text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 152/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κλουδά, για αναίρεση της 217, 218, 219/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 851/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993 και του άρθρου 1 παρ. 12β' του Ν. 2207/1994, με τις οποίες καταργήθηκε η ποινή του θανάτου, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Κατά δε το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως είναι εκείνη, με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 44 παρ.1 του ΠΚ "η απόπειρα μένει ατιμώρητη, αν ο δράστης άρχισε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος ή πλημμελήματος, αλλά δεν την ολοκλήρωσε από δική του βούληση και όχι από εξωτερικά εμπόδια". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή, η υπαναχώρηση του δράστη με δική του βούληση και όχι από εμπόδια εξωτερικά, από την ολοκλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος επί μη πεπερασμένης απόπειρας, οία υπάρχει, οσάκις η προς το εγκληματικό αποτέλεσμα κατευθυνόμενη ενέργεια του δράστη άρχισε μεν, αλλά δεν συμπληρώθηκε και για το λόγο αυτό δεν επήλθε το ανήκον στην αντικειμενική υπόσταση αποτέλεσμα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 44§1 ΠΚ, ως άγων, σε περίπτωση παραδοχής του, στον αποκλεισμό του αξιόποινου της απόπειρας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 217, 218, 219/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, καταδικάστηκε για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος του Θ1, ληστεία σε βάρος του Σούπερ Μάρκετ "..." (που βρίσκεται στους ... και επί της οδού ..., παράνομη κατοχή όπλου, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, πράξεις που τέλεσε ευρισκόμενος σε κατάσταση μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρο 36 ΠΚ), σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαπέντε (15) ετών και έξι (6) μηνών, δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων, κατέθεσε εγγράφως τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι δεν ολοκλήρωσε την ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας όχι από εξωτερικά εμπόδια, αλλά από δική του βούληση, εφόσον, αν ήθελε να σκοτώσει τον Θ1 θα συνέχιζε να πυροβολεί εναντίον του μέχρι να επιτύχει το σκοπό του. Τον ισχυρισμό αυτό οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ανέπτυξαν και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "..., αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά : Ο κατηγορούμενος στις ... και ώρα περίπου 20:25', φέροντας μαζί του όπλο και έχοντας το πρόσωπό του καλυμμένο με ένα μαύρο γυναικείο εσώρουχο, εισήλθε στο κατάστημα Σούπερ Μάρκετ, "...", που βρίσκεται στους ..., επί της οδού .... Μετά την είσοδό του στο κατάστημα, με προτεταμένο το όπλο, κατευθύνθηκε στην υπάλληλο-ταμία του καταστήματος Τ1, που τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν στο διάδρομο ανάμεσα σε δύο ταμεία και απευθυνόμενος σ' αυτή της ζήτησε να του δώσει τα χρήματα από το ταμείο. Η εν λόγω υπάλληλος δεν αντέδρασε αρχικά, ενώ ο πελάτης του καταστήματος Θ1, που βρισκόταν πλησίον του ταμείου, απευθυνόμενος σ' αυτόν του είπε: "τι κάνεις ρε φίλε;". Τότε ο κατηγορούμενος έστρεψε το όπλο προς το μέρος του και πυροβόλησε εναντίον του, προτιθέμενος να τον σκοτώσει (βλ. καταθέσεις Θ1 και Τ1 όμως δεν πέτυχε το στόχο του διότι ο εν λόγω Θ1 έσκυψε αμέσως και η σφαίρα έφυγε πάνω από το κεφάλι του. Εν συνεχεία, πυροβολώντας στον αέρα, ανάγκασε την Τ1 να του παραδώσει τα χρήματα, που υπήρχαν και στα δύο ταμεία, όπως την παρότρυνε και η διευθύντρια του καταστήματος ..., που βρισκόταν σε γραφείο σε απόσταση τεσσάρων μέτρων περίπου απ' αυτά (ταμεία). Τοποθέτησε τα χρήματα σε πλαστική σακούλα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της διευθύντριας, όπου επίσης, με την απειλή του όπλου, ζήτησε χρήματα, τα οποία και αυτή του έδωσε. Το σύνολο των χρημάτων που ιδιοποιήθηκε κατά τον παραπάνω τρόπο ανερχόταν στο ποσό των 6.100,00 ευρώ. Ακολούθως κατευθύνθηκε προς την έξοδο, επιβιβάσθηκε στο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε και είχε αφήσει έξω από το κατάστημα και απομακρύνθηκε. Ο πελάτης του καταστήματος Θ1 τον ακολούθησε με το αυτοκίνητό του. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθεί, στη συμβολή των οδών ...και ..., διέκοψε την πορεία του και έστρεψε πάλι το όπλο εναντίον του (Θ1). Τότε ο Θ1 κτύπησε με το αυτοκίνητό του το μοτοποδήλατο ώστε ο κατηγορούμενος να χάσει την ισορροπία του. Πράγματι ο κατηγορούμενος έπεσε κάτω από το μοτοποδήλατο και με την πτώση του, του έφυγε το όπλο από τα χέρια οπότε ο εν λόγω Θ1 τον ακινητοποίησε μέχρι που έφθασαν αστυνομικοί και τον συνέλαβαν. Αποδείχθηκε, επομένως, πλήρως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της ληστείας, της απόπειρας ανθρωποκτονίας εις βάρος του Θ1, εντός του καταστήματος ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ όταν αυτός παρενέβη την ώρα που απειλούσε την ταμία του καταστήματος Τ1, καθόσον πυροβόλησε εναντίον του με σαφή πρόθεση να τον σκοτώσει, το οποίο αποφεύχθηκε διότι ο εν λόγω έσκυψε ενστικτωδώς, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, κατά τον παραπάνω χρόνο καθώς και της παράνομης κατοχής όπλου ... Κατόπιν αυτών το δικαστήριο κρίνει ομοφώνως ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων, αναγνωριζομένου ότι είχε μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό, κατά το άρθρο 36 ΠΚ, αφού γίνει δεκτός και ο σχετικός ισχυρισμός του και απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού του για απαλλαγή για την απόπειρα ανθρωποκτονίας".
Με αυτά που δέχθηκε, το ΜΟΕ Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί εκουσίας υπαναχωρήσεως από την τέλεση ανθρωποκτονίας σε βάρος του Θ1. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας ανθρωποκτονίας, για το οποίο καταδικάσθηκε αυτός, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, 42, 83, 299 §1 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες ορθά εφήρμοσε. Έτσι, απέκρουσε και την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 44 §1 ΠΚ, στην οποία στηρίζεται ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός, αφού δέχεται ότι η ενέργεια για την τέλεση του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας δεν ολοκληρώθηκε από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της βούλησης του δράστη και συγκεκριμένα ότι προτίθετο αυτός να σκοτώσει τον παθόντα, πλην δεν πέτυχε το σκοπό του, γιατί ο παθών έσκυψε αμέσως και η σφαίρα έφυγε πάνω από το κεφάλι του, ενώ, όταν, στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθεί ο παθών με το αυτοκίνητό του, διέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε και έστρεψε πάλι το όπλο εναντίον του, οπότε ο Θ1 κτύπησε με το αυτοκίνητό του το μοτοποδήλατο, ο κατηγορούμενος έπεσε κάτω, με την πτώση του του έφυγε το όπλο από τα χέρια και ο Θ1 τον ακινητοποίησε. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 §1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 42 §1 ΠΚ, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί αυτή του άρθρου 44§1 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4368/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 217, 218, 219/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα ανθρωποκτονίας, ληστεία κ.λ.π. και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί εκουσίας υπαναχωρήσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 42 § 1 ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Ληστεία.
| 0
|
Αριθμός 150/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασιλική-Καλλιρόη Μουμουτζή, περί αναιρέσεως της 678/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1013/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 105 Κ.Π.Δ., όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2408/1996, όταν ενεργείται προανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 2 Κ.Π.Δ., η εξέταση γίνεται όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 και 274 και εκείνος που εξετάζεται έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα άρθρα 103 και 104. Η κατά παράβαση του παρόντος άρθρου εξέταση είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, κατά τα άλλα εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31. Στο δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 31 κ.Π.Δ., που αναφέρεται στην προκαταρκτική εξέταση (όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003) ορίζεται ότι "αν όμως έγινε έγγραφη εξέταση του υπόπτου, η εξέταση αυτή δε μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά παραμένει στο αρχείο της Εισαγγελίας. Με την αντικατάσταση αυτή του άρθρου 105 Κ.Π.Δ. με τον παραπάνω Ν. 2408/1996 σκοπήθηκε, όπως από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού προκύπτει, να τερματισθεί το απαράδεκτο καθεστώς της παραβιάσεως των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στη διάρκεια της αυτεπάγγελτης (αστυνομικής) προανακρίσεως, που συνίσταται κυρίως στην απαγόρευση της επικοινωνίας του με συνήγορο πριν από την εξέταση του ως "μάρτυρα", γεγονός που θάλπει, κατά την κοινή πείρα, την πρακτική αυθαίρετων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δημιουργεί αρνητική προδιάθεση σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθίσταται πλέον υποχρεωτικό εκείνος, που έχει συλληφθεί ως δράστης ή σε βάρος του, οποίου υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται στην πράξη για την οποία διεξάγεται προανάκριση χωρίς προηγούμενη Εισαγγελική παραγγελία, να εξετάζεται σύμφωνα με ό,τι ισχύει για την εξέταση κάθε κατηγορουμένου, ώστε να αποκλείεται η μαρτυροποίησή του και να διασφαλίζεται το υπερασπιστικό του δικαίωμα, ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ρητά ότι η κατά παράβαση του πρώτου εδαφίου εξέταση του δράστη που έχει συλληφθεί ή του υπόπτου, είναι άκυρη και δεν λαμβάνεται υπόψη, εφαρμοζομένης κατά τα άλλα της παραπάνω .διατάξεως του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2004).
Επειδή, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Π.Δ. δεν απαγγέλλει ακυρότητα της κατά παράβαση αυτής αναγνώσεως και αξιολογήσεως μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν, είτε κατά τη διάρκεια αρμοδίως διαταχθείσης διοικητικής εξέτασης, η οποία μετά την ισχύ του ν. 3160/2003 εξομοιώνεται με την προκαταρκτική εξέταση, είτε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, εφόσον μετά την λήψη αυτών στο ανακριτικό στάδιο προέκυψαν τυχόν ενδείξεις ενοχής κατά του προσώπου που κατέθεσε αρχικώς ως μάρτυρας, ως δράστη της διωχθείσας πράξεως. 'Ομως, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου, των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 Κ.Π.Δ. δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περιπτ. δ' και 481 παρ. 1 περιπτ. β' Κ.Π.Δ., διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και στο δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 Κ.Π.Δ. να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του, επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 678/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου ο ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για εμπρησμό από αμέλεια. 'Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως, το Δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως και αξιολόγησε σε βάρος του την από την 5-6-2006 προανακριτική εξέτασή του ως μάρτυρα ενώπιον του αρχιπυροσβέστη ..., η οποία λήφθηκε πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, αφού η εναντίον του ποινική δίωξη ασκήθηκε την 23-2-2008, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας.
Επομένως σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και ανεξάρτητα από το αν αναγνώσθηκε ή όχι στο ακροατήριο η ανωτέρω προανακριτική κατάθεση (εν προκειμένω δεν αναγνώστηκε), επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και θεμελιώνεται η από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, του οποίου το πραγματικό προτείνεται από τον αναιρεσείοντα και ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθ. 511 του ΚΠΔ). Μετά από αυτά πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 678/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου της μαρτυρικής κατάθεσης που δόθηκε πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης. Αναιρείται για απόλυτη ακυρότητα η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως και αξιολόγησε σε βάρος του κατηγορουμένου την εξέτασή του ως μάρτυρα η οποία έγινε πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου με κάποιον από τους τρόπους που προ-βλέπει το άρθρο 72 του ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 151/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1993/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 εδάφ. Β' του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αν δε το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα της αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Όμως το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης για κρείσσονες (ισχυρότερες) αποδείξεις, όταν το αίτημα αυτό είναι αόριστο, όπως όταν δεν διευκρινίζεται η σχέση των ζητουμένων κρεισσόνων αποδείξεων με τη δικαζόμενη κατηγορία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005 επιτρέπεται σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις που αναφέρονται σε αυτό και ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών, ο δε συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 14.437/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό τον κατηγορούμενο για παράβαση του Α.Ν 86/67, ο εκπροσωπών αυτόν πληρεξούσιος δικηγόρος του "ζήτησε την αναβολή της παρούσης υποθέσεως προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί στη ρύθμιση της οφειλής και στη συνέχεια να προσκομισθεί η σχετική απόφαση ρύθμισης της οφειλής". Το άνω Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση του απέρριψε το αίτημα της αναβολής με την εξής αιτιολογία "όπως προκύπτει απ'τον φάκελο της προκειμένης δικογραφίας και στο παρελθόν είχε δοθεί η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε ρύθμιση της σχετικής οφειλής του (βλ. σχετικώς την υπ' αριθμ. 32783/29-6-2006 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης) και επειδή δεν είναι δυνατόν να αναβάλλεται συνεχώς η εκδίκαση της υποθέσεως για τον ίδιο λόγο, γιατί στην περίπτωση αυτή το σχετικό δικαίωμα του διαδίκου ασκείται καταχρηστικώς και είναι αντίθετο στο συμφέρον της δικαιοσύνης που συνίσταται στην κατά το δυνατόν ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων και την αποφυγή παραγραφής των εγκλημάτων, πρέπει να απορριφθεί το υποβληθέν ως άνω αίτημα αναβολής εκδικάσεως της κρινομένης υποθέσεως". Ακολούθως το δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως. Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο, στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης, απόφασή του, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο οδηγήθηκε στην απορριπτική, του παραπάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, παρεμπίπτουσα απόφασή του με τη συνδρομή των οποίων (λόγων) το φερόμενο ως σημαντικό αίτιο που είχε επικαλεσθεί για τη στήριξη του αιτήματός του, δεν ήταν πράγματι ικανό να οδηγήσει στην παραδοχή του αιτήματος και την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα, αιτιολογείται πλήρως ο λόγος για τον οποίο ασκείται το δικαίωμα του κατηγορουμένου καταχρηστικά και προς καταστρατήγηση της αρχής της ταχείας, κατά το δυνατόν, εκδίκασης των υποθέσεων, αναφέροντας συνάμα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την άνω κρίση. Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο, από το άρθρο 510 παρ.1 στιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967,με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος διατηρούσε στη ... επιχείρηση καφετέρια, στην οποία απασχολούσε με αμοιβή ως εργοδότης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, ήτοι σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Κατά το διάστημα των μηνών από 1-2002 μέχρι 9-2003 απασχόλησε μισθωτούς, ασφαλισμένους στο ΙΚΑ, για τους οποίους έπρεπε να καταβάλει, εντός 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος του κάθε μηνός του διαστήματος αυτού στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, ήτοι από 1-3-2002 έως 1-11-2003 α) ασφαλιστικές εισφορές που βάρυναν τον ίδιο (εργοδοτικές), ποσού 5.207,51 ευρώ τις οποίες δεν κατέβαλε και β) ασφαλιστικές εισφορές των ίδιων των εργασθέντων (εργατικές) ποσού 2.603,76 ευρώ, τις οποίες παρακράτησε για να αποδώσει στο ΙΚΑ, αλλά δεν τις απέδωσε. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως των αρθρ. 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν 86/67 και 375 παρ. 1 ΠΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/51 και του επέβαλε για την πρώτη πράξη ποινή φυλάκισης τριών μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων ευρώ και για τη δεύτερη ποινή φυλάκισης έξι μηνών και χρηματική ποινή πεντακοσίων ευρώ, συνολική δε επτά μηνών φυλάκιση και χρηματική ποινή εφτακοσίων ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Επομένως είναι αβάσιμοι οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τέταρτος, κατά ένα σκέλος του και έβδομος, λόγοι της αίτησης με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: α)η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αλληλοσυμπληρούμενη με το διατακτικό δεν είναι ελλιπής επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων στην επιχείρηση μισθωτών, ποιες ακριβώς ήταν οι αποδοχές καθενός και ποιο ήταν το ακριβές ποσό της εργατικής και εργοδοτικής εισφοράς για κάθε εργαζόμενο, δεδομένου ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, αφού, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως αυτές προεκτέθηκαν, κρίσιμα περιστατικά είναι μόνο η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ΠΕΕ ..., τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός, τα δε περιστατικά αυτά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, β) αφού το δικαστήριο δέχεται ότι ο χρόνος απασχόλησης των μισθωτών ήταν η χρονική περίοδος από 1/2002 έως 9/2003 και ο χρόνος καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ ήταν ένας μήνας από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός, στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία και ότι ο χρόνος τέλεσης των πράξεων ήταν το χρονικό διάστημα από 1-3-2002 έως 1-11-2003, δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω εξειδίκευση του χρόνου που έπρεπε να καταβληθούν οι επιμέρους μηνιαίες εργοδοτικές και παρακρατηθείσες εργατικές εισφορές, διότι τούτο δεν ασκούσε στην προκείμενη περίπτωση επιρροή στην παραγραφή των επίμαχων αξιόποινων πράξεων, δεδομένου ότι, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεν ανέκοπτε ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου κάποιας από τις μερικότερες πράξεις, αφού από την πάροδο και των 30 ημερών από τη λήξη κάθε μήνα της άνω περιόδου, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων εισφορών, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία, γ) με σαφήνεια εκθέτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος διατηρούσε ατομική επιχείρηση- καφετέρια επί της οδού ... και απασχολούσε στην επιχείρησή του, κατά τον άνω χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ. Η αιτίαση του κατηγορουμένου ότι δεν αναγνώσθηκε η ΠΕΕ, την οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι η άνω πράξη επιβολής εισφορών αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορίας, δεν δημιουργεί δε η μη ανάγνωση του απόλυτη ακυρότητα, αφού ο κατηγορούμενος προς αντίκρουση τούτου μπορούσε, κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ, να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες προς τούτο εξηγήσεις. Γι αυτό, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, κατ' ορθό χαρακτηρισμό, τέταρτος, κατά το έτερο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει, οίκοθεν, εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ.2 και 358 η άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτησή τους, για να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ο πέμπτος λόγος της ένδικης αιτήσεως όπως εκτιμάται, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ.1 εδ.δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, από το ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων δεν δόθηκε ο λόγος, από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, στο συνήγορό του αναιρεσείοντος που τον εκπροσώπησε, αυτεπαγγέλτως και χωρίς αίτησή του για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς την κατάθεση του κάθε μάρτυρα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, δεν καθιερώνεται υποχρέωση του διευθύνοντος να δίδει τον λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως για να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαίωμα. Τούτο δε, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στα οποία έχει περιληφθεί η μνεία ότι "ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και το συνήγορο του κατηγορουμένου αν θέλουν να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρακρατήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο και αυτοί απάντησαν αρνητικά", τηρήθηκαν τα διατασσόμενα στο άρθρο 358 ΚΠΔ.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πριν ο διευθύνων την συζήτηση κηρύξει το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας "ρώτησε τον Εισαγγελέα και το συνήγορο του κατηγορουμένου αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απήντησαν αρνητικά".
Συνεπώς ο έκτος λόγος της ένδικης αιτήσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ιδρύθηκε έτσι ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, διότι ο Πρόεδρος κήρυξε την λήψη της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένως να δώσει το λόγο στο συνήγορο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα "για τυχόν συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση", παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 368 ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αλλά ανεξαρτήτως αυτών η διάταξη του άρθρου 368 ΚΠΔ, κατά την οποία "αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος και εξετασθεί ο αστικός υπεύθυνος, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ρωτάει τον Εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση" δεν απαγγέλλει ακυρότητα για την περίπτωση μη τηρήσεώς της, ούτε παρακωλύεται από την παράλειψη αυτή η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο, διότι αυτός, αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, μπορεί να το ζητήσει, οπότε, αν ο διευθύνων τη συζήτηση την αρνηθεί, επέρχεται ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, στην προκειμένη δε περίπτωση, από τα αυτά ως άνω πρακτικά δεν προκύπτει ότι ο εκπροσωπήσας τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, συνήγορό του υπέβαλε σχετική αίτηση που δεν ικανοποιήθηκε.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.3) και τον ΚΠΔ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό το. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό β') "το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζήτησε δια του συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δίκη "να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ". Ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως προβλήθηκε, είναι εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν υπείχε υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτόν, στον οποίο εκ περισσού απήντησε. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' με τον οποίο προβάλλεται ότι χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, και γι'αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ, "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή παραπέμπει στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, ενώ είναι αδιάφορο αν ο κατηγορούμενος ήταν απών κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση. Επιπλέον αιτιολογία και αναφορά περιστατικών δεν χρειαζόταν. Επίσης συμμορφώθηκε το ανωτέρω Δικαστήριο και προς τη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 ΠΚ, αφού ρητώς αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι για την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, που επέβαλε στην αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη και τους οικονομικούς όρους αυτού και των υπ'αυτού συντηρουμένων μελών της οικογενείας του, μη υποχρεούμενο και στην περίπτωση αυτή σε ειδικότερο προσδιορισμό των επί μέρους περιστατικών και των λόγων εκ των οποίων οδηγήθηκε στην κρίση του.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως των ποινών, που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα, φυλακίσεως και χρηματικής. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2008 αίτηση-δήλωση του χ περί αναιρέσεως της υπ'αριθ. 14437/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του ΑΝ 86/67. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής λόγω σημαντικών αιτιών στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, για απόλυτη ακυρότητα εκ της μη ασκήσεως από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του των εκ των άρθρων 358 και 368 ΚΠΔ υπερασπιστικών δικαιωμάτων του. Απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών (ελαφρυντικών περιστάσεων) λόγω αοριστίας τους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 153/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Με κατηγορούμενο τον ..., και εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα τον Ε1.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 58408/30.190.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1518/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 390/30.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία την 463/22-7-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υπόθεσης σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 του Κ.Π.Δ., και εκθέτω τα εξής:
ΙΙ. Σύμφωνα με το α. 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 Κ.Π.Δ., δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού, και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο . Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της κύριας διαδικασίας (ΑΠ 532/2002 Π. Λόγος 2002.625, ΑΠ 1739/94 Υπερ. 1995.500, ). Τέλος την παραπομπή αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του Κ.Π.Δ., να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών όταν πρόκειται να εκδικασθεί από το Πενταμελές Εφετείο έφεση κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων με παθόντα Εφέτη που στο μεταξύ μετατέθηκε και υπηρετεί στο δικαστήριο που θα εκδικάσει την έφεση ( ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 731/2006 ) . Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα α. 137 περ.α! και β!, 132, 134 και 135 του Κ.Π.Δ. που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την εκδίκαση της εφέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο.
ΙΙΙ. Το Τριμελές Εφετείο (Ε') Αθηνών με την 7470α-7471/2008 απόφασή του καταδίκασε τον ...σε φυλάκιση δεκατεσσάρων μηνών για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση που τέλεσε στην Αθήνα στις 11-6-2003 και 12-6-2003 σε βάρος του Ε1 πρωτοδίκη Αθηνών . Ο παθών αυτός δικαστικός λειτουργός ήδη έχει τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την 361/4-11-2008 έφεση του καταδικασθέντος κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως . Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, και με αφορμή την από 16-10-2009 σχετική δήλωση - αναφορά του παραπάνω Εφέτη Ε1, ζητά με το παραπάνω (Ι) έγγραφό του να ορισθεί άλλο Εφετείο για να κρίνει την παραπάνω έφεση. Επειδή το αίτημα αυτό είναι, σύμφωνα με όσα παραπάνω (ΙΙ) εκτέθηκαν, νόμιμο και βάσιμο πρέπει να γίνει δεκτό και να ορισθεί ως αρμόδιο να εκδικάσει την 361/4-11-2008 έφεση του ... το Πενταμελές Εφετείο Πατρών και ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να ορισθεί ως κατά παραπομπή αρμόδιο να εκδικάσει την 361/4-11-2008 έφεση του ... κατά της 7470α-7471/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Ε') Πλημμελημάτων Αθηνών το Πενταμελές Εφετείο Πατρών και ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών .
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθαν. Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 136 περ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης από το κατά τα άρθρα αυτά αρμόδιο δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο. Η παραπομπή αυτή σε άλλο δικαστήριο γίνεται και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της κύριας διαδικασίας. Τέλος, την παραπομπή αυτήν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 137 του ΚΠΔ, να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας Εφετών, όταν πρόκειται να εκδικασθεί από το Πενταμελές Εφετείο έφεση κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων με παθόντα Εφέτη, που στο μεταξύ μετατέθηκε και υπηρετεί στο δικαστήριο που θα εκδικάσει την έφεση. Στην περίπτωση αυτήν, ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 137 περ. α' και β', 132, 134 και 135 του ΚΠΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά, παραπέμπει την εκδίκαση της εφέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 7470α - 7471/2008 απόφασή του καταδίκασε τον ..., σε φυλάκιση δεκατεσσάρων μηνών, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στην Αθήνα στις 11.6.2003 και 12.6.2003 σε βάρος του Ε1, Πρωτοδίκη Αθηνών. Ο παθών αυτός δικαστικός λειτουργός ήδη έχει τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την 361/4-11-2008 έφεση του καταδικασθέντος κατά της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως. Ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών και με αφορμή την από 16.10.2009 σχετική δήλωση - αναφορά του παραπάνω Εφέτη Ε1, ζητεί με την υπ' αριθ. 58408/30.10.2009 αίτησή του να οριστεί άλλο Εφετείο για να κρίνει την παραπάνω έφεση. Η αίτηση είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξαεις, ενόψει δε των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση που αφορά στην εκδίκαση της ως άνω έφεσης από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στο Πενταμελές Εφετείο Πατρών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την αίτηση.
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αφορά στην εκδίκαση της υπ' αριθ. 361/4.11.2008 εφέσεως του κατηγορουμένου ... κατά της υπ' αριθ. 7470α - 7471/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών στο Πενταμελές Εφετείο Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή. Παραπέμπεται η εκδίκαση εφέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως με εγκαλούντα δικαστικό λειτουργό, από το αρμόδιο Πενταμελές Εφετείο σε άλλο.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 149/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της 20/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με συγκατηγορούμενους τους 1)... και 2)....
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 946/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358. Από την άποψη αυτή, στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το δε έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 20/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ... για τις πράξεις α) της απλής συνέργειας σε από κοινού μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, που συνίστατο στο ότι αυτός, στις ..., ως οδηγός του με αριθ. κυκλ. ...ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνόδευε και προπορευόταν του με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με σκοπό να διευκολύνει τους συγκατηγορουμένους του ... και ..., οι οποίοι, ενεργώντας από κοινού, μετέφεραν, με το ως άνω αυτοκίνητο, στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας από το ... προς την ...ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους 76 κιλών και 900 γραμμαρίων, συγκεκριμένα δε έλεγχε την περιοχή και τη διαδρομή και, μέσω του κινητού του τηλεφώνου, ειδοποιούσε τους ανωτέρω για τυχόν παρουσία αστυνομικών μπλόκων και β) της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση, πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό του εντίμου προτέρου βίου, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 ετών και 1 μηνός και χρηματική ποινή 20.000 €. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντων εγγράφων, πρακτικών πρωτόδικης αποφάσεως, απολογιών κατηγορουμένων), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "...Ο δεύτερος κατηγορούμενος συμφώνησε ακόμα με τον τρίτο (τον αναιρεσείοντα) να τον βοηθήσει στην εκτέλεση του εγκληματικού του σκοπού και να συμβάλει στην ασφαλή πραγμάτωση της μεταφοράς των ναρκωτικών έναντι αμοιβής 450 ευρώ, και να ενεργήσει ως προπομπός, όπως και πράγματι ενήργησε. Καθόσον αποδείχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος προπορευόταν του οχήματος που μετέφεραν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι τα ναρκωτικά, οδηγώντας αυτοκίνητο, ώστε να ελέγχει την παρουσία αστυνομικών κατά τις διαδρομές και να ειδοποιεί τους προαναφερόμενους μεταφορείς που ακολουθούσαν με τη χρήση του κινητού τηλεφώνου του, για να λαμβάνουν τα κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα προς αποφυγή του εντοπισμού και της σύλληψής τους. Τέτοιο τηλεφώνημα διαπιστώθηκε ότι έγινε από το κινητό τηλέφωνο του τρίτου κατηγορουμένου στο κινητό τηλέφωνο του δεύτερου κατηγορουμένου, λίγα λεπτά πριν από τον έλεγχο των αστυνομικών. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η συμφωνία ήταν να μεταφέρουν λαθραία τσιγάρα και ότι αναγκάστηκαν να παραλάβουν τα ναρκωτικά, επειδή τους απείλησαν οι Αλβανοί που τα φόρτωσαν στο πρώτο αυτοκίνητο, καθόσον τα περιστατικά αυτά κανένας δεν τα επικαλέσθηκε κατά την προανακριτική τους απολογία, άλλωστε από το ...που τα φόρτωσαν μέχρι το σημείο ελέγχου των αστυνομικών ταξίδευαν δύο ώρες, έτσι ώστε είχαν τη δυνατότητα, αν ήταν αληθής ο παραπάνω ισχυρισμός τους να τα πετάξουν". Και ναι μεν, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι προανακριτικές απολογίες του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορούμενων του δεν αναφέρονται στα πρακτικά μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, ούτε προκύπτει από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου ολόκληρες ή περικοπές τους. Πλην, από τα αυτά πρακτικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε προς υπεράσπισή του, στο ακροατήριο, ότι και αυτός είχε συμφωνήσει τη μεταφορά λαθραίων τσιγάρων και ότι, κατόπιν απειλών από μέρους των Αλβανών, αναγκάστηκαν οι κατηγορούμενοι να παραλάβουν ναρκωτικά και, επομένως, ο ως άνω ισχυρισμός δεν τον αφορά. Άλλωστε, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή του αναιρεσείοντος στα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες) και όχι ευθέως στις προανακριτικές απολογίες του ιδίου και των συγκατηγορουμένων του, οι οποίες δεν θεμελίωσαν την ενοχή του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως των προανακριτικών απολογιών του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, που δεν αναγνώσθηκαν, έχει αποτραπεί, αφού αυτές δεν έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη στήριξη της περί ενοχής του κρίση στην προανακριτική του απολογία που δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4818/2009) αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 20/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απλή συνέργεια σε από κοινού μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη λήψη υπόψη προανακριτικών απολογιών που δεν αναγνώσθηκαν, γιατί η ακυρότητα αυτή έχει αποτραπεί, αφού δεν προέκυψε ότι οι προανακριτικές απολογίες λήφθηκαν αμέσως υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, αλλά η κρίση για την ενοχή στηρίχθηκε στα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 148/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Πανούση, περί αναιρέσεως της 1097/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 550/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο. Το αδίκημα της σωματικής βλάβης που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου είναι υπαλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα και συνίσταται είτε στην προξέννηση σωματικής κακώσεως είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος και διαβαθμίζεται αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι επουσιώδης έχει επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη που έχει ήπιες συνέπειες. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης απαιτείται κατά τη ρητή επιταγή της άνω διατάξεως, πρόθεση (δόλος), που περιέχει την γνώση και θέληση πραγματώσεως των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως, δηλαδή τη γνώση και θέληση προκλήσεως σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του, αρκεί δε, εφ' όσον ο νόμος δεν διακρίνει, οποιαδήποτε μορφή δόλου, που μπορεί να είναι είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, αλλά σ'αυτήν την τελευταία περίπτωση θα πρέπει σαφώς να προσδιορίζεται στην απόφαση. Κατά το άρθρο 361 του Π.Κ., όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης απαιτείται να διατυπωθούν από το δράστη γραπτά ή προφορικά, για κάποιον άλλον, λέξεις ή φράσεις που, κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του, είτε περιφρόνηση γι' αυτόν από τον δράστη ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή άλλου. Η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αλληλοσυμπλήρωση αυτή προϋποθέτει αναφορά ορισμένων από τα άνω περιστατικά στο αιτιολογικό της απόφασης και παραπομπή κατά τα λοιπά στο διατακτικό της. Εξ άλλου η αναφορά των περιστατικών αυτών συνίσταται στην έκθεση των εμπιπτόντων στο πραγματικό της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής διατάξεως γεγονότων. Στα εν λόγω νομικώς αξιόλογα γεγονότων, περιλαμβάνονται ιδίως πράξεις, ψυχικές καταστάσεις, φυσικά φαινόμενα, πράγματα, πρόσωπα, σχέσεις τόπου, χρόνου και αιτιότητος και καταστάσεις εν γένει, δεν αρκεί δε να μνημονεύονται με γενικές τυποποιημένες φράσεις, που προσήκουν σε κάθε περίπτωση, αλλ' απαιτείται να διαλαμβάνονται πραγματικώς ως ιστορικά γεγονότα, ήτοι εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα γνωρίσματα βιοτικά συμβάντα με αναφορά τους έστω και μερικώς στο αιτιολογικό που θα συμπληρωθεί από το διατακτικό κατά την ουσία, το ποιόν, το ποσό, τον τόπο και χρόνο και τις σχέσεις τους. Έτσι έλλειψη της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει όταν είναι εντελώς τυπική η αιτιολογία της αποφάσεως προς την οποία εξομοιώνεται και η αιτιολογία που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος στην απόφαση αποδεικτικών μέσω τα εξής: "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα ..., την 15.11.2005, 1) με πρόθεση προξένησε στον μηνυτή ... εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας αυτού και συγκεκριμένα τον κτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο και στο κεφάλι και υπέστη εκδορές γωνίας στόματος, κάτω σιαγόνας δεξιάς πορείας δεξιάς τραχηλικής χώρας και πτερυγίου δεξιού ωτός, η δε προξενηθείσα σωματική βλάβη είναι εντελώς ελαφρά, 2) με λόγια και μάλιστα με τις φράσεις "κωλόπαιδο, πούστη, μαλάκα, σου γαμώ το Χριστό και την Παναγία που απηύθυνε στον ως άνω μηνυτή πρόσβαλε την τιμή αυτού. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις παραπάνω πράξεις". Η αιτιολογία αυτή αναφορικά με τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω πράξεων στοιχεία αποτελεί απλή επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το κατ' έφεση δικάσαν άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αφ' ενός εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και αφ' ετέρου της εξύβρισης και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 30 ημερών για κάθε πράξη και συνολικά σε ποινή φυλάκισης σαράντα ημερών, που ανεστάλη επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Δεν εκτίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την πρόθεση του κατηγορουμένου και δεν γίνεται ουδεμία αναφορά στις συνθήκες από τις οποίες τελέσθηκαν οι ως άνω πράξεις αλλά η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική επανάληψη των περιστατικών που αναγράφονται στο διατακτικό. Επί πλέον με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διευκρινίζεται όσον αφορά την πράξη της σωματικής βλάβης εάν προκλήθηκε στον εγκαλούντα μόνον σωματική κάκωση με πλήγματα από τον κατηγορούμενο με τα χέρια στο κεφάλι του παθόντος ή και με βλάβη της υγείας του τελευταίου που αποτελεί διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών και αν αυτή ήταν ανεξάρτητη ή όχι των ενεργειών του κατηγορουμένου στο σώμα του παθόντος, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει σαφώς αν η σωματική βλάβη προξενήθηκε υπό την διπλή μορφή της σωματικής κακώσεως και βλάβης της υγείας και ποιες ήταν οι συνέπεια της δεύτερης μορφής τέλεσης του αδικήματος για να διαβαθμιστεί αναλόγως της σπουδαιότητός της. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1097/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
α΄) Σωματική βλάβη εντελώς ελαφρά. β΄) Εξύβριση. Καταδικαστική απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τις άνω πράξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως τυπικής και αναιρείται η απόφαση στο σύνολο για να συζητηθεί εκ νέου από το Δικαστήριο της ουσίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη απλή, Εξύβριση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 147/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ.13948/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 648/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξή εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 308/23-9-2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, την από 14-4-2009 αίτηση αναίρεσης της ..., που ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κων. Ζαρκαδούλα κάτοικο ... κατά της 13948/17-2-2009 απόφασης του Α Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή της κατά της 101515/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που την καταδίκασε συνολικά σε φυλάκιση δέκα μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ΕΥΡΩ για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ (ΑΝ 86/67 ), και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της δεν είναι "καταδικαστική", (ΑΠ 588/1997 ΠΧ! 1998. 140, Α.Π. 1041/2000, Α.Π. 595/2000). Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό: α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ..
ΙΙΙ. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 14-4-2009 δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση και στρέφεται κατά της 13948/17-2-2009 απόφασης του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή της κατά της 101515/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που την καταδίκασε συνολικά σε φυλάκιση δέκα μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ΕΥΡΩ για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ (ΑΝ 86/67). Η αίτηση αυτή αναίρεσης που στρέφεται κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δεν είναι "καταδικαστική", δεν ασκήθηκε νομότυπα, αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναίρεσης ως απαράδεκτη β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτή τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
Εντελώς επικουρικά πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η παραπάνω δήλωση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι: α) αυτή ασκήθηκε και υπογράφεται από την δικηγόρο Κ. Ζαρκαδούλα χωρίς να προσκομίσει ειδικό πληρεξούσιο ή ειδική εντολή (άρθρα 96 και 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), β) η ιδιότητα αυτής ως εκπροσώπου της κατηγορουμένης στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν τις δίδει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση επειδή η απόφαση που εκδόθηκε δεν είναι καταδικαστική (Α.Π. 133/2002 Πράξη και Λόγος 2002/46, Α.Π. 350/2001 Ποιν.Χρον. ΝΑ/1085).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 14-4-2009 αίτηση αναίρεσης της ... κατά της 13948/17-2-2009 απόφασης του Α Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.-
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ.1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1, δηλ. από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 14-4-2009 δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της 13948/17-2-2009 απόφασης του Α' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεσή της κατά της 101515/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που την καταδίκασε συνολικά σε φυλάκιση δέκα μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ΕΥΡΩ για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο ΤΕΒΕ (ΑΝ 86/67). Η αίτηση αυτή αναίρεσης που στρέφεται κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δεν είναι "καταδικαστική", δεν ασκήθηκε νομότυπα, αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης (αρθρ. 474παρ. 1 ΚΠ.Δ.). Κατόπιν αυτών, πρέπει το Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτή τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 14-4-2009 αίτηση αναίρεσης της ... κατά της 13948/17-2-2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Η απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Η αναίρεση ασκήθηκε μη νομότυπα (ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου). Απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 146/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Κωνσταντέλλο και Νικόλαο Πατσούρα, περί αναιρέσεως της 5/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδροβιτσανέα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 562/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-4-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α του ν. 2408/1996, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπική έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, στη θέση της υπογραφής του εκδότη, αδιάφορο αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρήση και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου το έγκυρο ή άκυρο της υποκειμένης σχέσεως και το γεγονός της υπάρξεως συναλλαγών ή λογαριασμών μεταξύ του εκδότη της επιταγής που δεν πληρώθηκε και του πληρωτή είναι αδιάφορο για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος. Ακόμα η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης, με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ. 5 κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ. 2 εδ. α' του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 40-47 του ν. 5960/1933, συνάγεται ότι (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ. 3 του νόμου 3472/2006 (ΦΕΚ 135Α/4-7-2006), δικαιούχος της έγκλησης δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του δικαιουμένου σε έγκληση προηγούμενου κομιστή δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιουμένου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή (Ολ. ΑΠ 23/2007 και 24/2007). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του Κ.Π.Δ. μέχρι το τέλος πολιτικής δίκης, επί ζητήματος που εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο και ανήκει στην αρμοδιότητά του, έχει δε σχέση με την ποινική δίκη, παρεμπίπτουσα απόφαση πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 5/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο εγκαλών με τη μεσολάβηση του κουμπάρου του, ΑΑ, προς οικονομική διευκόλυνση του κατηγορουμένου, περί τα τέλη του έτους 2003 τον δανειοδότησε με το ποσό των € 32.000,00. Για την εξασφάλιση της επιστροφής του ποσού του δανείου, ο κατηγορούμενος στον ... στις 2.5.2005 εξέδωσε σε διαταγή του αδελφού του ΒΒ την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού € 32.000,00, πληρωτέα στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (υποκατάστημα ...), από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του ως άνω εκδότη, αυτός δε (ΒΒ) παρέδωσε τον τίτλο χωρίς οπισθογράφηση, στον ΑΑ, ο οποίος έγινε κομιστής αυτής. Ο τελευταίος παρέδωσε την ως άνω επιταγή στον εγκαλούντα, ΨΨ, εμφανιζόμενος πλέον στον τίτλο, σύμφωνα με την πιο πάνω σκέψη, ως έχων απ' ευθείας συμβληθεί με τον τελευταίο οπισθογράφο, ήτοι τον ΒΒ, χωρίς να θεωρείται εκδοχέας του άνω ΑΑ και στις 6.5.2005 οπισθογράφησε αυτήν στην Τράπεζα Πειραιώς με την ένδειξη: "Πληρώσατε σε διαταγή της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. αξία που πιστώθηκε στον λογ/σμο No ..." και στις 10.5.2005, ήτοι εντός της νόμιμης 8ήμερης προθεσμίας η εν λόγω επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε ελλείψει επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων, την έλλειψη δε αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος τόσο κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής αυτής όσο και κατά την πληρωμή της. Από το σώμα της πιο πάνω επιταγής προκύπτει ότι υπάρχει αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και επομένως η υπό του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου υποβληθείσα ένσταση περί απαραδέκτου της έγκλησης τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Απορριπτέος επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε καμμία συναλλαγή με τον εγκαλούντα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε για την εξασφάλιση της επιστροφή του ποσού των € 32.000,00 που έλαβε αυτός (κατηγορούμενος) ως δάνειο. Τέλος και ο ισχυρισμός ότι η ως άνω επιταγή που εκδόθηκε συμπεριλαμβάνει τοκογλυφικούς τόκους κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Σημειώνεται ότι, προς επίρρωση του τελευταίου ισχυρισμού του ο κατηγορούμενος προσκομίζει τις εκδοθείσες απ' αυτόν σε διαταγή του ιδίου, υπ' αριθμ. (α) ... τραπεζική επιταγή, της Τράπεζας Alpha Bank, ποσού € 17.000,00, με ημερομηνία έκδοσης 15.4.2004, (β) ... τραπεζική - επιταγή της ίδιας Τράπεζας, ποσού € 15.000,00 με ημερομηνία έκδοσης 15.10.2004 και (β) ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 15.000,00, με ημερομηνία έκδοσης 28.2.2005, οι οποίες όμως δεν φέρεται ότι έχουν μεταβιβασθεί με οποιονδήποτε τρόπο στον εγκαλούντα. Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας μετά από απόρριψη όλων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα κρίση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 14 μηνών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, μετέτρεψε δε την ποινή φυλάκισης σε χρηματική προς 4,40 ευρώ καθεμία ημέρα φυλάκισης. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα, ήτοι μάρτυρες και έγγραφα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως έχει αντικατασταθεί, την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Αναφέρεται επίσης ότι κάτοχος και (τελευταίος) κομιστής της επιταγής ήταν ο εγκαλών, καθώς και ο χρόνος εμφάνισης της επιταγής αυτής στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή και η μη πληρωμή της από έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Επίσης γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, καίτοι δεν ήταν αναγκαία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή της επιταγής που αυτός εξέδωσε, του ακάλυπτου δηλαδή αυτής, αφού όπως αναφέρθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ν. δ/τος 1325/1972) ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, της ελλείψεως νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου η αιτίαση που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναιρέσεως, για απόρριψη με ανεπαρκή αιτιολογία του αιτήματός του αναβολής της δίκης στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έκδοση απόφασης από το πολιτικό δικαστήριο επί της σχετικής ανακοπής του, κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (αρχή 5ης σελίδας) το αίτημα αυτό υποβλήθηκε όλως αόριστα (δεν προσδιοριζόταν σε ποίο στάδιο διαδικασίας βρισκόταν η πολιτική δίκη) μετά από αντίστοιχη επίσης αόριστη εισαγγελική πρόταση και εντεύθεν το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι δεν είχε υποχρέωση να συμπεριλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος του τότε εκκαλούντος - κατηγορουμένου, συμπεριέλαβε τοιαύτη (σελ. 5 προσβαλλομένης απόφασης). Επίσης απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως αβάσιμες περί: α) ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δευτεροβάθμιας δίκης, που υπέβαλε ο εκπροσωπών τότε αυτόν πληρεξούσιος δικηγόρος προκειμένου να προσκομιστούν από τον πολιτικώς ενάγοντα - εγκαλούντα τα παραστατικά αναλήψεως από αυτόν από τις Τράπεζες του ποσού των 32.000 Ευρώ (όσο το ποσό της ακάλυπτης επιταγής), για να αποδειχθεί ότι πρόκειται για επιταγή καλύπτουσα μόνο τοκογλυφικούς τόκους, όπως είχε διατάξει με την προηγούμενη υπ' αριθμ. 546/2008 παρεμπίπτουσα απόφαση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, που σιωπηρά ανακάλεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προχωρώντας στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν. αφού όπως έχει προαναφερθεί το έγκυρο ή άκυρο της υποκειμενικής σχέσης ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί για τη θεμελίωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και β) ως προς την απόρριψη της ενστάσεως περί μη νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος - εγκαλούντος, καθόσον με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει πως ο Ψ έγινε κάτοχος, τελευταίος κομιστής και αυτός που εμφάνισε την επίδικη επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε και έτσι δικαιούχος της απαιτήσεως των 32.000 ευρώ μετά την παραλαβή της από την πληρώτρια Τράπεζα (βλ. σελ. 7-8 της προσβαλλόμενης απόφασης). Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρω των έξι μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα τρία και ανωτέρω από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής της ποινής, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Αιτιολογία δεν συνιστά το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία το ποινική μητρώο του κατηγορουμένου και το ότι δεν είναι δυνατόν λόγω της μη αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του στο ακροατήριο να διαπιστωθεί κατόπιν σχετικής του δηλώσεως, αν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως ή όχι για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρω των έξι (6) μηνών. Έτσι όμως υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και είναι κατά το μέρος αυτό, αναιρετέα κατά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως σαφή και ορισμένο χωρίς να απαιτείται να είναι βάσιμος, όπως συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση που η αίτηση είναι παραδεκτή και περιέχει, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει, μετά την αυτεπάγγελτη έρευνα του περί υπέρβασης της εξουσίας λόγου αναίρεσης και παραδοχή αυτού ως βασίμου, να αναιρεθεί εν μέρει η πληττόμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το μέρος τούτο (και το προηγούμενο αυτού περί αναστολής ή μη της εκτέλεσης της ποινής αυτής) στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ). Τέλος δεν πρέπει να επιδικαστούν δικαστικά έξοδα στον παραστάντα πολιτικώς ενάγοντα λόγω της μερικής παραδοχής της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς κατά ένα μέρος ήτοι μόνο ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή στον αναιρεσείοντα. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση κατά το ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Λόγοι από την υποκειμενική σχέση δεν επηρεάζουν την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος. Αιτιολογία απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου και για σχετικό αίτημα αναβολής κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ. Απόρριψη λόγων εκ του άρθρου 510 § 1 περ. Δ και Ε ΚΠΔ. Εφαρμογή (αυτεπάγγελτη) του άρθρου 99 § 1 ΠΚ. Αναίρεση εν μέρει καταδικαστικής απόφασης για αρνητική υπέρβαση εξουσίας λόγω μη αιτιολογίας για μη αναστολή εκτέλεσης ποινής μικρότερης των δύο ετών (14 μηνών), αλλά μετατροπής αυτής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Τραπεζική επιταγή, Ποινής μετατροπή.
| 0
|
Αριθμός 145/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3, 2) Χ4, 3) Χ5, 4) Χ6 και 5) Χ7.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιουνίου 2009 και 4 Ιουνίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη με αριθμό 310/23.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.: α) την 119/4-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Αγ. Συρίδου σύμφωνα με την από 3-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την 138/26-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Αγ. Συρίδου σύμφωνα με την από 25-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του ίδιου 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 2281/2004 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους κατηγορουμένους 1) Χ3, 2) Χ2, 3) Χ4, 4) Χ1, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, για να δικαστούν οι μεν τέσσερις πρώτοι για απάτη από κοινού από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα το δε συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και οι λοιποί για άμεση συνεργεία στην άνω απάτη από δράστες. ενεργούν κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος άνω των 15,000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι 1) Χ3, 2) Χ2, 3) Χ4, 4) Χ1, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, άσκησαν τις από 18-6-2004, 18-6-2004, 18-6-2004, 18-6-2004, 17-6-2004, 29-6-2004, 17-6-2004 αντίστοιχα εφέσεις τους που έχουν κατατεθεί με αριθμούς 314/2004, 315/2004, 316/2004, 317/2004, 328/2004, 337/2004 και 327/2004 ζητώντας τα όσα αναφέρονται σ' αυτές. Οι εφέσεις αυτές απορρίφθηκαν στην ουσία τους με το 3107/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο μάλιστα συμπλήρωσε το πρωτόδικο βούλευμα με την μορφή που αναφέρεται σ' αυτό . Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν αναίρεση οι 1) Χ3, 2) Χ4 και 3) Χ2, κάτοικοι ..., η οποία έγινε δεκτή με την 2114/2006 απόφαση του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο. Μετά από αυτά εκδόθηκε το 795/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε και πάλι τις εφέσεις ως αβάσιμες στην ουσία και διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα με την μορφή που αναφέρεται σ' αυτό. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησε αναίρεση ο κατηγορούμενος Χ2, κάτοικος ..., η οποία έγινε δεκτή με την 1392/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο. Ύστερα από αυτά εκδόθηκε το 551/2009 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου Εφετών το οποίο απέρριψε τις παραπάνω εφέσεις ως αβάσιμες στην ουσία τους και διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα με την μορφή που αναφέρεται σ' αυτό. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος 551/2009 στρέφονται ήδη οι δύο παραπάνω αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε: Α) στον πρώτο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 17-6-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του ειδικού φρουρού ... του Α.Τ. ..., και Β) στον αντίκλητο δικηγόρο του Χ. Σαμαρά στις 29-5-2009, όπως προκύπετι από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτός στις 4-6-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αθρ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Α. Συρίδου, σύμφωνα με την από 3-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή του προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται. πρωτοδίκου βουλεύματος. Το ίδιο βούλευμα επιδόθηκε: Α) στον δεύτερο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 17-6-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του ειδικού φρουρού ... του Α.Τ. ..., και Β) στον αντίκλητο δικηγόρο του Χ. Σαμαρά στις 29-5-2009, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτός στις 26-6-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Α. Συρίδου, σύμφωνα με την από 25-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή του προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται. Οι κατηγορούμενοι με τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεώς τους στρέφονται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος, που τους παρέπεμψε για κακούργημα (αρθ. 482 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ), και ζητούν την εξαφάνισή του για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του ΚΠΔ). Επειδή οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν στην ουσία τους.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 1636/2006 ΠΧ' 2007.734, ΑΠ 1167/2006 ΠΧ' 2007.429). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1521/2006, ΑΠ 1321/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 1944/2003). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ'2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ'2002 .689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003 . 24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996. 358).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 22/1/1990 συμφωνητικού, συστήθηκε η εδρεύουσα στον ... και επί της οδού ... αρ. ... ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε-1 O.E." ενώ, με την από 22.7.2000 τροποποίηση του καταστατικού της, ορίσθηκαν ως συνδιαχειριστές αυτής (εταιρείας) και εκπρόσωποι της οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την σημείωση ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών Χ3 μπορούσε και μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρεία. Με την υπ' αριθμ. 28206/206/98/Ν2601/98/ 31.7.1998 απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, η ως άνω εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2601/98 για ειδική επένδυση της επιχειρήσεως παραγωγικής δαπάνης συνολικού ύψους 90.000.000 δραχμών και ειδικότερα για αγορά συγκεκριμένου μηχανολογικού εξοπλισμού. Με την υπ' αριθμ. 12793/9-8-2000 απόφαση του αυτού ως άνω Υφυπουργού Αναπτύξεως και κατόπιν της από 1.6.2000 (12793) αιτήσεως της περί ης πρόκειται ομόρρυθμης εταιρείας, τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της 31-7-1998 και εγκρίθηκε η αντικατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού της ειδικής επενδύσεως που προαναφέρθηκε, χωρίς, όμως, αύξηση του κόστους αυτής (επενδύσεως). Κατόπιν τούτων, η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρεία, προμηθεύθηκε, μέσω της εδρεύουσας στην ... Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ" μηχανολογικό εξοπλισμό, Ιταλικής προελεύσεως και ειδικότερα προμηθεύθηκε: α) μια αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας, του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των ογδόντα επτά εκατομμυρίων (87.000.000) δραχμών και β) μία μηχανή προετοιμασίας φοντιού, του οίκου B.D.F. MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών. Για τις πωλήσεις - προμήθειες, που προαναφέρθηκαν, εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, και το υπ' αριθμ. .../19.10.2000 δελτίο αποστολής. Τα μηχανήματα μετέφερε στις εγκαταστάσεις της, περί ης ο λόγος ομόρρυθμης εταιρείας, η μεταφορική εταιρεία ALISPED ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ έναντι του ποσού των 382.098 δραχμών, καταβλήθηκαν δε για έξοδα της μεσολαβήσασης τραπέζης εργασίας 250.000 δραχμές. Την 8.12.2000, η παραπάνω Ομόρρυθμη Εταιρεία, υπέβαλε αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης, για την ολοκλήρωση της επενδύσεως και την οριστικοποίηση του κόστους αυτής. Την 18.12.2000, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 27134 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, εγκρίθηκε η συγχώνευση της "Ε-1 O.E." με την εταιρεία "Ε-2 O.E.", άνευ αλλαγής της μετοχικής συνθέσεως της και υπό τον όρον ότι, η νέα επιχείρηση που θα προέκυπτε από την συγχώνευση, θα είχε την μορφή Ε.Π.Ε. Τελικά, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 7625/ΔΒΕ 1365/29.3.2001 απόφαση ολοκληρώσεως του Υφυπουργού Αναπτύξεως, παρατάθηκε ο χρόνος πραγματοποίησης της επένδυσης μέχρι την 20.12.2000, οριστικοποιήθηκε το ενισχυόμενο κόστος της επενδύσεως στο ύψος των 90.000.000 δραχμών και το ύψος της επιχορηγήσεως στο ποσό των 36.000.000 δραχμών (ποσοστό 40% του συνολικού ύψους της ενισχυόμενης επενδύσεως), ενώ ορίσθηκε, η 9.11.2000, ως ημερομηνοχρονολογία ολοκληρώσεως της επενδύσεως και καταβλήθηκε αμέσως, από το Δημόσιο, ως επιχορήγηση το ποσόν των 36.000.000 δραχμών. Εκ των υστέρων και για την νομιμότητα της γενομένης επενδύσεως, διενεργήθη έλεγχος από αρμοδίους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε, και αφού συγκεντρώθηκαν στοιχεία μετά από επιμελή έρευνα, που έγινε σχετικά με την εταιρεία "Ε-3 ΕΠΕ", στην επιχείρηση Δ. Τ MAC ΕΠΕ, που προμήθευσε στην ως άνω επιχείρηση "Ε-3 ΕΠΕ" τα παραπάνω αναφερόμενα μηχανήματα, την μεταφορική επιχείρηση "ALISPED ΕΑΑΑΣ ΕΠΕ", που μετέφερε τον παραπάνω μηχανολογικό εξοπλισμό απευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" και τη τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS S.A. διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Η αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμόν σειράς παραγωγής ..., πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση MOLINA BIANCHI SPA στην Αγγλική εταιρεία KYS TRADING LIMITID VAT ... αντί ποσού 141.705.297 Ιταλικών λιρετών ή 24.937.723 δραχμών, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολογίου πωλήσεως και αποσταλείσης αυτής (μηχανής) απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος, το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών (Τ.Π.Υ). Την ιδίαν ημέραν της αγοράς του παραπάνω μηχανήματος (13.10.2000) η προμνησθείσα αγοράστρια αυτού Αγγλική εταιρεία, τιμολόγησε αυτό στην "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολόγιο, αντί του ποσού των 82.600.000 δραχμών, η τελευταία δε ("Δ.Τ. MAC ΕΠΕ") μεταπώλησε αυτό, με το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο της, στην "Ε-1 O.E.", δηλαδή στην εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, αντί του χρηματικού ποσού των 87.000.000 δραχμών. To κόστος μεταφοράς του μηχανήματος και τα έξοδα της Τραπέζης (πληρωμή μέσω Τραπέζης από την KYS TRAIDING LIMITED) ανήλθαν στο ποσό των 431.825 δραχμών (269.473 δρχ. μεταφορικά και 162.352 δρχ. έξοδα Τράπεζας). Δηλαδή, η εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, προμηθεύθηκε τελικώς το παραπάνω μηχάνημα από την MAC ΕΠΕ αντί 87.000.000 δραχμών και συνεπώς σε τιμή 248,87%, υψηλότερη της αρχικής τιμής πωλήσεως από την Ιταλική εταιρεία. Επίσης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η μηχανή προετοιμασίας φοντιού του οίκου B.D.F MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση OFFICINA MECCANICA B.D.F. SRL στην Αγγλική επιχείρηση KYS TRADING LIMITED, με τo uπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο, αντί 1.071.736 δραχμών και εστάλη απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της ιδίας ως άνω μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ύψους 112.625 δραχμών. Την ίδια ημέρα αγοράς του μηχανήματος (12-10-2000) η Αγγλική Εταιρεία, πώλησε αυτό στην "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο και αντί 2.600.000 δραχμών και η "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ" το μεταπώλησε στην εταιρεία "Ε-1 O.E.", με το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, αντί 3.000.000 δραχμών. Ενόψει αυτών, προκύπτει ότι το πρώτο μηχάνημα, που πωλήθηκε από την ρηθείσα Ιταλική επιχείρηση αντί 24.937.723 δραχμών, το προμηθεύθηκε η "Ε-1 O.E." αντί 87.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή κατά 248,87% υψηλότερη της τιμής πωλήσεως από την Ιταλική επιχείρηση, όπως ήδη έχει ανωτέρω επισημανθεί, και το δεύτερο μηχάνημα το προμηθεύθηκε αντί ποσού 3.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή 179,92% μεγαλύτερη της τιμής πωλήσεως του. Η Αγγλική Εταιρεία KYS TRADING LIMITED και η "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ" έχουν ως διαχειριστές τα αυτά πρόσωπα και ειδικότερα τους, υπό στοιχ. 5°, 6° και 7° στην αρχή του παρόντος μνημονευομένους κατηγορουμένους, έχουν δε οι ειρημένες, ως άνω εταιρίες ως αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών τους, την συνεργασία, τους με εταιρείες που συμμετέχουν σε προγράμματα με επιχορηγήσεις του Δημοσίου και την μεταπώληση των αγοραζομένων μηχανημάτων, προκειμένου να καλύπτονται οι δικές τους συμμετοχές και να ωφελούνται παρανόμως από την διαφορά της επιχορηγήσεως. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος κατηγορούμενοι γνώριζαν: α) ότι οι 5ος, 6ος και 7ος κατηγορούμενοι είχαν συστήσει στην αλλοδαπή την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED", η οποία μεσολάβησε στην προκειμένη περίπτωση για την πώληση των επιμαχων μηχανημάτων από την ιταλική εταιρεία MOLINA BIANCHI στην εταιρεία D.T MAC ΕΠΕ, β) ότι η πώληση από την ως άνω Ιταλική Εταιρεία προς την παράκτια εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" των παραπάνω μηχανημάτων ήταν κατώτεροι της τελικός και μάλιστα ότι πολώθηκαν αντί ποσού 26.009.459 δραχμών, και γ) ότι οι παραπάνω εταιρείες D.T MAC ΕΠΕ και "KYS TRADING LIMITED" ασχολούνταν με την πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού για επιχορηγούμενες επιχειρήσεις και δ) ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ των τελευταίων εταιρειών "KYS TRADING LIMITED" και "D.T MAC ΕΠΕ", προς την οποία η πρώτη διέθεσε αφενός μεν την αυτόματη μηχανή μονταρίσματος, έναντι ποσού 82.600.000 δραχμών, αφετέρου δε τη δεύτερη μηχανη αντί του τιμήματος των 3.000.000 δραχμών. Έτσι, οι τέσσερις πρώτοι (υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4) κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την μεθόδευση των εταιρειών των λοιπών (5ου, 6ου και 7ου) κατηγορουμένων, δηλαδή των Χ5, Χ6 και Χ7, πέτυχαν την εξαπάτηση του Ελληνικού Δημοσίου και εισέπραξαν παράνομα επιχορήγηση 36.000.000 δραχμών, σε τρόπον ώστε, όχι μόνον δεν διέθεσαν ούτε "μία δραχμή", κατά το κοινώς λεγόμενον, για την αγορά των μηχανημάτων, αλλά και εισέπραξαν επί πλέον 9.740.541 δραχμές, με όλα τα έξοδα τους πληρωμένα. Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενήργησαν μεθοδικά και μέσω πλειόνων ενδιαμέσων εταιρειών, γεγονός το οποίο καθιστούσε δυσχερή την διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς τους, τούτο δε, εν συνδυασμώ προς την χρησιμοποιηθείσα απ' αυτούς υποδομή, αποδεικνύει την εκ μέρους τους μέρους των κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της απάτης, καθώς, εξ αυτής (απάτης), προκύπτει ευθέως και αβιάστως σκοπός πορισμού εισοδήματος. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των περί ων πρόκειται κατηγορουμένων, ότι δηλαδή δεν τέλεσαν τα αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της απάτης και της άμεσης συνδρομής στην απάτη για τους αναλυτικώς στο εκκαλούμενο βούλευμα εκτιθέμενους λόγους στους οποίους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των 5ου, 6ου και 7ου κατηγορουμένων θα πρέπει να τονισθούν και τα ακόλουθα: Οι ειρημένοι κατηγορούμενοι αρνούνται την υπερτιμολόγηση των συγκεκριμένων μηχανών. Πλέον συγκεκριμένα προβάλλουν ότι η "KYS TRADING LIMITED" αγόρασε την μηχανή SICRON ZEROISE στην βασική της μορφή, πλην όμως προέβη σε αναβάθμιση της με την τοποθέτηση σ' αυτή (μηχανή) πρόσθετων εργαλείων και πρόσθετης εγκαταστάσεως ειδικών προγραμμάτων στο λογισμικό της. Η ως άνω αναβάθμιση, διατείνονται, ότι έγινε από την εταιρεία SKYLINE MANAGEMENT SA, με την οποίαν συνεργάζονται και ότι για τις εργασίες αναβαθμίσεως, η ενεργήσασα αυτές εταιρεία, απέτισε και εισέπραξε το χρηματικό ποσόν των 136.000 $ U.S.A. (48.280.000 δρχ.). για το οποίον (ποσόν) εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../7-12-2000 προτιμολόγιο και το υπ' αριθμ. .../28-12-2000 συγκεντρωτικό τιμολόγιο, συνολικής αξίας 430.000 $ U.S.A. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι εγένετο αναβάθμιση και στην μηχανή επεξεργασίας φοντιού, που αγοράστηκε και αυτή στην βασική της μορφή. Οι ως άνω ισχυρισμοί των ειρημένων κατηγορουμένων κρίνονται αβάσιμοι αφού α) τα παραπάνω μηχανήματα, αμέσως μετά την αγορά τους από την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED", εστάλησαν σαν απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, β) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι εγένετο πράγματι η προβαλλόμενη αναβάθμιση των μηχανημάτων, και ότι περαιτέρω ότι είχεν ζητηθεί τοιαύτη αναβάθμιση και γ) στα παραστατικά της εταιρείας SKYLINE MANAGEMENT (που φέρεται ως διενεργήσασα την αναβάθμιση) που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι και σε σχέση προς την μηχανή SICRON ZEROISE, δεν αναγράφεται ο αριθμός της σειράς παραγωγής της μηχανής αυτής και συνεπώς δεν προκύπτει ότι τα ειρημένα παραστατικά αφορούν το συγκεκριμένο μηχάνημα. To χρηματικό ποσόν που παρανόμως ωφελήθηκε η εταιρεία "Ε-1 O.E." (μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ, ως εκτέθηκε παραπάνω), καθώς και οι διαχειριστές της υπό στοιχ. 1, 2, 3 και 4 κατηγορούμενοι, τόσον εξ' ιδίων αυτών ενεργειών όσον και εκ των ενεργειών των υπό στοιχ. 5, 6 και 7 συγκατηγορουμένων τους, δεν ανέρχεται στο ύψος των 9.740.541 δραχμών (36.000.000 δραχμές η επιχορήγηση, μείον 26.009.459 δραχμές το κόστος των μηχανημάτων, μείον 250.000 δραχμές τα έξοδα Τραπέζης, μείον 382,098 δραχμές τα μεταφορικά έξοδα), όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα, και τούτο γιατί, η επιχορήγηση του Δημοσίου χορηγείται επί της αξίας των μηχανημάτων που αγοράζονται, ανέρχεται σε ποσοστό 40% επί της αξίας αυτών και ουδεμία σχέση με την επιχορήγηση έχουν τα οιαδήποτε καταβαλλόμενα έξοδα. Έτσι, και, κατά τα προεκτεθέντα, εγκρίθηκε και καταβλήθηκε επιχορήγηση 36.000.000 μηχανημάτων 90.000.000 X 40%). Η επιχορήγηση, όμως, που δικαιούνταν η "Ε-1 O.E." ανέρχεται σε 10.403.783 δραχμές (αξία αγορασθέντων μηχανημάτων 26.009.459 X 40%) και συνεπώς το χρηματικό ποσό του παρανόμου οφέλους ανέρχεται σε 25.596.217 δρχ. (διαφορά μεταξύ της εισπραχθείσης επιδοτήσεως των 36.000.000 δραχμών και της τοιαύτης των 10.403.783 δραχμών και έδει να εισπράξει), δηλαδή ποσό που υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δραχμές ή 73.000 ευρώ και επομένως, οι πράξεις των κατηγορουμένων εμπίπτουν στην παράγραφο 3β' του άρθρου 386 Π.Κ. και όχι στην περίπτωση της παραγράφου 3α που έχουν υπαχθεί. Επειδή, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το εκκαλούμενον Βούλευμα δεν έδωσε τον προσήκοντα και εκ των πραγματικών δεδομένων της υποθέσεως προκύπτοντα νομικό χαρακτηρισμόν των πράξεων των κατηγορουμένων, υπό την έννοια της μη υπαγωγής αυτών στην ορθή ουσιαστική ποινική διάταξη, πρέπει το δευτεροβάθμιο αυτό Συμβούλιο να πράξει αυτό, κατά το άρθρο 317 ΚΠΔ, μη επερχόμενης εντεύθεν ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Ενόψει αυτών, πρέπει να χαρακτηρισθεί η αποδιδομένη στους υπό στοιχ. 1, 2, 3,4 κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη, ως απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ και η εις τους υπό στοιχ. 5, 6 και 7 κατηγορουμένους αποδιδομένη αξιόποινη πράξη ως άμεση συνέργεια στην προμνησθείσα απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικόν όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 26 §1α, 27, 46 § 1 περ. 45, 386 § § 1,3, περ. β Π.Κ.) και να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να αντικατασταθεί 1) το ποσόν των 15.000 ευρώ με το ποσόν των 73.000 ευρώ: α) στην προτελευταία σειρά της πρώτης σελίδας του 6ου φύλλου β) στην δευτέρα σειρά της δευτέρας σελίδας του 6ου φύλλου γ) στην εβδόμη σειρά της δευτέρας σελίδας του Ίου φύλλου, δ) στην δεκάτη σειρά της πρώτης σελίδας του 9ου φύλλου ε) στην τρίτη σειρά της δευτέρας σελίδας του 9ου φύλλου, στ) στην δεκάτη ογδόη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου και 2) το ποσόν των 9,740.541 δραχμών με το ποσόν των 25.000.000 δραχμών: α) στην έκτη σειρά της πρώτης σελίδος του 9ου φύλλου β) στην δεκάτη πέμπτη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου. Σημειώνεται εδώ ότι κατ' επάγγελμα τέλεση απάτης δυνατόν να υπάρχει και οσάκις το ποσόν του συνολικού οφέλους ή της συνολικής ζημίας, υπερβαίνει το τοιούτον των 73,000 ευρώ , της περιπτώσεως της παραγράφου 3α του άρθρου 386 ΠΚ απλώς οριοθετούσης το ελάχιστο από πλευράς ποσού όριο της θεμελιώσεως κατ' επάγγελμα τελούμενης απάτης. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, προκύπτουν αποχρώσεις ενδείξεις ενοχής κατά των μεν των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων για απάτη από κοινού, κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος υπερβαίνον το ποσό τω 73.000 ευρώ επειδή στην ... κατά την 8.12.2000 με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου με την γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα αποκομίζοντας όφελος άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα επειδή στις 8.12.2000 κατέθεσαν αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης με την οποία ζήτησαν ως μέλη της εταιρείας "Ε-1 ΟΕ (και μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ) η επιχορήγηση των 36.000.000 δραχμών, η οποία έπρεπε να τους δοθεί για την αγορά δύο μηχανών που χρειάζονταν για τη λειτουργία της εταιρείας και με την αίτηση τους αυτή παρέστησαν ψευδώς στον ως άνω Υφυπουργό ότι ολοκληρώθηκε η επένδυση και ότι αγοράστηκαν δυο μηχανήματα για 90.000.000 δρχ. τα οποία και καταβλήθηκαν με ίδια συμμετοχή της εταιρείας 54.000.000 δρχ. και ότι επίσης κατέβαλαν και το ποσό της επιχορήγησης, το οποίο ζήτησαν να τους αποδοθεί, ενώ τα παραπάνω γεγονότα που παρέστησαν ήταν ψευδή καθώς τα όσα αναγράφηκαν στο .../20.10.2000 τιμολόγιο και .../19.10.2000 δελτίο αποστολής με τα οποία αγοράστηκαν τα μηχανήματα ήταν υπερτιμολογημενες, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω. Οι παραπάνω (1ος, 2ος, 3ος, 4ος) κατηγορούμενοι ενεργούσαν δε κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που δημιούργησαν με την μεθόδευση της χρησιμοποίησης της εταιρίας MAC ΕΠΕ και της προαναφερθείσης Αγγλικής εταιρίας με πρόθεση επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός των δραστών για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις κατά των λοιπών κατηγορουμένων για άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική απάτη των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων, αφού οι τελευταίοι στην ... κατά την 8.12.2000 με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους δράστες άδικης πράξης κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση αυτής. Και ειδικότερα όντες νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιριών MAC ΕΠΕ και της Αγγλικής εταιρίας KYS TRADING LIMITED με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους κατηγορουμένους Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, δράστες της κακουργηματικής απάτης όπως αυτή αναφέρεται παραπάνω, ενεργώντας κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που είχαν δημιουργήσει με την σύσταση τω εταιρειών σε διαφορετικές χώρες, συνεργαζόμενες με εταιρίες που λάμβαναν επιχορηγήσεις από το Ελληνικό Δημόσιο, συσκοτίζοντας και καθιστώντας δυσχερή τη παρακολούθηση της αγοραπωλησίας των μηχανημάτων, προκύπτει ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατά κατηγορία, που αναφέρθηκαν παραπάνω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1) θέλησαν με τη μεθόδευση των εταιρειών των υπολοίπων κατηγορουμένων (Χ5, Χ6, Χ7) να πετύχουν την εξαπάτηση του ελληνικού δημοσίου και όχι μόνο να μη δώσουν δραχμή για τη συμμετοχή των και να αγοράσουν χωρίς κανένα κόπο και με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου τα μηχανήματα, αλλά και να εισπράξουν επί πλέον χρήματα. Χρησιμοποίησαν τις δύο ΕΠΕ προκειμένου να δώσουν νομιμοφάνεια στις ενέργειές τους και ευελπιστώντας ότι ουδέποτε οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Ελληνικού Δημοσίου θα προχωρούσαν σε τόσο ενδελεχείς ελέγχους, ώστε να φθάσουν στην αποκάλυψη της κακουργηματικής απάτης. Ενήργησαν με μέθοδο και μέσω πολλών εταιριών, που κατ' αυτούς θα κάλυπταν τις ενέργειές τους χωρίς να αφήσουν τη δυνατότητα σε απλούς ελέγχους να διαπιστώσουν το μέγεθος της παράνομης συμπεριφοράς τους. Η υποδομή χρησιμοποίησαν αποδεικνύει την κατ' επάγγελμα τέλεση εγκλήματος της απάτης καθώς εξ αυτής προκύπτει αβίαστα ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Η παράνομη ενέργεια των κατηγορουμένων είναι άλλωστε δεδομένη και αυταπόδεικτη από την απλή αντιπαραβολή των αριθμών και από την τεράστια διαφορά στην αρχική τιμή πωλήσεως και σε αυτήν που παρουσίασαν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης.. Από τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνδρομής σ' αυτής. Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης από κοινού και της άμεσης συνδρομής στην τελευταία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την συγκεκριμένη πράξη. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο αυτό κρίνει ότι η ένδικη υπόθεση είναι απαραίτητο ενόψει της υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων να οδηγηθεί σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να εκδικαστεί. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 εδαφ. α' και β' του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι: α) ήθελαν να επωφεληθούν από την υπαγωγή της εταιρείας τους σε επιδοτούμενο πρόγραμμα β) ήθελαν να εμφανίσουν τα δύο μηχανήματα που θα αγόραζαν με αυξημένη αξία πολύ μεγαλύτερη της πραγματικής ώστε να εισπράξουν μεγαλύτερη επιδότηση γ) γνώριζαν λόγω του επαγγέλματός τους την αγορά των μηχανημάτων, τα εργοστάσια παραγωγής τους και τις πραγματικές τιμές που αυτά τα πουλούσαν δ) για να υλοποιήσουν το σχέδιό τους αυτό αναζήτησαν και βρήκαν τους συγκατηγορούμενούς τους οι οποίοι ανέλαβαν να τους παραδώσουν τα μηχανήματα που ζητούσαν με αυξημένες τιμές δυσανάλογες της πραγματικής τους αξίας ε) παρέλαβαν τα μηχανήματα αυτά με τις προδιαγραφές που ζητούσαν , δηλ. με αναγραφόμενη αξία μεγαλύτερη της πραγματικής για μεν το πρώτο μηχάνημα κατά 248,87 % για δε το δεύτερο μηχάνημα κατά 179,92 % στ) την εικονική αυτή υπερτιμολόγηση την εμφάνισαν ως πραγματική και παραπλάνησαν τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου και εισέπραξαν επιπλέον επιδότηση 25.596.217 δρχ. που δεν εδικαιούντο να λάβουν. Με βάση τα δεδομένα αυτά οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως των κατηγορουμένων είναι αβάσιμες και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το αρθ. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το αρθ. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθούν: α) η 119/4-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του χ2, κατοίκου ... και β) η 138/26-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του χ1, κατοίκου ..., κατά του 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα από 200 ευρώ.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις κρινόμενες υπ' αριθμ. 119/4.6.2009 και υπ' αριθμ. 138/26.6.2009 αιτήσεις των: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκων αμφοτέρων ..., ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι το τρίτο κατά σειρά που έχει εκδώσει το Συμβούλιο Εφετών, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 3107/2004 και 795/2007 προηγουμένων βουλευμάτων του και των υπ' αριθμ. 2114/2006 και 1392/2008 βουλευμάτων του Συμβουλίου τούτου, που εκδόθηκαν επί ισαρίθμων εφέσεων και αναιρέσεων είτε από τον πρώτο των εκ νέου αναιρεσειόντων είτε και από τους δύο αναιρεσείοντες και λοιπούς συγκατηγορουμένους τους.
Με τις κρινόμενες αιτήσεις τους οι δύο κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ζητούν την εξαφάνιση του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο μετά τις σ'αυτό αναφερόμενες διορθώσεις στο υπ' αριθμ. 2281/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικύρωσε το τελευταίο, με το οποίο παραπέμπονται, εκτός άλλων, και οι δύο αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΟλΑΠ 1420/1986 ΠΧ ΛΖ/162, ΑΠ 1636/2006 ΠΧ' 2007.734 ΠΧ' 2007.429). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική ή μερική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την οποία (πρόταση) συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Ακόμα, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 551/2009 βούλευμά του δέχθηκε, με επιτρεπτή αναφορά κατά ένα μέρος στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και των εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσο αφορά τους αναιρεσείοντες, τις πράξεις αυτών και των συγκατηγορουμένων τους): "Δυνάμει του από 22/1/1990 συμφωνητικού, συστήθηκε η εδρεύουσα στον ... και επί της οδού ... αρ. ... ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε-1 O.E." ενώ, με την από 22.7.2000 τροποποίηση του καταστατικού της, ορίσθηκαν ως συνδιαχειριστές αυτής (εταιρείας) και εκπρόσωποι της οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την σημείωση ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών Χ3 μπορούσε και μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρεία. Με την υπ' αριθμ. 8206/206/98/Ν2601/98 /31.7.1998 απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, η ως άνω εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2601/98 για ειδική επένδυση της επιχειρήσεως παραγωγικής δαπάνης συνολικού ύψους 90.000.000 δραχμών και ειδικότερα για αγορά συγκεκριμένου μηχανολογικού εξοπλισμού. Με την υπ' αριθμ. 12793/9-8-2000 απόφαση του αυτού ως άνω Υφυπουργού Αναπτύξεως και κατόπιν της από 1.6.2000 (12793) αιτήσεως της περί ης πρόκειται ομόρρυθμης εταιρείας, τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της 31-7-1998 και εγκρίθηκε η αντικατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού της ειδικής επενδύσεως που προαναφέρθηκε, χωρίς, όμως, αύξηση του κόστους αυτής (επενδύσεως). Κατόπιν τούτων, η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρεία, προμηθεύθηκε, μέσω της εδρεύουσας στην ... Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης "D.Τ. MAC ΕΠΕ" μηχανολογικό εξοπλισμό, Ιταλικής προελεύσεως και ειδικότερα προμηθεύθηκε: α) μια αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας, του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των ογδόντα επτά εκατομμυρίων (87.000.000) δραχμών και β) μία μηχανή προετοιμασίας φοντιού, του οίκου B.D.F. MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών. Για τις πωλήσεις - προμήθειες, που προαναφέρθηκαν, εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, και το υπ' αριθμ. .../19.10.2000 δελτίο αποστολής. Τα μηχανήματα μετέφερε στις εγκαταστάσεις της, περί ης ο λόγος ομόρρυθμης εταιρείας, η μεταφορική εταιρεία ALISPED ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ έναντι του ποσού των 382.098 δραχμών, καταβλήθηκαν δε για έξοδα της μεσολαβήσασης τραπέζης εργασίας 250.000 δραχμές. Την 8.12.2000, η παραπάνω Ομόρρυθμη Εταιρεία, υπέβαλε αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης, για την ολοκλήρωση της επενδύσεως και την οριστικοποίηση του κόστους αυτής. Την 18.12.2000, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 27134 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, εγκρίθηκε η συγχώνευση της "Ε-1 O.E." με την εταιρεία "Ε-2 O.E.", άνευ αλλαγής της μετοχικής συνθέσεως της και υπό τον όρον ότι, η νέα επιχείρηση που θα προέκυπτε από την συγχώνευση, θα είχε την μορφή Ε.Π.Ε. Τελικά, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 7625/ΔΒΕ 1365/29.3.2001 απόφαση ολοκληρώσεως του Υφυπουργού Αναπτύξεως, παρατάθηκε ο χρόνος πραγματοποίησης της επένδυσης μέχρι την 20.12.2000, οριστικοποιήθηκε το ενισχυόμενο κόστος της επενδύσεως στο ύψος των 90.000.000 δραχμών και το ύψος της επιχορηγήσεως στο ποσό των 36.000.000 δραχμών (ποσοστό 40% του συνολικού ύψους της ενισχυόμενης επενδύσεως), ενώ ορίσθηκε, η 9.11.2000, ως ημερομηνοχρονολογία ολοκληρώσεως της επενδύσεως και καταβλήθηκε αμέσως, από το Δημόσιο, ως επιχορήγηση το ποσόν των 36.000.000 δραχμών. Εκ των υστέρων και για την νομιμότητα της γενομένης επενδύσεως, διενεργήθη έλεγχος από αρμοδίους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε, και αφού συγκεντρώθηκαν στοιχεία μετά από επιμελή έρευνα, που έγινε σχετικά με την εταιρεία "Ε-3 ΕΠΕ", στην επιχείρηση Δ. Τ MAC ΕΠΕ, που προμήθευσε στην ως άνω επιχείρηση "Ε-3 ΕΠΕ" τα παραπάνω αναφερόμενα μηχανήματα, την μεταφορική επιχείρηση "ALISPED ΕΑΑΑΣ ΕΠΕ", που μετεφερε τον παραπάνω μηχανολογικό εξοπλισμό απευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" και τη τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS S.A. διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Η αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμόν σειράς παραγωγής 0065, πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση MOLINA BIANCHI SPA στην Αγγλική εταιρεία KYS TRADING LIMITID VAT ... αντί ποσού 141.705.297 Ιταλικών λιρετών ή 24.937.723 δραχμών, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολογίου πωλήσεως και αποσταλείσης αυτής (μηχανής) απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "D.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος, το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών (Τ.Π.Υ). Την ιδίαν ημέραν της αγοράς του παραπάνω μηχανήματος (13.10.2000) η προμνησθείσα αγοράστρια αυτού Αγγλική εταιρεία, τιμολόγησε αυτό στην "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολόγιο, αντί του ποσού των 82.600.000 δραχμών, η τελευταία δε ("Δ.Τ. MAC ΕΠΕ") μεταπώλησε αυτό, με το υπ' αριθμ. 23/20.10.2000 τιμολόγιο της, στην "Ε-1 O.E.", δηλαδή στην εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, αντί του χρηματικού ποσού των 87.000.000 δραχμών. To κόστος μεταφοράς του μηχανήματος και τα έξοδα της Τραπέζης (πληρωμή μέσω Τραπέζης από την KYS TRAIDING LIMITED) ανήλθαν στο ποσό των 431.825 δραχμών (269.473 δρχ. μεταφορικά και 162.352 δρχ. έξοδα Τράπεζας). Δηλαδή, η εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, προμηθεύθηκε τελικώς το παραπάνω μηχάνημα από την MAC ΕΠΕ αντί 87.000.000 δραχμών και συνεπώς σε τιμή 248,87%, υψηλότερη της αρχικής τιμής πωλήσεως από την Ιταλική εταιρεία. Επίσης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η μηχανή προετοιμασίας φοντιού του οίκου B.D.F MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής 11529, πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση OFFICINA MECCANICA B.D.F. SRL στην Αγγλική επιχείρηση KYS TRADING LIMITED, με τo uπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο, αντί 1.071.736 δραχμών και εστάλη απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "D.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της ιδίας ως άνω μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ύψους 112.625 δραχμών. Την ίδια ημέρα αγοράς του μηχανήματος (12-10-2000) η Αγγλική Εταιρεία, πώλησε αυτό στην "D.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο και αντί 2.600.000 δραχμών και η "D.Τ. MAC ΕΠΕ" το μεταπώλησε στην εταιρεία "Ε-1 O.E.", με το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, αντί 3.000.000 δραχμών. Ενόψει αυτών, προκύπτει ότι το πρώτο μηχάνημα, που πωλήθηκε από την ρηθείσα Ιταλική επιχείρηση αντί 24.937.723 δραχμών, το προμηθεύθηκε η "Ε-1 O.E." αντί 87.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή κατά 248,87% υψηλότερη της τιμής πωλήσεως από την Ιταλική επιχείρηση, όπως ήδη έχει ανωτέρω επισημανθεί, και το δεύτερο μηχάνημα το προμηθεύθηκε αντί ποσού 3.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή 179,92% μεγαλύτερη της τιμής πωλήσεως του. Η Αγγλική Εταιρεία KYS TRADING LIMITED και η "D.Τ. MAC ΕΠΕ" έχουν ως διαχειριστές τα αυτά πρόσωπα και ειδικότερα τους, υπό στοιχ. 5°, 6° και 7° στην αρχή του παρόντος μνημονευομένους κατηγορουμένους, έχουν δε οι ειρημένες, ως άνω εταιρίες ως αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών τους, την συνεργασία, τους με εταιρείες που συμμετέχουν σε προγράμματα με επιχορηγήσεις του Δημοσίου και την μεταπώληση των αγοραζομένων μηχανημάτων, προκειμένου να καλύπτονται οι δικές τους συμμετοχές και να ωφελούνται παρανόμως από την διαφορά της επιχορηγήσεως. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος κατηγορούμενοι γνώριζαν: α) ότι οι 5ος, 6ος και 7ος κατηγορούμενοι είχαν συστήσει στην αλλοδαπή την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED",η οποία μεσολάβησε στην προκειμένη περίπτωση για την πώληση των επίμαχων μηχανημάτων από την ιταλική εταιρεία MOLINA BIANCHI στην εταιρεία D.T MAC ΕΠΕ, β) ότι η πώληση από την ως άνω Ιταλική Εταιρεία προς την παράκτια εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" των παραπάνω μηχανημάτων ήταν κατώτεροι της τελικής και μάλιστα ότι πολήθηκαν αντί ποσού 26.009.459 δραχμών, και γ) ότι οι παραπάνω εταιρείες D.T MAC ΕΠΕ και "KYS TRADING LIMITED" ασχολούνταν με την πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού για επιχορηγούμενες επιχειρήσεις και δ) ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ των τελευταίων εταιρειών "KYS TRADING LIMITED" και "D.T MAC ΕΠΕ", προς την οποία η πρώτη διέθεσε αφενός μεν την αυτόματη μηχανή μονταρίσματος, έναντι ποσού 82.600.000 δραχμών, αφετέρου δε τη δεύτερη μηχανή αντί του τιμήματος των 3.000.000 δραχμών. Έτσι, οι τέσσερις πρώτοι (υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4) κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την μεθόδευση των εταιρειών των λοιπών (5ου, 6ου και 7ου) κατηγορουμένων, δηλαδή των Χ5, Χ6 και Χ7, πέτυχαν την εξαπάτηση του Ελληνικού Δημοσίου και εισέπραξαν παράνομα επιχορήγηση 36.000.000 δραχμών, σε τρόπον ώστε, όχι μόνον δεν διέθεσαν ούτε "μία δραχμή", κατά το κοινώς λεγόμενον, για την αγορά των μηχανημάτων, αλλά και εισέπραξαν επί πλέον 9.740.541 δραχμές, με όλα τα έξοδα τους πληρωμένα. Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενήργησαν μεθοδικά και μέσω πλειόνων ενδιαμέσων εταιρειών, γεγονός το οποίο καθιστούσε δυσχερή την διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς τους, τούτο δε, εν συνδυασμώ προς την χρησιμοποιηθείσα απ' αυτούς υποδομή, αποδεικνύει την εκ μέρους τους κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της απάτης, καθώς, εξ αυτής (απάτης), προκύπτει ευθέως και αβιάστως σκοπός πορισμού εισοδήματος. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των περί ων πρόκειται κατηγορουμένων, ότι δηλαδή δεν τέλεσαν τα αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της απάτης και της άμεσης συνδρομής στην απάτη για τους αναλυτικώς στο εκκαλούμενο βούλευμα εκτιθέμενους λόγους στους οποίους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των 5ου, 6ου και 7ου κατηγορουμένων θα πρέπει να τονισθούν και τα ακόλουθα: Οι ειρημένοι κατηγορούμενοι αρνούνται την υπερτιμολόγηση των συγκεκριμένων μηχανών. Πλέον συγκεκριμένα προβάλλουν ότι η "KYS TRADING LIMITED" αγόρασε την μηχανή SICRON ZEROISE στην βασική της μορφή, πλην όμως προέβη σε αναβάθμιση της με την τοποθέτηση σ' αυτή (μηχανή) πρόσθετων εργαλείων και πρόσθετης εγκαταστάσεως ειδικών προγραμμάτων στο λογισμικό της. Η ως άνω αναβάθμιση, διατείνονται, ότι έγινε από την εταιρεία SKYLINE MANAGEMENT SA, με την οποίαν συνεργάζονται και ότι για τις εργασίες αναβαθμίσεως, η ενεργήσασα αυτές εταιρεία, απέτισε και εισέπραξε το χρηματικό ποσόν των 136.000 $ U.S.A. (48.280.000 δρχ.). για το οποίον (ποσόν) εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../7-12-2000 προτιμολόγιο και το υπ' αριθμ. .../28-12-2000 συγκεντρωτικό τιμολόγιο, συνολικής αξίας 430.000 $ U.S.A. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι εγένετο αναβάθμιση και στην μηχανή επεξεργασίας φοντιού, που αγοράστηκε και αυτή στην βασική της μορφή. Οι ως άνω ισχυρισμοί των ειρημένων κατηγορουμένων κρίνονται αβάσιμοι αφού α) τα παραπάνω μηχανήματα, αμέσως μετά την αγορά τους από την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED", εστάλησαν απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, β) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι εγένετο πράγματι η προβαλλόμενη αναβάθμιση των μηχανημάτων, και ότι περαιτέρω ότι είχεν ζητηθεί τοιαύτη αναβάθμιση. και γ) στα παραστατικά της εταιρείας SKYLINE MANAGEMENT (που φέρεται ως διενεργήσασα την αναβάθμιση) που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι και σε σχέση προς την μηχανή SICRON ZEROISE, δεν αναγράφεται ο αριθμός της σειράς παραγωγής της μηχανής αυτής και συνεπώς δεν προκύπτει ότι τα ειρημένα παραστατικά αφορούν το συγκεκριμένο μηχάνημα. To χρηματικό ποσόν που παρανόμως ωφελήθηκε η εταιρεία "Ε-1 O.E." (μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ, ως εκτέθηκε παραπάνω), καθώς και οι διαχειριστές της υπό στοιχ. 1, 2, 3 και 4 κατηγορούμενοι, τόσον εξ' ιδίων αυτών ενεργειών όσον και εκ των ενεργειών των υπό στοιχ. 5, 6 και 7 συγκατηγορουμένων τους, δεν ανέρχεται στο ύψος των 9.740.541 δραχμών (36.000.000 δραχμές η επιχορήγηση, μείον 26.009.459 δραχμές το κόστος των μηχανημάτων, μείον 250.000 δραχμές τα έξοδα Τραπέζης, μείον 382,098 δραχμές τα μεταφορικά έξοδα), όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα, και τούτο γιατί, η επιχορήγηση του Δημοσίου χορηγείται επί της αξίας των μηχανημάτων που αγοράζονται, ανέρχεται σε ποσοστό 40% επί της αξίας αυτών και ουδεμία σχέση με την επιχορήγηση έχουν τα οιαδήποτε καταβαλλόμενα έξοδα. Έτσι, και, κατά τα προεκτεθέντα, εγκρίθηκε και καταβλήθηκε επιχορήγηση 36.000.000 μηχανημάτων 90.000.000 X 40%). Η επιχορήγηση, όμως, που δικαιούνταν η "Ε-1 O.E." ανέρχεται σε 10.403.783 δραχμές (αξία αγορασθέντων μηχανημάτων 26.009.459 X 40%) και συνεπώς το χρηματικό ποσό του παρανόμου οφέλους ανέρχεται σε 25.596.217 δρχ. (διαφορά μεταξύ της εισπραχθείσης επιδοτήσεως των 36.000.000 δραχμών και της τοιαύτης των 10.403.783 δραχμών που έδει να εισπράξει), δηλαδή ποσό που υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δραχμές ή 73.000 ευρώ και επομένως, οι πράξεις των κατηγορουμένων εμπίπτουν στην παράγραφο 3β' του άρθρου 386 Π.Κ. και όχι στην περίπτωση της παραγράφου 3α που έχουν υπαχθεί. Επειδή, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το εκκαλούμενον Βούλευμα δεν έδωσε τον προσήκοντα και εκ των πραγματικών δεδομένων της υποθέσεως προκύπτοντα νομικό χαρακτηρισμόν των πράξεων των κατηγορουμένων, υπό την έννοια της μη υπαγωγής αυτών στην ορθή ουσιαστική ποινική διάταξη, πρέπει το δευτεροβάθμιο αυτό Συμβούλιο να πράξει αυτό, κατά το άρθρο 317 ΚΠΔ, μη επερχόμενης εντεύθεν ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Ενόψει αυτών, πρέπει να χαρακτηρισθεί η αποδιδομένη στους υπό στοιχ. 1, 2, 3,4 κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη, ως απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ και η εις τους υπό στοιχ. 5, 6 και 7 κατηγορουμένους αποδιδομένη αξιόποινη πράξη ως άμεση συνέργεια στην προμνησθείσα απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικόν όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 26 §1α, 27, 46 § 1 περ. 45, 386 § § 1,3, περ. β Π.Κ.) και να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να αντικατασταθεί 1) το ποσόν των 15.000 ευρώ με το ποσόν των 73.000 ευρώ: α) στην προτελευταία σειρά της πρώτης σελίδας του 6ου φύλλου β) στην δευτέρα σειρά της δευτέρας σελίδας του 6ου φύλλου γ) στην εβδόμη σειρά της δευτέρας σελίδας του Ίου φύλλου, δ) στην δεκάτη σειρά της πρώτης σελίδας του 9ου φύλλου ε) στην τρίτη σειρά της δευτέρας σελίδας του 9ου φύλλου, στ) στην δεκάτη ογδόη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου και 2) το ποσόν των 9,740.541 δραχμών με το ποσόν των 25.000.000 δραχμών: α) στην έκτη σειρά της πρώτης σελίδος του 9ου φύλλου β) στην δεκάτη πέμπτη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου. Σημειώνεται εδώ ότι κατ' επάγγελμα τέλεση απάτης δυνατόν να υπάρχει και οσάκις το ποσόν του συνολικού οφέλους ή της συνολικής ζημίας, υπερβαίνει το τοιούτον των 73,000 ευρώ , της περιπτώσεως της παραγράφου 3α του άρθρου 386 ΠΚ απλώς οριοθετούσης το ελάχιστο από πλευράς ποσού όριο της θεμελιώσεως κατ' επάγγελμα τελούμενης απάτης.
Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, προκύπτουν αποχρώσεις ενδείξεις ενοχής κατά των μεν των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων για απάτη από κοινού, κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος υπερβαίνον το ποσό τω 73.000 ευρώ επειδή στην ... κατά την 8.12.2000 με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου με την γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα αποκομίζοντας όφελος άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα επειδή στις 8.12.2000 κατέθεσαν αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης με την οποία ζήτησαν ως μέλη της εταιρείας "Ε-1 ΟΕ (και μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ) η επιχορήγηση των 36.000.000 δραχμών, η οποία έπρεπε να τους δοθεί για την αγορά δύο μηχανών που χρειάζονταν για τη λειτουργία της εταιρείας και με την αίτηση τους αυτή παρέστησαν ψευδώς στον ως άνω Υφυπουργό ότι ολοκληρώθηκε η επένδυση και ότι αγοράστηκαν δυο μηχανήματα για 90.000.000 δρχ. τα οποία και καταβλήθηκαν με ίδια συμμετοχή της εταιρείας 54.000.000 δρχ. και ότι επίσης κατέβαλαν και το ποσό της επιχορήγησης, το οποίο ζήτησαν να τους αποδοθεί, ενώ τα παραπάνω γεγονότα που παρέστησαν ήταν ψευδή καθώς τα όσα αναγράφηκαν στο .../20.10.2000 τιμολόγιο και .../19.10.2000 δελτίο αποστολής με τα οποία αγοράστηκαν τα μηχανήματα ήταν υπερτιμολογημενες, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω. Οι παραπάνω (1ος, 2ος, 3ος, 4ος) κατηγορούμενοι ενεργούσαν δε κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που δημιούργησαν με την μεθόδευση της χρησιμοποίησης της εταιρίας MAC ΕΠΕ και της προαναφερθείσης Αγγλικής εταιρίας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός των δραστών για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις κατά των λοιπών κατηγορουμένων για άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική απάτη των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων, αφού οι τελευταίοι στην ... κατά την 8.12.2000 με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους δράστες άδικης πράξης κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση αυτής. Και ειδικότερα όντες νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιριών MAC ΕΠΕ και της Αγγλικής εταιρίας KYS TRADING LIMITED με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους κατηγορουμένους Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, δράστες της κακουργηματικής απάτης όπως αυτή αναφέρεται παραπάνω, ενεργώντας κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που είχαν δημιουργήσει με την σύσταση τω εταιρειών σε διαφορετικές χώρες, συνεργαζόμενες με εταιρίες που λάμβαναν επιχορηγήσεις από το Ελληνικό Δημόσιο, συσκοτίζοντας και καθιστώντας δυσχερή τη παρακολούθηση της αγοραπωλησίας των μηχανημάτων, προκύπτει ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατά κατηγορία, που αναφέρθηκαν παραπάνω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1) θέλησαν με τη μεθόδευση των εταιρειών των υπολοίπων κατηγορουμένων (Χ5, Χ6, Χ7) να πετύχουν την εξαπάτηση του ελληνικού δημοσίου και όχι μόνο να μη δώσουν δραχμή για τη συμμετοχή των και να αγοράσουν χωρίς κανένα κόπο και με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου τα μηχανήματα, αλλά και να εισπράξουν επί πλέον χρήματα. Χρησιμοποίησαν τις δύο ΕΠΕ προκειμένου να δώσουν νομιμοφάνεια στις ενέργειές τους και ευελπιστώντας ότι ουδέποτε οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Ελληνικού Δημοσίου θα προχωρούσαν σε τόσο ενδελεχείς ελέγχους, ώστε να φθάσουν στην αποκάλυψη της κακουργηματικής απάτης. Ενήργησαν με μέθοδο και μέσω πολλών εταιριών, που κατ' αυτούς θα κάλυπταν τις ενέργειές τους χωρίς να αφήσουν τη δυνατότητα σε απλούς ελέγχους να διαπιστώσουν το μέγεθος της παράνομης συμπεριφοράς τους. Η υποδομή χρησιμοποίησαν αποδεικνύει την κατ' επάγγελμα τέλεση εγκλήματος της απάτης καθώς εξ αυτής προκύπτει αβίαστα ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Η παράνομη ενέργεια των κατηγορουμένων είναι άλλωστε δεδομένη και αυταπόδεικτη από την απλή αντιπαραβολή των αριθμών και από την τεράστια διαφορά στην αρχική τιμή πωλήσεως και σε αυτήν που παρουσίασαν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης.. Από τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνδρομής σ' αυτής. Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης από κοινού και της άμεσης συνδρομής στην τελευταία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την συγκεκριμένη πράξη. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο αυτό κρίνει ότι η ένδικη υπόθεση είναι απαραίτητο ενόψει της υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων να οδηγηθεί σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπου θα διευκρινισθούν στο σύνολό τους οι περιστάσεις τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων και θα επιμερισθούν οι ποινικές ευθύνες για κάθε κατηγορούμενο στο βαθμό και στην έκταση που θα διαγνωστούν με την τελική δικαιοδοτική κρίση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις προς στήριξη της κατά των κατηγορουμένων επ' ακροατηρίου κατηγορίας για απάτη σε βαθμό κακουργήματος από κοινού, απέρριψε τις υπ' αριθμ. 315/2004 και 317/2004 εφέσεις τους κατ' ουσίαν ως αβάσιμες και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 2281/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί, εκτός των άλλων, να δικασθούν για την ως άνω πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος από κοινού στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά κατά ένα μέρος (ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία) στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 45 και 386 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της απάτης από κοινού από τους δύο αναιρεσείοντες και άλλους συγκατηγορουμένους τους, δεδομένου ότι παρατίθενται επαρκώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις τόσο ως προς την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι αναιρεσείοντες για επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος όσο και ως προς την από κοινού δράση τους με βάση σχεδίου αυτών και των λοιπών συγκατηγορουμένων τους, με σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου και είσπραξη επιπλέον επιδοτήσεων για την αγορά μηχανημάτων με υπερτιμολογημένο τίμημα (με αυξημένες τιμές, δυσανάλογες της πραγματικής αξίας τους). Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος (έλλειψης αιτιολογίας), κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτόν προσβάλλεται η αναιρετική ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την υπ' αριθμ. 119/4-6-2009 αίτηση του Χ2, κατοίκου ..., με την υπ' αριθμ. 138/26.6.2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη κατά συν-αυτουργία. Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απαράδεκτος ο λόγος περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων. Απόρριψη δύο συναφών αιτήσεων αναίρεσης συναυτουργών κατά του ίδιου βουλεύματος για τους ως άνω λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 144/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, περί αναιρέσεως της 1391/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15 Μαΐου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 809/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι με αριθμούς εκθέσεως 29 και ... εκθέσεις αναιρέσεως των Χ2 και Χ, αντίστοιχα, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1,3, 474, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1 α ΚΠΔ), είναι ταυτόσημες και στρέφονται κατά της αυτής 1391/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν από απόψεως ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων τους, οι οποίοι ταυτίζονται απολύτως.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 28 του ΠΚ, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ` αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας (ή κατά περίπτωση της σωματικής βλάβης) από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Σε περίπτωση που δέχεται το δικαστήριο συνδρομή των όρων του άρθρου 15 πρέπει να αιτιολογείται η νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια με την οποία θα αποτρεπόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και να αναφέρεται από πού απορρέει η υποχρέωση αυτή και αν είναι ο νόμος να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι, πτυχιούχοι μηχανολόγοι, ορίστηκαν από τον Πρόεδρο της εδρεύουσας επί της ..., στο 5ο χιλιόμετρο της Γεωργικής Σχολής ..., ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία Β, με αντικείμενο την κατασκευή κεραμικών πλακιδίων, Ζ, ως τεχνικοί ασφαλείας και υπεύθυνοι προϊστάμενοι κατασκευών της ανωτέρω εταιρίας. Στις 9.4.2003 ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέθεσε στον Ξ, ο οποίος εργάζετο στην ανωτέρω εταιρία από τις 15.10.2002, ως εργάτης συντήρησης κτιρίων, τον καθαρισμό των δύο μεταλλικών παταριών, που βρίσκονται στο εσωτερικό του εργοστασίου της ως άνω εταιρίας, των οποίων ήδη είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή. Την ίδια ημέρα στο εξωτερικό πατάρι του εργοστασίου, που ευρίσκετο πάνω στη στέγη αυτού, πραγματοποιούσε εργασίες αποπερατώσεως ο Ψ, ο οποίος για τις ανάγκες αυτής (αποπερατώσεως) είχε μεταβεί στο μηχανουργείο του εργοστασίου, προκειμένου να μεταφέρει τα προστατευτικά κιγκλιδώματα, που θα τοποθετούσε σ' αυτό (πατάρι). Η στέγη στο σημείο του εξωτερικού παταριού είναι κεκλιμένη και κατασκευασμένη από πλάκες αμιαντολαμαρίνας σε τακτά δε διαστήματα αντί αμιαντολαμαρίνας είναι κατασκευασμένη με διαφώτιστα υλικά ανεπαρκούς αντοχής και συγκεκριμένα από διαφώτιστα κομμάτια πλέξι γκλας, διαστάσεων 1X0,60 μέτρων. Η πρόσβαση στο εξωτερικό πατάρι γινόταν από το πρώτο εσωτερικό πατάρι με μια μικρή σκάλα και μέσω ενός ανοίγματος που είχε γίνει για το σκοπό αυτό. Κατά τη στιγμή της απουσίας του ανωτέρω εργαζόμενου,Ψ, ο προαναφερόμενος εργάτης, Ξ, πέρασε από το εσωτερικό πατάρι στο εξωτερικό, διά μέσου της ανωτέρω σκάλας και στη συνέχεια κινήθηκε προς το άκρο του (εξωτερικού) παταριού και πάτησε πάνω στην επιφάνεια της στέγης, η οποία, στο σημείο εκείνο ήταν κατασκευασμένη από υλικά ανεπαρκούς αντοχής (πλέξι γκλάς), όπως προαναφέρθηκε, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει η στέγη στο σημείο εκείνο, με περαιτέρω συνέπεια ο ως άνω εργάτης να καταπέσει από ύψος περίπου 6,80 μέτρων στο δάπεδο από μπετόν και να υποστεί κακώσεις κρανίου και θώρακος, συνεπεία των οποίων προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία από την οποία ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατος του, λίγες ώρες μετά τον τραυματισμό του. Ο θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω, ανεξάρτητα από την αμέλεια του ιδίου, οφείλεται και σε αμέλεια των κατηγορουμένων, δηλαδή αυτοί από έλλειψη της προσοχής που μπορούσαν και όφειλαν να καταβάλουν, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας τους, δεν προέβλεψαν το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα (θάνατο του ανωτέρω εργάτη) και ειδικότερα αυτοί, υπό την προαναφερόμενοι ιδιότητα τους, ενώ η στέγη του εργοστασίου ήταν κατασκευασμένη, σε τακτά διαστήματα, όπως προαναφέρθηκε, από εύθραυστα υλικά και γνώριζαν ότι εκτελούνται εργασίες επ' αυτής και συγκεκριμένα στο εξωτερικό πατάρι του εργοστασίου και ότι η πρόσβαση προς αυτό γινόταν από το εσωτερικό πατάρι, μέσω ενός μικρού ανοίγματος και ως εκ τούτου έπρεπε να υπάρχει, είτε κάποια πόρτα στο άνοιγμα που να εμπόδιζε την έξοδο προς τη στέγη, είτε κάποια σήμανση, η οποία να δήλωνε την απαγόρευση εξόδου, αλλά και την επικινδυνότητα του χώρου, διότι υπήρχε κίνδυνος πτώσης στους εργαζομένους, που δεν είχαν εξουσιοδότηση στη ζώνη αυτή, παρέλειψαν, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ 1 εδάφ. α και β του Π.Δ. 1568/1985, να αναφέρουν στον εργοδότη (Πρόεδρο της ως άνω εταιρίας) και να του επισημάνουν την παράλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας, ούτε μερίμνησαν για την λήψη των εν λόγω μέτρων ασφαλείας και έτσι αμελώς φερόμενοι έγιναν υπαίτιου του ενδίκου ατυχήματος. Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης της οφειλόμενης ενέργειας αυτών (κατηγορουμένων) και του δυσμενούς αποτελέσματος του θανάτου του εργαζομένου, αφού αυτός με δική του πρωτοβουλία εξήλθε του χώρου εργασίας του, κρίνεται αβάσιμος, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του θύματος στο θανάσιμο τραυματισμό του. Άλλωστε, το γεγονός ότι κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν εργαζόταν ο ως άνω θανών στο εξωτερικό πατάρι δεν αίρει την αμέλεια αυτών. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη στοιχειοθετείται σε βάρος των κατηγορουμένων η νομοτυπική μορφή της αποδιδόμενης σ' αυτούς σχετικής κατηγορίας, αφού επέδειξαν ασυνείδητη αμέλεια, με το να μην προβλέψουν ότι, με τις προαναφερόμενες παραλείψεις τους, ήταν δυνατή η πτώση του ανωτέρω εργαζομένου με το προαναφερθέν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του, αν και είχαν νομική υποχρέωση να εφαρμόσουν τη σχετική ως άνω διάταξη, ώστε να προστατευθεί αυτός (εργάτης). Επομένως, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω αξιόποινης πράξης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τους επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Ειδικότερα τους κήρυξε ενόχους του ότι: Στη ... την 9-4-2003, ως μηχανολόγοι μηχανικοί τεχνικοί ασφαλείας και υπεύθυνοι οι προϊστάμενοι κατασκευών αντιστοίχως του εργοστασίου κεραμικών πλακιδίων Β έχοντες ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων παρ, 1, 2 παρ. 1, 7 παρ. 1 εδ. α β Ν. 1568/85 από αμέλεια τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα παραλείψεως τους και επέφεραν το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους και ενώ η στέγη του εργοστασίου ήταν κατασκευασμένη και από υλικά ανεπαρκούς αντοχής διαφώτιστα κομμάτια πλέξι γκλας και επί πλέον μη βατή κεκλιμένη και επ' αυτής, επικινδύνου ζώνης εργασίας εκτελούνταν εργασίες και ως εκ τούτου έπρεπε να υπάρχει κάποιο σύστημα, πόρτα, που κλείνει ή σήμανση που θα εμπόδιζε την πρόσβαση στη συγκεκριμένη περιοχή, ενέχουσα κίνδυνο πτώσης στους εργαζομένους που δεν έχουν εξουσιοδότηση στην ζώνη αυτή παρέλειψε την τοποθέτηση τέτοιας πόρτας ή σήμανσης ο πρώτος και οι δεύτερος, και τρίτος παρέλειψαν ν' αναφέρουν στον πρώτο και να του επισημάνουν την παράλειψη του μέτρου αυτού ασφαλείας και να μεριμνήσουν άπαντες για την τοποθέτηση τους, με αποτέλεσμα ένεκα της παραλείψεως τους αυτής ο εργάτης συντήρησης κτιρίων της επιχείρησης Ξ στον οποίο είχε ανατεθεί από τον τρίτο κατηγορούμενο ο καθαρισμός δύο μεταλλικών παταριών η κατασκευή των οποίων μόλις ολοκληρώθηκε ευρισκομένων στο εσωτερικό του εργοστασίου και κάτωθι της στέγης, εξελθών στη στέγη όταν κατασκευάζετο τρίτο εξωτερικό πατάρι και κινηθείς προς το άκρο της εξέδρας (παταριού) και στη συνέχεια πατήσας πάνω σε πλέξι γκλας της στέγης να καταπέσει από ύψος 6,80 μέτρων στο δάπεδο από μπετόν και να υποστεί βαρύτατες κακώσεις κρανίου και θώρακος συνεπεία των οποίων προκλήθηκε μαζική εσωτερική αιμορραγία και επήλθε ο θάνατος του.
Η λέξη "πρώτος" του κατηγορητηρίου αναφέρεται στον πρώτο κατηγορούμενο στην πρωτόδικη δίκη Ζ, πρόεδρο του Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρίας Β, ο οποίος κηρύχθηκε αθώος και από παραδρομή δεν αναφέρθηκε ονομαστικά ο ανωτέρω ούτε η ιδιότητά του, ενώ ως δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι νοούνται οι αναιρεσείοντες. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από ασυνείδητη αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 302 του ΠΚ, σε συνδυασμό με 7 παρ. 1 εδαφ. α και β του ΠΔ 1568/1985, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται η υπό των αναιρεσειόντων τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από ασυνείδητη αμέλεια, που τελέσθηκε με παράλειψη από το νόμο οφειλομένης ενέργειας, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία της. Συγκεκριμένα από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ανενδοίαστα ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες είναι πτυχιούχοι μηχανολόγοι και στην ανωτέρω εταιρία, με την ανωτέρω επαγγελματική ιδιότητα, κατείχαν τη θέση των τεχνικών ασφαλείας και υπευθύνων προϊσταμένων κατασκευών της εταιρίας και δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να γίνει διάκριση των μεταξύ τους αρμοδιοτήτων, είναι δε αδιάφορο και δεν μεταβάλλει την παραδοχή αυτή, ούτε την καθιστά ασαφή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες υπό στοιχείο "η1" των δύο αναιρέσεων τους, το ότι στην από ... έκθεση αυτοψίας οι επαγγελματικές ιδιότητες των αναιρεσειόντων διαφοροποιούνται και ο μεν Χ αναφέρεται ως υπεύθυνος κατασκευών και ο Χ2 ως τεχνικός ασφαλείας, διότι το Δικαστήριο εκτίμησε την έκθεση αυτή και κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα περί της επαγγελματικής ιδιότητάς τους και της θέσης που κατείχαν στην εταιρία, στην οποία εργαζόταν και ο παθών. Ενόψει δε της παραδοχής αυτής το Δικαστήριο έκρινε ότι, και για τους δύο αναιρεσείοντες, οι κανόνες δικαίου, από τους οποίους απέρρεε η υποχρέωση τους να εισηγηθούν τη λήψη, να μεριμνήσουν για αυτή και να επιβλέψουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αναφέρει η προσβαλλομένη και θα απέτρεπαν το θανατηφόρο αποτέλεσμα, ήσαν οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 εδαφ. α και β του Ν. 1568/1985 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", που αφορούν τους τεχνικούς ασφαλείας όλων των επιχειρήσεων και ορίζουν: "1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση: α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας". Τις διατάξεις αυτές, για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως λέχθηκε ανωτέρω, παραθέτει στην αιτιολογία της. Είναι δε αδιάφορο, για την θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων με την μορφή της άνευ συνειδήσεως αμέλειας για το θάνατο του παθόντος, που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για ποιο λόγο ο παθών εξήλθε στο εξωτερικό εξώστη από τον εσωτερικό όπου εκτελούσε συγκεκριμένη εργασία, ως και το ότι η έξοδος του δεν έγινε κατόπιν εντολής τους ή για την εκτέλεση ανατεθείσας εργασίας, αλλά, αυτοβούλως, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η λήψη των μέτρων ασφαλείας που αναφέρει, για την οποία είχαν υποχρέωση, κατά τις ανωτέρω νομικές διατάξεις, οι αναιρεσείοντες, θα απέτρεπε την επικίνδυνη έξοδο στον εξωτερικό εξώστη κάποιου εργαζομένου, που θα μπορούσε, σε συνδυασμό με τον γνωστό στους αναιρεσείοντες, ως εκ της ιδιότητάς τους, τρόπο κατασκευής στο σημείο εκείνο της στέγης, που αναλυτικά περιγράφει και την καθιστούσε ελάχιστα ανθεκτική και μη δυνάμενη να φέρει το βάρος ατόμου το οποίο, για οποιονδήποτε λόγο, θα βρισκόταν επ' αυτής, να επιφέρει το περιγραφόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσαν και όφειλαν να προβλέψουν και δε το προέβλεψαν, για την επέλευση του οποίου δέχθηκε το Δικαστήριο συνυπαιτιότητα του παθόντος, χωρίς η παραδοχή αυτή να διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραλείψεως των, κατά τις ως άνω διατάξεις, οφειλομένων εκ μέρους των αναιρεσειόντων ενεργειών και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του εργαζομένου, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, απορρίπτοντας αιτιολογημένα τον σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων.
Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν με το στοιχείο "η3" του λόγου των αναιρέσεων τους, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του μοναδικού εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ και Ε υπό στοιχεία "η 1-3" και "θ" λόγου των αναιρέσεων, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, τις από 15-5-2009 δύο αιτήσεις με αριθμούς εκθέσεως ... και ... των Χ2 και Χ, αντίστοιχα, για αναίρεση της με αριθμ. 1391/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια από υπόχρεο. Έννοια. Στοιχεία. Πότε τελείται με παράλειψη. Έννοια και προϋποθέσεις ευθύνης κατ' άρθρο 15 ΠΚ (ΑΠ 260/2009 και 102/2009). Έλλειψη αιτιολογίας. Πότε. Τι πρέπει να περιλαμβάνει σε περίπτωση συνδρομής των όρων του άρθρου 15 ΠΚ (ΑΠ 1914/2008, ΑΠ 221/2008). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή. Εκ πλαγίου παράβαση. Έννοια (ΑΠ 250/2009, ΑΠ 2357/2009). Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από άρθρο 510 § 1 Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 2
|
Αριθμός 143/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Καπετανέα, περί αναιρέσεως της 4859/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 433/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο. Περαιτέρω, με το άρθρο 225 ΠΚ, που έχει τον τίτλο "ψευδή ανωμοτή κατάθεση", στην παράγραφο 1, περ. α' αυτού ορίζεται: Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται: όποιος, όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4.859/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης για τις οποίες κατηγορείται. Ειδικότερα απεδείχθη ότι αυτός εν γνώσει καταμήνυσε ψευδώς την ΑΑ και τους τρεις εγκαλούντες (Ψ2, Ψ3 και Ψ1), με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για κλοπή, πράγμα το οποίο και πέτυχε. Στη συνέχεια όμως απεδείχθη ότι οι τότε κατηγορούμενοι και νυν εγκαλούντες ουδεμία σχέση έχουν με την κλοπή που αυτός τους απέδιδε με την καταμήνυσή τους. Άλλωστε ουδέποτε έλαβαν χώρα οι κλοπές για τις οποίες τους καταμήνυσε. Με την υπ' αριθμ. 9139/2004 απόφαση του Τριμ. Πλημ. Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη, όλοι οι νυν εγκαλούντες κηρύχθηκαν αθώοι των πράξεων για τις οποίες τους καταμήνυσε ο κατηγορούμενος. Τα περιγραφόμενα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσης αποφάσεως αντικείμενα ουδέποτε είχε στο κατάστημα του ο κατηγορούμενος (απ' όπου ισχυρίζεται ότι του εκλάπησαν). Παρ' όλα όμως αυτά ο κατηγορούμενος υπέβαλε, εν γνώσει του ότι τα καταμηνυόμενα είναι εντελώς ψευδή, την μήνυσή του σε βάρος των εγκαλούντων και της ΑΑ, το περιεχόμενο τις οποίας επιβεβαίωσε ως πολιτικώς ενάγων στις 18.5.2004 εξεταζόμενος χωρίς όρκο ενώπιον του Τριμ. Πλημ. Θεσσαλονίκης. Πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί - ως προς το ψευδές περιεχόμενο της καταθέσεώς του - ότι οι παραπάνω παθόντες δεν έχουν κλειδιά του καταστήματος του κατηγορουμένου, ούτε κάποια σχέση με αυτό, ούτε έλαβαν μέρος τον πλειστηριασμό, αφού αυτός έλαβε χώρα λόγω χρεών του κατηγορουμένου προς τρίτους (ΙΚΑ κλπ). Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και ειδικότερα του ότι: "Στη ... κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους κατωτέρω με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ειδικότερα δε: Α) την 8/2/2002 εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους για αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και του Γραμματέα αυτού κατέθεσε την από 8/2/2002 έγγραφη έγκλησή του σε βάρος της ΑΑ, καθώς και των εγκαλούντων, Ψ2, Ψ3 και Ψ1, η οποία (έγκληση) έλαβε αριθμό βιβλίου μηνύσεων Γ 2002 εγχ/134 και στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε για την ΑΑκαι τους εγκαλούντες τα ακόλουθα: "... Το προαναφερθέν ισόγειο κατάστημα της αντιπαροχής μου, το οποίο δικαιούμουν κατά το εργολαβικό συμβόλαιο και σύμφωνα με συμφωνία μας με τους μηνυόμενους δεν θα πωλούσα σε τρίτους μέχρι την εξόφληση της οφειλής προς το ΙΚΑ, από τον χρόνο αποπεράτωσης της οικοδομής (ήτοι από το έτος 1966) νεμόμουν και κατείχα με διανοία κυρίου, έχοντας μόνον εγώ τα κλειδιά αυτού. Συγκεκριμένα το χρησιμοποιούσα ως αποθηκευτικό χώρο, τοποθετώντας εκεί οικοδομικά, υδραυλικά υλικά και, κουφώματα (καινούργια), τα οποία χρησιμοποιούσαν τα συνεργεία μου σε διάφορα έργα στα πλαίσια της επιχειρηματικής μου δραστηριότητας. Να σημειωθεί ότι δεν ήμουν σε καθημερινή βάση στο εν λόγω κατάστημα πλην όμως το επισκεπτόμουν κάθε φορά που παρίστατο ανάγκη λήψης υλικών. Στο κατάστημα αυτό υπήρχαν τα παρακάτω αναφερόμενα αναλυτικά κινητά πράγματα της ιδιοκτησίας μου: 1. δύο (2) εσώπορτες ανιγκρέ με σχέδιο αξίας 62.950 δρχ. εκάστη και μαζί με το εκ 23.310 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 152.810 δρχ. 2. Δεκαεπτά (17) μπασκιά ανιγκρέ αξίας 1280 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 3916 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 25.676 δρχ. 3. Έξι (6) πόρτες ανιγκρέ με σχέδιο αξίας 62.950 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 67.986 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 445.686 δρχ. 4. Δεκαεννιά (19) πόρτες ανιγκρέ αξίας 54.000 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 184.680 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 1.210.680 δρχ. 5. Σαράντα πέντε (45) τεμ. Σωλήνα πλαστ. 6 επί 10 ΒΤαξίας 883 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 5.911 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 387δρχ. 6. Δέκα (10) τεμ. γωνίες πλαστ. Φ 50 90 ΥΝΙΜΑΚ αξίας 173 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 257 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 1.683 δρχ. 7. Δέκα (10) τεμ. γωνίες πλαστ. Φ 50 45 ΥΝΙΜΑΚ αξίας 173 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 257 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 1.687 δρχ. 8. Διακόσιες πενήντα (250) τεμ. Γωνίες ΓΚ 1/2 αξίας 156 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 6.669 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 43.719 δρχ. 9. Εκατό (100) τεμ. Ταφ ΓΚ 1/2 αξίας 216 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 3.693 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 24.213 δρχ. 10. Σαράντα (40) τεμ. Νίπελ Γαλβάνιζε 1/2 αξίας 216 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 923 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 6.053 δρχ. 11. Τριάντα (30) τεμ. Γωνίες ΓΚ ΜΕ 1/2 αξίας 174 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 892 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 5.851 δρχ. 12. Επτά (7) τεμ. Διακ. Εντοιχ. 1/2 αξίας 1973 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 2.243 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 14.707 δρχ. 13. Δέκα (10) κρουνούς σφ 1/2 αξίας 592 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 961 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 6.304 δρχ. 14. Τέσσερεις (4) Γωνίες ΓΚ2 αξίας 1.190 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 813 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 5.335 δρχ. 15. Τέσσερα (4) τεμ. Ταφ Γ Κ συστολικά 2 αξίας 1.916 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 2.270 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 9.551 δρχ. 16. Δύο (2) τεμ. Νίπελ Γαλβάνιζε 2 αξίας 835 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 285 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 1.871 δρχ. 17. Δύο (2) φιάλες MAP ΘΑ 5 αξίας 1.690 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 577 δρχ ΦΠΑ, συνολικής αξίας 3.788 δρχ. 18. Ένα (1) κρουνό σφαιρ. 2 αξίας 4.570 δρχ. και μαζί με το εκ 1.504 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 6.074δρχ. 19. Τέσσερεις (4) σωληνομαστούς γαλβ. ΠΡ 2 αξίας 533 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 1.457 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 3.482 δρχ. 20. Οκτώ (8) συφώνια δαπέδου SPECIAL αξίας 2.580 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 3715 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 24.355 δρχ. 21. Δεκαπέντε (15) τεμ. Σωλήνες φεροπλάστ Φ 32 αξίας 195 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 526 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής 3.451 δρχ. 22. Εννέα (9) τεμ. Σωλήνες φεροπλάστ Φ 50 αξίας 292 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 473 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 3.101 δρχ. 23. Τρία (3) τεμ. Σωλήνες φεροπλάστ Φ 40 αξίας 251 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 135 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 888 δρχ. 24. Έξι (6) μέτρα σωλήνα Φ100 αξίας 585 δρχ. το μέτρο και μαζί με το εκ 631 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 4.141 δρχ. 25. Δεκαοκτώ (18) Γωνίες Φ 32 87" αξίας 127 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 411 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 2.697 δρχ. 26. Δεκατέσσερεις (14) συστολές AM 40-32 αξίας 145 δρχ. εκάστης και μαζί με τ 365 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 2.760 δρχ. 27. Ένδεκα (11) Γωνίες Φ100 87" αξίας 355 δρχ. εκάστης και μαζί με το εκ 702 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 4.607δρχ. 28. Ένα (1) δοχείο διαστολής 200 L Τ αξίας 40.462 δρχ. και μαζί με το εκ 7.283 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 47.745δρχ. 29. Ένας (1) αυτόματος πληρωτής αξίας 3.476 δρχ. και μαζί με το εκ 626 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 4.102 δρχ. 30. Πέντε (5) σώματα PANEL 22 800-600 αξίας 14.302 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 12.872 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 84.382 δρχ. 31. Τρία (3) σώματα PANEL 22 800-400 αξίας 41.600 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 22.464 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 147.264 δρχ. 32. Πέντε (5) σώματα PANEL 22 800-700 αξίας 30.100 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 27.090 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 177.590 δρχ. 33. Έξι (6) σώματα PANEL 22 800-500 αξίας 33.500 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ36.180 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 237.180 δρχ. 34. Ένα (1) σώμα PANEL 22 800-900 αξίας 37.700 δρχ. και μαζί με το εκ 3.016 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 40.716 δρχ. 35. Επτά (7) σώματα PANEL 22 800 αξίας 20.500 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 25.830 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 169.330 δρχ. 36. Τέσσερα (4) σώματα PANEL 11 800-400 αξίας 8.500 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 6.120 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 40.120 δρχ. 37. Πενήντα τρεις (53) μονοσωλήνιους Διακόπτες διπλ. Ρύθμισης αξίας 3.680δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 35.107 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 230.107 δρχ. 38. Πενήντα δύο (52) σωλήνες χρωμέ αξίας 1.092 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 10221 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 67.005 δρχ. 39. Εκατόν πέντε (105) ρακόρ Φ15 επί 2,5 αξίας 388 δρχ. εκάστου και μαζί με το εκ 7.333 δρχ. ΦΠΑ, συνολικής αξίας 48.073 δρχ. Ήτοι υπάρχον κινητά πράγματα συνολικής αξίας 3.391.259 δρχ. ή 9952,34 ΕΥΡΩ. Όπως προαναφέρθηκε οι μηνυόμενοι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου προέβησαν ερήμην μου σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του καταστήματός μου με απώτερο σκοπό να καταστεί δυνατή η κατάσχεση του από το ΚΑ, ως χωριστής πλέον ιδιοκτησίας, προκειμένου να ικανοποιηθεί αυτό για τις οφειλόμενες εισφορές από την εκπλειστηρίασή του, πράγμα που συνέβη λίγο αργότερα στις 30-9-1999 οπότε κατασχέθηκε με την υπ' αριθμ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... και στην συνέχεια την 1-3-2000 εκπλειστηριάστηκε, χωρίς ωστόσο εγώ να λάβω γνώση με οποιονδήποτε τρόπο, στην εξευτελιστική τιμή των 11.050.000 δρχ., καθόσον η αξία του ανέρχονταν στο ποσό των 60.000.000 δρχ. τουλάχιστον. Στην ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης περιγράφεται μόνον το κατάστημα ως αυτοτελής ιδιοκτησία και δεν γίνεται πουθενά λόγος για τα προαναφερόμενα κινητά πράγματα της ιδιοκτησίας μου, τα οποία παράνομα αφήρεσαν και ιδιοποιήθηκαν οι μηνυόμενοι Και συγκεκριμένα, οι τελευταίοι μετά την εκ μέρους τους και εν αγνοία μου σύσταση επί του καταστήματος αυτού χωριστής ιδιοκτησίας, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Παντέκα-Χαλμούκη, εισήλθαν παράνομα στο εν λόγω κατάστημα, δεδομένου ότι εγώ ήμουν νόμιμα νομέας, και κάτοχος αυτού από της κατασκευής του και αποτελούσε το εργολαβικό μου αντάλλαγμα, και αφήρεσαν όλα τα ανωτέρω κινητά τα οποία και ιδιοποιήθηκα παρά το νόμο. Συγκεκριμένα οι μηνυόμενοι διέρρηξαν το ανωτέρω κατάστημά μου και αφαίρεσαν τα αναλυτικά προπεριγραφόμενα υλικά, ιδιοκτησίας μου, και στη συνέχεια παρέδωσαν μέσω της συμβολαιογράφου τα κλειδιά του άδειου πλέον ακινήτου στον πλειοδότη. Επειδή η παραπάνω πράξη τους συνιστά το αδίκημα της κλοπής σύμφωνα με το άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα και το συνολικό όφελος τους από την παράνομη ιδιοποίηση των κινητών μου ισούται με την αξία τους και υπερβαίνει το ποσό των 3.391.259 δραχμές ή 9.952,34 ευρώ ...". Τα ως άνω όμως καταγγελθέντα δια της εγκλήσεως του κατηγορουμένου ήταν ψευδή κι ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα ουδέποτε οι εγκαλούντες και η μητέρα τους, ΑΑ προέβησαν σε τέτοιες ενέργειες, ήτοι ουδέποτε αφαίρεσαν από το ισόγειο αυτό κατάστημα τα προπεριγραφόμενα πράγματα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Στην πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προέβη με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη των εγκαλούντων, αλλά και της ΑΑ για την πράξη της κλοπής, όπως και έγινε, καθόσον ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για κλοπή κατά συναυτουργία των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων, παρεπέφθησαν δε αυτοί ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 9139/18.5.2004 απόφασης του κήρυξε αυτούς αθώους διότι δεν απεδείχθη ότι τελέσθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου η κλοπή των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων, πολλώ δε μάλλον δεν απεδείχθη ότι αυτοί τελέσθηκε από τους: ΑΑ, Ψ1, Ψ3 και Ψ2. Β) την 18/5/2004 ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως διάδικος και μάρτυρας από Αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και συγκεκριμένα ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως διάδικος και μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου εκδικαζόταν η κατηγορία της κλοπής που φέρονταν ότι είχαν τελέσει οι: ΑΑ, Ψ2, Ψ3 και Ψ1, όπως αυτή (κατηγορία) περιγραφόταν στο υπ' αριθμ. 11477/2003 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης (μετά την υποβολή της ως άνω, υπ' αρίθμ. ΒΜ Γ 2002 εγχ/134 έγκλησης του κατηγορουμένου), ο κατηγορούμενος, αφού εδήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος των ανωτέρω προσώπων, επιδιώκοντας την χρηματική του ικανοποίηση για το ποσό των 10 ευρώ, με επιφύλαξη αναζήτησης του υπολοίπου στα πολιτικά Δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί από την πράξη της κλοπής, εξετασθείς χωρίς όρκο (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ ΚΠΔ) ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κατέθεσε τα ακόλουθα σχετικά με το εάν τελέστηκε η κλοπή από τους εγκαλούντες (Ψ2, Ψ3, Ψ1) και την ΑΑ: "Ανέλαβα να κτίσω μίας οικοδομή. Το κατάστημα το είχα σαν αποθήκη και πήγαινα να πάρω υλικό. Πήγα μια μέρα και είδα ότι ήταν κλειστό με αλλαγμένη κλειδαριά. Ρώτησα και έμαθα ότι το αγόρασε κάποιος από πλειστηριασμό. Ρώτησα τι έγιναν αυτά τα υλικά που είχα μέσα και μου είπε ο αγοραστής ότι το βρήκε καθαρό και ότι τα κλειδιά του τα έδωσαν οι οικοπεδούχοι. Γύρω στα 3,5 με 4 εκατομμύρια στοίχιζαν, δεν μπορούσαν να τα πουλήσουν. Αυτοί τα έκλαψαν ...". Τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον στην πραγματικότητα οι εγκαλούντες και η μητέρα τους, ΑΑ, ουδέποτε αφαίρεσαν από το κατάστημα αυτό πράγματα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου".
Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και καθόρισε προς τέσσερα και σαράντα λεπτά (4,40) Ευρώ, για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ .β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 §§ 1,2, 225 § 1α' και 229 §§ 1, 3, 4 Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 4859/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) ..., 2) ... και 3) ..., των μαρτύρων υπερασπίσεως: 1) ... και 2) ..., καθώς και τις καταθέσεις των: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν ανωμοτί, ως πολιτικώς ενάγοντες, στο ίδιο ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά νόμο απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι: α) δεν αιτιολογείται ειδικά ο δόλος δηλαδή η γνώση της ψευδούς καταμηνύσεως και της ανώμοτης καταθέσεως και β) δεν αναφέρονται καθόλου στοιχεία για το σκοπό του να προκαλέσει με τη μήνυσή του τη δίωξη των εγκαλούντων. Όμως στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης εκτίθεται ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της ακροαματικής διαδικασίας, που με επάρκεια και σαφήνεια προσδιορίζονται προέκυψε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του, τα πράγματα που αναφέρονται στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται και, παρ' όλα αυτά, καταμήνυσε τους πολιτικώς ενάγοντες ότι του τα έκλεψαν, γνωρίζοντας καλά ότι αυτά ήταν ανύπαρκτα και συνεπώς, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Το περιεχόμενο δε της μηνύσεως αυτής το επιβεβαίωσε εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/νίκης, που δίκασε την, κατά των ήδη πολιτικώς εναγόντων, κατηγορία για κλοπή, τελώντας και πάλι εν γνώσει του ψεύδους των κατατεθέντων. Προέβη δε στις ενέργειές του αυτές επιδιώκοντας να προκαλέσει την ποινική δίωξη των πολιτικώς εναγόντων για κλοπή, πράγμα το οποίο πέτυχε, αφού σε βάρος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη αυτή και παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/νίκης από το οποίο και αθωώθηκαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κρίθηκε παραδεκτή και εμφανίστηκε αναιρεσείων, εξεταζόμενος λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΚΠΔ 510 § 1 στοιχ. Δ') πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1.685/23-2-09 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 4.859/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Ψευδής ανώμοτη κατάθεση. Έννοια όρων. Υποβολή μηνύσεως αναιρεσείοντα κατά την ήδη πολιτικώς εναγόντων για κλοπή. Επιβεβαίωση της μηνύσεως με την κατάθεσή του ως πολιτικώς ενάγοντος ανωμοτί στο δικάσαν την κλοπή Δικαστήριο. Αθώωση των τότε κατηγορουμένων για την κλοπή. Μήνυσή του για ψευδή καταμήνυση και καταδίκη του. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 142/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά, περί αναιρέσεως της 630/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Δαλιάνη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 333/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων και δη των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, της χωρίς όρκο κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας, των αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και της απολογίας του κατηγορουμένου, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, που διατηρεί γραφείο τελετών στην ..., στις 12-3-2001 υπέβαλε προς το Δήμαρχο ... έγγραφη καταγγελία, στην οποία ανέφερε, ότι η πολιτικώς ενάγουσα Ψ η Ζ και ο Φ, υπάλληλος του Δήμου ... με μέριμνα για το κοιμητήριο ..., έχουν μετατρέψει το Δήμο σε δική τους επιχείρηση, καθόσον δωροδοκούνται με χρηματικά ποσά από 10.000 έως 50.000 δρχ. και ανάλογα με το ποσό που λαμβάνουν επιλέγουν τοποθεσία και τμήμα τάφων. Επίσης ανέφερε, ότι η Ψ, διευθύντρια του κοιμητηρίου φεύγει από την υπηρεσία της την Παρασκευή το μεσημέρι και επιστρέφει τη Δευτέρα, χωρίς να αφήνει στον επόπτη κάποιο τηλέφωνο για ώρα ανάγκης, ότι ο Ταμίας Φ, την Παρασκευή 9-3-2001 ώρα 12:00 και το Σάββατο 10-3-2001 και ώρα 13:00 είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία του και έτσι δεν μπόρεσε αυτός (κατηγορούμενος), να καταβάλει τα αναγκαία χρηματικά ποσά για τα δικαιώματα του Δήμου. Αποδείχτηκε όμως ότι όλα τα ανωτέρω είναι ψευδή, ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους και σκόπευε με την καταγγελία αυτή να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσης και των ανωτέρω υπαλλήλων του Δήμου για δωροδοκία και παράβαση καθήκοντος, αλλά και την πειθαρχική τους δίωξη για τα αδικήματα αυτά. Ειδικότερα αποδείχτηκε, ότι ο κατηγορούμενος, μία εβδομάδα περίπου προ της 9-3-2001, ανέφερε στη Ζ ότι επρόκειτο να τελεστεί κάποιο μνημόσυνο που είχε αναλάβει το γραφείο του, αλλά δεν είχε συνεννοηθεί ακόμη με την οικογένεια τον θανόντος και δεν γνώριζε ακριβώς το χρόνο, γι' αυτό και μέχρι την 9-3-2001 δεν είχε δηλώσει το μνημόσυνο και δεν είχε καταβάλει το απαιτούμενο χρηματικό ποσό στο Δήμο. Επίσης αποδείχτηκε ότι την Παρασκευή (9-3-01) και το Σάββατο (10-3-2001), ο ταμίας Φ παρευρισκόταν στην υπηρεσία του καθ' όλη τη διάρκεια του ωραρίου του, αλλά ο κατηγορούμενος δεν είχε δηλώσει το μνημόσυνο και δεν είχε καταβάλει τα χρήματα, καίτοι βρισκόταν εκεί. Όταν, πλέον αργά το Σάββατο συνεννοήθηκε με την οικογένεια του θανόντος ως προς το χρόνο τελέσεως του μνημοσύνου και αφού ανευρέθη Μητροπολίτης για την τέλεσή του, αναζήτησε τον ταμία, για να του καταβάλει τα χρήματα, αλλά το ωράριό του είχε τελειώσει, η υπηρεσία είχε κλείσει και ο ταμίας είχε αποχωρήσει. Ο κατηγορούμενος τότε απευθύνθηκε στην υπάλληλο Ζ για να καταβάλει σ' αυτή τα χρήματα, αλλ' αυτή αρνήθηκε να τα παραλάβει, διότι δεν είχε σχετική αρμοδιότητα. Αυτός τότε αναζήτησε το τηλέφωνο της πολιτικώς ενάγουσας, δημιουργήθηκε σχετικό επεισόδιο και κατέφυγε στο αστυνομικό Τμήμα .... Τελικώς το μνημόσυνο τελέστηκε την Κυριακή και αφού η πολιτικώς ενάγουσα ήλθε σε επικοινωνία με την οικογένεια του θανόντος, ενώ ο κατηγορούμενος, στις 12-3-2001 προέβη στην ως άνω έγγραφη καταγγελία του προς το Δήμαρχο ... και προς το Αστυνομικό Τμήμα ... και ισχυρίστηκε στο Δήμαρχο για όλους τους προαναφερομένους υπαλλήλους τα προεκτεθέντα. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω Δημοτικοί υπάλληλοι έλαβαν ποτέ χρήματα για να εκτελέσουν το υπηρεσιακό τους καθήκον ή να ενεργήσουν αντίθετα προς αυτό. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να επαχθεί από τη μοναδική κατάθεση της μάρτυρος ..., η οποία ανέφερε ότι είχε δώσει μία φορά ένα πεντοχίλιαρο στην Ζ για να της δώσει τάφο και ότι άκουσε ότι ο ... έδινε χρήματα στην Ψ. Τούτο δε, διότι, όπως κατέθεσε, δεν θυμάται πότε έδωσε το παραπάνω χρηματικό ποσό στην Ζ, ούτε ανέφερε για ποιο συγκεκριμένο τάφο της το έδωσε, ούτε από ποιους πληροφορήθηκε ότι ο ... χρημάτιζε την Ψ, τι χρηματικά ποσά και πότε της τα έδινε. Αντίθετα αποδείχτηκε, ότι τόσο η εγκαλούσα, όσο και η Ζ κηρύχθηκαν αθώες των κατηγοριών της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση με την υπ' αριθμ. 89-68/2006 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, ενώ, με την ίδια απόφαση κηρύχθηκε αθώος ο ... για απλή συνέργεια στις ανωτέρω πράξεις. Επίσης η εγκαλούσα απηλλάγει και του πειθαρχικού παραπτώματος, για το οποίο είχε παραπεμφθεί από την υπηρεσία της. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, ότι οι ανωτέρω Δημοτικοί υπάλληλοι απουσίαζαν από το γραφείο τους τις ώρες της υπηρεσίας τους, ή ότι η εγκαλούσα δεν άφηνε στον επόπτη το τηλέφωνο για ώρα ανάγκης. Των παραπάνω ψευδών περιστατικών που περιείχοντο στην καταγγελία του κατηγορουμένου, έλαβαν γνώση: ο Δήμαρχος ...ν, οι υπάλληλοι του Γραφείου προσωπικού, ο Διοικητής και ο Αξιωματικός Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος ..., όπου επανέλαβε την καταγγελία, μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης Ψ, δεδομένου ότι, εκτός των άλλων, της αποδίδετο ότι τελούσε το ατιμωτικό αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας. Κατόπιν όλων αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και των: Ψ, Ζ και Φ και της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της Ψ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: 1) Στην ... στις 12.3.2001 εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη και πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο υπέβαλε προς το Δήμαρχο ... έγγραφη καταγγελία στην οποία ανέφερε ότι η Ψ, η Ζ και ο Φ, άπαντες δημόσιοι υπάλληλοι στο Δήμο ... με μέριμνα για το, Α' Κοιμητήριο ..., έχουν μετατρέψει το Δήμο σε δική τους επιχείρηση, καθόσον δωροδοκούνται με χρηματικά ποσά από 10.000 έως 50.000 και ανάλογα το ποσό που λαμβάνουν επιλέγουν τοποθεσία και τμήμα τάφων. Στην ίδια καταγγελία αναφέρει, ότι η Ψ που είναι και Διευθύντρια του Κοιμητηρίου φεύγει από την υπηρεσία της την Παρασκευή το μεσημέρι και επιστρέφει τη Δευτέρα, χωρίς να αφήσει στον επόπτη κάποιο τηλέφωνο για ώρα ανάγκης. Και συνεχίζει στην ίδια καταγγελία αναφέροντας, ότι ο ταμίας Φ την Παρασκευή 9/3/2001 και ώρα 12.00 και το Σάββατο 10-3-2001 και ώρα 13.00 είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία και έτσι δε μπόρεσε ο κατηγορούμενος να καταβάλει τα αναγκαία χρηματικά ποσά για τα δικαιώματα του Δήμου. Όλα τα ανωτέρω είναι ψευδή, καθόσον οι ανωτέρω δημόσιοι υπάλληλοι ποτέ δεν έλαβαν χρήματα για να εκτελέσουν το υπηρεσιακό τους καθήκον η να ενεργήσουν αντίθετα προς αυτό, πάντοτε ευρίσκοντο στην υπηρεσία τους εν ώρα υπηρεσίας και πάντοτε η Ψ άφηνε στον επόπτη τα Σαββατοκύριακα κάποιο τηλέφωνο για ώρα ανάγκης. Περαιτέρω τις προαναφερθείσες ημερομηνίες ο κατηγορούμενος δεν πήγε ο ίδιος να καταβάλει στο ταμείο τα χρηματικά ποσά για τα δικαιώματος του Δήμου. Ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει, της αναληθείας των ανωτέρω και σκόπευε με την καταγγελία αυτή να προκαλέσει την ποινική δίωξη της εγκαλούσης Ψ αλλά και της Ζ και του Φ για δωροδοκία και παράβαση καθήκοντος αλλά και την πειθαρχική τους δίωξη για τα ανωτέρω αδικήματα.
2) Στην ... στις 12-3-2001 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδές. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με την από 12-3-2001 έγγραφη καταγγελία του στο Δήμαρχο γνώση της οποίας έλαβαν ο Δήμαρχος ..., οι υπάλληλοι του Γραφείου Προσωπικού και ο Διοικητής και Αξιωματικός Υπηρεσίας τουΑστυνομικού Τμήματος ..., όπου και επανέλαβε την καταγγελία, ισχυρίστηκε για τη Ψ τα ως άνω αναλυτικά αναφερόμενα υπό στοιχ. 1 γεγονότα. Όλα αυτά όμως ήταν ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης Ψ.
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 94, 229 παρ 1, 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται η υπό του αναιρεσείοντος τέλεση και των δύο ως άνω πράξεων, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω κατά τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία τους. Συγκεκριμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναλήθεια του περιεχομένου της από 15-3-2001 έγγραφης καταγγελίας του αναιρεσείοντος προς το Δήμαρχο ..., το περιεχόμενο της οποίας απετέλεσε το περιεχόμενο και των δύο ως άνω αδικημάτων σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας και της Ζ αποδείχθηκε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και οι καταγγελθέντες και η πολιτικώς ενάγουσα, υπάλληλοι του Δήμου, εργαζόμενοι στο Α' Νεκροταφείο ..., τα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως, τις αναγνωσθείσες χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο, καταθέσεις των αναφερομένων μαρτύρων και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Περαιτέρω, καθόσον αφορά ειδικότερα το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, το ψευδές του περιεχομένου της καταγγελίας, θεωρείται αποδεδειγμένο κατ άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, αφού με την 20606/2005 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία παραδεκτά επισκοπείται, είχε ανασταλλεί η σε βάρος του αναιρεσείοντος δίκη για το αδίκημα αυτό (για το έτερο αναβλήθηκε κατά τη διάταξη του άρθρου 59 ΚΠΔ), μέχρι αμετακλήτου περατώσεως της δίκης, που εκκρεμούσε, κατόπιν της καταγγελίας, σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας και της ετέρας ως άνω υπαλλήλου και ενός ακόμη ατόμου, για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας, η οποία περατώθηκε με την 8268/2006 αθωωτική, λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση της πράξεως, αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενόψει δε της αθωωτικής αυτής αποφάσεως δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε να αξιολογηθεί προς συναγωγή αντιθέτου αποδεικτικού πορίσματος, η πρωτόδικη στη δίκη εκείνη καταδικαστική 45732/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υπό στοιχ. ε', ανεξάρτητα του ότι κρίθηκε και αυτός ένοχος του αδικήματος της ενεργητικής δωροδοκίας χωρίς να του επιβληθεί ποινή (236 εδαφ β'ΠΚ) και δεν άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως. Δεν ήταν απαραίτητο δε, όπως λέχθηκε ανωτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προβεί το Εφετείο σε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ των καταθέσεων άλλων μαρτύρων που δεν εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά των οποίων οι καταθέσεις στο πρωτόδικο δικαστήριο (μάρτυρας ...) ή στην προδικασία (μάρτυρες ...) αναγνώσθηκαν, ούτε να διενεργηθεί τέτοια συσχέτιση μεταξύ των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και της απολογίας του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως υπό στοιχεία α'- δ', διότι έτσι, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' πρώτος λόγος αναιρέσεως.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παραγ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί τούτου. Τούτο αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της εφέσεως από τον εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 του ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει για εκείνα μόνο τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της έφεσης και αν δεν πράξει τούτο ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγος για έλλειψη ακροάσεως. Τούτο όμως προϋποθέτει ότι οι λόγοι εφέσεως προβάλλονται παραδεκτά, περίπτωση δε απαράδεκτης υποβολής τους συνιστά, όπως θα λεχθεί κατωτέρω, και η αοριστία αυτών, διαφορετικά δεν έχει υποχρέωση να εξετάσει τον οικείο λόγο της εφέσεως.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 6 παρ.1 Ν.Δ. 796/1971, προκύπτει ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να αναφέρεται στις αρχές εγγράφως και μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής, προς την οποία απευθύνεται η αναφορά και κατόπιν αδείας αυτής επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτήν. Ως αναφορά θεωρείται έγγραφο που περιέχει αιτιάσεις κατά ενεργείας ή παραλείψεως αρχής ή οργάνου αυτής και αίτηση περί επανορθώσεως ή αποτροπής ηθικής ή υλικής βλάβης. Η αναφορά απευθύνεται στην αρμόδια αρχή ή την προϊσταμένη αυτής ή την εποπτεύουσα αυτήν, μπορεί δε να υποβάλλεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι για να υπάρχει αναφορά, κατά την έννοια αυτών, πρέπει το έγγραφο να διαλαμβάνει αιτιάσεις για ενέργειες ή παραλείψεις αρχής ή οργάνου αυτής και συγχρόνως να περιέχει αίτημα περί επανορθώσεως ή αποτροπής είτε ηθικής είτε υλικής βλάβης, δυναμένης να γίνει υπό της ως άνω αρχής, ως ασκούσας διοικητική εξουσία, αρμόδιας κατά νόμο για ανόρθωση ή αποτροπή των επιζημίων συνεπειών που προέκυψαν από την ενέργεια ή παράλειψη αυτής ή των οργάνων της (ΑΠΟλ. 1245/1986, 1241/1984). Αν το Δικαστήριο, παρά την έλλειψη της απαιτούμενης στην συγκεκριμένη περίπτωση κατά τις ανωτέρω διατάξεις αδείας δεν κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη (370 γ'ΚΠΔ), αλλά προχωρήσει σε κατ ουσία εκδίκαση της διαφοράς και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο υποπίπτει στην πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης της εξουσίας και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Η ΚΠΔ, ο ίδιος δε λόγος με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για έλλειψη αδείας, χωρίς να απαιτείται τέτοια στην συγκεκριμένη περίπτωση.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, που εφαρμόζονται και επί εφέσεως, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει αναγκαίως να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο, γιατί διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχει λόγους ή περιέχει αορίστους, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, διότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις του νόμου. (βλ. επί αναιρέσεως ΑΠΟλ 2/2002, ΑΠΟλ 191/2001).
Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα της βασιμότητας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της ... πρωτόδικης απόφασης, της από 12-3-2001 καταγγελίας του αναιρεσείοντος προς τον Δήμαρχο ... και των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου (Τριμελές Πλημ/κειο Αθηνών), που εξέδωσε την ανωτέρω 30955/2008 απόφαση, πρόβαλε τον ισχυρισμό περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος για τον λόγο που αναφέρεται στον καταχωρηθέντα στα πρακτικά εν λόγω ισχυρισμό. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, διότι προβλήθηκε το πρώτο μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την κατ ουσία έρευνα της υποθέσεως που έγινε σε προηγούμενη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε η 20606/2005 απόφαση, με την οποία ανεστάλη, κατ άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, η δίκη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως και αναβλήθηκε για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ άρθρο 59 ΚΠΔ, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας και των λοιπών ως άνω προσώπων δίκη για την αναφερόμενη στην πρώτη σκέψη αξιόποινη πράξη. Επακολούθησε αμέσως η προβολή από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα του ισχυρισμού που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, περί κηρύξεως απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, διότι δεν είχε προηγηθεί η άδεια του Δημάρχου ..., η οποία ήταν απαραίτητη στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει της αναφοράς - καταγγελίας που υπέβαλε στον Δήμαρχο ..., το ακριβές περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στον ισχυρισμό. Από το περιεχόμενο της αναφοράς προκύπτει ότι δεν περιέχει, ούτε εμμέσως, αίτημα επανόρθωσης της υλικής ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε στον καταγγείλαντα, από τις καταγγελόμενες πράξεις των υπαλλήλων του Δήμου, αλλά μόνον προτροπή για αποστολή της καταγγελίας στον Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, να μη αποτελεί αναφορά κατά την εκεί εκτεθείσα έννοια, η οποία θα απαιτούσε την άδεια του Δημάρχου για άσκηση της ποινικής δίωξης. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το Δικαστήριο με την αιτιολογία ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτείτο από κάποια διάταξη νόμου, για την άσκηση σε βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω πράξεις, άδεια προς τούτο της αρχής προς την οποία απευθύνθηκε η αναφορά-καταγγελία του που απετέλεσε και την αιτία της ποινικής δίωξης για την πράξη της δωροδοκίας. Στην συνέχεια το πρωτόδικο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των ανωτέρω πράξεων και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 11 μηνών την οποία μετέτρεψε προς 5 € ημερησίως. Κατά της αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την 3785/6-5-2008 έφεση. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εκθέσεως εφέσεως, πέραν των τυπικών στοιχείων του εντύπου και την προσβολή της αποφάσεως διότι κατ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων τον κήρυξε ένοχο και του επέβαλε την ανωτέρω ποινή, περιέχεται και λόγος που αρχίζει από το κείμενο της εκθέσεως και καταλήγει σε παραπομπή στο κάτω μέρος αυτής που φέρει μόνον την υπογραφή του γραμματέα με το ακόλουθο περιεχόμενο: " ...προς δε και διότι ουχί ορθώς και μη νομίμως απερρίφθησαν οι ενστάσεις μου εκ του άρθρου 10 Σ και κατά του κλητηρίου θεσπίσματος... ". Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι αόριστος, διότι, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, δεν καθορίζεται κατ αρχάς ποιο ήταν το περιεχόμενο της ενστάσεως του κατά του κλητηρίου θεσπίσματος (βλ. περίπτωση, πλήρως ορισμένου λόγου σε τέτοιο ζήτημα σε ΑΠ 761/2000), αν αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά κατά τα άνω και δη σε ποιο διαδικαστικό στάδιο της διαδικασίας και τέλος δεν προσδιορίζονται οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως του με την ανωτέρω αιτιολογία, όσον δε αφορά το δεύτερο σκέλος του, ποιο ήταν το νομικό σφάλμα της αποφάσεως που απέρριψε με την ανωτέρω αιτιολογία την ένσταση (ισχυρισμό) εκ του άρθρου 10 Σ, η οποία δεν στηρίζεται μόνον στο άρθρο 10 του Συντάγματος αλλά και στις ανωτέρω διατάξεις του Ν.Δ 796/1971, οι οποίες, όπως και η υποβολή αιτήματος περί επανορθώσεως ή αποτροπής υλικής ή ηθικής βλάβης του καταγγείλαντος από τον έχοντα τέτοια αρμοδιότητα Δήμαρχο ..., ουδόλως αναφέρονται για τον ακριβή και πλήρως ορισμένο προσδιορισμό της θεμελιώσεως της ενστάσεως. Την αοριστία αυτή δεν συμπλήρωσε ο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του παραστάς κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Εφετείο αναιρεσείων, αφού ουδεμία αναφορά και μάλιστα στο προαναφερθέν χρονικό σημείο της διαδικασίας, σε σχέση με την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, έκανε για τον λόγο αυτό της εφέσεως και τους ανωτέρω ισχυρισμούς του (ενστάσεις), ούτε τους πρόβαλε ορισμένως και με πλήρη θεμελίωση των αιτιάσεων του κατά των απορριπτικών αυτών αποφάσεων του πρωτόδικου δικαστηρίου, αλλ αντιθέτως, μετά την απόρριψη αιτήματός του αναβολής για να κληθούν μάρτυρες υπερασπίσεως του, περιορίσθηκε σε αντίκρουση της στοιχειοθετήσεως των πράξεων για τις οποίες είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτοδίκως και το Δικαστήριο εξέδωσε στην ανωτέρω και με την αναίρεση προσβαλλομένη απόφαση. Ενόψει τούτων το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει τον ως άνω λόγο εφέσεως και εφόσον έτσι έπραξε δεν δημιουργήθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ λόγος για έλλειψη ακροάσεως.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλομένη απόφαση για, εκ του λόγου αυτού, υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. 1 Η ΚΠΔ) και όχι έλλειψη ακροάσεως, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 24-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 630/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Συκοφαντική δυσφήμιση. Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 173/2009). Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση ως προς αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 250/2009, ΑΠ 173/2009). Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Πότε και πώς προβάλλεται παραδεκτώς (ΑΠ 608/2009, ΑΠ 972/2003, ΑΠ 1513/2003). Άδεια αρχής για άσκηση ποινικής διώξεως κατ' άρθρο 10 Συντάγματος. Έννοια αναφοράς κατά την διάταξη αυτή. Πότε απαιτείται (ΑΠ 1527/2005, ΑΠ 526/2004, ΑΠ 775/2003). Συνέπειες ελλείψεως ή απαιτήσεως όταν δεν χρειάζεται. Λόγοι 510 § 1 Β΄ και Η΄ ΚΠΔ αντίστοιχα (ΑΠ 1265/2006, ΑΠ 1666/2006, ΑΠ 1652/2005, ΑΠ 526/2004, ΑΠ 1709/2003, ΑΠ 1472/2007). Λόγοι ενδίκου μέσου πρέπει να είναι ορισμένοι (ΑΠ 635/2009, ΑΠ 775/2003). Λόγος ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την κατ' ουσία κρίση του Δικαστηρίου. Λόγος για υπέρβαση εξουσίας (έλλειψη ακροάσεως). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Κλητήριο θέσπισμα.
| 0
|
Αριθμός 141/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 453/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Καρακώστα.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1042/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ "αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει "περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.... Η διάταξη του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ για αναβολή της συζήτησης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ". Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 139 εδαφ. γ' Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφορά όχι μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης. Αν δεν υπάρχει αυτή η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, η δε εν συνεχεία απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Η άνω παρεμπίπτουσα απόφαση είναι ειδικά αιτιολογημένη όταν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του αιτήματος αναβολής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 453/2009 απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δικάζοντας επί εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 2612/2007 αποφάσεως του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έκρινε ότι η έφεση του απόντος και εκπροσωπηθέντος δυνάμει εξουσιοδοτήσεως από τους εμφανισθέντες δικηγόρους του, που παρέστησαν ως συνήγοροι του τότε εκκαλούντος κατηγορουμένου είναι τυπικά δεκτή και κήρυξε ένοχον αυτόν λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και παραβάσεως του άρθρου 35 παρ. 2 ν. 2093/1992 σε συνδυασμό με άρθρο 28 παρ. 1α, 4, 5, 7 ν. 1560/1986 και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή 70449 ευρώ, για την πράξη της λαθρεμπορίας καθώς και 1500 ευρώ για την πράξη της κατ' εξακολούθηση χρησιμοποίησης πετρελαίου θέρμανσης για άλλες εκτός από τη θέρμανση χρήσεις. Από τα πρακτικά αυτής της κατ' έφεση δίκης, επί της οποίας εξεδόθη από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι στην συνεδρίαση του της 23-1-2009 (μετά από διακοπή από τη δικάσιμο της 22-1-2009) όταν εκφωνήθηκε το όνομα του κατηγορουμένου δεν εμφανίσθηκε αυτός αλλά ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Β. Μήτσου. Ο εν λόγω δικηγόρος προσκόμισε στο δικαστήριο την από ... ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου Χαλκιδικής, την οποία η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέγνωσε δημόσια. Στη συνέχεια εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ο άνω δικηγόρος, ο οποίος κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Χαλκιδικής πάσχων από επιγαστραλγία και κοιλιακό άλγος, επιθυμεί δε να παραστεί στο δικαστήριο και ζητεί μία σύντομη αναβολή της δίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του μετά από σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία το αίτημα αναβολής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 Κ.Ποιν.Δ ο κατηγορούμενος μπορεί να υποβάλει αίτημα αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπό του ή στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης είναι νόμιμο, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, διότι ο προβαλλόμενος από αυτόν λόγος αναβολής είναι προεχόντως προσχηματικός και αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνον στην παρέλκυση της αφού αυτός και αν ακόμη είχε λόγους που τον εμποδίζουν να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να εκπροσωπηθεί από συνήγορο υπεράσπισης σύμφωνα με ρις ρυθμίσεις του ν. 3160/2003. Με βάση τ' ανωτέρω το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν". Η αιτιολογία όμως αυτή της εν λόγω παρεμπιπτούσης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του 139 του Κ.Ποιν.Δ διότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και τα οποία έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση ότι δεν ήταν βάσιμος ο λόγος αναβολής. Δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι δεν συνέτρεχαν σημαντικά αίτια αναβολής της δίκης λόγω ασθενείας του κατηγορουμένου ούτε οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε ότι ήταν προσχηματικός ο προβληθείς λόγος ασθενείας του κατηγορουμένου και αποσκοπούσε στην παρέλκυση της δίκης. Δεν εξειδικεύεται, ειδικότερα, στην άνω απόφαση ούτε ποιο ήταν το κώλυμα που αντιμετώπιζε ο εκκαλών κατηγορούμενος ούτε παρατίθεται ποιο ήταν το περιεχόμενο της αναγνωσθείσης γνωματεύσεως του Νοσοκομείου Χαλκιδικής και αν αξιολογήθηκε και κατά ποιο τρόπο, ούτε εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους δεν πείσθηκε το δικαστήριο από την προσκομισθείσα ιατρική αυτή γνωμάτευση, αφού δεν μνημονεύεται στην ίδια απόφαση κάποιο άλλο αντίθετο αποδεικτικό μέσο περί της υγείας του αναιρεσείοντος, ούτε ακόμη αναφέρεται αν λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος. Αντιθέτως, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου για απόρριψη του προβληθέντος λόγου αναβολής ως προσχηματικού χωρίς παράθεση γεγονότων που να αναιρούν αυτά που προέκυψαν από τις αποδείξεις αλλά, με την ενδοιαστική αιτιολογία ότι και αν ακόμη αυτός είχε λόγους που να τον εμποδίζουν να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο μπορούσε να εκπροσωπηθεί από συνήγορο υπεράσπισης. Η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής καθόσον από το ότι κατά το άρθρο 340 Κ.Ποιν.Δ ο κατηγορούμενος επιτρέπεται σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα να εκπροσωπείται από συνήγορο τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του δεν συνάγεται ότι περιορίζεται το από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της από 4-11-1990 Συμβάσεως για τη προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α) που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974, δικαίωμα εμφανίσεως αυτοπροσώπως του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου προς υπεράσπιση του και διατύπωση των απόψεών του. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως που περιλαμβάνεται στην κρινόμενη αίτηση και πρέπει κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για σημαντικά αίτια. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και κατά το μέρος που εκδίκασε κατ' ουσία την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό καθόσον, δεχόμενο την έφεση από τυπική άποψη και κρίνοντας ένοχο τον κατηγορούμενο τον οποίο κατεδίκασε στις προαναφερθείσες ποινές για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής για σημαντικά αίτια υπερέβη την εξουσία του κατά τον βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ δεύτερο λόγο αναιρέσεως της ενδίκου αιτήσεως που επίσης γίνεται δεκτός εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 Κ.Ποιν.Δ). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου η προσβαλλομένη απόφαση (παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο κατ' άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 453/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά απόφασης Τριμελούς Εφετείου που δίκασε κατ' ουσία έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και κήρυξε αυτόν ένοχο για λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση, αφού απέρριψε αίτημα αναβολής που υπεβλήθη από τον συνήγορο του εκκαλούντος κατηγορουμένου λόγω σημαντικής αιτίας (ασθένεια του εκκαλούντος κατηγορουμένου). Αναιρείται η άνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής κατ' ουσία και για υπέρβαση εξουσίας από το ότι δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία σε δεύτερο βαθμό, παρά το ότι δεν είχε απορρίψει αιτιολογημένα το υποβληθέν αίτημα αναβολής.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Λαθρεμπορία, Αναβολής αίτημα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 139/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 717/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 293/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 §§ 1,4, 138 § 2β και 476 § 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 3349/21-4-09 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 2009/9-3-09 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 17073/08 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 23877/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, για κλοπή και πλαστογραφία και εκθέτω τ' ακόλουθα. Κατά το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο κ.λ.π., μεταξύ άλλων και όταν ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του. Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 474 § 1 και 473 § 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται στο άρθρ. 474 § 1 ΚΠΔ και με σύνταξη σχετικής έκθεσης, αλλά και με δήλωση η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Όμως η απόφαση που απορρίπτει έφεση του κατ/νου ως εκπρόθεσμη δεν είναι καταδικαστική απόφαση και δεν είναι νόμιμη η κατ' αυτής άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. (Α.Π. 536/2003 Ποιν. Δ. 2003, 1014 Α.Π. 754/2005 Ποιν. Χρ. ΝΕ'1019). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με την από 22-4-09 επίδοση σχετικής δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον ασκήσαντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3349/21-4-09 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 2009/9-3-09 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημ/των). Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον παραπάνω αναιρεσείοντα.
Αθήνα 20 - 9 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 473 του ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση, η οποία επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18-4-2009 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 21-4-2009, ο ... άσκησε αναίρεση κατά της υπ' αριθ. 2009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης η έφεση που άσκησε κατά της υπ' αριθ. 23877/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επειδή η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αλλά απορριπτική έφεσης, έπρεπε, για να είναι παραδεκτή, να ασκηθεί με τις διατυπώσεις που ορίζονται στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ και όχι με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 18-4-2009 αίτηση του ...., για αναίρεση της 2009/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αναίρεση που ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να στρέφεται κατά καταδικαστικής απόφασης, τέτοια δε απόφαση δεν είναι αυτή που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) γιατί ασκήθηκε με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 139/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΕΚΑΒΑΡ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-11-2005 και 4-12-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4655/2006 μη οριστική, 1187/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2009 αίτησή της και τους από 15-10-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 222 § 1 σε συνδ. με 221 περ. α' ΚΠολΔ, όταν επέλθει μετά την κατάθεση της αγωγής εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, αν δε κατά η διάρκειά της ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ' ότι ζητήθηκε με την πρώτη. Για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν αρκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δύο δικών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας τους. Έτσι, δεν υφίσταται εκκρεμοδικία όταν η νέα αγωγή, καίτοι αφορά την ίδια έννομη σχέση, θεμελιώνεται επί διαφορετικής βάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενέργεια του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Έτσι, η νομική αιτία της αξιώσεως συνιστά στοιχείο προσδιοριστικό της αντικειμενικής εκτάσεως του δεδικασμένου. Επομένως, από την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής δεν αντιτάσσεται δεδικασμένο, εφόσον η μεταγενέστερη αγωγή στηρίζει το δικαίωμα επί άλλης νομικής βάσης (άλλου κανόνα δικαίου),που δεν προβλήθηκε, ούτε κρίθηκε κατά την προηγούμενη δίκη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, κατά δε τον αριθμ. 14 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, πλημμέλεια που αναφέρεται σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις από δικαιώματα που προέρχονται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου. Κατά τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ως δεδικασμένο, κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νοείται το ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή η δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης, και όχι το τυπικό δεδικασμένο (τελεσιδικία), που είναι το απρόσβλητο της οριστικής απόφασης με τακτικά ένδικα μέσα. Στην τελευταία περίπτωση ο αναιρετικός έλεγχος καλύπτεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά από 3-11-2005 αγωγή της η ενάγουσα επικαλούμενη ότι στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου προσέφερε στην επιχείρηση της εναγομένης τις, μέχρι παραιτήσεώς της λόγω συνταξιοδοτήσεώς της, υπηρεσίες της με την ειδικότητα της λογίστριας Β', ζήτησε την καταψήφιση της τελευταίας α) στα ποσά: 1) των 9.471, 46 ευρώ, που αφορούν σε διαφορές μεταξύ των καταβλητέων βάσει των από 14-7-2000 και 22-4-2005 ΕΚΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας", νομίμων δεδουλευμένων αποδοχών της , μετά επιδομάτων εορτών , αδείας και ισολογισμού και των ( μικρότερων) καταβληθεισών εκείνων των ετών 2000 και 2005 , 2) των 20.445,16 ευρώ, που αφορά τη νόμιμη αποζημίωση αποχωρήσεως λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής της, και β) των 46.022,03 ευρώ λόγω διαφορών αποδοχών των ετών 2001,2002,2003 και 2004 μεταξύ των καταβληθεισών και των καταβλητέων εκείνων κατ' εφαρμογή των και ρητώς επικληθεισών ως εφαρμοστέων υπ' αριθμό 1/2001 ΔΑ, 114/2002 ΣΣΕ, από 17-6-2003 και 20-11-2004 ΕΚΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτικών πρακτορείων και γραφείων ταξιδιών όλης της χώρας". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η 4655/2006 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα απόφαση, η οποία: α) με τις οριστικές διατάξεις της απέρριψε ως μη νόμιμο στο σύνολό του το με στοιχείο β' αγωγικό σκέλος, με την αιτιολογία ότι εφαρμοστέες ήταν οι μη από την ενάγουσα επικληθείσες από 14-7-2000, 5-7-2002 και 29-7-2004 ΕΚΣΣΕ, έναντι των επικληθεισών από την ίδια και επιστηριζουσών τις σχετικές αξιώσεις της, οι οποίες όμως ήταν ανεφάρμοστες, και β) με τις μη οριστικές διατάξεις της , αφενός δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς τα με στοιχεία α1 και α2 ως άνω κονδύλιά της και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί με την επιμέλεια της ενάγουσας απολυτήριο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αφετέρου απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ. Εξάλλου, με τη μεν από 4-12-2006 αγωγή της η ίδια ενάγουσα, άσκησε εκ νέου τις παραπάνω απορριφθείσες ως μη νόμιμες αξιώσεις της των ετών 2001 έως και 2004, πλην με τη διάφορη νέα νομική βάση-καθεστώς των από 14-7-2000, 15-7-2002 και 29-7-2004 ΕΚΣΣΕ, με τη δε από 18-9-2002 κλήση της επανέφερε προς περαιτέρω συζήτηση το ως άνω με στοιχείο α' σκέλος της αμέσως παραπάνω (πρώτης) αγωγής, για το οποίο και η επανάληψη της συζητήσεως. Επί των συνεκδικασθέντων αυτών δικογράφων εκδόθηκε η 1187/2008 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες αμφότερες τις αγωγές. Επί εφέσεως της εναγομένης κατά της τελευταίας απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, που είχε περιεχόμενο την εσφαλμένη απόρριψη από τη συνεκκληθείσα με αριθμό 1187/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ένστασης εκκρεμοδικίας, με την παραδοχή ότι: "...δεν υφίστατο ταύτιση της νομικής βάσης μεταξύ αφενός της από 3-11-2005 αγωγής της ενάγουσας και ως προς το σκέλος των αξιώσεών της των ετών 2001,2002, 2003 και 2004, που θεμελιώνονταν σε ΔΑ και ΣΣΕ, και αφετέρου της μεταγενέστερης από 4-12-2006 αγωγής για τις ίδιες αξιώσεις , που όμως ερείδοντο σε άλλες και εντελώς διάφορες ΕΚΣΣΕ. Επομένως, εξ αυτού και μόνον δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη εκκρεμοδικίας". Περαιτέρω , η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα εξής: "Με τις οριστικές που έγιναν και τελεσίδικες διατάξεις της υπ' αριθμ. 4655/2006 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμο το σκέλος της από 3-11-2005 αγωγής που αφορούσε τις αξιώσεις της ενάγουσας επί των διαφορών αποδοχών της των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004, για το λόγο ότι αυτές στηρίζονταν και θεμελιώνονταν ειδικώς στις κριθείσες ως ανεφάρμοστες πιο πάνω ΔΑ και ΣΣΕ. Ωσαύτως, η ίδια αυτή απόφαση δέχθηκε περαιτέρω ότι για τις εν λόγω αξιώσεις εφαρμοστέες ήταν μεν οι ως άνω ΕΚΣΣΕ, οι οποίες όμως δεν εφαρμόστηκαν λόγω της διαθετικής αρχής του άρθρου 106 ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι εν λόγω απορριπτικές διατάξεις κατέστησαν και τελεσίδικες τουλάχιστο από την άσκηση της δεύτερης από 4-12-2006 αγωγής, αφού (ως προς αυτές ) η ενάγουσα ασκώντας την τελευταία αγωγή τις αποδέχθηκε σιωπηρώς, παραιτηθείσα μάλιστα από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατ' αυτών, ώστε έκτοτε να έχουν καταστεί ανέκκλητες". Απέρριψε δε, ακολούθως, για τους ανωτέρω λόγους, τους προβληθέντες με λόγο έφεσης σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί εκκρεμοδικίας άλλως δεδικασμένου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά δεν δέχτηκε αφενός την ύπαρξη εκκρεμοδικίας, αφού οι παραπάνω δύο αγωγές, κατά την υπό του Δικαστηρίου τούτου επισκόπηση του δικογράφου τους ( άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), έχουν αιτήματα που βασίζονται σε διαφορετική νομική αιτία, αφετέρου την ύπαρξη δεδικασμένου, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής βάσης.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται, όσον αφορά την εκκρεμοδικία, η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, επικουρικά, η αιτίαση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν με τις βάσεις των ένδικων αγωγών άλλως παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, όσον αφορά δε το δεδικασμένο, αποδίδεται, η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, επικουρικά, αληθώς η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, στην οποία υπάγεται, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, όπως διευκρινίζεται με τον φερόμενο ως πρώτο πρόσθετο λόγο στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, η τελευταία αιτίαση και όχι από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Να σημειωθεί ότι ο Άρειος Πάγος δικαιούται και υποχρεούται να ερευνήσει, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις του ουσιαστικού δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και η ταυτότητα της διαφοράς, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 3 παρ. 1, 4, άρθρ. 6 παρ.1, 8 παρ. 1, 2 και 11 παρ. 2, 3 του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι κλαδικές ΣΣΕ αφορούν τους εργαζομένους σε περισσότερες ομοειδείς ή συναφείς εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις ορισμένης πόλεως ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας, συνάπτονται δε μεταξύ, αφενός πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων που καλύπτουν εργαζομένους, ανεξάρτητα από επάγγελμα ή ειδικότητα, σε ομοειδείς ή συναφείς επιχειρήσεις (και εκμεταλλεύσεις) και αφετέρου εργοδοτικών οργανώσεων που εκπροσωπούν τον αντίστοιχο κλάδο στην τοπική έκταση ισχύος της (κλαδικής ΣΣΕ). Οι συμβάσεις αυτές δεσμεύουν κατ' αρχάς τα μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, αν όμως με απόφαση του Υπουργού Εργασίας η ΣΣΕ κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται, με βάση τη διοικητική αυτή κανονιστική πράξη, σ' όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002). Ως ομοειδείς επιχειρήσεις νοούνται εκείνες που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες, ενώ ως συναφείς εκείνες που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες. Περαιτέρω, η υπουργική απόφαση (για την επέκταση ισχύος της κλαδικής ΣΣΕ) και στην περίπτωση μη νομιμότητάς της, όπως συμβαίνει όταν δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 11 παρ. 2 του ν. 1876/90 (ήτοι η προηγουμένη γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, τόσο περί του ότι η συγκεκριμένη ΣΣΕ δεσμεύει εργοδότες που απασχολούν το 51% του κλάδου ή του επαγγέλματος, όσο και περί της ικανότητας, αρμοδιότητας και αντιπροσωπευτικότητας των εκατέρωθεν συμβληθεισών οργανώσεων) παραμένει υποστατή και η τυχόν πλημμέλειά της δεν στερεί τη διοικητική αυτή πράξη από τη δεσμευτικότητά της, την οποία, αφού δεν προβάλλεται ακύρωσή της, τα πολιτικά δικαστήρια δεν μπορούν να αποκρούσουν. Σε περίπτωση συρροής ΣΣΕ, το προβάδισμα ρυθμίζεται από το άρθρο 10 του ν. 1876/1990, σύμφωνα με το οποίο η κλαδική (ή επιχειρησιακή) ΣΣΕ υπερισχύει της ομοιοεπαγγελματικής (τοπικής ή εθνικής), ενώ, όταν οι συρρέουσες ΣΣΕ είναι όλες κλαδικές, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο, η δε σύγκριση γίνεται κατά ενότητες, ήτοι: α) κατά ενότητα αποδοχών και β) κατά τα λοιπά θέματα. Εξάλλου, από 14-7-2000 (διετούς διάρκειας), 15-7-2002 (διετούς διάρκειας), 29-7-2004 και 22-4-2005 εθνικές κλαδικές ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις νομίμως δημοσιευθείσες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αντίστοιχες αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας (ΥΑ 11850/2000 - ΦΕΚ 1287/τ.Β/23.10.2000, ΥΑ 12387 /2002 - ΦΕΚ 1187/ τ.Β/ 11.9.2002, ΥΑ 13490/2004 -ΦΕΚ 18687 τ.Β/16.12.2004 και ΥΑοικ 13033/2005 - ΦΕΚ 1496/τ.Β/ 2005), ορίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις παραπάνω επιχειρήσεις. Οι εν λόγω ΣΣΕ καταρτίσθηκαν από μέρους της εργοδοτικής πλευράς από: Α) για την ΣΣΕ 2000: 1) Ένωση εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας, 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων και 4) Πανελλήνια ένωση ναυτικών πρακτόρων ακτοπλοίας, Β) για την ΣΣΕ 2002: 1)Ένωση εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας και 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων, Γ) για την ΣΣΕ 2004: 1) 1)Ένωση εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας και 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων και Δ) για την ΣΣΕ 2005:1)Σύνδεσμος επιχειρήσεων επιβατηγού ναυτιλίας, 2) Ένωση εφοπλιστών ακτοπλοίας και 3) Πανελλήνια ένωση πλοιοκτητών ακτοπλοϊκών φορτηγών πλοίων. Σύμφωνα με το άρθρο 1 των συλλογικών αυτών συμβάσεων εργασίας, στις διατάξεις τους υπάγονται "οι πάσης φύσεως εργαζόμενοι όλης της χώρας, με σύμβαση μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας στις πάσης φύσεως Ναυτιλιακές και Ακτοπλοϊκές Επιχειρήσεις, Ναυτικά Πρακτορεία, καθώς και γραφεία Ταξιδιών που εκδίδουν εισιτήρια ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και που είναι μέλη των παραπάνω εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 14-3-1978 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου η ενάγουσα προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία " ΣΕΚΑ ΑΕ", για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως λογίστρια Β', αντί των προβλεπόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ αποδοχών, ασφαλιστικώς δε υπήχθη στο Ταμείο Ασφαλίσεως Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων (ΤΑΝΠΥ). Σε εκπλήρωση της συμβάσεως αυτής παρέσχε τις υπηρεσίες της στην άνω εταιρεία, με την παραπάνω ειδικότητα, διαθέτοντας προς τούτο και το νόμιμο τίτλο σπουδών (από 24-6-1974 απολυτήριο του Α' εξαταξίου Γυμνασίου Θηλέων Πειραιώς), συνεχώς μέχρι τις 30-10-2000, οπότε και αποχώρησε από την τελευταία, στο πλαίσιο απόφασης αυτής (εργοδότριας) για μείωση του προσωπικού της και άμεσης μεταφοράς-πρόσληψής του, υπό το αυτό πραγματικό και νομικό καθεστώς απασχόλησης, στην ανήκουσα στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο ήδη εναγόμενη-εκκαλούσα εταιρεία. Πράγματι την 1-11-2000 η ενάγουσα εντάχθηκε στην τελευταία, η οποία και υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος στη θέση της αρχικής ως άνω εργοδότριας εταιρείας, ενώ συνεχίστηκε αδιακόπως και χωρίς μεταβολή των όρων η παραπάνω σύμβαση εργασίας. Έκτοτε η ενάγουσα απασχολήθηκε στην εναγόμενη, ασκώντας τα προαναφερθέντα καθήκοντά της συνεχώς μέχρις και τις 25-7-2005, οπότε και παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδοτήσεως (με μειωμένη σύνταξη), με τη συμπλήρωση των νομίμων προϋποθέσεων και ορίων. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη, σύμφωνα και με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 2 του καταστατικού της σκοπό "... Η εκμετάλλευση με σκοπό το κέρδος και πρακτόρευση κάθε είδους πλοίων ... καθώς και η διεξαγωγή κάθε άλλης συναφούς προς το σκοπό αυτό ναυτικής ή εμπορικής δραστηριότητας ή επιχειρήσεως ... Ο ανεφοδιασμός με καύσιμα, λιπαντικά ... και κάθε είδους υλικά κάθε είδους πλοίων, πλοιαρίων ... στην Ελλάδα και το εξωτερικό ...", δραστηριοποιείτο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στον τομέα της εκμετάλλευσης και πρακτόρευσης πλοίων, παρέχουσα και υπηρεσίες ανεφοδιασμού τους. Εξάλλου, και η ως άνω αρχική εργοδότρια εταιρεία είχε ομοειδή καταστατικό σκοπό (άρθρο 4 αυτού) και είχε αναπτύξει την ίδια ναυτιλιακή επιχείρηση της εκμετάλλευσης και πρακτόρευσης πλοίων.
Συνεπώς, η εναγόμενη, ως αποτελούσα επιχείρηση με αντικείμενο συναφές με εκείνο των συμβληθεισών στις προαναφερθείσες Εθνικές Κλαδικές ΣΣΕ εργοδοτικών επιχειρήσεων, δυνάμενη συνακόλουθα να αποτελέσει μέλος τους, υπαγόταν στο ρυθμιστικό πεδίο αυτών, με το δεδομένο της κήρυξης τους ως εκτελεστών-γενικώς υποχρεωτικών. Συνακόλουθα, οι τελευταίες (κλαδικές ΣΣΕ) ήταν εφαρμοστέες στην επίδικη εργασιακή σχέση και άρα η ενάγουσα δικαιούταν τις προβλεπόμενες οικείες αποδοχές. Ο νομίμως επαναφερόμενος ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η επιχείρησή της ήταν αμιγώς εμπορική και συνεπώς, αφού δεν ήταν δυνατόν εκ τούτου να υπαχθεί στον επιχειρηματικό κλάδο των συμβληθεισών στις επίμαχες ως άνω ΣΣΕ εργοδοτικών οργανώσεων, βρισκόταν εκτός του πεδίου ισχύος των (επίμαχων ΣΣΕ), είναι, κατά τα αποδειχθέντα, κατ' ουσία αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η επιχείρηση της εναγομένης, πέραν του δεδομένου ως άνω ναυτιλιακού χαρακτήρα της, ήταν κατά την επίδικη χρονική περίοδο και εμπορική, οπότε θα ανέκυπτε ζήτημα εφαρμογής και της οικείας ΣΣΕ "του προσωπικού των εμπορικών επιχειρήσεων", τότε, προκείμενης περιπτώσεως συρροής πλειόνων εφαρμοστέων κλαδικών ΣΣΕ, πάλι θα προκρίνονταν ως εφαρμοστέες οι και εφαρμοσθείσες επίμαχες αυτές κλαδικές ΣΣΕ ως ευνοϊκότερες για την ενάγουσα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί του ότι δεν προηγήθηκε της κήρυξης ως υποχρεωτικών των επίμαχων ΣΣΕ με τις υπουργικές αποφάσεις, το προαναφερθέν νόμιμο στάδιο της "προδικασίας", ήτοι της γνωμοδότησης για την αντιπροσωπευτικότητα των συμβληθεισών οργανώσεων κλπ, είναι αλυσιτελής, αφού και αν ακόμα υφίστανται οι πλημμέλειες αυτές, οι σχετικές διοικητικές κανονιστικές πράξεις (υπουργικές αποφάσεις) παραμένουν υποστατές και δεσμευτικές, μέχρις νομίμου ακυρώσεώς τους, στοιχείο όμως το οποίο δεν προβλήθηκε". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: Η εναγομένη ισχυρίστηκε κατ' ένσταση (281 ΑΚ) ότι οι αγωγικές αξιώσεις, για τις διαφορές αποδοχών και λοιπών παρεπόμενων παροχών, ασκούνται καταχρηστικώς για τους λόγους ότι: 1) η έχουσα, ως λογίστρια, ειδική γνώση των μισθολογικών δικαιωμάτων της ενάγουσα υπάλληλος εισέπραττε καθ' όλη την επίδικη μεγάλη χρονική περίοδο αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα τις προκύπτουσες από τις ΣΣΕ για το υπαλληλικό προσωπικό των εμπορικών επιχειρήσεων αποδοχές, αναγνωρίζοντας εγγράφως μάλιστα στις επιμέρους μηνιαίες μισθοδοτικές καταστάσεις της ότι δεν διατηρεί έναντί της (εναγομένης) καμιά άλλη αξίωση και από οποιαδήποτε αιτία, συμπεριφορά από την οποία δημιουργήθηκε σ' αυτήν (εναγομένη) η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε ( η ενάγουσα) τα επίδικα δικαιώματα και 2) τυχόν ικανοποίησή τους θα έχει ιδιαίτερα δυσμενείς και δυσβάστακτες συνέπειες για την επιχείρηση της ( εναγομένης).Και συνεχίζει, το Εφετείο ότι, αναφορικά με την ανωτέρω ένσταση, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η μη διατύπωση διαμαρτυρίας ή επιφύλαξης εκ μέρους της ενάγουσας ως προς τις καταβαλλόμενες μικρότερες αποδοχές της δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής της αλλά επιβεβλημένης, αναγκαίως, δεδομένης και της εν γένει σχέσης εξάρτησης μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, συμπεριφοράς της (ενάγουσας), προκειμένου να διασφαλιστεί η μη διαταραχή της εργασιακής σχέσης της και η ομαλή εξέλιξη και λήξη της, με την επιδιωκόμενη αποχώρησή της, λόγω συνταξιοδότησής της, συμπληρωμένου του νόμιμου χρόνου, όπως τούτο άλλωστε και καταδεικνύεται και από το γεγονός του άμεσου μετά την αποχώρησή της ανοίγματος του δικαστικού αγώνα για τις επίδικες αξιώσεις της.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι η άσκηση του δικαιώματός της (ενάγουσας) είναι αθέμιτη και μη ανεκτή, ώστε η ένσταση αυτή να είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι επαρκής και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή το άρθρου 281 ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τυχόν ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία. Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ανεπάρκεια αιτιολογιών, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν με ποιον τρόπον και με ποιες συγκεκριμένες πράξεις επέβαλε στην αναιρεσίβλητη την ανωτέρω μη διατύπωση διαμαρτυρίας, για ποιους λόγους η διατύπωση αυτή κατέστη επιβεβλημένη, αναγκαία και δεδομένη, δεν αναφέρει για ποιο λόγο θα είχε αναγκαστικά ως αυτόθροη συνέπεια τη διαταραχή της εργασιακής σχέσης των διαδίκων και, ακόμη, δεν αναφέρει η απόφαση για ποιους λόγους δεν θα μπορούσε η αναιρεσίβλητη να επιδιώξει με αγωγή την καταβολή από αυτή μισθολογικών διαφορών, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώνεται σ' αυτήν για την απόρριψη της πιο πάνω ενστάσεως και αποτελεί συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος με περιεχόμενο πλημμέλεια από την διάταξη αυτή είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατά τα άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Δηλαδή για να ευσταθήσει αυτός ο λόγος πρέπει να γίνει από το διάδικο όχι μόνο επίκληση αλλά κα προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου. Η προσαγωγή περιλαμβάνει την ενέργεια ή τις ενέργειες του διαδίκου, με τις οποίες σκοπείται να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου το αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα, το αποδεικτικό υλικό που προέρχεται από αυτό. Προκειμένου περί εγγράφου συνίσταται στην υλική πράξη της προσκόμισής του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μαζί με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του διαδίκου νομίμως και εμπροθέσμως. Η βεβαίωση του δικαστηρίου περί μη προσκομίσεως αποδεικτικού μέσου δεν ελέγχεται αναιρετικά, έστω και αν εσφαλμένα βεβαιώνει το δικαστήριο ότι δεν προσκομίστηκε. Εξάλλου, σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (ΟλΑΠ 23/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει ότι "οι πρωτοδίκως από την εναγομένη προσκομισθείσες και ληφθείσες υπόψη υπ' αριθμ. 648, 649 και 470/2006 ένορκες στον Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου βεβαιώσεις δεν προσκομίζονται, ούτε και γίνεται επίκλησή τους στην παρούσα δίκη". Η βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσον αφορά τη μη προσκομιδή των άνω αποδεικτικών μέσων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από αυτήν των άνω αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, εφόσον στις προτάσεις αυτές διαλαμβάνεται αφενός η, μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση του εγγράφου αυτού, φράση "προσάγουμε σε επίσημο επίσης αντίγραφο τις πρωτόδικες προτάσεις μας, επαναπροσάγοντας με νέα επίκληση και όλα τα έγγραφα και δικόγραφα που είχαμε προσκομίσει και επικαλεστεί με αυτές στο Πρωτοδικείο", αφετέρου η φράση "... επαναπροσάγουμε με νέα επίκληση στον παρόντα βαθμό ... τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων μας ...", που όμως δεν αποτελεί σαφή και ορισμένη ( για να προκύπτει η ταυτότητά τους ) επίκληση των παραπάνω ενόρκων βεβαιώσεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV.- Mε τις διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' και γ' του ν. 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 § 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 § 1 του Ν.435/1976, ορίζονται τα εξής: Μισθωτοί γενικά, που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 του Ν.3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν.2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 § 3 του Ν.435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, που περιέχονται σε άλλες διατάξεις ή συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος, που αφορούν την περίπτωση της αποχωρήσεως ή της απομακρύνσεως του υπαλλήλου με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (άρθρ. 8 εδ. β' του Ν.3198/1955). Η τελευταία διάταξη του άρθρου 5 § 3 του Ν.435/1976, απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρ. 680 ΑΚ, 3 § 1 του Ν.3239/1955, 7 § 2 του Ν.1876/1990, 8 § 1 του Ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού. Ενόψει αυτών και του άρθρου 361 ΑΚ, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη αυτής συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής συμβάσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν.3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, δεδομένου και του ότι τα συγκεκριμένα αυτά ζητήματα δεν συμπεριλαμβάνονται στην έννοια των συνταξιοδοτικών θεμάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο και αντικείμενο ρυθμίσεως συλλογικής σύμβασης εργασίας (2 ν.1876/90, όπως συμπληρώθηκε με άρθρο 43 παρ.3 ν. 1902/90). Τέλος, στο άρθρο 11 της προαναφερθείσας από 22-4-2005 Εθνικής Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του υπαλληλικού προσωπικού των ναυτιλιακών πρακτορείων και ναυτιλιακών επιχειρήσεων όλης της χώρας" προβλέπεται ότι "Μισθωτοί υπαγόμενοι εις την ασφάλιση οιουδήποτε Ασφαλιστικού Οργανισμού για τη χορήγηση σύνταξης, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας και αποχωρούν λόγω συνταξιοδοτήσεως με μειωμένη σύνταξη για οποιαδήποτε αιτία (π.χ. λόγω ανηλίκου τέκνου, αναπηρίας κ.ο.κ), δικαιούνται από τον τελευταίο εργοδότη τους την αποζημίωση, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5 του ν. 435/76 για τους συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τις προϋποθέσεις πλήρους συντάξεως γήρατος". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είχε κατά το χρόνο της αποχωρήσεως-παραιτήσεως από την εναγόμενη, λόγω συνταξιοδοτήσεως (από το ΙΚΑ) με μειωμένη σύνταξη και ως μητέρα ανηλίκου τέκνου, συμπληρωμένη υπηρεσία άνω των 25 ετών.
Συνεπώς, βάσει των ευνοϊκότερων ρυθμίσεων του έγκυρου και ισχυρού ως άνω 11ου όρου της εν λόγω ΣΣΕ, δικαιούταν αυτή της αναλογούσας οικείας αποζημιώσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, αφού απέρριψε (σιγή) τον ισχυρισμό της εναγόμενης για ακυρότητα και ανίσχυρο του παραπάνω 11ου όρου της ΣΣΕ, δέχθηκε ότι η επικουρικώς ασφαλισμένη ενάγουσα δικαιούταν την οικεία αποζημίωση ποσού 20.445,16 ευρώ, την οποία και επιδίκασε, δεν έσφαλε. Ακολούθως δε, το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 ν. 435/1976, 361, 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 11 της από 22-4-2005 ΕΚΣΣΕ, γι' αυτό και ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά το δεύτερο σκέλος του από την ίδια διάταξη με την επίκληση πλημμέλειας για παραβίαση των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ για την καταπολέμηση των διακρίσεων. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και του γεγονότος ότι η ένδικη αγωγή έχει ως νομική βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα λόγω αοριστίας της αγωγής εξαιτίας της μη εκθέσεως των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4104/1960 (συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας της αναιρεσίβλητης, συμπλήρωση 5.500 ημερών ασφάλισης, ηλικία του τέκνου της, μη συνταξιοδότηση από άλλο φορέα), αλυσιτελώς προβάλλεται. Επομένως, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετος πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΚΑΒΑΡ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.89/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν αεκεί η σύμπτωση του αιτήματος των δυο δικών αλλά απαιτείται και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας του. Από την τελεσίδικη απόρριψη αγωγής δεν αντιτάσσεται δεδικασμένο, εφόσον η μεταγενέστερη αγωγή στηρίζει το δικαίωμα επί άλλης νομικής βάσης που δεν προβλήθηκε, ούτε κρίθηκε κατά την προηγούμενη δίκη. Ως δεδικασμένο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ νοείται το ουσιαστικό δεδικασμένο. Αν κλαδική Σ.Σ.Ε. κηρυχθεί, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, γενικώς υποχρεωτική, η ισχύς της επεκτείνεται σε όλους τους εργοδότες και τους εργαζομένους του επαγγέλματος που αυτή αφορά, εφόσον αυτά θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της. Σε περίπτωση συρροής ΣΣΕ υπερισχύει η κλαδική (ή επιχειρησιακή) ΣΣΕ της ομοιοεπαγγελματικής, ενώ όταν οι συρρέουσες είναι όλες κλαδικές, εφαρμόζεται η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο. Η βεβαίωση του δικαστηρίου περί μη προσκομίσεως αποδεικτικού μέσου δεν ελέγχεται αναιρετικά, έστω και αν εσφαλμένα βεβαιώνει το δικαστήριο ότι δεν προσκομίστηκε. Νόμιμη επίκληση αποδεικτικού μέσου. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 138/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο, περί αναιρέσεως της 828/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάσταση του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στα εδάφιο γ' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4,500.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένους αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ήδη με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και το υπ' αυτής προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Επίσης εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς του, όπως έχει υποχρέωση από το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 828/2009 απόφασή του καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Στο σκεπτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο δέχτηκε τα παρακάτω: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην ..., την 1/4/2/2002 παραβίασε κατά τις ισχύουσες διατάξεις προθεσμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο ποσού μεγαλυτέρου των 5.896.41 ευρώ μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις ανηκόντων στην κατηγορία των δανείων. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που είναι βεβαιωμένες σε αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και καταβάλλονται εφάπαξ της άνω παραβίασης συνισταμένης σε άπρακτη πάροδο διμήνου από τη λήξη του χρόνου καταβολής και συγκεκριμένα όντας διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ανώνυμος εταιρίας εμφιάλωσης αεριούχων ποτών" καίτοι στις 27/12/2001 βεβαιώθηκε στη ΔΟΥ ... σε βάρος της ως άνω ανωνύμου εταιρίας οφειλή λόγω δανείου με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 987.755,02 ευρώ, καταβληθησόμενη ληξιπρόθεσμη μέχρι την 31/1/2002, εν τούτοις ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να καταβάλλει αυτή και πέραν του διμήνου από την λήξη του χρόνου καταβολής της, έχοντας ανέλθει αυτή την 1/4/2002 μαζί με τις προσαυξήσεις σε 1.239.632,55 ευρώ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις παραπάνω πράξεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτόμενων των προβληθέντων αυτοτελών του ισχυρισμών. Ειδικότερα, σχετικά με τον πρώτο εξ' αυτών: από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις της και τελευταίως με αυτή του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, προκύπτει ότι ένα από τα κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του αδικήματος της μη εμπρόθεσμης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, είναι η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, περαιτέρω στο άρθρο 2 του ν.δ/τος 356/1974 περί ΚΕΔΕ (ΦΕΚ Α 90) ορίζεται ότι η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανατίθεται στα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίες, ενεργείται δε βάσει νομίμου τίτλου, στο δε άρθρο 51 του π.δ/τος 16/1989 περί κανονισμού λειτουργίας Δ.Ο.Υ. κλπ (ΦΕΚ Α6) ορίζεται ότι: "Η βεβαίωση των εσόδων στις Δ.Ο.Υ. γίνεται με νόμιμους τίτλους είσπραξης, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 356/1974 περί Κώδικος Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων" (Κ.Ε.Δ.Ε.) (ΦΕΚ 90/Α)", ενώ από την ρητή διατύπωση των ως άνω ειδικού περιεχομένου διατάξεων του ν. 2322/1995 και των ομοίου περιεχομένου διατάξεων του ν. 2362/1995, σαφώς συνάγεται ότι η βεβαίωση των απαιτήσεων του Δημοσίου από κατάπτωση εγγυήσεων του σε χορηγηθέντα δάνεια εκ μέρους των στο άρθρο 1 του ν. 2322/1995 αναφερόμενων νομικών προσώπων, καθώς και η έκπτωση των βεβαιωθέντων σχετικών ποσών σε περίπτωση κατά την οποία από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της εγγυήσεως, διενεργείται από τις υπηρεσίες του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, βάσει δικαιολογητικών των οικείων πιστωτικών ιδρυμάτων, καθοριζομένων με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, μεταξύ των οποίων προφανώς πρέπει να περιληφθούν και έγγραφο του οικείου πιστωτικού ιδρύματος περί μη εξοφλήσεως του εγγυημένου δανείου και ως εκ τούτου καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, καθώς και αναλυτική κατάσταση του οφειλόμενου και καλυπτόμενου από την εγγύηση ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους, κλπ. Άλλωστε, με την με αρ. 2/478/0025/4.1.2006 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 16 - ΤΕΥΧ.Β') για την διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, καθορίσθηκαν με κάθε λεπτομέρεια τα της βεβαιώσεως των εγγυημένων χρεών από το Δημόσιο, που γίνεται από την 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με βάση ταμειακές καταστάσεις της υπηρεσίας αυτής, μετά από πλήρη έλεγχο των εγγράφων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση συντρέχει νόμιμη βεβαίωση χρέους στη ΔΟΥ, εφόσον στην υπό εξέταση βεβαίωση δεν προέβη η ΕΤΒΑ ΑΕ, δηλαδή πιστωτικό Ίδρυμα, αλλά νόμιμη Αρχή, όπως και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, ..., υπάλληλου ΔΟΥ ..., προέκυψε, η οποία (μάρτυρας) εξεταζόμενη κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι, η ΕΤΒΑ απέστειλε έγγραφο προς τη ΔΟΥ ... και χρηματικό κατάλογο με συνημμένο όλο το φάκελο, προκειμένου να προβεί στην βεβαίωση των χρεών, καθώς η ίδια μάρτυρας, περιγράφοντας την διαδικασία που ακολουθείται για την βεβαίωση της οφειλής, αναφέρει και ότι, γενικά γνωρίζει ότι όταν καταπέσει η εγγύηση, η τράπεζα στέλνει τον φάκελο στη ΔΟΥ και αφού γίνει η σχετική περιληπτική βεβαίωση χρεών στην 25η Δ/νση, το Υπουργείο πλήρωνε το εγγυημένο ποσό στην Τράπεζα. Κατά συνέπεια, απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του κρίνεται ο συγκεκριμένος αυτοτελής ισχυρισμός. Περαιτέρω, αναφορικά με το δεύτερο προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι δεν υπάρχει νόμιμο χρέος αυτού, διότι η απαίτηση έπρεπε να μειωθεί κατ' άρθρο 39 του ν. 3259/2004, κατά συνέπεια δε, η βεβαίωση ποσού 987.755 ευρώ, με τις προσαυξήσεις 1.239.632 ευρώ, είναι μη νόμιμη, διότι το χρέος δεν υπερέβαινε τις 359.000 ευρώ (το τριπλάσιο του αρχικώς ληφθέντος, αφαιρουμένου του συνόλου των καταβολών της εταιρίας), απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του κρίνεται ομοίως, διότι, όπως προκύπτει και από το προσκομιζόμενο έγγραφο από την μάρτυρα κατηγορίας και θεωρηθέν ως αναγνωστέο μετά από πρόταση του κ. Εισαγγελέως επί της οποίας ουδεμία αντίρρηση από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος τον εκπροσωπούσε, προβλήθηκε, συγκεκριμένα με ημερομηνία 24.11.2008 το υπ' αριθ. 2/83095/0025 έγγραφο του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Γενική Διεύθυνση θησαυροφυλακίου και προϋπολογισμού ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: 25η Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών ΤΜΗΜΑ: Δ', η συγκεκριμένη οφειλή του κατηγορουμένου "... δεν δύναται να υπαχθεί στα ευεργετικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού ...". Περαιτέρω, αναφορικά με τον τρίτο προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του Π Κ, δεν θα πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, διότι μόνον η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου δεν είναι αρκεί από μόνη της για τη διαπίστωση του προτέρου εντίμου βίου, στην προκείμενη περίπτωση (πέραν της μη ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου), δεν εισφέρθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου στην αποδεικτική διαδικασία επαρκή στοιχεία σχετικά με την οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του κατηγορουμένου, τα οποία θα ήταν ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι διήγε έντιμο βίο, υπό την έννοια ότι οι πράξεις για τις οποίες δικάζεται συνιστούν εξαίρεση στο μέχρι τώρα βίο του. Τέλος, αναφορικά με τον τέταρτο προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό, ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β', ουδόλως προέκυψε ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση, γεγονός το οποίο δεν αναιρείται από το ότι κατέβαλε, ως ισχυρίζεται, περί τα 500.000 ευρώ έναντι της οφειλής του και λόγω της οικονομικής καταστροφής της εταιρίας περιήλθε σε αδυναμία. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε στις αξιόποινες πράξεις του από αίτια, τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως μη ταπεινά, δηλαδή ενδεικτικά από πίεση των βιοτικών περιστάσεων ή φιλανθρωπία ή γενικά θετική του στάση έναντι άλλων εννόμων αγαθών. Κατά συνέπεια, ενόψει όλων των ανωτέρω, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Περαιτέρω στο διατακτικό της η απόφαση όρισε τα εξής: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην ... την 1/4/2/2002 παραβίασε κατά τις ισχύουσες διατάξεις προθεσμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο ποσού μεγαλυτέρου των 5.896.41 ευρώ μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις ανηκόντων στην κατηγορία των δανείων. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου που είναι βεβαιωμένες σε αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες και καταβάλλονται εφάπαξ της άνω παραβίασης συνισταμένης σε άπρακτη πάροδο διμήνου από τη λήξη του χρόνου καταβολής και συγκεκριμένα όντας διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ανώνυμος εταιρίας εμφιάλωσης αεριούχων ποτών" καίτοι στις 27/12/2001 βεβαιώθηκε στη ΔΟΥ ... σε βάρος της ως άνω ανωνύμου εταιρίας οφειλή λόγω δανείου με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 987.755,02 ευρώ, Καταβληθησόμενη ληξιπρόθεσμη μέχρι την 31/1/2002, εν τούτοις ο κατηγορούμενος καθυστέρησε να καταβάλλει αυτή και πέραν του διμήνου από την λήξη του χρόνου καταβολής της, έχοντας ανέλθει αυτή την 1/4/2002 μαζί με τις προσαυξήσεις σε 1.239,632,55 ευρώ".
Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζει την Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους η οποία είναι η ΔΟΥ ... και όχι η ΕΤΒΑ όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, απλώς η ΕΤΒΑ απέστειλε στη ΔΟΥ ... πίνακα με τα χρέη της ανώνυμης εταιρίας της οποίας ο ανωτέρω είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος και με βάση τον πίνακα αυτόν η ΔΟΥ ... προέβη στη βεβαίωση των εν λόγω χρεών. Επίσης προσδιορίζει το ύψος του χρέους (1.239.632,55 Ευρώ), τον τρόπο καταβολής του (εφάπαξ), τον χρόνο που έπρεπε αυτό να καταβληθεί (31-1-2002) και τη μη καταβολή του μετά τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Περαιτέρω από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχτηκε ότι κατά την εκδίκαση της υποθέσεως το χρέος δεν είχε καταβληθεί και μάλιστα αντιμετώπισε στο σκεπτικό σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το χρέος έπρεπε να έχει μειωθεί στο 1/3 σύμφωνα με το Ν. 3259/2004, τον οποίο ισχυρισμό απέρριψε με την αιτιολογία ότι η συγκεκριμένη οφειλή δεν υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου. Στην ως άνω παραδοχή εμπεριέχεται λογικώς ότι ο αναιρεσείων καθυστέρησε την καταβολή του χρέους καταβολής του, ήτοι και πέραν της 31-5-2002, έτσι ώστε συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο εφάρμοσε την επιεικέστερη κατά τούτο διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, την οποία δεν αναφέρει μεν ρητώς στο σκεπτικό, πλην όμως σαφώς την υπονοεί, αναφέροντας ότι η πράξη προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 25 παρ. 1γ, 2 εδ. α του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997, ως ισχύει, εννοώντας όπως ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, δηλαδή μετά την αντικατάσταση από το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004. Τέλος το Δικαστήριο απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και β του ΠΚ, η οποία αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσο ως προς την κήρυξη της ενοχής όσο και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2009 αίτηση και τους από 16-11-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν.1882/1990). Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που πρέπει να αναφέρει η καταδικαστική απόφαση για να είναι αιτιολογημένη. Για χρέος που προέρχεται από καταπεσούσα εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία αυτό κατέβαλε στην ΕΤΒΑ, η βεβαίωση διενεργείται από τη ΔΟΥ με βάση τα στοιχεία της ΕΤΒΑ. Εφαρμογή του Ν.3220/2004, ο οποίος είναι ευμενέστερος ως προς την προθεσμία καταβολής του χρέους. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής για διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών, δεν αναφέρεται ρητώς, αλλά προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών. Απορρίπτεται ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 136/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τoυ Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 41053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κουκουμπέτη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1009/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά, περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως, στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο, κείμενο αναιρετικών λόγων, το οποίο επίσης φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του αρμόδιου γραμματέα. Και τούτο διότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πιο πάνω εκθέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ή βουλεύματος). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης 41053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμ. εκθ. ... αίτηση αναιρέσεως, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ζητεί την αναίρεση "για τους λόγους που αναλυτικώς και λεπτομερώς αναφέρονται στο επισυναπτόμενο στην έκθεση αυτή δικόγραφο λόγων αναιρέσεως" και πράγματι επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή δικόγραφο, ονομαζόμενο "ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ",περιέχον δύο νομίμους και ορισμένους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγους αναιρέσεως, το οποίο είναι συρραμμένο και υπογράφεται από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και από τον ίδιο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που συνέταξε την άνω έκθεση, φέρει δε και τη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών τόσον επ' αυτού, παρά την ένδειξη της καταθέσεώς του υπό την αυτή ως άνω (30-6-2009) χρονολογία, όσον και στο σημείο συρραφής της Εκθέσεως και αυτού. Η εν λόγω αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού το παραπάνω συρραμμένο δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, με τα αναφερθέντα τυπικά στοιχεία, αποτελεί ενιαίο σύνολο και συνέχεια της αντίστοιχης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνώριζε και αποδέχθηκε όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ιδίου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Η επιταγή, εμφανιζόμενη προς πληρωμή προ της ημέρας της σημειούμενης ως χρονολογίας εκδόσεως αυτής, είναι πληρωτέα κατά την ημέρα της εμφανίσεως. Κατά το άρθρο 29 εδ. α' και δ' του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής ως χρονολογία εκδόσεως αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επόμενη ημέρα, κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε, και λήγει την τελευταία ημέρα του οκταημέρου, το οποίο αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεώς της. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, ενώ έχει τη μεταχείριση της επιταγής εν όψει. Εξάλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων. Έτσι επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, επί μεταχρονολογημένης επιταγής ο ως νόμιμος εκπρόσωπος ΑΕ εκδώσας ακάλυπτη επιταγή, που εμφανίστηκε αργότερα εντός της νόμιμης προθεσμίας και σφραγίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα ως ακάλυπτη, τελών σε γνώση κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως, ότι η ΑΕ δεν έχει διαθέσιμα προς κάλυψη κεφάλαια, ούτε πρόκειται να έχει, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως, όσο και κατά το χρόνο της εμφανίσεως προς πληρωμή, ευθύνεται ποινικά ο ίδιος ανεξάρτητα από το αν έπαυσε να είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ κατά το χρόνο σφραγίσεως της ακάλυπτης αυτής επιταγής.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διατάξεως που ιδρύει τον κατά το ίδιο άρθρο λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν το δικαστήριο ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής :
"Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που την αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι 30/11/2004 ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ... εξέδωσε υπό την ιδιότητά του αυτή, την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως, ..., σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία ..., ποσού 20.700 ευρώ, πληρωτέα από τη Τράπεζα ..., η οποία εμφανισθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 10/1/2005, από την εγκαλούσα στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή δεν πληρώθηκε, γιατί, όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο που διενεργήθηκε στο λογαριασμό της ως άνω εταιρίας, δεν υπήρχε επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο και γι' αυτό η ανωτέρω επιταγή σφραγίσθηκε την ίδια ημέρα. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ούτε κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης της επίδικης μεταχρονολογημένης επιταγής υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή αυτής στην πληρώτρια Τράπεζα, ο δε κατηγορούμενος όταν εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, γνώριζε ότι το νομικό πρόσωπο το οποίο νόμιμα εκπροσωπούσε, δεν είχε στον ως άνω λογαριασμό του επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο για την εξόφληση της επιταγής".
Μετά ταύτα, το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με βάση τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και τις άνω παραδοχές, προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 79 παρ.1 ν. 5960/1933, όπως αντικ. και ισχύει, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αναφέρονται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος και δη ότι ο κατηγορούμενος όταν εξέδωσε πραγματικά την εν λόγω μεταχρονολογημένη επιταγή, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 6-1-2005, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ΑΕ, ήταν πράγματι νόμιμος εκπρόσωπος, παραμείνας μέχρι 30-11-2004, που παραιτήθηκε, ότι διαθέσιμα κεφάλαια προς κάλυψη δεν υπήρχαν ούτε κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως, ούτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής στις 10-1-2005, που σφραγίστηκε ως ακάλυπτη από την πληρώτρια τράπεζα και ότι αυτός, όταν εξέδωσε την επιταγή αυτή, τελούσε σε γνώση ότι το νομικό πρόσωπο, το οποίο νόμιμα τότε εκπροσωπούσε, δεν είχε στο λογαριασμό του επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο για την εξόφληση της επιταγής. Σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών και δεν ήταν αναγκαία πρόσθετη αιτιολόγηση ότι ο αναιρεσείων εκδότης γνώριζε, κατά το χρόνο που πραγματικά εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, ότι η ΑΕ που τότε εκπροσωπούσε, δεν θα είχε διαθέσιμα κεφάλαια ούτε και κατά το χρόνο εμφανίσεως στις 10-1-2005, λόγω μεταχρονολογήσεως, αφού αρκεί η παραδοχή γνώσεως αυτού για έλλειψη επαρκών κεφαλαίων κατά το χρόνο της πραγματικής εκδόσεως, ενόψει του ότι η μεταχρονολογημένη επιταγή μπορεί να εμφανιστεί προς πληρωμή από τον κομιστή αμέσως μετά την ημέρα πραγματικής εκδόσεως και παραδόσεως μέχρι και εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, από της αναγραφόμενης ημερομηνίας εκδόσεως. Ήτοι το άνω αιτιολογικό δεν είναι ελλιπές, ούτε υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για έλλειψη ποινικής ευθύνης αυτού, λόγω παραιτήσεως και μη εκπροσωπήσεως της ΑΕ από αυτόν κατά το χρόνο εμφανίσεως και σφραγίσεως της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 55/30-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 41053/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης μεταχρονολογημένης επιταγής από νόμιμο εκπρόσωπο Α.Ε. 1) Παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, που δεν περιέχει μεν στην έκθεση αναιρέσεως κανένα λόγο αναιρέσεως, αλλά παραπέμπει σε επισυναπτόμενο στην έκθεση αναιρέσεως δικόγραφο, το οποίο φέρει όμως υπογραφή του γραμματέα και σφραγίδα της υπηρεσίας, οπότε θεωρείται ως ενιαίο σύνολο (ΑΠ 132/ 2009, 231/2006). 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. 3) Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί η παραδοχή γνώσεως του εκδότη για έλλειψη επαρκών κεφαλαίων κατά το χρόνο της πραγματικής γνώσεως, ενόψει του ότι η μεταχρονολογημένη επιταγή μπορεί να εμφανιστεί προς πληρωμή από τον κομιστή αμέσως μετά την ημέρα πραγματικής εκδόσεως και παραδόσεως μέχρι και εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, από της αναγραφόμενης ημερομηνίας εκδόσεως. Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 29/2006). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 135/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, περί αναιρέσεως της 7561/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.2.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 19.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 331/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εις βάρος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύσαντος κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος" λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση ή κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται ότι επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους α)....β)....γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Περαιτέρω, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος", οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι αυτές των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας.
Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο Ν. 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίστηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1, "Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους ...". Κατ' άρθρ. 67 "1. ... 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ. 53 επ., 118 παρ. 5 ν. 2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν. 2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Επίσης ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. ζ του άρθρου 155 παρ. 1 β του ν. 2960/2001 (όπως και κατά την παρ. 2 περ ζ του άρθρου 100 του ν. 1165/1918), θεωρείται, πλην άλλων, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Έτσι, ο νέος νόμος 2960/2001, ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που τελέσθηκαν προ της 1-1-2002 και που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά κατ' επιλογή, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 7561/2008 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για την πράξη της λαθρεμπορίας εισαχθέντων τσιγάρων που κατείχε, με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, με την επιβαρυντική περίσταση της στερήσεως από το Δημόσιο δασμών σημαντικού ποσού και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού με την κατοχή λαθρεμπορευμάτων με την χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι: Στις 20-12-2000 σε αποθήκη, που βρίσκεται μέσα σε αγρόκτημα στη θέση ..., σε τέσσερα φορτηγά αυτοκίνητα, που ήταν σταθμευμένα γύρω από την αποθήκη, με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ... και με αριθμό πλαισίου .... χειροποίητη πινακίδα, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν οι ποσότητες τσιγάρων, που αναφέρονται στο διατακτικό, χωρίς να φέρουν την ειδική ταινία φορολογίας καπνού και χωρίς να έχουν καταβληθεί στο Δημόσιο οι φόροι και οι δασμοί, στους οποίους υπόκεινται και ανέρχονται, συνολικά, στο σημαντικό ποσό των 3.801.703,64 ευρώ [1.295.450.960 δρχ]. Η αποθήκη δεν ήταν εύκολα ορατή από το δρόμο, αφού βρίσκονταν έξω από αυτή σταθμευμένα τα φορτηγά, ενώ οι καμπίνες αυτών [φορτηγών] ήταν κλειδωμένες και οι καρότσες ήταν σκεπασμένες με μουσαμά, έτσι ώστε να μην φαίνεται το περιεχόμενό της. Στον χώρο της αποθήκης βρέθηκαν, εκτός από τα τσιγάρα, δύο μηχανήματα που χρησίμευαν για την ανασυσκευασία τσιγάρων, έτσι ώστε αυτά από τα χαρτοκιβώτια, που ήταν αρχικά συσκευασμένα, να τοποθετούνται σε άλλα μεταλλικά ή χάρτινα με ένδειξη ... και κονσέρβες μανιταριών μαζί με άμμο, για να ταιριάζει το βάρος με το προϊόν που έπρεπε να περιέχει. Η αποθήκη είναι ιδιοκτησίας του Ζ και είχε εκμισθωθεί στον .... Για την καλύτερη φύλαξη των λαθρεμπορευμάτων είχαν προσλάβει ως φύλακα τον ... και τον .... Την ως άνω ποσότητα τσιγάρων την κατείχε και ο κατηγορούμενος από κοινού με άλλον, με την έννοια ότι μπορούσε σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή της και να τη διαθέσει, όπως ήθελε, τουλάχιστον από 20-11-2000 έως τον χρόνο της συλλήψεώς του στις 20-12-2000. Την ποσότητα των τσιγάρων [2.209.920 πακέτα] την είχαν τοποθετήσει στην αποθήκη και στα τέσσερα φορτηγά. Στην παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου καταλήγει το Δικαστήριο, ενόψει του ότι α) ο κατηγορούμενος με τον Ι..., στις 20-12-2000 τις βραδινές ώρες, επιβαίνοντες στο με αριθμό ... αυτοκίνητο να διέρχονταν έξω από το δρόμο που βρίσκεται η αποθήκη, μείωσαν ταχύτητα και, χωρίς να εισέλθουν, παρακολουθούσαν και ήλεγχαν την αποθήκη, β) όταν αντελήφθη ο κατηγορούμενος και οι συνεπιβάτες του αυτοκινήτου ότι τους παρακολουθούσαν αστυνομικοί, ανέπτυξε ταχύτητα και επιχείρησε να διαφύγει, συνελήφθη, όμως, μετά από καταδίωξη, γ) το ίδιο αυτοκίνητο κινιόταν με τον ίδιο τρόπο και τις πρωινές ώρες της 20-12-2000, όπως προκύπτει από την κατάθεση του αστυνομικού ..., που αναγνώστηκε, δ) στην κατοχή του κατηγορουμένου, τόσο πάνω του όσο και στο σπίτι του, βρέθηκαν πακέτα τσιγάρα χωρίς να φέρουν ταινία φόρου καταναλώσεως καπνού. Γνώριζε δε, με βάση τα παραπάνω, και τη λαθρεμπορική προέλευση των τσιγάρων. Από την επιμελή απόκρυψη των λαθρεμπορευμάτων σε αποθήκη, που βρίσκεται σε ερημική περιοχή και μέσα σε φορτηγά, όπως παραπάνω περιγράφονται, ώστε να μην είναι εύκολα ορατά, τη χρήση μηχανήματος ανασυσκευασίας, την χρησιμοποίηση φύλακα και τη συνεχή επόπτευση του χώρου, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση της πράξεως που του αποδίδεται, χρησιμοποίησε τα παραπάνω ιδιαίτερα τεχνάσματα. Τέλεσε δε την παραπάνω πράξη, με σκοπό να στερήσει, όπως και έγινε, το Δημόσιο από τους ως άνω οφειλομένους φόρους και δασμούς".
Στη συνέχεια, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 έως 20/12/2000, κατείχε ποσότητες τσιγάρων που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθόσον για τα εμπορεύματα αυτά, υποκείμενα είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, αφού δεν έφεραν τη σχετική ταινία του Υπουργείου Οικονομικών με ένδειξη "φόρος κατανάλωσης καπνού", με συνέπεια να στερηθεί το Δημόσιο δασμούς, φόρους ή δικαιώματα, που ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, για την τέλεση δε της πράξης αυτής μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα, κατελήφθη στις 20/12/2000 να κατέχει, εντός καλώς φυλασσόμενης αποθήκης, που βρίσκεται στη θέση ..., μέσα σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας Ζ και σε μη ορατό από τον κεντρικό δρόμο σημείο και εντός των σταθμευμένων στον γύρω απ' αυτήν χώρο, ΔΧ φορτηγών αυτοκινήτων, με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ..., ... και άνευ αριθμού κυκλοφορίας, με αριθμό πλαισίου ..., που ήταν επιμελώς καλυμμένα, λαθρεμπορεύματα, ήτοι 2.209.920 πακέτα τσιγάρων διάφορης μάρκας, υποκείμενα σε εισαγωγικό δασμό ή σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος φόρο ή δικαίωμα, για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, ανερχόμενοι συνολικά στο σημαντικό ποσό των 1.295.450,960 δρχ. ή 3.801.703,64 ευρώ. Σκόπευε δε, με την πράξη του αυτή να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς και φόρους, που προαναφέρθηκαν, πράγμα που πέτυχαν, ζημιώνοντας αντίστοιχα μ' αυτό το ποσό των φόρων και δασμών το Ελληνικό Δημόσιο".
Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία αιτιολογία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλιπής και ασαφής. Ειδικότερα, για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας, με χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων, για την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, εφόσον αυτή συνίσταται στην από τον κατηγορούμενο κατοχή των αναφερομένων ποσοτήτων τσιγάρων, που είχαν εισαχθεί λαθρεμπορικώς χωρίς καταβολή σημαντικού ποσού δασμών, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ Β' 622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989, δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή των τσιγάρων αυτών, αποδέκτης των οποίων φέρεται ότι είναι και ο κατηγορούμενος ως κάτοχος, έγινε από Χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή από Χώρα εκτός αυτής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας και ο κάτοχος δεν διαπράττει λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή των τσιγάρων από τον κατηγορούμενο, εάν δε εισήχθησαν από Χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τότε και μόνον συνιστά λαθρεμπορία, αφού οφείλονται και εισπράττονται δασμοί που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%, κατά το οποίο και μόνον ποσοστό στερείται των δασμών το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ολοκλήρου του αναλογούντος ως άνω ποσού των 3.801.703,64 ευρώ. Ο καθορισμός δε του συγκεκριμένου ύψους των διαφυγόντων δασμών, στη δεύτερη περίπτωση, σε ποσοστό 10%, έχει άμεση επίπτωση τόσο για τον χαρακτηρισμό του ποσού ως "σημαντικού", που συνιστά την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 102 παρ. 1Β περ.γ του Ν. 1165/1918, τη συνδρομή της οποίας και δέχθηκε το δικαστήριο, όσο και για την επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ. Επίσης, ενώ στο αιτιολογικό ο κατηγορούμενος φέρεται ότι διέπραξε την πράξη της κατοχής λαθρεμπορευμάτων ως συναυτουργός από κοινού με άλλον, στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος ως μόνος αυτουργός. Από τις άνω ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άρθρων 45 ΠΚ και 100 επόμ. του Ν. 1165/1918.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων τις οποίες το δικαστήριο εφάρμοσε, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτή, ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, φερόμενη ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 έως 20-12-2000, υπέκυψε σε παραγραφή, ως παρελθόντος από 20.12.2000, που αφετηριάζεται η παραγραφή του εν λόγω διαρκούς εγκλήματος (δηλαδή αφότου έπαυσε εν προκειμένω η κατοχή του λαθρεμπορεύματος) μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από της ως άνω τελέσεώς της. Επομένως, αφού υπάρχει κατά τα παραπάνω βάσιμος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη για το εν λόγω πλημμέλημα, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7561/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το ότι: "Στα ..., κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2000 έως 20/12/2000, κατείχε ποσότητες τσιγάρων που είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, καθόσον για τα εμπορεύματα αυτά, υποκείμενα είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, αφού δεν έφεραν τη σχετική ταινία του Υπουργείου Οικονομικών με ένδειξη "φόρος κατανάλωσης καπνού", με συνέπεια να στερηθεί το Δημόσιο δασμούς, φόρους ή δικαιώματα, που ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, για την τέλεση δε της πράξης αυτής μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα, κατελήφθη στις 20/12/2000 να κατέχει, εντός καλώς φυλασσόμενης αποθήκης, που βρίσκεται στη θέση ..., μέσα σε αγρόκτημα ιδιοκτησίας Ζκαι σε μη ορατό από τον κεντρικό δρόμο σημείο και εντός των σταθμευμένων στον γύρω απ' αυτήν χώρο, ΔΧ φορτηγών αυτοκινήτων, με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ..., ... και άνευ αριθμού κυκλοφορίας, με αριθμό πλαισίου ..., που ήταν επιμελώς καλυμμένα, λαθρεμπορεύματα, ήτοι 2.209.920 πακέτα τσιγάρων διάφορης μάρκας, υποκείμενα σε εισαγωγικό δασμό ή σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος φόρο ή δικαίωμα, για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες φόροι και λοιποί δασμοί, ανερχόμενοι συνολικά στο σημαντικό ποσό των 1.295.450,960 δρχ. ή 3.801.703,64 ευρώ. Σκόπευε δε, με την πράξη του αυτή να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς και φόρους, που προαναφέρθηκαν, πράγμα που πέτυχαν, ζημιώνοντας αντίστοιχα μ' αυτό το ποσό των φόρων και δασμών το Ελληνικό Δημόσιο".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λαθρεμπορία - §§ 100, 102, 107, 111, 112. Ν. 1165/1918. Βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, για ελλιπή και ασαφή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι δεν διευκρινίζεται εάν η εισαγωγή των τσιγάρων, αποδέκτης των οποίων φέρεται ότι είναι και ο κατηγορούμενος ως κάτοχος, έγινε από Χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή από Χώρα εκτός αυτής, αφού, στην μεν πρώτη περίπτωση ο εισαγωγέας και ο κάτοχος δεν διαπράττει λαθρεμπορία, αλλά απλή τελωνειακή παράβαση και συνεπώς δεν είναι αξιόποινη και η κατοχή των τσιγάρων από τον κατηγορούμενο, εάν δεν εισήχθησαν από Χώρα μη μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τότε και μόνον οφείλονται και εισπράττονται δασμοί που στη συνέχεια αποδίδονται μετά την κατά τα άνω παρακράτηση ποσοστού 10%, κατά το οποίο και μόνον ποσοστό στερείται των δασμών το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ολοκλήρου του αναλογούντος ποσού. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Λαθρεμπορία.
| 0
|
Αριθμός 134/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 516/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΠΙ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1057/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 271/20.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 του Κ.Π.Δ., την από 23-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της υπ' αριθ. 516/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς και εκθέτω τα ακόλουθα :
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 § 1 Κ.Π.Δ. "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που την διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 § 1) και από εκείνον που τη δέχεται...".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το έγγραφο της αναίρεσης "ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ", στη δεύτερη σελίδα αυτής και μετά το αιτητικό της, υπογράφεται από την γραμματέα ... χωρίς να προκύπτει περαιτέρω ποίου δικαστήριου είναι αυτή γραμματέας και από μη διακριβούμενο πρόσωπο κάτω από τις λέξεις "ο αναιρεσείων". Πουθενά δε στην αίτηση αυτή αναιρέσεως ή σε ενσωματωμένο σ' αυτή έγγραφο δεν υπάρχει η σύμφωνα με την παρατιθέμενη παραπάνω διάταξη του άρθρου 474 § 1 του Κ.Π.Δ. έκθεση αναιρέσεως και είναι συνεπώς η αίτηση αυτή απαράδεκτη για την έλλειψη αυτή και ως τέτοια πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 23-6-2009 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθ. 516/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 - 8 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της υπ' αριθ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσον ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που την διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που τη δέχεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσον ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, στη δεύτερη σελίδα της κρινόμενης από 23.6.2009 αιτήσεως του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 516/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, υπάρχει κάποια υπογραφή κάτω από την ένδειξη "Ο Αναιρεσείων" και επίσης υπάρχει η υπογραφή της Γραμματέως ..., χωρίς να προκύπτει ποιος υπογράφει ως αναιρεσείων και ποίου δικαστηρίου γραμματέας είναι η ανωτέρω και κυρίως χωρίς να έχει συνταχθεί η κατά τα άνω απαιτούμενη από το νόμο έκθεση για τη δήλωση αναιρέσεως. Επομένως, το ένδικο αυτό μέσον ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του και έτσι είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 516/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία δεν συντάχθηκε η σχετική έκθεση (άρθρο 474 § 1 του ΚΠΔ) -.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 133/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τελώνη, περί αναιρέσεως της 989/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Γερμανική αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία "DEUTSCHE LUFTHANSA AG", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Τουκμακτσή.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.10.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1483/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2, 3 και 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα είτε ειδικά του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 εδ. β' και δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 989/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, καταδικάσθηκε για υπεξαίρεση σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας "DEUTSCHE LUFTHANSA ΑΕ", πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ανασταλείσα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου προέβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής. Ακολούθως, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, ο οποίος επιφυλάχθηκε να προτείνει κατά τη διάρκεια τής δίκης. Στη συνέχεια, ο αυτός πληρεξούσιος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αυτού, χωρίς και πάλι να προτείνει και επί της ενστάσεως. Αφού δε δόθηκε ο λόγος και στους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων (κατηγορουμένου, πολιτικώς ενάγουσας) επί του αιτήματος για την αναβολή, το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη, με την παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε και, δια της Προέδρου του, δημοσίευσε αμέσως την παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής, αλλά και την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, προχωρώντας, μετά από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως. Όσον αφορά, λοιπόν, την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως, υπάρχει παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως του εισαγγελέα, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επέφερε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά παραδοχήν του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠοινΔ, λόγου αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η μερικότερη πράξη της υπεξαιρέσεως, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 15.1.2002, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε (από τις 15.1.2002) μέχρι τη διάσκεψη επί της αιτήσεως αναιρέσεως (19-1-2010, ημερομηνία συζητήσεως 14.1.2010) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει, ως προς το εν λόγω ζήτημα, παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της υπεξαιρέσεως με χρόνο τελέσεως την 15.1.2002 και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για τα λοιπά ζητήματα, ήτοι για την κατ' ουσίαν έρευνα της μερικότερης πράξης της υπεξαιρέσεως που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 15.2.2002.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 989/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: Ο κατηγορούμενος Χ, στην ..., κατά την 15-1-2002, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρεί στην ..., επί της οδού ... αρ. ..., γραφείο Γενικού Τουρισμού με το διακριτικό τίτλο "... TRAVEL" και πρακτόρευε, δυνάμει της από 31-1-1996 συναφθείσης συμβάσεως, ως εξουσιοδοτημένος πράκτορας, τις εταιρείες μέλη της Διεθνούς Ενώσεως Αεροπορικών Μεταφορών (ΙΑΤΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΑΙΡ ΤΡΑΝΣΠΟΡΤ ΑΣΣΟΣΙΑΤΙΟΝ), μεταξύ των οποίων και την εγκαλούσα γερμανική αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία "DEUTSCHΕ LUFTHANSA AE", που εδρεύει στην ..., βάσει δε των υποχρεώσεών του, που απέρρεαν από την ανωτέρω σύμβαση, ήταν υπεύθυνος, μέσω ενός συστήματος που είχε οργανωθεί από την ΙΑΤΑ για λογαριασμό των μελών της (μεταξύ των οποίων και η εγκαλούσα), για την κεντρική διάθεση των μέσων μεταφοράς, την οριστική παρακολούθηση και είσπραξη των χρημάτων που ανήκαν στις επί μέρους αεροπορικές εταιρείες, το λεγόμενο Bank Settlement Plan (σχέδιο τραπεζικού διακανονισμού) ή BSP, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, να παραλαμβάνει τα στελέχη των εντύπων των εισιτηρίων από την ΙΑΤΑ, να τα συμπληρώνει, καθιστώντας τα τίτλους μεταφοράς της συγκεκριμένης αεροπορικής εταιρείας, να ενημερώνει στο τέλος κάθε μήνα την ΙΑΤΑ για τις πωλήσεις των εισιτηρίων που πραγματοποίησε και, εν τέλει, ήταν υποχρεωμένος, μέχρι την 15η ημέρα του επομένου από τις πωλήσεις των εισιτηρίων μήνα, να αποδίδει την αξία των εισιτηρίων στην αντίστοιχη αεροπορική εταιρεία, ώστε να επακολουθήσει η διαδικασία εκκαθάρισης του λογαριασμού, εν τούτοις ο κατηγορούμενος, αν και πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2001 έως 31 -12 -2001, μέσω του προαναφερθέντος καταστήματός του (... TRAVEL) πωλήσεις τίτλων μεταφοράς-εισιτηρίων για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας (DEUTSCHΕ LUFTHANSA AE) (DLH), δεν κατέβαλε τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε από την πώληση των εισιτηρίων αυτών μέσα στην ταγμένη προθεσμία, ήτοι μέχρι τις 15.1.2002, ως όφειλε, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες εκ μέρους της εγκαλούσας, αρνήθηκε να αποδώσει το οφειλόμενο ποσό που ανέρχεται συνολικά σε 6.944,52 ευρώ (1.080.163 δρχ. και ήδη 3.169,96 ευρώ που έπρεπε να αποδοθεί έως την 15.1.2002 για τη λογιστική περίοδο 1 - 15 Δεκεμβρίου 2001 και 1.286.183 δρχ. και ήδη 3.774,56 ευρώ που έπρεπε να αποδοθεί ομοίως έως την 15.1.2002 για τη λογιστική περίοδο 16 - 31 Δεκεμβρίου 2001), παρακρατώντας το και ιδιοποιούμενος αυτό παρανόμως.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 20 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω εκδόσεως παρεμπίπτουσας αποφάσεως για την απόρριψη ενστάσεως αποβολής της πολιτικής αγωγής χωρίς, προηγουμένως, να προτείνει ο Εισαγγελέας, ο οποίος είχε επιφυλαχθεί. Αναίρεση προσβαλλόμενης αποφάσεως. Οριστική παύση ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής για τη μερικότερη πράξη της υπεξαιρέσεως με χρόνο τελέσεως την 15-1-2002. Παραπομπή κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 137/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1 του Χ2, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2. Χ2 του Χ3, 3.Χ3 του Χ2 και 4. Χ4 συζ. Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βωβό, περί αναιρέσεως της 2648/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Ιουλίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 16 Νοεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους του δευτέρου των αναιρεσειόντων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1219/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των παραστάντων αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 20 Ιουλίου 2009 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας καθώς να απορριφθούν και οι αιτήσεις αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων και των υπολοίπων αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά των αυτών αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 2648/2009), οι υπό κρίση, από 20.7.2009, τέσσερις αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 του Χ2, Χ2 του Χ3, Χ3 του Χ2 και Χ4 συζ. Χ2, καθώς και ο παραδεκτώς ασκηθείς από τον δεύτερο, με το από 16.11.2009 δικόγραφο, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σε αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από ... και από ... αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ... και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Ανδριάννας Σκορδάκη αντίστοιχα, η πρώτη αναιρεσείουσα Χ1 και ο αντίκλητος δικηγόρος της κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 2 - 12- 2009, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 20-7-2009 αίτηση - δήλωσή της. Όμως, κατά την παραπάνω συνεδρίαση η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Απαιτείται δηλαδή υποκειμενικώς δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης) ότι η ανωτέρω πράξη είναι ψευδής και τη θέληση αυτού να καταμηνύσει τον παθόντα ή να τον αναφέρει στην αρχή, με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση εναντίον του ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως του σκοπού αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως και στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται, εκτός από τη γνώση του δράστη ότι η ανακοίνωση ή η καταμήνυση είναι ψευδής με την έννοια της βεβαιότητας( επίγνωσης) και στο σκοπό αυτό, ενώ δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 1002,1003/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώ-νονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των σε αυτή κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι την 22-1-2002 εν γνώσει τους κατεμήνυσαν τους μηνυτές ενώπιον αρχής ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη τους γι' αυτές τις πράξεις. Ειδικότερα στον παραπάνω τόπο και χρόνο μετέβησαν στο ΙΑ Αστυνομικό Τμήμα ... και υπέβαλαν την με την ίδια ημερομηνία έγκληση τους που στρεφόταν κατά των εγκαλούντων. Στην έγκληση τους αυτή κατεμήνυσαν ψευδώς τον πρώτο εγκαλούντα Ψ ότι τέλεσε τα εγκλήματα της εξυβρίσεως κατά συρροή και της απειλής σε βάρος του πρώτου Χ2 και τρίτου Χ3 κατηγορουμένων, απευθύντοντας προς τον μεν πρώτο τις φράσεις "μαλάκα θα σου γαμήσω την Παναγία και το σπίτι ολόκληρο τώρα, θα σου κάνω τον τάφο εδώ μη τυχόν και τολμήσεις και έρθεις στο σπίτι του πατέρα σου θα σε ξεκοιλιάσω και θα σου βγάλω τα έντερα", προς δε τον τρίτο τις φράσεις: "εγώ εσένα ρε κωλόπαιδο πουτάνας γιε θα σου γαμήσω την Παναγία, εγώ ρε πουσταριό θα σου κάνω να μη γίνεις ποτέ παπάς για να με θυμάσαι". Επίσης κατεμήνυσαν ψευδώς τη δεύτερη εγκαλούσα (...συζ. Ψ) για το ότι τέλεσε και αυτή το έγκλημα της εξυβρίσεως κατά συρροή σε βάρος όλων και ξεχωριστά σε βάρος της δεύτερης κατηγορουμένης απευθύνοντας προς αυτήν τις φράσεις: "παλιοπατσαβούρα, ψωμολυσσα". Τέλος κατεμήνυσαν ψευδώς και την Τρίτη εγκαλούσα (... του Ψ) για το ότι τέλεσε και αυτή το έγκλημα της εξυβρίσεως κατά συρροή και την όλως ελαφρά σωματική βλάβη απευθύνοντας προς μεν τη δεύτερη κατηγορουμένη (Χ4 συζ. Χ2) τη λέξη "παλιογαμιόλα" και γρονθοκοπώντας αυτήν, προς δε την τέταρτη κατηγορουμένη Χ1 τις φράσεις: "παλιοπουτάνα που πηδιέσαι με όλους τους ...". Παράλληλα δε της κατέφερε ράπισμα πάνω από τον αριστερό οφθαλμό στη μετωποκροταφική χώρα. Οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην ανωτέρω ψευδή καταμήνυσή τους με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική δίωξη των τώρα μηνυτών για τα παραπάνω αδικήματα. Το ότι η προαναφερθείσα μήνυση των κατηγορουμένων (εναντίον των ήδη εγκαλούντων) ήταν ψευδής προέκυψε με σαφήνεια από την ανώμοτη κατάθεση του μηνυτού και πολιτικώς ενάγοντος Ψ καθώς και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος .... Και οι δύο κατέθεσαν με κατηγορηματικότητα ότι κανένας από τους εγκαλούντες δεν εξύβρισε ούτε απείλησε αλλά ούτε και προκάλεσε οιαδήποτε σωματική βλάβη στους κατηγορουμέ-νους.
Απεναντίας κατέθεσαν ότι οι μηνυτές δέχθηκαν απειλές και ύβρεις από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της κηδείας του πεθερού του πρώτου εγκαλούντος στο χώρο των νεκροταφείων ... . Επομένως, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που εκθέτουν στη μήνυση τους οι κατηγορούμενοι είναι ψευδή και οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας τους, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως κατά συρροή κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως από κοινού για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.2 , 94 παρ.1 και 229 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις: 1) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο. Από τη μη ειδική αναφορά της 28/3-1-2002 ιατροδικαστικής εξετάσεως και των από 22-1-2004 Υπευθύνων Δηλώσεων των μηνυτών, με τις οποίες αυτοί δηλώνουν ότι ανακαλούν τις σε βάρος των κατηγορουμένων μηνύσεις τους, δε σημαίνει ότι δε συνεκτιμήθηκαν και αυτά τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στη γενική αναφορά του αιτιολογικού ότι συνεκτιμήθηκαν και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, 2) το αιτιολογικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, περιλαμβάνει ίδιες σκέψεις και αναφέρονται σε αυτό ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη κατά συρροή, η υποβολή, δηλαδή, μηνύσεως, τα περιστατικά που αναφέρονται στη μήνυση και τα οποία ήταν ψευδή καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στο άνω συμπέρασμα και 3) αιτιολογείται ιδιαιτέρως το στοιχείο της γνώσεως από μέρους των κατηγορουμένων της αναλήθειας των αναφερομένων περιστατικών που διέλαβαν στη μήνυσή τους, ο άμεσος δηλαδή δόλος τους, καθώς και ο σκοπός τους να προκληθεί η δίωξη των εγκαλούντων με την άσκηση εναντίον τους ποινικής διώξεως για τις αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, εξυβρίσεως, απειλής και όλως ελαφράς σωματικής βλάβης. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, κύριος όλων των κρινομένων αιτήσεων και πρόσθετος του Χ2, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά δε το μέρος που βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ως απαράδεκτοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ταυτότητα και η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Υπάρχει όμως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αν από τη συγκεκριμένη μη ορισμένη αναφορά του τίτλου και της ταυτότητάς του δημιουργείται αμφιβολία ποίο έγγραφο ακριβώς αναγνώσθηκε και έτσι δε μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν το έγγραφο αυτό συνεκτιμήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, περιλαμβάνονται κα τα ακόλουθα με τους εξής τίτλους: " ... 5) υπεύθυνες δηλώσεις, 6) Η σελ. 5 της αίτησης του Χ2 και 12) οι 2 ιατροδικαστικές εκθέσεις". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον, μάλιστα, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους σε όλους τους παράγοντες της δίκης, ενώ δε δημιουργείται καμία ασάφεια ως προς το ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και ποία έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για να ενεργηθεί από τον Άρειο Πάγο ο αναιρετικός έλεγχος. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία ποία έγγραφα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν και το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αναγνωσθέντα έγγραφα. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, για έλλειψη ομοίως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, μετά του προσθέτου λόγου, στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 20-7-2009 αιτήσεις - δηλώσεις των : 1.Χ1 του Χ2, 2) Χ2 του Χ3 και τους από 16-11-2009 προσθέτους λόγους αυτού, 3) Χ3 του Χ2 και 4) Χ4 συζ. Χ2, περί αναιρέσεως της 2648/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση κατά συρροή. 1) Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης της πρώτης ως ανυποστήρικτη, λόγω μη παράστασης της νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθείσας αναιρεσείουσας. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως των τριών λοιπών αναιρεσειόντων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
Αριθμός 137/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Μπανταβάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 490/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2008 αίτησή του και τους από 11-12-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 15-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου κύριου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως (πρώτου κύριου και πρόσθετων λόγων).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 13-1-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, καθώς και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο και επομένως εφόσον αυτός δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει παρά την απουσία του (άρθ.226 § 4, -573 § 1, 576 § 2 ΚΠολΔ).
II. Κατά το αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, με την από 26-6-2000 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών-γεωτρυπανιστών-και μηχανοδηγών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κλπ. μηχανημάτων βιομηχανικών, βιοτεχνικών, εμπορικών επιχειρήσεων και εργοστασίων όλης της χώρας, ετών 20ΘΟ-2001" (που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 1 1756/2000, ΦΕΚ 1397 Β/2000), στους όρους και τις ρυθμίσεις της οποίας υπάγονται οι αδειούχοι χειριστές, μηχανοδηγοί, γείοτρυπανιστές και οι βοηθοί τους που απασχολούνται στα εκσκαπτικά, ανυψωτικά, ηλεκτροκίνητα ανυψωτικά κλπ. μηχανήματα των ναυπηγοεπισκευαστικών, βιομηχανικών, βιοτεχνικών, εμπορικών επιχειρήσεων, αποθηκών και εργοστασίων όλης της χώρας (αρθ. 1 της σύμβασης), καθορίσθηκαν ο βασικός μισθός και το βασικό ημερομίσθιο των εργαζομένων που υπάγονται στην σύμβαση αυτή (αρθ. 2) και με το αρθ. 3 αυτής χορηγήθηκε στους ως άνω εργαζομένους, μεταξύ άλλων, και επίδομα προϋπηρεσίας, υπολογιζόμενο στον βασικό μισθό και το βασικό ημερομίσθιο, όπως ισχύουν κάθε φορά. Ειδικότερα ορίσθηκε, ότι στους χειριστές των παραπάνω μηχανημάτων χορηγείται επίδομα πολυετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε ποσοστό 10% για κάθε τριετία και μέχρι πέντε τριετίες και σε ποσοστό 5% για μία ακόμη (έκτη) τριετία και ότι για την χορήγηση του επιδόματος αυτού η προϋπηρεσία αποδεικνύεται με πιστοποιητικά των προηγουμένων εργοδοτών, καθώς και ότι ως προϋπηρεσία υπολογίζεται η πραγματική υπηρεσία που διανύθηκε με την ειδικότητα του χειριστή πριν και μετά την λήψη της σχετικής αδείας και δύο χρόνια υπηρεσίας στην ειδικότητα του βοηθού χειριστή. Αντίστοιχα, με την 30/2002 ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών κλπ. μηχανημάτων βιομηχανικών, βιοτεχνικών, εμπορικών επιχειρήσεων και εργοστασίων όλης της χώρας (που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 5-8-2002 με την ΥΑ 13391/2003, ΦΕΚ 161 Β/2003), στις διατάξεις της οποίας υπάγονται ομοίως οι ως άνω εργαζόμενοι (αδειούχοι χειριστές κλπ. που απασχολούνται στα εκσκαπτικά, ανυψωτικά, ηλεκτροκίνητα ανυψωτικά κλπ. μηχανήματα των ως άνω επιχειρήσεων, αρθ. 1), καθορίσθηκαν οι βασικοί μισθοί και τα βασικά ημερομίσθια για τα έτη 2002 και 2003 των εργαζομένων που υπάγονται στην απόφαση αυτή με βάση τις ρυθμίσεις της ως άνω από 26-6-2000 ΣΣΕ (και δη την ρήτρα διόρθωσης του αρ. 2 § 2 αυτής) και ορίσθηκε με το αρθ. 3, ότι χορηγείται, εκτός των άλλων, επίδομα προϋπηρεσίας, υπολογιζόμενο στον βασικό μισθό κλπ., ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι στους χειριστές των ως άνω μηχανημάτων χορηγείται επίδομα πολυετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε ποσοστό 10% για κάθε τριετία και μέχρι πέντε τριετίες, ενώ η ήδη χορηγούμενη ως άνω εκ ποσοστού 5% έκτη τριετία αυξήθηκε σε 10%, και ότι για την χορήγηση του επιδόματος αυτού η προϋπηρεσία αποδεικνύεται με πιστοποιητικά των προηγουμένων εργοδοτών, καθώς και ότι ως προϋπηρεσία υπολογίζεται η πραγματική υπηρεσία που διανύθηκε με την ειδικότητα του χειριστή πριν και μετά την λήψη της σχετικής αδείας και δύο χρόνια υπηρεσίας στην ειδικότητα του βοηθού χειριστή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει με σαφήνεια, ότι προϋπόθεση, με βάση αυτές, της χορήγησης του επιδόματος προϋπηρεσίας στους χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων κλπ. είναι η πραγματική και όχι η πλασματική ή καθοιονδήποτε τρόπο τεκμαιρομένη προϋπηρεσία τους και κατά συνέπεια δεν αρκεί μόνη η λήψη του σχετικού πτυχίου (διπλώματος) και της απαιτουμένης κατά νόμον αδείας, ως εκ τούτου δε για την επιδίκαση του επιδόματος αυτού τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά πρέπει να καλύπτουν πλήρως και το στοιχείο αυτό, της πραγματικής δηλ. προϋπηρεσίας, το οποίο απαιτείται, κατά τα προεκτεθέντα, με βάση το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας της χορήγησης της παροχής αυτής, διαφορετικά υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας, κρίνοντας ύστερα από άσκηση έφεσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επί αγωγής αυτού με αντικείμενο αξιώσεις του από την εργασία του ως χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος στην επιχείρηση του τώρα αναιρεσείοντος, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 490/2007 απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνήψαν οι διάδικοι στον ...την 2-1-2000 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διπλωματούχος χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος (κλαρκ) στην εργοληπτική επιχείρηση του εναγομένου, με τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες ΣΣΕ και ΔΑ αποδοχές, ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες αυτές μέχρι την 17-11-2003, όταν ο εναγόμενος κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας, χωρίς, όμως, να του καταβάλει την ανάλογη αποζημίωση, ότι ο ενάγων είχε προϋπηρεσία ως διπλωματούχος χειριστής "κλαρκ" ήδη από το 1980, ιδιότητα που γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο κατά την έναρξη παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος με την κατάθεση απ' αυτόν του διπλώματός του, από το οποίο καθίστατο φανερή η προϋπηρεσία του, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1 -1-2000 έως 31-10-2003 και με βάση τις ρυθμίσεις των ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, με τον συνυπολογισμό και του επιδόματος προϋπηρεσίας (τριετιών), ανέρχεται στ' αναφερόμενα εκεί ποσά, και ότι με βάση τον κατά τον τρόπο αυτόν διαμορφούμενο νόμιμο μισθό, και μετ' αφαίρεση των καταβληθέντων από τον εναγόμενο μικρότερων ποσών, ο ενάγων έχει αξιώσεις από διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας και αμοιβής για απασχόληση κατά τις Κυριακές, καθώς και για αποζημίωση απόλυσης, με βάση δε τις παραδοχές αυτές και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 21.179,41€ με το νόμιμο τόκο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασεν εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της προϋπηρεσίας του ενάγοντος, καθόσον συνήγαγε προϋπηρεσία του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου από μόνο το γεγονός της κατοχής απ' αυτόν διπλώματος χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος, χωρίς, όμως, να περιλάβει και περιστατικά πραγματικής προϋπηρεσίας αυτού (προηγούμενους εργοδότες και χρόνο υπηρεσίας του σ' αυτούς), αλλά και χωρίς περαιτέρω να δέχεται ότι ο ενάγων πέραν του πτυχίου κατείχε και άδεια χειριστή. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ως βάσιμου, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, κύριων και προσθέτων, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της, καθόσον τα επιδόματα προϋπηρεσίας ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό όλων των επιμέρους ποσών που επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες και επηρεάζουν αναγκαίως το ύψος τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 490/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διπλωματούχοι χειριστές ανυψωτικών μηχανημάτων (κλαρκ) κ.λπ. Επίδομα προϋπηρεσίας (τριετιών). Χορηγείται μόνο σε περίπτωση πραγματικής προϋπηρεσίας. Δεν αρκεί μόνο η λήψη και κατοχή του σχετικού διπλώματος. Αναιρεί την 490/2007 Εφ. Λάρισας για ανεπαρκείς αιτιολογίες (559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) ως προς το ζήτημα αυτό.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 140/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3841/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 362/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ.α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. γ' του ΠΚ, και δη δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στο χώρο του ποινικού δικαίου, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία το οποίο είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων, για τα βεβαιούμενα σ' αυτό γεγονότα, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, δηλαδή περιστατικών που δεν έλαβαν χώρα, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν τη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Δεν συνιστούν γεγονός, ως μη αναγόμενες στο παρελθόν ή το παρόν, κρίσεις, γνώμες ή εκτιμήσεις νομικές ή πραγματικές και αν ακόμη αναφέρονται σε περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες έστω και αν κατά την ενδεχόμενη πεποίθηση του προσώπου που τις εκφέρει αφίστανται της αληθείας, εκτός εάν υπό τον τύπο της εκφράσεως γνώμης υποκρύπτεται βεβαίωση πραγματικού περιστατικού και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν αντικειμενικά, να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εν προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο αιτιολογικό του για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής:
Με την υπ' αριθ. 1/1Γ/2002 Προκήρυξη του Α.Σ.Ε.Π "Πλήρωσης Θέσεων με γραπτό διαγωνισμό της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." (ΦΕΚ Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π. 22/19.1.2002) προκηρύχθηκε Διαγωνισμός για την πλήρωση θέσεων με γραπτό διαγωνισμό της Αγροτικής Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX "ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ-ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ" της Προκήρυξης, ορίζεται ότι "Αν μεταξύ των επιτυχόντων περιλαμβάνονται υποψήφιοι που είναι μόνιμοι κάτοικοι νομού της Θράκης (Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου) ή των νομών Δράμας, Καστοριάς και Φλώρινας ή των νησιών του Αιγαίου, πλην της Κρήτης ή των νησιών Κυθήρων, Αντικυθήρων, Ιθάκης, Παξών, Οθωνών, Ερείκουσας και Μαθρακίου ή παραμεθόριων περιοχών των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Πέλλας, Κιλκίς και Σερρών, όπως οι περιοχές αυτές καθορίζονται με την αριθ. ΙΔΑΔ/Φ.42/2443/01Κ.21290/12.10.99 (ΦΕΚ 1925/Β 725.10.99) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και δηλώνουν ότι δέχονται να υπηρετήσουν σε υπηρεσίες του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της παρ. ι του άρθρου 14 Ν.2190/1994, των οποίων θέσεις προκηρύχθηκαν στον αντίστοιχο νομό ή νησί ή παραμεθόρια περιοχή, επί δεκαετία τουλάχιστον σε θέση του νομού ή του νησιού ή της παραμεθόριας περιοχής που ζητούν την προτίμηση, προσαυξάνεται ο συνολικός βαθμός της γραπτής εξέτασης τον οποίο έλαβαν κατά 30%". Ως παραμεθόριες περιοχές, προκειμένου για το νομό Κιλκίς, ορίζονται οι των Δήμων Αξιούπολης, Γουμένισσας, Δοϊράνης, Ευρωπού, Κιλκίς, Κρουσών, Μουριών, Πολυκάστρου, Χέρσου ή της Κοινότητας Λιβαδιών. Στο ίδιο ΚΕΦΑΛΑΙΟ της Προκήρυξης ορίζεται ότι: "Δικαιολογητικά. Η απόδειξη: α) της μόνιμης κατοικίας γίνεται με βεβαίωση του οικείου Δήμου ή Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του Ν. 2647/98 (ΦΕΚ 237 Α') και β) η ιδιότητα του δημότη αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του οικείου Δήμου ή της Κοινότητας". Στον ανωτέρω Διαγωνισμό (της 6ης και 7ης Απριλίου 2002), για την πλήρωση θέσεων της Γ' Κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Δ.Ε.) στο νομό Κιλκίς, υπέβαλε η εγκαλούσα και ήδη πολιτικώς ενάγουσα Ψ αίτηση συμμετοχής, συνοδευόμενη από όλα τα κατά Νόμο απαιτούμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και τα αποδεικτικά της ιδιότητας της, ως δημότη και μονίμου κατοίκου του Δήμου ... και, στη συνέχεια, συμμετείχε στο Διαγωνισμό αυτό (της 6ης και 7ης Απριλίου 2002). Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 , που έλαβε μέρος, στον ίδιο Διαγωνισμό (της 6ης και 7ης Απριλίου 2002) και για την πλήρωση θέσεων της ίδιας (Γ') Κατηγορίας, "... συνυπέβαλε με την Αίτηση του την .../13.2.2002 βεβαίωση του Δημάρχου Κιλκίς, ότι είναι μόνιμος κάτοικος Δ.Δ. ... τον Δήμου Κιλκίς, πλέον της διετίας", με αποτέλεσμα να τον χορηγηθεί η προβλεπόμενη, κατά τα ανωτέρω, προσαύξηση (30%) της γραπτής βαθμολογίας του", και να καταταγεί στο "ΠΙΝΑΚΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ", ως πρώτος -1ος- επιτυχών, για την κατάληψη μιας από τις προκηρυχθείσες, ως άνω, έξι -6- θέσεις στο Νομό Κιλκίς, ενώ η πολιτικώς ενάγουσα καταταγείσα ως έκτη -6η- επιτυχούσα, στον ΠΙΝΑΚΑ αυτό, ήταν πρώτη -1η- επιλαχούσα, λόγω κατάληψης της έκτης -6ης- από τις προαναφερόμενες θέσεις, από υποψήφια υπαγόμενη στις ευεργετικές διατάξεις "ΠΕΡΙ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ".
Η πολιτικώς ενάγουσα, με την υπ' αριθ. πρωτ. .../12.2.2003 αίτηση της, προς το Δήμο Κιλκίς, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να της γνωστοποιηθούν τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε ο Δήμος προκειμένου να χορηγηθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, η ως άνω βεβαίωση μόνιμης κατοικίας. Σε απάντηση της αίτησης αυτής, με το υπ' αριθ. πρωτ. .../3-3-2003 έγγραφο του, ο πρώτος κατηγορούμενος - Αντιδήμαρχος Κιλκίς, Χ1, της εγνώρισε τα ακόλουθα: "Εδόθη στον Χ2, γεννηθέντα το έτος 1976, κατόπιν σχετικού αιτήματος τον η υπ' αριθ. πρωτ. .../13.2.2002 βεβαίωση μονίμου κατοικίας λόγω της καταγωγής τον πατρός τον από την πρώην κοινότητα ... και τις συχνές επισκέψεις του Χ2 στο Δ.Δ. ... όπου εφιλοξενείτο στην οικία του παππού τον, θεωρήθηκε καλόπιστα αλλά ενδεχομένως πλανημένα, ότι τα ανωτέρω στοιχεία εμπίπτουν στην έννοια της μονίμου κατοικίας προκειμένου να εκδοθεί η αιτηθείσα βεβαίωση". Η πολιτικώς ενάγονσα υπέβαλε την από 27.1.2003 Αίτηση Θεραπείας, προς το Α.Σ.Ε.Π, αμφισβητώντας, με την επίκληση στοιχείων, το κύρος και την αλήθεια του περιεχομένου της υποβληθείσας, κατά τα ως άνω, από τον Χ2, υπ' αριθ. πρωτ. .../13.2.2002, βεβαίωσης του Δημάρχου Κιλκίς, περί της μόνιμης κατοικίας του δευτέρου κατηγορουμένου. Ενεργώντας, δυνάμει των άρθρων 8 και 12 του Ν. 2190/1994, ο Πρόεδρος του Α.Σ.Ε.Π., με το υπ' αριθ. πρωτ. .../26.3.2003 έγγραφο του, ζήτησε, από το Δήμαρχο Κιλκίς, τις τεκμηριωμένες απόψεις του, επί της προαναφερόμενης αίτησης θεραπείας ώστε "ενόψει τούτου να ενεργήσει τα νόμιμα επί της σχετικής υποθέσεως". Η πολιτικώς ενάγουσα με την υπ' αριθ. πρωτ. .../7-5-2003 αίτηση της προς την Διεύθυνση Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Κιλκίς, ζήτησε, την ανάκληση της επίμαχης, υπ' αριθ. πρωτ. .../13.2.2003, Βεβαίωσης του Δημάρχου Κιλκίς και την υποβολή της ανακλητικής απόφασης στο ΑΣΕΠ, υποβάλλοντας και διάφορα έγγραφα, μερικά των οποίων θα αναφερθούν παρακάτω. Ο Δήμαρχος Κιλκίς, με την υπ' αριθ. πρωτ. .../21.5-2003 και αριθμό .../21.5.2003 Απόφαση του, προέβη σε ανάκληση της υπ' αριθ. .../13.2.2002 Βεβαίωσης μονίμου κατοικίας του Χ2 στον οικείο Δήμο, "για το λόγο ότι ενόψει των νέων στοιχείων που ετέθησαν υπόψη του, μετά την έκδοση της .../13-02-2003 βεβαιώσεως, προκύπτει ότι υπάρχει πλάνη περί τα πράγματα". Με την υπ'αριθ. 1711/9-7-2003 Απόφαση του 1ου Τμήματος Διακοπών του Α.Σ.Ε.Π, με την οποία ("... σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προστεθέντα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. γ του Ν. 2738/1999, στο άρθρο 16 παρ. 6 Ν. 2190/1994, εδάφια, τα οποία ισχύουν και για τη διαδικασία επιλογής προσωπικού κατά το άρθρο 17 Ν. 2190/1994 (σχετικώς Απόφαση 18/29.3.2002 Ολομέλειας Α.Σ.Ε.Π) και, κατά συνέπεια, αναπλήρωσης αυτού από τον επόμενο στη σειρά κατάταξης") αποφασίσθηκε η "Α) ... διαγραφή από τους οικείους πίνακες [κατάταξης και διοριστέων] του ... επιτυχόντος [Χ2] στο γραπτό διαγωνισμό της 6ης και 7ης Απριλίου 2002 για πλήρωση θέσεων κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας και την εγγραφή του στον πίνακα απορριπτέων με αιτιολογία "ψευδές στοιχείο χρησιμοποιηθέν για την κατάταξη του"... Β) ... τη διάθεση της Ψ για διορισμό στην ανωτέρω θέση", λόγω σειράς κατάταξής της. Με το υπ' αριθ. πρωτ. .../25-8-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ΑΤΕ, γνωστοποιήθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα ότι με την 1711/09-07-2003 απόφαση αναπλήρωσης του 1ου Τμήματος Διακοπών του Α.Σ.Ε.Π. συμπεριλήφθηκε στον πίνακα διατιθεμένων προς διορισμό στην ΑΤΕ για τη Νομαρχία Κιλκίς (Δήμος ...), από τους κατά σειρά προτεραιότητας καταταχθέντες υποψηφίους της κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης του Πανελληνίου Γραπτού Διαγωνισμού, που πραγματοποίησε το Α.Σ.Ε.Π. τον Απρίλιο του 2002 και ότι με την 321/22-08-2003 Απόφαση Διοίκησης προσλαμβάνεται στη Α.Τ.Ε. Α.Ε. ως υπάλληλος στον κλάδο Οικονομικών του κυρίου προσωπικού με το βαθμό του Δοκίμου και ότι τοποθετείται στο ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ...". Στη συνέχεια η πολιτικώς ενάγουσα προσήλθε και ανέλαβε καθήκοντα ως δόκιμος υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας στο υποκατάστημα ...
