως -πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/584/ΔΕΥ για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και της διαδικασίας παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, αλλά ως ένταλμα συλλήψεως με σκοπό την άσκηση διώξεως". Κατόπιν αυτών ζητεί την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως μέχρις εκδόσεως σχετικής αποφάσεως υπό του ΔΕΚ επ' αυτού ως και των παρεπομένων αιτημάτων εάν η μία ή η άλλη απάντηση, καταφατική ή αρνητική έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 6 2 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός δεν αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση, δικαιολογούσα την αιτουμένη αναβολή, τοσούτον μάλλον, καθ' όσον ενταύθα πρόκειται περί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το οποίον εξεδόθη προς τον σκοπό ποινικής διώξεως (ως εκτίθεται κατωτέρω) και όχι προς εκτέλεση καταδικαστικής αποφάσεως. Δι'ό και με δεδομένο ακόμη, ότι η υπόθεση έχει ήδη αναβληθεί μία φορά, το αίτημα περί αναβολής πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης". "Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται, η άσκηση έφεσης στον 'Αρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στη έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς η κρινομένη υπ' αριθμ. 6/7 Δεκεμβρίου 2009 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1086/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποίαν αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του από 20/8/2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εξεδόθη από τις αρχές της Σλοβακίας κατά του εκκαλούντος Χ, υπηκόου Σλοβακικής Δημοκρατίας, παραπονουμένου δια τους εις αυτήν λόγους, νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εφ' όσον η ημέρα, καθ' ην εδημοσιεύθη η άνω απόφαση, η 4/12/2009, ήτο Παρασκευή και ώρα 12.00 μεσημβρινή, εντεύθεν δε και ησκήθη η έφεση την 7η Δεκεμβρίου 2009 ημέρα Δευτέρα και ώρα 12.00 μεσημβρινή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004. "Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, η β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2εδαφ.α' του ιδίου άρθρου. "Η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της". Στο άρθρο 9 παρ.3 ιδίου Νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου. "Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", όπως επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της άνω παρ.1 του άρθρου 10 εφόσον "Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη" την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ κατά την παρ. 2 του αμέσως ανωτέρω άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για αρπαγή (στοιχ. ιστ). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς, είτε σε ημεδαπούς, με βάση δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφ' όσον βέβαια συντρέχουν οι σχετικές θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 Ν. 3251/2004). Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσεν ο συνήγορος του εκζητουμένου στο Συμβούλιο Εφετών ως και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως και ιδία του υποβληθέντος υπομνήματος προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του από 20/8/2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης των Αρχών της Σλοβακίας, που εξεδόθη βάσει του υπ' αριθμ. 4 Τp 255/2008 διατάγματος προς σύλληψη του Πρωτοδικείου Νίτρα από 17/7/2008 κατά του Χ, υπηκόου της Σλοβακικής Δημοκρατίας, νυν εκκαλούντος, προκειμένου να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για αρπαγή κατά τις διατάξεις των παραγράφων 20, 186 εδάφιο 1 εδάφιο 2 β εδάφιο 4α ΠΚ της Σλοβακίας "ιδιαίτερα σοβαρό κακούργημα" για το οποίο απειλείται ποινή καθείρξεως τουλάχιστον 10 ετών. Ειδικότερα στον εκζητούμενο αποδίδεται η κατηγορία, όπως από το ένταλμα προκύπτει προσκομιζόμενο μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα ότι: "Μετά από κοινή συμφωνία μαζί με τους συγκατηγορουμένους ..., ... και άλλα άγνωστα πρόσωπα διέπραξαν την απαγωγή του παθόντα ..., γεν. 22.07.1976, μονίμου κατοίκου ... επί της οδού ... αριθ. ..., τον οποίο στη συνέχεια είχαν σκοπό να θανατώσουν δύο μέχρι στιγμής άγνωστα πρόσωπα κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 08:15 και 08:30 της 06.06.2008 στον κρατικό δρόμο ... στην κοινότητα ... της επαρχίας ... ντυμένοι με αστυνομικές στολές της Τροχαίας σε συνεργασία με άλλα δύο μέχρι στιγμής άγνωστα πρόσωπα ντυμένα με αστυνομικές στολές της Άμεσης Δράσης και με διακριτικά POLICIA, οπλισμένοι με αυτόματα όπλα. Αφού ακινητοποίησαν τον ..., το εξανάγκασαν να αποβιβαστεί από το όχημά του μάρκας Mercedes Benz ML με αριθ. Κυκλοφορίας ... και μετά από ακινητοποίησή του τον μετέφεραν με όχημα μάρκας Skoda Οctavia combi αγνώστων μέχρι στιγμής άλλων στοιχείων σε άγνωστο μέχρι στιγμής τόπο στο χώρο παραθέρισης ... στην επαρχία ... και υπό την απειλή ότι θα τον σκότωναν τον ανάγκασαν να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την σύντροφο του ..., γεν. 28.05.1981 έτσι ώστε αυτή να φέρει στη πόλη ... όλα τα χρήματα που βρίσκονταν στην οικία τους. Στη συνέχεια την ίδια ημέρα παρέλαβαν από αυτήν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 12:00 και 13:00 στο χώρο στάθμευσης του πολυκαταστήματος ... στο ... ποσό ύψους 3.000.000 Κορωνών Σλοβακίας εν μέρει σε κορώνες σλοβακίας και εν μέρει σε ευρώ, όπου και της ανακοίνωσαν ότι θα πρέπει να φέρει και άλλα 5.000.000 Κορώνες Σλοβακίας το οποίο ποσό μετά από τηλεφωνικές οδηγίες θα φέρει στην πόλη ... κατά τις βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας, όπου λόγω του ότι ο χώρος παραλαβής ήταν υπό αστυνομική παρακολούθηση, το ποσό δεν παραλήφθηκε από κανέναν. Τον παθόντα ... στο μεταξύ μετέφεραν στην εξοχική κατοικία των γονέων του ... και ... που βρίσκεται στην κοινότητα ..., στη οποία κατέφθασε ο ... O ... προφορικά διέταξε στο ..., γεννηθείς 10.09.1984, όπως φρουρεί τον παθόντα ... και τις πρωινές ώρες της 07.06.2008 ο ... μαζί με τον ..., γεν. 23.07.1981 τον μετέφεραν ενώπιον ανοιχτού τάφου σε ορεινό χώρο, τον οποίο είχε σκάψει προηγουμένως ο ... για τον παθόντα ... O ... όμως δεν πραγματοποίησε τελικά την σχεδιασμένη θανάτωσή του και άφησε τον παθόντα δεμένο εν ζωή. Στη συνέχεια ο παθόντας συνέχισε να κρατείται φυλασσόμενος από τους αδερφούς ... και ... στην εξοχική κατοικία του ... έως τις απογευματινές ώρες της 11.06.2008 κατά τις οποίες ο παθόντας ... απελευθερώθηκε από τον ... Ο ... έλαβε από τον κατηγορούμενο ... για την φύλαξη του παθόντα 30.000 Κορώνες Σλοβακίας". Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης το οποίο φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως ονοματεπώνυμο και υπογραφή του εκπροσώπου του Πρωτοδικείου Νίτρα, Πρωτοδίκη που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 Ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα διεύθυνση και λοιπά στοιχεία του πρωτοδίκου, φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιοποίνου πράξεως που αποδίδεται στον εκζητούμενο, η ποινή που προβλέπεται γι' αυτή κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικά με αυτή και τις συνέπειές της, πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητός του κατά τον Ν. 3251/2004. Η πράξη για την οποίαν κατηγορείται ο εκκαλών η οποία επαρκώς προσδιορίζεται στο ένταλμα και για την οποία ζητείται η προσαγωγή του στις αρμόδιες Σλοβακικές Αρχές, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Σλοβακικού Ποινικού Κώδικος, χαρακτηρίζεται ως αρπαγή για την οποίαν κατά το άρθρο 10 παράγρ. 2 περίπτ. ιστ' Ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρείται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών, ως προς το ανώτατο όριό τους, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Άλλωστε η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 322 εδ.β') σε βαθμό, δηλαδή, κακουργήματος, τιμωρουμένη μάλιστα με την ίδια ποινή (κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών).
Συνεπώς συντρέχουν ενταύθα οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του άνω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και εφ' όσον ουδεμία συντρέχει περίπτωση, εκ των της υποχρεωτικής ή δυνητικής μη εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που προβλέπονται με τα άρθρα 11 και 12 Ν. 3251/2004. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, εν όψει του ότι τα άρθρα 76 και 76 α' του Κωδ. Ποινικής Δικονομίας της Σλοβακικής Δημοκρατίας προβλέπουν διάρκεια της προσωρινής κρατήσεως για το αδίκημα της αρπαγής μέχρις (εξήντα) 60 μήνες, το Δικαιϊκό σύστημα της Σλοβακίας δεν θα του εξασφαλίσει δίκαιη δίκη. Όμως το τελευταίο αυτό ήτοι ότι εκ μόνης της μεγάλης διαρκείας της προσωρινής κρατήσεως δεν θα του εξασφαλιστεί δίκαιη δίκη, ουδόλως προέκυψε εξ όλων των στοιχείων της δικογραφίας, πέραν αυτού δε η ανωτέρω προβλεπομένη διάρκεια της προσωρινής κρατήσεως για το άνω "ιδιαίτερα σοβαρό κακούργημα" κατά την έκφραση του άνω Κώδικος, δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός ότι ο εκζητούμενος δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, ούτε ότι αυτός εκ της τοιαύτης ακριβώς προβλέψεως, θα κρατηθεί προσωρινά για διάστημα μεγαλύτερο του ευλόγου, και δεν θα παραπεμφθεί "συντόμως", ούτε ότι δεν "θα δικασθεί εντός λογικής προθεσμίας", ούτε ότι δεν "θα απολυθεί κατά την διαδικασίαν" (άρθρο 5 παρ.3 της ΕΣΔΑ), προσέτι ούτε ότι δεν "θα δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου" (άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ), ούτε ότι δεν θα γίνει σεβαστή ή ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ). Εντεύθεν και ο συναφής πρώτος λόγος εφέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 13 παρ.3 Ν. 3251/2004 εγγυήσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης "Αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, και πάντως μετά από απόδοση σε αυτό το πρόσωπο συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, κατοικεί στην Ελλάδα, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ'αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", κατ' άρθρον δε 12 "Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος", μεταξύ άλλων περιπτώσεων και στοιχ. ε) "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφ' όσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Ούτως η άνω παράγραφος 3 του άρθρου 13 διαφοροποιείται από την περίπτωση του στοιχ. ε' του άρθρου 12 και το μεν πρώτο ομιλεί περί "κατοικίας" στην Ελλάδα του εκζητουμένου "προς το σκοπό δίωξης", το δε έτερο περί "κατοικίας" ή "διαμονής" στην Ελλάδα αυτού "προς το σκοπό εκτέλεσης της ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας". Ο εκκαλών ισχυρίζεται (και δέχεται) ότι "δεν δύναται να χαρακτηρισθεί κάτοικος Ελλάδος ... ωστόσο με βάση τα ερμηνευτικά στοιχεία που προσφέρει ο κοινοτικός Δικαστής, πρέπει να εξετασθεί η περίπτωση της "διαμονής", δι'ό και πρέπει να ζητηθεί η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 104 β' του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την οποία και "επιθυμεί" σχετικά με την παραβίαση της "αρχής της ίσης μεταχείρισης" από το άρθρο 13 παρ.3 του Ν. 3251/2004, όπου έχει ενσωματωθεί το άρθρο 5 σημ.3 της 2002/584/ΔΕΥ Αποφάσεως -πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Ιουνίου (2002). Ο ισχυρισμός αυτός, αλυσιτελώς προβάλλεται ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως και είναι απορριπτέος, διότι το κρινόμενο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί εναντίον του εκκαλούντος "προς τον σκοπό της δίωξης" και όχι "προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας", όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο ανωτέρω.
Συνεπώς ουδεμία ασάφεια υπάρχει ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13 παρ.3, διότι εάν ο νομοθέτης ήθελε και στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ.3 Ν. 3251/2004 να υπάρχει "κατοικία" ή "διαμονή" στην Ελλάδα, θα εξεφράζετο ρητώς, όπως το έπραξε (και) στην περίπτωση του άρθρου 12 στοιχ.ε' αυτού του νόμου, όπου έχει ενσωματωθεί το άρθρο 4 σημ.6 της άνω αποφάσεως -πλαισίου και όπου γίνεται λόγος για "κατοικία ή διαμονή".
Συνεπώς ουδείς υπάρχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος σχετικώς με το άνω ζήτημα, ούτε, άλλωστε, τίθεται θέμα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 12 στοιχ. ε', στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ.3 Ν. 3251/2004, ώστε να υπάρχει θέμα παραβίασης της ίσης μεταχείρισης του εκζητουμένου δια μίαν εκάστη των άνω περιπτώσεων.
Μετά ταύτα ο σχετικός έτερος λόγος και τελευταίος της κρινομένης εφέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ούτω το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο διέταξε την εκτέλεση του περί ού ο λόγος ενταύθα ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προς τον σκοπόν δίωξης του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λαμβανομένου υπ' όψη ότι ο εκζητούμενος δεν (απεδείχθη ότι) διατρέχει σοβαρό κίνδυνο στη Σλοβακία να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση (άρθρο 1 παρ.2 Ν. 3251/2004), ούτε, εντεύθεν, παραβιάζονται οι διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ν.Δ. 53/1974 ΦΕΚ Α' 256/20-9-1974), των άρθρων 2 (Το δικαίωμα στη ζωή, 3 (Απαγόρευση των βασανιστηρίων), και 5 (Το δικαίωμα στη προσωπική ελευθερία και ασφάλεια). Ο εκκαλών πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 6/7 Δεκεμβρίου 2009 έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1086/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης Ν.3251/2004. Άρθρ. 22, Ν.3251/2004. Έφεση κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που απεφάσισε την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Άρθρα 1 §1, 2, 9 §3, 5. Προϋποθέσεις εκτελέσεως Ευρωπαϊκού εντάλματος. Άρθρα 10, 11, 13. Πότε εκτελείται το Ευρωπαϊκό ένταλμα. Περιπτώσεις υποχρεωτικής και δυνητική απαγόρευσης. Ένταλμα των αρχών της Σλοβακίας κατά υπηκόου της, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για ιδιαίτερα σοβαρό κακούργημα (αρπαγή), για το οποίο εκεί απειλείται ποινή καθείρξεως τουλάχιστον 10 ετών. Επιτρέπεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, με μόνη προϋπόθεση ότι τιμωρείται υπό κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον 3 ετών ως προς το ανώτατο όριό τους. Άρθρο 76 και 76α ΚΠΔ της Σλοβακικής Δημοκρατίας προβλέπει διάρκεια προσωρινής κρατήσεως για την αρπαγή μέχρι 60 μήνες. Τούτο σημαίνει ότι δεν θα εξασφαλισθεί δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Άρθρο 13 § 3 Ν. 3251/2004 εγγυήσεις για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Άρθρ. 12 Ν.3251. Διαφορά των δύο αυτών άρθρων όταν το ένταλμα εκδίδεται προς τον σκοπό ποινικής διώξεως ή εκτελέσεως ποινής. Έννοια κατοικίας ή διαμονής του εκζητουμένου. Δεν υπάρχει θέμα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 12 στοιχ. ε΄ υπό περίπτωση του άρθρου 13 § 3 Ν. 3251/2004. Απορρίπτει έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 184/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενο τον Χ1.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1472/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, με αριθμό 399/11-12-2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Κατά του Χ1, Εφέτη, κατοίκου ..., ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια από πρόσωπο υποχρεωμένο από το επάγγελμά του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (άρθρα 26 παρ. 1 του Π.Κ.), πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από τον ανωτέρω στις ... στη ...και στη διασταύρωση των οδών ... και ..., στην οποία φέρεται να εισήλθε επιβαίνων στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη που είχε στο ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί πλαγιομετωπικά με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η Θ1, η οποία λόγω της ως άνω συγκρούσεως υπέστη κάκωση και εκδορές δεξιάς πηχεοκαρπικής περιοχής. Κατόπιν τούτου η εν λόγω υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο της 29 Ιουνίου 2009. Κατά την προαναφερομένη δικάσιμο το ως άνω δικαστήριο, επειδή διαπίστωσε ότι ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την προκειμένη υπόθεση λόγω της ιδιότητας του κατηγορουμένου Χ1 ως δικαστικού λειτουργού, εν ενεργεία, Εφέτη, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 7 και 120 παρ. 1,2 του Κ.Π.Δ. κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών. Όπως όμως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ.Υ. της ... υπηρεσιακή βεβαίωση του Εφετείου Αθηνών, ο εν λόγω κατηγορούμενος Εφέτης Χ1, υπηρετεί με την ως άνω ιδιότητα στο Εφετείο Αθηνών από τις 16 Μαΐου 2005 έως σήμερα. Κατόπιν τούτου η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. πρωτ. 49159/19-10-2009 έγγραφό της μας υπέβαλε την εν λόγω δικογραφία, προκειμένου να γίνει από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου κανονισμός αρμοδιότητος κατά παραπομπή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 και 137 του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 122-125 Κ.Π.Δ., ώστε να παραπεμφθεί η εν λόγω υπόθεση σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Την ως άνω παραπομπή αποφασίζει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 137 Κ.Π.Δ.:α) το συμβούλιο των Πλημμελειοδικών, όταν ζητείται η παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο, β) το συμβούλιο των εφετών, αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές ή τριμελές Πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο και γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Δικαιολογητικός λόγος εν προκειμένω είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία από το ότι υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο με τον παραπεμφθέντα (Α.Π. 766/2007). Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, δοθέντος ότι ο παραπεμφθείς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών είναι δικαστικός λειτουργός, που υπηρετεί με τον βαθμό του Εφέτη στο ως άνω δικαστήριο, να διαταχθεί η παραπομπή της προκειμένης υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ Να παραπεμφθεί η προκειμένη υπόθεση που αφορά τον κατηγορούμενο Χ1, που υπηρετεί ως δικαστικός λειτουργός με τον βαθμό του Εφέτη στο Εφετείο Αθηνών, κάτοικο ..., που κατηγορείται για σωματική βλάβη από αμέλεια από πρόσωπο υποχρεωμένο από το επάγγελμά του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, πράξη, που φέρεται να είχε τελέσει στις 29/3/2006 στη ...και στη διασταύρωση των οδών...και ..., σε βάρος της Θ1, και συγκεκριμένα να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς προκειμένου να δικασθεί για την ως άνω πράξη.
Αθήνα 7/12/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοίχε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν ακόμη δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών ή εφετών, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132,134 και 135 εδ.1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά του Χ1, δικαστικού λειτουργού, (εφέτη) ασκήθηκε ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια, από πρόσωπο υποχρεωμένο από το επάγγελμα του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στις ..., στη .... . Η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 29 Ιουνίου 2009. Το δικαστήριο, αυτό λόγω της ειδικής δωσιδικίας του εν λόγω κατηγορουμένου, αφού έκρινε εαυτό αναρμόδιο, παρέπεμψε την υπόθεση για να δικασθεί ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Όμως, ο άνω κατηγορούμενος υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, ως Εφέτης, γι' αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθ.49159/19-10-2009 έγγραφο του ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητος. Κατόπιν των παραπάνω, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 στοιχ ε' και 137 παρ.1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως και να ορισθεί το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς αρμόδιο για την εκδίκαση της άνω υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως, ήτοι της αποδιδόμενης, στον Χ1 Εφέτη στο Εφετείο Αθηνών, αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης εξ' αμελείας, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην ..., στις ..., προς εκδίκαση της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 181/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 4257/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1223/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη και νόμιμη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4257/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση στην εκεί αναφερόμενη ποινή, και από τα πρακτικά της, ο συνήγορος που εκπροσώπησε στη δίκη τον κατηγορούμενο, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ, ισχυρισθείς, ειδικότερα, ότι "τα μεγαλύτερα ποσά προέρχονται από πρόστιμα του Νόμου 3037/2002. Περιμένουμε μέσα στο Μάρτιο απόφαση του Υπουργείου, για πάγωμα αυτών των χρεών, και να μπορέσουμε να ρυθμίσουμε τα λοιπά χρέη". Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν μη νόμιμο, αφού η αναμονή τυχόν μελλοντικής νομοθετικής ρυθμίσεως για "πάγωμα" κάποιων χρεών του αναιρεσείοντος δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (ούτε και για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Παρά ταύτα, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του, κατά λέξη, τα εξής: "... η υπόθεση έχει αναβληθεί για κρείσσονες αποδείξεις και για να προσκομισθεί απόφαση ρύθμισης της οφειλής σε δόσεις τρεις φορές και ζητείται να αναβληθεί για τον ίδιο λόγο για τέταρτη φορά, αίτημα, που κρίνεται παρελκυστικό, αφού έχει δοθεί στον κατηγορούμενο αρκετός χρόνος, για να προβεί σε ρύθμιση, χωρίς αυτός να τον εκμεταλλευτεί, ενώ το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναμένει τυχόν μελλοντική νομοθετική ρύθμιση για πάγωμα κάποιων χρεών του, αφού θα μπορούσε να προβεί σε ρύθμιση και σε περίπτωση νομοθετικής ρύθμισης, να συμψηφιστούν ή αποδοθούν οι οφειλές. Ενόψει αυτών και δεδομένου του χρόνου τέλεσης της πράξης, που είναι ο Μάρτιος του 2002 και δεδομένου ότι η υπόθεση οδεύει σε παραγραφή, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, που επικαλείται ο συνήγορος του κατηγορουμένου, σαν αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η αιτιολογία δε αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής ως αβάσιμο και στην οποία, πάντως, εκ περισσού αναφέρεται η επικείμενη παραγραφή, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούσε να δοθεί τέτοια αναβολή. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 25 παρ. l του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως, και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι, για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/11.9.1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και, έτσι, οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4257/2009 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, μετατραπείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος γιατί, κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2002 μέχρι 1.1.2006, αν και σε βάρος του είχαν βεβαιωθεί ατομικά χρέη προς το Δημόσιο στην Δ' Δ.Ο.Υ. ...καταβλητέα εφάπαξ ή σε δόσεις που υπερέβαιναν το ποσό των 120.000 ευρώ, αυτός παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών, δηλαδή των 4 μηνών, και δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 272.618,39 ευρώ, όπως τα χρέη αυτά εμφαίνονται στον αναλυτικό πίνακα που έχει ενσωματωθεί στο διατακτικό της αποφάσεως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι σε βάρος του κατηγορουμένου και στην αρμόδια για τη φορολόγησή του Δ' ΔΟΥ ..., το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 μέχρι 1-1-2006 βεβαιώθηκαν νόμιμα χρέη, συνολικού ύψους από κάθε αιτία (συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων) άνω των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα συνολικού ποσού 272.618,39 €, όπως λεπτομερειακά οι αντίστοιχες ημερομηνίες βεβαίωσης σημειώνονται στο διατακτικό και στον πίνακα χρεών με αύξοντες αριθμούς 3, 10, 11, 12, 19 έως 30 χρέη και όπως το κάθε χρέος αναφέρεται, κατά ύψος, αιτία, τρόπο καταβολής (εφάπαξ ή δόσεις) καθώς και ημερομηνία λήξης πρώτης δόσης, αυτός δεν τα κατέβαλε εντός της από τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004 (η ισχύς του οποίου άρχισε την 1-1-2004), προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας από την ημέρα, που αναφέρεται στο διατακτικό ως ημερομηνία εφάπαξ καταβολής τους ή ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης του κάθε καταβαλλόμενου σε δόσεις χρέους του, οπότε και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 μέχρι 1-1-2006 να καταστεί αξιόποινη η πράξη του αυτή.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση της αποδιδόμενης σ' αυτόν αντίστοιχης αξιόποινης πράξης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25§§1 γ, 7, 8 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23§1 ν. 2523/1997 και άρθρο 34§§1, 2, 3 ν. 3220/2004, και στη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, προσδιορίζεται η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (Δ' Δ.Ο.Υ. ...), το ύψος των χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους (σε 6 μηνιαίες δόσεις το πρώτο από 6.953,76 €, με ημερομηνία λήξης της πρώτης δόσης την 31.10.2001 και της τελευταίας την 29.3.2002, και εφάπαξ τα λοιπά) και ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί το καθένα. Εξειδικεύεται δε αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (ΦΠΑ, τέλη διενέργειας παιγνίων, δικαστικά έξοδα, πρόστιμα, άλλοι φόροι), καθώς και ότι το καθένα από τα επί μέρους χρέη υπερβαίνει, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν από την 1.1.2004, το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), αφού αυτά (με αύξ. αριθ. 3, 10, 11 και 12) ανέρχονται σε 6.953,76 €, 5.796,02 €, 40.572,50 € και 8.694,04 € αντιστοίχως, ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, το δε συνολικό χρέος για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, καθώς και ότι τα εν λόγω χρέη δεν καταβλήθηκαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τεσσάρων μηνών. Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση α) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον αναιρεσείοντα εγκλήματος και δη γιατί αναφέρεται στην απόφαση διαζευκτικώς η μη καταβολή της πρώτης δόσεως για τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή η καθυστέρηση της πληρωμής πέραν των τεσσάρων μηνών για τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ασάφεια ως προς το ποια από τις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις δέχεται, αν δε περιλαμβάνονταν χρέη και των δύο περιπτώσεων, δεν προσδιορίζονται τα χρέη καθεμιάς περιπτώσεως, και β) γα εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη γιατί εσφαλμένα υπολογίσθηκαν αθροιστικώς τα οφειλόμενα ποσά, ενώ υπάρχει πληθώρα επί μέρους ποσών (με αύξ. αριθ. 3, 10, 12, 20, 21, 22, 23, 24, 26, 27, 28, 29 και 30), τα οποία ήταν κάτω από 10.000 € και, επομένως, υπό την ισχύ των ευνοϊκοτέρων, ως προς το σημείο αυτό, διατάξεων του ν. 3220/2004, ήταν ανέγκλητα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα ή ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παραβιάστηκε, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που δόθηκε σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν κατά τη γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτή. Οι αόριστοι και ασαφείς λόγοι αναιρέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με παραπομπή σε στοιχεία που ευρίσκονται σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, λόγο της αιτήσεώς του, προβάλλει ότι το Δικαστήριο της ουσίας όφειλε, παρεμπιπτόντως, να ελέγξει τη νομιμότητα των ταμειακώς βεβαιωθέντων σε βάρος του χρεών, εφόσον δε δεν το έπραξε, εφάρμοσε εσφαλμένα το ν. 3037/2002, που συμπαρέσυρε σε εσφαλμένη εφαρμογή και το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτό ισχύει. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, ως εκ τούτου δε απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν προσδιορίζεται ποια διάταξη του ν. 3037/2002 "απαγόρευση παιγνίων" παραβιάσθηκε, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε νόμιμη εξουσία να ελέγξει τη νομιμότητα της βεβαιώσεως των χρεών του αναιρεσείοντος προς το Δημόσιο, αλλά ελέγχει μόνο τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε.
Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 34§1 του ν. 3220/2004, με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, στα χρέη προς το Δημόσιο από κάθε αιτία, που βεβαιώνονται στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία, η καθυστέρηση καταβολής των οποίων επιδέχεται ποινικές κυρώσεις, συμπεριλαμβάνονται και οι κάθε είδους τόκοι ή προσαυξήσεις μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών. Στον τελευταίο αναγράφονται, πλην του ληξιπροθέσμου κεφαλαίου, ως συνεισπραττόμενα και οι προσαυξήσεις και οι τόκοι αυτού, τα οποία, προστιθέμενα, αποτελούν το απαιτητό σύνολο κάθε επί μέρους ληξιπρόθεσμου χρέους, χωρίς, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, να είναι αναγκαία η εξειδίκευση εάν τα συνεισπραττόμενα αφορούν προσαυξήσεις ή τόκους και, αν πρόκειται για τόκους, με τι επιτόκιο έχουν υπολογισθεί αυτοί. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την έννοια των συνεισπραττομένων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 2 και 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠοινΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίνει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 141 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξέταση του κάθε μάρτυρα, ο Πρόεδρος έδινε το λόγο στην Εισαγγελέα, στους Δικαστές και στο συνήγορο του κατηγορουμένου, για να απευθύνουν ερωτήσεις στους μάρτυρες, δεν προκύπτει, όμως, ειδικότερα ως προς το συνήγορο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ότι ζήτησε το λόγο από την Πρόεδρο για να υποβάλει δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και υπερασπίσεως ..., κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, και δεν του δόθηκε ούτε, πολύ περισσότερο, ότι, μετά την προεδρική άρνηση, προσέφυγε αυτός προς τούτο στο Δικαστήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ έκτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι, κατά παραβίαση του άρθρου 358 ΚΠΔ, δεν δόθηκε, μετά την εξέταση στο ακροατήριο των ανωτέρω μαρτύρων, στο συνήγορο του κατηγορουμένου ο λόγος για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενώ, εξάλλου, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το ότι, μετά την εξέταση των μαρτύρων αυτών, δεν δόθηκε ο λόγος από την διευθύνουσα τη συζήτηση στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτησή του, για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με τις εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Ιουλίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 5850/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 4257/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση που βεβαιώθηκαν πριν και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3220/2004. Ορθή εφαρμογή και ερμηνεία άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 § 1 ν. 2523/1997 και 34 §§ 1, 2, 3 ν. 3220/2004. Κατά ποιο μέρος οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες και κατά ποιο είναι ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου από τις προηγούμενες. Εφαρμογή για τα χρέη που βεβαιώθηκαν πριν από την 1.1.2004 των διατάξεων του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως ίσχυε τότε, κατά το μέρος που είναι ευμενέστερες για τον αναιρεσείοντα. Πότε είναι ορισμένος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Ε΄ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει εξουσία να ελέγξει τη νομιμότητα των ταμειακώς βεβαιωθέντων χρεών. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για μη νόμιμη αιτιολογία ως προς την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και ως προς την έννοια των "συνεισπραττομένων". Για να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του για να προβεί, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων, πρέπει αυτοί να ζητήσουν να τους δοθεί αυτός και, αν δεν τους δοθεί από το διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν στο δικαστήριο. Τα πρακτικά της δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, στο οποίο, πάντως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, γιατί το αίτημα δεν ήταν νόμιμο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος.
| 2
|
Αριθμός 180/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της ΑΤ 1481/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 907/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ. η παραβίαση των διατάξεων των καθοριζουσών την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, τα οποία του παρέχονται, με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως. Τέτοια παραβίαση αποτελεί και η περίπτωση κατά την οποία μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αμέσως και πριν από τη κήρυξή του ως ενόχου από το δικαστήριο, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο και στον συνήγορό του καθώς και μετά την κήρυξή του ως ενόχου κατά τη συζήτηση για την επιβολή της ποινής, κατά την οποία τελευταίος πρέπει να λάβει τον λόγο ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 371 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς η Πρόεδρος του δικαστηρίου εκείνου, μετά την κήρυξη της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 22 του ΠΔ 40/1977 χωρίς όμως να δώσει στη συνέχεια τον λόγο και στον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος ... που παρέστη για λογαριασμό του και εκπροσωπούσε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2, 502 παρ. 1 και 42 παρ. 2 ε. γ' Κ.Ποιν.Δ. τον κατηγορούμενο, δυνάμει της από 18/2/2009 εξουσιοδοτήσεώς του κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του κατά της υπ' αριθμό ΒΜ 1682/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής. Στη συνέχεια δε, όπως από τα ίδια πρακτικά προκύπτει, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα του ότι στις 5/1/2004 στο κατάστημα κρεοπωλείου του στην οδό ... διέθετε στην κατανάλωση κατεψυγμένα χοιρίδια προέλευσης Ισπανίας βάρους 16 κιλών, τα οποία παρουσίαζαν αλλοιώσεις των οργανικών χαρακτήρων τους και ήταν αποψυγμένα και άνευ συσκευασίας δηλαδή ακατάλληλα προς βρώση και κατανάλωση και αφού δόθηκε ο λόγος για την επιβλητέα ποινή μόνο στην Εισαγγελέα όχι όμως και στον άνω συνήγορο που νομίμως εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο κατεδίκασε τον τελευταίο σε φυλάκιση έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λαμβάνεται δε υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η πρόεδρος δεν έδωσε το λόγο στον συνήγορο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο να αναπτύξει την υπεράσπισή του όσον αφορά την κατηγορία, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό ΑΤ 1481/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διάθεση στην κατανάλωση τροφίμων ακαταλλήλων προς βρώση (Π.Δ. 40/1977 άρθρο 22). Καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως από τον κατηγορούμενο για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως, διότι δεν δόθηκε από τη διευθύνουσα τη συζήτηση ο λόγος στον συνήγορο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της κατηγορίας ούτε επί της ποινής μετά την κήρυξή του ως ενόχου. Αναιρείται η απόφαση και παραπέμπεται προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Διάθεση ακατάλληλων τροφίμων και κρεάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 177/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε στο συμβούλιο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανώλη, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1185/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 379/16.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας την από 18-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα (άρθρο 2 παρ. 1 και 4 ν. 2331/1995, όπως αντικατ. με άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3424/2005), με βασικό έγκλημα την υπεξαίρεση στην υπηρεσία, με όφελος που επιδιώχθηκε και αντίστοιχη απειληθείσα ζημία σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας, ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές ή αντίστοιχα 146.735,143 ευρώ (άρθρο 258β Π.Κ. σε συνδ. με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/50), που φέρεται να τέλεσε ο συγκατηγορούμενός του Χ2.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδαφ. 3 και 4 του Κ.Π.Δ.: "Στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του ν. 1608/50, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο των Εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα".
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του Π.Κ. "Τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή". Κατά δε τη διάταξη του εδαφίου γ' του άρθρου 129 Κ.Π.Δ., θεωρούνται συναφή "όσα γίνονται με σκοπό να διευκολύνουν ή να κάνουν πιο εύστοχη την εκτέλεση ή να αποκρύψουν ένα από αυτά".
Επειδή στην προκειμένη περίπτωση η αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα για την οποία παραπέμπεται να δικασθεί ο αναιρεσείων, μη περιλαμβανόμενη μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, είναι συναφής κατά την έννοια του άρθρου 129 εδαφ. γ του Κ.Π.Δ. με το βασικό έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με όφελος που επιδιώχθηκε και αντίστοιχη απειληθείσα ζημία σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας, ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές ή αντίστοιχα 146.735,143 ευρώ, (άρθρο 258β Π.Κ. σε συνδ. προς το άρθρο 1 παρ. 1 ν.1608/1950) για το οποίο παραπέμφθηκε αμετάκλητα να δικασθεί ο παραπάνω συγκατηγορούμενός του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, και συνεπώς είναι και του αναιρεσείοντος αμετάκλητη η παραπομπή στο αμέσως πιο πάνω δικαστήριο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. να αποφανθεί το Δικαστήριό σας την κήρυξη ως απαράδεκτης της ανωτέρω από 18-6-2007 αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, την εκτέλεση του προσβαλλομένου αυτού βουλεύματος και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 18-6-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 18.6.2007 αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα με δήλωση στο Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Κρήτης, για την οποία συντάχθηκε η 12/2007 έκθεση, πλήττεται το 127/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο, όπως απ' αυτό προκύπτει, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος Χ1 κατά του 112/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου, αφού διορθώθηκε και αναδιατυπώθηκε το διατακτικό του τελευταίου έτσι ώστε παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Κρήτης Α) ο Χ2, αφενός, για τις εκεί πράξεις, μεταξύ των οποίων και για υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από την οποία το όφελος που επιδιώχθηκε και η ζημία που προξενήθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (άρθρα 258β και 1 παρ. 1 Ν.1608/1950) και Β) ο αναιρεσείων, αφετέρου, για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα την ως άνω υπεξαίρεση στην υπηρεσία του Χ2. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: "Στους ..., κατά το χρονικό διάστημα από 5.4.2005 έως 25.7.2005 νομιμοποίησε έσοδα από εγκληματική δραστηριότητα, ήτοι μεταβίβασε περιουσία εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματική δραστητιότητα και συγκεκριμένα από αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, το ελάχιστο όριο της οποίας είναι ανώτερο των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ, με σκοπό να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της και να παράσχει συνδρομή σε εκείνον που εμπλέκεται στη δραστηριότητα αυτή, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες της πράξης του, και συγκεκριμένα, συνδεόμενος με φιλική σχέση με τον Χ2, που ήταν υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και υπηρετούσε στο Κατάστημα της ΕΤΕ ... (...), δέχθηκε να γίνουν από αυτόν (τον Χ2), κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (από 5-4-2005 έως 25-7-2005) ανεξακρίβωτος αριθμός καταθέσεων, σε τραπεζικούς του λογαριασμούς, συνολικού ποσού 167.240 ευρώ, το οποίο αυτός είχε υπεξαιρέσει κατά το ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ιδιοποιούμενος παράνομα το ποσό αυτό το οποίο είχε περιέλθει στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητας του ως υπαλλήλου της παραπάνω Τράπεζας, το δε όφελος που επιδίωξε και η ζημία που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος της Τράπεζας υπερβαίνει το ποσό των 146.735,143 ευρώ (50.000.000 δρχ.), μετά δε από τις καταθέσεις αυτές, ο Χ1 προέβαινε σε "μεταφορά" - "διοχέτευση" μέσω "internet-banking", των εκάστοτε χρηματικών ποσών που διοχέτευε στους λογαριασμούς του ο συγκατηγορούμενός του Χ2, σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων προσώπων-δικαιούχων, που ο Χ2 του υποδείκνυε, ώστε με τη μεταβίβαση αυτή να αποκρύπτεται η προέλευσή τους από την παραπάνω περιγραφείσα υπεξαίρεση και ο δράστης αυτής, Χ2, ήτοι, για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18 εδ. α' και β' 26 παρ. Ια, 27 παρ, 1, 51, 52, 53, 50, 61, 79, 98 παρ. 1 ΠΚ και 1 α-ιι, -β, 2. 1-α ν. 2331/95 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ και άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/50". Από τη διατύπωση αυτή της κατά του αναιρεσείοντος κατηγορίας (στην οποία από προφανή παραδρομή αναφέρεται το άρθρο 375 ΠΚ αντί του 258 ΠΚ), αλλά και από το σύνολο των παραδοχών του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν .1608/1950 δεν αφορά και στην πράξη της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα, η οποία, άλλωστε, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950. Η τελευταία αυτή διάταξη έχει τεθεί στο τέλος της ανωτέρω κατά του αναιρεσείοντος κατηγορίας όχι ως προβλέπουσα την πράξη που αποτελεί την εν λόγω κατηγορία, αλλά συνδυαστικά, κατά τον προσδιορισμό του βασικού εγκλήματος από το οποίο προέκυψε το υλικό αντικείμενο της ως άνω νομιμοποιήσεως εσόδων.
Ενόψει αυτών η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3 και 4 του ΚΠοινΔ, η οποία, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύει και για συναφές κακούργημα, καθόσον, ναι μεν το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακούργημα που δεν υπάγεται στο Ν. 1608/1950, πλην όμως, το άνω κακούργημα, για το οποίο γίνεται παραπομπή του αναιρεσείοντος, είναι συναφές, κατά την έννοια του άρθρου 129 εδ. γ' ΚΠοινΔ, με εκείνο για το οποίο παραπέμπεται αμετακλήτως, με το ίδιο βούλευμα, ο συγκατηγορούμενός του Χ2 και το οποίο υπάγεται στο Ν. 1608/1950. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθμό εκθ. 11/18-6-2007 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του με αριθμό 127/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και 2. Βασικό έγκλημα η υπεξαίρεση στην υπηρεσία, ποσού 146.735,143 ευρώ, σε βάρος της ΕΤΕ, από συγκατηγορούμενο. Απαράδεκτη η αναίρεση του αναιρεσείοντος παραπεμπομένου για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, μη περιλαμβανομένη μεταξύ των εγκλημάτων του άρθρου 1 § 1 του Ν. 1608/1950, διότι συμπαραπέμπεται αμετάκλητα συγκατηγορούμενός του για βασικό έγκλημα κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βάρος της ΕΤΕ, ποσού 146.735,143 ευρώ, υπαγόμενο στον άνω Ν. 1608/1950, προς το οποίο η νομιμοποίηση είναι συναφές αδίκημα και επομένως είναι αμετάκλητη η παραπομπή και γι' αυτόν τον κατηγορούμενο.
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Κατηγορούμενος, Νομιμοποίηση εσόδων, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 176/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 388/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 624/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 214/18.6.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 9-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 388/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος έγινε τύποις και εν μέρει κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση της πολιτικώς εναγούσης εταιρείας ("ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε.") κατά του απαλλακτικού διά τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 3769/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παραπέμπεται αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Προβάλλονται δε, ως λόγοι αναιρέσεως, η υπέρβαση εξουσίας και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επειδή, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπτίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (βλ. ΑΠ 544/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/ 19). Επομένως, η ως άνω αιτιολογία επιβάλλεται και διά την κρίση του Συμβουλίου Εφετών επί του τύποις παραδεκτού ασκηθείσης εφέσεως. Εξ άλλου, υπέρβαση εξουσίας, ιδρύουσα τον κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία, την οποία έχει μεν γενικώς, δεν συντρέχουν όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις για την άσκησή της (βλ. ΑΠ 2/1990, εις ΠΧ/Μ'/927).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχεται τύποις την έφεση της πολιτικώς εναγούσης εταιρείας κατά του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος, χωρίς να διαλαμβάνη ουδεμία αιτιολογία, εν σχέσει προς το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, ενώ δεν αναφέρεται, ως προς την περί τούτου κρίση, στην εισαγγελική πρόταση. Ειδικότερα, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών ουδέν εκθέτει, περί του χρόνου επιδόσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος στην εκκαλούσα, ούτε περί του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, και ουδεμία σκέψη περιλαμβάνει, περί του εμπροθέσμου (άρθρ. 473 § 1 ΚΠΔ) της ως άνω εφέσεως. Μόνον δε στο διατακτικό διαλαμβάνει απλώς, ότι "Δέχεται τυπικά την υπ' αριθμ. 68/15-2-2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας κατά του υπ'αριθμ. 3769/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών".
'Ετσι, όμως, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, ως προς το τύποις δεκτό της εφέσεως της πολιτικώς εναγούσης. Εν συνεχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, παραπέμπον διά του προσβαλλομένου βουλεύματος, κατά τα προεκτεθέντα, τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 484 § 1 στοιχ. στ' Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, αφού προηγουμένως είχε δεχθή τύποις, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την ως άνω έφεση. Ο δε αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, κατ'άρθρ. 484 § 2 Κ.Π.Δ. (βλ. ΑΠ 798/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/310). 'Όμως, η αιτίαση περί ασκήσεως της εφέσεως από μη δικαιούμενο πρόσωπο είναι αβάσιμη, ως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως των εγγράφων της δικογραφίας, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να αναιρεθή το υπ' αριθμ. 388/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 8 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε κατά ένα μέρος δεκτή κατ' ουσίαν η υπ' αριθμόν 68/15-2-2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας κατά του υπ' αριθ. 3769/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και μεταρρυθμίστηκε αυτό, αφού προηγουμένως χαρακτηρίστηκε - τροποποιήθηκε επί το ορθότερο - η αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, σε απάτη κατ' εξακολούθηση που διαπράχθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, παραπέμφθηκε δε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, για να δικαστεί για την ως άνω πράξη.
Σύμφωνα με τα άρθρα 465 §1, 463, 480 ΚΠΔ εξάλλου, ο πολιτικώς ενάγων έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών που αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος αυτού δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και δεν αποβλήθηκε από την ποινική διαδικασία. Το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο που έχει ειδική εντολή. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας συναρτάται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και μπορεί να είναι όχι αποκλειστικά συμβολαιογραφικό, αλλά και απλή δήλωση ή εντολή, η γνησιότητα της υπογραφής του δε, πρέπει να βεβαιώνεται από αρχή, δημόσια ή δημοτική ή από δικηγόρο. Όταν ασκείται ένδικο μέσο κατά βουλεύματος το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 §1 του αυτού Κώδικα, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα, είναι και ο οριζόμενος στην αυτή διάταξη της υπερβάσεως εξουσίας.
Υπέρβαση δε εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 484 §1 στοιχ. στ' ΚΠΔ λόγο υπάρχει, με βάση το γενικό ορισμό, όταν το δικαστικό Συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το Συμβούλιο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εξάλλου, με το άρθρο 6 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 §1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 §1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 §1 Συντ., κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου εναντίον καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 §1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος, κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α) αναγκαίοι, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού, και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαίωμά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς. Με την προαναφερόμενη διάταξη του άρ. 465 §1 ΚΠΔ, ο νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει ότι πράγματι κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου, ο αντιπρόσωπος είχε την εντολή να το ασκήσει και δεν λειτούργησε αυτογνωμόνως, ασκώντας ένδικο μέσο που ο ίδιος ο καταδικασθείς δεν είχε πρόθεση ενδεχομένως να ασκήσει. Ως πρόσφορο δε μέσο απόδειξης ότι υπήρχε πράγματι η εντολή κατά το χρόνο αυτό προβλέπεται η προσάρτηση του πληρεξουσίου στην έκθεση του ένδικου μέσου. Η προϋπόθεση όμως αυτή που τίθεται από την άνω διάταξη, δηλαδή ότι η προσάρτηση του πληρεξούσιου στη σχετική έκθεση αποτελεί τον αποκλειστικό τρόπο απόδειξης της εντολής που έχει δοθεί, με συνέπεια την απόρριψη του ένδικου μέσου, αν δεν έχει γίνει η προσάρτηση, υπερακοντίζει το σκοπό του νομοθέτη και προκαλεί δυσανάλογα επιβαρυντικές συνέπειες στον καταδικασθέντα, ο οποίος έτσι, στερείται του δικαιώματος της επανεξέτασης της απόφασης από ανώτερο δικαστήριο, εφόσον δε πρόκειται για αναίρεση, στερείται του έσχατου ένδικου μέσου με το οποίο μπορεί να αμυνθεί κατά της καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης. Και τούτο διότι, η αρχή της αναλογικότητας, όπως προαναφέρθηκε, επιτάσσει όπως το μέσο προς επίτευξη του σκοπού είναι αναγκαίο. Η απόδειξη όμως της παροχής της εντολής ήδη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου, εξασφαλίζεται όχι μόνο με την προσάρτηση του πληρεξουσίου στη σχετική έκθεση αλλά και με την προσκομιδή του κατά το χρόνο συζήτησης του ένδικου μέσου, οπότε θα κριθεί από το Δικαστήριο αν κατά το χρόνο που ασκήθηκε το ένδικο μέσο είχε πράγματι χορηγηθεί η εντολή προς τούτο στον αντιπρόσωπο. Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια αρχή, η σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στο θιγόμενο. Όμως, ο από το άνω άρθρο τιθέμενος περιορισμός της απόδειξης της πληρεξουσιότητας ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης άσκησης ένδικου μέσου, η παράβαση του οποίου οδηγεί κατ' εφαρμογή του άρ. 476 §1 ΚΠΔ στην απόρριψη του ένδικου μέσου, μολονότι αυτό προσκομίζεται κατά τη συζήτηση και προκύπτει από αυτό ότι είχε δοθεί εντολή κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, είναι κατά κοινή αντίληψη προφανές ότι επιβάλλει στον καταδικασθέντα μια δυσανάλογη κύρωση, η οποία καταλύει τη δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ αφενός μεν της θεμιτής μέριμνας για την εξασφάλιση της βούλησης του εντολέως κατά την άσκηση του ένδικου μέσου από αντιπρόσωπο, και αφετέρου του δικαιώματος πρόσβασης στο ανώτερο δικαστήριο και άσκησης των δικαιωμάτων υπεράσπισης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την αίτησή του προβάλλει την αιτίαση ότι το διοικητικό συμβούλιο δια του από 3-2-2005 πρακτικού του εξουσιοδότησε τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Ηλία Τασσόπουλο, όπως η εγκαλούσα ασκήσει σε βάρος του την από 14-2-2005 έγκλησή της. Επί της εγκλήσεώς της αυτής, γενομένης προκαταρκτικής εξέτασης και κυρίας ανακρίσεως εξεδόθη το υπ' αρ. 3769/2007 απαλλακτικό Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο και επιδόθηκε στην εγκαλούσα υπό το εντεταλμένο όργανο της Εισαγγελίας Αθηνών την 19-1-2008. Κατά του Βουλεύματος τούτου ασκήθηκε έφεση από το δικηγόρο, Εμμανουήλ Μεταξάκη, την 15-2-2008, επικαλούμενος την από 14-2-2008 εξουσιοδότηση υπό του φερομένου ως εκπροσώπου της εγκαλούσης, ... Όμως αυτός, δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα ούτε από το νόμο ούτε από το καταστατικό ούτε και του είχε δοθεί αρμοδιότητα από το διοικητικό συμβούλιο της εγκαλούσας. Η άσκηση, συνεπώς η υπό κρίση εφέσεως δεν έγινε από δικαιούμενο πρόσωπο αφού ο χορηγήσας την εντολή δεν είχε την εξουσία να εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως ως καταστατικό όργανο την εταιρεία αφού δεν ήταν πρόεδρος αύτης και συνεπώς δεν μπορούσε να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Δεν προσεκομίσθη δε ειδική εντολή ή πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου εις την γραμματεία του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η έφεση, ούτε εντός της προθεσμίας των 20 ημερών όπως ορίζεται στο άρθρο 465 §1 εδ.γ' ΚΠΔ ώστε να νομιμοποιηθεί να ασκήσει την έφεση.
Κατ' ακολουθία των εκτεθέντων, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το να δεχθεί τυπικά (άνευ οποιασδήποτε αιτιολογίας) την υπ' αρι. 68/15-2-2008 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας κατά του υπ' αριθμ. 3746/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθ' υπέρβαση εξουσίας, αντί του ορθού να απορρίψει αυτή (έφεση) ως μη νόμιμη και απαράδεκτη καθόσον ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο, και εν συνεχεία να γίνει κατ' ουσίαν μερικώς δεκτή αυτή με συνέπεια να παραπέμπεται να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Αθηνών, ενώ αν ορθώς ερμήνευε το νόμο θα έπρεπε να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη και για το λόγο αυτόν θα πρέπει το αναιρεσιβαλλόμενο υπό κρίση βούλευμα να αναιρεθεί γενομένου δεκτού του λόγου τούτου της αναιρέσεως.
Όμως, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από το Δικαστήριο αυτό για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως και ειδικότερα από την επισκόπηση των φύλλων "ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ - ΤΕΥΧΟΣ ΑΝΩΝΥΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ και ΕΤΕ" στα οποία καταχωρούνται ανακοινώσεις των εταιρειών αυτών και συγκεκριμένα, από το φύλλο 1 της 2 Ιανουαρίου 2007, προκύπτει ότι έχει καταχωρηθεί η παρακάτω ανακοίνωση, κατά λέξη: "Την 23.11.2006 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Υπηρεσίας μας το από 30.10.2006 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" με δ.τ. "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε." και αριθμό Μητρώου ... με το οποίο εκλέχθηκε νέος μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου η ... σε αντικατάσταση του παραιτηθέντος ΑΑ.
Μετά την αντικατάσταση αυτή, η νέα σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του οποίου η θητεία λήγει στις 30.6.2008 έχει ως κατωτέρω: ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ..., ηλεκτρολόγος - μηχανικός, που γεννήθηκε στο ... το έτος 1954, κάτοικος ... (οδός ...), κάτοχος του υπ' αριθ. ... Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, εκδοθέντος υπό του Α.Τ. ..., με Α.Φ.Μ. ... της Δ.Ο.Υ. ..., Ελληνικής υπηκοότητας. ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ: ΒΒ, χημικός - μηχανικός, ... Την εταιρεία εκπροσωπεί ο Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ΒΒ. Αυτός εκπροσωπεί την εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως και δεσμεύει αυτήν ενώπιον πάσης Αρχής και Οργανισμού". Κατά συνέπεια, στις 15-2-2008, που ασκήθηκε η έφεση από το δικηγόρο, Εμμ. Μεταξάκη, για λογαριασμό της εγκαλούσας με βάση την από 14-2-2008 εξουσιοδότηση, που του είχε παραχωρηθεί από το ΒΒ, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας (βλ. προσκομιζόμενη στη δικογραφία, άνω εξουσιοδότηση), νόμιμα ασκήθηκε η εν λόγω έφεση και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν λεχθεί, η μη προσκομιδή της άνω εξουσιοδοτήσεως με την άσκηση της εφέσεως ή εντός του επομένου από της ασκήσεώς της 20 ημερών στο συντάξαντα το ένδικο αυτό μέσο γραμματέα, δεν καθιστά αυτήν απαράδεκτη, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστικού αυτού Συμβουλίου, που δέχθηκε την έφεση, πρέπει να απορριφθεί.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 §§1 και 3 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' ΚΠΔ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Ειδικότερα, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι, όμως, ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή του έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό, εισοδήματος.
Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 §1 εδ. ε' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σε αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 §1 εδ. β' ΚΠΔ υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τη διεξαχθείσα ανάκριση ή προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με μερική παραπομπή στην Εισαγγελική πρόταση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε από την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων - απολογία του κατηγορουμένου - τις πραγματογνωμοσύνες που αναφέρονται στο σκεπτικό του βουλεύματος - από τα υπομνήματα αυτού, καθώς και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό του βουλεύματος: "Ο κατηγορούμενος Χ είναι από ετών τεχνίτης αλουμινοκατασκευαστής, διατηρώντας βιοτεχνία κατασκευής τοποθέτησης και εμπορίας ειδών αλουμινίου. Το έτος 1994 μετέσχε σε δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του ενεργητικού της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΤΑΛΛΩΝ", ανακηρύχθηκε πλειοδότης και με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου μεταβιβάσθηκε το σύνολο του ενεργητικού της εκποιηθείσας εταιρείας στην ατομική επιχείρηση του Χ έναντι τιμήματος 317.000.000 δραχμών. Το τίμημα καταβλήθηκε κατά ένα μέρος από τον ΑΑ, που συμμετείχε με 150.000.000 δρχ. στην εξαγορά της επιχείρησης ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε., εμφανίσθηκε δε προς τους τρίτους μόνο ο Χ, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, που περιελάμβανε ακόμη την υποχρέωση του Χ να προβεί στις ενέργειες συγχώνευσης της ατομικής του επιχείρησης "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ - Χ" με την εταιρεία "Χ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ", στην οποία ο Χ μετείχε κατά 90% καθώς και στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της ανωτέρω ατομικής του επιχείρησης, που περιήλθε σ' αυτή από την άνω εξαγορά, στην ανώνυμη εταιρεία που θα προκύψει από τη συγχώνευση, στην οποία θα συμμετέχει ως μέτοχος και ο ΑΑ κατά 50%. Επίσης, κατά την 29.12.1994 καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων σύμβαση δανείου ποσού 100.000.000 δραχμών από τον ΑΑ στον Χ με ημερομηνία απόδοσης την 31.12.1997. Στο περιελθόν στην ατομική επιχείρηση του Χ ενεργητικό της εξαγορασθείσας επιχείρησης, η οποία είχε αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία προϊόντων προφίλ αλουμινίου, περιλαμβανόταν και σχεδιαστήριο, μηχανουργείο, μήτρες και προπλάσματα στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της για την παραγωγή, ενώ είχαν ήδη παραχθεί ορισμένες παλαιές σειρές προφίλ, ενόψει και του ότι λειτουργούσε έως τότε η επιχείρηση από τον μέχρι τότε μισθωτή της ..., που αποβλήθηκε μετά από δικαστικούς αγώνες το 1996, όπως η σειρά 150, η οποία, όμως, ήταν ήδη ευρέως χρησιμοποιούμενη στη σχετική αγορά. Όπως συμφωνήθηκε, η ατομική επιχείρηση Χ μετατράπηκε το 1996 "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ", με μέτοχο κατά 50% τον ΑΑ και Πρόεδρο και διευθύνοντα Σύμβουλο τον κατηγορούμενο Χ. Προκειμένου να συνεχιστεί αποδοτικά η παραγωγή του εργοστασίου, οι μέτοχοι αποφάσισαν να προσλάβουν ειδικούς σχεδιαστές για το σχεδιασμό νέων σειρών αλουμινίου για την παραγωγή, ενώ με σύμβαση μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία, έναντι τιμήματος 4.000.000 δραχμών, καταβλητέου σε δόσεις, η άδεια εκμετάλλευσης της σειράς ΕΚ 4000-4011, των σχεδίων και διατομών του δικαιούχου αυτών ... Στο σχετικό από 24.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό της αγοράς αυτής εμφανίζεται ο Χ, ως εκπρόσωπος της ατομικής επιχείρησης, που διατηρούσε το χρόνο εκείνο, με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ - Χ", η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε στην εγκαλούσα εταιρεία, στην οποία περιήλθε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων της ατομικής επιχείρησης του Χ, επομένως και το δικαίωμα παραγωγής προϊόντων προφίλ αλουμινίου με βάση τη σειρά αυτή. Μάλιστα, στο υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο που εκδόθηκε για τη συναλλαγή αυτή και καταχωρήθηκε στα βιβλία της εταιρείας, αναγράφεται ως αντισυμβαλλόμενος του ... η εγκαλούσα εταιρεία. Με βάση τις σειρές αυτές (την 150, που μετονομάσθηκε σε SL 150 αλλά κυρίως τις 4000-4011) η εγκαλούσα εταιρεία άρχισε την παραγωγή και διάθεση των προϊόντων της, όμως ήδη οι σειρές αυτές χρησιμοποιούνταν από τον μέχρι τότε μισθωτή της υπό εκκαθάριση εταιρείας, ... Την περίοδο 1994-1995 οι εταίροι Χ- ΑΑ προσέλαβαν διπλωματούχους και εξειδικευμένους στο βιομηχανικό σχέδιο σχεδιαστές νέων σειρών αλουμινίου όπως τον ... και ... για το σχεδιασμό των νέων προϊόντων της ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε. Ο ..., που είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ειδικευμένος στην παραγωγή προφίλ αλουμινίου, προσελήφθη από την ατομική επιχείρηση Χ. Ο τελευταίος είχε σχηματίσει σκαριφήματα κατά την εργασία του στην άλλη επιχείρηση που διατηρούσε με τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας στη συναρμολόγηση κουφωμάτων με βάση, όμως, προϊόντα ανταγωνιστικών εταιριών διέλασης, αλλά δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις και μέσα να τα σχεδιάσει ολοκληρωμένα, γι' αυτό και η εργασία γινόταν συλλογικά με τους προσληφθέντες σχεδιαστές που είχαν τις σπουδές και ανάλογες τεχνικές γνώσεις, ενώ ιδιαίτερα μετά την απόκτηση του εργοστασίου και τεχνικών μέσων, σχεδιαστηρίου, των ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανουργείου της παλαιάς επιχείρησης ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ, καθώς και με τη συμμετοχή των έμπειρων αλλά και νέων στελεχών της εταιρείας, όπως του ..., ..., ..., κατέστη δυνατό, μετά από διαδοχικές αλλαγές και βελτιώσεις, να γίνονται και δοκιμές των σχεδίων με προπλάσματα και μήτρες. Κατ' αυτό τον τρόπο, δημιουργήθηκαν οι σειρές Euro 2000, Euro 4500 και Euro 6000, οι σειρές θερμοδιακοπτόμενων προφίλ (THERMOBRAKE), καθώς και η σειρά PICCOLO για την Αλβανική αγορά. Ο κατάλογος δε με τις σειρές και τα νέα προϊόντα κυκλοφόρησε στην αγορά. Μετά το 1998 η εταιρεία προσέλαβε και άλλα στελέχη για τον σχεδιασμό και προώθηση των νέων προϊόντων, όπως ο ..., ο ..., ο ... Η όλη προσπάθεια των στελεχών για τον σχεδιασμό και δημιουργία νέων προϊόντων αφορούσε αποκλειστικά την εγκαλούσα εταιρεία, την προώθησή της στους σχετικούς συναλλακτικούς κύκλους και την καθιέρωση της στην αγορά ως βιώσιμης και ανταγωνιστικής, γι' αυτό και εκδόθηκε και διανεμήθηκε το 1998 και το 2000 σχετικός έντυπος κατάλογος της εταιρείας με τα νέα προϊόντα της. Ο Χ, από το έτος 1998 και κατά το χρόνο που ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε., υπέβαλε σχετική αίτηση στον Ο.Β.Ι. για την καταχώρηση των ως άνω σχεδίων με αναφερόμενο όνομα καταθέτη και δημιουργού το όνομα του ιδίου. Σε σχετική δε ερώτηση του ... για την υποβολή της αιτήσεως στο όνομα του Χ, ο τελευταίος απάντησε ότι έτσι συνηθίζεται να γίνονται τυπικά και σε άλλες εταιρείες προφίλ αλουμινίου αλλά ότι η καταχώρηση γίνεται ουσιαστικά για λογαριασμό της εταιρείας. Με τον τρόπο αυτό, με απάτη εκδόθηκαν και χορηγήθηκαν στον Χ τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ... και ... πιστοποιητικά καταχώρησης σχεδίων του Ο.Β.Ι., που αφορούσαν ως επί το πλείστον τις άνω σειρές που παρήγαγε και διέθετε στην αγορά η ανώνυμη εταιρεία ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε. Τα πιστοποιητικά αυτά αφορούν σχέδια και σειρές για πόρτες ή παράθυρα και υαλοπετάσματα κτιρίων από προφίλ αλουμινίου. Ακολούθως και σε χρόνο που ήταν Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εγκαλούσας εταιρείας ο κατηγορούμενος Χ, υποβλήθηκαν το 2002 αιτήσεις στο όνομα της εταιρείας στον Ο.Β.Ι. και αυτή έλαβε διαδοχικά τα υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ... πιστοποιητικά καταχώρησης σχεδίου, ενώ μετά από αιτήσεις που υπέβαλε το 2003 εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ..., ... πιστοποιητικά καταχώρησης σχεδίου στο όνομα της εταιρείας ως καταθέτη, θεωρούμενης και δικαιούχου των εξ αυτών δικαιωμάτων (άρθρο 17 §1, ΠΔ 259/1997), χωρίς ο Χ να εκδηλώσει στα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου στα στελέχη της εταιρείας οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή διαφοροποίηση επ' αυτού. Μετά την έκδοση των ως άνω πιστοποιητικών ατομικά στο όνομα του Χ χρειάσθηκε, παρά τις οικονομικές ενισχύσεις στην εταιρεία εκ μέρους του ΑΑ, να γίνουν διαδοχικές αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου, στις οποίες δεν συμμετείχε ο Χ, με αποτέλεσμα το ποσοστό της συμμετοχής του να μειωθεί στο 32,5%, ενώ κατά την 11.2.2003 παραιτήθηκε από τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, αλλά παρέμεινε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας και ορίσθηκε νέος νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ο ΒΒ. Κατά τη Συνέλευση του Διοικητικού Συμβουλίου ο Χ δήλωσε ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να απαγορεύσει στην εταιρεία οποτεδήποτε αποφασίσει την κατασκευή και πώληση προφίλ αλουμινίου με βάση τα άνω 6 "διπλώματα ευρεσιτεχνίας" (αναφέροντας τους αριθμούς καταθέσεων αιτήσεων πιστοποιητικών) που έχουν εφευρεθεί και κατοχυρωθεί από αυτόν και που χρησιμοποιεί νόμιμα η εταιρεία, χωρίς να καταγραφεί τότε κάποια αντίδραση από κάποιο από τα παριστάμενα μέλη, αφού πίστευαν ότι η εταιρεία δεν έκανε χρήση ευρεσιτεχνίας ή εφεύρεσης του Χ. Με την από 26-11-2003 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εταιρεία στις 27-11-2003, ο κατηγορούμενος Χ επικαλούμενος προφορική παραχώρηση στην εταιρεία των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άνω πιστοποιητικά με δικαίωμα απαγόρευσης της εκμετάλλευσης αυτών όποτε αυτός επιλέξει, κάλεσε την εταιρεία να παύσει στο εξής την παραγωγή και διάθεση των προϊόντων της με βάση τα σχέδια που περιέχονται στα άνω πιστοποιητικά. Η εταιρεία απάντησε με την από 19-12-2003 επιστολή ότι όλες οι σειρές των προϊόντων της ανήκουν στην ίδια όπως και ο ίδιος γνωρίζει λόγω της θέσης που κατείχε στην εταιρεία. Μετά από έλεγχο από τους εκπροσώπους της εταιρείας διαπιστώθηκε ότι στα εν λόγω πιστοποιητικά είχαν περιληφθεί τα σχέδια των παλαιών σειρών 150 και των αγορασθέντων από τον Καραντάνη σειρών 4000 - 4011 για την εταιρεία, καθώς και των νεότερων σειρών Euro 2000, Euro 4500 και Euro 6000, με βάση τις οποίες η εταιρεία παρήγαγε και προωθούσε τα προϊόντα της στην αγορά, κάποιες δε αιτήσεις είχαν κατατεθεί και πριν την ολοκλήρωση ορισμένων εξ αυτών (σχετ. η από Απρίλιο 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., αρχιτέκτονα μηχανικού, ο οποίος ορίσθηκε, μετά από αίτηση της εταιρείας στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ως πραγματογνώμονας για την έρευνα της συσχέτισης των εκδοθέντων υπέρ της εταιρείας και του Χ πιστοποιητικών του Ο.Β.Ι. και στην οποία ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, αφού για τη διενέργεια αυτής ήρθε σε επικοινωνία με αμφότερα τα διάδικα μέρη, αναφέρει ότι τα περισσότερα εκ των σχεδίων που περιλαμβάνονται σε ένα έκαστο των πιστοποιητικών που χορηγήθηκαν στον Χ, είναι πανομοιότυπα με τα σχέδια των σειρών 150, ΕΚ 400-4011 και των νεότερων σειρών Euro 2000, Euro 4500 και Euro 6000, ενώ στα πιστοποιητικά του Ο.Β.Ι. που έλαβε μεταγενέστερα η εταιρεία υπάρχουν και σχέδια νέα και βελτιωμένα, καθώς και η ... ένορκη βεβαίωση του ..., αρχικά συνεργάτη του μισθωτή ..., στη συνέχεια διευθυντή πωλήσεων της εταιρείας και αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της μέχρι το 2002, που επιβεβαιώνει τα ανωτέρω). Ο κατηγορούμενος Χ, χωρίς ενημέρωση των λοιπών μελών του διοικητικού συμβουλίου και των βασικών στελεχών της εταιρείας, προέβη στην καταχώρηση των σχεδίων στο όνομά του, αν και διαβεβαίωσε τους ... και ... ότι η καταχώρηση αφορά αποκλειστικά την εταιρεία, χωρίς να αναφέρει την εκ των υστέρων επικαλούμενη προφορική συμφωνία του με την εταιρεία προσωρινή για παραχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα πιστοποιητικά αυτά, αφού ο ίδιος ήταν το διάστημα εκείνο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και ουσιαστικός ρυθμιστής της λειτουργίας της, στον οποίο τα λοιπά μέλη είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη ενόψει και της από ετών γνώσης του αντικειμένου της εμπορικής δραστηριότητας με εμπειρικές όμως περισσότερο γνώσεις ως προς το βιομηχανικό σχέδιο. Εξάλλου και ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ κατά την διάρκεια λειτουργίας της εταιρίας και πριν την παραίτηση του από τη θέση του Προέδρου αυτής, δεν έθεσε σε κάποιο άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή άλλο στέλεχος ζήτημα ατομικών του δικαιωμάτων επί των καταχωρηθέντων σχεδίων, όλοι δε θεωρούσαν δεδομένο ότι η προσπάθεια όλων αποσκοπεί αποκλειστικά στην ανάπτυξη και καθιέρωση της εταιρίας, η οποία τότε επιχειρούσε δια των εκπροσώπων της και ιδίως του Χ να γίνει γνωστή στους σχετικούς με το αντικείμενο αυτό κύκλους και η οποία ήταν η δικαιούχος όλων των σχετικών με το σχεδιασμό και παραγωγή των προϊόντων της δικαιωμάτων. Ζήτημα, επίσης, δεν έθεσε ο Χ ούτε όταν η εταιρία, με εκπρόσωπο τον ίδιο, υπήχθη το έτος 1999 σε επενδυτικό πρόγραμμα του ΥΠΕΘΟ και έλαβε επιδοτήσεις ειδικά για την έρευνα και την ανάπτυξη σειρών από προφίλ αλουμινίου. Όλες δε οι εταιρίες με την ίδια δραστηριότητα διαθέτουν τμήματα σχεδίασης και βελτίωσης των προϊόντων τους που λειτουργούν με ανάλογη τεχνική υποδομή και τη βοήθεια ειδικών επιστημόνων με γνώσεις στο βιομηχανικό σχέδιο και στην αντοχή των υλικών, ειδικών τεχνικών, σχεδιαστών και διορθωτών, για να. καταλήξουν στο τελικό σχέδιο, που αποτελεί προϊόν συλλογικής εργασίας. Μάλιστα ο Χ, στο από 29.11.1998 απολογητικό του υπόμνημα με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εγκαλούσας εταιρίας ενώπιον του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αποκρούοντας μήνυση σχετικά με τα δικαιώματα στα προφίλ αλουμινίου της σειράς 4000 του Καραντάνη, επικαλείται το από 24.8.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο μεταβιβάσθηκαν, όπως αναφέρει στο υπόμνημα, τα δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας του Καραντάνη στην εταιρία. Ακόμη, στην από 12.1.2001 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε από την εταιρία ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ Α.Ε.Β.Ε. και τον Χ κατά των εταιριών ΑΝΑΛΚΟ Α.Ε. και GROUPAL Α.Ε. με αίτημα την απαγόρευση παραγωγής και διάθεσης προφίλ αλουμινίου κατ' απομίμηση εκείνων των αιτούντων, αναφέρεται ότι ο Χ εισέφερε στην εταιρία το ενεργητικό της ατομικής του επιχείρησης, στην οποία περιελαμβάνονταν και η περιουσία της εξαγορασθείσας παλαιάς εταιρείας ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ και ότι το έτος 2000 ο Χ με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αιτούσας και ήδη ενάγουσας εταιρίας, κατέθεσε στον Ο.Β.Ι, τα σχέδια για τη σειρά 4000 του Καραντάνη για την έκδοση πιστοποιητικού καταχώρησης σχεδίου με αριθμό ..., αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό, που είναι ένα από τα 6 επίδικα, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα της εταιρίας επ' αυτού. Εξάλλου, για τις επίδικες σειρές προφίλ αλουμινίου αλλά και για την εν γένει ανάπτυξη της εταιρίας καταβλήθηκαν σημαντικά κεφάλαια ιδίως από τον ΑΑ για το σχεδιασμό, τις δοκιμές, τη δημιουργία μήτρων, ενέργεια στην οποία προφανώς δεν θα προέβαινε αυτός, εάν θα εξαρτάτο ανά πάσα στιγμή η συνέχιση της λειτουργίας και περαιτέρω πορείας της ανώνυμης εταιρίας με τέτοιο αντικείμενο από προφορικές συμφωνίες όπως αυτή που επικαλείται ο Χ, ενόψει και του ότι δεν διαθέτει η εταιρία εναλλακτικά σχέδια προφίλ αλουμινίου, χωρίς να προκύπτει από τις αποδείξεις αλλά και χωρίς να επικαλείται ο ίδιος με ποιο μέλος της διοίκησης της εταιρείας ή στέλεχος αυτής έγινε δεσμευτικά για την εταιρία η προφορική συμφωνία της μεταβίβασης των δικαιωμάτων του στα 6 πιστοποιητικά, αφού αυτός ήταν τότε ο εκπρόσωπος της. Εξάλλου, και το γεγονός ότι στα υποβληθέντα μεταγενέστερα από την εταιρία προς καταχώρηση στον Ο.Β.Ι., σχέδια περιλαμβάνονται και εκείνα που περιέχονται στα 6 επίδικα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στο όνομα Χ καταδεικνύει ότι η καταχώρηση των πιστοποιητικών αυτών έγινε από το Χ στο όνομα του χωρίς να το γνωρίζουν τα στελέχη και τα λοιπά μέλη της διοίκησης της εταιρίας, άλλως δεν θα υπήρχε λόγος να καταχωρηθούν δυο φορές. Η από Μάιο 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..., μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, που διενεργήθηκε με επιμέλεια του Χ, χωρίς να επικοινωνήσει με την αντίδικη πλευρά και καταλήγοντας ότι ο Χ είναι ο δημιουργός των σχεδίων που περιέχονται στα επίδικα πιστοποιητικά, δεν οδηγεί πειστικά σε αντίθετα αποδεικτικά συμπεράσματα, αφού αφενός ο πραγματογνώμονας αυτός αποφαίνεται χωρίς να έχει πλήρη γνώση των περιστατικών και των συνθηκών εκπόνησης σχεδίων αυτών κρίνοντας σύμφωνα μόνο με όσα πληροφορήθηκε από το(κατηγορούμενο Χ, αφετέρου και ο ίδιος εκθέτει στην έκθεση του ότι για το σχεδιασμό νέων σειρών απαιτούνται, μεταξύ άλλων, ειδικές γνώσεις για σχεδίαση προφίλ και τεχνική υποδομή με δοκιμές και διορθώσεις, δέχεται δε ότι στα μεταξύ των περιεχομένων στα πιστοποιητικά, του Χ σχέδια είναι και οι σειρές Καραντάνη, τα δικαιώματα των οποίων όμως είχαν μεταβιβασθεί στην εγκαλούσα εταιρεία, όπως προεκτέθηκε. Ενόψει αυτών, δικαιούχος των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα επίδικα έξη (6) πιστοποιητικά στα οποία κατονομάζεται ως καταθέτης και δημιουργός ο κατηγορούμενος Χ είναι η εγκαλούσα εταιρεία. Σημειώνεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της αντιδικίας του με την εγκαλούσα εταιρεία άσκησε κατ' αυτής στις 20.1.2004 την από 13.1.2004 αίτηση του (κατά την διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εγκαλούσα να παύσει προσωρινά να κατασκευάζει, εκθέτει προς εμπορία και πωλεί προφίλ αλουμινίου με βάση τα ανωτέρω σχέδια, επικαλούμενος τα σχετικά πιστοποιητικά. Η αίτηση εκδικάσθηκε κατά την 22.3.2004, ο δε κατηγορούμενος επικαλέσθηκε και προσεκόμισε, μεταξύ των άλλων, τα σχετικά προαναφερθέντα πιστοποιητικά, ενώ η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε ανταίτηση επικαλούμενη ότι αυτή ήταν η δικαιούχος των εν λόγω σχεδίων. Το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 3429/2004 απόφαση του, απορρίπτοντας την ανταίτηση της πολιτικώς ενάγουσας, δέχθηκε την αίτηση του κατηγορουμένου και υποχρέωσε την πολιτικώς ενάγουσα να παύσει προσωρινά τη διάθεση εμπορία και την τέλεση οποιασδήποτε συναφούς πράξης με βάση τα εν λόγω σχέδια που έχουν καταχωρηθεί στον Ο.Β.Ι. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε, μετά από αίτηση της πολιτικώς ενάγουσας με την υπ' αριθμ. 106/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. Ασφαλ. Μέτρων) με την οποία πιθανολογήθηκε ότι τα σχετικά σχέδια, ανήκουν στην εγκαλούσα και όχι στον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6468/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτ. διαδικασίας), με την οποία κρίθηκε ότι δικαιούχος των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα παραπάνω έξι 6 πιστοποιητικά, στα οποία κατονομάζεται ως καταθέτης και δημιουργός ο κατηγορούμενος είναι η εγκαλούσα εταιρεία.
Συνεπώς, σε βάρος του κατηγορουμένου υφίστανται επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, όπως ειδικότερα η αυτή περιγράφεται στην εισαγγελική πρόταση και στο σκεπτικό και διατακτικό του παρόντος βουλεύματος.
Κατ' ακολουθίαν των όσων προεκτέθηκαν, ο κατηγορούμενος με σκοπό ο ίδιος να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, προέβη στην καταχώρηση των σχεδίων στο όνομά του, μολονότι γνώριζε ότι αυτά αποτελούσαν προϊόν κοινής προσπάθειας και συλλογικής εργασίας πολλών εργαζομένων στον χώρο του εργοστασίου και με την αξιοποίηση της υποδομής αυτού, στη συνέχεια δε παρέστησε ψευδώς στον δικάσαντα Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι ετύγχανε σχεδιαστής και δημιουργός των εν λόγω σειρών προφίλ αλουμινίου. Κατόπιν τούτου τα ανωτέρω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αφού αναχθούν στην εκτεθείσα εννοιολογική ανάπτυξη των ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, το συνολικό δε όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ, καθόσον ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε την περιουσία της εκκαλούσης πολιτικώς ενάγουσας με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, τέτοιες πράξεις δε επιχειρεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, η συνολική δε ζημία που υπέστη η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ευρώ συνισταμένη, επιτρεπτώς προσδιοριζομένης ακριβέστερα της κατηγορίας κατά τα προαναφερθέντα στην αρχή της παρούσης, ως προς το στοιχείο της περιουσιακής ζημίας, σε σχέση, με την απαγγελθείσα από τον Ανακριτή κατηγορία, στην απώλεια μονίμων συνεργασιών της πολιτικώς ενάγουσας με άλλες εταιρείες και στην εμπλοκή αυτής σε δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες, ενόψει και του τεκμηρίου (το οποίο μπορεί να ανατραπεί) του δημιουργού, το οποίο, υφίσταται υπέρ του καταθέτη (αρθ. 17§1 ΠΔ 259/1997). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω η ενώπιον του Δικαστηρίου που δίκασε την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών υποστηρίχθηκε και με ανακριβή αποδεικτικά μέσα, καίτοι, όπως προαναφέρθηκε στην ως άνω διαδικασία αρκεί και η προβολή ψευδών ισχυρισμών για την στοιχειοθέτηση της απάτης. Τέλος, το αίτημα του κατηγορουμένου για τον διορισμό πραγματογνώμονα προκειμένου να γίνει ακριβής διάγνωση της ένδικης υπόθεσης, απαιτούσης ειδικές γνώσεις επιστήμης (άρθρο 183 ΚΠΔ) είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεδομένο ότι το υπάρχον αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι απόλυτα επαρκές για την διάγνωση της υποθέσεως αυτής".
Ενόψει αυτών, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις κατά του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1,98, 13 στ', 386 παρ. 1-3α (όπως ισχύει) Π. Κ.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ' ουσία βάσιμη την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΟΥΜΙΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΩΝ" και, τροποποιώντας παραδεκτά και νόμιμα, το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος παρέπεμψε αυτόν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), για να δικαστεί για την άνω κακουργηματική απάτη, διέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών νια να δικαστεί, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ανωτέρω παρατεθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Ειδικότερα, υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς το ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι εν γνώσει του παρέστησε ψευδή γεγονότα ως αληθινά στην εγκαλούσα, παρασιωπώντας αληθινά γεγονότα και ότι με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειες του, όπως παραπάνω στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρονται, επέφερε βλάβη στην περιουσία της εγκαλούσας που ανέρχεται στο ποσό των 3.000.000 ΕΥΡΩ, δηλαδή, υπερβαίνουσα το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ. Εξάλλου, υπάρχει ειδική αιτιολογία, για την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τον κατηγορούμενο, σε βάρος της εγκαλούσας, της εν λόγω αξιόποινης πράξεως της απάτης. Επίσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση αυτής και δεν επιχειρείται να στηριχθεί σε επινόηση της μηνύτριας. Ότι η ζημία της εγκαλούσας ανερχόμενη στο πιο πάνω ποσό, επήλθε κατά τον αναφερόμενο στο βούλευμα χρόνο και με τον τρόπο που περιγράφεται. Ότι υπάρχει η αυτοί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της απάτης και ως προς τον πορισμό περιουσιακού οφέλους, διότι περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα στο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς επίσης δεν περιέχονται αντιφατικές διατάξεις ως προς τον πορισμό του οφέλους, αφού προσδιορίζονται στο βούλευμα με πληρότητα, τόσο τα περιστατικά της απάτης και μάλιστα, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά την έννοια της ΚΠΔ 13 στ', τελέσεως αυτής, όσο και ως προς τον πορισμό του οφέλους, που επήλθε από αυτή.
Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε σε αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο αναιρεσείων. Ούτε επίσης εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Κατόπιν αυτών, τα παράπονα που διατυπώνει ο αναιρεσείων ότι εσφαλμένα με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγινε με αυτό δεκτή η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, είναι αβάσιμα. Ακολούθως, ο αυτεπάγγελτως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα κατά το άρθρο 484 §2 ΚΠΔ, εφόσον η αίτηση για αναίρεση, εξεταζομένος λόγος, αλλά και ο από το αυτό άρθρο στοιχ. δ', για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, με την επίκληση του άνω λόγου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 §1 ΚΠΔ η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 388/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Έφεση πολιτικώς ενάγουσας. Δεκτή απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία πλέον των 15.000 ευρώ. Άσκηση εφέσεως κατά πρωτόδικου απαλλακτικού της κατηγορίας βουλεύματος από την πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία από πληρεξούσιο χωρίς να προσκομίσει κατά την άσκηση αυτής πληρεξούσιο έγγραφο. Παράπονα για υπέρβαση εξουσίας, από αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 174/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καρούζο, περί αναιρέσεως της 254/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 712/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την παρ. 6 του άρθρου 502 του ΚΠΔ, που προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 18 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999, "αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις, ή κατ εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της έφεσης, στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής". Το αυτό ισχύει και όταν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και στη συνέχεια, ενόψει του ότι η δίκη αφορά μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (άρθρα 1 και 2 Α.Ν. 86/1967, όπως το συνολικώς οφειλόμενο, ποσό για την εφαρμογή του νόμου, καθορίσθηκε συνολικώς σε 5.000 € με άρθρο δεύτερο Ν. 3814/2010), ανεστάλη η ποινική διαδικασία, λόγω ρυθμίσεως της οφειλής σε δόσεις. Επομένως, αν το εφετείο, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση ή εκείνη που γίνεται μετά την αναστολή της δίκης, διότι ο εκκαλών δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς καταβολή των δόσεων, απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, λόγω της απουσίας του, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επισκοπούνται για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, που συνεδρίασε στο Άργος, με την 1901/9-9-1996 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι στο Άργος στις 12-4-1995, τυγχάνων εργοδότης, δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις αναλογούσες στις αποδοχές του προσωπικού που απασχόλησε στην επιχείρησή του ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ποσού 2.170.700 δραχμών, εκ των οποίων 1.447.133 δραχμές εργοδοτικές και 723.567 δραχμές εργατικές και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 1.500 δραχμές την ημέρα και συνολική χρηματική ποινή εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων (125.000) δραχμών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο καταδικασθείς άσκησε την με αριθμό εκθέσεως 240/11-9-1996 έφεση. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, κατά τη δικάσιμο της 24-9-1999, με την 2320/1999 απόφασή του, αφού δέχτηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος, ανέστειλε την ποινική διαδικασία λόγω ρυθμίσεως της οφειλής του σε δόσεις. Η έφεση επανεισήχθη προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο της 30-1-2001, κατά την οποία ο εκκαλών ήταν απών, ούτε εκπροσωπήθηκε. Το Δικάσαν κατ έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την ακόλουθη αιτιολογία: '' Από την 2320/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, απόσπασμα της οποίας υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο και διατάχθηκε η εμφάνιση του παρόντα κατηγορουμένου στην παρούσα δίκη χωρίς κλήτευση. Όμως ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε σήμερα στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την έφεσή του κατά της 1901/1996 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που συνεδρίασε στο Άργος. Επομένως η έφεση του πρέπει να απορριφθεί σαν ανυποστήρικτη.''. Ανεξάρτητα του ότι η κλήτευση του αναιρεσείοντα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για την ανωτέρω δικάσιμο δεν έγινε, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την ανωτέρω 2320/1999 απόφαση, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει νόμιμη κλήτευσή του προς υποστήριξη της εφέσεως του και έτσι έπρεπε να κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο από την προηγούμενη ως άνω απόφαση του που την κήρυξε τυπικά δεκτή, δεν μπορούσε να απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλ έπρεπε να δικάσει την υπόθεση κατ ουσία. Με τον τρόπο αυτό υπερέβη την εξουσία του και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370 εδ. β' και 511 (όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003) του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος, όπως εν προκειμένω, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση οι αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής α) εργοδοτικών και β) εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και φέρεται ότι τελέσθηκαν στις 12-4-1995 (μισθολογική περίοδος από Φεβρουάριο 2004 μέχρι Μάϊο 2004) συνιστούν πλημμελήματα. Έτσι το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε στις 12-4-2003, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που, όπως απ' αυτή η προκύπτει, έγινε στις 30-1-2001. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο οικείο ειδικό βιβλίο (473 παρ. 3 ΚΠΔ), στις 4-5-2009, δηλαδή αφού συμπληρώθηκε 8ετία από την δημοσίευσή της και έτσι, ανεξάρτητα από τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, το αξιόποινο εξαλείφθηκε εκ του λόγου αυτού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, η δε αναίρεση ασκήθηκε μετά 2 ημέρες στις 6-5-2009.
Συνεπώς, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει τον άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη η κατά τα άνω μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης επελθούσα παραγραφή (άρθρο 511 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003), να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως, και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής α) εργοδοτικών και β) εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 254/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου. Και,
Παύει οριστικά την κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ...ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής: α) εργοδοτικών και β) εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, που φέρεται ότι τελέσθηκαν απ' αυτόν κατά τις 12-4-1995, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της πρωτόδικης με αριθ. 1901/1996 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου που συνεδρίασε στο Άργος εκτιθέμενα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και μη απόδοση εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Ποινική Δικονομία. Ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε προς υποστήριξη της εφέσεώς του και αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, ανεστάλη η ποινική διαδικασία λόγω ρυθμίσεως της οφειλής σε δόσεις. Επανεισαγωγή της εφέσεως προς εκδίκαση. Ερημοδικία του εκκαλούντος. Δεν απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά ερευνάται κατ' ουσία (ΑΠ 128/2005). Απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης. Υπέρβαση εξουσίας. Δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Πάροδος 8ετίας και πλέον από την εκδίκαση της υποθέσεως μέχρι την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο. Παραγραφή. Ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν κριθεί ένας λόγος βάσιμος και αν συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής μετά την δημοσίευση της προσβαλλομένης ο Άρειος Πάγος παύει οριστικά την ποινική δίωξη (ΑΠ 443/2009, ΑΠ 284/ 2005). Αναιρεί και παύει οριστικά την ποινική δίωξη.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 172/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσα - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελένη Ρίζου, περί αναιρέσεως της 2854/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1428/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Επίσης, για την ύπαρξή της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2854/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. 'Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατ'λέξη τα εξής: "Οι αστυνομικές αρχές, είχαν πληροφορίες από άτομο, που για λόγους προστασίας του δεν γνωστοποιούν το όνομά του, το οποίο θέλησε μετά από τη σύλληψή του από τα Αστυνομικά όργανα να συνεργασθεί μαζί τους, και έτσι τους έδωσε της πληροφορίας, ότι από την Τουρκία θα εισαχθεί στην Ελληνική Επικράτεια μεγάλη ποσότητα ηρωΐνης, καθόσον το άτομο αυτό είχε δεχθεί τηλεφωνική πρόταση, από τον τούρκο έμπορο ναρκωτικών ΑΑ για να παραλάβει ποσότητα ηρωΐνης από πρόσωπο, που αυτός θα του υποδείκνυε τηλεφωνικώς στην Ελλάδα και την οποία ποσότητα, το εν λόγω, συνεργαζόμενο με την Αστυνομία άτομο, θα διέθετε στην συνέχεια σε διαφόρους, αγνώστους σ'αυτό παραλήπτες. 'Ετσι μέσω του ατόμου αυτού Αστυνομικοί, αφού πληροφορήθηκε την ημέρα εισαγωγής της ποσότητας ηρωΐνης στην Ελλάδα, άρχισαν την παρακολούθηση και με την βοήθεια του παραπάνω συνεργάτη τους συνέλαβε στις 10-11-2001 τον κατηγορούμενο με την παρούσα κατηγορούσης στον πρώτο βαθμό ΒΒ, o οποίος στις 9-11-2001 οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας DAEWOO LANOS χρώματος μπορντώ, μετά από συνεννόηση με τον προαναφερόμενο τούρκο έμπορο ναρκωτικών (ο οποίος τον είχε πάρει προηγουμένως τηλέφωνο να μεταβεί στην Τουρκία για να πάρει την πιο πάνω ποσότητα επτά (7) κιλών ηρωΐνης και να την εισαγάγει στην Ελλάδα αντί αμοιβής 2.000.000 δραχμών, μετέβη στην πόλη ... (Τουρκίας) όπου παρέλαβε την άνω ποσότητα ηρωΐνης συσκευασμένη σε δέκα τέσσερις (14) ισομερείς συσκευασίες και την τοποθέτησε επιμελώς εντός του εφεδρικού τροχού του αυτοκινήτου του (ρεζέρβα) και την ίδια ημέρα (9-11-2001) την εισήγαγε από την Τουρκία στην Ελλάδα, μέσω του τελωνειακού ..., και την μετέφερε αρχικά στα ... και από εκεί τις πρωΐνές ώρες της 10-11-2001 στην περιοχή της ..., προκειμένου να την παραδώσει σε παραλήπτες που θα του υποδείκνυε ο ΑΑ, ο οποίος και θα του καθοδηγούσε, μέχρι την παράδοσή της εν λόγω ποσότητος. 'Ετσι ο άνω ΒΒ, όταν έφθασε στο 310ο χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής οδού ...-..., που απέχει 40 χιλιόμετρα από τη ..., στάθμευσε σε χώρο στάθμευσης προκειμένου να παραδώσει την εν λόγω, ποσότητα. 'Ετσι, όταν συναντήθηκαν ο συνεργάτης της Αστυνομίας και ο άνω ΒΒ, ο τελευταίος του είπε και αντάλλαξαν τους εφεδρικούς τροχούς των αυτοκινήτων, που ο καθένας οδηγούσε και τα οποία (αυτοκίνητα) καθ' υπόδειξη του ΑΑ ήταν της αυτής μάρκας ήτοι DAEWOO LANOS, τη στιγμή δε κατά την οποίαν, η πιο πάνω ποσότητα παραδιδόταν του μαζί με τον τροχό, στον συνεργάτη της Αστυνομίας, τα αστυνομικά όργανα που παρακολουθούσαν επενέβησαν και συνέλαβαν τον άνω ΒΒ. Στη συνέχεια, περί ώραν 17.40 της αυτής ημέρας, ο ανωτέρω άγνωστος συνεργάτης της Αστυνομίας δέχθηκε από τον ΑΑ, γνωστόν με το ψευδώνυμο "ΑΑ-1" ότι σε λίγη ώρα θα τηλεφωνούσε κάποια γυναίκα με την οποία θα έπρεπε να συναντηθεί για να της παραδώσει 1,5 κιλό ηρωΐνη, χωρίς να καταβάλει τίμημα το οποίο είχε ήδη αποστείλει στην Τουρκία με τον άνω ΑΑ. Αμέσως μετά τηλεφώνησε στον άνω συνεργάτη της Αστυνομίας η νυν κατηγορουμένη, η οποία ότι είχε συνεννοηθεί με τον "ΑΑ-1" για να παραλάβει 1 1/2 κιλό ηρωΐνη και κανόνισαν να συναντηθούν στις 18.30 της ίδιας ημέρας στην διασταύρωση ... και ..., έξω από την εκκλησία της Αγίας ... Η συνάντηση έγινε πράγματι στο καθορισμένο σημείο και εκεί η "γυναίκα" η οποία ήταν η νυν κατηγορουμένη Χ, η οποία ήταν γνωστή στους Αστυνομικούς εμπόρους ναρκωτικών, παρέλαβε από τον άνω συνεργάτη της Αστυνομίας, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του ΑΑ, την άνω ποσότητα του 1,5 κιλού ηρωΐνης αντί του καταβληθέντος ήδη τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε. Αμέσως, μετά την αγοραπωλησία Αστυνομικού που παρακολουθούσαν το όλο επεισόδιο συνέλαβαν την κατηγορουμένη, στην κατοχή της οποίας βρέθηκε και κατασχέθηκε η άνω ποσότητα ηρωΐνη. Στην τσάντα της βρέθηκε ένα φύλλο σημειωματαρίου στο οποίο αναγραφόταν το όνομα "ΑΑ-1" και ο αριθμός τηλεφώνου ... ήτοι ο αριθμός του άνω ΑΑ. Στη συνέχεια επακολούθησε νομότυπη έρευνα στην οικία της κατηγορίας, όπου βρέθηκε και κατασχέθηκε το χρηματικό ποσό των 400.000 δρχ., 2.000.000 δραχμών, κατηγορουμένη ήταν απολύτως αρνητική και για το λόγο αυτό οι Αστυνομικοί δε της επέτρεψαν να απαντήσει στο κινητό της σε τηλεφώνημα του άνω ΑΑ ότι όλα πήγαν ομαλά. Κατόπιν τούτου ο ΑΑ ανήσυχος τηλεφώνησε στον άνω "συνεργάτη" της Αστυνομικής ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι όλα εξελίχθηκαν καλά. Ο ΑΑ του είπε να κρατήσει την υπόλοιπη ηρωΐνη πλην αυτής που παραδόθηκε στην νυν κατηγορουμένη και στον άλλο συλληφθέντα αμέσως μετά από αυτήν, αγοραστή 1 1/2 επίσης κιλού ηρωΐνης συγκατηγορούμενό της στον πρώτο βαθμό ΓΓ, και θα τον ειδοποιούσε αργότερα ενδεχομένως και την επομένη ημέρα για συναντήσεις με άλλους παραλήπτες, αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Την άνω ποσότητα του 1 1/2 κιλού ηρωΐνη αγόρασε η νυν κατηγορουμένη από τον άνω ΑΑ αντί τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε και που είχε ήδη προκαταβληθεί από την κατηγορουμένη, όπως ρητά ανέφερε ο άνω ΑΑ στον συνεργάτη της Αστυνομίας που ενεργούσε για λογαριασμό του, κατείχε δε αυτήν, υπό την έννοια ότι εξουσίαζε φυσικά, εις τρόπον ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνεται ύπαρξη της και να διαθέτει αυτήν κατά βούληση σε τρίτους, τέλεσε δε τις άνω πράξεις χωρίς να είναι τοξικομανής και προόριζε την άνω σημαντική ποσότητα, αποκλειστικά για εμπορία. Πρέπει να σημειωθεί ότι για την πληρότητα της απολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την αγορά της ηρωϊνης δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος (βλ. ΑΠ 919/2000 Ποιν.Δικ. 2000 σελ. 1173 και Ποιν.Χρον. ΝΑ σελ. 215 ΑΠ 362/1997 Ποιν Χρον. ΜΗ σελ. 56, ΑΠ 247/1998 Ποιν.Χρον. ΜΗ σελ. 889). Ως προς την αγορά ναρκωτικών από την κατηγορουμένη και τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: η κατάρτηση της σύμβασης αγοράς ναρκωτικών μπορεί να γίνει όπως και εν προκειμένω τηλεφωνικώς μεταξύ του άνω ΑΑ, γνωστού με το ψευδώνυμο "ΑΑ-1" και της κατηγορουμένης, η δε παράδοση και αντιστοίχως παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους αλλά μπορεί να συντελεσθεί και με την διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων που συνεργούν για λογαριασμό εκείνων, όπως εν προκειμένω του άνω "συνεργάτου" της Αστυνομίας που ενεργούσε για λογαριασμό του άνω πωλητού ΑΑ και υπό την ιδιότητά του αυτήν παρέδωσε την άνω ποσότητα ηρωΐνης στην κατηγορουμένη (βλ. ΑΠ 556/1994 ΠοινΧρ. ΜΔ' σελ. 641).
Συνεπώς, ο τουναντία υποστηρίζων σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περί πάντων των ανωτέρω σαφής πειστική μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως είναι η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού περί της αξιοπιστίας του οποίόυ δεν ενέκυψε καμία αμφιβολία και τα οποία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αναιρούνται αλλά ούτε και κλονίζονται.
Συνεπώς συγκροτείται πλήρως εν προκειμένω η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αμφοτέρων των εγκλημάτων αγοράς τε και κατοχής ναρκωτικής ουσίας εκ υποθέσεως από μη τοξικομανή, για εμπορία και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη αμφοτέρων των πράξεων αυτών, όπως στο διατακτικό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, το οποίο και πρέπει να της αναγνωρισθεί, αλλά όχι και αυτό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και το σχετικό αίτημα αυτής πρέπει να απορριφθεί. Τέλος εν όψει του ότι αντικείμενο αμφοτέρων των πράξεων είναι η αυτή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορουμένη μία ποινή. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κήρυξε ένοχο και ειδικότερα, του ότι: "κατά τους αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα και τους ειδικούς ποινικούς νόμους με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα κατηγορείται ότι: Α) Στις 10-11-2001 και ώρα 18.30' στη διασταύρωση των οδών ... και ... στα ... αγόρασε από τον ΑΑ, χωρίς να είναι εξαρτημένη από τα ναρκωτικά, ποσότητα ηρωίνης βάρους 1,5 κιλών, την οποία της δώσε αυτός μέσω αντιπροσώπου του και συνεργάτη της αστυνομίας, αντί αγνώστου στην ανάκριση τιμήματος πωλήσεως, το οποίο είχε προηγουμένως καταθέσει σε άγνωστο τραπεζικό λογαριασμό του ΑΑ στην Τουρκία. Β) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατελήφθη να κατέχει την πιο πάνω ποσότητα ηρωίνης βάρους 1,5 κιλού με σκοπό την πώλησή της σε τρίτους. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη μέχρι το χρόνο που διέπραξε το αδίκημα, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α' και 94 παρ.1 ΠΚ, καθώς και τα άρθρα 1 παρ.1 και 20 περ.β' ιξ του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2854/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κατηγορίας, ... και υπερασπίσεως, ... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1) Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη έγγραφο το οποίο δεν αναγνώστηκε, ώστε ως κατηγορουμένη να δυνηθεί να προβεί στην εκτίμησή του και να προβεί στις δέουσες δηλώσεις και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη και εκτίμησε το φύλλο σημειωματαρίου στο οποίο αναγράφονταν το όνομα "ΑΑ-1" και αριθμός τηλεφώνου του ΑΑ. 'Όμως, από το περιεχόμενο της από 10-11-2001 εκθέσεως σωματικής έρευνας και κατασχέσεως, η οποία αναγνώσθηκε, προκύπτει με σαφήνεια ότι κατασχέθηκε και το πιο πάνω έγγραφο (σημειωματάριο), το περιεχόμενο δε αυτού αναφέρεται στην έκθεση αυτή και έτσι, δια της αναγνώσεώς της, αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο του σημειωματαρίου. 2) Ενώ υπέβαλε στο δικάσαν Δικαστήριο εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό να της αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ (της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς) το άνω Δικαστήριο τον απέρριψε με αιτιολογία ελλειπή. 'Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη δια της συνηγόρου της, υπέβαλε τον ισχυρισμό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη της, επικαλούμενη κατά λέξη τα εξής: "Επίσης, την 1η Σεπτεμβρίου 2003 εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1291/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών), η οποία διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσης με την εκκαλουμένη ποινής. Έκτοτε είμαι ελεύθερη και διάγω έντιμο ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό βίο, χωρίς να απασχολήσω τις Αρχές για οποιαδήποτε αιτία. Ζω με τους δύο εγγονούς μου ... και ... και προσπαθώ να επιβιώσω μετά τον τραγικό θάνατο του γυιού μου ... σε τροχαίο ατύχημα. Αντιμετωπίζω τεράστια προβλήματα υγείας και τον περισσότερο χρόνο νοσηλεύομαι σε Δημόσια Νοσοκομεία, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πιστοποιητικά. Αιτούμαι την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε, ότι επί μακρόν μετά την πράξη συμπεριφέρθηκα καλώς". Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά καλής μετά την πράξη της συμπεριφοράς, παρά μόνο γενικόλογοι χαρακτηρισμοί της για τις σχέσεις της με συγγενικά της πρόσωπα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. 3) Το αδίκημα που διέπραξε ήταν της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών ουσιών και γι'αυτό και μόνο έπρεπε να καταδικαστεί, αφού η ποσότητα των επτά (7) χ/μων ναρκωτικών ουσιών βρισκόταν στην κατοχή της Αστυνομίας, από τα χέρια της οποίας δεν μπορούσε να της παραδοθεί. Όμως, η παράδοση και αντίστοιχα η παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους, αλλά μπορεί να συντελεσθεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό εκείνων, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Εξάλλου, για την πληρότητα αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για την αγορά της άνω ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος. Και 4) αφού κατά τις πρωϊνές ώρες της 10-11-2001 η άνω ποσότητα ναρκωτικών βρισκόταν στα χέρια των οργάνων του Δημοσίου (αστυνομικών), δεν μπορούσε να κριθεί ότι αυτή (αναιρεσείουσα) έχει τελέσει την κακουργηματική πράξη της κατοχής των ουσιών αυτών. Όμως, για τον ίδιο λόγο, όπως παραπάνω έχει λεχθεί, η παράδοση και η παραλαβή των άνω ουσιών είχε συντελεσθεί με τη μεσολάβηση των αναφερομένων στο σκεπτικό προσώπων και η κατηγορουμένη κατείχε την ποσότητα ναρκωτικών, που αναφέρεται στην απόφαση.
Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. 5321 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου/2008) αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 2854/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης). Η αγορά και η κατοχή συντελείται και με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό των συμβαλλομένων. Για να έχει το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό για χορήγηση ελαφρυντικού, πρέπει να είναι αυτός πλήρης και ορισμένος, διαφορετικά, δεν έχει υποχρέωση για απάντηση και μάλιστα αιτιολογημένη. Περιεχόμενο εγγράφου σε άλλο έγγραφο, θεωρείται ότι και αυτό αναγνώσθηκε. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 169/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 64/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 961/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 269/19.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 5/2009 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ' αριθ. 64/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το υπ' αριθ. 101/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας βιασμού και της εξύβρισης (άρθρα 42 § 1, 336 § 1 και 361 § 1 Π.Κ.).
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την υπ' αριθ. 14/9-9-2008 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση αυτή και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος άσκησε ο αναιρεσείων νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού ασκήθηκε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 336 § 1 του Π.Κ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 § 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνόμενη στην ικανοποίηση ή την διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από την συνουσία που είναι συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσης διατάξεως με εκείνη του άρθρου 42 § 1 του Π.Κ., η οποία οριοθετώντας την έννοια της απόπειρας του εγκλήματος ορίζει ότι όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 Π.Κ.), προκύπτει ότι, αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του βιασμού αποτελεί η έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με σκοπό να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μην έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος (ΑΠ 1998/2006 Π.Χρον. ΝΖ/902). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 361 § 1 Π.Κ. όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Π. Χρ. ΝΣΤ/627 και ΑΠ 1687/2002 Π. Χρ. ΝΓ/638).
Ακόμη κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β'του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 64/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το Συμβούλιο που το εξέδωσε με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα που εκτιμώνται στο σύνολό τους, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Στις 23-3-2007 και περί ώρα 00:30 η εγκαλούσα Ψ, διασκέδαζε στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "..." στην ..., μαζί με τον Χ2 και την ΑΑ. Περί ώρα 01:15 εμφανίστηκε στην παρέα ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1, που ήταν γνωστός της ΑΑ, ο οποίος άρχισε να περιπαίζει σεξουαλικά την εγκαλούσα, αγγίζοντας το λαιμό της και κατεβάζοντας με το δάκτυλο του την μπλούζα που φορούσε, με συνέπεια να αποκαλυφθεί το στήθος της. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά του αγνώστου στην εγκαλούσα εκκαλούντoς - κατηγορουμένου, την ενόχλησε και για το λόγο αυτό παραπονέθηκε στην φίλη της ΑΑ, η οποία γνώριζε τον εκκαλούντα και η οποία της είπε να μην του δίνει σημασία, ενώ το περιστατικό αυτό αντιλήφθηκαν και οι υπόλοιποι της παρέας. Συνεχίζοντας την προκλητική συμπεριφορά του ο εκκαλών - κατηγορούμενος προσέβαλε την τιμή της εγκαλούσας με την φράση "μωρό μου αυτό που θέλεις είναι να σε πηδήξει κάποιος και όχι να τον πηδήξεις εσύ", ενώ όταν η τελευταία κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα, την ακολούθησε και σπρώχνοντας την, την οδήγησε στη μια εκ των δύο τουαλετών, η οποία δεν είχε φωτισμό, την γύρισε με βία προς το μέρος του και ενώ με το ένα χέρι του την κρατούσε ακίνητη, πιέζοντας τη στο στέρνο και στο στήθος, με το άλλο χέρι του επιχείρησε να της κατεβάσει το κολάν που φορούσε κάτω από τη φούστα της, θωπεύοντας παράλληλα το αιδοίο της με σκοπό να έλθει σε εξώγαμη μαζί της συνουσία, λέγοντας της ταυτόχρονα "θα σε γαμήσω και θα σου κάνω ότι δεν μπορεί να σου κάνει ο άλλος".
Στην προσπάθεια της η εγκαλούσα να ξεφύγει, χτύπησε τον εγκαλούντα - κατηγορούμενο στο πρόσωπο, αυτός δε ανταπέδωσε το χτύπημα χαστουκίζοντάς την, και επιχείρησε να τη βιάσει, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την παραπάνω πράξη του καθώς η εγκαλούσα εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ τον απώθησε με αποτέλεσμα αυτός να χάσει προς στιγμή την ισορροπία του και να την αφήσει, έτσι δε κατάφερε να επιστρέψει στην παρέα της, όπου και ανέφερε το περιστατικό στον Χ2. Η χρήση βίας σε βάρος της εγκαλούσας προκειμένου να επιτευχθεί η πράξη του βιασμού, επιβεβαιώνεται και από την 24-4-2007 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, κατά την οποία η εγκαλούσα Ψ έφερε μώλωπα στην δεξιά πηλεοκαροτική και στην καμπτική επιφάνεια του δεξιού πήχη, ενώ είχε άλγος και στην υπερεφηβική χώρα.
Κατόπιν όλων αυτών προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής κατά του εγκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, για τις πράξεις που του αποδίδονται και ορθά το προδιαλαμβανόμενο πρωτόδικο βούλευμα έκρινε και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου που θα οριστεί από την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου για τις πράξεις της απόπειρας βιασμού και εξύβρισης, και όχι εσφαλμένα, όπως αυτός αβάσιμα στην υπό κρίση έφεσή του υποστηρίζει, και κατά συνέπεια πρέπει αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί στην ουσία, να διαταχθεί η επικύρωση και εκτέλεση του εκκαλούμενου βουλεύματος.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις της απόπειρας βιασμού και της εξύβρισης, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία ορθώς υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 § 1, 336 § 1 και 361 § 1 του Π.Κ., και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο να δικασθεί για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις.
Συνεπώς οι αντίθετοι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 42 § 1, 336 § 1 Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθ. 5/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθ. 64/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 13 - 8 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006, όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλην ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησήτου, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεεται με απειλή σπουδαίου ή αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων αποκρύφων μερών του σώματος και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των ανωτέρω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που αποτελεί αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη αποπείρας, απαιτείται πράξη, την οποία επιχειρεί ο δράστης με τον δόλο τελέσεως ορισμένου εγκλήματος και περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως. Ως τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο, οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συναφείας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Στο έγκλημα του βιασμού για να υπάρχει απόπειρα πρέπει να μην έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και αρκεί να έχει γίνει έναρξη της σωματιικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με τον σκοπό εξαναγκασμού του προσώπου σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία όμως δεν πραγματώθηκε από άλλα περιστατικά, τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία η παθούσα αντιστάθηκε σθεναρώς. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εκδήλωση της εξυβρίσεως μπορεί να γίνει είτε με δυσφημιστικό ισχυρισμό (δηλαδή γεγονός), ενώπιον μόνο του προσβαλλομένου (και όχι τρίτου, διότι τότε θα πρόκειται περί δυσφημήσεως), είτε με εκφράσεις αξιολογικής κρίσης ενώπιον του προσβαλλομένου ή τρίτου ή με οποιαδήποτε άλλη καταφρονητική συμπεριφορά.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση που ενεργήθηκαν σχετικά, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και έκρινε το συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, που αποτελεί μαζί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο.
Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι, κατ' επιλογήν, ορισμένα μόνον από αυτά. Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση περιστατικά, τα αποδεικτικά μέας από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που θεμελιώνουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠοινΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο 64/2009 βούλευμά του και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα, που εκτιμώνται στο σύνολό τους, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 23-3-2007 και περί ώρα 00:30 η εγκαλούσα Ψ, διασκέδαζε στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "..." στην ..., μαζί με τον Χ2 και την ΑΑ. Περί ώρα 01:15 εμφανίστηκε στην παρέα ο εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1, που ήταν γνωστός της ΑΑ. Αυτός άρχισε να περιπαίζει σεξουαλικά την εγκαλούσα, αγγίζοντας το λαιμό της και κατεβάζοντας με το δάκτυλό του την μπλούζα που φορούσε, με συνέπεια να αποκαλυφθεί το στήθος της. Η παραπάνω συμπεριφορά του εκκαλούντoς - κατηγορουμένου, που ήταν άγνωστος στην εγκαλούσα, ενόχλησε την τελευταία, η οποία για το λόγο αυτό παραπονέθηκε στην φίλη της ΑΑ, που γνώριζε τον κατηγορούμενο. Αυτή είπε στην εγκαλούσα να μην του δίνει σημασία, υπέπεσε δε και στην αντίληψη των υπολοίπων της παρέας το περιστατικό αυτό. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος συνεχίζοντας την προκλητική συμπεριφορά του, προσέβαλε την τιμή της εγκαλούσας με την φράση "μωρό μου αυτό που θέλεις είναι να σε πηδήξει κάποιος και όχι να τον πηδήξεις εσύ". Σε κάποια στιγμή που η εγκαλούσα κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα του άνω νυκτερινού κέντρου, ο κατηγορούμενος την ακολούθησε και σπρώχνοντας οδήγησε αυτήν στη μια από τις δύο τουαλέτες, και συγκεκριμένα σε εκείνη που δεν είχε φωτισμό. Εκεί ο κατηγορούμενος γύρισε με την βία την εγκαλούσα προς το μέρος του και ενώ με το ένα χέρι του κρατούσε αυτήν ακίνητη, πιέζοντας στο στέρνο και στο στήθος την παθούσα, με το άλλο χέρι του επιχείρησε ο κατηγορούμενος να κατεβάσει το εφαρμοστό ελαστικό ρούχο (κολλάν) που φορούσε αυτή κάτω από τη φούστα της, θωπεύοντας παράλληλα το αιδοίο της, με σκοπό να έλθει σε εξώγαμη μαζί της συνουσία, λέγοντάς της ταυτόχρονα "θα σε γαμήσω και θα σου κάνω ότι δεν μπορεί να σου κάνει ο άλλος". Στην προσπάθεια της η εγκαλούσα να ξεφύγει, χτύπησε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο, αυτός δε ανταπέδωσε το χτύπημα με ράπισμα στο μάγουλό της και επιχείρησε να τη βιάσει, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την παραπάνω πράξη του. Η εγκαλούσα εκμεταλλεύθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοολούχων ποτών και τον απώθησε, με αποτέλεσμα αυτός να χάσει προς στιγμή την ισορροπία του και να την αφήσει, έτσι δε κατάφερε να επιστρέψει στην παρέα της στο άνω κέντρο και ανέφερε το περιστατικό στον Χ2. Η χρήση βίας σε βάρος της εγκαλούσας προκειμένου να επιτευχθεί η πράξη του βιασμού, επιβεβαιώνεται και από την 24-4-2007 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, στην οποία αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε ότι η εγκαλούσα Ψ έφερε μώλωπα στην δεξιά πηλεοκαροτική και στην καμπτική επιφάνεια του δεξιού πήχη, ενώ είχε άλγος και στην υπερεφηβική χώρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αποδιδομένων σ' αυτήν αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας βιασμού και της εξύβρισης σε βάρος της άνω εγκαλούσας και για τον λόγο αυτόν απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ μέρους του ασκηθείσα έφεση κατά του υπ' αριθ. 101/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με την οποία παρεπονείτο ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο για τις άνω αναφερόμενες πράξεις και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς την παραπομπή του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1, 336 παρ. 1 και 361 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του ήδη αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, οι κατά του οποίου λόγοι αναιρέσεως αφορούν μόνον στην πράξη της απόπειρας βιασμού, αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών που δεν περιορίζεται σε αντιγραφή της ενσωματωμένης στο πρωτόδικο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως αλλά περιέχει επαρκώς και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και στα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και είναι θεμελιωμένη ως προς την αιτιολογία των παραδοχών του ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα άνω κακουργηματική πράξη και ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο συμβούλιο εξετίμησε τις αποδείξεις και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν αδικήματα και έτσι είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογίας λόγω καθολικής αναφοράς της στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, με την οποία επιτρεπτώς συντάσσεται η κρίση του Συμβουλίου Εφετών.
Στο προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αναφορά ότι προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα εκδήλωση ενεργειών του κατηγορουμένου σε βάρος της εγκαλούσας, όπως ότι την έσπρωξε στον χώρο της τουαλέτας που δεν είχε φωτισμό, ότι άρχισε να χρησιμοποιεί σωματική βία και να την πιέζει στο στήθος και στο σστέρνο με το ένα χέρι για να την ακινητοποιήσει ενώ με το άλλο επιχείρησε να της κατεβάσει το ελαστικό εφαρμοστό παντελόνι που φορούσε και ότι την θώπευσε στο αιδοίο και ότι εκδήολωσε τη βούλησή του να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία και ότι γνώριζε ότι η εγκαλούσα δεν συναινούσε να έλθει σε σαρκική επαφή μαζί του ή να ανεχθεί τέλεση ασελγούς πράξεως από τον κατηγορούμενο καθόσον μετά την έναρξη αυτών των πράξεων σε βάρος της αντέδρασε εκείνη και τον κτύπησε στο πρόσωπο αλλά ο κατηγορούμενος ανταπέδωσε το κτύπημα με το χαστούκι που της κατάφερε και συνέχισε την προσπάθειά του να την βιάσει, κατόρθωσε όμως η εγκαλούσα, που εξακολούθησε να αντιδρά, να τον σπρώξει και να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του, όπως ήταν και επηρεασμένος από το ποτό που είχε πιει και να την αφήσει από τα χέρια του και έτσι μπόρεσε αυτή να απομακρυνθεί, επιστρέφοντας στην παρέα της. Η συμπεριφορά αυτή του κατηγορουμένου στοιχειοθετούσε απόπειρα βιασμού, αφού υπήρχε αρχή εκτελέσεως με την έναρξη της σωματικής βίας σε βάρος της εγκαλούσας με τον σκοπό εξαναγκασμού της σε εξώγαμη συνουσία, η οποία δεν ολοκληρώθηκε από εξωτερικά αίτια ανεξάρτητα από την θέληση του κατηγορουμένου και δεν περιορίσθηκε αυτός μόνον σε άσεμνες χειρονομίες, που δεν αποτελούσαν ασελγείς πράξεις υπό την προαναφερθείσα έννοια και σε προτάσεις μόνο για τέλεση ασελγών πράξεων, ώστε να στοιχειοθετείται η από το άρθρο 337 παρ. 1 του ΠΚ πλημμεληματική πράξη της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας της εγκαλούσας. Είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος για έλλειψη της επιβαλλομένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα από την μη παράθεση από το Συμβούλιο αναγκαίων στοιχείων όσον αφορά τους ισχυρισμούς του οι οποίοι συνιστούσαν απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα και περί αντιθέσεως των παραδοχών του βουλεύματος προς τη λογική όσον αφορά τη συμπεριφορά του με την επίκληση περιστατικών που δεν προκύπτει ότι έγινε δεκτό από το Συμβούλιο ότι έλαβαν χώρα. Επίσης αβάσιμες και οι αιτιάσεις του ιδίου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το Συμβούλιο Εφετών, όσον αφορά την μη υπαγωγή της συμπεριφοράς του στις διατάξεις του ΠΚ για την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας της παθούσης, αλλά ότι έπρεπε να παραπεμφθεί για την βαρύτερη πράξη για την οποία κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.6.2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του 64/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου για παραπομπή του στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για απόπειρα βιασμού και εξύβριση, καθόσον η συμπεριφορά του κατηγορουμένου ορθώς κρίθηκε ότι περιείχε αρχή εκτελέσεως σωματικής βίας για να εξαναγκασθεί η εγκαλούσα να υποστεί εξώγαμη συνουσία χωρίς τη θέλησή της και δεν αποτελούσε μόνο προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας της παθούσας με άσεμνες χειρονομίες και προτάσεις, για ασελγείς πράξεις και ο κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να την βιάσει χωρίς να ολοκληρωθεί η πράξη του από εξωτερικά αίτια.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Βιασμός.
| 0
|
Αριθμός 169/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καζά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουνίου 2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 309/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και α) 908/2007 και β) 439/2008 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 157/11-11-2008 αιτήσεως για αναίρεση των α) 908/1-11-2007 και β) 439/19-6-2008 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι, με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Γεωργίου Καζά, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 157/11-11-2008 αίτηση για αναίρεση των α) 908/1-11-2007 και β) 439/19-6-2008 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο (2-11-2009), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω, αρχική, δικάσιμο (2-11-2009), κατά την οποία αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (7-12-2009), με αντίστοιχη αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατά την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 575 εδ. 1, 226 § 4 εδ. β', γ' ). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1, 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 157/11-11-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι (α) 908/1-11-2007 και (β) 439/19-6-2008 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 4328/21-5-2004 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εδίωκε τη λύση του μετά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας γάμου τους για τον προβλεπόμενο από την ισχύουσα μέχρι την τροποποίηση της με το άρθρο 14 § 3 του ν.3719/2008 διάταξη του αρθρου1439§2 ΚΠολΔ του αμαχήτως τεκμαιρομένου ισχυρού κλονισμού των μεταξύ των διαδίκων συζύγων σχέσεων λόγω της συνεχούς επί τετραετίας διαστάσεώς τους. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά παραδοχή της, ερήμην της εναγόμενης, η 1508/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η εναγομένη με την 649/10-6-2005 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας της, με την 309/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της οποίας εναντιώθηκε με την 278/15-3-2007 έφεση, η οποία απορρίφθηκε, ομοίως λόγω της ερημοδικίας της, με την 908/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και κατ' αυτής την 2/30-1-2008 ανακοπή ερημοδικίας, της οποίας επακολούθησε, ερήμην της ανακοπτούσης, η απορριπτική αυτής 439/2008 απόφαση του. Κατά των τελευταίων αυτών (α) 908/2007 και (β) 439/2008 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς εναντιώνεται η ηττηθείσα (i) εκκαλούσα και (ii) ανακόπτουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
I. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν ο διάδικος κατά παράβαση του νόμου και ιδίως των διατάξεων για τις επιδόσεις, δικάσθηκε ερήμην. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 553§1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 554 του ιδίου Κώδικα, εάν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην αποφάσεως, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δε παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της απορριπτικής της εμπροθέσμως ασκηθείσης ανακοπής ερημοδικίας αποφάσεως. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση απορρίψεως της ανακοπής ερημοδικίας λόγω νέας ερημοδικίας του ανακόπτοντας, καθόσον από το συνδυασμό των άρθρων 501 και 507 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απορριπτική της ανακοπή ερημοδικίας απόφαση δεν υπόκειται σε νέα ανακοπή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 524§3εδ1 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατ' επιταγή του άρθρου 591§1εδ1 ΚΠολΔ, και στις γαμικές διαφορές, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και επομένως στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη με στοιχ (α) απόφαση, απορριπτική της εφέσεως της αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της, η από το άρθρο 559 αρ6 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση, με την έννοια της μη κλητεύσεώς της κατά τη συζήτηση αυτής. Κατά τις σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "τη συζήτηση επισπεύδει ο εφεσίβλητος, ο οποίος επέδωσε στην εκκαλούσα νομοτύπως και εμπροθέσμως επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως στις 15-5-2007, με την υπ' αριθμ.528/20-4-2007 πράξη προσδιορισμού ως δικασίμου της 4-10-2007 της αρμόδιας γραμματέως του παρόντος δικαστηρίου, με την κάτωθι αυτής παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του για επίδοση της με κλήση προς συζήτηση (βλ.προσκομιζόμενο αντίγραφο της εφέσεως με επ' αυτής σημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ...)". Σε συνέπεια με τις παραδοχές της αυτές, που βεβαιώνουν τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ήδη αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχεται ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη, η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα επόμενο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται (εκ πλαγίου) παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών των προσβαλλομένων και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αποφάσεων αναφορικά με την παραδοχή τους για έγκυρη ερημοδικία της ήδη αναιρεσείουσας, ως εκκαλούσης και ανακοπτούσης, πλημμέλεια που αναφέρεται σε κανόνες δικονομικού δικαίου. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1200,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 157/11-11-2008 αίτηση ..., για αναίρεση των (α) 908/1-11-2007 και (β) 439/19-6-2008 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ κατά ερήμην εκκαλούσης εκδοθείσης αποφάσεως και της εκδοθείσης ανακοπής ερημοδικίας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 170/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της 2859/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Τσίκα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 963/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποια με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 του ιδίου κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτούνται α) ισχυρισμός ή διάδοση για κάποιον άλλον που να έγιναν ενώπιον τρίτου β) το αντικείμενο του ισχυρισμού να είναι γεγονός, το οποίο να δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου προσώπου και γ) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να είχε γνώση της αναληθείας αυτού. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ακόμη, ότι αν ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή είχε γι'αυτό αμφιβολίες δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση. Ως γεγονός, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική υπόσταση απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος αλλά απαιτείται άμεσος δόλος.
Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη ή αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα καθενός από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ'αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή τι προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. 'Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως κατά τα ανωτέρω επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ή "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος από μέρος του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν την γνώση από τον κατηγορούμενο του ψευδούς των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε.
Εξ άλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος το έτος 2002 ήταν ιατροδικαστής και περιλαμβανόταν στον πίνακα πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Θήβας. Κατά το έτος αυτό πληροφορήθηκε ότι στο νοσοκομείο ... διενεργούνταν νεκροψίες από τον χειρούργο ιατρό του νοσοκομείου Ζ αντί να καλείται ο ίδιος ως ιατροδικαστής προς διενέργειά των. Πράγματι, ο Ζ πολλές φορές αν και δεν ήταν ιατροδικαστής οριζόταν από την Αστυνομία να διενεργεί νεκροψίες στο νοσοκομείο, χωρίς να υπάρχει σ'αυτό ειδικό χώρος για να γίνονται αυτές. Ο κατηγορούμενος διαμαρτυρήθηκε προς διάφορες υπηρεσίες. Με την από 15-11-2002 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία, την οποία απηύθυνε στον ... ως διευθυντή του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου ... και στον εγκαλούντα Ψ, ως Πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής και Διευθυντή των ιατρικών υπηρεσιών του ίδιου νοσοκομείου, ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα γεγονότα που έβλαπταν την τιμή και την υπόληψή του. Η άνω εξώδικη δήλωση επιδόθηκε από δικαστικό επιμελητή στις ... και στις ... στον εγκαλούντα.