Στις 13-2-2002, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, προκειμένου να μην απωλέσει την ευκαιρία συμμετοχής του στον άνω διαγωνισμό της Αγροτικής Τράπεζας, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, που ήταν συγγενής του και πολύ γνωστός του, αφού η αδελφή του τελευταίου είχε σύζυγο τον αδελφό του πατέρα του, ήταν Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... του Δήμου Κιλκίς, ο οποίος με τη με αριθμό 258/12-1-1999 απόφαση του Δημάρχου Κιλκίς είχε εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει βεβαιώσεις μονίμου κατοικίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.5 του Ν. 2647/1998, με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να προβεί στην άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα να προβεί στην έκδοση της παραπάνω με αριθμό πρωτοκόλλου .../13-2-2002 βεβαίωσης μόνιμης κατοικίας του δεύτερου κατηγορουμένου και ειδικότερα ότι αυτός "κατοικεί στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... πλέον της διετίας". Ο πρώτος κατηγορούμενος, θέλοντας να εξυπηρετήσει τον δεύτερο κατηγορούμενο με τη λήψη της προσαύξησης του 30% στον διαγωνισμό, εξέδωσε πράγματι την ως άνω βεβαίωση, ενώ γνώριζε αφενός ότι τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αφετέρου ότι ο Χ2 κατοικεί μαζί με τους γονείς του στην ... επί της οδού ..., και ότι στο ... κατοικεί ο παππούς του, που είχε το ίδιο ονοματεπώνυμο με αυτόν, τον οποίο απλώς επισκεπτόταν. Τούτο, ότι δηλαδή ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι μόνιμος κάτοικος ... και ότι αυτό γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος προκύπτει 1) από την ανωτέρω ιδιότητα του, αφού επί οκτώ (8) χρόνια συνεχώς ήταν Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... του Δήμου Κιλκίς και συνεπώς γνώστης προσώπων και καταστάσεων , 2) από το ότι ο ίδιος καταγόταν από το χωριό αυτό και εκλεγόταν ως Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... για πολλά χρόνια, 3) από το ότι το χωριό ... είναι μικρό και είχε περίπου επτακόσιους κατοίκους, τους οποίους όλους γνώριζε ονομαστικά, όπως επίσης γνώριζε και αυτούς που κατάγονταν από εκεί, ήσαν δημότες αυτού και δεν ήσαν μόνιμοι κάτοικοι αυτού, 4) από το ότι ήσαν συγγενείς μεταξύ τους και οπωσδήποτε πολύ γνωστοί, όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολογεί στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι η αδελφή του είναι σύζυγος του αδελφού του πατέρα του δεύτερου κατηγορουμένου, 5) από το ότι στην οικία στο χωριό ... διέμενε μόνος του ο παππούς του δεύτερου κατηγορουμένου, 6) από ότι τον τελευταίο επισκέπτονταν κατά αραιά διαστήματα τόσο η οικογένεια του δεύτερου κατηγορουμένου όσο και των δύο άλλων αδελφών του πατέρα του, 7) από το γεγονός ότι ηοικία αυτή στο χωριό ... ήταν, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. .../11-3-2003 βεβαίωση του Δήμου Κιλκίς πολύ μικρής έκτασης ήτοι 25 τ.μ, ήταν πλινθόκτιστη και είχε κτισθεί πριν το έτος 1945 αποτέλεσμα αδυναμίας χρήσης της ως κατοικίας εκτός του παππού και της οικογένειας του δεύτερου κατηγορουμένου και 8) από το γεγονός ότι αυτός μετά την ενόχληση και την ανακάλυψη από την πολιτικώς ενάγουσα του ψεύδους της βεβαίωσης αναγκάσθηκε, φοβούμενος τις συνέπειες της πράξης του, να ανακαλέσει την βεβαίωση. Η ... αποτελούσε, πράγματι, την κύρια και μόνιμη εγκατάσταση του δεύτερου κατηγορουμένου, τον τόπο δηλαδή που είχε καταστεί, σύμφωνα με τη βούληση του, το σταθερό κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων και της οικογενειακής εγκατάστασης (εστίας), κατά την έννοια του άρθρου 51 του Αστικού Κώδικα, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα. Το ότι πράγματι η μόνιμη κατοικία του δεύτερου κατηγορουμένου ήταν αυτή στην ... και όχι στο ... προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων και ειδικότερα από τα εξής που αναφέρονται ενδεικτικά: α. Το υπ' αριθ. πρωτ. .../13-3-2003 έγγραφο του 2ου Τμήματος του Στρατολογικού Γραφείου Κιλκίς, με το οποίο βεβαιώνεται "... ότι η διεύθυνση του Εφέδρου Στρατιώτη (Εφοδιασμού-Μεταφορών) Χ2, η οποία αναγράφεται στη Στρατολογική του Μερίδα είναι η εξής: ...- ..., β) Το υπ' αριθ. πρωτ. .../13-3-2003 Πιστοποιητικό Τύπου Α' του Στρατολογικού Γραφείου Κιλκίς, με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο Χ2 κατετάγη στις Ένοπλες Δυνάμεις (Κέντρο Εκπαίδευσης Εφοδιασμού Μεταφορών - Σπάρτη) την 22.11.1999 και απελύθη από αυτές την 22.5.2001, γ. Το υπ' αριθ. πρωτ. .../21.1.2003 έγγραφο του Προέδρου του Τμήματος Χημικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.), με το οποίο βεβαιώνεται: "... ότι ο Χ2 τόσο κατά την εγγραφή τον στο 1° εξάμηνο του Τμήματος Χημικών Μηχανικών (ι-ιο-ΐ993) όσο και κατά την αποφοίτηση του στις 20-3-2001 είχε δηλώσει ως τόπο μόνιμης κατοικίας του, τη ... (οδός ... - ...)." β. Το υπ' αριθ. πρωτ. .../20.3.2003 έγγραφο της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών του Τμήματος Δυτικής Θεσσαλονίκης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, με το οποίο βεβαιώνεται: "... ότι ο Χ2 με ημερ. Γεν. 23-2-76, είναι κάτοχος της αριθμ. ... άδειας οδήγησης Β' κατηγορίας από 21-1-97. Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναγράφονται στην αίτηση και στην Υπ. δήλωση από 11-10-96 η μόνιμη κατοικία τον είναι ... - ... Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία μεταβολή στον φάκελο του", ε. Η υπ'αριθ. πρωτοκόλλου .../21-5-2003 και με αριθμό 90/2003 Απόφαση Δημάρχου με την οποία ανακλήθηκε η υπ' αριθ. .../13-02-2002 εκδοθείσα βεβαίωση μονίμου κατοικίας που αφορούσε τον Χ2, έτος γέννησης 1976, δημότη Κιλκίς, για το λόγο, ότι: ενόψει τον νέων στοιχείων που ετέθησαν υπόψη του μετά την έκδοση της υπ' αριθμ 2880/13-02-2002 βεβαιώσεως. στ. Η υπ' αριθ. 1711/9-7-2003, Απόφαση του 1ου Τμήματος Διακοπών του Α.Σ.Ε.Π, με την οποία αποφασίσθηκε η διαγραφή από τους οικείους πίνακες [κατάταξης και διοριστέων] του .... επιτυχόντος [Χ2] στο γραπτό διαγωνισμό της 6ης και 7ης Απριλίου 2002 για πλήρωση θέσεων κατηγορίας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας και την εγγραφή του στον πίνακα απορριπτέων με αιτιολογία "ψευδές στοιχείο χρησιμοποιηθέν για την κατάταξη του". Το ψευδές αυτό περιστατικό (της μόνιμης δηλαδή κατοικίας του δεύτερου κατηγορουμένου στο ...) μπορούσε να έχει, και όπως πράγματι είχε, τις προαναφερόμενες έννομες συνέπειες, καθόσον όπως προαναφέρθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος προτίθετο να δηλώσει συμμετοχή, και πράγματι δήλωσε, στο γραπτό ως άνω διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. για προσλήψεις στην Αγροτική τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., με αποτέλεσμα να καταταγεί πρώτος στον πίνακα επιτυχόντων συγκεντρώνοντας 1066 βαθμούς ενώ, αν δεν ελάμβανε την προσαύξηση του 30%, δεν θα ελάμβανε την πρώτη θέση και αντί γι' αυτόν θα προσλαμβάνονταν η πρώτη επιλαχούσα - εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα, Ψ, κάτοικος ..., που είχε συγκεντρώσει 970 βαθμούς.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 προκειμένου να μην απωλέσει την ευκαιρία συμμετοχής του στον άνω διαγωνισμό της Αγροτικής Τράπεζας στις 25-2-2002, συμπλήρωσε, μία αίτηση, που έχει τα στοιχεία της διεύθυνσης-δήλωσης, με τα στοιχεία της ταυτότητας του και ανέγραψε ότι κατά το χρόνο εκείνο (25-2-2002) ήταν κάτοικος ...-Νομού Κιλκίς, ενώ στη συνέχεια στην ένδειξη "ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΙΣ" ανέγραψε ότι είναι μόνιμος κάτοικος του Νομού Κιλκίς, τέλος, κάτω από την ένδειξη "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ" δήλωσε ότι τα παραπάνω στοιχεία είναι ακριβή και αληθή και ότι σε περίπτωση ανακρίβειας γνώριζε ότι θα έχει τις συνέπειες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1599/1986, στην δε αίτηση-υπεύθυνη δήλωση του αυτή, επεσύναψε μεταξύ άλλων και την αναφερομένη παραπάνω με αριθμό πρωτοκόλλου 2880/13-2-2002 βεβαίωση μόνιμης κατοικίας του Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου ...- πρώτου κατηγορουμένου, όπου ανακριβώς φέρεται κάτοικος Δημοτικού Διαμερίσματος ... πλέον της διετίας. Το ανωτέρω όμως αναφερόμενο στην αίτηση- Υπεύθυνη-Δήλωσή του ήταν ψευδές, όπως προαναφέρθηκε, και ο δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας, καθόσον στην πραγματικότητα ο ίδιος μαζί με τους γονείς του ήταν κάτοικος ... και όχι ..., όπου ήταν και το κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων. Την εν λόγω ψευδή αίτηση -Υπεύθυνη Δήλωση απηύθυνε και απέστειλε αυθημερόν (25-2-2002) στο Α.Σ.Ε.Π, μαζί με άλλα δικαιολογητικά έγγραφα προκειμένου να συμμετάσχει στο παραπάνω αναφερόμενο γραπτό διαγωνισμό για την πλήρωση συνολικά 900 Θέσεων σε διαφόρους Νομούς, μεταξύ των οποίων και ο Νομός Κιλκίς που δήλωσε ο κατηγορούμενος. Στην προαναφερομένη ψευδή αίτηση -Υπεύθυνη Δήλωση ότι είναι μόνιμος κάτοικος Νομού Κιλκίς προέβη με απώτερο σκοπό να λάβει την προσαύξηση του 30% επί του συνολικού βαθμού της γραπτής εξέτασης του, προσαύξηση την οποία και τελικά έλαβε όπως προαναφέρθηκε.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που αποδίδονται στον καθένα τους και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών, ο μεν πρώτος της ψευδούς βεβαίωσης, ο δε δεύτερος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση του πρώτου όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό".
Με βάση τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν και τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. α, γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 242 παρ.1 του ΠΚ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, β) αναφέρονται οι έννομες συνέπειες της ψευδούς αυτής βεβαιώσεως στη τελική βαθμολογία και κατάταξη του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος, Χ2, καταταγέντος, λόγω της άνω ψευδούς βεβαιώσεως με προσαύξηση 30% στη βαθμολογία του, συγκεντρώσαντος 1066 βαθμούς, ως πρώτου στον πίνακα επιτυχόντων στο διαγωνισμό προσλήψεως υπαλλήλων στην ΑΤΕ, για τις προκηρυχθείσες έξι θέσεις υπαλλήλων και την κατάταξη της εγκαλούσας ως αποτυχούσας - πρώτης επιλαχούσας με συνολικούς βαθμούς 970, συναγομένου σαφώς ότι η τελευταία, χωρίς το άνω ψευδές κατά περιεχόμενο διακαιολογητικό, θα ήταν επιτυχούσα και θα προσλαμβανόταν αυτή αντί του Χ2 στην ΑΤΕ, όπως και έγινε με απόφαση του ΑΣΕΠ, μετά την αποκάλυψη και την ανάκληση της ψευδούς αυτής βεβαιώσεως, γ) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου και δη η κατά το χρόνο της γενομένης βεβαιώσεως γνώση και ο τρόπος γνώσεως αυτού, περί του βεβαιωθέντως ψευδούς γεγονότος της δήθεν μόνιμης επί διετία κατοικίας του υποψηφίου στο διαγωνισμό ως άνω συγκατηγορουμένου του. Η αναφορά στο αιτιολογικό ότι η γνώση του κατηγορουμένου προκύπτει, εκτός άλλων και από το ότι οι δύο κατηγορούμενοι ήσαν συγγενείς μεταξύ τους και πολύ γνωστοί, όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολογεί " στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο", ισχυρισμούς όμως που αυτός ουδέποτε κατέθεσε, δε δημιουργεί καμία ασάφεια, αφού από τα επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι αυτοτελείς ισχυρισμούς κατέθεσε μόνον ο άνω συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος και σε αυτούς προφανώς αναφέρεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, από παραδρομή σημειώνοντας ότι οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, δ) δεν υπάρχει καμία αντίφαση από την παραδοχή στο αιτιολογικό του, ως ψευδώς βεβαιωθέντος γεγονότος, της μόνιμης κατοικίας του άνω συγκατηγορουμένου επί διετία στο χωρίο ... και της αναφοράς στο διατακτικό ότι και ο άνω συγκατηγορούμενος είχε υποβάλει στο ΑΣΕΠ υπεύθυνη δήλωση στην οποία επισύναψε μεταξύ άλλων δικαιολογητικών και την αναφερόμενη ψευδή βεβαίωση του Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου ..., όπου "ανακριβώς" φέρεται κάτοικος ... πλέον της διετίας. Ήτοι δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν στα συντασσόμενα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρισθεί το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3841/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... Δήμου Κιλκίς, καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό, για ψευδή βεβαίωση περί μονίμου κατοικίας επί διετία, του για ηθική αυτουργία στη ψευδή αυτή βεβαίωση συγκατηγορουμένου του Χ2. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, πλην άλλων και τα εξής έγγραφα που ρητά αναφέρει: α) την 258/12-1-1999 απόφαση του Δημάρχου Κιλκίς, δυνάμει της οποίας είχε εξουσιοδοτηθεί ο κατηγορούμενος να υπογράφει βεβαιώσεις μονίμου κατοικίας, προκύπτουσας από αυτή της αρμοδιότητας του αναιρεσείοντος να εκδίδει τέτοιες βεβαιώσεις, β) την 1711/2003 απόφαση του ΑΣΕΠ, με την οποία αποφασίστηκε η διαγραφή από τον πίνακα επιτυχόντων του επιτυχόντος στο διαγωνισμό της ΑΤΕ ως άνω συγκατηγορουμένου του και απορριφθέντος λόγω χρησιμοποιήσεως της ψευδούς αυτής βεβαιώσεως, γ) το 1725/2003 έγγραφο της Διευθύνσεως Ανθρώπινου Δυναμικού της ΑΤΕ, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην επιλαχούσα στον ίδιο διαγωνισμό της ΑΤΕ πολιτικώς ενάγουσα Ψ η διαγραφή από τους πίνακες του Χ2 λόγω χρησιμοποιήσεως του άνω ψευδούς στοιχείου και ο διορισμός αυτής στην ΑΤΕ και δ) οκτώ υπεύθυνες δηλώσεις. Aπό τα πρακτικά της ιδίας αποφάσεως δεν προκύπτει ότι, μεταξύ των 132 εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, συμπεριλαμβάνονται και τα παραπάνω τρία πρώτα έγγραφα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο. Όμως, α) η άνω 258/1999 απόφαση του Δημάρχου Κιλκίς, αποτελεί στοιχείο της εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορίας, περιλαμβάνεται ρητά σε αυτή, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος και είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει το περιεχόμενου του εγγράφου αυτού, β) τα λοιπά δύο έγγραφα δεν αναφέρονται μεν αυτά ως αναγνωσθέντα, ούτε και στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης που αναγνώσθηκαν, όμως προκύπτει και μάλιστα κατά τρόπο σαφή και πλήρη το περιεχόμενό τους, δηλαδή το γεγονός της απολύσεως του κατηγορουμένου από την ΑΤΕ και της προσλήψεως στη θέση του της πολιτικώς ενάγουσας, από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά και έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, από την απολογία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και από τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα, το με αριθμό 9493/2003 του ΑΣΕΠ προς το Δήμο Κιλκίς περί ανακλήσεως της ψευδούς βεβαιώσεως και τις 90/7233/2003, 203/2003 και 18866/2003 αποφάσεις του Δημάρχου Κιλκίς. Όσον αφορά τις, με αύξοντα αριθμό 41 αναγνωσθείσες στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, "οκτώ υπεύθυνες δηλώσεις", από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης 219, 237/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς (σελ. 15-16), σαφώς προκύπτει ότι οι δηλώσεις αυτές είναι έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους κατηγορουμένους και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, προσδιορίστηκε ειδικότερα έτσι η ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους και έλαβαν πλήρως γνώση τούτων οι συνήγοροι των δύο κατηγορουμένων, ο συνήγορος μάλιστα του συγκατηγορουμένου Χ2, υπέβαλε αίτημα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, "να κληθούν όλοι αυτοί των υπευθύνων δηλώσεων για να καταθέσουν αν όντως ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ή όχι κάτοικος ...". Άρα οι άνω αναγνωσθείσες οκτώ υπεύθυνες δηλώσεις, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν πλήρως γνωστές ως προς την ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους, στον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα και στο συνήγορό του, ο οποίος και μπορούσε να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαίωμά του. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητας της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2009 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 3841/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση μόνιμης κατοικίας (242 § 1 ΠΚ). 1) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. 2) Απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος απόλυτης ακυρότητας λόγω λήψεως υπόψη 3 μη αναγνωσθέντων εγγράφων και λόγω αοριστίας ταυτότητας αναγνωσθεισών 8 Υπευθύνων Δηλώσεων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 141/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουλοχέρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SANOFI - AVENTIS Α.Ε.Β.Ε.", ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "AVENTIS PHARMA Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών Προϊόντων Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..., Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Θεοδόση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3643/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τα άρθρα 669 § 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την " AVENTIS PHARMA Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία φαρμακευτικών προϊόντων ΑΕΒΕ" στις ...2003 με έγγραφη σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στη θέση του ιατρικού επισκέπτη ως χημικός βιολόγος. Μετά τη βασική της εκπαίδευση επί δίμηνο περίπου εντάχθηκε στην καρδιολογική ομάδα μαζί με τους... και ...υπό τον Π1. Ο τελευταίος ως προϊστάμενός της την ενθάρρυνε δίνοντάς της τα ευκολότερα θεωρούμενα νοσοκομεία, τα οποία καλύπτονταν επί πολλά έτη από έμπειρους επισκέπτες της εταιρείας και έτσι ήταν ευκολότερη η πρόσβαση των ιατρικών επισκεπτών ( όπως Α. Φλέμινγκ, Ελπίς, ΚΑΤ κλπ) και τη συνόδευσε πολλές φορές για να τη συστήσει στους ιατρούς. Η ενάγουσα απέφευγε να αποκτήσει το απαιτούμενο επίπεδο επιστημονικής ενημέρωσης, να συμμορφωθεί στις υποδείξεις του προϊσταμένου της στην τεχνική της ενημέρωσης των ιατρών, να του μεταφέρει τυχόν προβλήματα που παρουσιάστηκαν, να τον ενημερώνει για τις ανταγωνιστικές εργασίες του κλάδου της. Παρότι όμως η εκκαλούσα επιβαρύνθηκε περαιτέρω με την παροχή σ' αυτήν μπόνους, το οποίο συνιστά οικειοθελή παροχή και δεν προκύπτει υποχρέωση της εργοδότριας προς καταβολή του ως και την αύξηση κατά 10% των αποδοχών της που διαμορφώθηκαν σε 1200 ευρώ μετά τη θετική αξιολόγηση που της έκανε ο προϊστάμενός της για την απόδοσή της το έτος 2003, η ενάγουσα δεν κατάφερε να ενσωματωθεί στη λογική της λειτουργίας της καρδιολογικής ομάδας, σχολίαζε και έκανε αρνητική κριτική για τη συμπεριφορά του προϊσταμένου της και κρατούσε υπεροπτική στάση απέναντί του, αρνούμενη να τον ενημερώνει καθημερινά παρά τις συνεχείς προτροπές του. Ενόψει και της συγχωνεύσεως της εργοδότριας με τη φαρμακευτική εταιρεία ..., η οποία την εξαγόρασε τελικώς, ο Π1 ζήτησε από τον προϊστάμενό του Π2 να μετακινήσει την ενάγουσα σε άλλη θέση. Στα τέλη Νοεμβρίου 2004, όταν ολοκληρώθηκε το νέο οργανόγραμμα, η καρδιολογική ομάδα καταργήθηκε και ο Διευθυντής πωλήσεων ζήτησε από την ενάγουσα να παρέχει από τον Ιανουάριο του 2005 τις υπηρεσίες της υπό τον ... κοντά στο σπίτι της σε νοσοκομείο των βόρειων προαστίων , εκείνη όμως αρνήθηκε θυμωμένη. Στις 9-12-2004 η εργοδότρια κάλεσε την ενάγουσα και της ζήτησε να λυθεί η σύμβαση εργασίας της. Η ενάγουσα, στη συνέχεια, επέδωσε στις 16-12-2004 εξώδικο στο οποίο ουδέν αναφέρει για σεξουαλική παρενόχληση αλλά ζητάει να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της και σε περίπτωση που επιμείνουν στην απόλυσή της τους προσφέρει το αυτοκίνητό της που απέκτησε με δανειοδότηση από την εκκαλούσα. Στις 20-12-2004 η πρώτη εκκαλούσα με εξώδικη δήλωση- πρόσκληση που επέδωσε στην ενάγουσα κατάγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας και προσέφερε τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Με τα δεδομένα αυτά η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη και καταχρηστική, εφόσον η πρώτη εκκαλούσα με την ενέργειά της αυτή δεν υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αλλά άσκησε το διευθυντικό της δικαίωμα λόγω της δυσαρμονίας των σχέσεων της ενάγουσας με τη λοιπή ομάδα. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ο λόγος της απόλυσης της ενάγουσας δεν ήταν η εμπάθεια και η εκδικητικότητα της εναγομένης κατ' αυτής και ότι η τελευταία ουδέποτε περιήλθε σε υπερημερία, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και , δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και δη κατά το μέρος της που αφορά το σχετικό με πέντε ημέρες της άδειας της έτους 2004 κονδύλιο. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 9 του ν. 3488/2006 ( περί ισότητας των φύλλων και παρενόχλησης - σεξουαλικής παρενόχλησης), αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καταγγελία της σύμβασης της αναιρεσείουσας δεν συνδέεται με σεξουαλική της παρενόχληση, και, ακόμη, δεν παραβίασε με κακή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, δεν παραβίασε ούτε την αρχή της προστασίας της προσωπικότητας (άρθρα 5 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος) και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) (άρθρο 6 παρ.1) και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγους του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ.- Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που παρά την αναφορά του στον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται ως εκ του περιεχομένου του στην πλημμέλεια από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι α) σε σχέση με την απόδειξη της σεξουαλικής παρενόχλησης δεν αναφέρει τίποτε για την κατάθεση στην ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ... και β) σε σχέση με την επαγγελματική της επάρκεια δεν αναφέρει "τους προσκομισθέντες πίνακες (σχετ. 7), "το βιογραφικό της (βλ. βεβαιώσεις υπηρεσίας σχετ. 3 και βεβαιώσεις προϊσταμένου στην εναγομένη Π2 σχετ. 6) και "την αναφορά της". Ο λόγος όμως αυτός, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον στην πρώτη περίπτωση δεν καθορίζεται ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης και στη δεύτερη δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω έγγραφα που αγνοήθηκαν. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα το οποίο αναφέρθηκε στην προηγούμενη αιτιολογία της παρούσας απόφασης, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω απόδειξη γι' αυτά, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση περί αποδείξεων. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναιρέσεως αναφέρεται αποκλειστικά σε δικονομικές ακυρότητες, ήτοι εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία, κυρίως δε τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων και όχι σε ακυρότητα ουσιαστικού δικαίου. Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως που, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο εσφαλμένα δεν διέγνωσε την προφανή παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων και με τη διάγνωση αυτή να κηρύξει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.3643/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταγγελία σύμβασης εργασίας-. Μη παραβίαση των άρθρων 3, 4 και 9 του ν. 3488/2006 (περί ισότητας φύλλων και παρενόχλησης - σεξουαλικής παρενόχλησης) ούτε και του άρθρου 281 ΑΚ.- Μη παραβίαση της αρχής της προστασίας της προσωπικότητας (άρθρα 5 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντ.) και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.- Αόριστος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11ΚΠολΔ.- Απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης αρ. 10 περ. β΄, 14 άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
| null | null | 1
|
Αριθμός 132/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χυ και 2)Ψ συζ. Χ, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 830/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 945/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιδώρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό ..., στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αριθ.125 και 126/9-6-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ, κατοίκου ... και Ψ συζ. Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 830/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα : Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθ. 2007/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι απάτης κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα, από την οποία προέκυψε ζημία ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις υπ' αριθμ.... αντίστοιχες εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1370/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις αυτές. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες την υπ' αριθ.150/ 16-7-2007 κοινή αναίρεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1570/2008 απόφαση (σε Συμβούλιο) του Ζ' ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η οποία ανήρεσε το βούλευμα αυτό και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου Εφετών, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, το οποίο με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 830/2009 βούλευμά του απέρριψε κατ' ουσία τις υπ' αριθ.4009 και 551/2006 αντίστοιχες εφέσεις των αναιρεσειόντων, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα και χαρακτήρισε την πράξη των ως απάτη από κοινού, από την οποία προέκυψε ζημία ιδιαίτερα μεγάλη που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 § 1 β και 3β Π.Κ). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, αφού ασκήθηκαν από τον νομίμως εξουσιοδοτηθέντα γι' αυτό δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα στις 9-6-2009 ενώπιον Γραμματέα του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών και η επίδοση σ' αυτόν, ως αντίκλητο, του προσβαλλομένου βουλεύματος, έγινε στις 11 - 6 - 2009 και 5 - 6 - 2009 αντίστοιχα. Περιέχουν δε οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 386 §§ 1β και 3β Π.Κ. και της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά το άρθρο 386 §§ 1β και 3β του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)...ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000€). Εξ' άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1στ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 656/2007 Π. Χρ. ΝΗ/1150 και ΑΠ 570/2007 Π. Χρ. ΝΗ/139). Ακόμη κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής ουσιαστικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 830/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση της παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ότι από την διενεργηθείσα και νομότυπα περατωθείσα κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των εκκαλούντων κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος εκκαλών και ο πατέρας του ... στις 8-1-1976 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ καν Σια ΟΕ", με έδρα την ..., εκπρόσωπο και διαχειριστή τον πρώτο εκκαλούντα και σκοπό την εκμετάλλευση βιοτεχνίας γυναικείων εσωρούχων. Στις 11-3-1985 εισήλθε στην εταιρεία αυτή, ως ομόρρυθμος εταίρος, η δευτέρα εκκαλούσα, σύζυγος του πρώτου εκκαλούντος, στην οποία (δεύτερη εκκαλούσα) ο Χ μετεβίβασε την εταιρική του μερίδα, ανερχόμενη σε ποσοστό 5% επί του εταιρικού κεφαλαίου απεχώρησε δε από την εταιρεία ο τελευταίος (η συμμετοχή του πρώτου διατηρήθηκε στο ποσοστό 95% επί του εταιρικού κεφαλαίου). Με την από 28-1-1994 τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την κατασκευή και εμπορία ανδρικών και παιδικών ενδυμάτων, διενέργεια εισαγωγών, εξαγωγών, αγορά και μεταπώληση εμπορευμάτων τρίτων, ενώ με την από 25-2-1997 τροποποίηση ορίσθηκε ότι διευθυντές, διαχειριστές, ταμίες και εκπρόσωποι της εταιρείας θα είναι και οι δύο ομόρρυθμοι εταίροι, οι οποίοι θα μπορούν να ενεργούν μεμονωμένως τις πράξεις εκπροσώπησης και διαχείρισης της εταιρείας και να δεσμεύουν την εταιρεία με την υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 3-10-2000 απόσπασμα πρακτικών αυτόκλητης συνέλευσης εταίρων, αμφότεροι οι εκκαλούντες εξουσιοδότησαν τον πρώτο εκκαλούντα, εκπροσωπώντας την εταιρεία, να υπογράψει σύμβαση factoring με την εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΉ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ". Ακολούθως στις 6-10-2000 μεταξύ των εκπροσώπων της εγκαλούσας εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", αφενός και της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ" αφετέρου συνήφθη η με αριθ. 359/2000 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (Factoring), σύμφωνα με την οποία ανατέθηκε στην εγκαλούσα εταιρεία, κατ' αποκλειστικότητα, έναντι αμoιβής, η διαχείρηση παρακολούθηση και είσπραξη του συνόλου των βραχυπροθέσμων επιχειρηματικών απαιτήσεων της εταιρείας των εκκαλούντων έναντι όλων των πελατών της, που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα ή σε χώρες της αλλοδαπής. Έτσι η εγκαλούσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τον πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας του πελάτη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, καθώς και τη χρηματοδότηση της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ" με χορήγηση προκαταβολών έναντι απαιτήσεων ή με προεξόφληση τέτοιων απαιτήσεων. Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης οι εκκαλούντες εκχώρησαν στην εγκαλούσα εταιρεία τις απαιτήσεις της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ" παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι οφείλεται από την εδρεύουσα στην ... εταιρεία με την επωνυμία "ARCADIA GROUP BRAND LTD", συνολικό ποσό 322.236 λιρών Αγγλίας, σύμφωνα με τα κάτωθι τιμολόγια: Τιμολόγιο ... ποσού 22.656 GBP (λίρες Αγγλίας). Τιμολόγιο ... ποσού 28.320 Τιμολόγιο ... ποσού 11.904 Τιμολόγιο ... ποσού 8.928 Τιμολόγιο ... ποσού 8.92S Τιμολόγιο ... ποσού 7.200 Τιμολόγιο ... ποσού 7.488 Τιμολόγιο ... ποσού 8.496 Τιμολόγιο ... ποσού 10.195,20 Τιμολόγιο ... ποσού 4.320 Τιμολόγιο ... ποσού 1.416 Τιμολόγιο ... ποσού 4.248 Τιμολόγιο ... ποσού 7.080 Τιμολόγιο ... ποσού 7·080 Τιμολόγιο ... ποσού 4.248 Τιμολόγιο ... ποσού 7.200 Τιμολόγιο ... ποσού 3.456 Τιμολόγιο ...ποσού 4.320 Τιμολόγιο ... ποσού 7.440 Τιμολόγιο ... ποσού 5.952 Τιμολόγιο ... ποσού 5.952 Τιμολόγιο ... ποσού 5·760 Τιμολόγιο ... ποσού 2.832 Τιμολόγιο ... ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 4.896 Τιμολόγιο ... ποσού 6.528 Τιμολόγιο ...ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 4.464 Τιμολόγιο ... ποσού 4.464 Τιμολόγιο ... ποσού 5.760 Τιμολόγιο ... ποσού 5·760 Τιμολόγιο ... ποσού 2.880 Τιμολόγιο ...ποσού 4.248 Τιμολόγιο ... ποσού 6.230,40 Τιμολόγιο ...2 ποσού 5·947,20 Τιμολόγιο ... ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 4.896 Τιμολόγιο ... ποσού 5.760 Τιμολόγιο ... ποσού 4.320 Τιμολόγιο ... ποσού 4.761,60 Τιμολόγιο ... ποσού 5.356,80 Τιμολόγιο ... ποσού 6.513,60 Τιμολόγιο ... ποσού 6.088,80 Τιμολόγιο ... ποσού 5·380,80 Τιμολόγιο ... ποσού 5.472 Τιμολόγιο ... ποσού 6.048 Τιμολόγιο ... ποσού 4·752 Τιμολόγιο ... ποσού 5.803,20 Η εγκαλούσα εταιρεία για την πληρωμή των εκχωρουμένων σ' αυτήν απαιτήσεων απευθύνθηκε κατά τα συμφωνηθέντα στην εταιρεία "EUROFACTOR LTD", ως ανταποκριτή της πράκτορα της χώρας του εισαγωγέα των προϊόντων (πράκτορας εισαγωγής), και ζήτησε πληροφορίες για τη φερεγγυότητα του εισαγωγέα, δηλαδή της εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD". Όταν η "EUROFACTOR LTD" διαβεβαίωσε την εγκαλούσα για τη φερεγγυότητα της "ARCADIA GROUP BRAND LTD" και ανέλαβε την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου, ύψους 300.000 λιρών Αγγλίας και την είσπραξη της απαίτησης, η εγκαλούσα, πεισθείσα ότι η εταιρεία "Χ και Σια ΟΕ" είχε συμβληθεί με την εταιρεία "ARCADIA GROUP BRAND LTD ", χρηματοδότησε την εταιρεία που εκπροσωπούν οι εκκαλούντες προκαταβάλλοντας το 80% της αξίας των ανωτέρω τιμολογίων, δηλαδή ποσό 257.788,80 λιρών Αγγλίας. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 12-7-2002 η "EUROFACTOR LTD" ενημέρωσε την εγκαλούσα εταιρεία ότι ο πραγματικός πελάτης της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ" δεν ήταν η "ARCADIA GROUP BRAND LTD", για τη φερεγγυότητα της οποίας είχε εγγυηθεί, αλλά η εταιρεία με την επωνυμία "IBM LTD", η οποία ως αντισυμβαλλομένη της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ" παραγγέλλει τα προϊόντα και καταβάλλει τις πληρωμές, στη συνέχεια δε προμηθεύει την "ARCADIA GROUP BRAND LTD ", με την οποία απλώς συνεργάζεται, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους σχέση θυγατρικής προς μητρική εταιρεία. Περαιτέρω η εγκαλούσα εταιρεία ενημερώθηκε από την εταιρεία "EUROFACTOR LTD" ότι η εταιρεία "Χ και Σια ΟΕ" έλαβε εντολή από την εταιρεία "IBM LTD" να αποστείλει τα προϊόντα απευθείας στην "ARCADIA GROUP BRAND LTD" και έτσι εξηγείται το γεγονός της έκδοσης των τιμολογίων στο όνομα της τελευταίας ("ARCADIA GROUP BRAND LTD"). Κατόπιν τούτου η εταιρεία "EUROFACTOR LTD" απέσυρε την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου και αρνήθηκε να προβεί στην είσπραξη των απαιτήσεων για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, αφού ο φερόμενος ως πελάτης δεν ήταν υπόχρεος προς πληρωμή των τιμολογίων. Η εγκαλούσα εταιρεία με τις από 15-7-2002 και 16-7-2002 επιστολές της προς την εταιρεία "Χ και Σια OE" ενημέρωσε αυτήν για τα διαπιστωθέντα και την κάλεσε να διευθετήσει την οφειλή της για τα τιμολόγια, για τα οποία είχε λάβει, προκαταβολή από την εγκαλούσα. Οι εκκαλούντες δεν αρνήθηκαν την οφειλή της εταιρείας "Χ και Χια ΟΕ", κατέβαλαν ένα μέρος αυτής, ενώ, σχετικά με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 220.900 Αγγλικών λιρών, με την από 24-2-2003 επιστολή τους προς την εγκαλούσα πρότειναν σχέδιο αποπληρωμή της οφειλής τους, παράλληλα δε με την από 31-3-2003 επιστολή τους προς αυτή ζήτησαν την μετατροπή σε Ευρώ του οφειλομένου ποσού των 220.900 λιρών. Έτσι το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό μετετράπη στο ποσό των 321.778,42 Ευρώ και ακολούθως υπεγράφη το από 7-4-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εγκαλούσας εταιρείας και της εταιρείας "Χκαι Σια ΟΕ", με το οποίο συμφωνήθηκε η τμηματική καταβολή του οφειλομένου ποσού, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης στις 31-12-2003. Πλην όμως σε ουδεμία καταβολή προέβησαν και μέχρι και σήμερα οφείλεται το ανωτέρω ποσό. Οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους και στις εφέσεις τους αρνούνται την πράξη για την οποία κατηγορούνται, ισχυριζόμενοι ο μεν πρώτος ότι η εταιρεία "IBM LTD " ήταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD", γεγονός που γνώριζε η εγκαλούσα, και ότι εν πάση περιπτώσει πρόκειται για αστική διαφορά, η δε δεύτερη ότι η συμμετοχή της στην εταιρεία ήταν τυπική, ουδεμία συμμετοχή είχε στην ανωτέρω πράξη, ενώ διαχειριστής και εκπρόσωπος ήταν ο αποκλειστικά ο πρώτος εκκαλών, με τον οποίο από την άνοιξη του έτους 2001 τελεί σε διάσταση. Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Συγκεκριμένα εάν δεν είχε γίνει η ως άνω παράσταση των ψευδών γεγονότων, η εγκαλούσα δεν θα προέβαινε στην προκαταβολή στην εταιρεία που εκπροσωπούν οι εκκαλούντες μέρους της αξίας των τιμολογίων, ύψους 80% και έτσι δεν θα επέρχονταν η προαναφερθείσα βλάβη στην περιουσία της. Επίσης από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του πρώτου εκκαλούντος περί του ότι η εταιρεία "IBM LTD " ήταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD". Εξάλλου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός της δευτέρας εκκαλούσας περί μη ουσιαστικής της ανάμιξης στα της εταιρείας, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και το γεγονός ότι η από 6-10-2000 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) έχει υπογραφεί από αμφότερους τους εκκαλούντες ως νομίμους εκπροσώπους της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων, πλην όμως δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη περίπτωση το στοιχείο της υποδομής, δεδομένου ότι δεν διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι η εταιρεία που εκπροσωπούν οι εκκαλούντες έχει οργανωθεί από αυτούς έτσι, ώστε κάτω από νομιμοφανή αιτία, να αποβλέπει στην τέλεση αξιοποίνων πράξεων με απώτερο σκοπό τον πορισμό εισοδήματος.
Συνεπώς δεν συντρέχει η διακεκριμένη μορφή απάτης του άρθρου 386&3 α) Π.Κ., αλλά μόνο αυτή της περ. β της αυτής παραγράφου του άρθρου 386 Π.Κ., δεδομένου ότι το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Κατόπιν τούτου θα πρέπει η πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως απάτη από κοινού, από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών σε σχέση με την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη, διέλαβε στο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία ορθώς υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 §§1β και 3β του Π.Κ. και οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο να δικασθούν για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Δεν ήταν δε αναγκαία η αναφορά του Συμβουλίου και στα απολογητικά υπομνήματα των αναιρεσειόντων αφού αυτά μνημονεύονται στις απολογίες τους οι οποίες ως σύνολο μετ' αυτών ελήφθησαν υπόψη.
Συνεπώς οι αντίθετοι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα και της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 386§§1β και 3β Π.Κ., είναι αβάσιμοι και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ως ουσία αβάσιμες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).Να απορριφθεί δε το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθ' όσον με το περιεχόμενο της αναίρεσής τους, πλήρως εξέθεσαν τις απόψεις τους και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ' ουσία οι υπ' αριθ. 125 και 126/9-6-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων Χ και Ψ συζ. Χ, κατά του υπ' αριθ. 830/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα και Β) Να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Αθήνα 2-9-2009 Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθ. εκθ. 125,126/9-6-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά του ιδίου με αριθ. 830/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, μετ'αναίρεση προηγούμενου απορριπτικού βουλεύματος, απορρίφθηκε και πάλι κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά του 2007/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικυρώθηκε το πρωτόδικο αυτό βούλευμα, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν σε βαθμό κακουργήματος, για απάτη από κοινού, με σκοπό οφέλους ποσού υπερβαίνοντος τις 73.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές. ( άρθρα 482 περ. α, 484 ΚΠοινΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη. και 3) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 386 ΠΚ όπως αντικ. με το αρθ. 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Είναι όμως επιβεβλημένη η λήψη υπόψη υπό του δικαστηρίου και συνεκτίμηση, όλων των αποδεικτικών μέσων και προκειμένου περί εγγράφων, όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν και όχι ορισμένων μόνον από αυτά, κατά παράλειψη άλλων. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 830/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό Εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : "Ο πρώτος εκκαλών και ο πατέρας του ... στις 8-1-1976 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ καν Σία ΟΕ", με έδρα την ..., εκπρόσωπο και διαχειριστή τον πρώτο εκκαλούντα και σκοπό την εκμετάλλευση βιοτεχνίας γυναικείων εσωρούχων. Στις 11-3-1985 εισήλθε στην εταιρεία αυτή, ως ομόρρυθμος εταίρος, η δευτέρα εκκαλούσα, σύζυγος του πρώτου εκκαλούντος, στην οποία (δεύτερη εκκαλούσα) ο Χ μετεβίβασε την εταιρική του μερίδα, ανερχόμενη σε ποσοστό 5% επί του εταιρικού κεφαλαίου απεχώρησε δε από την εταιρεία ο τελευταίος (η συμμετοχή του πρώτου διατηρήθηκε στο ποσοστό 95% επί του εταιρικού κεφαλαίου). Με την από 28-1-1994 τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρείας τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την κατασκευή και εμπορία ανδρικών και παιδικών ενδυμάτων, διενέργεια εισαγωγών, εξαγωγών, αγορά και μεταπώληση εμπορευμάτων τρίτων, ενώ με την από 25-2-1997 τροποποίηση ορίσθηκε ότι διευθυντές, διαχειριστές, ταμίες και εκπρόσωποι της εταιρείας θα είναι και οι δύο ομόρρυθμοι εταίροι, οι οποίοι θα μπορούν να ενεργούν μεμονωμένως τις πράξεις εκπροσώπησης και διαχείρισης της εταιρείας και να δεσμεύουν την εταιρεία με την υπογραφή τους κάτω από την εταιρική επωνυμία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το από 3-10-2000 απόσπασμα πρακτικών αυτόκλητης συνέλευσης εταίρων, αμφότεροι οι εκκαλούντες εξουσιοδότησαν τον πρώτο εκκαλούντα, εκπροσωπώντας την εταιρεία, να υπογράψει σύμβαση factoring με την εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ". Ακολούθως στις 6-10-2000 μεταξύ των εκπροσώπων της εγκαλούσας εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ", αφενός και της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ" αφετέρου συνήφθη η με αριθ. 359/2000 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (Factoring), σύμφωνα με την οποία ανατέθηκε στην εγκαλούσα εταιρεία, κατ' αποκλειστικότητα, έναντι αμoιβής, η διαχείρηση παρακολούθηση και είσπραξη του συνόλου των βραχυπροθέσμων επιχειρηματικών απαιτήσεων της εταιρείας των εκκαλούντων έναντι όλων των πελατών της, που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα ή σε χώρες της αλλοδαπής. Έτσι η εγκαλούσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει τον πιστωτικό κίνδυνο σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας του πελάτη να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, καθώς και τη χρηματοδότηση της εταιρείας "Χ και Σια ΟΕ" με χορήγηση προκαταβολών έναντι απαιτήσεων ή με προεξόφληση τέτοιων απαιτήσεων. Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης οι εκκαλούντες εκχώρησαν στην εγκαλούσα εταιρεία τις απαιτήσεις της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ" παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι οφείλεται από την εδρεύουσα στην ... εταιρεία με την επωνυμία "ARCADIA GROUP BRAND LTD", συνολικό ποσό 322.236 λιρών Αγγλίας, σύμφωνα με τα κάτωθι τιμολόγια:
Τιμολόγιο ... ποσού 22.656 GBP (λίρες Αγγλίας).
Τιμολόγιο ... ποσού 28.320 Τιμολόγιο ... ποσού 11.904 Τιμολόγιο ... ποσού 8.928 Τιμολόγιο ... ποσού 8.92S Τιμολόγιο ... ποσού 7.200 Τιμολόγιο ... ποσού 7.488 Τιμολόγιο ... ποσού 8.496 Τιμολόγιο ... ποσού 10.195,20 Τιμολόγιο ... ποσού 4.320 Τιμολόγιο ... ποσού 1.416 Τιμολόγιο ... ποσού 4.248 Τιμολόγιο ... ποσού 7.080 Τιμολόγιο ... ποσού 7·080 Τιμολόγιο ... ποσού 4.248 Τιμολόγιο ... ποσού 7.200 Τιμολόγιο ... ποσού 3.456 Τιμολόγιο ... ποσού 4.320 Τιμολόγιο ... ποσού 7.440 Τιμολόγιο ... ποσού 5.952 Τιμολόγιο ... ποσού 5.952 Τιμολόγιο ... ποσού 5·760 Τιμολόγιο ... ποσού 2.832 Τιμολόγιο ... ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 4.896 Τιμολόγιο ... ποσού 6.528 Τιμολόγιο ... ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 4.464 Τιμολόγιο ... ποσού 4.464 Τιμολόγιο ...ποσού 5.760 Τιμολόγιο ... ποσού 5·760 Τιμολόγιο ... ποσού 2.880 Τιμολόγιο ... ποσού 4.248 Τιμολόγιο ... ποσού 6.230,40 Τιμολόγιο ... ποσού 5·947,20 Τιμολόγιο ...2 ποσού 5.664 Τιμολόγιο ... ποσού 4.896 Τιμολόγιο ... ποσού 5.760 Τιμολόγιο ... ποσού 4.320 Τιμολόγιο ... ποσού 4.761,60 Τιμολόγιο ... ποσού 5.356,80 Τιμολόγιο ... ποσού 6.513,60 Τιμολόγιο ... ποσού 6.088,80 Τιμολόγιο ...ποσού 5·380,80 Τιμολόγιο ... ποσού 5.472 Τιμολόγιο ... ποσού 6.048 Τιμολόγιο ...ποσού 4·752 Τιμολόγιο ... ποσού 5.803,20 Η εγκαλούσα εταιρεία για την πληρωμή των εκχωρουμένων σ' αυτήν απαιτήσεων απευθύνθηκε κατά τα συμφωνηθέντα στην εταιρεία "EUROFACTOR LTD", ως ανταποκριτή της πράκτορα της χώρας του εισαγωγέα των προϊόντων (πράκτορας εισαγωγής), και ζήτησε πληροφορίες για τη φερεγγυότητα του εισαγωγέα, δηλαδή της εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD". Όταν η "EUROFACTOR LTD" διαβεβαίωσε την εγκαλούσα για τη φερεγγυότητα της "ARCADIA GROUP BRAND LTD" και ανέλαβε την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου, ύψους 300.000 λιρών Αγγλίας και την είσπραξη της απαίτησης, η εγκαλούσα, πεισθείσα ότι η εταιρεία "... και Σία ΟΕ" είχε συμβληθεί με την εταιρεία "ARCADIA GROUP BRAND LTD ", χρηματοδότησε την εταιρεία που εκπροσωπούν οι εκκαλούντες προκαταβάλλοντας το 80% της αξίας των ανωτέρω τιμολογίων, δηλαδή ποσό 257.788,80 λιρών ....
Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 12-7-2002 η "EUROFACTOR LTD" ενημέρωσε την εγκαλούσα εταιρεία ότι ο πραγματικός πελάτης της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ" δεν ήταν η "ARCADIA GROUP BRAND LTD", για τη φερεγγυότητα της οποίας είχε εγγυηθεί, αλλά η εταιρεία με την επωνυμία "IBM LTD", η οποία ως αντισυμβαλλομένη της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ" παραγγέλλει τα προϊόντα και καταβάλλει τις πληρωμές, στη συνέχεια δε προμηθεύει την "ARCADIA GROUP BRAND LTD ", με την οποία απλώς συνεργάζεται, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους σχέση θυγατρικής προς μητρική εταιρεία. Περαιτέρω η εγκαλούσα εταιρεία ενημερώθηκε από την εταιρεία "EUROFACTOR LTD" ότι η εταιρεία "Χ και Σία ΟΕ" έλαβε εντολή από την εταιρεία "IBM LTD" να αποστείλει τα προϊόντα απευθείας στην "ARCADIA GROUP BRAND LTD" και έτσι εξηγείται το γεγονός της έκδοσης των τιμολογίων στο όνομα της τελευταίας ("ARCADIA GROUP BRAND LTD"). Κατόπιν τούτου η εταιρεία "EUROFACTOR LTD" απέσυρε την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου και αρνήθηκε να προβεί στην είσπραξη των απαιτήσεων για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, αφού ο φερόμενος ως πελάτης δεν ήταν υπόχρεος προς πληρωμή των τιμολογίων. Η εγκαλούσα εταιρεία με τις από 15-7-2002 και 16-7-2002 επιστολές της προς την εταιρεία "Χ και Σια OE" ενημέρωσε αυτήν για τα διαπιστωθέντα και την κάλεσε να διευθετήσει την οφειλή της για τα τιμολόγια, για τα οποία είχε λάβει, προκαταβολή από την εγκαλούσα. Οι εκκαλούντες δεν αρνήθηκαν την οφειλή της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ", κατέβαλαν ένα μέρος αυτής, ενώ, σχετικά με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 220.900 Αγγλικών λιρών, με την από 24-2-2003 επιστολή τους προς την εγκαλούσα πρότειναν σχέδιο αποπληρωμή της οφειλής τους, παράλληλα δε με την από 31-3-2003 επιστολή τους προς αυτή ζήτησαν την μετατροπή σε Ευρώ του οφειλομένου ποσού των 220.900 λιρών. Έτσι το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό μετετράπη στο ποσό των 321.778,42 Ευρώ και ακολούθως υπεγράφη το από 7-4-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εγκαλούσας εταιρείας και της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ", με το οποίο συμφωνήθηκε η τμηματική καταβολή του οφειλομένου ποσού, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης στις 31-12-2003. Πλην όμως σε ουδεμία καταβολή προέβησαν και μέχρι και σήμερα οφείλεται το ανωτέρω ποσό. Οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους και στις εφέσεις τους αρνούνται την πράξη για την οποία κατηγορούνται, ισχυριζόμενοι ο μεν πρώτος ότι η εταιρεία "IBM LTD " ήταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD", γεγονός που γνώριζε η εγκαλούσα, και ότι εν πάση περιπτώσει πρόκειται για αστική διαφορά, η δε δεύτερη ότι η συμμετοχή της στην εταιρεία ήταν τυπική, ουδεμία συμμετοχή είχε στην ανωτέρω πράξη, ενώ διαχειριστής και εκπρόσωπος ήταν ο αποκλειστικά ο πρώτος εκκαλών, με τον οποίο από την άνοιξη του έτους 2001 τελεί σε διάσταση. Πλην όμως οι ισχυρισμοί αυτοί των εκκαλούντων δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Συγκεκριμένα εάν δεν είχε γίνει η ως άνω παράσταση των ψευδών γεγονότων, η εγκαλούσα δεν θα προέβαινε στην προκαταβολή στην εταιρεία που εκπροσωπούν οι εκκαλούντες μέρους της αξίας των τιμολογίων, ύψους 80% και έτσι δεν θα επέρχονταν η προαναφερθείσα βλάβη στην περιουσία της. Επίσης από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του πρώτου εκκαλούντος περί του ότι η εταιρεία "IBM LTD " ήταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD". Εξάλλου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός της δευτέρας εκκαλούσας περί μη ουσιαστικής της ανάμιξης στα της εταιρείας, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και το γεγονός ότι η από 6-10-2000 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) έχει υπογραφεί από αμφότερους τους εκκαλούντες ως νομίμους εκπροσώπους της εταιρείας "Χ και Σία ΟΕ".
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων, πλην όμως δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη περίπτωση το στοιχείο της υποδομής, δεδομένου ότι δεν διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι η εταιρεία που εκπροσωπούν οι εκκαλούντες έχει οργανωθεί από αυτούς έτσι, ώστε κάτω από νομιμοφανή αιτία, να αποβλέπει στην τέλεση αξιοποίνων πράξεων με απώτερο σκοπό τον πορισμό εισοδήματος.
Συνεπώς δεν συντρέχει η διακεκριμένη μορφή απάτης του άρθρου 386 & 3 α)Π.Κ., αλλά μόνο αυτή της περ. β της αυτής παραγράφου του άρθρου 386 Π.Κ., δεδομένου ότι το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ. Κατόπιν τούτου θα πρέπει η πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, να χαρακτηρισθεί ως απάτη από κοινού, από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ".
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε κατ'ουσία τις εφέσεις των δύο κατηγορουμένων κατά του πρωτοβαθμίου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμά του με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, για το οποίο παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι σύζυγοι, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1, 3 β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, α) αναφέρονται ποίες ήσαν οι ψευδείς παραστάσεις των δύο κατηγορουμένων ομορρύθμων εταίρων - εκπροσώπων της εταιρείας " Χ και Σία ΟΕ", από κοινού ενεργησάντων, προς τους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας, ότι δηλαδή έχουν πραγματική απαίτηση ύψους 322.236 λιρών ...ς από πώληση εμπορευμάτων κατά της αγοράστριας Αγγλικής εταιρείας "ARCADIA GROUP BRAND LTD", βάσει τιμολογίων, με συνέπεια, η εγκαλούσα εταιρεία, μετά από λήψη πληροφοριών για τη φερεγγυότητα της αγοράστριας αυτής εταιρείας, να χρηματοδοτήσει την εταιρεία των κατηγορουμένων με ποσό 257.788,80 λιρών .., καλύπτοντας τον πιστωτικό κίνδυνο και να υπογράψει σύμβαση εκχωρήσεως αναλαβούσα η ιδία, αντί αμοιβής, την είσπραξη της άνω απαιτήσεως, πλην η αλήθεια ήταν ότι αγοράστρια ήταν άλλη μη ελεγθείσα από αυτήν, .. εταιρεία, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να μην εισπράξει κανένα ποσό και να ζημιωθεί κατά το καταβληθέν ποσό, ήδη μετά από καταβολή μέρους, ζημιώθηκε κατά ποσό 220.900 λιρών ..., (μετατραπεισών, κατόπιν εγγράφου συμφωνίας τους στις 7-4-2003, στο οφειλόμενο ακόμη ποσό των 321.778,42 ευρώ), β) αναφέρεται στο παραπεμπτικό και στο προσβαλλόμενο βούλευμα ως παραπάνω η ζημία της εγκαλούσας εταιρείας σε ευρώ και όχι σε λίρες ..., ποσόν υπερβαίνον τις 73.000 ευρώ, γ) αναφέρεται ότι η εγκαλούσα εταιρεία παραπλανήθηκε ως προς την πραγματική αγοράστρια - οφειλέτρια των κατηγορουμένων ... εταιρεία, για την οποία και μόνο έλαβε πληροφορίες για τη φερεγγυότητά της και μετά προέβη σε σύμβαση και χρηματοδότηση και αν γνώριζε την παραπάνω αλήθεια ως προς το πρόσωπο της πραγματικής οφειλέτριας ... εταιρείας, της "IMD LTD", για την οποία δεν είχε πληροφορίες και δεν είχε εγγυήσεις, δε θα συμβαλλόταν με την εταιρεία των κατηγορουμένων με σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων "factoring" και δε θα χρηματοδοτούσε αυτή, δ) από τη μη ειδική αναφορά του βουλεύματος στα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, δε συνάγεται μη συνεκτίμηση και αυτών, αφού αυτά μνημονεύονται στις απολογίες τους, οι οποίες ως σύνολο μετ'αυτών λήφθηκαν ρητά υπόψη.
Συνεπώς, όλοι οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β, δ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως των άρθρων 45 και 386 παρ. 1, 3β του ΠΚ, λόγω ασαφειών και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν.
Το υπό των αναιρεσειόντων υποβαλλόμενο αίτημα, από τη διάταξη του άρθρ. 309 παρ. 2 του ΚοινΔ, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, καίτοι νόμιμο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού οι αναιρεσείοντες εκτενώς και επαρκώς ανέπτυξαν με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και εξέθεσαν τις απόψεις τους για τα κρίσιμα στην υπόθεση στοιχεία και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η εμφάνισή τους στο Συμβούλιο για την παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων επί της ουσίας της κατηγορίας.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων Χ και Ψ συζ. Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 125 και 126/9-6-2009 αιτήσεις των άνω αναιρεσειόντων περί αναιρέσεως του 830/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως αναιρεσειόντων κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική πράξη απάτης - αρθ. 386 § 1, 3β ΠΚ. Απάτη από κοινού, ποσού οφέλους - ζημίας, υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ. Είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. Β΄ και Δ΄ του ΚΠΔ 5 λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 130/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της ΒΤ-1811/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 904/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεως του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ.1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον, αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004 και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής των άνω διατάξεων, εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν· 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του άνω Ν. 2523/1997, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τηνπροσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος στον ..., στις 10-6-2001, καίτοι ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήσαν βεβαιωμένα. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, τα οποία αναλυτικώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει την από 9-5-2002 μήνυση του Προϊσταμένου του Ζ' Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων, καθώς και στο διατακτικό της παρούσας (που περιλαμβάνεται ο πίνακας, αυτός) ηθελημένα δεν κατέβαλε τα ως άνω χρέη τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 36.259,61 ευρώ και αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, τα οποία έχουν καταλογιστεί με την 8/96/2001 καταλογιστική πράξη του Δ/ντη του Ζ' Τελωνείου ... κατά τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ. Όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρότεινε ο κατηγορούμενος, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με βάση την πιο πάνω καταλογιστική πράξη, καταλογίστηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, το συνολικό ποσό των 36.259,61 ευρώ, το οποίο αφορά πολλαπλά τέλη, τέλη χαρτοσήμου πλέον ΟΓΑ επί ΤΧ, δασμούς κλπ φόρους. Δεν δύναται όμως να γίνει επιμερισμός των ως άνω ποσών, δεδομένου ότι η ανάλυσή τους γίνεται για λόγους διευκρινιστικούς και δεν πρόκειται για αυτοτελή ποσά, εις τρόπον ώστε να κριθεί και το αξιόποινο ή όχι των επί μέρους ποσών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/11-9-1997 (βλ. ΑΠ 1300/2008, ΑΠ 1477/2008, ΑΠ 428/2006 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, πρέπει, να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός που πρότεινε ο κατηγορούμενος". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο, για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ειδικότερα του ότι: "Στον ..., στις 10-6-2001, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονταν με δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμένους φόρους: α) τα 2.900 ευρώ, β) τα 5.900 ευρώ, γ) τα 8.800 ευρώ ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: α) τα 5.900 ευρώ, β) τα 8.800 ευρώ και γ) τα 13.500 ευρώ, όπως αναπροσαρμόσθηκε βάσει του Ν. 2943/2001: α) το 1.000.000 δρχ. σε 2.900 ευρώ, β) τα 2.000.000 δρχ. σε 5.900 ευρώ, γ) τα 3.000.000 δρχ. σε 8.800 ευρώ, δ) τα 4.500.000 δρχ. σε 13.500 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου, αναλυτικώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 9-5-2002 μήνυση του προϊσταμένου του Ζ' Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 36.259,61 ευρώ που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις (3) συνεχείς δόσεις για τα παρακάτω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Όμως, η κατά τα άνω, από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουσα αιτιολογία, είναι ασαφής και αντιφατική. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τα προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνιακών Συγκροτημάτων χρέη του, συνολικού ποσού 36.259,61 ευρώ, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ, στο διατακτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων ηθελημένα παραβίασε την προθεσμία καταβολής των άνω χρεών του προς το Δημόσιο, τα οποία ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του άνω Ζ' Τελωνείου και η παραβίαση αυτή "αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις για την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Η αντίφαση αυτή στο διατακτικό, καθιστά ασαφή τον ακριβή χρόνο που τα χρέη του κατηγορουμένου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να καταβληθούν, ήτοι ασαφή την προθεσμία καταβολής που παραβίασε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν ασαφή το χρόνο τελέσεως του άνω εγκλήματος. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής μετά τη δημοσίευση της αναιρούμενης αποφάσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ'αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 § 2 και 509 ΚΠοινΔ είναι τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε βάσιμος (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, φέρεται ότι τελέστηκε στις 10-6-2001 και άρα, αναιρούμενης της αποφάσεως και παρελθόντος μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την οκταετία από της ως άνω τελέσεώς της, υπέκυψε σε παραγραφή. Επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη ΒΤ-1811/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το ότι στον ..., στις 10-6-2001, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ το Ν. 1882/1990, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Ζ' Τελωνείο Ελευθέρων Τελωνιακών Συγκροτημάτων διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, αναλυτικώς αναφερόμενα στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει την από 9-5-2002 μήνυση του προϊσταμένου του άνω Ζ' Τελωνείου, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 36.259,61 ευρώ, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με 23 Ν. 2523/1997 και 34 παρ. 1 Ν.3220/2004. Βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για ασάφεια και αντίφαση και δη διότι το δικαστήριο, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι ο κατηγορούμενος δε κατέβαλε τα προς το Δημόσιο βεβαιωμένα χρέη του, τα οποία ήταν καταβλητέα εφάπαξ, στο διατακτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων ηθελημένα παραβίασε την προθεσμία καταβολής των άνω χρεών του προς το Δημόσιο, τα οποία ήταν βεβαιωμένα και η παραβίαση αυτή "αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις ή καθυστερήσεις για την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Η αντίφαση αυτή στο διατακτικό, καθιστά ασαφή τον ακριβή χρόνο που τα χρέη του κατηγορουμένου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και έπρεπε να καταβληθούν, ήτοι ασαφή την προθεσμία καταβολής που παραβίασε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν ασαφή το χρόνο τελέσεως του άνω εγκλήματος και περαιτέρω ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 128/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη, για αναίρεση της 1200/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 328/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972 μετά και την προσθήκη παραγράφου ... αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, όποιος εκδίδει επιταγή, που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε, όντως αδιαφόρου αν αυτός είναι ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής που εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή ή αν αυτός έγινε κομιστής αυτής, αφού πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος (Ολ. ΑΠ 23 και 24/2007). Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 του ιδίου νόμου η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη και κατά το άρθρο 29 εδαφ. α' και δ' του ιδίου νόμου η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς αφ' ενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των στοιχείων που προβλέπονται από το νόμο επί του εντύπου της επιταγής, υπογραφή του εκδότη στη θέση υπογραφής εκείνου που την εκδίδει, αδιαφόρως του εάν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή. Υποκειμενικώς απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως της έκδοσης δηλαδή επιταγής που είναι ακάλυπτη, αρκούντος του απλού (ή ενδεχόμενου) δόλου και δεν απαιτείται άμεσος δόλος με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Από το συνδυασμό περαιτέρω των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 5960/1933), σαφώς προκύπτει, ότι επιταγή είναι έγκυρη όταν περιέχει α)την ονομασία επιταγή μέσα στο κείμενο, 2)την εντολή προς πληρωμή ορισμένου ποσού, 30το όνομα εκείνου που πρέπει να πληρώσει (πληρωτής), 4)τη σημείωση του τόπου πληρωμής, 5)τη σημείωση της χρονολογίας και του ποσού εκδόσεως της επιταγής και 6)την υπογραφή αυτού που την εκδίδει (εκδότης). Η επιταγή είναι αυστηρά τυπικό αξιόγραφο και γι' αυτό αν λείπει ένα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία, το οποίο δεν είναι από εκείνα που ο νόμος (άρθρ. 2 ν. 5960/1933) καθορίζει ότι μπορούν να λείπουν (τόπος πληρωμής, περισσότεροι τόπος πληρωμής, τόπος εκδόσεως), δεν ισχύει ως επιταγή, δηλαδή η επιταγή είναι άκυρη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το έγκυρο της επιταγής ως στοιχείο του αδίκου της πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από το εάν λήπτης της επιταγής είναι τρίτο πρόσωπο ή εξεδόθη με τη ρήτρα σε διαταγή του ιδίου του εκδότη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωσή της, καθώς και στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής του, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με το ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ. 2α' ΠΚ και τον καταδίκασε σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο Αγρίνιο στις ..., με πρόθεση, εξέδωσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Χ Ο.Ε.Β.Ε" την υπ' αριθμό ... επιταγή, πληρωτέα στην ... Τράπεζα, ποσού 4.000.000 δρχ. (11738,81 ευρώ), που αν και εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα στις ... προς πληρωμή από την εγκαλούσα και νόμιμη κομίστρια αυτής Ψ, δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη. Προηγουμένως το δικαστήριο της ουσίας έκρινε απορριπτέους τους προβληθέντες με έγγραφο σημείωμα που κατατέθηκε στα πρακτικά και αναπτυχθέντες και προφορικώς από το συνήγορο υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ισχυρισμούς για ακυρότητα της άνω επιταγής από το ότι ανεγράφετο στην άνω επιταγή και άλλος λήπτης Ζ σε διαταγή του οποίου είχε εκδοθεί αυτή, στην οποία στη συνέχεια προσετέθη η ρήτρα εμού του ιδίου, υπό την έννοια ότι εξεδίδετο η εν λόγω επιταγή σε διαταγή της εκδότριας εταιρείας Χ ΟΕΒΕ, για λογαριασμό της οποίας υπεγράφη από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, στη θέση του εκδότη, η εν λόγω επιταγή και δεν είχε συναινέσει ο άνω αρχικός λήπτης στην έκδοση της επιταγής σε διαταγή και άλλου ούτε την οπισθογράφησε εκτός από τον ήδη αναιρεσείοντα και ο Ζ, με συνέπεια από αυτήν την άτακτη οπισθογράφηση να μην είναι δυνατό να εξακριβωθεί η ταυτότητα του προσώπου του λήπτη κατά τρόπο αναμφίβολο και να είναι άκυρος ο τίτλος άλλως να απαιτείται η σύμπραξη όλων των περισσοτέρων αναφερομένων ως δικαιούχων αρχικών ληπτών στην οπισθογράφηση της επιταγής για την περαιτέρω νόμιμη κυκλοφορία της και για την άσκηση των δικαιωμάτων από την επιταγή και έτσι να μη νομιμοποιείται η εγκαλούσα. Από όσα ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 5960/1933 για το ότι η επιταγή δύναται να ορισθεί πληρωτέα σε πρόσωπο κατονομαζόμενο με ή χωρίς ρητή ρήτρα σε διαταγή ή με ρήτρα όχι σε διαταγή ή με ρήτρα ισοδύναμη ή πληρωτέα στον κομιστή και ότι η επιταγή χωρίς σημείωση του δικαιούχου ισχύει ως επιταγή στον κομιστή σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η μνεία του ονόματος του λήπτη δεν αναφέρεται στα αναγκαία τυπικά στοιχεία της επιταγής αλλά ανήκει στα δυνητικά στοιχεία της, ότι ο εκδότης μπορεί να ορίσει περισσότερους λήπτες της επιταγής και μάλιστα είτε διαζευτικώς (οπότε ο πληρωτής απαλλάσσεται πληρώνοντας στον έναν από αυτούς, είτε αθροιστικώς (οπότε απαιτείται η από κοινού σύμπραξη όλων για την άσκηση των εκ του τίτλου δικαιωμάτων) και ότι το πρόσωπο του κατανομαζόμενου λήπτη που μπορεί να είναι και ο ίδιος ο εκδότης του τίτλου πρέπει να προκύπτει από το σώμα της επιταγής κατά τρόπο ευδιάκριτο χωρίς να γεννώνται αμφιβολίες ως προς το πρόσωπό του. Από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο, στα πλαίσια ελέγχου του βασίμου των λόγων αναιρέσεως, της επιταγής που είναι στη δικογραφία προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν όλα τα άνω υποχρεωτικά στοιχεία, που κατ' άρθρο 1 ν. 5960/1933 απαιτείται να αναφέρονται για να είναι έγκυρη ως επιταγή και σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να πληρωθεί η επιταγή διαπιστώνεται ότι επρόκειτο για επιταγή με τη ρήτρα σε διαταγή εμού του ιδίου δηλαδή της εταιρείας Χ ΟΕΒΕ, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας υπό την επωνυμία της είχε υπογράψει στη θέση του εκδότη ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, είχαν διαγράψει δε από τον ίδιο τον ήδη αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο οι επί του σώματος της επιταγής εν συνεχεία της ενδείξεως "σε διαταγή" αναγραφόμενες λέξεις "Ζ" διότι αμέσως μετά από τις διαγραφείσες αυτές λέξεις είχε θέσει ο ήδη αναιρεσείων τις λέξεις "εμού του ιδίου" και δίπλα από αυτές την υπογραφή του, προέκυπτε επομένως από τον έλεγχο της επίμαχης επιταγής ότι από τον κατηγορούμενο που είχε υπογράψει ως εκπροσωπών την εταιρεία "Χ ΟΕΒΕ" στη θέση του εκδότη έγινε κατά διόρθωση προσδιορισμός της εκδότριας του τίτλου εταιρείας ως του προσώπου στο οποίο έπρεπε να πληρωθεί η επιταγή καθώς επίσης και ότι οπισθογράφησε στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας υπό την εταιρική επωνυμία της και ότι η εγκαλούσα που είναι η τελευταία που την υπογράφει και εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα στις 2/3/2001 χωρίς να πληρωθεί λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων ήταν νόμιμη κομίστρια της μετά την μεταβίβαση με λευκή οπισθογράφηση της εν λόγω επιταγής από την εταιρεία Χ ΟΕΒΕ, νομίμως εκπροσωπουμένη από τον ήδη αναιρεσείοντα που είχε θέσει την υπογραφή του και στη θέση πρώτης οπισθογράφησης υπό την εταιρική επωνυμία. Είχε ολοκληρωθεί επομένως η έκδοση έγκυρης επιταγής κατά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδομένης στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 79 ν. 5960/1933 και είχε χωρήσει παράδοση του τίτλου ως επιταγής σε διαταγή του εκδότη προς την κομίστρια με λευκή οπισθογράφηση από τον κατηγορούμενο ως νομίμως εκπροσωπούντα την εκδότρια ομόρρυθμη εταιρεία. Διευκρινίζεται δε όπως προκύπτει από όσα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εγκαλούσα εμφάνισε την επιταγή αυτή στην πληρώτρια τράπεζα και ιδία υπέβαλε την έγκληση όσον αφορά την έκδοση της άνω επιταγής που δεν πληρώθηκε αν και εμφανίσθηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα, από το ότι δε αυτή ήταν κάτοχος του σώματος της επιταγής που μεταβιβάσθηκε με λευκή οπισθογράφηση έπεται και ότι ήταν δικαιούχος της επιταγής χωρίς να απαιτείται δήλωση στο σώμα της επιταγής για την περί μεταβιβάσεως βούληση, όπως προκύπτει από όσα ορίζονται στο άρθρο 14 ν. 5960/1933 για την δυνατότητα να μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση επιταγή εκδοθείσα ως πληρωτέα υπέρ κατανομαζομένου προσώπου μετά ή άνευ ρήτρας εις διαταγή, στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου για τον τρόπο οπισθογράφησης και τη δυνατότητα να μη σημειώνεται ο δικαιούχος στον οποίο οπισθογραφείται αρκεί να γράφεται στο οπίσθιο μέρος της επιταγής ή επί προσθέματα και στο άρθρο 17 του ιδίου νόμου για το ότι η οπισθογράφηση μεταβιβάζει πάντα τα εκ της επιταγής δικαιώματα. Συνακόλουθα με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και δεν υπερέβη την εξουσία του δεχόμενο ότι η εγκαλούσα ως νόμιμη κομίστρια αυτής της επιταγής που την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα υπέβαλε την έγκληση για την έκδοση αυτής της ακάλυπτης επιταγής απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος ότι δεν ενομιμοποιείτο στην υποβολή της εγκλήσεως λόγω μη νομίμου θέσεως σε κυκλοφορία της επιταγής αυτής ορθώς δε εφάρμοσε το δικαστήριο την προαναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 5960/1933 στην οποία υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη του ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος ότι ήταν άκυρη η επίμαχη ακάλυπτη επιταγή από το ότι δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί η ταυτότητα του λήπτη κατά τρόπο αναμφίβολο και ότι άλλως έπρεπε να οπισθογραφηθεί αυτή και από τον αναφερόμενο ως λήπτη Ζ για να επάγεται έννομες συνέπειες, καθόσον πέραν του ότι στηριζόταν επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού προέκυπτε σαφώς ότι με την προαναφερθείσα διορθωτική ενυπόγραφη επί του σώματος της επιταγής επέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος προέκυπτε ότι ως λήπτης της επιταγής ορίσθηκε μόνον η εκδότρια αυτής ομόρρυθμη εταιρεία υπό την εταιρική επωνυμία της οποίας είχε τεθεί στη θέση του εκδότη του τίτλου υπογραφή από τον ήδη αναιρεσείοντα ως νόμιμο εκπρόσωπό της δεν αφορούσαν οι ελλείψεις και τα αναφερόμενα ελαττώματα σε τυπικά στοιχεία της επιταγής από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ότι δεν μπορούν να λείπουν από τον τίτλο για να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933 και δεν ήταν δυνατό να στοιχειοθετηθεί ούτε ισχυρισμός ότι υπελάμβανε ο κατηγορούμενος ότι η εκδοθείσα έγκυρη επιταγή ήταν άκυρη για να κριθεί κατά το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ περί μη καταλογισμού της πράξεως στον δράστη λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και ότι η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή, τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες υποστηρίζει τα αντίθετα και πρέπει κατ' ακολουθίαν να απορριφθούν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και κατ' εκτίμηση και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' για υπέρβαση εξουσίας. Από το άρθρο 369 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα, της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω από το άρθρο 371 παρ. 3 εδαφ. β' Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος γίνεται αμέσως συζήτηση για την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί και για τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν επιτρέπεται στον πολιτικώς ενάγοντα να επεκταθεί σε θέματα ποινής, ενώ, μετά την κήρυξη της ενοχής του δίνεται ο λόγος μόνο όταν γίνεται συζήτηση για τις απαιτήσεις του και όχι όταν γίνεται συζήτηση για την ποινή που θα επιβληθεί. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, όμως, με τη διατύπωση γνώμης του πολιτικώς ενάγοντος, σε θέματα ποινής δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον δεν παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου (άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ) ούτε υπάγεται η περίπτωση αυτή στις άλλες περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 Κ.Ποιν.Δ. Κατά συνέπεια και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ από το ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας, μετά τη πρόταση του Εισαγγελέα ως προς το ύψος της επιβλητέας στον κηρυχθέντα ένοχο ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, έλαβε τον λόγο και ζήτησε να επιβληθεί η μεγαλύτερη ποινή για τον κατηγορούμενο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Απορριπτομένων, επομένως, όλων των λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιανουαρίου 2009, αίτηση του Χ, για αναίρεση της 1200/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναιρέσεως του καταδικασθέντος για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατηγορουμένου, διότι δεν εστερείτο η προσβαλλόμενη αιτιολογίας, καθόσον παρετίθοντο τα στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της άνω αξιοποίνου πράξεως και δεν υποχρεούται να απαντήσει ειδικώς το Δικαστήριο της ουσίας, στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι υπήρχε αοριστία και απροσδιοριστία του λήπτη της επιταγής ως εκ της αναγραφής δύο ονομάτων στην επιταγή, σε διαταγή των οποίων εφέρετο αυτή εκδοθείσα, δεν είναι στα τυπικά στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται για να υπάρχει έγκυρη επιταγή ως προϋπόθεση του αδικήματος του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 το όνομα του λήπτη της επιταγής ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ότι θεωρούσε άκυρη την άνω επιταγή για να εκτιμηθεί ότι ενήργησε τελών σε νομική πλάνη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 129/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 211/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 556/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 198/25-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 11/14-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθμ. 211/4-12-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και εκθέτω τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ'αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 του Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § ΙΔ' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2/2002 σε Ολομέλεια, Π.Χρ.ΝΒ/691). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ'αριθ. 211/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική κάθειρξη 7 ετών και συνολική χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις α) της κατοχής από κοινού ναρκωτικών, β) πώλησης κατ'εξακολούθηση από κοινού και γ) της διάθεσης κατ'εξακολούθηση ναρκωτικών, ως τοξικομανής και υπότροπος (άρθρα 98 και 45 Π.Κ. και άρθρα 1 § § 1 και 2 Πιν.Α5, 20 § ιβ', τ' και θ', 4γ, 30 § 1, 37 και 38 Ν. 3459/2006). Από τη συνταγείσα εξάλλου για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ο κρατούμενος αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης "1) για έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και το Νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εθεμελιώθη η καταδίκη του, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων συνήχθη η ύπαρξη περιστατικών του ως άνω είδους ώστε να του επιβληθεί η ως άνω ποινή και 2) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής Ποινικής Διάταξης και δη περιλαμβανομένης στα άρθρα διά των οποίων καταδικάσθηκε". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και απαράδεκτοι, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ελλείψεις, ασάφειες ή αντιφάσεις της αιτιολογίας, η ουσιαστική διάταξη που παραβιάσθηκε, σε τι συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και η εσφαλμένη ερμηνεία αυτής (δείτε ΑΠ 768/2006). Είναι κατόπιν τούτων φανερό ότι δεν περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κάποιος σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ. και πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 513 § 1 και 476 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 11/14-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά της υπ'αριθ. 211/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και
Β) Να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 7 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 του Κ.Π.Δ. την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § ΙΔ' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολομ. ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του ΚΠΔ, καμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη του ανακριτή δεν έχει κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, στην περίπτωση κατά την οποία ο εισαγγελέας δεν υπέβαλε αιτιολογημένη πρόταση για τους λόγους αναιρέσεως όταν αυτοί είναι ορισμένοι, αλά εισήγαγε την υπόθεση στο δικαστήριο (ως συμβούλιο) και πρότεινε μόνο να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας των λόγων της, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην περαιτέρω ουσιαστική έρευνά της, έως ότου υποβληθεί τέτοια πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 211/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική κάθειρξη 7 ετών και συνολική χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις α) της κατοχής από κοινού ναρκωτικών, β) πώλησης κατ' εξακολούθηση από κοινού και γ) της διάθεσης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών, ως τοξικομανής και υπότροπος (άρθρα 98 και 45 Π.Κ. και άρθρα 1 § § 1 και 2 Πιν.Α5, 20 § ιβ', τ' και θ', 4γ, 30 § 1, 37 και 38 Ν. 3459/2006). Από τη συνταγείσα εξάλλου για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ο κρατούμενος αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης "1) για έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και το Νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δη διότι δεν αναγράφονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εθεμελιώθη η καταδίκη του, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία εκ των οποίων συνήχθη η ύπαρξη περιστατικών του ως άνω είδους ώστε να του επιβληθεί η ως άνω ποινή και 2) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής Ποινικής Διάταξης και δη περιλαμβανομένης στα άρθρα διά των οποίων καταδικάσθηκε". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που αφορά στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, γιατί αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά. Όμως ο Εισαγγελέας θεωρώντας ότι και αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, δεν υπέβαλε πρόταση επί της ουσίας της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά εισήγαγε την υπόθεση με πρόταση να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να απόσχει από την περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου αυτή να εισαχθεί στο ακροατήριό του με την τήρηση της νόμιμης προδικασίας κατά τα άρθρα 513 και επόμ. του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απέχει από την ουσιαστική έρευνα της από 14-2-2009 αιτήσεως του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 211/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στοιχεία που πρέπει, να περιέχει για να είναι ορισμένη. Εκτίμηση του Εισαγγελέα ότι είναι αόριστη και πρόταση να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αντίθετη εκτίμηση του Δικαστηρίου. Αποχή από την ουσιαστική της έρευνα, ελλείψει προτάσεως του Εισαγγελέα επί της ουσίας, προκειμένου να εισαχθεί αυτή στο ακροατήριο με τήρηση της νόμιμης προδικασίας.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Αποχή αποφάσεως.
| 0
|
Αριθμός 127/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο- Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 744/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 668/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως είχε αντικατασταθεί από 11-9-1997 με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 "η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου χρέους και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Ειδικά στα εδάφιο α' προβλέπεται ότι η ανωτέρω παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, εφόσον το ποσόν της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ήδη με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ως εξής: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ή του τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό τω ν 50.000 ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ". κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 744/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "ο εκκαλών κατηγορούμενος στις 29-3-2002 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το ποσό δε της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει 1) τα 10.000 ευρώ, 2) τα 50.000 ευρώ, 3) τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στην Α' ΔΟΥ ... όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών (α.α. εγγραφής 4 και 6) της παραπάνω ΔΟΥ και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 18-1-2005 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ ηθελημένα δεν κατέλαβε ποσό 10.782 € ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή αλλά με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2 β Π.Κ.
Α/Α Α.Φ.Μ. Στοιχεία βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση Ληξιπρ.κεφάλαιο Τρόπος πληρωμής Αριθ. Ημερ.
Διάγραφεν ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Αριθ.Ληξιπροθ.δόσεων Ιδιότητα Οικονομικό έτος Εισπραχθέν Συνεισπραττόμενα Ημ/νία λήξης Α' δόσης Είδος φόρου Υπόλ. οφειλής Ημ/νία λήξης τελ.δόσης 40726070071833 21/2/2002 1996ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΦΠΑ6.673,890,000,006.673,896.673,893.103,6810.077,57 Εφάπαξ 1 29/03/2002 29/03/200260726070071833 21/02/2002 1996ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΦΠΑ703,40 0,000,00703,40703,40358,731.062,13704,70 Εφάπαξ 1 29/03/2002 29/03/2002.
Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη.
Η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους (Α' Δ.Ο.Υ. ...), το είδος αυτού (πρόστιμο ΦΠΑ), το ύψος του (10.782 Ευρώ), ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ), ο χρόνος καταβολής του (29-3-2002), δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτό, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς του, μπορούσε και έπρεπε να καταβληθεί και η καθυστέρηση της καταβολής του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από το χρόνο καταβολής του. Περαιτέρω το γεγονός ότι το σκεπτικό συμπίπτει με το διατακτικό της αποφάσεως, δεν συνιστά εν προκειμένω έλλειψη αιτιολογίας, αφού όπως αναφέρθηκε, περιέχεται σ'αυτό η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει: 1) ο τόπος τελέσεως της πράξεως, ο οποίος είναι το ..., όπου εδρεύει η βεβαίωση το χρέος Αρχή και όπου κατοικεί και ο αναιρεσείων, 2) ο δόλος του κατηγορουμένου για τον οποίο γίνεται ρητή αναφορά και δεν καθίσταται η παραδοχή αυτή αντιφατική από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για τα άλλα χρέη τον πίνακα και 3) ότι αξιολογήθηκε η κατάθεση της μάρτυρος της ΔΟΥ ..., για την οποία μάλιστα κατάθεση γίνεται ειδική αναφορά στο σκεπτικό. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Τέλος, επειδή κατά τα άνω πρόκειται για ένα χρέος του αναιρεσείοντος (πρόστιμο ΦΠΑ) του οποίου τα επιμέρους ποσά (10.077,57 ευρώ και 704,70 ευρώ) βεβαιώθηκαν την ίδια χρονολογία (21-2-2002) και με τον ίδιο αριθμό βεβαιώσεως (1833), πρόκειται για μία πράξη, για τον χρόνο τελέσεως της οποίας εφαρμόζεται η επιεικέστερη κατά τούτο διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, την οποία και εφάρμοσε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και ορθά δεν κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για το ανωτέρω επιμέρους ποσό των 704,70 ευρώ.
Συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ούτε της υπερβάσεως εξουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την ανωτέρω έννοια, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 ΚΠοινΔ, λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο ή, κατ' αναλογίαν, στο διοικητικό δικαστήριο, που έχει σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται, όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή, αναλόγως, η διοικητική δίκη, του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης αυτής, των διαδίκων που μετέχουν σ'αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο. Αν δεν υποβάλλεται το ανωτέρω αίτημα κατά τρόπο ορισμένο, η μη απάντηση του δικαστηρίου σ'αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του, δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος δια της συνηγόρου του υπέβαλε το ακόλουθο αίτημα: "Να αναβληθεί η υπόθεση σε άλλη δικάσιμο κατ'άρθρο 61 ΚΠΔ ή για κρείσσονες αποδείξεις για να προσκομιστεί η απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, καθόσον για το επίδικο ποσό δεν υπάρχει θέμα παραγραφής αφού ο χρόνος βεβαίωσης ήταν 29-3-2002 και έχουν γίνει δεκτές όλες οι προσφυγές που ακύρωσαν το σύνολο των επιβληθέντων προστίμων που αφορούσαν κύριες πράξεις δεδομένου ότι οι αποφάσεις που εκκρεμούσαν αφορούσαν ΦΠΑ". Το αίτημα αυτό, έτσι όπως υποβλήθηκε ως αίτημα αναβολής κατ'άρθρο 61 του ΚΠΔ, ήταν αόριστο κατά τα εκτιθέντα και επίσης ήταν αόριστο και ως αίτημα αναβολής για περισσότερες αποδείξεις, αφού δεν αναφέρει ποια απόφαση θα προσκομιστεί και ποιού δικαστηρίου και ποια η σχέση αυτής με την κρινόμενη ποινική υπόθεση. Επομένως το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο εν λόγω αίτημα, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, η δε αιτιολογία που διέλαβε ήταν εκ περισσού.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί αναιτιολόγητης απόρριψης του αιτήματος αναβολής της δίκης, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθ. 744/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (Ν.1882/1990). Στοιχεία του εγκλήματος. Στοιχεία που πρέπει να αναφέρει η καταδικαστική απόφαση για να είναι αιτιολογημένη. Υπό την ισχύ του Ν.3220/2004, τα περισσότερα χρέη του ίδιου πίνακα χρεών, ανεξαρτήτως είδους και προελεύσεως, συνιστούν ένα έγκλημα. Αιτιολογημένη καταδίκη για το ανωτέρω έγκλημα του κατηγορουμένου. Αίτημα αναβολής της δίκης λόγω εκκρεμούς δίκης σε διοικητικό δικαστήριο. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει για να είναι ορισμένο. Απόρριψη τέτοιου αιτήματος που υποβλήθηκε αορίστως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 123/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παπαναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 και 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, Αλβανού υπηκόου, κατοίκου προσωρινά ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Φωτάκη και Αναστάσιο Κοσμά, κατά της υπ'αριθμ. 99/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Αλβανικές Αρχές. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/7-10-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ναυπλίου Ιωάννη Κουτσουράκη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1393/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσαν αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να αναβληθεί για περισσότερες αποδείξεις αλλιώς να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στο Κράτος της Αλβανίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη με αριθμ. εκθ. 2/7-10-2009 έφεση κατά της με αριθμ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος Χ, για να εκτίσει συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 64/8-7-1999 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου της Επαρχίας Αυλώνος Αλβανίας για ληστεία τραπεζών κατά συναυτουργία και να δικασθεί για το αδίκημα της ''ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε προσδιοριστικές συνθήκες'', ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία (άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 436 του ΚΠοινΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρ. 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από την κύρωσή της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, εφαρμόζονται όμως και οι ανωτέρω διατάξεις του ΚΠΔ, εφόσον δεν αντίκεινται σ αυτήν. Στο άρθρο 2 παρ. 1 της συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: "Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητεί και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού". Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 της ίδιας Συμβάσεως, εάν οι υπό του αιτούντος Κράτους κοινοποιηθείσες πληροφορίες αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη λήψη αποφάσεως υπό του Κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, το τελευταίο θα ζητήσει τις αναγκαιούσες συμπληρωματικές πληροφορίες, δυνάμενο να καθορίσει και προθεσμία για την λήψη τους. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, αν υπάρξει αμφισβήτηση από τον συλληφθέντα της ταύτισής του με το άτομο του οποίου ζητείται η έκδοση, το Δικαστήριο που θα κρίνει την βασιμότητα της αιτήσεως, αφού ερευνήσει αν αυτή συνοδεύεται από όλα τα κατά την σύμβαση έγγραφα και πιστοποιητικά, πρέπει να κρίνει, προεχόντως, ως αποδεικνυομένη από τα έγραφα του φακέλου και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της ταυτότητας του εκζητουμένου, την ταύτισή του με τον συλληφθέντα και ενώπιον του προσαχθέντα. Σε αντίθετη περίπτωση, σύμφωνα με τη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 της ΕυρΣυμΕκδ. και το μη αντιτιθέμενο σ αυτήν άρθρο 444 του ΚΠΔ, πρέπει να αναβάλλει την απόφαση επί της αιτήσεως και να ζητήσει από το εκζητούν Κράτος συμπληρωματικής πληροφορίες και επεξηγήσεις επί του ζητήματος τούτου, ορίζοντας και την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της υποθέσεως, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όλα αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος και οι συνήγοροί του προφορικώς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του εκζητουμένου Αλβανού υπηκόου, προκειμένου: α) να εκτίσει στην Αλβανία ποινή φυλακίσεως έξι (6) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την με αριθμ. 64/8-7-1999 απόφαση του Δικαστηρίου της επαρχίας Αυλώνας Αλβανίας, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 118/12-10-1999 απόφαση του Εφετείου Αυλώνας Αλβανίας και αμετάκλητη με την 143/19-4-2000 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ποινικού Κολλεγίου) της Αλβανίας, για το αδίκημα της ''ληστείας τραπεζών'' κατά συναυτουργία, που τελέσθηκε στις 17-3-1997 στους ..., πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 136, 25 και 50 gi του ποινικού κώδικα Αλβανίας και είναι επίσης αξιόποινη κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο (άρθρα 45, 380 παρ. 1 ΠΚ) και β) να δικασθεί για το αδίκημα της '' ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε προσδιοριστικές συνθήκες'', κατά συναυτουργία, που τελέσθηκε στις 4-3-1997 στην περιοχή των ... με θύμα πρώην αστυνομικό του Α.Τ. ..., εκδοθέντος σε βάρος του της 11/19-1-2008 απόφασης ''για τον ορισμό μέτρων ασφαλείας'' (εντάλματος συλλήψεως) του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων Αλβανίας, πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 79/c και 25 του ποινικού κώδικα Αλβανίας και είναι επίσης αξιόποινη κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο (άρθρα 45 και 299 ΠΚ). Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης ... με το με αριθμ. ... ένταλμα συλλήψεως του Προέδρου Εφετών Ναυπλίου, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, με την υπ' αριθμ. ... ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα, η ... σχετική αίτηση-έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου με το ... έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο (άρθρο 12 της ''Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Έκδοση'' που κυρώθηκε κατά τα ανωτέρω) απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο Αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) Η ... αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για την έκδοση του Χ, 2) Αναφορά του Εισαγγελέα της Δικαστικής Επαρχίας της Αυλώνας που αφορά τον εκζητούμενο, 3) Η 64/8-7-1999 ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου της Αυλώνας, από την οποία προκύπτει ότι ο εκζητούμενος δικάσθηκε ερήμην, εκπροσωπήθηκε όμως και υπερασπίσθηκε από τον συνήγορό του δικηγόρου Βέρντι Χατζίου, 4) Η 118/12-10-1999 απόφαση του Εφετείου της Αυλώνας, 5) Η 143/19-4-2000 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τιράνων, 6) Η 137/27-9-2006 διαταγή του Εισαγγελέα την Δικαστικής Επαρχίας Αγίων Σαράντα για την εκτέλεση της 64/1999 ως άνω απόφασης, ως προς τον εκζητούμενο, 7) Η από 4-9-2009 αναφορά του Εισαγγελέα Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, 8) Η 11/19-1-2008 απόφαση του Πρωτοδικείου Βαρέων Κακουργημάτων Τιράνων, που ορίζει ως μέτρο ασφαλείας ''την κράτηση σε φυλακή'' του εκζητουμένου, για την ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας, 9) Η από 11-2-2008 διαταγή του Εισαγγελέα Βαρέων Κακουργημάτων για εκτέλεση της 11/19-1-2008 αποφάσεως μέτρου ασφαλείας σε βάρος του εκζητουμένου, 11) Το από 15-11-2006 πιστοποιητικό (ληξιαρχική πράξη) γεννήσεως του εκζητουμένου, του ληξιαρχείου ... του Δήμου ..., 12) Μια φωτογραφία του εκζητουμένου και 13) Τα κείμενα των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις ως άνω πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε και κατηγορείται ο εκζητούμενος για την οποία και εκδόθηκε σε βάρος του η ως άνω ''απόφαση προσωρινής κράτησης''. Ο εκκαλών η σύλληψη του οποίου έγινε στο ... στις 27-8-2009 (βλ. υπό ιδίαν ημερομηνία έκθεση του ανθ/μου Α.Τ. ..., ...), κατά την διαδικασία προσαγωγής του και βεβαιώσεως της ταυτότητος (άρθρο 446 ΚΠΔ) ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, που είχε εκδώσει την 6990/28-8-2009 εντολή προσωρινής σύλληψης, η οποία μνημονεύεται στην ως άνω έκθεση σύλληψης, αν και αυτή φέρεται συνταγείσα την προηγουμένη (27-8-2009), αμφισβήτησε την ταύτισή του με το εκζητούμενο άτομο ισχυρισθείς ότι ονομάζεται Ω, γεννήθηκε στους ... στις 24-9-1968, όπως δηλαδή και ο εκζητούμενος και είναι εγκατεστημένος από πολλών ετών με την οικογένειά του, που αποτελείται από τη σύζυγό του και τον ανήλικο γιό του στο ..., χωρίς μέχρι τώρα να ενοχληθεί ποτέ (βλ. από 28-8-2009 έκθεση προσαγωγής και βεβαιώσεως ταυτότητας). Στη συνέχεια προσκόμισε σε επίσημη μετάφραση το από 9-1-2009 πιστοποιητικό γέννησης του Ληξιαρχείου των ..., όπως επίσης και φωτοαντίγραφο της πρώτης σελίδας του ... διαβατηρίου της Αλβανικής Δημοκρατίας, η ισχύς του οποίου έληξε στις 15-3-2003 (δεν προσκομίσθηκε φωτοτυπία όλου του διαβατηρίου, όπως θα έπρεπε), έγγραφα από τα οποία προκύπτουν τα ανωτέρω στοιχεία ταυτότητος, του εικονιζομένου προσώπου, τα χαρακτηριστικά του οποίου ομοιάζουν με αυτά του συλληφθέντος και εκκαλούντος και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εμφανισθέντος ατόμου. Επίσης προσκόμισε σε επίσημη μετάφραση και το από 9-1-2009 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Ληξιαρχείου της πόλεως των ..., από το οποίο προκύπτει ότι έχει νυμφευθεί με την ελληνικής υπηοοότητος ... και από το γάμο αυτό απέκτησε ένα τέκνο τον ... που γεννήθηκε στην Ελλάδα, στην ..., στις 17-3-1999, συνταγείσης της ... ληξιαρχικής πράξεως, απόσπασμα της οποίας επίσης προσκόμισε. Η αμφισβήτηση αυτή οδήγησε την ΙΝΤΕRPOL Ελλάδος να αποστείλει στην αντίστοιχη Υπηρεσία της Αλβανίας υλικό σήμανσης του συλληφθέντος και ισχυριζομένου ότι δεν έχει σχέση με τον εκζητούμενο και ότι φέρει τα ανωτέρω στοιχεία ταυτότητας, ζητώντας την ταύτιση ή μη του ατόμου του οποίου ζητήθηκε κατά τα άνω η έκδοση και το οποίο αφορούν τα συνοδεύοντα αυτήν ως άνω πιστοποιητικά και λοιπά κατά την οικεία διεθνή σύμβαση εκδόσεως έγγραφα, μετά του συλληφθέντος και εκκαλούντος. Όπως αναφέρεται στο οικείο από 26-8-2009 σήμα της ΙΝΤΕRPOL Ελλάδος, το οποίο υπάρχει στον φάκελο της υποθέσεως και αναγνώσθηκε, η απάντηση ήταν καταφατική, διότι ο εικονιζόμενος στην αποσταλείσα φωτογραφία, που, όπως ισχυρίζεται, κατά τα ανωτέρω, ονομάζεται Ω, είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο Χ. Όπως προκύπτει από την απάντηση αυτή, που αποτέλεσε το βασικό αν όχι μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο επί του οποίου στηρίχθηκε η προσβαλλομένη με την έφεση και κατά το κεφάλαιο αυτό απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, για να απορρίψει ως αβάσιμο το εν λόγω ισχυρισμό του εκκαλούντος, η ταυτοποίηση των δύο προσώπων έγινε με μόνη τη φωτογραφία του συλληφθέντος που στάλθηκε και όχι με άλλο υλικό σήμανσης λ.χ. δακτυλικά αποτυπώματα. Στο ίδιο σήμα της INTERPOL Αλβανίας στηρίχθηκε και το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου για να απορρίψει, με το 97/2009 βούλευμα, την από 7-9-2009 αίτηση του συλληφθέντος για προσωρινή απόλυσή του από τη φυλακή Ναυπλίου. Αν συγκρίθηκε όμως η φωτογραφία αυτή με την συνοδεύουσα την αίτηση εκδόσεως, διότι άλλη φωτογραφία του εκζητουμένου δεν υπάρχει στον φάκελο, η ομοιότητα των εικονιζομένων ατόμων δεν είναι βεβαία, όπως τούτο προκύπτει και από τις φωτογραφίες του συλληφθέντος και εκκαλούντος, που φέρουν τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα απ αυτόν πιστοποιητικό γεννήσεως και φωτοτυπία της αρχικής σελίδας του ανωτέρω διαβατηρίου του, αλλά και την ενώπιον του Δικαστηρίου εμφάνισή του, κατά την οποία και ζήτησε να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως με σκοπό να αποσταλούν από το εκζητούν Κράτος περισσότερα στοιχεία βεβαιούντα την ταύτισή του με το εκζητούμενο καταδικασμένο αμετάκλητα και υπόδικο για τις ανωτέρω σοβαρές κακουργηματικές πράξεις άτομο, ταύτιση την οποία και εξακολουθεί επιμόνως να αρνείται. Κατ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον από τα υπάρχοντα στον φάκελο της υποθέσεως στοιχεία δεν αποδεικνύεται πλήρως η ταύτιση του εκζητουμένου ατόμου μετά του συλληφθέντος - εκκαλούντος, ζήτημα το οποίο προεχόντως ερευνάται, προκειμένου να προχωρήσει το Δικαστήριο στην κρίση περί της ορθότητας ή μη της προσβαλλομένης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, όσον αφορά την έκδοσή του στις δικαστικές αρχές της Αλβανίας, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημά του και να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κρινόμενης εφέσεως, κατά το άρθρο 13 της Ευρ.Συμβ.Εκδ, σε συνδυασμό με το άρθρο 444 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται, κατά τα ανωτέρω, για να ζητηθούν και προσκομισθούν από το εκζητούν κράτος, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, συμπληρωματικές πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με αριθμ. 2/7-10-2009 εφέσεως του εκζητούμενου Χ κατά της υπ'αριθ. 99/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες, διευκρινήσεις και στοιχεία που θα προσκομιστούν σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, από το εκζητούν Κράτος της Αλβανικής Δημοκρατίας και ειδικότερα: 1) Να ληφθούν και αποσταλούν στις Αλβανικές Αρχές τα δακτυλικά αποτυπώματα του συλληφθέντος και εκκαλούντος, φερομένου με τα στοιχεία ταυτότητας Χ για να συγκριθούν με τα τυχόν υπάρχοντα του εκζητουμένου ατόμου και να αποσταλεί το πόρισμα της σύγκρισης. 2) Να φωτογραφηθεί, κατά τον προσήκοντα σε ανάλογες περιπτώσεις τρόπο, ο εκκαλών που κρατείται δυνάμει της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών που διατήρησε σε ισχύ μέχρι της εκδόσεως το 149/2009 ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Ναυπλίου και οι φωτογραφίες του να αποσταλούν στις αυτές αρχές, προκειμένου να συγκριθούν με τυχόν υφιστάμενες άλλες, εκτός της αποσταλείσας με την αίτηση εκδόσεως του εκζητουμένου, οι οποίες να αποσταλούν επίσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα εικονιζόμενα άτομα ταυτίζονται. 3) Να γνωστοποιηθεί από τις αρμόδιες Αλβανικές Αρχές με ποια φωτογραφία του εκζητουμένου συγκρίθηκε η αποσταλείσα από την INTERPOL Ελλάδος φωτογραφία του εκκαλούντος, προκειμένου να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ταυτίζονται τα εικονιζόμενα πρόσωπα και να αποσταλεί αυτή. 4) Να αποσταλούν στις Αλβανικές Αρχές τα φωτοαντίγραφα: α) του από 9-1-2009 πιστοποιητικού γεννήσεως του Ληξιαρχείου των ... και της πρώτης σελίδας του ... διαβατηρίου, που εκδόθηκε από την Δημοκρατία της Αλβανίας, που προσκομίσθηκαν από τον συλληφθέντα εκκαλούντα και φέρουν φωτογραφία του ατόμου που αφορούν και β) το από 9-1-2009 πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του αυτού ως άνω Ληξιαρχείου, προκειμένου να γνωστοποιηθεί από τις αρμόδιες Αρχές της Αλβανίας, αν τα έγγραφα αυτά είναι γνήσια και έχουν όντως εκδοθεί από τις Αλβανικές Αρχές, που φέρονται ότι τα εξέδωσαν και αν οι φωτογραφίες που φέρουν είναι γνήσιες και αν τις έφεραν, κατά νόμο, όταν εκδόθηκαν και τέλος αν πράγματι στα επίσημα βιβλία του εν λόγω Ληξιαρχείου είναι καταχωρημένο και μάλιστα με τον αριθμό ... το αναφερόμενο στο πιστοποιητικό άτομο και τα λοιπά μέλη της οικογενείας του και σε καταφατική περίπτωση, ποια η τύχη του αρχηγού και των μελών της οικογενείας αυτής, δηλαδή είναι γνωστοί στους ..., κατοικούν εκεί, ποια η δραστηριότητά τους κλπ.
Τάσσει προθεσμία πενήντα (50) ημερών, για να περιέλθουν οι πληροφορίες αυτές στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τη δημοσίευση της παρούσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση εκδόσεως αλβανικών Αρχών Αλβανού υπηκόου. Δεκτή. Έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Εφαρμογή από 13-12-1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως που κυρώθηκε από Ελλάδα με τον Ν.4165/1961 και των διατάξεων του ΚΠΔ (άρθρα 436 επομ.). Τι ερευνά το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να κρίνει την ορθότητα ή μη της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών. Αμφισβήτηση της ταυτότητας του συλληφθέντος. Αναβολή για να προσκομισθούν από το εκζητούν κράτος συμπληρωματικά στοιχεία που να πιστοποιούν την ταύτιση του συλληφθέντος με το άτομο του οποίου ζητείται η έκδοση (ΑΠ 244/2009, 1673, 1267/2006, 2270/2004 και 2366/2002) -.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 122/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 και 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, Αλβανού υπηκόου, κατοίκου προσωρινά ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη, κατά της υπ' αριθμ. 84/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 204/10.11.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1621/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθ. 204/10.11.2009 έφεση κατά της υπ' αριθ. 84/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος Χ, Αλβανού υπηκόου, για την εκτέλεση της υπ' αριθ. 19/5.4.2006 απόφασης του Πρωτοδικείου Βαρέων Εγκλημάτων Τιράνων Αλβανίας, προκειμένου να εκτίσει ποινή καθείρξεως 21 ετών που του επιβλήθηκε για το έγκλημα της εμπορίας ανηλίκων κατά συναυτουργία, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτό και να εξετασθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 451 παρ.1 του ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων (άρθρα 437, 456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει η σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6.5.1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19.5.1998, με έναρξη ισχύος 17.8.1998, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με ... ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους, η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστο όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή, εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως και περί εκδόσεως του ΚΠΔ (άρθρα 436 έως 456), το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου ή για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του προφορικά με το υπόμνημά του ως και με την έφεση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 84/2009 απόφασή του γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του Αλβανού υπηκόου του Χ, που έχει γεννηθεί το 1950, για να εκτίσει ποινή καθείρξεως είκοσι ενός (21) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 19/5.4.2006 απόφαση του Πρωτοδικείου Βαρέων Εγκλημάτων Τιράνων Αλβανίας, για το έγκλημα της εμπορίας ανηλίκων κατά συναυτουργία. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στην Δικαστική Φυλακή ... με το υπ' αριθ. ... ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχει υποβληθεί νόμιμα από το Κράτος της Αλβανίας, με την υπ' αριθ. ... ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, η υπ' αριθ. ... σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην Ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο Αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) η υπ' αριθ. 19/5.4.2006 απόφαση του Πρωτοδικείου Βαρέων Εγκλημάτων Τιράνων Αλβανίας, με την οποία επιβλήθηκε στον εκζητούμενο ποινή καθείρξεως είκοσι ενός (21) ετών, για το έγκλημα της εμπορίας ανηλίκων κατά συναυτουργία, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 128/Β-2 του Ποινικού Κώδικα της Αλβανίας, με τη συνημμένη σ' αυτήν βεβαίωση τελεσιδικίας της, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 42/7.6.2006 απόφασης του Εφετείου Βαρέων Εγκλημάτων Τιράνων Αλβανίας που απέρριψε την έφεση την οποία άσκησε κατά της ανωτέρω πρωτοβάθμιας απόφασης μέσω του συνηγόρου του ο εκζητούμενος, 2) η από 18.9.2009 σχετική έκθεση του Εισαγγελέα Κακουργημάτων Τιράνων,με την οποία παρέχονται πληροφορίες για το γεγονός της ανάμειξης του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη της εμπορίας ανηλίκου κατά συναυτουργία και προσδιορίζεται με ακρίβεια ο τύπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης του προαναφερομένου εγκλήματος από τον εκζητούμενο, 3) το ένταλμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βαρέων Εγκλημάτων Τιράνων για την εκτέλεση της ως άνω υπ' αριθ. 19/2006 ποινικής απόφασης, 4) το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό γέννησης του εκζητουμένου, που έχει εκδώσει το ληξιαρχείο του Δήμου ... και 5) το κείμενο σε επίσημη μετάφραση της ποινικής διάταξης του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη της εμπορίας ανηλίκων με ποινή κάθειρξης και χρηματική ποινή. Δηλαδή, προσκομίστηκαν όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται η κατά συναυτουργία εμπορία ανηλίκου από τα άρθρα 1, 14, 26, 27, 45 και 323Α παρ. 4 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα σε βαθμό κακουργήματος με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή 50.000 έως 100.000 ευρώ. περαιτέρω, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν εμφισβήτησε και ο ίδιος και δεν συντρέχει καμμία από εκείνες τις περιπτώσεις που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση ή το άρθρο 438 ΚΠΔ, οι οποίες αποκλείουν την έκδοση. Ο εκζητούμενος δεν ήταν παρών μεν κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του στον πρώτο βαθμό, αλλά εκπροσωπήθηκε από δύο συνηγόρους υπεράσπισης, τους Τσαλιρίμ Σίμα και Αρμπέν Λένα του Δ.Σ. Τιράνων Αλβανίας. Τα ειδικότερα περιστατικά της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος αναφέρονται λεπτομερώς στην παραπάνω καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει ήδη τελεσιδικήσει, ήτοι κατέστη εκτελεστή, όπως απαιτεί η ανωτέρω Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Ο ισχυρισμός του εκζητουμένου ότι είναι Έλληνας από της γεννήσεώς του δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού από κανένα έγγραφο στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είναι τέκνο Ελλήνων Γονέων που είχαν τελέσει νόμιμα γάμο μεταξύ τους, ενώ δεν προβλέπεται στην παρούσα φάση της δικαστικής διερεύνησης της συνδρομής των προϋποθέσεων εκδόσεώς του στην αλλοδαπή για τη γνωμοδότηση υπέρ ή κατά της εκδόσεως αυτού η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας έως ότου ο φερόμενος ως αρμόδιος Περιφερειάρχης Αττικής κρίνει επί σχετικής αίτησής του για τη διαπίστωση περί της κτήσης ή όχι απ' αυτόν της ελληνική ιθαγένειας από την γέννησή του, όπως ορθά έκρινε και συνακόλουθα απέρριψε το σχετικό αίτημά του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Ακόμη, ο ισχυρισμός του εκζητουμένου ότι είναι αβάσιμη η εναντίον του κατηγορία, είναι απορριπτέος, αφού σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή το Συμβούλιο δεν έχει δικαίωμα να ερευνήσει την βασιμότητα της κατηγορίας ή την διαδικασία που τήρησε το Δικαστήριο που τον έχει καταδικάσει (και ειδικότερα στη συγκεκριμένη περίπτωση, που παρέστη ο ίδιος ο εκζητούμενος μαζί με δύο συνηγόρους υπεράσπισής του) και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης όταν η έκδοση ζητείται στα πλαίσια εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (ν. 4165/1961), στο άρθρο 12 παρ. 2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος. Τέλος, ο ισχυρισμός του εκζητουμένου περί κινδύνου της ζωής του αν εκδοθεί στην Αλβανία από τους συγκατηγορουμένους στην ίδια υπόθεση, για την οποία ζητείται η έκδοσή του και τις οικογένειές τους, δεν ασκεί καμμία επιρροή στην κρίση των αρμοδίων Συμβουλίων που κρίνουν για την έκδοσή του, καθόσον δεν αποτελεί νόμιμο λόγο απαγόρευσης της έκδοσης η προβαλλόμενη από τον εκζητούμενο διακινδύνευση της ζωής του από τρίτα, άσχετα προς το εκζητούν Κράτος, πρόσωπα και για λόγους επίλυσης με αυτόν τον τρόπο των μεταξύ τους διαφορών.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθεμένων, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την πιο πάνω διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ για την έκδοση του εκκαλούντος, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και γι' αυτό οι αντίθετοι ισχυρισμοί του και η έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, επιβληθούν δε σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την υπ' αριθ. 204/2009 έφεση κατά της υπ' αριθ. 84/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος Χ, Αλβανού υπηκόου, κατοίκου ... Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση Αλβανού στην Αλβανία για εκτέλεση δικαστικής απόφασης για κακούργημα. Απόρριψη ισχυρισμών εκκαλούντος εκζητουμένου: α) περί Ελληνικής υπηκοότητάς του, 2) περί αβάσιμου της κατηγορίας του και 3) περί κινδύνου κατά της ζωής του από την έκδοσή του στη χώρα του.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 120/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σεντεμέντε, περί αναιρέσεως της 2412α και 3056/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, 2. Ψ2 συζ. Ψ1, κάτοικους ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Κάϊλα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 842/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που παραστάθηκαν, οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου, οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. δ' του Ν.670/1977, ήδη άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του Ν.2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτές. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση. Διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1301/2008, και ΑΠ 758/2007). Τα ανωτέρω δεν ισχύουν όμως όταν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων στην οποία δεν προβλέπεται, όπως στην τακτική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 650 παρ. 1, 671 παρ. 1, 681 Α και 681 Β ΚΠολΔ), το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αλλά ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, την συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως (ΚΠολΔ 690 και 691).
Συνεπώς στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να μη απαιτείται η απόφαση που δέχεται τέλεση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία που τελέσθηκε από τον αυτουργό με ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου που χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, να εκθέτει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αν η ένορκη βεβαίωση του αυτουργού της ψευδορκίας είχε ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της λήψεως αυτής (ΑΠ 1633/2002). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ... ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... με την οποία ο κατηγορούμενος Ζ, που δεν άσκησε αναίρεση, τέλεσε την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία και τον κήρυξε ένοχο, χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου μεταξύ της αναιρεσείουσας και των τέκνων της, οι οποίοι και την προσκόμισαν και των πολιτικώς εναγόντων και συνεπώς δεν χρειαζόταν για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται στην απόφαση αν είχε προηγηθεί κλήτευση νόμιμα και εμπρόθεσμα των ως άνω αντιδίκων της αναιρεσείουσας. Παρόλα αυτά όμως το Δικαστήριο αναφέρει, ορθώς, ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ακόμη και αν δεν είχαν κλητευθεί οι αντίδικοι, διότι χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το ζήτημα αυτό τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Εξ άλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη από τα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος απαιτεί στην συγκεκριμένη ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως τον άμεσο δόλο.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος αναφέρει, αφού εκθέτει όλο το ιστορικό της αντιδικίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και των τέκνων της ... αφενός και των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 αφετέρου, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με την πράξη της ψευδορκίας του αυτουργού και μη αναιρεσείοντος Ζ τα ακόλουθα ουσιωδώς πραγματικά περιστατικά: Στα πλαίσια της αντιδικίας μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων που είχε ως αντικείμενο αν εδαφική λωρίδα 89,20 τ.μ. που παρεμβαλλόταν μεταξύ των ιδιοκτησιών των αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των πολιτικώς εναγόντων ή κοινόχρηστη έκταση που ανήκε στην χρήση όλων των γειτονικών ιδιοκτησιών, η αναιρεσείουσα και τα τέκνα της άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της οιονεί νομής τους διέλευσης από την επίδικη ως άνω εδαφική λωρίδα. Ενόψει της συζητήσεως της αίτησης αυτής ο Ζ εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και συντάχθηκε η ... ένορκη βεβαίωση που χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό μέσο της αναιρεσείουσας και των τέκνων της στην δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία εκδόθηκε η ...απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που διορθώθηκε με την ...απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση ως βάσιμη, διότι πιθανολογήθηκε η μακροχρόνια χρήση της εδαφικής λωρίδας -παρόδου από τους αιτούντες χωρίς διαμαρτυρία των καθών πολιτικώς εναγόντων. Επί της εφέσεως που άσκησαν οι τελευταίοι εκδόθηκε η ... απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε. Στην ένορκη αυτή βεβαίωση ο Ζ κατέθεσε, εκτός των αληθών περιστατικών που αναφέρονται στο σκεπτικό και τα ακόλουθα ψευδή: Με την υπ' αριθμ. ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ... ρυθμίστηκαν τα οικόπεδα των Κ και Π μετά των άλλων της όλης εκτάσεως και ότι στο σημείο που συναντάται με το ακίνητο της Χ στη δυτική πλευρά, αφέθηκε δρόμος πλάτους 7,55 μέτρων, για να χρησιμεύσει ως δρόμος επικοινωνίας όλων των ιδιοκτησιών και την εξυπηρέτηση των οικοδομών που επρόκειτο να ανεγερθούν και αποτελούσε κοινόχρηστη οδό, ότι τα σχηματισθέντα οικόπεδα της ιδιοκτησίας Κ και Π ήσαν εννέα (9) και στο ως άνω σχεδιάγραμμα του ... διευκρινίζεται ότι από όλα τα οικόπεδα αφέθηκε λωρίδα για τον σχηματισμό οδού, η οποία ονομάσθηκε κοινόχρηστη, ότι στο ακίνητο των Ψ1 και Ψ2 φαίνεται ότι λωρίδα από μέτρα τετραγωνικά 89,20 αφέθηκε για την κοινόχρηστη οδό και δεν αποτελεί ιδιοκτησία τους. Και ναι μεν στα συμβόλαιο και σχεδιάγραμμα αναφέρεται ότι η οδός αυτή αφέθη για την εξυπηρέτηση των εννέα (9) οικοπέδων, αλλά αυτό εγένετο γιατί δεν είχαμε συμβληθεί με τους άλλους παρόδιους γείτονες, οι οποίοι δικαιούνται να διέρχονται από την οδό αυτή, αφού είναι κοινόχρηστη και ότι από τότε η οδός αυτή χρησιμοποιείται από όλους τους όμορους ιδιοκτήτες και μάλιστα ασφαλτοστρώθηκε από τον ... και χωρίς καμιά αμφιβολία αποτελεί κοινόχρηστη οδός .... Ο μάρτυρας 1ος κατηγορούμενος στη δίκη γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατέθεσε και δη ότι το επίδικο τμήμα δεν ήταν κοινόχρηστο αλλά αφέθηκε μόνον για την εξυπηρέτηση των 7 και 9 καθέτων ιδιοκτησιών του μεγαλύτερου οικοπέδου των δικαιοπαρόχων των πολιτικώς εναγόντων προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην εγκεκριμένη δημοτική οδό ..., αφού κατά την υπογραφή του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο μεταβιβάσθηκε το υπ αριθ. 5 τμήμα (κάθετος ιδιοκτησία) στους μηνυτές - πολιτικώς - ενάγοντες, τμήμα της οποίας αποτελούσε η επίδικη εδαφική λωρίδα, αυτός παρέστη ως εκπρόσωπος των πωλητών Κ και Π, ενεργώντας επ ονόματι και για λογαριασμό τους δυνάμει πληρεξουσίου, στο συμβόλαιο δε αυτό ρητά αναφερόταν ότι το επίδικο τμήμα είχε αφεθεί μόνον για την εξυπηρέτηση των 7 και 9 καθέτων ιδιοκτησιών του μεγαλύτερου οικοπέδου. Ενισχυτικό του ότι ο 1ος κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των όσων κατέθεσε είναι το γεγονός ότι, εφόσον, όπως ο ίδιος δέχεται, παρευρίσκονταν στην ασφαλτόστρωση του επιδίκου τμήματος γνώριζε ότι αυτή δεν έγινε από τον Δήμο. Περαιτέρω ο απόφαση δέχεται στο σκεπτικό της ότι το παρατιθέμενο εκεί τμήμα της καταθέσεως είναι αληθές, κατά ένα τμήμα, ενώ κατά το άλλο δεν αποδείχθηκε ότι είναι ψευδές. Κατ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ως άνω κατηγορούμενο της πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρος μόνον για το ανωτέρω ψευδές τμήμα της καταθέσεως του και όχι για όλο το περιεχόμενό της, αφού για τα δύο τμήματά της που παρατίθενται κατά τα άνω στο σκεπτικό έκρινε ότι δεν είναι ψευδή, σε τρόπο ώστε να μη δημιουργείται ασάφεια για ποιο τμήμα της καταθέσεως του μάρτυρα κήρυξε ενόχους, αυτόν μεν, ως αυτουργό, την αναιρεσείουσα δε, ως ηθική αυτουργό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει αυτή με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως. Περαιτέρω για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του συγκατηγορουμένου της για την οποία κήρυξε αυτήν ένοχο, διέλαβε το Δικαστήριο την ακόλουθη αιτιολογία: Γνώριζε αυτή ότι το επίδικο ως άνω τμήμα δεν ήταν κοινόχρηστο και δεν δικαιούταν να κάνει χρήση αυτού, αφού ρητά αναφέρεται στα ... συμβόλαια των δικαιοπαρόχων της ότι το οικόπεδο το οποίο της μεταβιβάσθηκε ήταν περίκλειστο και για το λόγο άλλωστε αυτό είχε συσταθεί και δουλεία διόδου υπέρ αυτού και σε βάρος άλλου ακινήτου προκειμένου να υπάρχει έξοδος στην οδό αρχικά ... και μετέπειτα ..., το δε επίδικο τμήμα που κατέληγε στην οδό ... δεν προβλεπόταν ως κοινόχρηστη οδός από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου ..., επιπρόσθετα δε οι μηχανικοί ..., που είχαν εμπλακεί στην έκδοση της ... αδείας της αναιρεσείουσας, μάλιστα ο 1ος συνέταξε το συνημμένο στην .... συμβ/κη πράξη σχεδιάγραμμα, ο δε 2ος υπέγραψε την έκθεση αυτοψίας και την ανωτέρω άδεια, συνέταξαν μεταγενέστερες τεχνικές εκθέσεις όπου μνημονεύουν ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται να κάνει χρήση του επιδίκου τμήματος, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία Ψ1,Ψ2 (πολιτικώς ενάγοντες) και ότι κατά την σύνταξη των αρχικών πράξεων τους δεν τους αναφέρθηκαν τα εν λόγω στοιχεία από την αναιρεσείουσα, εξάλλου δε, ενισχυτικό της γνώσης της 2ης κατηγορουμένης (αναιρεσείουσας) ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν κοινόχρηστη είναι το γεγονός ότι η ασφαλτόστρωση του εν λόγω τμήματος δεν έγινε από τον Δήμο, ενώ η αρίθμηση στην οποία προέβη ο Δήμος έγινε για την εξυπηρέτηση και μόνον των παροδίων, χωρίς να έχει την έννοια δημιουργίας δικαιώματος του Δήμου επ' αυτού ή των ενδιαφερομένων. Παρά την γνώση όμως αυτή με πρόθεση προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό της την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας και ειδικότερα ηθελημένα με πειθώ και φορτικότητα τον έπεισε να τελέσει την πράξη αυτή όπως περιγράφεται ανωτέρω, (να καταθέσει τα εντελώς αντίθετα από την πραγματική κατάσταση που η ίδια κατά τα άνω γνώριζε), δεδομένου ότι είχε άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και βρισκόταν σε μεγάλη αντιδικία με τους εγκαλούντες. Η απόδειξη δε του ισχυρισμού της ότι η επίδικη λωρίδα ήταν κοινόχρηστη εξυπηρετούσε αυτή και τα τέκνα της, αφού θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην οδό ... και να διέρχονται τα οχήματά τους, κάτι που δεν επέτρεπε το μικρό πλάτος της διόδου, από την οποία είχαν πρόσβαση στην οδό ..., αλλά και να επιτύχει την έκδοση αδείας για την επέκταση της οικοδομής της, προϋπόθεση για την έκδοση της οποίας ήταν να υπάρχει μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του όλα εκείνα τα στοιχεία που, όπως λέχθηκε ανωτέρω, είναι απαραίτητα για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία του συγκατηγορουμένου της, για την οποία την κήρυξε ένοχη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι η αναιρεσείουσα, για όλους τους λόγους που λεπτομερώς εκθέτει, παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον συγκατηγορούμενό της την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας, αιτιολογείται δε πλήρως και ο άμεσος δόλος της (γνώση της αναληθείας των όσων, κατόπιν προτροπών και παραινέσεων της, κατέθεσε ο συγκατηγορούμενός της περί του ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν κοινόχρηστη και αφέθηκε σε κοινή χρήση από όλους τους παρόδιους ιδιοκτήτες). Δεν απαιτείται δε να αναφέρεται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, από ποια αποδεικτικά μέσα κατέληξε το Δικαστήριο στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αρκεί ότι τα μνημονεύει όλα κατ είδος.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσειβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 εδ.β ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, αίρει τον καταλογισμό του. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Από το εδ. β όμως της αυτής διατάξεως του άρθρου 30 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία αν η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει, καταρχήν, το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια, εν αντιθέσει προς την συγγνωστή νομική πλάνη η οποία αποκλείει και την εξ αμελείας τέλεση.
Συνεπώς, αν η άγνοια από το δράστη των περιστατικών για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οφείλεται σε αμέλεια αυτού, η πράξη καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, εφόσον η πράξη αυτή τιμωρείται και εξ αμελείας. Η απόρριψη του πιο πάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την πιο πάνω διάταξη, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών η αναιρεσείουσα πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε προφορικά, περί πραγματικής πλάνης. Όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, το Δικαστήριο, με την αναφερθείσα ως άνω πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν κοινόχρηστη και δεν δικαιούταν να κάνει χρήση αυτής. Στη συνέχεια της παραδοχής αυτής αλλά και της καταδικαστικής για ψευδορκία του συγκατηγορουμένου της κρίσεως με την παραδοχή ότι το επί του ζητήματος αυτού αντίθετο περιεχόμενο της ως άνω καταθέσεώς του ήταν ψευδές, απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό. Η αιτιολογία που κατά τα άνω διέλαβε για την απόρριψη του περί πραγματικής πλάνης ισχυρισμού είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια των άρθρων 93 του Συντάγματος και 129 ΚΠΔ, αφού με την ανωτέρω πλήρη αιτιολογία έκρινε ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν ήταν κοινόχρηστη και δεν δικαιούταν να κάνει χρήση αυτής, αφού αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των πολιτικώς εναγόντων, παραδοχή που αποκλείει την και εξ αμελείας ακόμη πραγματική πλάνη της σε σχέση με οποιοδήποτε από τα στοιχεία της πράξης που της αποδίδεται και αναφέρονται ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη και δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αντικρούσει καθένα από τα αποδεικτικά στοιχεία και επιχειρήματα που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού, μεταξύ των οποίων, έγγραφα, συμβόλαια, αεροφωτογραφία, τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, αναγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο, όπως και την επίκληση του άρθρο 28 Ν. 1337/1983, κατά το οποίο "... Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κείμενων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα... ", αφού το Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι η επίδικη εδαφική έκταση δεν είχε αφεθεί σε κοινή χρήση από τους παρόδιους ιδιοκτήτες, αλλά αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των πολιτικώς εναγόντων και ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστη, κάτι το οποίο, όπως ανέλεγκτα δέχεται, έγινε δεκτό και με την 7110/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την 5382/2006 απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η αναγνωριστική της κυριότητος της εκτάσεως αυτής αγωγή της αναιρεσείουσας και των τέκνων της και έγινε δεκτή η αντίθετη αγωγή των πολιτικώς εναγόντων, οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν κατ ισομοιρία συγκύριοι της εκτάσεως, απέκρουσε την συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η εν λόγω διάταξη για να σχηματισθούν οι αναφερόμενοι σ αυτήν χώροι κοινής χρήσεως και να περιέλθουν στον οικείο Δήμο και δεν χρειαζόταν να διαλάβει επιπλέον αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. Δ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι απέρριψε, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί πραγματικής πλάνης τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων οι οποίοι παρέστησαν (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 25-5-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμ. 3056/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ' αυτή. Έννοια στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 2005/2009, ΑΠ 758/2007). Αιτιολογία αποφάσεως. Πότε είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς όπως και ο περί πραγματικής πλάνης. Τι πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι πλήρης ως προς ηθικό αυτουργό (ΑΠ 202/ 2008). Ψευδορκία σε ένορκη βεβαίωση. Πρέπει στην απόφαση να αναφέρεται η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η βεβαίωση, ελλείψει της οποίας η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη ως αποδεικτικό (ΑΠ 758/2007) εκτός αν πρόκειται για διαδικασία στην οποία εκτιμάται ως αποδεικτικό μέσο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, παρότι λήφθηκε χωρίς να κλητευθεί ο αντίδικος, όπως είναι εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1633/2002). Πραγματική πλάνη. Έννοια. Στοιχεία. Αποτελέσματα του ισχυρισμού (ΑΠ 207/2007). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Πλάνη πραγματική.
| 0
|
Αριθμός 119/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Νοτάρη, περί αναιρέσεως της 1538/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 449/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, είναι παραδεκτή η άσκηση αναίρεσης για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 ΚΠΔ μεταξύ των οποίων η έλλειψη αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα και η υπέρβαση εξουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα ή μη της κρίσης για το απαράδεκτο. Η απόφαση αυτή για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επίδοσης της απόφασης, τον χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοσή της, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού της επίδοσης, εκτός αν με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρα βία, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 § 1 ΚΠΔ, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται με την έφεση είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, λόγω της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε της εμπρόθεσμης άσκησης του ενδίκου μέσου, στην έννοια της οποίας όμως δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης και εντεύθεν η μη γνώση από τον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση αυτός μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγος ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 37459/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τής κατηγορουμένης για σωματική βλάβη ανηλίκου κατά συναυτουργία. Επακολούθησε η διενέργεια προανάκρισης, κατά το στάδιο τής οποίας κλήθηκε η κατηγορουμένη να απολογηθεί και η οποία δήλωσε στην από 5.9.2001 απολογία της ως διεύθυνση κατοικίας της την οδό ... που βρίσκεται στην περιοχή τού .... Η κατηγορουμένη μετώκησε στην οδό ..., χωρίς, όμως, στη συνέχεια να δηλώσει στην Εισαγγελία την αλλαγή αυτή τής διεύθυνσης της, όπως είχε προς τούτο νόμιμη υποχρέωση. Το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε με θυροκόλληση, δεδομένου, ότι αναζητηθείσα στην ανωτέρω διεύθυνση δεν ανευρέθη εκεί, ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στη διάταξη του αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως τής επιμελήτριας τής Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .... Έτσι, η κατηγορουμένη κατεδικάσθη για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα προς 4,45 ευρώ ημερησίως, με την υπ' αριθ. 37459/27-5-2005 απόφαση τού Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε και πάλι νομίμως με θυροκόλληση, δεδομένου, ότι αναζητηθείσα στην ανωτέρω διεύθυνση δεν ανευρέθη εκεί, ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στη διάταξη τού αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ, όπως προκύπτει από το από ...σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως τής ίδιας πιο πάνω επιμελήτριας τής Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .... Συνελήφθη προς εκτέλεση τής εν λόγω καταδικαστικής αποφάσεως και άσκησε αυτή το ένδικο μέσο τής εφέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 9233/12.11.2008 σχετική έκθεση, που υπεγράφη αντ' αυτής από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο πληρεξούσιο Δικηγόρο της Δημήτριο Μήλλα. Στην έκθεση διαλαμβάνονται δύο λόγοι και συγκεκριμένα αυτός, με τον οποίο παραπονείται για την ενοχή της και ο δεύτερος, ο οποίος αναφέρεται στην άκυρη επίδοση της εκκαλουμένης. Οι λόγοι αυτοί είναι παραδεκτοί, αφού εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πραγματικά περιστατικά αβάσιμος, όμως, αυτός της άκυρης επίδοσης, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αμφότερες οι επιδόσεις έγιναν εγκύρως. Στην έκθεση δε τής εφέσεως δεν περιέχεται λόγος ανώτερης βίας, εξαιτίας τής οποίας η κατηγορουμένη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως το ένδικο μέσο τής εφέσεως εκθέτοντας προς τούτο τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, χωρίς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, να αρκεί το γεγονός, ότι δεν είχε λάβει γνώση τής καταδικαστικής αποφάσεως. Απλώς αυτή μάχεται κατά τού κύρους τής επιδόσεως, που, όμως, δεν αποτελεί επίκληση λόγου ανώτερης βίας. Οι κατά την επ' ακροατηρίου δε συμπληρώσεις τής εκθέσεως εφέσεως είναι ανεπίτρεπτες, ούτε παραβιάζεται το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Τέλος, δεν προκύπτει, κατά την κρίση τού Δικαστηρίου, καμία αμφιβολία περί αυτού, ώστε να ερευνηθεί και να ερμηνευθεί υπέρ τής εκκαλούσας κατηγορουμένης, η οποία από δική της παράλειψη στερήθηκε τού δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, δεν συντρέχει απολύτως καμία περίπτωση παραβιάσεως τής παραπάνω διατάξεως τού αρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η κατηγορουμένη. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η ασκηθείσα από την κατηγορουμένη έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της και να καταδικασθεί αυτή στα νόμιμα δικαστικά έξοδα".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει όλα τα απαραίτητα πιο πάνω στοιχεία και δη τον χρόνο της επίδοσης της απόφασης, τον χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως. Περαιτέρω πλήρως αιτιολογεί και τη μη ύπαρξη ανωτέρας βίας, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, αφού η μη γνώση της έκδοσης της απόφασης αυτής, οφείλεται στο κύρος της επίδοσης κατά του οποίου βάλλει και δεν συνιστά λόγω ανωτέρας βίας. Κατά συνέπεια με την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του και καμμία ακυρότητα της διαδικασίας δεν προκλήθηκε και οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. δ', η και α' λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2009 αίτηση της ... για αναίρεση της 1538/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει την ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη).