Με αυτήν την εξώδικη δήλωση του ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών υπό την άνω ιδιότητά του ως διευθυντής των ιατρικών υπηρεσιών του νοσοκομείου ανέχεται και καλύπτει αυθαιρεσίες που αποτελούν παράνομη κατάργηση του καταρτισμένου από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών πίνακα πραγματογνωμόνων, ότι καταργεί παράνομα την ειδικότητα του κατηγορουμένου ως ιατροδικαστή ότι προσβάλλει τη μνήμη τεθνεώτων ότι συνεργεί σε απάτη κατά του δημοσίου και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, ότι προσωποποιεί θέσεις και σχέσεις, ότι προβαίνει σε αντιποίηση ειδικότητας, ότι μεροληπτεί υπέρ προσώπων για να μην διαταραχθούν παράνομα προνόμια, ότι συγκαλύπτει ιατρικές αμέλειες, ότι εξυπηρετεί παράνομα τοπικούς παράγοντες και προβαίνει σε διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όλα αυτά ήταν ψευδή. Ο εγκαλών δεν είχε καμία αρμοδιότητα να αποφασίσει για τις νεκροψίες ή να απαγορεύει αυτές. Ο Ζ οριζόταν να διενεργήσει τις νεκροψίες με επιστολές της Αστυνομίας που απευθυνόταν σ'αυτόν και για τις οποίες δεν λάμβανε γνώση ο εγκαλών ο οποίος δεν είχε καμία ανάμιξη όχι μόνον στον τρόπο διορισμού του Ζ αλλά ούτε στον τρόπο διενέργειας των νεκροψιών. Ο ίδιος ούτε καταργούσε ούτε ανεχόταν την κατάργηση του πίνακα πραγματογνωμόνων ή την αντιποίηση της ειδικότητας ή τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος ή την εξυπηρέτηση ορισμένων παραγόντων. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ποιες ήταν οι αρμοδιότητες του εγκαλούντος και ότι τα όσα ανέφερε στην εξώδικη δήλωσή του γι'αυτόν ήταν ψευδή. 'Όμως, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, ανέφερε τα πιο πάνω γεγονότα στο εξώδικο γνωρίζοντας ότι αυτά τα γεγονότα αντικειμενικά είναι πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκλήματος όπως και πράγματι συνέβη. Γνώση του περιεχομένου του εξωδίκου έλαβαν ο ..., ο δικαστικός επιμελητής αλλά και παρευρισκόμενοι την ώρα της επιδόσεως εργαζόμενοι. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με βάση τα άνω αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενη αποφάσεως κήρυξε ένοχο του ήδη αναιρεσείοντα του ότι στη ..., στις 15/11/2002 με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίστηκε για άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές και συγκεκριμένα συνέταξε την από 15-11-2002 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία προειδοποίηση, με την οποία ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Ψ, γιατρό και τότε Διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας του νοσοκομείου ..., ότι γίνεται αυθαιρεσία με την πλήρη ανοχή και κάλυψή του, η οποία αποτελεί παράλληλα παράνομη ευθεία κατάργηση και δη άνευ νομίμου αιτίας του ήδη υφισταμένου και καταρτισμένου από το αρμόδιο όργανο (Συμβούλιο Πλημμελειοδικών) Πίνακα Πραγματογνωμόνων, παράνομη αυθαίρετη και αυτόβουλη κατάργηση της ειδικότητας του Ιατροδικαστή, παράβαση γενόμενη συστηματικώς εκ μέρους του, ευθείας προσβολή της μνήμης των τεθνεώτων, ότι η έκνομη αυτή δραστηριότητα συνιστά συνέργεια σε απάτη κατά του δημοσίου και διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ότι προσωποποιούνται θέσεις και σχέσεις που εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον ότι αμέσως ή εμμέσως αδιαφορεί και προβαίνει σε αντιποίηση ειδικότητας και παράβαση καθήκοντος, συμπεριφερόμενος σαν να είναι άτομο υπεράνω του νόμου, γεγονός που καταλείπει σαφείς υπόνοιες για μεροληψία και προνοητικότητα στο να μη διαταραχθούν "προνόμια" και κεκτημένα αμφίβολης νομιμότητας καθώς και ότι με τη συμπεριφορά του γεννιούνται εύλογα ερωτήματα περί συγκάλυψης ιατρικών αμελειών, εξυπηρέτησης τοπικών παραγόντων και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος, το εξώδικο δε αυτό επέδωσε στις 19-11-2002 με δικαστική επιμελήτρια, επομένως ισχυρίστηκε τα ως άνω γεγονότα ενώπιον αυτής, αλλά και των παρευρισκομένων γύρω του κατά την ώρα της επίδοσης, ενώ τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, καθώς ο εγκαλών προέβη σε τέτοιες πράξεις και ο κατηγορούμενος το γνώριζε αυτό, ενώ παράλληλα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατ'αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού του, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν και ακολούθως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο γνώση της αναληθείας των γεγονότων που ισχυρίσθηκε αυτός και έλαβαν γνώση τα συγκεκριμένα πρόσωπα που άνω αναφέρονται. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο του αμέσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό ότι όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος για τον εγκαλούντα στην εξώδικη δήλωσή του γι'αυτόν ήταν ψευδή και εν γνώσει της αναληθείας τους, ανέφερε τα πιο πάνω γεγονότα στο εξώδικό του. Δεν γίνεται μνεία στην απόφαση ποιες ήταν οι αρμοδιότητες του εγκαλούντος στο Νοσοκομείο ... για να δύναται να διαπιστωθεί εάν από την γνώση αυτών από τον κατηγορούμενο (κατά τις παραδοχές της αποφάσεως) προέκυπτε και ότι εν γνώσει της αναλήθειας των διέλαβε στην άνω εξώδικη δήλωση του τα όσα ισχυρίσθηκε αυτός. Επίσης στην αρχή του διατακτικού της αποφάσεως του αναφέρει το Εφετείο ότι το δυνάμενο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του εγκαλούντος γεγονός που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδές και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές, χωρίς να εκθέσει συγκεκριμένα και να αιτιολογήσει από ποια πραγματικά περιστατικά συνάγεται γνώση του κατηγορουμένου για το ψευδές όσων ισχυρίσθηκε, η οποία δεν προκύπτει ούτε από τις καθόλου παραδοχές και την κύρια αιτιολογία της περί ενοχής του Εφετείου. Επίσης στο τέλος του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται κατά τρόπο που δημιουργεί ασάφειες και αντίφαση ότι τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδή "καθώς ο εγκαλών προέβη σε τέτοιες πράξεις και ο κατηγορούμενος το γνώριζε αυτό". Αυτή η τελευταία αιτιολογία είναι αντιφατική καθόσον δεν είναι δυνατό αφενός να είναι ψευδή αυτά που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος με την εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στον εγκαλούντα και αφ'ετέρου να προήλθε ο τελευταίος σε τέτοιες πράξεις για τις οποίες γινόταν λόγος στην άνω εξώδικη δήλωση που απηύθυνε προς αυτόν ο κατηγορούμενος. Σε περίπτωση κατά την οποία δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές αλλά καταλείπονται αμφιβολίες περί της αληθείας ή αναληθείας αυτού δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών, αλλά στοιχειοθετείται ενδεχομένως το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως. Από τις άνω ελλείψεις και αντιφάσεις σε σχέση με όσα δέχθηκε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση έπεται ότι είναι βάσιμοι τόσο ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσο και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος αφού η ένδικη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει ορισμένους λόγους αναιρέσεως, (άρθρ. 511 ΚΠοινΔ) λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 363 ΠΚ, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κατά παραδοχή δε των λόγων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως.
Αναιρουμένης κατά τα προαναφερόμενα της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2859/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η προσβαλλόμενη από-φαση για συκοφαντική δυσφήμιση, που προϋποθέτει ισχυρισμό η διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και να είναι ψευδές και άμεσο δόλο του δράστη συνιστά-μενο σε ηθελημένη ενέργεια για ισχυρισμό ή διάδοση του ψευδούς γεγονότος ενώπιον τρίτου εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση, διότι δεν έχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία καθόσον δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που δικαιολογούν και θεμελιώνουν γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος και περιέχει αντιφατικές παραδοχές στο διατακτικό του σε σχέση με τα αναφερόμενα ως ψευδή γεγονότα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
Αριθμός 170/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Σαξώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 21/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην αντίληψη και την εντύπωση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ. ΑΠ 2/2008). Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του Π.Κ., ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του Π.Κ. λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος από δημοσίευμα του τύπου προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή-δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος παρέχει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Τέλος μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (αρθ. 330 ΑΚ). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση δε συντελείται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, (που είχε δεχθεί την αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του από συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου κατά του αναιρεσείοντος) και κρίθηκε εν μέρει βάσιμη η αγωγική αξίωση για απλή δυσφήμηση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι λατομικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο νομό Ιωαννίνων και υφίσταται μεταξύ τους έντονη διαμάχη που εκδηλώνεται και με την υποβολή εκατέρωθεν καταγγελιών, μηνύσεων περί παρανόμου λειτουργίας των αντίστοιχων λατομείων κ.λ.π. Στις 16-7-1999 η Ζ, υπό την ιδιότητα της αναπληρώτριας διευθύντριας του Τμήματος Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Διεύθυνσης Β.Ε.Α. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, συνέταξε το με αριθμό πρωτοκ. ΔΒΕΑ. 966/ΤΒ/ΦΠ25316/16-7-1999 έγγραφο, σε σχέδιο, το οποίο προσκόμισε στο Νομάρχη Ιωαννίνων για να υπογραφεί από αυτόν και συγχρόνως εξέδωσε, κατά τη συνήθη πρακτική των δημοσίων υπηρεσιών, και σειρά αντιγράφων, τα οποία θα χρησιμοποιούντο, μετά την υπογραφή του πρωτοτύπου από το Νομάρχη, στους αναφερόμενους στο εν λόγω έγγραφο αποδέκτες, ήτοι το Α.Τ. ... προς το οποίο απευθυνόταν, καθώς και στις δύο επιχειρήσεις των ήδη διαδίκων, το Υπουργείο Ανάπτυξης και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ιωαννίνων προς τους οποίους εκοινοποιείτο. Το έγγραφο αυτό, απαντώντας σε γραπτό ερώτημα του Αστυνομικού Τμήματος Ιωαννίνων σχετικά με τη νομιμότητα ή μη του λειτουργούντος λατομείου αδρανών υλικών στη θέση ..., αναφερόταν σε ζητήματα μισθώσεως εδαφικών τμημάτων στην εταιρία "ΑΤΕΒΕ Αφοί Χ", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο εναγόμενος, και στο τέλος του εν λόγω εγγράφου διατυπωνόταν η άποψη της εν λόγω υπηρεσίας ότι η επιχείρηση αυτή δεν λειτουργεί νόμιμα "....δεδομένου ότι δεν έχει εκδοθεί η προβλεπόμενη από το Νόμο άδεια λειτουργίας των μηχανολογικών εγκαταστάσεων". Το ανωτέρω έγγραφο δεν υπεγράφη από το Νομάρχη και η προαναφερθείσα υπάλληλος, επειδή είχε λάβει αριθμό πρωτοκόλλου, έθεσε τόσο στο σχέδιο όσο και στα αντίγραφα τη σφραγίδα "ΑΡΧΕΙΟ" και τα τοποθέτησε στον οικείο φάκελο του αρχείου της υπηρεσίας. Την 30-7-1999 την επισκέφθηκε στο γραφείο της ο ενάγων, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΚΡΟΝΟΣ ΕΠΕ", διαμαρτυρόμενος έντονα για το ότι η επιχείρηση του εναγόμενου λειτουργεί παράνομα και παρότι η εν λόγω υπάλληλος του εξήγησε ότι το έγγραφο δεν έχει υπογραφεί από το Νομάρχη και πρόκειται να συνταχθεί άλλο, με τρόπο που δεν διευκρινίστηκε επαρκώς, έλαβε ένα από τα αρχειοθετηθέντα αντίγραφα, το οποίο στη συνέχεια προσκόμισε την ίδια ημέρα στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα προς υποστήριξη της σχετικής μήνυσής του κατά του εναγόμενου ότι λειτουργεί την επιχείρησή του χωρίς άδεια λειτουργίας, ο τελευταίος συνελήφθη με την αυτόφωρη διαδικασία, ασκήθηκε δίωξη σε βάρος του και ορίσθηκε τακτική δικάσιμος. Στη συνέχεια ο εναγόμενος πληροφορήθηκε τον παράτυπο τρόπο με τον οποίο ο ενάγων έγινε κάτοχος του εγγράφου και κυρίως ότι το εν λόγω έγγραφο δεν είχε υπογραφεί από το Νομάρχη και ως εκ τούτου δεν είχε το κύρος εγγράφου εκδιδόμενου από τον φερόμενο ως εκδότη του, και ακολούθως, στις 3-8-1999, κατέθεσε εναντίον 1.της Ζ, 2.Ψ (ενάγοντος) και 3.του Χρήστου Σπανού, πληρεξουσίου δικηγόρου ενάγοντος, ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κων Ιωαννίνων, την υπό την ίδια ημεροχρονολογία έγκλησή του, στην οποία ο ενάγων φέρεται ως συμμέτοχος στο αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Ειδικότερα, ο εναγόμενος απέδιδε με την έγκληση του στον ενάγοντα ότι από κοινού με το δικηγόρο Χρήστο Σπανό χρησιμοποίησαν πλαστό έγγραφο, το οποίο τους παρέδωσε η προαναφερθείσα υπάλληλος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων, για να παραπλανήσουν τις διωκτικές αρχές, σε άλλο δε σημείο ανέφερε ότι κατά πάσα πιθανότητα, η κατάρτιση του πλαστού εγγράφου μεθοδεύτηκε με τη συμμετοχή και του ενάγοντος ή τουλάχιστον με την υπόδειξη αυτού. Παράλληλα ο εναγόμενος στις 5-8-1999 δημοσίευσε στις ημερήσιες εφημερίδες των ... και στις 6-8-1999 στην εφημερίδα ... το πλήρες κείμενο της μηνύσεως του. Μεταξύ άλλων, στο κείμενο της μήνυσης που δημοσιεύτηκε αυτούσια στις ανωτέρω εφημερίδες, διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "Παρέδωσε η πρώτη μηνυομένη το έγγραφο αυτό στον δεύτερο μηνυόμενο Ψ προκειμένου κάνοντας αυτοί (δηλαδή και ο ενάγων) χρήση του, να παραπλανηθούν με αυτό οι διωκτικές αρχές ..." και "Κατά τα προαναφερόμενα οι δεύτερος και τρίτος (δηλ. και ο ενάγων) των μηνυομένων, ήταν γνώστες του ανυπόστατου και ανίσχυρου του εγγράφου που του παρέδωσε η πρώτη μηνυομένη και κατά πάσα πιθανότητα η κατάρτισή του μεθοδεύτηκε και από τους τρεις μηνυομένους ή άλλως από την πρώτη με υπόδειξη των δύο άλλων (δηλαδή και του ενάγοντος) και παρά ταύτα το χρησιμοποίησαν και το επικαλέστηκαν για την στήριξη της σε βάρος μου μήνυσης...". Επίσης ο εναγόμενος υποστήριζε με την ως άνω μήνυση του, ότι ο Ψ προσκόμισε στο Α.Τ. ... το προαναφερθέν με αριθμό ΔΒΕΑ. 966/ΤΒ/ΦΠ2531 6/16-7-1 999 έγγραφο του Τμήματος Βιομηχανίας και Ορυκτού Πλούτου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., το οποίο ήταν πλαστό και είχε καταρτισθεί από την υπάλληλο της υπηρεσίας αυτής Ζ (πρώτη μηνυόμενη) και σύμφωνα με το οποίο οι εγκαταστάσεις του λατομείου του εναγόμενου στη θέση ... της περιοχής ..., λειτουργούσαν χωρίς τις νόμιμες άδειες. Με την 2212/2000 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, κρίθηκε αθώος ο ενάγων των πράξεων της ηθικής αυτουργίας στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου και της χρήσεως αυτού, όπως και η Ζ της αποδιδόμενης σ' αυτή πράξης της πλαστογραφίας του επιδίκου εγγράφου, ενώ με την 2211/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κρίθηκαν επίσης αθώοι η μεν Ζ της αποδιδόμενης σ' αυτή πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, ο δε ενάγων της ηθικής αυτουργίας στην αμέσως παραπάνω πράξη. Με τη δημοσίευση της μηνύσεώς του στις προαναφερθείσες τοπικές εφημερίδες ο εναγόμενος διέδωσε σε τρίτους και δη στους αναγνώστες των εν λόγω εφημερίδων ότι έχει υποψίες, που αγγίζουν σχεδόν τη βεβαιότητα, ότι ο ενάγων αναμίχθηκε στην έκδοση και κυκλοφορία του επιδίκου φερόμενου ως "πλαστού" εγγράφου και συνεπώς αμφέβαλλε για την αλήθεια του γεγονότος αυτού, το οποίο και δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρινόταν στην αλήθεια, και συνεπώς δεν τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του ενάγοντος. Περαιτέρω όμως τα όσα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα με τις προαναφερθείσες περικοπές της μηνύσεως του, που αναφέρθηκαν παραπάνω και δημοσιεύθηκαν στις τοπικές ημερήσιες εφημερίδες, ήταν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ήτοι την εκ μέρους των τρίτων εκτίμηση του προσώπου του ως ηθικής και κοινωνικής προσωπικότητας. Διότι με την δημοσίευση της μηνύσεως του στις προαναφερθείσες τοπικές εφημερίδες ο εναγόμενος απέδωσε και διατύπωσε γι' αυτόν τις ανωτέρω αξιόποινες, μειωτικές και προσβλητικές για το πρόσωπο του ενέργειες, αφού εμφανίζουν αυτόν να συνεργεί με το δικηγόρο του στη διάπραξη σοβαρών εγκληματικών πράξεων (πλαστογραφία κλπ) για την παραπλάνηση της δικαιοσύνης. Ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα παραπάνω γεγονότα είναι ικανά και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη, με την προεκτεθείσα έννοια, του ενάγοντος, αφού, ενόψει της ανωτέρω φύσεως των αποδοθέντων σ' αυτόν, οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τούτο. Επίσης, ο εναγόμενος, ενόψει του προεκτεθέντος τρόπου της ανωτέρω εκδηλώσεως του, ήτοι της δημοσιεύσεως του περιεχομένου της μηνύσεως του και των αποδιδόμενων με τα εν λόγω δημοσιεύματα στον ενάγοντα ανωτέρω ενεργειών, σκόπευε ειδικά να προσβάλει την τιμή αυτού, καθόσον ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν, πράγματι, αναγκαίος, για να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντα του αφού είχε ήδη υποβάλλει μήνυση εναντίον του ενάγοντος και η δημοσίευση αυτής στις τοπικές εφημερίδες ουδόλως εξυπηρετούσε τον σκοπό του, ήτοι την προστασία του ίδιου και της επιχειρήσεως του, αλλά κατέφυγε στον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του ενάγοντος και να δημιουργήσει στο αναγνωστικό κοινό για αυτόν την εντύπωση ότι πρόκειται για θρασύτατο πρόσωπο που διαπράττει και ποινικά αδικήματα. Οι ενέργειες αυτές του εναγομένου, δηλαδή η δημοσίευση αυτούσιας της από 3-8-1999 μηνύσεώς του, δεν δικαιολογούνται από το ότι προηγούμενα η εταιρία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΚΡΟΝΟΣ ΕΠΕ", της οποίας ο ενάγων είναι νόμιμος εκπρόσωπος, είχε δημοσιεύσει σε τοπικές εφημερίδες επιστολή με ψευδείς και συκοφαντικούς, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου σε βάρος του ισχυρισμούς και σχετικά με την επιχείρηση που αυτός εκπροσωπούσε, αφού σκοπός των εν λόγω δημοσιεύσεων δεν ήταν η ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού αλλά κύριος στόχος του εναγόμενου ήταν να επιφέρει προσβολή στην τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, προέβη δε στη δημοσίευση της μηνύσεως στις εφημερίδες δύο μόλις ημέρες μετά την κατάθεσή της, χωρίς να αναμείνει τη δικαστική διερεύνηση του θέματος. Ενόψει των παραπάνω είναι σαφές ότι ο εναγόμενος με τη δημοσίευση της μηνύσεώς του στις προαναφερθείσες τοπικές εφημερίδες τέλεσε το αδίκημα της απλής δυσφημήσεως σε βάρος του ενάγοντος δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, αφού εξέθεσε περιστατικά που γνώριζε ότι είναι προσβλητικά της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος. Μάλιστα με την 661/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων ο εναγόμενος αθωώθηκε για τα αποδιδόμενα σ' αυτόν αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση για έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου γιατί κρίθηκε ότι όσα κατήγγειλε περί πλαστού εγγράφου δικαιολογημένα πίστευε ως αληθή και κηρύχθηκε ένοχος απλής δυσφήμησης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, ενώ μετά από ασκηθείσα έφεσή του κατά της παραπάνω απόφασης καταδικάσθηκε τελεσίδικα για το παραπάνω αδίκημα (απλή δυσφήμηση δια του τύπου κατ' εξακολούθηση) με την 458/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. Ο εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, ισχυρισμός-ένσταση του εναγόμενου-εκκαλούντος, που παραδεκτά προβλήθηκε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του, ότι τα ανωτέρω δημοσιεύματα έλαβαν χώρα για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματός του, ήτοι των συμφερόντων της εταιρίας που εκπροσωπούσε και του ιδίου προσωπικώς, ενόψει του παραπάνω αποδειχθέντος ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, στερείται εν προκειμένω εννόμου επιρροής, κατ' άρθρα 366 παρ. 3, 367 παρ. 2 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε δεχθεί ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου λόγω συκοφαντικής δυσφημήσεώς του), έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου, λόγω απλής δυσφημήσεώς του από τον αναιρεσείοντα, το ποσό των 15.000 ευρώ. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ 362, 367 παρ.1 του Π.Κ. και άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο μόνο παρ. 4 του ν. 2243/1994) που εφάρμοσε, καθ' όσον αναφέρονται στον υπαγωγικό συλλογισμό του: α) Τα αντικειμενικώς μειωτικά για την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων με το επίμαχο δημοσίευμά του στον τύπο, τα οποία συγκροτούσαν και το ποινικό αδίκημα της απλής δυσφημήσεως, γιατί ήταν μεν αναληθή, αλλά δεν τελούσε αυτός εν γνώσει της αναληθείας τούτων. β) Το παράνομο των ισχυρισμών αυτών, που προσέκρουαν στις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 57, 914 ΑΚ και 362 ΠΚ. γ) Η έλλειψη λόγου αίροντος το άδικο της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ, διότι δεν δικαιολογούνταν η συμπεριφορά αυτή από την ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου επαγγελματικού ενδιαφέροντός του. δ) Η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα η πρόθεσή του να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου. ε) Η με την προξενηθείσα, εξαιτίας των ανωτέρω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, βλάβη των εννόμων αγαθών της τιμής και της υπολήψεως του αναιρεσιβλήτου, προσβολή (συναφώς) της προσωπικότητάς του, που δικαιολογούσε την επιδίκαση υπέρ αυτού χρηματικής ικανοποιήσεως, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Επομένως ο αντίθετος πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης με αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠοΛΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμα ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί γι' αυτό επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989). Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι εσφαλμένως έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου που δεν προτάθηκε, για την ύπαρξη σκοπού εξυβρίσεως με όσα εναντίον του ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με τα ως άνω συκοφαντικά δια του τύπου δημοσιεύματα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (και αλυσιτελής), διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα γεγονότα που ισχυρίσθηκε, ο αναιρεσείων για τον αναιρεσίβλητο ήταν ψευδή και, μολονότι δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους, δεν δικαιολογούνται από λόγους προστασίας των συμφερόντων της επιχειρήσεώς του ή από προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, αλλά έγιναν με σκοπό προσβολής της τιμής και υπολήψεως του τελευταίου, διαλαμβάνοντας έτσι στο αποδεικτικό του πόρισμα παραδοχές περιστατικών εντελώς διαφορετικών από εκείνα που συγκροτούσαν την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, ενήργησε προς διαφύλαξη δικαιολογημένου επαγγελματικού ενδιαφέροντός του. Περαιτέρω πλεοναστικώς αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, ότι ο αναιρεσείων για τους ισχυρισμούς αυτούς είχε ειδικό σκοπό εξυβρίσεως, αφού η πρόταση και ευδοκίμηση, κατ' αντένσταση, του ισχυρισμού περί υπάρξεως σκοπού εξυβρίσεως από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα κατά την δυσφήμησή του (367 παρ. 2 ΠΚ), προϋπέθετε βασιμότητα της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ότι ενήργησε δυνάμει δικαιώματος κ.λ.π. (367 παρ. 1 ΠΚ). Κατ' ακολυθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 21/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβολή προσωπικότητας με δημοσίευμα δια του τύπου χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Η δημοσίευση μηνύσεως, όπου αναφέρονται περιστατικά αξιόποινης πράξης που διέπραξε ο αναιρεσίβλητος σε βάρος του αναιρεσείοντος μηνυτή, μολονότι έγινε χωρίς να τελεί ο τελευταίος εν γνώσει της αναλήθειας των περιστατικών της μηνύσεώς του δεν αποτελούσε αναγκαίο μέτρο προστασίας των συμφερόντων του. Δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Απορρίπτει λόγους αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 55, 59, 914, 932 του Α.Κ 362, 367 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου μόνον του ν. 1178/1981 όπως τροποποιήθηκε με άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994. Λόγος αναιρ. Από αρ. 8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ απορρίπτεται επίσης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 172/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούρα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 του Κ, κατοίκου ... και 2. Ψ2 του Κ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλαϊτζίδη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 58/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών. Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος. Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλον (Ολ.ΑΠ 967/1973). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 661/1984). Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, στην ..., ο σύζυγος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας),Ζ, ενεργώντας για λογαριασμό της, συμφώνησε προφορικά με τον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) πολιτικό μηχανικό να προβεί στην έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση οικοδομής, στο ... , αποτελουμένης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, επί οικοπέδου, εμβαδού 710 τ.μ., που ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας. Από κοινού καθόρισαν τη θέση της οικοδομής, επί του οικοπέδου και μάλιστα στο ψηλότερο μέρος τούτου, λόγω της υψομετρικής του διαφοράς (κατά πέντε μέτρα περίπου) σε σχέση με τον δρόμο, ώστε να έχει την καλύτερη δυνατή θέα και στη συνέχεια συνέταξε τη μελέτη και τα σχέδια της υπό ανέγερση οικοδομής, με βάση όσα είχαν συμφωνήσει. Έτσι, το Δεκέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε η οικοδομική άδεια ... της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών .... Την κατασκευή, περαιτέρω, του οπλισμένου σκυροδέματος της οικοδομής (μπετά) ανέλαβε, με χωριστή συμφωνία με τον προαναφερόμενο, Ζ, ο δεύτερος εναγόμενος (εργολάβος), που είναι αδελφός του πρώτου εναγομένου. Οι εκσκαφές και διαμόρφωση του χώρου, τέλος, έγιναν από τον Λ, στον οποίο ο ίδιος ανέθεσε και πάλι το σχετικά έργο. Δηλαδή, καθοριστικό ρόλο, τόσο στις διαπραγματεύσεις που έγιναν με τους προαναφερόμενους, όσο και στη συνέχεια, κατά την εκτέλεση του έργου, είχε ο σύζυγος της ενάγουσας, που ενεργούσε, βέβαια, πάντοτε για λογαριασμό της. Κατά τη διάρκεια των εκσκαφών του οικοπέδου, που ξεκίνησαν 1-2 μήνες νωρίτερα από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ο σύζυγος της ενάγουσας και πάλι, επικαλούμενος την υφιστάμενη υψομετρική διαφορά του οικοπέδου και την δυσχερή για το λόγο αυτό πρόσβαση των αυτοκινήτων στην οικοδομή, ζήτησε, τη φορά αυτή, την μερική κατάργηση του προβλεπομένου από τα σχέδια και τη μελέτη υπογείου και τη δημιουργία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων (γκαράζ). Για να γίνει αυτό, όμως, θα έπρεπε ν' αλλάξει η θέση της οικοδομής (αφού θα έπρεπε αυτή να τοποθετηθεί πλέον σε επαφή με το δρόμο) και ο τρόπος θεμελίωσής της. Δηλαδή, θα έπρεπε να τροποποιηθεί η εγκριθείσα μελέτη και να γίνει στη συνέχεια, αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας. Επειδή, όμως, οι ενέργειες αυτές απαιτούσαν χρόνο, συμφωνήθηκε να προχωρήσουν οι εργασίες θεμελίωσης της οικοδομής στη νέα θέση, που αυτός επέλεξε, με την προοπτική κατασκευής χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων σε τμήμα του υπογείου και να υποβληθούν, στο μεταξύ χρονικό διάστημα, στην Πολεοδομία τα τροποποιητικά σχέδια της σχετικής μελέτης και να ζητηθεί η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας. Ο πρώτος εναγόμενος (πολιτικός μηχανικός) να σημειωθεί, τέλος, ότι δεν είχε κανένα λόγο να προβάλλει αντιρρήσεις, ούτε, ως προς τη μεταφορά της θέσης της οικοδομής, ούτε και ως προς την δημιουργία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων σε τμήμα του υπογείου. Ενώ, λοιπόν, είχαν έτσι τα πράγματα, ξεκίνησαν από τον δεύτερο εναγόμενο (εργολάβο) οι εργασίες θεμελίωσης της οικοδομής στην νέα θέση, οι οποίες, όταν έφτασαν στο στάδιο επικαλύψεως του υπογείου, ο προαναφερόμενος Ζ αξίωσε παράνομα από τον πρώτο εναγόμενο η νέα μελέτη και αναθεώρηση της άδειας οικοδομής ν' αναφέρεται στην κατασκευή τριώροφης οικοδομής με υπόγειο (γκαράζ). Δηλαδή, αξίωνε την προσθήκη ενός επιπλέον ορόφου, πράγμα το οποίο ήταν παράνομο, αφού κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο με τις διατάξεις του Γ.Ο.Κ. στην πιο πάνω περιοχή, σε σχέση με το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των οικοδομών (7,5μ.). Όπως ήταν φυσικό, ο πρώτος εναγόμενος αντέδρασε αρνητικά αποκρούοντας την αξίωσή του και έκτοτε ο σύζυγος της ενάγουσας, ανεζήτησε τρόπους αποδέσμευσής του από την σύμβαση εργολαβίας. Δηλαδή, προέβη σε προσχηματική καταγγελία στις αρμόδιες αρχές (Πολεοδομία-Αστυνομία), ζητώντας διακοπή των οικοδομικών εργασιών για δήθεν κακοτεχνίες, παρανομίες και ελαττώματα σε ένα έργο που ο ίδιος δεν άφησε να ολοκληρωθεί, ώστε να κριθούν οι τυχόν ελλείψεις του. Είναι αληθές, ότι η εξώδικη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε στη συνέχεια η ενάγουσα, με επιμέλειά της (Τ.Ε.Ε./Τμήμα Ηπείρου), αναφέρει ότι η οικοδομή δεν είναι σύμφωνη με τα εγκεκριμένα σχέδια της οικοδομικής άδειας, ούτε ως προς την τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο, ούτε ως προς τη μορφή του κτιρίου και ούτε ως προς τη διάταξη του φέροντος οργανισμού, αναφέροντας λεπτομερώς τις πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν (από στατικής κυρίως πλευράς). Επισημαίνεται, όμως, στην ίδια πραγματογνωμοσύνη, ότι το έργο είναι ημιτελές (δεν ήταν έτοιμη προς σκυροδέτηση ούτε η πρώτη πλάκα της οικοδομής) και ότι η υπάρχουσα κατασκευή πρέπει να κατεδαφιστεί ή να ενισχυθεί και οπλιστεί σωστά, εφόσον γίνει νέα στατική μελέτη.
Συνεπώς απαιτείτο αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας και ολοκλήρωση του έργου, όπως προαναφέρθηκε, έτσι ώστε να κριθούν, τυχόν, πλημμέλειες τούτου και υπαιτιότητα των εναγομένων, πολύ περισσότερο, δε, τυχόν αδικοπρακτική συμπεριφορά των τελευταίων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν κατέστη δυνατόν εξαιτίας της παρεμβατικής συμπεριφοράς του συζύγου της ενάγουσας στην οικοδομική διαδικασία, όπως προαναφέρθηκε. Ούτε, βέβαια, ο διενεργήσας την πραγματογνωμοσύνη πολιτικός μηχανικός, κατά τη σύνταξη αυτής, μπορούσε να είχε υπόψη του τα πιο πάνω περιστατικά που προηγήθηκαν. Κάτι τέτοιο, βέβαια, ο ίδιος Ζ το αρνείται στην κατάθεση που έδωσε στο πρωτόδικο δικαστήριο. Τον διαψεύδουν, όμως, οι σχετικές καταθέσεις που δόθηκαν σε προηγούμενο ποινικό δικαστήριο (Τριμελές Πλημ/κείο Θεσπρωτίας), τόσο από τον ίδιο Ζ, όσο και από τον διενεργήσαντα τις εκσκαφές στο οικόπεδο Λ. Έτσι, ο μεν πρώτος, αναφέρει ότι την εντολή για γκαράζ (που δεν υπήρχε, βέβαια, στα σχέδια της αρχικής οικοδομικής άδειας) την έδωσε ο ίδιος στον πρώτο εναγόμενο, ο δε δεύτερος μάρτυρας αναφέρει ότι κατά τη διενέργεια της εκσκαφής του οικοπέδου ήταν παρών ο σύζυγος της ενάγουσας Ζ, ότι τον διόρθωνε συνεχώς σε σχέση με τη διαμόρφωση του χώρου του οικοπέδου, ότι άλλαζε συχνά τις εντολές που έδινε και έδειχνε, γενικά, ευμετάβλητη συμπεριφορά. Να σημειωθεί, δε, ότι, με απόφαση του πιο πάνω ποινικού Δικαστηρίου (55/2004), απαλλάχτηκαν οι εναγόμενοι των σχετικών κατηγοριών, που τους απέδιδαν οι ενάγουσα και ο σύζυγός της, σε σχέση με αξιόποινη, δήθεν, συμπεριφορά των πρώτων, δηλαδή, ότι αυτοί προέβησαν σε παράβαση των κανόνων της οικοδομικής, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως (επειδή κατά τους ισχυρισμούς τους, στην εκδοθείσα άδεια αναγραφόταν το όνομα τόσο της ενάγουσας, όσο και του συζύγου της, αν και το οικόπεδο ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας) κ.λ.π. Η άποψη αυτή, δηλαδή, ότι τα πραγματικά κίνητρα του συζύγου της ενάγουσας ήταν αυτά που προαναφέρθηκαν, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά που επέδειξε αποκάλυψε τις προθέσεις του. Δηλαδή, κατέφυγε στη συνέχεια σε άλλο πολιτικό μηχανικό, στον οποίο ανέθεσε για λογαριασμό και πάλι της ενάγουσας συζύγου του το σχετικό έργο και ανήγειρε τριώροφη οικοδομή με υπόγειο καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας (499/1998) με αναθεώρηση (69/2000), οι οποίες αναφέρονται σε διώροφη και μόνο οικοδομή με υπόγειο. Για το λόγο αυτό, συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών ... έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισμού προστίμων, η οποία βεβαίωσε, μεταξύ άλλων και τις προαναφερόμενες οικοδομικές παραβάσεις. Με βάση, λοιπόν, τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεν προέκυψε αδικοπρακτική συμπεριφορά από μέρους των εναγομένων (ΑΚ 914) όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα (παράβαση κανόνων οικοδομικής κλπ). Ενδεχόμενα να υπήρχε ενδοσυμβατικό πταίσμα των εναγομένων, προς διαπίστωση του οποίου, όμως, θα έπρεπε να υπήρχε σχετική βάση στην ένδικη αγωγή. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλούμενη, η οποία έκρινε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν επιδικάζοντας στην ενάγουσα, ακολούθως, κατά μερική αποδοχή αυτής, το ποσό των 47.985,75 € ως αποζημίωση. Γι' αυτό πρέπει κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της έφεσης, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το εάν το τμήμα του έργου που εκτελέσθηκε από το δεύτερο αναιρεσίβλητο με την επίβλεψη του πρώτου, δυνάμει των μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας συμβάσεων, κατά το χρόνο λύσης των συμβάσεων αυτών με ανάθεση από την αναιρεσείουσα της συνεχίσεως του έργου σε άλλον μηχανικό - εργολάβο, είχε από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων κατασκευαστικά ελαττώματα, λόγω παραβάσεως οικοδομικών διατάξεων (Γ.Ο.Κ. κλπ) και δημιουργούσε αυτοτελή υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων, ανεξάρτητη από την ενδοσυμβατική ευθύνη τους, προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία. Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν συγκατατέθηκε στην παράνομη αξίωση του συζύγου της αναιρεσείουσας για αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας με προσθήκη τρίτου ορόφου και συνεκδοχικά επιθυμούσε τη σύννομη κατασκευή της οικοδομής, με τρόπο αντιφατικό στη συνέχεια δέχεται, σύμφωνα με τη μη αντικρουόμενη γνωμοδότηση του Τεχνικού Επιμελητηρίου (Τμήματος Ηπείρου) ότι η οικοδομή, μέχρι το τμήμα που εκτελέσθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, δεν ήταν σύμφωνη με τα εγκεκριμένα σχέδια της οικοδομικής άδειας ως προς την τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο, τη μορφή του και τη διάταξη του φέροντος οργανισμού και (κυρίως) έφερε πλημμέλειες από στατικής πλευράς, σε βαθμό αθεράπευτο χωρίς κατεδάφισή της ή ενίσχυση του φέροντος οργανισμού της με πρόσθετη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα και μετά από νέα στατική μελέτη. β) Δεν προκύπτει πώς κατέληξε στην παραδοχή ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί το έργο από τους ίδιους τους αναιρεσιβλήτους, για να κριθούν τα από στατικής πλευράς ελαττώματά του μέχρι τη λύση των συμβάσεων εκτελεσθέντος τμήματος αυτού, τη στιγμή μάλιστα που το Εφετείο δέχεται σαφώς στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι τεχνικώς ήταν αναγκαία, για να συνεχισθεί με ασφάλεια η κατασκευή της οικοδομής, να επανορθωθούν τα αθεράπευτα ελαττώματα είτε με κατεδάφιση του κατασκευασθέντος τμήματος είτε με πρόσθετη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα και μετά από νέα στατική μελέτη. γ) Με ανεπαρκή αιτιολογία αποδίδεται στην αναιρεσείουσα η υπαιτιότητα για τη στατική ανεπάρκεια του κατασκευασθέντος από τους αναιρεσιβλήτους τμήματος της οικοδομής, αφού σε άλλη παραδοχή του Εφετείου γίνεται δεκτόν ότι οι αναφερόμενες παρεμβάσεις του συζύγου της αναιρεσείουσας αφορούσαν θέματα τοποθέτησης, προσανατολισμού και διαρρυθμίσεως της οικοδομής (με αξίωση προσθήκης τρίτου ορόφου), όχι όμως ζητήματα αναγόμενα στο τεχνικό μέρος και τη στατική επάρκεια της οικοδομής, ως προς τα οποία άλλωστε, όπως συνάγεται από άλλες παραδοχές του Εφετείου, ήταν υποχρεωμένοι οι αναιρεσίβλητοι σε κάθε περίπτωση να εφαρμόσουν τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού ως προς την ποσότητα και ποιότητα των απαιτουμένων υλικών και την ασφαλή τεχνική συναρμογή τους κατά την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της διόροφης οικοδομής και να μην αδιαφορήσουν για ζημίες της αναιρεσείουσας, τις οποίες μπορούσαν να προλάβουν. Επομένως είναι βάσιμοι οι δύο τελευταίοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμώνται, λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔικ), ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 58/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μίσθωση έργου (κατασκευή οικοδομής) και επίβλεψη από δύο διαφορετικά πρόσωπα. Στατική ανεπάρκεια τμήματος έργου και ανάθεση συνεχίσεως κατασκευής του σε άλλο εργολάβο – επιβλέποντα μηχανικό. Συρρέουσα αξίωση από αδικοπραξία (με ενδοσυμβατική ευθύνη) για τις κατά παράβαση ΓΟΚ. Πλημμέλειες του κατασκευασθέντος τμήματος του έργου. Λόγοι αναιρέσεως από 559 αρ. 19 και αρ. 1 που εκτιμάται και αυτός ως λόγος του αρ. 19. Βάσιμοι. Αναιρεί. Παραπέμπει.