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια.
| 0
|
Αριθμός 117/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαΐου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 849/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 276/9.9.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 7/28-5-2009 έκθεση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ' αριθ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς με το υπ' αριθ. 13/12-3-2007 βούλευμά του, παρέπεμψε και την αναιρεσείουσα ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού, σε απάτη από κοινού, κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 45, 46 §ια, 13στ και 386 §§1 και 3 στοιχ. α' του Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα την υπ' αριθ. 4/3-4-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση αυτή. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η αναιρεσείουσα την υπ' αριθ. 30/7-12-2007 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 133/2009 απόφαση του Δικαστηρίου σας (ΣΤ Ποινικού Τμήματος - σε Συμβούλιο), η οποία ανήρεσε εν μέρει το υπ' αριθ. 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, αναφορικά με την αναιρεσείουσα και παρέπεμψε την υπόθεση, ως προς αυτήν, στο ίδιο Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Συμβούλιο της παραπομπής εξέδωσε στη συνέχεια το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη αναίρεση 309/2009 βούλευμά του, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση της αναιρεσείουσας. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 28-4-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο της Μιχ. Κουκούνα στις 18-5-2009. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή αφού ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 28-5-2009 και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της απόλυτης ακυρότητας, υπέρβασης εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 §ια', β', δ' και στ' Κ.Π.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠοινΧρον. ΛΖ 162, ΑΠ 610/2002 ΠοινΔικ 2002.988). Ενόψει και του άρθρου 17 του ΠΚ, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (ΟλΑΠ 293/67 Ποιν Χρον. ΙΖ 4857 ΑΠ 691/97 ΠοινΧρον. ΜΗ 176). Το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, όπου προβλέπονται οι διακεκριμένες-κακουργηματικές μορφές απάτης είχε ως εξής "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το αρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και απέκτησε το εξής περιεχόμενο. "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και απέκτησε την ισχύουσα μορφή της, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 73.000 ευρώ).Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη".Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 §ια του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (Α.Π. 180/2008 Π.Χρ. ΝΗ/1000). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ. Νστ/627, ΑΠ 1687/2002 Ποιν. Χρ. Νγ/638, ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39). Ακόμη όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 §1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν τη διάταξη αυτή την παραβίασε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (δείτε και Α.Π. 431/07 Π.Χρ. ΝΖ/502).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 309/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι "από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που έχει συλλεγεί κατά την προανάκριση και την κύρια ανάκριση, τα έγγραφα της δικογραφίας, εκτός από τις από 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σώματος Δ.Ο.Ε. Διεύθυνσης Αττικής που δεν λαμβάνονται υπόψη ως πάσχουσες από απόλυτη ακυρότητα, διότι για τη συγκρότησή τους χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της κατηγορουμένης και ήδη εκκαλούσας, πριν αποδοθεί σε βάρος της ποινική κατηγορία (Ολομ. Α.Π. 1/2004 Π.Χρ. 2005 σελ. 113), τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν δημοσίως την ως άνω κατηγορία εναντίον της εκκαλούσας και την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, για τους αναφερόμενους στην Εισαγγελική πρόταση λόγους στους οποίους ως ορθούς, νόμιμους και σύμφωνους με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και το Συμβούλιο αυτό προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, εξ ολοκλήρου αναφέρεται". Έχουν δε οι αναφερόμενοι στην εισαγγελική πρόταση λόγοι ως εξής: Ύστερα από την 30-5-2003 έγκληση του Ψ, κατοίκου ..., και αφού προηγήθηκε προκαταρκτική εξέταση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκ των κατηγορουμένων, που προσήλθαν και απολογήθηκαν, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία, για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς παρέπεμψε την εκκαλούσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί η εκκαλούσα, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε σύνολη εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα). Δηλαδή, τα προκύψαντα περιστατικά, που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας πρότασης μαζί με τις σχετικές παραδοχές της νομολογίας. Συμπληρωματικώς, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Ο ΑΑ από κοινού με τους ΒΒ, ΕΕ και Χ (εκκαλούσα), με πρόθεση προκάλεσαν, στα σεμινάρια που διοργάνωναν, στους συγκατηγορουμένους τους ΓΓ και ΔΔ την απόφαση να διαπράξουν την πράξη της απάτης από κοινού κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από κοινού οι τέσσερις πρώτοι παρείχαν προς τους φυσικούς αυτουργούς της πράξεως αυτής οδηγίες και καθοδήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσίαζαν τα δήθεν χρηματοοικονομικά και επενδυτικά προϊόντα προς τρίτους επενδυτές, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (αφού τα εν λόγω προϊόντα, όπως το αμοιβαίο κεφάλαιο Goldsmith Investment Fund, ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτα), ώστε να τους πείσουν να τους παραδώσουν εν είδει επενδύσεως τα χρήματα τους, τα οποία στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν. Από το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, από την οποία προκλήθηκε σε αυτόν ζημία ύψους 22.650 ευρώ με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων. Οι δράστες προέκυψε ότι είχαν διαμορφώσει μία υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με σκοπό πορισμού εισοδήματος. Ανάμεσα στα ιδιαίτερα τεχνάσματα ήταν η οργάνωση ενός ολόκληρου πλέγματος ψευδών παραστάσεων με την εμφάνιση μιας άρτιας επιχειρηματικής υποδομής και με τη χρήση υπαρκτών και μη εταιρικών επωνυμιών, ημεδαπών και αλλοδαπών προκειμένου να πείθονται οι προσερχόμενοι πελάτες ότι η επιχείρηση είναι νόμιμη και φερέγγυα και να παραδίδουν σε αυτούς σημαντικά χρηματικά ποσά. Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, με πρόθεση προκάλεσαν από κοινού στην ΓΓ και στον ΔΔ την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν της απάτης κατ' επάγγελμα. Oι ΓΓ και ΔΔ, ενεργώντας κατ' εντολή και με την προτροπή των ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους παρέστησαν ψευδώς, εν γνώσει τους, στον Ψ ότι το GOLDSMITH είναι ένα αξιόπιστο και ασφαλές επενδυτικό προϊόν. Με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν, εκμεταλλευόμενοι τη δική τους εμπειρία σε σχετικά χρηματοοικονομικά πακέτα και την απειρία του παθόντος, να τους καταβάλει το ποσό των 22.650 ευρώ. Η απάτη ήταν πολύ καλά οργανωμένη, καθόσον οι συμβάσεις συνοδεύονταν από πλαστογραφημένα ασφαλιστικά συμβόλαια των LLOYDS Λονδίνου, τα τηλεφωνήματα των επενδυτών στο εξωτερικό εκτρέπονταν στα τηλέφωνα της HEDLEY στη ..., και οι όποιες ερωτήσεις απαντώνταν από τους υπαλλήλους των Αφών ΑΑ-ΒΒ. Από την ανάκριση επίσης προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, στα πλαίσια αυτής της υποδομής που οργάνωσαν, στους ανωτέρω χρόνους, κάλεσαν πολλούς συνεργάτες, μεταξύ των οποίων και την ΓΓ, στα γραφεία της εταιρίας HEDLEY, ... στη ... και τους παρουσίασε σε μορφή σεμιναρίου τον τρόπο (επιχειρήματα, τεχνικά μέσα που θα χρησιμοποιούν και τους αριθμούς των τραπεζικών λογαριασμών, στους οποίους θα γίνονται οι καταθέσεις χρημάτων), με τον οποίο οι τελευταίοι θα πείθουν τρίτους να επενδύουν τα χρήματα τους στο επενδυτικό πρόγραμμα αμοιβαίου κεφαλαίου Goldsmith Investment Fund, προϊόν της εταιρίας Goldsmith Investment Limited. Μέσα από ένα δαιδαλώδες δίκτυο πώλησης, το οποίο προσπαθούσε να εξεύρει συνεργάτες, που έχουν πολλές και σημαντικές γνωριμίες με οικονομικά ισχυρούς παράγοντες της αγοράς και έχοντας ως όπλο τις υποσχόμενες σταθερές και υψηλές αποδόσεις, αλλά και στηριζόμενοι στη διαφήμιση οι κατηγορούμενοι προσέλκυσαν σημαντικά κεφάλαια. Επιπλέον παρείχαν και σχετικό έντυπο υλικό, με αποτέλεσμα να πείθουν τα θύματα τους για επενδύσεις, όπως η συγκεκριμένη περίπτωση από την οποία προέκυψε όφελος για τους κατηγορουμένους 22.650 ευρώ, με βλάβη αντίστοιχα την περιουσία του Ψ. Ο ρόλος της Χ (εκκαλούσας) ήταν επίσης ουσιαστικός και καθόλα συντονιστικός. Η ανωτέρω γνώριζε για τη λειτουργία του κεφαλαίου και βοηθούσε στην ενημέρωση των ανά την Ελλάδα μεσιτών πρακτόρων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε άλλες εταιρίες των Αφών ΑΑ-ΒΒ, η Χ (εκκαλούσα) κατείχε διευθυντικές θέσεις (στην Τηρέας ΑΕ, Αντιπρόεδρος και αναπληρώτρια εκπρόσωπος σε περίπτωση κωλύματος του ΑΑ, στην Matrix εκπρόσωπος). Στην συγκεκριμένη περίπτωση καθοριστικός ήταν ο ρόλος της ΓΓ, η οποία, μαζί με τον ΔΔ, παρουσιάστηκαν ως μεσάζοντες στην κατάρτιση του επενδυτικού προγράμματος, και οι οποίοι, όπως προκύπτει, είχαν την κατάλληλη ενημέρωση και διασύνδεση με τους υπόλοιπους, προκειμένου να πείσουν τον παθόντα για την ύπαρξη και την αξιοπιστία ενός ανύπαρκτου επενδυτικού προϊόντος. Ο ΔΔ, μάλιστα (όπως καταθέτει ο ...) συνέστησε στον παθόντα, να μην αναζητήσει πρόγραμμα της Metrolife (αν και αυτός ήταν διευθυντής της), αλλά να επενδύσει στο Goldsmith. Εξάλλου, ο κάθε συνεργάτης της εταιρίας OVB HELLAS (στην προκείμενη περίπτωση η ΓΓ) παρουσίαζε στον υποψήφιο πελάτη του όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα των εταιριών που είχαν σχέση με την OVB στην Ελλάδα και άφηνε τον πελάτη να επιλέξει εκείνο το προϊόν που ταίριαζε καλύτερα στις ανάγκες. Εφόσον ο πελάτης επέλεγε το αμοιβαίο κεφάλαιο Goldsmith, ο συνεργάτης του παρέδιδε την αίτηση συμμετοχής που του είχε παραδώσει η εταιρία HEDLEY. Σε κάθε περίπτωση η προώθηση αμοιβαίων κεφαλαίων από την OVB διακόπηκε από 1-6-2001. Τέλος, η κατ' επάγγελμα (άρθρ.13στ ΠΚ) τέλεση των αποδιδόμενων στους κατηγορουμένους πράξεων ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκκρεμούν και άλλες (16) συναφείς υποθέσεις στην 2η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, διότι υπάρχουν περιστατικά που αφορούν εκατοντάδες άλλους φερόμενους ως εξαπατηθέντες επενδυτές. Ύστερα από τις παραπάνω επισημάνσεις, θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε την εκκαλούσα κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο) με την κρινόμενη έφεση της, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, να επικυρωθεί ως προς την πιο πάνω διάταξη του, κατ' άρθρο 319 παρ.3 Κ.Π.Δ., το εκκαλούμενο βούλευμα και κατ' εφαρμογή του άρθρου 583 παρ.1 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 παρ.1 Ν.3160/2003, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας.) Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορούμενη αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού στην απάτη από κοινού και κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 5.000.000 δραχμές (15.000 ευρώ), διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο βούλευμα, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προανάκριση που προηγήθηκε αυτής, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο να δικασθεί για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 §ια, 13 στ' και 386 §§1 και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Δεν απαιτείτο δε ειδικότερη αιτιολόγηση της απόρριψης ή μη του λόγου εφέσεως που αναφέρονταν στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την αποδεικτική αξιοποίηση των ενόρκων καταθέσεων της αναιρεσείουσας κατά την προδικασία και πριν της αποδοθεί οποιαδήποτε κατηγορία, διότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που κατά παραπομπή μετά την υπ' αριθ. 133/2009 απόφαση του Δικαστηρίου σας, επελήφθη και εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιοποίησε τις καταθέσεις της αναιρεσείουσας που αυτή έδωσε στο ΣΔΟΕ πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και αναφέρονται στις μνημονευόμενες, στο προσβληθέν με την έφεση βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, όπως το βούλευμα αυτό εκ προοιμίου αναφέρει στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του. Ούτε περαιτέρω υπάρχει αναφορά στις πορισματικές αυτές αναφορές του ΣΔΟΕ στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος. Έτσι κατά τρόπο έμμεσο, αλλά σαφή, καθίσταται φανερό ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εν τοις πράγμασι με την εκτιθέμενη αναφορά του, έκανε δεκτό ως βάσιμο τον λόγον αυτόν εφέσεως της αναιρεσείουσας, μη αναφερθέν στα αναφερόμενα σ' αυτόν έγγραφα (πορισματικές εκθέσεις του ΣΔΟΕ) και δεν απαιτούνταν ειδικότερη αιτιολογία της απόρριψής του ή μη. Εστήριξε δε το προσβαλλόμενο βούλευμα την περί παραπομπής της αναιρεσείουσας κρίση του, στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που κατά κατηγορία αναφέρει. Η παραδοχή του δε αυτή δεν συνιστά τον με στοιχείο "Α1" αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας που η αναιρεσείουσα προβάλλει, ούτε τον με στοιχείο "Β" λόγο της υπέρβασης εξουσίας, συνιστάμενο στο ότι αποφάνθηκε το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, χωρίς να έχει την προς τούτο εξουσία, ότι δεν λαμβάνει υπόψη του τις πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ. Εκ της μη δε αφαιρέσεως από τη δικογραφία των μνημονευομένων στο πρωτόδικο βούλευμα πορισματικών αναφορών του ΣΔΟΕ και της θέσεώς τους στο αρχείο της Εισαγγελίας, δεν εχώρησε η απόλυτη ακυρότητα που η αναιρεσείουσα επικαλείται με τον πρώτο με στοιχείο "Α2" λόγο της αναίρεσής της, αφού αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα (δείτε και Α.Π. (Ολομ.) 1/2004 Π.Χρ. ΝΕ/113). Κατ' ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμη στην ουσία της ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθ. 7/28-5-2009 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ' αριθ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 3-7-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 7/2009 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η υπ' αριθμ. 4/3.4.2007 έφεση της κατά του υπ' αριθμ. 13/2007 παραπεμπτικού γι'αυτήν βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, μετά την έκδοση του υπ' αριθμ. 1032/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και των υπ' αριθμ. 1828/2008 και 133/2009 βουλευμάτων του Συμβουλίου τούτου του Αρείου Πάγου. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Το υποβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αίτημα της αναιρεσείουσας να γνωρίσει το περιεχόμενο της εισαγγελικής πρότασης προς το Συμβούλιο αυτό 9άρθρα 308 παρ. 2 και 485 παρ. 1 του ΚΠΔ) έγινε δεκτό και αυτή (ο αντίκλητος δικηγόρος της) έλαβε γνώση της σχετικής εισαγγελικής πρότασης (βλ. την από 10.9.2009 σχετική σημείωση στην αρχή της ανωτέρω εισαγγελικής πρότασης). Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ "όποιο με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠοινΧρον. ΛΖ 162). Ενόψει και του άρθρου 17 του ΠΚ, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (ΟλΑΠ 293/67 Ποιν Χρον. ΙΖ 485, ΑΠ 1656/2007 ΠοινΧρον. Η 536). Το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, όπου προβλέπονται οι διακεκριμένες-κακουργηματικές μορφές απάτης είχε ως εξής "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το αρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και απέκτησε το εξής περιεχόμενο. "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και απέκτησε την ισχύουσα μορφή της, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 73.000 ευρώ).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη" (ΑΠ 211/2007 ΠΧ ΝΗ/39).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 §ια του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (Α.Π. 180/2008 Π.Χρ. ΝΗ/1000). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης" (Βλ. επί απάτης την ΑΠ 660/1999 ΠΝ 1999/199). Περαιτέρω, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 2464/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/627 και ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39).
Ακόμη, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 §1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν τη διάταξη αυτή την παραβίασε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 431/07 Π.Χρ. ΝΖ/502).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 309/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό ειδική και εμπεριστατωμένη πρόταση του αρμοδίου Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι "από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που έχει συλλεγεί κατά την προανάκριση και την κύρια ανάκριση, τα έγγραφα της δικογραφίας, εκτός από τις από 27-4-2004 και 15-12-2004 πορισματικές αναφορές του Σώματος Δ.Ο.Ε. Διεύθυνσης Αττικής που δεν λαμβάνονται υπόψη ως πάσχουσες από απόλυτη ακυρότητα, διότι για τη συγκρότησή τους χρησιμοποιήθηκαν και οι ένορκες εξετάσεις της κατηγορουμένης και ήδη εκκαλούσας, πριν αποδοθεί σε βάρος της ποινική κατηγορία (Ολομ. Α.Π. 1/2004 Π.Χρ. ΝΕ σελ. 113), τις καταθέσεις των μαρτύρων και την απολογία της κατηγορουμένης προέκυψε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν δημοσίως την ως άνω κατηγορία εναντίον της εκκαλούσας και την παραπομπή της στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, για τους αναφερόμενους στην Εισαγγελική πρόταση λόγους στους οποίους ως ορθούς, νόμιμους και σύμφωνους με τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και το Συμβούλιο αυτό προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, εξ ολοκλήρου αναφέρεται". Έχουν δε οι αναφερόμενοι στην εισαγγελική πρόταση λόγοι ως εξής: "Ύστερα από την 30-5-2003 έγκληση του Ψ, κατοίκου ..., και αφού προηγήθηκε προκαταρκτική εξέταση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα υπάρχοντα στη δικογραφία έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των εκ των κατηγορουμένων, που προσήλθαν και απολογήθηκαν, προέκυψαν και κατά τη δική μας κρίση (σε βαθμό επαρκών ενδείξεων) τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την προεκτεθείσα κατηγορία, για την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς παρέπεμψε την εκκαλούσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης με το εκκαλούμενο βούλευμα. Η αξιόποινη πράξη για την οποία κρίθηκε (σε πρώτο βαθμό) ότι πρέπει να παραπεμφθεί η εκκαλούσα, εναρμονίζεται με το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (και σε σύνολη εκτίμηση και αναφορικά με τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα). Δηλαδή, τα προκύψαντα περιστατικά, που αναφέρονται στο προεκτεθέν κατηγορητήριο και ακόμη αναλυτικότερα εκτίθενται στο εκκαλούμενο βούλευμα, ορθώς έχουν υπαχθεί στις ποινικές διατάξεις που σημειώθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας πρότασης μαζί με τις σχετικές παραδοχές της νομολογίας. Συμπληρωματικώς, επισημαίνουμε τα ακόλουθα: Ο ΑΑ από κοινού με τους ΒΒ, ΕΕ και Χ (εκκαλούσα), με πρόθεση προκάλεσαν, στα σεμινάρια που διοργάνωναν, στους συγκατηγορουμένους τους ΓΓ και ΔΔ την απόφαση να διαπράξουν την πράξη της απάτης από κοινού κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Από κοινού οι τέσσερις πρώτοι παρείχαν προς τους φυσικούς αυτουργούς της πράξεως αυτής οδηγίες και καθοδήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσίαζαν τα δήθεν χρηματοοικονομικά και επενδυτικά προϊόντα προς τρίτους επενδυτές, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (αφού τα εν λόγω προϊόντα, όπως το αμοιβαίο κεφάλαιο Goldsmith Investment Fund, ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτα), ώστε να τους πείσουν να τους παραδώσουν εν είδει επενδύσεως τα χρήματα τους, τα οποία στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν. Από το ανωτέρω αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, από την οποία προκλήθηκε σε αυτόν ζημία ύψους 22.650 ευρώ με αντίστοιχο όφελος των κατηγορουμένων. Οι δράστες προέκυψε ότι είχαν διαμορφώσει μία υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με σκοπό πορισμού εισοδήματος. Ανάμεσα στα ιδιαίτερα τεχνάσματα ήταν η οργάνωση ενός ολόκληρου πλέγματος ψευδών παραστάσεων με την εμφάνιση μιας άρτιας επιχειρηματικής υποδομής και με τη χρήση υπαρκτών και μη εταιρικών επωνυμιών, ημεδαπών και αλλοδαπών προκειμένου να πείθονται οι προσερχόμενοι πελάτες ότι η επιχείρηση είναι νόμιμη και φερέγγυα και να παραδίδουν σε αυτούς σημαντικά χρηματικά ποσά. Με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, με πρόθεση προκάλεσαν από κοινού στην ΓΓ και στον ΔΔ την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν της απάτης κατ' επάγγελμα. Oι ΓΓ και ΔΔ, ενεργώντας κατ' εντολή και με την προτροπή των ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους παρέστησαν ψευδώς, εν γνώσει τους, στον Ψ ότι το GOLDSMITH είναι ένα αξιόπιστο και ασφαλές επενδυτικό προϊόν. Με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν, εκμεταλλευόμενοι τη δική τους εμπειρία σε σχετικά χρηματοοικονομικά πακέτα και την απειρία του παθόντος, να τους καταβάλει το ποσό των 22.650 ευρώ. Η απάτη ήταν πολύ καλά οργανωμένη, καθόσον οι συμβάσεις συνοδεύονταν από πλαστογραφημένα ασφαλιστικά συμβόλαια των LLOYDS Λονδίνου, τα τηλεφωνήματα των επενδυτών στο εξωτερικό εκτρέπονταν στα τηλέφωνα της HEDLEY στη ..., και οι όποιες ερωτήσεις απαντώνταν από τους υπαλλήλους των Αφών ΑΑ-ΒΒ. Από την ανάκριση επίσης προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, στα πλαίσια αυτής της υποδομής που οργάνωσαν, στους ανωτέρω χρόνους, κάλεσαν πολλούς συνεργάτες, μεταξύ των οποίων και την ΓΓ, στα γραφεία της εταιρίας HEDLEY, ... στη ... και τους παρουσίασε σε μορφή σεμιναρίου τον τρόπο (επιχειρήματα, τεχνικά μέσα που θα χρησιμοποιούν και τους αριθμούς των τραπεζικών λογαριασμών, στους οποίους θα γίνονται οι καταθέσεις χρημάτων), με τον οποίο οι τελευταίοι θα πείθουν τρίτους να επενδύουν τα χρήματα τους στο επενδυτικό πρόγραμμα αμοιβαίου κεφαλαίου Goldsmith Investment Fund, προϊόν της εταιρίας Goldsmith Investment Limited. Μέσα από ένα δαιδαλώδες δίκτυο πώλησης, το οποίο προσπαθούσε να εξεύρει συνεργάτες, που έχουν πολλές και σημαντικές γνωριμίες με οικονομικά ισχυρούς παράγοντες της αγοράς και έχοντας ως όπλο τις υποσχόμενες σταθερές και υψηλές αποδόσεις, αλλά και στηριζόμενοι στη διαφήμιση οι κατηγορούμενοι προσέλκυσαν σημαντικά κεφάλαια. Επιπλέον παρείχαν και σχετικό έντυπο υλικό, με αποτέλεσμα να πείθουν τα θύματα τους για επενδύσεις, όπως η συγκεκριμένη περίπτωση από την οποία προέκυψε όφελος για τους κατηγορουμένους 22.650 ευρώ, με βλάβη αντίστοιχα την περιουσία του Ψ. Ο ρόλος της Χ (εκκαλούσας) ήταν επίσης ουσιαστικός και καθόλα συντονιστικός. Η ανωτέρω γνώριζε για τη λειτουργία του κεφαλαίου και βοηθούσε στην ενημέρωση των ανά την Ελλάδα μεσιτών πρακτόρων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε άλλες εταιρίες των Αφών ΑΑ-ΒΒ, η Χ (εκκαλούσα) κατείχε διευθυντικές θέσεις (στην Τηρέας ΑΕ, Αντιπρόεδρος και αναπληρώτρια εκπρόσωπος σε περίπτωση κωλύματος του ΑΑ, στην Matrix εκπρόσωπος). Στην συγκεκριμένη περίπτωση καθοριστικός ήταν ο ρόλος της ΓΓ, η οποία, μαζί με τον ΔΔ, παρουσιάστηκαν ως μεσάζοντες στην κατάρτιση του επενδυτικού προγράμματος, και οι οποίοι, όπως προκύπτει, είχαν την κατάλληλη ενημέρωση και διασύνδεση με τους υπόλοιπους, προκειμένου να πείσουν τον παθόντα για την ύπαρξη και την αξιοπιστία ενός ανύπαρκτου επενδυτικού προϊόντος. Ο ΔΔ, μάλιστα (όπως καταθέτει ο ...) συνέστησε στον παθόντα, να μην αναζητήσει πρόγραμμα της Metrolife (αν και αυτός ήταν διευθυντής της), αλλά να επενδύσει στο Goldsmith. Εξάλλου, ο κάθε συνεργάτης της εταιρίας OVB HELLAS (στην προκείμενη περίπτωση η ΓΓ) παρουσίαζε στον. υποψήφιο πελάτη του όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα των εταιριών που είχαν σχέση με την OVB στην Ελλάδα και άφηνε τον πελάτη να επιλέξει εκείνο το προϊόν που ταίριαζε καλύτερα στις ανάγκες. Εφόσον ο πελάτης επέλεγε το αμοιβαίο κεφάλαιο Goldsmith, ο συνεργάτης του παρέδιδε την αίτηση συμμετοχής που του είχε παραδώσει η εταιρία HEDLEY. Σε κάθε περίπτωση η προώθηση αμοιβαίων κεφαλαίων από την OVB διακόπηκε από 1-6-2001. Τέλος, η κατ' επάγγελμα (άρθρ.13 στ' ΠΚ) τέλεση των αποδιδόμενων στους κατηγορουμένους πράξεων ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκκρεμούν και άλλες (16) συναφείς υποθέσεις στην 2η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, διότι υπάρχουν περιστατικά που αφορούν εκατοντάδες άλλους φερόμενους ως εξαπατηθέντες επενδυτές. Ύστερα από τις παραπάνω επισημάνσεις, θεωρούμε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς ορθώς έκρινε ότι υφίστανται επαρκείς ενδείξεις που επιβάλλουν τον έλεγχο της υποθέσεως με την αποδεικτική διαδικασία του ακροατηρίου και παρέπεμψε την εκκαλούσα κατηγορούμενη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Α' Βαθμού (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αβασίμως δε η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα (ότι δηλαδή έσφαλε στην κρίση του το Πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο) με την κρινόμενη έφεση της, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, να επικυρωθεί ως προς την πιο πάνω διάταξη του, κατ' άρθρο 319 παρ.3 Κ.Π.Δ., το εκκαλούμενο βούλευμα και κατ' εφαρμογή του άρθρου 583 παρ.1 Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 παρ.1 Ν.3160/2003, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της εκκαλούσας". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δια της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορούμενη αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού στην απάτη από κοινού και κατ' επάγγελμα από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 5.000.000 δραχμές (15.000 ευρώ), διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο βούλευμα, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προανάκριση που προηγήθηκε αυτής, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο να δικασθεί για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 §ια, 13 στ' και 386 §§1 και 3α του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Δεν απαιτείτο δε ειδικότερη αιτιολόγηση της απόρριψης ή μη του λόγου εφέσεως που αναφερόταν στην απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την αποδεικτική αξιοποίηση των ενόρκων καταθέσεων της αναιρεσείουσας κατά την προδικασία και πριν της αποδοθεί οποιαδήποτε κατηγορία, διότι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που κατά παραπομπή σ'αυτό με το υπ' αριθμ. 133/2009 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου επιλήφθηκε και εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιοποίησε τις καταθέσεις της αναιρεσείουσας που αυτή έδωσε στο ΣΔΟΕ πριν αποκτήσει την ιδιότητα της κατηγορουμένης και αναφέρονται στις μνημονευόμενες στο προσβληθέν με την έφεση βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, πορισματικές αναφορές του ΣΔΟΕ, όπως το βούλευμα αυτό εκ προοιμίου αναφέρει στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του (Βλ. τέλος 18ης σελίδας και αρχή 19ης σελίδας του βουλεύματος αυτού). Ακόμα δεν υπάρχει αναφορά στις πορισματικές αναφορές των υπαλλήλων Κ.Φωτοπούλου και Μαρίας Βρή του ΣΔΟΕ στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Έτσι κατά τρόπο έμμεσο, αλλά σαφή, καθίσταται φανερό ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στην πραγματικότητα με την εκτιθέμενη αναφορά του για τα αποδεικτικά μέσα, έκανε δεκτό ως βάσιμο το λόγο αυτό εφέσεως της αναιρεσείουσας, μη συνεκτιμώντας και μη συναξιολογώντας με τα λοιπά έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία τις προμνημονευόμενες πορισματικές αναφορές χωρίς να διαλάβει ειδικότερη αιτιολογία ως προς αυτό (μη λήψη υπόψη των πορισματικών αναφορών), όπως ζήτησε η κατηγορουμένη, και χωρίς να καταλήξει σε διαφορετική κρίση όμως ως προς την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, με την παραδοχή της ύπαρξης από την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που κατά κατηγορία αναφέρει, επαρκών ενδείξεων σε βάρος της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 318 ΚΠΔ. Εξάλλου, με το να καταλήξει το προσβαλλόμενο βούλευμα σε απορριπτική διάταξη για την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας όσο αφορά την αναιρεσείουσα για δεύτερη φορά το υπ' αριθμ. 13/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς, δεν υπέπεσε στον από τα άρθρα 171 παρ. 1 και 484 παρ. 1 ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (περί απολύτου ακυρότητας με την προσβολή των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της που προβάλλει με τον υπό στοιχ. Α1 λόγο της κρινόμενης αίτησης. Ειδικότερα με τον προαναφερόμενο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ως άνω Συμβούλιο Εφετών παραβίασε τα υπερασπιστικά της δικαιώματα με το να μη συμμορφωθεί με τις οδηγίες και τις παραδοχές του υπ' αριθμ. 133/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου τούτου. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού επισημαίνοντας το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της κρίσης του περί παραπομπής της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου τις από 27.4.2004 και 15.12.2004 πορισματικές αναφορές των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, αλλά έλαβε υπόψη του τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από καμμία δε σύγκριση ή αναφορά του Συμβουλίου Εφετών προκύπτει ότι κατ' ουσίαν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των ανωτέρω πορισματικών αναφορών παρά τον τυπικό - λεκτικό αποκλεισμό τους. Προσέτι το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης εκδίδοντας το προσβαλλόμενο βούλευμά του δεν υπέπεσε στον προσβαλλόμενο με τον υπό στοιχ. Β' της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λόγο της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 484 παρ. 1 περ. στ' ΚΠΔ), συνιστάμενο κατά την αναιρεσείουσα στο ότι αποφάνθηκε το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, χωρίς να έχει την προς τούτο εξουσία, δηλαδή στο να μη λάβει υπόψη τους τις προμνημονευόμενες πορισματικές αναφορές των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, ενώ με το υπ' αριθμ. 133/2009 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου αναιρέθηκε το προηγούμενο υπ' αριθμ. 1032/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του λόγου περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, με το να συμπεριλάβει στα αποδεικτικά μέσα τις πορισματικές αναφορές - εκθέσεις υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, καθόσον από την άνω παραπομπή δεν δεσμευόταν. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης κατά την εκ νέου εξέταση της υπόθεσης να αποκλείσει ρητώς από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τις ανωτέρω πορισματικές αναφορές, που αποτελούσε άλλωστε λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά του υπ'αριθμ. 13/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κιλκίς και με αυτόν τον τρόπο έκανε δεκτό, χωρίς όμως να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου για να δικασθεί ως υπαίτια για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη. Τέλος, από τη μη αφαίρεση από τη δικογραφία των μνημονευομένων στο πρωτόδικο βούλευμα πορισματικών αναφορών του ΣΔΟΕ και της θέσεώς τους στο αρχείο της Εισαγγελίας (για να αποκλεισθεί κατά την αναιρεσείουσα το ενδεχόμενο της λήψης τους υπόψη από τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια και δικαστήρια που θα εξετάσουν την υπόθεση, χωρίς τούτο να αναφέρεται κατά φανερό τρόπο στο βούλευμα ή στην απόφαση και να καθίσταται γνωστό στους λοιπούς παράγοντες της δίκης), δεν χώρησε από την τοιαύτη παράλειψη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και υπό στοιχ. Α2 λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, αφού αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως έχει ήδη αναφερθεί (Ολ.ΑΠ 1/2004 ΠΧ ΝΕ/113) και δεν έχει ακολουθήσει ακόμα άλλο στάδιο διαδικασίας και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος και έρευνα για λήψη ή μη λήψη υπόψη των ανωτέρω πορισματικών αναφορών. Μετά από όλα τα ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Μαΐου 2009 αίτηση της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ... (οδός ..), για αναίρεση του υπ' αριθμ. 309/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απάτη. Λόγοι: απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας για λήψη υπόψη πορισματικών αναφορών υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, που λήφθηκαν στην προανάκριση ως και καταθέσεις κατηγορουμένης πριν να αποκτήσει την εν λόγω ιδιότητα. Υπέρβαση εξουσίας Συμβουλίου Εφετών, μετά την παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό με βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Απόρριψη των λόγων αυτών ως αβασίμων. Αιτιολογία βουλεύματος και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απόρριψη και των δύο σχετικών λόγων αναίρεσης και απόρριψη αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία.
| 0
|
Αριθμός 116/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητής, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δουβαρά, περί αναιρέσεως της 1768/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Χ2, 2) Χ3 του Ζ, 3)Χ4 του Ζ, κατοίκους ..., και 4) Χ4 χήρα Ζ, κάτοικο ..., ως κληρονόμων του Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Κουρμπανά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.3.2008 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 16.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/2008.
Αφού άκουσε Του πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παράγραφος 1 και 224 παράγραφος 2 ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παράγραφος 1 και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παράγραφος 2. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το άρθρο 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά το άρθρο 363 ΠΚ, εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις τελευταίες διατάξεις, προκύπτει ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Περαιτέρω, ως έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, χωρίς να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία -και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή- όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 ΚΠΔ. Ειδικότερα επί καταδικαστικής απόφασης για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον η τελευταία υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλαμβάνεται στην απόφαση και να προσδιορίζεται και ο χρόνος κατά τον οποίο ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης ή και ενός έστω από τα πρόσωπα που τη διέπραξαν. Διαφορετικά, η αιτιολογία της απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν εκτίθενται αναγκαίως οι σκέψεις με τις οποίες υπάγονται τα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει την εμπρόθεσμη υποβολή της έγκλησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι (από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία), αποδείχτηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη, ενώ όπως διαπιστώθηκε γραφολογικά είχε υπογράψει η ίδια τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της ... Τράπεζας, ποσών 13.000.000 και 6.500.000 δραχμών, αντίστοιχα, (βλ. την αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου ... και την αναγνωσθείσα βεβαίωση γραφολογικής διερευνήσεως της γραφολόγου ...), ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος μηνυτή Ζ για πλαστογραφία, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των ως άνω επιταγών προς αυτόν, στην ... και στις 4 Απριλίου του έτους 2000, με την υπ' αριθμ. ... μήνυσή της, που κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, εν γνώσει της κατεμήνυσε ψευδώς τον ως άνω εγκαλούντα μηνυτή, ότι αυτός, χωρίς να έχει το προς τούτο νόμιμο δικαίωμα και χωρίς την εξουσιοδότησή της, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της στις ως άνω δύο επιταγές της ... Τράπεζας, πλην όμως ο εγκαλών μηνυτής Ζ, ύστερα και από διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 33651/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απαλλάχθηκε αμετάκλητα της κατηγορίας που αφορούσε την δήθεν από μέρους του πλαστογραφία της υπογραφής της κατηγορουμένης στις ως άνω δύο επιταγές με την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 62582/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (βλ. το αναγνωσθέν υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου και την υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών επί της αναγνωσθείσας υπ' αριθμ. 62582/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, στην ... και στις 4 Απριλίου 2000, ενεργώντας με πρόθεση, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση και συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση της προαναφερθείσας μηνύσεώς της σε βάρος του εγκαλούντος μηνυτή Ζ για πλαστογραφία των ως άνω επιταγών, ενώ γνώριζε ότι η υπογραφές της στις ως άνω επιταγές είχαν τεθεί από την ίδια και ήταν γνήσιες δικές της, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα και συγκεκριμένα επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μηνύσεώς της, ότι δηλαδή ο Ζ, χωρίς να έχει το προς τούτο νόμιμο δικαίωμα και χωρίς την εξουσιοδότησή της, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της στις προαναφερθείσες ως άνω δύο επιταγές της ... Τράπεζας. Τέλος, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, η κατηγορουμένη, στην ... και στις 4 Απριλίου του έτους 2000, ενεργώντας με πρόθεση, με την κατάθεση της ως άνω μηνύσεώς της στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ενώπιον του γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και ενώπιον όλων όσων έλαβαν γνώση της ως άνω μηνύσεως που υπέβαλε σε βάρος του εγκαλούντος μηνυτή Ζ, ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, γνωρίζοντας την αναλήθειά τους και συγκεκριμένα, ενώ γνώριζε ότι οι υπογραφές της στις ως άνω επιταγές είχαν τεθεί από την ίδια και ήταν γνήσιες δικές της, εν γνώσει της ισχυρίστηκε και διέδωσε ψευδώς ενώπιον των ως άνω τρίτων προσώπων ότι ο εγκαλών μηνυτής Ζ πλαστογράφησε τις υπογραφές της στις ως άνω δύο επιταγές, δηλαδή ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή, αφού τον χαρακτήριζαν ως ανέντιμο πλαστογράφο επιταγών. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως που κατηγορείται και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη τούτων, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, η κατηγορουμένη, μέχρι τις 4-4-2000 που τέλεσε τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γι' αυτό πρέπει να της αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παράγραφος 2 περ. α του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι, μέχρι της τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων που διέπραξε, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το διατακτικό της οποίας αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, κατά συγχώνευση, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 94 παράγραφος 1, 224 παράγραφος 2 -1, 229 παράγραφος 1 και 363-362 ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, το οποίο εν προκειμένω δεν αποτελεί απλή τυπική επανάληψη του διατακτικού, παρατίθενται τα αναγκαία κατά το νόμο πραγματικά περιστατικά για την στοιχειοθέτηση των προαναφερόμενων εγκλημάτων και μεταξύ αυτών: α) Αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα στις 4 Απριλίου 2000, που είναι ο χρόνος τελέσεως όλων των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της υπό στοιχεία ... μηνύσεώς της κατά την κατάθεση αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της μηνύσεώς της και της ενσωματωμένης σ' αυτήν πράξεως καταθέσεως, καθώς και των πρακτικών της προσβαλλομένης, εκ των οποίων προκύπτει ότι η ανωτέρω μήνυση αναγνώστηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, (σελ. 6, έγγραφο υπό στοιχ. 3). β) Αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο άμεσος δόλος της αναιρεσείουσας με την έκθεση στο σκεπτικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση της, τόσο για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης όσο και εκείνων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η κατηγορουμένη γνώριζε ότι η αξιόποινη πράξη, για την οποία καταμήνυσε τον εγκαλούντα, ήταν ψευδής και σκοπός της ήταν να προκαλέσει την ποινική του δίωξη γι' αυτήν. Όπως ειδικώς αναφέρεται στο σκεπτικό "η κατηγορουμένη, ενώ, όπως διαπιστώθηκε γραφολογικά, είχε υπογράψει η ίδια τις επιταγές της ... Τράπεζας .. ενεργώντας με πρόθεση και με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος - μηνυτή Ζ για πλαστογραφία, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των άνω επιταγών προς αυτόν, στην ... και στις 4 Απριλίου του έτους 2000, με την υπ' αριθμ. ... μήνυσή της, που κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, εν γνώσει της καταμήνυσε ψευδώς τον άνω εγκαλούντα μηνυτή, ότι αυτός, χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα και χωρίς την εξουσιοδότησή της, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της στις ως άνω δύο επιταγές ..., ενώ γνώριζε ότι οι υπογραφές της είχαν τεθεί από την ίδια και ήταν γνήσιες δικές της, εν γνώσει της κατέθεσε ψέματα και συγκεκριμένα επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της μηνύσεώς της .... εν γνώσει της ισχυρίστηκε και διέδωσε ψευδώς ενώπιον των ως άνω τρίτων προσώπων ότι ο εγκαλών μηνυτής Ζ πλαστογράφησε τις υπογραφές της στις ως άνω δύο επιταγές, δηλαδή ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή, αφού τον χαρακτήριζαν ως ανέντιμο πλαστογράφο, επιταγών ...". Δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε ο προσδιορισμός ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αφού προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και γ) Από την επιτρεπτή επισκόπηση της υπό στοιχεία ΑΒΜ... μηνύσεως - εγκλήσεως του Ζ κατά της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι χρόνος υποβολής αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών είναι η 6.6.2000 κι επομένως η έγκληση αυτή είναι εμπρόθεσμη (χρόνος τελέσεως των πράξεων της αναιρεσείουσας 4.4.2000) και δεν απαιτούνταν για την αιτιολογία της αποφάσεως να παρατεθεί στο σκεπτικό της και ο χρόνος γνώσεως των πράξεων από τον εγκαλούντα, όπως έχει εκτεθεί στη νομική σκέψη (βλ. πράξη κατάθεσης). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των ανωτέρω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως εκ περισσού, καίτοι δεν πλήττεται η απόφαση για παραβίαση του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, η ένορκη κατάθεση της αναιρεσείουσας αποτελούσε τη βάση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάστηκε και είχε αυτή την δυνατότητα να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαίωμά της.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ λόγο, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναγράφει στο διατακτικό της αφενός τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε και αφετέρου αριθμητικά τις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν και ως εκ τούτου έλαβε χώρα παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η μη καταχώριση στο διατακτικό της αποφάσεως των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν δεν αποτελεί πλέον λόγο αναιρέσεως, ανεξάρτητα του ότι από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναφέρονται τόσον οι αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, όσο και οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν από το δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παράγραφος 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες (Ολ. ΑΠ 762/1992), μεταξύ των οποίων και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, όταν ο κατηγορούμενος δεν πρότεινε ένσταση παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο, κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παράγραφος 2 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ, η κατά το άρθρο 932 αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπεια, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, με νομότυπη δήλωση στην προδικασία ή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 παράγραφοι 1 και 2 και 82 παράγραφος 1 ΚΠΔ, αφού η κατά την ποινική διαδικασία νομότυπη και παραδεκτή δήλωση άσκησης πολιτικής αγωγής εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου. Εξάλλου, στο άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση...., εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρότερη ή όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή σε άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή ως προς την διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του Π Κ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παράγραφος 1 ΑΚ. Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη ή όχι σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παράγραφο 3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της τριετούς αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (Πολ. Ολ. ΑΠ 21/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής, η δε με τον τρόπον αυτόν διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και κατά τo άρθρο 270 ΑΚ, αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και, αφότου περατώθηκε η διακοπή, αρχίζει νέα παραγραφή. Τέτοια άσκηση αγωγής, που διακόπτει την παραγραφή, συνιστά και η κατά την ποινική διαδικασία με τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής εισαγωγή προς δικαστική κρίση της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητάς του από την αναιρεσείουσα προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής παράστασης της πολιτική αγωγής, ο Ζ την 6.6.2000 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών την από 3.5.2000 έγκλησή του κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία την καταμήνυε για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση και στην οποία είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για ποσό 15.000 δραχμών (με επιφύλαξη), λόγω ηθικής βλάβης την οποία επικαλέστηκε ότι υπέστη τα παραπάνω εγκλήματα. Στις 6.10.2007, ο παραπάνω πολιτικώς ενάγων απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 7.10.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ..., και η άνω για χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης αξίωση για την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε ασκήσει πολιτική αγωγή, μεταβιβάστηκε με κληρονομική διαδοχή στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του Χ5 χα του Ζ και τα παιδιά του Χ2 του Ζ, Χ3 του Ζ και Χ4 του Ζ, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του συνημμένου στη δικογραφία από 1.11.2007 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του .... Οι τελευταίοι, την 13.12.2007, εμφανίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση σε πρώτο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, ως κληρονόμοι του Ζ, δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ. Κατά της άνω παραστάσεως δεν αντέλεξε η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα ούτε προέβαλε την ένσταση της παραγραφής και το δικαστήριο με την 71506/2007 απόφασή του επέτρεψε την παράσταση αυτών με την παραδοχή ότι νομιμοποιούνται ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος και επιδίκασε το άνω ποσό, καίτοι είχε παρέλθει πενταετία από την 6.6.2000, που κατατέθηκε η έγκληση από τον Ζ και η αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είχε υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Στην ίδια δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής προέβησαν οι παραπάνω κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ζ και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό την 7.3.2008, πλην όμως και πάλι η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε την ένσταση της παραγραφής, αφού η εκ του λόγου αυτού απόσβεση της σχετικής αξίωσης λαμβάνεται υπόψη και από το ποινικό δικαστήριο κατόπιν προβολής ενστάσεως παραγραφής και όχι αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό. Επομένως το δικαστήριο, που επέτρεψε την παράσταση της πολιτικής αγωγής, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρει τα πρόσωπα που παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες στο Εφετείο, υπέρ των οποίων επιδικάστηκε η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η επιδίκαση του ποσού των 44 ευρώ έγινε υπέρ των κληρονόμων του αποβιώσαντος Ζ, που αναφέρονται στο πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, το οποίο και ανεγνώσθη και δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να διαλάβει ειδική αιτιολογία περί τούτου, ούτε να αναφέρει αυτούς ονομαστικά.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως και πρόσθετοι λόγοι αυτής, και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ), ως και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.3.2008 αίτηση, ως και τους από 16.10.2009 προσθέτους λόγους, της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1768/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση. Πλήρης και σαφής αιτιολογία του άμεσου δόλου. Πολιτική αγωγή. Παραγραφή της αξιώσεως. Μη προσβολή της ενστάσεως παραγραφής ενώπιον του δικαστηρίου. Μεταβίβαση της αξιώσεως στους κληρονόμους του πολιτικώς ενάγοντος.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πολιτική αγωγή, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 114/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Άνω ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, περί αναιρέσεως της 9036/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, κάτοικους ..., που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ.3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστου, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Δια την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητος των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διαρκείας στην τέλεση αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, δια της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 9036/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών που ανεστάλη επί 3ετία για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Στον...την 7-8-2002: Α) εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλους ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους γι' αυτήν. Συγκεκριμένα ενώπιον των αστυφύλακα ... και της αστυφύλακα ... του ΑΤ ... κατέθεσε προφορική μήνυση εναντίον των ήδη εγκαλούντων Ψ1, Κ, Ζ, Ψ2 και Ξ με την οποία εν γνώσει του ψευδώς τους κατεμήνυσε για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη από κοινού, εξύβριση και παράνομη βία, ως ακολούθως: "Μηνύω και εξαιτούμαι τη νόμιμη τιμωρία των Ψ1, Ξυ, Ψ2, Ξ και κάποιου άγνωστου προσώπου διότι την 6-8-2002 μου επιτέθηκαν και μου προκάλεσαν βαριές σωματικές βλάβες, την Κυριακή 4-8-02 πήγα να ασκήσω τη δικαστική απόφαση του Μον/λούς Πρωτ. Αθηνών που ορίζει την επικοινωνία με το παιδί μου και επιβάλλει στη σύζυγό μου να βλέπω το παιδί για να διατηρηθεί ο δεσμός αίματος και απουσίαζαν από το σπίτι, κάλεσα το περιπολικό που διαπίστωσε και ήρθα στην συνέχεια στο τμήμα, όπου και έγινε εγγραφή στο βιβλίο αδικημάτων. Την Δευτέρα 5-8-2002 έφερα Εισαγγελική παραγγελία που απαιτούσα να σεβαστεί τη δικαστική απόφαση και να πάψει να με κατηγορεί στο παιδί, την Τρίτη 6-8-2002 επικοινώνησα με το Α.Τ. και με διαβεβαίωσε ο αξιωματικός υπηρεσίας ότι η σύζυγός μου έχει την καλή πρόθεση να μου δώσει το παιδί και να πάω να το πάρω, πήγα στις 17:00 της 6-8-2002 στο σπίτι στην οδ. .... Όταν χτύπησα το κουδούνι μου άνοιξαν, με κάλεσαν να μπω, από τη λαχτάρα μου να δω το παιδί δέχτηκα την πρόσκληση και μπήκα, είδα την κόρη μου στο σαλόνι και την πήρα στην αγκαλιά μου, μετά από προσπάθειες και όταν το παιδί μου άρχισε να ανταποκρίνεται στο κάλεσμά μου, μου επιτέθηκαν βρίζοντας τα θεία, το σόϊ μου αποκαλώντας με τρελλό, παρανοϊκό, πρεζάκια, αλήτη, γαμημένο άνδρα και όλα αυτά παρουσία του παιδιού μου, δημιουργώντας μεγάλα ψυχολογικά τραύματα σε μένα και το παιδί, κάλεσα από το κινητό αμέσως την Άμεση Δράση και κάλεσα για βοήθεια γιατί αισθανόμουν ότι απειλείται η ζωή μου, καθώς άκουγα τον πρώην κουνιάδο μου να λέει ότι θα με σκοτώσει αν ξανάρθει σπίτι μου, λέγοντας ακόμη ότι το παιδί δεν είναι δικό μου. Προσπάθησαν να φύγω και φτάνοντας στην πόρτα πετάχτηκαν από το δωμάτιο η Χ2 και Ξ, εμποδίζοντάς με να μη φύγω. Στη συνέχεια βγήκε ο άγνωστος εύσωμος και άρχισαν να με χτυπάνε σπάζοντας και ένα βάζο πάνω στο κεφάλι μου, ζαλίστηκα και καταλάβαινα ότι δεχόμουν συνεχώς χτυπήματα. Στη συνέχεια με έσπρωξαν έξω από το σπίτι και μου πέταξαν τα προσωπικά μου αντικείμενα, κατάφερα να κατεβώ στο ισόγειο ζητώντας βοήθεια από τους ενοίκους, οι οποίοι μου πρόσφεραν νερό για να συνέλθω. Ήρθε η Άμεση Δράση και μεταφερθήκαμε όλοι στο τμήμα. Πέρα από την πρώην πεθερά μου και τον άγνωστο που πιθανόν διέφυγε από την πίσω πόρτα, εγώ, μεταφέρθηκα με το ΕΚΑΒ γιατί ήμουν σε άθλια κατάσταση, γεμάτος αίματα, επιθυμώ την ιατροδικαστική εξέταση... ". Η αλήθεια όμως είναι ότι ουδέποτε οι άνω εγκαλούντες εξύβρισαν, προξένησαν σωματικές βλάβες ή απείλησαν τον κατηγορούμενο. Β) Με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε και διέδωσε γι' άλλους εν γνώσει του ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και υπόληψή τους. Ειδικότερα ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. ... ... και ..., ισχυρίσθηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες όσα αναλυτικά εξετέθηκαν ανωτέρω υπό στοιχείο "Α", τα οποία ήταν εν γνώσει του ψευδή και πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψή τους.
Ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δια του πρώτου λόγου της αναιρέσεώς του προβάλλει την ύπαρξη του δεδικασμένου, ως προς το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή επικαλούμενος ότι έχει αθωωθεί για την πράξη αυτή με την 5700/2007 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για να κριθεί το βάσιμο ή μη του λόγου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την ανωτέρω απόφαση, η οποία εκδόθηκε με την παρουσία του αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο στις 13/7/2007, χωρίς να ασκηθεί κατ αυτής το ένδικο μέσο της αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός της νόμιμης προθεσμίας (βλ. βεβαίωση γραμματέως επί του αντιγράφου της αποφάσεως σε συνδυασμό με ... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Άρειου Πάγου και 125/31-3-2009 πιστοποιητικό του Γραμματέως Εφετείου Αθηνών), ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος του ότι: Στο Άνω ..., στις 6-8-2002, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιους άλλους γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή τους, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ισχυρίστηκε ενώπιον των αστυνομικών του Αστυνομικού Τμήματος ..., ότι τον ξυλοκόπησαν οι δύο εγκαλούντες, Ψ1 και Ζ, και του έσπασαν στο κεφάλι ένα βάζο, γεγονός το οποίο είναι ψευδές, καθώς το αληθές είναι ότι ο κατηγορούμενος είχε νωρίτερα αυτοτραυματισθεί, και αυτός γνώριζε ότι αυτός είναι ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων και παρ' όλα αυτά το ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων. 'Όμως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατακτικών των δύο αποφάσεων σε συνδυασμό και με το σκεπτικό αυτών, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στις δύο περιπτώσεις, κατά τον χρόνο και τον τόπο τελέσεως αυτής, αφού η προσβαλλομένη απόφαση αφορά πράξη τελεσθείσα στον ... στις 7-8-2002, καθόσον ο ισχυρισμός των ψευδών προσβλητικών της τιμής γεγονότων έλαβε χώρα ενώπιον των κατονομαζομένων δύο αστυνομικών του Α.Τ. ... δια της υποβολής προφορικής μηνύσεως σε βάρος πέντε (5) ατόμων και δη των Ψ1, Γεωργίας και Ζ και Ψ2 και Ξ για τα αδικήματα της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης από κοινού, εξύβρισης και παράνομης βίας, ενώ η πράξη της 5700/2007 απόφασης φέρεται τελεσθείσα στο ..., στις 6-8-2002, καθόσον ο ισχυρισμός των ψευδών δυσφημιστικών γεγονότων έλαβε χώρα ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. ..., στους οποίους κατάγγειλε ότι οι δύο εκ των ανωτέρω Ψ1 και ο Ζ προκάλεσαν σωματική σ' αυτόν (αναιρεσειόντα - κατηγορούμενο) βλάβη. Πέραν τούτων η πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, στις δύο ως άνω περιπτώσεις, είναι διαφορετική κατά τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και τις λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα αυτά, τους παθόντες σε κάθε περίπτωση και τις πράξεις για τις οποίες καταμηνύθηκαν. Ελλείπει λοιπόν το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξεως στις δύο περιπτώσεις επί των οποίων έκριναν οι ανωτέρω δύο αποφάσεις, με αποτέλεσμα, όπως λέχθηκε ανωτέρω, να μη συντρέχει περίπτωση υπάρξεως δεδικασμένου, εκ του άρθρου 57 ΚΠΔ.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, περί υπάρξεως δεδικασμένου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (511 ΚΠΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α) Στις 7-8-2002 ο κατηγορούμενος, στο Α/Τ ..., κατέθεσε προφορική μήνυση εναντίον των εγκαλούντων: 1) Ψ1, 2) Κ, 3) Ζ, 4) Ψ2 και 5) Ξ, με την οποία εν γνώσει του, ψευδώς τους καταμήνυσε, για εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη από κοινού, εξύβριση και παράνομη βία, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή τους. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι σε επίσκεψή του στο σπίτι της συζύγου του, προκειμένου να εκτελέσει το δικαίωμά του επικοινωνίας, με την ανήλικη θυγατέρα του, της οποίας την επιμέλεια ασκούσε η εν διαστάσει σύζυγός του Ψ1, στις 6-8-2002, του επετέθηκαν οι παραπάνω, εκ των οποίων η Κ είναι μητέρα της συζύγου του, ο Ζ αδελφός της και οι λοιπές δύο ξαδέλφες της, βρίζοντάς τον με τις φράσεις που αναφέρονται στο διατακτικό. Ο δε Ζ τον απειλούσε ότι θα τον σκοτώσει αν ξαναέρθει στο σπίτι και λέγοντάς του ότι το παιδί δεν είναι δικό του, ότι οι δύο τελευταίες τον εμπόδιζαν να φύγει και ένας άγνωστος άνδρας του προκάλεσε σωματικές βλάβες και ότι όλοι στη συνέχεια, τον πέταξαν έξω... Ενώ η αλήθεια ήταν ότι ναι μεν ο κατ/νος επισκέφθηκε την πρώτη εγκαλούσα στο σπίτι όπου βρισκόταν με την ανήλικη θυγατέρα τους, παρουσία και των λοιπών εγκαλούντων, συγγενικών προσώπων, της εν διαστάσει συζύγου του, πλην όμως κανένα επεισόδιο δεν συνέβηκε σε βάρος του, όπως αυτός περιέγραψε στην προφορική μήνυσή του. Αντίθετα, εκείνος προκάλεσε επεισόδιο όταν η ανήλικη κόρη τους, αρνήθηκε να πλησιάσει τον ίδιο. Τότε εκείνος την πήρε βίαια στην αγκαλιά του και είπε ότι θα την πάει σε ψυχίατρο, γιατί δεν ήταν καλά. Τότε επενέβηκε η μητέρα προκειμένου να του αποσπάσει το παιδί, εκείνος την απώθησε βίαια και σε μια κρίση υστερίας άρχισε να χτυπά με το κινητό του τηλέφωνο, το πρόσωπό του, αυτοτραυματιζόμενος. Κατόπιν αυτού η σύζυγός του και ο αδελφός της του ζήτησαν να φύγει και εκείνος αποχώρισε βρίζοντας. Καθόλη δε τη διάρκεια του επεισοδίου, οι λοιπές εγκαλούσες δεν αναμείχθηκαν (βλ. σχετικά με αριθμό ... αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο). Κατόπιν αυτών, ο κατηγορούμενος υπέβαλε εναντίον των παραπάνω την εν λόγω ψευδή μήνυση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων. Πράγματι ασκήθηκε Ποινική Δίωξη κατά των 1ης, 2ης, 4ης και 5ης εγκαλουσών για τις πράξεις της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης από κοινού, εξύβρισης και παράνομης βίας από κοινού, οι οποίες απαλλάχθηκαν με την με αριθμό ... αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (όπ.π.).
Β) Με τον παραπάνω τρόπο ο κατ/νος, ισχυρίσθηκε και διέδωσε σε βάρος των εγκαλούντων, εν γνώσει του, ψευδή γεγονότα (τα συμπεριλαμβανόμενα στην έκθεση προφορικής μήνυσης), ενώπιον των αστυνομικών και υπαλλήλων λοιπών αρχών που επελήφθηκαν της μήνυσής του, τα οποία ήταν πρόσφορα να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων. Γι' αυτό, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή και συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, όπως στο διατακτικό.
Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημίσεως κατά συρροή, όπως αυτές περιγράφονται ανωτέρω στην προηγούμενη σκέψη και του επέβαλε την ως άνω συνολική ποινή. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 94, 229 παρ 1, 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, και για την πληρότητα της αιτιολογίας, διέλαβε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο λόγος της μεταβολής της συμπεριφοράς του και της καταλήψεως του από υστερική κρίση. Περαιτέρω αναφέρει την δικονομική κατάληξη της σε βάρος των εγκαλούντων, κατόπιν δικής του εγκλήσεως, ασκηθείσης ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, μνημονεύοντας μάλιστα και την απαλλακτική απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου. Αιτιολογεί δε και τον άμεσο δόλο που απαιτούν οι ανωτέρω πράξεις, αφού δέχθηκε ότι αυτός ήταν εκείνος που εξύβρισε τα ανωτέρω άτομα, αποχωρώντας αυτοβούλως από το σπίτι και αφού προηγουμένως αυτοτραυματίσθηκε στο πρόσωπο και στη συνέχεια υπέβαλε την ψευδή σε βάρος τους έγκληση. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 30-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 9036/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Συκοφαντική δυσφήμιση. Έννοια. Στοιχεία στοιχειοθέτησης υποκειμενικώς και αντικειμενικώς (ΑΠ 173/2009). Δεδικασμένο. Προϋποθέσεις. Συνέπεια (ΑΠ 2257/2008). Όχι ταυτότητα της πράξεως. Δεν συντρέχει δεδικασμένο. Αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση (ΑΠ 173/2009). Πλήρης αιτιολογία. Λόγος αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την κατ' ουσία κρίση του Δικαστηρίου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Δεδικασμένο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 115/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 128-129/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1516/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την από 18 Μαΐου 2009 αίτηση για αναστολή της ποινής του ως άνω αιτούντος, καθώς και τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμούς 17/16.1.09 και 17α/1.6.09, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 4-9-2008 αίτηση του Χ κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 128, 129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξη 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τρία χρόνια και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Η αίτηση αυτή δεύτερη κατά σειρά με το αυτό περιεχόμενο υποβάλλεται στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον κατηγορούμενο στρέφεται κατά απόφασης Πενταμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε στην παραπάνω αναφερόμενη ποινή και διώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής και την επανάληψη της διαδικασίας και η οποία περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων γεγονότων αγνώστων στους δικαστές που δίκασαν τα οποία προέκυψαν μετά την δίκη και τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος και στρέφεται κατά της με αριθμ. 937/2005 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω. Από τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 αριθμ. 2 κατά την οποία "Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ... 3.... " προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασμένων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται όλα εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν. Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη ( ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810, ΑΠ 1239/1998 ΠΧ ΜΘ 682, ΑΠ 816/1999 ΠΧ Ν 343, ΑΠ 760/1998 ΠΧ ΜΘ 341, ΑΠ 70/1999 Π Χ ΜΘ 313 ΑΠ 9/1999 ΠΧ ΜΘ 218, ΑΠ 408/1998 ΠΧ ΜΗ 1059, ΑΠ 428/ 1998 Π Χ ΜΗ 1067, ΑΠ 216 ΠΧ ΜΗ 801, ΑΠ 18/1998 ΠΧ ΜΗ 661, AΠ 476/2005 Π.Χ ΝΕ 2005-987). Δεν είναι όμως νέα γεγονότα και δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης διαδικασίας ή εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου (ΑΠ 1894/1987, ΑΠ 1315/1989) ούτε και εσφαλμένη εκτίμηση η αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 669/1991, ΑΠ 1185/1994) όπως και παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 669/1991). Επίσης δεν είναι νέα και άγνωστα γεγονότα όσα είχαν τεθεί υπ' όψη ρητά ή έμμεσα του δικαστή και απορρίφθηκαν από αυτόν έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν εκτιμήθηκαν από αυτόν προσηκόντως (ΑΠ 1061/1990, ΑΠ 1185/1994). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών καταδικάστηκε όπως αναφέρεται και παραπάνω σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών από κοινού με τον ... και οι οποίες συνίστανται στο ότι από κοινού κατείχαν 59,5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης συσκευασμένης σε 6 δέματα, την οποίαν ποσότητα μετέφεραν με τό με αριθμ. ... ενοικιασμένο από τον αιτούντα αυτοκίνητο.
Ο αιτών προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης του αναφέρει και αναπτύσσει επιχειρηματολογία περί του ότι αυτός δεν μπορούσε να οδηγεί το αυτοκίνητο αυτό κατά την ώρα που οι αστυνομικοί προσπάθησαν να το σταματήσουν και το οποίο το ακινητοποίησαν μετά από καταδίωξη συλλαβόντες τον αλλοδαπό συνοδηγό του, ενώ ο οδηγός, κατηγορούμενος, κατόρθωσε να διαφύγει την σύλληψη και επικαλείται το γεγονός ότι όπως προκύπτει από τα εισιτήρια του πορθμείου ... τα οποία ανευρέθησαν στο αυτοκίνητο και ανέφεραν σαν ώρα διεκπεραίωσης του αυτοκινήτου αυτού την 14.45 αυτός δεν μπορούσε να είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου γιατί εργαζόταν στην Αθήνα μέχρι τις 13.30 και έτσι θα ήταν αδύνατη η μετάβαση του από την ... στην ... μέσα στο διάστημα τής μίας ώρας και 15 λεπτά και ότι το δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει τις τηλεφωνικές κλήσεις και γενικά τα τηλεφωνήματα που έκανε ή δέχθηκε η με αριθμ.... κινητή τηλεφωνική συσκευή. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα αναφερόμενα από τον αιτούντα σαν νέα στοιχεία ήτοι τα δύο εισιτήρια και η αξιολόγηση των στοιχείων αυτών αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής όπως επίσης λήφθηκε υπ' όψη, ερευνήθηκε αξιολογήθηκε και το γεγονός ότι ο αιτών δούλευε μέχρι τις 13.15 γεγονός το οποίο αναφέρθηκε και απετέλεσε αντικείμενο έρευνας από τους δικαστές που τον καταδίκασαν, όπως επίσης και οι τηλεφωνικές κλήσεις του συγκεκριμένου κινητού τηλεφώνου απετέλεσαν αντικείμενο κατάθεσης του μάρτυρα αστυνομικού ο οποίος ανέφερε προφανώς σ'ερώτηση του κατηγορουμένου ότι δεν γνωρίζει το αν η υπηρεσία του έκανε διακρίβωση των τηλεφωνημάτων που έμενε ή δέχθηκε το συγκεκριμένο κινητό τηλέφωνο το όποιο όπως προκύπτει από την κατάθεση του συγκεκριμένου αστυνομικού ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου είχε πέσει από τον διαφυγόντα οδηγό, το επικαλούμενο γεγονός ότι το δικαστήριο αυτό παρέλειψε να ερευνήσει τις κλήσεις του τηλεφώνου αυτού , δεν αποτελεί λόγο επανάληψης γιατί όπως αναφέρθηκε και παραπάνω παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση ( ΑΠ 669/1991) δεν αποτελούν λόγω επανάληψης. Κατ'ακολουθία των παρά πάνω τα από τον αιτούντα αναφερόμενα σαν νέα γεγονότα δεν είναι νέα γεγονότα γιατί τέθηκαν υπ'όψη των δικαστών που τον καταδίκασαν και αξιολογήθηκαν σαν αποδεικτικά στοιχεία οι δε αναφερόμενες παραλείψεις δεν δύνανται ν'αποτελέσον λόγο επανάληψης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί στην ουσία της. Δια ταύτα Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 4-9- 2008 αίτηση του Χ κρατουμένου στις φυλακές ... με την οποία διώκει την ακύρωση της με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Αθήνα την 15-1-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Σε συνέχεια της με αριθμ. ... πρότασης μας με την οποία προτείνεται η απόρριψη της με ημερομηνία 4-9-2008 αίτησης του Χ για ακύρωση της με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τριετία και επανάληψη διαδικασίας εισάγω την με ημερομηνία 19-5-2009 αίτηση του με την οποία ζητά την αναστολή της παραπάνω ποινής μέχρι τής εκδίκασης της παραπάνω αίτησης του και αναφέρω τα παρακάτω.
Ο αιτών υπέβαλλε την με ημερομηνία 4-9-2008 αίτηση του για ακύρωση και επανάληψη της διαδικασίας τής με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί τριετία η οποία εισήχθη στο Συμβούλιο σας με την με αριθμ. ... πρόταση μας με την οποία προτείνεται η κατ'ουσίαν απόρριψη της . Η εκδίκαση της αίτησης του αιτούντα προσδιορίστηκε για την δικάσιμο τής 3-3-2009 και μετά από αίτηση του αιτούντα αναβλήθηκε για την δικάσιμο τής 17-11-2009. Νυν δε με την υπό κρίση αίτηση του ζητάει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του εν όψει της εκδίκασης της αίτησης για επανάληψη διαδικασίας που υπέβαλλε. Από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ κατά την οποία μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας το συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες υστέρα από πρόταση του Εισαγγελέα για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος προκύπτει ότι ο το αρμόδιο για την εκδίκαση της επανάληψης της διαδικασίας μέσα σε τρεις ημέρες από τής υποβολής της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα αποφαίνεται για την αναστολή ή όχι της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος χωρίς να απαιτείται προς τούτο και σχετική αίτηση του καταδικασμένο γι'αυτό, η δε αναστολή διατάσσεται εφ'όσον πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1612/2002, ΑΠ 548/2000,). Τουτέστιν για την αναστολή ή όχι δεν είναι απαραίτητη και η υποβολή σχετικού αιτήματος αποφαινομένου επί τούτου του αρμοδίου συμβουλίου ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα εντός τριών ημερών , διαδικασία η οποία παρακάμπτεται όταν στο Συμβούλιο σας υποβάλλεται πρόταση απόρριψης της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας εν όψει της μη πιθανολόγησης της ευδοκίμησης της. Δεν εμποδίζεται όμως δικονομικά η υποβολή αίτησης για την αναστολή της διαδικασίας από μέρους του αιτούντα έστω και εκ των υστέρων άλλα πριν από την εκδίκαση της αίτησης, μάλιστα δε μπορεί να υποστηριχθεί το αντίθετο, αφού με την παραπάνω διάταξη υπάρχει δικονομική υπόδειξη για την αντιμετώπιση του θέματος αυτού ανεξάρτητα από την απόρριψη του ή μη και ως εκ τούτου η αίτηση αυτή είναι τυπικά παραδεκτή και εξεταστέα στην ουσία της. Στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η διάταξη της αναστολής ή όχι της εκτέλεσης της ποινής εξαρτάται από την πιθανολόγησή της κατ' ουσία ευδοκίμησης της αίτησης επανάληψης, και η οποία ευδοκίμηση στην υπό κρίση περίπτωση δεν πιθανολογείται για τους λόγους τους οποίους αναφέρομε στην με αριθμ. 17/16-1-2009 πρόταση μας η οποία έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο σας και στην οποία αναφερόμεθα εξ ολοκλήρου για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί στην ουσία της.
Δια ταύτα Προτείνω όπως Γίνει δεκτή τυπικά και απορριφθεί στην ουσία τής η με ημερομηνία 19-5-2009 αίτηση του Χ για αναστολή εκτέλεσης της ποινής της κάθειρξης των 9 ετών που του επιβλήθηκε με την με αριθμ. 128,129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών εν όψει της εκδίκασης της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας κατά τής παραπάνω απόφασης Αθήνα την 1-6-2009 Ο Αντ/λέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
ΙI. Με την υπό κρίση από 4-9-2008 αίτηση, με την οποία ο αιτών Χ, επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ..., με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις: α) της κατοχής κατά συναυτουργία και β) μεταφοράς κατά συναυτουργία ναρκωτικών ουσιών, σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Επίσης ο αιτών άσκησε και την από 19-5-2009 αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, ζητάει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής που κατά τα ανωτέρω του επιβλήθηκε. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την αυτή συνεδρίαση που εισάγεται και η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, στο οποίο εκκρεμεί αυτή, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ ουσία, μετά την έρευνα της αιτήσεως επαναλήψεως, αφού από την πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της εξαρτάται η παραδοχή της και, όπως διαμορφώθηκε πλέον δικονομικώς η υπόθεση (ταυτόχρονη εισαγωγή προς κρίση και των δύο αιτήσεων και όχι εντός της προθεσμίας που ορίζει η διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ η παρούσα) εξαρτάται από την ουσιαστική βασιμότητά της.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την υπ' αριθμό 128-129/ 28-3-2002 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αριθμό 1723/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και τον καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως 9 ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και ειδικότερα, του ότι "κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους, στις 17-1-1999, από κοινού με το συγκατηγορούμενό του ... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με πρόθεση τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, χωρίς να είναι τοξικομανείς. Ειδικότερα: 1. Κατείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχαν 59,5 κιλά ακατέργαστης αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συσκευασμένα σε έξι δέματα από την παραλαβή τους σε σημείο που δεν διακριβώθηκε και κατά τη διαδρομή μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού ..., την οποία, μετά καταδίωξη αστυνομικών οργάνων του Α.Τ ..., εγκατέλειψαν μέσα στο υπ' αριθμό ... αυτοκίνητο, με το οποίο κινούνταν, και ετράπησαν σε φυγή και 2. Μετέφεραν ναρκωτικά και συγκεκριμένα μετέφεραν από το σημείο παραλαβής μέχρι και το 40ο χιλιόμετρο της ανωτέρω εθνικής οδού με το ανωτέρω αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί ... Φαντάστικο" και με έδρα την ..., το οποίο είχε μισθώσει ο αιτών, την ανωτέρω ποσότητα των 59,5 κιλών αποξηραμένης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης". Ο αιτών είχε υποβάλλει και προηγουμένως την από 28-2-2006 αίτηση, η οποία απορρίφθηκε με την 657/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ως αβάσιμη. Με την αίτηση εκείνη επικαλέσθηκε, μεταξύ των άλλων, και ορισμένα νέα κατά την άποψή του αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική κρίση. Τα στοιχεία αυτά έκρινε με την ως άνω απόφαση, ως μη νέα κατά την παραπάνω έννοια το παρόν Δικαστήριο, διότι είχαν κριθεί και αξιολογηθεί από το 5μελές Εφετείο. Το Δικαστήριο εκείνο δεν δέχθηκε τον επ αυτών στηριζόμενο ισχυρισμό του αιτούντος ότι, με δεδομένο ότι το τελευταίο δρομολόγιο του πλοίου "Ε...", με το οποίο πέρασε το ανωτέρω μισθωμένο απ' αυτόν αυτοκίνητο από το ... στο ..., σύμφωνα με τα δύο εισιτήρια (οδηγού και συνοδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου), την κρίσιμη ημερομηνία της 17-1-1999, έγινε στις 14.45', αυτός δε μέχρι τις 13.10'της ημέρας εκείνης βρισκόταν στην δουλειά του στο ...ι, όπως προέκυπτε από την από 30-6-2000 βεβαίωση της εταιρίας ..., μετέχοντας σε συνεργείο καθαρισμού υαλοπινάκων κτιρίων, δεν μπορούσε να βρίσκεται εντός του αυτοκινήτου όταν αυτό περνούσε από ... σε ... και κατ ακολουθία δεν ήταν δυνατόν να το οδηγεί αργότερα όταν το αυτοκίνητο στην ως άνω χιλιομετρική θέση μετά καταδίωξη ακινητοποιήθηκε. Τον ισχυρισμό αυτό πρόβαλε απολογούμενος στο 5μελές, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, η ως άνω βεβαίωση της προαναφερθείσης εταιρίας και το Δικαστήριο τον απέκρουσε ως αβάσιμο και έκρινε ότι ο αιτών ήταν οδηγός του επίμαχου ΙΧΕ αυτοκινήτου, με συνοδηγό τον συλληφθέντα επί τόπου (40ο χιλιόμετρο οδού ...) ως άνω Αλβανό υπήκοο συγκατηγορούμενό του, ενώ ο ίδιος διέφυγε την σύλληψη και συνελήφθη πολύ αργότερα. Τον ίδιο ισχυρισμό και τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία επικαλέσθηκε και με την προηγούμενη, αλλ επικαλείται και με την κρινόμενη αίτηση και τα συμπληρωματικά αυτής τρία (3) υπομνήματα, αλλά και το υπόμνημα που κατέθεσε μετά τη συζήτηση, παραπονούμενος διότι δεν αξιολογήθηκαν σωστά τόσον από το 5μελες, όσον και από το παρόν Δικαστήριο με τις 128-129/2002 και 657/2008 αποφάσεις τους αντίστοιχα. Τα στοιχεία λοιπόν αυτά δεν είναι νέα κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 ΚΠΔ, αλλά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή τους από το Δικαστήριο εκείνο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών με το από 19-11-2009 υπόμνημά του. Επίσης νέο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση, δεν αποτελεί το επικαλούμενο από τον αιτούντα γεγονός ότι του κινητού τηλεφώνου με αριθμό κλήσεως καρτοκινητής τηλεφωνίας ... το οποίο έπεσε από τον διαφυγόντα οδηγό του κατά τα άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, κάτοχος φέρεται άτομο με το επώνυμο ....λ.σ., ο εντοπισμός του οποίου, ελλείψει άλλων στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητάς του, δεν κατέστη δυνατός, ενώ ο αιτών είναι κάτοχος κινητών τηλεφώνων με σύνδεση και αριθμούς κλήσεως ... ή .... Τούτο δε διότι το ότι το καρτοκινητό δεν ήταν στο όνομά του, αλλά σε όνομα αγνώστου και μη εντοπισθέντος ατόμου, το οποίο επίτηδες παρέσχε ελλιπή στοιχεία ταυτότητας, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο αιτών δεν ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, διότι ευλόγως κατά την επιχείρηση μεταφοράς της ανωτέρω ποσότητας ναρκωτικών δεν θα χρησιμοποιούσε κάποιο από τα κινητά τηλέφωνα με σύνδεση που ήταν στο όνομά του, αλλά καρτοκινητό με άλλο όνομα κατόχου και μάλιστα ελλιπές, για να μη καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός του. Ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως το ότι το Δικαστήριο δεν διέταξε την έρευνα των κλήσεων που έγιναν από το και προς το ως άνω καρτοκινητό, την οποία, όπως ισχυρίζεται, ζήτησε, διότι, όπως λέχθηκε παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελούν λόγο επανάληψης της διαδικασίας. Ούτε βέβαια μπορεί να αποτελέσει τέτοιο λόγο η από 16-6-2006 κατάθεση του καταδίκου ... ενώπιον της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καλλιόπης Θεολογίτου, την οποία ο αιτών χαρακτηρίζει ως ψευδή και ψευδομάρτυρα τον ανωτέρω, κατά του οποίου και επικαλείται υποβολή εγκλήσεως για ψευδορκία, την μαρτυρία όμως του οποίου ο ίδιος, σε προηγούμενο διαδικαστικό στάδιο, είχε επικαλεσθεί ως νέο στοιχείο αποδεικτικό του ότι δεν είχε συμμετοχή στην όλη υπόθεση και ήταν αθώος και τώρα, επειδή ο μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του, αλλ' αντιθέτως τους διαψεύδει και επιβεβαιώνει την ορθότητα της καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, απαξιώνει και αυτόν ως μάρτυρα και την κατάθεσή του, την οποία πλήρως αξιολόγησε το παρόν Δικαστήριο κατά την έρευνα της προηγούμενης από 28-2-2006 αιτήσεως του, την οποία και απέρριψε, όπως λέχθηκε ανωτέρω, με την 657/2008 απόφαση. Τέλος δεν αποτελεί νέο στοιχείο αποδεικτικό της αθωότητας του αιτούντος το προκύπτον από την 152199/2004 απόφαση του Δ' Μονομελούς Πλημ/κειου Αθηνών, η οποία επίσης αξιολογήθηκε κατά την έρευνα της προηγούμενης αιτήσεως του που απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, γεγονός ότι αυτός εργαζόταν, κατά το χρονικό διάστημα από 7/1-13/5/1999, σε εταιρία καθαρισμού κτιρίων και συνεπώς την κρίσιμη ως άνω ημερομηνία της 17-1-1999 απασχολούταν μέχρι την 13.10'ώρα με τον καθαρισμό των υαλοπινάκων του κτιρίου στο ... της ασφαλιστικής εταιρίας ..., όπως προέκυψε και από την ανωτέρω βεβαίωση αυτής, διότι, όπως λέχθηκε ανωτέρω, το στοιχείο αυτό τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε, τυχόν δε σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν, όπως ήδη τονίσθηκε, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αιτούντος που περιέχονται στην αίτηση και στα τρία (3) υπομνήματα, με τα οποία συμπληρώνει και διευκρινίζει αυτήν, ως και το μετά τη συζήτηση κατατατεθέν, πλήττουν την κατ ουσία κρίση του 5μελούς και του παρόντος Δικαστηρίου (αποφάσεις 128-129/2002 και 657/2008) και δεν μπορούν να αποτελέσουν, όπως λέχθηκε, λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι, από αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα.
Συνεπώς η αίτησή του είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Λόγω δε του αβασίμου της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η ανωτέρω αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής που κατά τα άνω επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: α) την από 4-9-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 128-129/28-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και β) την από 19-5-2009 αίτηση του ιδίου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό. Δεν αποτελεί λόγο η κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τα επικαλούμενα "νέα στοιχεία" τέθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 657/2008). Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 131/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 3157/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουίζα Μπακαλάκου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 19 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 798/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδαφ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, ενώ κατά το εδάφ. β' του ίδιου άρθρου που προστέθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) Ευρώ. Περαιτέρω κατά την παράγ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Εξάλλου κατά το άρθρο 21 παρ. 2 εδάφ. γ' και 10 εδάφ. β' του ίδιου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, η δε παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3157/2009 απόφασή του δέχτηκε στο σκεπτικό ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα εξής: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ... κατά τις διαχειριστικές περιόδους 1/1/2002-31/12/2002, 1/1/2003-31/12/2003, 1/1/ 2004-31/12/2004 και 1/1/2005-31/12/2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, ως διαχειριστής της εδρεύουσας επί της οδού ... ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία καλλυντικών-απορρυπαντικών και με διακριτικό τίτλο "...", εξέδωσε προς τους πελάτες της ... και ..., πατέρα και υιό αντίστοιχα, τα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας τιμολόγια - δελτία αποστολής, τα οποία ως φορολογικά στοιχεία κρίνονται εικονικά, αφού αφορούν συναλλαγές, που ουδέποτε έλαβαν χώρα. Την κρίση αυτή το Δικαστήριο συνάγει από το ότι, οι δια των ως άνω τιμολογίων γενόμενες πωλήσεις εμπορευμάτων δεν δικαιολογούνται, ούτε ανταποκρίνονται στο ύψος των πραγματοποιηθεισών, κατά τα ανωτέρω έτη, αγορών αντίστοιχων εμπορευμάτων, τόσο από την εσωτερική αγορά, όσο και από το εξωτερικό, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αποθεματικού, που θα επέτρεπε την πώληση τόσο μεγάλων ποσοτήτων. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί ότι για τη χρήση 2002, ενώ η ανωτέρω εταιρία εμφανίζει πωλήσεις συνολικής αξίας 126.060,09 ευρώ, οι αγορές, που αυτή πραγματοποίησε από την εσωτερική αγορά και από χώρες του εξωτερικού, δεν ξεπερνούν το ποσό των 7.000 ευρώ. Επιπλέον, στα περισσότερα από τα τιμολόγια αυτά, αν και είναι μεγάλης αξίας, αναγράφεται η ένδειξη "απολύτου μετρητοίς", κάτι που δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές, ενώ σε άλλα που αναγράφεται η ένδειξη "επί πιστώσει", από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο τρόπος εξόφλησης των. Επίσης, οι μεταφορές των πωληθέντων εμπορευμάτων προς ιούς δύο προαναφερόμενους πελάτες της εταιρίας δεν αποδεικνύονται από κάποιο παραστατικό της σχετικής δαπάνης. Εξάλλου, ενώ οι περισσότερες πωλήσεις του κατηγορουμένου πραγματοποιούνται προς τον ..., που είναι και ο κύριος πελάτης του, οι ελάχιστες αγορές που φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί από αυτόν (κατηγορούμενο) από την εσωτερική αγορά, εμφανίζουν και πάλι ως προμηθευτή την επιχείρηση του ..., γεγονός που από μόνο του δημιουργεί πλείστες αμφιβολίες ως προς το εάν οι συναλλαγές αυτές έχουν όντως συντελεστεί. Όλα τα ανωτέρω και κυρίως η δυσαναλογία μεταξύ πωλήσεων και αγορών, καθώς και η μη απόδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο του εισπραχθέντος από τις πωλήσεις αυτές Φόρου Προστιθέμενης αξίας (ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε περιοδικές και εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ για τα έτη 2002, 2003, 2004 και 2005), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, τα δε τιμολόγια-δελτία αποστολής που κατωτέρω αναλυτικά παρατίθενται, εκδόθηκαν με μοναδικό σκοπό την ενθυλάκωση του ΦΠΑ και την εμφάνιση από την επιχείρηση του κατηγορουμένου διογκωμένων πωλήσεων, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα δανειοδότησης της από τις διάφορες Τράπεζες. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται. Στη συνέχεια στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τoν κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ... κατά τις διαχειριστικές περιόδους 1/1/2002-31/12/2002, 1/1/2003- 31/12/2003, 1/1/2004-31/12/2004 και 1/1/2005-31/12/2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προέβη στην έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, ως διαχειριστής της εδρεύουσας επί της οδού ... ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία καλλυντικών-απορρυπαντικών και με διακριτικό τίτλο "...", εξέδωσε προς τους ... και ... τα κάτωθι τιμολόγια - δελτία αποστολής: 1) Κατά την χρήση 2002, προς τον ..: 1.- Τ.Π.-Δ.Α. No 2241/10-5-2002 με αξία 9.474,00 πλέον Φ.Π.Α. 1.705,32 ευρώ 2.- Τ.Π-Δ.Α. No 2242/13-5-2002 με αξία 13.588,00 πλέον Φ.Π.Α. 2.445,84 ευρώ 3.- Τ.Π-Δ.Α. Νο 2246/16-9-2002 με αξία 7.384,54 πλέον Φ.Π.Α. 1.329,22 4.- Τιμ. πώλησης No 75/2-8-2002 με αξία 4.854,88 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 873,88 ευρώ 5.- Τιμ. πώλησης Νο77/2-8-2002 με αξία 17.495,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 3.149,14 ευρώ 6.- Τιμ. πώλησης Νο78/4-8-2002 με αξία 7.000,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 1.260,00 ευρώ Σύνολο εκδοθέντων εικονικών στοιχείων προς τον ανωτέρω: 59.796,62 ευρώ Πλέον Φ.Π.Α. 10.763,40 ευρώ. Και προς τον ...: 1.- Τ.Π.-ΔΑ. No 2243/31-5-2002 με αξία 12.001,02 πλέον Φ.Π.Α. 2.160,18 ευρώ 2.-Τ.Π.-Δ.Α: No 2252/9-12-2002 με αξία 9.835,62 πλέον Φ.Π.Α. 1.770,41 ευρώ 3.- Τ.Π. -Δ.Α. No 2253/30-12-2002 με αξία 5.580,00 πλέον Φ.Π.Α. 1.004,40 ευρώ 4.- Τιμ. πώλησης No 74/2-8-2002 με αξία 7.014,36 πλέον Φ.Π.Α. 1.262,62 ευρώ 5.- Τιμ. πώλησης No 76/2-8-2002 με αξία 18.843,44 πλέον Φ.Π.Α. 3.391,82 ευρώ Σύνολο εκδοθέντων εικονικών στοιχείων προς τον ανωτέρω: 53.274,44 ευρώ Πλέον Φ.Π.Α. 9.589,43 ευρώ. 2) Κατά τη χρήση 2003, προς τον ...: 1.- No 2267/7-4-2003 με αξία 19.373,58 πλέον Φ.Π.Α. 3.487,24 ευρώ 2.- No 2272/23-6-2003 με αξία 36.283,80 πλέον Φ.Π.Α. 6.016,58 ευρώ 3.- No 2276/8-9-2003 με αξία 9.079,76 πλέον Φ.Π.Α. 1.565,80 ευρώ 4.- No 2277/8-9-2003 με αξία 8.967,96 πλέον Φ.Π.Α. 1.614,23 ευρώ 5.- No 2278/23-9-2003 με αξία 9.599,09 πλέον Φ.Π.Α. 1.727,84 ευρώ 6.- No 2279/23-9-2003 με αξία 1.535,84 πλέον Φ.Π.Α. 276,45 ευρώ 7.- No 2280/30-9-2003 με αξία 7.823,20 πλέον Φ.Π.Α. 1.120,18 ευρώ 8.- No 2281/24-10-2003 με αξία 5.566,18 πλέον Φ.Π.Α. 920,03 ευρώ 9.- No 2284/26-11-2003 με αξία 11.496,96 πλέον Φ.Π.Α. 1.799,99 ευρώ 10.- No 2285/26-11-2003 με αξία 7.188,89 πλέον Φ.Π.Α. 1.294,00 ευρώ 11.- No 2286/ 14-12-2003 με αξία 14.152,02 πλέον Φ.Π.Α. 2.547,36 ευρώ 12.- No 2287/22-12-2003 με αξία 7.097,52 πλέον Φ.Π.Α. 1.277,55 ευρώ. Σύνολο εκδοθέντων εικονικών φορολογικών στοιχείων: 138.164,80 ευρώ. Πλέον Φ.Π.Α. 23,647.25 ευρώ. 3) Κατά τη χρήση 2004, προς τον ...: 1.- Τ.Π-Δ.Α. No 2288/31-3-2004 με αξία 11.227,41 πλέον Φ.Π.Α. 1.554,10 ευρώ 2.- Τ.Π - Δ.Α. No 2292/28-6-2004 με αξία 8.108,83 πλέον Φ.Π.Α. 1.170,99 ευρώ 3.- Τ.Π. -Δ.Α. No 2295/15-7-2004 με αξία 11.202,26 πλέον Φ.Π.Α. 2.016,41 ευρώ 4.- Τ.Π.- Δ.Α. No 2296/21-7-2004 με αξία 8.608,50 πλέον Φ.Π.Α. 1.549,53 5.- Τ.Π. -Δ.Α. Νο2300/8-9-2004 με αξία 13.481,19 πλέον Φ.Π.Α. 1.974,09 6.- Τιμολόγιο No 79/13-4-2004 με αξία 3.013,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 542,38 ευρώ Σύνολο εκδοθέντων εικονικών στοιχείων 55.641,39 ευρώ Πλέον Φ.Π.Α. 8.807,50 ευρώ. 4) Κατά τη χρήση 2005, προς τον ...: 1.- Νο 2309/21-1-2005 με αξία 16.607,54 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 2.530,50 ευρώ 2.- Νο 2310/25-2-2005 με αξία 21.222,43 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 3,568,79 ευρώ 3.- No 2311/13-5-2005 με αξία 7.391,05 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 1.224,80 ευρώ 4.-No 2329/5-9-2005 με αξία 5.562,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 676,70 ευρώ 5.- Νο 2330/12-9-2005 με αξία 8.234,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 861,78 ευρώ 6.- No 2331/19-9-2005 με αξία 6.961,00 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 761,95 ευρώ. Σύνολα εκδοθέντων εικονικών στοιχείων: 65.978,22 ευρώ Πλέον Φ.Π.Α 9.624,44 ευρώ. Παρά το γεγονός ότι οι συναλλαγές αγοραπωλησίας των αναφερομένων στα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία εμπορευμάτων ουδέποτε έλαβαν χώρα, δοθέντος ότι, η ανωτέρω επιχείρηση ουδέποτε διακίνησε τα εμπορεύματα αυτά". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Η προκύπτουσα από το συνδυασμό των ανωτέρω σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα εξειδικεύονται όλα τα εκδοθέντα εικονικά τιμολόγια με τα πλήρη στοιχεία τους, καθώς και για ποια επιχείρηση εκδόθηκε το καθένα από αυτά. Επίσης αιτιολογείται η εικονικότητα των τιμολογίων και αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εν λόγω εικονικότητα. Ο αναιρεσείων προβάλλει ως έλλειψη αιτιολογίας και τα παρακάτω: 1) ότι ενώ αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την εικονικότητα των τιμολογίων της χρήσεως 2002, δεν περιέχονται σκέψεις για την εικονικότητα των τιμολογίων των υπόλοιπων χρήσεων (2003, 2004 και 2005), 2) ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι στα περισσότερα τιμολόγια, αν και είναι μεγάλης αξίας, αναγράφεται η λέξη "απολύτου μετρητοίς", κάτι που δεν συνηθίζεται στις συναλλαγές, ενώ σε άλλα αναγράφεται "επί πιστώσει" χωρίς να αποδεικνύεται η εξόφλησή τους, δεν εξειδικεύεται στην απόφαση ποιά είναι τα "περισσότερα" τιμολόγια και ποια είναι τα "άλλα" τιμολόγια, με αποτέλεσμα να υπάρχει ασάφεια ως προς τα συγκεκριμένα τιμολόγια της κάθε κατηγορίας και 3) ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση περί της ενοχής του όχι με πλήρη δικανική πεποίθηση αλλά σε "πλείστες αμφιβολίες", αφού αναφέρει "Εξάλλου, ενώ οι περισσότερες πωλήσεις του κατηγορουμένου πραγματοποιούνται προς τον ..., που είναι και ο κύριος πελάτης του, οι ελάχιστες αγορές που φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί από αυτόν (κατηγορούμενο) από την εσωτερική αγορά, εμφανίζουν και πάλι ως προμηθευτή την επιχείρηση του ..., γεγονός που από μόνο του δημιουργεί πλείστες αμφιβολίες ως προς το εάν οι συναλλαγές αυτές έχουν όντως συντελεστεί". Επί των ανωτέρω αιτιάσεων λεκτέα αντιστοίχως τα εξής: 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σκέψεις για την εικονικότητα των τιμολογίων όλων των χρήσεων, απλώς αναφέρει ενδεικτικά τη χρήση του έτους 2002, χωρίς ενίσχυση της σκέψης και για τις άλλες χρήσεις, 2) η αναφορά των "περισσότερων" και των "άλλων" τιμολογίων αποτελεί ένα επιπλέον επιχείρημα για την ενίσχυση της κύριας σκέψης στην οποία στηρίζεται η κρίση περί της ενοχής και 3) οι "πλείστες αμφιβολίες" δεν αφορούν στις εικονικές πωλήσεις του κατηγορουμένου προς την επιχείρηση ... για τις οποίες κηρύχθηκε αυτός ένοχος, αλλά στις αγορές αυτού (κατηγορουμένου) από τον ..., πράγμα άσχετο με την κατηγορία. Επομένως ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο προκαλεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ του ΚΠΔ και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του προβλεπόμενου από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται το αποδεικτικό θέμα στο οποίο αφορά το έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, εννοείται ότι αναγνώσθηκε ολόκληρο το περιεχόμενό του και επομένως ο κατηγορούμενος έλαβε πλήρη γνώση αυτού και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η δυνατότητά του αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά κυρίως από το αν αναγνώσθηκε.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων προβάλλει ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση από μέρους του των δικαιωμάτων που του παρέχει ο νόμος και συγκεκριμένα επειδή στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε "έκθεση ελέγχου" από την αόριστη δε αυτή αναφορά, δεν προκύπτει η ταυτότητα του ανωτέρω εγγράφου ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε, με αποτέλεσμα να αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να ασκήσει το παρεχόμενο σ'αυτόν από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το ως άνω έγγραφο. Από τα ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι η ανωτέρω έκθεση ελέγχου, η οποία αναφέρεται στα πρακτικά με τον αριθμό i, είναι η μοναδική έκθεση ελέγχου που αναγνώσθηκε και έτσι προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για την έκθεση ελέγχου της φορολογικής αρχής που προβλέπεται από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997. Επομένως προκύπτει με επάρκεια η ταυτότητα του ανωτέρω εγγράφου, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι πράγματι αυτό αναγνώσθηκε, ενώ με την προκύπτουσα από τα πρακτικά βεβαίωση περί αναγνώσεως αυτού προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος (δια της εκπροσωπούσης αυτόν συνηγόρου του) έλαβε γνώση του περιεχομένου του και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το ως άνω έγγραφο και έτσι δεν στερήθηκε του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 358 του ΚΠΔ.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κύριου δικογράφου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της (αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι) και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία πρέπει να μειωθούν στο μισό σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2009 αίτηση και τους από 19-10-2009 πρόσθετους λόγους του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3157/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ, καθώς και τα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2010. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος εξέδωσε εικονικά τιμολόγια - δελτία αποστολής. Απορρίπτεται ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα επειδή δεν προκύπτει η ταυτότητα αναγνωσθέντος εγγράφου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 113/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βασιλειάδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 200-200α-201/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ... και 2. ....
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1203/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 359/27.10.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1) Με την υπ' αριθμ. 1234/16-10-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών καταδικάστηκε και ο ... σε συνολική ποινή φυλάκισης 7 1/2 ετών και χρηματική ποινή 64.500 Ευρώ. Κατ' αυτής άσκησε ο ανωτέρω [και οι άλλοι καταδικάσαντες] έφεση και δη την από 16-10-2003 τοιαύτη. Η εκδίκαση αυτής [και των άλλων εφέσεων] προσδιορίστηκε κατά τη δικάσιμο της 11-10-2004 στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπου ο άνω εκκαλών, όπου ήταν παρών ο ίδιος - όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά - ζήτησε αναβολή για κώλυμα του συνηγόρου του Σωτηρίου Κουτσογιάννη. Το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα αυτό, και όρισε ρητή δικάσιμο την 1-2-2005, "χωρίς άλλη κλήτευση των κατηγορουμένων" [βλ. την υπ' αριθμ. 1580/11-10-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών]. Κατά τη δικάσιμο της 1-2-2005 του αυτού δικαστηρίου ο άνω εκκαλών δεν εμφανίστηκε και η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 200-200α - 201/1-2-2005 απόφαση του άνω δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά το δικαστήριο πριν επιδώσει την απορριπτική της εφέσεως απόφασή του ανέγνωσε τη παραπάνω αναβλητική απόφασή του [=1580/11-10-2004] - βλ. πρακτικά φύλλο 2ο - Χαρακτηριστικά αναφέρει η 200-2009 -201/2005 απόφαση "από την υπ' αριθμ. 1580/11-10-2004 αναγνωσθείσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου αποδεικνύεται ότι κατά τη δικάσιμο της 11ης Οκτωβρίου 2004 που είχε ορισθεί για τη συζήτηση της κρινομένης έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση αυτή αναβλήθηκε στο πρόσωπο του συνηγόρου του, κατά την νέα δικάσιμο της υπόθεσης και με παρόντα τον κατηγορούμενο, όπου ορίστηκε ρητή δικάσιμος προς μετ' αναβολή συζήτηση αυτής η σημερινή (1-2-2005). Το Δικαστήριο γνωστοποίησε στον παρόντα κατηγορούμενο ότι στη νέα ρητή δικάσιμο 1-2-2005 έπρεπε να εμφανισθεί χωρίς άλλη κλήτευση, κατά την οποία όμως δικάσιμο δεν εμφανίστηκε ο εκκαλών. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 349 παρ. 1,2 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεσή του..." και μετά ταύτα- "
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ" -"
Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη την έφεση του ως άνω εκκαλούντος, κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 4234/16-10-2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 64.500 ΕΥΡΩ.." Και ναι μεν στο άνω αιτιολογικό γίνεται αναφορά "κρινόμενη έφεση με αριθμ. 56/11-3-2003 κατά της αριθμ. 638/11-3-2003 απόφασης του Τριμ. Πλημ. Αμαλιάδος" πλην όμως, είναι σαφές ότι η αναφορά αυτή δεν επηρεάζει τη σχετική κρίση αφετέρου οφείλεται σε παραδρομή, πράγμα που προκύπτει τόσο από το άνω σκεπτικό - σε συνδυασμό με την αναβλητική απόφαση - όσο και από το διατακτικό της αυτής απόφασης έτσι ώστε να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η απόρριψη αφορά την έφεση του εκκαλούντος κατά της 4234/16-10-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Η άνω απόφαση επεδόθη στον εκκαλούντα μετά την καταχώρηση αυτής στο ειδικό βιβλίο, που έλαβε χώρα στις 26-4-2005 - στις 28-6-2005 [όπως προκύπτει αφενός μεν από το από ... αποδεικτικό του ... επιμελητή δικαστηρίου, Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσ/νίκης και αφετέρου από το ...αποδεικτικό της Επιμελήτριας δικαστηρίου ..., της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών (που αναφέρεται στον αντίκλητο του εκκαλούντος) διότι η άνω επίδοση στον ίδιο τον εκκαλούντα έγινε με θυροκόλληση) - στις διευθύνσεις που έχουν δηλωθεί με την έκθεση εφέσεως [βλ. αυτή].
Κατά της άνω απόφασης ο εκκαλών άσκησε στις 3-7-2009 ενώπιον του Δ/ντη των φυλακών κρατήσεώς του [=φυλακές ...] την υπ'αριθμ. 74/2009 αναίρεση προβάλλων τους αναφερόμενους στην έκθεση αυτή λόγους αναίρεσης [και ειδικότερα την ανωτέρω φερομένη αντίφαση].
Στην άνω έκθεση αναίρεσης δεν γίνεται καμιά αναφορά, ούτε κατά μείζονα λόγο, γίνεται επίκληση αποδεικτικών μέσων σε σχέση με το εκπρόθεσμο αυτής, αφού αυτή έγινε μετά από 4 και περίπου χρόνια. Το υπαινισόμενο περί γνωστοποιήσεως της απόφασης στις 29-6-2009, ότε και συνελήφθη, είναι εντελώς αβάσιμο.
Έτσι η αναίρεση αυτή είναι εκπρόθεσμη [αφού έδει ασκήσει μέσα στη νόμιμη προθεσμία των 10 ημερών από τις επιδόσεις της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 473 Κ. Ποιν. Δ.] και ως τοιαύτη είναι απαράδεκτη [άρθρο 476§1 Κ. Ποιν. Δ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 74/2009 αναίρεση του ... κατά της υπ' αριθμ. 200α - 2009 - 201/1-2-2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 8-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 507 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα, αν αυτή είναι μεταγενέστερη από την επίδοση προς εκείνον της απόφασης, αλλιώς από την εν λόγω επίδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει, όπως συνάγεται από τα άρθρα 474 παρ.2 και 509 του Κ.Π.Δ., να διαλάβει στη έκθεση ή δήλωση, κατά περίπτωση, ασκήσεώς του περιστατικά ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, τα οποία ήταν γνωστά σ αυτόν όταν άσκησε την αναίρεση, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά το ένδικο μέσο είναι εκπρόθεσμο και απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εκ του λόγου όμως αυτού δεν παραβιάζεται το, κατ άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη και δη της ασκήσεως ενδίκου μέσου και προσφυγής σε ανώτερου βαθμού δικαστήριο, αφού η απαίτηση να διαλαμβάνονται οι λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση στο δικόγραφο του ενδίκου μέσου επιβάλλεται από λόγους ορθού χειρισμού της υποθέσεως και συγκεκριμένα για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα περί του παραδεκτού ή μη της ασκήσεως αυτού, η έρευνα του οποίου και προηγείται της κατ ουσία κρίσεως των λόγων του και να δυνηθεί ο Εισαγγελέας να εκτιμήσει τους προβαλλόμενους λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και να προτείνει σχετικώς, στο πλαίσιο της διαδικασίας που αναφέρθηκε του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Εάν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο αγνοούσε, κατά την άσκησή του, το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, μπορεί να τον προτείνει και μεταγενεστέρως μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο και, όταν το δικαστήριο συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ., ενώπιόν του αν εμφανισθεί σ` αυτό ή με υπόμνημα (ΑΠ 2237/2009, ΑΠ 411/2003).
ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 200-200α-201/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 16-10-2003 έφεσή του κατά της 4234/16-10-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Πατρών. Στο σκεπτικό από προφανή παραδρομή αναφέρεται έφεση κατά της 638/11-3-2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αμαλιάδος, αφού είναι αναμφισβήτητο και προκύπτει από την έκθεση της εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται και το διατακτικό της αποφάσεως, ότι αυτή στρέφεται κατά της ανωτέρω 4234/2003 αποφάσεως με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή φυλακίσεως 7 ετών και 6 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 64.500 €, για παράβαση των άρθρων 55 παρ. 1-2, 50 παρ.1 Ν. 2910/2001. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 26-4-2005 με αριθμό καταχωρήσεως 658 (βλ. από 31-7-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του οικείου τμήματος του Εφετείου Πατρών). Η απόφαση επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει ο αναιρεσείων με την 16-10-2003 έκθεση εφέσεως (...) στις 28-6-2005 (βλ. από ...αποδεικτικό επιδόσεως του ... επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσ/νικης), την αυτή δε ημερομηνία επιδόθηκε αντίγραφο της αποφάσεως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ, και στον αντίκλητο που διόρισε με την έκθεση εφέσεως ο αναιρεσείων δικηγόρο Πατρών Ιωάννη Αποστολόπουλο (βλ. από ... αποδεικτικό επίδοσης της ...επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών). Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 3-7-2009 ενώπιον του Διευθυντή Φυλακών ..., όπου τότε κρατούταν ο αναιρεσείων (βλ. 74/3-7-2009 έκθεση), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης προθεσμίας από την νόμιμη κατά τα άνω μεταγενέστερη της δημοσίευσης στο ειδικό βιβλίο επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση της αποφάσεως στις 29/6/2009, όταν συνελήφθη σε εκτέλεσή της και ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως αγνώστου διαμονής, διότι πάντοτε διέμενε στο ..., δηλαδή στην διεύθυνση που του επιδόθηκε η απόφαση, όχι όμως κατά τις διατάξεις ως αγνώστου διαμονής (156 ΚΠΔ), όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται με την αναίρεση και με το υπόμνημά του, που κατέθεσε κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αλλά νομίμως δια θυροκολλήσεως στην ανωτέρω διεύθυνση, που ο ίδιος είχε δηλώσει με την έκθεση εφέσεως (155 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476 παρ. 1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2009 (αριθ. εκθ. 74) αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της με αριθ. 200-200α-201/1-2-2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως. Προθεσμία επί ερήμην αποφάσεως. Αρχίζει από επίδοση της καταχωρηθείσης στο ειδικό βιβλίο αποφάσεως (ΑΠ 619/2005). Αν η καταχώρηση μεταγενέστερη της επίδοσης από την επίδοση (ΑΠ 2130/2009, ΑΠ 886/2008, ΑΠ 179/2005). Πώς και πότε προβάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση (ΑΠ 2237/2009, ΑΠ 411/ 2003). Απόρριψη απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προβάλλεται και αποδεικνύεται λόγος ανωτέρας βίας, έστω και με το υπόμνημα.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Ανωτέρα βία.
| 0
|
Αριθμός 110/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα και 2)..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, για αναίρεση της 1573/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους 1)... και 2)....
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Οκτωβρίου 2008 και 9 Ιουνίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1792/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση του δευτέρου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθμό 87/31-10-2008 και 46/9-6-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των .... και ..., αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 1573/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, και καταδίκασε τον πρώτο σε κάθειρξη οκτώ (8) ετών και τον δεύτερο σε κάθειρξη δέκα (10) ετών για παραβίαση του νόμου περί ναρκωτικών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, γι' αυτό και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν για πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια, να γίνουν τυπικά δεκτές. Η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με συνέπεια να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 § 1δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης όταν δεν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εξάλλου, όπως παγίως γίνεται δεκτό, δεν είναι αναγκαίος για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητή, ούτε το ύψος των καταβληθέντων σ' αυτόν για την αγορά των εν λόγω ουσιών χρημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση στην αίτηση αναιρέσεως του .... προβάλλεται με τον πρώτο λόγο η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρει στο σκεπτικό και διατακτικό της συγκεκριμένο πρόσωπο από το οποίο αγόρασε αυτός από κοινού με τους άλλους συγκατηγορουμένους του, την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία κοκκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους 208 γραμμαρίων περίπου, ούτε το ύψος των καταβληθέντων στον πωλητή για την αγορά της ναρκωτικής αυτής ουσίας χρημάτων. Ο από το άρθρο 510 § 1δ' ΚΠΔ λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα παραπάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω ο από την ίδια πιο πάνω διάταξη δεύτερος λόγος αναιρέσεως ότι απορρίφθηκε σιγή από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί τοξικομανίας του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ναι μεν υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός ως ελαφρυντική περίσταση, πλην όμως ήταν αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, αφού δεν αναφέρονται, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν. Τέλος, ο μοναδικός από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντος ... ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η προσβαλλόμενη δέχθηκε ειδικά και αιτιολογημένα την ύπαρξη γνώσεως του περιεχομένου της κατεχόμενης απ' αυτόν και συσκευασμένης σε σακκουλάκι ναρκωτικής ουσίας και επομένως, έλαβε υπόψη και απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν ο καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ, 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμό 87/31-10-2008 και 46/9-6-2008 αιτήσεις των ..., αντίστοιχα, κατά της 1573/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Έννοια αγοράς. Αόριστη υποβολή αυτοτελούς ισχυρισμού τοξικομανίας.
|
Ισχυρισμός αυτοτελής
|
Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 108/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις δηλώσεις αποχής του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Κούκλη και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, που αφορούν τη μη συμμετοχή τους στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 4ης Δεκεμβρίου 2009 η από 20 Ιουλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της 1751/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 402/15.12.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι)Οι Κων/νος Κούκλης, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, και Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου, υπέβαλαν στον Πρόεδρο και Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, τις από 11-12-2009 και 16-10-2009 δήλωσης αποχής από της εκτελέσεως των καθηκόντων τους σε σχέση με την από 20-7-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας έχει οριστεί για τη δικάσιμο της 22-1-2010 στο Ε' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, και στις οποίες [δηλώσεις αποχής] αναφέρουν ότι:
Ο μεν πρώτος ότι ο αναιρεσείων Χ έχει υποβάλλει κατ' αυτού αγωγή κακοδικίας από το δικόγραφο της οποίας όμως έχει παραιτηθεί, και μήνυση για τέλεση αξιοποίνων πράξεων, ο δε δεύτερος ότι ο αυτός αναιρεσείων έχει υποβάλλει κατ' αυτού μήνυση για παράβαση καθήκοντος, ζητούν δε αμφότεροι να απόσχουν από την άνω εκτέλεση των καθηκόντων τους για σοβαρούς λόγους ευπρέπειας.
ΙΙ)Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23§3 Κ.Π.Δ. τα δικαστικά πρόσωπα οφείλουν να δηλώσουν τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι που υπάγονται στα άρθρα 14 και 15 του αυτού κώδικα, ήτοι όταν συντρέχουν λόγοι ευπρέπειας που θέτουν σε αμφιβολία κατ' αντικειμενική κρίση, την ελεύθερη κρίση του ή το αποκατάληπτον αυτής [βλ. ΑΠ 2651/2008, ΑΠ 1919/2008, ΑΠ 1568/2002 κ.α, Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. Α σελ. 39], πράγμα που συμβαίνει και όταν ο διάδικος έχει υποβάλλει μήνυση κατά του δικαστικού λειτουργού για άλλη υπόθεση, χωρίς να ενδιαφέρει εδώ η τύχη της.
Και ναι μεν η υποβολή μήνυσης καταδικαστικού λειτουργού αυτή καθ' εαυτή δεν συνιστά λόγον εξαίρεσης, αφού ο κάθε διάδικος ανεξαρτήτως των συνεπειών μιας αβάσιμης μήνυσης, θα μπορούσε να δημιουργεί ο ίδιος λόγον εξαίρεσης και συνεπώς επιλογή δικαστικού λειτουργού, πλην όμως εδώ αυτός ούτος οι δικαστικοί λειτουργοί υπέβαλαν τις δηλώσεις αποχής προς αποφυγήν δημιουργίας σε βάρος τους, και κατ' επέκταση της δικαστικής λειτουργίας, δυσμενών σχολίων σε σχέση με την αμεροληψία τους.
Έτσι το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής αποτελεί και τον γνώμονα για την σχετική κρίση επ' αυτών δηλώσεων αποχής].
Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι πρέπει να γίνουν δεκτές οι παραπάνω δηλώσεις, αφού δεν υπάρχουν αντίθετα στοιχεία που να αμφισβητούν το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να γίνουν δεκτές οι από 11-12-2009 και 16-10-2009 δηλώσεις αποχής της εκτελέσεως των καθηκόντων τους και δη από την εκδίκαση της από 20-7-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, των Κων/νου Κούκλη - Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου - και Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη - Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου.
Αθήνα 14-12-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ.Κονταξής
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 11/12/2009 και 16/10/2009 δηλώσεις αποχής από της εκτελέσεως των καθηκόντων τους των: 1) Κων/νου Κούκλη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, και 2) Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οι οποίες απευθύνθηκαν στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, και φρονούν ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας τους επιβάλουν να απόσχουν από την άσκηση των καθηκόντων τους κατά την εκδίκαση της από 20/7/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ, Δικηγόρου Αθηνών, κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ.4 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί από ουσιαστική άποψη.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΠΔ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 14 του ίδιου κώδικα λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτό, δεν δύναται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, ως και του αναφερομένου στο άρθρο 15 εδ. α' του ΚΠΔ λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία, κατ' αντικειμενική κρίση, η ελεύθερη κρίση του δικαστή ή το απροκατάληπτο αυτού, πράγμα που συμβαίνει και όταν ο διάδικος έχει υποβάλλει μήνυση κατά του δικαστικού λειτουργού για άλλη υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της από 20/7/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ενώπιον του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στο οποίο συμμετείχε, ως Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Κων/νος Κούκλης, της δικασίμου 4/12/2009, και αμέσως μετά την εκφώνηση της υποθέσεως, ο αναιρεσείων δικηγόρος δήλωσε ότι εναντίον του έχει ασκήσει αγωγή κακοδικίας, από το δικόγραφο της οποίας έχει μεν παραιτηθεί, αλλά έχει υποβάλλει επιπροσθέτως και μήνυση εναντίον του (βλ. δήλωση του αναιρεσείοντα, καταχωρηθείσα στα πρακτικά αναβολής του δικαστηρίου με αριθμό ... και δικόγραφο αγωγής κακοδικίας), και ζήτησε να απέχει από την εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης ο Αντεισαγγελέας της έδρας Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, λαβών τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι σοβαρός λόγος ευπρέπειας, επιβάλλει την αποχή του από της εκτέλεση των καθηκόντων του, διότι ο αναιρεσείων έχει υποβάλλει εναντίον του την με αριθμό ΑΒΜΔ...μήνυση για παράβαση καθήκοντος, η οποία εκκρεμεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 21/9/2009 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, που υπάρχει στη δικογραφία, ο ίδιος δε έχει υποβάλλει ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 16/10/2009 δήλωση αποχής. Το δικαστήριο (με Αντεισαγγελέα τον Παναγιώτη Ψάνη, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου), με την υπ' αριθμ. 2343/4/12/2009 απόφαση του, ανέβαλε την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως για την 22/1/2010, προκειμένου να ελεγχθεί, εάν συντρέχει λόγος αποχής των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών. Αμέσως δε μετά την δημοσίευση της παραπάνω αναβλητικής αποφάσεως, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Κων/νος Κούκλης υπέβαλε στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την από 11/12/2009 δήλωση αποχής στην οποία αναφέρει ότι υφίστανται στο πρόσωπο του σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή του από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Εν όψει των ανωτέρω, το συμφέρον της δικαιοσύνης και η διασφάλιση του κύρους αυτής, επιβάλλει την αποχή των δηλούντων δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού, αντίστοιχα, για σοβαρό λόγο ευπρέπειας, από την ενάσκηση των καθηκόντων τους στην προαναφερόμενη ποινική υπόθεση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση δηλώσεις αποχής, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τις από 11/12/2009 και 16/10/2009 δηλώσεις αποχής των Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κων/νου Κούκλη και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη.
Αποφαίνεται ότι οι ανωτέρω δικαστικοί λειτουργοί δεν θα συμμετάσχουν στη σύνθεση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στη δικάσιμο της 22/1/2010, κατά την εκδίκαση της από 27/7/2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δέχεται τις δηλώσεις αποχής του Αντιπροέδρου ΑΠ και του Αντεισαγγελέα ΑΠ. Αποφαίνεται οι ανωτέρω να μη συμμετάσχουν στη σύνθεση του Ε’ Ποινικού τμήματος στη δικάσιμο κατά την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1751/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 2
|
Αριθμός 106/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Εξάρχου, περί αναιρέσεως της 908/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.10.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1459/2009.
Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατήριο. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64 και 68 του ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοποιούνται μόνον όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945 τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται εκεί κάθε εργοδότης που δεν καταβάλλει εμπροθέσμως στους απασχολούμενους σ' αυτόν με μισθό τις αποδοχές ή κάθε φύσεως χορηγίες που τους οφείλει από τη σχέση εργασίας. Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για την πληρωμή του μισθού που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη όμως της πληρωμής(εν όλω ή εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία την, σε σχέση με τον α.ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, και ως εκ τούτου παρέπεται ότι η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλομένου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία, προϋπόθεση της οποίας είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη.
Συνεπώς, δεν μπορεί να ασκηθεί πολιτική αγωγή για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για την παρακράτηση από τον εργοδότη των οφειλομένων αποδοχών στον εργαζόμενο που αποτελεί και ποινικό αδίκημα (άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945), καθόσον η επιδίκαση αυτής προϋποθέτει αδικοπραξία που στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει, και επομένως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, στην περίπτωση αυτή, χωρίς να αποβληθεί.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 839/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου μόνο του α.ν. 690/1945 σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου εμφανίσθηκε η Ψ και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παραπάνω αξιόποινη πράξη, ζητώντας να της επιδικασθεί το ποσό των 10 ευρώ, με επιφύλαξη, και διόρισε ως πληρεξούσιο δικηγόρο τον Χρήστο Λεοντίδη. Η ανωτέρω δήλωση έγινε δεκτή με την προαναφερόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (παρά τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, τις οποίες απέρριψε) και επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη το παραπάνω ποσό, που ζητήθηκε. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας Χρήστος Λεοντίδης, δυνάμει της από 23/6/2009 εξουσιοδότησής της, παρέστη και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η πελάτισσά του από την παραπάνω αξιόποινη πράξη για το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό, με επιφύλαξη (παρά τις αντιρρήσεις του εκκαλούντος - κατηγορουμένου τις οποίες απέρριψε). Με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, όπως και πρωτοδίκως, για παράβαση του άρθρου μόνο του α.ν. 690/1945, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών(3) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Η ίδια απόφαση έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην δια πληρεξουσίου παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 10 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης χωρίς να υπάρχει αδικοπραξία. Σύμφωνα όμως με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, η παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς της για την άσκηση της πολιτικής αγωγής και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να αποβάλει την πολιτική αγωγή.
Επομένως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ. β και 511 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναίρεσης οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠΔ, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ίδιου κώδικα, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδίκασε με αυτήν τον αναιρεσείοντα, σε ποινή φυλάκισης τριών(3) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για παράβαση του άρθρου μόνο του α.ν. 690/1954, και συγκεκριμένα για το ότι δεν κατέβαλε, ως εργοδότης, εμπρόθεσμα στην απασχολούμενη σ' αυτόν με σχέση εργασίας Ψ τις διαφορές των αποδοχών της (τα ποσά των οποίων παρατίθενται παραπλεύρως κάθε χρονικής περιόδου) από του μηνός Μαΐου 2001 έως και του Δεκεμβρίου 2001, διαφορές αποδοχών έτους 2002, διαφορές αποδοχών έτους 2003, διαφορές αποδοχών 1/1/2004 έως και 30/4/2004, επίδομα αδείας έτους 2001, δώρο Χριστουγέννων έτους 2001, επίδομα αδείας έτους 2002, δώρο Πάσχα έτους 2002, δώρο Χριστουγέννων έτους 2002, επίδομα αδείας έτους 2003, δώρο Πάσχα έτους 2003, δώρο Χριστουγέννων έτους 2003, επίδομα αδείας έτους 2004 και δώρο Πάσχα έτους 2004, συνολικού ποσού 12.871, 48 ευρώ, για πράξη δηλαδή που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα. Το αξιόποινο όμως που αφορά την μη εμπρόθεσμη καταβολή στις διαφορές αποδοχών Μαΐου 2001 έως Δεκεμβρίου 2001, επιδόματος αδείας έτους 2001, δώρο Χριστουγέννων 2001 και διαφορές αποδοχών έως 15.1.2002 έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, που συμπληρώθηκε πριν αλλά και μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού από τον χρόνο της καθυστέρησης καταβολής τους μέχρι την δημοσίευση της παρούσας (15.1.2010) είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής. Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι η παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση περιέχει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η περ. γ ΚΠΔ σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως της παρά το νόμο παράστασης της πολιτικής αγωγής, πρέπει να αναιρεθεί και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των ως άνω χρονικών περιόδων, ενώ για την μη παραγεγραμμένη καθυστέρηση της καταβολής των αποδοχών των λοιπών χρονικών διαστημάτων, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 908/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του Χ, για την παράβαση άρθρου μόνο του α.ν. 690/1945, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτόν στην ... και αφορά την μη εμπρόθεσμη καταβολή διαφορών αποδοχών Μαΐου 2001 έως και Δεκεμβρίου 2001, επιδόματος αδείας έτους 2001, δώρο Χριστουγέννων έτους 2001 και διαφορών αποδοχών έως και 15.1.2002.
Παραπέμπει την υπόθεση για την μη εμπρόθεσμη και μη παραγεγραμμένη καταβολή των λοιπών αποδοχών για συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 8 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση άρθρου μόνο του Α.Ν. 609/1945 (μη εμπρόθεσμη καταβολή δεδουλευμένων). Επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που προήλθε από την παράσταση πολιτικής αγωγής της εργαζόμενης προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την παρακράτηση των αποδοχών της, καθόσον η επιδίκαση αυτής προϋποθέτει αδικοπραξία που στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει. Δεκτός ο λόγος της αιτήσεως αναίρεσης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, για τις μερικότερες πράξεις και παραπέμπει την υπόθεση, για τις μη παραγεγραμμένες πράξεις, προς συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Πολιτική αγωγή, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 0
|
Αριθμός 105/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Πανταζή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 72/2008 Διατάξεως της Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς.
Η Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά με την ως άνω διάταξη, έταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της διάταξης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτηση προσφυγής τους, εκτιμωμένη ως αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1007/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 323/09.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την από 25-6-2009 και με ημερομηνία καταθέσεως 26-6-2009 με αριθμό πρωτοκόλλου 5356 αίτηση προσφυγής οιονεί αίτηση αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., οδός ... αρ. ..., κατά της υπ' αριθμ. 72/12-3-2008 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 462 Κ.Π.Δ., τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αίτηση αναιρέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 47 § 1 του ιδίου Κώδικα, ο εισαγγγελέας (πλημμελειοδικών) εξετάζει την έγκληση που έλαβε και, αν κρίνει ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρ. 243 § 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγουμένη παράγραφο. Τέλος, κατά το άρθρ. 48 Κ.Π.Δ., ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διατάξεως του εισαγγελέα κατά τις παραγρ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρου να προσφύγει στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών κατά της διατάξεως του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθεί την προσφυγή, διατάσσει τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών να ασκήσει ποινική δίωξη.
Όμως, ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου προκύπτει ότι η επί της απορριπτούσης την έγκληση διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών εκδιδομένη από τον Εισαγγελέα Εφετών διάταξη υπόκειται εις ένδικο μέσο ή βοήθημα (ΑΠ 602/2004, εις Ποιν.Δικ./2004/885, ΑΠ 1457/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/249). Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή των 1) Χ1 και 2) Χ2, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμωμένη, κατά της υπ'αριθμ. 72/2009 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, διά της οποίας απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθμ. 28/2008 και 29/2008 προσφυγές των ανωτέρω, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 179/2008 Διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς, απορριψάσης ως ουσία αβάσιμες τις ΑΒΜ Α06/1105 και ΑΒΜ Β06/4950 εγκλήσεις των ως άνω προσφευγόντων-αναιρεσειόντων κατά του Δικηγόρου ..., ..., μη προβλεπομένη, κατά τα προεκτεθέντα, από τον νόμο, είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθούν οι προσφεύγοντες-αναιρεσείοντες εις τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρ. 476 § 1 και 583 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η από 25-6-2009 και με ημερομηνία καταθέσεως 26-6-2009, με αριθμό πρωτοκόλλου 5356 αίτηση προσφυγής οιονεί αίτηση αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, αμφοτέρων κατοίκων ..., οδός ... αρ. ..., κατά της υπ'αριθμ. 72/12-3-2008 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς,
Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Τσάγγας"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων - αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 462 του ΚΠΔ "Τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στην ποινική διαδικασία κατά των βουλευμάτων και των αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι: 1) η έφεση, και 2) η αναίρεση". Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 48 του ΚΠΔ σε προσφυγή κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών, που απέρριψε την έγκληση, δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή αποφάσεως. Επομένως, δεν συγχωρείται κατ' αυτής αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου. Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση-προσφυγή, εκτιμώμενη ως αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, των 1) Χ1, και 2) Χ2, που ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, από την γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και παρέστησαν ενώπιον του Συμβουλίου, κατά της υπ' αριθμ. 72/12/3/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκαν, ως κατ' ουσία αβάσιμες, οι υπ' αριθμ. 28/2008 και 29/2008 προσφυγές των ανωτέρω, κατά της υπ' αριθμ. 179/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πειραιώς (που απέρριψε, ως κατ' ουσία αβάσιμες τις εγκλήσεις των ως άνω προσφευγόντων-αναιρεσειόντων κατά του Δικηγόρου ..., ...), μη προβλεπομένη από το νόμο, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθούν δε οι προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/6/2009 με αριθμ. καταθέσεως 5356 αίτηση προσφυγής, εκτιμώμενη ως αίτηση αναιρέσεως, των 1) χ1, και 2) χ2, κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 72/12/3/2008 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη, η αίτηση προσφυγής - αναιρέσεως κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες οι προσφυγές των προσφευγόντων - αναιρεσειόντων κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 101/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1400-1401/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 590/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που καταβάλλονται σε κάποιον σε εκτέλεση συμβάσεως εντολής για τις ανάγκες της εκτελέσεως αυτής. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρoύταν σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν η πράξη ενείχε κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως ήταν εμπιστευμένο στο δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του δράστη ως επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή αλλότριας περιουσίας. Μετά την αντικατάσταση της ίδιας παραγράφου από το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, στις 4-6-1996, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφενός το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και αφετέρου να το έχουν εμπιστευθεί στον δράστη, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες τούτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του εντολοδόχου. Η νεότερη αυτή διάταξη που ορίζει για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως, ότι το αντικείμενο αυτής πρέπει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ότι στο πρόσωπο του δράστη πρέπει να υπάρχει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες, είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, στο σημείο αυτό, στην οποία η απαρίθμηση είναι ενδεικτική. Έτσι η νεότερη αυτή διάταξη είναι εφαρμοστέα και στις αξιόποινες πράξεις υπεξαιρέσεως, που έχουν τελεσθεί πριν από την ισχύ του ν. 2408/1996. Ειδικά όμως για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός τους χαρακτήρας, με τη συνδρομή του αντικειμένου ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αξιώνει και το επί πλέον στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη, η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Εξάλλου τον κατ άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως ιδρύουν η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η πρώτη των οποίων υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, η δε δεύτερη συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, πράγμα που συμβαίνει και όταν υπήγαγε τα περιστατικά σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην περίπτωση. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, τελεσθείσης στην ..., κατ εξακολούθηση, κατά τα έτη 1990 και 1991, χρονικό διάστημα κατά το οποίο, αντί να διαθέσει τα χρηματικά ποσά που του κατέβαλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "Ν ΚΑΙ Ζ. ΣΑΜΟΛΑΔΑΣ ΑΕΒΕ", ΑΑ, για την πληρωμή των δασμών φόρων κλπ. τελών, που αναλογούσαν στα εμπορεύματα που εισήγαγε η εταιρία από την Βουλγαρία, η εντολή εκτελωνισμού των οποίων, στον όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας του είχε δοθεί από τον εν λόγω νόμιμο εκπρόσωπό της, αυτός δεν τα διέθεσε σύμφωνα με την εντολή που του είχε δοθεί, αλλά, με την ιδιότητα του ως εντολοδόχου, τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας τα στην περιουσία του. Ειδικότερα, με τον τρόπο αυτό, κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες ιδιοποιήθηκε, ως εντολοδόχος, παράνομα τα κατωτέρω ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά, που του είχαν καταβληθεί για τον προαναφερθέντα λόγο και δη, κατά μεν το οικονομικό έτος 1990: Στις 16-2, 16-5, 9-6 και 27-6, ποσά 1.194.180, 1.523.200, 1347.110 και 1.018.430 δραχμών, αντίστοιχα και συνολικά 5.082.930 δραχμές, κατά δε το οικονομικό έτος 1991: Στις 27-2 και 4-6 ποσά 2.166.690 και 1.590.704 δραχμών, αντίστοιχα και συνολικά 3.757.390 δραχμές. Ενόψει όμως του χρόνου τέλεσης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, τοποθετείται σε χρόνο προγενέστερο της 4/6/1996, που άρχισε να ισχύει ο Ν. 2408/1996, με το άρθρο 1 παρ.9 του οποίου αντικαταστάθηκε, όπως λέχθηκε, η παρ. 2 του άρθρου 375 του ΠΚ, έπρεπε, αφού τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης της υπεξαίρεσης τον θεμελιώνει μόνο στην ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου, να εφαρμόσει την διάταξη της παραγ. 2 όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με την ανωτέρω διάταξη, η οποία στην συγκεκριμένη ειδικά περίπτωση, όπως τονίσθηκε ανωτέρω, τυγχάνει ευνοϊκότερη και να δεχθεί περαιτέρω, κατά τρόπο σαφή και ειδικώς αιτιολογημένο, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του και το στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, για την συνδρομή ή μη του οποίου ουδέν αναφέρει, ούτε περιλαμβάνει ουσιαστικές παραδοχές, από τις οποίες να συνάγεται και το στοιχείο αυτό και ευλόγως άλλωστε αφού εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, όπως ρητά αναφέρεται στην σελ. 29 των πρακτικών, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται.
Συνεπώς υπέπεσε στην παράβαση της εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αλλά και της ελλείψεως παντελώς αιτιολογίας περί της συνδρομής ή όχι του ανωτέρω στοιχείου. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος και τρίτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' και Δ' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1400-1401/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Έννοια. Στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς. Έννοια παρανόμου ιδιοποιήσεως και πώς εκδηλώνεται. Πότε σε βαθμό κακουργήματος, ειδικότερα επί εντολοδόχου (ΑΠ 1/2009, ΑΠ 946/2007). Ευνοϊκότερη η διάταξη μετά την αντικατάσταση με άρθρο 1 § 9 Ν. 2408/1996, εφαρμογή και σε πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του, εκτός από την περίπτωση του εντολοδόχου (ΑΠ 103/2009, ΑΠ 79/2007, ΑΠ 1626/2002, ΑΠ 1599/2008). Εντολοδόχος που δεν διέθεσε τα ποσά που του δόθηκαν από τον εντολέα για εκτέλεση εντολής, κατά το περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Διαπράττει υπεξαίρεση. Για πράξεις προγενέστερες του 1996 πρέπει να γίνεται δεκτή η συνδρομή και του στοιχείου της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, αφού εφαρμόζεται η διάταξη της § 2, όπως είχε πριν την τροποποίηση με άρθρο 1 § 9 Ν. 2408/1996, ως ευνοϊκότερη. Εφαρμογή της διατάξεως όπως έχει μετά την τροποποίηση με ανωτέρω διάταξη. Δεκτός λόγος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 96/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Κασσάνδρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσαρκέζη, περί αναιρέσεως της 1333-1334/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1484/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 100 Α Π.Κ. "Αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100 Π.Κ., το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη". Οι προϋποθέσεις που τάσσονται ως άνω είναι ότι ο καταδικασμένος "να μην έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία ή περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο" (άρθρο 99) και "από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου το δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων". Επίσης "στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπ' όψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του" (άρθρο 100). Αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο και το δικαστήριο απορρίψει αυτό, πρέπει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως κατά τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 1333 - 1334/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο απέρριψε (και) τον εκ του άρθρου 100Α Π.Κ. προβληθέντα υπό του νυν αναιρεσείοντος δια του συνηγόρου του ισχυρισμόν περί αναστολής από επιτήρηση της επιβληθείσης δι' αυτής ποινής, ως εξής: "Επειδή τα αιτήματα του κατηγορουμένου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής κατά το άρθρο 100 του Π.Κ. και για αναστολή αυτής υπό επιτήρηση κατά το άρθρο 100Α του ιδίου κώδικα, πρέπει να απορριφθούν καθόσον, α) η επιβληθείσα ποινή υπερβαίνει τα τρία έτη και δεν επιτρέπεται η αναστολή αυτής κατά το άρθρο 100 και β) από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέστηκε η πράξη όπως αυτές προέκυψαν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ιδίως δε αφού ληφθούν υπόψη το είδος και ο μεγάλος αριθμός όπλων και πυρομαχικών που αυτός κατείχε στο κατάστημά του και στο σπίτι του, που μαρτυρούν επικινδυνότητα, εκτιμωμένου και του χαρακτήρα του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής είναι αναγκαία προκειμένου να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη, κυρίως διότι προσδιορίζονται και παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι αναγκαία για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, ώστε να αποτραπεί ούτος από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων.
Συνεπώς ο σχετικώς πρώτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος αναστολής υπό επιτήρηση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία εκυρώθη με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 περ. 1 του εβδόμου Πρωτοκόλλου της ιδίας ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που εκυρώθη με τον Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης, από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επεβλήθηκε ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητος, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπομένη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητος αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφιο τελευτ. του Συντάγματος, (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18/4/2001, μετά την αναθεώρηση από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων),κατά το οποίο "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφ' όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Σύμφωνα με την αρχή αυτή οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α) αναγκαίοι υπό την έννοιαν ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαιώματά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο.
Συνεπώς η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιοποίνου πράξεως, εφ' όσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει τη κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητος (Ολ. Α.Π. 14/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκηρύχθη ένοχος για την πράξη της παράνομης κατοχής, τυφεκίου, πιστολίων, αυτομάτου όπλου, πιστολίων αερίου, σιγαστήρων, σκοπευτικών διοπτρών όπλων και πυρομαχικών (φυσιγγίων) και ειδικότερα του ότι "Στη ..., στις 17.11.2001, κατείχε παράνομα όπλα και πυρομαχικά κατά την έννοια των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2168/1993, και συγκεκριμένα, κατά την παραπάνω ημερομηνία, κατείχε: α) σε καφετέρια, που διατηρεί στη ..., μέσα σε συρτάρι, παραπλεύρως της υπάρχουσας στο κατάστημα ταμειακής μηχανής, ένα πιστόλι εύχρηστο, μάρκας ASTRA YNSETA CIAGUERNICA MOD. 7000, διαμ. 0,22 ΜΜ, άνευ αριθμού, προέλευσης Ισπανίας, με γεμιστήρα επί του όπλου, φέρον εντός αυτού επτά (7) φυσίγγια, αντιστοίχου διαμετρήματος και β) στην οικία του, που βρίσκεται, επάνω από το ανωτέρω κατάστημά του, επιμελώς κρυμμένα, σε διάφορους χώρους: 1) ένα πιστόλι, μάρκας SRVENA ZASTAV 99, διαμ. 0,405 ΚW, με αριθμ. ..., προέλευσης τ. Γιουγκοσλαβίας, με τρεις (3) γεμιστήρες, από τους οποίους ο ένας βρισκόταν επί του όπλου και έφερε εντός αυτού οκτώ (8) Φυσίγγια, αντιστοίχου διαμετρήματος, ενώ οι άλλοι δύο ήταν κενοί φυσιγγίων, 2) ένα πιστόλι μάρκας UMAREX MOD. NANPOLEON CAL, διαμ.8 ΜΜ, με αριθμ...., προέλευσης Ιταλίας, με φραγμένη κάνη, 3) ένα υποπολυβόλο, εύχρηστο, τύπου ανοικτού κλείστρου, με αριθμό Β 1780, διαμ. 7,65 ΚΜ, με πτυσσόμενο κοντάκι και μήκος σκελετού όπλου (χωρίς το κοντάκι), 26,5 CΜ, με δύο (2) γεμιστήρες, που περιείχαν είκοσι (20) και δέκα (10) φυσίγγια, αντίστοιχα και με ένα σιγαστήρα, (4) ένα αυτόματο τυφέκιο, εύχρηστο, τύπου KALASNIKOV, διαμ. 7,62χ39 ΜΜ, με συνολικό μήκος σκελετού όπλου 91 CΜ, με πέντε (5) γεμιστήρες, που περιείχαν είκοσι (20), είκοσι (20), είκοσι (20), είκοσι οκτώ (28) και δέκα εννέα (19) φυσίγγια, αντίστοιχα, 5) δυο (2) χειροβομβίδες τύπου ΜΚ-1, με αντίστοιχους πυροκροτητές, 6) δύο (2) σιγαστήρες, προοριζόμενους και προσαρμοζόμενους, ο ένας στο, κατά τα παραπάνω με αριθμ. 3, υποπολυβόλο και ο άλλος στο, κατά τα παραπάνω με αριθμ. 4, αυτόματο τυφέκιο, 7) δυο (2) διόπτρες σκόπευσης, από τις οποίες η μία μάρκας KASSNAR NIOE ANELE, με χαρακτηριστικά 3-9Χ, προοριζόμενη και προσαρμοζόμενη στο, κατά τα παραπάνω, με αριθμ. 4, αυτόματο τυφέκιο και η έτερη, άγνωστης μάρκας και χαρακτηριστικών με τρεις (3) σφιγκτήρες διόπτρας και 8) πλην των ανωτέρω αναφερομένων, κατείχε τρεις χιλιάδες εκατόν πενήντα οκτώ (3.158) φυσίγγια διαφόρων διαμετρημάτων, δηλαδή 1,275 των 0,22', 31 των 9 ΜΜ, 48 των 0,38' 50 των 0,357 MAGNUM, 347, διαμ. 0.40 W, 697 των 7,62 ΜΜ και 710 των 7,65 ΜΜ, για την αποθήκευση, δε, και την μεταφορά των παραπάνω όπλων και πυρομαχικών κατείχε επιπλέον:α) πέντε (5) θήκες μεταφοράς όπλων διαφόρων τύπων. β)τέσσερις (4) θήκες μεταφοράς γεμιστήρων, γ) τρία (3) μεταλλικά κιβώτια αποθήκευσης - μεταφοράς Φυσιγγίων και δ) τρεις (3) πλαστικές ειδικές θήκες μεταφοράς όπλων". Μετά ταύτα του ανεγνωρίσθη η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου άρθρο (84 παρ. 2α ΠΚ) και ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις φυλάκιση τριών και ημίσεος (3,5) ετών. Εν όψει της απαξίας των άνω εγκλημάτων που ετέλεσεν ο κατηγορούμενος και του ύψους της επιβληθείσης ποινής, για την οποία το δικαστήριο διέλαβε ειδική αιτιολογία, εν αναφορά με τα κριτήρια της διατάξεως του άρθρου 79 Π.Κ., όπως εκ του σχετικού σκεπτικού προκύπτει, λαμβανομένου υπ' όψη και του γεγονότος ότι η αρχικώς απειλουμένη εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινή, δια την παράβαση του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 Ν. 2168/1993 είναι (κατά την παρ. 8 αυτού) φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών, δεν παρεβιάσθη η αρχή της αναλογικότητος, επιβαλλομένη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις. Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, με τον οποίον, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1333 - 1334/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως και αιτιολογία άρθρου 100 Α΄ ΠΚ. Προϋποθέσεις. Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. (που εκυρώθη με το ΝΔ 53/1974), άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, άρθρο 2 § 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που εκυρώθη με τον Ν. 1705/ 1987). Άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος. Αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδ. τελευταίο του Συντάγματος). Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να εκτιμάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει της ποινής που έχει επιβληθεί ή της μικρής ή της μεγάλης απαξίας της πράξεως (Ολ. ΑΠ 14/2001). Αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Ποινής αναστολή, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
Αριθμός 94/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπαλαφούτη, για αναίρεση της 5080/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1199/2009
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1Α' και 171 παρ. 1α' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων.... για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεώς του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του Ν. 1736/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" προκύπτει ότι προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) εφετών και εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συντίθεται, κατ' άρθρον 8 παρ. 1 γ' Κ.Π.Δ. από τον πρόεδρο εφετών ή του αναπληρωτή του και από δύο εφέτες (και με την συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέως ή αντεισαγγελέως εφετών), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδομένη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5080/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο συνετέθη "από προεδρεύοντα εφέτη και δύο εφέτες", εξού και ο αναιρεσείων αιτιάται ότι υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου, διότι δεν αναφέρεται ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και η αρχαιότεροί του εφέτες, εφ' όσον προήδρευσε εφέτης. Ο σχετικός, συνεπώς, λόγος αναιρέσεως εκ των άρθρων 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. περί απολύτου ακυρότητος, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, προτεινόμενος και υπό των τριών αναιρεσειόντων, αφού, κατά τ' άνω, δεν είναι αναγκαία η αναφορά κωλύματος του προέδρου εφετών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η κατά το άρθρο 501 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρ 340 παρ. 2 Κ.Π.Δ. εκπροσώπηση κατά την συζήτηση εφέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως του απόντος εκκαλούντος κατηγορουμένου από συνήγορο τον οποίον έχει διορίσει αυτός με έγγραφη δήλωσή του, δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 ιδίου Κώδικος απολογία αυτού, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορό του, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι τότε εκκαλούντες πρώτος Χ1 και δευτέρα Χ2 (νυν πρώτος και δευτέρα αναιρεσείοντες) παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου, από τον οποίον και εξεπροσωπήθησαν.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορών αμφοτέρους αυτούς, κατά το εν σκέλος του, περί απολύτου ακυρότητος εκ των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. και 501 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., εκ του ότι "δεν εκλήθησαν προς απολογίαν νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον συνήγορό των" οι ανωτέρω απόντες εκκαλούντες, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Κατ' άρθρον 227 παρ. 3 Π.Κ. "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των άρθρων 224 παρ. 2 και 225 τις τέλεσε για να αποφύγει ποινική ευθύνη, είτε δική του, είτε κάποιου από τους οικείους του, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή". Η διάταξη αυτή απαιτεί να έχει τελεσθεί η ψευδορκία μάρτυρος (άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ.) και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση (άρθρο 225 Π.Κ.), ήτοι προϋποθέτει πάντα ψευδή κατάθεση, εις την οποία περιλαμβάνεται και η απόκρυψη ή άρνηση των αληθών. Δεν εισάγει λόγον άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, ούτε εξαλείψεως του αξιοποίνου, αλλά "δυνητικόν λόγον" απαλλαγής από πάσης ποινής και καλύπτει, κατά τ' άνω, την άρνηση μαρτυρίας, την κατάθεση αναληθών περιστατικών ή την, απόκρυψη των αληθών? αποτελεί, δηλαδή, προσωπικό λόγον απαλλαγής, που στηρίζεται εις την εις τον δράστη, δημιουργουμένη ψυχολογική κατάσταση, η οποία είναι μία οιονεί κατάσταση ανάγκης, η οποία δεν υπάγεται εις το άρθρο 32 Π.Κ., αλλά τυγχάνει ειδικής υπό του νόμου ρυθμίσεως δια του άνω άρθρου 227 παρ. 3 Π.Κ., εις τρόπον ώστε να παρέχεται εις τον δικαστήν η ευχέρεια, προκειμένου να κρίνει αν θα επιβληθεί ή όχι ποινή εις τον μάρτυρα, για τον οποίον έκρινε ότι ετέλεσε την ψευδορκία κ.τλ κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία, να σταθμίζει εκάστοτε την εις ήν ευρέθη ο μάρτυς κατάσταση ανάγκης, ήτοι να σταθμίζει το είδος και την σπουδαιότητα της δι' αξιόποινο τινά πράξη ενοχής του μάρτυρος, η οποία ήθελε προκύψει εάν ούτος κατέθετε τα αληθή. Δι' ό και το εάν ο δράστης θα κριθεί ατιμώρητος απόκειται εις την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του περί μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση "ο συνήγορος των κατηγορουμένων αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση ζήτησε την αθώωση αυτών και την εφαρμογή του άρθρου 227 Π.Κ.". Το δικαστήριο απέρριψε τον άνω υποβληθέντα προσωπικό λόγον απαλλαγής των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ως εκ του πράγματος, εφ' όσον τους επέβαλε ποινή ήτοι εις τον Χ1 και την σύζυγό του Χ2, οι οποίοι, άλλωστε, και μόνον νυν, δια της δηλώσεως αναιρέσεώς των, αναφέρουν ότι η δευτέρα αυτών ετέλεσε την πράξη της ψευδορκίας προκειμένου να αποφύγει την ποινική ευθύνη ο πρώτος αυτών σύζυγός της ο οποίος είχε υποβάλλει την έγκληση. Εφ' όσον λοιπόν το μεν δεν εξετέθησαν εις το δικαστήριο της ουσίας περιστατικά, ώστε να σταθμίσει τούτο την κατάσταση εις ήν ευρέθη η Χ2 και κατέθεσεν εν γνώσει της ψευδή περιστατικά, το δε ο άνω λόγος είναι δυνητικός δια το δικαστήριο, το οποίο, κατά τ' άνω, δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόρριψη του εκ του άρθρου 227 παρ. 3 Κ.Π.Δ. λόγου, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο αφορών τους δύο πρώτους κατηγορουμένους -δύο πρώτους αναιρεσείοντες, κατά το έτερον σκέλος του, περί ελλείψεως αιτιολογίας εις την απόρριψή του, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο πρώτος κατηγορούμενος - πρώτος αναιρεσείων Χ1 εκηρύχθη ένοχος για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας εις τις ψευδορκίες των Χ2 και Χ3 και κατεδικάσθη εις φυλάκιση 5 μηνών δι' εκάστη των άνω πράξεων, συνολικώς δε εις φυλάκιση ένδεκα (11) μηνών, αποτελουμένη από την ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών δια την πρώτη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, προσαυξανομένη κατά δύο (2) μήνες από την ποινή φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών για την δευτέρα πράξη της ψευδορκίας και κατά δύο (2) μήνες από εκάστη των δύο ηθικών αυτουργιών εις τις δύο ψευδορκίες.
Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτον σκέλος του οποίου ο αναιρεσείων αυτός Χ1, εσφαλμένα υπολαμβάνων ότι κατεδικάσθη μία φορά εις φυλάκιση πέντε (5) μηνών και χωρίς να αναφέρεται ότι η φυλάκιση αυτή αφορά κάθε πράξη για την οποία εκηρύχθη ένοχος, παραπονείται ότι το δικαστήριο καθώρισε συνολική ποινή καθ' υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για την κατ' άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 Π.Κ. κατά το οποίον "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλους ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση", προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, απαιτείται εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, και άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση του κατηγορουμένου ότι η γενομένη καταμήνυση είναι ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσεν ήσαν επίσης ψευδή. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α' Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται : α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση, πειθώ, απειλή, προτροπή, φορτικότητα κτλ β) η διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη, η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5080/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο εδίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο εδέχθη, μετά από αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του 3ου κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχτηκε ότι: "Από τη διάταξη του άρθρου 229 § 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να εγνώριζε την αναλήθεια της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 224 § 2 ΠΚ, της ψευδορκίας, απαιτείται αφ' ενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα αφ' ετέρου να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών [ΑΠ 441/2008, ΑΠ 38/2008 δημ/ση Νόμος]. Εξάλλου κατά δε το αρ. 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού [ΑΠ 600/2008, ΑΠ 180/2008] . Στην προκείμενη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Η Θ εκμίσθωσε στις 23-5-1991 στον πρώτο κατηγορούμενο ένα κατάστημα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο τελευταίος για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Όμως από το έτος 1998 δημιουργήθηκαν έριδες μεταξύ τους σε σχέση με τις οφειλές μισθωμάτων. Στα πλαίσια αυτής της σφοδρής αντιδικίας ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε με την από 14-11-2002 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μεταξύ των άλλων και τον εγκαλούντα, δικαστικό επιμελητή, γιατί εξεταζόμενος ενόρκως στις 25-9-2001 και 3-6-2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου κατέθεσε εν γνώσει του τα αναφερόμενα εκεί ψευδή γεγονότα, τα οποία, εν γνώσει της αναληθείας τους τα ισχυρίστηκε και τα διέδωσε σε τρίτους με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Κατά δε την κατάθεση της ως άνω μήνυσής του βεβαίωσε ενόρκως, εξεταζόμενος ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ότι όσα αναφέρονται σε αυτήν είναι αληθή. Με βάση αυτή τη μήνυση ασκήθηκε κατά και του τώρα εγκαλούντος ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και άμεση συνεργεία σε απάτη στο Δικαστήριο. Κατά την προανάκριση που επακολούθησε με πρόταση του πρώτου κατηγορουμένου εξετάστηκαν ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών οι δεύτερη και τρίτος από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι κατέθεσαν τα γεγονότα, που αναφέρονται στο διατακτικό. Όμως τα γεγονότα που κατέθεσε τότε [25-9-2001 και 3-6-2002] ο εγκαλών ήταν αληθή. Ειδικότερα όταν ο τελευταίος πήγε στο μίσθιο κατάστημα να επιδώσει στον πρώτο κατηγορούμενο έκθεση κατάσχεσης, μετά από παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της εκμισθώτριας, ο κατηγορούμενος πράγματι πήρε από το εσωτερικό του καταστήματος ένα όπλο [δίκανο] απειλώντας ότι "θα τους σκοτώσει όλους" δηλαδή το δικηγόρο και τον ιδιοκτήτη του ακινήτου. Ο εγκαλών αμέσως ενημέρωσε τα παραπάνω πρόσωπα για τις απειλές του πρώτου κατηγορουμένου. Στο επεισόδιο αυτό παρούσα ήταν η ..., σύζυγος του εγκαλούντα, δικαστική επιμελήτρια και αυτή, που είχε μεταβεί με σκοπό να συμπράξει στην κατάσχεση. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν κατέθεσε ψευδώς ως μάρτυρας, αφού πράγματι είχε όπλο στο μίσθιο κατάστημα και είχε απειλήσει τα παραπάνω πρόσωπα, υπέβαλε όμως τη μήνυση κατ' αυτού με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, πράγμα που έγίνε. Άλλωστε με την απόφαση 5648/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία είναι αμετάκλητη [βλ. το 3535/21-4-2007 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου], ο τώρα εγκαλών κηρύχθηκε αθώος των ως άνω αξιόποινων πράξεων, που του απέδιδε ο κατηγορούμενος, γιατί κρίθηκε ότι τα ως άνω γεγονότα ήταν αληθή. Περαιτέρω τα όσα κατέθεσαν οι δεύτερη και τρίτος από τους κατηγορουμένους ότι δηλαδή ο πρώτος δεν κατείχε όπλο [δίκανο] αλλά ένα "κοντάρν" με το οποίο καθάριζε τα τζάμια του καταστήματος, όταν ο εγκαλών μετέβη στο κατάστημά του και ότι με αυτό το αντικείμενο απείλησε αυτόν και τα υπόλοιπα προαναφερόμενα πρόσωπα, είναι ψευδή. Τα κατέθεσαν δε εν γνώσει της αναλήθειάς τους, αφού δεν ήταν παρόντες, όταν πήγε στο κατάστημα ο εγκαλών δικαστικός επιμελητής με τη σύζυγο και συνάδελφό του. Μάλιστα ο τρίτος είναι τραπεζικός υπάλληλος και βρισκόταν στην εργασία του. Την απόφαση να καταθέσουν τα παραπάνω ψευδή γεγονότα την προκάλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στους δεύτερη και τρίτο με πειθώ και φορτικότητα, αφού η δεύτερη είναι σύζυγός του και ο τρίτος φίλος του και τους έπεισε προκειμένου να έχει ευμενή υπέρ αυτού έκβαση ο δικαστικός του αγώνας κατά της εκμισθώτριας του καταστήματος και του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καθώς και κατά του εγκαλούντος. Με βάση τα παραπάνω πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων, που σε καθένα αποδίδεται.".
Μετά ταύτα εκήρυξεν ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντας ως εξής : "Α. Τον κατηγορούμενο Χ1 ότι :
Α1. Την 14.11.2002 εν γνώσει καταταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και πιο συγκεκριμένα κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την από 14.11.2002 έγκλησή του κατά του ήδη εγκαλούντος Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ), στην οποία ανέφερε, εν γνώσει της αναλήθειας, περί του ανωτέρω ήδη εγκαλούντος μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Στην από 25-9-2001 κατάθεσή του [δηλ του ήδη εγκαλούντος Ζ] αναφέρει: "... Θυμάμαι ότι όταν κοινοποίησα στον α' μηνυτή (εννοεί εμένα) [δηλ. τον κατηγορούμενο Χ1] αντίγραφο της εκθέσεως κατασχέσεως, δεν θυμάμαι όμως πότε, αυτός πήρε ένα όπλο, μάλλον δίκανο, και είπε ότι θα τους σκοτώσει όλους, έπεσα πάνω του καθώς και ένας φίλος του προσπαθήσαμε να τον συνεφέρουμε και έτσι ηρέμησε. Εμένα όμως μου ανέβηκε η πίεση εξ αιτίας αυτού τον επεισοδίου και μάλιστα εγχειρίσθηκα στην καρδιά". Στην από 3-6-2002 κατάθεσή του αναφέρει: "αυτά που κατέθεσα στην από 25-9-2001 ένορκη κατάθεσή μου ενώπιον της πταισματοδίκου Αθηνών κ. Καποπούλου βεβαιώνω και πάλι ενόρκως ότι είναι αληθή. Αμέσως μετά το συμβάν τηλεφώνησα στον κ. Καίτσα τον δικηγόρο και εντολέα μου και τον ενημέρωσα. Αυτός μετά τηλεφώνησε στον κ. Ξ. Είχα χρέος να το κάνω διότι φοβήθηκα μήπως πραγματοποιήσει το σκοπό του". Όλα όσα αναφέρει ο πρώτος μηνυόμενος [δηλ. ο εγκαλών Ζ] είναι αναληθή, συκοφαντικά και σκόπιμα διαστρεβλωμένα από αυτόν.... Την 8-3-99, ήλθε μόνος του στο κατάστημά μου, που βρίσκεται στην ..., οδός ..., ο Ζ και μου επέδωσε την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης που προανέφερα. ... Την ώρα που μιλούσαμε, καθάριζα τα τζάμια του καταστήματος μου με ένα κοντάρι ειδικό γα τη δουλειά αυτή και... το σήκωσα στον αέρα και είπα στον Τρίχα, πως θα τους καθαρίσω όλους με αυτά που μου κάνουν, κάνοντας λογοπαίγνιο και σε καμία περίπτωση δεν εννοούσα πως θα τους σκοτώσω. ... Όλα όσα λέει ο πρώτος μηνυόμενος για όπλα, για το φίλο μου, που, δήθεν, με συγκράτησε μαζί με αυτόν να μη σκοτώσω κανέναν από την οικογένεια ..., για το φόβο που του προκάλεσε ...πίεση και τον οδήγησε σε εγχείρηση καρδιάς!!!, είναι όλα αναληθή και πιστεύω πως τα κατέθεσε καθ' υποβολή του ζεύγους ..... .", τα οποία, είναι ψευδή, ενώ η αλήθεια, την οποία καλώς εγνώριζε, είναι ότι τα πραγματικά γεγονότα έλαβαν χώρα σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην από 25.9.2001 και από 3.6.2002 εξέταση του ήδη εγκαλούντος, το περιεχόμενο των οποίων είναι αληθινό. Στην παραπάνω πράξη του προέβη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του ανωτέρω ήδη εγκαλούντος για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις.
Α.2. Την 14.11.2002 ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και πιο συγκεκριμένα εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά την κατάθεση της από 14.11.2002 έγκλησής του κατά του εγκαλούντος· Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ) βεβαίωσε, εν γνώσει της αναληθείας, ως αληθές το ως άνω περιεχόμενό της, ενώ η αλήθεια είναι όπως ανωτέρω υπό στοιχείο "Α.1." αναφέρεται.
Α.3. Την 23.12.2002 και την 5.12.2002 αντίστοιχα με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτοί διέπραξαν και πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να στηρίξει αποδεικτικά την από 14.11.2002 έγκλησή του κατά του εγκαλούντος Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ) και τη σκοπούμενη παραπομπή τους σε ποινική δίκη στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, ενεργώντας με πειθώ, συνεχείς παραινέσεις και ιδιαίτερη φορτικότητα έπεισε αντίστοιχα τους συγκατηγορούμενούς του, Χ2 και Χ3, που δεν είχαν ήδη από μόνοι τους αποφασίσει, να εκτελέσουν αντίστοιχα την κατωτέρω αναφερόμενη υπό στοιχεία "Β.1." και "Β.2." άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που αυτοί διέπραξαν αντίστοιχα.
Β. Τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ3 ότι : την 23.12.2002 και την 5.12.2002 αντίστοιχα, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα και πιο συγκεκριμένα εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, που διενεργούσε προανάκριση επί της από 14.11.2002 έγκλησης του Χ1 κατά του εγκαλούντος Ζ (ως και κατά των Θ και Ξ), κατέθεσαν, εν γνώσει της αναλήθειας : (Β.1.) η κατηγορούμενη Χ2 την 23.12.2002, μεταξύ άλλων, τα εξής ".... εκείνη την ώρα ο σύζυγός μου [δηλ. ο κατηγορούμενος Χ1] καθάριζε τα τζάμια με ένα κοντάρι και γυρίζοντας στον επιμελητή [δηλ. στον εγκαλούντα Ζ] του είπε ότι θα καθαρίσω εγώ με αυτή την υπόθεση, εννοώντας ότι θα τακτοποιήσει την υπόθεση...." και (Β.2.) ο κατηγορούμενος Χ3 την 5.12.2002, μεταξύ άλλων, τα εξής : "...'Ημουν στο μαγαζί του μηνυτή [δηλ. του κατηγορούμενου Χ1], όταν ήλθε ο α' κατηγορούμενος Δικ. Επιμελητής [δηλ. ο εγκαλών Ζ] να του επιδώσει μία έκθεση κατάσχεσης του σπιτιού του.... Εκείνη την ώρα ο μηνυτής καθάριζε τα τζάμια του μαγαζιού του με ένα κοντάρι.... Τότε ο μηνυτής του είπε ότι τέτοιους ανθρώπους πρέπει να πάρεις ένα ξύλο και να τους κυνηγήσεις....", τα οποία είναι ψευδή, ενώ η αλήθεια, την οποία οι κατηγορούμενοι καλώς εγνώριζαν, είναι όπως ανωτέρω υπό στοιχείο "Α.1." αναφέρεται και ότι ο κατηγορούμενος Χ3 δεν ήταν παρών στο παραπάνω μαγαζί".
Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας, τελεσθείσης και υπό των τριών κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων και της ηθικής αυτουργίας του πρώτου Χ1 τόσον εις την ψευδορκία της δευτέρας Χ2, όσον και εις την ψευδορκία του τρίτου Χ3, για τις οποίες όλες κατεδικάσθησαν αυτοί, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 224, 46 παρ. 1, 94 Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει. Ειδικότερα αναφέρονται η αρχή ενώπιον της οποίας κατέθεσαν αρμοδίως ενόρκως οι κατηγορούμενοι, τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσε εν γνώσει του ο Χ1 ως και τα αληθή, τα οποία εγνώριζεν, αφού ο ίδιος κατέθεσε την ψευδή μήνυση, τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσαν εν γνώσει των οι Χ2 και Χ3, αφού εμφανίζονται ως παρόντες και αυτόπτες κατά το επεισόδιο, ενώ ήσαν απόντες, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται ειδικώς από πού απεδείχθη η απουσία των και ανεξαρτήτως εάν τονίζεται ιδιαιτέρως η τελευταία αυτή του Χ3 και διατί δεν ήτο δυνατή η παρουσία του εις το μαγαζί του Χ1 χωρίς, εντεύθεν, να υπάρχει ουδεμία αντίφαση, η σχέση εξαρτήσεως των ανωτέρω (Χ2 και Χ3) με τον Χ1, και ο τρόπος, με τον οποίον αυτός προκάλεσε εις έναν έκαστον αυτών την απόφαση να ψευδορκήσουν, αφού η απόφαση τον κατεδίκασε για ηθική αυτουργία κατά συρροή και όχι κατ' εξακολούθηση όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο Χ1. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, τρίτος κατά το έτερον σκέλος, του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1, τέταρτος και πέμπτος αφορώντες τους δευτέρα και τρίτον αναιρεσείοντας Χ2 και Χ3 οι τελευταίοι όμοιοι κατά περιεχόμενον, όλοι σχετικά με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ιδία ως προς τα στοιχεία της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας υποστηρίζοντες εν εκτάσει ότι δεν αναφέρονται στην αιτιολογία τα άνω εκτιθέμενα περιστατικά, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος στο σύνολό της, καταδικασθεί δε έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2009 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της υπ' αρθμ. 5080/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ακυρότητα απόλυτη λόγω κακής συνθέσεως δικαστηρίου (άρθρο 510 § 1α και 171 § 1α ΚΠΔ., άρθρο 17 Β΄ §§ 1, 3 και 4 Ν. 1756/1988. Κλήρωση όπου ο αριθμός των Εφετών είναι μεγαλύτερος των 15 (Εφετών). Δεν απαιτείται να αναγράφεται στην απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον κληρώθηκαν για τη σύνθεση. Ούτε ότι ο προεδρεύων Εφέτης κληρώθηκε, διότι κωλύεται ο κληρωθείς Πρόεδρος Εφετών. Η εκπροσώπηση από συνήγορο δεν περιλαμβάνει και την απολογία του απόντος κατηγορουμένου (άρθρο 227 § 3 ΚΠΔ). Δεν εισάγει λόγο άρσεως του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, αλλά δυνητικόν λόγον απαλλαγής (προσωπικόν) από πάσης ποινής. Είναι η εφαρμογή του δυνητική από το δικαστήριο και δεν υποχρεούται αυτό να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Στοιχεία ψευδορκίας (άρθρο 224 ΠΚ). Στοιχεία ηθικής αυτουργίας (άρθρο 46 ΠΚ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. «Εν γνώσει» - Πότε αιτιολογία δόλου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 2
|
Αριθμός 91/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της 1821/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 9 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 898/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται η αναίρεση. Αν στη σχετική δήλωση δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται ( άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, δεν αρκεί η παράθεση απλώς του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο, αλλά απαιτείται και αναφορά των περιστατικών εκείνων που θεμελιώνουν τη σχετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με τη σχετική δήλωση σε τι συνίσταται, σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης, η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 19/2001). Μόνη η παραδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Η έλλειψη όμως αυτή και στην περίπτωση αυτή, πρέπει να προσδιορίζεται με το σχετικό λόγο αναίρεσης. Σύμφωνα εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση που έχει συνταγεί σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Για το παραδεκτό συνεπώς των προσθέτων λόγων, πρέπει να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Εάν αυτή είναι απαράδεκτη, διότι δεν εκτίθενται ορισμένοι και σαφείς λύγοι, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι και δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αιτήσεως με αυτούς ή η διασαφήνιση των αορίστων ή ασαφών λόγων της αιτήσεως. Αλλά δεν είναι επιτρεπτή ούτε η αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, εάν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στα στοιχεία Α, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Η του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, αφού η αυτεπάγγελτη έρευνα που προβλέπεται από το άρθρο 511 του ίδιου κώδικα, προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, επιδιώκεται η αναίρεση της 1821/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα πέντε (45) ημερών για εξύβριση κατά συρροή, με την αιτίαση ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο επίσης αποτελεί πιστή αντιγραφή του κλητηρίου θεσπίσματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης, δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, καθόσον η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης του διατακτικού της, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, καταδικασθεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2515/2009 αίτηση και τους από 9/11/2009 προσθέτους λόγους του ...για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1821/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για εξύβριση κατά συρροή. Ο λόγος αναιρέσεως είναι παντελώς αόριστος. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη, αλλά και οι πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι, αφού για το παραδεκτό αυτών, πρέπει να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Εξύβριση, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 90/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1203/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1251/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 361/2-11-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω στο Συμβούλιό σας την νομοτύπως, εμπροθέσμως (επίδοση προσβαλλομένου βουλεύματος στο κατηγορούμενο την 1/9/2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του 22/7/2009, άσκηση αναίρεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Δαβέττα, δυνάμει της από 1/9/2009 εξουσιοδοτήσεώς του, την 1/9/2009) και παραδεκτώς ασκηθείσα υπ'αρ. 159/1-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 1203/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. 335/2008 έφεση του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ' αριθμ. 1728/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως προς τις πράξεις (α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και (β) της απάτης με υπολογιστή από τη οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και (γ) της υπεξαγωγής εγγράφων κατ'εξακολούθηση.
-Δέχθηκε κατ' ουσίαν την ανωτέρω έφεση ως προς την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ.
-Μεταρρύθμισε ως προς την πράξη αυτή το εκκαλούμενο βούλευμα.
-Αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του άνω κατηγορουμένου, για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, που τελέσθηκε σε βάρος του μηνυτή Ψ.
-Απέρριψε το αίτημα του εκκαλουντος-κατηγορουμένου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
-Δέχθηκε τις αντιρρήσεις του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής του μηνυτή Ψ, για τις πράξεις (α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και (β) της με υπολογιστή από τη οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και
-Απέρριψε τις αντιρρήσεις του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση, και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή (άρθρ. 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ). Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως του βουλεύματος (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 484 παρ. 1β', δ' ΚΠΔ) - βλ. αναλυτικά την 159/09 έκθεση αναίρεσης.
-Επειδή ο Άρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλομένους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ.Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Ομοίως λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.).
Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό - ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (βλ. ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 159/2003, ΑΠ 1128/2002 κ.ά.) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.).
Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πως ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια ελέγχει ο Άρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται στην απόλυτη κρίση του Συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά το άρθρ. 484 (ΑΠ 874/04, ΑΠ 2399/08 κ.ά.).
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 375 Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται: (α) το κινητό πράγμα να είναι ξένο, ολικά ή εν μέρει, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται από το αστικό δίκαιο, (β) να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του δράστη, (γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από το δράστη, δηλ. να έγινε χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σε αυτόν από το νόμο και (δ) να υπάρχει δόλια προαίρεση του δράστη, δηλαδή θέλησή του να ενσωματώσει στην περιουσία του το ευρισκόμενο στην κατοχή του ξένο, κινητό πράγμα (Α.Π. 2109/05 Π.Χρ. ΝΣΤ 456, 114/04 (Συμβ) Π.Χρ. ΝΕ, 29, 5/04 (Συμβ) Π.Χρ.ΝΔ 397, 1708/03 ΠΧρ.ΝΔ 621, 1296/02 Π.Χρ.ΝΓ 430). Η ιδιοποίηση δε είναι εξωτερική πράξη, υλική δηλ. ενέργεια φανερή στον εξωτερικό κόσμο και όχι εσωτερικό γεγονός και επομένως η ιδιοποίηση πραγματώνεται καθόν χρόνο ο δράστης προβαίνει σε εξωτερική συμπεριφορά που μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικά ως πραγμάτωση της θέλησης για ιδιοποίηση (ΑΠ Συμβ. 5/04 Π.Χρ. ΝΔ 397, 1296/03 Π.Χρ. ΝΔ 327, 537/03 Π.Χρ. ΝΔ 117, 176/02 Ποιν.Λογ. 2002, 135, Μανωλεδάκη "Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας" έκδ. 1989 σελ. 191, Σπινέλλη "Εγκλήματα κατά περιουσιακών εννόμων αγαθών" έκδ. 1984 τ. Α. 87). Η υπεξαίρεση αποκτά κακουργηματική μορφή αν η συνολική αξία του υπεξαιρεθέντος υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ.
Εξάλλου από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 375 Π.Κ., όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με άρθρο 2 παρ. 9 Ν. 2408/96 "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνος του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Όπως προκύπτει από την τελευταία παράγραφο για τη θεμελίωση της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος προσαπαιτείται αφ' ενός μεν το αντικείμενο αυτής να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφ' ετέρου δε να συντρέχει μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 375 Π.Κ. καταστάσεις ή ιδιότητες του υπαιτίου μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Για να έχει ο υπαίτιος της κακουργηματικής υπεξαίρεσης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ. 2 Π.Κ. να ενεργεί διαχείριση, δηλ. όχι απλώς υλικές πράξεις αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, που έλκει από τον νόμο ή από σύμβαση. Το δε ιδιοποιούμενο πράγμα πρέπει να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Στις ανώνυμες εταιρείες σύμφωνα με άρθρα 18 και 22 Ν. 2910/1920 την εκπροσώπηση και διοίκησή τους, καθώς και τη διαχείριση της περιουσίας τους ασκεί το διοικητικό συμβούλιο συλλογικά εκτός αν το καταστατικό ορίζεται διαφορετικά. Στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας ανήκει σύμφωνα με αρ. 16 Ν. 3190/55 "περί Ε.Π.Ε." σε όλους τους εταίρους οι οποίοι δρουν συλλογικά, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως (ΑΠ 1674/87 ΠΧρ ΛΗ 271, 615/97 ΠΧρ ΜΗ 145, 1786/97 ΠΧρ ΜΗ 555, 108/98 ΠΧρ. ΜΗ 758, 732/98 Π.Χρ. ΜΘ 325, 666/00 Ποιν.Δικ. 3, 232, 1253/00 Ποιν.Δικ. 3, 208).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ. β του άρθρου 216 Π.Κ. (όπως η παρ. 3 τροποπ. με αρ. 1δ παρ. 2 και 2β Ν. 2721/99). Ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Για την υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς η κατάρτιση εξ υπαρχής εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13γ Π.Κ.) από τον υπαίτιο, που εμφανίζει αυτό ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, τουτέστιν αλλοίωση της έννοιας αυτού δια μεταβολής του περιεχομένου του η οποία γίνεται με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών της αντικειμενικής υποστάσεως και σκοπός όπως με τη χρήση του πλαστού ή νοθευθέντος εγγράφου όπως παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ανεξάρτητα από το αν η εξαπάτηση αυτή επετεύχθη ή μη (Μπουρόπουλου Ερμ. Π.Κ. Τ. β' σελ. 237, ΑΠ 389/98 Π.Χρ. ΜΗ 975, 858/04 Συμβ. Π.Χρ. ΝΕ 322, 183/02 Π.Χρ. ΝΒ 895, 278/02 Π.Χρ. ΝΒ 918).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ Π.Κ. κατά επάγγελμα τέλεση της πράξης συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητός του.
Περαιτέρω σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 386 Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε το άρθρο 386Α Π.Κ. "όποιος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου άρθρου (380). Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα.
Το έγκλημα της απάτης με υπολογιστή του άρθρου 386 Α Π.Κ. τελείται όταν η περιουσιακή βλάβη επέρχεται όχι με παραπλάνηση ενός φυσικού προσώπου που είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις ή να διενεργεί έλεγχο ή να κρίνει ή να χορηγεί αλλά αποκλειστικά και μόνο με τον επηρεασμό των στοιχείων του υπολογιστή, δηλ. με την επέμβαση του δράστη κατά τον προγραμματισμό του συστήματος και την επεξεργασία των δεδομένων, σε οποιαδήποτε φάση της λειτουργίας του υπολογιστή. Εξ άλλου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ. "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ".
Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 222 Π.Κ. "όποιος με σκοπό να βλάψει άλλος αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή που δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών".
Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 2464/05 ΠΧρ ΝΣΤ/626) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ Εισαγγελέα, δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ' είδος τα εξής:
Στην υπό έρευνα υπόθεση από τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθησαν κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα συγκομισθέντα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Το έτος 1987 συνεστήθη με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κων/νου Μπάνου η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑTCO ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με αρχικό εταιρικό κεφάλαιο 500.000 δρχ. και με σκοπό την αντιπροσώπευση βιομηχανικών οίκων του εξωτερικού και εσωτερικού, κατασκευής μηχανημάτων, εξαρτημάτων, συσκευών, ανταλλακτικών και αυτοκινήτων πάσης φύσεως, η εμπορία μηχανημάτων εξαρτημάτων, ανταλλακτικών αυτοκινήτων, η ενοικίαση μηχανημάτων, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, η παροχή τεχνικών υπηρεσιών (σέρβις) για τη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων πάσης φύσεως, η κατασκευή πάσης φύσεως μηχανολογικού εξοπλισμού και η συμμετοχή σε διαγωνισμούς για την προμήθεια μηχανικού εξοπλισμού, διάρκειας 20 ετών, δηλ. μέχρι την 23/1/2007 με αρχική έδρα τον Δήμο ... Μοναδικοί εταίροι της εταιρίας από την ίδρυσή της ήταν ο κατηγορούμενος Χ και ο μηνυτής Ψ με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 50% έκαστος, με μία μερίδα συμμετοχής εκ 1.500 μεριδίων έκαστη, έκαστος. Ταυτόχρονα ορίσθηκαν αμφότεροι συνδιαχειριστές και εκπρόσωποι για όλη τη διάρκεια της εταιρίας, μέχρι την 23/1/07 και με δυνατότητα από το καταστατικό να δεσμεύουν την εταιρία είτε από κοινού είτε χωριστά ο καθένας ενεργούντες κάθε πράξη διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας (σύμφωνα με το άρθρο 14 του καταστατικού της).
Στο άρθρο 15 του ίδιου καταστατικού ορίζεται ότι δεν απαγορεύεται στους συνεταίρους η άσκηση ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών όμοιο με αυτό του σκοπού της εταιρίας και η συμμετοχή τους σε προσωπικές εταιρίες και Ε.Π.Ε. που έχουν τον ίδιο σκοπό με την παρούσα εταιρία. Έτσι με βάση την καταστατική αυτή διάταξη οι ως άνω διάδικοι επέτρεψαν στους εαυτούς τους να συμμετέχουν και σε άλλες ανταγωνίστριες εταιρίες που επιδιώκουν τον αυτόν με την δική τους εταιρία σκοπό.
Στις 30/7/1997 συνεστήθη η εταιρία ATCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΥΨΩΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ με τον διακριτικό τίτλο "ATCO AE" και έδρα το ..,. στην οποία μέτοχοι ήταν ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος έκαστος με ποσοστό 48% του κατεβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου που ανέρχεται για καθένα σε 2.400 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 20,34 ευρώ εκάστη, ενώ το υπόλοιπο 4% μοιράζεται ανά 2% στις συζύγους τους που κατέχουν 100 μετοχές εκάστη.
Ακολούθως στις 13/2/2002 η ΑΑ, σύζυγος του κατηγορουμένου, με τους ΒΒ και ΓΓ ίδρυσαν την εταιρία "ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΕΠΕ" με έδρα την ... και με αντικείμενο ίδιο μ' εκείνο των ως άνω δύο εταιρειών. Επίσης στις 22/11/2002 συνεστήθη από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του ή με ίδιο με τις ως άνω εταιρίες αντικείμενο εταιρία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ- ΜΕΣΙΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ, έδρα αρχικά την ... και μετά την ... Τέλος στις 6/3/03 ιδρύθη η εταιρία "... ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΥΨΩΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ με τον διακριτικό τίτλο "... ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΕΠΕ" από τα τέκνα του μηνυτή ΔΔ και ΕΕ και τους ΣΤ και ΖΖ με έδρα αρχικά τον Δήμο ... και μετά τον Δήμο ... και με αντικείμενο όμοιο με τό των ως άνω εταιρειών.
Η σύσταση των τελευταίων τριών εταιριών συμπίπτει με την αρχή του κλονισμού της μεταξύ μηνυτού και κατηγορουμένου συνεργασίας κατά το έτος 2002, η οποία οξύνθηκε περισσότερο, με τη μη γνωστοποίηση εκατέρωθεν της ίδρυσης των ως άνω εταιριών, γεγονός που συνετέλεσε στην διακοπή της επικοινωνίας τους και στην μεταξύ τους ανταλλαγή εξωδίκων και στην προσφυγή τους σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια.
Ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να αποκλείσει τον μηνυτή από τη διαχείριση των υποθέσεων της πρώτης εταιρίας το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει τον ισολογισμό του έτους αυτού. Ωστόσο ο μηνυτής συνέπραξε με την υπάλληλο ΗΗ την 8/1/04 και προκάλεσε απογραφή των στοιχείων της ATCO EΠΕ, την οποία ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε ως προς την περιγραφή των εξαρτημάτων και των οικοδομικών γερανών που ήταν υποδεέστερη της απογραφής που περιγράφεται στα βιβλία της εταιρείας, παρά το ότι αυτός καίτοι εκλήθη νομίμως από τον μηνυτή να συμπράξει δεν παραβρέθηκε ώστε να προβάλει τα εκ των υστέρων ως άνω επικαλούμενα.
Έτσι ο κατηγορούμενος από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 είχε την αποκλειστική διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας αλλά και των βιβλίων και στοιχείων της. Στα πλαίσια της διαχείρισης που ασκούσε στις 30/6/2003 κατάρτισε αποδείξεις πληρωμής προς υπαλλήλους της ATCO ΕΠΕ και ΑΤΚΟ ΑΕ, ανυπόγραφες από αυτούς, ώστε να φαίνεται ότι αυτοί έλαβαν από τις ως άνω εταιρίες τα αναγραφόμενα σ' αυτές ποσά, γεγονός που ουδέποτε συνέβη αφού οι αναγραφόμενοι στις αποδείξεις υπάλληλοι ουδέποτε έλαβαν στις 30/6/03 τα φερόμενα ως ληφθέντα από αυτούς στις αποδείξεις ποσά. Τούτο προφανώς το έπραξε ο κατηγορούμενος για να ιδιοποιηθεί το αναγραφόμενο στις αποδείξεις ποσό σε βάρος της εταιρίας αποκομίζοντας έτσι το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 34.000 ευρώ. Ειδικότερα κατάρτισε τις υπ' αριθμ. 114, 115, 116, 117 σειρά Β και 690 από 30/6/03 αποδείξεις πληρωμής με τις οποίες φέρεται ότι κατέβαλε στους ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ, ΜΜ και ΝΝ αντίστοιχα τα ποσά των 10.000 ευρώ, 10.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 4.000 ευρώ και 5.000 ευρώ αντίστοιχα ως οφειλόμενα ποσά για εργασία που παρείχαν στην ΑΤCΟ ΕΠΕ οι τέσσερεις πρώτοι και στην ΑΤΚΟ ΑΕ ο πέμπτος, ενώ αυτοί ουδέποτε για τον λόγο αυτό εισέπραξαν και μάλιστα δια χειρός του κατηγορουμένου τα ποσά αυτά από τις παραπάνω εταιρίες, άλλωστε τα ποσά αυτά δεν είχαν εγγραφεί στα σχετικά βιβλία των ως άνω εταιριών, αλλά προφανώς τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του ο κατηγορούμενος ιδιοποιηθείς αυτά.
Στη συνέχεια αφού ο κατηγορούμενος πέτυχε την απομάκρυνση του μηνυτή από τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την ανέλαβε ο ίδιος διόρθωσε στις 30/7/03 τις υπ' αριθμ. 115, 116 και 690 ως άνω αποδείξεις πληρωμής κατά την ημερομηνία, ώστε να φαίνεται ότι αυτές εκδόθησαν όχι στις 30/6/03, όπως αρχικά αναγραφόταν σ' αυτές αλλά στις 30/7/03 και ότι και κατ' αυτή την ημερομηνία κατεβλήθησαν τα ποσά των 10.000, 5.000 και 5.000 ευρώ αντίστοιχα στους ΚΚ, ΛΛ και ΝΝ. Στην πραγματικότητα όμως ο εκκαλών επεδίωκε να ιδιοποιηθεί ο ίδιος τα ως άνω χρήματα των ως άνω εταιριών και να δικαιολογηθεί η απώλεια των χρημάτων από το ενεργητικό της εταιρίας ότι οφείλετο στην καταβολή των ως άνω ποσών προς τους παραπάνω ΚΚ, ΛΛ και ΝΝ, ενώ τούτο δεν είχε συμβεί. Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνούμενος την κατηγορία της υπεξαίρεσης που του αποδόθηκε ισχυρίζεται ότι η καταβολή των ως άνω ποσών έγινε στις 30/6/03 και όχι στις 30/7/03 ως bonus των ως άνω εργαζομένων και ότι η διόρθωση των αποδείξεων έγινε από αυτόν για να εγγραφούν στα βιβλία της εταιρίας την 30/7/03 οι καταβολές γιατί ο μηνυτής δήθεν δεν επέτρεψε την σχετική εγγραφή τους στα βιβλία της εταιρίας στις 30/6/03 χωρίς όμως να δίνει εξήγηση για τον λόγο που ο μηνυτής σταμάτησε την απαγόρευση της εγγραφής τον επόμενο μήνα (Ιούλιο 2003). Οι προσκομιζόμενες δε από αυτόν υπ' αριθμ. ..., ... και ... προσωπικές του επιταγές της ALPHA BANK για ποσά 5.000, 3.000 και 1.400 ευρώ σε διαταγή των ΜΜ και ΝΝ δεν στηρίζουν τον περί καταβολής ισχυρισμό του, αφού αυτός δεν εξηγεί τον λόγο που οι επιταγές έχουν ως ημερομηνία έκδοσης την 31/7/03 και 7/8/03 ενώ η πραγματική καταβολή των ποσών σύμφωνα με τον ίδιο έγινε στις 30/6/03 αλλά και τον λόγο για τον οποίο τα αντίστοιχα ποσά κατεβλήθησαν με προσωπικές του επιταγές και όχι με επιταγές της εταιρίας.
Επίσης ευθέως ο ισχυρισμός του αυτός περί καταβολής των ως άνω ποσών διαψεύδεται από τους ΜΜ και ΝΝ που κατέθεσαν ότι ουδέποτε έλαβαν τα ως άνω ποσά, ούτε στις 30/6/03 ούτε στις 30/7/03, ενώ οι εργαζόμενοι ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, παρά το ότι ισχυρίζονται, συμπλέοντες με τον κατηγορούμενο ότι έλαβαν ως bonus τα ως άνω ποσά στις 30/6/03 ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αμφιβόλου πίστης, καθόσον δεν υπέγραψαν κάποια απόδειξη πληρωμής σ' αυτούς του ως άνω ποσού που φέρονται ότι έλαβαν. Επίσης καμμιά πειστική εξήγηση δεν δίδεται για τον λόγο που αυτοί έλαβαν, καθώς διατείνονται, τα παραπάνω ποσά σε μετρητά και όχι σε επιταγές, που καθώς διατείνεται ο κατηγορούμενος τα έλαβαν οι ΜΜ και ΛΛ, και πως εξηγείται η διαφορετικότητα στο ποσό που έλαβε ο καθένας.
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατόπιν μισθώσεως ενός οικοδομικού γερανού μάρκας POTAIN χρώματος μπλε, με βέλος 36 μέτρα και εξαιτίας εργασιών επισκευής ενός οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ 236 εισέπραξε από τον πελάτη της ΑΤΚΟ ΕΠΕ 13.206 ευρώ σε μετρητά και με τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... από 18-1/18-3 και 18/5/04 μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Eurobank ποσού 3.000 ευρώ εκάστη συνολικά 9.000 ευρώ. Οι επιταγές αυτές όμως είχαν εκδοθεί σε διαταγή του κατηγορουμένου και όχι της δικαιούχου εταιρίας. Οι δύο πρώτες επιταγές μεταβιβάσθησαν στη ... με οπισθογράφηση.
Ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό περί εισπράξεως των επιταγών αυτών από την εταιρία ΘΗΒΑΙ ΕΠΕ έναντι οφειλών που δεν προσδιορίζει ως προς την αιτία γένεσης και το είδος τους, και δεν εξηγεί γιατί αυτές δεν οπισθογραφήθησαν απευθείας στην ΘΗΒΑΙ ΕΠΕ προκειμένου από το σώμα τους να προκύπτει η εξόφληση των οφειλών. Το γεγονός ότι προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του προσκομίζει μεταγενέστερη απόδειξη της τελευταίας υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της ΒΒ, ως επιχείρημα ότι από αυτόν εισεπράχθησαν οι επιταγές κλονίζεται από τη διαπίστωση ότι ο ΒΒ και η σύζυγος του κατηγορουμένου είχαν από κοινού ιδρύσει την εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΕΠΕ". Όσον αφορά την τρίτη επιταγή ο κατηγορούμενος επικαλείται ότι εισπράχθηκε από την ATCO ΕΠΕ προς κάλυψη οφειλών της, χωρίς όμως να έχει καταχωρηθεί τούτο στα βιβλία της εταιρείας παράλειψη που δικαιολογεί προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η εταιρία "Ε-1" είχε λάβει ειδοποίηση με FAX να εξοφλήσει το λογαριασμό τους και παρά ταύτα δεν τακτοποίησε την εκκρεμότητα αυτή.
Το ότι όμως ο κατηγορούμενος δεν εξηγεί τον λόγο της παράλειψης αυτής δεν κάνει πιστευτό τον ισχυρισμό του. Αντίθετα από τα προεκτιθέμενα συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τα παραπάνω ποσά τα ενσωμάτωσε ο ίδιος στην περιουσία του προς βλάβη της ATCO EΠΕ.
Επίσης ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της ATCO EΠΕ τον Μάρτιο του έτους 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της 18.000 ευρώ για εργασίες αποσυναρμολόγησης τριών οικοδομικών γερανών PΟΤΑΙΝ ΜD 125 από το έργο της ... και συναρμολόγησής τους στο εργοτάξιο της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ" συμφερόντων ..., στη Λεωφ. ..., που το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον Αύγουστο 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ από την ... ΕΠΕ 3.000 ευρώ για εργασίες συναρμολόγησης ενός οικοδομικού γερανού τύπου LIBHIER, στο σχολικό συγκρότημα του ΟΣΚ στο ... που το ιδιοποιήθηκε παράνομα μη εγγράφοντάς το στα βιβλία της ATCO ΕΠΕ. Το δεύτερο εξάμηνο του 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO EΠΕ 5.000 ευρώ για εργασίες αποσυναρμολόγησης, επισκευής και μεταφοράς ενός οικοδομικού γερανού τύπου ΡΟΤΑΙΝ 233, που ανήκε στο ΞΞ χωρίς την έκδοση παραστατικού και χωρίς να το εγγράψει στα εταιρικά βιβλία, γιατί το ιδιοποιήθηκε. Μάλιστα τον γερανό αυτό αντί να τον μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ΑΤCO ΕΠΕ τον μετέφερε σε οικόπεδο της ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ, εταιρίας στο ... Επίσης ιδιοποιήθηκε 3.000 ευρώ που αντιστοιχούσε σε εργασίες που παρείχαν οι ΝΝ και ΜΜ προς εγκατάσταση ενός οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ 429 σε εργοτάξιο του εργολάβου ΞΞ στη ... καθώς και σε εργασίες αποσυναρμολόγησης αυτού από το εργοτάξιο του εργολάβου ΠΠ και μεταφοράς του στο ως άνω οικόπεδο στα ..., και όχι στις εγκαταστάσεις της ATCO ΕΠΕ. Το φθινόπωρο του 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ 7.800 ευρώ εξαιτίας μίσθωσης ενός γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ χρώματος μπλε με βέλος 36 μέτρα για 6 μήνες στην εταιρία Ε-2 ΕΠΕ που τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε παράνομα και τον ως άνω γερανό αξίας 25.000 ευρώ καθόσον μετά τη λήξη της μίσθωσης και την αποσυναρμολόγησή του δεν την μετέφερε στις εγκαταστάσεις της ATCO EΠE αλλά τον εξαφάνισε το δεύτερο εξάμηνο του 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ 13.400 ευρώ (10.400 από εκμίσθωση στην εταιρία "Ε-3" ενός οικοδομικού γερανού ΡΟΤΑΙΝ για οκτώ μήνες και 3.000 ευρώ από την τοποθέτησή του σε εργοτάξιο της εταιρίας αυτής στη Λεωφόρο ..., ποσό που ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον Οκτώβριο του 2003 έδωσε εντολή στους υπαλλήλους της ATCO ΕΠΕ να αποσυναρμολογήσουν και απομακρύνουν ένα γερανό τύπου ΡΟTAIN 636, κίτρινου χρώματος, αξίας 45.000 ευρώ, που είχε εκμισθώσει στην "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ" και εγκαταστήσει στο σημείο του βιολογικού καθαρισμού της νήσου ... (κτίριο Αφυδάτωσης) και μετά τον εξαφάνισε ιδιοποιηθείς αυτόν το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003, έδωσε εντολή να μεταφερθούν αρχικά, χωρίς την έκδοση συνοδευτικών εγγράφων, σε ακίνητο του ΝΝ στο ... -όπως και ο τελευταίος επιβεβαιώνει-, όπου παρέμειναν έως τον Μάρτιο του έτους 2004, και στη συνέχεια στην έδρα της εταιρίας "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ", στην ..., στο προαναφερθέν οικόπεδο στα ... και στην έδρα της εταιρίας "Ε-2 ΕΠΕ", τα κάτωθι αντικείμενα, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα: α) δώδεκα (12) μοτέρ γερανών ΡΟΤΑΙΝ, β) δύο (2) καινούργιους ηλεκτρικούς πίνακες ΡΟΤΑΙΝ, γ) χειριστήρια γερανών, δ) μία (1) μεγάλη-ηλεκτροσυγκόληση, ε) ένα (1) σετ οξυγόνου, στ) δέκα πέντε (15) κουλούρες καλώδια γερανών, ζ) δέκα (10) κουλούρες συρματόσχοινα, η) τριάντα (30) δοχεία βίδες και ιπύρους γερανών, θ) τέσσερα (4) ελαιοδυναμικά συστήματα ανεγέρσεως γερανών και ι) γάντζους και ναυτικά κλειδιά γερανών ΡΜ κλπ, συνολικής αξίας 60.000 ευρώ. Τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2004, εισέπραξε για εργασίες που εκτέλεσαν οι ΝΝ και ΚΚ και αφορούσαν τη μεταφορά από το ανωτέρω οικόπεδο στα ... και την εγκατάσταση στο εργοτάξιο του εργολάβου ΞΞ στο ... ενός αυτοανεγειρόμενου οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ, το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ, το πρώτο εξάμηνο του έτους 2004, εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 6.600 ευρώ για την εκμίσθωση για έξι μήνες (6 Χ 1.100 ευρώ μηνιαίως) του ανωτέρω γερανού. Τα ποσά αυτά ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον δε ανωτέρω γερανό, αξίας 15.000 ευρώ, μετά τη λήξη της μίσθωσης, τον μετέφερε στο προαναφερθέν οικόπεδο στα ... και όχι στην έδρα της εταιρίας "ATCO ΕΠΕ", ιδιοποιούμενος αυτόν παράνομα. Την 20-2-2004, ιδιοποιήθηκε παράνομα έναν οικοδομικό γερανό μάρκας ΡΟΤΑΙΝ ..., αξίας 50.000 ευρώ, ο οποίος ενώ φέρεται ότι είχε πωληθεί (βιβλίοαπογραφών εταιρίας "ATCO ΕΠΕ" της 31-12-2003) στην εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ", εμφανίζεται εκ νέου στην από 20-2-2004 εκτύπωση απογραφής, όχι όμως και στην από 8-1-2004 απογραφή του μηνυτή. Κατά την ίδια ημερομηνία ιδιοποιήθηκε παράνομα, επιπλέον, έναν οικοδομικό γερανό μάρκας ΡΟΤΑΙΝ ..., αξίας 50.000 ευρώ και έναν οικοδομικό γερανό μάρκας ΡΟΤΑΙΝ ..., αξίας 50.000 ευρώ, οι οποίοι, ενώ είχαν απογραφεί την 8-1-2004 από τον μηνυτή, δεν εμφανίζονται ούτε στο βιβλίο απογραφών της εταιρίας "ATCO ΕΠΕ", ούτε στην από 20-2-2004 εκτύπωση απογραφής.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίσθηκε ότι το έτος 2003 οι φυλασσόμενοι στα ... γερανοί σε οικόπεδο της "Κατασκευαστικής Άνοιξης ΕΠΕ" ανήκαν σε άλλες εταιρείες και όχι στην ATCO ΕΠΕ, προσκομίζοντας βεβαιώσεις των εταιριών Ε-2 ΕΠΕ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ και ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ χωρίς όμως από αυτές να συνάγεται αν αφορούν τους ως άνω γερανούς ή άλλους. Επίσης προς απόδειξη του ότι για τις παραπάνω εργασίες και εκμισθώσεις διαφόρων γερανών της ATCO ΕΠΕ έχουν εκδοθεί παραστατικά προσκομίζει τέτοια, από τα οποία όμως δεν προκύπτει ευθέως ότι αφορούν τους ως άνω γερανούς, αποδίδει δε χωρίς απόδειξη σε υπαιτιότητα του μηνυτή το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κατέστη εφικτή η άμεση θεώρηση και έκδοση παραστατικών. Όσον αφορά δε τον γερανό ΡΟΤΑΙΝ ... ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι πωλήθηκε στις 29/12/03 στην εταιρία ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ αλλά παρέμεινε στις εγκαταστάσεις της ATCO ΕΠΕ. Ωστόσο καμμιά εξήγηση δεν δίνει γιατί στη συνέχεια εμφανίζεται σε μεταγενέστερη απογραφή ως ιδιοκτησία της ATCO EΠΕ. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο δεν διευκρινίζει γιατί και οι γερανοί ΡΟΤΑΙΝ ... και ... άλλοτε εμφανίζονται και άλλοτε όχι στις καταστάσεις απογραφών της ATCO ΕΠΕ.
Εξ άλλου ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διαχειριστή της ATCO ΕΠΕ κατά το από 18/11/03 έως 31/12/03 διάστημα επεμβαίνοντας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρίας αυτής αλλοίωσε τα στοιχεία του προγράμματος εκτύπωσης του Γενικού Ημερολογίου, καθόσον διέγραψε τις δύο καταθέσεις ποσών 10.000 και 30.000 ευρώ που έγιναν αντίστοιχα στις 23/12/03 και 30/12/03 στο λογαριασμό όψεως της εταιρίας στην Τράπεζα ALPHA BANΚ από τα χρηματικά της διαθέσιμα, ώστε να μη φαίνεται ότι οι καταθέσεις έγιναν από το ταμείο της εταιρίας, εμφανίζοντας ταυτόχρονα ότι τα ποσά αυτά κατετέθησαν δήθεν από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του και συγκεκριμένα στις 18/11/03 5.000 ευρώ στις 26/11/03 10.000 ευρώ στις 3/12/03 20.000 ευρώ και στις 31/12/03 4.128,58 ευρώ. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εκκαλών κατόρθωσε να εμφανίσει διάφορες εικονικές καταθέσεις του που συνολικά ανήλθαν σε 79.128,58 ευρώ ως δήθεν δάνειο δικό του προς την εταιρία, σκοπεύοντας έτσι στην αποκόμιση περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ. Ο εκκαλών παραδέχεται ότι δάνεισε το ως άνω ποσό στην εταιρία επικαλούμενος ότι υπήρχε επείγουσα ανάγκη, γιατί ο μηνυτής φεύγοντας δεν παρέδωσε το ταμείο. Ωστόσο κατά το ως άνω διάστημα η ATCO ΕΠΕ είχε στο ταμείο της 528.867,25 ευρώ και οι τρέχουσες υποχρεώσεις της ήταν μόλις ύψους 9.936,98 ευρώ και επομένως ανάγκη δανεισμού της δεν υφίστατο.
Τέλος κατά το από 16/12/03 έως 2/12/04 διάστημα, παρότι ο μηνυτής νόμιμα με εξώδικη δήλωσή του προσκάλεσε να του παραδώσει έγγραφα της ATCO ΕΠΕ, και συγκεκριμένα την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία, το δελτίο αποστολής ... και τα ημερήσια δελτία τεχνιτών προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματα ελέγχου της παραπάνω εταιρίας στην οποία και αυτός ήταν συνδιαχειριστής, αρνήθηκε την παράδοση αυτών αποκρύπτοντάς τα με σκοπό να βλάψει τον μηνυτή αφού χωρίς αυτά δεν μπορούσε να ασκήσει τα ως άνω δικαιώματά του.
Επειδή εν όψει των προαναφερομένων προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος για τα αποδοθέντα σ' αυτόν εγκλήματα (α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση, εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (β) της απάτης με υπολογιστή από την οποία προξενήθηκε ζημία άνω των 73.000 ευρώ και (γ) της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση (αρ. 13στ, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98, 222, 375 παρ. 1β, 2, 386 Α σε συνδ. με 386 παρ. 1β, 3β Π.Κ.) και επομένως το εκκαλούμενο βούλευμα που εδέχθη ότι συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του εκκαλούντος για τις πράξεις αυτές και τον παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί γι' αυτές ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει για τους παραπάνω λόγους αλλά και για εκείνους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση του προσβαλλομένου βουλεύματος, στην οποία κατά τα λοιπά αναφερόμεθα να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.
Επειδή όσον αφορά τις αντιρρήσεις του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος κατά της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής του μηνυτή για τις αποδοθείσες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, ορθώς εκρίθη από το προσβαλλόμενο βούλευμα, με αναφορά στους λόγους που αναπτύσσονται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους καθ' ολοκληρία αναφερόμεθα, ότι πρέπει δηλ. να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις και να κηρυχθεί απαράδεκτη η πολιτική αγωγή του μηνυτή Ψ ως προς τις πράξεις (α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει τα 75.000 ευρώ και (γ) της απάτης με υπολογιστή από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ και να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής για το έγκλημα της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση, καθόσον όμως αυτός υφίσταται άμεση ζημία από την πράξη αυτή, αφού ως συνδιαχειριστής ο εκκαλών-αναιρεσείων της ανωτέρω εταιρίας απέκρυψε τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα και επομένως οι υποβαλλόμενες αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή το αίτημα του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) ως προς τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να γνωμοδοτήσει και υποβάλλει έκθεση για την κατάσταση του ταμείου της ATCO ΕΠΕ κατά το διάστημα 2003 και 2004 και για τις γενόμενες απογραφές των ίδιων ετών στα περιουσιακά της στοιχεία που υποβάλλεται με την υπό κρίση έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως μη αναγκαίο δεδομένου ότι από τα προεκτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία σχηματίσθηκε ικανοποιητική άποψη ως προς τα καταγγελόμενα αδικήματα. πρέπει να απορριφθεί.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται επαρκώς κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1β', δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.)·
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 159/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 1203/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 28 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, κατά το άρθρο 375 §§ 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού συνεπληρώθη με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 τούτου αντεκαταστάθη με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος αυτού να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι το πράγμα αυτό ολικώς ή μερικώς ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου και υποκειμενικώς δολία προαίρεση του δράστου, εκδηλουμένη με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, υποδηλούσα εξωτερίκευση της βουλήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα στην ατομική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Η αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως προσλαμβάνει κακουργηματιό χαρακτήρα, τιμωρουμένη δια καθείρξεως μέχρι δέκα ετών, εάν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του δράστου μία τουλάχιστον από τις αναφερόμενες περιοριστικώς στην δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του διαχειριστού ξένης περιουσίας, ή, ανεξαρτήτως από την συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω καταστάσεις ή ιδιότητες, εάν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από την διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Επί εξακολουθητικής δε υπεξαιρέσεως, που ετελέσθη μετά τις 3-6-1999, έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρο 98 του ΠΚ, όπως αυτή προσετέθη με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999, ορίζουσα ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικώς υπόψη, εάν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικώτερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή εσκοπήθη. Περαιτέρω,κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξη του περιουσιακού οφέλους, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή τρίτο συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου, υφισταμένη και στην περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός διατηρεί ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Κατά δε την παρ.3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντεκατεστάθη με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2725/ 1999, το έγκλημα της απάτης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000)δραχμων, ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την ως άνω επίσημη αντιστοιχία ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των εικοσιπέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αντιστοιχία. Και κατά το άρθρο 386 Α' του ΠΚ, που προσετέθη με το άρθρο 5 του Ν. 1805/1988, "Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας τα στοιχεία υπολογιστή είτε με μη ορθή διαμόρφωση του προγράμματος είτε με επέμβαση κατά την εφαρμογή του είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με τις ποινές του άρθρου 386. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα". Διαφέρει δε το έγκλημα της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ από το έγκλημα της απάτης του άρθρου 386 Α του ΠΚ. Το άρθρο 386 ΠΚ περιορίζει την απάτη μόνο στις περιπτώσεις που η ξένη περιουσία βλάπτεται με την παραπλάνηση κάποιου φυσικού προσώπου, ενώ κατά την υπό της διατάξεως του άρθρου 386 Α του ΠΚ θεσπιζομένη ειδική νομοτυπική μορφή της η ξένη περιουσία βλάπτεται, ασχέτως παραπλανήσεως, δια μόνης της αθεμίτου επεμβάσεως στην πορεία επεξεργασίας των δεδομένων του υπολογιστού. Τοιαύτη δε αθέμιτη επέμβαση μπορεί να γίνει και δια της καταχωρίσεως στο τερματικό αναληθών στοιχείων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 222 ΠΚ "όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Από την διάταξη αυτή, με την οποία προστατεύεται η ύπαρξη και η εντεύθεν δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του εγγράφου ως κυριωτέρου αποδεικτικού μέσου, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή εγγράφου οποιασδήποτε μορφής (δημοσίου ή ιδιωτικού), εγκύρου ή ακύρου, προορισμένου ή προσφόρου να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικά κύριος ή κύριος μεν υπόχρεως όμως εις παράδοση ή επίδειξη αυτού κατά τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου, υποκειμενικώς δε δολία προαίρεση του δράστου, περιλαμβάνουσα την γνώση αυτού ότι το έγγραφο δεν ανήκει αποκλειστικώς σ' αυτόν και την βούληση αποκρύψεως, βλάβης ή καταστροφής τούτου, με σκοπό προκλήσεως βλάβης σε κάποιον άλλον, αδιαφόρως της πραγματώσεως ή μη του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι υπαλλακτικώς μικτό, δεδομένου ότι αναφέρονται περισσότερες εναλλακτικές μορφές, εκάστη εκ των οποίων συνιστά αυτοτελή τρόπο τελέσεως. Ειδικώτερα, στην έννοια της αποκρύψεως περιλαμβάνεται κάθε πράξη ή παράλειψη, δια της οποίας η υπό του δικαιουμένου χρησιμοποίηση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου καθίσταται ανέφικτη. Τέλος, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, ιδρύουσα τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 περ. δ' του ιδίου κώδικος, υπάρχει όταν το Συμβούλιο που το εξέδωσε δεν εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο δια της ασκηθείσης ποινικής διώξεως αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία επείσθη για την ύπαρξή των, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την άνω αξιόποινη πράξη. Ειδικώτερα, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, δια την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να μνημονεύονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τι πρόεκυψε κεχωρισμένως από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό της περί παραπομπής του κατηγορουμένου ουσιαστικής του κρίσεως το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο, επιλεκτικώς, μερικά από αυτά. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 584 περ. β' ΚΠΔ, υπάρχει στην μεν πρώτη περίπτωση όταν το Δικαστικό Συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ στην δεύτερη όταν δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο αποδεικτικό πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1203/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απερρίφθη, εν μέρει, κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 1728/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιον του εν λόγω βουλεύματος, δια του οποίου ο αναιρεσείων παρεπέμφθη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος αντικειμένου άνω των 73.000 ευρώ, ως διαχειριστού αλλοτρίας περιουσίας β) της απάτης με υπολογιστή κακουργηματικής μορφής, με ζημία άνω των 73000 ευρώ, γ) της υπεξαγωγής εγγράφων και εξακολούθηση. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατά την ανέλεγκτο περί των πραγμάτων κρίση, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, που συνελέγησαν κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1987 συνεστήθη με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κων/νου Μπάνου η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ATCO ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με αρχικό εταιρικό κεφάλαιο 500.000 δρχ. και με σκοπό την αντιπροσώπευση βιομηχανικών οίκων του εξωτερικού και εσωτερικού, κατασκευής μηχανημάτων, εξαρτημάτων, συσκευών, ανταλλακτικών και αυτοκινήτων πάσης φύσεως, η εμπορία μηχανημάτων εξαρτημάτων, ανταλλακτικών αυτοκινήτων, η ενοικίαση μηχανημάτων, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, η παροχή τεχνικών υπηρεσιών (σέρβις) για τη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων πάσης φύσεως, η κατασκευή πάσης φύσεως μηχανολογικού εξοπλισμού και η συμμετοχή σε διαγωνισμούς για την προμήθεια μηχανικού εξοπλισμού, διάρκειας 20 ετών, δηλ. μέχρι την 23/1/2007 με αρχική έδρα τον Δήμο ... Μοναδικοί εταίροι της εταιρίας από την ίδρυση της ήταν ο κατηγορούμενος Χ και ο μηνυτής Ψ με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 50% έκαστος, με μία μερίδα συμμετοχής εκ 1.500 μεριδίων έκαστη, έκαστος. Ταυτόχρονα ορίσθηκαν αμφότεροι συνδιαχειριστές και εκπρόσωποι για όλη τη διάρκεια της εταιρίας, μέχρι την 23/1/07 και με δυνατότητα από το καταστατικό να δεσμεύουν την εταιρία είτε από κοινού είτε χωριστά ο καθένας ενεργούντες κάθε πράξη διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας (σύμφωνα με το άρθρο 14 του καταστατικού της). Στο άρθρο 15 του ίδιου καταστατικού ορίζεται ότι δεν απαγορεύεται στους συνεταίρους η άσκηση ατομικής επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών όμοιο με αυτό του σκοπού της εταιρίας και η συμμετοχή τους σε προσωπικές εταιρίες και Ε.Π.Ε. που έχουν τον ίδιο σκοπό με την παρούσα εταιρία. Έτσι με βάση την καταστατική αυτή διάταξη οι ως άνω διάδικοι επέτρεψαν στους εαυτούς τους να συμμετέχουν και σε άλλες ανταγωνίστριες εταιρίες που επιδιώκουν τον αυτόν με την δική τους εταιρία σκοπό. Στις 30/7/1997 συνεστήθη η εταιρία ATCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΥΨΩΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ με τον διακριτικό τίτλο "ATCO ΑΕ" και έδρα το ..., στην οποία μέτοχοι ήταν ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος έκαστος με ποσοστό 48% του κατεβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου που ανέρχεται για καθένα σε 2400 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 20,34 ευρώ εκάστη, ενώ το υπόλοιπο 4% μοιράζεται ανά 2% στις συζύγους τους που κατέχουν 100 μετοχές εκάστη. Ακολούθως στις 13/2/2002 η ΑΑ, σύζυγος του κατηγορουμένου με τους ΒΒ και ΓΓ ίδρυσαν την εταιρία "ΚΟΛΟΣΣΟΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΕΠΕ" με έδρα την ... και με αντικείμενο ίδιο μ' εκείνο των ως άνω δύο εταιρειών. Επίσης στις 22/11/2002 συνεστήθη από τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του ή με ίδιο με τις ως άνω εταιρίες αντικείμενο εταιρία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ- ΕΜΠΟΡΙΚΗ- ΜΕΣΙΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΑΝΟΙΞΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ, έδρα αρχικά την ... και μετά την ... Τέλος στις 6/3/03 ιδρύθη η εταιρία "... ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΥΨΩΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ με τον διακριτικό τίτλο "... ΔΟΜΙΚΗ ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΕΠΕ" από τα τέκνα του μηνυτή ΔΔ και ΕΕ και τους ΣΤ και ΖΖ με έδρα αρχικά τον Δήμο ... και μετά τον Δήμο ... και με αντικείμενο όμοιο με τό των ως άνω εταιρειών. Η σύσταση των τελευταίων τριών εταιριών συμπίπτει με την αρχή του κλονισμού της μεταξύ μηνυτού και κατηγορουμένου συνεργασίας κατά το έτος 2002, η οποία οξύνθηκε περισσότερο, με τη μη γνωστοποίηση εκατέρωθεν της ίδρυσης των ως άνω εταιριών, γεγονός που συνετέλεσε στην διακοπή της επικοινωνίας τους και στην μεταξύ τους ανταλλαγή εξώδικων και στην προσφυγή τους σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να αποκλείσει τον μηνυτή από τη διαχείριση των υποθέσεων της πρώτης εταιρίας το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει τον ισολογισμό του έτους αυτού. Ωστόσο ο μηνυτής συνέπραξε με την υπάλληλο ΗΗ την 8/1/04 και προκάλεσε απογραφή των στοιχείων της ATCO ΕΠΕ, την οποία ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε ως προς την περιγραφή των εξαρτημάτων και των οικοδομικών γερανών που ήταν υποδεέστερη της απογραφής που περιγράφεται στα βιβλία της εταιρείας, παρά το ότι αυτός καίτοι εκλήθη νομίμως από τον μηνυτή να συμπράξει δεν παραβρέθηκε ώστε να προβάλει τα εκ των υστέρων ως άνω επικαλούμενα. Έτσι ο κατηγορούμενος από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003 είχε την αποκλειστική διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας αλλά και των βιβλίων και στοιχείων της. Στα πλαίσια της διαχείρισης που ασκούσε στις 30/6/2003 κατάρτισε αποδείξεις πληρωμής προς υπαλλήλους της ATCO ΕΠΕ και ΑΤΚΟ ΑΕ, ανυπόγραφες από αυτούς, ώστε να φαίνεται ότι αυτοί έλαβαν από τις ως άνω εταιρίες τα αναγραφόμενα σ' αυτές ποσά, γεγονός που ουδέποτε συνέβη αφού οι αναγραφόμενοι στις αποδείξεις υπάλληλοι ουδέποτε έλαβαν στις 30/6/03 τα φερόμενα ως ληφθέντα από αυτούς στις αποδείξεις ποσά. Τούτο προφανώς το έπραξε ο κατηγορούμενος για να ιδιοποιηθεί το αναγραφόμενο στις αποδείξεις ποσό σε βάρος της εταιρίας αποκομίζοντας έτσι το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 34.000 ευρώ. Ειδικότερα κατάρτισε τις υπ' αριθμ. 114, 115, 116, 117 σειρά Β και 690 από 30/6/03 αποδείξεις πληρωμής με τις οποίες φέρεται ότι κατέβαλε στους ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ, ΜΜ και ΝΝ αντίστοιχα τα ποσά των 10.000 ευρώ, 10.000 ευρώ, 5.000 ευρώ, 4.000 ευρώ και 5.000 ευρώ αντίστοιχα ως οφειλόμενα ποσά για εργασία που παρείχαν στην ATCO ΕΠΕ οι τέσσερεις πρώτοι και στην ΑΤΚΟ ΑΕ ο πέμπτος, ενώ αυτοί ουδέποτε για τον λόγο αυτό εισέπραξαν και μάλιστα δια χειρός του κατηγορουμένου τα ποσά αυτά από τις παραπάνω εταιρίες, άλλωστε τα ποσά αυτά δεν είχαν εγγραφεί στα σχετικά βιβλία των ως άνω εταιριών, αλλά προφανώς τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του ο κατηγορούμενος ιδιοποιηθείς αυτά. Στη συνέχεια αφού ο κατηγορούμενος πέτυχε την απομάκρυνση του μηνυτή από τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και την ανέλαβε ο ίδιος διόρθωσε στις 30/7/03 τις υπ' αριθμ. 115, 116 και 690 ως άνω αποδείξεις πληρωμής κατά την ημερομηνία, ώστε να φαίνεται ότι αυτές εκδόθησαν όχι στις 30/6/03, όπως αρχικά αναγραφόταν σ' αυτές αλλά στις 30/7/03 και ότι και κατ' αυτή την ημερομηνία κατεβλήθησαν τα ποσά των 10.000, 5.000 και 5.000 ευρώ αντίστοιχα στους ΚΚ, ΛΛ και ΝΝ. Στην πραγματικότητα όμως ο εκκαλών επεδίωκε να ιδιοποιηθεί ο ίδιος τα ως άνω χρήματα των ως άνω εταιριών και να δικαιολογηθεί η απώλεια των χρημάτων από το ενεργητικό της εταιρίας ότι οφείλετο στην καταβολή των ως άνω ποσών προς τους παραπάνω ΚΚ, ΛΛ και ΝΝ, ενώ τούτο δεν είχε συμβεί. Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνούμενος την κατηγορία της υπεξαίρεσης που του αποδόθηκε ισχυρίζεται ότι η καταβολή των ως άνω ποσών έγινε στις 30/6/03 και όχι στις 30/7/03 ως bonus των ως άνω εργαζομένων και ότι η διόρθωση των αποδείξεων έγινε από αυτόν για να εγγραφούν στα βιβλία της εταιρίας την 30/7/03 οι καταβολές γιατί ο μηνυτής δήθεν δεν επέτρεψε την σχετική εγγραφή τους στα βιβλία της εταιρίας στις 30/6/03 χωρίς όμως να δίνει εξήγηση για τον λόγο που ο μηνυτής σταμάτησε την απαγόρευση της εγγραφής τον επόμενο μήνα (Ιούλιο 2003). Οι προσκομιζόμενες δε από αυτόν υπ' αριθμ. ..., ... και ... προσωπικές του επιταγές της ALPHA BANK για ποσά 5.000, 3.000 και 1.400 ευρώ σε διαταγή των ΜΜ και ΝΝ δεν στηρίζουν τον περί καταβολής ισχυρισμό του, αφού αυτός δεν εξηγεί τον λόγο που οι επιταγές έχουν ως ημερομηνία έκδοσης την 31/7/03 και 7/8/03 ενώ η πραγματική καταβολή των ποσών σύμφωνα με τον ίδιο έγινε στις 30/6/03 αλλά και τον λόγο για τον οποίο τα αντίστοιχα ποσά κατεβλήθησαν με προσωπικές του επιταγές και όχι με επιταγές της εταιρίας. Επίσης ευθέως ο ισχυρισμός του αυτός περί καταβολής των ως άνω ποσών διαψεύδεται από τους ΜΜ και ΝΝ που κατέθεσαν ότι ουδέποτε έλαβαν τα ως άνω ποσά, ούτε στις 30/6/03 ούτε στις 30/7/03, ενώ οι εργαζόμενοι ΘΘ, ΚΚ και ΛΛ, παρά το ότι ισχυρίζονται, συμπλέοντες με τον κατηγορούμενο ότι έλαβαν ως bonus τα ως άνω ποσά στις 30/6/03 ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αμφιβόλου πίστης, καθόσον δεν υπέγραψαν κάποια απόδειξη πληρωμής σ'αυτούς του ως άνω ποσού που φέρονται ότι έλαβαν. Επίσης καμμιά πειστική εξήγηση δεν δίδεται για τον λόγο που αυτοί έλαβαν, καθώς διατείνονται, τα παραπάνω ποσά σε μετρητά και όχι σε επιταγές, που καθώς διατείνεται ο κατηγορούμενος τα έλαβαν οι ΜΜ και ΛΛ, και πως εξηγείται η διαφορετικότητα στο ποσό που έλαβε ο καθένας. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος κατόπιν μισθώσεως ενός οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ χρώματος μπλε, με βέλος 36 μέτρα και εξαιτίας εργασιών επισκευής ενός οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ 236 εισέπραξε από τον πελάτη της ΑΤΚΟ ΕΠΕ 13.206 ευρώ σε μετρητά και με τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... από 18-1/18-3 και 18/5/04 μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Eurobank ποσού 3.000 ευρώ εκάστη συνολικά 9.000 ευρώ. Οι επιταγές αυτές όμως είχαν εκδοθεί σε διαταγή του κατηγορουμένου και όχι της δικαιούχου εταιρίας. Οι δύο πρώτες επιταγές μεταβιβάσθησαν στη ... με οπισθογράφηση. Ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό περί εισπράξεως των επιταγών αυτών από την εταιρία ΘΗΒΑΙ ΕΠΕ έναντι οφειλών που δεν προσδιορίζει ως προς την αιτία γένεσης και το είδος τους, και δεν εξηγεί γιατί αυτές δεν οπισθογραφήθησαν απευθείας στην ΘΗΒΑΙ ΕΠΕ προκειμένου από το σώμα τους να προκύπτει η εξόφληση των οφειλών. Το γεγονός ότι προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του προσκομίζει μεταγενέστερη απόδειξη της τελευταίας υπογεγραμμένη από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ΒΒ, ως επιχείρημα ότι από αυτόν εισεπράχθησαν οι επιταγές κλονίζεται από τη διαπίστωση ότι ο ΒΒ και η σύζυγος του κατηγορουμένου είχαν από κοινού ιδρύσει την εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΚΟΛΟΣΣΟΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΕΠΕ". Όσον αφορά την τρίτη επιταγή ο κατηγορούμενος επικαλείται ότι εισπράχθηκε από την ATCO ΕΠΕ προς κάλυψη οφειλών της, χωρίς όμως να έχει καταχωρηθεί τούτο στα βιβλία της εταιρείας παράλειψη που δικαιολογεί προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η εταιρία "Ε-1" είχε λάβει ειδοποίηση με FAX να εξοφλήσει το λογαριασμό τους και παρά ταύτα δεν τακτοποίησε την εκκρεμότητα αυτή. Το ότι όμως ο κατηγορούμενος δεν εξηγεί τον λόγο της παράλειψης αυτής δεν κάνει πιστευτό τον ισχυρισμό του. Αντίθετα από τα προεκτιθέμενα συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τα παραπάνω ποσά τα ενσωμάτωσε ο ίδιος στην περιουσία του προς βλάβη της ATCO ΕΠΕ. Επίσης ο κατηγορούμενος ως διαχειριστής της ATCO ΕΠΕ τον Μάρτιο του έτους 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της 18.000 ευρώ για εργασίες αποσυναρμολόγησης τριών οικοδομικών γερανών ΡΟΤΑΙΝ MD 125 από το έργο της ... και συναρμολόγησης τους στο εργοτάξιο της εταιρίας "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ" συμφερόντων ..., στη Λεωφ. ..., που το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον Αύγουστο 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ από την Ε-2 ΕΠΕ 3000 ευρώ για εργασίες συναρμολόγησης ενός οικοδομικού γερανού τύπου LIΒΗIΕR, στο σχολικό συγκρότημα του ΟΣΚ στο ... που το ιδιοποιήθηκε παράνομα μη εγγράφοντας το στα βιβλία της ATCO ΕΠΕ. Το δεύτερο εξάμηνο του 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ 5.000 ευρώ για εργασίες αποσυναρμολόγησης, επισκευής και μεταφοράς ενός οικοδομικού γερανού τύπου ΡΟΤΑΙΝ 233, που ανήκε στο ΞΞ χωρίς την έκδοση παραστατικού και χωρίς να το εγγράψει στα εταιρικά βιβλία, γιατί το ιδιοποιήθηκε. Μάλιστα τον γερανό αυτό αντί να τον μεταφέρει στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ATCO ΕΠΕ τον μετέφερε σε οικόπεδο της ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ, εταιρίας στο ... Επίσης ιδιοποιήθηκε 3.000 ευρώ που αντιστοιχούσε σε εργασίες που παρείχαν οι ΝΝ και ΜΜ προς εγκατάσταση ενός οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ 429 σε εργοτάξιο του εργολάβου ΞΞ στη ... καθώς και σε εργασίες αποσυναρμολόγησης αυτού από το εργοτάξιο του εργολάβου ΠΠ και μεταφοράς του στο ως άνω οικόπεδο στα ..., και όχι στις εγκαταστάσεις της ATCO ΕΠΕ. Το φθινόπωρο του 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ 7.800 ευρώ εξαιτίας μίσθωσης ενός γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ χρώματος μπλε με βέλος 36 μέτρα για 6 μήνες στην εταιρία Ε-2 ΕΠΕ που τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε παράνομα και τον ως άνω γερανό αξίας 25.000 ευρώ καθόσον μετά τη λήξη της μίσθωσης και την αποσυναρμολόγηση του δεν την μετέφερε στις εγκαταστάσεις της ATCO ΕΠΕ αλλά τον εξαφάνισε το δεύτερο εξάμηνο του 2003 εισέπραξε για λογαριασμό της ATCO ΕΠΕ 13.400 ευρώ (10.400 από εκμίσθωση στην εταιρία ... ενός οικοδομικού γερανού ΡΟΤΑΙΝ για οκτώ μήνες και 3.000 ευρώ από την τοποθέτηση του σε εργοτάξιο της εταιρίας αυτής στη Λεωφόρο ..., ποσό που ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον Οκτώβριο του 2003 έδωσε εντολή στους υπαλλήλους της ATCO ΕΠΕ να αποσυναρμολογήσουν και απομακρύνουν ένα γερανό τύπου ΡΟΤΑΙΝ 636, κίτρινου χρώματος, αξίας 45.000 ευρώ, που είχε εκμισθώσει στην "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α Ε Β Ε" και εγκαταστήσει στο σημείο του βιολογικού καθαρισμού της νήσου ... (κτίριο Αφυδάτωσης) και μετά τον εξαφάνισε ιδιοποιηθείς αυτόν το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2003, έδωσε εντολή να μεταφερθούν αρχικά, χωρίς την έκδοση συνοδευτικών εγγράφων, σε ακίνητο του ΝΝ στο ... -όπως και ο τελευταίος επιβεβαιώνει-, όπου παρέμειναν έως τον Μάρτιο του έτους 2004, και στη συνέχεια στην έδρα της εταιρίας "ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ", στην ..., στο προαναφερθέν οικόπεδο στα ... και στην έδρα της εταιρίας "Ε-2 ΕΠΕ", τα κάτωθι αντικείμενα, τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα: α) δώδεκα (12) μοτέρ γερανών ΡΟΤΑΙΝ, β) δύο (2) καινούργιους ηλεκτρικούς πίνακες ΡΟΤΑΙΝ, γ) χειριστήρια γερανών, δ) μία (1) μεγάλη-ηλεκτροσυγκόληση, ε) ένα (1) σετ οξυγόνου, στ) δέκα πέντε (15) κουλούρες καλώδια γερανών, ζ) δέκα (10) κουλούρες συρματόσχοινα, η) τριάντα (30) δοχεία βίδες και ιπύρους γερανών, θ) τέσσερα (4) ελαιοδυναμικά συστήματα ανεγέρσεως γερανών και ι) γάντζους και ναυτικά κλειδιά γερανών ΡΜ κλπ, συνολικής αξίας 60.000 ευρώ. Τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2004, εισέπραξε για εργασίες που εκτέλεσαν οι ΝΝ και ΚΚ και αφορούσαν τη μεταφορά από το ανωτέρω οικόπεδο στα ... και την εγκατάσταση στο εργοτάξιο του εργολάβου ΞΞ στο ... ενός αυτοανεγειρόμενου οικοδομικού γερανού μάρκας ΡΟΤΑΙΝ, το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ, το πρώτο εξάμηνο του έτους 2004, εισέπραξε το χρηματικό ποσό των 6.600 ευρώ για την εκμίσθωση για έξι μήνες (6 Χ 1.100 ευρώ μηνιαίως) του ανωτέρω γερανού. Τα ποσά αυτά ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τον δε ανωτέρω γερανό, αξίας 15.000 ευρώ, μετά τη λήξη της μίσθωσης, τον μετέφερε στο προαναφερθέν οικόπεδο στα ... και όχι στην έδρα της εταιρίας "ATCO ΕΠΕ", ιδιοποιούμενος αυτόν παράνομα. Την 20-2-2004, ιδιοποιήθηκε παράνομα έναν οικοδομικό γερανό μάρκας ΡΟΤΑΙΝ ..., αξίας 50.000 ευρώ, ο οποίος ενώ φέρεται ότι είχε πωληθεί (βιβλίο απογραφών εταιρίας "ATCO ΕΠΕ" της 31-12-2003) στην εταιρία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ", εμφανίζεται εκ νέου στην από 20-2-2004 εκτύπωση απογραφής, όχι όμως και στην από 8-1-2004 απογραφή του μηνυτή. Κατά την ίδια ημερομηνία ιδιοποιήθηκε παράνομα, επιπλέον, έναν οικοδομικό γερανό μάρκας ΡΟΤΑΙΝ ..., αξίας 50.000 ευρώ και έναν οικοδομικό γερανό μάρκας ΡΟΤΑΙΝ ..., αξίας 50.000 ευρώ, οι οποίοι, ενώ είχαν απογραφεί την 8-1-2004 από τον μηνυτή, δεν εμφανίζονται ούτε στο βιβλίο απογραφών της εταιρίας "ATCO ΕΠΕ", ούτε στην από 20-2-2004 εκτύπωση απογραφής. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ισχυρίσθηκε ότι το έτος 2003 οι φυλασσόμενοι στα ... γερανοί σε οικόπεδο της "Κατασκευαστικής Άνοιξης ΕΠΕ" ανήκαν σε άλλες εταιρείες και όχι στην ATCO ΕΠΕ, προσκομίζοντας βεβαιώσεις των εταιριών Ε-2 ΕΠΕ, ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ και ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ ΕΠΕ χωρίς όμως από αυτές να συνάγεται αν αφορούν τους ως άνω γερανούς ή άλλους. Επίσης προς απόδειξη του ότι για τις παραπάνω εργασίες και εκμισθώσεις διαφόρων γερανών της ATCO ΕΠΕ έχουν εκδοθεί παραστατικά προσκομίζει τέτοια, από τα οποία όμως δεν προκύπτει ευθέως ότι αφορούν τους ως άνω γερανούς, αποδίδει δε χωρίς απόδειξη σε υπαιτιότητα του μηνυτή το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κατέστη εφικτή η άμεση θεώρηση και έκδοση παραστατικών. Όσον αφορά δε τον γερανό ΡΟΤΑΙΝ ... ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι πωλήθηκε στις 29/12/03 στην εταιρία ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ ΑΕΒΕ αλλά παρέμεινε στις εγκαταστάσεις της ATCO ΕΠΕ. Ωστόσο καμμιά εξήγηση δεν δίνει γιατί στη συνέχεια εμφανίζεται σε μεταγενέστερη απογραφή ως ιδιοκτησία της ATCO ΕΠΕ. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο δεν διευκρινίζει γιατί και οι γερανοί ΡΟΤΑΙΝ ... και ... άλλοτε εμφανίζονται και άλλοτε όχι στις καταστάσεις απογραφών της ATCO ΕΠΕ. Εξ άλλου ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως διαχειριστή της ATCO ΕΠΕ κατά το από 18/11/03 έως 31/12/03 διάστημα επεμβαίνοντας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρίας αυτής αλλοίωσε τα στοιχεία του προγράμματος εκτύπωσης του Γενικού Ημερολογίου, καθόσον διέγραψε τις δύο καταθέσεις ποσών 10.000 και 30.000 ευρώ που έγιναν αντίστοιχα στις 23/12/03 και 30/12/03 στο λογαριασμό όψεως της εταιρίας στην Τράπεζα ALPHA BANK από τα χρηματικά της διαθέσιμα, ώστε να μη φαίνεται ότι οι καταθέσεις έγιναν από το ταμείο της εταιρίας, εμφανίζοντας ταυτόχρονα ότι τα ποσά αυτά κατετέθησαν δήθεν από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό του και συγκεκριμένα στις 18/11/03 5.000 ευρώ στις 26/11/03 10.000 ευρώ στις 3/12/03 20.000 ευρώ και στις 31/12/03 4.128,58 ευρώ. Κατ' αυτόν τον τρόπο ο εκκαλών κατόρθωσε να εμφανίσει διάφορες εικονικές καταθέσεις του που συνολικά ανήλθαν σε 79.128,58 ευρώ ως δήθεν δάνειο δικό του προς την εταιρία, σκοπεύοντας έτσι στην αποκόμιση περιουσιακού οφέλους άνω των 73.000 ευρώ. Ο εκκαλών παραδέχεται ότι δάνεισε το ως άνω ποσό στην εταιρία επικαλούμενος ότι υπήρχε επείγουσα ανάγκη, γιατί ο μηνυτής φεύγοντας δεν παρέδωσε το ταμείο. Ωστόσο κατά το ως άνω διάστημα η ATCO ΕΠΕ είχε στο ταμείο της 528.867,25 ευρώ και οι τρέχουσες υποχρεώσεις της ήταν μόλις ύψους 9.936,98 ευρώ και επομένως ανάγκη δανεισμού της δεν υφίστατο. Τέλος κατά το από 16/12/03 έως 2/12/04 διάστημα, παρότι ο μηνυτής νόμιμα με εξώδικη δήλωση του προσκάλεσε να του παραδώσει έγγραφα της ATCO ΕΠΕ, και συγκεκριμένα την εισερχόμενη και εξερχόμενη αλληλογραφία, το δελτίο αποστολής ... και τα ημερήσια δελτία τεχνιτών προκειμένου να ασκήσει τα δικαιώματα ελέγχου της παραπάνω εταιρίας στην οποία και αυτός ήταν συνδιαχειριστής, αρνήθηκε την παράδοση αυτών αποκρύπτοντας τα με σκοπό να βλάψει τον μηνυτή αφού χωρίς αυτά δεν μπορούσε να ασκήσει τα ως άνω δικαιώματα του." Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κρίνοντας και αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο και στην συνέχεια απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεσή του και επικυρώνοντας το εκκληθέν υπ' αριθμ. 1728/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτό ο αναιρεσείων παρεπέμφθη να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση κακουργηματικού χαρακτήρος, β) της απάτης με υπολογιστή σε βαθμό κακουργήματος, γ) της υπεξαγωγής εγγράφου κατ' εξακολούθηση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα εκ της ανακρίσεως προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τις οποίες αυτά υπήχθησαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής προς παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, προβλεπόμενες και τιμωρούμενες από τις διατάξεις των άρθρων 222, 375 παρ. 1β, 2, 386 Α σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 386 παρ. 3β Π.Κ., τις οποίες και ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικώτερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται: α) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, κακουργηματικής μορφής και συγκεκριμένα τα ξένα κινητά πράγματα που ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο αναιρεσείων, ενσωματώνοντας αυτά στην ατομική του περιουσία (χρήματα, μηχανήματα), όπως αυτά λεπτομερώς εξειδικεύονται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, η αξία αυτών, προσδιορισθείσα στο συνολικό ποσό των 428.062 ευρώ, τα οποία περιήλθον στην κατοχή του υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστού της περιουσίας και εκπροσώπου των στο προσβαλλόμενο βούλευμα μνημονευομένων εταιρειών. Δια τον σχηματισμό δε του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, το Δικαστικό Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε όλα τα κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση συλλεγέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το περιεχόμενο των υπό των άνω εταιρειών τηρουμένων εμπορικών βιβλίων και ισολογισμών. Δεν πάσχει δε το προσβαλλόμενο βούλευμα από έλλειψη αιτιολογίας, λόγω της μη αναφοράς σ' αυτό των εκ των εμπορικών βιβλίων των ίδιων εταιρειών εξαχθέντων ετησίων οικονομικών αποτελεσμάτων. β) Η υπό του αναιρεσείοντος γενομένη αθέμιτη επέμβαση στην πορεία επεξεργασίας των δεδομένων του υπολογιστού δια της εισαγωγής ανακριβών στοιχείων, προς τον σκοπό προσπορισμού στον εαυτό του παρανόμου περιουσιακού οφέλους, υπερβαίνοντος το ποσό των 73.000 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της εταιρείας "ATCO Ε.Π.Ε.". γ) Η απόκρυψη από τον αναιρεσείοντα εγγράφων της ιδίας εταιρείας, επί των οποίων αυτός δεν ήταν κύριος με σκοπό βλάβης σε τρίτον, ήτοι στον μηνυτή, συνδιαχειριστή της ιδίας εταιρείας και μέτοχο αυτής Ψ, έχοντα ως εκ της εν λόγω ιδιότητός του δικαίωμα να ζητήσει την επίδειξη των εγγράφων αυτών, προκειμένου να λάβει γνώση της πορείας των εταιρικών υποθέσεων. Επομένως, οι περί του αντιθέντου από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι υπό την επίκληση δε της ελλειπτικής αιτιολογίας προβαλλόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, ως αναγόμενες στην περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες.
II. Επειδή, απόλυτη ακυρότητα, λαμβανόμενη υπόψη και αυταπαγγέλτων από το δικαστήριο, επιφέρει, κατ' άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ., προστεθείσα με το άρθρο 34 παρ.3 του ν. 2172/1993, η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος μόνο κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, από την οποία απόλυτη ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικος λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, όχι όμως και όταν η τοιαύτη παράσταση γίνεται στην προδικασία, που περατώνεται με την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς περιλαμβάνει και την διαδικασία ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων (άρθρο 309, 318 και 320 ΚΠΔ), γιατί η πλημμέλεια αυτή δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς στο άρθρο 484 του ΚΠΔ αναφερομένους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος. Επομένως ο σχετικός περί απολύτου ακυρότητος λόγος αναιρέσεως του προσβαλλομένου βουλεύματος, διότι το Συμβούλιο Εφετών που το εξέδωσε εσφαλμένως εδέχθη την δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής του μηνυτού Ψ, ειδικώς για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων, απορρίψαν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατά της εν λόγω παραστάσεως, είναι απαράδεκτος και απορριπτεός. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 583 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 159/1-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ' αριθμ. 1203/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 89/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου- Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 98/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1233/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 345/22.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, την από 27.7.2009 δήλωση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 98/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του κατά της με αριθμό 49-52/9-10-2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τρικάλων και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τα άρθρα 473 παρ. 2 εδ α' και 474 παρ. 1 εδ α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος.
Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά αντίθετα διαπιστώνει απλώς το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΠ 130/2001, ΑΠ 400/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας με την 98/2009 απόφαση του, απέρριψε ως απαράδεκτη, την υπ'αριθμ. 5/9-10-2008 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ..., κατά της αριθμ. 49-52/9-10-2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τρικάλων.
Κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, που συντελέσθηκε με δήλωση, επιδοθείσα υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή κατά την 27-7-2009 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Ενόψει όμως του ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική η αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως ασκήθηκε (αρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ) και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 27-7-2009 δήλωση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 98/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ποσού 220 Ευρώ.
Αθήνα 14-10-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ψάνης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 εδ. α'και 474 παρ.1 εδ. α' Κ.Π.Δ, που ορίζουν, η πρώτη ότι "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1" και η δεύτερη ότι "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ.2 του άρθρ. 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος", προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως με δήλωση επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς. Τέτοια απόφαση είναι εκείνη που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, όχι όμως και η απορρίπτουσα, για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτη την έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ, μπορεί να αναιρεσιβληθεί μόνο με δήλωση κατά τον τρόπο που ορίζεται από την δεύτερη από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (474 παρ. 1 εδ. α'), εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο κατ'άρθρο 473 παρ.1 και 3 του ίδιου Κώδικος, και όχι με δήλωση επιδιδομένη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαρίσης με την 98/2009 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα υπό του νυν αναιρεσείοντος έφεση κατά της 49-52/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Τρικάλων, δια της οποίας αυτός κηρύχθηκε ένοχος των αξιοποίνων πράξεων της σωματεμπορίας κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και συνολική χρηματική ποινή ενενήντα χιλιάδων (90.000) ευρώ. Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της μνημονευθείσης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την από 24 Ιουλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, επιδοθείσα υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού την 27 Ιουλίου 2009 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μετά και την γενομένη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, όπως τούτο προκύπτει από την επί του φακέλου σχετική σημείωση του οικείου γραμματέως, πρέπει, εν όψει των αναφερθεισών διατάξεων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ.476 παρ.1 ΚΠοινΔ), γιατί η πλησσομένη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδοθείσα την 27 Ιουλίου 2009 από 24 Ιουλίου 2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 98/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαρίσης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 87/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Αδαμοπούλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1380/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο, και πολιτικώς ενάγουσα την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ευάγγελος Καμπέρος.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 25/7-5-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 686/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 505 παρ. 2 και 473 παρ. 3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις των άρθρων 504, 506 ιδίου Κώδικος, σαφώς προκύπτει ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση πάσης αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου ήτοι και της αθωωτικής αποφάσεως δι' οιονδήποτε, εκ των εις το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγων, συνεπώς και δι' έλλειψη αιτιολογίας (στοιχ. Δ') ειδικής, που επιβάλλει το Σύνταγμα, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου από 7 Μαΐου 2009, κατά της υπ' αριθμ. 1380/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν ο κατηγορούμενος ...εκηρύχθη αθώος της κλοπής κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 €, έχει ασκηθεί υπό του άνω εισαγγελέως νομοτύπως και εμπροθέσμως από της κατά την 7/4/2009 καταχωρίσεώς της στο άνω βιβλίο, με λόγο την έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας και ούσα παραδεκτή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Ως ανεφέρθη, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ είναι η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου περί αθωωτικής αποφάσεως, εν όψει του τεκμηρίου αθωότητος, εφ' όσον αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή του κατηγορουμένου και όχι η αθωότης αυτού, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον εάν αποδειχθεί η ενοχή του, και όχι εάν δεν αποδειχθεί ή αθωότης του τεκμηρίου που θεσπίζεται άλλωστε, και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), τοιαύτη έλλειψη αιτιολογίας ιδρύουσα τον άνω λόγον αναιρέσεως υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπον ασαφή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή όλων ή τινών από τους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογείται καθόλου ή με πληρότητα και σαφήνεια, διατί το δικαστήριο της ουσίας δεν επείσθη για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του. Δεν απαιτείται όμως να παρατίθενται περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος ... εκηρύχθη αθώος της κλοπής κατ' εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 73.000 €. Ως αιτιολογία της απαλλακτικής αποφάσεως το άνω δικαστήριο διέλαβε τα εξής, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύει (και δη "την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και της πολιτικής αγωγής που εξετάστηκε ένορκα και χωρίς όρκο αντίστοιχα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά") "Ο μηνυτής, ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος, ομόρρυθμος εταίρος (σε ποσοστό 95%) και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στο..., συνδεόταν με μακρόχρονη φιλία με τον κατηγορούμενο (ομογενή από την Κωνσταντινούπολη), ο οποίος είναι, επίσης, πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "FEDDER ΑΕΕ ΚΑΙ ΣΙΑ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής. Ο τελευταίος τον επισκεπτόταν συχνά στα γραφεία της εταιρείας του, δεδομένου ότι οι εταιρείες που αυτοί εκπροσωπούσαν είχαν συναφές εμπορικό αντικείμενο (εισαγωγές και εμπορία αμυντικών συστημάτων εξοπλισμού, εμπορία χάρτου κλπ). Ο κατηγορούμενος είναι άτομο μορφωμένο, με πολύ καλή κοινωνική παρουσία και συμπεριφορά. Δημιούργησε δε στον ευρύτερο κοινωνικό του περίγυρο την εντύπωση ατόμου ιδιαίτερα πλούσιου, εξαιτίας του πολυτελούς τρόπου διαβίωσης που διήγε αυτός και η σύζυγος του. Έπεισε δε σημαντικό αριθμό ατόμων του κοινωνικού του περιβάλλοντος, που ήταν οικονομικά ευκατάστατοι, να τον διευκολύνουν, κατά καιρούς, εκδίδοντας επιταγές ευκολίας σε διαταγή του ιδίου και της πιο πάνω εταιρείας του, τις οποίες προεξοφλούσε στη συνέχεια σε τράπεζες ή έδιδε ως ενέχυρο προς δανειοδότησή του. Με τον τρόπο αυτό αποκόμιζε σημαντικά εισοδήματα, που του επέτρεπαν να διαβιώνει πολυτελώς, δηλαδή, ταξίδευε σε τουριστικά θέρετρα στο εξωτερικό, διέμενε σε πολυτελή κατοικία στην ... με προσωπικό, τα παιδιά του φοιτούσαν σε ακριβά ιδιωτικά σχολεία της ...και σε πανεπιστήμια του εξωτερικού κλπ.. Με την μέθοδο αυτή ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε μεγάλο αριθμό ατόμων που συναναστρεφόταν, κυρίως δε φίλων του, οι οποίοι τον εμπιστεύονταν και τον διευκόλυναν, όπως προαναφέρθηκε, με επιταγές ευκολίας, τους οποίους, βέβαια, τελικά, ζημίωσε με μεγάλα χρηματικά ποσά, δεδομένου ότι αυτός, από κάποιο χρονικό σημείο και μετά (Μάρτιο του 2004), αδυνατούσε να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις που απέρρεαν από τον προαναφερόμενο τρόπο δανεισμού. Τέτοιου είδους διευκολύνσεις παρείχε προς τον κατηγορούμενο και ο μηνυτής, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα τον χρόνο και τα ποσά με τα οποία τον διευκόλυνε με τις επιταγές ευκολίας, τυχόν ειδικότερους όρους κλπ., Από τα ίδια, όμως, περαιτέρω, αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αξιοποίνων πράξεων της κλοπής και πλαστότητας των επιμάχων 17 τραπεζικών επιταγών (Τράπεζας Αττικής και Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος) που μνημονεύονται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του μηνυτή, βρισκόταν σε συρτάρι γραφείου της εταιρείας του, φυλασσόμενες για τις λειτουργικές ανάγκες της εταιρείας του και οι οποίες ήταν ατελείς ως προς όλα τα στοιχεία τους, εκτός από την υπογραφή του μηνυτή και τη σφραγίδα της εταιρείας που εκπροσωπούσε. Μάλιστα, ο μηνυτής απευθυνόμενος, κατ' αρχήν, στις πληρώτριες τράπεζες, έκανε δήλωση ανακλήσεως των ενδίκων επιταγών "λόγω απώλειας" αυτών, χωρίς να γίνεται από μέρους του λόγος περί κλοπής αυτών. Επίσης ο μηνυτής εξεταζόμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις στο εύλογο ερώτημα γιατί δεν έγινε αντιληπτή η επικαλούμενη κλοπή των επιταγών από συρτάρι γραφείου της εταιρείας του, παρά το γεγονός ότι οι επισκέψεις του κατηγορουμένου στα γραφεία της εταιρείας γινόταν πάντοτε εργάσιμες ώρες. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι οι χώροι των γραφείων της εταιρείας του μηνυτή, φυλάσσονταν, καθ' ομολογίαν του ιδίου με σύγχρονα συστήματα ασφαλείας και παρακολούθησης (κάμερες κλπ.) Ενόψει αυτών οι ένδικες επιταγές δόθηκαν στον κατηγορούμενο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της προαναφερόμενης οικονομικής διευκόλυνσης τούτου, πράγμα το οποίο άλλωστε είχε συμβεί και με άλλους. Εξάλλου και τα αστικά δικαστήρια απέρριψαν, με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, σχετικές ανακοπές του μηνυτή κατά διαταγών πληρωμής που είχαν εκδοθεί κατ' αυτού, για ορισμένες από τις ένδικες επιταγές, προβάλλοντας τους ίδιους και πάλι λόγους, δηλαδή κλοπή και πλαστογράφηση αυτών (βλ. τις αποφάσεις 2/2007 και 5254/2006 του Εφετείου Αθηνών). Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων της κλοπής και πλαστογραφίας". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη υ πό την άνω αναπτυχθείσα έννοια, διότι ουδόλως εκτίθενται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα άνω αποδεικτικά μέσα, έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και απέκλεισαν την ύπαρξη προθέσεως, ιδία για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, ούτε αναφέρονται οι σκέψεις, οι λόγοι και οι νομικοί συλλογισμοί, για τους οποίους το δικαστήριο δεν μπόρεσε να καταλήξει ότι επραγματώθη η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων που του αποδίδονται. Αντίθετα παραθέτει περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου.
Συνεπώς ο μόνος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι βάσιμος και, δεκτού γενομένου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1380/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 473 § 3 σε συνδ. με 505 § 2 ΚΠΔ. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση πάσης αποφάσεως και οιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου δια λόγου του άρθρου 510 § 1 ΚΠΔ.. Πότε αιτιολογία αθωωτικής αποφάσεως, εν όψει του τεκμηρίου αθωώτητος. Θα πρέπει να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και αποκλείουν την συνδρομή όλων ή των από τους όρους του εγκλήματος, αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς, και να αιτιολογείται με πληρότητα και σαφήνεια γιατί το Δικαστήριο δεν επείσθη για την ενοχή. Δεν απαιτείται να παρατίθενται στοιχεία, από τα οποία δεν επείσθη για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Αναιρεί.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 86/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμοπούλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καχριμάνη, για αναίρεση της 7857/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης,
με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βουλβουκέλη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1030/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ κατά το οποίον "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει καταδίωξή του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση" προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως αντικειμενικώς απαιτείται καταμήνυση, ανακοίνωση ή αναφορά, η οποία να έγινε ενώπιον αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιοποίνου πράξεως ή πειθαρχικής παραβάσεως, ο οποίος να μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικώς, η καταμήνυση δε να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικώς αναληθής, διότι εάν δεν αποδειχθεί η αναλήθεια, δεν υπάρχει αδίκημα, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του δράστου, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του, κατά τον χρόνο της καταμηνύσεως ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία ήτοι άμεσος δόλος, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος. Εξ άλλου ή καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχειών του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει ,όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, επί του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Τέλος η κατά τα άνω απαιτουμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στους ορισμένως προτεινομένους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, οίος είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7857/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, μετά από αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα εξής πραγματικά περιστατικά..... "Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν κατά την κρίση της πλειοψηφίας των μελών του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της αθλητικής ενώσεως ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ... με την επωνυμία ....Στη δύναμη της ανωτέρω αθλητικής ενώσεως ανήκει ο αθλητής του ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ Χ, υιός του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως και το 2001 κατέκτησε, σε αθλητικές διοργανώσεις του ως άνω αθλήματος, 2 χρυσά, 3 αργυρά και 1 χάλκινο μετάλλια σε πανελλήνιους αγώνες, ένα αργυρό και ένα χάλκινο μετάλλιο σε βαλκανικούς αγώνες και 6η θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ έκτοτε δεν προκύπτει εάν συνέχισε να αγωνίζεται, σε κάθε όμως περίπτωση δεν προκύπτει ότι επέδειξε κάποια διάκριση. Στις 14-10-2003 κοινοποιήθηκε στον αθλητικό σύλλογο που εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, έγγραφο της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, σύμφωνα με το οποίο κατά τη συνεδρίαση της 11-10-2003 εγκρίθηκε ομόφωνα η εισήγηση της τεχνικής επιτροπής για τα πρόσωπα που θα απαρτίσουν την Ολυμπιακή ομάδα του 2004 και στην κατηγορία +80 κιλά θα αγωνιζόταν ο πολιτικώς ενάγων Ψ. Ο ανωτέρω αθλητής, κατά το διάστημα των ετών 1996 έως 2003, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της Ελληνικής Ομοσπονδίας του αθλήματος έλαβε στην κατηγορία των εφήβων κατά τα έτη 1996 και 1997 2 χρυσά μετάλλια σε Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα και 1 χρυσό μετάλλιο σε παγκόσμιο πρωτάθλημα, ενώ έκτοτε σε αγώνες ανδρών έλαβε αργυρό μετάλλιο σε Μεσογειακό πρωτάθλημα, 2 χρυσά μετάλλια σε Βαλκανικό πρωτάθλημα, 5η θέση σε Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, 3η θέση στο παγκόσμιο στρατιωτικό πρωτάθλημα, 2η θέση στο προκριματικό προολυμπιακό πρωτάθλημα το Σίδνεϋ, 8η θέση στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ, 1η θέση σε διεθνές τουρνουά στη Γερμανία και 9η θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, ενώ το έτος 2002 ήταν πρώτος στην παγκόσμια κατάταξη της Διεθνούς Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ. Καθοριστικό ρόλο για την επιλογή του πολιτικώς ενάγοντος προκειμένου να συμμετέχει στην Ολυμπιάδα του 2004 ήταν η 8η θέση που κατέλαβε στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ. Ο κατηγορούμενος, θεωρώντας ότι ο υιός του έπρεπε να επιλεγεί για την ολυμπιακή ομάδα, διότι είχε κατακτήσει περισσότερα πανελλήνια πρωταθλήματα, αντέδρασε άμεσα, αμφισβητώντας την 8η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην Ολυμπιάδα του 2000. Ειδικότερα απευθύνθηκε άμεσα στην Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, ζητώντας με επανειλημμένες αιτήσεις του, να λάβει γνώση των εγγράφων που πιστοποιούσαν τη θέση του αθλητή στην Ολυμπιάδα. Παράλληλα ζήτησε από το βουλευτή ... να υποβάλει επερώτηση στη Βουλή των Ελλήνων για τα κριτήρια επιλογής του Ψ στην Ολυμπιακή ομάδα, κατ' αποκλεισμό του Χ που είχε υπέρτερα, κατά την άποψή του, προσόντα. Ήδη κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2003, με το προαναφερόμενο έγγραφο της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ που αναφέρει τις διακρίσεις του ... και εκδόθηκε επ' ευκαιρία της επερωτήσεως, αλλά και από έγγραφα που παρέλαβε ο κατηγορούμενος από την ίδια Ομοσπονδία κατά τις επισκέψεις του στα γραφεία της στην ... και ειδικότερα: α) του πιστοποιητικού που ήταν συνταγμένο στη γαλλική γλώσσα και υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής ..., Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής Αγώνων Σίδνεϋ, που απονεμήθηκε στον Ψ για την κατάκτηση της 8ης θέσης στο αγώνισμα του ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, στην κατηγορία ανδρών άνω των 80 χλγρ., το οποίο μερίμνησε να μεταφράσει στην ελληνική γλώσσα, β) της με αριθμό πρωτοκόλλου 12807/2-11-2001 βεβαιώσεως της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο ... συμμετείχε στην Ελληνική Αποστολή στους XXVI Ολυμπιακούς Αγώνες 2000, στο άθλημα ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, κατηγορία +80 κ. καταλαμβάνοντας την 8η ολυμπιακή θέση, γ) της από 1-12-2000 βεβαιώσεως της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ με την οποία βεβαιώνεται ότι ο .... έλαβε την 8η θέση στην κατηγορία των άνω των 80 κιλών ανδρών κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ, ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση ότι κατά τις αρμόδιες Ελληνική και Παγκόσμια Ομοσπονδία του αθλήματος και τις αρμόδιες Ελληνική και Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή ο πολιτικώς ενάγων έλαβε την 8η θέση στο αγώνισμα που συμμετείχε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, απευθύνθηκε σε Ομοσπονδίες ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ άλλων χωρών και συγκεκριμένα της Γερμανίας, της Τουρκίας και της Πολωνίας. Από τη γερμανική ομοσπονδία έλαβε το από 11-12-2003 έγγραφο, που ανέφερε μόνο τους αθλητές που έλαβαν τις πρώτες 6 θέσεις στο συγκεκριμένο αγώνισμα κατά σειρά: .... Από την Τουρκική Ομοσπονδία δεν προκύπτει εάν έλαβε έγγραφο, δεδομένου ότι προσκομίζεται ένα έγγραφο στην Τουρκική γλώσσα, χωρίς μετάφραση του κειμένου της και χωρίς να προκύπτει ο αποστολέας του εγγράφου, το οποίο σε δύο σημεία φέρει τη σφραγίδα του αθλητικού συλλόγου που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος και το οποίο αναφέρει στα αγγλικά με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα ..., η δε μετάφραση που προσκομίζεται αφορά μόνο στα δύο ονόματα και σε όχι στο κείμενο. Επομένως από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος προέκυπτε ότι, σύμφωνα με τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, την Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ και την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ο πολιτικώς ενάγων έλαβε την 8η θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες του Σίδνεϋ, σύμφωνα με τη Γερμανική Ομοσπονδία δεν προέκυπτε ποιος είναι ο 7ος και ο 8ος αθλητής στην κατάταξη και σύμφωνα με την Πολωνική Ομοσπονδία ο ... δεν περιλαμβάνονταν μέσα στους 8 πρώτους της κατατάξεως, ενώ το έγγραφο που ήταν συνταγμένο στην τουρκική γλώσσα δεν προκύπτει ότι προέρχεται από αρμόδια και αξιόπιστη πηγή, ούτε προκύπτει το ακριβές περιεχόμενο του. Την 1-3-2004 ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης μηνυτήρια αναφορά κατά του ... και του Πραγαλού Αθανασίου, Προέδρου της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, στην οποία, αφού ιστορούσε τις προσπάθειες του να πληροφορηθεί τη θέση που κατέλαβε ο πολιτικώς ενάγων στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2000 και τα έγγραφα που έλαβε στην κατοχή του, ανέφερε ότι προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες ότι ο ανωτέρω αθλητής δεν ανακηρύχθηκε 8ος ολυμπιονίκης, όπως φαίνεται στον τίτλο που προσκομίζει (από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή με την υπογραφή του ...), ο οποίος ελέγχεται ως ύποπτος για τη γνησιότητά του και ζητούσε να διερευνηθεί εάν ο τίτλος είναι γνήσιος ή όχι και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι είναι πλαστός να καταλογιστούν ευθύνες σε κάθε υπαίτιο. Κοινοποιούσε δε την ανωτέρω αναφορά στον Υπουργό και τον Υφυπουργό Αθλητισμού, την Πρόεδρο της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής και την Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ. Η μηνυτήρια αναφορά, κατόπιν της προκαταρτικής εξετάσεως που διενεργήθηκε, απορρίφθηκε ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, με τη με αριθμό 31/26-3-2005 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Κατά της διατάξεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε στην ουσία της, με τη με αριθμό 151/2005 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Με τη μήνυση που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατεμήνυσε τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τέλεσε ως φυσικός αυτουργός ή συμμετείχε ως ηθικός αυτουργός στο αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση. Τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος σχετικά με την πλαστότητα του πιστοποιητικού είναι παντελώς ψευδή, όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα έγγραφα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ και της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, που ανέφεραν όλα ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε καταλάβει την 8η θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες του Σίνδεϋ και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα είναι ψευδή, διότι είχε τα έγγραφα στην κατοχή του πριν από την υποβολή της μηνύσεως, ενώ, πλην του εγγράφου από την Πολωνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, δεν είχε κάποια ένδειξη ή πληροφορία ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν κατέλαβε την 8η θέση και το πιστοποιητικό που κατείχε ήταν πλαστό, ώστε να δικαιολογείται τυχόν αμφιβολία του για τη γνησιότητα του πιστοποιητικού. Αλλά και το έγγραφο από την Πολωνική Ομοσπονδία δεν ήταν αξιόπιστο, διότι ανέφερε ότι την 3η θέση την κατέλαβε ο ..., ενώ σύμφωνα με το έγγραφο της Γερμανικής Ομοσπονδίας και το από 7-6-2005 έγγραφο της Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής που απεικονίζει τα αποτελέσματα της κατηγορίας αυτής, όπως προέκυψαν από τους αγώνες των αθλητών, την τρίτη θέση κατέλαβε ο ... που τιμήθηκε με χάλκινο μετάλλιο, γεγονός που ήταν γνωστό στο ευρύ κοινό από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως και τον τύπο και ήταν γνωστό και στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε άμεση σχέση με το άθλημα, τόσο ως πατέρας αθλητή του ιδίου αθλήματος, όσο και ως πρόεδρος του αθλητικού συλλόγου που εκπροσωπούσε, το οποίο προήγαγε το ανωτέρω άθλημα. Σκοπός του κατηγορουμένου με την υποβολή της μηνύσεως ήταν να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση και όχι να επιτύχει τη διεξαγωγή προκριματικού αγώνα προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία στον υιό του, σε περίπτωση νίκης του, να μετέχει στην ομάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ο σκοπός του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν αρκέστηκε στην υποβολή εγγράφων προς τις αρχές που ήταν αρμόδιες να αποφανθούν για τη σύνθεση της ολυμπιακής ομάδας, ούτε στην επερώτηση που υποβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του στη Βουλή από το βουλευτή ..., αλλά προέβη στην υποβολή μηνύσεως, ζητώντας να διερευνηθεί ένα γεγονός που είχε λάβει χώρα πριν από 4 περίπου έτη και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Μάλιστα, εάν ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη θέση που κατέλαβε ο πολιτικώς ενάγων στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ το έτος 2000, ο οποίος είχε και τότε επιλεγεί να μετέχει στην ολυμπιακή ομάδα του ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ αντί του υιού του και αθλητή του σωματείου που εκπροσωπούσε ο ίδιος, θα μπορούσε άμεσα, μετά το πέρας των Ολυμπιακών αγώνων του έτους 2000 να υποβάλει μήνυση, ζητώντας τη διερεύνηση του ζητήματος, δεδομένου ότι ήδη από το θέρος του έτους 2000 έγινε ευρέως γνωστό σε όλους τους πολίτες, αλλά κυρίως στους φιλάθλους ότι ο Ψ είχε καταλάβει την 8η θέση και είχε βραβευθεί γι' αυτό από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, όπως προκύπτει και από το σχετικό φυλλάδιο που αυτή εξέδωσε (σελ 26). Εξάλλου ο σκοπός του κατηγορούμενου για την καταμήνυση του πολιτικώς ενάγοντος και όχι για τη δυνατότητα να μετέχει ο υιός του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, προκύπτει και από το γεγονός ότι ήδη κατά το χρόνο που υποβλήθηκε η μήνυση (Μάρτιος 2004) είχε αποφασιστεί η σύνθεση της ολυμπιακής ομάδας και είχε αρχίσει η προετοιμασία των αθλητών, με συνέπεια να μην υφίστανται χρονικά περιθώρια για διεξαγωγή προκριματικών αγώνων, προκειμένου να διαπιστωθεί η αγωνιστική ανωτερότητα του υιού του κατηγορουμένου και να επιλεγεί αυτός, να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας τον Αύγουστο του 2004. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ δεν υπάρχει όγδοη θέση στην κατάταξη, διότι βραβεύονται μόνον οι 6 πρώτοι και συνεπώς το πιστοποιητικό του πολιτικώς ενάγοντος από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή είναι πλαστό ή τουλάχιστον είχε ευλόγως την αμφιβολία για τη γνησιότητα του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ εντάχθηκε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς αγώνες το έτος 2000. Σύμφωνα με το απόσπασμα του Κανονισμού που ο κατηγορούμενος προσκόμισε προβλέπονται τα εξής: 'Αρθρο 5 "Ο διαγωνισμός του ταεκβοντό των· Ολυμπιακών Αγώνων θα διεξαχθεί σε ένα μόνο τουρνουά με το σύστημα του αποκλεισμού με διπλό ρεπεσάζ (αθλητές που γίνονται δεκτοί σε μία εξέταση παρόλο που δε συμπλήρωσαν τους απαιτούμενους βαθμούς) για την τρίτη θέση. Το διπλό ρεπεσάζ θα διεξαχθεί μεταξύ όλων των ηττημένων από τους 2 διαγωνιζόμενους στο τελικό παιχνίδι". Άρθρο 8.5.2 "Στον αγώνα του Ταεκβοντό 4 άνδρες και 4 γυναίκες διαγωνιζόμενοι με σειρά 1η, 2η, 3η (2) σε κάθε μία κατηγορία βάρους θα επιλεγούν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες". Άρθρο 8.5.3 "Η 5η και 6η θέση για κάθε κατηγορία βάρους θα επιλεγούν ως αναπληρωτές διαγωνιζόμενοι για την περίπτωση που κριθούν αποκλειστέοι, εκτός από τους 4 νικητές σε κάθε κατηγορία βάρους, εξαιτίας κάποιας παράβασης του Κανονισμού Ντόπιγκ". Άρθρο 8.5.4. "Διπλώματα για τις απαιτούμενες κατηγορίες βάρους για τους Ολυμπιακούς Αγώνες θα δημοσιευθούν στον αρμόζοντα εθνικό σύλλογο και διπλώματα αντικατάστασης για κάθε κατηγορία βάρους θα δοθούν στην αρμόζουσα 5η και 6η θέση". Από το απόσπασμα του ανωτέρω Κανονισμού, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν, προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με τους κανόνες της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, οι νικητές σε κάθε κατηγορία είναι 4, ενώ απονέμονται διπλώματα και σε αυτούς που κατατάχθηκαν στην 5η και 6η θέση. Οι αθλητές αγωνίζονται ανά δύο και ο νικητής του αγώνα προκρίνεται στην επόμενη φάση, όπου διαγωνίζεται με το νικητή έτερου αγώνα και με τη μέθοδο του αποκλεισμού προκύπτουν οι δύο αθλητές που θα αγωνιστούν μεταξύ τους για την 1η και 2η θέση, λαμβάνοντας χρυσό και αργυρό μετάλλιο αντίστοιχα. Όσοι αθλητές αγωνίστηκαν με τους δύο πρώτους αθλητές και αποκλείστηκαν από αυτούς, έχουν δεύτερη ευκαιρία να φθάσουν στην 3η θέση και το χάλκινο μετάλλιο, αγωνιζόμενοι μεταξύ τους, μέχρι να προκύψει με τη μέθοδο του αποκλεισμού ο νικητής που θα λάβει το μετάλλιο, ενώ ο έτερος του αγώνα θα λάβει την 4η θέση (ρεπεσάζ). Ωστόσο από τα αποσπάσματα του Κανονισμού που προσκομίζονται, αλλά και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει πως γίνεται η κατάταξη για την 5η και 6η θέση που ενδιαφέρει την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, καθώς και την 7η και 8η θέση που ενδιαφέρει την Ελληνική Πολιτεία. Ειδικότερα το ρεπεσάζ αποτελεί τη δεύτερη ευκαιρία για το μετάλλιο και δεν προκύπτει ότι απονέμει τις λοιπές θέσεις της κατατάξεως. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε και ο υιός του κατηγορουμένου και μάρτυρας υπερασπίσεως Χ, ο οποίος ανέφερε ότι με το ρεπεσάζ κρίνονται τα μετάλλια και όχι η 8άδα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το έντυπο με τα αποτελέσματα του αγώνα, στην αρχική φάση αγωνίστηκαν 13 αθλητές. Ο Ψ αγωνίστηκε με τον ... από τη Νότια Αφρική και πέρασε στον επόμενο γύρο, όπου πέρασαν συνολικώς, με τον πολιτικώς ενάγοντα, 8 αθλητές. Δύο από τους αθλητές αυτούς με συνεχείς αγώνες έφθασαν να αγωνιστούν στον τελικό και έλαβαν το χρυσό και αργυρό μετάλλιο αντίστοιχα, ενώ 4 από τους 8 (στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο Ψ, διότι στο δεύτερο αγώνα του υπέστη κάταγμα και εγκατέλειψε), μαζί με δύο αθλητές που αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο από τους δύο τελικούς νικητές, αγωνίστηκαν στο ρεπεσάζ για το χάλκινο μετάλλιο.