| null | null | 1
|
Αριθμός 173/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασακόπουλο και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζηκογιάννη, για αναίρεση της 1597Α, 1801/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ3 και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Οκτωβρίου 2008 και 29 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 20 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων της Χ1, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1608/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 29-9-2008 και 9-10-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τις κατηγορούμενες Χ2 και Χ1 αντίστοιχα και οι επί της δευτέρας των αιτήσεως αυτών, με χρονολογία 23-10-2009 πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμ. 1597Α, 1801/2008 καταδικαστικής για τις δύο αναιρεσείουσες αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, των οποίων οι λόγοι είναι εν μέρει ταυτόσημοι, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειας τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του προαναφερομένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ακόμη, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, δηλονότι οι πράξεις αυτές του ίδιου προσώπου πρέπει να είναι ομοειδείς, να προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, έστω και αν στρέφονται κατά διαφόρων προσώπων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1597Α, 1801/2008 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, εξέδωσε αυτή, και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά τις δύο αναιρεσείουσες και τον συγκατηγορούμενό τους Χ3. "Κατά το έτος 1995 ο εγκαλών Ψ, ο οποίος ήταν τότε ασφαλιστής και κατοικούσε στο ..., γνωρίστηκε με την τρίτη κατηγορουμένη Χ1, η οποία βρισκόταν στο ... για τις καλοκαιρινές της διακοπές και η οποία με την πάροδο του χρόνου απέσπασε την εμπιστοσύνη του. Στις αρχές του έτους 1996 η τρίτη κατηγορουμένη ανακοίνωσε στον εγκαλούντα ότι κάποιος γνωστός της μεγαλοεπιχειρηματίας ονόματι Χ4 (τέταρτος κατηγορούμενος), ο οποίος ήταν άτομο φερέγγυο, με μεγάλη δραστηριότητα στο χώρο της κατασκευής δημοσίων έργων και ξενοδοχειακών μονάδων και ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αντιμετώπιζε πρόσκαιρο οικονομικό πρόβλημα και είχε άμεση ανάγκη δανεισμού, του πρότεινε δε να τον δανειοδοτήσει, με τη διαβεβαίωση ότι η προστασία των συμφερόντων του ήταν δεδομένη, αφού θα αναλάμβανε την υπόθεση ένας από τους καλύτερους δικηγόρους της ..., Χ3 (πρώτος κατηγορούμενος), καθώς και ότι η επιστροφή του δανείου ήταν βέβαιη διότι θα εξασφαλιζόταν με εμπράγματη ασφάλεια επί της ακίνητης περιουσίας του επιχειρηματία αυτού. Μάλιστα για να ενισχύσει τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις της του είπε ότι και η ίδια είχε δανείσει στον τέταρτο κατηγορούμενο το ποσό της αποζημιώσεως που έλαβε λόγω της συνταξιοδοτήσεώς της. Ο εγκαλών δέχθηκε να γίνει μία συνάντηση στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, στην .. και πράγματι στις αρχές Μαρτίου του έτους 1996 έγινε η συνάντηση αυτή, στην οποία παρέστησαν εκτός από τον εγκαλούντα, οι πρώτος και τρίτη κατηγορούμενοι, καθώς και η δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, δικηγόρος Πειραιώς, η οποία, όπως δήλωσαν στον εγκαλούντα οι ανωτέρω παριστάμενοι, εκπροσωπούσε τον τέταρτο κατηγορούμενο. Κατά τη συνάντηση αυτή οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι επανέλαβαν στον εγκαλούντα τις προαναφερθείσες διαβεβαιώσεις της τρίτης από αυτούς, επιπλέον δε του ανέλυσαν τους τρόπους εξασφαλίσεώς του στην περίπτωση που θα δανειοδοτούσε τον τέταρτο κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα του επέδειξαν τοπογραφικά διαγράμματα και συμβόλαια ιδιοκτησίας ακινήτων αυτού και τον διαβεβαίωσαν ότι θα εγγραφούν στα ακίνητα αυτά προσημειώσεις υποθήκης, οι οποίες θα υπερκαλύπτουν το ποσό του δανείου. Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι επιβίβασαν τον εγκαλούντα σε πολυτελές αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στην περιοχή της ..., όπου του υπέδειξαν μία εδαφική έκταση, του δήλωσαν δε ότι ανήκε στον τέταρτο κατηγορούμενο και ήταν εκείνη στην οποία θα εγγραφόταν οι προσημειώσεις. Από τις πιο πάνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων πείστηκε ο εγκαλών να χορηγήσει δάνειο στον τέταρτο και έτσι στις 15-3-1996 απέστειλε με τραπεζικό έμβασμα στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 850.000 δραχμών και στις 22-3-1996 απέστειλε στον ίδιο κατηγορούμενο με τον ίδιο τρόπο το ποσό των 2.960.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 3.810.000 δραχμών, με την εντολή να καταβληθούν στον τέταρτο κατηγορούμενο μετά την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητο του τελευταίου. Στις 2-4-1996 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι ανακοίνωσαν στον εγκαλούντα ότι εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 9420/1996, με την οποία επιτρεπόταν η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών σε ακίνητο του τετάρτου κατηγορουμένου εκτάσεως 24,5 στρεμμάτων που βρισκόταν στη θέση "..." ..., ότι η προσημείωση είχε εγγραφεί στις 2-4-1996 στο βιβλίο υποθηκών του Δήμου Κρωπίας Αττικής στον τόμο ..., στο φύλλο ... και με αριθμό ... και ότι είχαν στην κατοχή τους το σχετικό πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας με τον αριθμό ... Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και δάνεισε στον τέταρτο κατηγορούμενο το ποσό των 10.000.000 δραχμών, εκδίδοντας ισόποση τραπεζική επιταγή της Ιονικής Τράπεζας σε διαταγή του τετάρτου κατηγορουμένου, την οποία παρέδωσε στα χέρια του πρώτου κατηγορουμένου και το ποσό της οποίας, όπως ο εγκαλών πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας, εισπράχθηκε από τον ίδιο (τον πρώτο κατηγορούμενο) μετά από οπισθογράφηση του τετάρτου κατηγορουμένου. Την ίδια ημέρα (2-4-1996) η δεύτερη κατηγορουμένη παρέδωσε στον εγκαλούντα για πρόσθετη εξασφάλιση 34 συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 17.000.000 δραχμών, εκδόσεως του εγκαλούντος και αποδοχής του τετάρτου κατηγορουμένου, με ημερομηνίες εκδόσεως 3-4-1996 και λήξεως 3-10-1996 εκάστη. Τον Απρίλιο του έτους 1996 οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι ανακοίνωσαν στον εγκαλούντα ότι εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 11465/1996 με την οποία επιτρεπόταν η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος και μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών στο ίδιο πιο πάνω ακίνητο του τετάρτου κατηγορουμένου, ότι η προσημείωση είχε εγγραφεί στις 25-4-1996 στο βιβλίο υποθηκών του Δήμου Κρωπίας Αττικής στον τόμο ..., στο φύλλο ... και με αριθμό ... και ότι είχαν στην κατοχή τους το σχετικό πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας με τον αριθμό ... Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και συναίνεσε στον εκ νέου δανεισμό του τετάρτου κατηγορουμένου με το ποσό των 10.300.000 δραχμών, εμβάζοντας στις 17-5-1996 ποσό 300.000 δραχμών στον πρώτο κατηγορούμενο με την εντολή να το καταβάλει στον τέταρτο κατηγορούμενο και εκδίδοντας τραπεζική επιταγή ποσού 10.000.000 δραχμών πληρωτέα στην Ιονική Τράπεζα σε διαταγή του τετάρτου κατηγορουμένου, την οποία παρέδωσε στα χέρια της δεύτερης κατηγορουμένης και το ποσό της οποίας, όπως ο εγκαλών πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από υπαλλήλους της πληρώτριας Τράπεζας, εισπράχθηκε από την ίδια (τη δεύτερη κατηγορουμένη) μετά από οπισθογράφηση του τετάρτου κατηγορουμένου. Στις 25-4-1996 η δεύτερη κατηγορουμένη παρέδωσε στον εγκαλούντα για πρόσθετη εξασφάλιση 35 συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστης, ήτοι συνολικού ποσού 17.500.000 δραχμών, εκδόσεως του εγκαλούντος και αποδοχής του τετάρτου κατηγορουμένου, με ημερομηνίες εκδόσεως 25-4-1996 και λήξεως 23-10-1996 εκάστη. Κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 1996 η τρίτη κατηγορουμένη παρέστησε στον εγκαλούντα ότι αντιμετώπιζε έκτακτο οικονομικό πρόβλημα και ότι είχε ανάγκη να της δανείσει το χρηματικό ποσό των 6.000.000 δραχμών για την εξασφάλιση του οποίου θα του παρέδιδε συναλλαγματικές του τετάρτου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν πρόσωπο απολύτως φερέγγυο. Με τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις της σε συνδυασμό με όσα του είχε προηγουμένως αναφέρει για τον τέταρτο κατηγορούμενο, τον έπεισε και της κατέβαλε το ποσό των 6.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα ο εγκαλών παρέδωσε τον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό αυτό με την εντολή να το καταβάλει στην τρίτη κατηγορουμένη, εκείνη δε του παρέδωσε ως εξασφάλιση, δια χειρός του πρώτου κατηγορουμένου, 12 συναλλαγματικές ποσού 500.000 δραχμών εκάστη, με ημερομηνία εκδόσεως 3-4-1996 και ημερομηνία λήξεως 3-10-1996 εκάστη. Οι πρώτες 35 συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους και γι' αυτό ο εγκαλών απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο και του ζήτησε να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξή τους. Αυτός όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια και έτσι ο εγκαλών απευθύνθηκε σε άλλη δικηγόρο, την εξετασθείσα ως μάρτυρα κατηγορίας ..., μετά από αίτηση της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 720/1997. Στη συνέχεια με βάση την πιο πάνω διαταγή πληρωμής η ανωτέρω δικηγόρος επιχείρησε να προβεί στην τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη. Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι όλες οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδείς και η αλήθεια, την οποία αυτοί γνώριζαν διότι επρόκειτο για γεγονότα των οποίων είχαν ιδία αντίληψη, ήταν ότι ουδέποτε είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος και σε βάρος του τέταρτου κατηγορουμένου, τα δε προαναφερθέντα έγγραφα τα οποία του είχαν παραδώσει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι για την απόδειξη της εγγραφής των προσημειώσεων, ήτοι οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τους αριθμούς 9420/1996 και 11465/1996 και τα πιστοποιητικά περί εγγραφής των προσημειώσεων με τους αριθμούς ... και ..., ήταν έγγραφα εξ ολοκλήρου πλαστά τα οποία είχαν συντάξει οι ίδιοι. Ειδικότερα από το αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών προέκυψε ότι οι γνήσιες αποφάσεις με τους πιο πάνω αριθμούς αφορούσαν τελείως διαφορετικές υποθέσεις και διαδίκους και συγκεκριμένα η μεν απόφαση με τον αριθμό 9420/1996 εκδόθηκε με διαδίκους τον ... (αιτούντα) και τους ... και ... (καθ' ων η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την ανάκληση της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου με τον αριθμό 29015/1995, η δε απόφαση με τον αριθμό 11465/1996 εκδόθηκε με διαδίκους την ... (αιτούσα) και τη ... (καθ' ης η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της αιτούσας μέχρι του ποσού των 3.900.000 δραχμών σε ακίνητο της καθ' ης. Επί πλέον προέκυψε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος ήταν άτομο αφερέγγυο, το οποίο αντιμετώπιζε σοβαρό και διαρκές οικονομικό πρόβλημα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, η οποία ήταν δεσμευμένη και διεκδικούνταν. Επίσης ο εγκαλών πληροφορήθηκε εκ των υστέρων ότι η τρίτη κατηγορουμένη ήταν πρώην σύζυγος του πρώτου, γεγονός που του είχε αποκρύψει αυτή για να μην αντιληφθεί τη διαπλοκή των συμφερόντων τους. Στις πιο πάνω δε πράξεις σε βάρος του εγκαλούντος, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (απάτης), προέβησαν αυτοί από κοινού δρώντες και κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και ο τέταρτος κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος. Η κοινή δράση των τριών πρώτων κατηγορουμένων φαίνεται και από το γεγονός ότι και οι τρεις, για να διασφαλίσουν την εξαπάτηση του εγκαλούντος, συμμετείχαν σε τρεις συναντήσεις με αυτόν (η μία από τις οποίες έλαβε χώρα κατά τ' ανωτέρω στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου και οι άλλες δύο στο ξενοδοχείο "..." των ...), κατά τις οποίες επαναλάμβαναν τις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προς αυτόν. Έτσι έβλαψαν την περιουσία του εγκαλούντος κατά τα πιο πάνω χρηματικά ποσά και συνολικά κατά το ποσό των 30.110.000 δραχμών, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές (ήδη τα 15.000 ευρώ) και το οποίο δεν μπορεί να εισπράξει ούτε αναγκαστικώς από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είναι αφερέγγυοι, και με αντίστοιχη ωφέλεια των ιδίων και του τετάρτου κατηγορουμένου, οι οποίοι το καρπώθηκαν. Εξάλλου οι κατηγορούμενοι είναι άτομα τα οποία διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση εκ μέρους τους της αξιόποινης πράξεως της απάτης (επανειλημμένη δε είναι και η κατ' εξακολούθηση τέλεση της πράξεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση - Α.Π. 1074/2006, σε συμβούλιο, Π.Χρ. ΝΖ.405, Α.Π. 1174/2005 σε συμβούλιο, Π.Χρ. ΝΣΤ.155), προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, διαφαίνεται δε σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών τους. Για όλα τα πιο πάνω σαφής και με λόγο γνώσεως είναι η κατάθεση του εγκαλούντος (πολιτικώς ενάγοντος), η οποία ενισχύεται: α)από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως τα πλαστά πιστοποιητικά και τις πλαστές δικαστικές αποφάσεις, των οποίων η πλαστότητα δεν αμφισβητείται από τις παρούσες κατηγορούμενες, εν πάση δε περιπτώσει είναι αυταπόδεικτη από την απλή αντιπαραβολή τους προς τις γνήσιες, αντίγραφα των οποίων, ληφθέντα από τα αρχεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, επίσης ανεγνώσθησαν, β) από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως εκείνη της ..., δικηγόρου ..., η οποία εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής με βάση τις συναλλαγματικές που είχαν παραδώσει στον εγκαλούντα οι κατηγορούμενοι και όταν επιχείρησε να τρέψει τις προσημειώσεις σε υποθήκη διαπίστωσε την πλαστότητα των αποφάσεων και των πιστοποιητικών. Δεν αναιρείται δε η κατάθεση του εγκαλούντος από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι οι μάρτυρες υπερασπίσεως δεν έχουν ιδία αντίληψη των κατατιθεμένων, ενώ από τους κατηγορουμένους ο μεν πρώτος απέφυγε να εμφανιστεί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου και του παρόντος δικαστηρίου, παραστάς δια πληρεξουσίου, και περιορίστηκε στη χορήγηση προς την τρίτη κατηγορουμένη μιας έγγραφης δηλώσεως με την οποία επιχειρεί να ελαφρύνει τη θέση της (από την οποία όμως επιβεβαιώνεται η κατά τ' ανωτέρω διαπλοκή των συμφερόντων τους), οι δε δεύτερη και τρίτη με τις απολογίες τους έδωσαν αντιφατικές, αλληλοσυγκρουόμενες και μη πειστικές εξηγήσεις για τις πιο πάνω πράξεις τους και προσπάθησαν να υποβαθμίσουν η καθεμία τη δική της συμμετοχή στις πράξεις αυτές, επιρρίπτοντας εμμέσως τις ευθύνες στους συγκατηγορουμένους τους. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 386 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 11 ν.2408/1996, ορίζονταν τα στοιχεία της κακουργηματικής απάτης ως εξής: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Μετά την κατά τ' ανωτέρω αντικατάσταση της προαναφερθείσης διατάξεως με το ν.2408/1996 ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του νόμου αυτού), ορίστηκε ότι: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια", αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Στη συνέχεια η πιο πάνω διάταξη αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ.4 ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του νόμου αυτού) και ορίζει ότι: "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ)". Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση τους (άρθρο 2 Π.Κ). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι πράξεις απάτης που τελέσθηκαν κατ' εξακολούθηση πριν από την ισχύ του ν.2721/1999 και από τις οποίες το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, εφόσον εκδικάζονται μετά την ισχύ του νόμου αυτού, διατηρούν τον κακουργηματικό χαρακτήρα τους, έστω και αν η ζημία ή το όφελος από μία ή περισσότερες των επί μέρους πράξεων υπολείπεται του παραπάνω ορίου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους (βλ. Α.Π. 740/2007 αδημ., Α.Π. 1074/2006, σε συμβούλιο, ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οι επί μέρους πράξεις απάτης που του αποδίδονται και φέρονται ως τελεσθείσες στις 15-3-1996 και στις 22-3-1996 έχουν πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχουν υποκύψει σε παραγραφή, για το λόγο ότι η ζημία και το αντίστοιχο όφελος από αυτές ανέρχεται στα ποσά των 850.000 και 2.960.000 δραχμών αντίστοιχα, δηλαδή υπολείπεται του ορίου των 5.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, για τη διατήρηση του κακουργηματικού χαρακτήρα της απάτης η οποία έχει τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν.2721/1999 και εκδικάζεται μετά από αυτήν δεν είναι αναγκαίο η ζημία ή το όφελος από καθεμία των επί μέρους πράξεων να υπερβαίνει το όριο των 5.000.000 δραχμών αλλά αρκεί η συνολική ζημία να υπερβαίνει το όριο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης ότι συντρέχει περίπτωση πραγματικής πλάνης της που αίρει τον καταλογισμό είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν προηγουμένως δεν αποδείχτηκαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται αυτή για τη θεμελίωσή του και ειδικότερα ότι "μετά από ενδελεχή έλεγχο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, ιδιοκτησίας και βαρών και μη διεκδικήσεως και όσων πωλήσεων είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε (το έτος 1996) επείσθη ότι ο συγκατηγορούμενος Χ4, αποδεδειγμένως φέρεται να είναι ιδιοκτήτης μεγάλης εκτάσεως εις θέση ... και έτσι παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα στο συγκατηγορούμενό της δικηγόρο Χ3, για την προάσπιση των συμφερόντων του μηνυτή". Αντίθετα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, αποδείχτηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη ενήργησε εν γνώσει των περιστατικών που συνιστούσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης η οποία της αποδίδεται. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει (κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο όσον αφορά την τρίτη κατηγορουμένη) οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς αξιόποινης πράξεως της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη των 15.000 ευρώ), όπως τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχες τις δύο αναιρεσείουσες για την αποδιδόμενη σ' αυτές αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία και με την παραδοχή ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους μόνο η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου τους επέβαλε σε καθεμία αυτών ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς πέντε (5) ευρώ για καθεμία ημέρα φυλάκισης, μετ' απόρριψη του αιτήματός τους για αναστολή εκτέλεσης της ως άνω ποινής τους. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν οι κατηγορούμενες ένοχες, οι9 αποδείξεις, από τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1, 45, 84 παρ. 2 περ. α', 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική για τις αναιρεσείουσες κρίση σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ανώμοτι κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και απολογίες των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική για τις αναιρεσείουσες κρίση του, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα εκτίθενται στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα ψευδή γεγονότα, τα οποία τελώντας εν γνώσει της αναλήθειας του παρέστησαν ως αληθινά προς τον παθόντα-πολιτικώς ενάγοντα Ψ τόσο οι δύο αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες Χ1 και Χ2 όσο και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, με τα οποία τον έπεισαν να χορηγήσει διαδοχικά σ' αυτούς και στον Χ4 (συγκατηγορούμενό τους ως προς τον οποίο έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω θανάτου του) διάφορα χρηματικά ποσά, ως δάνεια, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 30.110.000 δραχμών, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο και κατά το οποίο ζημιώθηκε ο ως άνω παθών, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια των ιδίων και του Χ4, αφού δεν μπορεί να το εισπράξει ούτε αναγκαστικώς, καθόσον είναι όλοι τους αφερέγγυοι. Εξάλλου, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2 ότι περιγράφονται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι "παραστάσεις" και "διαβεβαιώσεις", στις οποίες προέβη η ίδια, καθώς και οι συγκατηγορούμενοί της Χ3 και Χ1, προς τον παθόντα Ψ, προκειμένου να τον πείσουν να τους χορηγήσει διαδοχικά διάφορα χρηματικά ποσά, ως δάνεια, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 30.110.000 δρχ., αλλά δεν μνημονεύεται στην ίδια απόφαση ότι οι "παραστάσεις" και "διαβεβαιώσεις" αυτές είναι και ψευδείς, καθόσον: α) Αναφέρεται στην αιτιολογία της ως άνω αποφάσεως (βλ. σελ. 52 αυτής) ότι "... Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι όλες οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων κατηγορουμένων (Χ3, Χ2 και Χ1) προς τον εγκαλούντα ήταν ψευδείς και η αλήθεια την οποία αυτοί γνώριζαν διότι επρόκειτο για γεγονότα των οποίων είχαν ιδία αντίληψη, ήταν ότι ουδέποτε είχαν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης υπέρ του εγκαλούντος και σε βάρος του τέταρτου κατηγορουμένου (Χ4), τα δε προαναφερθέντα έγγραφα τα οποία του είχαν παραδώσει οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι για την απόδειξη της εγγραφής των προσημειώσεων, ήτοι οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμούς 9420/1996 και 11.465/10996 και τα πιστοποιητικά εγγραφής προσημειώσεων με τους αριθμούς ... και ..., ήταν έγγραφα εξ ολοκλήρου πλαστά τα είχαν συντάξει οι ίδιοι. Ειδικότερα από το αρχείο του Πρωτοδικείου Αθηνών προέκυψε ότι οι γνήσιες αποφάσεις με τους πιο πάνω αριθμούς αφορούσαν τελείως διαφορετικές υποθέσεις και διαδίκους και συγκεκριμένα η μεν πρώτη απόφαση με τον αριθμό 9420/1996 εκδόθηκε με διαδίκους τον ... (αιτούντα) και τους ... και ... (καθ'ων η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την ανάκληση της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου με τον αριθμό 29015/1995, η δε απόφαση με τον αριθμό 11465/1996 εκδόθηκε με διαδίκους την ... (αιτούσα) και τη ... (καθ'ης η αίτηση) και είχε ως αντικείμενο την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της αιτούσας μέχρι του ποσού των 3.900.000 δραχμών σε ακίνητο της καθ' ης. Εππλέον προέκυψε ότι ο αποβιώσας ήδη τέταρτος κατηγορούμενος ήταν άτομο αφερέγγυο, το οποίο αντιμετώπιζε σοβαρό και διαρκές οικονομικό πρόβλημα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, η οποία ήταν δεσμευμένη και διεκδικούνταν ...". και β) Αναφέρεται στο διατακτικό της ιδίας αποφάσεως (βλ. σελ. 63 αυτής) ότι "... Πλην, όμως, εκ των υστέρων αποδείχθηκε, τα ανωτέρω ήσαν ψευδή και οι κατηγορούμενοι από την αρχή τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας τους, καθόσον ο Χ4 ήταν άτομο αφερέγγυο, το οποίο αντιμετώπιζε σοβαρό και διαρκές οικονομικό πρόβλημα, χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία, η οποία ήταν δεσμευμένη και διεκδικούνταν, επί πλέον δε οι δικαστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, τα οποία επέδειξαν στον εγκαλούντα, ήταν έγγραφα πλαστά που οι ίδιοι είχαν καταρτίσει, με συνέπεια να ζημιωθεί ο εγκαλών κατά το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 30.110.000 δρχ., το οποίο δεν μπορεί να εισπράξει ούτε αναγκαστικώς από τους κατηγορουμένους οι οποίοι είναι αφερέγγυοι και έτσι ωφελήθηκαν παράνομα οι ίδιοι και ο Χ4 με το προαναφερθέν ποσό ...". 2) Αιτιολογείται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια η συμμετοχή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2 ως συναυτουργού στην τέλεση του αδικήματος της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και ο κοινός δόλος αυτής και των συγκατηγορουμένων της Χ3 και Χ1, αφού αναφέρεται, εκτός των άλλων, στο σκεπτικό της, ότι: "... Στις πιο πάνω δε πράξεις σε βάρος του εγκαλούντος, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (απάτης), προέβησαν αυτοί από κοινού δρώντες και κατόπιν συναποφάσεως, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι και ο τέταρτος κατηγορούμενος παράνομο περιουσιακό όφελος. Η κοινή δράση των τριών πρώτων κατηγορουμένων φαίνεται και από το γεγονός ότι και οι τρεις, για να διασφαλίσουν την εξαπάτηση του εγκαλούντος, συμμετείχαν σε τρεις συναντήσεις με αυτόν (η μία από τις οποίες έλαβε χώρα κατά τ'ανωτέρω στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου και οι άλλες δύο στο ξενοδοχείο "..." των ..., κατά τις οποίες επαναλάμβαναν τις προαναφερθείσες ψευδείς διαβεβαιώσεις τους προς αυτόν". Επίσης, αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι επί μέρους ενέργειες ενός εκάστου εκ των συναυτουργών, αν και δεν είναι τούτο απαραίτητο. 3) Αιτιολογείται, ακόμη, η συνδρομή στα πρόσωπα της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2, αλλά και των συγκατηγορουμένων της Χ3 και Χ1, των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, αφού γίνεται δεκτό ότι τελέστηκε η τελευταία με πολλές μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις, οι οποίες στοιχειοθετούν τις ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις. 4) Περαιτέρω, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο περί πραγματικής πλάνης αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ2, σύμφωνα με τον οποίο "... μετά ενδελεχή έλεγχο στα βιβλία του Υποθ/κείου Κρωπίας, ιδιοκτησίας και βαρών και μη διεκδικήσεως και όσων πωλήσεων είχαν λάβει χώρα μέχρι τότε (το έτος 1996), επείσθη η ίδια ότι ο συγκατηγορούμενός της Χ4, αποδεδειγμένως φέρεται να είναι ιδιοκτήτης μεγάλης εκτάσεως εις θέση ... και έτσι παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα στον συγκατηγορούμενό της δικηγόρο Χ3, για την προάσπιση συμφερόντων του μηνυτή. Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο της ούτε αμέλεια, διότι α) κατέβαλε την προσοχή ως ώφειλε και ηδύνατο πας μέτριος, συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος-επαγγελματίας θα κατέβαλε και β) το αδίκημα της απάτης τιμωρείται εκ δόλου και ποτέ εξ αμελείας ...", καθόσον έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό ότι από τα προαναφερόμενα στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση του. Αντίθετα ... αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη ενήργησε εν γνώσει των περιστατικών που συνιστούσαν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης η οποία της αποδίδεται. Επίσης ορθά έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η διάταξη του άρθρου 386 § 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999, είναι ηπιότερη της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και επί πράξεων απάτης τελεσθεισών προ της ισχύος του Ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια (βλ. ΑΠ 5/2008 σε Ολομέλεια ΠΧρ. ΝΗ' σελ. 508).
Επίσης, η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' του ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί προηγουμένως με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, το οποίο άρχισε να ισχύει από τις 4-6-1996 (ΦΕΚ 104/4-6-1996), περιέχει ευμενέστερες για τις αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες διατάξεις και έχει στην προκειμένη περίπτωση αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας Χ2 ότι η αποδιδόμενη και σ' αυτήν εξακολουθηματική πράξη απάτης έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και είναι παραγεγραμμένη. Πλέον των ανωτέρω, που αφορούν, πλην του τελευταίου, αμφότερες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα για καθεμία των αιτήσεων αυτών (ξεχωριστών λόγων - κυρίων ή πρόσθετων - και επί μέρους, αιτιάσεις) Α)Για την αίτηση αναίρεσης της Χ1. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο για τη συμμετοχική της δράση στο έγκλημα της απάτης που τέλεσε με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους, αναφέροντας τον τρόπο εξαπάτησης του εγκαλούντος με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις για την οικονομική κατάσταση του ήδη αποβιώσαντος συγκατηγορουμένου της Χ4, όσο και για την κακουργηματική τέλεση της αξιόποινης πράξης λόγω τις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της (της τελευταίας με την παραδοχή της τέλεσής της με πολλές μερικότερες εξακολουθητικές πράξεις). Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις της ως άνω αναιρεσείουσας για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα ανωτέρω ζητήματα (συμμετοχή και επιβαρυντική περίπτωση απάτης) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ακόμα, με ορθή ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. σελ. 54.56 της προσβαλλόμενης απόφασης) η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο ισχυρισμό της ανωτέρω αναιρεσείουσας περί του ότι η απ' αυτήν και τους συγκατηγορούμενους της τελεσθείσα πράξη της απάτης κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του έτους 1996 είναι πλημμέλημα και υπέπεσε σε παραγραφή, με την παραδοχή ότι οι πράξεις της αυτές είναι κακουργηματικές, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης τους και το συνολικό περιουσιακό όφελός της και των συγκατηγορουμένων της υπερέβη το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), καθόσον αυτό ανήλθε συνολικά στο ποσό των 30.110.000 δραχμών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 386 παρ. 3 του ΠΚ, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 111 αριθμ. 2, 112 και 113 παρ. 2 ΠΚ). Περαιτέρω και όσο αφορά τον υπερασπιστικό ισχυρισμό της ιδίας αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δόλου της ως προς την τέλεση απ' αυτήν της αποδοθείσας και σ' αυτήν κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, καθόσον και αυτή χορήγησε χρήματα στον Χ3 για να τα δανείσει με ικανοποιητικό επιτόκιο στον Χ4, τα οποία τελικά απώλεσε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει γι' αυτόν (την απόρριψή του) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής αλλά αρνητικός της σε βάρος της κατηγορίας, για την οποία κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων και την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, στην ενοχή της, κατά πλειοψηφία, χωρίς να παραβιασθεί έτσι κάποιο υπερασπιστικό της δικαίωμα και η απόφαση να είναι αναιρετέα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία ως προς το κεφάλαιο αυτό (ενοχή της αναιρεσείουσας Χ1), δεν ασκεί δε - κάποια επιρροή η επαρκής αιτιολογία της γνώμης της μειοψηφίας του Δικαστηρίου της ουσίας, ως αβάσιμα ισχυρίζεται η ως άνω αναιρεσείουσα. Τέλος, όσο αφορά τους πρόσθετους λόγους της αναίρεσης της Χ1 περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ακυρότητας ελλείψει ακροάσεως της και χωρίς προηγούμενα να λάβει το λόγο και να προτείνει η Εισαγγελέας της έδρας (άρθρα 138 παρ. 2 και 3, 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 περ. δ' και 510 παρ. 1 στ' και β' ΚΠΔ), ως προς την αναστολή της επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης των τριών ετών, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 65-67), η Εισαγγελέας πρότεινε ενιαίως τόσο για το ύψος της ποινής που έπρεπε να επιβληθούν στην ως άνω αναιρεσείουσα και ως προς την αναστολή αυτής, ακολούθησαν οι συνήγοροι της που ζήτησαν να επιβληθεί το ελάχιστον της ποινής και τη μετατροπή αυτής (μέσο 65ης σελίδας) και τέλος το Δικαστήριο όρισε την ποινή των τριών (3) ετών που επέβαλε σε καθεμία από τις δύο συγκατηγορούμενες, τις οποίες είχε κηρύξει ένοχες, την οποία ποινή φυλάκισης τους μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης μετ' απόρριψη του αιτήματος περί αναστολής της εκτέλεσης των ποινών (κατά πλειοψηφία για την ανωτέρω αναιρεσείουσα, ως εκ περισσού καθόσον οι συνήγοροι της είχαν ζητήσει τη μετατροπή της ποινής αυτής).
Β) Για την αίτηση αναιρέσεως της Χ2. Ειδικότερα για τον λόγο περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με προς τα ζητήματα - της αναστολής της εκτέλεσης της επιβληθείσας σ' αυτήν ποινής φυλάκισης τριών (3) ετών και της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του παραστάντος στη δίκη αυτήν ως πολιτικώς ενάγοντος, για τα οποία το δικαστήριο φέρεται, κατά τις σχετικές αιτιάσεις της ως άνω αναιρεσείουσας να εξέδωσε τις αποφάσεις του χωρίς προηγούμενη ακρόαση της Εισαγγελέα της έδρας και των συνηγόρων υπεράσπισής της, αναφέρονται τα ακόλουθα: Με την παράγραφο 1 του άρθρου 369 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ... έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει συγχρόνως να αναπτύξει και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του ... και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο". Εξάλλου, με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 371 του ΚΠΔ ορίζεται ότι "Αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται αμέσως κατόπιν συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και ενδεχομένως για τα μέτρα ασφαλείας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το κεφάλαιο των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται και αποφασίζεται από το δικαστήριο μαζί με την ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο. Γι' αυτό, όταν μετά την απόφαση για την ενοχή δίνεται ο λόγος, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο άρθρο 369 ΚΠΔ, στον εισαγγελέα, στον πολιτικώς ενάγοντα και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, κάθε ένας από αυτούς οφείλει να εκφράσει τη γνώμη του επί όλων των εκκρεμών κατά τη στιγμή εκείνη θεμάτων, δηλαδή για την ποινή, για τα τυχόν μέτρα ασφαλείας και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Αν, επομένως, ο διευθύνων τη συζήτηση έδωσε το λόγο στον εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, αλλ' αυτοί αναφέρθηκαν μόνο στο ζήτημα της επιβλητέας ποινής και της αναστολής της, δίχως να εκφραστούν, όπως όφειλαν, ενιαίως και για τις απαιτήσεις των πολιτικών εναγόντων, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και δεν θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος από τα άρθρα 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1δ' σε συνδυασμό με το άρθρο (σχ. ΑΠ 968/2002 ΠΧ ΝΓ/332) 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ'αριθ. 1801/2008 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (σελ. 65-68), μετά την κήρυξη της ενοχής τόσο της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας, όσο και των συγκατηγορουμένων της Χ3 και Χ1, για την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα της έδρας να προτείνει επί της ποινής και η τελευταία πρότεινε επί λέξει τα εξής: "... να επιβληθεί στον κατηγορούμενο Χ3 ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, στην κατηγορουμένη Χ2 ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, στην κατηγορουμένη Χ1 ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους. Επίσης πρότεινε να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στη δεύτερη και τρίτη κατηγορουμένη (Χ2 και Χ1) για πέντε χρόνια, να επιδικασθεί η αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα, να επιβληθεί στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του πρώτου κατηγορουμένου για τρία χρόνια, να διαταχθεί η απόδοση των χρηματικών εγγυήσεων και να τους επιβληθούν τα έξοδα της δίκης". Ακολούθως δόθηκε ο λόγος στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή του. Τέλος, δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους των κατηγορουμένων, οι οποίοι ζήτησαν να επιβληθεί στους κατηγορουμένους το ελάχιστο της ποινής, επιπροσθέτως δε οι συνήγοροι της δεύτερης (Χ2) ζήτησαν την αναστολή της ποινής και την εφαρμογή του άρθρου 83 ΠΚ και οι συνήγοροι της τρίτης κατηγορουμένης (Χ1) την μετατροπή της ποινής. Μετά ταύτα και μετά προηγούμενη διάσκεψη του ως άνω Δικαστηρίου, εκδόθηκε η περί των ποινών απόφασή του και κρίθηκαν τα επί μέρους ζητήματα της κατά πλειοψηφία μετατροπής των ποινών φυλακίσεως που επιβλήθηκαν στις κατηγορούμενες-αναιρεσείουσες Χ2 και Χ1, της αποδόσεως στους καταθέτες τους των χρηματικών εγγυήσεων, των απαιτήσεων του πολιτικώς ενάγοντος και της επιβολής της παρεπόμενης ποινής της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων στον πρώτο κατηγορούμενο Χ3, χωρίς να είναι απαραίτητο να δοθεί εκ νέου ο λόγος από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου στην Εισαγγελέα της έδρας, στον πολιτικώς ενάγοντα και τους συνηγόρους όλων των καταδικασθέντων κατηγορουμένων και να μην δημιουργείται εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε έλλειψη της ακροάσεως της. Συνακόλουθα είναι απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι της αίτησης αναίρεσης της Χ2 περί απολύτου ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και περί έλλειψης ακροάσεως της. Ακόμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ2 ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό της περί της συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας, καίτοι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού της αυτού λόγω της αοριστίας του (βλ. γι' αυτό ότι ουδέν περιστατικό προβάλλεται παρά το ότι "συνεχίζει το ΑΜΕΜΠΤΟ της προσωπικότητας της", σελ. 10 σειρές δύο τελευταίες της προσβαλλόμενης απόφασης), διέλαβε εκ περισσού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του (βλ. σελ. 59 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 500 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, της έλλειψης ακροάσεως της Εισαγγελέα της έδρας και των αναιρεσειουσών και των συνηγόρων τους, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της έλλειψης νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται από τις αναιρεσείουσες απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των προκυψάντων από την ακροαματική διαδικασία πραγματικών περιστατικών. Μετά από όλα τα ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι δύο κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 29-9-2008 αίτηση της Χ2, κατοίκου ..., με την από 9-10-2008 αίτηση και τους επ' αυτής από 23-10-2009 πρόσθετους λόγους της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1597Α', 1801/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθεμία των ως άνω αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην εκ πεντακοσίων(500) ευρώ δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη από κοινού κατ' εξακολούθηση. Καταδικαστική απόφαση και για τις δύο αναιρεσείουσες συγκατηγορούμενες. Λόγοι αναίρεσης: 1. Έλλειψη αιτιολογίας. 2. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. 3. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ως προς την αναστολή της επιβληθείσας σ' αυτές ποινής φυλάκισης των τριών (3) ετών. Απόρριψη όλων των λόγων αυτών ως ουσιαστικά αβασίμων. Ορισμένο ισχυρισμού για συνδρομή ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 περ. ε΄ ΠΚ. Απόρριψη αυτού από το Δικαστήριο ως αβάσιμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 173/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" (ΤΡΑΠΕΖΑ Ι ΕΦ ΤΖΙ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ) και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias" (ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΝΚ ΕΡΓΚΑΖΙΑΣ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ), πρωτύτερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕ" και προγενέστερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε"), ως καθολικής διαδόχου της (πρώην) Τράπεζας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε" λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και τροποποίηση των άρθρων 1 και 5 του καταστατικού της , που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμόν Κ2-11540/2000 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και καταχωρήθηκαν την 07.09.2000 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών του Υπουργείου Ανάπτυξης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Ψ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ",που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Καίσαρα Γιατράκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιανουαρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5496/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και α) 8195/2006 μη οριστική και β) 4818/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο, επειδή στερείται νομιμοποιητικών εγγράφων. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αντιδίκου της, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε, με την συμμετοχή και της Γραμματέως, αποφάσισε σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ και απέρριψε το αίτημα της αναβολής . Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών της 1255/20-10-2008 αιτήσεως για αναίρεση των α) 8195/2006 μη οριστικής και β) 4818/22-8-2008 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ηλία Μαρινάκου, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 1255/20-12-2008 αίτηση για αναίρεση των (α) 8195/2006 μη οριστικής και (β) 4818/22-8-2008 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακριβές επικυρωμένο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειουμένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (7-12-2009), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (7-12-2009). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον φερόμενο πληρεξούσιο αυτής δικηγόρο Καίσαρα Γιατράκο, το αίτημα αναβολή του οποίου απορρίφθηκε, χωρίς ο τελευταίος να αποδεικνύει με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ τρόπους την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα για την αναιρεσίβλητη, θεωρούμενη εντεύθεν, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, ως δικονομικώς απούσα (Κ.Πολ.Δ 94 παρ. 1, 104, 576 παρ. 2 εδ. 1). Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Με την κρινόμενη 1255/20-10-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι (α) 8195/2006 μη οριστική και β) 48181/22-8-2008 οριστικής απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 31401/2058/9-3-2001 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της κατά της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ", στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, μετά την δι'απορροφήσεώς της συγχωνεύσεώς τους, η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE", απορρέουσες, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής ι) από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παρακαταθήκης και ιι) από την αποδιδομένη στους νομίμους εκπροσώπους και προστηθέντες από την εναγομένη υπαλλήλους της άδικη και υπαίτια πράξη, με τη μορφή της υπεξαιρέσεως. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 5496/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 90/4-1-2006 έφεση της εναγομένης, αρχικά η 8195/2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στη συνέχεια, μετά την διενέργεια της διαταχθείσης δι'αυτής πραγματογνωμοσύνης, η 4818/2008 οριστική αυτού απόφαση, κατ'αποδοχή της εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι'αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ'ουσίαν της υποθέσεως και μερική ομοίως παραδοχή της αγωγής κατά τη με στοιχ. ιι) χαρακτηριζόμενη βάση της, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ'ακριβή κατά τούτο αναγραφή της, "Η εναγόμενη είναι ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και η ενάγουσα ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία συστημάτων συναγερμού και ηλεκτρικών ανταλλακτικών αυτοκινήτων. Στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων, η εναγομένη δυνάμει του με αριθμό ... δελτίου αποστολής της εταιρείας "TELETRANS ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ, ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΕ", παρέλαβε προς αποθήκευση και φύλαξη στις αποθήκες του καταστήματός της, επί της οδού ..., εμπορεύματα και δη συστήματα συναγερμού, της κυριότητας της ενάγουσας. Για τα εμπορεύματα αυτά εκδόθηκαν τα εξής τιμολόγια: το με αριθμό ... της εταιρείας ROCCO CARELLA S.A.S., και τα με αριθμό ... της εταιρείας DELTA ELECTRONIKA. Μέρος των πιο πάνω εμπορευμάτων, παρέλαβε η ενάγουσα, ενώ μέρος κατασχέθηκαν από την εναγομένη και συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως κινητών πραγμάτων, ως και η με αριθμό ... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης κινητών πραγμάτων, για την διενέργεια πλειστηριασμού. Όμως, το σύνολο των εμπορευμάτων που παρελήφθησαν από την ενάγουσα και κατασχέθηκαν από την εναγόμενη, υπολείπεται από το σύνολο των φυλασσόμενων εμπορευμάτων και συγκεκριμένα το σύνολο των εμπορευμάτων, που δεν βρέθηκαν στις αποθήκες της εναγόμενης Τράπεζας και που δεν παραδόθηκαν από αυτήν στην ενάγουσα, ανέρχονται σε 3.887 τεμάχια και η αξία τους, ανέρχεται σε 471.373.720 λιρέτες δηλαδή σε 243.478,16 ευρώ με ισοτιμία, 1 ευρώ 1.936 λιρέτες, κατά το χρόνο ένταξης της ... στην ευρωζώνη (βλ. επ'αυτού αναλυτικά στην με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Το ποσό αυτό υποχρεούται να καταβάλει η εναγομένη, στην ενάγουσα, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη η τελευταία από την απώλεια των εμπορευμάτων. Έσφαλε λοιπόν η εκκαλουμένη που δέχθηκε ότι η αξία των ελλειπόντων εμπορευμάτων ανέρχεται στο ποσό των 248.938,63 ευρώ". Κατά των αποφάσεων αυτών του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, α) 8195/2006 μη οριστικής και β) 4818/2008 οριστικής, εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα -εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ'αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, σύμβαση παρακαταθήκης είναι η σύμβαση εκείνη, δυνάμει της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει αυτούσιο, όταν του ζητηθεί. Η εν λόγω σύμβαση συνάπτεται ατύπως για κατ' είδος ορισμένα κινητά πράγματα ως και αντικαταστατά πράγματα, ενώ, συνήθως, το καθήκον φυλάξεως, που αποτελεί και τη βασική συμβατική υποχρέωση του θεματοφύλακα, επεκτείνεται και στο περιεχόμενο του κινητού πράγματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθ. 822 επ. ΑΚ, για την εγκυρότητα της συμβάσεως παρακαταθήκης, δεν απαιτείται η ύπαρξη κυριότητας του παρακαταθέτη επί του διδόμενου για παρακαταθήκη πράγματος. Επί παθολογικής εξέλιξης της ενοχής, όσον αφορά τη υποχρέωση του θεματοφύλακα για απόδοση του πράγματος, όταν ο δανειστής παρακαταθέτης το ζητήσει και ανάλογα με τη μεταξύ τους συμφωνία περί αμοιβής ή μη ως και του χρόνου απόδοσης, δηλαδή σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας αυτού να το αποδώσει, υπερημερίας του ή πλημμελούς εκ μέρους του εκπλήρωσης της παροχής, έχουν εφαρμογή σχετικά με τις αξιώσεις του παρακαταθέτη και τη δυνατότητα απαλλαγής του θεματοφύλακα, οι διατάξεις των άρθρ. 335, 382 (εφόσον έχει συμφωνηθεί αμοιβή για τη φύλαξη), 336, 340, 342, 343, 344, 348 ΑΚ. Περιεχόμενο δε της σχετικής αγωγής του παρακαταθέτη αποτελεί, κυρίως η αξίωσή του για αυτούσια απόδοση του πράγματος, εφόσον δε αυτός επικαλεστεί και αποδείξει ότι πλέον δεν έχει συμφέρον στην αυτούσια απόδοση, ή ότι είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση του πράγματος, περιεχόμενο της σχετικής αγωγής θα είναι η αξίωση αυτού προς αποζημίωση εκ μέρους του θεματοφύλακα. Ωστόσο, επειδή συνήθως, στις περιπτώσεις που συντρέχει υπαίτια αδυναμία απόδοσης αυτούσιου του προς φύλαξη πράγματος εκ μέρους του θεματοφύλακα, η πράξη αυτού θα είναι συγχρόνως αστικό (914 ΑΚ), αλλά και ποινικό (375 ΠΚ) αδίκημα, ο ενάγων παρακαταθέτης, εφόσον δεν έχει πια συμφέρον στην ανάκτηση του πράγματος, δικαιούται να ζητήσει απευθείας αποζημίωση σε χρήμα η οποία, κατά τις ΑΚ 914, 297 εδ. α', 298, 937 εκτός των άλλων θα περιλαμβάνει και την αξία του πράγματος, αφού στην περίπτωση αυτή της αξίωσης αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, δεν είναι στοιχείο της αγωγής ο ισχυρισμός ότι το πράγμα δεν σώζεται ή ότι είναι πια άχρηστο για τον ενάγοντα. Από την επιτρεπτή εν προκειμένω επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η δι'αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη διετείνετο ιδία α) ότι με τη συνομολογηθείσα με την εναγομένη σύμβαση η τελευταία παρέλαβε προς φύλαξη στο επί της οδού ... υποκατάστημά της τα επακριβώς προσδιοριζόμενα κατ'είδος και ποσότητα κινητά πράγματα (συστήματα συναγερμού, εισαγωγής από την ...), μετά την έναντι εκάστου σημειούμενη ανά τιμή μονάδος τιμολογιακή αυτών τιμή σε λιρέτες ... και β) ότι εκτός από τα κινητά αυτά πράγματα που παρέλαβε και εκείνα που κατασχέθηκαν από την εναγομένη κατέστη αδύνατη η αυτούσια απόδοση των λοιπών αναφερομένων και εδίωκε την ισόποση με την τιμολογιακή αυτών αξία αποζημίωση με βάση την σημειούμενη στο δικόγραφο της αγωγής ισοτιμία λιρέτας-δραχμής. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 822 ΑΚ αξιολόγηση της αγωγής ως ορισμένης και νόμιμης με θεμελίωσή της στις περί παρακαταθήκης διατάξεις, ιστορική της βάση, κατά την οποία έγινε δεκτή και ως κατ'ουσίαν βάσιμη. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.(α) 1, (β) 8 και (γ) 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι α) αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 822 ΑΚ για τη θεμελίωση της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, β) έλαβε προς τούτο υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και γ) παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω της νομικής και παράλληλα ποιοτικής αοριστίας της, ελέγχονται ως αβάσιμες. Οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις κατά τη σύνδεσή τους με την βάση της αγωγής κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλυσιτελείς διατυπώνονται, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή η αγωγή κατά την ιστορική της βάση από τη σύμβαση παρακαταθήκης. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο διατυπωθείς με τον σχετικό λόγο εφέσεως ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, ο οποίος ερευνήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της αυτής διαφοράς) και εκκρεμοδικία για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως. Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος, εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο εφέσεως ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο όταν προτείνεται το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τη δικονομική δυνατότητα και τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 περ.2 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, που ομοίως προϋποθέτουν προβολή (από τον εκκαλούντα) του οψιγενούς ισχυρισμού με έφεση ή αντέφεση ή πρόσθετους λόγους έφεσης. Κατά συνέπεια η κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 επ. ΑΚ ένσταση συμψηφισμού μπορεί να προβληθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον ηττηθέντα και εκκαλούντα εναγόμενο σε κάθε περίπτωση, είτε απορρίφθηκε πρωτοδίκως είτε δεν προτάθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, μόνο με έφεση ή πρόσθετους λόγους έφεσης και όχι απλά με τις προτάσεις. Από την επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι την απορρέουσα από την ... διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αξίωσή της κατά της αναιρεσίβλητης προέτεινε προς συμψηφισμό κατά της απαιτήσεως της τελευταίας το πρώτον με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, λόγο για τον οποίο και ορθώς απορρίφθηκε με την 8195/2006 μη οριστική αυτού απόφαση, ως απαράδεκτη με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ευθέως και χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 (μη λήψη υπόψη της εν λόγω ενστάσεως) και παράλληλα 559 αρ.14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο απόρριψή της ως απαράδεκτης) αρνητικά να αξιολογούνται προεχόντως ως απαράδεκτες και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες.