Συνεπώς από το έντυπο των αγώνων προκύπτει ότι ο Ψ ήταν εντός των 8 αθλητών, που προκρίθηκαν στη δεύτερη φάση και εφόσον δε συνέχισε τους αγώνες λόγω κατάγματος, ευλόγως κατατάχθηκε στην 8η θέση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν για την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ δεν προβλέπεται 7η και 8η θέση, ωστόσο η Ελληνική Πολιτεία, με το άρθρο 34 Ν. 2725/1999, χαρακτηρίζει εξαιρετική επίδοση, μεταξύ άλλων, την κατάληψη μίας από τις 8 πρώτες θέσεις στους θερινούς ή χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες σε ατομικό ή ομαδικό άθλημα και απονέμει στους αθλητές αυτούς, τόσο οικονομικές παροχές, όσο και ευεργετήματα για την εισαγωγή τους στις ανώτατες σχολές πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, για το διορισμό τους στις ένοπλες δυνάμεις ή στο λιμενικό σώμα ή σε ΟΤΑ κλπ. Η διάταξη δε αυτή είναι γνωστή στον κατηγορούμενο, ο οποίος έχει την ιδιότητα του Προέδρου αθλητικού σωματείου.
Συνεπώς, ανεξάρτητα εάν δεν απονέμονται μετάλλια ή άλλα διπλώματα για την 7η και 8η θέση στο ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, ο πολιτικώς ενάγων ευλόγως θα έπρεπε να κατέχει κάποια πιστοποίηση από αρμόδια αρχή για την 8η θέση που κατέλαβε, προκειμένου να τύχει των ευεργετημάτων που απονέμει η Ελληνική Πολιτεία και τέτοιες βεβαιώσεις ήταν αυτές που κατείχε (μεταξύ δε αυτών η βεβαίωση από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο της και τον Πρόεδρο της Οργανωτικής Επιτροπής, η οποία θεωρήθηκε πλαστή από τον κατηγορούμενο) και όχι δίπλωμα ή βραβείο ή μετάλλιο που δεν απονέμεται για την 8η θέση. Μάλιστα, παρότι ο κατηγορούμενος έκανε δύο αιτήσεις προς την Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, στις 19-7-2004 και 4-8-2004, ζητώντας να πληροφορηθεί σχετικά με τη γνησιότητα ή την πλαστότητα της ανωτέρω βεβαιώσεως, μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει απάντηση ότι αυτή είναι πλαστή και ότι ουδέποτε ο Ψ κατέλαβε την 8η θέση. Παρά την απουσία οποιασδήποτε ενδείξεως σχετικά με την πλαστότητα της βεβαιώσεως μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος ακόμη και στην απολογία του ανέφερε ότι το ανωτέρω έγγραφο είναι πλαστό, απλώς ο ίδιος θεωρεί ότι ο Ψ ενήργησε σε συνεργασία με τον ..., Πρόεδρο της Ελληνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ. Κατά τη διάρκεια δε των ετών 2004 και 2005 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε σε ραδιοφωνικές εκπομπές αναφέροντας τους ιδίους ισχυρισμούς περί πλαστότητας του εγγράφου και μη καταλήψεως της 8ης θέσης από τον πολιτικώς ενάγοντα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϋ και υποχρεώθηκε με τη με αριθμό 35057/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη ήδη τελεσίδικη με την απόρριψη των εφέσεων που ασκήθηκαν εναντίον της με τη με αριθμό 329/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ, επειδή οι ισχυρισμοί του κρίθηκαν ψευδείς και προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι στοιχειοθετούνται τόσο τα στοιχεία της αντικειμενικής, όσο και τα στοιχεία της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ενώ ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα στοιχεία που κατείχε ο κατηγορούμενος (κανονισμός αθλήματος ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, και έγγραφο της Πολωνικής Ομοσπονδίας ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ) δεν ήταν ικανά να του δημιουργήσουν οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη θέση που έλαβε ο πολιτικώς ενάγων στους Ολυμπιακούς Αγώνες το έτος 2000, η οποία πιστοποιήθηκε από πλήθος εγγράφων των αρμοδίων αρχών (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, Παγκόσμια Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ, Ελληνική Ομοσπονδία ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται". Μετά ταύτα, κήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία του ότι "στη Θεσσαλονίκη στις 1-3-2004 εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για την πράξη που κατήγγειλε : Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο υπέβαλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία κατήγγειλε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο εγκαλών Ψ είναι εφοδιασμένος με πλαστό τίτλο (πτυχίο) από την Ολυμπιακή Επιτροπή, ο οποίος ελεγχόταν ως ύποπτος ως προς την γνησιότητα σχετικά με το γεγονός ότι είχε ανακηρυχθεί 8ος Ολυμπιονίκης στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϋ το έτος 2000 στο άθλημα του ΤΑΕ ΚWDΟ και με την χρήση αυτού του πιστοποιητικού ενώπιον των οργάνων της Ομοσπονδίας του εν λόγω αθλήματος συμπεριλήφθηκε στην ολυμπιακή ομάδα του ανωτέρω αθλήματος για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του έτους 2004 και έτσι με όσα εξέθεσε ανωέρω καταμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα για τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού, ενώ ήταν αλήθεια ότι ο τίτλος (πτυχίο) με τον οποίο είχε εφοδιαστεί ο εγκαλών αναφορικά με την 8η θέση του στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ το έτος 2000 στο άθλημα ττου ΤΑΕ ΚWDΟ, ήταν γνήσιος και ως εκ τούτου αυτός δεν προέβη στην τέλεση των αξιόποινων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού. Ο δε σκοπός του ήταν να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντος για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία πιστοποιητικού και χρήσης πλαστού πιστοποιητικού.". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε των άρθρων 26 § 27, 229 § 1 Π.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει την αρχή, όπου υπέβαλεν ο αναιρεσείων την μηνυτήρια αναφορά, με την οποία κατεμήνυσε ούτος τον εγκαλούντα ότι ετέλεσε τις άνω πράξεις, το ψευδές της καταμηνύσεως αυτής, τη γνώση του ότι η γενομένη καταμήνυση ήτο ψευδής και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη γνώση του ψεύδους του περιεχομένου της μηνύσεως ως και τον σκοπό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος καταδιώξεως του εγκαλούντος Ψ από τον (αναιρεσείοντα Χ). Επίσης έλαβεν υπ' όψη της τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμόν περί πραγματικής πλάνης, αφού τον απέρριψεν ητιολογημένως. Εντεύθεν και ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ του ότι ιδία δεν εκτίθεται τόσον ο δόλος για τα ψευδή περιστατικά όσο και ο σκοπός για να κινηθεί η ποινική διαδικασία ως και ότι δεν ελήφθη υπ' όψη ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δη με αυτόν επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 33/2 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7857/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220), ως και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία ψευδούς καταμηνύσεως (άρθρ. 229 § 1 ΠΚ). Στοιχεία πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού. Πότε αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. "Εν γνώσει". Αιτιολογία απαιτείται και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που απορρίπτονται (άρθρο 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ) οίος είναι και ο περί πραγματικής πλάνης. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Ψευδής καταμήνυση, Πλάνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 85/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παλιοτζίκα, περί αναιρέσεως της 2899/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1. Σ1 και 2. Σ2.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαΐου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1029/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 348 § 1 Π.Κ. "όποιος κατ' επάγγελμα διευκολύνει με οποιονδήποτε τρόπο την ασέλγεια μεταξύ άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Κατά το άρθρο 13 περ. στ' ιδίου Κώδικος "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος", ασέλγεια δε κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως συνιστά κάθε πράξη η οποία αντικειμενικώς μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή στη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος του 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2899/2009 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Από τις ένορκες καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νομίμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την απολογία των ως άνω δύο εμφανισθεισών κατηγορουμένων αλλά και την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η τρίτη εκκαλούσα -κατηγορουμένη X1, λειτουργούσε επί της οδού..., ινστιτούτο αισθητικής - κέντρο φυσιοχαλάρωσης και παροχής υπηρεσιών μασάζ και επέτρεπε σ' αυτό να εκδίδονται οι δύο συγκατηγορούμενές της, δηλαδή η (πρώτη κατηγορουμένη) Σ1 και η (δευτέρα κατηγορουμένη) Σ2 - χωρίς να κατέχουν το σχετικό αναγκαίο και απαραίτητο πιστοποιητικό ασκήσεως επαγγέλματος και χωρίς να έχουν υποβληθεί - όπως ασφαλώς ήταν υποχρεωμένες - σε τακτική κλινική και εργαστηριακή εξέταση με μέριμνα της Υγειονομικής Αρχής - σε διάφορους άνδρες έναντι χρηματικής αμοιβής ύψους πενήντα ευρώ (50,00 €), εκ των οποίων χρηματικό ποσόν δέκα ευρώ (10,00 €) παρακρατούσαν οι ίδιες και το υπόλοιπο ποσόν των σαράντα ευρώ (40,00 €) εισέπραττε η εν λόγω τρίτη κατηγορουμένη, η οποία για την διευκόλυνση της επικοινωνίας και την απαραίτητη συνεννόηση με διάφορους άνδρες είχε φροντίσει να λειτουργεί η υπ' αριθμ. ... σύνδεση, κινητής τηλεφωνίας και παράλληλα, καταχωρούσε σχετική αγγελία σε στήλες μικρών αγγελιών της εφημερίδας "..." που εκδίδεται στην ...και στις 21-2-2006, τα αρμόδια αστυνομικά όργανα κατέλαβαν την δευτέρα κατηγορουμένη να εκδίδεται έναντι αμοιβής στο παραπάνω χώρον που λειτουργούσε με φροντίδα και μέριμνα της τρίτης κατηγορουμένης, αφού ο προαναφερθείς μάρτυς αστυνομικός προσήλθε στο ως άνω κατάστημα και η δευτέρα κατηγορουμένη προσεφέρθη έναντι χρηματικής αμοιβής πενήντα ευρώ (50,00 €) να ικανοποιήσει την γενετήσια επιθυμία του προβαίνοντας με τα χέρια της στην "εκτόνωσή" του, δηλαδή σε ετεροαυνανισμό και εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες οι ως άνω δύο εμφανισθείσες κατηγορούμενες των παραπάνω σχετικών πράξεων που αποδίδονται εις εκάστη εξ αυτών και ειδικότερα, η δευτέρα εξ αυτών για την παράβαση των άρθρων 2 § 1 και 5 § 1α', β' του Ν. 2734/1999 και η τρίτη κατηγορουμένη για την πράξη της διευκολύνσεως αλλότριας ακολασίας." Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο την νυν αναιρεσείουσα του ότι: Η τρίτη κατηγορουμένη X1 ως εκμεταλλεύτρια του επί της οδού ...ινστιτούτου αισθητικής κέντρου φυσιοχαλάρωσης και παροχής υπηρεσιών μασάζ, κατ' επάγγελμα διευκόλυνε την ασέλγεια μεταξύ άλλων και συγκεκριμένα καθόριζε τις ερωτικές συναντήσεις των συγκατηγορουμένων της (Σ1 και Σ2), με την δημοσίευση της υπ' αριθμ. ...σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας σε στήλες μικρών αγγελιών της τοπικής εφημερίδας "...", για να εκδίδεται με χρήματα σε άνδρες - πελάτες του κέντρου φυσιοχαλάρωσης και παροχής υπηρεσιών μασάζ, έναντι αμοιβής πενήντα (50) ευρώ, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό την ακολασία τους με άλλους.". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε και δη των άρθρων 26 § 1, 27, 348 § 1 Π.Κ. όσον αφορά την τρίτη κατηγορουμένη - νυν αναιρεσείουσα X1. Ειδικότερα αναφέρονται, στο σκεπτικό και το διατακτικό η υποδομή που είχε διαμορφώσει η αναιρεσείουσα, με την λειτουργία δηλαδή και χρήση κινητού τηλεφώνου για την επικοινωνία και τη συνεννόηση των αρρένων πελατών και με την καταχώριση σχετικών αγγελιών ως και η εξ αυτών των ενεργειών πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προς δε και ο σκοπός πορισμού εισοδήματος, με την παρακράτηση δηλαδή του άνω ποσού των 40 € από την αμοιβή των 50 € των γυναικών των εκδιδομένων εις το ινστιτούτο αισθητικής - υπηρεσιών μασάζ, που διετήρει η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η τελευταία προβάλλει την εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογίας ειδικής εκ του λόγου ότι δεν διαλαμβάνεται τοιαύτη για την κατ' επάγγελμα τέλεση της διευκολύνσεως αλλοτρίας ακολασίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/5/2009 αίτηση της X1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2899/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 348 § 1 ΠΚ. Στοιχεία διευκολύνσεως αλλοτρίας ακολασίας, άρθρο 13 περ. στ΄ ΠΚ. Πότε κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Εφόσον έχει υποδομή η οποία προκύπτει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξης και σκοπός πορισμού εισοδήματος υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας.
| 1
|
Αριθμός 84/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...ΞΤΕΕ Α.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ψ1, κατοίκου ..., 2)Του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Νομού ..., που εδρεύει στη ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κομπλιώνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1999 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2003 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 20-11-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αντώνιου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την διατήρηση της αναστολής μέχρι την έκδοση της απόφασης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του Ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) Των μελών της Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α.Κ., της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. β) Των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 Α.Κ., συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 69 του Α.Κ. Και γ) Των μελών της Διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός αν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ' αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου. Εάν δε συντρέχει ο λόγος αυτός και δε διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.) και ο εργοδότης, αρνούμενος μετά την άκυρη αυτή καταγγελία να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοικήσεως του ή μέλος της προσωρινώς εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση σωματείου. γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώσει της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς τη συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζομένου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του, δηλαδή από εκείνον που έχει οριστεί από το νόμο ή το καταστατικό να τον εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει οριστεί κατά τους κανόνες της πρόστησης για να το εκπροσωπεί στο τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή . Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης νοούνται τα απ' αυτήν γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της. στο οποίο στήριξε το νομικό συμπέρασμά της. Τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δεν θεμελιώνουν ελλείψεις της απόφασης αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του και σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "0 ενάγων προσλήφθηκε από την εταιρία ΑΣΤΗΡ ΑΞΕ στις 20-10-1967 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως ταμπλίστας στο χώρο του ξενοδοχείου ... στα ... του ήταν να χρεώνει τα πάσης φύσεως εδέσματα που εξέρχονται από την κουζίνα του ξενοδοχείου και καταναλώνουν στο εστιατόριο αυτού. Ο ενάγων είχε επιπλέον και την ιδιότητα του συνδικαλιστή. Στις 5-7-1995 διενεργήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη ΔΣ στο σωματείο "Ένωση Υπαλλήλων -Εργατοϋπαλλήλων και Εργατοτεχνιτών Τουριστικών και λοιπών καταστημάτων ... και περιχώρων" που εδρεύει στα ... και διοικείται από 7μελές ΔΣ εκλεγόμενο ανά τριετία. Στις εκλογές αυτές ο ενάγων εκλέχθηκε αντιπρόεδρος αυτού. Αρχές του 1999 η εναγομένη ανέλαβε ως μισθώτρια την εκμετάλλευση του ως άνω ξενοδοχείου, στην προσπάθεια της δε να το μετατρέψει σε επικερδή επιχείρηση, προέβη σε μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, ενώ ο ενάγων άρχισε να αναπτύσσει έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα αντιτιθέμενος σε τέτοιες δυσμενείς εξελίξεις. Στις 7-4-99 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος (βλέπε το έγγραφο της καταγγελίας προσκομιζόμενο), πλην όμως αυτή είναι άκυρη γιατί έγινε εντός έτους από τη λήξη της θητείας του ενάγοντος, για λόγους νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος-συνδικαλιστή η ιδιότητα δε αυτή ήταν εν γνώσει των οργάνων της εναγομένης κατά το χρόνο της καταγγελίας και επί πλέον ουδείς λόγος συνέτρεχε από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ.10 Ν.1264/82, πέραν του γεγονότος ότι και αν υπήρχε τέτοιος λόγος έπρεπε να βεβαιωθεί η συνδρομή του από την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του ιδίου νόμου. Τα όργανα της εναγομένης, που γνώριζαν τη συνδικαλιστική ιδιότητα του ενάγοντος, είναι ο Ζ που υπογράφει ως εκπρόσωπος αυτής το έγγραφο της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και ο Φ, προσωπάρχης και γενικός Διευθυντής της εναγομένης, οι οποίοι εργάζονταν για πολλά χρόνια στο ξενοδοχείο ... και είχαν άμεση αντίληψη της συνδικαλιστικής δράσης, ενώ στις εκλογές που προαναφέρθηκαν ψήφισε και ο ανωτέρω Ζ. Η γνώση αυτή αποδεικνύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων: α) του ενάγοντος ... , η οποία λέγει ότι έγιναν δεκάδες συνελεύσεις του Σωματείου στις οποίες παρίστατο και ο Ζ και έβλεπε τη συνδικαλιστική παρέμβαση του ενάγοντος, β) του προσθέτως παρεμβαίνοντος ..., ο οποίος βεβαιώνει ότι ο προσωπάρχης κ. Φ κατ' επανάληψη συνομίλησε με τον ενάγοντα με την ιδιότητα του τελευταίου (ως) αντιπροέδρου του ανωτέρω Σωματείου. Ο μάρτυρας της εναγομένης κ. Ρ, γενικός διευθυντής του ομίλου ξενοδοχειακών επιχειρήσεων ..., στον οποίον ανήκει και το ξενοδοχείο ..., καταθέτει ότι δεν γνώριζε την συνδικαλιστική ιδιότητα το ενάγοντος, παραδέχεται όμως ότι μίλησε με τον ενάγοντα στο γραφείο του - χωρίς να ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος του απέκρυψε την συνδικαλιστική του ιδιότητα - και ότι με δική του εντολή ο κ. Ζ απέλυσε τον ενάγοντα, χωρίς βεβαια να ισχυρίζεσαι ότι ένα μεγαλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης, όπως ο Ζ του απέκρυψε την εν λόγω ιδιότητα του ενάγοντος.. ..". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 παρ.5 ν.1264/1982, αφού ρητά αναφέρεται σ' αυτή ότι το ανωτέρω όργανο της αναιρεσείουσας το οποίο υπέγραψε την απόλυση του αναιρεσιβλήτου, κατ' εντολή του εκπροσωπούντος αυτή γενικού διευθυντή της, γνώριζε την συνδικαλιστική ιδιότητα του (αναιρεσιβλήτου). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμος. Οι ειδικότερες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι υπήρξε γνώση του εργοδότη της συνδικαλιστικής ιδιότητας του ενάγοντος "από την απλή γνώση δύο υπαλλήλων" (Ζ και Φ) , είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων (αρθ.561 παρ.1α ΚΠολΔ).
Η αναιρεσείουσα με τον αυτό (πρώτο), με στοιχείο 1Β , από το άρθρο 559 άρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου, εκ μέρους του γενικού διευθυντή της κ. Ρ και συγκεκριμένα για το ότι, ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι ο ως άνω γενικός διευθυντής της, καταθέτοντας ως μάρτυρας, αναφέρει ότι δε γνώριζε τη συνδικαλιστική ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου, σ' άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι "μετά από συνομιλία που είχε με αυτόν(αναιρεσίβλητο), δεν ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος του απέκρυψε τη συνδικαλιστική του ιδιότητα και ότι με δική του εντολή ο Ζ απέλυσε τον αναιρεσίβλητο, χωρίς βέβαια να ισχυρίζεται ότι ένα μεγαλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης όπως ο Ζ του απέκρυψε την εν λόγω ιδιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου", με συνέπεια να μη προκύπτει σε ποια πραγματικά περιστατικά βασίσθηκε το Εφετείο και με ποια τεκμήρια διαπίστωσε την ύπαρξη της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας), ως εργοδότιδας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα στην κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα. Η διεύρυνση των λόγων απόλυσης, για τους οποίους είναι, σύμφωνα με το άρθρο 14 § 10 του ν. 1264/1982, επιτρεπτή η καταγγελία της εργασιακής σχέσης, απαγορεύεται, γιατί η πιο πάνω διάταξη δημόσιας τάξης αποτελεί εξαίρεση του απαγορευτικού κανόνα και η απαρίθμηση των λόγων καταγγελίας είναι περιοριστική. Σε περίπτωση, όμως, που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και εξικνείται μέχρι του σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή τότε η επίκληση προστασίας του, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψής του μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική. Και τούτο γιατί οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν, όμως, επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο, ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεσθεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση δε της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και σε σχέση με το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ως προς την άρνηση του να αποδεχθεί να εργασθεί σε θέση υποδεέστερη αυτής που κατείχε πριν, δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός από όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί και τα εξής: ".... Στις 7-4-99 η αναρεσείουσα προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του πρώτου αναιρεσίβλητου ..., πλην όμως αυτή είναι άκυρη γιατί έγινε εντός έτους από τη λήξη της θητείας του πρώτου αναιρεσιβλητου για λόγους νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης η ιδιότητα δε αυτή ήταν εν γνώσει των οργάνων της αναιρεσείούσας κατά το χρόνο της καταγγελίας και επιπλέον ουδείς λόγος συνέτρεχε από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ.10 Ν. 1264/1982, πέραν του γεγονότος ότι και αν υπήρχε τέτοιος λόγος έπρεπε να βεβαιωθεί η συνδρομή του από την Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του ίδιου νόμου .....Η αναιρεσείουσα πρότεινε στον πρώτο αναιρεσίβλητο να απασχοληθεί στο τμήμα υποδοχής πελατών, ισχυριζομένη ότι στα πλαίσια του λειτουργικού εκσυγχρονισμού της ως άνω ξενοδοχειακής μονάδος καταργείται η θέση του ταμπλίστα, που κατείχε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ως οικονομικά ασύμφορη. Η ύπαρξη, όμως, της θέσης του ταμπλίστα ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία του εστιατορίου ,αλλά η αναιρεσείουσα προτίμησε να την αναθέσει σε εργαζομένους που δεν είχαν την συγκεκριμένη ιδιότητα (γκαρσόν, μετρ) που ασκούσαν τα καθήκοντα του ταμπλίστα παράλληλα με τα καθήκοντα τους. Παρ'όλα αυτά η αναιρεσείουσα του πρότεινε να τον τοποθετήσει ως υπάλληλο υποδοχής καίτοι είχε ηλικία 54 ετών και προϋπηρεσία 32 ετών, αποκρούοντας αντιπρόταση του να τοποθετηθεί στο λογιστήριο, κάτι όμως που σημαίνει ότι ήταν υποχρεωμένος να μεταφέρει και τις βαλίτσες των πελατών στα δωμάτια, θέση κατώτερη από αυτή του ταμπλίστα ,γι' αυτό και ο πρώτος αναιρεσίβλητος δικαιολογημένα απέκρουσε την πρόταση της..." . Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την σχετική ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που πρόβαλε η αναιρεσείουσα, καθώς και το σχετικό λόγο της έφεσης, με τον οποίον επαναφέρθηκε αυτή. Έτσι που έκρινε, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εφάρμοσε ορθώς, ο δε περί τουναντίον δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο ,ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεχόμενο την αντίστοιχη ένσταση και απορρίπτοντας την αγωγή, αφού συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του κανόνα αυτού, εκείνο δεν την εφάρμοσε, αν και δέχτηκε ως αποδεδειγμένο ότι "προτάθηκε μια μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης για λόγους οικονομοτεχνικούς, αναγόμενους στην ανάγκη εξυγίανσης της επιχείρησης, αφού καταργήθηκε η αυτοτελής θέση του ταμπλίστα κλπ", είναι αβάσιμος, αφού, με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις προκειμένου να κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόμενος άσκησε καταχρηστικά την ένδικη αγωγή, ούτε δέχθηκε ότι λόγοι οικονομοτεχνικοί, επέβαλαν την κατάργηση της θέσης του ταμπλίστα, αφού , όπως δέχθηκε, η θέση του ταμπλίστα "ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία του εστιατορίου", ενώ δεν ήταν καταχρηστική η άρνηση αυτού, ενόψει της προϋπηρεσίας ,της ηλικίας και των προσόντων του, να δεχθεί την υποδεέστερη, όπως κρίθηκε, θέση που του υποδείχθηκε. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και επιπλέον όσα δέχθηκε σε σχέση με τις πιο πάνω περιγραφόμενες συνθήκες απολύσεως του αναιρεσιβλήτου (απόλυση αυτού εν γνώσει της συνδικαλιστικής ιδιότητάς , της ηλικίας του, της προϋπηρεσίας του στην ίδια επιχείρηση 32 ετών , της προσφοράς υποδεέστερης εργασίας κλπ) και τα ακόλουθα: ".... Επίσης από την απόλυση του πρώτου αναιρεσιβλήτου επήλθε "προσβολή της προσωπικότητας του γιατί μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του και επομένως δικαιούται αυτός χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης χρηματικού ποσού 200.000 δρχ.,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η απόλυση του, του βαθμού του πταίσματος των οργάνων της αναιρεσίβλητης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων", και ακολούθως απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 59, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του αυτών. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΞΤΕΕ ΑΕ", που εδρεύει στα ..., για αναίρεση της 82/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πραστασία συνδικαλιστικών στελεχών από την απόλυση κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 και 10 του ν.1246/1982. Η απόλυση των ανωτέρω επιτρέπεται, μόνο εάν συντρέχει ένας εκ των περιοριστικώς αναφερομένων στην προαναφερθείσα διάταξη του ν.1264/1982 λόγων. Απόλυση προστατευομένου συνδικαλιστικού στελέχους χωρίς τη συνδρομή λόγου εκ των ανωτερω ή χωρίς τη διαπίστωση της συνδρομής του κατά την ειδική διαδικασία την οποία διαγράφει η διάταξη του άρθρου 15 του ιδίου ως άνω νόμου είναι απολύτως άκυρη, και ο καταγγείλας εργοδότης, αρνούμενος την αποδοχή των υπηρεσιών του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστού, περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, προϋποθέσεις που απαιτούνται για την προστασία αυτή. Ο εργοδότης πρέπει να γνωρίζει, κατά το χρόνο της απολύσεώς του, την ως άνω προστατευομένη συνδικαλιστική του ιδιότητα, προκειμένου περί νομικού προσώπου, η γνώση αυτή πρέπει να υπάρχει στον νόμιμο εκπρόσωπο του, δηλαδή από εκείνον ο οποίος έχει οριστεί κατά τους κανόνες στη πρόστησης για να το εκπροσωπεί στο τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του. Λόγοι αναίρεσης από το άρ. 559 αρ. 1 και 19. Πότε είναι καταχρηστική η άσκηση σχετικής αγωγής. Αξίωση του απολυθέντος για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της 82/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας).
| null | null | 0
|
Αριθμός 80/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Τερεζάκη, για αναίρεση της 76422/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 759/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία, των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 του ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ, Ολ. 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών- κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος της ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρος του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεως του.
Στην προκειμένη περίπτωση, Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 76422/2008 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 718/18-1-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντα κατά της 98533/26-10-1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί, ερήμην, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 1500 δρχ. ημερησίως, και σε χρηματική ποινή 300.000 δραχμών, για παράβαση του νόμου περί επιταγών, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως εκπρόθεσμη, αφού δεν προέκυψαν λόγοι που δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της. Συγκεκριμένα ορθώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, αφού δεν αποδείχθηκε εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν γνωστής. Ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα 2000-2001 είχε αλλάξει διεύθυνση". Όμως από την 718/18-1-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του, είχε προβάλλει με αυτή, επί λέξει, ότι "ασκεί εκπροθέσμως την έφεση, διότι έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης προχθές σε τυχαίο έλεγχο της πληρεξούσιας δικηγόρου του και ασκεί την έφεση αυτή δεδομένου ότι η επίδοσή της δεν ήταν νόμιμη, αφού κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής στην διεύθυνση ...., ενώ ήταν γνωστής και συγκεκριμένα διέμενε μέχρι το 2000 στην οδό ... και διαμένει συνεχώς από το 2001 μέχρι σήμερα στη ...στην οδό ... όπως αποδεικνύεται από τα κάτωθι προσκομιζόμενα έγγραφα: 1) την οριστική δήλωσή του προς την ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών για το οικονομικό έτος 1996, 2) το 2917/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, και 3) το 2442/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών". Κατά την έναρξη της εκδικάσεως της εφέσεως ο ήδη αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε στο δικαστήριο, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι "η κρινόμενη έφεση έχει εμπρόθεσμα ασκηθεί, εφόσον ο πελάτης της δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας αποδείξεως περί του εκπροθέσμου της έφεσης η ...". Η μάρτυρας αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, καίτοι εξετάστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, δεν αναφέρεται καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ενώ περαιτέρω στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης 98533/1999 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ούτε το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (το οποίο μνημονεύεται και αναφέρεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν με αριθμό 2, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης), αλλά ούτε και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως. Όπως δε προαναφέρθηκε, η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον διαλαμβάνει τα αναφερθέντα πιο πάνω στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' σχετικού λόγου αναίρεσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το ίδιο δικαστήριο θέλει αποφανθεί και περί της παραγραφής ή μη αξιοποίνου της πράξεως, αναλόγως του εάν κρίνει παραδεκτή ή μη την έφεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 76422/2008 απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση κατά έφεσης απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση για να είναι αιτιολογημένη. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 83/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα, περί αναιρέσεως της 3670/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 684/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως συνάγεται από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, η πλαστογραφία στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν εκείνος που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, το καταστήσει προσιτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτο, και δώσει σε αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το άρθρο 386 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η απάτη στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή την αποσιώπηση αληθινών γεγονότων, πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτή επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατό από την πράξη του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διάπραξης της πλαστογραφίας. Μόνον η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τα για την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς εκείνα που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, αλλά η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση πλαστού, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής. Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην μείωση του ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης, και σε περίπτωση αποδοχής της, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, και συνεπώς της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ... με την προσβαλλομένη 3670/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί πενταετία, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που διέπραξε στην Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 10/3/2004. Κατά της απόφασης αυτής ο ως άνω καταδικασθείς άσκησε την κρινόμενη αναίρεση, και με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως παραπονείται ότι το παραπάνω δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι η αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε από αυτόν και για την οποία καταδικάστηκε κατά τα άνω, απορροφήθηκε από την πράξη της απάτης στην οποία απέβλεψε για να προσπορισθεί παράνομο περιουσιακό όφελος, για την οποία (πράξη της απάτης) κηρύχθηκε αθώος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 393 παρ.2 του ΠΚ, με την αμετάκλητη 19388/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το πλήρες και εμπεριστατωμένο σκεπτικό της, για έλλειψη αιτιολογίας του οποίου αυτός δεν προβάλλει αιτίαση, αφού δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που εκτενώς αναφέρει, απέρριψε σιγή τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απορροφήσεως, χωρίς δηλαδή να διαλάβει κάποια αιτιολογία, και ακολούθως κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από το διατακτικό της, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, καθόσον υιοθέτησε προδήλως την άποψη ότι η πράξη της πλαστογραφίας με χρήση δεν απορροφάται από την πράξη της απάτης, ο οποίος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ώστε το δικαστήριο να είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του, την οποία πάντως (απόρριψη) διαλαμβάνει ρητά στο διατακτικό της. Επομένως, ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού του(άρθρο 510 παρ. ΙΔ' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/3/2009 αίτηση του ...για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3670/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η πλαστογραφία με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς. Η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα, υφισταμένης μεταξύ τους φαινομενικής συρροής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 85/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1428/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3725/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της πρωτίστως ως απαράδεκτη, διότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα έχει ικανοποιηθεί πλήρως και ως εκ τούτου εξέλιπε το έννομο συμφέρον της να προσβάλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθένας δε των διαδίκων την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, κατά το άρθρ. 68, 73 και 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αποτελεί και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη αυτή από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι απαραίτητο το εκ του λόγου αυτού απαράδεκτο να προτείνεται με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρ. 570 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Το έννομο συμφέρον του διαδίκου που νικήθηκε ή νίκησε για την άσκηση αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο ασκήσεως όσο και κατά τον χρόνο της συζητήσεώς της, η ύπαρξη δε αυτού μπορεί να κριθεί και με βάση γεγονότα που επήλθαν μετά την προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία είτε αναιρούν την ύπαρξη της βλάβης είτε αποκλείουν την επέλευσή της. Η έλλειψη του έννομου συμφέροντος έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλει ο αναιρεσίβλητος ότι εξέλιπε το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση και συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για τους ακόλουθους λόγους: Η αναιρεσείουσα είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του εναχθέντος από τον αναιρεσίβλητο "Ταμείου Αντασφάλισης Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος" στην κατ' έφεση δίκη (μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) θεμελιώνοντας το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης στο ότι τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του υπερού η πρόσθετη παρέμβαση Ταμείου, με την οποία (αγωγή) ζητούσε να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει το ποσό των 18.715.700 δρχ. (=54.925,16 ευρώ) για διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως που εδικαιούτο μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, θα είχε σοβαρή συνέπεια για την τελευταία, δοθέντος ότι αυτή είχε καταβάλει το επίδικο ποσό στον αναιρεσίβλητο οικειοθελώς, υπό μορφή άτοκου δανείου, επιστρεπτέου στην περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία θα αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να λάβει τη διαφορά αυτή, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να έχει εισπράξει αδικαιολόγητα δύο φορές το ίδιο ποσό (μία από την αναιρεσείουσα και μία από το Ταμείο) και να είναι αναγκασμένη η πρώτη να στραφεί δικαστικώς κατ' αυτού και να ζητήσει την επιστροφή του ποσού που είχε καταβάλει. Μετά όμως την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το Ταμείο, με εντολή του τελευταίου κατέβαλε ολόκληρο το πιο πάνω ποσό στην αναιρεσείουσα σε εξόφληση της ισόποσης οφειλής του εκ της χορηγήσεως του άτοκου δανείου. Η κρινόμενη δε αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 6-11-2008, ασκήθηκε μετά την απόδοση του οφειλόμενου ως άνω ποσού στην αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 17-10-2008 και αυθημερώς επιδοθείσα εξώδικη δήλωση του Ταμείου προς τον αναιρεσίβλητο, στην οποία εκτός άλλων αναφέρεται επί λέξει ότι το ποσό των 54.925,16 ευρώ "με την από 6/10/2008 επιστολή σας προς το Ταμείο μας εζητήσατε να μην το καταβάλουμε σ' εσάς αλλά να το παρακρατήσουμε και το αποδώσουμε στην Τράπεζα της Ελλάδος εις εξόφληση ισόποσης οφειλής σας προς αυτήν, σύμφωνα με σχετική διάταξη του κανονισμού του Ταμείου μας. Το ποσό αυτό έχουμε ήδη αποδώσει στην Τράπεζα της Ελλάδος και κατά συνέπεια ουδεμία οφειλή μας υφίσταται πλέον έναντί σας για το ποσό αυτό". Η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ομολογεί την καταβολή του εν λόγω ποσού κατά τα προεκτεθέντα εκ μέρους του Ταμείου για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και επομένως, κατόπιν αυτού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση και τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Υποστηρίζει βεβαίως η αναιρεσείουσα ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για να μην αποτελέσει αφορμή ασκήσεως παρόμοιων αγωγών κατά του Ταμείου εκ μέρους και άλλων απελθόντων, όπως και ο αναιρεσίβλητος υπαλλήλων της, οι οποίοι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι στην περίπτωση ευδοκίμησης των αγωγών τους θα επιστρέψουν στην Τράπεζα το ποσό που θα λάβουν από το Ταμείο, εκτός του ότι δημιουργείται και θέμα ηθικής τάξεως, που έχει σχέση με τη κύρος και την αξιοπιστία της Τράπεζας, η οποία παρά την οικειοθελή καταβολή της συγκεκριμένης διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως στους απελθόντες υπαλλήλους της προς αποφυγή εμπλοκής των σε δικαστικούς αγώνες, εμφανίζεται εν τέλει ότι δεν μπόρεσε να τους αποτρέψει. Τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά δεν θεμελιώνουν το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της προκείμενης κατ' αναίρεση δίκης, η οποία αποφαίνεται δεσμευτικά μόνο για τους συγκεκριμένους διαδίκους και δεν αρκεί το γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψει μελλοντικά συναφής διαφορά μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και κάποιου τρίτου για το ίδιο νομικό ζήτημα. Επομένως, η και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ελλείψεως έννομου συμφέροντος είναι ουσία βάσιμη και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 3725/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννομο συμφέρον για την άσκηση και συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 556, 68 και 73 του ΚΠολΔ). Κρίνεται και με περιστατικά που επήλθαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
| null | null | 1
|
Αριθμός 89/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)..., 2)..., 3)..., 4)..., 5)..., 6)..., 7)... 8)..., 9)..., 10)..., 11)..., 12)...και 13)..., κατοίκων όλων περιοχής Χαλκίδος και εργαζομένων στην εναγομένη εταιρεία, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Καρπέτα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΙΙΙ" (Τσιμεντοβιομηχανία), η οποία εδρεύει στην Χαλκίδα κει εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-1-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τριάντα ημέρες για εκείνον που διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρ. 152 παρ. 1 και 153 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, αν ο αναιρεσείων δεν μπόρεσε να τηρήσει την πιο πάνω προθεσμία της αναιρέσεως εξαιτίας ανώτερης βίας, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα που αίρεται το κώλυμα, το οποίο συνιστά ανώτερη βία.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι "ο υπογραφών την παρούσα αίτηση αναιρέσεως συνήγορος λόγω ανυπερβλήτου κωλύματος και συγκεκριμένα λόγω προβλήματος υγείας δεν κατέστη δυνατό να μεταβώ στην έδρα του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη εντός της νομίμου προθεσμίας (και) αιτούμαι την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση". Από την μ' επίκληση προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη, με τις προ 20ημέρου κατατεθείσες προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Χαλκίδας ... προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επεδόθη, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, νομίμως, κατ' άρθρ. 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον παραστάντα ενώπιον του Εφετείου πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων κατοίκων όλων περιοχής Χαλκίδας Ανδρέα Σπανό κατά την ως άνω ημερομηνία (5-12-2008). Η αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την 19 πράξη του οικείου Δικαστηρίου, κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών στις 9-1-2009, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών, που έληγε στις 8-1-2009, εφόσον οι αναιρεσείοντες διαμένουν στην Ελλάδα (άρθρ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, όπως και οι αναιρεσείοντες δέχονται, ασκήθηκε εκπροθέσμως. Το υποβαλλόμενο όμως με το αναιρετήριο αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την επίκληση ως γεγονότος ανώτερης βίας, το οποίο τους εμπόδισε να ασκήσουν εμπροθέσμως την αίτηση αναιρέσεως, πρόβλημα υγείας του δικηγόρου τους, εξ αιτίας της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να μεταβεί εντός της νόμιμης προθεσμίας στην έδρα του αρμοδίου δικαστηρίου για την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είναι βάσιμο, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται με την αίτησή τους ούτε προσκομίζουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ο παραπάνω λόγος ανώτερης βίας. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν το μεν αίτημα για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ως ουσιαστικά αβάσιμο, η δε αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, σύμφωνα με το άρθρ. 577 παρ. παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το από 8-1-2009 αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και την υπό την αυτή ημερομηνία αίτηση των ...κ.λ.π. για αναίρεση της 10/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση εκπρόθεσμη, απόρριψη ως απαράδεκτη. Απόρριψη αιτήματος επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 92/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A. Της αναιρεσείουσας: Χ, συμβολαιογράφου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Του Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 2)Του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ροδίων, που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
B. Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ροδίων (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ, συμβολαιογράφου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. 2)Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μουγγόλια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 3)Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπεσκένη.
Γ. Του αναιρεσείοντος - καθού: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης: Χ, συμβολαιογράφου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟς ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπεσκένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2005 αγωγή της Χ που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκε με τις από 16-7-2005 και 15-9-2005 πρόσθετες παρεμβάσεις, του Ταμείου Νομικών και Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων-Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α' αναιρεσείουσα με την από 30-6-2008 αίτησή της, το υπό στοιχείο Β' αναιρεσείον με την από 23-1-2008 αίτησή του και το υπό στοιχείο Γ' αναιρεσείον με την από 15-2-2008 αίτησή του και τους από 30-4-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε τις από 2-10-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως (ως προς την από 30-6-2008 αίτηση), β) να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως (ως προς την από 23-2-2008 αίτηση), γ)να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως (ως προς την από 15-2-2008 αίτηση και τους από 30-4-2009 πρόσθετους λόγους).
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή των αντιθέτων αιτήσεων και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Ενόψει τούτου οι εκδικασθείσες κατά την ως άνω δικάσιμο τρεις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς πινακίου 18, 34 και 35: Α) η από 30-6-2008 αίτηση (με αρ. κατάθεσης 29/3-7-2008) της Χ, συμβολαιογράφου ..., κατοίκου ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ροδίων. Β) η από 23-1-2008 αίτηση (με αρ. κατάθεσης 7/29-1-2008) του ΝΠΔΔ του Δήμου Ροδίων. κατά των 1) Χ, 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου" Γ) η από 15-2-2008 αίτηση (με αρ. κατάθεσης 12/25-2-2008) του Ελληνικού Δημοσίου και οι από 30-4-2009 πρόσθετοι λόγοι κατά της Χ, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως 248/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα της δίκης (άρθρα 246, 573 παρ. 1ΚΠολΔ). Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚπολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό. Επομένως η συνεκδικαζομένη αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", τα οποία δεν έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τα νομικά αυτά πρόσωπα είχαν παρέμβει υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αγωγή της οποίας και οι πρόσθετες υπέρ αυτής παρεμβάσεις απορρίφθηκαν με την πρωτοβάθμια απόφαση.
Συνεπώς και εκ του λόγου αυτού ο αναιρεσείων Δήμος δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει και κατ' αυτών την κρινόμενη αναίρεση. Ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των νόμιμα παριστάμενων και ως εκ τούτου κατ' αντιμωλία δικαζόμενων πιο πάνω δύο αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημα τούτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ.1 558 εδ. α', 495 και 569 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου προσθέτου παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου" άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου στην συνεκδικαζόμενη αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου, με το από 28-7-2007 (αρ. καταθ. 22/30-7-2009) ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετη, υπέρ της αναιρεσίβλητης Χ και κατά του αναιρεσείοντος, παρέμβαση, που κοινοποιήθηκε σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 81 του ΚΠολΔ στοιχεία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα προβαλλόμενα με την παρέμβαση, έχει το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι τα ένδικα αναλογικά δικαιώματα η αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος, υπέρ της οποίας παρενέβη, υποχρεούται να τα αποδώσει σε αυτό. Επομένως, πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να συνεκδικασθεί με την (συνεκδικαζόμενη με τις λοιπές αιτήσεις) αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Επειδή το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο άρθρο 559. 4 του ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο που δίκασε υπερέβη την δικαιοδοσία του, καθόσον, όπως αναφέρει, "μεταξύ Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και του συντάξαντος το "κρατικό" συμβόλαιο συμβολαιογράφου, που υποχρεούται σε απόδοση των εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων, δεν γεννάται ισότιμη συμβατική σχέση ούτε σχέση ιδιωτικού δικαίου, αλλά ιδρύεται σχέση με μονομερή, δυνάμει διάταξης δημοσίου δικαίου, ανάθεση, από τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο στον οποίο παρέχεται η εξουσία, χάριν δημοσίου συμφέροντος, αποβλέπουσα στην κοινωνικοποίηση των αμοιβών από κρατικά συμβόλαια προς επίτευξη ενός κατώτατου ορίου εισοδήματος και μέσω αυτού στη διαφύλαξη της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συμβολαιογράφων ως δημοσίων λειτουργών ....
Συνεπώς οι διαφορές ως προς την είσπραξη των αναλογικών δικαιοτάτων από τα κρατικά συμβόλαια συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων". Περαιτέρω, με τον με στοιχείο ΙΙ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως το Ελληνικό Δημόσιο και με το δεύτερο, από το αυτό άρθρο 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ, λόγο της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, προβάλλεται ότι το Εφετείο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, καθόσον, τα δικαιώματα του Ταμείου Νομικών από τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων αποτελούν ασφαλιστική εισφορά του συμβολαιογράφου σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και, συνεπώς, διαφορές που αναφύονται κατά τον προσδιορισμό και την καταβολή των από την αιτία αυτή οφειλών, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 94 του Συντ., 2 του Κ.Δ.Δ. και 2 του Κ.Πολ.Δικ., υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη, όμως, υπόθεση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η ενάγουσα συμβολαιογράφος συνέταξε το ένδικο συμβόλαιο "κατ' εντολή" των αντισυμβαλλομένων Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων και ζητούσε να της καταβληθεί οφειλόμενο υπόλοιπο συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων μετά των αναλογούντων υπέρ του Ταμείου Νομικών προσαυξήσεων. Το ίδιο δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέν (για την τυχόν μη τήρηση της διαδικασίας των παρ.2 και 3 του άρ.114 του ν. 2830/2000 προβλέπονται μόνο πειθαρχικές συνέπειες). Η μεταξύ του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων εντολέων του σχέση (από τη μεταξύ τους σύμβαση εμμίσθου εντολής), είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου και η προκύπτουσα εξ αυτής διαφορά εκδικάζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 677 παρ.1 του ΚΠολΔ κατά την οριζόμενη από τη διάταξη αυτή ειδική διαδικασία. (πρβλ ολ ΑΠ 15/1989, όπου εμμέσως ο ΑΠ δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων). Διαφορετικό είναι το ζήτημα στην περίπτωση κατά την οποία ο συμβολαιογράφος, προκειμένου περί κρατικών συμβολαίων, έχει εκ του νόμου υποχρέωση να αποδώσει στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο τα εισπραχθέντα δικαιώματα. Οι διαφορές που προκύπτουν από τη σχέση αυτή μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Συλλόγου, (όπως και οι διαφορές μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Ταμείου Νομικών για την μη απόδοση των υπέρ αυτού δικαιωμάτων), εκδικάζονται από τα διοικητικά Δικαστήρια, αφού πρόκειται περί διοικητικής διαφοράς (βλ. ΑΠ 148/2001, ΣτΕ 325/2003 κ.α.).
Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την εξεταζόμενη υπόθεση, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, σε ορθό κατέληξε διατακτικό και οι ανωτέρω, από το άρθρο 559. 4 λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι (578 ΚΠολΔ), καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όσα εκτίθενται σε αυτούς αφορούν την σχέση μεταξύ του Συμβολαιογράφου αφενός και του Ταμείου Νομικών και του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, αφετέρου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο αποφάνθηκε περί της δικαιοδοσίας του, πρόκειται για σχέση μεταξύ του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων, κατ' εντολή των οποίων ο συμβολαιογράφος συνέταξε το συμβόλαιο.
Επειδή, κατά το άρθρο 113 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) "τα αναλογικά δικαιώματα του Συμβολαιογράφου από τη σύνταξη συμβολαίων που αναφέρονται στα άρθρα 115, 117 και 118 του παρόντος αποδίδονται στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο υπό του Συλλόγου συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 116, 117, 118 και 120 του παρόντος". Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 115 του ίδιου Κώδικα, προσδιορίζονται τα πιο πάνω συμβόλαια, τα οποία χαρακτηρίζονται ως "κρατικά συμβόλαια", μεταξύ των οποίων και τα "συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις στις οποίες ένα από τα μέρη που συμβάλλεται, συνυπογράφει, συναινεί ή αποκτά δικαιώματα είναι: 1.α.) Το Δημόσιο, οι Δήμοι και Κοινότητες, οι Ενώσεις και οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) δεύτερης βαθμίδας (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση) ...". Εξάλλου, με τις διάταξη του άρθρου 114 του ίδιου Κώδικα, ορίζονται τα εξής: "1. Σε κάθε περιφέρεια ειρηνοδικείου, στην οποία εδρεύουν περισσότεροι από ένας συμβολαιογράφοι, οι εντολές ή τα σχέδια για τη σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων, στα οποία δικαιοπρακτούν πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115, αποστέλλονται στις πόλεις που εδρεύει Συμβολαιογραφικός Σύλλογος προς τον πρόεδρο αυτού, άλλως στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο που έχει ορισθεί από τον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο. 2. Ο πρόεδρος του συλλόγου ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος, στον οποίο αποστέλλονται οι ανωτέρω εντολές ή σχέδια, διανέμει αυτές χωρίς καθυστέρηση και κατά σειρά στους συμβολαιογράφους που εδρεύουν στην αυτή ειρηνοδικειακή περιφέρεια και τους παραγγέλει να συντάξουν τα σχετικά συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις ... 4. Συμβολαιογράφος που λαμβάνει την εντολή της πρώτης παραγράφου απευθείας από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115 ή από πρόσωπα που θα συμβληθούν με αυτά, οφείλει να τη διαβιβάσει αμέσως, μαζί με τα σχετικά έγγραφα, στον πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο για να ενεργήσουν αυτοί όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Η παράβαση της διάταξης αυτής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται με πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών". Κατά τα διάταξη δε του άρθρου 116 "Τα αναλογικά δικαιώματα του συμβολαιογράφου τα οποία προέρχονται από τη σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 115 αποδίδονται στο Ταμείο του οικείου Συλλόγου ή στον εντεταλμένο Συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 120, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι εισφορές υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Τ.Α.Σ. που βαρύνουν το συμβολαιογράφο που συνέταξε το συμβόλαιο, την πράξη ή την έκθεση και καταβάλλονται στα αντίστοιχα Ταμεία". Περαιτέρω στο άρθρο 119 ορίζεται ότι "1. Ο συμβολαιογράφος που συντάσσει συμβόλαια των άρθρων 115, 117 και 118 (δηλαδή κρατικά συμβόλαια) οφείλει να καταθέσει στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφο αναλογικά δικαιώματα των συμβολαίων αυτών "μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου από την υπογραφή του συμβολαίου μήνα". (παρ. 7 άρθρ.32 Ν.2915/2001). 2. Τα καθυστερούμενα από την παραπάνω αιτία ποσά, με τους τόκους υπερημερίας, τα εισπράττει ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος από τον υπόχρεο συμβολαιογράφο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. ... 3. Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή τουλάχιστον προστίμου. 4. Η παρακράτηση από το συμβολαιογράφο δικαιωμάτων από συμβόλαια των άρθρων 115, 117 και 118 του παρόντος πέραν της προθεσμίας των τριών μηνών από τη σύνταξη των συμβολαίων τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 375) ... 5. Ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους. Ακολούθως από τα ποσά που εισπράττει ο Σύλλογος ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116, 117 και 118, αφού γίνουν οι αναφερόμενες στο άρθρο 120 προαφαιρέσεις, διανέμονται μεταξύ των δικαιούχων συμβολαιογράφων που αναφέρονται στο άρθρο 121". Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 122 του αυτού Κώδικα "ο συμβολαιογράφος που συντάσσει συμβόλαια ή πράξεις ή εκθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 115,117 και 118 οφείλει να επισυνάπτει σε αυτά το διπλότυπο καταβολής των δικαιωμάτων στο οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. ιστ. περ. αα του ν.4114/60, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 1512/1985, πόρο του Ταμείου Νομικών αποτελεί, πλην άλλων, ποσοστό 1,30% επί της αξίας του αντικειμένου κάθε συμβάσεως που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, πλην των προβλεπομένων εξαιρέσεων. Κατ' εξαίρεση το άνω δικαίωμα περιορίζεται επί εργολαβικών συμβάσεων, όπου μεταξύ των συμβαλλομένων είναι το Δημόσιο, Δημόσιες εν γένει Υπηρεσίες, Ιδρύματα και Οργανισμοί ή νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, στο ήμισυ (1/2) επί τοις εκατόν. Περαιτέρω στο άρθρο 6 της 74084/1996 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζεται ότι: "1. Ο Συμβολαιογράφος υποχρεώνεται να καταβάλλει από τα δικαιώματά του στο Ταμείο Νομικών τα, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκάστοτε οριζόμενα. 2. Επίσης επί των Συμβολαιογραφικών εγγράφων εισπράττονται από τους Συμβολαιογράφους υπέρ του Ταμείου Νομικών ως δικαίωμα τα εκάστοτε οριζόμενα κατά τις ισχύουσες διατάξεις".
Κατά την άποψη τριών μελών του Δικαστηρίου, ήτοι του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη και των Αρεοπαγιτών, Χρήστου Αλεξόπουλου και Δημήτριου Μουστάκα, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο συμβολαιογράφος που συντάσσει κρατικά συμβόλαια, δηλαδή συμβόλαια στα οποία συμβαλλόμενο είναι το Δημόσιο, Δήμος κ.λ.π., δεν είναι δικαιούχος των πιο πάνω αναλογικών δικαιωμάτων του συμβολαιογράφου ή του Ταμείου Νομικών, αφού δικαιούχοι αυτών είναι, αντίστοιχα, ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή το Ταμείο Νομικών (πρβλ Ολ.Α.Π. 15/1989). Ο συμβολαιογράφος αυτός, που συνέταξε το κρατικό συμβόλαιο, έχει μόνο δικαίωμα είσπραξης των δικαιωμάτων αυτών, προκειμένου να τα αποδώσει στους δικαιούχους, υποχρεούμενος μάλιστα να επισυνάψει σε αυτό το διπλότυπο καταβολής των δικαιωμάτων στο οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο. Στην περίπτωση δε κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά δεν εισπράχθηκαν, και επιδιώκεται με αγωγή η είσπραξη αυτών, νομιμοποιούνται προς τούτο μόνο οι προαναφερόμενοι δικαιούχοι των απαιτήσεων αυτών, ενώ ο συμβολαιογράφος, στον οποίο ανατέθηκε η σύνταξη κρατικού συμβολαίου δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικώς να εγείρει ευθεία καταψηφιστική ή αναγνωριστική αγωγή για καταβολή συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων είτε σ' αυτόν, είτε στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, ως εντολοδόχος αυτών, εκτός αν ασκεί πλαγιαστικώς τα δικαιώματα του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, υπό την ιδιότητα του ως συμβολαιογράφου δικαιουμένου σε απόληψη ανάλογου μερίσματος έναντι του συλλόγου που παραλείπει να προβεί σε έγερση ευθείας αγωγής. Εξάλλου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου υπέρ του συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο και άσκησε καταψηφιστική ή αναγνωριστική, αντί πλαγιαστικής, αγωγή, χωρίς να νομιμοποιείται ενεργητικώς προς τούτο, δεν μπορεί να ανατρέψει τις συνέπειες της ελλείψεως των προϋποθέσεων της ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Δεν μεταβλήθηκε συνεπώς η σχετική ρύθμιση, η οποία γινόταν δεκτή και υπό το κράτος της ισχύος του ν.δ. 1333/1973 (Ολ.ΑΠ 15/1989), κατά τις διατάξεις των άρθρων 66 και 72 του οποίου, τα πιο πάνω δικαιώματα, προκαταβάλλονταν στο Ταμείο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, ενώ, κατά τον ισχύοντα Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000) τα εν λόγω δικαιώματα εισπράττονται από τον συμβολαιογράφο που συντάσσει το κρατικό συμβόλαιο. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τα οριζόμενα στην πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 119 του Κώδικα συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000), κατά την οποία, "ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους". Ειδικότερα από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ν. 2830/2000, νομιμοποιείται για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής μόνο ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος. Επομένως το Εφετείο που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ένδικη ευθεία - και όχι ως εντολοδόχου του 3ου των καθών - αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης Συμβολαιογράφου ..., υπέρ της οποίας είχαν παρέμβει πρωτοδίκως ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου-Δωδεκανήσου και το Ταμείο Νομικών και του Δήμου Ροδίων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2830/2000 (άρ.113-116 και 119 παρ.5), αλλά και τις περί εντολής διατάξεις του άρθρου 713 Α.Κ., κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 άρ.1 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και τον συναφή πρώτο πρόσθετο αυτού λόγο, καθώς και τον ταυτόσημο κατά περιεχόμενο πρώτο λόγο αναιρέσεως της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως του Δήμου Ροδίων.
Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του Δικαστηρίου, και, ειδικότερα, των Αρεοπαγιτών Βασιλείου Λυκούδη και Γρηγορίου Κουτσόπουλου, από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Συμβολαιογράφων (άρ. 113-120, 122 του Ν. 2830/2000), προκύπτει ότι ο συμβολαιογράφος που συντάσσει κρατικά για συμβόλαια, δηλαδή συμβόλαια στα οποία συμβαλλόμενο είναι το Δημόσιο, Δήμος κ.λ.π., δεν είναι μεν δικαιούχος των πιο πάνω αναλογικών δικαιωμάτων του συμβολαιογράφου ή του Ταμείου Νομικών, αφού δικαιούχοι αυτών είναι, αντίστοιχα, ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή το Ταμείο Νομικών. (πρβλ Α.Π. 15/1989, Ολομ.), πλην όμως τα αναλογικά αυτά δικαιώματα έχουν υποχρέωση να καταβάλουν, καταρχήν, οι συμβαλλόμενοι στο συμβολαιογράφο, που συνέταξε το σχετικό κρατικό συμβόλαιο, αφού αυτός έχει δικαίωμα είσπραξης των δικαιωμάτων αυτών, προκειμένου να τα αποδώσει στους δικαιούχους, απειλουμένων μάλιστα κατ' αυτού κυρώσεων αν δεν πράξει τούτο, γεγονός που προϋποθέτει και δικονομική δυνατότητα εισπράξεως από τον ίδιο.
Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά δεν εισπράχθηκαν, και επιδιώκεται με αγωγή η είσπραξή τους νομιμοποιείται προς τούτο και ο συμβολαιογράφος που συνέταξε το κρατικό συμβόλαιο. Το γεγονός ότι "υπό το κράτος της ισχύος του ν.δ. 1333/1973" (όπως διευκρινίζεται στην Ολομ. ΑΠ 15/1989), γινόταν δεκτό ότι "ο συμβολαιογράφος, στο οποίο ανατέθηκε κατά το άρθρο 61 του ν.δ. 1333/1973 η σύνταξη τέτοιου (κρατικού) συμβολαίου, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να εγείρει ευθεία καταψηφιστική ή αναγνωριστική αγωγή για καταβολή συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων είτε σ` αυτόν, είτε στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, εκτός αν ασκεί πλαγιαστικώς τα δικαιώματα του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ,", οφείλεται στο ότι η είσπραξη των ενδίκων αναλογικών δικαιωμάτων δεν γινόταν από τον συμβολαιογράφο που συνέταξε τα κρατικά συμβόλαια, αλλά, όπως οριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 66 και 72 του ν.δ. 1333/1973, τα δικαιώματα αυτά από τη σύνταξή των, κατά τα άρθρα 61 έως και 63, συμβολαίων, εκθέσεων ή πράξεων, προκαταβάλλονται στο Ταμείο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, ή όπου δεν εδρεύει Σύλλογος στον κατά την παρ. 1 του άρθρου 61 αρμόδιο συμβολαιογράφο. Η ρύθμιση αυτή μεταβλήθηκε με το άρ. 101 του ν. 610/77 και στη συνέχεια με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2830/2000. Εξάλλου, από τη πιο πάνω διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 119 του Κώδικα συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000), κατά την οποία "ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους", προκύπτει ότι υπό την ισχύ του ν. 2830/2000, νομιμοποιείται για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής, καταρχήν, ο υπόχρεος για τη σύνταξη και την είσπραξη των δικαιωμάτων του συμβολαίου συμβολαιογράφος. Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος νομιμοποιείται παραλλήλως με αυτόν για την άσκηση της σχετικής αγωγής και μάλιστα "ως γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου". Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη θα ήταν περιττή αν μόνο ο συμβολαιογραφικός σύλλογος νομιμοποιούταν για την άσκηση της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ενάγουσα συμβολαιογράφος νομιμοποιείται να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 113-116 και 119 του ν.2830/2000 και 713 ΑΚ, όπως αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο από το άρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεώς του, καθώς και με το συναφή δεύτερο πρόσθετο αυτής λόγο του, ούτε παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρ 119 παρ.5 του ν.2830/2000 και του άρ.713 του ΑΚ, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων Δήμος Ροδίων, με τον πρώτο από την αυτή διάταξη του άρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της συνεκδικαζομένης αιτήσεώς του, οι οποίοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Eπομένως, εφόσον η παρούσα απόφαση ελήφθη με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθούν οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 παρ.2 εδάφ.γ' ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση: Α) της με αριθ. πιν. 18 από 30-6-2008 αίτησης (με αρ. κατάθεσης 29/3-7-2008) της Χ κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ροδίων, Β) της με αριθ. πιν. 34 από 23-1-2008 αιτήσεως (με αρ. κατάθεσης 7/29-1-2008) του ΝΠΔΔ του Δήμου Ροδίων κατά των 1) Χ, 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", Γ) της με αριθ. πιν. 35 από 15-2-2008 αιτήσεως (με αρ. κατάθεσης 12/25-2-2008) του Ελληνικού Δημοσίου και των από 30-4-2009 προσθέτων λόγων κατά της Χ, οι οποίες στρέφονται κατά της 248/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, και Δ) της από 28-7-2007 (αρ. καταθ.22/30-7-2009) πρόσθετης, υπέρ της αναιρεσίβλητης Χ και κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου παρέμβασης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου".
Απορρίπτει την συνεκδικαζόμενη αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου".
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Ροδίων στη δικαστική δαπάνη των νόμιμα παρισταμένων αμέσως πιο πάνω δύο αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Απορρίπτει το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και το συναφή με στοιχείο
ΙΙ πρόσθετο αυτού λόγο, καθώς και το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, για έλλειψη δικαιοδοσίας του Εφετείου να δικάσει την υπόθεση.
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου τον πρώτο λόγο αναιρέσεως των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων, καθώς και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου (για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου) κατά της 248/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση τριών αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως και πρόσθετης παρέμβασης κατά αποφάσεως που δέχθηκε αγωγή συμβολαιογράφου που συνέταξε κρατικό συμβόλαιο μεταξύ δήμου και Δημοσίου για την είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων. Η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό. Η αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων τα οποία δεν έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (είχαν παρέμβει πρωτοδίκως), είναι απαράδεκτη. -Επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης με δικόγραφο που κοινοποιήθηκε σε όλους του6ς διαδίκους. Γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του για την άσκηση της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων από το (το άρθρο 12 του Ν.2298/1995, όπως ίσχυε, καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 άρθρου 13 Ν.3790/2009, ΦΕΚ Α 143/7.8.2009). Κρατικά συμβόλαια. Η μεταξύ του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων εντολέων του σχέση είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου και η προκύπτουσα εξ αυτής διαφορά εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 677 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Από τα έχοντα προς τούτο δικαιοδοσία αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Αντίθετα οι διαφορές που προκύπτουν από τη σχέση αυτή μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Συλλόγου, (όπως και οι διαφορές μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Ταμείου Νομικών) για την μη απόδοση των υπέρ αυτών δικαιωμάτων, εκδικάζονται από τα διοικητικά Δικαστήρια, αφού πρόκειται περί διοικητικής διαφοράς. Απορρίπτει τον από το άρθρο 559. 4 λόγος αναιρέσεως. Τα αναλογικά δικαιώματα του Συμβολαιογράφου από τη σύνταξη κρατικών αποδίδονται στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο και διανέμονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Συμβολαιογράφων. Ο πρόεδρος του συλλόγου διανέμει τα συμβόλαιο αυτά στους συμβολαιογράφους. Υποχρεώσεις συμ/φων. Ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικ΄πος εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη ως ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους. Παραπέμπει στην Ολομέλεια, διότι η απόφαση ελήφθη με διαφορά μιας ψήφου, τους από το άρθρ. 559.1 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προκειμένου να κριθεί αν το Εφετείο που δίκασε την υπόθεση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.2830/2000 (άρ. 113-116 και 119 παρ. 5) και της περί εντολής διατάξεις του άρθρου 713 Α.Κ., δεχόμενο ότι ο συμβολαιογράφος που συντάσσει κρατικά συμβόλαια, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση ευθείας αγωγής κατά των συμβαλλομένων για την καταβολή μη εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων, των οποίων δικαιούχοι είναι οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος και το Ταμείο Νομικών.
| null | null | 0
|
Αριθμός 75/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 8 και 15 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, Αλβανού υπηκόου, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 971/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 5 και ημερομηνία 5.11.2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Γράβα και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1542/2009.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση έφεση κατά της 971/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος Χ στο Κράτος της Αλβανίας, που ζήτησε την έκδοσή του και της οποίας Χώρας είναι υπήκοος, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της (άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των προβαλλόμενων λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει μόνον για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι έφεσης. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ' άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών.
Επί του προκειμένου, από την εκτίμηση του περιεχομένου της κρινόμενης έφεσης συνάγεται, ότι ο εκζητούμενος - εκκαλών προσβάλλει την προδιαληφθείσα 971/2009 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, 1) διότι, κατά την άποψή του, υπήρξε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον, ενώ δήλωσε την επιθυμία του να εκπροσωπηθεί από την συνήγορο του Μαρία Σαλτουρίδου, η οποία απουσίαζε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και ζήτησε να κρατηθεί για λίγο η εκδίκασή της, το Συμβούλιο Εφετών αρνήθηκε και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, παραβιάζοντας έτσι θεμελιώδη δικαιώματά του ως κατηγορουμένου - εκζητουμένου, και 2) διότι, η έκδοσή του κατ' επίφαση ζητείται για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομης κατοχής όπλων και οπλοχρησίας, ενώ στην πραγματικότητα θα διωχθεί στην Αλβανία για θρησκευτικούς λόγους, και συγκεκριμένα γιατί είναι Χριστιανός Καθολικός, όπως είναι και ο φυσικός αυτουργός των ως άνω εγκλημάτων, ενώ το θύμα ήταν Μουσουλμάνος.
Συνεπώς, η έφεση αυτή θα εξεταστεί ως προς το βάσιμο, μόνον, των ως άνω προβαλλόμενων λόγων της.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α του ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, το οποίο ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί στη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο του κατηγορουμένου να συμπαρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο (άρθρο 96 παρ. 1, 340 παρ.1 ΚΠΔ), και να υποβάλλει, κατά το άρθρο 349 παρ. 1, αίτημα αναβολής της δίκης λόγω κωλύματος που συντρέχει στο πρόσωπο του συνηγόρου του, ή το ταυτόσημο με αυτό αίτημα να εκδικασθεί η υπόθεσή του σε μεταγενέστερη σειρά από αυτή που έχει στο πινάκιο, για κώλυμα που εμπόδισε την έγκαιρη εμφάνιση στο δικαστήριο του συνηγόρου του. Σημειωτέον, ότι το άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠΔ σχετικά με την ακυρότητα της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών εφαρμόζεται και στη διαδικασία της έκδοσης. Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση και τα ταυτάριθμα πρακτικά της, ο εκκαλών δεν ζήτησε να κρατηθεί η υπόθεσή του, λόγω κωλύματος της συνηγόρου του που εμπόδιζε την έγκαιρη εμφάνισή της στο δικαστήριο. Επομένως, δεν υφίσταται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 4165/1961, στην οποία προσχώρησε η Αλβανία στις 19/5/1998, με έναρξη ισχύος την 17/8/1998, "η έκδοση δεν χωρεί, εάν το καλούμενο προς έκδοση μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει, ότι ή αίτηση εκδόσεως αιτιολογείται δια τίνος παραβάσεως του κοινού δικαίου υπεβλήθη επί τω σκοπώ διώξεως ή κολάσεως ατόμου δια φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά τούτου φρονήματα ή εθνικά τοιαύτα ή ότι η θέσις του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνον να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον έτερον των ως άνω λόγων". Επί του προκειμένου, με την υπ' αριθμ. 453/3/25/9/2009 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας που διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελλάδας, ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος Αλβανού υπηκόου, ο οποίος διώκεται με την από 28/2/2007 απόφαση (ένταλμα προσωρινής κράτησης) ορισμού μέτρου ασφαλείας του Πρωτοδικείου Αέζα Αλβανίας για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, παράνομης κατοχής όπλων και της οπλοχρησίας. Από τα προσκομιζόμενα όμως στοιχεία δεν προκύπτει ότι στην αίτηση εκδόσεως του εκκαλούντος υποκρύπτεται πρόθεση του αιτούντος Κράτους διώξεώς του εξ αιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εκκαλών κατά την ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών εξέτασή του δεν επικαλέστηκε κανένα τέτοιο λόγο, αφού στις διευκρινίσεις που έδωσε είπε ότι "δεν θέλω να πάω στην Αλβανία για να δικαστώ, θέλω να έρθουν όλα τα χαρτιά μου από την Αλβανία στην Ελλάδα για να δικαστώ εδώ", αλλά ούτε και με την έφεσή του επικαλέστηκε συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, που να πιθανολογούν ως βάσιμο τον ισχυρισμό του ότι στην αίτηση εκδόσεώς του υποκρύπτεται ο ως άνω σκοπός.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που δέχθηκε τα ίδια και γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος για τα ανωτέρω εγκλήματα, ορθώς έκρινε, ο οποίος εκζητούμενος σημειωτέον παρασταθείς αυτοπρόσωπα ενώπιον του παρόντος συμβουλίου συναίνεσε για την έκδοσή του (βλ. πρακτικά συνεδρίασης του).
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης και συνακόλουθα η έφεση, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ. 2 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2009 έφεση του Χ κατά της 971/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση Αλβανού υπηκόου κατά απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του στην Αλβανία. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως, κατά τους οποίους 1) υπήρξε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ζήτησε να κρατηθεί η υπόθεση του, λόγω κωλύματος της συνηγόρου του που εμπόδιζε την έγκαιρη εμφάνιση της στο δικαστήριο, και 2) ότι στην αίτηση εκδόσεως υποκρύπτεται πρόθεση του αιτούντος Κράτους διώξεως του εξ αιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 73/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 667, 668, 669, 674/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1255/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 341/19.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 110/24-12-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., πρώην κατοίκου ...και νυν κρατουμένου στο γκκ ..., την οποία άσκησε ο ίδιος ενώπιον του Διευθυντή της πιο πάνω φυλακής και στρέφεται κατά της με αριθμό 667,668,669,674/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153,473 παρ.2 474 παρ.2, 476 παρ.1, 501 παρ.1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Ακόμη παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. (Ολ ΑΠ 19/2001, ΑΠ 1922/07, 1840/07).
Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων στην έκθεση αναίρεσης, που άσκησε προ πάσης καταχώρηση της σχετικής αποφάσεως, δηλοί κατά λέξη ότι ασκεί αναίρεση κατά της με αριθμό 667,668,669,674/08 αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών "για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα κατ' άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ".
Με αυτό το περιεχόμενο όμως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω πλήρους αοριστίας του αναιρετικού λόγου που δι' αυτής προβάλλεται. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας και σε σχέση με ποια πραγματικά περιστατικά.
Επομένως κατά τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Ι) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 110/08 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 667,668,669,674/08 αποφάσεως του Μεικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών Και
ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 6/10/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 19/2001 και 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αρ. 110/24-12-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντού του Γ.Κ.Κ.Α' τύπου ..., πλήττεται η υπ' αριθ. 667, 668, 669, 674/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και φυλάκιση εννέα μηνών για ανθρωποκτονία από πρόθεση από κοινού, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, "για το νόμιμο και βάσιμο λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ και σύμφωνα με το συνημμένο υπόμνημα". Στο δε υπόμνημά του, που αποτελεί ένα σώμα με την άνω αίτηση, αναφέρεται μόνο στα πραγματικά περιστατικά της ανθρωποκτονίας, χωρίς να εξειδικεύει την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω μοναδικός λόγος, δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια και σε ποία συγκεκριμένα κεφάλαια αυτής αφορά σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της. Είναι, επομένως, εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης αφού δεν περιέχει ούτε έναν ορισμένο και παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 110/24-12-2008 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 667, 668, 669, 674/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως. Απορρίπτει αίτηση λόγω αοριστίας των λόγων της.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 72/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.8.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1226/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 351/23.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476§1 και 513§1 Κ.Π.Δ, την με αριθμό 16/7-8-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για σωματική βλάβη από αμέλεια, μετά από έφεση που είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 3559/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, εκθέτω τα εξής:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2, 476§2και 509§1 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στη έκθεση ή την επιδιδόμενη κατά το άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίο προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509§2 Κ.Π.Δ, την ύπαρξη παραδεκτής αναιρέσεως. Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στην στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ δ και 510 §1 στοιχ Δ του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με τα συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως ή του βουλεύματος, που πλήττονται με την αναίρεση (ολομΑ.Π. 10/2001 Ποιν.Χρον. ΝΒ/402, ολομΑ.Π. 2/2002 Ποιν.Χρον. ΝΒ/691). Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476§1 του Κ.Π.Δ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 450/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 3559/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, καταδικάστηκε ο Χ, κάτοικος ..., για σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρα 314 §1α, 3151β Π.Κ). Κατά της αποφάσεως αυτής ο ως άνω ο καταδικασθείς, άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως αναίρεση με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Μάρκελλου, δυνάμει της από 6-8-2009 έγγραφης εξουσιοδότησης συντεταγμένης κατά τους τύπους των άρθρων 42§2 εδάφια β και γ και 96§2 του Κ.Π,Δ, την οποία και προσκόμισε κατά την άσκησή της, συνετάγη δε περί της ασκήσεώς της η σχετική έκθεση . Στην έκθεσή αυτή ο αναιρεσείων δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της ανωτέρω με αριθμό 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου που εκδόθηκε ύστερα από έφεσή του κατά της με αριθμό 3559/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου "για τους παρακάτω λόγους, και συγκεκριμένα για μη επαρκή αιτιολογία και για ελλιπή, ανεπαρκή, εσφαλμένη και παρά τον νόμο εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων και ισχυρισμών της υπό κρίση υποθέσεως". Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, καθόσον καθ' ο μέρος της περιέχει την αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με δεδομένο ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογία, στην αίτηση αναίρεσης δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η ιδία αίτηση είναι απαράδεκτη και κατά το μέρος της που περιέχει την αιτίαση της εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών στοιχείων της υποθέσεως και των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, καθόσον και η εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτή είναι εσφαλμένη, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αλλά ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π 1936/2002 Ποιν Χρον. ΝΓ 715).
Kατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει το Δικαστήριό Σας (σε Συμβούλιο), το μεν να απορρίψει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1,2, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α) Να απορριφθεί η με αριθμό 16/7-8-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 509 παρ. 1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει στην έκθεση που συντάσσεται για την άσκησή της ή στην επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση αναιρέσεως να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509§2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αναιρέσεως. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος, και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ. δ και 510 §1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με τα συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως ή του βουλεύματος, που πλήττονται με την αναίρεση (Ολ.ΑΠ 10/2001, Ολ.ΑΠ 2/2002). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476§1 του ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 450/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από έφεση κατά της υπ' αριθμ. 3559/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, καταδικάστηκε ο Χ, κάτοικος ..., για σωματική βλάβη από αμέλεια. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ως άνω ο καταδικασθείς άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως αναίρεση με δήλωση, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Μάρκελλου, δυνάμει της από 6-8-2009 έγγραφης εξουσιοδότησης συντεταγμένης κατά τους τύπους των άρθρων 42§2 εδάφια β και γ και 96§2 του ΚΠΔ, την οποία και προσκόμισε κατά την άσκησή της, συνετάγη δε περί της ασκήσεώς της η σχετική έκθεση. Στην έκθεση αυτή ο αναιρεσείων δηλώνει ότι ασκεί αναίρεση κατά της ανωτέρω με αριθμό 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε ύστερα από έφεσή του κατά της με αριθμό 3559/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, "για τους παρακάτω λόγους, και συγκεκριμένα για μη επαρκή αιτιολογία και για ελλιπή, ανεπαρκή, εσφαλμένη και παρά τον νόμο εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων και ισχυρισμών της υπό κρίση υποθέσεως". Έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτη, γιατί, κατά το μέρος που περιέχει την αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και με δεδομένο ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή έχει η αιτιολογία δεν εκτίθεται στην αίτηση σε τι συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η ίδια αίτηση είναι απαράδεκτη και κατά το μέρος της που περιέχει την αιτίαση της εσφαλμένης εκτίμησης των πραγματικών στοιχείων της υποθέσεως και των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, καθόσον και η εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτή είναι εσφαλμένη, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αλλά ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1936/2002). Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.8.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 450/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Για να είναι ορισμένη κατά το πρώτο σκέλος της πρέπει να αναφέρει σε τι συνίσταται η ελλιπής αιτιολογία. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, γιατί δεν αναφέρει τις ελλείψεις της αιτιολογίας και γιατί η εκτίμηση πραγματικών περιστατικών δεν ελέγχεται αναιρετικά.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 71/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 29577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1136/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, με αριθμό 352/23-10-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, την από 13.7.2009 δήλωση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμό 29577/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του κατά της με αριθμό 54343/99 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τα άρθρα 473 παρ. 2 εδ α' και 474 παρ. 1 εδ α' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης κατά μη δικαστικής απόφασης ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος της απόφασης δικαστηρίου ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά αντίθετα διαπιστώνει απλώς το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ( ΑΠ 130/2001, ΑΠ 400/1999). Στην προκειμένη περίπτωση στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την υπ'αριθμ. 29577/2009 απόφαση του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της, την υπ'αριθμ. 14038/08 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ..., κατά της υπ'αριθμ. 54343/1999 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναίρεσης, που συντελέσθηκε με δήλωση, επιδοθείσα υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή την 13.7.2009 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως ασκήθηκε (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ) και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 13-7-2009 δήλωση αναίρεσης του ..., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 29577/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ποσού 220 Ευρώ.
Αθήνα, 15.10.2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ψάνης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 504 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, όταν ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή κήρυξε απαράδεκτη αυτήν (άρθρ. 370 Κ.Ποιν.Δ). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 473, 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής της περιφέρειας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου μόνο για καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ και με δήλώση, που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Καταδικαστική είναι η απόφαση εκείνη, που κηρύσσει κάποιον ένοχο αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν ποινή είτε στερητική της ελευθερίας είτε χρηματική, και η απόφαση με την οποία το δικαστήριο επιβάλλει μόνο ποινή μετ' αναίρεση. Δεν είναι καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους ως εκπρόθεσμη. Επομένως στην περίπτωση αυτή, η αναίρεση πρέπει υποχρεωτικά να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον των περιοριστικώς αναφερομένων στην παραγ. 1 του άρθρου 474 Κ.Ποιν.Δ προσώπων και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση του κατηγορουμένου επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δ αν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο (σε συμβούλιο) απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 29577/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της η από 7/10/2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 54343/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση σε φυλάκιση είκοσι μηνών και σε χρηματική ποινή 500.000 δραχμών. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν είναι καταδικαστική αφού δεν αποφάνθηκε περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή περί της επιβολής κυρίας ποινής σ' αυτόν. Επομένως, κατά της αποφάσεως αυτής δεν είναι παραδεκτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως με δήλωση του κατηγορουμένου επιδιδόμένη κατ' άρθρο 473 παρ. 2 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως συνέβη με την ένδικη από 10-7-2009 δήλωση ασκήσεως αναιρέσεως που απευθύνεται στον άνω εισαγγελέα και επιδόθηκε στις 13/7/2009, από τον δικαστικό επιμελητή ... σ' αυτόν. Κατόπιν αυτών και την εμπροθέσμου ειδοποίησης από τον Εισαγγελέα μέσων του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να προσέλθει να εκθέσει τις απόψεις του στο συμβούλιο πρέπει να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10 Ιουλίου 2009, αίτηση του ..., για αναίρεση της 29577/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά αποφάσεως καταδικαστικής του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου για παράβαση του νόμου περί επιταγών. Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, διότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την παραδεκτή άσκησής της. Ειδικότερα, η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε με δήλωση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που επιδόθηκε κατ' άρθρο 473 § 2 ΚΠΔ στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρά το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν καταδικαστική, οπότε και μόνο επιτρέπεται η κατά τον άνω τρόπο άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 70/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8358/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 339/19-10-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι)To B' Τριμελές Εφετείο Αθηνών - με την υπ' αριθμ. 8358/28-11-2008 απόφασή του απέρριψε ως ανυποστήρικτη την υπ' αριθμ. 2606/2008 έφεση του ... που είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθμ. 22214/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικαστεί για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία σε ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών - ανασταλείσα επί τριετία. Κατά της άνω [8358/2008] αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών άσκησε ο ίδιος ο κατηγορούμενος - εκκαλών στις 13-3-2009, προς πάσης επιδόσεως αυτής, ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 98/2009 αναίρεση, προβάλλων τους αναφερόμενους σ' αυτήν (οικεία έκθεση αναίρεσης) λόγους [μη νόμιμη κλήτευσή του]. Ο αυτός όμως κατηγορούμενος άσκησε την αυτήν ημέρα [13-3-2009] ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 97/2009 αίτηση ακυρώσεως της ρηθείσης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών σε τελευταίο και δη το Ε' Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2692/30-3-2009 απόφασή του έκανε αυτή δεκτή και ακύρωσε την προσβαλλομένη με την υπό κρίση αναίρεση υπ' αριθμ. 8358/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία [2692/2009 απόφαση] και κατέστη αμετάκλητη. Καθίσταται συνεπώς σαφές ότι η προσβαλλομένη με την υπό κρίση αναίρεση απόφαση δεν υπάρχει πλέον.
ΙΙ)Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 463 Κ. Ποιν. Δικ. για την άσκηση του ένδικου μέσου πρέπει να υπάρχει και έννομο συμφέρον του ασκούντος τούτο και δη όχι μόνο κατά το χρόνο ασκήσεώς του αλλά και κατά το χρόνο της συζητήσεώς του. Έτσι εάν η προσβαλλομένη με την αναίρεση απόφαση έπαυσε να υπάρχει διότι ακυρώθηκε δεν υπάρχει έννομο συμφέρον [βλ. ΑΠ 874/2002, βλ. ΑΠ 422, 427/2006 κ.α. στον Κ.Π.Δ. Α. Κονταξή (2006) σελ. 2628]. Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 98/2009 αναίρεση του ... κατά της υπ' αριθμ. 8358/2008 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και να καταδικαστεί αυτός στα έξοδα.
Αθήνα 29-7-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, σε κάθε όμως περίπτωση είναι απαραίτητο ο δικαιούμενος να έχει συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με κείνες των άρθρων 476 § 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα και 20 του Συντάγματος, συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον για την άσκηση του ένδικου μέσου, ήτοι και αυτό της αναίρεσης, πρέπει να εξακολουθεί να υπάρχει και κατά το χρόνο της συζήτησής της. Αν, συνεπώς εκλείψει, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της απόφασης, τότε η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται, για την έρευνα του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 22214/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία στην ποινή της φυλάκισης των εννέα (9) μηνών ανασταλείσα επί τριετία. Η κατά της απόφασης αυτής ασκηθείσα από τον καταδικασθέντα άνω αναιρεσείοντα έφεση απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, με την υπ' αριθ. 8358/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας άνω απόφασης ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Μετά την άσκηση της αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2692/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, ακυρώθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 8358/2008 απόφαση. Κατόπιν τούτου, δεν δικαιολογείται πλέον έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς έρευνα κατ' ουσίαν της ένδικης αίτησης αναίρεσης και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. Αριθ. 98/13-3-2009 αίτηση του ..., περί αναίρεσης της υπ' αριθ. 8358/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
|
Έννομο συμφέρον
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Έννομο συμφέρον.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 67/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Μαρία Νταϊλάκη, περί ανακλήσεως της 706/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών - κατηγορούμενος ζητεί την ανάκληση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του ανακλήσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1263/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αιτούντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση ανάκλησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 485 παρ.1 και 516-519 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος δικάζει τις αιτήσεις αναιρέσεως κατά αποφάσεων και βουλευμάτων, ελέγχοντας τη νομική ορθότητα αυτών και προβαίνοντας, σε περίπτωση που διαπιστώνει νομικό σφάλμα, στην αναίρεσή τους, ακολούθως δε είτε στην αναπομπή της υποθέσεως για νέα συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της ουσίας, είτε στην προσήκουσα εφαρμογή του ποινικού νόμου που παραβιάστηκε από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 370 και 514 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση και να ανακαλέσουν αυτήν, όπως είναι και αυτή με την οποία απορρίπτεται ένδικο μέσο, ενώ κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίπτεται ή γίνεται δεκτή αίτηση αναιρέσεως, δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο, ούτε δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 17-3-2009 αίτηση επιδιώκεται η ανάκληση της 706/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και αναιρέθηκε η 189/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, περί συγχωνεύσεως ποινών, που είχαν επιβληθεί στον καταδικασθέντα νυν αιτούντα την ανάκληση, για εσφαλμένη εφαρμογή νόμου (άρθρων 105, 108, 109, 94 παρ.1, 97 ΠΚ και 551 παρ.1 ΚΠοινΔ), περί καθορισμού συνολικής ποινής, καθόσον έκρινε, ότι, η συμπέσασα κατά το χρόνο δοκιμασίας του δυνάμει του 226/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής υφόρον απολυθέντος καταδίκου, νεότερη επιβληθείσα ποινή ανώτερη των έξι μηνών, για πράξη από δόλο, δεν επιτρέπει την κατάγνωση μίας συνολικής ποινής, αλλά ολόκληρο το υπόλοιπο της ποινής που έχει ανασταλεί υφόρον, θα εκτιθεί αθροιστικά, παρόλο που συναντώνται οι δύο αυτές ποινές κατά την εκτέλεση και άρα εσφαλμένα έγινε από το Εφετείο συγχώνευση αυτής. Ως λόγος ανακλήσεως, προβάλλεται ότι από παραδρομή του Αρείου Πάγου, δεν εξετάστηκε το γεγονός της ανακλήσεως του άνω βουλεύματος με το νεότερο 222/2007 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, οπότε σύννομα μπορούσε κατά νόμο να χωρήσει και εγένετο η άνω συγχώνευση των ποινών και η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, ήταν απορριπτέα.
Η αίτηση αυτή ανακλήσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, μετά την παραδοχή ως βάσιμης της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και την αναίρεση της συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, το Δικαστήριο τούτο έχει απεκδυθεί της εξουσίας του και δεν έχει πλέον δικαιοδοσία για την εκ νέου έρευνα της υποθέσεως.
Μετά ταύτα, πρέπει ο αιτών να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2009 αίτηση του ..., για ανάκληση της 706/2008 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση ανακλήσεως αποφάσεως του Αρείου Πάγου, επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 370 και 514 του ΚΠΔ, τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να επανεξετάσουν την οριστική τους απόφαση και να ανακαλέσουν αυτήν, συνάγεται ότι είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού μετά την παραδοχή στη συγκεκριμένη περίπτωση ως βάσιμης της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και την αναίρεση της συγχωνευτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, το Δικαστήριο τούτο έχει απεκδυθεί της εξουσίας του και δεν έχει πλέον δικαιοδοσία για την εκ νέου έρευνα της υποθέσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Επανεξέταση λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 67/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μητρούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1304/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 609/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 18-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρομοίων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη. Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξιώσεως-μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη. Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επιπλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη, η οποία απασχολείται στην αναιρεσείουσα ως διοικητική υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αξίωσε να της καταβληθεί το επίδομα για τα δύο ανήλικα τέκνα της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-94 μέχρι 30-4-99, το οποίο η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε ως εκ του ότι τούτο καταβαλλόταν στον εργαζόμενο σύζυγό της. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για λήψη του ενδίκου επιδόματος από την αναιρεσίβλητη, την οποία ένσταση επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι: 1) ότι η αναιρεσίβλητη επί σειρά ετών δεν διαμαρτυρήθηκε για τη μη λήψη και από την ίδια του εν λόγω επιδόματος και δεν έδειξε καμιά ανταπόκριση και δεν προέβη σε καμιά παράσταση, όταν η αναιρεσείουσα εταιρεία, κατά τη μηνιαία εκκαθάριση των αποδοχών σταθερά καλεί όλο το προσωπικό με δήλωση που υπάρχει στα αντίστοιχα σημειώματα, όπως, σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την εκκαθάριση, καταθέσει εγγράφως τις τυχόν διαφωνίες, διαφορετικά θεωρεί ότι συμφωνεί, 2) ότι η αδράνεια της αναιρεσίβλητης προκάλεσε στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν διατηρεί καμιά αξίωση για επίδομα τέκνων και 3) ότι με την παραδοχή της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων όμοιων που ασκήθηκαν ή πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, θα προκληθεί σ' αυτή δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση και σοβαρό κλονισμό του προϋπολογισμού της, ενόψει του ότι διέρχεται περίοδο εξυγίανσης, μετά τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998, με προφανείς τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσης της εταιρείας. Ειδικότερα ισχυριζόταν ότι μέχρι 31-12-1998 υφίστατο συσσωρευμένο έλλειμα 65.154.675.048 δρχ., η μηνιαία επιβάρυνση εκ της τυχόν αμετάκλητης επιδίκασης της επίδικης παροχής, με βάση τις εκκρεμείς αγωγές και αυτές που πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, που έχει τις αντίστοιχες προϋποθέσεις, ανέρχεται σε 11.500.000δρχ., η ετήσια σε 161.000.000 δρχ. και η συνολική, με επίδικη περίοδο επτά (7) ετών από το έτος 1994, σε 1.127.000.000 δρχ. Εκ της τυχόν δε αμετάκλητης θετικής διάγνωσης περί των ομοειδών απαιτήσεων που έχει όλο το γυναικείο προσωπικό της αναιρεσείουσας , θα ανατραπούν όλοι οι προγενέστεροι προϋπολογισμοί και ισολογισμοί, με βάση τους οποίους εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το πρόγραμμα εξυγίανσης της αναιρεσείουσας εταιρίας που καταχωρήθηκε στο κυρωτικό νόμο 2271/1994 και θα ακυρωθεί η με το άρθρο 1 ν.2271/1994 επελθούσα διαγραφή των χρεών της και ανάληψη από τον Μέτοχο (Ελληνικό Δημόσιο), τα οποία και θα βαρύνουν πλέον την εταιρεία με συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1304/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της εναγομένης περί καταχρηστικότητας της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας απέρριψε την αγωγή. Κατ' αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία (έφεση) έγινε δεκτή με 2061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , το οποίο έκρινε ότι η ένσταση περί καταχρηστικότητας της ενδίκου αξιώσεως της ενάγουσας ήταν αόριστη και αφού εξαφάνισε την 1304/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 10.9.2003 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η 263/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 2061/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ότι η ασκηθείσα ένσταση περί καταχρηστικότητας της ενδίκου αξιώσεως της ενάγουσας δεν ήταν αόριστη και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, για την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η έλλειψη διαμαρτυρίας των αναιρεσιβλήτων για τη μη λήψη του επιδόματος δεν μπορεί να θεωρηθεί και ως οριστική αποδοχή τους για την μη καταβολή τους, ούτε μπορεί να στηρίξει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμά τους. Και, ότι, ούτε η οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας, και αληθής υποτιθεμένη, καθώς και η επιδείνωση αυτής από την ευδοκίμηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης και των άλλων συναδέλφων της, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται αυτοτελώς το επίδομα τέκνων, έστω και αν ο σύζυγός της έλαβε κατά το επίδικο διάστημα και εξακολουθεί να λαμβάνει αυτό, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που είχε προτείνει, κατά τα ανωτέρω, η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "Η ένσταση αυτή σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι νόμιμη και ορισμένη και πρέπει να εξετασθεί από ουσιαστικής απόψεως. Από τα προεκτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν διατύπωσε αντιρρήσεις για το ύψος των αποδοχών που εισέπραττε μηνιαία, όμως η μη διατύπωση αντιρρήσεων στις εξοφλητικές αποδείξεις της μισθοδοσίας της (ενάγουσας) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή εκ μέρους της ενάγουσας της μη καταβολής του ειδικού επιδόματος, όταν ήταν γνωστή και δεδομένη η θέση της εναγομένης περί μη καταβολής του ενδίκου επιδόματος. Ούτε άλλωστε υπήρξε αδράνεια από πλευράς της ενάγουσας στην επιδίωξη καταβολής του ενδίκου επιδόματος αφού υπέβαλλε προς την ενάγουσα την από 13.12.1996 αίτηση για χορήγηση του επιδόματος τέκνων, αίτηση που δεν έγινε αποδεκτή από την εναγομένη (βλ. σχετικά έγγραφα). Έτσι δεν δικαιολογείται η δημιουργία ευλόγου πεποιθήσεως στην εναγομένη περί μη ασκήσεως εκ μέρους της ενάγουσας της ενδίκου αξιώσεως. Όσον αφορά τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα της προκαλέσει η ευδοκίμηση της ενδίκου αγωγής και πολλών άλλων αγωγών εργαζομένων σ' αυτή με όμοιες αξιώσεις, που αναμένεται με βεβαιότητα ότι θ' ασκηθούν, τις συνέπειες επί του πάγιου ελλειμματικού προϋπολογισμού της, δεν μπορεί να τις φέρουν οι εργαζόμενοι όπως εδώ η ενάγουσα. Η επιβάρυνση, που ισχυρίζεται η εναγομένη ότι θα υποστεί από την άσκηση και ευδοκίμηση των αγωγών των εργαζομένων και για το χρονικό διάστημα από το έτος 1994 και εντεύθεν, η οποία θα διαταράξει και θα ανατρέψει κάθε πρόγραμμα εξυγιάνσεως της, και αν ακόμη έχει κάποιες επιπτώσεις στην όλη οικονομική υπόσταση της εναγομένης, οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορούν ν' αποδοθούν και να συσχετισθούν με προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας και την δυσχερή οικονομική κατάσταση της εναγομένης..." . Ακολούθως με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και επιδίκασε σ' αυτήν για επίδομα τέκνων το ποσό των 1.505.449δρχ. που αντιστοιχεί σε 4.418,05 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη ελάμβανε τη μηνιαία μισθοδοσία της, δεν διατύπωσε ποτέ αντίρρηση, επιφύλαξη ή διαμαρτυρία για το γεγονός ότι δεν είχε λάβει και το ένδικο επίδομα τέκνων, δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την κρίση ότι η παραπάνω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν έχει έννομη επιρροή ούτε θα μπορούσε να στηρίζει εύλογη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το επίδικο δικαίωμα και ειδικότερα δεν διευκρινίζεται γιατί η επαναλαμβανόμενη κάθε μήνα παράλειψη της αναιρεσίβλητης να διατυπώσει έγγραφες αντιρρήσεις για τις αποδοχές της, παρά τις σχετικές προσκλήσεις της αναιρεσείουσας , δεν αρκούσαν για να σχηματίσει αυτή την πιο πάνω εύλογη πεποίθηση. Περαιτέρω, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι οι προβληθείσες από την αναιρεσείουσα επαχθείς οικονομικές συνέπειες δεν μπορούν να συσχετισθούν με προηγούμενη συμπεριφορά της αντιδίκου και τη δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής , δεν γίνεται καθόλου λόγος ως προς τη βασιμότητα ή όχι των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ότι η τυχόν παραδοχή της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων όμοιων που ασκήθηκαν ή πρόκειται να ασκηθούν στο μέλλον από το προσωπικό της, θα προκαλέσει σ' αυτή δυσβάστακτη οικονομική επιβάρυνση και σοβαρό κλονισμό του προϋπολογισμού της, επί του οποίου τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσισαν την διαγραφή των χρεών της σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1, Ν.2271/1994, ενόψει του ότι διέρχεται περίοδο εξυγίανσης, μετά τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998, με προφανείς τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσης της εταιρείας. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 609/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστική έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταχρηστική διεκδίκηση οικογενειακού επιδόματος. Πότε το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά. -Όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8. Με την κρίση του το Εφετείο ότι η διεκδίκηση οικογενειακού επιδόματος δεν ήταν καταχρηστική παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. και, επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 5559 αρ. 19 και 8 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Αναιρεί
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 66/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., κατοίκου Αλβανίας και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δήμο, περί αναιρέσεως της 28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 956/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 28/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάστηκε για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών σε ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών και χρηματική ποινή εβδομήντα χιλιάδων (70.000) ευρώ, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 84§2 περ. α και δ ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα: Α) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α, επικαλέσθηκε ότι από το δελτίο ποινικού του μητρώου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχει τελέσει αυτός κανένα έγκλημα και ότι δεν είχε καμιά εμπλοκή με τις διωκτικές αρχές και την ποινική δικαιοσύνη, καθώς και ότι είναι Αλβανός και ζει στο χωριό ...της περιφέρειας ...και έχει οργανωμένη οικογενειακή και επαγγελματική ζωή, αφού συνεχώς εργάζεται ως οδηγός ΤΑΞΙ, προκειμένου να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα, η όλη δε διαγωγή του μέχρι σήμερα είναι άριστη και ουδέποτε έχει δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του, πολύ περισσότερο για συμμετοχή του σε παράνομες δραστηριότητες, ενώ για πρώτη φορά στην ζωή του συμμετείχε όχι μόνο σε έγκλημα σχετικό με την παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Πλην, δεν θεμελιωνόταν στα παραπάνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το Πενταμελές Εφετείο, παρά την επίκληση μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και την, ως εκ τούτου, μη υποχρέωσή του να απαντήσει, τον απέρριψε, ως εκ περισσού, με ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα γιατί "ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των παραπάνω πράξεων δεν έζησε έντιμη ατομική κ.λπ. ζωή, αφού η ενασχόλησή του με τα ναρκωτικά και μάλιστα με την εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια και μεταφορά μιας τόσο μεγάλης ποσότητας ηρωίνης και ινδικής κάνναβης, αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, προϋποθέτει γνώση των ανθρώπων που συμμετέχουν στο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και συνάφεια μ' αυτούς που αναιρεί το στοιχείο του προτέρου εντίμου βίου". Β) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. δ, επικαλέσθηκε ότι από την πρώτη στιγμή συνεργάστηκε απόλυτα με τα αρμόδια διωκτικά όργανα, παραδέχτηκε δε την παραβατική του συμπεριφορά, η οποία σχετίζεται με την γνώση του για μεταφορά, διά του αυτοκινήτου του, ναρκωτικών ουσιών, όχι, όμως, της ηρωίνης, αλλά μόνο της ινδικής κάνναβης, έναντι του ποσού των 2.000 ευρώ, ενώ, μη θέλοντας να "ταλαιπωρήσει" και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέφερε την αλήθεια αυτή, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη αυτής της παραβατικής του συμπεριφοράς, και ότι έχει μετανιώσει πικρά για την πράξη του αυτή και ζητά καθημερινά συγνώμη τόσο από την οικογένειά του όσο και από την ελληνική δικαιοσύνη. Πλην, για να αναγνωρισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά του τρόπου εκδηλώσεως αυτής και με περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως. Δεν θεμελιώνεται στα περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων ο περί συνδρομής ελαφρυντικού από την άνω διάταξη σχετικός ισχυρισμός. Δεν αρκούσε η μετά τη σύλληψή του διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών αρχών με την ομολογία του ούτε η επανάληψη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σχετικής δηλώσεως ότι αναγνωρίζει το λάθος του και ότι ζητεί συγγνώμη. Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει με την παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στον άνω ισχυρισμό προκειμένου να τον απορρίψει, εκ περισσού δε διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογία ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, μη αρκούσης της ομολογίας του και της έκφρασης συγνώμης στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου". Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση σ` αυτόν των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4741/2009) αίτηση του..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφόσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδ. α΄ της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ, δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς ούτε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της βιοποριστικής εργασίας, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη. Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδ. δ΄ της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά του τόπου, χρόνου και τρόπου εκδηλώσεως αυτής και με περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως. Δεν αρκεί η μετά τη σύλληψη του κατηγορουμένου διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών αρχών με την ομολογία του ούτε η επανάληψη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σχετικής δηλώσεως ότι αναγνωρίζει το λάθος του και ζητεί συγγνώμη. Απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 63/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ...., και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1621-1622/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1...., 2. ... και 3. ....
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 774/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων... με την από 4/12/2008 δήλωσή του που έγινε ενώπιον του προϊσταμένου Διεύθυνσης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης ...από τον ίδιο και για την οποία συντάχθηκε η υπό την ημερομηνία 4/12/2009 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 8/5/2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης για αναίρεση της 1621-1622 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 8/5/2007 αίτηση του ...για αναίρεση της 1621-1622/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσεται απαράδεκτη η αίτηση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου, λόγω παραιτήσεώς του από την αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του καταστήματος κράτησής του.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 64/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης - Έβρου", Νομαρχιακό Διαμέρισμα Ροδόπης, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Νομάρχη Ροδόπης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψαρρό.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 677/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-3-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αν δε την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη, για τη δικάσιμο της 1-4-2008, που νόμιμα είχε ορισθεί ως αρχική δικάσιμος της αναίρεσης. Κατά αυτήν, η τελευταία δεν παραστάθηκε και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 13-1-2009. Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ροδόπης ..., επικυρωμένο αντίγραφο των υπ' αριθμ. 52/2008 πρακτικών αναβολής, με κλήση προς εμφάνιση κατά τη νέα συζήτηση, επιδόθηκε και πάλι με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη. Κατά τη δικάσιμο αυτή η τελευταία παραστάθηκε, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 4/2009 πρακτικά και μετά από αίτημα της η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Όμως, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά τη σημειωθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο της υπό κρίση αναίρεσης. Επομένως και ενόψει του ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' ΚΠολΔ. που κατ' αυτή του άρθρου 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση δεν απαιτείτο κλήση για εμφάνιση της αναιρεσίβλητης κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο, παραδεκτά, διεξήχθη κατά την ίδια δικάσιμο η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 Α. Ν 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (αρθρ. 1,2,3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται και απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχολήσεως, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής προσλήψεως προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων: η διάρκεια της απασχολήσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από τους ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 και επ. Α.Κ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της οικείας περιφέρειας ή του εξουσιοδοτημένου απ' αυτόν οργάνου, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του. Με τη σύμβαση μισθώσεως έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Περαιτέρω, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994 η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002. Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α)αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μεγίστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ)τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνο α)θεωρούνται διαδοχικές και β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα. Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π. Δ/τος ορίζονται τα εξής "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια η παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ... . Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία. Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α του εν λόγω Π. Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση". Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚτου Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ αυτού (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007).Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 25-11-2004 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι στις 13-2-1998 προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης-'Εβρου με τέσσερις διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Ότι η ίδια την 1-9-2003 συνήψε με το αναιρεσείον, κατόπιν της αναφερομένης αποφάσεως του Νομάρχη Ροδόπης, σύμβαση μισθώσεως έργου με αντικείμενο την επεξεργασία και μελέτη των αιτήσεων και των σχετικών εγγράφων και την έκδοση αδειών εργασίας αλλοδαπών στο Γραφείο Εργασίας του Τμήματος Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης της Διεύθυνσης Πολιτικών Δικαιωμάτων και διάρκεια ισχύος της από 1-9-2003 έως 31-8-2004, αντί συμφωνηθείσης κατ' αποκοπή αμοιβής, ανερχόμενης στο ποσό των 10.564,92 ευρώ. Ότι από την πρόσληψη της και μέχρι τις 31-5-2003, οπότε έληξε η τελευταία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και κατά τη διάρκεια ισχύος της κατ' επίφαση συμβάσεως μισθώσεως έργου, ως εργαζόμενη με την ειδικότητα της χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή με κανονικό ωράριο εργασίας στο Τμήμα Εκδόσεως Διαβατηρίων υπό τις εντολές και τις οδηγίες του προϊσταμένου της, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος. Ότι η κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και της κατ' επίφαση συμβάσεως έργου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας της, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών του αναιρεσειόντος, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση, που τη συνέδεε με το αναιρεσείον, ήταν αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου με απειλή χρηματικής ποινής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε την κρινόμενη αγωγή, ως νόμω βάσιμη, διότι από την απαγόρευση, που τίθεται με το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης έννομης σχέσεως, η οποία δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως αυτής κατά τη δικαστική ή τη διοικητική υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ διαδικασία, ενώ στη συνέχεια δέχθηκε αυτή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι οι εν λόγω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν υποχρεωτικώς από το νόμο ορισμένου χρόνου και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, έστω και αν η αναιρεσίβλητη κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, αφού καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Επίσης, η ως άνω σύμβαση μισθώσεως έργου, εφόσον κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ήταν αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 γ' του Ν. 2527/1997. Ακόμη, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε της 28-6-1999 δεν θεσπίζει διατάξεις άμεσης εφαρμογής και δεν ήταν αμέσως εφαρμόσιμη από τη λήξη του χρόνου προσαρμογής στις 10-7-2001, το δε Π.Δ 164/2004, με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική έννομη τάξη προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας ως προς τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ισχύει από 19-7-2004, ενώ οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ήταν ενεργές κατά το χρόνο αυτό (19-7-2004) και καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Επίσης, ναι μεν με τη θέσπιση των ως άνω συμβάσεων, κατά νομοθετική στην αγωγή και συνταγματική στη συνέχεια επιταγή, ως ορισμένου χρόνου, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας (αρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος) , πλην όμως, ενόψει του ότι ο εργοδότης δεν έχει πλέον ευχέρεια με βάση τις εν λόγω διατάξεις για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου, με την εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως από τα δικαστήρια ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, παραβιάζεται η συνταγματική αυτή αρχή. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο δε δεύτερος και από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τέλος η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσειόντος, μειωμένη (άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς άρθρα 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης Υπ. Οικον. Και Δικ/νης και 38 παρ. 2 του ν. 2218/1994),σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα τρ9 τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 677/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του Ν.2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύτπουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ αυτού. Το Εφετείο δέχθηκε ότι, από την απαγόρευση, που τίθεται με το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης έννομης σχέσεως, η οποία δεν είναι "μετατροπή", αλλά ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σχέσεως αυτής κατά τη δικαστική ή τη διοικητική υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ διαδικασία. Με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Επομένως, οι συναφείς λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
| null | null | 1
|
Αριθμός 71/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλισικής Εταιρίας με την επωνυμία "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", πρώην υπό την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην ... και όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως ex lege καθολικής διαδόχου του εγκατεστημένου στην Ελλάδα Υποκαταστήματος της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας Ζωής ... και η οποία προήλθε από μετατροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2166/1993, του εν λόγω Υποκαταστήματος της πιο πάνω Αλλοδαπής Ανώνυμης εταιρείας, σε Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2380/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2352/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-3-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 2-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν. ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη ( Ολ. ΑΠ 28/2005 ). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο ΙΚΑ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως. Αντικείμενο δε της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε, όμως, περίπτωση τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεώς του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του. Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατά ανέλεγκτη κρίση τα εξής:" .... Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, ο εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του στην εφεσίβλητη, από 1.7.1985 έως 30.6.1995, ως εισπράκτορας ασφαλίστρων. Ειδικότερα στον εκκαλούντα είχε ανατεθεί η είσπραξη ασφαλίστρων πελατών της εφεσίβλητης, στην περιοχή Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων. Μετά το πέρας των εισπράξεων, έπρεπε να προσέρχεται καθημερινά στα γραφεία της εφεσίβλητης και να παραδίδει στο ταμείο το εισπραχθέν ποσό με τα σχετικά δικαιολογητικά και στοιχεία. Η αμοιβή του ήταν ανάλογη με τον αριθμό των εισπράξεων, το ωράριο απασχόλησης ελεύθερο και η εφεσίβλητη του κατέβαλε τη δαπάνη κινήσεως και συντηρήσεως του μέσου που χρησιμοποιούσε στις μετακινήσεις του. Από τα προαναφερθέντα, συνάγεται ότι οι διάδικοι απέβλεπαν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, ήτοι την είσπραξη ασφαλίστρων, ο εκκαλών παρείχε τις υπηρεσίες του, χωρίς τον έλεγχο και την εποπτεία της εκκαλούσας και δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση από αυτήν. Κατ' ακολουθίαν, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που συνιστά και λόγο έφεσης ότι η έννομη σχέση που τον συνέδεε με την εφεσίβλητη, κατά το άνω διάστημα, ήταν, εν τοις πράγμασι, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος. Το έτος 1995, η εφεσίβλητη μετέτρεψε όλες τις συμβάσεις έργου των εισπρακτόρων της σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από τότε όλοι οι εισπράκτορες, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, εργάζονταν με την ιδιότητα του διοικητικού υπαλλήλου και ασφαλίζονταν στο Ι.Κ.Α., έναντι του ΤΕΒΕ που ήσαν ασφαλισμένοι μέχρι τότε. Ειδικότερα, ο εκκαλών κατήρτισε στις 1.7.1995 με την εφεσίβλητη, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας εντάχθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους της εταιρίας, με αντικείμενο εργασίας κυρίως την είσπραξη ασφαλίστρων. Οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του ορίσθηκαν στο ποσό των 214.500 δραχμών, ενώ συμφωνήθηκε καταβολή 14,5 μισθών, κατ' έτος και επί πλέον αμοιβή 420 δρχ. για κάθε πραγματοποιούμενη είσπραξη πλέον των τριακοσίων πρώτων εκάστου μηνός. Επίσης καθορίσθηκαν έξοδα κίνησης, μέχρι 25.000 δρχ. μηνιαίως, με την προσκόμιση νομίμων δικαιολογητικών. Συμφωνήθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και ωράριο το νόμιμο ...". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχτηκε, ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της σύμβασης έργου και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν αυτή της σύμβασης έργου με το παραπάνω αντικείμενο. Ειδικότερα η παραδοχή ότι στον αναιρεσείοντα είχε ανατεθεί η είσπραξη ασφαλίστρων πελατών της εφεσίβλητης στην περιοχή Αθηνών, Πειραιώς και Προαστίων και ότι αυτός " μετά το πέρας των εισπράξεων, έπρεπε να προσέρχεται καθημερινά στα γραφεία της εφεσίβλητης και να παραδίδει στο ταμείο το εισπραχθέν ποσό με τα σχετικά δικαιολογητικά ", προσδιορίζει το έργο που είχε ανατεθεί στον αναιρεσείοντα και τις συμβατικές αυτού υποχρεώσεις, ως προς την (τμηματική) παράδοση του έργου (δηλαδή των επιμέρους εισπράξεων των ασφαλίστρων ) και δεν ενέχει αντίφαση με το πόρισμα της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων παρείχε τις υπηρεσίες του, χωρίς τον έλεγχο και την εποπτεία της εκκαλούσας και δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση από αυτήν. Εξάλλου η είσπραξη ασφαλίστρων πελατών της αναιρεσίβλητης, δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο τόσο συμβάσεως εργασίας , όσο και συμβάσεως έργου και δεν ενέχει αντίφαση η παραδοχή ότι το αντικείμενο της εργασίας του αναιρεσείοντος δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά , ενώ στην απόφαση διαλαμβάνονται περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μεταβολή της αρχικής σύμβασης ( έργου) σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας , όπως η αναφορά ότι ενώ αρχικά το ωράριο απασχόλησης ήταν ελεύθερο μετά το 1995 ο αναιρεσείων εργαζόταν ως διοικητικός υπάλληλος , καθώς επίσης ότι συμφωνήθηκε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και νόμιμο ωράριο εργασίας. Επομένως, ο πρώτος ( με τα στοιχ. Α-Δ) λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με το πρώτο, επίσης, λόγο αναίρεσης, (υπό στοιχείο ΣΤ ) από τον αριθ.11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ομολογία της αναιρεσίβλητης, που νομότυπα επικαλέστηκε ο αναιρεσείων τόσο με το δικόγραφο της έφεσής του όσο και με τις εφετειακές προτάσεις του, κατά την οποία αυτή συνομολόγησε στις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι: "από την πρόσληψη του και μέχρι την απόλυση του στις 19-7-2004, ο αντίδικος εργαζόταν με την ιδιότητα του εισπράκτορα και εισέπραττε από τους ασφαλισμένους μας τα ασφάλιστρα των ασφαλιστικών συμβάσεων που αυτοί είχαν καταρτίσει με την εταιρεία μας" , ή, κατ' άλλη διατύπωση: "Τόσο πριν από το 1995 όσο και μετέπειτα όλοι οι εισπράκτορες που χρησιμοποιεί η εταιρεία μεταξύ και οποίων και ο αντίδικος εργάζονται με τον ίδιο τρόπο και καθεστώς....". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα πιο πάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά , ότι δηλαδή ο αναιρεσείων τόσο πριν, όσο και μετά από το 1995 είχε το αυτό αντικείμενο εργασίας , δηλαδή τη είσπραξη ασφαλίστρων, έστω και αν η είσπραξη αυτή γινόταν "με τον ίδιο τρόπο και καθεστώς", δεν αποτελούν ομολογία, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ήταν εξαρχής σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ώστε η μη λήψη αυτής υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας να ιδρύσει τον επικαλούμενο λόγο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το αντικείμενο αυτό της παροχής ( είσπραξη των ασφαλίστρων) δύναται να γίνει όχι μόνο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή και με σύμβαση έργου, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τα μέρη απέβλεψαν στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, ήτοι την είσπραξη ασφαλίστρων. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και ειδικότερα δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα- αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου με τις εφετειακές προτάσεις του, παρότι απ' αυτά αποδεικνυόταν, όπως αναφέρει, ότι συνδέεται με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά το χρονικό διάστημα από , 1-7-1985 μέχρι και την 30-6-1995: Α) φύλλο αυτοαξιολόγησης", στο οποίο περιγράφονταν αναλυτικά τα καθήκοντα του εισπράκτορα, και από το οποίο προέκυπτε όσα στη αίτησή του ο αναιρεσείων αναφέρει, ως προς την φύση της εργασίας του, ως εξαρτημένης εργασίας. Β) Τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης της 10ης Νοεμβρίου 2003, από τα οποία προέκυπτε, ότι κατά τη συνεδρίαση εκείνη συζητήθηκε το "πρόβλημα μη υπολογισμού προϋπηρεσίας εισπρακτόρων στην καταβολή των αμοιβών τους ανάλογα με την προϋπηρεσία τους" και η Γενική Διευθύντρια Ανθρωπίνου Δυναμικού της αναιρεσίβλητης ... είχε αναγνωρίσει, ότι οι διαμαρτυρίες των εισπρακτόρων υπαλλήλων της για την αυθαίρετη διακοπή από την αναιρεσίβλητη του συνυπολογισμού του προ του Ιουλίου 1995 χρονικού διαστήματος στο χρόνο υπηρεσίας τους ήταν βάσιμες και είχε δεσμευθεί να τους καταβάλει τις διαφορές, που προκύπτουν από το μη συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους αυτής. Γ) Τις αποδείξεις μισθοδοσίας των ετών 1996 έως και Ιουνίου 2000, από τη σύγκριση των οποίων αποδεικνυόταν, ότι από 1-7- 1995 έως και τις αρχές του έτους 2000 η αναιρεσίβλητη κατέβαλλε στον αναιρεσείοντα τις νόμιμες αποδοχές, συνυπολογίζοντας σε αυτές, το συνολικό χρόνο δέκα (10) ετών, που είχε προηγηθεί κατά την παροχή της εργασίας του σ' αυτήν με σύμβαση, που χαρακτήριζε ως μίσθωσης έργου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ, α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή η οποία είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία δεν χωρεί εκ των υστέρων ίαση της άκυρης δικαιοπραξίας, που θεωρείται εξυπακουόμενη από το άρθρο 183 ΑΚ, ενισχύεται και από την επιβαλλόμενη, με το εδ. β' της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 του ν. 3198/1955 κύρωση της (επιγενόμενης) ακυρότητας της καταγγελίας σε περίπτωση καθυστερήσεως μιας από τις οφειλόμενες τριμηνιαίες δόσεις αποζημιώσεως, που υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική, και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα. Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της προσφοράς και της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, δέχεται τα ακόλουθα: " Στις 19.7.2004, η εφεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος και επειδή αυτός αρνήθηκε να παραλάβει την καταγγελία, του επιδόθηκε με Δικαστικό Επιμελητή την ίδια ημέρα (Βλ. έκθεση επίδοσης ...του Δικαστικού Επιμελητού Αθηνών ...), ενώ το ποσό αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 12.632,15 ευρώ, κατετέθη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το σχετικό γραμμάτιο κατετέθη στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Φωτεινή Φλώρα -Ψαρρή, αντίγραφο δε του γραμματίου επεδόθη στον εκκαλούντα στις 22.7.2004 (βλ. έκθεση επίδοσης ... του ιδίου Δικαστικού Επιμελητή). Ο χρόνος των τριών ημερών (όπως αναφέρεται και από τον αναιρεσείοντα και όχι μηνών, που από προφανή παραδρομή, αναγράφεται στην απόφαση), που μεσολάβησε μεταξύ της καταγγελίας και της επίδοσης αντιγράφου του γραμματίου παρακαταθήκης, στον εκκαλούντα, κρίνεται εύλογος...". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, θεωρώντας έγκυρη την δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών κατά το χρόνο της καταγγελίας μεταξύ των διαδίκων μερών (πραγματική και προσήκουσα προσφορά της αποζημίωσης κατά την ημέρα της απόλυσης, άρνηση του ενάγοντος να την εισπράξει, δημόσια κατάθεση του ποσού και στη συνέχεια επίδοσης αντιγράφου του γραμματίου παρακαταθήκης) , έτσι ώστε δεν διασπάται η ενότητα ενέργειας της καταγγελίας. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, επειδή η καταβολή της αποζημίωσης δεν έγινε την ίδια ημέρα με την εγχείριση του εγγράφου της καταγγελίας, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γενικά για την καταγγελία, αλλά και ειδικότερα αυτές, σύμφωνα με τις οποίες δικαιολογείται η κατά τρεις ημέρες καθυστέρηση δημόσιας κατάθεσης της αποζημίωσης, περιέχουν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Επομένως ο αυτός ( τέταρτος) από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη νόμιμης βάσεως διότι "περιλαμβάνει ελλιπείς έως και ανύπαρκτες αιτιολογίες ως προς την τεκμηρίωση του ευλόγου χρόνου", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας από λάθος ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικώς ή κυρίως την κρίση του αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό. Αντίθετα δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο συνεκτιμά απλώς τούτο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα του ως προς το ύψος των κατά το χρόνο της καταγγελίας αποδοχών του ήδη αναιρεσείοντος, βάσει των οποίων υπολόγισε το ποσό της αποζημίωσης , στο ποσό των 2090, 84 ευρώ, από την συνεκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι προσκομισθείσες από αυτόν αποδείξεις καταβολής, των οποίων γίνεται ειδική αναφορά στην απόφαση, σχετικά με τον υπολογισμό των ποσών που εισέπραξε ο αναιρεσείων τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2004. Δεν προκύπτει, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές πληρωμής ταυτίζονται με τα από 30/9/2004 δύο έγγραφα, επιγραφόμενα ως "βεβαίωση εργοδότη", που προσκομίζει ο αναιρεσείων, στην παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων προέβη, κατά τις αιτιάσεις αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση. Στις βεβαιώσεις αυτές, πλην άλλων, αναγράφονται, ως αποδοχές του αναιρεσείοντος, στην βεβαίωση του μεν μηνός Μαΐου 2004 τα ποσά "1.087,68 και 1945,32", του δε μηνός Ιουνίου 2004 τα ποσά "1.133,00 και 931,32", χωρίς άλλη διευκρίνιση. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία και συνεκτίμησε , προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω πόρισμα του, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτά.
Συνεπώς ο πέμπτος , από τις πιο πάνω διατάξεις, λόγος αναιρέσεως, και κατά τα δύο αυτού μέρη, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, αφενός της παραμορφώσεως του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων ,και αφετέρου, ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση και τις βεβαιώσεις αυτές, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή αιτήσεως, πρέπει ο αναιρεσείων να προτείνει την υποβολή αυτή στο Εφετείο κατ' αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, και ν' αναγράφει αυτό στο αναιρετήριο. 'Ετσι, στην προκειμένη περίπτωση , για το παραδεκτό του έκτου , πρώτο μέρος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρέσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα ότι παραβιάσθηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 349 έως και 351 Α.Κ., 361 ΑΚ., αρθρ. 7 παρ. 1 ν. 2112/20, 5 παρ. 3 ν. 3198/55 και 1 της 95/1949 διεθνούς σύμβασης για τη προστασία του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3248/55 και δεν συνυπολογίστηκε το επίδομα κυλικείου ύψους 39,35 ευρώ στις μικτές μηνιαίες αποδοχές του για το καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, αν και το επίδομα αυτό διδόταν από την αναιρεσίβλητη τακτικώς, σταθερώς και για μακρό χρονικό διάστημα, ώστε να αποτελεί πλέον τμήμα των τακτικών αποδοχών του, θα πρέπει ο αναιρεσείων να είχε υποβάλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, τα πραγματικά αυτά περιστατικά, με αίτημα τον συνυπολογισμό και του επιδόματος αυτού στις μηνιαίες αποδοχές του για το καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης απολύσεως και να αναγράφει στο αναιρετήριο ότι έχει προβεί σε τέτοια πρόταση . Όμως, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων δεν διαλαμβάνει στην αίτησή του , ότι είχε ζητήσει από το δικαστήριο της ουσίας τον πιο πάνω συνυπολογισμό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής και της εφέσεώς του, αναφέρεται μεν , αφηγηματικώς, ότι στις τακτικές αυτού αποδοχές εμπεριεχόταν και το πιο πάνω , ύψους 39,35 ευρώ ,επίδομα κυλικείου, (προκειμένου να στηρίξει το κονδύλιο της αγωγής του που αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές, από το οποίο παραιτήθηκε), πλην όμως δεν διαλαμβανόταν σαφής και ορισμένος ισχυρισμός ότι δεν συνυπολογίστηκε το επίδομα αυτό στις μικτές μηνιαίες αποδοχές του για το καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης απολύσεως. Αντίθετα αυτός πρόβαλε, ως λόγο εφέσεως, αποκλειστικά και μόνο ότι στο ύψος της αποζημίωσης απολύσεως δεν συνυπολογίστηκε ο πραγματικός χρόνος προϋπηρεσίας του και ότι εξαιτίας του μη συνυπολογισμού αυτού η γενόμενη καταγγελία ήταν άκυρη. Ειδικότερα, όπως αναφέρει, άλλωστε, κατά λέξη , και ο ίδιος ο αναιρεσείων στην κρινόμενη αίτησή του (στον περί ακυρότητας της καταγγελίας, ως καταχρηστικής, λόγο αναιρέσεως) ".....όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή μου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ζήτησα με αυτήν να κριθεί άκυρη η απόλυση μου από την αναιρεσίβλητη, πρώτον, επειδή δεν μου καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση μου, εφ' όσον δεν συνυπολογίστηκαν 9 έτη και 19 ημέρες προϋπηρεσίας που είχα συμπληρώσει στην αναιρεσίβλητη, συνδεόμενος μ' αυτήν δήθεν με συμβάσεις έργου, δεύτερον, επειδή η κατά τις προϋποθέσεις του νόμου δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης μου πραγματοποιήθηκε μετά τη παρέλευση σπουδαίου χρόνου και τρίτον ως καταχρηστική".
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28, 30/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην έφεση του αναιρεσείοντος, επί τη οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός ότι η αποζημίωση απολύσεως είχε υπολογισθεί εσφαλμένα λόγω μη συνυπολογισμού του πιο πάνω επιδόματος κυλικείου , η αιτιολογία της απόφασης ότι αυτό δε λαμβάνεται υπόψη στην υπολογισμό της αποζημίωσης, διότι δεν αποτελεί μισθό , ως οικειοθελής παροχή του εργοδότη, δεν έχει ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, αφού δεν αποτελεί αντικείμενο αυτής. Επομένως, ο διαλαμβανόμενος στον αυτό (έκτο) από το άρ. 559 αρ.19 λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τις αιτιάσεις ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει ελλιπείς ή και ανύπαρκτες αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς την έννοια των οικειοθελών παροχών, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
O λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ. ΑΠ. 11/1996). Αντίθετα δεν είναι πράγματα ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη ή γενικά άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον τα υπόλοιπα περιστατικά δεν αρκούν, χωρίς την συνεκτίμηση και τούτου, για να κριθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. Β Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, δηλαδή ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι καταχρηστική και διότι αποτελεί "κύρωση" για τη διεκδίκηση νομίμων αξιώσεων του αναιρεσείοντος , για τις αναφερόμενες στην αγωγή διαμαρτυρίες του για δυσμενή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, που είχε ως συνέπεια αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του εκ μέρους της εργοδότριας αντιδίκου εταιρείας, ισχυρισμό τον οποίο ο ήδη αναιρεσείων επανάφερε ως λόγο εφέσεως και με τις εφετειακές του προτάσεις. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων με την αγωγή του ζήτησε να κριθεί άκυρη η απόλυση του και για το λόγο ότι αυτή ήταν καταχρηστική, όχι μόνο διότι , κατά τους ισχυρισμούς του, αυτή έγινε για λόγους εκδικήσεως, λόγω της συμμετοχής του στα ιδρυτικά μέλη του σωματείου εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, αλλά και διότι , όπως ανέφερε στο δικόγραφο της αγωγής του, "η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου "αποτελεί "κύρωση" για τη διεκδίκηση νομίμων αξιώσεων μου, για τις διαμαρτυρίες μου για δυσμενή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας μου που είχε ως συνέπεια, την αντίστοιχη μείωση των αποδοχών μου εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας", εκθέτοντας στη συνέχεια λεπτομερώς τους τρόπους και τους λόγους των διαμαρτυριών αυτών. Μετά την απόρριψη και της βάσεως αυτής της αγωγής του, ο αναιρεσείων επανέφερε τους ισχυρισμούς του αυτούς , παραπονούμενος, με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του, για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις κρίνοντας ότι η καταγγελία της συμβάσεως δεν έγινε από λόγους εκδικήσεως, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσεως και της διεκδίκησης των νομίμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αλλά ότι έγινε, λόγω της αναφερόμενης στην απόφαση αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος. Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την εξής αιτιολογία: "....Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από τον Απρίλιο του 2004 άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα στην εργασιακή σχέση των διαδίκων. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη αποφάσισε να προωθήσει και άλλους τρόπους είσπραξης των ασφαλίστρων, μέσω ταχυπληρωμής, πιστωτικής κάρτας πελατών και τραπεζικού λογαριασμού πελατών. Ο εκκαλών ήταν αντίθετος στην εφαρμογή αυτού του προγράμματος και την αντίθεση του αυτή εξέφραζε και σε πελάτες της εφεσίβλητης, μερικές φορές δε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αρνήθηκε την είσπραξη των ασφαλίστρων όπως π.χ. από τον Ζ και τον Ω (βλ. ιδιόχειρα σημειώματα του εκκαλούντος από 22.4.2004 και 9.7.2004 προς την εφεσίβλητη). Η συμπεριφορά αυτή του εκκαλούντος είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί σύγχυση μεταξύ των πελατών και της εταιρίας ως προς την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, με συνέπεια η εφεσίβλητη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος. Εν όψει των περιστατικών αυτών, η καταγγελία της σύμβασης δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εμπάθειας ή εκδίκησης στο πρόσωπο του εκκαλούντος, από τη συμμετοχή του τελευταίου στα ιδρυτικά μέλη του σωματείου των εργαζομένων". Ετσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως ερεύνησε τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο η απόλυση αυτού από την αναιρεσείουσα οφείλεται σε λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο του εκκαλούντος εξαιτίας της διεκδίκησης των νομίμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αλλά όπως ρητώς αναφέρεται σε αυτήν, ερεύνησε μόνο ότι η απόλυσή του δεν οφείλεται σε λόγους εκδίκησης εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσεως . Επομένως, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την στηριζόμενη στην ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας βάση της, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής από την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί , κατά τούτο, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2352/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενα στο σκεπτικό .
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας - σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών - σύμβαση έργου. Μετατροπή αρχικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας σε σύμβαση έργου. Καταγγελία συμβάσεως. Αγωγή για ακυρότητα καταγγελίας, λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης. Εύλογος χρόνος καταβολής με δημόσια κατάθεση. Λόγοι αναίρεσης 559.11 ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της την ομολογία της αναιρεσίβλητης και ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν. Λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ. Τι είναι πράγματα. Ειδικώς, για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όταν αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά ατποτελί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, είναι καταχρηστική και διότι αποτελεί "κύρωση". Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός. Αναιρεί ως προς το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την στηριζόμενη στην ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας βάση της, λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής.
| null | null | 1
|
Αριθμός 75/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "STANLEY A.E. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σαράντο Θεοδωρόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2106/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2623/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2008 αίτησή της, με τις δε από 8-10-2009 προτάσεις της ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 2-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../12-12-2008 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Με το άρθρο 4 παρ.1 της 20/1997 Δ.Α. απόφασης, που αφορά τους ξενοδοχοϋπαλλήλους όλης της Χώρας (Π.Κ. 9/8-5-97), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 8-5-97 με τη 12161/11-6-1997 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΦΕΚ Β`523/25-6-1997), "χορηγείται δραχμικό επίδομα προϋπηρεσίας 1.030 δραχμών για κάθε ένα (1) έτος υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας σε άλλη ξενοδοχειακή επιχείρηση. Ειδικά για εκείνους που προσλαμβάνονται ως σερβιτόροι, βοηθοί σερβιτόρων, μπάρμαν και μπουφετζήδες και των δύο φύλων και με την προϋπόθεση ότι είναι πτυχιούχοι σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων τουλάχιστον Μετεκπαίδευσης, αναγνωρίζεται και προσμετράται νόμιμη προϋπηρεσία που πραγματοποίησαν σε οποιαδήποτε επισιτιστική επιχείρηση". Επίσης με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου χορηγείται ποσοστιαίο επίδομα τουριστικής εκπαίδευσης, το οποίο υπολογίζεται στο άθροισμα των αποδοχών των άρθρων 3 και 4 παρ. 1 (εκάστοτε βασικός + προϋπηρεσία) και το οποίο για τους αποφοίτους της ταχύρρυθμης εκπαίδευσης ορίστηκε σε ποσοστό 6%. Με την ΣΣΕ 16-5-06 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της Χώρας ( διετούς ισχύος), η οποία τέθηκε σε ισχύ με την 25/23.5.2006 πράξη Κατάθεσης στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, κατέστη δε γενικώς υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση 11922/7.7.2006 του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ο βασικός κατά μήνα μισθός των βοηθών σερβιτόρων που υπάγονται στη σύμβαση αυτή και οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία Γ διαμορφώνεται από 1/1/2007 στο ποσό των 777,10 ευρώ, ενώ το επίδομα προϋπηρεσίας διαμορφώνεται στο ποσό των 4,85 ευρώ (για κάθε ένα (1) έτος υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας). Η προϋπηρεσία προσμετράται από της υποβολής των αποδεικτικών αυτής βεβαιώσεων του προηγούμενου εργοδότη, στον οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες του ο εργαζόμενος ή από της υποβολής του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ασφαλισμένου, με τον όρο ότι σε αυτό φαίνεται η επωνυμία της επιχειρήσεως και από αυτό αποδεικνύεται η προϋπηρεσία σε συναφή επιχείρηση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: "Ο ενάγων, είναι πτυχιούχος της Ταχύρρυθμης Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων του ΟΑΕΔ, εξειδικευθείς κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην παροχή υπηρεσιών σε επισιτιστικές, ξενοδοχειακές και εν γένει τουριστικές επιχειρήσεις. Με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίστηκε στην ... την 20.2.2003 μεταξύ της εναγομένης δια του νομίμου εκπροσώπου της και του ενάγοντος, ο τελευταίος προσελήφθη ως βοηθός σερβιτόρου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στο επί της πλατείας "..." εκμεταλλευόμενο από την εναγομένη ξενοδοχείο με την επωνυμία "SΤΑΝLΕΥ ΑΕ - Ανώνυμη Εταιρεία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων", που έχει έδρα την ... επί της οδού ... αριθμός 1 με μηνιαίες αποδοχές, οι οποίες προβλεπόταν από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, που αφορούσαν τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι την 26.2.2007 οπότε αυτή κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή σύμβαση και κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.482,46 ευρώ, ως αποζημίωση. Πριν από την πρόσληψη του στην εναγομένη, ο ενάγων είχε εργαστεί επί δεκαετία και πλέον σε συναφείς επιχειρήσεις του κλάδου των σερβιτόρων και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, όπως στα εστιατόρια "...", "...", "..." και στο ξενοδοχείο "..." ιδιοκτησίας της "Ράπτης - Βερτσέκος ΑΕ", (βλ. προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα καρτέλλες ενσήμων του ΙΚΑ όπου αναγράφονται ο χρόνος απασχόλησης και η επωνυμία της επιχείρησης του εργοδότη). Τα εν λόγω έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται η προϋπηρεσία του ενάγοντος είχε προσκομίσει αυτός κατά το χρόνο της πρόσληψης του στο λογιστήριο της εναγομένης και συνεπώς η εργοδότης εγνώριζε το γεγονός αυτό της ύπαρξης προϋπηρεσίας σε προηγούμενους εργοδότες. Μετά την επανειλημμένη άρνηση της εναγομένης να δεχθεί, ως αποδεικτικό έγγραφο της προϋπηρεσίας του ενάγοντος, τις καρτέλλες ενσήμων του ΙΚΑ, αυτός (ενάγων) προσέφυγε την 28.9.2006 ενώπιον της Επιθεώρησης εργασίας Δυτικού τομέα Αθηνών, συντάχθηκε δε το 685/9.10.2006 δελτίο εργατικής διαφοράς, στο οποίο διαλαμβάνεται μεταξύ άλλων ότι "... η επιχείρηση δεν του έχει αναγνωρίσει την προϋπηρεσία του από την πρόσληψη του με το πρόσχημα ότι δεν αποδέχεται σαν δικαιολογητικά προϋπηρεσίας τα ένσημα του ΙΚΑ ...". Κατά την ημεροχρονολογία απόλυσης του ενάγοντος την 26.2.2007 οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήρχοντο σε 994,99 ευρώ λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας του από την πρόσληψη του στην εναγομένη την 20.2.2003, χωρίς όμως να έχει ληφθεί υπόψη η κατά τα ανωτέρω υπερδεκαετής προϋπηρεσία του στις αναφερόμενες επιχειρήσεις πριν την 20.2.2003. Τους όρους εργασίας και αμοιβής του ενάγοντος, ρυθμίζει η από 16.5.2006 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας" η οποία τέθηκε σε ισχύ με την 25/23.5.2006 πράξη Κατάθεσης στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και είναι διετούς διάρκειας, κατέστη δε γενικώς υποχρεωτική με την Υπουργική Απόφαση 11922/7.7.2006 του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Με βάση την πιο πάνω συλλογική σύμβαση εργασίας, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, θα ανήρχοντο κατά τον χρόνο της απόλυσης του την 26.2.2007 σε 1.044,77 ευρώ.
Συνεπώς η αποζημίωση την οποία αυτός έπρεπε να λάβει, ανέρχεται σε (1.044,77 ευρώ + 1/6 Χ 3=) 3.656,7 ευρώ, έναντι του οποίου η εναγομένη του κατέβαλε 3.482,46 ευρώ, δηλαδή λιγότερη από την πράγματι δικαιούμενη και καταβλητέα ...". Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι , αφού η αποζημίωση ήταν ελλιπής, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη, ως υπερήμερο δανειστή, να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας ποσού 5.222,85 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, σχετικά με τον τρόπο που υπολόγισε την καταβλητέα λόγω απολύσεως, αποζημίωση στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη από 16.5.2006 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, ο οποίος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα ως βοηθός σερβιτόρος, "ανήρχοντο κατά τον χρόνο της απόλυσής του την 26.2.2007 σε 1.044,77 ευρώ", με βάση την "υπερδεκαετή", όπως αναφέρεται στην απόφασή του, προϋπηρεσία του πριν προσληφθεί από την αναιρεσείουσα, χωρίς περαιτέρω ακριβή προσδιορισμό των ετών της προϋπηρεσίας του αυτής. Όμως , χωρίς τον ακριβή προσδιορισμό των ετών προϋπηρεσίας του ενάγοντος, δεν καθίσταται εφικτός ο υπολογισμός των συνολικών μικτών μηνιαίων αποδοχών του, κατά τον χρόνο της απόλυσής του. Η ασάφεια αυτή καθίσταται εντονότερη από το γεγονός ότι το ποσό των μηνιαίων αποδοχών των 1044,77 ευρώ ταυτίζεται με εκείνο της αγωγής, το οποίο υπολογίστηκε όμως με βάση τις αποδοχές όχι βοηθού σερβιτόρου, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά εκείνες " του σερβιτόρου και μπάρμαν", όπως αναφέρεται στην αγωγή, με επακόλουθο να μη καθίσταται σαφές αν η προσβαλλόμενη απόφαση υπολόγισε τις αποδοχές του ενάγοντος ως "σερβιτόρου και μπάρμαν", (μισθολογική κατηγορία Β) ή ως βοηθού σερβιτόρου (μισθολογική κατηγορία Γ), λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, κατά την από 16.5.2006 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως βοηθού σερβιτόρου, με δεκαετή προϋπηρεσία, δεν υπερβαίνουν το ποσό των 994,99 ευρώ, ποσό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα υπολόγισε την καταβλητέα αποζημίωση. Δεν καθίσταται δηλαδή σαφές αν το Εφετείο δείχθηκε ότι το αναφερόμενο ποσό αποδοχών των 994,99 ευρώ ήταν ο μισθός που συμφωνήθηκε, δεχόμενο τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι προσλήφθηκε μεν ως βοηθός σερβιτόρου, αλλά εκτελούσε καθήκοντα σερβιτόρου και μπάρμαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Συνεπώς το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα για την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει σ' αυτήν το ποσόν των 4.744,57 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτόν, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 9-10-2009 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 29-9-2008 έγγραφη απόδειξη, αποδεικνύεται ότι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, το καθαρό συνολικό ποσόν των 4.744,57 ευρώ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα εταιρεία νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2623/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα επτά λεπτών 4.744,57 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακόσιων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ξενοδοχοϋπάλληλοι. Άκυρη καταγγελία λόγω μη καταβολής πλήρους αποζημίωσης. Μη συνυπολογισμός προϋπηρεσίας. Βάσιμος ο 1ος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης με την αιτίαση ότι δεν είναι σαφής ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης. Αναιρεί
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 61/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταμάτη, περί αναιρέσεως της 694/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας και 105/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λευκάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 553/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ... με δήλωσή του, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου διά του πληρεξουσίου του Γεωργίου Σταμάτη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή, δυνάμει του ...πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κιλκίς Μαριάνθης Εμμανουηλίδου, παραιτήθηκε από την από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 694/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Λευκάδας και τη 105/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Λευκάδας. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 23-3-2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 694/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας και της 105/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
61/2010 σελ. 22
|
Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως, λόγω παραιτήσεως του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 474 § 1, 475 § 1, 476 § 1 και 513 § 1 ΚΠΔ.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 59/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- πολιτικώς ενάγοντος,Χ1 που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 603/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης.
Με κατηγορούμενο τον Ψ1.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1164/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 337/19-10-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο δικαστήριό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.1 ΚΠΔ, την με αριθμό 1/13-4-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 που στρέφεται κατά της με αριθμό 603/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικώς ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Στη προκείμενη περίπτωση, με την με αριθμό 603/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης κηρύχθηκε αθώος υφαίρεσης ο Ψ1. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καίτοι δεν παραστάθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν απέκτησε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος, δηλαδή από πρόσωπο μη δικαιούμενο στην άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ.1-513 παρ.1- 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω 1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 1/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατά της με αριθμό 603/09 αποφάσεως του Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 6/10/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση κατά της υπ' αριθμό 603/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της υφαίρεσης (κλοπής) ο κατηγορούμενος Ψ1, ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως από τον εγκαλούντα αδελφό του Χ1. Κατά το άρθρο 63 Κ.Ποιν.Δ η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούχους σύμφωνα με τον Αστικό κώδικα, κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 68 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ εκείνος που έχει το δικαίωμα πολιτικής αγωγής μπορεί πάντοτε να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, για αποζημίωση στο ποινικό δικαστήριο και στο ακροατήριο του ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64 αν έχει επιδώσει δικόγραφο στον κατηγορούμενο κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας και στην προθεσμία του άρθρου 167. Κατ' εξαίρεση, εκείνος, που κατά τον αστικό κώδικα έχει δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Ο ήδη αναιρεσείων δεν παρέστη στο ακροατήριο του άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο ίδιος μετά συνηγόρους ή δια ειδικού πληρεξουσίου κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 42, 68, 83, 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ και 94 Κ.Πολ.Δ για να δηλώσει ότι παρίσταται στο ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων για τις αξιώσεις του για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση εναντίον του κατηγορουμένου. Ο αιτών επομένως δεν απέκτησε την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος για να δικαιούται να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Δεν αρκούσε για να καταστεί αυτός διάδικος στην ποινική δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, το γεγονός ότι υποβλήθηκε από το δικηγόρο Κατερίνης Στ. Σακελλαρίδη ενώπιον του εκδόσαντος την άνω απόφαση ποινικού δικαστηρίου αίτημα για αναβολή της δίκης εκείνης, προκειμένου να εμφανισθούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης ο ήδη αναιρεσείων που απουσίαζε και επιθυμούσε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως και ο δικηγόρος που θα διόριζε ως πληρεξούσιό του, αλλά απορρίφθηκε από το Δικαστήριο αυτό το αίτημα αναβολής. Ενόψει των ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος στην ποινική δίκη επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ενομιμοποιείτο στην άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής. Κατ' ακολουθίαν και δοθέντος ότι ειδοποιήθηκε μέσω του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ο αντίκλητος δικηγόρος που είχε ορισθεί από τον αναιρεσείοντα εμπροθέσμως για να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο δικαστήριο σε συμβούλιο, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση στο φάκελο της δικογραφίας πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 13-4-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμό 603/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2010. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αφαίρεση (κλοπή) για την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον εγκαλούντα αδελφό του κατηγορουμένου, διότι δεν είχε παραστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για να δηλώσει στο ποινικό δικαστήριο ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εναντίον του κατηγορουμένου και επομένως η αίτηση αναιρέσεως ως ασκηθείσα από πρόσωπο που δεν νομιμοποιείτο στην άσκηση ένδικου μέσου κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Έγκληση, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 58/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ..., 2. ...και 3. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γιοβανόπουλο, περί αναιρέσεως της 1481α, 1481β, 1965, 2027, 2028, 2085α, 2085β/2008, 233, 233α/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Αναστασάκη.
Το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Μαΐου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 993/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στα άρθρα 121 παρ. 1,2, 122 παρ. 1 ,126 παρ.2 και 127 παρ. 1 του ΠΚ ορίζονταιαντίστοιχα: " Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ του ογδόου και του δέκατου ογδόου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε ποινικό σωφρονισμό σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Αναμορφωτικά μέτρα είναι α)...β).., γ) η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρίες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων, δ) η τοποθέτησή του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αρωγής. Ο έφηβος που τέλεσε αξιόποινη πράξη υποβάλλεται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, αν δεν υπάρχει περίπτωση να υποβληθεί σε ποινικό σωφρονισμό. Αν το δικαστήριο ερευνώντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την όλη προσωπικότητα του ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός για να συγκρατηθεί από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, τον καταδικάζει σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στο ποινικό δίκαιο των ανηλίκων όσον αφορά τους ποινικώς υπευθύνους εφήβους ισχύει το μονιστικό ή μονοπολικό σύστημα, προβλέπεται, δηλαδή, η επιβολή από το δικαστήριο στον έφηβο δράστη μέτρου ή ποινής, η αρχή δε ή το σύστημα δικαστικού μονισμού παρέχει στα μέτρα προβάδισμα, τα οποία δεν απαγγέλλονται ποτέ συμπληρωματικά προς την ποινή. Τα επιβαλλόμενα στους παραβάτες ανηλίκους αναμορφωτικά μέτρα έχουν διοικητικό χαρακτήρα και αποβλέπουν όχι στην τιμώρηση, αλλά στην διαπαιδαγώγηση, στην ηθική και κοινωνική βελτίωση αυτών, ώστε να επανενταχθούν το συντομότερο στην κοινωνία. Δηλαδή τα αναμορφωτικά και τα θεραπευτικά μέτρα συνιστούν αυτοτελείς κατηγορίες των εννόμων συνεπειών του ποινικού δικαίου ανηλίκων, είναι μέτρα ασφαλείας sui generis ή αναπληρωματικά της ποινής και δεν υπάγονται στην αρχή της ενοχής, αντί γι' αυτήν, ισχύει στα μέτρα αυτά η βασική αρχή της αναλογικότητος, κατά την οποίαν επέρχεται ένας περιορισμός των αναμορφωτικών μέτρων όχι μόνο μέσω των προσωπικών συνθηκών του δράστη, αλλά και μέσω της βαρύτητας της πράξεως. Από τις διατάξεις των άρθρων άνω 121 έως 133 του ΠΚ, επίσης προκύπτει ότι ο ανήλικος παραβάτης της ποινικού νόμου δεν κηρύσσεται "ένοχος" από το δικαστήριο, αλλά τούτο σε περίπτωση θετικής διαγνώσεως, αποφαίνεται ότι ο ανήλικος "τέλεσε την πράξη", ενώ το ίδιο το δικαστήριο που επέβαλε τα μέτρα στον ανήλικο, μπορεί οποτεδήποτε να τα αντικαταστήσει ή και να τα άρει αν κρίνει ότι εκπλήρωσαν το σκοπό τους. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, η απόφαση που επιβάλλει αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν είναι καταδικαστική, αφού τέτοια είναι η απόφαση που κηρύσσει ενοχή και επιβάλλει ποινή, στην περίπτωση δε απαγγελίας τέτοιων αναμορφωτικών μέτρων δεν γεννάται θέμα καταδίκης έστω και αν οι δικαστικές αποφάσεις που τα επιβάλλουν καταγράφονται στο ποινικό μητρώο, κατά το άρθρο 574 παρ. 1 περ. ε' ΚΠοινΔ. Γιαυτό και οι αποφάσεις του δικαστηρίου ανηλίκων, οι οποίες επιβάλλουν τέτοια μέτρα, δε μπορούν να προσβληθούν με ένδικα μέσα. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα του ΚΠοινΔ, α) 463 εδ. α', ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, β) 504 παρ. 1 εδ. α', όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρ. 370) και γ) κατά το 505 παρ. 1 στοιχ. α', ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ όταν η αναίρεση, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως (ή βουλεύματος) για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης, οι τρεις αναιρεσείοντες ανήλικοι, αδελφοί, γεννηθέντες στις ...1993, ...1994 και ...1992 αντίστοιχα, κρίθηκε ότι τέλεσαν στις ...: α) οι δύο πρώτοι από κοινού με έτερους, ήτοι ενώ δεν είχαν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, τα εγκλήματα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης άλλου ανηλίκου, και της περιυβρίσεως νεκρού, του ..., και τους επιβλήθηκε το αναμορφωτικό μέτρο της τοποθέτησής τους μέχρι της ενηλικιώσεώς τους στο ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου και β) ο τρίτος ανήλικος ..., τα εγκλήματα της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και της υποθάλψεως εγκληματία κατ'εξακολούθηση και του επιβλήθηκε το αναμορφωτικό μέτρο της θέσεώς του υπό την επιμέλεια, μέχρι της ενηλικιώσεώς του, επιμελητών της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Βέροιας. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων, δεν είναι καταδικαστική και οι άνω ανήλικοι στους οποίους επιβλήθηκαν μόνο αναμορφωτικά μέτρα, δεν δικαιούται σε άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής. Εντεύθεν και οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των τριών ανηλίκων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Οι αναιρεσείοντες, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθ. εκθ. 1, 2, 3 /14-5-2009 αιτήσεις των ..., .... και ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1481 α, 1481 β, 1965, 2027, 2028, 2085 α, 2085 β /2008, 233, 233 α/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, γιατί στρέφεται κατά αποφάσεως Δικαστηρίου Ανηλίκων, που επέβαλε αναμορφωτικά μέτρα που δεν συνιστούν ποινή, κατά της οποίας δε χωρεί αναίρεση, γιατί θεωρείται αθωωτική απόφαση (βλ. ΑΠ 961/2009, 1609/2005, 1282/2003, 2299/2004). Επιβάλλονται έξοδα στους αναιρεσείοντες ανηλίκους, γιατί ο ΑΠ δεν είναι, ούτε και δικάζει τους ανηλίκους ως δικαστήριο ανηλίκων (βλ. ΑΠ 829/2000 ΠοινΔικ 2001.153) -.
|
Ανήλικοι εγκληματίες
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανήλικοι εγκληματίες.
| 2
|
Αριθμός 57/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Παναγιωτακόπουλο, για αναίρεση της 5512/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μήρτσο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαρτίου 2009 και 26 Μαρτίου 2009, αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 730/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες 2801/31-3-2001 και 2800/31-3-2009 δηλώσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 55/2/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, και καταδίκασε τον καθένα από τους αναιρεσείοντες σε φυλάκιση έξι (6) μηνών για ψευδορκία μάρτυρα, αφού συνεκδικασθούν για πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια, να γίνουν τυπικά δεκτές. Έλλειψη αιτιολογίας η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υφίσταται και εκ της ελλιπούς αναφοράς των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του. Το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, όπως, όταν δεν αναφέρεται καθόλου μεταξύ αυτών και η απολογία του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται βέβαιο ότι το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του. Στην προκειμένη περίπτωση η απολογία του πρώτου των αναιρεσειόντων των Χ1 δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν δικαστήριο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής γι' αυτόν κρίση του, ούτε από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτει ότι αυτή συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως του πρώτου των αναιρεσειόντων. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται άμεσος δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση, ότι τα ενόρκως κατατεθέντα ήσαν ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο νυν πολιτικώς ενάγων εργαζόταν από το έτος 1983 στην εταιρία με την επωνυμία " ΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙ0ΜΗΧΑΝΟΕΜΠ0ΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", έχοντας επαγγελματική άδεια οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ως οδηγός παρόμοιων αυτοκινήτων στις αποθήκες της και εν συνεχεία από το έτος 2000, στην εταιρία με την επωνυμία " ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ", στο γραφείο κινήσεως της τελευταίας, που βρίσκεται στις αποθήκες ..., συνέχισε να εργάζεται εκεί και ως οδηγός, δεδομένου ότι με συμφωνία με την εργοδότρια του, οδηγούσε και το αυτοκίνητο μεταφοράς προσωπικού από τη ...στο τόπο εργασίας και το αντίθετο. Ο εν λόγω (πολιτικώς ενάγων) άσκησε κατά της εργοδότριάς του "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 13104/2001 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλλει για το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 μέχρι τις 31-3-2001 για υπερεργασία και υπερωρίες, το συνολικό ποσό των 15.747.540 δραχμών. Ενόψει τη συζήτηση της πιο πάνω αγωγής, η πρώτη κατηγορουμένη, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσιούλα, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του νυν εγκαλούντος προ 24 ωρών και βεβαίωσε ένορκα αν και γνώριζε ότι δεν ήταν αλήθεια, συντάχθηκε δε προς τούτο η υπ' αριθμ ... βεβαίωση, ότι ο πολιτικώς ενάγων μετέφερε μεν το προσωπικό της εταιρίας, αλλά αυτό οφειλόταν στη διάθεση του να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του. Ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη ότι στην κατάθεση της αυτή ανέφερε ότι είχε περιέλθει σε γνώση της από τα έγγραφα που είχε στη διάθεση της λόγω της θέσεώς της ως υπεύθυνη λογιστηρίου από το έτος 1999 και επέκεινα, δεδομένου ότι η εταιρία δεν είχε συμβατική υποχρέωση μεταφοράς προσωπικού και δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κάποιας τέτοιας γραπτής συμφωνίας. Όπως όμως χαρακτηριστικά και με κατηγορηματικότητα κατέθεσε ο μάρτυρας ..., προϊστάμενος του πολιτικώς ενάγοντος κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, ο ίδιος ανέθεσε στον τελευταίο την εκτέλεση των δρομολογίων αυτών μεταφοράς του προσωπικού κατ' εντολή της διεύθυνσης της εταιρίας και εν γνώσει της τελευταίας. Γνώριζε λοιπόν η πρώτη κατηγορουμένη την αναλήθεια αυτού που κατέθετε δεδομένου, ότι καθημερινά παρατηρούσε τους συναδέλφους της να μεταφέρονται με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων και συνεπώς μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτό δεν οφειλόταν στη διάθεση του να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του, αλλά στην εκτέλεση υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την εργοδότριά του. Περαιτέρω, τόσο η πρώτη κατηγορουμένη στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, όσο και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας, κατά την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής, εξεταζόμενοι στο ακροατήριο, κατέθεσαν ότι ο πολιτικώς ενάγων ουδέποτε παραπονέθηκε για υπερωρίες, αν και γνώριζαν ότι αυτό ήταν ψευδές, δεδομένου ότι όπως κατέθεσαν οι συνάδελφοι του πολιτικώς ενάγοντος και κυρίως ο τότε Προϊστάμενος του, διαρκώς ο τελευταίος διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή σ' αυτόν των υπερωριών, γεγονός εξάλλου που δέχθηκε και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, στην υπ' αριθμ. 309/2004 απόφασή του, που εξέδωσε δικάζοντας κατ' έφεση την πιο πάνω αγωγή του πολιτικώς ενάγοντος, όπου και απέρριψε τον ισχυρισμό της εργοδότριας ότι ο ενάγων άσκησε το δικαίωμα του καταχρηστικά, διότι δέχθηκε ότι παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη-εργοδότρια, ο ενάγων ουδέποτε έπαψε να διαμαρτύρεται ως προς την καταβολή των προς αυτόν οφειλομένων αποδοχών. Επομένως, μετά τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για το προαναφερόμενο τμήμα της κατάθεσης τους και ειδικότερα η μεν πρώτη κατηγορουμένη για το ότι κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειας ότι " ο εγκαλών κατά τη μετάβαση του στο χώρο εργασίας, μετέφερε με αυτοκίνητο το προσωπικό της εταιρίας και τούτο οφειλόταν στη διάθεση του ανωτέρω να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του" και οι δύο κατηγορούμενοι για το ότι κατέθεσαν εν γνώσει της αναλήθειας ότι "ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ο εγκαλών για την υπερωριακή του απασχόληση" καθόσον αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε άμεσος δόλος των κατηγορουμένων, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση αυτών ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή σύμφωνα με τα προαναφερόμενα". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την αιτιολόγηση του απαιτούμενου άμεσου δόλου, η αιτιολογία είναι ασαφής και αντιφατική, δεδομένου ότι ως προς το υποκειμενικό στοιχείο αναφέρει στο τέλος του αιτιολογικού ότι αποδείχθηκε ο άμεσος δόλος της δεύτερης κατηγορουμένης, ενώ παραπάνω δέχεται ότι η εν λόγω κατηγορουμένη γνώριζε την αναλήθεια των κατατεθέντων "δεδομένου ότι η καθημερινά παρατηρούσε τους συναδέλφους της να μεταφέρονται με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων και συνεπώς μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτό δεν οφειλόταν στη διάθεση του να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του, αλλά στην εκτέλεση υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την εργοδότριά του". Όμως οι αντιφατικές αυτές παραδοχές, δηλαδή ότι η κατηγορουμένη γνώριζε και από την άλλη πλευρά, ότι μπορούσε να αντιληφθεί, καθιστούν την αιτιολογία του δόλου ελλιπή, δεδομένου ότι λόγω των αντιφάσεων αυτών δεν είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. δ' λόγος της αναιρέσεως της δεύτερης των αναιρεσειόντων Χ2 είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει οι κρινόμενες δηλώσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων να γίνουν δεκτές ως ουσία βάσιμες, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων των αναιρέσεων, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5512/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία. Δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη η απολογία του κατηγορουμένου. Ψευδορκία. Ασαφής και αντιφατική αιτιολογία του άμεσου δόλου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδορκία.
| 0
|
Αριθμός 56/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 30-31/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 20 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 681/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται 1. Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις α) που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 ΚΠΔ, "πριν αρχίσει να συζητείται κάθε υπόθεση, διαβάζεται σε δημόσια συνεδρίαση με την παρουσία του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου ο κατάλογος των ενόρκων της δωδεκαήμερης περιόδου, για την οποία προσδιορίστηκε η υπόθεση' τα ονόματα που υπάρχουν στον κατάλογο διαβάζονται δυνατά με τη σειρά που είναι γραμμένα, ωσότου συμπληρωθεί από τους παρόντες ενόρκους ο αριθμός δέκα (10). Τα ονόματα αυτών των δέκα (10) ενόρκων μπαίνουν στην κληρωτίδα για να κληρωθούν οι τέσσερις (4) που μετέχουν με τους τακτικούς δικαστές στη σύνθεση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου που θα δικάσει την υπόθεση". Στην προκείμενη περίπτωση ως μέλος του δικαστηρίου των ενόρκων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της, ήταν η ..., η οποία όμως δεν ήταν μεταξύ των 10 ενόρκων που βρέθηκαν παρόντες και εκ των οποίων κληρώθηκαν τέσσερις για την εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Έτσι όμως προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, κατά τον πρόσθετο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ενόψει του ότι στο κυρίως δικόγραφο της αναιρέσεως περιέχεται παραδεκτώς λόγος από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 30-31/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύνθεση Μικτού Ορκωτού Εφετείου, Συμμετοχή ενόρκου μη κληρωθέντος. Αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 55/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, περί αναιρέσεως της 575/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ... και 2. ....
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 955/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 99§§ 2, 3 και 4 ΠΚ, όπως ισχύουν, "αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ` αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102 του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση (§2). Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής. Η πιο πάνω απόφαση λαμβάνεται μετά από γνώμη του κατά το άρθρο 74 παράγραφος 3 τριμελούς συμβουλίου (§3). Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανέναν τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή (§4)". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παρ. 4 του άρθρ. 99 ΠΚ απαιτείται ο αλλοδαπός δράστης να έχει απελαθεί δικαστικά (σε εκτέλεση, δηλαδή, δικαστικής αποφάσεως) και να εισέρχεται ή να επιχειρεί να εισέλθει στη Χώρα παράνομα, δηλαδή χωρίς να έχει εκδοθεί προηγουμένως απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31§2 ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 575/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, Αλβανό υπήκοο, παραβάσεως του άρθρου 99 του ΠΚ, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα επ` αόριστον, ώστε να εκτελεσθεί άμεσα η ποινή της απελάσεώς του, την οποία διέταξε με την αυτή απόφαση. Η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι αυτός, στις ...στην περιοχή ..., αν και είχε καταχωρηθεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών και είχε απελαθεί δικαστικά από την Ελλάδα, επέστρεψε στη Χώρα, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης και την πάροδο πενταετίας από την απέλασή του. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Στις ...εισήλθαν από την Αλβανία στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, από μη ελεγχόμενη (αφύλακτη) διάβαση της Ελληνοαλβανικής μεθορίου της περιοχής ...του Νομού ..., λαθραία, χωρίς δηλαδή να υποβληθούν προηγουμένως στις νόμιμες διατυπώσεις, οι Αλβανοί υπήκοοι: 1) Χ1(τρίτος κατηγορούμενος), 2) ... και 3) ..., καίτοι αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, καθόσον δεν κατείχαν κανονικά και με ισχύ διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία να αναγνωρίζονται από διεθνείς συμβάσεις και δεν έφεραν, καίτοι απαιτούνταν, έγκυρες και με ισχύ θεωρήσεις εισόδου (άρθρα 3 και 5 νόμου 2910/2001). Στις ... και ώρα 16.00' περίπου, οι ανωτέρω αλλοδαποί, μετά από πεζοπορία, βρέθηκαν στην περιοχή .... Εκεί συναντήθηκαν με τους κατηγορούμενους αδελφούς, οι οποίοι, αφού τους επιβίβασαν στο ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, ανέλαβαν να τους προωθήσουν, με το αυτοκίνητο αυτό, ως οδηγός ο πρώτος και συνοδηγός ο δεύτερος, στο εσωτερικό της χώρας και, ειδικότερα, να τους μεταφέρουν με το εν λόγω όχημα στην περιοχή των .... Πλην, όμως, ενώ οι κατηγορούμενοι κινούνταν με το παραπάνω όχημα, μεταφέροντας μ` αυτό, ως οδηγός ο πρώτος και συνοδηγός ο δεύτερος, τους παραπάνω Αλβανούς υπηκόους, στην Εθνική Οδό ..., με κατεύθυνση προς τα ..., στη διασταύρωση ...της εν λόγω εθνικής οδού, περί ώρα 16.30' της ανωτέρω ημεροχρονολογίας, έγιναν αντιληπτοί από άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ..., οι οποίοι και τους συνέλαβαν, μαζί με τους παραπάνω αλλοδαπούς που αυτοί μετέφεραν... Εξάλλου, ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε, ότι ο κατηγορούμενος αυτός, καίτοι από τις .... είχε απελαθεί δικαστικά από το έδαφος της Ελληνικής Επικρατείας και είχε επαναπροωθηθεί στην Αλβανία, είχε δε καταχωρηθεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, ο οποίος τηρείται από το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και, ως εκ τούτου, δεν είχε δικαίωμα επανόδου στην Ελλάδα, χωρίς προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και πάροδο πενταετίας αφότου απελάθηκε, αυτός, την ανωτέρω ημεροχρονολογία, κατελήφθη να έχει επανέλθει παράνομα στη Χώρα, χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που να του επιτρέπει την επιστροφή στην Ελλάδα και να έχει παρέλθει πενταετία από της απέλασής του. Ο τρίτος κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω ενέργειά του με δόλια προαίρεση, καθ' όσον αφενός μεν γνώριζε, ότι είναι καταχωρημένος στον ανωτέρω κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, λόγω δικαστικής σε βάρος του απέλασης και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχει δικαίωμα επανόδου στην Ελλάδα, χωρίς να έχει παρέλθει πενταετία από την απέλαση του και να έχει εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που να του επιτρέπει την επιστροφή στην Ελλάδα και αφετέρου ήθελε, να επανέλθει στη Χώρα, καίτοι δεν είχε το δικαίωμα αυτό και απαγορευόταν η επάνοδος του, αφού ούτε πενταετία είχε παρέλθει, ούτε η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που προαναφέρθηκε είχε εκδοθεί. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, πρωτίστως, όμως, στην ...σηματική αναφορά της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και στην απολογία του ίδιου του τρίτου κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα πρακτικά του οποίου αναγνώστηκαν και με την οποία αυτός ομολογεί όλα τα ανωτέρω. Σύμφωνα μ' αυτά, ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω δεύτερης από τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασής της, τα οποία και προεξετέθησαν...Αντίθετα, αφού από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος γνώριζε, ότι είχε απελαθεί δικαστικά από την Ελλάδα, ο ισχυρισμός του για νομική πλάνη του, ο οποίος στηρίζεται στην άγνοια από μέρους του του γεγονότος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία ".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 99 ΠΚ, για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 99§§2, 3 και 4 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είναι αλλοδαπός (Αλβανός υπήκοος), ότι είχε αυτός απελαθεί από την Ελλάδα δικαστικά και ότι εισήλθε στη Χώρα παράνομα, δηλαδή χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης και χωρίς να έχει παρέλθει πενταετία από την απέλασή του. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται και ο αριθμός της δικαστικής αποφάσεως, με την οποία είχε διαταχθεί η απέλαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ούτε η ποινή, που του είχε επιβληθεί, και είναι αρκετή η αναφορά ότι επρόκειτο για "δικαστική" απέλαση, προς διάκριση από τη "διοικητική" τοιαύτη, στην περίπτωση της οποίας δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία εκτείνεται και στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης, η οποία συνίστατο στο ότι, επειδή, όταν καταδικάστηκε, ήταν ανήλικος, ναι μεν γνώριζε ότι στερείτο νομιμοποιητικών εγγράφων, αγνοούσε, όμως, δικαιολογημένα ότι του είχε επιβληθεί δικαστική απέλαση, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι γνώριζε αυτός ότι είχε απελαθεί δικαστικά, καθώς και από πού προέκυπτε η γνώση του αυτή. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (τόσο ως προς την τέλεση της πράξης, γιατί δεν αναφέρεται η απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε, η ποινή που του επιβλήθηκε, αν είχε διαταχθεί η επ` αόριστον αναστολή της ποινής του και η απέλασή του, αν από την έκδοση της αποφάσεως εκείνης έχει παρέλθει πενταετία και αν δεν του έχει επιτραπεί η είσοδος με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όσο και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής πλάνης) και για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 99§§2, 3 και 4 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση ότι η απόφαση δεν αναφέρει αν η εκφρασθείσα γνώση του για την παράνομη είσοδό του στο Ελληνικό έδαφος αναφερόταν στην παράβαση του ν. 50§1 ν. 2910/2001, για την οποία αθωώθηκε λόγω φαινομένης κατ` ιδέαν συρροής με την παράβαση του άρθρου 99§§2, 3 και 4 ΠΚ, ή στην τελευταία, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η γνώση του αναιρεσείοντος ότι εισήλθε παράνομα στη Χώρα αναφερόταν και στην παράβαση για την οποία καταδικάσθηκε, αφού γίνεται, με σαφήνεια, δεκτό ότι γνώριζε αυτός ότι είχε απελαθεί δικαστικά.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Απριλίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 3485/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 575/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 99 §§ 2, 3 και 4 ΠΚ και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών αυτών ποινικών διατάξεων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε απελαθεί δικαστικά και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται και η απόφαση, με την οποία είχε διαταχθεί η απέλαση, καθώς και η ποινή που είχε επιβληθεί. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αλλοδαπού απέλαση, Ποινής αναστολή, Πλάνη νομική.
| 0
|
Αριθμός 46/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή, για αναίρεση της 7593/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 23 Φεβρουαρίου 2009, δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1239/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 4-7-2008 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό καταθέσεως 43/08 από τον κατηγορούμενο, Χ αναίρεση, κατά της με αριθμό 7.593/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και οι, από 23-2-2009 με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στο κατάστημα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, από το νομίμως διορισμένο βάσει εξουσιοδοτήσεως συνήγορο του κατηγορουμένου, πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Με το άρθρο 15 περ. δ' του Π.Δ 40/1977: Επιθεώρηση σφαγίων ζώων και ζωϊκών προϊόντων, και υπό τον τίτλο "χαρακτηρισμός των τροφίμων βάσει των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων", τα τρόφιμα, αναλόγως των αποτελεσμάτων των κτηνιατρικών επιθεωρήσεων βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποία αυτά βρίσκονται και των όρων της ισχύουσας νομοθεσίας, χαρακτηρίζονται ως ακολούθως: εκτός άλλων, και "ως ακατάλληλα προς βρώσιν, ως τέτοια νοούμενα τα τρόφιμα εκείνα τα οποία παρουσιάζουν μη κανονικούς τους, εις την περίπτωση α' του παρόντος άρθρου, οργανοληπτικούς χαρακτήρες τους, ανεξαρτήτως της επιδράσεώς τους ή μη επί της υγείας του καταναλωτή". Κατά το άρθρο 22 του αυτού Π.Δ/τος, οι παραβαίνοντες τις διατάξεις του παρόντος τιμωρούνται κατά τις διατάξεις του Ν. 248/1914 "περί οργανώσεως της Ζωοτεχνικής και Κτηνιατρικής Υπηρεσίας" όπως αυτός συμπληρώθηκε με τον ΑΝ 23/24-1-1936 και Ν. 4085/1960 και των δύο περί συμπληρώσεως του Ν. 248/1914". Κατά το άρθρο 23, περίπτωση Β' του Ν. αυτού με τον τίτλο "ποινικές κυρώσεις", στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι "οι παραβάτες του παρόντος νόμου" και των σε εκτέλεση αυτού εκδιδομένων προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων", όπως οι εντός παρενθέσεως λέξεις, προστέθηκαν με την § 1 άρθρ. 15 Ν. 2732/1999, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών τουλάχιστον". Τέλος, με την περίπτωση Γ' του αυτού άρθρου του ιδίου Νόμου (248/1914) και με τον τίτλο". Κριτήρια επιμέτρησης των κυρώσεων" ορίζεται ότι "κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων του παρόντος νόμου, λαμβάνονται υπόψη ιδία η σοβαρότητα της παράβασης, η διάρκεια της, το μέγεθος της επιχείρησης και η ένταση του δόλου του υπαιτίου". Από τις διατάξεις αυτές (15 περ. δ', 22, Π.Δ/τος 40/1977 σε συνδ. με άρθρο 23 περ. Β' § 1 Ν. 248/1914, όπως ισχύει) προκύπτει ότι η διάθεση τροφίμων τα οποία με βάση το αποτέλεσμα της κτηνιατρικής επιθεωρήσεως, βάσει της εν γένει υγιεινής και ποιοτικής καταστάσεως στην οποία αυτά ευρίσκονται, χαρακτηρίζονται ως "ακατάλληλα προς βρώση" τιμωρούνται εκ δόλου με τις άνω ποινές, για τις οποίες προβλέπονται τα προαναφερόμενα όρια, κατά την επιμέτρηση δε των κυρώσεων αυτών, λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια, ενδεικτικά, η σοβαρότητα της παραβάσεως, η διάρκειά της, το μέγεθος της επιχειρήσεως και η ένταση του δόλου του υπαιτίου. H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 7593/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, παραβάσεως άρθρου 15 § 3 του Ν. 2732/1999 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία (1) τριετία, καθώς και χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ΕΥΡΩ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετά από εκτίμηση αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας παραγωγής-επεξεργασίας κρέατος πουλερικών υπό την επωνυμία "ΧΑΡΜΑ", που εδρεύει στη ..., και προμηθεύει με τα προϊόντα που παράγει διάφορα νοσοκομειακά ιδρύματα της πόλης, στις 13 Οκτωβρίου 2003, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από την αστυκτηνιατρική υπηρεσία στο Νοσοκομείο ..., διαπιστώθηκε ότι εντός χαρτοκιβωτίων με τις ενδείξεις ..., υπήρχε συνολική ποσότητα 117,600 Kgr από κατεψυγμένα μπούτια κοτόπουλου με ημερομηνία λήξης 18-2-04 και 12-9-04, αντίστοιχα που παρουσίαζαν μη κανονικούς τους οργανοληπτικούς-χαρακτήρες τους (τάγγιση λίπους-οσμή ταγγού) και που χαρακτηρίζονται ακατάλληλα προς βρώση. Τα παραπάνω προκύπτουν από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, δηλαδή την από 13.10.03 κτηνιατρική έκθεση, από την οποία προκύπτει η παραπάνω μη κανονικότητα και η ακαταλληλότητα των προϊόντων της επιχείρησης του κατηγορουμένου, την με αριθ. πρωτ. 13/2/4219 κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης, από την οποία προκύπτει η κατάσχεσή τους, ενώ αναφέρεται σ' αυτήν τόσο ότι παρατηρήθηκαν οι παραπάνω στην παρούσα απόφαση αναφερόμενες αλλοιώσεις όσο και ότι ήταν ακατάλληλα για βρώση και την φωτοτυπία από τα χαρτοκιβώτια με την επωνυμία της εταιρείας και το χρόνο λήξης του προϊόντος, από την οποία προκύπτει η προέλευση των αλλοιωμένων προϊόντων από την επιχείρηση του κατηγορουμένου. Δεν αναιρούνται, δε, από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από το αντίγραφο της Σύμβασης με αριθμό 17/ 963/11/2/2002 διακήρυξης, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης ..., οδηγού της εταιρίας του κατηγορουμένου, που μετέφερε τα παραπάνω προϊόντα και υποστηρίζει, μη πειστικά όμως, καθώς η κατάθεσή του έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, ιδίως δε με το αναμφισβήτητο γεγονός ότι τα προϊόντα της επιχείρησης του κατηγορουμένου βρέθηκαν μη κανονικά, ότι κατά την παραλαβή έγινε έλεγχος από το νοσοκομείο και τα κοτόπουλα βρέθηκαν κανονικά, και ..., γεωπόνου, που υποστηρίζει, επίσης μη πειστικά για τους ίδιους λόγους και κυρίως επειδή δεν μπορεί να εξηγηθεί από την κατάθεσή του πώς η αστυκτηνιατρική υπηρεσία, κατά τον έλεγχο που ως μόνη αρμόδια ενήργησε, δεν διαπίστωσε τα όσα αυτός υποστηρίζει, ότι δηλαδή η αλλοίωση μπορεί να προήλθε από εσφαλμένη συντήρηση στα ψυγεία του νοσοκομείου, ενώ για τους ίδιους λόγους κρίνονται μη πειστικοί από το Δικαστήριο και οι προβαλλόμενοι με την απολογία του ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι τα προϊόντα που παρέδωσε αυτός στο νοσοκομείο ήταν κανονικά και είτε αυτά που βρέθηκαν αλλοιωμένα ήταν άλλα, καθώς ούτε και από τα έγγραφα που αυτός προσκομίζει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει ο ισχυρισμός του αυτός, είτε η ψύξη στο νοσοκομείο δεν ήταν καλή. Το αίτημα του κατηγορουμένου για κλήση της ιατρού του Νοσοκομείου ..., που υπέγραψε την κτηνιατρική έκθεση κατάσχεσης των προϊόντων της επιχείρησής του, προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας, πρέπει να απορριφθεί, διότι η κατάθεσή της δεν κρίνεται ότι θα προσθέσει κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση, δεδομένου του ότι η μη κανονικότητα και ακαταλληλότητα διαπιστώθηκε όχι από τους ιατρούς του Νοσοκομείου κατά την παραλαβή τους, κατά την οποία προφανώς τα προϊόντα θα φαίνονταν κανονικά, αλλά από τον αστυκτηνιατρικό έλεγχο που επακολούθησε, και δεδομένου επίσης του ότι έχουν ήδη παρέλθει 5 έτη από την παραλαβή των προϊόντων και είναι απίθανο η παραπάνω μάρτυρας να καταθέσει κάτι συγκεκριμένο για την κατάσταση των προϊόντων κατά την παραλαβή τους, που ούτως ή άλλως δεν έχει, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ιδιαίτερη αξία. Βάσει όλων των παραπάνω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παράβασης του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν. 2732/99, που του αποδίδεται και της οποίας πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 15 § 3 του Ν. 2732/99 και ειδικότερα του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας παραγωγής-επεξεργασίας κρέατος πουλερικών υπό την επωνυμία "ΧΑΡΜΑ", που εδρεύει στη ..., και προμηθεύει με τα προϊόντα που παράγει διάφορα νοσοκομειακά ιδρύματα της πόλης, στις 13 Οκτωβρίου 2003, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από την αστυκτηνιατρική υπηρεσία στο Νοσοκομείο "...", διαπιστώθηκε ότι εντός χαρτοκιβωτίων με τις ενδείξεις ..., υπήρχε συνολική ποσότητα 117,600 Kgr από κατεψυγμένα μπούτια κοτόπουλου με ημερομηνία λήξης 18-2-04 και 12-9-04, αντίστοιχα που παρουσίαζαν μη κανονικούς τους οργανοληπτικούς-χαρακτήρες τους (τάγγιση λίπους-οσμή ταγγού) και που χαρακτηρίζονται ακατάλληλα προς βρώση". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία (1) τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 του ΠΚ και άρθρα 14, 15 § δ', 22 Π.Δ/τος 40/77 σε συνδ. με άρθρ. 23 Ν. 248/14 ως ισχύει μετά την αντ/ση από το άρθρ. 13 § 2 Ν. 2538/97 και συμπλ. από το άρθρ. 15 § 3 του Ν. 2732/99, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 7593/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία, κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)υπάρχει έλλειψη της κατά νόμο απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως, εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 14, 15 εδ. δ', 22 του Π.Δ/τος 40/1977 και 23 του Ν. 248/1914, που δημιουργεί τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως, διότι από την απόφαση δεν προκύπτει αν η ακαταλληλότητα του τροφίμου προς βρώση, υπήρχε ήδη κατά το χρόνο που αυτό παραδόθηκε στο Νοσοκομείο ή αν αυτή επήλθε το πρώτον μετά την παράδοσή του στον άνω παραλήπτη, οφειλόμενη σε πλημμελή συντήρηση-κατάψυξη στους χώρους του Νοσοκομείου. Όμως, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα, από την αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος του κατηγορουμένου, για αναβολή της υποθέσεως, προκειμένου να προσέλθει και να καταθέσει ως μάρτυρας η ιατρός,..., που υπέγραψε την κτηνιατρική έκθεση κατασχέσεως των άνω τροφίμων, προκύπτει ότι η ακαταλληλότητα αυτών υπήρχε κατά την παραλαβή τους από τον αγοραστή (1ος λόγος του δικογράφου της αιτήσεως). 2)Δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση για ποιους λόγους δεν κατέστη δυνατή η διαπίστωση της καταλληλότητας προς βρώση του τροφίμου κατά τον ποιοτικό και ποσοτικό έλεγχο που διενεργήθηκε από το Νοσοκομείο κατά την παραλαβή του τροφίμου, καθώς επίσης, η απόρριψη του αιτήματός του για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει και εξεταστεί ως μάρτυρας, το προαναφερόμενο πρόσωπο. Αυτά στερούνται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση των άνω διατάξεων, με συνέπεια την ίδρυση των παραπάνω λόγων αναιρέσεως (2ος λόγος του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως). Όμως, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει πλήρης και σαφής αιτιολογία και δεν υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση των άνω διατάξεων. 3)Πουθενά στο σκεπτικό ή το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης δεν περιγράφεται ούτε κατ' άλλο τρόπο προκύπτει η διατύπωση αν κατείχε, διέθεσε ή μετέφερε αυτός (κατηγορούμενος) τα αλλοιωμένα τρόφιμα, αφού ήταν δυνατόν η επίμαχη παρτίδα πουλερικών, να προέρχεται από άλλον προμηθευτή του Νοσοκομείου, με συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση να καθίσταται αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσεως, άλλως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (1ος του δικογράφου των προσθέτων λόγων). Αβάσιμα όμως, διότι στο άνω σκεπτικό προκύπτει ότι τα αλλοιωμένα τρόφιμα βρέθηκαν στα παραδοθέντα στο Νοσοκομείο από τον κατηγορούμενο εμπορεύματα. 4)Δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι η διαπιστωθείσα παραβατική πράξη του τελέστηκε με πρόθεσή του, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να είναι αναιρετέα για εκ πλαγίου παράβαση των άνω διατάξεων, άλλως, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (2ος των προσθέτων λόγων). Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δίκασε την κατά του κατηγορουμένου κατηγορία και επέβαλε τις παραπάνω ποινές, με τις παρακάτω σκέψεις: α)Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα με τα άρθρα: 12, 26 § 1α, 27 § 1, 53, 57, 79 του Ποινικού Κώδικα και άρθρο 14, 15 παρ δ, 22 Π.Δ/τος 40/77 σε σ'υνδ! με άρθρο 23 Ν 248/14 ως ισχύει μετά την αντικ. από το άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 2538/97 και συμπλ. από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν.2732/99. β) Το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, λαμβάνει υπόψη αφενός τη βαρύτητα του εγκλήματος που τελέσθηκε και αφετέρου την προσωπικότητα του καταδικασθέντος. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το Δικαστήριο αποβλέπει α) στη βλάβη που επήλθε από το έγκλημα και στον κίνδυνο που προκλήθηκε από αυτό β) στη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την τέλεση του και γ) στην ένταση του δόλου του υπαιτίου. γ)Για την εκτίμηση της προσωπικότητας του καταδικασθέντος το Δικαστήριο αποβλέπει, ενδεικτικά στο βαθμό της εγκληματικής διάθεσης του ενόχου που εκδηλώθηκε κατά την πράξη του και για την ακριβή διάγνωση αυτής α) στα αίτια από τα οποία ωθήθηκε προς τέλεση του εγκλήματος, στην αφορμή που δόθηκε και το σκοπό τον οποίο επεδίωξε β) στο χαρακτήρα του και στο βαθμό της ανάπτυξης του γ) στις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και τον προηγούμενο βίο του και δ) στην κατά και μετά την πράξη διαγωγή του. δ)Για την επιμέτρηση της χρηματική ποινής λαμβάνονται υπ' όψη οι οικονομικοί όροι τόσο αυτού, όσο και των σε βάρος αυτού μελών της οικογένειας του. ε)Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 23Γ του ν. 248/1914, "κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων του παρόντος νόμου, λαμβάνονται υπόψη ιδία η σοβαρότητα της παράβασης, η διάρκειά της, το μέγεθος της επιχείρησης και η ένταση του δόλου του υπαιτίου". Από τα πιο πάνω, είναι φανερό ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος ότι τέλεσε την πράξη με δόλο, το δε Δικαστήριο επέβαλε και επιμέτρησε την ποινή για την προαναφερόμενη πράξη, με βάση το δόλο του κατηγορουμένου.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 ιουλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. Ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 43/08 αίτηση και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο, προσθέτους λόγους του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 7593/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τρόφιμα ακατάλληλα προς βρώση που διατέθηκαν σε καταναλωτή. Καταδίκη για διάθεση με πρόθεση. Αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Διάθεση ακατάλληλων τροφίμων και κρεάτων.
| 0
|
Αριθμός 47/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου. Με κατηγορουμένους τους: 1) X1 και 2) X2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Σαρρή.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 47/30.9.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1562/2008.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, καθώς και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των κατηγορουμένων και του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώριση αυτής καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο αντικειμενική ή η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 2408/96, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, αν δε μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ1 επάγγελμα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του, με βία ή με απειλή ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφαση του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται το παθητικό υποκείμενο σε καταναγκαστική κατάσταση, θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ιδίου ή άλλου και επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλ. ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, εμφανιζόμενη ως αξία μομφής. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτήν η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή συναγόμενη από τον τρόπο εκδηλώσεως και τη συμπεριφορά του δράστη, άμεση ή έμμεση, να έχει διατυπωθεί εγγράφως ή προφορικώς και τέλος αμέσως από τον δράστη ή μέσω τρίτου προσώπου. Δεν αποκλείεται και μία προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει μία υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1023/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, οι κατηγορούμενοι: α) X1 και β) X2, κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξεως της εκβιάσεως από κοινού, σε βάρος του Ψ1, που τους είχαν αποδοθεί. Για να στηρίξει την απαλλακτική αυτή κρίση του, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις μαρτυρίες των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι με το από 1/1/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, εκμίσθωσαν στον εγκαλούντα Ψ1 ένα κατάστημα στην οδό .... Με την από 12/2/2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, οι κατηγορούμενοι εκμισθωτές ζήτησαν από τον εγκαλούντα μισθωτή την απόδοση του μισθίου για τον λόγο ότι η προαναφερόμενη μισθωτική σύμβαση, κατά το μέρος που υπερέβαινε τη χρονική διάρκεια των έξι [6] ετών ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1892/31-7-1990 επειδή ο εγκαλών δεν είχε λάβει την άδεια της επιτροπής του άρθρου 26 Ν. 1892/1990, η δε μίσθωση ήδη την 1-1-2007 είχε ήδη συμπληρώσει διάρκεια έξι [6] ετών και είχε λήξει και οι κατηγορούμενοι είχαν δηλώσει στον εγκαλούντα τη βούλησή τους να τους παραδώσει το μίσθιο. Στη συνέχεια, μεταξύ των δύο μερών άρχισε ένας κύκλος διαπραγματεύσεων που είχε σκοπό το κλείσιμο κάποιας συμφωνίας, ώστε ο εγκαλών να παραμείνει στο μίσθιο κατάστημα και οι κατηγορούμενοι να προβούν στην παραίτηση των δικαιωμάτων τους, αντί κάποιου κοινά αποδεκτού αντιτίμου. Μετά από αναβολές και ματαίωση της συζήτησης της ανωτέρω υπόθεσης και ενόψει του ότι προσδιορίστηκε η εκδίκασή της για τις 3-12-2007 στο τέλος του μηνός Νοεμβρίου 2007 επήλθε τελική συμφωνία μεταξύ των μερών και κλείσθηκε ραντεβού την ...-2007 για την υπογραφή των σχετικών εγγράφων στο δικηγορικό γραφείο του Χριστόφορου Καλογήρου. Ειδικότερα, με το από 3-12-2007 πρακτικό συμβιβασμού, οι διάδικοι συμφώνησαν έναντι των εκεί ειδικά αναφερομένων οικονομικών όρων, να παραμείνει ο εγκαλών στο μίσθιο μέχρι τις 31-12-2009, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος συνομολογούσε ότι η μίσθωση είχε λήξει με τη συμπλήρωση της εξαετίας, ήτοι στις 31-12-2006. Πιο συγκεκριμένα, για το διάστημα των δύο επιπλέον ετών, συμφωνήθηκε να καταβάλει ο εγκαλών το συνολικό ποσό των 45.000 ευρώ σαν αποζημίωση χρήσης, ενώ ως εγγύηση για την περίπτωση κατά την οποία δεν θα απέδιδε το μίσθιο στους κατηγορουμένους την ορισθείσα [31-12-2009], παρέδωσε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, ο οποίος ορίσθηκε μεσεγγυούχος, μία επιταγή ποσού τριακοσίων χιλιάδων [300.000] ευρώ, η οποία θα κατέπιπτε υπέρ των κατηγορουμένων ως ποινική ρήτρα, όπως προβλέφθηκε σε ξεχωριστό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπεγράφη μεταξύ των ιδίων μερών την ίδια ως άνω ημερομηνία. Στις 26-11-2007, όμως, ο εγκαλών είχε προηγουμένως παρουσιαστεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου και είχε εγχειρίσει την από 20-11-2007 έγκλησή του, όπου κατήγγειλε τους κατηγορουμένους για εκβίαση και ταυτόχρονα προσκόμισε φωτοτυπίες των χαρτονομισμάτων [500 ευρώ] και των υπ' αριθ. ... και ....επιταγών της ALPHA BANK [βλ. σχετικές φωτοτυπίες], τα οποία, όπως ανέφερε, θα ήταν μεταξύ αυτών που θα παρέδιδε στους κατηγορουμένους, υποκύπτοντας στον "εκβιασμό" τους και αποφασίσθηκε η επ' αυτοφώρω σύλληψη των κατηγορουμένων. Στον συμφωνημένο χρόνο και ενώπιον του δικηγόρου Χριστόφορου Καλογήρου υπογράφηκαν από τους διαδίκους τα προαναφερόμενα έγγραφα και έγινε η καταβολή των συμφωνηθέντων από τον εγκαλούντα στους κατηγορούμενους. Έπειτα από τα παραπάνω, επενέβησαν οι αστυνομικοί που συνέλαβαν τους κατηγορουμένους με "τα πειστήρια" στα χέρια, τους συνέλαβαν με την κατηγορία της εκβιάσεως σε βάρος του εγκαλούντος και κατέσχεσαν τα χρήματα και τις επιταγές. Από τα παραπάνω προκύψαντα γίνεται φανερό ότι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν στοιχειοθετεί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της εκβιάσεως. Το οικονομικό όφελος στο οποίο απέβλεψαν οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να προβούν στην παραίτηση του εκ του νόμου δικαιώματός τους, δεν μπορεί με καμμία συλλογιστική να θεωρηθεί παράνομο. Στην κοινωνική και οικονομική ζωή μας, όπου κυριαρχούν οι βασικές αρχές της αυτονομίας της βουλήσεως και της ελευθερίας στις συναλλαγές, η άσκηση πίεσης με ορισμένου είδους "απειλές" για να επιτευχθεί οικονομικό όφελος αυτού που "απειλεί", στο οποίο δεν έχει νόμιμη αξίωση, με βλάβη αυτού που "απειλείται" είναι πράξη πολύ συνηθισμένη (π.χ. απεργία, αν δεν δοθεί αύξηση αποδοχών). Οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, όχι μόνο συνηθισμένους, αλλά και κοινωνικά παραδεκτούς. Πολύ δε περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, όπου οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε θυσία οικονομικού τους αγαθού, σε παραίτηση από δικαιώματα που τους παρείχε ο νόμος εξ αφορμής της παράλειψης του εγκαλούντος μισθωτή να λάβει τη σχετική άδεια που προαναφέρθηκε. Εξάλλου, αποτελεί συνήθη πρακτική η καταβολή ενός χρηματικού ποσού του λεγόμενου "αέρα", προκειμένου να συναφθεί μίσθωση καταστήματος. Το πόσο συνηθισμένη και κοινωνικά παραδεκτή είναι η συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνάγεται και από την κατάθεση του εγκαλούντος, ο οποίος κατέθεσε ότι με το επίμαχο πρακτικό συνήφθη νέα μίσθωση με δωδεκαετή πρόβλεψη και ότι ο ίδιος θεώρησε λογικό και σύμφωνο με τους κανόνες των συναλλαγών το ποσό των 60.000.000 δραχμών που κατέβαλε στους κατηγορουμένους ως "αέρα" προ επταετίας το έτος 2000 με τη σύναψη της αρχικής μίσθωσης λόγω της προνομιούχου εμπορικής θέσης του μισθίου .... Από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας εξάλλου, δεν προκύπτει απειλητική συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Το να γίνει δεκτό ότι η άρνησή τους να παραιτηθούν από τα νόμιμα δικαιώματά τους συνιστά απειλή, προϋποθέτει ότι αυτοί είχαν νόμιμη υποχρέωση να προβούν σ' αυτήν, πράγμα που βέβαια δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι". Στην συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους αθώους του ότι: "στη ...στις 20-11-2007, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, από κοινού εξανάγκασαν κάποιον με βία και με απειλή σε πράξη, μεταχειριζόμενοι απειλή βλάβης της επιχείρησης του εξαναγκαζομένου, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία του τελευταίου. Συγκεκριμένα, για να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, από κοινού απείλησαν τον Ψ1, ότι θα κλείσουν την επιχείρησή του εξώνοντάς τον από το κατάστημα επί της οδού ..., το οποίο του εξεμίσθωναν, εάν δεν τους κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 90.000 € και μια επιταγή αξίας 300.000€ και λήξεως 31-12-2009, ως "αέρα" για την ως άνω συναλλαγή. Έτσι, με την παραπάνω πράξη τους, εξανάγκασαν αυτόν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 45.000€ σε μετρητά, 45.000€ σε επιταγή και 300.000€ σε επιταγή λήξεως 31-12-2009, με συνέπεια να επέλθει ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος από την καταβολή του παραπάνω ποσού". Ο αναιρεσείων Εισαγγελέας στην αίτησή του ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "Με τις παραδοχές αυτές, δεν γίνεται σαφές ότι το εκδόν την προσβαλλομένη δικαστήριο δέχεται ότι ο εγκαλών δεν εξηναγκάσθη, με απειλές των κατηγορουμένων προς αυτόν, στις ως άνω παροχές. Αλλά με την ασάφεια αυτή η προσβαλλομένη, δια της οποίας εκηρύχθησαν οι κατηγορούμενοι αθώοι εκβιάσεως από κοινού, στερείται της υπό του άρθρου 93 του Συντάγματος και του αρθρ. 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται, εκ της αιτίας αυτής, ο υπό του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως". Αβάσιμα όμως, διότι, σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην αθωωτική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτουμένη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτοί αθωώθηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον δε, δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 47/2008) αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 1023/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκβίαση: έφεση Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Λόγος αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εκβίαση, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 48/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, περί αναιρέσεως της 863-894/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ξάνθης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 2/10.7.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης Τριανταφυλλιάς Καλογεροπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1705/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 3, 479 παρ. 2, 504 παρ.1 και 505 παρ. 1 περ. δ', προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος και κατά των αποφάσεων των μονομελών πλημμελειοδικείων και των πταισματοδικείων της περιφέρειάς του, καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν την δίωξη η ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα. Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο τον λόγο αναιρέσεως του αρθρ. 510 παρ. 1 Ε, δηλ. για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το αρθρ. 506 στοιχ. β'. Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Ξάνθης, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεσή του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ξάνθης άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 863-894/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, κατά του κατηγορουμένου, Χ, κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη της καθυστερήσεως της καταβολής των βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, πλέον των τεσσάρων (4) μηνών. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Ο παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ξάνθης δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης, γιατί με αυτήν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 16 του ΠΚ και έτσι κήρυξε απαράδεκτη (γιατί δεν υπήρχε άδεια της Γερμανικής Κυβερνήσεως για δίωξη της πράξεως αυτής) την, κατά του κατηγορουμένου, ασκηθείσα ποινική δίωξη, ενώ έπρεπε, εφαρμόζοντας σωστά τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ΠΚ, ορίζεται ότι τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 6 του αυτού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα η πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. 2. Η ποινική δίωξη ασκείται και εναντίον αλλοδαπού ο οποίος κατά την τέλεση της πράξης ήταν ημεδαπός. Επίσης, ασκείται και εναντίον εκείνου που απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια μετά την τέλεση της πράξης. 3. Στα πλημμελήματα, για να εφαρμοστούν οι διατάξεις των παραγρ. 1 και 2, απαιτείται έγκληση του παθόντος ή αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το πλημμέλημα. 4. Τα πταίσματα που διαπράττονται στην αλλοδαπή τιμωρούνται μόνο στις περιπτώσεις που ειδικά ορίζει ο νόμος". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση που ασκήθηκε ποινική δίωξη χωρίς νομότυπη και εμπρόθεσμη έγκληση του παθόντος ή αίτηση της ξένης κυβερνήσεως, αυτή θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. γ' και 370 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ. Το άρθρο 6 ΠΚ εισάγει την αρχή της προσωπικότητας αλλά για να εφαρμοστούν οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι σε πράξη που τέλεσε ημεδαπός στην αλλοδαπή, θα πρέπει η πράξη αυτή να είναι αξιόποινη και, σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου τέλεσης της. Η ανωτέρω προϋπόθεση αποτελεί εξωτερικό όρο του αξιοποίνου και η συνδρομή της διερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Ειδικότερα δε, στην περίπτωση των πλημμελημάτων που τελέστηκαν στην αλλοδαπή, επειδή η έρευνα του δικαιώματος της πολιτείας προς κατηγορία, που αποτελεί προϋπόθεση της ποινικής αξίωσης της πολιτείας, προηγείται της έρευνας για την συνδρομή του εξωτερικού όρου του αξιοποίνου σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου τέλεσης, εξετάζεται πρώτα αν υποβλήθηκε έγκληση του παθόντος ή αίτηση της ξένης κυβέρνησης, που αποτελούν δικονομικές προϋποθέσεις, αδιαφόρως αν πρόκειται, σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, για αδίκημα που διώκεται κατ' έγκληση ή αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, η αίτηση της Κυβέρνησης της χώρας στη οποία διαπράχθηκε το πλημμέλημα, όταν έχει τη μορφή ρηματικής ανακοίνωσης που υποβάλλεται δια μέσου του Υπουργείου Εξωτερικών και όχι απευθείας στον αρμόδιο Εισαγγελέα, έχει διοικητικό χαρακτήρα και διαφέρει από την έγκληση. Κατά συνέπεια, μπορεί να υποβληθεί μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της αξιόποινης πράξης και δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία το Δικαστήριο αυτό, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά προβαίνει, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως αδείας του Γερμανικού Δημοσίου, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του Χ, κατοίκου ..., κατηγορουμένου του ότι: "στην ... στις 1-5-2005, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στην Α' Δ.Ο.Υ. ... χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών, των ως άνω χρεών ανερχομένων στο ποσό των 1.188.792,41 ευρώ, ήτοι ποσό άνω των 120.000 ευρώ". Προηγουμένως, όμως, το άνω Δικαστήριο, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, για να στηρίξει την κρίση του για κήρυξε απαράδεκτης της ποινικής διώξεως σε βάρος του κατηγορουμένου, διέλαβε στην απόφασή του, την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Ο κατηγορούμενος είναι διαχειριστής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΚΥΚΝΟΣ -ΓΙΑΧΤΙΝΓΚ ΕΠΕ", με έδρα την ... και με σκοπό την συντήρηση επισκευή και καθαρισμό πλοίων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων και μεταλλικών κατασκευών και ειδικά την προστασία αυτών από την οξείδωση και διάβρωση με την χρήση και της μεθόδου. (Σχετικώς, συνετάγη το υπ' αριθμόν ... συμβολαιογραφικό έγγραφο/εταιρικό καταστατικό). Η εταιρεία αυτή δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην ... και από την δράση της δημιούργησε φορολογικά χρέη συνολικού ύψους 1.121.502,27 ευρώ. (βλ ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών ΔΟΥ Neukolln-Nord). Ο κατηγορούμενος δε, εκχώρησε απαίτησή του από την ΔΟΥ ... στην ΔΟΥ Papenburg Γερμανίας (βλ. από 13-1-2006 έγγραφο της ΔΟΥ Papenburg Γερμανίας). Εξάλλου, σύμφωνα με το από 9-7-2007 έγγραφο της γερμανικής εφορίας Oldenburg, για καταζητήσεις και ποινικές υποθέσεις η δικαστική έρευνα που είχε αρχίσει εναντίον του κατηγορουμένου λόγω ενδείξεων κατακράτησης φόρου εισοδήματος, επαγγελματικού φόρου, φόρου μισθωτών υπηρεσιών και εισφορά αλληλεγγύης ετών 1998 έως 2001 καταργήθηκε την 15η Μαρτίου 2007, σύμφωνα με § 170 κεφ. 2 Κώδικα Ποινικής δικονομίας (βλ. από 9-7-2007 της εφορίας του Oldenburg Γερμανίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι με βάση τα στοιχεία αυτά υπεβλήθη στην Ελληνική Δημοκρατία (Υπουργείο Οικονομικών) από την ομοσπονδιακή δημοσιονομική γερμανική υπηρεσία το από 1-4-2004 αίτημα διεθνούς συνδρομής, δυνάμει του άρθρου 7 εδαφ. 2 της Οδηγίας 76/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1976 "περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων που προκύπτουν από ενέργειες, οι οποίες αποτελούν μέρος του συστήματος χρηματοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων καθώς και από γεωργικές εισφορές και δασμούς" για την είσπραξης της ως άνω φορολογικής απαίτησης της γερμανικής εφορίας. Η αίτηση συνδρομής συνοδεύονταν με επίσημο αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου που επέτρεπε την εκτέλεσή του. Κατόπιν τούτων, η "αρμόδια αρχή" στην οποία απευθύνετο η αίτηση συνδρομής διαβίβασε αυτήν στην ΔΟΥ ... για την διεκπεραίωση-ικανοποίησή της, όπου είχε την έδρα της η υπόχρεη εταιρία. Σύμφωνα με την παραπάνω οδηγία (άρθρο 6), η αρμόδια αρχή εισπράττει κατά τις νομοθετικές κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, που εφαρμόζονται για την είσπραξη παρόμοιων απαιτήσεων που γεννήθηκαν στο κράτος μέλος που έχει την έδρα της, τις απαιτήσεις του τίτλου που αποτελούν το αντικείμενο του τίτλου ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση. Τα ληφθέντα όμως εξαναγκαστικά μέτρα δεν κατέληξαν στην πληρωμής της ένδικης απαιτήσεως. Για τον λόγο αυτόν, προέβη η ΔΟΥ ... στην βεβαίωσή της και ο προϊστάμενός της ζήτησε την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για την καθυστέρηση καταβολής της.
Συνεπώς, το επίδικο χρέος αναφέρεται στην υπόθεση που αποτέλεσε την αιτία της αιτήσεως εισπράξεως και η πράξη της μη καταβολής των χρεών σε βαθμό πλημμελήματος, για τις οποίες κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τελέσθηκε στην Γερμανία. Υπό την παραδοχή δε ότι η πιο πάνω αίτηση δικαστικής συνδρομής, που δεν απευθύνονταν άμεσα στον αρμόδιο εισαγγελέα, είχε διοικητικό χαρακτήρα, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι υπάρχει αίτηση της γερμανικής κυβερνήσεως για δίωξη της πράξεως αυτής, συνεπώς και για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί στη μείζονα πρόταση πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη για την πράξη της μη καταβολής των χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο". Ο αναιρεσείων Εισαγγελέας στην αίτησή του ισχυρίζεται, κατά λέξη, τα εξής: "προκύπτει από τη συνεκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού, ότι: 1) ο Χ, κάτοικος ... , δημιούργησε χρέη προς το Γερμανικό Δημόσιο εξ αφορμής της εκεί (στην Βρέμη Γερμανίας) επαγγελματικής δραστηριοποίησης της εταιρίας "ΚΥΚΝΟΣ ΓΙΑΧΤΙΝΚ ΕΠΕ" που ιδρύθηκε με το με αρ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου ..., είχε έδρα την ..., εταίρους τους ..., Τούρκο υπήκοο και μόνιμο κάτοικο ..., και Χ Έλληνα υπήκοο, και σκοπό τη συντήρηση, επισκευή και καθαρισμό πλοίων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων και μεταλλικών κατασκευών, ύψους 1.121.502,27€, 2) το Γερμανικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από την στη Βόννη Γερμανίας εδρεύουσα Ομοσπονδιακή Δημοσιονομική Υπηρεσία, αιτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από το Υπουργείο Οικονομικών και σύμφωνα με την οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της 15-3-1976 (76/308/ΕΟΚ), όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες της 15-6-2001 (2001/44/ΕΚ του Συμβουλίου), να μεριμνήσει για την είσπραξη του ανωτέρω ποσού, 3) το Υπουργείο Οικονομικών διαβίβασε προς την Α' Δ.Ο.Υ. ... τον υπ' αρ. 20/27-10-2004 χρηματικό κατάλογο, με τον οποίο αναφέρονταν η οφειλή του προρρηθέντος ποσού εκ μέρους του Χ προς το Γερμανικό Δημόσιο, η δε προμνημονευθείσα οφειλή βεβαιώθηκε από την Α' Δ.Ο.Υ. ... με αρ. ..., το δε βεβαιωθέν ποσό έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ έως την 31-12-2004, 4) εξ αιτίας του ότι το υπόψη ποσό δεν καταβλήθηκε, υποβλήθηκε προς την υπηρεσία μας η υπ αρ. πρωτ. 6308/18-5-2005 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Α' Δ.Ο.Υ...., με αφορμή δε αυτήν αιτήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του Χ για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 περ. γ' ν. 1882/1990) και η υπόθεση εισήχθη στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, προκειμένου ο ανωτέρω να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην ... στις 1-5-2005 καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στην Α' Δ.Ο.Υ ... χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα πέραν των τεσσάρων μηνών, των ως άνω χρεών ανερχομένων στο ποσό των 1.188.792,41 ευρώ, ήτοι ποσό άνω των 120.000,00 ευρώ. 5) Με την υπ' αριθ. 3099/12-10-2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης ο παραπάνω κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, 6) Με την υπ' αρ. 863/894 της 3/5-6-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, που εκδίκασε την έφεση κατά της προαναφερθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη, διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το διερευνώμενο αδίκημα διαπράχθηκε στη Γερμανία, και για τη δίωξη αυτού δεν υπήρχε η κατ' άρθρο 6 ΠΚ απαιτούμενη αίτηση της κυβέρνησης της χώρας όπου τελέστηκε το αδίκημα, 7) εκ των προεκτεθέντων, ευχερώς συνάγεται πως το Δικαστήριο, με την μόλις παραπάνω αναφερθείσα απόφασή του, παραβίασε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 16 ΠΚ που ορίζει ότι "τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε, σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου, να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα", δεδομένου ότι αποφάνθηκε ότι τόπος τέλεσης του διωχθέντος εγκλήματος ήταν η Γερμανία, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η ..., όπως ειδικότερα αναφερόταν στο συνταχθέν από εμάς κλητήριο θέσπισμα και όπως γενικότερα προκύπτει από όλο το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, 8) ενόψει των ανωτέρω έχουμε τη γνώμη ότι η προσβαλλομένη πάσχει και πρέπει να αναιρεθεί για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ)".
Με βάση όμως το παραπάνω αποδεικτικό υλικό που έγινε δεκτό από το δικάσαν Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος έλληνας υπήκοος, είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της εδρεύουσας στην ... εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ), που δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά στην Γερμανία. Από την δραστηριότητά της εκεί, η εταιρεία αυτή δημιούργησε φορολογικά χρέη προς το Γερμανικό Δημόσιο, η αρμόδια υπηρεσία του οποίου υπέβαλε αίτηση διεθνούς συνδρομής κατ' άρθρο 7 εδ. 2 οδηγίας 76/308/ΕΟΚ προς την Ελλάδα, για την είσπραξη της άνω φορολογικής απαιτήσεώς του (Γερμανικού Δημοσίου) σε βάρος της εταιρείας. Σύμφωνα με αυτά, τόπος, όπου ο κατηγορούμενος, με την άνω ιδιότητά του, διέπραξε ολικά την αξιόποινη παράλειψη, είναι η Γερμανία. Επομένως, για την αξιόποινη αυτήν πράξη, που χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα και τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, η οποία (πράξη - παράλειψη) και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Νόμο, είναι αξιόποινη (πλημμέλημα), εφαρμόζονται οι Ελληνικοί Ποινικοί Νόμοι (ΠΚ 6 παρ. 1). Για την δίωξη δε αυτήν απαιτείται αίτηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως, που όμως δεν υπήρξε. Έτσι, το δικάσαν Δικαστήριο, κρίνοντας ότι για την άσκηση της ποινικής διώξεως έπρεπε να υπάρχει αίτηση της Γερμανίας, όπου είναι ο τόπος τελέσεως κατά την ΠΚ 16 της άνω πλημμεληματικής αξιόποινης πράξεως, ορθά ερμήνευσε την άνω ουσιαστική ποινική διάταξη, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η αίτηση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιουλίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 2/10.7.2008) αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, για αναίρεση της με αριθμό 863-894/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών. Διαχειριστής ΕΠΕ και δραστηριότητα επιχειρηματική της εταιρείας στη Γερμανία, όπου και γεννήθηκε το χρέος προς το Γερμανικό Δημόσιο. Τόπος τελέσεως πλημμελήματος στη Γερμανία από ημεδαπό. Εφαρμογή Ελληνικού Ποινικού Νόμου. Ποινική δίωξη χωρίς αίτηση του Γερμανικού Δημοσίου. Κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής διώξεως. Αναίρεση Εισαγγελέα Πρωτοδικών του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της ΠΚ 16. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απαράδεκτο ποινικής δίωξης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 49/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεπάκο, περί αναιρέσεως της 302/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 602/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υπό την έννοια αυτή, χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά αντικειμενικώς και η υποβολή αυτού σε Δημόσια Αρχή προς παραπλάνησή της, ώστε να προβεί σε ενέργεια της αρμοδιότητάς της. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1599/86, κατά την οποία "Γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας, ή τα αντίστοιχα έγγραφα του άρθρου 6, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα, με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου που συντάσσεται σε ειδικό σφραγιστό χαρτί αξίας 100 δραχμών", και 22 παρ. 6 εδ. α του ίδιου νόμου, η οποία ορίζει ότι "όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται ή αποκρύπτει τα αληθινά, με έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών κλπ", συνάγεται ότι για την αντικειμενική υπόσταση του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου εγκλήματος απαιτείται: 1) δήλωση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή άρνηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, τα οποία δεν αποδεικνύονται με το δελτίο ταυτότητας ή το διαβατήριο, (όχι δε μόνο γεγονότων που αφορούν προσωπικά στοιχεία του δηλούντος), 2) η δήλωση αυτή να έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και γ) να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημόσιου τομέα, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του, γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση τελέσεως της πράξεως, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατ' ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς τούτου νόμους. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός πραγματικής πλάνης, κατά το άρθρο 30 του ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το ποινικό δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, μόνον όταν έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, ενώ δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστός ο αυτοτελής ισχυρισμός στη νομική ορολογία ή τη νομική επιστήμη, αλλιώς είναι απαράδεκτος ως αόριστος, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Από τη διάταξη δε του άρθρου 30 ΠΚ, προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως. Επί πραγματικής πλάνης, αρκεί, για το ορισμένο του αυτοτελούς ισχυρισμού, η προβολή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την πραγματική πλάνη και δεν είναι απαραίτητος ο νομικός χαρακτηρισμός ή η επίκληση της νομικής διάταξης του άρθρου 30 του ΠΚ.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ των οποίων η μεν πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι από το πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 302/2009 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, δέχτηκε στο αιτιολογικό της, τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.2 ΠΚ με την ποινή εκείνου που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται όποιος για τον ίδιο σκοπό κάνει εν γνώσει χρήση του πλαστού εγγράφου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η χρήση του πλαστού η νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα. Το έγκλημα αυτό στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώσει του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος με την από 4-5-2001 αίτηση του ζήτησε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου αναγνωρίσεως Τίτλου Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ) που εδρεύει στην ..., να αναγνωρισθεί η ισοτιμία του Διδακτορικού Διπλώματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Εθνικής Παγκόσμιας Οικονομίας ... της Δημοκρατίας της ... τον οποίο προσκόμισε συνημμένα στην αίτηση του, ο οποίος επιστημονικός τίτλος ήταν πλαστός διότι ο κατηγορούμενος δεν φοίτησε στο διδακτορικό πρόγραμμα του ανωτέρω Πανεπιστημίου καθόσον το τελευταίο δεν διέθετε επίσημα έγγραφα για την εγγραφή και φοίτηση του σε στοιχεία ή επίσημα έγγραφα για την εγγραφή και φοίτηση του σε αυτό. Ο κατηγορούμενος έκανε χρήση του ανωτέρω πλαστού επιστημονικού τίτλου προσκομίζοντας τον στο ΔΙ.Κ.ΑΤΣΑ ενώ γνώριζε την πλαστότητά του, σκοπός δε ήταν να παραπλανήσει τα μέλη του Δ.Σ. του ΔΙ.Κ.ΑΤΣΑ σχετικά με τη γνησιότητα του ανωτέρω επιστημονικού τίτλου σπουδών ως προερχόμενου δήθεν από το ως άνω Πανεπιστήμιο ώστε ν α αναγνωρισθεί η ισοτιμία του με αντίστοιχο ελληνικό τίτλο σπουδών. Η γνώση του κατηγορουμένου για την πλαστότητα του επίδικου τίτλου προκύπτει από τα εξής. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έκανε το διδακτορικό του στη ... μέσω ενός μεταφραστή, καθόσον δεν γνωρίζει την βουλγαρική γλώσσα, με το όνομα ... και ότι έπεσε θύμα απάτης από τον τελευταίο, ο οποίος τον εμφάνισε σε "εξεταστική επιτροπή" του Πανεπιστημίου στη ... όπου και παρουσίασε τη διδακτορική του διατριβή. Η παραπάνω εκδοχή στην οποία επιχειρεί να στοιχειοθετήσει τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί πραγματικής πλάνης, δεν μπορεί να πείσει το Δικαστήριο καθόσον, όπως κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο πρώτος μάρτυρας αντιπρόεδρος του ΔΙ.Κ.Α.ΤΣΑ. επί 15 έτη, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νομικής του ΑΠΘ, και ως εκ τούτου γνώστης του ερευνητέου ζητήματος, το διδακτορικό δεν μπορεί να γίνει σε άλλη γλώσσα ξένη για τη χώρα στην οποία φοιτά ο φοιτητής με μεταφραστή ούτε υπάρχει διδακτορικό που να μπορεί να έχει εκπονηθεί με μεταφράσεις. Οι πανεπιστημιακοί τίτλοι σε όλες τις χώρες δίνονται μετά από σπουδές στη γλώσσα της χώρας στην οποία βρίσκεται το πανεπιστήμιο. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο τίτλος είναι πλαστός και τούτο επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του ίδιου μάρτυρα στο πρωτόδικο δικαστήριο στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος "από εκεί που προμηθεύτηκε τους τίτλους ήξερε ότι είναι πλαστό. Αν είχε όμως είχε κάνει πράγματι διατριβή ο κατηγορούμενος δεν είχε, λόγο το πανεπιστήμιο να του δώσει πλαστό τίτλο. Πιστεύω ακράδαντα ότι πήγε στη ... και αγόρασε το πτυχίο αυτό". Εξάλλου δεν δικαιολογείται η προσπάθεια του κατηγορουμένου, μετά την απόκτηση του πλαστού αυτού τίτλου, το 2003 να επιχειρεί πάλι να εκπονήσει και να πετύχει στο τέλος την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στο Πανεπιστήμιο της .... Σημειωτέον ότι τη δεύτερη αυτή φορά ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποιεί τη μέθοδο του μεταφραστή αλλά αυτή που ακολουθείται σε όλα τα Πανεπιστήμια, ήτοι την εκμάθηση της γλώσσας. Επομένως, ο δράστης αφενός γνώριζε την πλαστότητα του επιδίκου εγγράφου, αφετέρου είχε σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ήτοι να παραπλανήσει τα μέλη του Δ.Σ. του ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. ότι είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου από τη ... και να του τον αναγνωρίσουν ως ισότιμο με τον αντίστοιχο διδακτορικό τίτλο της ημεδαπής Επομένως πρέπει ν α κηρυχθεί ένοχος για το αδίκημα που προβλέπεται από το άρθρο 216 παρ. 2 ΠΚ όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Επίσης ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και για το αδίκημα της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης ήτοι για το ότι στην ως άνω αίτηση του προς το Διοικητικό Συμβούλιο του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (ΔΙ.ΚΑΤΣΑ) προσκόμισε συνημμένα - μεταξύ άλλων δικαιολογητικών - και έντυπη δήλωση του Ν. 1598/1986 με την οποία δήλωσε επί λέξει τα ακόλουθα". Δηλώνω ότι τα πιστοποιητικά που υποβάλλω είναι γνήσια. Δεν έχει υποβληθεί άλλη αίτηση αναγνώρισης στο ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α. ή άλλη Δημόσια Αρχή. Ο τόπος διεξαγωγής των διδακτορικών μου σπουδών ήταν η πόλη της ...". Όλα τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή και, όπως ήδη αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδή καθόσον μετά από έλεγχο που διενήργησε το ΔΙΚΑΤΣΑ διαπιστώθηκε ότι το διδακτορικό δίπλωμα της ... που προσκόμισε ήταν πλαστό αφού όπως αποδείχθηκε ποτέ δεν φοίτησε στο διδακτορικό πρόγραμμα σπουδών του ανωτέρω πανεπιστημίου".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. 1 γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 216 παρ.1, 2 του ΠΚ και άρθρα 8 και 22 παρ.6 του ν. 1599/1986, όπως η παρ.6 αντικ. από το άρθρο 2 παρ.13 του ν. 2479/1997, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου και ως προς τα δύο αδικήματα και δη ότι τελούσε σε πλήρη γνώση της πλαστότητας του διδακτορικού διπλώματος Οικονομικών Επιστημών του πανεπιστημίου ..., αφού στο διδακτορικό πρόγραμμα του άνω πανεπιστημίου ουδέποτε ο ίδιος είχε φοιτήσει και η γνώση της πλαστότητας εμπεριέχεται στην παραδοχή αυτή, το ψεύδος αφορούσε τον ίδιο και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών, σχετικά με τη γνώση αυτή. Το άνω πλαστό δίπλωμα κατέθεσε στο ΔΙΚΑΤΣΑ για αναγνώριση ισοτιμίας στην Ελλάδα, προσκομίσας αυτό και ως απαιτούμενο δικαιολογητικό, όπως και σχετική υπεύθυνη δήλωση επί σφραγιστού εντύπου του ν. 1599/1986, στην οποία δήλωσε ψευδώς ότι τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά ήσαν γνήσια, ενώ γνώριζε ότι όλα αυτά ήσαν ψευδή και το δίπλωμά του που είχε προμηθευθεί από τη ... ήταν πλαστό, με σκοπό να παραπλανήσει τα μέλη του ΔΣ του ΔΙΚΑΤΣΑ ως προς τη δήθεν γνησιότητα του υποβληθέντος πλαστού διπλώματος και επιτύχει την από τη δημόσια αυτή αρχή αναγνώριση ισοτιμίας προς αντίστοιχο Ελληνικό τίτλο σπουδών, γεγονός που προφανώς έχει νόμιμες συνέπειες, όντος αδιαφόρου του γεγονότος ότι το ΔΙΚΑΤΣΑ τελικά μετά από επικοινωνία με το άνω Πανεπιστήμιο της ..., διαπίστωσε την πλαστότητα του προσκομισθέντος από τον κατηγορούμενο τίτλου σπουδών, β) η μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σημαίνει ότι λήφθηκαν υπόψη και οι καταθέσεις των ... και ..., διότι υπό τον χαρακτηρισμό " μάρτυρες κατηγορίας" στην έκκλητη δίκη νοούνται οι, εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων, επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες, ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη, ή υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ'αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι, κατ'άρθρον 355 ΚΠοινΔ, οι συγκεκριμένοι δε δύο μάρτυρες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης 2046/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Σερρών, είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων (ως μάρτυρες υπερασπίσεως) και από τον Εισαγγελέα κλητευθέντες μάρτυρες και επομένως μάρτυρες κατηγορίας, γ) από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού σε συνδυασμό με το διατακτικό, συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το ΔΙΚΑΤΣΑ, είναι υπηρεσία του δημόσιου τομέα, ήτοι αρμόδιο από το νόμο όργανο του Ελληνικού κράτους, για την επίσημη από το κράτος αναγνώριση ισοτιμίας στην Ελλάδα των τίτλων σπουδών πανεπιστημίων της αλλοδαπής, όπως πράγματι και είναι το ΔΙΚΑΤΣΑ, ως ΝΠΔΔ, δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 5 του ν. 741/1997 και επομένως στοιχειοθετείται αντικειμενικά και το αδίκημα του ν. 1599/1986, δ) από τα 302/2009 πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης που επισκοπούνται, δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο παραστάς συνήγορός του υπέβαλαν προς το δικαστήριο αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου περί την πλαστότητα του προσκομισθέντος υπ'αυτού στο ΔΙΚΑΤΣΑ διπλώματος, ούτε σχετικά συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να συνιστούν κατ'άρθρο 30 ΠΚ πραγματική πλάνη και επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο και σαφή. Παρά ταύτα, το δικαστήριο, με επαρκή αιτιολογία, σαφώς δέχθηκε δόλο και δη γνώση του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του αλλοδαπού διπλώματος που προσκόμισε στο ΔΙΚΑΤΣΑ και σκοπό αυτού για παραπλάνηση των μελών του ΔΣ του ΔΙΚΑΤΣΑ, για αναγνώριση της ισοτιμίας, πράγμα το οποίο αναιρεί τη συνδρομή πραγματικής πλάνης του κατηγορουμένου, ε) η αιτίαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 216 ΠΚ, για χρήση πλαστού εγγράφου, επειδή κατά την παράθεση των νομικών σκέψεων στο αιτιολογικό δεν παρέθεσε τι απαιτείται από υποκειμενικής πλευράς για τη στοιχειοθέτησή του, με την έννοια δηλαδή ότι έδωσε στη διάταξη διαφορετική έννοια( ότι αρκείται στην αντικειμενική πλευρά), είναι απορριπτέα, καθόσον οι παρατεθείσες νομικές σκέψεις ανάγονται στα απαιτούμενα για την αντικειμενική θεμελίωση στοιχεία και δεν έχουν την έννοια ότι δέχθηκε το δικαστήριο ότι με μόνη τη συνδρομή τους στοιχειοθετείται η χρήση πλαστού εγγράφου, στ) σχετικά με την παραδοχή του αιτιολογικού ότι η γνώση του κατηγορουμένου, μη φοιτήσαντος ποτέ στο διδακτορικό πρόγραμμα σπουδών πανεπιστημίου της ... και μη γνωρίζοντος τη γλώσσα της ..., για την πλαστότητα του πτυχίου του, συνάγεται, εκτός άλλων, και από το ότι οι πανεπιστημιακοί τίτλοι σε όλες τις χώρες δίνονται μετά από σπουδές στη γλώσσα της χώρας που βρίσκεται το πανεπιστήμιο και το διδακτορικό δεν μπορεί να γίνει σε άλλη ξένη γλώσσα, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε ειδικά την παραδοχή αυτή και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη με αρ. 11-06 κανονιστικού περιεχομένου απόφαση του Προεδρείου της Ανώτατης Επιτροπής Αναγνώρισης Τίτλων (ΒΑΚ) του Υπουργικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της ..., σχετικά με τις προϋποθέσεις αποκτήσεως διδακτορικού διπλώματος αλλοδαπών υπηκόων στα ... πανεπιστήμια, είναι απορριπτέα, καθόσον το δικαστήριο σύννομα και αιτιολογημένα στηρίζει την παραδοχή του αυτή στην κατάθεση του γνώστη των ζητημάτων αυτών μάρτυρος ..., Αντιπροέδρου του ΔΙΚΑΤΣΑ, καθηγητή Νομικής Σχολής ΑΠΘ και όχι στην άνω απόφαση αλλοδαπού κράτους. Από την επισκόπηση δε των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του προσκόμισαν και υπέβαλαν αίτημα να αναγνωσθεί το συγκεκριμένο ως άνω έγγραφο , το οποίο και δε συμπεριλαμβάνεται σε αυτά που αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, ούτε το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο αυτεπαγγέλτως για το εν λόγω ζήτημα να αναζητήσει και εφαρμόσει διάταξη κανονιστικού περιεχομένου ξένου κράτους. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 302/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρήση πλαστού εγγράφου (Διδακτορικού τίτλου) και Ψευδής Υπεύθυνη Δήλωση Ν.1599/1986. 1) Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ., λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. 2) Ο αυτοτελής ισχυρισμός πραγματικής πλάνης, για να απαντηθεί από το δικαστήριο, πρέπει να υποβληθεί και μάλιστα κατά τρόπο ορισμένο (ΑΠ 1176/2009, ΑΠ 1794/2009, 2317/2007). 3) Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 § 1 του ΚΠΔ., η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, μόνον αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β΄ εδ. β΄ του ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ψευδής υπεύθυνη δήλωση, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη, Πλάνη πραγματική.
| 0
|
Αριθμός 50/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 809/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 870/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α Π.Κ. όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικος "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούσαν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφ'ετέρου είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη του δράστη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη, ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, η οποία μπορεί να πηγάζει ιδίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργεια από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον εκουσίως και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Δεν αποτελούν, όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς αυτών και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτή από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Επειδή κατά το άρθρο 10 παράρτημα 1 παραγρ. 10.5.4 του Π.Δ. 16/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας σε χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/ΕΟΚ" η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής καθώς και σε στέγες που δεν έχουν κατασκευασθεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνο εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζόμενους από κίνδυνο πτώσης, ενώ κατά την παράγραφο 14.6 του ιδίου παραρτήματος οι επικίνδυνες ζώνες πρέπει να επισημαίνονται ευκρινώς. Εξ άλλου κατά την παράγραφο 10.4.3 του παραρτήματος, 11 του ιδίου άρθρου η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής καθώς και σε στέγες που δεν έχουν σχεδιασθεί και κατασκευασθεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνον εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζόμενους από τον κίνδυνο πτώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 ήταν κατά το ...τεχνικός ασφαλείας του εργοστασίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COLA COLA Ελληνική Εταιρία Εμφιαλώσεως Α.Ε.", που βρίσκεται στο 17ο χιλ. της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου, ενώ ο έτερος κατηγορούμενος Χ1 ήταν τεχνικός, διευθυντής του εργοστασίου κατά τον ίδιο χρόνο. Κατά το εγχειρίδιο διαχείρισης επαγγελματικών κινδύνων - θεμάτων ασφαλείας που είχε εκπονήσει η εταιρία με τη συμφωνία των κατηγορουμένων και όλων των εργαζομένων, ο τεχνικός ασφαλείας ήταν αρμόδιος για την αναγνώριση των επαγγελματικών κινδύνων και την παρακολούθηση των συνθηκών ασφαλείας του εργοστασίου καθώς επίσης και για την αξιολόγηση κάθε θέματος που σχετίζεται με την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων. Ο τεχνικός διευθυντής του εργοστασίου ήταν ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος της εταιρίας και υπεύθυνος έναντι του νόμου για την ασφάλεια και υγιεινή των εργαζομένων του εργοστασίου Θεσσαλονίκης, καθώς και αρμόδιος για την εποπτεία των στελεχών του εργοστασίου που ασχολούνται με την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων. Στο τέλος του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Νοεμβρίου ... εμφανίσθηκε βλάβη στο μηχάνημα απαγωγής του τμήματος κατεργασίας νερού στο άνω εργοστάσιο που βρισκόταν στη στέγη του κτιρίου, η οποία έχει ελαφρά κλίση και προγραμματίσθηκε να γίνει η επισκευή της στις ... από τους εργαζομένους Υ1 και Υ2 στους οποίους την ημέρα εκείνη δόθηκε εντολή να ανέβουν στη στέγη και να επιδιορθώσουν την βλάβη από τον προϊστάμενο του τμήματος επισκευών και συντήρησης. Ενώ οι κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους γνώριζαν ότι η στέγη του κτιρίου του τμήματος κατεργασίας νερού του εργοστασίου απείχε 7,5 μέτρα από το δάπεδο του κτιρίου και 3,8 μέτρα από το πατάρι του κτιρίου και ήταν κατασκευασμένη από μεταλλικές λαμαρίνες στηριγμένες σε δοκούς από μπετόν, περιλάμβανε δε αυτή και ένα διάζωμα πλάτους 1 μέτρου, που είχε κατασκευασθεί από διαφώτιστο υλικό (πλέξι γλας) αντί από μεταλλική λαμαρίνα, για το φυσικό φωτισμό εσωτερικά του κτιρίου, δηλαδή από υλικό κατασκευής ανεπαρκούς αντοχής υπό την έννοια ότι αν πατούσε κάποιος πάνω στο διάζωμα, να είναι βέβαιη η θραύση και η υποχώρησή του, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των προβλεπομένων από το νόμο μέτρων ασφαλείας (άρθρ. 10 παράρτημα 11 παρ. 10 του Π.Δ. 16/1996 - άρθρ. 19 παρ. Γ του ΠΔ 778/1980) κατά τις εργασίες επισκευής του ως άνω μηχανήματος, η έξοδος του οποίου βρισκόταν στο διαφώτιστο τμήμα (όχι μόνο με την παροχή οδηγιών αλλά ελέγχοντας και την υλοποίηση των μέτρων). Ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε κατά τη διάρκεια των εργασιών να καλυφθεί το διαφώτιστο διάζωμα με προστατευτική διάταξη από πτώση των εργαζομένων, που θα μπορούσε να γίνει με σκαλωσιά με δάπεδο εργασίας, εδραζόμενη στο δάπεδο του κτιρίου, είτε να γίνει η εκτέλεση των εργασιών αυτών με τη χρήση αυτοκινούμενης πλατφόρμας εργασίας, καλαθοφόρου, στην οποία πατώντας ο εργαζόμενος θα εκτελούσε με ασφάλεια τις εργασίες στο συγκεκριμένο σημείο της στέγης που αποτελούνταν από υλικά ανεπαρκούς αντοχής στο οποίο απαγορευόταν η πρόσβαση των εργαζομένων, εφ' όσον δεν υφίσταντο εγκαταστάσεις που να τους προστατεύουν από την πτώση (άρθρ. 10 παρ. 1 παράγρ. 10.5.4 του Π.Δ. 16/1996). Ο ισχυρισμός ότι λόγω της μορφής της στέγης δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καλαθοφόρο όχημα δεν είναι βάσιμος, αφού καλαθοφόρα όχημα δεν υπάρχει μόνο με άκαμπτο βραχίονα, που όντως θα ήταν δύσκολη αν όχι αδύνατη η χρήση του αλλά και με αρθρωτό βραχίονα που επιτρέπει τη χρήση του σε κάθε περίπτωση.
Επί πλέον (οι κατηγορούμενοι) δεν μερίμνησαν για την τοποθέτηση σήμανσης στη στέγη, που θα οριοθετούσε την επικίνδυνη ζώνη και επέτρεψαν στους εργαζομένους να ανέβουν στη στέγη, για την εκτέλεση των άνω εργασιών χωρίς να φέρουν ζώνη πρόσδεση και κράνος που πιθανώς θα μείωναν τις συνέπειες της πτώσης. Το γεγονός ότι είχαν χορηγήσει σε όλους τους εργαζομένους και κατά συνέπεια και στους ανωτέρω τα ατομικά αυτά μέτρα προστασίας, δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη εφόσον δεν μερίμνησαν για τον έλεγχο της χρήσης τους από τους εργαζομένους κατά την εργασία. Επίσης επέτρεψαν την άνοδο στη στέγη στους άνω εργαζομένους χωρίς να τους ενημερώσουν ότι το διαφώτιστο υλικό του διαζώματος της στέγης δεν ήταν ανθεκτικό ώστε να μην πατήσουν πάνω του. Ειδικότερα δε όσον αφορά τον κατηγορούμενο Χ1 που ήταν τεχνικός διευθυντής του εργοστασίου δεν έδωσε αυτός τις απαραίτητες οδηγίες και δεν άσκησε τον έλεγχο στον έτερο κατηγορούμενο και στον προϊστάμενο του τμήματος επισκευών και συντήρησης που ήταν στελέχη της επιχείρησης αρμόδια για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας ώστε να ληφθούν τα προαναφερόμενα μέτρα, άλλως να μη επιτραπεί η έναρξη εργασιών στη στέγη και να αποτραπεί έτσι η πρόκληση ατυχήματος, ενώ ο κατηγορούμενος Χ2 τεχνικός ασφαλείας του εργοστασίου, ήταν άμεσα αρμόδιος για τη λήψη των μέτρων και την τήρηση εφαρμογής τους. Αποτέλεσμα των παραλείψεων τους αυτών και της αμελούς συμπεριφοράς τους ήταν ο τραυματισμός του υπαλλήλου της εταιρίας Υ1, ετών 39, κατοίκου ...., ο οποίος στις ... και ώρα 12.30 ανέβηκε στη στέγη του κτιρίου του τμήματος κατεργασίας νερού χωρίς κράνος και ζώνη πρόσδεσης για να επισκευάσει το μηχάνημα απαγωγής, χωρίς να γνωρίζει ότι το διαφώτιστο υλικό του διαζώματος δεν είχε την ανάλογη ανθεκτικότητα για να συγκρατήσει το βάρος του σώματός του και στην προσπάθειά του να προσεγγίσει την απαγωγική διάταξη πάτησε πάνω στο διάζωμα, το οποίο υποχώρησε, με αποτέλεσμα την πτώση του από το ύψος της στέγης στο πατάρι που υπήρχε από κάτω στο εσωτερικό του κτιρίου. Κατά την πτώση του προσέκρουσε στα τοιχώματα των δεξαμενών επεξεργασίας νερού, που βρίσκονται στο πατάρι και στο δάπεδο του, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα, θλάσεις, υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμάτωμα Δ. ΜΚΒ με σύστοιχο κάταγμα κρανίου επεκτεινόμενο προς τη βάση, εκτεταμένη θλάση αρ. μετωπιαία, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα Δ. κνήμης, ευρισκόμενος σε άγρυπνο κώμα, υπεβλήθη δε σε κρανιοτομία και τραχειοτομία". Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε κήρυξε καθένα από τους ήδη αναιρεσείοντες ένοχους της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια με τα ελαφρυντικά ότι έζησαν έως το χρόνο που έγινε η αξιόποινη αυτή πράξη έντιμη, ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καθένας των κατηγορουμένων καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους και κατεδίκασε καθένα από τους κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1 β, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών που να στερούν την απόφαση νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά εκείνα που συνέχονται με την αμελή συμπεριφορά καθενός των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και αντίστοιχα περιστατικά ώστε με βάση τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και εμπειρία των μπορούσε καθένας από αυτούς να προβλέψει και στη συνέχεια να αποτρέψει το αποτέλεσμα που επήλθε. Ακόμη διαλαμβάνονται στην ίδια απόφαση και προσδιορίζονται τα αναγκαία εκείνα περιστατικά, που συνέχονται με συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη κάθε αναιρεσείοντος και τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε ο καθένας να λάβει προς παρεμπόδιση της πτώσεως των εργαζομένων στην στέγη του εργοστασίου και ειδικότερα όσων θα εργαζόταν πλησίον του διαζώματος που ήταν κατασκευασμένο από διαφώτιστο υλικό ανεπαρκούς αντοχής και θα υποχωρούσε αν κάποιος πατούσε πάνω σε αυτό. Προσδιορίζεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που επέβαλε σε κάθε υπαίτιο τη λήψη των μέτρων που ήταν αναγκαία για την παρεμπόδιση επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος και ήταν το άρθρο 10 του Π.Δ. 16/1996 και όχι το από προφανή παραδρομή επιπροσθέτως αναφερόμενο άρθρο 19 παρ. 1 του Π.Δ. 778/1980, που αφορά στη λήψη μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και είναι διαφορετικές από εκείνες κατά τη διάρκεια των οποίων σημειώθηκε στην εξεταζόμενη περίπτωση η πτώση του αναφερόμενου εργαζόμενου από το ύψος της στέγης όπου ήταν το υπό επισκευή μηχάνημα απαγωγής του τμήματος κατεργασίας νερού στο πατάρι που υπήρχε στο εσωτερικό του κτιρίου λόγω υποχωρήσεως του διαζώματος.
Δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με το είδος της αμέλειας των κατηγορουμένων που έγινε δεκτό ότι επέδειξαν για την αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι. Δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο της ουσίας ότι το αποτέλεσμα που επήλθε οφειλόταν σε ενσυνείδητη αμέλεια των υπαιτίων και ότι προέβλεψαν οι κατηγορούμενοι από τη συμπεριφορά τους ότι είναι δυνατό να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα και ότι δεν απείχαν από αυτή πιστεύοντας ότι δεν θα επέλθει ούτε έγινε δεκτό ότι από θετική ενέργεια των κατηγορουμένων επήλθε το βλαπτικό αποτέλεσμα της πτώσεως και του τραυματισμού του εργαζομένου στο εργοστάσιο. Αυτά που αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό ότι έγιναν δεκτά για τον τρόπο κατασκευής της στέγης, το ύψος της από το δάπεδο, το εύθραυστο του διαφώτιστου υλικού από το οποίο ήταν κατασκευασμένο το διάζωμα πλάτους 1 μέτρου και ότι επέτρεψαν οι κατηγορούμενοι την άνοδο των εργαζομένων στη στέγη προς εκτέλεση των εργασιών επισκευής του μηχανήματος του συστήματος απαγωγής, παρατίθενται για να τονισθεί η παράλειψη των κατηγορουμένων να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα να ληφθούν μέτρα ασφαλείας για τη λήψη των οποίων υπείχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και την μη υλοποίηση του επιπλέον μέτρου να φέρουν οι εργαζόμενοι κράνος και ζώνη πρόσδεσης προς μείωση των συνεπειών από τυχόν πτώση, ενώ σαφώς αποδίδει το δικαστήριο στην έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και ήταν δυνατό να καταβάλουν οι κατηγορούμενοι την παραγωγή του αξιόποινου αποτελέσματος ως συνέπεια αυτών των παραλείψεών τους και δεν δέχθηκε ότι προέβλεψαν το άνω αποτέλεσμα ως συνέπεια της εντολής των κατηγορουμένων προς τους εργαζόμενους να ανέβουν για να επισκευάσουν το άνω μηχάνημα στη στέγη του εργοστασίου και ότι πίστευαν ότι δεν θα πέσει και δεν θα τραυματιζόταν ο άνω εργαζόμενος, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεων των αναιρεσειόντων που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Εξ άλλου από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ανεγνώσθησαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και η 14110/17.6.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης πριν από την έναρξη εξετάσεως των μαρτύρων και δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 δ και το άρθρο 170 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. που να ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ίδιου κώδικα από το ότι χωρίς να περιλαμβάνονται στον κατάλογο με τα αναγνωστέα έγγραφα αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκαν και τα άνω πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό στο σημείο όπου παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, δοθέντος ότι όπως ορίζει το άρθρο 502 παρ. 1 γ Κ.Ποιν.Δ. σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη κατά την κυρία συζήτηση της υποθέσεως κατ' έφεση από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ούτε προβλήθηκε κάποια αντίρρηση εκ μέρους των κατηγορουμένων ή των συνηγόρων υπεράσπισής των όσον αφορά την ανάγνωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των πρακτικών της δίκης στον πρώτο βαθμό. Επίσης από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, αφού εκφωνήθηκαν από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και βρέθηκαν παρόντες, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες ενόρκως α) η ..., β) ο Υ2, γ) ο ..., δ) ο... και ε) ο μάρτυρας σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Μ1, ο οποίος όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό (υπ' αριθμ. 14110/2008 του τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης) επιτρεπτώς επισκοπούμενα, είχε εξετασθεί και πρωτοδίκως και περιλαμβανόταν στους μάρτυρες που είχαν κλητευθεί κατ' άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ στην δίκη στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και που κατά το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. κλήτευσε ο Εισαγγελέας Εφετών ως σημαντικούς για να εξετασθούν και κατά την κατ' έφεση δίκη. Γίνεται λόγος ακόμη στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, για να καταλήξει στην κρίση του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, έλαβε υπόψη του όπως κατά λέξη αναφέρει στο σκεπτικό τις καταθέσεις τω ν μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο. Εφ' όσον γίνεται μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και εξετίμησε το Δικαστήριο περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (χωρίς να απαιτείται να εκθέτει στο αιτιολογικό τι προέκυψε από την κατάθεση κάθε μάρτυρα ούτε να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως), προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του μαζί με την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης κατ' έφεση ότι αναγνώσθηκαν και συνεκτίμησε και την κατάθεση του πέμπτου άνω εξετασθέντος μάρτυρα μαζί με τις καταθέσεις στο ακροατήριο των λοιπών τεσσάρων εξετασθέντων μαρτύρων. Δεν συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα Μ1 από το ότι αναφέρεται και στα πρακτικά της δίκης στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης ότι ο πέμπτος αυτός μάρτυρας παρουσιάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. (κατ' επανάληψη όσων αναφέρονταν και στα πρακτικά της δίκης στον πρώτο βαθμό για την κλήτευση και παρουσία του μάρτυρα Μ1).
Με την παράθεση στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως των λέξεων "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας", προκειμένου να προσδιορίσει το δικαστήριο που την εξέδωσε ότι έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ως αποδεικτικό μέσο, δεν προκύπτει ότι προήλθε το δικαστήριο σε επιλεκτική αναφορά ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων κατ' είδος και ότι δημιουργείται αμφιβολία για το εάν ελήφθησαν υπόψη και τα λοιπά ομοειδή αποδεικτικά μέσα διότι με τις λέξεις μάρτυρες κατηγορίας προσδιορίζονταν όλοι οι κλητευθέντες από τον Εισαγγελέα Εφετών για να εξετασθούν στη δίκη κατ' έφεση μάρτυρες, τα ονόματα των οποίων αναγνώσθηκαν στην αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας και βρέθηκαν παρόντες.
Εξάλλου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ανάγνωση των πρακτικών της δίκης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπεται ότι έλαβε γνώση και όσων είχε καταθέσει ο μάρτυρας Μ1 όταν εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Δεν διαπιστώνεται κατόπιν αυτών έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω αποκλεισμού από την αξιολόγηση της ένορκης καταθέσεως του άνω μάρτυρα που εξετάσθηκε στη δίκη κατόπιν εφέσεως των κατηγορουμένων κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, στο σκεπτικό της κάνει λόγο ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και δεν ήταν υποχρεωμένο να διευκρινίσει από ποια αποδεικτικά μέσα ειδικότερα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η εκ μέρους των αναιρεσειόντων διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων πλήττει των περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως αιτίαση κατά των παραδοχών της αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.5.2009 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της 809/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναιρέσεως τεχνικού διευθυντή εργοστασίου και τεχνικού ασφαλείας, καταδικασθέντων για σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος εργαζομένου λόγω παραλείψεώς των να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας που επιβάλλονται από το άρθρο 10 του ΠΔ 16/1996. Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, διότι η αμέλεια των κατηγορουμένων προσδιορίζεται στην παράλειψη εξασφαλίσεως και υλοποιήσεως των προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας και στην μη πρόβλεψη του επελθόντος αξιόποινου αποτελέσματος, ως συνέπειας αυτών των παραλείψεών τους, παρότι όφειλαν και μπορούσαν υπό τις άνω περιστάσεις να το προβλέψουν, δηλαδή ως μη συνειδητή αμέλεια και όχι ως ενσυνείδητη αμέλεια, ως συνέπεια θετικής ενέργειάς των προβλεπτή, από την οποία δεν απείχαν. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, διότι αναφέρει ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που έλαβε υπόψη και ότι με τη μνεία ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, εννοείτο ότι συνεκτιμήθηκε και η κατάθεση εξετασθέντος μάρτυρα που είχε κληθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, για να εξετασθεί και στην κατ' έφεση δίκη και ο οποίος αναφερόταν ότι παρουσιάσθηκε κατ' άρθρο 327 § 2 ΚΠΔ και είχε εξετασθεί και στη δίκη στον πρώτο βαθμό, στα πρακτικά της οποίας επίσης αναφερόταν ότι παρουσιάσθηκε κατ' άρθρο 327 § 2 ΚΠΔ. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν οι αντίθετες με τα συμπεράσματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την ενοχή των καταθέσεις τριών εξετασθέντων μαρτύρων, αφορούν σε διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου των μαρτυρικών καταθέσεων και είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 51/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωτσαρίδη, περί αναιρέσεως της 6676, 6937/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Ψ1, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο και 2. Ψ2 χήρα Κ, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 317/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ.α του ΠΚ όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ευθύνη από αμέλεια μη συνειδητή στις περιπτώσεις της ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ'αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την πράξη ή την παράλειψή του. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικώς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ'αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ'επιλογή, όπως επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος είναι μεν διάδικος, κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, που δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά ως τέτοια στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, ειδικότερα μάλιστα, όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας, ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Εξ άλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση 6676/2008- 6937/2008 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και η απολογία του κατηγορουμένου, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του περί τα πράγματα, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Χ από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προκάλεσε το θάνατο άλλου και σωματική βλάβη άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, οδηγώντας ο Ψ1 το με αριθμό κυκλ ... αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος το ... αυτοκίνητο και προχωρώντας με αυτά στην οδό ... και με κατεύθυνση από ... προς ... ο πρώτος και με κατεύθυνση από ... προς ... ο δεύτερος (κατηγορούμενος), φθάνοντας στο ύψος του 28ου χιλ/τρου της εν λόγω οδού ο τελευταίος (κατηγορούμενος) δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του προς τα αριστερά, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το αυτοκίνητο του πρώτου Ψ1, ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και μη δυνάμενος να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά (όπου υπήρχαν χαντάκι και κολώνες) εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας για να αποφύγει τη σύγκρουση την οποία όμως δεν απέφευγε, διότι στην προσπάθειά του, ο κατηγορούμενος να επαναφέρει το όχημά του στο ρεύμα πορείας προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του Ψ1. Αποτέλεσμα της συγκρούσεως αυτής για την οποία αποκλειστικός υπαίτιος καθώς και των συνεπειών της ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα κατά το χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το όχημά του χωρίς άδεια ικανότητας (οδήγησης), ήταν να τραυματίσει θανάσιμα και συνεπιβάτιδα του αυτοκινήτου του ..., η οποία υπέστη βαρειά κάκωση κεφαλής και κοιλίας από τις οποίες (κακώσεις) ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της και να τραυματισθεί ο οδηγός του αυτοκινήτου Ψ1, ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής πλευρών, κάκωση ζυγωματικών (δε) θλάση αυχένος, κατά συνέπεια θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των αποδιδομένων πράξεων της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας και σωματικής βλάβης από αμέλεια". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι "Στο ... στις 24/11/2002 όντας οδηγός αυτοκινήτου, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει αφ'ενός επέφερε κατά την οδήγηση του οχήματός του το θάνατο άλλου, αφ'ετέρου δε προξένησε κατά την οδήγηση του οχήματός του, σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα οδηγώντας το με αριθμό ... αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και στερούμενος της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης αυτού και προχωρώντας μ'αυτό στην ... με κατεύθυνση από ...προς ...ί, φθάνοντας στο ύψος του 28ου χιλ/τρου της ανωτέρω οδού εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο κανονικά το οδηγούμενο από το Ψ1. ... αυτοκίνητο με αποτέλεσμα όταν ο τελευταίος στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση κινήθηκε προς τ'αριστερά, ο κατηγορούμενος στην προσπάθειά του να επαναφέρει το όχημά του στην κανονική του πορεία συγκρούστηκε το αυτοκίνητό του με αυτό του Ψ1 και από την οποία να τραυματιστεί η συνεπιβάτης ...., η οποία υπέστη βαρειές κακώσεις κεφαλής και κοιλίας από τις οποίες ως μόνης ενεργούς αιτίας επήλθε ο θάνατός της και να τραυματισθεί ο Ψ1, ο οποίος υπέστη κάκωση κεφαλής (δε) κάκωση πλευρών, θλάση (δε ) ημιθωρακίου, εκδορές άνω άκρων, κάκωση ζυγωματικών (δε) και θλάση αυχένος" και επέβαλε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης είκοσι 920) μηνών για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και δύο (2) μηνών για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, καθόρισε δε την συνολική σε βάρος του ποινή σε φυλάκιση είκοσι ενός (21) μηνών. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, το δικάσαν εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 και 302 παρ.1, 314 παρ.1 εδάφ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 28 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα παρατίθενται στο αποτελούμενο από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά τρόπο επαρκή και ορισμένο οι ενέργειες και παραλείψεις του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που συνθέτουν την αμέλειά του και προσδιορίζεται το είδος της αμελείας του ως μη συνειδητής υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες εκτίθεται στην απόφαση. Κατά τις παραδοχές του Εφετείου, προηγήθηκε η παρεμπόδιση του κινουμένου στο ρεύμα πορείας στο ... αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων με συνεπιβαίνουσα σ'αυτό την ..., από τον ήδη αναιρεσείοντα που εισήλθε αντικανονικώς σ'αυτό με εκτροπή από το αντίθετο από ... προς ... ρεύμα πορείας στο οποίο αρχικώς εκινείτο και αναγκάσθηκε ο τραυματισθείς κατά το ατύχημα οδηγός του υπ'αριθμό κυκλοφορίας .... επιβατηγού αυτοκινήτου Ψ1 μόλις αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου να κινηθεί προς τ'αριστερά στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση από το ότι λόγω των αναφερομένων ότι υπήρχαν εμποδίων (χαντάκι και κολώνες) δεν μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά ακολούθησε δε όταν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δηλαδή σ'αυτό από ... προς ..., ο πολιτικώς ενάγων με το αυτοκίνητο που οδηγούσε, η προσπάθεια του κατηγορουμένου να επαναφέρει το υπ'αριθμό ...κίνητο που οδηγούσε στο αρχικό ρεύμα πορείας του επί της ... και τότε επέπεσε με το εμπρόθεσμο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 και είχε συνέπεια τον τραυματισμό του τελευταίου και τον θανάσιμο τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας στο όχημά του, δεν δημιουργείται δε ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ του αιτιολογικού και διατακτικού της πληττόμενης αποφάσεως για το ακριβές σημείο της οδού όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων, που έγινε δεκτό ότι έγινε εντός του ρεύματος κυκλοφορίας από ...προς ...και όχι επί της διπλής διαχωριστικής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της άνω λεωφορειογραμμής. Δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας άλλα στοιχεία σχετικά με την ταχύτητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγωνΨ1 και ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας υπό τροχοπέδηση του οχήματος, αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως δεν ήταν δυνατό να αποφύγει, αντιδρώντας διαφορετικά ο άνω οδηγός, την σύγκρουση με το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος εντός του ρεύματος πορείας προς ... και η επαναφορά εκ μέρους του αναιρεσείοντος που οδηγούσε από το ρεύμα πορείας προς ... στο οποίο αντικανονικά είχε εισέλθει και εκινείτο ήταν η αιτία να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων και να επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες σε βάρος του Ψ1 και της συνεπιβαίνουσας στο αυτοκίνητό του ούτε ήταν σημαντινό να παρατεθεί στην απόφαση η τελική θέση των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων μετά το ατύχημα. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα επέπεσε το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στο εμπρόσθιο δεξιό του αυτοκινήτου του Ψ1, στην προσπάθεια του αναιρεσείοντος να επαναφέρει το όχημά του στην κανονική του πορεία δηλαδή εντός του ρεύματος πορείας από ... προς ... συνήγαγε δε την κρίση αυτή το Εφετείο από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα την απολογία του κατηγορουμένου και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που εξετάσθηκε ανωμοτί, από τον οποίο, στην κατάθεση του που περιέχεται στα πρακτικά της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (όπως επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο), εκτίθενται οι συνθήκες υπό τις οποίες δέχθηκε το αυτοκίνητο που οδηγούσε αφού είχε κινηθεί αριστερά, κτύπημα από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που έκανε κίνηση απότομα δεξιά και δεν καταλείπεται αμφιβολία παρά το ότι δεν μνημονεύεται ιδιαίτερα ως αποδεικτικό μέσο η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις της κρινόμενης αιτήσεως ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν είναι βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και ειδικότερα όσον αφορά τα αναγνωσθέντα έγγραφα ήτοι την από 24-11-2002 έκθεση αυτοψίας του τμήματος τροχαίας ... το υπό την αυτή ημερομηνία σχεδιάγραμμα του ιδίου τμήματος τροχαίας, το δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως οδικού τροχαίου ατυχήματος, την 1660/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την απολογία του κατηγορουμένου. Οι περαιτέρω δε ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το πόρισμα της σε μαρτυρικές καταθέσεις μη αυτόπτων μαρτύρων αγνοώντας τα λοιπά άνω αποδεικτικά μέσα συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχόμενου των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων και καταλήγων σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία όμως είναι ανέλεγκτη αναιρετικά με συνέπεια ως αιτιάσεις κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως να είναι απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί αυτοί, ενώ περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της άνω αποφάσεως να προβεί το δικαστήριο σε ειδική αξιολόγηση και συσχετισμό των επί μέρους αποδεικτικών μέσων. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ ως αβάσιμοι κατά το μέρος που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως απαράδεκτος ο πρώτος από αυτούς κατά το μέρος που αφορά σε αξιολόγηση κατά διάφορο τρόπο από τον αναιρεσείοντα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και της απολογίας του κατά την ακροαματική διαδικασία μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠολΔ) και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 6676-6937/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που ανέρχεται σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αναιρέσεως με την οποία πλήττεται καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα για ανθρωποκτονία από αμέλεια και για σωματική βλάβη από αμέλεια (μη συνειδητή), καθόσον έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν εστερείτο νομίμου βάσεως, καθόσον προσδιορίζεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά την οδήγηση και δεν δημιουργείται ασάφεια από το ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχεται ότι ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και εισήλθε το αυτοκίνητο του παθόντος οδηγού, στο αντίθετο ρεύμα πορείας για να μη συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που είχε εκτραπεί από το ρεύμα πορείας και κινείτο στο ρεύμα πορείας στο οποίο κανονικά κινείτο το αυτοκίνητο του πολιτικώς ενάγοντος και στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται λόγος ότι πριν από τη σύγκρουση, για να αποφύγει ο πολιτικώς ενάγων το αντικανονικώς κινούμενο αυτοκίνητο, κινήθηκε αριστερά και στη συνέχεια, στην προσπάθεια του κατηγορούμενου να επαναφέρει το αυτοκίνητό του στο αρχικό ρεύμα πορείας, έγινε εντός αυτού η σύγκρουση των οχημάτων με τις επ' αυτής συνέπειες.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 53/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καμπίρη, περί αναιρέσεως της 5001/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1724/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά την παρ. 2 του άρθρου 370Α ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο (Ιούλιο, Σεπτέμβριο του 2003), μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 6 παρ. 8 του ν. 3090/2002 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3674/2008, "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοφωνεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος μαγνητοφωνεί ιδιωτική συνομιλία μεταξύ αυτού και τρίτου χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου (κατά το οποίο η χρησιμοποίηση από τον δράστη των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) εφαρμόζεται και σε αυτήν την περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, πλην άλλων, ότι, για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου της προφορικής συνομιλίας, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή να αφορά συνομιλία, που δεν διεξάγεται δημόσια, δηλαδή δεν πρέπει κατά τη βούληση των συνομιλούντων να προορίζεται να ακουσθεί από αόριστο αριθμό προσώπων. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος κάνει χρήση των πληροφοριών ή των μαγνητοταινιών ή των μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου". Κατά δε την παρ. 4 δε του ίδιου άρθρου, "η πράξη της παρ. 3 δεν είναι άδικη αν η χρήση έγινε ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της παραγράφου 3 και, επομένως, ο δράστης παραμένει ατιμώρητος σε περιπτώσεις που η χρήση της αθέμιτης, κατά τα πιο πάνω οριζόμενα, μαγνητοταινίας έγινε από τον τρίτο ενώπιον δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Τρίτος, όμως, δεν είναι ο ίδιος ο δράστης της υποκλοπής, αυτός, δηλαδή, που με οποιονδήποτε τρόπο παρεμβλήθηκε σε τηλεφωνική συνδιάλεξη και έλαβε την μαγνητοταινία, αν χρησιμοποιήσει αυτήν, αφού αυτός υπάγεται στο εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 370 Α και όχι σ` αυτή της παρ. 3 και, κατά συνέπειαν, η παρ. 4 δεν έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή, καθόσον αυτή αφορά μόνο τον τρίτο και όχι το δράστη της υποκλοπής. Αντίθετη άποψη, κατά την οποία ο αυτουργός χρησιμοποιώντας στο δικαστήριο για υπεράσπιση δικαιολογημένου συμφέροντός του τη μαγνητοταινία που λήφθηκε αθέμιτα από τον ίδιο, εμπίπτει στην παραπάνω διάταξη, θα υπερακόντιζε το γράμμα, αλλά και το πνεύμα της πιο πάνω διάταξης και στην πραγματικότητα θα άφηνε ατιμώρητες τις υποκλοπές, οι περισσότερες των οποίων γίνονται για υπεράσπιση δικαιολογημένου συμφέροντος, θα επρόκειτο δε και για ερμηνεία αντίθετη με το γράμμα του νόμου (παρ. 4), ο οποίος ρητώς αναφέρεται μόνο στην παρ. 3 και όχι στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 ΠΚ, "δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε". Με βάση δε τις αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου και τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, το προστατευόμενο από το άρθρο 370 Α ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ.1, 9 παρ. 1β, 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ έννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας είναι υπέρτερο από τα αγαθά της περιουσίας και της υπόληψης, οπότε, σε περίπτωση που απειλούνται τα τελευταία του δράστη της πράξης του άρθρου 370 Α ΠΚ, δεν μπορεί αυτός, για την απαλλαγή του, να επικαλεσθεί την εφαρμογή του άρθρου 25 ΠΚ. Πάντως, η κρίση του δικαστή της ουσίας επί της in concreto στάθμισης των εννόμων αγαθών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο περί καταστάσεως ανάγκης κατά το άρθρο 25 § 1 ΠΚ, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5001/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβίασης απορρήτου τηλεφωνημάτων κατ` εξακολούθηση με χρήση απομαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων των σχετικών συνομιλιών σε βάρος των Σ1 και Ψ1, πράξη την οποία τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος, Χ1, έχοντας δανείσει τους εγκαλούντες, Σ1 και Ψ1 και λάβει σε διαταγή του την ...τραπεζική επιταγή της ΑΤΕ αξίας 47.000 ευρώ έκδοσης της εταιρίας των εγκαλούντων "... ΟΕ", η οποία ελλείψει αντικρίσματος σφραγίστηκε στις 25-7-2003 και βάσει της οποίας εκδόθηκε η 8479/9-10-2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εγκαλούντων και της εταιρίας τους, προκειμένου να κατασκευάσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία για τη μεταξύ τους διαφορά, μαγνητοφώνησε τις ιδιωτικές τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με τον Σ1 στις 28-7-2003 και στις 29-9-2003 και την ιδιωτική τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Ψ1 στις 30-7-2003, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση των τελευταίων. Επίσης στις 17-11-2004 προσκόμισε και έκανε χρήση απομαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων από τις εν λόγω συνομιλίες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της από 27-1-2004 ανακοπής της παραπάνω εταιρίας κατά της 8479/2003 διαταγής πληρωμής, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη (ούτε κατ' έφεση) ως ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα. Ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου επικαλέστηκε α) κατάσταση ανάγκης του άρθρου 25 ΠΚ και β) αναλογική εφαρμογή του άρθρου 370Α παρ. 4 ΠΚ για την άρση του αδίκου της εκδικαζόμενης κατηγορίας. Οι αυτοτελείς, όμως, ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, επειδή δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι προβλεπόμενες από τις σχετικές διατάξεις προϋποθέσεις. Ειδικότερα, σχετικά με την επικαλούμενη ανάγκη απόκτησης αποδεικτικού μέσου για την απόκρουση του κινδύνου απώλειας των 47.000 ευρώ της τραπεζικής επιταγής και για την προστασία της τιμής και υπόληψης του κατηγορουμένου από τον συκοφαντικό χαρακτηρισμό του σαν τοκογλύφου, δεν συντρέχει πρωτίστως η τασσόμενη προϋπόθεση να υπάρχει σημαντική δυσαναλογία ως προς το είδος και τη σπουδαιότητα μεταξύ της βλάβης που επήλθε στους εγκαλούντες με την προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης επικοινωνίας αυτών και της βλάβης που απειλήθηκε στα έννομα αγαθά (της περιουσίας και της υπόληψης του κατηγορουμένου), αφού, με βάση τις αντιλήψεις του κοινωνικού συνόλου και τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης, η βλάβη από την προσβολή του εννόμου αγαθού των εγκαλούντων (για την ποινική προστασία του οποίου απειλείται από το άρθρο 370Α παρ. 2 ΠΚ ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους) δεν είναι κατώτερη αλλά υπέρτερη της απειλούμενης περιουσιακής βλάβης του κατηγορουμένου, καθώς και της απειλούμενης ηθικής βλάβης στην τιμή και την υπόληψη αυτού, για την ποινική προστασία της οποίας απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών από το άρθρο 363 ΠΚ. Σχετικά δε με την επικαλούμενη αναλογική εφαρμογή του άρθρου 370 Α παρ. 4 ΠΚ, η οποία προβλέπει άρση του αδίκου μόνο στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 370Α ΠΚ, δηλαδή μόνο της χρήσης πληροφοριών, μαγνητοταινιών ή μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με τους τρόπους των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, εφόσον έγινε ενώπιον ανακριτικής ή δικαστικής αρχής για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά και μόνο εφόσον η χρήση αυτή έγινε από τρίτα πρόσωπα, δηλαδή μη αυτουργούς ή μη συμμέτοχους των πράξεων των παρ. 1 και 2, για τους οποίους η σχετική χρήση συνιστά απλώς επιβαρυντική περίσταση των εν λόγω πράξεων και όχι αυτοτελή αξιόποινη πράξη. Ο περιορισμός δε της άρσης του αδίκου μόνο στην εν λόγω περίπτωση συνιστά εξαίρεση του κανόνα προστασίας της ελεύθερης επικοινωνίας και σταθμισμένη επιλογή του ποινικού νομοθέτη χάριν διαφύλαξης υπέρτερων εννόμων αγαθών υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 9 παρ. 1β και 19 του Συντάγματος και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (βλ. ΟΛ. ΑΠ 1/2001, ΑΠ 1289/2001, ΑΠ 1709/95 κ.α.). Συνακολούθως, δεν είναι επιτρεπτή η επικαλούμενη αναλογική εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 370 Α ΠΚ και στην κρινόμενη υπόθεση. Κατόπιν αυτών και αφού απορριφθούν οι προαναφερόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, της αθέμιτης μαγνητοφώνησης ιδιωτικής τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ αυτού και των εγκαλούντων κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης απομαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων από τις συνομιλίες αυτές, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνημάτων κατ` εξακολούθηση με χρησιμοποίηση των απομαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων των συνομιλιών που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Αιτιολογείται, ακόμη, πλήρως και η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών της καταστάσεως ανάγκης που αποκλείει το άδικο και της αναλογικής εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 370 Α ΠΚ, την οποία το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση των παθόντων, μαγνητοφώνησε ιδιωτικές τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ αυτού και εκείνων, ότι έκανε χρήση απομαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων από τις συνομιλίες αυτές, προσκομίζοντάς τα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συζήτηση ανακοπής της εταιρίας των εγκαλούντων κατ` αυτού, ότι η βλάβη από την προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης επικοινωνίας των εγκαλούντων είναι υπέρτερη από τη βλάβη που απειλήθηκε στα έννομα αγαθά της περιουσίας και της υπόληψης του κατηγορουμένου και, επομένως, ο αυτοτελής ισχυρισμός του περί καταστάσεως ανάγκης είναι αβάσιμος, καθώς και ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 370 Α ΠΚ, αφού ο ίδιος είναι ο δράστης της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνημάτων και όχι τρίτος. Κατά συνέπειαν, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις παραδοχές ότι ο αναιρεσείων μαγνητοφώνησε τις ειρημένες ιδιωτικές τηλεφωνικές συνομιλίες χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση των παθόντων και ως προς την απόρριψη των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 370 Α παρ. 4 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η μερικότερη αιτίαση ότι δεν μνημονεύονται και δεν αξιολογούνται οι καταθέσεις των μαρτύρων ούτε έλαβε χώραν λογικός συσχετισμός τους, ενόψει του ότι κανένας δεν κατέθεσε με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν υπήρξε συναίνεση των εγκαλούντων, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Οκτωβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 8169/2008) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 5001/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παραβίαση απορρήτου τηλεφωνημάτων κατ' εξακολούθηση με χρήση απομαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων σχετικών συνομιλιών (άρθρο 370 Α ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ.1 Ν. 3674/ 2008) και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Το έννομο αγαθό της ελεύθερης επικοινωνίας είναι υπέρτερο από τα αγαθά της περιουσίας και της υπόληψης, οπότε, σε περίπτωση που απειλούνται τα τελευταία, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 25 ΠΚ. Η παρ. 4 του άρθρου 370 Α του ΠΚ περί άρσεως του αδίκου εφαρμόζεται όταν η χρήση των ιδιωτικών συνομιλιών ενώπιον δικαστικής αρχής, για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, γίνεται από τρίτον και όχι από τον ίδιο το δράστη της υποκλοπής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραβίαση απορρήτου προφορικής συνομιλίας, Παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 54/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 375/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 16 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 939/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο,περιουσείας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Τέλος, η κρίση περί του αν η προξενηθείσα από την πράξη της απάτης ζημία, είναι ιδιαίτερα μεγάλη πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της απάτης, ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά απαιτείται να προσδιορίζεται στην απόφαση το μέγεθος της ζημίας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας), ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και η κατάθεσή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 375/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα δικηγόρο απάτης, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, σε βάρος της Ψ1 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος. Η πολιτικώς ενάγουσα περί τα τέλη Νοεμβρίου 2001 τον επισκέφθηκε, κατόπιν συστάσεως γνωστού της προσώπου, ο οποίος της είπε ότι μπορούσε να αποφυλακίσει τον έγκλειστο στις φυλακές ...αδελφό της. Πράγματι σε επίσκεψη στο δικηγορικό του γραφείο μαζί με την αδελφή της του εξέθεσε ότι ο αδελφός της είχε καταδικασθεί με την 448-449/2001 απόφαση του 5μελούς Εφετείου Πατρών σε κάθειρξη 14,5 ετών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Του ζήτησε δε να τις ενημερώσει ποιες οι προοπτικές αποφυλάκισής του, δεδομένου ότι όλοι οι δικηγόροι που είχαν ορίσει δεν επέτυχαν κάτι για το ζήτημα αυτό. Αρχικά αυτός τους ζήτησε ποσό 300.000 δραχμών για να ενημερωθεί επί της δικογραφίας, ενώ τις διαβεβαίωσε ότι υπήρχε δυνατότητα αποφυλάκισης λόγω της κλονισμένης υγείας του αδελφού τους. Στις συναντήσεις που επακολούθησαν τις επόμενες ημέρες ο κατηγορούμενος παρέστησε στην πολιτικώς ενάγουσα και την αδελφή της ότι είχε δυνατότητα να επιτύχει την διακοπή της φυλάκισης του αδελφού τους για σοβαρούς λόγους υγείας διότι διέθετε ολόκληρο επιτελείο δικαστών, ιατρών και λοιπών αρμοδίων προσώπων οι οποίοι θα ικανοποιούσαν το αίτημά του, αρκεί να τους καταβαλλόταν ένα χρηματικό ποσό, το οποίο προσδιόρισε σε 20.000.000 δραχμές, το οποίο, όπως τους διαβεβαίωσε, ήταν απαραίτητο για να ικανοποιηθούν όλοι αυτοί που θα συνέβαλαν στην έκδοση της αποφάσεως διακοπής της φυλακίσεως. Μάλιστα μπροστά τους έκανε ένα τηλεφώνημα προσποιούμενος ότι μιλάει με τον πρόεδρο του δικαστηρίου που θα εξέδιδε την απόφαση κατά το οποίο και ζήτησε να ικανοποιηθεί το αίτημά του. Μετά από αυτά η πολιτικώς ενάγουσα, πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του, του κατέβαλε με τμηματικές καταβολές και την οικονομική ενίσχυση της αδελφής της στις 5-2-2002 2.000.000 και στις 15-2-2002 το υπόλοιπο των 18.000.000 δραχμών με την ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, που αυτός εισέπραξε. Αργότερα όμως διαπίστωσε ότι όλες οι ανωτέρω διαβεβαιώσεις του ήσαν ψευδείς και δεν υπήρχε κύκλωμα, δικαστών, ιατρών κλπ προσώπων, μέσω του οποίου θα επιτύγχανε την αποφυλάκιση του αδελφού τους. Τότε ζήτησε να της επιστραφεί το ποσό των 20.000.000 δραχμών, αλλ` ο κατηγορούμενος, αφού αρχικά απέφευγε να εμφανισθεί στο τηλέφωνο και να την συναντήσει, δέχθηκε να της επιστρέψει ποσό 10.000.000 δραχμών μόνον, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι το υπόλοιπο κάλυπτε αμοιβές και έξοδα, ενώ σε ουδεμία δικαστική ή εξώδικη ενέργεια προέβη, ούτε βέβαια κατέβαλε σε κάποιον για την ανωτέρω αιτία οποιοδήποτε ποσό, που να δικαιολογεί την παρακράτηση του εν λόγω μεγάλου ποσού.