ΙΙΙ.Κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται στην τελευταία περίπτωση αν δημιουργείται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση, οι διάδικοι. Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 443, 445 και 449 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναγκαία αλλά και επαρκής προϋπόθεση της αποδεικτικής δυνάμεως του ιδιωτικού εγγράφου ότι η δήλωση, δικαιοπρακτική ή μαρτυρίας, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, είναι η ιδιόχειρη υπογραφή του τελευταίου, τα δε απλά αντίγραφα αυτών, χωρίς επικύρωση, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα τους, αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με ελεύθερη εκτίμησή τους, με βάση την παρεχόμενη από την διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ δικονομική δυνατότητα στο δικαστήριο να λάβει υπόψη συμπληρωματικά και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος (α) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα απλά, χωρίς επικύρωση, σημειώματα παραλαβής από τον αναιρεσίβλητο εκδόσεως της ιδίας, τα οποία όμως όπως, προαναφέρθηκε, επιτρεπτώς αξιολογούνται συμπληρωματικά με ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, (β) δεν έλαβε υπόψη την από 21-12-1995 αίτηση της αναιρεσείουσας για την έκδοση της ... διαταγή πληρωμής, στην οποία παρατίθεται η κίνηση του τηρούμενου ... λογαριασμού, όπου το ποσό των πιστώσεων της αναιρεσίβλητης και η αξία των κατασχεθέντων ισούται με την αξία των εμπορευμάτων, που παραδόθηκαν στην αναιρεσείουσα, πλην όμως, από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης οριστικής αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, κατέληξε από την αξιολόγηση, πλην άλλων, και των εγγράφων, που προσκόμισαν οι διάδικοι, με επίκληση, εκτιμώμενη σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο των αιτιολογιών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αντιθέτως δε καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα εν λόγω με στοιχ. (β) έγγραφα, και (γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν, χωρίς προσδιορισμό τους. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται κατά το με στοιχ. γ) σκέλος αυτού ως αόριστος και άρα απαράδεκτος και κατά τα λοιπά ως αβάσιμος.
VI. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην πλημμέλεια αυτή υπέπεσε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, η οποία υποχρέωσε την αναιρεσείουσα σε καταβολή στην αναιρεσίβλητη του ποσού των 243.478,16 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η τελευταία περιόρισε με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, το αρχικό καταψηφιστικό της αγωγής αίτημα σε αναγνωριστικό, όπως σημειώνεται και στην 8195/2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου, κατά την βάσιμα διατυπούμενη περί τούτου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 9ΚΠολΔ με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ 580 παρ. 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2008 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη εταιρεία" κατά το μέρος της που ζητεί την αναίρεση της 8195/2006 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την 4818/22-8-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης κεφάλαιο.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ. Αξιώσεις Παρακαταθέτη. ΕΓΓΡΑΦΑ. Ανυπόγραφα από τον εκδότη εγγραφα. Επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη συμπληρωματικώς για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ: Απαραδέκτως προβάλλεται ένσταση συμψηφισμού από τον εκκαλούντα το πρώτον με τις προτάσεις του στο δεύτερο βαθμό δικαστήριο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 177/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Μαλεβίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
B. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ3, κατοίκου ..., 2. Χ4, κατοίκου ..., με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της ΧΧ, 3. Χ5, κατοίκου ..., με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της ΧΧ, 4. Χ6, κατοίκου ..., με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα της ΧΧ, 5. Χ7, κατοίκου ..., την ιδιότητα του εξ αδιαθέτου κληρονόμου της συζύγου της ΧΧ, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Μαλεβίτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Οκτωβρίου 1983 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4906/1989 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6657/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαΐου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε ως προς την A. την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς την Β. την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Oι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς: α) από 19.5.2008 αίτηση αναιρέσεως των Χ1 κ.λ.π. και β) από 23.5.2008 αίτηση αναιρέσεως των Χ3, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 6657/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Α) Επί της από αιτήσεως αναιρέσεως των Χ1 και Χ2.
Όπως προκύπτει από τις .../16.3.2009 και .../12.2.2009 εκθέσεις επιδόσεως των ... και ..., δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Κερκύρας αντιστοίχως, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 (άρθρο 128 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου ...". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για να ιδρυθεί ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, δηλαδή τη γένεση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όχι δε δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας και ως προς την παράβαση τους προβλέπονται οι από τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 218 και 219 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι η επικουρική σώρευση αντιφατικών αγωγών, σε αντίθεση με την υποκειμενική, είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με το αποδεικτικό της πόρισμα "παραβίασε κανόνα δικαίου και συγκεκριμένα τα άρθρα 116 και 438 του Κ.Πολ.Δικ", με το να δεχθεί εσφαλμένα ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση περί εικονικότητας, ενώ ήταν σε αντίφαση με την κύρια βάση περί αντιθέσεως στα χρηστά ήθη της αμφισβητούμενης δικαιοπραξίας και ακόμη με το να δεχθεί περιστατικά αντίθετα με τα αναγραφόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο (δημόσιο έγγραφο). Επομένως, εφόσον οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από το Εφετείο δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικοί κανόνες δικαίου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτος (Κ.Πολ.Δικ. 561 παρ. 1). Ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, για να είναι ορισμένος πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων: 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, ποιά περιστατικά έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται για να είναι επαρκής η αιτιολογία και ποιες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος προσδίδουν την αντιφατικότητα του (Ολ.ΑΠ 32/1996). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες ήταν οι παραδοχές του Εφετείου που περιέχουν ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τα κρίσιμα περιστατικά που συγκροτούν την γενόμενη δεκτή νομική βάση της αγωγής, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Β) Επί της από 19.5.2008 αιτήσεως αναιρέσεως των Ψ3, Ψ4, Ψ5, Ψ6 και Ψ7.
Όπως προκύπτει από τις α) .../12.2.2009, .../12.2.2009, .../12.2.2009, .../13.2.2009 και β) .../30.9.2009 εκθέσεις επιδόσεως των ... και ..., δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείου Κερκύρας και Αθηνών αντιστοίχως με τις κάτω από την τελευταία απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου και βεβαίωση ταχυδρομήσεως συστημένης επιστολής, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους αναιρεσείοντες (άρθρο 124 παρ. 1 και 4 του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξού-σιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 καρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου ...". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι για να ιδρυθεί ο δι' αυτής προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος ρυθμίζει βιοτικές σχέσεις, δηλαδή τη γένεση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όχι δε δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας και ως προς την παράβαση τους προβλέπονται οι από τους αριθμούς 2 έως 18 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 218 και 219 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η επικουρική σώρευση αντιφατικών αγωγών, σε αντίθεση με την υποκειμενική, είναι επιτρεπτή. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι με το αποδεικτικό της πόρισμα "παραβίασε κανόνα δικαίου κα συγκεκριμένα τα άρθρα 116 και 438 του Κ.Πολ.Δικ.", με το να δεχθεί εσφαλμένα ως νόμω βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση περί εικονικότητας, ενώ ήταν σε αντίφαση με την κύρια βάση περί αντιθέσεως στα χρηστά ήθη της αμφισβητούμενης δικαιοπραξίας και ακόμη με το να δεχθεί περιστατικά αντίθετα με τα αναγραφόμενα στο πωλητήριο συμβόλαιο (δημόσιο έγγραφιο). Επομένως, εφόσον οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από το Εφετείο, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικοί κανόνες δικαίου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος του που πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτος (Κ.Πολ.Δικ. 561 παρ. 1) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, γιατί έχει ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, για να είναι ορισμένος πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων:1)τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη πλημμέλεια, ποια περιστατικά έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται για να είναι επαρκής η αιτιολογία και ποιες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος προσδίδουν την αντιφατικότητά του (Ολ.ΑΠ 32/1996). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών, διότι "καταλήγει σε αντιφατικά συμπεράσματα δεχόμενη αφενός ως αληθή όσα καταθέτουν οι μάρτυρες της αντιδίκου περί μη καταβολής του τιμήματος του επιδίκου συμβολαίου και αφετέρου υπονοεί ότι δέχεται ως αληθές επίσης το αντίθετο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ...". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιές ήταν οι παραδοχές του Εφετείου που περιέχουν ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τα κρίσιμα περιστατικά που συγκροτούν τη γενόμενη δεκτή νομική βάση της αγωγής, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.
Κατά το άρθρο 80 του Κ.Πολ.Δικ, "αν σε δίκη εκκρεμή μεταξύ άλλων (τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν". Κατά δε την ΚΠολΔικ 537, αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται, την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση, εφόσον δεν αποδέχτηκαν την πρωτόδικη απόφαση. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην υπόψη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι εσφαλμένως απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσειόντων υπέρ των εκκαλούντων Χ1 και Χ2, επειδή στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συμμετείχαν ως ομόδικοι τους η πρώτη και (ο ήδη θανών) καθολικός δικαιοπάροχος των λοιπών από εκείνους ΧΧ. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε τί συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ποιόν από τους περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναφερόμενους λόγους αναιρέσεως συγκροτεί η προβαλλόμενη αιτίαση, ως επίσης, και ποιό είναι εν προκειμένω το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων αφού η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος της παριστάμενης αναιρεσίβλητης (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 19.5.2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 και β) από 23.5.2008 αίτηση των Χ3, Χ4, Χ5, Χ6 και Χ7, για αναίρεση της 6657/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνώριση εικονικότητας συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 απαράδεκτη 559 αρ. 19 αόριστη, χωρίς αναφορά περιστατικών και αναιρετικής πλημμέλειας αόριστος. Ερημοδικία αναιρεσειόντων.
| null | null | 0
|
Αριθμός 166/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις (κύρια και συμπληρωματική) των αιτούντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπατσώρη και 2) Χ2, κατοίκου εν ζωή ..., για τον οποίο συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του: α) ΑΑ, β) ΒΒ και γ) ΓΓ, κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 702/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις από: α) 12 Μαρτίου 2007 (κύρια αίτηση) και β) 29 Απριλίου 2007 (συμπληρωματική αίτηση), οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 419/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις α) με αριθμό 227/06.06.2007 πρόταση και β) με αριθμό 227α/08.06.2007 συμπληρωματική πρόταση, του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Λεκκού με αριθμούς 227/06.06.2007 και 227α/08.06.2007, αντίστοιχα, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Α) Στην από 6 Ιουνίου 2007 και με αριθμ. πρωτ. 227/2007 πρόταση:
"Εισάγων την νομοτύπως υποβληθείσα από 12/14-3-2007 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 702/2002 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Οι αιτούντες κατεδικάσθησαν, δια της ανωτέρω αποφάσεως, ο μεν Χ1 εις συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα μηνών, δια πλαστογραφία μετά χρήσεως, απάτη επί δικαστηρίου και ηθική αυτουργία εις ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση, ο δε Χ2 εις συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών, δι' απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και ηθική αυτουργία εις ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία αυτοί ήσκησαν κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της υπ' αριθμ. 1998/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε ζητούν, δια της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας και επικαλούνται α) νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, ισχυριζόμενοι ότι δι' αυτών καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι, και β) ότι εις την καταδίκη των ήσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, ληφθείσες υπ' όψη από το δικαστήριο.
Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθεντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ' όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντίστοιχ.). Επίσης, κατά το άρθρ. 525 § 1 περίπτ. 3 και § 2 Κ.Π.Δ, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου" και αν αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση δια ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεσθή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67, ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ'/243, ΑΠ 514/1975, εις ΠΧ/ΚΕ'/843). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αιτούντες, δια της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθησαν ένοχοι δια τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις (πλημμελήματα) και επεβλήθησαν σ'αυτούς οι ανωτέρω ποινές, διότι ο μεν Χ1, στην ..., κατά το τρίτο δεκαήμερο Ιανουαρίου 1996, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, επί εντύπου φέροντος τον τίτλο "Γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994", συμπληρώσας τα στοιχεία του εργασθέντος στην εταιρία "ΣΕΛΠ-ΑΒΕ" ... και αποτυπώσας την υπογραφή εκείνου, και υπέγραψε τούτο, ως "διευθυντής εργοστασίου", εν συνεχεία δε, την 27-2-1996, παρεπλάνησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ' αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεώς του, ως διευθυντού εργοστασίου, με 6ήμερη εβδομαδαία απασχόληση, από 6.00' έως 20.00' ώρας την ημέρα, με αποτέλεσμα, το ανωτέρω δικαστήριο να διατάξη την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρίας, προς εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεώς του, ο δε Χ2, στην ..., την 27-2-1996 επεχείρησε να παραπλανήση, ανεπιτυχώς, το ανωτέρω δικαστήριο, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ' αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεώς του ως διευθυντού παραγωγής, με καθαρή μηνιαία αμοιβή εκ δραχμών 1.000.000, και οι δύο δε, την 4-10-1996 προεκάλεσαν την απόφαση, εις μεν τους ΒΒ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, να ψευδομαρτυρήσουν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, εις δε την ΒΒ, να ισχυρισθή ενώπιον του ανωτέρω Ειρηνοδίκου, περί του ΖΖ, εν γνώσει ψευδώς, ότι ο τελευταίος είναι ικανός για όλα και ασφαλώς όχι δι'έντιμες πράξεις και εξηφάνισε τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που είχε συντάξει και υπογράψει ο Χ1, συνέταξε δε νέες "τις οποίες πολλές πλαστογράφησε". Στην δίκη, επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο ΖΖ, ατομικώς και ως τελευταίος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας.
Οι αιτούντες ισχυρίζονται, ότι μετά την ως άνω καταδίκη των απεκαλύφθησαν τα εξής, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, νέα γεγονότα και αποδείξεις: 1) Το από 27-1-2006 πρακτικό συμβιβασμού, μεταξύ του εκ των αιτούντων Χ1 και του ΗΗ, κατατεθέν στο εκδόσαν την υπ' αριθμ. 758/2006 απόφαση Δ' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο διαλαμβάνεται και ότι "ουδείς εξ αυτών είχε διαπράξει οιονδήποτε από τα μηνυθέντα αδικήματα", όπισθεν δε της σελίδος στην οποία είναι καταχωρημένο το εν λόγω πρακτικό έχουν υπογραφή, από τον ανωτέρω ΖΖ, οι φράσεις: "Συμφωνώ με τα πρόσθεν αναγραφόμενα καθ' όσον αφορά εις τις ιδικές μου διαφορές" και "ο υπογεγραμμένος ΖΖ δηλώνω ότι τα όσα κατελόγισα εις βάρος του Χ1 και επί των οποίων εξεδόθη η υπ' αριθμ. 702/03 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ωφείλοντο εις πλάνη και κακήν πληροφόρηση και δεν τα καταλογίζω εις τους καταδικασθέντες και δεν δέχομαι ότι διεπράχθησαν". 2) η από 5-7-2006 δήλωση του ΗΗ, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι υπήρξε συνήγορος πολιτικής αγωγής επί μηνύσεως του ανωτέρω ΖΖ κατά των ως άνω αιτούντων και υπεστήριξε μετά πάθους την υπόθεση, για την οποία αυτοί κατεδικάσθησαν, δια της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (702/02), και ότι περιήλθον εις γνώση του νεώτερα στοιχεία και πληροφορίες, σύμφωνα με τα οποία όσα κατελογίσθησαν εις βάρος των καταδικασθέντων, δια της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 702/02 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αιτούντων, οφείλοντο εις πλάνην και κακήν πληροφόρησιν υπό τρίτων και δεν θα κατελογίζοντο εις τούτους άλλως και πιστεύει ότι δεν διεπράχθησαν υπ' αυτών. 3) Η από 20-9-2006 δήλωση του ανωτέρω ΖΖ, καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. 6829/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι παραιτείται της μηνύσεώς του κατά των ανωτέρω αιτούντων, για απάτη διακεκριμένη κλπ και θεωρεί ότι αυτοί δεν είχαν δόλο διαπράξεως των καταμηνυθεισών πράξεων, και η εν συνεχεία αυτής δήλωση του ΗΗ, μάρτυρος κατηγορίας στην υπόθεση, ότι "εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οι κατηγορίες δεν ήσαν αληθείς". 4) Η από 2-2-2007 ένορκη κατάθεση του ΗΗ, ενώπιον της 3ης Τακτικής Ανακριτρίας, κατά την οποία, μεταξύ των ανωτέρω Χ1 και ΖΖ "δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις και εμφανίστηκαν και από τις δύο πλευρές νεώτερα στοιχεία από τα οποία, καίτοι η μήνυση όταν υποβλήθηκε ήταν αληθής κατά τις γνώσεις και τις απόψεις του κ. ΖΖ, ότι οι δύο συμβάσεις της 5-1-1995 έγιναν από τον κ. Χ1, ο οποίος ως διευθυντής του εργοστασίου πίστευε χωρίς δόλο ότι μπορούσε να υπογράψει και για την εργοδοσία τις συμβάσεις αυτές, βάσει προγενεστέρων παγίων εντολών του κ. ΖΖ, στις οποίες με καλή πίστη πίστευε ο κ. Χ1 ότι του είχε δοθεί και το δικαίωμα να υπογράφει συμβάσεις πρόσληψης υπαλλήλων. Υπ' αυτή την έννοια εκ των υστέρων και ο μηνυτής αντελήφθη πως δεν υπήρχε δόλος στον κ. Χ1 για να συντάξει αναληθούς περιεχομένου και πλαστές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας. Γι' αυτό και παρετήθη της πολιτικής αγωγής αυτού και δεν επιθυμεί πλέον την ποινική δίωξη των δύο κατηγορουμένων", κατά των οποίων και κατά την αντίληψη τούτου μετά τις αμοιβαίες εξηγήσεις, που και αυτός (ΗΗ) δέχεται κατ' ουσίαν, "δεν θα πρέπει να γίνει κατηγορία".
Όμως, τα ως άνω έγγραφα είναι μεν νέα γεγονότα και αποδείξεις, αφού αναφέρονται εις χρόνο μεταγενέστερο της ανωτέρω αμετακλήτου καταδίκης των αιτούντων, αλλ' είναι προφανές ότι, υπό το ως άνω περιεχόμενό των, κατά τα ουσιώδη μέρη των, είτε μόνα των, είτε εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των ανωτέρω πλημμελημάτων δια τα οποία κατεδικάσθησαν, ούτε ότι αυτοί κατεδικάσθησαν δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσαν. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα έγγραφα περιέχουν απόψεις των προσώπων εκ των οποίων προέρχονται, περί μη τελέσεως από τους αιτούντες, των εγκλημάτων δια τα οποία αυτοί κατεδικάσθησαν αμετακλήτως, χωρίς όμως να διαλαμβάνουν συγκεκριμένα στοιχεία, εκ των οποίων να συνάγεται βεβαιότης ότι οι αιτούντες δεν διέπραξαν τα εγκλήματα αυτά. Εξ' άλλου, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι εις την καταδίκη των ήσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Όμως, εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη δια ψευδορκία, εκ της καταθέσεως μάρτυρος, η οποία ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο το οποίο κατεδίκασε, ως άνω, τους αιτούντες και ούτε προβάλλεται από αυτούς, ούτε προκύπτει, ότι δεν απηγγέλθη αμετάκλητη απόφαση δια ψευδορκία ένεκα νομίμων λόγων κωλυόντων την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή αναστειλάντων την ποινική δίωξη.
Αλλ' υπό τα δεδομένα αυτά, ο μεν πρώτος των επικαλουμένων λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος, ο δε δεύτερος είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - προτείνω
Να απορριφθή η από 12/14 Μαρτίου 2007 αίτηση των α) Χ1, κατοίκου ..., και β) Χ2, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης δια της υπ'αριθμ. 702/2002 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 15 Μαΐου 2007
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Β) Στην από 8 Ιουνίου 2007 με αριθμ. πρωτ. 227α/2007 (συμπληρωματική) πρόταση:
Εν συνεχεία της από 15-5-2007 προτάσεώς μου, εισάγω το κατωτέρω υπόμνημα, μετά των συνημμένων σ' αυτό εγγράφων, εκθέτων τα εξής:
Υπό του εκ των αιτούντων Χ1 ενεχειρίσθη, την 30-5-2007, στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, το από 29-5-2007 υπόμνημα επί της υπό κρίση αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας, δια του οποίου γίνεται επίκληση νέων στοιχείων, περιελθόντων εις χείρας των μετά την κατάθεση της υπό κρίση αιτήσεως, και ζητείται η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αιτούντων, ή δια πληρεξούσιου δικηγόρου, ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, προς περαιτέρω διευκρινίσεις και αποσαφηνίσεις επί της υποθέσεως.
Επειδή, κατά το άρθρ. 527 § § 1 και 3 Κ.Π.Δ., η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους επιβεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Εξ'άλλου κατά το άρθρ. 476 § 1 Π.Κ., εφαρμοζόμενο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην επανάληψη της διαδικασίας, η περί αυτής αίτηση κηρύσσεται απαράδεκτη αν ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή της (βλ. ΑΠ 239/1990, εις ΠΧ/Μ'/1023). Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι νέοι λόγοι και στοιχεία, εκτός των περιεχομένων εις ήδη υποβληθείσα αίτηση, μόνο δια νέας αιτήσεως, νομοτύπως υποβαλλομένης, δύνανται να προβληθούν. Άλλως, αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη, ως απαραδέκτως υποβληθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, δια του ανωτέρου υπομνήματος γίνεται επίκληση νέων στοιχείων, εν σχέσει προς τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση αίτηση, αλλά τούτο δεν υπεβλήθη, ως νέα αίτηση, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά απαραδέκτως, κατά τα προεκτιθέμενα, ενεχειρίσθη στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επομένως, τα δι' αυτού προβαλλόμενα ως νέα στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη, ως απαραδέκτως υποβληθέντα. Αλλά, αν κριθή ότι αυτά παραδεκτώς υποβάλλονται προς κρίση, δια του ανωτέρω υπομνήματος, εκθέτω επί της ουσίας τα εξής:
Τα επικαλούμενα νέα στοιχεία είναι, η από 14-6-2002 μήνυση του ΖΖ κατά των αιτούντων, συνεπεία της οποίας ησκήθη ποινική δίωξη κατ' αυτών, οι σχετικές από 30-6-2006 και 30-4-2007 προτάσεις του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια των οποίων προτείνεται να μη γίνη κατηγορία κατ'αυτών, και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ΣΤ, ΕΕ και ΘΘ, ως αυτές διαλαμβάνονται στην υπό στοιχ. ΕΓ 34-06/60/10 πρόταση του ανωτέρω εισαγγελέως και δια των οποίων, ο μεν ΕΕ ισχυρίζεται: "... είχα ακούσει το μηνυτή, να λέει στους κατηγορούμενους να φτιάξουν τις συμβάσεις κατ' εντολή του όπως θέλουν", ο δε ΣΤ ισχυρίζεται: "τις συμβάσεις της είδα ο ίδιος στο γραφείο του Χ1 τον Ιανουάριο του 1995 ... Γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις", και η ΘΘ ισχυρίζεται: "γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις". Όμως, και από τα ως άνω στοιχεία, δεν καθίσταται φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των πλημμελημάτων δια τα οποία κατεδικάσθησαν, ούτε ότι αυτοί κατεδικάσθησαν δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσαν, αφού, ιδίως εκ των ως άνω καταθέσεων των ΣΤ και ΘΘ, δεν προκύπτει η πηγή της ανωτέρω γνώσεώς των, εκ δε του ως άνω ισχυρισμού του ΕΕ δεν συνάγεται βεβαιότης ότι οι αιτούντες δεν ετέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις δια τις οποίες κατεδικάσθησαν. Υπό τα δεδομένα αυτά, εμμένω στην από 15-5-2007 πρότασή μου στην οποία εξ ολοκλήρου αναφέρομαι. Ως προς το δια του υπομνήματος υποβαλλόμενο ως άνω αίτημα, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως των αιτούντων, λεκτέον ότι εκ περισσού υποβάλλεται αυτό, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 528 § 1 Κ.Π.Δ, το αρμόδιο για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας Συμβούλιο αποφασίζει αφού ακούσει και τον αιτούντα. Επομένως, οι ως άνω αιτούντες θα κληθούν προς τούτο υπό του εισαγγελέως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναφέρομαι στην από 15-5-2007 πρότασή μου.
Αθήναι 5 Ιουνίου 2007
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις (κύρια και συμπληρωματική) και τον πληρεξούσιο των αιτούντων
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 525, 527 και 528 ΚΠΔ νόμιμα φέρονται προς εξέταση στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) οι από 14-3-2007 και η συμπληρωματική αυτής από 29-5-2007 (βλ. σχ. ΑΠ 514/1975) αιτήσεις των: Χ1 και β) Χ2, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 702/2002 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτοί (αιτούντες) κατεδικάσθηκαν και συγκεκριμένα: ο μεν Χ1 σε συνολική ποινή φυλακίσεως ένδεκα (11) μηνών, για πλαστογραφία μετά χρήσεως, απάτη επί δικαστηρίου και, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, ο δε Χ2 σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου και, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία αυτοί άσκησαν κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της υπ' αριθμ. 1998/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Ήδη δε ζητούν, δια της υπό κρίση αιτήσεως (κυρίας και συμπληρωματικής), την επανάληψη της διαδικασίας και επικαλούνται: α) νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, ισχυριζόμενοι ότι δι' αυτών καθίσταται φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι και β) ότι εις την καταδίκη τους άσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων, ληφθείσες υπ' όψη από το δικαστήριο. Μετά την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων, και συγκεκριμένα, στις 30-6-2007 πέθανε ο δεύτερος των αιτούντων Χ2. Μετά το θάνατό του, η δίκη συνεχίζεται από τους δικαιούχους κατά την ΚΠΔ 527 § 1, νομίμους κληρονόμους του: 1) ΑΑ, σύζυγό του και 2) ΓΓ και 3) ΒΒ, θυγατέρες του.
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές, ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Βαρύτερο έγκλημα, κατά τη διάταξη αυτή του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 2 ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της αυτής πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής. Στα "νέα γεγονότα", εξάλλου περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν λόγους άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή εξαλείψεως του αξιοποίνου ή άρσεως του καταλογισμού. Επομένως η υπό κρίση (κυρία και συμπληρωματική) αίτηση με την οποία οι αιτούντες: 1) Χ1 και 2) Χ2, ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 702/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τους καταδίκασαν, γίνεται φανερό ότι ήταν αθώοι, παραδεκτώς και αρμοδίως, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αιτούντες, δια της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, κηρύχθηκαν ένοχοι για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις (πλημμελήματα) και επιβλήθηκαν σ' αυτούς οι ανωτέρω ποινές, διότι ο μεν Χ1, στην ..., κατά το τρίτο δεκαήμερο Ιανουαρίου 1996, κατάρτισε πλαστό έγγραφο, επί εντύπου φέροντος τον τίτλο "Γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 156/1994", συμπληρώσας τα στοιχεία του εργασθέντος στην εταιρία "ΣΕΛΠ-ΑΒΕ", ..., αποτυπώσας την υπογραφή εκείνου, και υπογράψας τούτο, ως "διευθυντής εργοστασίου", στη συνέχεια δε, την 27-2-1996, παραπλάνησε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ'αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεώς του, ως διευθυντού εργοστασίου, με 6ήμερη εβδομαδιαία απασχόληση, από 6.00' έως 20.00' ώρας την ημέρα, με αποτέλεσμα, το ανωτέρω δικαστήριο να διατάξει τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρίας, προς εξασφάλιση της ως άνω απαιτήσεώς του, ο δε Χ2, στην ..., την 27-2-1996 επιχείρησε να παραπλανήσει ανεπιτυχώς, το ανωτέρω δικαστήριο, ότι η ανωτέρω εταιρία ώφειλε σ' αυτόν δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εκ της απασχολήσεως του ως διευθυντού παραγωγής, με καθαρή μηνιαία αμοιβή εκ δραχμών 1.000.000 και οι δύο δε, την 4-10-1996 προεκάλεσαν την απόφαση, εις μεν τους ΒΒ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, να ψευδομαρτυρήσουν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, εις δε την ΒΒ, να ισχυρισθεί ενώπιον του ανωτέρω Ειρηνοδίκου, περί του ΖΖ, εν γνώσει ψευδώς, ότι ο τελευταίος είναι ικανός για όλα και ασφαλώς όχι δι' έντιμες πράξεις και εξαφάνισε τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που είχε συντάξει και υπογράψει ο Χ1, συνέταξε δε νέες "τις οποίες πολλές πλαστογράφησε". Στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο ΖΖ, ατομικώς και ως τελευταίος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας. Ήδη, με την υπό κρίση αίτησή του, οι αιτούντες ζητούν την προς το συμφέρον τους επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση, επικαλούμενοι ως λόγο αυτής μετά την οριστική καταδίκη τους αποκάλυψη, νέων, άγνωστων στους δικαστές που δίκασαν γεγονότων και αποδείξεων, οι οποίες σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι είναι αθώοι για τις πράξεις που καταδικάσθηκαν. Προς απόδειξη αυτών επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) To από 27-1-2006 πρακτικό συμβιβασμού, μεταξύ του εκ των αιτούντων Χ1 και του ΗΗ, κατατεθέν στο εκδόσαν την υπ' αριθμ. 758/2006 απόφαση Δ' Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο εκτός άλλων, διαλαμβάνεται και ότι "ουδείς εξ αυτών είχε διαπράξει οιονδήποτε από τα μηνυθέντα αδικήματα", όπισθεν δε της σελίδος στην οποία είναι καταχωρημένο το εν λόγω πρακτικό έχουν υπογραφεί, από τον ανωτέρω ΖΖ, οι φράσεις: "Συμφωνώ με τα πρόσθεν αναγραφόμενα καθ' όσον αφορά εις τις ιδικές μου διαφορές" και "ο υπογεγραμμένος ΖΖ δηλώνω ότι τα όσα κατελόγισα εις βάρος του Χ1 και επί των οποίων εξεδόθη η υπ' αριθμ. 702/03 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ωφείλοντο εις πλάνη και κακήν πληροφόρηση και δεν τα καταλογίζω εις τους καταδικασθέντες και δεν δέχομαι ότι διεπράχθησαν". 2) Την από 5-7-2006 δήλωση του ΗΗ, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι υπήρξε συνήγορος πολιτικής αγωγής επί μηνύσεως του ανωτέρω ΖΖ κατά των ως άνω αιτούντων και υπεστήριξε μετά πάθους την υπόθεση, για την οποία αυτοί κατεδικάσθησαν, δια της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (702/02), και ότι περιήλθον εις γνώση του νεώτερα στοιχεία και πληροφορίες, σύμφωνα με τα οποία όσα κατελογίσθησαν εις βάρος των καταδικασθέντων (δια της προαναφερομένης υπ' αριθμ. 702/02 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών), αιτούντων, οφείλοντο σε πλάνη και κακή πληροφόρηση υπό τρίτων και δεν θα κατελογίζοντο εις τούτους, άλλως και πιστεύει ότι δεν διεπράχθηκαν υπ' αυτών. 3) Την από 20-9-2006 δήλωση του ανωτέρω ΖΖ, καταχωρημένη στην υπ' αριθμ. 6829/2006 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ότι παραιτείται της μηνύσεώς του κατά των ανωτέρω αιτούντων, για απάτη διακεκριμένη κλπ και θεωρεί ότι αυτοί δεν είχαν δόλο διαπράξεως των καταμηνυθεισών πράξεων, και την εν συνεχεία αυτής δήλωση του ΗΗ, μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση, ότι οι "εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οι κατηγορίες δεν ήσαν αληθείς". 4) Την 2-2-2007 ένορκη κατάθεση του ΗΗ, ενώπιον της 3ης Τακτικής Ανακρίτριας, κατά την οποία, μεταξύ των ανωτέρω Χ1 και ΖΖ "δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις και εμφανίστηκαν και από τις δύο πλευρές νεώτερα στοιχεία από τα οποία, καίτοι η μήνυση όταν υποβλήθηκε ήταν αληθής κατά τις γνώσεις και τις απόψεις του κ. ΖΖ, ότι οι δύο συμβάσεις της 5-1-1995 έγιναν από τον κ. Χ1, ο οποίος ως διευθυντής του εργοστασίου πίστευε χωρίς δόλο ότι μπορούσε να υπογράψει και για την εργοδοσία τις συμβάσεις αυτές βάσει προγενεστέρων παγίων εντολών του κ. ΖΖ, στις οποίες με καλή πίστη πίστευε ο κ. Χ1ότι του είχε δοθεί και το δικαίωμα να υπογράφει συμβάσεις πρόσληψης υπαλλήλων. Υπ' αυτή την έννοια εκ των υστέρων και ο μηνυτής αντελήφθη πως δεν υπήρχε δόλος στον κ. Χ1 για να συντάξει αναληθούς περιεχομένου και πλαστές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας. Γι' αυτό και παρετήθη της πολιτικής αγωγής αυτού και δεν επιθυμεί πλέον την ποινική δίωξη των δύο κατηγορουμένων", κατά των οποίων και κατά την αντίληψη τούτου μετά τις αμοιβαίες εξηγήσεις, που και αυτός (ΗΗ) δέχεται κατ' ουσίαν, "δεν θα πρέπει να γίνει κατηγορία". Επίσης, με τη συμπληρωματική αίτηση τα επικαλούμενα νέα στοιχεία είναι, η από 14-6-2002 μήνυση του ΖΖ κατά των αιτούντων, συνεπεία της οποίας ησκήθη ποινική δίωξη κατ' αυτών, οι σχετικές από 30-6-2006 και 30-4-2007 προτάσεις του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δια των οποίων προτείνεται να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών, και οι μαρτυρικές καταθέσεις των ΣΤ, ΕΕ και ΘΘ, ως αυτές διαλαμβάνονται στην υπό στοιχ. ΕΓ 34-06/60/10 πρόταση του ανωτέρω εισαγγελέως και δια των οποίων, ο μεν ΕΕ ισχυρίζεται: "... είχα ακούσει το μηνυτή, να λέει στους κατηγορούμενους να φτιάξουν τις συμβάσεις κατ' εντολή του όπως θέλουν", ο δε ΣΤ ισχυρίζεται: "τις συμβάσεις τις είδα ο ίδιος στο γραφείο του Χ1 τον Ιανουάριο του 1995... Γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ, ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις", και η ΘΘισχυρίζεται: "γνωρίζω, ότι κατ' εντολή και καθ' υπαγόρευση του ΖΖ ο Χ1 έφτιαξε τις επίδικες συμβάσεις". Τα ως άνω έγγραφα είναι μεν νέα γεγονότα και αποδείξεις, αφού αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο της ανωτέρω αμετάκλητης καταδίκης των αιτούντων. Όμως, είναι προφανές ότι, με το παραπάνω περιεχόμενό τους, κατά τα ουσιώδη μέρη τους, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι των ανωτέρω πλημμελημάτων για τα οποία κατεδικάσθηκαν, ούτε ότι αυτοί καταδικάστηκαν για εγκλήματα βαρύτερα από εκείνα τα οποία πραγματικά τέλεσαν. Ειδικότερα, τα επικαλούμενα έγγραφα περιέχουν απόψεις των προσώπων εκ των οποίων προέρχονται, περί μη τελέσεως από τους αιτούντες, των εγκλημάτων δια τα οποία αυτοί κατεδικάσθηκαν αμετακλήτως, χωρίς όμως να διαλαμβάνουν συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να συνάγεται η βεβαιότητα, ότι οι αιτούντες δεν διέπραξαν τα εγκλήματα αυτά. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμος. Επίσης, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι στην καταδίκη τους άσκησαν ουσιώδη επιρροή ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων. Όμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη για ψευδορκία, για την κατάθεση του μάρτυρα, η οποία λήφθηκε υπ' όψη από το δικαστήριο το οποίο κατεδίκασε, ως άνω, τους αιτούντες και ούτε προβάλλεται από αυτούς, ούτε προκύπτει, ότι δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση για ψευδορκία, ένεκα νομίμων λόγων κωλυόντων την κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή αναστειλάντων την ποινική δίωξη. Επομένως, ο σχετικός λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, το δια του υπομνήματος υποβαλλόμενο αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των αιτούντων, εκ περισσού υποβάλλεται, διότι κατά το άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ, το αρμόδιο για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας Συμβούλιο αποφασίζει αφού ακούσει και τους αιτούντες, οι οποίοι άλλωστε παρέστησαν κατά την παρούσα συζήτηση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση και τη συμπληρωματική αυτής από 29-4-2007 αίτηση των καταδικασμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 702/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. και
Καταδικάζει καθέναν από τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα και ειδικότερα, τον πρώτο από αυτούς, Χ1, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και τους συνεχίζοντες τη δίκη για τον ήδη αποβιώσαντα, δεύτερο των αιτούντων, Χ2, κληρονόμους του, ΑΑ, ΓΓ και ΒΒ, εκ διακοσίων είκοσι (200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για επανάληψη διαδικασίας. Μετά την υποβολή της αιτήσεως, θάνατος του δεύτερου των αιτούντων. Η δίκη συνεχίζεται από τους δικαιούχους, νόμιμους κληρονόμους του. Επίκληση νέων στοιχείων μετά την αμετάκλητη καταδίκη τους για πλημμέλημα. Ότι αυτά (σε συνδυασμό με εκείνα της δίκης), αν ήταν γνωστά στους δικαστές που δίκασαν, θα κηρύσσονταν αθώοι. Για να αποτελέσει νέο στοιχείο κατάθεση μάρτυρα ψευδής, απαιτείται αμετάκλητη απόφαση καταδίκης για ψευδορκία. Άλλως, απαράδεκτος ο λόγος επαναλήψεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 164/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Βαρούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5088/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 670/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 8 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών της 164/3-12-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 670/9-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 164/3-12-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 670/9-9-2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 6544/6-8-2004 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, απορρέουσα από τη συμβολή του στα κατά την διάρκεια του μετά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας γάμου τους αποκτήματα της τελευταίας. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3 η 5088/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 34/14-1-2008 και (ii) 1456/20-12-2007 εφέσεις των διαδίκων αντίστοιχα, η 670/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο (πολιτικό) γάμο στον ... την 30η Ιουνίου 1991, ο οποίος ιερολογήθηκε, επίσης στον ..., την 13η Απριλίου 1997. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τη Ζ1 και τον Ζ2, που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1991 και 1997 αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκεσε μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2000, οπότε αυτή διασπάσθηκε με την αποχώρηση της εναγομένης μετά των ανηλίκων τέκνων του ζεύγους από τη συζυγική οικία, που βρισκόταν μέχρι τότε επί της οδού ... και την εγκατάστασή τους σε διαμέρισμα επί της οδού .... Επομένως, κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (23.9.2004) είχε συμπληρωθεί τριετία συνεχούς διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως. Ήδη, με την υπ' αριθμ. 3211/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της οποίας δεν προκύπτει το αμετάκλητο, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων συνεπεία ισχυρού κλονισμού του από λόγους αφορώντες στο πρόσωπο του εδώ ενάγοντος. Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων ο ενάγων δεν διέθετε επ' ονόματί του κάποιο περιουσιακό στοιχείο, ενώ η εναγόμενη είχε στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα, εμβαδού 108 τετρ. μέτρων, ευρισκόμενο στην πολυκατοικία επί της οδού ..., το οποίο απέκτησε με αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ειρήνης Κατσίκη και απετέλεσε τη συζυγική κατοικία. Ομοίως, κατά το χρόνο συμπληρώσεως τριετίας από της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως (23.9.2004), ο ενάγων δεν διέθετε κάποιο ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Αντίθετα, η εναγομένη απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως, με αγορά, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Γιαννίτσας Σκαρίμπα-Κουτσογιάννη, το υπό στοιχεία ΑΕ-1 διαμέρισμα της νεόδμητης πολυκατοικίας, επί της οδού ..., ευρισκόμενο στην πρώτη εσοχή του πέμπτου ορόφου, εμβαδού 133,40 τετρ. μέτρων, αποτελούμενο από σαλοτραπεζαρία, τρία υπνοδωμάτια, κουζίνα, οφφίς, λουτρό, βοηθητικό WC, ημιϋπαίθριο χώρο εμβαδού 20,80 τετρ. μέτρων και μικρή αποθήκη, συνοδευόμενο από τον υπό στοιχεία Ρ-2 περίκλειστο χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο ισόγειο, εμβαδού 25,67 τετρ. μέτρων και από την υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 2,30 τετρ. μέτρων. Ως συνολικό τίμημα για την απόκτηση του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου συμφωνήθηκε το ποσό των 39.000.000 δραχμών, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (38.930.000 δρχ.) πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών αποπερατώσεως της πολυκατοικίας, όπως και πράγματι έγινε, δια της ολοσχερούς αποπληρωμής του στις 7.10.1998. Η συνολική αξία του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου (διαμερίσματος, κλειστού χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου και αποθήκης) ανέρχεται κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, σύμφωνα με το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού, στο ποσό των 148.986,71€ (ήτοι 145.002,71€ για το διαμέρισμα, 3.559,00€ για τον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου και 425,00€ για την αποθήκη), ενώ η εμπορική του αξία κατά τον ίδιο χρόνο, με βάση τη θέση, την παλαιότητα, την ποιότητα κατασκευής, αλλά και τις γενικότερες συνθήκες της αγοράς ακινήτων στην περιοχή του, υπολογίζεται στο ποσό των 235.000,00€ (ήτοι 225.000,00€ για το διαμέρισμα, 8.500,00€ για τον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου και 1.500,00€ για την αποθήκη). Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου του με την εναγόμενη, ήταν δήμαρχος ..., ενώ από το έτος 1990 μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 1998 διετέλεσε δήμαρχος .... Η εναγόμενη ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών και εργαζόταν στο Τελωνείο .... Ο ενάγων, σύμφωνα με το υπ' αυτού επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.... πιστοποιητικό της Γ' Δ.Ο.Υ...., δήλωσε α') για το οικονομικό έτος 1995 εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα 110.916 δρχ., από δωρεάν παραχώρηση ακινήτου 180.000 δρχ. και απαλλασσόμενο εισόδημα 4.188.200 δρχ., β') για το οικονομικό έτος 1996 εισόδημα από δωρεάν παραχώρηση ακινήτου 161.250 δρχ. και απαλλασσόμενο εισόδημα 5.495.040 δρχ., γ') για το οικονομικό έτος 1997 απαλλασσόμενο εισόδημα 5.495.050 δρχ., καθώς και ακίνητη περιουσία στη ..., ήτοι την επικαρπία μιας μονοκατοικίας εμβαδού 140 τετρ. μέτρων σε οικόπεδο 370 τετρ. μέτρων, με ποσοστό 37,5%, εντός οικισμού, οικόπεδο 380 τετρ. μέτρων κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 100% και αγροτεμάχιο εμβαδού 380 τετρ. μέτρων κατά πλήρη κυριότητα ποσοστού 75% και δ') για το οικονομικό έτος 1998 απαλλασσόμενο εισόδημα 4.860.270 δρχ. Υποστηρίζει βεβαίως ο ενάγων ότι, παράλληλα με τους μισθούς του ως δημάρχου, είχε κατά τη διάρκεια των δημαρχιακών θητειών του και εισοδήματα από την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος ως διπλωματούχος χημικός μηχανικός του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, αναλαμβάνοντας έναντι αμοιβής την εκτέλεση διαφόρων μελετών. Ο ισχυρισμός αυτός, εν τούτοις, δεν ευρίσκει κάποιο αξιόλογο και πειστικό έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό και ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία, λαμβανομένου ιδίως υπ' όψη ότι, για τον κρίσιμο παραπάνω χρόνο, δεν προσκομίζεται κάποια απόδειξη πληρωμής της αμοιβής του για τέτοια μελέτη, αλλά μόνο για αντίστοιχες, που ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο, χωρίς να αποδεικνύεται ο πρόσθετος διευκρινιστικός ισχυρισμός του ότι πρόκειται για μελέτες που πραγματοποιήθηκαν εντός του κρίσιμου χρόνου, αλλ' η πληρωμή της αμοιβής έγινε μεταγενέστερα. Ο ενάγων, στις 29.5.1998, αναγκάσθηκε να καταβάλει ποσό 20.000.000 δρχ. ως εγγύηση για την αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεώς του, η οποία είχε υποβληθεί πρόσφατα τότε με διάταξη του αρμόδιου ανακριτή του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η είσπραξη απ' αυτόν ποσού 24.000.000 δρχ. ως αποζημιώσεως από τις εφημερίδες ..., όπως ο ίδιος υποστηρίζει, με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι το ποσό αυτό κατέβαλε για την αποπληρωμή του τιμήματος του παραπάνω, αγορασθέντος επ' ονόματι της εναγόμενης συζύγου του, διαμερίσματος, δεν αποδείχθηκε, αφού δεν προσκομίζονται αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής, που ασφαλώς θα υπήρχαν σε περίπτωση τέτοιας καταβολής. Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε δάνεια από φιλικά πρόσωπα για τον ίδιο σκοπό, της αποπληρωμής δηλαδή του τιμήματος του παραπάνω διαμερίσματος, αφού ούτε οι δανειακές αυτές συμβάσεις συγκεκριμενοποιούνται κατά τα κύρια προσδιοριστικά τους στοιχεία (πρόσωπα δανειστών, επί μέρους ποσά, χρόνος αποδόσεως, ενδεχόμενη συμφωνία τόκων). Μόνο κατ' έτος 1999 έχει εγγραφεί υποθήκη σε ακίνητο του ενάγοντος στην Αίγινα, προς ασφάλεια δανείου ποσού 12.000.000 δραχμών, αλλά το γεγονός αυτό ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της αποπληρωμής του τιμήματος του διαμερίσματος και δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτό το σκοπό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Αναπόδεικτος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι από την πώληση ακίνητης περιουσίας της μητέρας του και από την υποθήκευση άλλης εξασφάλισε χρήματα, τα οποία διέθεσε προς εξόφληση του τιμήματος του παραπάνω διαμερίσματος, ενώ, τέλος, δεν αποδείχθηκε κάποια άλλη πηγή εισοδήματός του, πλην των κατ' έτος χορηγηθέντων σ' αυτόν εξόδων παραστάσεως στη διάρκεια των δημαρχιακών θητειών του, τα οποία, εν όψει των ιδιαίτερων απαιτήσεων της θέσεως του Δημάρχου ..., ασφαλώς αναλώθηκαν σύμφωνα με το σκοπό, για τον οποίο χορηγήθηκαν και δεν αποταμιεύθηκαν από τον ενάγοντα. Από την άλλη πλευρά η εναγόμενη αποκόμιζε εκ της εργασίας της ως υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών (τελωνειακός) εισοδήματα, τα οποία κυμαίνονταν στο ίδιο περίπου ύψος με αυτά του ενάγοντος, ενώ σημαντική συνδρομή στη φροντίδα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, αλλά και του συζυγικού οίκου γενικότερα, πρόσφερε η μητέρα της. Για την εξόφληση μέρους του τιμήματος του παραπάνω διαμερίσματος η εναγόμενη έλαβε οικονομική ενίσχυση, με τη μορφή άτοκου δανείου, που ακόμη δεν έχει αποδοθεί, ποσού 25.000.000 δραχμών, από τον αδελφό της ... δια τραπεζικών επιταγών εκδόσεώς του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι επιταγές αυτές (τα πλήρη στοιχεία των οποίων σημειωτέον ότι δεν προκύπτουν) εκδόθηκαν από τον αδελφό της εναγόμενης για την απόδοση δανείου, που ο ίδιος είχε χορηγήσει σ' αυτόν, ουδέν αξιόλογο και πειστικό ουσιαστικό έρεισμα ευρίσκει στο παραπάνω αποδεικτικό υλικό και ελέγχεται ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ούτε ο χρόνος συνομολογήσεως αυτού του δανείου αναφέρεται ούτε οι ειδικότερες περιστάσεις, που δικαιολογούσαν τον επικαλούμενο δανεισμό. Αντίθετα, μάλιστα, προκύπτει ότι ο παραπάνω αδελφός της ενάγουσας και η σύζυγός του, αμφότεροι μηχανικοί στο επάγγελμα, είναι καλής οικονομικής καταστάσεως, ώστε ενισχύεται η άποψη περί ανυπαρξίας τέτοιου δανείου, όπως το επικαλείται ο ενάγων. Προκύπτει, εν τούτοις, η έμμεση αλλά σαφής ομολογία του τελευταίου ότι πράγματι υπήρξε η παραπάνω οικονομική ενίσχυση του αδελφού της εναγόμενης προς αυτή. Άλλα εισοδήματα της εναγόμενης δεν αποδείχθηκαν, ενώ τις δαπάνες του συζυγικού οίκου κάλυπταν αμφότεροι οι διάδικοι. Σημειωτέον εδώ επιπρόσθετα ότι δεν είναι ορθή η άποψη της εναγόμενης ότι πρέπει η παραπάνω οφειλή της, προς απόδοση του δανείου στον αδελφό της, να καταλογισθεί στο παθητικό της περιουσίας της, διότι ενδεχόμενος τέτοιος καταλογισμός θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτο διπλό, ευεργετικό για την εναγόμενη, υπολογισμό του οικονομικού αυτού μεγέθους, δηλαδή τόσον ως δική της συμβολή στην απόκτηση του επίδικου περιουσιακού στοιχείου, όσο και ως παθητικό της περιουσίας της, που θα μείωνε αντίστοιχα τα αποκτήματά της κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα. Υπ' αυτά τα δεδομένα δεν αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συμβολή του ενάγοντος στην απόκτηση από την εναγόμενη σύζυγό του παραπάνω περιουσιακού στοιχείου υπερβαίνουσα το κατά νόμο τεκμήριο του ενός τρίτου. Ούτε, από την άλλη πλευρά, μπόρεσε η εναγόμενη να αποδείξει τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι ουδεμία συμβολή είχε ο ενάγων στην απόκτηση εκ μέρους της του ίδιου περιουσιακού στοιχείου ή ότι η συμβολή του ήταν μικρότερη από το κατά νόμο τεκμήριο του ενός τρίτου. Έχει, επομένως, ο ενάγων αξίωση κατά της εναγόμενης περί αποδόσεως ποσού ισάξιου με το ένα τρίτο της αξίας του επίδικου διαμερίσματος κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ήτοι ποσού (235.000 δια 3 ίσον) 78.333,33€, την οποία άσκησε με αυτή (αγωγή) κατά τρόπο σαφή και δικονομικά ορισμένο, αφού, πλην των λοιπών αναγκαίων στοιχείων, ανέφερε επί λέξει στο οικείο δικόγραφο (βλ. τη σελίδα 2 τούτου) ότι "... κατέβαλα όλα τα έξοδα διατροφής και συντηρήσεως της οικογενείας μας", ώστε η σχετική περί αοριστίας ένσταση της εναγόμενης ελέγχεται ως αβάσιμη κατ' ουσία. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι ο ενάγων εμμένει καταχρηστικά στην ικανοποίηση της ένδικης αξιώσεώς του με σκοπό να την ταλαιπωρήσει, αν και γνωρίζει ότι ήδη τον Ιανουάριο του έτους 2006 μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του επίδικου διαμερίσματος στην ανήλικη θυγατέρα τους, δεν είναι επαρκής για τη στοιχειοθέτηση της κατ' άρθρο 281 Α.Κ. ενστάσεως, αφού μόνα τα παραπάνω περιστατικά δεν συνιστούν υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, από τα χρηστά ήθη και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκούμενου δικαιώματος. Έτσι, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Με βάση όλα τα παραπάνω η ένδικη αγωγή αποδεικνύεται εν μέρει ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη για ποσό 78.333,33€, που πρέπει να αναγνωρισθεί ως οφειλόμενο από την εναγόμενη προς τον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως". Κατά της τελευταίας αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από το άρθρο 1400 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υποχρέου. Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. Για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτές οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε, κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό, στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου μπορεί να προκύπτει και από τη χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογένειας. Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή. Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.
Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε ότι η συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγόμενου) είναι μηδενική ή σε μικρότερο ποσοστό. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται (α) ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διήρκεσε από την τέλεση του γάμου τους (30-6-1991) μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2000, οπότε και οριστικά διακόπηκε με την αποχώρηση της αναιρεσείουσας από τη συζυγική οικία, (β) ότι ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1990 μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 1998 διετέλεσε δήμαρχος ..., (γ) ότι δήλωσε εισοδήματα κατά τα οικονομικά έτη 1995-1998 ποσού 1) 4.299.116 2) 5.495.040, 3) 5.495.050 και 4) 4.860.270 δρχ., αντίστοιχα, που προήρχοντο από την αποζημίωσή του από το αξίωμα του δημάρχου πλέον 110.916 δρχ. από ελευθέρια επαγγέλματα για το έτος 1995) και παράλληλα ότι ισόποσες περίπου αποδοχές απεκόμιζε η αναιρεσείουσα από την προσφορά των υπηρεσιών της ως τελωνειακός υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, (δ) ότι τις δαπάνες του συζυγικού οίκου κάλυπταν αμφότεροι οι διάδικοι, ενώ ήταν σημαντική η προσφορά στα του συζυγικού οίκου και την ανατροφή των τέκνων των διαδίκων της μητέρας της αναιρεσείουσας (ε) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν διέθετε άλλη πηγή εισοδήματος ή χρηματική παροχή, εκτός από τα κατ' έτος χορηγούμενα εις αυτόν έξοδα παραστάσεως στην διάρκεια των δημαρχιακών θητειών του, τα οποία, ενόψει των ιδιαίτερων απαιτήσεων της θέσεως του Δημάρχου ..., ασφαλώς αναλώθηκαν σύμφωνα με τον σκοπό, για τον οποίο χορηγήθηκαν και δεν αποταμιεύθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, πλέον του άνω ποσού των δρχ. 110.916 για το έτος 1995. (στ) Ότι ο αναιρεσίβλητος στις 29-5-1998 κατέβαλε το ποσό των 20.000.000 δρχ. ως εγγύηση για την αντικατάσταση της προσωρινής του κρατήσεως η οποία είχε επιβληθεί με διάταξη του αρμόδιου ανακριτή του Πρωτοδικείου ..., (ζ) ότι για την απόκτηση από την εκκαλούσα-αναιρεσείουσα του διαμερίσματος, χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτου και υπόγεια αποθήκη, με την διατυπούμενη στο ... συμβόλαιο της συμ/φου Πειραιώς Γιαννίτσας Σκαρίμπα-Κουτσογιάννη σύμβαση πωλήσεως συνομολογήθηκε, ως συνολικό τίμημα, το ποσό των 39.000.000 δρχ., το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (38.930.000 δρχ.) πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών αποπερατώσεως της πολυκατοικίας, όπως και πράγματι έγινε, δια της ολοσχερούς αποπληρωμής του στις 7-1-1998, (η) ότι για την εξόφληση μέρους του συνομολογηθέντος τιμήματος η αναιρεσείουσα έλαβε οικονομική ενίσχυση, με τη μορφή άτοκου δανείου, που ακόμα δεν έχει αποδοθεί, ποσού 25.000.000 δρχ., από τον αδελφό της ...
, με τραπεζικές επιταγές επιδόσεώς του. Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αξιολογούνται ως αντιφατικές με την έννοια ότι αυτές οδηγούν στην παραδοχή και, όχι στην απόρριψη της άνω ένστασης της αναιρεσείουσας και έτσι δεν δικαιολογούν το κατ' εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ αντιφατικό προς εκείνες καταληκτικό αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρίθηκε στο (αντικειμενικό) βάρος αποδείξεως των θεμελιωτικών της προταθείσης από εκείνη ενστάσεως προς απόκρουση (ολική ή μερική) του μαχητού τεκμηρίου για τη συμβολή του αναιρεσίβλητου στην αύξηση της περιουσίας της, διάταξη την οποία, με τον τρόπο, ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε, κατά τις βάσιμα περί τούτου διατυπούμενες με τους δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους και εν πολλοίς εννοιολογικώς ταυτόσημες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η τελευταία από τις οποίες, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται στην διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ.
Η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αυτών αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπούμενων λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει κατά παραδοχή των δεύτερου και τρίτου κατά σειρά λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πειραιώς, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2000,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 670/9-9-2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πειραιώς, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίσβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση χρηματιστηριακών συναλλαγών και απάτη – ενάγεται φυσική αυτουργία, αγωγή από α) σύμβαση, β)αδικοπραξία γ) αδικαιολόγητο πλουτισμό. Απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Νέα αγωγή που επικαλείται πρόσθετα περιστατικά που στοιχειοθετούν ευθύνη του Διευθύνοντος Συμβούλου της Χρηματιστηριακής σε πρόστηση (922 ΑΚ) του φυσικού αυτουργού της απάτης και αυτοτελή ευθύνη του από αδικοπραξία (συμμετοχή στην απάτη). Απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή με διατάξεις δεδικασμένου. Παραβίαση άρθρου 559 αρ. 16 α΄ ΚΠολΔικ. Αναιρείται απόφαση Εφετείου.
| null | null | 0
|
Αριθμός 163/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τιμαγένη.
Της αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τσιατά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουνίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 906/1997 μη οριστική, 9457/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3622/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Απριλίου 2005 αίτησή τους και με τους με ιδιαίτερο, από 5-11-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 16 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 539/24-4-2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 235/5-11-2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 3622/28-4-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 539/24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, 235/5-11-2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 3622/28-4-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 5678/25-6-1996 αγωγής της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, απορρέουσες από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως του περιγραφομένου στο δικόγραφο αυτής ακινήτου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 906/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της, η 9457/2001 οριστική αυτού απόφαση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την 1243/15-2-2002 έφεση, με τον με ιδιαίτερο, 850/1-8-2002, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικά οι 538/2003 και 139/2004 μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, οι οποίες δι' αυτών διατάχθηκαν, κατ' αποδοχή της εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της αγωγής, η 3622/2005 οριστική αυτού απόφαση, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμ/φου Πειραιά Παναγιώτας Βενίτη-Πολιτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους εκκαλούντες (κατά ποσοστό 61/00 στον πρώτο και 39/00 στην δεύτερη εξ αδιαιρέτου), οικοπεδική έκταση 1784 τ.μ., που βρίσκεται στην κοινότητα ..., και επί των οδών ...,και ...,αντί τιμήματος 114.350.000 δρχ., εκ του οποίου ποσό δρχ. 33.500.000 καταβλήθηκε κατά την σύνταξη του συμβολαίου,ενώ το υπόλοιπο εκ δρχ. 81.000.000 συμφωνήθηκε να καταβληθεί με τουςακόλουθους όρους και προϋποθέσεις όπως αυτέςκατά λέξη διατυπώνονται στο εν λόγω συμβόλαιο:
"Επειδή επί του ως άνω λεπτομερώς περιγραφομένουκαι μεταβιβαζομένου οικοπέδου υφίσταται πρασιά,όπως φαίνεται με τα μικρά αλφαβητικά στοιχεία α,β, γ, δ, ε, ζ, α στο πιο πάνω προσαρτώμενο καιαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, η οποίαδιασχίζει το όπισθεν ορίου αυτού, ενώ θα έπρεπε ναευρίσκεται και στις τρεις προσόψεις του, μεαποτέλεσμα η τυχόν μελλοντικά ανεγερθησομένηοικοδομή να πρέπει να εφάπτεται
επί των ρυμοτομικών γραμμών ή αλλιώς να μην έχει ικανό βάθος με αποτέλεσμα να δημιουργεί και να συνιστά ένα μορφολογικό πρόβλημα, το οποίο βαρύνει το ως άνω μεταβιβαζόμενο οικόπεδο, την ύπαρξη δε αυτού του μορφολογικού προβλήματος στο σημείο αυτό η πωλήτρια α) Ομολογεί και αποδέχεται και β) αναλαμβάνει την υποχρέωση με αποκλειστική επιμέλεια και ευθύνη της να προβεί στην τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της κοινότητας ..., οικοδομικό τετράγωνο 10, με τρόπο ώστε η αναφερόμενη πιο πάνω πρασιά που διασχίζει το όπισθεν όριο του μεταβιβαζομένου οικοπέδου να τεθεί επί του προσώπου αυτού και στους τρεις (3) δρόμους και με πλάτος που έχει και στα υπόλοιπα οικόπεδα του αυτού οικοδομικού τετραγώνου και σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ανοικοδομήσεως ακινήτου δια της εκδόσεως Προεδρικού Διατάγματος και δημοσιεύσεως αυτού εις το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως μέχρι της 30ης Δεκεμβρίου 1994 όταν και ορίζεται άτι θα καταβληθεί το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα των δρχ. 81.000.000. Σε περίπτωση κατά την οποία η πωλήτρια, για οποιαδήποτε λόγο και αιτία, δεν μπορέσει να προβεί στην τροποποίηση (και επιτύχει αυτήν) του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... όπως πιο πάνω αναφέρεται (αριθ. φύλλων 15 και 22), τότε δέχεται και γίνεται αμοιβαία αποδεκτό και από τους αγοραστές, όπως παρίστανται και εκπροσωπούνται, όπως το ως άνω οφειλόμενο τίμημα των 81.000.000 δρχ. να μην καταβληθεί από τους υπόχρεους αγοραστές επί πλέον δε η πωλήτρια αποδέχεται την προκύπτουσα εκ του όρου αυτού μείωση του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος εκ του ποσού των δρχ. 114.350.000 εις το ήδη σήμερα καταβληθέν ποσότων 33.350.000 δρχ., το οποίο όλοι οι συμβαλλόμενοιαναγνωρίσουν ως εύλογο, δίκαιο και πλήρωςανταποκρινόμενο στην πραγματική αξία του πιοπάνω μεταβιβαζομένου οικοπέδου,
το οποίο, πλέον τελεσίδικα πέρα της 30-12-1994 θα συνεχίσει να παραμένει βεβαρημένο με το πιο πάνω μορφολογικό πρόβλημα". Από την ανάγνωση και μόνο του εν λόγω όρου του συμβολαίου,προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς ανάγκη προσφυγήςστις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200ΑΚ, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εξής: α)ότι το πωληθέν ακίνητο κατά τον χρόνο τηςσύναψης της συμβάσεως
πωλήσεως είχε πραγματικό ελάττωμα συνιστάμενο στο ότι η πρασιά έπρεπε κατά την δόμησή του να τοποθετηθεί στο όπισθεν όριό του, ενώ η πρασιά θα έπρεπε να τοποθετηθεί στις τρεις προσόψεις του, όπως συμβαίνει στα γειτονικά ακίνητα, β) ότι το εν λόγω πραγματικό ελάττωμα, το οποίο μείωνε ουσιωδώς την αξία και την χρησιμότητα του πράγματος καθόσον επιδρά επί της δόμησης του οικοπέδου γνώριζαν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της σύμβασης, γ) ότι με την ίδια σύμβαση η εφεσίβλητη πωλήτρια ανέλαβε με δική της επιμέλεια και ευθύνη ν' άρει το ελάττωμα αυτό, προκαλώντας την έκδοση του αναγκαίου για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως Προεδρικού Διατάγματος, δ) ότι αν δεν επιτευχθεί η άρση του ελαττώματος, ανεξαρτήτως μάλιστα από υπαιτιότητα ή μη της πωλήτριας, συμφωνήθηκε, ως ποινική ρήτρα, εις βάρος της εφεσίβλητης πωλήτριας, ότι το τίμημα θα μειώνεται κατά το ποσό των 81.000.000 δρχ., όσο δηλαδή η παρακρατηθείσα δόση αυτού. Περαιτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι περί την δήλωση βουλήσεως των μερών υπάρχει κενό και ασάφεια, ως προς το πράγματι ηθελημένο απ αυτά σχετικά με το αν η εν λόγω ποινή θα καταπίπτει με μόνη την άπρακτη πάροδο της 30-12-94 σχετικά με την άρση του ελαττώματος ή αν μεταγενέστερη άρση του ελαττώματος θα νομιμοποιεί την πωλήτρια να αξιώσει την καταβολή του τιμήματος. Το δικαστήριο ερμηνεύοντας τη δήλωση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή η συναλλακτική συμπεριφορά και άλλων συναλλασσομένων σε παρόμοιες συμβάσεις, οδηγείται στην κρίση ότι η εν λόγω προθεσμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης της εφεσίβλητης πωλήτριας τέθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη "ενδεικτικά", δεδομένου ότι δεν εξαρτιόταν από τη δική της βούληση ή εκπλήρωση της αναληφθείσας υποχρέωσης, αλλά έπρεπε να κινηθεί ένας περίπλοκος διοικητικός γραφειοκρατικός μηχανισμός, μη ελεγχόμενος από τη πωλήτρια και γι' αυτό η ένθεση της προθεσμίας σκοπούσε μόνο στη δραστηριοποίηση της πωλήτριας προς τη κατεύθυνση των αναγκαίων από μέρους της διατυπώσεων προς τις πολεοδομικές αρχές. Πέραν τούτου, η ανάληψη εκ μέρους της πωλήτριας της εκκαθάρισης της πολεοδομικής εκκρεμότητας υπηρετούσε το συμφέρον των εκκαλούντων αγοραστών οι οποίοι μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν πλήρως το αγορασθέν οικόπεδο, σκοπός ο οποίος δεν ματαιώνεται με την εκπρόθεσμη άρση του ελαττώματος, αλλά θα εξακολουθούσε να υπάρχει και να υπηρετείται με την μετά την 30-12-94 άρση του ελαττώματος οικοδόμηση του. Ακόμη το οικόπεδο και μετά την εκπρόθεσμη άρση του εν λόγω ελαττώματος θα αποκτούσε την πραγματική και αγοραία αξία στην οποία ανταποκρίνονταν το συμφωνηθέν από τα μέρη τίμημα και συνεπώς σε περίπτωση παραδοχής της ερμηνευτικής άποψης των εκκαλούντων ότι η πάροδος της προθεσμίας της 30-12-94 αποκλείει οριστικά την πωλήτρια να διεκδικήσει το υπόλοιπο τίμημα των 81.000.000 δρχ. παρότι θα είχε αρθεί έστω και μεταγενέστερα το ελάττωμα, θα καθιστά την σύμβαση "λεόντια" αφού οι αγοραστές θα είχαν στην κυριότητά τους οικόπεδο αξίας 114.350.000 δρχ και η πωλήτρια τίμημα μόνο 33.350.000 δρχ. πράγμα που οι εντίμως και υγειώς συμβαλλόμενοι δεν αποδέχονται κατά τα συναλλακτικά ήθη. Άλλωστε, και τα μέρη, τελούντα σε πλήρη συνείδηση του επιδιωκομένου σκοπού της άρσης του ελαττώματος, έστω και μετά της 30-12-94, όρισαν στην άνω σύμβαση ότι η μείωση του τιμήματος στο ποσό των 33.350.000 δρχ. είναι εύλογη και δίκαιη, όταν το οικόπεδο παραμείνει "τελεσίδικα" πέραν της 30-12-94, βεβαρημένο, δηλαδή το ελάττωμα θα παραμένει πλέον σε μόνιμη και διαρκή βάση και όχι για το χρονικό ορίζοντα που οι προσπάθειες άρσεως του ελαττώματος θα συνεχίζονται με κάποια βεβαιωμένη προοπτική επιτυχίας. Δηλαδή, συνάγεται κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι η ανωτέρω τεθείσα στο συμβόλαιο προθεσμία της 30-12-94 δεν είχε αναχθεί, κατά την βούληση των συμβαλλομένων, σε τόσο ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως, ώστε η παροχή αυτή της εφεσίβλητης να εκτελεστεί αποκλειστικά και μόνο εντός αυτής της προθεσμίας, αλλά αποτελούσε ένα ενδεικτικό χρονικό σημείο άρσης του ελαττώματος εκ μέρους του πωλητή οπότε και μόνο και μετά την άρση του ελαττώματος θα εδικαιούτο κατά την σύμβαση, να αξιώσει την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 81.000.000 δρχ., και πλέον το πωληθέν θα είχε την πραγματική αξία του συνολικού τιμήματος των δρχ. 114.350.000 δρχ. Αποδεικνύεται ακόμη ότι η εφεσίβλητη αμέσως μετά την υπογραφή του συμβολαίου άρχισε να επιμελείται της εκπλήρωσης της άνω συμβατικής υποχρεώσεως με τις ακόλουθες ενέργειές της: Την 10-1-94 κατέθεσε σχετική αίτηση στην κοινότητα ..., η οποία με την 9/12-1-94 απόφαση του συμβουλίου της, ενέκρινε το σχετικό ρυμοτομικό διάγραμμα για τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, που είχε εκπονήσει η τεχνική της υπηρεσία, και την 15-3-94 διαβίβασε τον σχετικό φάκελο στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Αυτή όμως λόγω αναρμοδιότητας για επίλυση του θέματος με το ... έγγραφό της διαβίβασε την υπόθεση στην Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.Π.Ε.ΧΩ.ΔΕ. η οποία επιλαμβάνεται του θέματος και, με το υπ' αρθ. ... έγγραφό της επιστρέφει τον φάκελο στην κοινότητα, απαιτώντας νέα στοιχεία για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου. Η κοινότητα λαμβάνει γνώση της ανάγκης συμπλήρωσης του φακέλου την 19-7-94 οπότε μεεπιμέλεια της εφεσίβλητης συντάσσεται το απαιτούμενο τοπογραφικό διάγραμμα και επαναλαμβάνεται η όλη διαδικασία με έγκριση του από 15-9-1994 νέου τοπογραφικού διαγράμματος και της από 16-9-94 τεχνικής έκθεσης εκ μέρους του κοινοτικού συμβουλίου και γνωμοδότησης, υπέρτης απαιτουμένης τροποποίησης. Με το 3395/26-10-94 έγγραφο της Κοινότητας, ο όλος φάκελοςόπως έχει διαμορφωθεί, μετά τις οδηγίες τηςαρμόδιας Διεύθυνσης του Υ.Π.Ε.ΧΩ.Δ.Ε διαβιβάζεται στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, η οποία μετά την θεώρηση του διαγράμματος και της τεχνικής έκθεσης με το υπ' αριθ. 27466/1502/94 έγγραφό της τον διαβιβάζει περαιτέρω στο Υ.Π.Ε.ΧΩ.ΔΕ. όπου εισάγεται με το ...έγγραφο. Στη συνέχεια οι εκκαλούντες αναλαμβάνουν την περαιτέρω διεκπεραίωση της υποθέσεως με πρόσληψη των μηχανικών..., οι οποίοι συνεχίζοντας τις ενέργειες της εφεσίβλητης κατά την διάρκεια του επομένου έτους (1995), με συνεχείς παραστάσεις στις αρμόδιες διευθύνσεις τοπογραφικών εφαρμογών και πολεοδομικού σχεδιασμού, για παροχή διευκρινήσεων και πληροφοριών σχετικά με τη κρατούσα ρυμοτομική κατάσταση της περιοχής και υποβολή ορισμένων εγγράφων (τίτλους, ιδιοκτησίας, φωτογραφίες, τοπογραφικό διάγραμμα με αποτύπωση των υφισταμένων δένδρων του οικοπέδου) γνωμοδοτήσεων των νομικών Τ. Κορωναίου για τους τίτλους ιδιοκτησίας του οικοπέδου καιυπομνήματος των δύο μηχανικών για τη χρήσηγης, αλλά και στο Συμβούλιο Επικρατείας,επιτυγχάνεται τελικά, την 5-4-96, να δημοσιευθείστην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το τροποποιημένορυμοτομικό σχέδιο της Κοινότητας ..., με τοοποίο εξαλειφόταν το μορφολογικό πρόβληματου οικοπέδου. Σύμφωνα λοιπόν, με τα προεκτεθέντα αφού αποκαταστάθηκε έστω και εκπρόθεσμα το άνω πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος οικοπέδου και αυτό κατέστη κατάλληλο για τον σκοπό που αγοράστηκε, κατά την συμφωνία των μερών, δεν επήλθε η καταπτωτική της ποινής που θα είχε συνέπεια την συμφωνημένη για την περίπτωση αυτή μείωση του τιμήματος της ποινικής ρήτρας, οι εκκαλούντες είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν και την εκ δρχ. 81.000.000 παρακρατηθείσα από αυτούς δόση τουτιμήματος, η πράξη δε εξοφλήσεως που συνέταξανμονομερώς στις 10-1-95 ενώπιον της ίδιας ως άνωσυμβολαιογράφου, κάνοντας χρήση του σχετικούδικαιώματος που τους παρείχε το πωλητήριοσυμβόλαιο, στερείται ουσιαστικού κύρους, αφούδεν ανταποκρίνεται προς την αλήθεια δεδομένουότι, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έκ των 81.000.000δρχ. προς την εφεσίβλητη.
Συνεπώς η αγωγή κατάτα αιτήματα της περί καταβολής του υπολοίπουτιμήματος και αναγνώρισης ότι η πράξη ... της Σ/φου Πειραιώς Παναγιώτας Βενίτη είναιάκυρη και στερείται εννόμων συνεπειών αυτό,είναι νόμιμη, στηρίζεται στο άρθρο 513 ΑΚ. καιουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή,ενόψει δε των ανωτέρω παραδοχών είναι ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι το τίμημα δεν οφείλεται, διότι η προθεσμία που τέθηκε στην σύμβαση είναι ακριβόχρονης εκπλήρωσης, ότι η συμφωνία αποτελούσε αίρεση που πληρώθηκε και ότι δεν συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα αλλά, μείωση του τιμήματος λόγω ελαττώματος". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες-εναγόμενοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτών λόγοι αναιρέσεως. (i) Κύριο δικόγραφο.
Eιδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύει και εξειδικεύει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που εισάγουν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και όταν, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει στις εν λόγω διατάξεις για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δι' αυτής συμβληθέντων, είτε παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, καθώς και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό η αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού η αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες (α) ότι το ακίνητο, που αποτέλεσε αντικείμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως, κατά τον χρόνο καταρτίσεως αυτής είχε πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στο ότι η πρασσιά έπρεπε να τοποθετηθεί κατά την δόμησή του στο όπισθεν όριο αυτού αντί στις τρείς προσόψεις αυτού, όπως συμβαίνει στα γειτονικά ακίνητα, (β) ότι το εν λόγω πραγματικό ελάττωμα, το οποίο μείωνε ουσιωδώς την αξία και τη χρησιμότητα του πράγματος, καθόσον επιδρά επί της δομήσεως του πράγματος, γνώριζαν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, (γ) ότι με την ίδια σύμβαση, η αναιρεσίβλητη πωλήτρια ανέλαβε με δική της επιμέλεια και ευθύνη να άρει το ελάττωμα, προκαλώντας την έκδοση του αναγκαίου για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως προεδρικού διατάγματος και (δ) ότι αν δεν επιτευχθεί η άρση του ελαττώματος, ανεξαρτήτως μάλιστα από υπαιτιότητα ή μη της πωλήτριας, συμφωνήθηκε, ως ποινική ρήτρα σε βάρος της αναιρεσίβλητης πωλήτριας, ότι το τίμημα θα μειώνεται κατά το ποσό των 81.000.000 δρχ, ισόποσο με την παρακρατηθείσα δόση αυτού, με την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή ότι η έννοια αυτή του εν λόγω όρου της συμβάσεως είναι σαφής και δεν παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, εκτίμησή της η οποία επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στην περί των πραγμάτων αυτών κρίση της κατέληξε από την ανάγνωση και μόνο του εν λόγω όρου της συμβάσεως και (ε) διαπίστωσε κενό και ασάφεια περί την δήλωση της βουλήσεως των μερών ως προς το πράγματι υπ' αυτών ηθελημένο αναφορικά με το αν η εν λόγω ποινή θα καταπίπτει με μόνη την άπρακτη πάροδο της 30ης-12-1994 σχετικά με την άρση του ελαττώματος ή αν η μεταγενέστερη άρση του ελαττώματος θα νομιμοποιεί την πωλήτρια να ζητήσει την καταβολή σ' αυτή του παρακρατηθέντος τιμήματος, λόγο για τον οποίο και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, κατ' ορθή εφαρμογή των οποίων, με βάση τα εκτιθέμενα στις αιτιολογίες της πραγματικά περιστατικά, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ορισθείσα προθεσμία ήταν ενδεικτική, κρίση της η οποία δικαιολογούσε την παραδοχή της κατά των αναιρεσειόντων απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με τη οποία εδιώκετο (i) να αναγνωρισθεί ότι στερείται εννόμων συνεπειών η συνταχθείσα ενώπιον της συμ/φου Πειραιώς Παναγιώτας Βενίτη-Πολιατοπούλου ... πράξη εξοφλήσεως και (ii) η καταβολή του παρακρατηθέντος και οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος της πωλήσεως, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο οποίο περιορίζεται το αντικείμενο της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ελέγχονται ως αβάσιμες. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο επόμενος και τελευταίος κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο κατά τρόπον εντελώς γενικό και αόριστο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 1, 4, 16, 17 και 19 Κ.Πολ.Δ., με παράλληλη επίκληση της παρεχούσης στον εισηγητή την δικονομική δυνατότητα αυτεπάγγελτης προτάσεως των λόγων αυτών αναιρέσεως διατάξεως του άρθρου 562§4 Κ.Πολ.Δ.
(ii) Πρόσθετο δικόγραφο. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Το δικαστήριο της ουσίας, στην κρίση του ότι η οριζόμενη στον με στοιχ. (δ) όρο της συμβάσεως πωλήσεως προθεσμία (30-12-1994) είναι ενδεικτική, με την παράθεση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αυτούσιου του εν λόγω όρου, κατέληξε, στο προαναφερόμενο, αποδεικτικό πόρισμά του μετά την διαπίστωση κενού και ασάφειας κατά τούτο ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, κατόπιν προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η αυτούσια παράθεση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως του επίμαχου όρου της συμβάσεως αποκλείει την λάθος ανάγνωση αυτού. Κατά συνέπεια η αποδιδόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο πλημμέλεια της αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου του όρου αυτού της συμβάσεως, είναι αβάσιμη. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που με αυτόν υποστηρίζεται ότι επρόκειτο για δεσμευτική προθεσμία, με κατάπτωση της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας μετά την άπρακτη παρέλευσή της, είναι απαράδεκτος γιατί προσβάλλεται στην πραγματικότητα η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ήτοι η συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Οι αποτελούντες εν προκειμένω το αντικείμενο της αγωγής αξιώσεις της αναιρεσίβλητης θεμελιώνοντο, όπως από αυτή προκύπτει και επαναφέρθηκε στο Εφετείο προς έρευνα, στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι αποκαταστάθηκε το πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος από εκείνη στους αναιρεσείοντες ακινήτου, ότι η οριζόμενη προς τούτο, μέχρι 30-12-1994 προθεσμία είναι ενδεικτική και ότι εντεύθεν η αναιρεσίβλητη δικαιούται να διεκδικήσει το παρακρατηθέν τίμημα ποσού 81.000.000 δραχμών. Ο αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ως εναγομένων, αξιολογήθηκε ως ένσταση, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 361, 405 § 2 ΑΚ, και τάχθηκε με την 906/1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το σχετικό σε βάρος των τελευταίων θέμα αποδείξεως, χωρίς να προβάλλεται πλημμέλεια, που να προβλήθηκε στο Εφετείο, περί την κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως. Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος κατά σειρά λόγοι, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι, χωρίς να έχει προταθεί, λήφθηκε υπόψη και ερευνήθηκε ο χαρακτήρας της ορισθείσης προθεσμίας εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση του πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου, χωρίς παράλληλα να ταχθεί το οικείο θέμα αποδείξεως, με ανεπίτρεπτη επιπρόσθετα εναντίωση στην ανέλεγκτη σχετική περί πραγμάτων κρίση της, ελέγχονται ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται οι επαναδιατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 173, 200 ΑΚ, οι οποίες ομοίως, με βάση τις αυτές, με στοιχ. (i) παρούσης, αιτιολογίες, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 539/24-4-2008 αίτηση, με τους ιδιαίτερο, 235/5-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, των Χ1 και Χ2 συζ. Χ1, για αναίρεση της 3622/28-4-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερμηνεία των Συμβάσεων, Αναιρετικός έλεγχος των άρθρων 173, 200 ΑΚ
| null | null | 0
|
Αριθμός 155/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της 934/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009, αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1381/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 4 παρ.1 εδάφ. γ' του Ν.1756/1988 "Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών", το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες, κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 περ.Α' εδάφ. γ' αυτού, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται κατά σειρά αρχαιότητας, με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο και δη ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο πρόεδρος Πρωτοδικών αναπληρώνεται στην προεδρία του τριμελούς πλημ/κείου από τον αρχαιότερο πρωτοδίκη του ίδιου δικαστηρίου και αν αυτός κωλύεται από τον αμέσως νεώτερο, στην περίπτωση δε τέτοιας αναπληρώσεως πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν υπάρχουν πρόεδροι ή ότι οι υπάρχοντες απουσιάζουν ή κωλύονται, όπως και οι αρχαιότεροι του προεδρεύοντος πρωτοδίκες.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. α' ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα αυτή ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης 934/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, στη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε συμμετείχε, ως Προεδρεύων Πλημμελειοδίκης, ο Πρωτοδίκης Ιωάννης Πάλλας, λόγω κωλύματος των Προέδρων Πρωτοδικών, όπως ρητώς αναγράφεται. Από την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα και επισυναπτόμενη στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως 483/16-9-2009 βεβαίωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο προς έρευνα της βασιμότητας ή μη αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, κατά τον μήνα Μάϊο και τις 21-5-2009, που συμπίπτει με την ημέρα συνεδριάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπηρετούσαν οι εξής, κατά σειρά αρχαιότητας, δικαστές:1) Αντζελίτα Παπαβασιλείου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, 2) Ευαγγελία Δαούτη Πρόεδρος Πρωτοδικών, 3) Παναγιώτα Χριστοφίλη, 4) Ιωάννης Πάλλας, 5) Χρήστος Μακρυκώστας, 6) Αικατερίνη Τσιτσεκλίδου, 7) Ευαγγελία Καπετανοπούλου, 8) Άρτεμις Τσολάκη, 9)Εργίνα Θεοφιλίδου, Πρωτοδίκες και 10) Αγγελική Πολυμένη, Πάρεδρος Πρωτοδικείου. Προκύπτει, δηλαδή, ότι ο ανωτέρω προεδρεύων του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης, που εξέδωσε την πρσοβαλλόμενη απόφαση, Πρωτοδίκης Ιωάννης Πάλλας ήταν νεώτερος κατ'αρχαιότητα από την Πρωτοδίκη Παναγιώτα Χριστοφίλη. Εντούτοις στα πρακτικά της αποφάσεως δεν αναγράφεται ότι ο προεδρεύων εκτός από τους προέδρους Πρωτοδικών, αναπλήρωσε, λόγω κωλύματός της, και την εν λόγω αρχαιότερή του Πρωτοδίκη. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης που την εξέδωσε, και πρέπει, να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί για το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 934/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακή σύνθεση του Δικαστηρίου. Λόγος αναιρέσεως 510 § 1 Α σε συνδυασμό με 171 § 1α ΚΠΔ. Επί κωλύματος του Προέδρου αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή του Δικαστηρίου, οπότε αν αναπληρωθεί από τον μη αρχαιότερο πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση ότι κωλύονται και οι αρχαιότεροι αυτού δικαστές. (ΑΠ 1172/2008, ΑΠ 1454/2007). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 154/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Δαμανάκη και 2) Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη, για αναίρεση της με αριθμό 2054/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24 Απριλίου 2009, δύο (2) τον αριθμό αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 29 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του δεύτερου αναιρεσείοντος Χ2, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 797/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να κηρυχθούν οι αναιρεσείοντες αθώοι των πράξεων της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία (ο Χ2) και της απλής συνέργειας σ'αυτήν (ο Χ1).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι δύο κρινόμενες από 29.4.2009 αιτήσεις: 1) του Χ2, κατοίκου ... και 2) του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2054/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικαζόμενες να εξεταστούν περαιτέρω. Μαζί με αυτές θα συνεξεταστούν και οι από 30.10.2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της πρώτης των ως άνω αιτήσεων, που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 4 παρ. 1 εδ. γ' και 5 παρ. 1 περ. Α' εδ. δ' και παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν.1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες. Σε περίπτωση κωλύματος του προέδρου, την προεδρία λαμβάνει ο αρχαιότερος από αυτούς που απομένουν, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συμπροεδρεύοντες. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, κατά τη συγκρότηση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών αναπληρώνεται στην προεδρία του δικαστηρίου από τον αρχαιότερο Πρωτοδίκη του ίδιου δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται και ειδικότερη αιτιολόγηση τούτου, οπότε δεν συντρέχει περίπτωση κακής σύνθεσης και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 2054/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση με κατηγορουμένους τους δύο αναιρεσείοντες, στη σύνθεση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε συμμετείχε, ως Προεδρεύων Πλημμελειοδίκης ο Πρωτοδίκης Κωνσταντίνος Ασημακόπουλος, λόγω κωλύματος της Προέδρου Πρωτοδικών του ίδιου Δικαστηρίου. Ο λόγος όμως αυτός (υπό στοιχ. IV) της αίτησης αναιρέσεως, όπως παραπάνω διατυπώνεται, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτόν ότι υπηρετούσαν στο προμνημονευόμενο Δικαστήριο πρωτοδίκες αρχαιότεροι εκείνου που προήδρευσε και πόσοι ήταν αυτοί, για να ερευνηθεί αν πραγματικά χώρησε κακή σύνθεση του εν λόγω δικαστηρίου, είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος. Με τη διάταξη του άρθρου 186 παρ. 2 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος προκαλεί ή παροτρύνει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιον να διαπράξει ορισμένο πλημμέλημα, καθώς και όποιος προσφέρεται γι' αυτό και όποιος αποδέχεται τέτοια πρόσκληση ή προσφορά τιμωρείται με φυλάκιση. Για τη στοιχειοθέτηση του υπό της ανωτέρω διατάξεως προβλεπομένου ιδιωνύμου (έναντι των περί ηθικής αυτουργίας διατάξεων, βλ. Σταμάτη Συρροή σελ.107) και υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος απαιτείται η, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση ή παρότρυνση κάποιου να διαπράξει ένα πλημμέλημα. Η πρόκληση αποτελεί δήλωση του δράστη με την οποία επιζητείται να πεισθεί έτερο πρόσωπο για τη διάπραξη ενός πλημμελήματος, ενώ παρότρυνση είναι απλώς η προσπάθεια επίδρασης επί της βουλήσεως του ετέρου, προκειμένου αυτός να τελέσει ένα πλημμέλημα. Η πρόκληση δύναται να λάβει τη μορφή συμβουλής, διαταγής, απειλής κ.λ.π., ενώ η παρότρυνση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο όπως π.χ. με ενθάρρυνση, υποδείξεις, συστάσεις, συμβουλές κ.λ.π. Τετελεσμένο είναι το έγκλημα άμα τη προκλήσει ή τη παροτρύνσει έστω και αν αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, δηλαδή άμα ο προκαλούμενος λάβει γνώση της προκλήσεως ή παροτρύνσεως προς τέλεση του πλημμελήματος. Η πρόκληση ή η παρότρυνση τιμωρείται ακόμη και αν ο προσκαλούμενος δεν ανταποκριθεί καν σε αυτή, δηλαδή ακόμη και αν την απορρίψει αμέσως. Η διάταξη του άρθρου 186 παρ. 2 του ΠΚ ενεργοποιείται τότε μόνον, όταν ο δράστης δεν προχώρησε στην τέλεση της άδικης πράξης ή στην αρχή εκτέλεσης αυτής, καθόσον, εάν έλαβε χώρα το τελευταίο, έχουν εφαρμογή οι περί ηθικής αυτουργίας διατάξεις. Είναι προφανές ότι με την ανωτέρω διάταξη καλύπτονται κατ' ουσίαν οι περιπτώσεις της απόπειρας ηθικής αυτουργίας, οι οποίες δεν τιμωρούνται με τις γενικές περί συμμετοχής διατάξεις. Περαιτέρω κατά το άρθρο 231 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος εν γνώσει ματαιώνει τη δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε ή την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε ή του μέτρου ασφαλείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, αντικειμενικώς, α) τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήμματος από άλλον, στο οποίο δεν συμμετέχει με οποιοδήποτε τρόπο (ως συναυτουργός, ηθικός αυτουργός ή συνεργός) ο υποθάλπων και β) πράξη, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη του υποθάλποντος, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν ο υποθάλπων έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να επιχειρήσει την παραλειφθείσα ενέργεια (άρθρο 15 ΠΚ) επιφέρουσα ματαίωση της δίωξης του δράστη ή της εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε γι' αυτήν. Ως ματαίωση της δίωξης νοείται η ματαίωση της ποινικής δίωξης ή της εξακολούθησης αυτής. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο και όταν με την ενέργεια του υπαιτίου, επιτυγχάνεται η για μεγάλο ή και μακρό χρονικό διάστημα παρεμπόδιση της δικαστικής αρχής να θέσει τον υπαίτιο στη διάθεση της δικαιοσύνης ή και να ασκήσει κατ' αυτού ποινική δίωξη, ασχέτως αν αυτό έχουν επιτευχθεί μεταγενέστερα. Η ματαίωση της δίωξης δεν εξαρτάται από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ποινική διαδικασία, δηλαδή εάν πρόκειται για την προδικασία ή την κύρια διαδικασία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιέχει τη γνώση ότι διαπράχθηκε κακούργημα ή πλημμέλημα ή ότι έχει επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας και τη θέληση ματαιώσεως της δίωξης ή της εκτέλεσης της ποινής, μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, δίχως πάντως να απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης για ποία ακριβώς ποινή ή μέτρο ασφαλείας πρόκειται. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της υπόθαλψης εγκληματίου μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο πλην του δράστη του προεκτελεσθέντος κακουργήματος ή πλημμελήματος, γιατί "υπόθαλψη εαυτού" δεν υφίσταται κατά τη διάταξη του άρθρου 231 ΠΚ, που απαιτεί να είναι "άλλος" το υποθαλπόμενο πρόσωπο. Επίσης δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο ο συναυτουργός στο προεκτελεσθέν έγκλημα και γενικότερα οποιοσδήποτε συμμέτοχος σε αυτό. Τούτο δικαιολογείται διότι ο συμμέτοχος που παρέχει άσυλο ή φυγαδεύει τον αυτουργό του προεκτελεσθέντος εγκλήματος επιδιώκει όχι μόνο την υπόθαλψη αυτού, αλλά κυρίως και τη δική του επιτρεπόμενη αυτοϋπόθαλψη. Το παραπάνω έγκλημα τελείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και με την παροχή στις δικαστικές αρχές παραπλανητικών πληροφοριών και του επηρεασμού μαρτύρων να καταθέσουν ευνοϊκά για τον δράστη του εγκλήματος για το οποίο διώκεται. Ακόμα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί απόπειρα υπόθαλψης εγκληματία ή ανεπιτυχής προσπάθεια να πεισθεί μάρτυρας να δώσει ψευδή κατάθεση (Βλ. Μιχ. Μαργαρίτη Ποιν. Κώδικας άρθρο 231 παρ. ..., 2 έκδοση σελ. 616). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως απ' αυτόν ορισμένης άδικης πράξης και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος. Ψυχική δε συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση που έχει πάρει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί με την απλή παρουσία του συνεργού στον τύπο της πράξης ή με την παροχή σ' αυτόν πριν από την πράξη υπόσχεσης για βοήθεια μετά την τέλεση της πράξης ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της. Περαιτέρω η απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί αποκλεισμό του άδικου χαρακτήρα της πράξης λόγω του ότι αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο σ' εκείνον που την τέλεσε ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2054/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, δέχθηκε ομόφωνα ως προς την πράξη της παρότρυνσης (πρόκληση) για την εκτέλεση ψευδορκίας και κατά πλειοψηφία ως προς την πράξη της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία και την πράξη της απλής συνέργειας στα παραπάνω δύο πλημμελήματα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη έτους 2004, και ενόσω διενεργούνταν κύρια ανάκριση, ύστερα από την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του ΑΑ, για τα κακουργήματα της καλλιέργειας και συγκομιδής φυτών ινδικής κάνναβης και τα πλημμελήματα της αντίστασης κατά της αρχής και της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, βουλευτής τότε του Ν. ..., κάλεσε μέσω του συγκατηγορουμένου του και προέδρου της ΝΟΔΕ Ν. ..., Χ1, στο πολιτικό του γραφείο, τον αστυνομικό ΒΒ, ο οποίος υπηρετούσε στην ΕΙΔΑΣΥΔΕ ... και ο οποίος μαζί με τον συνάδελφο του, ΓΓ και άλλους συναδέλφους τους, είχαν ανακαλύψει την ως άνω φυτεία ινδικής κάνναβης στις ... Όπως ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος ομολογεί, ο πατέρας του ως άνω κατηγορουμένου, όντας πιεστικός και φορτικός τον επισκέφθηκε πολλές φορές στο πολιτικό του γραφείο, παραπονούμενος ότι ο γιος του αδικείται στην υπόθεση των ... Ο ίδιος δε, είπε στον συγκατηγορούμενό του, Χ1, να καλέσει τον αστυνομικό ΒΒ στο γραφείο του, στον οποίο ακριβώς εξέθεσε και τον λόγο που ήθελε τον αστυνομικό. Πράγματι, ο τελευταίος ΒΒ, κληθείς τηλεφωνικά από το δεύτερο κατηγορούμενο, επισκέφθηκε την επομένη ημέρα το πολιτικό γραφείο του πρώτου κατηγορούμενου, όπου βρισκόταν και ο παραπάνω κατηγορούμενος μαζί με τον αδελφό του. Μόλις ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον μάρτυρα αστυνομικό, του συστήθηκε και τον χαιρέτησε, ενώ ο αστυνομικός εξέφρασε τη λεκτική δυσφορία του σ' αυτόν για την παρουσία του άνω κατηγορουμένου. Εκείνη τη στιγμή, ο πρώτος κατηγορούμενος εξήλθε, από το γραφείο του και ο Χ1 του είπε ότι ήρθε ο αστυνομικός ΒΒ για την υπόθεση που συζητούσαν νωρίτερα. Στη συνέχεια, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι μαζί με τον μάρτυρα αστυνομικό εισήλθαν στον ιδιαίτερο χώρο του γραφείου του πρώτου κατηγορουμένου και αυτός είπε στον αστυνομικό ότι στην υπόθεση αυτή έχει κάνει λάθος, όπως και ο συνάδελφος του ΓΓ, και του πρότεινε να αφήσει αμφιβολίες, όταν κληθεί από τον ανακριτή να καταθέσει, ως προς τα χαρακτηριστικά του δράστη της φυτείας, γιατί είναι νέο παιδί και πρέπει να του δοθεί μια ευκαιρία. Τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών του κατηγορητηρίου, οι οποίοι κρίνονται αξιόπιστοι, και δεν αναιρούνται από τις αντίθετες και αναξιόπιστες καταθέσεις, των μαρτύρων υπεράσπισης, ... και ..., οι οποίοι, εξετασθέντες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι ήταν όλοι παρόντες, κατά τη συνάντηση του πρώτου κατηγορουμένου με τον αστυνομικό ΒΒ στο γραφείο του πρώτου, και τον άκουσαν να ρωτάει τον αστυνομικό αν αναγνωρίζει το δράστη, λέγοντας του στη συνέχεια να πράξει το καθήκον του, αν και ο αστυνομικός ΒΒκατέθεσε ότι όταν πήγε στο γραφείο του Υπουργού, μέσα σε αυτό ήταν μόνο ο Χ1, ο κατηγορούμενος ΑΑ, ο αδελφός του τελευταίου και κανείς άλλος. Εξάλλου, και η μάρτυρας υπεράσπισης, ..., γραμματέας του πολιτικού γραφείου του πρώτου κατηγορουμένου, εξετασθείσα τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, περιέπεσε σε αντιφάσεις, δεδομένου ότι αρχικά κατέθεσε ότι, κατά την επίμαχη συνάντηση στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, ήταν παρών και ο πατέρας του κατηγορουμένου, ΑΑ, ενώ στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου ανέφερε ότι αυτός απλώς περίμενε στον προθάλαμο και δεν παρακολουθούσε τη συνομιλία του πρώτου κατηγορουμένου και του αστυνομικού ΒΒ. Αποδείχθηκε επομένως, ότι με την παραπάνω ενέργεια του ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε τον ως άνω μάρτυρά αστυνομικό να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας, ενώ το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν πείσθηκε και τελικά αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ΑΑ, όταν κλήθηκε από την ανακρίτρια τόσο στις 23-1-2004, όσο και κατά την αντιπαράσταση εξέταση του με τον κατηγορούμενο στις 19-2-2004, δεν έχει καμία σημασία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη. Επίσης, με την εν λόγω πράξη του, ο πρώτος κατηγορούμενος θέλησε να ματαιώσει τη δίωξη του ΑΑ, ο οποίος διώκετο για τα προαναφερθέντα κακουργήματα επηρεάζοντας υπέρ του τελευταίου την μαρτυρία ενός κρίσιμου μάρτυρα αστυνομικού. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της πρόκλησης για την εκτέλεση πλημμελήματος (ψευδορκίας) και της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος δέχθηκε να καλέσει τηλεφωνικά, για λογαριασμό του πρώτου, τον αστυνομικό ΒΒ στο γραφείο του τελευταίου, γνωρίζοντας τον λόγο για τον οποίο το έκανε και το ότι ο εν λόγω αστυνομικός θα ανταποκρινόταν στην κλήση του, γνωρίζοντας τη βαρύτητα του ονόματος του, παρέσχε απλή συνδρομή στην ανωτέρω εγκληματική δραστηριότητα του πρώτου κατηγορουμένου, τελώντας τα αδικήματα της απλής συνέργειας στην πρόκληση για την εκτέλεση πλημμελήματος (ψευδορκίας) και της απλής συνέργειας σε απόπειρα υπόθαλψης εγκληματία. Επομένως, για τις πράξεις αυτές ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ...".
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι ως πρόσωπα που κατείχαν σημαντικές δημόσιες θέσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, έζησαν μέχρι την τέλεση των επιδίκων αδικημάτων έντιμη ατομική και κοινωνική ζωή, προσφέροντες σημαντικές υπηρεσίες στους πολίτες του Ν. ... και συνεπώς λαμβανομένου υπόψη και του λευκού ποινικού μητρώου τους πρέπει να τους αναγνωριστεί η συνδρομή, στην προκειμένη περίπτωση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2αΠΚ". Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους δύο κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις της παρότρυνσης για την εκτέλεση του πλημμελήματος της ψευδορκίας και της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία (τον Χ2) και της απλής συνέργειας στις παραπάνω δύο αξιόποινες πράξεις (τον Χ1) και με την παραδοχή, όπως προαναφέρεται, της συνδρομής στο πρόσωπο αυτών της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ. Επέβαλε στον μεν πρώτο αυτών ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για καθεμία των ανωτέρω πράξεων, στο δε δεύτερο ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών για καθεμία των πράξεων που κηρύχθηκε ένοχος και συνολικά επέβαλε σ' αυτούς ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και τριών (3) μηνών αντίστοιχα, την εκτέλεση των οποίων ανέστειλε για τρία (3) χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας όσον αφορά μόνο τις πράξεις της παρότρυνσης για την τέλεση του πλημμελήματος της ψευδορκίας και της απλής ενέργειας σ'αυτήν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι δύο αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. Β', 26 παρ. Ια, 27 παρ. Ι, 47 παρ. 1, 84 παρ. 2 περ. α' και 186 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως, όσον αφορά τα εγκλήματα της παρότρυνση για την τέλεση της ψευδορκίας μάρτυρα και της απλής συνέργειας σε αυτήν, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αφορούν καθένα αναιρεσείοντα και με τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων) όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, κρίνοντας, όμως, κατά την ανεξέλεγκτη κρίση του, ως πλέον πειστικές των άλλων τις καταθέσεις των αστυνομικών ΒΒ και ΓΓ (αυτών που δέχθηκαν την παρότρυνση και τους αναιρεσείοντες για να καταθέσουν ψευδώς στην ανακρίτρια Ρεθύμνου ευνοϊκά περιστατικά για τον τότε κατηγορούμενο ΑΑ). Κατά το μέρος δε που υπό το πρόσχημα του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, πλήττεται η τελευταία για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών η τοιαύτη αιτίαση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Ακόμα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται σαφώς και ορισμένα ο τρόπος που ενήργησε ο αναιρεσείων Χ1 παρέχοντας απλώς την συνδρομή του στον έτερο αναιρεσείοντα πριν και κατά τη διάπραξη του εγκλήματος της παρότρυνσης σε ψευδορκία μάρτυρα (τηλεφωνική πρόσκληση του μάρτυρα ΒΒνα προσέλθει στο γραφείο του Χ2 κατ' εντολή και ενεργώντας για λογαριασμό αυτού, παρουσία του κατά την προσέλευση του εν λόγω μάρτυρα και οδήγησή του στον ιδιαίτερο χώρο του γραφείου του ανωτέρω, όπου και έγινε η σχετική ως άνω παρότρυνση προς τον μάρτυρα αστυνομικό ΒΒ (βλ. περί αυτών σελ. 23 έως 25 της προσβαλλόμενης απόφασης). Γι' αυτό η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1 για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο γι' αυτόν ως απλό συνεργό του εγκλήματος της παρότρυνσης σε ψευδορκία μάρτυρα είναι αβάσιμη και απορριπτέα, με την επισήμανση ότι δεν ασκεί καμμία έννομη επιρροή η ιδιότητα καθενός των δύο συμμετόχων στο ανωτέρω έγκλημα που τέλεσαν (ο ένας ως φυσικός αυτουργός και ο άλλος ως απλός συνεργός του) και η οιαδήποτε εξάρτηση του ενός από τον άλλον ... που δεν αποκλείει την ποινική ευθύνη εκάστου αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ιδιαίτερα ο αναιρεσείων Χ1.
Περαιτέρω και όσο αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Χ2 περί αποκλεισμού του άδικου χαρακτήρα της πράξης της παρότρυνσης για την τέλεση της ψευδορκίας μάρτυρα ένεκα εκπλήρωσης του καθήκοντος αυτού που έσχε λόγω της τότε βουλευτικής ιδιότητας και της εντεύθεν υποχρεώσεώς του "να ακούει κάθε πολίτη", το Δικαστήριο της ουσίας ορθά δεν απάντησε γι' αυτόν, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε, δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας, ενόψει του ότι από τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 54 παρ. 2 και 3, και 52 που αναφέρονται στην εκλογή των βουλευτών και άρθρα 59 παρ. 1 και 60 παρ. 1 που αναφέρονται στα καθήκοντα και δικαιώματα των βουλευτών) ουδαμώς παρέχεται δικαίωμα στον βουλευτή (όπως συμβαίνει άλλωστε και για οποιοδήποτε άλλο πολίτη) να παροτρύνει τρίτο να καταθέσει ψευδώς στο δικαστήριο, αλλά ευνοϊκά για άλλο, γνωστό του παροτρύνοντος, παρεμποδίζοντας έτσι το δικαστήριο να ανεύρει την ουσιαστική αλήθεια και να οδηγηθεί σε αντικειμενική και όχι πεπλανημένη κρίση. Γι' αυτό η σχετική αιτίαση του ανωτέρω αναιρεσείοντος (Χ2) περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη (σιωπηρή) του προναφερομένου μη αυτοτελούς αλλά αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού του είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθεμένων ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' προβαλλόμενος με τις δύο κρινόμενες αιτήσεις λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, και όσο αφορά τον πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης του Χ2 για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 186 παρ. 2 του ΠΚ με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής της, ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς τους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος αυτού, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον τρόπο τέλεσης απ' αυτόν του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της επίκλησης ή παρότρυνσης για διάπραξη ορισμένου πλημμελήματος (ψευδορκίας μάρτυρα) που προβλέπεται από το άρθρο 186 παρ. 2 ΠΚ, καθόσον στο μεν σκεπτικό εκτίθεται ότι αυτός με πρόθεση προκάλεσε τον ως άνω μάρτυρα αστυνομικό (ΒΒ) να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας (σελ. 24-25 της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ με το διατακτικό κηρύσσεται ένοχος του ότι παρότρυνε άλλον να διαπράξει συγκεκριμένο πλημμέλημα και δή αυτό της ψευδορκίας μάρτυρα (σελ. 26-27 της ίδιας απόφασης). Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από τη συμπλεκτική παραδοχή στο διατακτικό ή το σκεπτικό και το διατακτικό που συμπληρώνει το πρώτο, όλων ή περισσοτέρων του ενός των τρόπων τέλεσης ενός υπαλλακτικού μικτού εγκλήματος δεν υπάρχει αντίφαση, ενόψει του ότι γίνεται δεκτό ότι το έγκλημα αυτό μία φορά τελέσθηκε και μία ποινή επιβλήθηκε στο δράστη αυτού, δεν έχει δε κάποια έννομη συνέπεια ο προσδιορισμός του τρόπου τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος και ειδικότερα ως προς την επιμέτρηση της ποινής σε σχέση με τον α' ή β' τρόπο της τέλεσής του, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει αντίφαση, αν από τα πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά από το δικαστήριο, προκύπτει σαφώς ότι αυτό δέχεται ένα μόνο τρόπο τέλεσης (της παρότρυνσης). Το τελευταίο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το έγκλημα αυτό προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων Χ2 τέλεσε το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος με παρότρυνση δηλαδή με απλή προτροπή του προς τον αστυνομικό ΒΒ και όχι με πρόκληση προς αυτόν, δηλαδή με προσπάθεια διείσδυσης και επενέργειας στη βούληση του ανωτέρω αστυνομικού, όπως ορθή αναφέρεται σε δύο σημεία του διατακτικού που παραδεκτά συμπληρώνει το σκεπτικό, η δε αναφορά ότι στο τέλος του σχετικού με το έγκλημα αυτό ότι "ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε τον ως άνω μάρτυρα αστυνομικό να τελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας", γίνεται πρόδηλα από παραδρομή, όπως άλλωστε προκύπτει και από το γεγονός ότι στην προσπάθεια του δικαστηρίου να συμφωνήσει το σκεπτικό αυτού με τον υπέρτιτλο του άρθρου 186 του ΠΚ, αναφέρεται μόνο η πρόκληση όχι και η παρότρυνση ως μία μορφή τέλεσης του προβλεπομένου από το άρθρο αυτό υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. Ι εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 358 εδ. β' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ, η μη ανάγνωση των αναφερομένων σ' αυτήν εγγράφων, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου, από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις σελ. 13 και 14 αυτών προκύπτει ότι προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο από τους κατηγορουμένους και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο διάφορα έγγραφα, αναφερόμενα υπό τους αριθμ. 6 έως 20 [(6) φ/ο της εφημερίδας "..." της 8ης Ιανουαρίου 2008 έως και 20), Το από 30.9.2008 δημοσίευμα της εφημερίδας "..."]. Μεταξύ των εγγράφων αυτών δεν περιλαμβάνονται αποσπάσματα της με αρ. 763 σελίδα του Βιβλίου ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Π.Ν.ΣΑΚΟΥΛΑ ΕΤΟΣ 2005, ούτε επίσης προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, τα οποία ας σημειωθεί ότι δεν προσβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα Χ1 ως πλαστό, ότι ζητήθηκε η ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου που αόριστα και αναπόδεικτα ισχυρίζεται ότι προσκόμισε στο Δικαστήριο και το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει επί του αιτήματός του αυτού. Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα Χ1 από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, όσο αφορά τα εγκλήματα της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία και της απλής συνέργειας σ' αυτό αντίστοιχα", για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, εσφαλμένα το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε τις σχετικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 231 παρ. 1 ΠΚ ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και κατ' ακολουθία του άρθρου 47 παρ. ΠΚ σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα άρθρα του ίδιου Κώδικα και ως προς τον αναιρεσείοντα Χ1 (λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα του εγκλήματος της απλής συνέργειας σε κάποιο έγκλημα, η τέλεση του οποίου προϋποθέτει την τέλεση από κάποιον άλλον του κυρίως εγκλήματος και στην προκειμένη περίπτωση της απόπειρας υπόθαλψης εγκλήματος). Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων Χ2, παράλληλα με την τέλεση του εγκλήματος της παρότρυνσης σε τέλεση της ψευδορκίας μάρτυρα από τον αστυνομικό ΒΒ, ότι "θέλησε να ματαιώσει τη δίωξη του ΑΑ, ο οποίος διώκεται για τα προαναφερθέντα κακουργήματα (της καλλιέργειας και συγκομιδής φυτών ινδικής κάνναβης) επηρεάζοντας υπέρ του τελευταίου την μαρτυρία ενός κρίσιμου μάρτυρα αστυνομικού" καίτοι το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε στο διατακτικό που συμπληρώνει το σκεπτικό ως προς την εν λόγω πράξη ότι "Ο ανωτέρω όμως μάρτυρας δεν επηρεάσθηκε και κατέθεσε την αλήθεια, αναγνωρίζοντας τον άνω δράστη, ο οποίος τελικώς καταδικάσθηκε πρωτόδικα για τις άνω πράξεις του με την υπ'αριθ. 182/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης". Δηλονότι το Δικαστήριο της ουσίας με τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων Χ2 προσπάθησε μόνο να πείσει τον μάρτυρα αστυνομικό ΒΒ να δώσει ψευδή κατάθεση, χωρίς τούτο να το επιτύχει, τον κήρυξε ένοχο, παρότι η ως άνω πράξη του συνιστά ατιμώρητη προπαρασκευαστική πράξη και όχι απόπειρα του εγκλήματος της υπόθαλψης εγκληματίας, για την τέλεση του οποίου απαιτείται, όπως έχει αναφερθεί στη σχετική νομική σκέψη άμεσος δόλος του υποθάλποντος του εγκληματία, με την παραδοχή περιστατικών που θεμελιώνουν την υποκειμενική υπόσταση του φερομένου ως δράστη του εν λόγω εγκλήματος αναιρεσείοντος Χ2, το οποίο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ότι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο ρητά πρέπει να λεχθεί και για τον συμμέτοχο με τη μορφή της απλής συνέργειας στην απόπειρα της υπόθαλψης εγκληματία (για την οποία καταδικάσθηκε) αναιρεσείοντα Χ1, δηλονότι δεν θεμελιώνεται το έγκλημα αυτό λόγω του ότι κατά τα προαναφερόμενα η ενέργεια του φυσικού αυτουργού Χ2 ως προς το σημείο αυτό δεν συνιστά αξιόποινη πράξη (είναι μη τιμωρητή προπαρασκευαστική πράξη στο έγκλημα της υπόθαλψης εγκληματία) γι' αυτό πρέπει να επεκταθεί το ευνοϊκό ως άνω αποτέλεσμα και σ'αυτόν κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 ΚΠΔ.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του Χ2 αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενος (άρθρο 511 ΚΠΔ) περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρων 42 παρ. 1, 47 παρ. 1 και 231 παρ. 1 ΠΚ), ως βάσιμος. Κατ' ακολουθία πλην των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τις πράξεις της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία, της απλής συνέργειας σ' αυτή, την επιβολή ποινής γι' αυτές και συνολικής ποινής, να κηρύξει αθώους τους κατηγορούμενους για τις ως άνω πράξεις (άρθρο 518 ΚΠΔ) και να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης κατά τα λοιπά αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 29 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ2 με τους επ' αυτής από 30 Οκτωβρίου 2009 πρόσθετους λόγους της και την από 29 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2054/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση όσο αφορά την καταδικαστική διάταξή της σε βάρος των αναιρεσειόντων για τις πράξεις της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία και της απλής συνέργειας σ'αυτήν (υπό στοιχ. Α2 και Β2 διατάξεις του διατακτικού της).
Απαλείφει: α) το μέρος της διάταξης της ως άνω απόφασης που αναφέρεται στην επιβολή της ποινής για τις πράξεις αυτές (τεσσάρων μηνών στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ2 και δύο μηνών στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1) και β) τη διάταξη περί επιβολής συνολικών ποινών στους αναιρεσείοντες.
Κηρύσσει αθώο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ2, κάτοικο ..., του ότι στο ... έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της υπόθαλψης εγκληματία, δηλαδή της εν γνώσει ματαίωσης της δίωξης άλλον για κακουργήματα και πλημμελήματα, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης του εν λόγω πλημμελήματος (της υπόθαλψης), πλην όμως από εξωτερικά εμπόδια άσχετα της βουλήσεώς του, δεν πέτυχε το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα (της ματαίωσης της δίωξής του). Συγκεκριμένα επιχείρησε να ματαιώσει την καταδίκη του ΒΒ, κατοίκου ..., σε βάρος του οποίου διεξαγόταν κύρια ανάκριση για τα κακουργήματα της καλλιέργειας και συγκομιδής ναρκωτικών και για τα πλημμελήματα της αντίστασης κατά της αρχής και της απλής σωματικής βλάβης, από πρόθεση, πράξεις που τελέσθηκαν στις ... του Δήμου ... στις 24.9.2003. Τούτο δε έπραξε, επιχειρώντας κατά το χρονικό διάστημα 20-22/1/2004 και σε αδιευκρίνιστη ακριβέστερα ημερομηνία, να επηρεάσει τον μάρτυρα αστυνομικό της ΕΙΔΑΣΥΔΕ ..., ΒΒ, ώστε να καταθέσει ψευδώς ενώπιον της διενεργούσης την καμία ανάκριση Ανακρίτριας Ρεθύμνου ότι τάχα διατηρεί αμφιβολίες για την ταυτότητά του και ότι δεν αναγνωρίζει τον ως άνω δράστη, τον οποίο ο ίδιος κατέλαβε επ' αυτοφώρω μέσα στη φυτεία ινδικής κάνναβης και με τον οποίο ο συνάδελφός του αστυνομικός ΓΓ, πάλεψε, εντός της φυτείας, προκειμένου να τον συλλάβει, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί μάλιστα σοβαρά, στα παιδιά του. Ο ανωτέρω όμως μάρτυρας δεν επηρεάστηκε και κατέθεσε την αλήθεια, αναγνωρίζοντας τον άνω δράστη, ο οποίος, τελικώς, καταδικάστηκε πρωτόδικα για τις άνω πράξεις της με την υπ' αριθμ. 182/20.3.2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης.
Επεκτείνει το ως άνω αθωωτικό αποτέλεσμα ως προς τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ1, και ειδικότερα κηρύσσει αθώο τον ως άνω κατηγορούμενο του ότι κατά τον ως άνω αναφερόμενο τόπο και κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο παρέσχε στον συγκατηγορούμενό του Χ2 απλή συνδρομή στην τέλεση της αποδοθείσας σ' εκείνον ως άνω πράξης της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις ως άνω δύο αιτήσεις αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παρότρυνση σε ψευδορκία μάρτυρα. Απόπειρα υπόθαλψης εγκληματία. Απλή συνέργεια στις πράξεις αυτές. Υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογία απόφασης και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου για το έγκλημα της απόπειρας υπόθαλψης εγκληματία. Αναίρεση μερική καταδικαστικής απόφασης και κήρυξη καταδικασμένων αναιρεσειόντων αθώων για την πράξη αυτή. Αόριστος ο λόγος για κακή σύνθεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, αλλά δεν ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Δεν ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α΄ και Β΄ ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Υπόθαλψη εγκληματία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.