Συνεπώς με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 10.000.000 δραχμών, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της πολιτικώς ενάγουσας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω που αποδεικνύονται από τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και της αδελφής της αλλά και όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, όπως εξειδικεύεται στο διατακτικό...". Στο διατακτικό δε, το οποίο, όπως έχει εκτεθεί, παραδεκτά συμπληρώνει το σκεπτικό, εκτίθεται και ότι ο κατηγορούμενος είπε επί λέξει στην παθούσα ότι "υπάρχει κύκλωμα από δικαστές που τα παίρνουν, ξέρω αυτόν που τους κάνει κουμάντο, οι δικαστές που τα πιάνουν δεν εμπιστεύονται άτομα που δεν τα ξέρουν και έχω ήδη μιλήσει με τον Πρόεδρο", καθώς και ότι η περιουσιακή ζημία που προξενήθηκε στην πολιτικώς ενάγουσα και το αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που απεκόμισε παρανόμως ο κατηγορούμενος, που ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 10.000.000 δρχ. (29.347,03 €), είναι ιδιαίτερα μεγάλη".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, 386§1 β-α ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Παρατίθεται στην απόφαση α)ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, είχε δυνατότητα να επιτύχει την διακοπή της φυλάκισης του αδελφού της παθούσας για σοβαρούς λόγους υγείας διότι διέθετε ολόκληρο επιτελείο δικαστών, ιατρών και λοιπών αρμοδίων προσώπων οι οποίοι θα ικανοποιούσαν το αίτημά του, αρκεί να τους καταβαλόταν το παραπάνω ποσό των 20.000.000 δραχμών, το οποίο ήταν απαραίτητο για να ικανοποιηθούν όλοι αυτοί που θα συνέβαλαν στην έκδοση της αποφάσεως διακοπής της φυλακίσεως, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε η μηνύτρια και προέβη στην επιζήμια για την ίδια συμπεριφορά, στην καταβολή, δηλαδή, του ειρημένου ποσού και γ) βλάβη ξένης, ήτοι της παθούσας μηνύτριας, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος (στοιχ. α, β, γ, δ) λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (του άρθρου 386§1 ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η μερικότερη αιτίαση ότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη και η χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας είναι αβάσιμη, γιατί, από τις ως άνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αφού συνεκτίμησε, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, και την ανωμοτί κατάθεση της ως μάρτυρος εξετασθείσας πολιτικώς ενάγουσας Ψ1, αφού, σε αρκετά σημεία του σκεπτικού γίνεται αναφορά σ` αυτήν, η κατάθεση της οποίας μνημονεύεται ειδικώς (σελ. 8 προσβαλλόμενης αποφάσεως), ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η κατάθεση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ειδικά στην αιτιολογία της αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο. Η δε μερικότερη αιτίαση ότι δεν είναι αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Μ1, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την από 2.6.2003 αναφορά της μηνύτριας, την υπ` αριθ. 220/2004 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, την υπ` αριθ. 178/2004 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, τις ένορκες, κατά την προδικασία, καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., Μ1 και ..., που μνημονεύονται στα πρακτικά ως αναγνωσθείσες στο ακροατήριο, την από 16.7.2004 με αριθ. πρωτ. ...υπηρεσιακή βεβαίωση του Νοσοκομείου Κρατουμένων ..., την υπ` αριθ. πρωτ. ... υπηρεσιακή βεβαίωση του Ψυχιατρείου Κρατουμένων ..., τα από ..., ..., ... και ... πιστοποιητικά νοσηλείας του κατηγορουμένου, την ακτινολογική γνωμάτευση της ιατρού ..., τις από 25.6.2005 και 1.11.2004 μηνύσεις του αναιρεσείοντος κατά της πολιτικώς ενάγουσας και την από 20.5.2005 προσφυγή του ιδίου ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών είναι αβάσιμη, γιατί, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες κ.λπ.) και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Ακόμη, δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως, το γεγονός δε ότι εξαίρεται η κατάθεση της παθούσας, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ειδικά, όσον αφορά τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αυτά δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, περιλαμβάνονται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για την καταδικαστική κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού. Οι ως άνω αιτιάσεις, κατά το μέρος που, με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, πέραν των ως άνω διεξοδικά αναφερομένων, να αιτιολογήσει ειδικά γιατί η προξενηθείσα ζημία από την απάτη είναι ιδιαίτερα μεγάλη, εφόσον προσδιορίζεται στην απόφαση το μέγεθος της ζημίας που υπέστη η παθούσα, ότι, δηλαδή, η ζημία ανερχόταν στο ποσό των 10.000.000 δρχ., και η σχετική μερικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Ακόμη, η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, περιέλαβε περιστατικά επί πλέον εκείνων που δέχθηκε ως αποδειχθέντα είναι, ανεξαρτήτως της αοριστίας της, αφού δεν προσδιορίζονται τα επί πλέον περιστατικά, αβάσιμη, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, το σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως αλληλοσυμπληρώνονται, ενώ δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε και για περιστατικά που δεν έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν.
H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, αφού ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε "την απαλλαγή του κατηγορουμένου και την αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 §2 α και δ του ΠΚ". Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, όσον αφορά την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 α ΠΚ, η οποία απορρίφθηκε (ή ετερα της περιπτ. Δ' έγινε δεκτή), όπως προβλήθηκε, ήταν εντελώς αόριστος, αφού έγινε επίκληση μόνο της νομικής διατάξεως που την προβλέπει, χωρίς να αναφερθούν πραγματικά περιστατικά που να τη θεμελιώνουν. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Παρά ταύτα, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την αιτιολογία ότι "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως διότι προβλήθηκε αορίστως, σε κάθε όμως περίπτωση διότι δεν προβλήθηκαν ούτε αποδείχθηκαν περιστατικά της προηγούμενης ζωής του, που στοιχειοθετούν έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική εν γένει ζωή του". Κατ` ακολουθίαν, ο τέταρτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 84 ΠΚ και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και συγκεκριμένα γιατί, κατά παράβαση και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εσφαλμένα απορρίφθηκε ο ως άνω ισχυρισμός του ως αόριστος και ως αναπόδεικτος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τη διάταξη του άρθρου 366 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση στο ακροατήριο καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο σε απολογία, είτε αυτός το ζητήσει είτε όχι. Διαφορετικά δημιουργείται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κώδικα. Αυτό, όμως, προϋποθέτει αυτοπρόσωπη του κατηγορούμενου παράσταση στο ακροατήριο. Όταν αυτός δεν παρίσταται στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο συνήγορός του δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του κατηγορούμενου, ούτε καλείται σε απολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, παραπονείται, γιατί, το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τον κήρυξε ένοχο, χωρίς, πριν από την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας περί ενοχής, να δοθεί ο λόγος στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που τον εκπροσώπησε, για να λάβει θέση και να εκφρασθεί αντ` αυτού επί της κατηγορίας και της αποδεικτικής διαδικασίας που είχε διεξαχθεί στο ακροατήριο. Η αιτίαση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαραδέκτως προβάλλεται και είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως συνομολογεί ο αναιρεσείων, αλλά και από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροσωπήθηκε αυτός από τον πληρεξούσιο συνήγορό του Γεώργιο Αθανασόπουλο, ο οποίος και δεν μπορούσε να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και το δεύτερο σκέλος του τρίτου, από το άρθρο 510§1 περ. Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγου της αιτήσεως, προβάλει και ότι λήφθηκε υπόψη έγγραφο, ήτοι η από 20.12.2000 ιατρική γνωμάτευση, το οποίο περιγράφεται ελλιπώς και αορίστως, ώστε να μη προκύπτει η ταυτότητα αυτού. Και οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί η ταυτότητα του ως άνω εγγράφου προσδιορίζεται επαρκώς, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο επακριβώς έγγραφο πρόκειται (αφού δεν έχει αναγνωσθεί άλλο ιατρικό έγγραφο με την αυτή ημερομηνία), ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση του εγγράφου αυτού.
Εξάλλου, και η συναφής με τα ανωτέρω αιτίαση, που προβάλλεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, ότι το δικαστήριο, ενόψει των επικαλουμένων σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. για δίκαιη δίκη είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκαν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και το Πενταμελές Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια και δεν στέρησε τον αναιρεσείοντα από κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα.
Τέλος, ο αναιρεσείων, με τους, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερο (στοιχ. ε) λόγο αναιρέσεως και τρίτο πρόσθετο, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί ποινής διάταξή της και συγκεκριμένα γιατί, ενώ, σύμφωνα με το αιτιολογικό της αποφάσεως, του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, στο διατακτικό αναφέρεται ότι του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 4 ετών, πρόθεση δε του Δικαστηρίου ήταν να του επιβληθεί ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, όπως συνάγεται από το ότι δέχτηκε υπέρ αυτού ελαφρυντική περίσταση. Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας των λόγων αυτών, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης και της πρωτόδικης αποφάσεως και των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, πρωτοδίκως επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών, χωρίς να του αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό. Στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά τη διάσκεψη του Δικαστηρίου για την απόφαση επί της ποινής, ο Πρόεδρος ανέγραψε επί του φακέλου με το χέρι του, ως ποινή που αποφάσισε το Δικαστήριο ότι έπρεπε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 δ ΠΚ, αυτήν της φυλακίσεως 4 ετών, την οποία πρότεινε και ο Εισαγγελέας της Έδρας. Η πρόθεση του Δικαστηρίου να επιβάλει την ποινή αυτή συνάγεται και από το ότι δεν προχώρησε αυτό στη μετατροπή ή αναστολή της ποινής, πράγμα που θα έπραττε αν η ποινή που επιβλήθηκε ήταν φυλάκιση 4 μηνών (άρθρα 82§1, 99§1 ΠΚ). Η δε αναγραφή στο σκεπτικό, ως ποινής, της φυλακίσεως 4 μηνών οφείλεται σε φανερή παραδρομή κατά την καθαρογραφή και σε αβλεψία κατά τη θεώρηση της αποφάσεως. Επομένως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι παραδεκτώς ασκηθέντες με το από16.11.2009 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27 Απριλίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 3499/2009) αίτηση του Χ1 μετά των από 16 Νοεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 375/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Η κρίση για το αν η ζημία είναι μεγάλη ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά απαιτείται να προσδιορίζεται στην απόφαση το μέγεθος της ζημίας. Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ειδικά η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αρκεί να προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεσή του. Τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον μνημονεύονται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και στο προοίμιο του σκεπτικού. Η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικού, όταν προβάλλεται αυτός αορίστως (με μόνη την επίκληση της νομικής διατάξεως ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία), δεν χρήζει αιτιολογίας. Ο συνήγορος που εκπροσωπεί στη δίκη τον κατηγορούμενο, δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφου και απόρριψη λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 περ. Α΄ ΚΠΔ Η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους. Από παραδρομή αναγραφή στο σκεπτικό ότι επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 4 μηνών αντί του ορθού "4 ετών" που ορίζεται στο διατακτικό. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Συνήγορος κατηγορουμένου, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 58/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΥΡΟΤΕΚ ΕΠΕ", που εδρεύει στην Δραπετσώνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στάθη Αγοργιανίτη για τον εαυτό του προσωπικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της 1ης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας διόρισε πληρεξούσιο αυτής τον ίδιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1392/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 560/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-1-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ. Ν. Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η ευχέρεια αυτή δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως. Η παροχή όμως των υπηρεσιών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν χωρίς άλλο κριτήρια παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ο χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των περιστάσεων για να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο μισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση. Εξάλλου σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη με την ως άνω έννοια, επί δε της συμβάσεως αυτής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Τέτοια σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι και του εμπορικού αντιπροσώπου ή παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ) που παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή, η οποία συνίσταται είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων πωλήσεων, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής, όταν κατά τους όρους της σύμβασης ο εμπορικός αντιπρόσωπος (πλασιέ) δεν υπόκειται κατά τρόπο δεσμευτικό στην προαναφερόμενη νομική εξάρτηση του εργοδότη. Περαιτέρω, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ1 άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη εταιρεία διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία κυρίως πυρίμαχων και μονωτικών υλικών. Για την προώθηση των πωλουμένων προϊόντων της συνήψε με τον ενάγοντα την 1-12-2003 έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας ο τελευταίος, ως ελεύθερος συνεργάτης της εναγομένης, ανέλαβε, ως πωλητής, την έρευνα αγοράς για ανεύρεση νέων πελατών και την προώθηση και πώληση υλικών βιομηχανικών μονώσεων και πυρίμαχων προϊόντων στην εγχώρια αγορά, καθώς και την παρακολούθηση των ήδη υπαρχόντων πελατών και την υποχρέωση να επισκέπτεται τους πελάτες σε τακτά χρονικά διαστήματα για τη λήψη νέων παραγγελιών πώλησης και εκτέλεσης αυτών. Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης και συνεργασίας των διαδίκων, ο ενάγων εργαζόταν χωρίς καμία δέσμευση ωραρίου, επέλεγε δε κατ' απόλυτη κρίση του τόσο τον τρόπο όσο και τον τόπο παροχής αυτής. Μόνη υποχρέωση αυτού ήταν να παραδίδει στην πρώτη εναγομένη το πρόγραμμα των επισκέψεων του, όπως αυτό καθοριζόταν από το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης, που οι διάδικοι είχαν υπογράψει, ενώ κατά τα λοιπά κανείς δεν επενέβαινε στην εργασία του. Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη σύμβαση ρητώς ορίστηκε ότι: Ο εργολάβος (ενάγων) υποχρεούται να δίδει εγγράφως το πρόγραμμα επισκέψεων. Το πρόγραμμα καθορίζεται με συνεργασία του "εργοδότη", με ελάχιστο αριθμό επαφών με πελάτες δώδεκα εβδομαδιαίως. Στις πέντε του επόμενου μήνα θα δίνεται δελτίο επαφών, που θα αναφέρει τους στόχους και τα αποτελέσματα. Καμιά παρέκκλιση στον όρο αυτό, καθώς και ότι...και απαγορεύεται καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσης σύμβασης η συνεργασία του (ενάγοντος) με πρόσωπα του ίδιου αντικειμένου εμπορίας. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία, μετά από συμφωνία με τον ενάγοντα, του κάλυπτε τις δαπάνες μετακίνησης του και συγκεκριμένα του είχε διαθέσει δικό της αυτοκίνητο και του είχε παραχωρήσει κινητό τηλέφωνο, η δε αμοιβή του ορίστηκε σε ετήσια αποζημίωση-προμήθεία επί των εισπράξεων των πωλήσεων, που αυτός θα πραγματοποιούσε ετησίως, ύψους 15.000 ευρώ, καθώς επίσης και σε προμήθεια για τυχόν επιπλέον πωλήσεις, πλέον δε τούτου ο ενάγων για την είσπραξη της αμοιβής του εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Όπως δε προκύπτει από τις ως άνω προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος, που αναφέρονται σε όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης μέχρι τη λύση αυτής, σε αυτές για την περίοδο από Δεκέμβριο του έτους 2003 έως και Νοέμβριο του έτους 2004 αναγράφεται το ποσό των 1250 ευρώ, ενώ για την περίοδο από Ιανουάριο έως και Νοέμβριο του έτους 2005 αναγράφεται το ποσό των 2.020,83 ευρώ (για το μήνα Νοέμβριο του 2005 το ποσό είναι μεγαλύτερο, επειδή ο ενάγων πληρώθηκε για την πρόσθετη εργασία της επίβλεψης έργου), ενώ μόνον οι αποδείξεις των μηνών Δεκεμβρίου του έτους 2004 και Δεκεμβρίου του έτους 2005 αναγράφουν τα αυξημένα ποσά των 4.602 ευρώ και 13.147,55 ευρώ, αντίστοιχα. Επιπλέον, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, ο ενάγων είχε προβεί σε δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στην αρμόδια ΔΟΥ, εφοδιάστηκε δε προς τούτο με διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και χορηγούσε στην πρώτη εναγομένη θεωρημένη απόδειξη παροχής υπηρεσιών, λαμβάνοντας την αντίστοιχη αμοιβή, επιβαρυνόμενος με την απόδοση του ΦΠΑ. Τέλος, ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί, δυνάμει της ως άνω σύμβασης, ότι η λύση αυτής γίνεται οποτεδήποτε αζημίως δια καταγγελίας οποιουδήποτε των μερών, εφόσον γίνει σε χρονικό διάστημα προειδοποίησης δύο μηνών. Με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε, ότι η επίμαχη σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, την 1-12-2003, ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εργασίας, διότι δέχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος ήταν διπλωματούχος μηχανικός, εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας εξωτερικός-ανεξάρτητος συνεργάτης της πρώτης εναγομένης, προωθούσε τα πυρίμαχα υλικά αυτής, χωρίς να βρίσκεται σε καθεστώς εξάρτησης ελέγχου και εποπτείας από αυτήν, αφού δεν ελάμβανε απ' αυτήν εντολές ή οδηγίες (πέραν των προαναφερθέντων βασικών οδηγιών) και του παρείχοντο μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τρόπου και του χρόνου εργασίας του, προκειμένου αυτή να γίνεται περισσότερο αποδοτική. Ειδικότερα, ότι αυτός προσδιόριζε κυριαρχικά ο ίδιος τον τρόπο και τον χρόνο της εργασίας του (με μόνη υποχρέωση του να επισκέπτεται τουλάχιστον δώδεκα πελάτες την εβδομάδα και να παραδίδει δελτίο των επισκέψεων του στην πρώτη εναγομένη), αφού δεν προσερχόταν, καθημερινά στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και δεν τηρούσε καθόλου το ωράριο των λοιπών υπαλλήλων της, αλλά αντίθετα δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο, η σχέση του με την πρώτη εναγομένη ήταν ελαστική και είχε απόλυτη αυτονομία στις κινήσεις του, ώστε να ταξιδεύει και να μετακινείται για να επισκέπτεται ή να ανευρίσκει νέους πελάτες, χωρίς να υπόκειται στις εργοδοτικές εντολές της πρώτης εναγομένης, ενώ δεν του αποκλείσθηκε η δυνατότητα να συνεργάζεται και με άλλα πρόσωπα άλλου (διαφορετικού) αντικειμένου εμπορίας. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, στηριζόμενη στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την οποία είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις ή εκείνες των άρθρων 652 Α.Κ. και 6 του ν. 765/43, ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι Α) δεν αιτιολογείται επαρκώς η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "χωρίς να βρίσκεται υπό καθεστώς εξάρτησης ελέγχου και εποπτείας, αφού δεν ελάμβανε απ' αυτήν εντολές ή οδηγίες(πέραν των προαναφερθέντων βασικών οδηγιών)" Β) Οι παραδοχές της απόφασης: 1) στην καταρτισθείσα σύμβαση ρητώς ορίστηκε ότι ήταν υποχρεωμένος να δίδει εγγράφως το πρόγραμμα επισκέψεων που καθορίζεται με τη συνεργασία του εργοδότη, με ελάχιστο αριθμό επαφών με πελάτες δώδεκα εβδομαδιαίως και ότι απαγορεύεται η συνεργασία του αναιρεσείοντος με πρόσωπα του ίδιου αντικειμένου εμπορίας και 2)καθόριζε τον τρόπο εκτελέσεως της εργασίας του και του παρείχοντο μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τόπου και του χρόνου εργασίας του, προκειμένου αυτή να γίνεται περισσότερο αποδοτική, η σχέση του με την πρώτη εναγομένη ήταν ελαστική και είχε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις του, είναι αντιφατικές, επιπλέον δε, παραβιάστηκαν με αυτές οι παραπάνω διατάξεις και Γ)με την παραδοχή ότι η φύση της συμβάσεως ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποδεικνύεται και από τις διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, τις οποίες εξέδιδε ο ίδιος στην πρώτη αναιρεσίβλητη, παραβιάστηκαν οι παραπάνω διατάξεις είναι αβάσιμες, διότι η απόφαση και ως προς το αντίστοιχο μέρος της περιέχει επαρκείς αιτιολογίες και δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών που αναφέρονται στις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Επομένως οι περί του αντιθέτου, υπό στοιχ.1, 2 και 3, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ "ως πράγματα" των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Επίσης, από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως, κατά τους οποίους για το έτος 2006 συμφωνήθηκε το ύψος του βασικού του μισθού και του bonus να παραμείνουν σ' εκείνο του έτους 2005 και ότι το bonus ήταν πάγια και τακτικά καταβαλλόμενη πρόσθετη μισθολογική παροχή και αποτελούσε μέρος των τακτικών αποδοχών του. Όπως προκύπτει από την απόφαση του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε κρίνοντας ότι ο ενάγων στην πραγματικότητα προσέφερε στην πρώτη εναγόμενη τις υπηρεσίες του με βάση τη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι τα παραπάνω ποσά καταβάλλονταν στον αναιρεσείοντα ως προμήθεια για την παροχή των υπηρεσιών του. Επομένως ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο είχε επαναφέρει με ειδικό λόγο εφέσεως. Όμως δεν παραθέτει στην αίτηση το περιεχόμενο της αγωγής, κατά το μέρος αυτό και του λόγου εφέσεως, που υποβλήθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η μεν αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημα της, ήταν ορισμένη και νόμιμη, ο δε λόγος εφέσεως προβλήθηκε παραδεκτά και ήταν νόμιμος.
Συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, στο σύνολο του, δηλαδή κατά το παραπάνω μέρος του, αλλά και κατ' εκείνο με το οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ίδιου κώδικα, πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με το σχετικό λόγο εφέσεως. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναίρεσε ίων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 560/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια(1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι και του εμπορικού αντιπροσώπου ή παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ) που παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή, η οποία συνίσταται είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό επί των πραγματοποιουμένων πωλήσεων, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής, όταν κατά τους όρους της σύμβασης ο εμπορικός αντιπρόσωπος (πλασιέ) δεν υπόκειται κατά τρόπο δεσμευτικό στην προαναφερόμενη νομική εξάρτηση του εργοδότη. Το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 652 Α.Κ. και 6 του ν. 765/43, ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ΄ ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης. Δεν παρατίθεται στην αίτηση το περιεχόμενο της αγωγής, κατά το μέρος αυτό και του λόγου εφέσεως, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η μεν αγωγή, κατά το αντίστοιχο αίτημά της, ήταν ορισμένη και νόμιμη, ο δε λόγος εφέσεως προβλήθηκε παραδεκτά και ήταν νόμιμος.
| null | null | 2
|
Αριθμός 59/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΡΟΦΟΣ Τεχνική Εταιρεία ΑΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Αργυρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2003 και 9-6-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1814/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6423/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε. Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 20-11-2008 αίτηση της αναιρεσείουσας ..., για αναίρεση της 6423/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από την απολειπόμενη αναιρεσείουσα, ούτε αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο από την αντίδικο της αναιρεσίβλητη, αφού η τελευταία, παριστάμενη, δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προσκομίζει την οικεία έκθεση επίδοσης ή αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς όλους τους διαδίκους .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-11-2008 αίτησης της ... για αναίρεση της 6423/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-11-2008 αίτησης.
| null | null | 0
|
Αριθμός 61/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΞΑΓΩΓΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1597/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5795/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 16-10-2006 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1021/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ανωτέρω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 2700/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 13-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 664 έως 676), οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην πιο πάνω ειδική διαδικασία για την εξασφάλιση ταχύτητας εκδίκασης των διαφορών αυτών λόγω της ιδιαιτερότητας τους, οι διάδικοι οφείλουν να προσάγουν στο Εφετείο "έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και, συνεπώς, είναι απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, αν οι διάδικοι τα προσάγουν μετά το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 και 3, 270 παρ. 1 εδ. β', παρ. 4 εδ. α', παρ. 5 εδ. α' και β' και παρ. 6 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) αλλά και στις ειδικές διαδικασίας, αφού δεν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν οι διατάξεις αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της προκείμενης υποθέσεως ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Εφετείου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις το αργότερο κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να καταθέσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων. Έτσι, στην κατ' έφεση δίκη στις ειδικές διαδικασίες, η επίκληση και προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ μετά το πέρας της συζήτησης με την προσθήκη στις προτάσεις επιτρέπεται μόνον αξιολόγηση των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 324/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 ΚΠολΔ, απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1597/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη στην ουσία την αγωγή της, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων), και τις υπ' αριθμ. ...και ...ένορκες βεβαιώσεις του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Σοφιανόπουλου, που δόθηκαν στις 14-10-2008 και ώρα 09.00, τις οποίες προσκόμισε το αναιρεσίβλητο. Δεν προκύπτει όμως ότι η επίκληση αυτών έγινε έως το πέρας της συζητήσεως στο ακροατήριο του Εφετείου με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ή με καταχώριση στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού. Το αναιρεσίβλητο κατέθεσε τις από 13-10-2008 προτάσεις του με σχετικά την προτεραία της συζητήσεως, ήτοι στις 13-10-2008 και ώρα 14.00, όπως τούτο προκύπτει από την επ' αυτών σημείωση του γραμματέα του Εφετείου. Και ναι μεν στις καθαρογραμμένες κατά τα λοιπά στο σύνολο τους προτάσεις του αυτές, όπως εξ αυτών προκύπτει, ισχυρίζεται ότι επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, και τις ως υπ' αριθμ. ...και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις, οι αριθμοί των οποίων, ήτοι οι ...και ...και η ημερομηνία 14-10-2008 είναι γραμμένοι δια χειρός. Όμως, η χειρόγραφη αυτή εγγραφή- προσθήκη δεν φέρει ημερομηνία και βεβαίωση της τόσο από την πληρεξούσια δικηγόρο που υπογράφει τις προτάσεις όσο και από τον αρμόδιο υπάλληλο του Εφετείου, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 237 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ. Έτσι, δεν προκύπτει πότε έγινε η άνω εγγραφή και, ως εκ τούτου υπάρχει αμφιβολία για τη νομιμότητα της επικλήσεως στο Δικαστήριο των άνω ενόρκων βεβαιώσεων. Εξάλλου, η επίκληση αυτών σε χρόνο που δεν υπήρχαν, αφού, σύμφωνα με την βεβαίωση του Εφετείου, έγιναν στις 14-10-2008, είναι νομικώς αδιάφορη. Διότι επίκληση μη υπαρκτού κατά τον χρόνο της επικλήσεως του αποδεικτικού μέσου είναι προδήλως αλυσιτελής (ΑΠ 1402/1999). Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του αναιρετηρίου, μέμφεται το Εφετείο ότι, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης περί του ότι η καταγγελία από το αναιρεσίβλητο της εργασιακής σχέσης δεν είναι άκυρη ως γενόμενη κατά κατάχρηση δικαιώματος λόγω εκδικήσεως και εμπάθειας αυτού έναντι της, αλλά αυτή έγινε για αντισυμβατική της συμπεριφορά, έλαβε υπόψη και τις πιο πάνω μη νομίμως επικληθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τον άνω δε ισχυρισμό προέβαλε με την προσθήκη που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2700/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στην κατ΄έφεση δίκη, στις ειδικές διαδικασίες, η επίκληση και προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ μετά το πέρας της συζήτησης με την προσθήκη στις προτάσεις επιτρέπεται μόνον αξιολόγηση των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Προϋπόθεση για να ληφθεί υπόψη αποδεικτικό μέσο είναι η νομότυπη επίκλησή του. Αμφιβολία για τη νομιμότητα της επικλήσεως ένορκων βεβαιώσεων. Επίκληση μη υπαρκτού κατά το χρόνο της επικλήσεώς του αποδεικτικού μέσου είναι προδήλως αλυσιτελής.
| null | null | 0
|
Αριθμός 26/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, στην παρούσα από τον Διευθυντή του Καταστήματος ΑΤΕ ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζημιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/ΤΜ/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 544/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 39 παρ.1, 5 και 12 του ν. 3259/2004, ορίζεται ότι "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το έτος 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία των οφειλών αυτών για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει ποσοστό 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του έτους 1990 ρύθμιση. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Και ως προς τις οφειλές αυτές ισχύουν οι λοιπές διατάξεις του παρόντος άρθρου (παρ.5). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει (παρ.12)". Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/2001, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτουν τα εξής: 1) Με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 περιορίσθηκε το οριζόμενο με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 2789/2000 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου. 2) Εάν πρόκειται για περισσότερα δάνεια ή πιστώσεις, το τριπλάσιο υπολογίζεται επί του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων ή, προκειμένου για αλληλόχρεους λογαριασμούς, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, 3) Προκειμένου για οφειλές κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, οι οποίες είναι σχετικές με την επαγγελματική τους δραστηριότητα και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, τότε το συνολικό ύψος τους υπολογίζεται στο διπλάσιο του συνολικού κεφαλαίου που έχει ληφθεί με ένα ή περισσότερα δάνεια, τα οποία συνυπολογίζεται και δεν γίνεται ιδιαίτερος υπολογισμός της οφειλής για το καθένα χωριστά. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή, παρά τη διφορούμενη διατύπωση της παρ. 5 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, όπου δεν επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό η διατύπωση της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, για συνυπολογισμό όλων των ληξιπρόθεσμων οφειλών από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, προκύπτει από τα εξής: α) Με την παράγραφο 1 γίνεται ρητή μνεία ότι το οριζόμενο με αυτή ανώτατο όριο (τριπλάσιο) της οφειλής αναφέρεται στο σύνολο των ληφθέντων δανείων και διατυπώνεται στο τέλος επιφύλαξη για τους ορισμούς των παραγράφων 4, και 5 του ίδιου άρθρου 39, που αφορούν διαφορετικές περιπτώσεις β) Η παράγραφος 4, όπως συμπληρώθηκε με την ερμηνευτική διάταξη του εδ. β', που προστέθηκε με το άρθρο 39 ν. 3723/2008, αφορά ρύθμιση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων υπό την ισχύ του ν. 2789/2000, με ύψος άνω των 2.201.000 ευρώ (για κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους) και αρχικό κεφάλαιο άνω των 400.000 ευρώ, όπου τα δύο αυτά μεγέθη αποτελούν άθροισμα οφειλών από περισσότερα δάνεια ή πιστώσεις και λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά γ) Με την παράγραφο 5 μειώνεται, ως προς μία ειδική κατηγορία πολιτών, (των αγροτών), για λόγους δημόσιου συμφέροντος, το οριζόμενο στην παράγραφο 1 ανώτατο όριο οφειλών, από πιστώσεις και δάνεια για την επαγγελματική τους δραστηριότητα, από τριπλάσιο σε διπλάσιο του κεφαλαίου και δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι το όριο αυτό δεν θελήθηκε από το νομοθέτη να ισχύει στο σύνολο των οφειλών, όπως κατ' αναλογία έχει ρητώς ορισθεί για τις οφειλές της παρ.1. Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί, από τη διατύπωση της παρ. 4 που δεν έχει ομοιότητα (ως ρύθμιση) με την παρ. 1, ούτε από την τελευταία, η οποία, λόγω της ομοιότητάς της με την παρ.5, πρέπει να δεχθούμε ότι είναι αναλογικά εφαρμοστέα για τη συμπλήρωση του ερμηνευτικού προβλήματος που δημιουργεί η σχετικώς ασαφής διατύπωση της παρ.5, ενόψει του ότι, κατά τα λοιπά, αποτελεί επανάληψη της παρ.1 με ηθελημένο νομοθετικό σκοπό μόνον να μειωθεί το ανώτατο όριο των οφειλών των αγροτών στο διπλάσιο του κεφάλαιο ή των κεφαλαίων. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας (και ακολούθως εφαρμογής) της διατάξεως του άρθρου 39 παρ.5 του ν. 3259/2004, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τις περισσότερες της μιας δανειακές προς την αναιρεσείουσα υποχρεώσεις από αγροτικά δάνεια του αναιρεσιβλήτου, υπαγόμενα στις ρυθμίσεις της εν λόγω διατάξεως, εσφαλμένως υπολογίσθηκε ως ανώτατο όριο το σύνολο του κεφαλαίου όλων των δανείων, ενώ έπρεπε να γίνει ιδιαίτερος για το καθένα από αυτά υπολογισμός, με συνέπεια να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή του, είναι αβάσιμος. Εξάλλου και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, ότι με τα ταυτόσημα προς τις παραδοχές του Εφετείου ως άνω περιστατικά, που επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία (και ακολούθως εφαρμογή) της διατάξεως του άρθρου 39 παρ.5 του ν. 3259/2004 κρίθηκε ορισμένη η αγωγή του, χωρίς να περιλαμβάνει προσδιορισμό του κεφαλαίου καθενός από τα δάνεια, για να γίνει ιδιαίτερος για το καθένα υπολογισμός του ανώτατου ορίου της οφειλής του, είναι, εφόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ως προς την (ορθή) ερμηνεία της ως άνω διατάξεως, αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, όχι δε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από το πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ δεν ελέγχεται η κρίση για το περιεχόμενο εγγράφων, εφόσον αυτά εκτιμώνται ελεύθερα, εκτός αν υφίσταται παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου. Στην εξεταζόμενη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι μέρος της οφειλής του αναιρεσιβλήτου, ποσού 1.500.000 δραχμών, προερχόταν από αλληλόχρεο λογαριασμό και έπρεπε αυτοτελώς να κριθεί, επικαλέσθηκε και προσκόμισε α) την υπ' αρ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης μεταξύ αυτής και του Αγροτικού Συνεταιρισμού Πλατάνου και β) τον σχετικό πίνακα απογραφής μελών του συνεταιρισμού, ενώ το Εφετείο έκρινε αυτά λιγότερα αξιόπιστα από τις (λιγότερο αξιόπιστες) μαρτυρικές καταθέσεις. Επομένως, εφόσον τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν είχαν ως εκδότη τον αντίδικο της επικαλούμενης αυτά αναιρεσείουσας ούτε αποτελούσαν δημόσια έγγραφα, δεν είχαν αυξημένη αποδεικτική ισχύ σε σχέση με τις μαρτυρικές καταθέσεις και ο ανωτέρω αντίθετος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2008 αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ για αναίρεση της 544/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείoυσα στα δικαστικά έξοδα τoυ αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δάνεια αγροτών από Α.Τ.Ε. Άρθρο 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004. Κατ΄ ορθή ερμηνεία του, στη ρύθμιση της μη υπερβάσεως του διπλασίου του κεφαλαίου υπάγονται περισσότερα του ενός δάνεια και δεν γίνεται ξεχωριστός για καθένα από αυτά υπολογισμός.
| null | null | 0
|
Αριθμός 27/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 49,50,134,172,196,220, 234,250,273,274/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη.
Με κατηγορούμενο τον Ζ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φίλιππο Φίλια και Βασίλειο Καπερνάρο. Με συγκατηγορούμενο τον Ξ, κάτοικο ....
Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Ψ1, 2. Ψ2 και 3.Ψ3 συζ. Ψ1, κατοίκους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νινόπουλο..
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 49,40, 134, 172, 196, 220, 234, 250, 273, 274/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 44/3-9-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1377/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στις 1) ... έκθεση αναιρέσεως του ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, και 2) στην από 21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ καθώς και τους από 20-10-2009 προσθέτους λόγους και πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως προς τον κατηγορούμενο Ζ ως προς την ποινή διάταξής της και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. Και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 3-9-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) η ... δήλωση του κατηγορουμένου Χ, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 49,50, 134, 172, 196, 220, 234, 250, 273/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν παραδεκτά, νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφιστάμενης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας. Οι πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ με έγγραφο στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 20-10-2009, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, αφού δεν κατατέθηκαν, ως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 509 παρ.2 ΚΠΔ, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσής του κατά την παρούσα δικάσιμο της 3-11-2009. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών... Περαιτέρω το άρθρο 84 παρ.1 στοιχ.α' ΠΚ, η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο του άρθρου 83 και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Εξάλλου, στο άρθρο 85 ΠΚ ορίζεται ότι, όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 79 ΠΚ, συνάγεται ότι όταν το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου περισσότεροι από ένας λόγοι μειώσεως της ποινής ή ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, μία μόνο φορά θα γίνει ή κατά το κύριο 83 ΠΚ μείωση της ποινής, οι δε λοιποί λόγοι και περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ως λόγοι ελαφρύνσεως της ποινής, μέσα στα όρια που διαγράφει το άρθρο 83. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δηλαδή η εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτήν των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, καθιστά αναιρετέα την απόφασή του. Στην προκείμενη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη παραπάνω απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον από τους κατηγορουμένους Ζ για την πράξη της απλής συνέργειας στην υπό τον συγκατηγορουμενου του Χ τελεσθείσα πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 47 παρ.1, 229 παρ.1 ΠΚ). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το έγκλημα της απλής συνέργειας σε τετελεσμένο έγκλημα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, συνεπάγεται κατ'ανάγκη επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ, δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω μειώσεως της ποινής, κάτω από το όριο που ορίζει ο νόμος έστω και αν το δικαστήριο δεχθεί και ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ΠΚ. 'Ετσι το κατώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής για την προαναφερόμενη πράξη του πιο πάνω κατηγορουμένου και μετά την αναγνώριση σ'αυτόν της από το άρθρο 84 παρ.2 στοιχ.α' ΠΚ ελαφρυντικές περίστασης, ήταν της καθείρξεως 10 ετών (άρθρ. 83 στοιχ.α' ΠΚ). Το δικαστήριο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε σ'αυτόν για την παραπάνω πράξη, ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών, (επιβληθείσα ποινή πρωτοδίκως 14 ετών, όπως προκύπτει από την θεώρηση της πρωτόδικης απόφασης). Επομένως το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, γι'αυτό και θα πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγο, η αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον ρηθέντα κατηγορούμενο και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξή της και παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 εδ,α' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαίωμά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είχε σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ'αυτήν πρακτικών της, προκύπτει ότι κατά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων Β, ..., ... και ..., ελέγχθηκαν κρίσιμες περικοπές των προανακριτικών τους καταθέσεων από τις οποίες πολλές αναγνώστηκαν από τους συνηγόρους και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, ο δε κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως το περιεχόμενό τους, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαίωμα. Επί πλέον οι ίδιοι μάρτυρες, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των καταθέσεών τους, αναφέρθηκαν στις προανακριτικές καταθέσεις, που έδωσαν στην αστυνομία και στη συνέχεια έδωσαν εξηγήσεις επί των διαφοροποιήσεων που υπήρχαν μεταξύ εκείνων και αυτών που κατέθεταν στο ακροατήριο. Ειδικότερα η περικοπή της προανακριτικής από 5-1-2001 καταθέσεως του μάρτυρα Β που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης στο φύλλο 166, αναγνώστηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου ... κατά την εξέταση του παραπάνω μάρτυρα στο ακροατήριο στη συνεδρίαση της 28-3-2008 και καταχωρήθηκε αυτούσια κατά το μεγαλύτερο μέρος της στα πρακτικά στο φύλλο 77. Περαιτέρω η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό και στο φύλλο 169 "Απόλυτα δικαιολογημένη κρίνεται και η μη αναλυτική περιγραφή των όσων είχαν αντιληφθεί οι μάρτυρες αυτοί ...), κατά την πρώτη κατάθεσή τους στο Α/Τ ..., την 1-1-2001 λίγες ώρες μετά το θανάσιμο τραυματισμό του φίλου τους ... από τον Χ, κυρίως λόγω της συγκινησιακής φόρτισης και της οδύνης τους από το τραγικό συμβάν... και της εμπειρίας που έζησαν οι ίδιοι, ως μάρτυρες...", στηρίζεται στις αναλυτικές ως προς την περιγραφή των γεγονότων καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων στο ακροατήριο, οι οποίοι κατέθεσαν ότι αμέσως μετά το συμβάν βρίσκονταν σε σύγχυση, ταραχή και συγκινησιακή φόρτιση, εξηγώντας έτσι γιατί οι προανακριτικές τους καταθέσεις δεν ήταν το ίδιο αναλυτικές ως προς την περιγραφή των γεγονότων. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι ενώ δεν αναγνώστηκαν οι προαναφερθείσες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως περί ενοχής του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 1941/1991 στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά της παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 357 παρ.4 του ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως περικοπών της κατά την προδικασία καταθέσεως μάρτυρα που εξετάζεται στο ακροατήριο. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει ν'αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την τελευταία κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό και απόρριψη του παρά το νόμον. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαρκούσης της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά την ανάγνωση των εγγράφων ο κατηγορούμενος Χ ζήτησε δια του συνηγόρου του να αναγνωσθεί και η από 1-4-2004 γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου ..., που είχε συντάξει την από 31-1-2001 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ..., η οποία είχε αναγνωσθεί στην πρωτόδικη δίκη. Στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου εναντιώθηκαν οι πολιτικώς ενάγοντες δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, οι οποίοι υπέβαλαν ένσταση στο δικαστήριο και ζήτησαν να μην αναγνωσθεί το έγγραφο αυτό. Το εν λόγω αίτημα δεν ήταν σαφές και ορισμένο με παράθεση πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν, ούτε τέθηκε ως νομικό θέμα ώστε να επιληφθεί τούτου το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας ήταν αρμόδιο να αποφανθεί που έχει το τεκμήριο της αρμοδιότητας για όλα τα θέματα που δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στο νόμο. 'Όμως λόγω της αοριστίας του αιτήματος δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα και παρά ταύτα απέρριψε το εν λόγω αίτημα με πλήρη αιτιολογία. Επομένως, δεν επήλθε εν προκειμένω έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αλλά ούτε και υπέρβαση εξουσίας και ο δεύτερος από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 Β' και Η' λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η δήλωση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ, καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 49, 50, 134, 172, 196, 220, 234, 250, 273, 274/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ως προς τον κατηγορούμενο Ζ και μόνο ως προς τη διάταξή της περί ποινής αυτού.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς νέα κρίση και μόνον ως προς την παραπάνω διάταξή της συντιθέμενου του δικαστηρίου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει την ... δήλωση του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη δικαστική φυλακή Κορίνθου, για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης. Και
Καταδικάζει τον εν λόγω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρόσθετοι λόγοι εκπρόθεσμοι. Επιμέτρηση ποινής. Περισσότεροι λόγοι μειώσεως της ποινής. Αναίρεση εν μέρει, διότι η επιβληθείσα ποινή είναι κατώτερη από τα όρια που διαγράφει το άρθρο 83 ΠΚ.
|
Ποινή
|
Ποινή.
| 1
|
Αριθμός 27/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1. ...χας Κ1, κατοίκου ..., και 2. ...το γένος Κ1, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γεωργόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Φεβρουαρίου 2001 ανακοπή ως και τους από 6 Σεπτεμβρίου 2001 προσθέτους λόγους ανακοπής που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6800/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1168/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία προκύπτει, αντιθέτως, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως. Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της δημιουργηθείσης καταστάσεως, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 62/1990). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ απέρριψε ως (νομικά) αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειουσών, που είχαν προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους κατά της εναντίον αυτών εκδοθείσης με αίτηση της αναιρεσίβλητης διαταγής πληρωμής, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-2-2001 ανακοπής των αναιρεσειουσών (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι προέβαλαν με τον τέταρτο λόγο αυτής για τη θεμελίωση του αιτήματός τους ακυρώσεως της 2042/2001 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη ποσά 25.000.000 και 18.750.000 δραχμών από εγγυητική ευθύνη του θανόντος και κληρονομηθέντος από αυτές Κ1, σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της αναιρεσίβλητης-πιστώτριας και της υπέρ ης η εγγύηση εταιρίας "ΝΕΟΤΕΞ ΑΕ", ότι ο συνεγγυητής (με άλλους) Κ1, νόμιμος εκπρόσωπος της πρωτοφειλέτιδας, απεβίωσε στις 21-2-1984, ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείσθηκε από την αναιρεσίβλητη το έτος 1991, κατά της πρωτοφειλέτιδας και των συνεγγυητών εκδόθηκε η 2425/1991 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης και διατάχθηκαν εξασφαλιστικά της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, με αιτήσεις της, μέτρα (προσημειώσεις, υποθήκες, κλπ) και μόλις περί τα τέλη Μαΐου του 1999 γνωστοποίησε σ' αυτές (αναιρεσείουσες) την ύπαρξη της υποχρεώσεώς τους, ως κληρονόμων του Κ1 για την οποία δεν έχουν και δυνατότητα επαληθεύσεώς της, λόγω αδυναμίας τους προσβάσεως στα βιβλία και στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας, με συνέπεια, ενόψει της συμπεριφοράς αυτής της αναιρεσίβλητης, της μακράς αδράνειάς της και της έλλειψης αξιόλογου εισοδήματος εκείνων (αναιρεσειουσών) να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, εφόσον η επικαλούμενη 8ετής αδράνεια της αναιρεσίβλητης να καταστήσει γνωστή την αξίωσή της στις αναιρεσείουσες και να λάβει καταδιωκτικά (ή εξασφαλιστικά) μέτρα εναντίον τους δεν αρκούσε να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, χωρίς την επίκληση, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο και άλλων περιστατικών, σχετικά με τη συμπεριφορά της δικαιούχου και των υποχρέων, που να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους και τα οποία να καθιστούν για τις τελευταίες αδικαιολόγητη και επαχθή την άσκηση του δικαιώματος, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως νόμω αβάσιμο τον, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειουσών, προβληθέντα ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης από την εγγυητική ευθύνη του καθολικού δικαιοπαρόχου εκείνων Κ1 δεν παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη μη εφαρμογή) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, εφ' όσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ο ως άνω αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της έλλειψης νόμιμης βάσης της δικαστικής αποφάσεως, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως, όχι δε και όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (Ολ. ΑΠ 44/1990). Κατά συνέπεια, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερος κατά το δεύτερο επίσης μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, με την απόρριψη ως μη νομίμου του από τη διάταξη αυτή τέταρτου λόγου της ανακοπής των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτοι.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989) ή παραλείπει να συνεκτιμήσει μερικότερα περιστατικά, των οποίων έγινε επίκληση για τη θεμελίωση ενός τέτοιου ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, εφόσον ο με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της αναιρεσειουσών προβαλλόμενος ισχυρισμός τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι, κατά τα προαναφερόμενα, συνολικά εκτιμώμενος, μη νόμιμος, ο με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη ορισμένα από αυτά τα περιστατικά, αποβαίνει αλυσιτελής.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται ...... αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο να είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού, στον οποίο αναφέρεται η λήψη ή μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων και να μην τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (Ολ. ΑΠ 3/1997). Επομένως, εφόσον τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τις αναιρεσείουσες αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) που δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, συνδυάζονται από αυτές με την απόδειξη του με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους προβληθέντος ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης από εγγυητική ευθύνη του κληρονομηθέντος από εκείνες Κ1 σε σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, ο ισχυρισμός τους νομικά αβάσιμος, δεν παρέλειψε το Εφετείο παρά το νόμο να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 632 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου κώδικα στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού (άρθρα 112 Εισ. Ν Α.Κ., 874 Α.Κ. και 669 Ε.Ν.), εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία (άρθρο 361 Α.Κ.), ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη. Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρα 449 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., 52 ν.δ/τος 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας Τράπεζας, εκτός εάν αφορά εκτύπωση αποσπάσματος των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, οπότε δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο. Ειδικότερα κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα, ενώ με το άρθρο 52 παραγρ. 1 και 2 του ν.δ/τος 3026/2954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ορίζεται ότι "ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκδίδει επικυρωμένα υπ' αυτού αντίγραφα των παρ' αυτώ υπαρχόντων παντός είδους εγγράφων, ών υπεύθυνος περί της ακρίβειάς των" (παρ. 1) και ότι "τα τοιαύτα αντίγραφα έχουσι πλήρη ισχύν αντιπεφωνημένου αντιγράφου" (παρ. 2). Ως αντίγραφα νοούνται στο άρθρο αυτό και εκείνα που αποδίδουν μέρη συνολικών εγγράφων, όπως τα εμπορικά βιβλία και τα πολυσέλιδα έντυπα, συνιστάμενα σε σελίδες τους ή, προκειμένου για εμπορικά βιβλία τηρούμενα υπό μορφή φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών), τα αντίγραφα των επί μέρους φύλλων ή πινακίδων (καρτελλών). Κατά την έννοια δε του ιδίου άρθρου, το έγγραφο υπάρχει στο Δικηγόρο, αν αυτός το κατέχει, προσωρινά έστω, ανεξάρτητα από χρονική διάρκεια, όταν εκδίδει το αντίγραφο. Για το κύρος της επικύρωσης φωτοτυπίας, με βεβαίωση από δικηγόρο της ακρίβειάς της, βεβαίωση δηλαδή, ότι αυτή αποδίδει το πρωτότυπο, δεν είναι, σε περίπτωση προσωρινής κατοχής του πρωτοτύπου, αναγκαία η πανηγυρική διατύπωση αυτού του γεγονότος στη σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του δικηγόρου, αλλά αρκεί να συνάγεται βεβαίωση και του γεγονότος αυτού από την όλη διατύπωση της πράξης. Τέτοια δε έμμεση βεβαίωση προσωρινής κατοχής του εγγράφου από το δικηγόρο μπορεί να ενέχει και ο χαρακτηρισμός του επικυρούμενου φωτοτυπικού αντιγράφου ως αντιπεφωνημένου, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός λογικά προϋποθέτει την ολική ενέργεια παραβολής του φωτοαντιγράφου προς το πρωτότυπο και τη διαπίστωση της συμφωνίας προς αυτό, πράγμα που σημαίνει την έστω και βραχύχρονη κατοχή του πρωτοτύπου από το δικηγόρο, ο οποίος το παραβάλλει προς το φωτοαντίγραφο που επικυρώνει. Εξάλλου, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, αποδεικτικά δε μέσα με αυξημένη αποδεικτική δύναμη είναι τα έγγραφα, όταν παράγουν πλήρη απόδειξη και η δικαστική ομολογία. Κατά δε τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....", η παραβίαση δε μπορεί να εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006). Στην υπόψη περίπτωση με τον τέταρτο κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου των (ιδιωτικών) εγγράφων, προσδίδοντας στα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής επικληθέντα και προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης τη δύναμη εγγράφων με πλήρη απόδειξη, ενώ αυτά δεν είχαν σύννομη επικύρωση από το δικηγόρο, ο οποίος δεν βεβαίωσε την ακρίβεια του περιεχομένου τους σε σχέση με τα πρωτότυπα και έτσι απέρριψε τον δεύτερο λόγος της ανακοπής των αναιρεσειουσών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειουσών ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι: "Από τα νομίμως και με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύεται, ότι με τον 9ο όρο της υπ' αριθ. 13411/10.12.1980 συμβάσεως πιστώσεως (στην οποία ρητώς αναφέρονται και οι δεκατέσσερες αυξητικές αυτής), καταρτίσθηκε έγκυρη δικονομική σύμβαση μεταξύ της καθ' ής αφενός και της πιστούχου, αλλά και των εγγυητών των εν λόγω συμβάσεων αφετέρου, κατά την οποία: "Απόσπασμα εκ των βιβλίων της τραπέζης, εξηγμένον υπ' αυτής και εμφαίνον την,από της τελευταίας αναγνωρίσεως του πιστούχου, κίνησίν του ή των οικείων της πιστώσεως λογαριασμών, αποτελεί πλήρη απόδειξίν της, εκ του οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως, τυχόν προκυπτούσης απαιτήσεως της τραπέζης κατά του πιστούχου". Μετά το ενδιάμεσο κλείσιμο των λογαριασμών και την έγγραφη αναγνώριση του υπολοίπου εκάστου εξ αυτών από την πιστούχο, η καθ' ής εξέδωσε έντεκα (11) αντίγραφα των ανωτέρω λογαριασμών, τα οποία υπογράφονται μεν από τους υπαλλήλους της καθ' ής τράπεζας, προσκομίσθηκαν όμως στο Δικαστή του ενταύθα Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επικυρωμένα για την ακρίβειά τους, ήδη από την 26/11/1999, από τον δικηγόρο του ενταύθα Δικηγορικού Συλλόγου ... και επομένως ορθώς λήφθηκαν υπόψη ως νόμιμα ιδιωτικά έγγραφα (άρθρο 623 ΚΠολΔ)". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των επικυρωμένων από δικηγόρο ως άνω αντιγράφων λογαριασμών, που αποδείκνυαν πλήρως της αξίωση της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειουσών (ως καθολικών διαδόχων του εγγυητή Κ1) από την επίμαχη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καθ' όσον η επικύρωση, κατά την έννοια του νόμου, αποτελούσε πιστοποίηση της ταυτότητας του περιεχομένου των επικυρούμενων αντιγράφων με τα πρωτότυπα αυτών, έστω και αν στα επικυρούμενα αντίγραφα υπήρχε και η βεβαίωση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης για την ακρίβεια αυτών των αντιγράφων με τα πρωτότυπα. Επομένως όσα αντιθέτως προβάλλουν οι αναιρεσείουσες με τον ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Εξάλλου και ο σε συνάρτηση με τα ανωτέρω τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο μέμφονται οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 52 του ν. 3026/1954, ως προς την αποδεικτική ισχύ των θεωρούμενων από δικηγόρους αντιγράφων, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεων ως προς την αναφερόμενη διάταξη.
Κατά το άρθρο 851 του ΑΚ "ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη". Κατά δε το άρθρο 852 του αυτού κώδικα "ο εγγυητής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν ευθύνεται για παρεπόμενες παροχές που είχαν συμφωνηθεί και ήταν απαιτητές κατά το χρόνο της εγγύησης. Για τέτοιες παροχές που γίνονται απαιτητές μετά την εγγύηση, ο εγγυητής σε περίπτωση αμφιβολίας ευθύνεται μόνον αν κατά το χρόνο της εγγύησης γνώριζε την ύπαρξή τους". Με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες είναι ενδοτικού χαρακτήρα, με την έννοια ότι μπορεί να καθορίζεται ελεύθερα στενότερη η ευρύτερη ευθύνη του εγγυητή με τη σύμβαση εγγυήσεως, καθιερώνεται ευθύνη του εγγυητή για την, από πταίσμα ή υπερημερία του πρωτοφειλέτη ή αδυναμία παροχής, εκάστοτε έκταση της κύριας οφειλής και των απαιτητών κατά την εγγύηση παρεπομένων παροχών, όπως και εκείνων που κατέστησαν απαιτητές μεταγενέστερα και γνώριζε την ύπαρξή τους. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ.
Εν προκειμένω με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 851 και 852 ΑΚ απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, ότι έπρεπε να προηγηθεί παραίτηση του από αυτές κληρονομηθέντος εγγυητή Κ1 από την προστασία των διατάξεων αυτών, για να εκτείνεται η ευθύνη τους στο αναγνωρισθέν από αυτόν κατάλοιπο του λογαριασμού, αλλά αρκέσθηκε στο ότι με τον 15ο όρο της σύμβασης πίστωσης και τις ταυτάριθμες πράξεις αύξησης, που φέρουν και την υπογραφή του εγγυητή, εγγυήθηκε αυτός υπέρ της πιστούχου μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, ευθυνόμενος εις ολόκληρο με αυτή και "αναγνώρισε ως έγκυρη την οποιαδήποτε και στο μέλλον γενησόμενη από την πιστούχο αναγνώριση της οφειλής". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, ως προς τις εφαρμοσθείσες ενδοτικού χαρακτήρα ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 851 και 852 του ΑΚ, από την ιδιαίτερη συμφωνία εγγυητή και πιστώτριας αναιρεσίβλητης για διευρυμένη ευθύνη του, πέραν του τιθέμενου πλαισίου με τις διατάξεις αυτές και τις συμβατικές δεσμεύσεις του καθολικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, "ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το, κατ' άρθρο 955 ΑΚ, δικαίωμα της διζήσεως. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δοθέντος ότι, σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ. 1 ΑΚ, είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Α' Oλ. ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή ως προς την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με πράξεις είτε με παραλείψεις, εξαιτίας των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου, ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων που παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 AK) ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που έγκυρα του προσφέρεται ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια είναι βαριά και αυτή η αξιολογική του κρίση υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον έκτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο Εφετείο την μομφή οι αναιρεσείουσες ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αόριστο (και εν μέρει μη νόμιμο) τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, ότι από πταίσμα (και επικουρικώς βαριά αμέλεια) της αναιρεσίβλητης, κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της αξίωσής της και έτσι εκείνες ελευθερώθηκαν από την υποχρέωσή τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-2-2001 ανακοπής των αναιρεσειουσών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού τους προέβαλαν ότι, μολονότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε από το έτος 1984 την κακή οικονομική κατάσταση της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, η οποία είχε τότε σημαντική περιουσία (ακίνητα, μηχανήματα, απαιτήσεις κλπ), συνέχιζε να της παρέχει πιστώσεις και 4 μόλις ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών (1-4-1991) της χορήγησε πρόσθετη πίστωση 11.5000.000 δραχμών με την 13411/14/29-3-1991 σύμβαση, ενώ παράλληλα παρέλειψε από βαριά αμέλειά της να λάβει μέτρα διασφαλίσεως των απαιτήσεών της, όπως έπραξαν άλλοι δανειστές που ενέγραψαν εμπράγματες ασφάλειες στην περιουσία της πρωτοφειλέτιδας και ικανοποιήθηκαν, ενώ από την αδράνεια της αναιρεσίβλητης κατέστη αναποτελεσματική η έκδοση στη συνέχεια (μέσα του έτους 1991) της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, όταν πλέον η πρωτοφειλέτιδα είχε καταστεί αφερέγγυα. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσείουσες δεν προσδιόρισαν με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα περιστατικά που προσέδιδαν φερεγγυότητα στην πρωτοφειλέτιδα από το έτος 1984 μέχρι το έτος 1991 και παράλληλα κακή πορεία των εργασιών της, ώστε να προκύπτει από το συσχετισμό τους η τυχόν υπερχρέωση της πρωτοφειλέτιδας, ούτε εκείνα που σχετίζονταν με την επίδειξη περισσότερης επιμέλειας από άλλους δανειστές της για την εξασφάλιση και είσπραξη απαιτήσεων ή λήψη καταδιωτικών μέτρων εναντίον της, σε σύγκριση με την αναιρεσίβλητη, ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και το Εφετείο απορρίπτοντας τούτον δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όσο δε αντίθετα προβάλλουν οι αναιρεσείουσες με τον ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ, λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 1 του ν.δ. 958/1971, "το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση". Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των πρόσθετων λόγων εφέσεως και όταν ακόμη αφορούν ισχυρισμούς από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ.. Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, για να είναι παραδεκτός, κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από όπου προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 43/1990) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Επομένως ο έβδομος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι άφησε αδίκαστο τον με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειουσών, κατά την εκδίκαση της ανακοπής τους πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι οι συμβατικές ρήτρες παραιτήσεως του, κληρονομηθέντος από εκείνες, εγγυητή από δικαιώματά του, κατά τα άρθρα 866-868 ΑΚ, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απαράδεκτος, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ή με πρόσθετους λόγους της ανακοπής.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι ο ως άνω αναιρετικός λόγος, ο οποίος δίδεται επί παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων (Ολ. ΑΠ 1/1999) για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα γεγονότα που δημιουργούν ακυρότητα. Με το όγδοο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως δεν κηρύχθηκε άκυρη η διαταγή πληρωμής, κατά παραδοχή του (δια δικογράφου προβληθέντος) προσθέτου λόγου ανακοπής, ότι της από 31-5-2000 επιστολής της αναιρεσίβλητης προς τις αναιρεσείουσες για το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού προηγήθηκε η από 11-5-1999 όμοια, με αναφορά όμως μεγαλύτερης οφειλής, και ακολούθησε η από 20-7-2000 όμοια με περιορισμό της οφειλής σε 25.000.000 και 18.750.000 δραχμές για την πρώτη και δεύτερη από τις αναιρεσείουσες αντιστοίχως, ενώ κάθε μεταγενέστερη επιστολή περιείχε παραίτηση από την αμέσως προηγούμενη. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, σε τί συνίσταται η δικονομική ακυρότητα των από τις διαδοχικές, δι' επιδιδόμενων επιστολών, οχλήσεις των αναιρεσειουσών από την αναιρεσίβλητη, με παράλληλες παραιτήσεις στις δύο τελευταίες από τις αμέσως προηγούμενες, ούτε το βλαπτικό για τα έννομα συμφέροντα των αναιρεσειουσών αποτέλεσμα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2009 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 1168/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εγγύηση σε σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό κλείσιμο του λογαριασμού και παράλειψη άσκησης αξιώσεων τράπεζας κατά κληρονόμων ενός εκ των συνεγγυητών επί 8ετία. Ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος νομικά αβάσιμη από μόνη την επί 8ετία αδράνεια του δικαιούχου. Αβάσιμος αναιρετικός λόγος 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Από τη βεβαίωση του επικυρούντος τα αντίγραφα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, για το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού δικηγόρου, έχουν αυτή την αποδεικτική δύναμη των πρωτοτύπων και δεν επηρεάζει το ότι ενυπάρχει επ΄ αυτών και επικύρωση από τους υπαλλήλους της τράπεζας αβάσιμος αναιρετικός λόγος από άρθρο 559 αρ. 12 ΚπολΔικ. Απαράδεκτοι λόγοι από αρθρ. 1, 18, 11γ, 14 άρθρο 559 ΚΠολΔ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 26/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1039/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 330/14.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ'άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία την υπ'αριθμ. 3/29-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αρ. 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, ως προς την παραπεμπτική του διάταξη για την πράξη της ζωοκλοπής (άρθρ. 1 παρ. 1 και 2β', γ' Ν 1300/82) και εκθέτω τα εξής:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα (159/2009) δέχθηκε τυπικά την υπ'αρ. 2/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ κατά του υπ'αρ. 27/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, απέρριψε την έφεση ως προς τις πλημμεληματικές πράξεις και δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση ως προς την κακουργηματική πράξη της ζωοκλοπής και παρέπεμψε τον ανωτέρω κατηγορούμενο να δικασθεί για την πράξη αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (επίδοση προσβαλλομένου βουλεύματος στην σύζυγο του κατηγορουμένου την 19/6/2009) από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρ. 473 παρ. 1, 474, 482 ΚΠΔ) με την από 29/6/2009, ημέρα Δευτέρα, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημ. Παρασκευόπουλου (δυνάμει της από 23/6/2009 εξουσιοδοτήσεως) στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Πατρών για την οποία συντάχθηκε νόμιμα η υπ'αριθμ. 3/2009 έκθεση αναίρεσης και είναι τυπικά δεκτή, με προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα, την υπέρβαση εξουσίας, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 171 παρ. 1, 484 παρ. 1α', β', δ', στ' ΚΠΔ).
(Α) Ως προς τους λόγους αναίρεσης της απολύτου ακυρότητος και της υπέρβασης εξουσίας εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρ. 480 παρ. 1-2 ΚΠΔ στον πολιτικώς ενάγοντα παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (όταν πρόκειται για κακούργημα) και όταν μεταξύ άλλων τούτο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, εφόσον πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτή και δεν έχει αποβληθεί από τη διαδικασία. Κατά δε το άρ. 84 του ΚΠΔ, η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει εκτός των άλλων και το διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη ως δικαστήριο νοείται το κατ' άρ. 122 ΚΠΔ αρμόδιο, το οποίο εκδίδει το οικείο βούλευμα, στην έδρα δε του δικαστηρίου αυτού πρέπει να γίνει ο διορισμός του κατά νόμον αντικλήτου (ΑΠ 77/2005, ΝοΒ 2005, 1347/ ΑΠ 789/2002, Πράξη και Λόγος 2002 σελ. 83/ ΑΠ 1164/1999, Π.Χρ. Ν/607).
Κατά τη διάταξη αυτή ως έδρα του δικαστηρίου νοείται η πόλη στην οποία εδρεύει το εν λόγω δικαστήριο κατά τα φυσικά της όρια με τους συνοικισμούς της, που αποτελούν συνέχεια ή προέκταση της, κατά τρόπο, ώστε μαζί με αυτούς να εμφανίζεται ως μία πόλη, άσχετα αν οι συνοικισμοί έχουν αναγνωριστεί ως ιδιαίτεροι δήμοι ή κοινότητες. Σε περίπτωση απαράδεκτης δήλωσης πολιτικής αγωγής, αυτός που προέβη σε αυτή δεν ανακτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και συνεπώς δε νομιμοποιείται στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον απόφασης ή βουλεύματος. Η θέσπιση της υποχρέωσης αυτής του πολιτικώς ενάγοντος για το διορισμό αντικλήτου δεν παραβιάζει το κατ' ά. 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας ούτε προσκρούει στο άρθρ. 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για μία δίκαιη δίκη, αφού σκοπός αυτής είναι η διευκόλυνση της συντόμευσης των επιδόσεων και συνακόλουθα της συντόμευσης της προδικασίας.
Σε περίπτωση μη νόμιμης παράστασης πολιτικής αγωγής στην προδικασία, ιδρύεται λόγος απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ά. 171, περ. 1 στ. δ' Κ.Π.Δ.).
Αν δε, σύμφωνα με το ά. 476 Κ.Π.Δ. το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, άλλως, αν προχωρήσει σε εξέταση του ενδίκου μέσου παρά το νόμο, το εκδοθησόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο λόγω υπέρβασης εξουσίας.
(Β) Στην προκειμένη περίπτωση ο φερόμενος ως παθών, διαμένει στο Δ.Δ. ..., κατά συνέπεια εκτός των ορίων της πόλης του .... Ως εκ τούτου, δεδομένου δηλαδή ότι διέμενε εκτός ..., που ήταν η έδρα του δικαστηρίου της άσκησης της ποινικής δίωξης, δηλαδή της διεξαγωγής της ανάκρισης και της έκδοσης του πρωτόδικου βουλεύματος, έπρεπε να είχε διορίσει με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ως αντίκλητο του δικηγόρο Πύργου, εντούτοις διόρισε ως αντίκλητο το δικηγόρο Αμαλιάδας κ. Παναγιώτη Θεοδωρακόπουλο.
Εν συνεχεία και μετά την έκδοση του απαλλακτικού για τον κατηγορούμενο υπ' αριθμ. 27/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ηλείας, άσκησε με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος έφεση κατά αυτού, χωρίς όμως να διορίσει αντίκλητο του δικηγόρο στην περιοχή των ....
Για τους ανωτέρω λόγους το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών δέχθηκε τυπικά την έφεση ενώ αυτή έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη αφενός ελλείψει νόμιμης παράστασης πολιτικής αγωγής, λόγω μη διορισμού αντικλήτου στην έδρα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας και αφετέρου λόγω μη διορισμού αντικλήτου δικηγόρου Πατρών με την άσκηση έφεσης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών (ad hoc ΑΠ 77/2005, ΝοΒ 2005,1347 και Ποιν.Χρ. ΝΕ/903).
Τα ανωτέρω θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης, λόγω απόλυτης ακυρότητας (ά. 171,περ. 1δ' και ά. 484, παρ. 1, περ. α' Κ.Π.Δ. και υπέρβασης εξουσίας (ά. 484, παρ, 1, περ. στ' Κ,Π,Δ.).
(Γ) Ως προς τους λόγους αναίρεσης του άρ 484 παρ, 1 περ. δ' και β' ΚΠΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστική ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα) εκθέτω τα εξής:
Το προσβαλλόμενο βούλευμα καταρχήν υιοθετεί την εκδοχή του μηνυτή και δέχεται ότι κατά χρονική σειρά πλησίασε ο κατηγορούμενος αυτόν, τον εξύβρισε, μετέβη στη συνέχεια στο αυτοκίνητό του, πήρε μία καραμπίνα, κατευθύνθηκε προς το μηνυτή, γύρισε πάλι πίσω στο αυτοκίνητο, άφησε την καραμπίνα, πήρε ένα ξύλο, κατευθύνθηκε προς το μέρος του, ξαναέφυγε και διήνυσε μία απόσταση 50 μέτρων, οπότε έκλεψε τρεις αίγες.
Δέχεται μάλιστα τον ισχυρισμό του μηνυτή σχετικά με την καραμπίνα, διότι "... αν ο κατηγορούμενος δεν είχε προβεί στην ανωτέρω πράξη, δεν θα γνώριζε ο πολιτικώς ενάγων ότι ο κατηγορούμενος κατείχε κυνηγετική καραμπίνα, η οποία βρέθηκε την επόμενη ημέρα μέσα στο αυτοκίνητό τoυ", σελ. 9 του προσβαλλόμενου). Ο μηνυτής όμως, με τον οποίο είχε προσωπική γνωριμία, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν κυνηγός, άρα και κάτοχος καραμπίνας.
Την ίδια στιγμή όμως που υιοθετεί την εκδοχή του μηνυτή, ως ανωτέρω, στη συνέχεια θεωρεί αξιόπιστες και τις μαρτυρίες της ..., συζύγου του πολιτικώς ενάγοντα, και της Ζ, αδελφής του, για να θεμελιώσει τελικά την παραπομπή του στο ακροατήριο και δη ότι "αυτές κατηγορηματικά κατέθεσαν ότι είδαν τον κατηγορούμενο να αφαιρεί από την κατοχή του πολιτικώς ενάγοντα τις τρεις κατσίκες, η δεύτερη μάλιστα είδε και την καραμπίνα" καίτοι καθένας των τριών παρουσιάζει και μία διαφορετική εκδοχή, και κατά συνέπεια το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει λόγω ελλιπούς ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, καθώς υιοθετεί τρεις διαφορετικές μεταξύ τους εκδοχές. Συγκεκριμένα:
(α.) Καταρχήν η ίδια η θέση του μηνυτή, την οποία υιοθετεί αναιτιολόγητα το προσβαλλόμενο, όπως αυτή διατυπώθηκε προανακριτικά και ανακριτικά, ενέχει πλείστες όσες αντιφάσεις, τις οποίες επεσήμανε εύστοχα το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας και συγκεκριμένα:
ι. "... δεν αναφέρει προανακριτικά ότι πήγε στο αστυνομικό τμήμα, αλλά αναφέρει ότι επειδή φοβήθηκε μήπως τον περίμενε ο κατηγορούμενος κάπου εκεί... και πήγε στο σπίτι του και ότι την επόμενη μέρα το πρωί... κατέθεσε έγκληση στην αστυνομία.
Πλην όμως ενώπιον του ανακριτή κατέθεσε ότι αμέσως μετά το επεισόδιο έφυγε με την αδελφή του και τη γυναίκα του ... και πήγαν στο αστυνομικό τμήμα ... ... Αυτό που γεννά βάσιμες υπόνοιες για το ψευδές της κατάθεσης του εγκαλούντα δεν είναι το ότι κατέθεσε στην ενώπιον του ανακριτή ένορκη κατάθεση του ότι προσέφυγε αυθημερόν στο αστυνομικό τμήμα ... αλλά το ότι στην προανακριτική του κατάθεση με σαφήνεια αναφέρει ότι μετά το συμβάν πήγε στο σπίτι του κρυφά, κάτι που παραλείπει στην ενώπιον του ανακριτή κατάθεση του. ιι. Δε βρίσκουν λογικό έρεισμα οι ισχυρισμοί του εγκαλούντα, αφενός ότι φοβόταν για τη ζωή του και κρυβόταν, αφετέρου ότι δεν έκανε απευθείας έγκληση, διότι περίμενε μήπως του επέστρεφε τα ζώα του ο κατηγορούμενος. ιιι. Αποκρύπτει δε ότι είχε οποιαδήποτε διαφορά με τον κατηγορούμενο κάτι που επίσης αντίκειται στη λογική των πραγμάτων" (σελ. 4 και 5 πρωτόδικου βουλεύματος). Σύμφωνα με την εκδοχή του μηνυτή: -πρώτα βγήκε ο κατηγορούμενος από το αυτοκίνητο και τον πλησίασε εξυβρίζοντάς τον,μετά γύρισε στο αυτοκίνητο και πήρε την καραμπίνα σημαδεύοντάς τον από απόσταση 15-20 μέτρων περίπου,-εν συνεχεία ξαναγύρισε στο αυτοκίνητο, άφησε την καραμπίνα και πήρε ένα ξύλο κατευθυνόμενος προς το μέρος του και-τελικά γύρισε πάλι στο αυτοκίνητο, το οδήγησε για 50-60 μέτρα, κατέβηκε, πήρε τις τρεις γίδες και έφυγε.
Ως προς την παρουσία δε των δύο γυναικών, καταθέτει ότι η μεν αδελφή του βρισκόταν σε απόσταση 50-60 μέτρων από αυτόν και η σύζυγός του 100 μέτρων από αυτόν περίπου.
(β) Από την από 28.11.2007 κατάθεση της Ζ, η οποία σημειωτέον κατά τα λεγόμενά τους βρισκόταν σε απόσταση 120 μέτρων και όχι 50 μ. όπως δέχεται το αναιρεσιβαλλόμενο από το σημείο κλοπής των αιγών (εκείνη βρισκόταν σε απόσταση 60 μέτρων από το μηνυτή και ο κατηγορούμενος όταν έκλεψε τις αίγες βρισκόταν σε απόσταση άλλων 60 μέτρων από αυτόν, σύνολο απόστασης αδελφής μηνυτή από το δήθεν σημείο κλοπής των αιγών 120 μέτρα) προκύπτουν τα κάτωθι:
Καταθέτει, αντίθετα με τη χρονολογική σειρά των καταγγελλομένων που εκθέτει ο μηνυτής, ότι δήθεν άκουσε φωνές και όταν γύρισε, τον είδε:
-πρώτα να κυνηγάει πεζός τις γίδες μέσα στο χωράφι, να πιάνει τρεις και να τις βάζει στο αυτοκίνητό του και-στη συνεχεία να βγάζει μέσα από το αυτοκίνητο μία καραμπίνα.
Μάλιστα επ' αυτών καταθέτει επί λέξει: "... είδα τον Χ να κυνηγάει πεζός τα γίδια ...να πιάνει τρία και να τα βάζει σε ένα άσπρο αγροτικό αυτοκίνητο ... στη συνέχεια ο Χ έβγαλε πιθανόν από μέσα από το αυτοκίνητο του μία καραμπίνα".
Επί της καταθέσεως της ως άνω μάρτυρος, το πρωτόδικο βούλευμα επισημαίνει: "ενώ ο ίδιος στην ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος αφήρεσε τα ζώα, αφού πρώτα τον απείλησε με το κυνηγετικό όπλο, η φερόμενη ως αυτόπτης μάρτυρας Ζ αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος πήρε την καραμπίνα και απείλησε τον εγκαλούντα αφού αφαίρεσε τα ζώα ... δεν επιβεβαιώνει την κατάθεση του εγκαλούντα, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος μετά από 100 με 150 μέτρα επέστρεψε και προσπάθησε ανεπιτυχώς να αφαιρέσει και άλλα ζώα.
Επίσης σε κανένα σημείο δεν καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος απείλησε ή κυνήγησε τον εγκαλούντα με ένα ξύλο. Εντύπωση κάνει και η ανασκευή της προανακριτικής κατάθεσης της ... ενώ προανακριτικά προσδιορίζει (την απόσταση κατηγορουμένου - μηνυτή) στα δύο μέτρα, ανακριτικά την προσδιορίζει στα δέκα μέτρα (σελ. 5 πρωτόδικου βουλεύματος)".
(γ.) Η δε σύζυγος του φερομένου ως παθόντος καταθέτει ότι:
Την είδε να βγαίνει από το αυτοκίνητο κρατώντας κάτι, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς,- και να παίρνει στη συνέχεια τρεις γίδες και ουδέν άλλο.
Επί της καταθέσεως αυτής, το πρωτόδικο βούλευμα σημειώνει: "Δεν επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του συζύγου της, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, αφού αφαίρεσε τα τρία γίδια επέστρεψε και προσπάθησε να κλέψει και άλλα, ούτε ότι κυνήγησε το σύζυγό της με ένα ξύλο (σελ. 5 πρωτοδίκου βουλεύματος)".
Είναι σαφές ότι οι ανωτέρω εκδοχές διαφέρουν η μία από την άλλη και αλληλοακυρώνοντοι, οπότε το αναιρεσιβαλλόμενο, δεχόμενο αφενός την κατάθεση του μηνυτή και ταυτόχρονα και την κατάθεση των μαρτύρων αυτού, υποπίπτει σε αντιφάσεις και λογικά κενά και πρέπει να αναιρεθεί λόγω έλλειψης της απαιτούμενης από το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δοθέντος ότι δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι λόγοι επί των οποίων στηρίχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, τόσον από την άποψη της εκτίμησης όλων των πραγματικών περιστατικών, όσο και σε σχέση με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του Νόμου, όπως επιτάσσει το άρθρ. 93 του Συν/τος και 139 ΚΠΔ και πρέπει ν'αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Τέλος, πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου γι αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αφού επαρκώς έχει αναπτύξει στην αίτησή του για αναίρεση, διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του επί των λόγων που επικαλείται.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση (άρθρ. 485 παρ. 1 - 519 ΚΠΔ) για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πατρών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Ν' απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, (Β) Ν' αναιρεθεί το υπ' αρ. 159/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και (Γ) Να παραπεμφθεί η παρούσα υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 30 Αυγούστου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθμ. 3/29-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ' αριθ. 159/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, ως προς την παραπεμπτική του διάταξη για την πράξη της ζωοκλοπής (αρθρ. 1 παρ. 1 και 2β', γ' Ν. 1300/82), ζητείται να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο έγινε δεκτή τυπικά η υπ' αριθ. 2/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, κατά του υπ' αριθ. 27/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, και, αφενός απορρίφθηκε η έφεσή του ως προς τις πλημμεληματικές πράξεις, αφετέρου έγινε δεκτή κατ' ουσίαν αυτή (έφεση) ως προς την κακουργηματική πράξη της ζωοκλοπής και παραπέμφθηκε ο ανωτέρω κατηγορούμενος να δικασθεί για την πράξη αυτή ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Κατά το άρθρο 84 του ΚΠΔ, η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος είναι απαράδεκτη, αν δεν περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παράστασης, καθώς και τον διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, αν αυτός που κάνει την δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Στον αντίκλητο μπορούν να γίνονται όλες οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις που αφορούν τον πολιτικώς ενάγοντα. Την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην πιο πάνω περίπτωση έχει αυτός που αδικήθηκε και όταν ασκεί αγωγή ή υποβάλλει απαίτηση στο ποινικό δικαστήριο (άρθρο 68 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα). Ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, που έχει διοριστεί νόμιμα και έχει γνωστοποιηθεί στην προδικασία ή στο ακροατήριο είναι και αντίκλητος. Κατά την διάταξη αυτήν, ως έδρα του δικαστηρίου νοείται η πόλη στην οποία εδρεύει το εν λόγω δικαστήριο κατά τα φυσικά της όρια με τους συνοικισμούς της, που αποτελούν συνέχεια ή προέκτασή της, κατά τρόπον ώστε, μαζί με αυτούς, να εμφανίζεται ως μία πόλη, άσχετα αν οι συνοικισμοί έχουν αναγνωριστεί ως ιδιαίτεροι δήμοι ή κοινότητες. Σε περίπτωση απαράδεκτης δήλωσης πολιτικής αγωγής, αυτός που προέβη σε αυτή δεν ανακτά την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και, συνεπώς, δεν νομιμοποιείται στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον απόφασης ή βουλεύματος. Η θέσπιση της υποχρέωσης αυτής του πολιτικώς ενάγοντος για τον διορισμό αντικλήτου δεν παραβιάζει το κατ' άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, ούτε προσκρούει στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, που θεσπίζει το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου για μία δίκαιη δίκη, αφού σκοπός αυτής είναι η διευκόλυνση της συντόμευσης των επιδόσεων και, συνακόλουθα, της συντόμευσης της προδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο φερόμενος ως παθών, διαμένει στο Δ.Δ. ..., κατά συνέπεια εκτός των ορίων της πόλης του .... Ως εκ τούτου, δεδομένου δηλαδή ότι διέμενε εκτός ..., που ήταν η έδρα του δικαστηρίου της άσκησης της ποινικής δίωξης, δηλαδή της διεξαγωγής της ανάκρισης και της έκδοσης του πρωτόδικου βουλεύματος έπρεπε να είχε διορίσει με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ως αντίκλητό του δικηγόρο Πύργου, εντούτοις διόρισε ως αντίκλητο τον δικηγόρο Αμαλιάδας Παναγιώτη Θεοδωρακόπουλο. Εν συνεχεία και μετά την έκδοση του απαλλακτικού για τον κατηγορούμενο υπ' αριθμ. 27/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Ηλείας, άσκησε με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος έφεση κατά αυτού, χωρίς όμως να διορίσει αντίκλητό του δικηγόρο στην περιοχή των .... Για τους ανωτέρω λόγους, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών δέχθηκε τυπικά την έφεση, ενώ αυτή έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, αφενός ελλείψει νόμιμης παράστασης πολιτικής αγωγής, λόγω μη διορισμού αντικλήτου στην έδρα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηλείας, και αφετέρου λόγω μη διορισμού αντικλήτου δικηγόρου Πατρών με την άσκηση έφεσης ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Όμως, τα παραπάνω θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης, λόγω απόλυτης ακυρότητας (ά. 171, περ. 1δ' και ά. 484, παρ. 1, περ. α' Κ.Π.Δ. και υπέρβασης εξουσίας (ά. 484, παρ. 1, περ. στ' ΚΠΔ) και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι της αιτήσεως, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Τέλος, πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, αφού επαρκώς έχει αναπτύξει στην αίτησή του για αναίρεση, διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του επί των λόγων που επικαλείται. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση (αρθρ. 485 παρ. 1 - 519 ΚΠΔ) για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πατρών, διότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους Δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α)
Απορρίπτει το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Και Β)
Αναιρεί το υπ' αριθ. 159/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Παραπέμπει την παρούσα υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Κατοικία αυτού εκτός της έδρας του Συμβουλίου. Μη διορισμός αντικλήτου δικηγόρου στην έδρα του Συμβουλίου. Απαράδεκτη δήλωση πολιτικής αγωγής. Έφεση πολιτικώς ενάγοντος. Μη διορισμός αντικλήτου στην έδρα του Συμβουλίου Εφετών. Υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα. Αναιρεί. Παραπέμπει στο ίδιο Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Απορρίπτει επίσης αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου αυτού.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 28/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 5154/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με κατηγορούμενους τους: 1)Χ1, 2)Χ2, 3)Χ3, κατοίκους ... που δεν παραστάθηκαν, 4)Χ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νούσκαλη, 5)Χ5, 6)Χ6, 7)Χ7 κατοίκους ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και πολιτικώς ενάγουσα την..., εδρεύουσα στο ..., ως ΝΠΔΔ, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Διογένη Καραγιαννακίδη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ... έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 343/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ιδίου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του αυτού κώδικα. Εξάλλου, κατ' άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου ως άνω Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος δεν εμφανίστηκε. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία 29-4-2009 αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα ... του Αστυν. Σταθμού ..., σε συνδυασμό με τα από ... δύο αποδεικτικά της επιμελήτριας της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ...και από 11-5-2009 τέσσερα αποδεικτικά της επιμελήτριας ...της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης οι κατηγορούμενοι: ο Χ1, ο Χ3, ο Χ2, ο Χ5 και ο Χ6, όλοι κάτοικοι ..., κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν στη συνεδρίαση της 3-11-2009 που συζητήθηκε η από 3-3-2009 αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο ίδιος (Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) κατά της υπ' αριθμ. ... αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επομένως το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη διαδικασία σαν να ήταν παρόντες και οι ανωτέρω έξι (6) κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έγινε η συζήτηση αυτής με την παρουσία των λοιπών διαδίκων (αναιρεσείοντος Εισαγγελέα, κατηγορουμένου Χ4, και πολιτικώς ενάγουσας ...
Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 505 παρ. 2 και 479 παρ. 2 του ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 3 του ΠΚ "όποιος εισέρχεται παράνομα σε κατάστημα ή χώρο, δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή επιχείρησης κοινής ωφέλειας ή παραμένει στους χώρους αυτούς, παρά τη θέληση της υπηρεσίας που τους χρησιμοποιεί, της οποίας τη θέληση του δηλώνει ο νόμιμος-εκπρόσωπος ή ο υπάλληλός της και προκαλεί έτσι διακοπή ή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών". Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, η παράνομη δηλαδή είσοδος στους χώρους της υπηρεσίας και η παραμονή σ' αυτούς, παρά τη θέλησή της, μπορεί να εναλλαχθούν και οι πλείονες τρόποι τέλεσης συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ υπάρχει στη δικαστική απόφαση, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν ή όχι από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και οι αποδείξεις επί των οποίων (στην καταφατική περίπτωση) θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5154/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν, κατά πλειοψηφία, αθώοι όλοι οι εκκαλούντες (παρόντες και απόντες) αλλά καταδικασθέντες πρωτοβάθμια κατηγορούμενοι, για την πράξη της διατάραξης της οικιακής ειρήνης, πράξη που φέρεται ότι τέλεσαν στις ... κατά το χρονικό διάστημα από τις 13-10-2005 έως 7-2-2006 σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας... (ν.π.δ.δ.). Ειδικότερα ως αιτιολογία της ως άνω απαλλακτικής απόφασης αναφέρεται κατά λέξη "...Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση από τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε, κατά την πλειοψηφήσασα στο δικαστήριο γνώμη, ότι ο συγκεκριμένος χώρος που αναμφισβήτητα ανήκει στη χρήση του ΝΠΔΔ της ... του οποίου νόμιμοι εκπρόσωποι είναι το νομίμως διορισθέν ηγουμενοσυμβούλιο πράγματι έχει καταληφθεί από τους κατηγορουμένους μοναχούς από το έτος 2005. Κατά την ημέρα όμως της κατάληψης η οποία συνεχίζεται στο εν λόγω οίκημα δεν λειτουργούσε οιαδήποτε υπηρεσία της μονής ώστε να προκληθεί διακοπή ή διατάραξη της ομαλής λειτουργίας της, όπως δε προέκυψε η κατάληψη του χώρου έγινε από τους κατηγορουμένους όχι σε σκοπό να προκληθεί διακοπή ή διατάραξη της λειτουργίας των υπηρεσιών της μονής, οι οποίες άλλωστε λειτουργούν σε άλλο χώρο, αλλά έχει τη μορφή διαμαρτυρίας για να καταδείξουν την αντίθεσή τους στην ενέργεια διορισμού του νέου ηγουμενοσυμβουλίου, που κατά τη δική τους αντίληψη είναι παράνομη και δεν δικαιούται συνεπώς να κάνει χρήση του επίδικου χώρου. Έχουν δηλαδή την πεποίθηση ότι αυτοί δεν διαπράττουν κάτι παράνομο και ότι έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν νόμιμα τη μονή και όχι ο ηγούμενος και τα μέλη που διορίσθηκαν. Με τα δεδομένα αυτά δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το αδίκημα που αποδίδεται στους κατηγορουμένους και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν αθώοι (οι παρόντες) καθώς και οι λοιποί που είναι απόντες και οι εφέσεις τους έχουν απορριφθεί ως ανυποστήρικτες λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος της έφεσης των λοιπών και γι' αυτούς αφού ο λόγος απαλλαγής των παρόντων προσήκει και στους απόντες". Η ανωτέρω όμως αιτιολογία είναι ελλιπής και εν μέρει αντιφατική. Ειδικότερα δεν γίνεται αναφορά των αποδεικτικών μέσων έστω και κατ' είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, πρακτικά και απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας (κατά πλειοψηφία) για να οδηγηθεί στην απαλλακτική για τους εκκαλούντες κρίση του, Β)αναφέρει αντιφατικά ότι οι υπηρεσίες της εγκαλούσας ... λειτουργούσε σε άλλο χώρο και όχι σε εκείνο που έχει ορισθεί για την Αντιπροσωπεία της στις ... και είχαν καταλάβει οι εκκαλούντες, τούτο δε το προσδιορίζει μόνο κατά την ημέρα της κατάληψης (έναρξη) όχι και αν τούτο συνέβαινε και κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα (από 14-10-2005 έως 7-2-2006), με αποτέλεσμα η αιτιολογία και ως προς το σημείο αυτό της κατάληψης του οικήματος της Αντιπροσωπείας της ... να περιέχει αντιφάσεις, να μην είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, και γ)ως προς το μη καταλογισμό της πράξης στους κατηγορουμένους λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης τους (άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ), με την παραδοχή ότι η ενέργεια τους "έχει τη μορφή διαμαρτυρίας για να καταδείξουν την αντίθεσή τους στην ενέργεια διορισμού του νέου ηγουμενοσυμβουλίου που κατά τη δική τους αντίληψη είναι παράνομη και δεν δικαιούται συνεπώς να κάνει χρήση του επιδίκου χώρου. Έχουν δηλαδή την πεποίθηση ότι αυτοί δεν διαπράττουν κάτι παράνομο και ότι έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν νόμιμα τη μονή και όχι ο ηγούμενος και τα μέλη που διορίσθηκαν. Όμως, εκτός του ότι δεν αναφέρεται αν η πλάνη τους αυτή ήταν συγγνωστή (για να μη καταλογισθεί σ' αυτούς η αξιόποινη πράξη της διατάραξης της οικιακής ειρήνης), η αιτιολογία αυτή είναι ελλιπής αφού δεν αναφέρεται που στήριζαν την ως άνω πεποίθησή τους οι κατηγορούμενοι, ούτε παρατίθενται σχετικά περιστατικά που θεμελίωναν την πεποίθηση του αυτή, όταν μάλιστα γίνεται δεκτό ότι ο συγκεκριμένος χώρος κατάληψης από τους κατηγορουμένους ανήκει αναμφισβήτητα στη χρήση του παραστάντος ν.π.δ.δ της Ιεράς Μονής ..., του οποίου νόμιμοι εκπρόσωποι είναι το ηγουμενοσυμβούλιο που διορίσθηκε. Πρέπει, τέλος να επισημανθεί ότι η ως άνω ελλιπής και εν μέρει αντιφατική αιτιολογία δεν δικαιολογείται ούτε από το Σύνταγμα ούτε από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ που θεσπίζει το τεκμήριο της αθωότητος, όπως αβάσιμα διατείνεται με το σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του ο παριστάμενος αναιρεσίβλητος κατηγορούμενος Χ4, καθόσον και στην αθωωτική απόφαση πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι βάσιμος, παρέλκει δε μετά ταύτα ο έτερος λόγος περί υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ) με την επέκταση του αθωωτικού αποτελέσματος και στους μη παραστάντες στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκκαλούντες. Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς όλους τους εκκαλούντες κατηγορουμένους για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5154/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς όλους τους εκκαλούντες-κατηγορουμένους, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά αθωωτικής απόφασης από Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για έλλειψη αιτιολογίας (ελλιπής και αντιφατική). Δεκτή η αίτηση αυτή. Αναίρεση απόφασης και παραπομπή υπόθεσης για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 29/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 1322/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Με πολιτικώς ενάγον "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1931/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H κρινόμενη από 24-11-2008 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της καταδικαστικής εν μέρει υπ' αριθμ. 1322/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 474 και 509 παρ. 1 ΚΠΔ). Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται ότι, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του προαναφερόμενου εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται στην με πρώτη περίπτωση η επίτευξη της αναληθούς βεβαιώσεως σε δημόσιο έγγραφο, δι' εξαπατήσεως του συντάκτη του, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος, στη δε δεύτερη περίπτωση η χρησιμοποίηση της βεβαιώσεως αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και θέληση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και δύναται να έχει έννομες συνέπειες για οποιονδήποτε τρίτο. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία μόνο ποινή? για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, που είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων που συνέχονται μεταξύ τους λόγω τη ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του εγκλήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων, μέσα στα πλαίσια ποινής του οικείου εγκλήματος (Ολ. ΑΠ 5/2002). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι με την ίδια ποινή της παρ. 1 (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύτηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α και 263α του ΠΚ, β) να έγινε από αυτόν νόθευση, καταστροφή, βλάβη ή υπεξαγωγή εγγράφου. Το έγγραφο λαμβάνεται με την έννοια του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ, μπορεί δε να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Ως υπεξαγωγή του εγγράφου, που ενδιαφέρει την εξεταζόμενη υπόθεση, νοείται κάθε διαγωγή του δράστη, η οποία αφαιρεί από το δικαιούμενο, έστω και προσωρινώς, τη χρήση του εγγράφου, γενόμενη δίχως πρόθεση ιδιοποίησης αυτού, γ) το έγγραφο να ήταν εμπιστευμένο στον υπάλληλο ή προσιτό σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του και δ) δόλος του δράστη, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλοντα! στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης ... αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσον αφορά μόνο τις πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της υπαγωγής εγγράφων, για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα) "... Η κατηγορούμενη είναι υπάλληλος του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ... και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2002-2005) ήταν υπηρεσιακά υπεύθυνη για τον έλεγχο και την έκδοση πιστοποιητικών ασφαλιστικών ενημεροτήτων. Μεταξύ των εργοδοτών που ανήκαν στην τοπική αρμοδιότητα του υποκαταστήματός της ήταν και η αθλητική ένωση με την επωνυμία "Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων ...", της οποίας έμμισθος υπάλληλος με οικονομικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες ήταν ο σύζυγός της ..., κάτοικος όσο ζούσε Καρδίτσας. Αυτός τα τελευταία έτη είχε δημιουργήσει λόγω της δαπανηρής ζωής του πολλά χρέη προς τρίτους (βλ. απολογία της κατηγορουμένης), εξ αιτίας των οποίων συχνά είχε ανάγκες διαφόρων χρηματικών ποσών. Έτσι, αν και λάμβανε από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω Ενώσεως ... (βλ. την κατάθεσή του περιεχόμενη στα αναγνωσθέντα πρωτόδικα πρακτικά) διάφορα χρηματικά ποσά για να πληρώνει τις οφειλές της Ενώσεως, μεταξύ άλλων, και στο ΙΚΑ, αυτός για να καλύπτει προσωρινά τα χρέη του παρακρατούσε παράνομα τα ποσά αυτά με την ελπίδα και την προοπτική αργότερα να μπορέσει να αποκαταστήσει τα πράγματα. Αυτό τελικά δεν κατέστη δυνατό διότι ασθένησε το 2004 από καρκίνο και απεβίωσε, αφήνοντας πολλά χρέη, εξ αιτίας των οποίων κατασχέθηκε και εκπλειστηριάσθηκε η περιουσία του. Στην αγωνιώδη αυτή προσπάθειά του είχε αρωγό τη σύζυγό του, η οποία γνώριζε την όλη κατάσταση. Ειδικά για το Ι.Κ.Α., όπου είχε την υπηρεσιακή ευχέρεια και δυνατότητα, τον κάλυπτε, παρανόμως βέβαια, αποκρύπτοντας το ληξιπρόθεσμο των οφειλών της "Ενώσεως". Για να εξασφαλίσει λοιπόν στο σύζυγό της την αναγκαία (για την προώθηση πολλών υποθέσεων) ασφαλιστική ενημερότητα της Ενώσεως, προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: Την 4.1.2002 συνέταξε την υπ' αριθ. ... βεβαίωση μη οφειλής - ασφαλιστική ενημερότητα, στην οποία βεβαίωνε ψευδώς ότι η ως άνω επιχείρηση δεν όφειλε ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, ενώ στην πραγματικότητα αυτή όφειλε ασφαλιστικές εισφορές μηνών 10/2001 και 11/2001 ποσού 781.200 δρχ. ή 2.292,58 ευρώ. Το γεγονός αυτό η κατηγορούμενη το γνώριζε, αφού κατά τα προαναφερόμενα ήταν γνώστης των κινήσεων του συζύγου της, αλλά πολλές φορές και η ίδια προσωπικά έκανε τις αναγκαίες συναλλαγές με το ΙΚΑ αντί του συζύγου της για λογαριασμό της ανωτέρω επιχείρησης ("Ενώσεως"). Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα, αφού συνέταξε την ως άνω ψευδή κατά περιεχόμενο βεβαίωση μη οφειλής - ασφαλιστική ενημερότητα, πήγε στον προϊστάμενό της, ..., και με τρόπο αυτό τον διαβεβαίωσε απατηλά ότι, ύστερα από σχετικό έλεγχο αυτής, αρμόδια άλλωστε καθ' ύλην προς τούτο (αφού ήταν το μοναδικό πρόσωπο που διεκπεραίωνε της υποθέσεις της ΕΠΣΚ στο ΙΚΑ και εξέδιδε τα σχετικά ΓΕΤΕ), η ως άνω επιχείρηση δεν όφειλε ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές έναντι του ΙΚΑ. Με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να υπογράψει αυθημερόν την υπ' αριθ. ... βεβαίωση μη οφειλής - ασφαλιστική ενημερότητα, στην οποία αυτός (αγνοώντας την αλήθεια) βεβαίωνε αναληθώς ότι η "Ένωση" δεν όφειλε ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι ΚΑ. Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική διότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης είχε παρακρατήσει τα σχετικά χρηματικά ποσά που είχε λάβει από το ταμείο της "Ενώσεως" για την πληρωμή των χρεών αυτών. Έτσι στην πραγματικότητα η "Ένωση" όφειλε στο ΙΚΑ ασφαλιστικές εισφορές μηνών 10/01 και 11/01 ποσού 781.200 δρχ. ή 2.292,58 ευρώ. Το ίδιο όμως πράγμα και για τον ίδιο λόγο έκανε η κατηγορουμένη και άλλες δύο φορές. Συγκεκριμένα, την 15-10-2002, καθώς και την 15-1-2003, με όμοιο τρόπο, έπεισε τους συναδέλφους της... να εκδώσουν τις υπ' αρ. ... βεβαιώσεις μη οφειλής -ασφαλιστικές ενημερότητες της ίδιας επιχείρησης, βεβαιώνοντας σε αυτές αναληθώς ότι η παραπάνω επιχείρηση δεν όφειλε ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Η αλήθεια όμως ήταν διαφορετική διότι ο σύζυγος της κατηγορουμένης είχε παρακρατήσει τα σχετικά χρηματικά ποσά που είχε λάβει από το ταμείο της "Ενώσεως" για την πληρωμή των χρεών αυτών. Έτσι στην πραγματικότητα η "Ένωση" όφειλε στην πρώτη περίπτωση ΔΧ/01 και εισφορές μηνών 2/02 -08/02 συνολικά ποσό 9.232,27 ευρώ και στη δεύτερη όφειλε όλα τα ποσά της υπ' αρ. ... ενημερότητας και επιπλέον τους μήνες 09/02 έως 11/02, δηλαδή συνολικό ποσό 12.776,14 ευρώ. Αυτό που κατάφερε η κατηγορουμένη να βεβαιωθεί στα ανωτέρω, αναληθή κατά περιεχόμενα τρία πιστοποιητικά, μπορούσε να έχει και πράγματι είχε έννομες συνέπειες, δεδομένου ότι είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρούν οι τρίτοι, δημόσιες αρχές και ιδιώτες (συμπεριλαμβανομένων και των νομίμων εκπροσώπων της ανωτέρω επιχείρησης) ότι η τελευταία δεν είναι οφειλέτης έναντι του ΙΚΑ. Ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε την αληθινή ασφαλιστική κατάσταση της "Ενώσεως" και πίστευε λόγω παραπλανήσεως της από το σύζυγό της ότι ήταν ασφαλιστικά ενήμερη και γι' αυτό χωρίς προηγούμενο έλεγχο έκανε τις ανωτέρω αναληθείς διαβεβαιώσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι αποδείχθηκε ότι είχε άριστες σχέσεις με το σύζυγό της και φυσικά ενημερώνονταν απ' αυτόν για τις ενέργειες του, ενώ τις περισσότερες συναλλαγές της "Ενώσεως" με το υποκατάστημα του ΙΚΑ διεκπεραίωνε η ίδια προσωπικά και άρα είχε (και) προσωπική αντίληψη. Επίσης, το γεγονός ότι την 15.10.2002 (χρόνο κατά τον οποίο τελέσθηκε η υφαρπαγή της υπ' αριθ. ...βεβαιώσεως) ήταν σε υπηρεσιακή άδεια δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι απείχε από τη διαδικασία εκδόσεώς της, αφού μπορούσε να προβεί στην απατηλή ως άνω διαβεβαίωση και να παραπείσει τον αρμόδιο για την έκδοση της ... είτε άλλη ημέρα νωρίτερα, είτε και την ίδια ημέρα με την προσωπική της παρουσία (παρά την άδεια) είτε και τηλεφωνικά. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την υφαρπαγή των τριών βεβαιώσεων... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2003 έως Σεπτέμβριο 2005, σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε λεπτομερώς, με την ίδια ιδιότητα, με πρόθεση υπεξήγαγε έγγραφα που της ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας της. Συγκεκριμένα: Αφαίρεσε και απέκρυψε από το υποκατάστημα του ΙΚΑ στην Καρδίτσα δύο κλασέρ του αρχείου αυτού, στο οποίο λόγω της ως άνω ιδιότητάς της είχε πρόσβαση. Τα αφαιρεθέντα κλασέρ περιείχαν τα αντίγραφα των υπ' αρ. ... ασφαλιστικών ενημεροτήτων μαζί με τις συνημμένες αιτήσεις και αφορούσαν πάλι οφειλές της προαναφερόμενης "Ενώσεως". Η αφαίρεσή τους σχετίζεται με την προηγούμενη συμπεριφορά της κατηγορουμένης και αποτελεί προέκτασή της διότι έγινε με πρόθεση, στα πλαίσια του ίδιου σκοπού, να βοηθήσει δηλαδή το σύζυγό της α) να αποκρύπτει από την εργοδότιδά του "Ένωση" ότι παρακρατούσε τα χρήματα που του δίνονταν για την εξόφληση των ασφαλιστικών χρεών της "Ενώσεως" και β) να εμφανίζεται η "Ένωση" ως ασφαλιστικά ενήμερη. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχη και για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, αλλά να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό ότι έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο (άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ).
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις ανωτέρω δύο αξιόποινες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της υπεξαγωγής δημοσίων εγγράφων και της επέβαλε, μετά την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περίστασης της πρότερης έντιμης ζωής της, ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για κάθε πράξη και συνολική δέκα (10) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) χρόνια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και. συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2α, 94 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των εννέα (9) μαρτύρων κατηγορίας και της μάρτυρα υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων ως προς το καταδικαστικό μόνο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτη αφού αυτή δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω οι λοιποί ισχυρισμοί της κατά το μέρος που αναφέρονται στα δύο εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε δεν είναι αυτοτελείς με την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά υπερασπιστικοί - αρνητικοί των κατηγοριών της, για την απόρριψη των οποίων δεν απαιτείται η ειδική αιτιολογία, αλλά αρκεί η παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε και που είναι αντίθετα σ'αυτούς (ισχυρισμούς της), γι' αυτό και οι σχετικές αιτιάσεις για σιωπηρή απόρριψή τους (μη απάντησή τους) από το Δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Εξάλλου η αιτίαση ότι "το καταδικαστικό σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του καταδικαστικού διατακτικού και ουδέν πλέον τούτου", είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον και όταν τούτο συμβαίνει η τοιαύτη αντιγραφή δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, με την προϋπόθεση ότι καλύπτεται η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ακόμη είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία της καταδικαστικής κρίσης για το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της αθωωτικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας γι'αυτήν για το έγκλημα της ψευδούς βεβαιώσεως, καθόσον στην τελευταία ήχθη το Δικαστήριο με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν η εκδότρια (συντάκτρια) των ψευδών βεβαιώσεων (ασφαλιστικών ενημεροτήτων της επιχείρησης με την επωνυμία "Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων ...) και όχι ότι δεν ήταν ψευδές το περιεχόμενό τους που προήλθε από εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων - εκδοτών των δημοσίων αυτών εγγράφων από αυτήν (αναιρεσείουσα). Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την τέλεση της υφαρπαγής της υπ' αριθμ. ... βεβαίωσης του υποκαταστήματος του ΙΚΑ στην ..., λόγω της απουσίας της κατά την ημέρα της έκδοσης της εν λόγω βεβαίωσης με τη λήψη υπηρεσιακής άδειας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού και ως προς το ζήτημα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. τέλος 18ης σελίδας της ως άνω απόφασης). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της ελλείψεως νόμιμης βάσης και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους πλήττεται όπως έχει προαναφερθεί για τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα λόγω αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαίωμά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμμία αμφιβολία προς την ταυτότητα εγγράφων, όταν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε και την περί ενοχής της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας κρίση του μεταξύ των άλλων εγγράφων, και στα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής (σελ. 13): υπ' αρ. 5 αποκόμματα εφημερίδων, υπ' αρ. 6 δελτία ελέγχου εργοδότη, υπ' αριθμ. 7 προσωρινά γραμμάτια είσπραξης, υπ' αριθμ. ...καρτέλα κινήσεων εργοδότη, υπ' αριθμ. πρωτόκολλο ΙΚΑ, υπ' αριθμ. 12 πρόσκληση προς ΕΠΣ - αίτηση θεραπείας, υπ' αριθμ. 13 ΠΕΕ προς ΕΠΣ, υπ' αριθμ. 14 απόφαση ρύθμισης, υπ' αριθμ. το από 25-1-2006 έγγραφο, υπ' αριθμ. 17 κατάσταση ασφαλίσεως προσωπικού, υπ' αριθμ. 18 αιτήσεις για χορήγηση βεβαίωσης μη οφειλής, υπ' αριθμ. 19 εντολές πληρωμής, υπ' αριθμ. 21 πίνακες ΠΕΕ, υπ' αριθμ. 24 δηλώσεις διαφωνίας και υπ' αριθμ. 25 χρηματικοί κατάλογοι ΠΕΕ, χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό τους. Η με αυτό τον τρόπο όμως περιγραφή των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, που δεν αμφισβητείται η ανάγνωσή τους μαζί με τα λοιπά έγγραφα (συνολικά 32), δεν δημιουργεί καμμια αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με το συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναφορά των εγγράφων αυτών είναι ασαφής διότι δεν αναγράφονται τα αναγκαία προς προσδιορισμό της ταυτότητάς τους στοιχεία για να είναι εφικτή η διάγνωση ως προς το σε ποιο (κατ' ακριβές περιεχόμενο) στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου και να είναι δυνατός ο έλεγχος της ανάγνωσης αυτών από την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, της οποίας με τον τρόπο αυτό παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό δικαίωμά της και συνεπώς προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος ΙΚΑ (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 19 του ν. 1846/1951 και 22 του ν. 3695/1957, όπως ισχύουν σήμερα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της Χ, κατοίκου Καρδίτσας, για μερική αναίρεση της υπ' αριθμ.1322/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Υπεξαγωγή εγγράφων - Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση εγγράφων που επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Απόρριψη σχετικού λόγου αναίρεσης. Απόρριψη λόγων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 1
|
Αριθμός 29/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσης η κλήση: Εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" και με το διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κληση: 1. Ιταλικού Δικαίου Εταιρίας με την επωνυμία "BASF COATING SPA", που εδρεύει στην Ιταλία και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως της εταιρίας με την επωνυμία ECOTECH ITALIA SPA που εδρεύει στην Ιταλία 2. Εταιρίας με την επωνυμία STATUS ΧΡΩΜ ΕΠΕ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΧΡΩΜΑΤΩΝ - ΧΗΜΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ που εδρεύει στο Δήμο Αχαρνών Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα 3. Φ1, νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατοίκου Ιταλίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο 4. Φ2, εμπόρου, κατοίκου ..., συνδιαχειρίστριας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων 5. ..., εμπόρου, κατοίκου ..., συνδιαχειριστή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και 6. Φ3, κατοίκου .... Οι, πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτος και έκτος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α)2-4-1995 δύο αγωγές, της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και β)2-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9958/1996 προδικαστική 5302/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 176/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 376/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 18 Ιουνίου 2008 κλήση της .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Οκτωβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συζήτησης της 2-11-2009 η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε του δικογράφου της αναίρεσης κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου Φ1 με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά. Επομένως, σύμφωνα με τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτόν η αναιρετική δίκη, αφού η παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε κατ' αυτού.
Κατά το άρθρο 1 παρ, 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος, στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ.1 εδ. α' και γ' και 3 του ίδιου ΠΔ ορίζουν: "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (8 παρ, 8), "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον η διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες....."(9 παρ. 1 εδ. α '), "η χορήγηση αυτής της αποζημιώσεως δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (9 παρ. 1 εδ. γ'), "η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β)..." (9 παρ. 3), Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου, με την οποίο ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του άνω π.δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση, (άρθ. 9 παρ. 3) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της συμβάσεως (υπαίτια καταγγελία). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι προφανώς διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση, λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πιότης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585, 588, 594, 672, 766, 797 και 288 του Α.Κ. γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία. Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 292 παρ. 2 του Α.Κ. προκύπτει ότι οι πληρωτέες στην ημεδαπή χρηματικές οφειλές σε ξένο νόμισμα εξοφλούνται σε εγχώριο νόμισμα κατά την τρέχουσα αξία του αλλοδαπού νομίσματος στο χρόνο της πληρωμής (ΑΠ 1504/1982)ξ. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Οι κανόνες δικαίου παραβιάζεται με ψευδή ερμηνεία ή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας που καταρτίστηκε εγγράφως την 1-6-1990 μεταξύ της ενάγουσας των δύο πρώτων αγωγών εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...." και της αρχικά πρώτης εναγομένης των δύο πρώτων αγωγών αλλοδαπής (ιταλικής) εταιρείας με την επωνυμία "ECOTECH ITALIA S.p.A.", της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως είναι η ήδη πρώτη εναγομένη των δύο πρώτων αγωγών επίσης ιταλική εταιρεία με την επωνυμία "BASF Coatings S.P.A..", η δεύτερη ανέθεσε στην πρώτη την προώθηση στην Ελλάδα των "πωλήσεων των προϊόντων της, ήτοι βερνικιών σε σκόνη για βιομηχανική χρήση, για χρονικό διάστημα ενός έτους, ήτοι από την 1-6-1990 μέχρι τις 31-5-1991, το οποίο μπορούσε να ανανεωθεί σιωπηρά μετά την πάροδο του έτους, αντί προμηθείας ποσοστού 5% επί των πωλήσεων. Κατά τη συμφωνία των πιο πάνω διαδίκων η προαναφερθείσα σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί από οποιοδήποτε από τα δύο μέρη οποτεδήποτε με έγγραφη προειδοποίηση τεσσάρων μηνών. Στη συνέχεια με την από 8-11-1990 έγγραφη τροποποίηση της συμβάσεως η προθεσμία καταγγελίας ορίστηκε σε έξι μήνες και η διάρκεια της συμβάσεως έγινε αορίστου χρόνου. Κατά τους όρους της ανωτέρω συμβάσεως η "...E.Π.Ε." ήταν υποχρεωμένη να συλλέγει τις παραγγελίες από τους πελάτες και να τις προωθεί στην "ECOTECH ITALIA S.p.A." για εκτέλεση, να συλλέγει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες των ανταγωνιστικών εταιρειών, να επισκέπτεται συχνά τους πελάτες και να παρακολουθεί τις πληρωμές τους, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα εισπράξεως των απαιτήσεων της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.". Εκτός από την πιο πάνω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά το έτος 1990 είχε καταρτιστεί μεταξύ των προαναφερθεισών διαδίκων και άλλη σύμβαση δυνάμει της οποίας η "...Ε.Π.Ε." αγόραζε από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." προϊόντα της, τα οποία μεταπωλούσε σε μικρούς πελάτες, με την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα μετά από έξι μήνες από την παράδοση των εμπορευμάτων. Στις 20-3-1995 ο έκτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και τέταρτος εναγόμενος της δεύτερης Σ1, εταίρος της "...Ε.Π.Ε.", αποχώρησε από αυτήν, μεταβιβάζοντας τα εταιρικά του μερίδια στο διαχειριστή της Χ1 αντί ποσού 17.000.0000 δραχμών. Την ίδια ημέρα αποχώρησε από την "... Ε.Π.Ε." η τέταρτη εναγομένη της πρώτης αγωγής και τρίτη εναγομένη της δεύτερης Φ2, η οποία ήταν ιδιαιτέρα γραμματέας του Χ1 και συνδεόταν στενά με τον Σ1, με τον οποίο συζούσε. Στις 14-4-1995 η Φ2, από κοινού με τον πέμπτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής Ε1, συνέστησαν τη δεύτερη εναγομένη των δύο πρώτων αγωγών εταιρεία με την επωνυμία "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε.". Στις 31-7-1995 η "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." κατήγγειλε εγγράφως την πρώτη σύμβαση, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία των έξι μηνών, στη συνέχεια δε ανέθεσε την αντιπροσώπευση της στην Ελλάδα στη "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε.". Τέλος στις 31-8-1995 αποχώρησε από την "... Ε.Π.Ε." ο υπάλληλος της Φ3 (έβδομος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και πέμπτος της δεύτερης). Τα πιο πάνω συνομολογούνται και από τα δύο διάδικα μέρη. Δεν αποδείχτηκαν όμως και τα άλλα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις δύο πρώτες από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές και ειδικότερα ότι οι αποχωρήσεις του εταίρου της "... Ε.Π.Ε." Σ1 και της υπαλλήλου της Φ2, καθώς και η ίδρυση από τη Φ2 και τον Ε1 της "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." έγιναν κατόπιν παρακινήσεώς τους από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." δια του τρίτου εναγομένου της πρώτης αγωγής Φ1, νομίμου εκπροσώπου της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." με σκοπό ανταγωνισμού της "... Ε.Π.Ε." και ειδικότερα με σκοπό την καταστροφή της και την εκτόπιση της από την αγορά, προκειμένου να εκμεταλλευθούν την πελατεία και την οργάνωσή της, ούτε ότι η αποχώρηση του υπαλλήλου της "... Ε.Π.Ε." Φ3 έγινε κατόπιν παρακινήσεώς του από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και από την "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." δια των νομίμων εκπροσώπων τους με τον ίδιο σκοπό. Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι η καταγγελία της μεταξύ της "... Ε.Π.Ε." και της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." συμβάσεως αντιπροσωπείας έγινε καταχρηστικά, χωρίς σπουδαίο λόγο και με σκοπό ανταγωνισμού ούτε ότι η άρνηση της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." να πωλήσει στην "... Ε.Π.Ε." τα προϊόντα της λιανικώς έγινε με τον ίδιο πιο πάνω σκοπό. Τέλος δεν αποδείχτηκε ότι η Φ2 εκμεταλλεύθηκε προς όφελος της "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." την οργάνωση και την πελατεία της "... Ε.Π.Ε." ούτε ότι ο Φ3 γνωστοποίησε στην "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και στη "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." εμπορικά απόρρητα της "... Ε.Π.Ε.". Aντίθετα αποδείχτηκε ότι η "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." κατήγγειλε την από 1-6-1990 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας χωρίς την τήρηση της εξάμηνης προθεσμίας διότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι' αυτό και ειδικότερα διότι ο διαχειριστής της "...E.Π.Ε." Χ1: α) κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι και το Μάρτιο του έτους 1995 δεν εμφανιζόταν στα γραφεία της ούτε απαντούσε στο τηλέφωνο και οι υπάλληλοι δεν πληροφορούσαν το νόμιμα εκπρόσωπο της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και τους πελάτες πού βρίσκεται, ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί του, β) δήλωσε σε μεγάλο πελάτη, την εταιρεία "ΠΙΤΣΟΣ Α.Ε.", ότι δεν είναι πια αντιπρόσωπος της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", γ) πώλησε σε άλλους πελάτες, τις εταιρείες "..." και "DURALOX A.B.E.", ειδικά χρώματα, τα οποία προμηθευόταν κατ' αποκλειστικότητα η εταιρεία "ANALCO E.Π.Ε." που ήταν από τους πιο μεγάλους πελάτες της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πρόβλημα στην πιο πάνω εταιρεία, δ) εισέπραξε από την εταιρεία "..." το ποσό των 3.500.000 δραχμών για λογαριασμό της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", χωρίς να της το αποδώσει. Επί πλέον αποδείχτηκε ότι η "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." μετά την καταγγελία της από 1-6-1990 συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας έπαυσε να προμηθεύει την "... Ε.Π.Ε." και με προϊόντα της για τη λιανική πώληση διότι η τελευταία της όφειλε το τίμημα πωληθέντων σ' αυτήν εμπορευμάτων ποσού 244.153.550 λιρεττών Ιταλίας συνολικά, για το οποίο έχει ασκήσει τις συνεκδικαζόμενες τρίτη και τέταρτη αγωγές της και μέρος του οποίου, ήτοι 43.372.200 λιρέττες Ιταλίας (το τίμημα εμπορευμάτων τα οποία της είχαν πωληθεί και παραδοθεί με τα .... ..., ... και ...τιμολόγια της ποσών 14.227.100. 13.277.600, 5.000.000 και 10.867.500 λιρεττών Ιταλίας αντίστοιχα) είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμο κατά το χρόνο της καταγγελίας (31-7-1995), αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, κατά τη συμφωνία των ανωτέρω διαδίκων, το τίμημα των πωλουμένων εμπορευμάτων έπρεπε να καταβάλλεται μετά από έξι μήνες από την παράδοσή τους. Επίσης αποδείχτηκε ότι η κατά τ' ανωτέρω αποχώρηση του εταίρου της "...Ε.Π.Ε." Σ1 και των υπαλλήλων· της Φ2 και Φ3 έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους κακής λειτουργίας της για τους οποίους καταγγέλθηκε και η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, επί πλέον δε όσον αφορά τους εργαζομένους διότι δεν τους καταβάλλονταν κανονικά οι αποδοχές τους ούτε οι εισφορές γι' αυτούς στα ασφαλιστικά ταμεία. Τέλος αποδείχτηκε ότι μετά την καταγγελία από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." της από 1-6-1990 συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, αυτή ανατέθηκε στην "STATUS ΧΡΩΜ Ε.Π.Ε." με τους ίδιους όρους που ίσχυαν και για την "... Ε.Π.Ε." και συνεπώς δεν υπήρχε συμφέρον της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." για την αντικατάσταση της αντιπροσώπου της". Στη συνέχεια το Εφετείο αφού έκρινε αβάσιμες τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας των αναιρεσιβλήτων και αθέμιτου ανταγωνισμού τούτων και απέρριψε εν μέρει ως μη νόμιμες ή αόριστες και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμες τις απαιτήσεις για διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας μετά την καταγγελία της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας από την αναιρεσίβλητη, οι οποίες είχαν ως προϋπόθεση την (μη αποδεικνυόμενη) ακυρότητα της καταγγελίας, όπως επίσης απέρριψε για τον ίδιο λόγο και το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, έκρινε κατά το λοιπό περιεχόμενο τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων και έκανε αυτές κατά ένα μέρος δεκτές, υποχρεώνοντας τη μεν πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 38.523 ευρώ, τη δε αναιρεσείουσα να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 55.264 ευρώ, ποσά που προέκυψαν δι' αναγωγής της αξίας οφειλομένων σε ιταλικό νόμισμα (λιρεττών) κατά το χρόνο πληρωμής. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 8 παρ. 8, 9 παρ. 1 εδ. α', γ', 3 του π.δ. 219/1991 όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, 288, 281, 292 παρ. 2 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Ειδικότερα διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας από την "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." (στη θέση της οποίας υπεισήλθε κατόπιν συγχωνεύσεως η πρώτη αναιρεσίβλητη) λόγω αθετήσεως από την αναιρεσείουσα τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεών της, ώστε να καθίσταται, κατά τις αρχές τις καλής πίστης, μη ανεκτή από την πρώτη αναιρεσίβλητη η συνέχιση αυτής της συμβάσεως και να δικαιολογείται έτσι η χωρίς την τήρηση των συμβατικών προθεσμιών καταγγελία της. Πράγματι, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης αποτελούν, αντικειμενικά, σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης αντιπροσωπείας τα περιστατικά που δέχτηκε το Εφετείο, ήτοι: 1) ότι ο διαχειριστής της αναιρεσείουσας και νόμιμος εκπρόσωπός της Χ1 κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Μάρτιο του έτους 1995 δεν εμφανιζόταν στα γραφεία της αναιρεσείουσας ούτε απαντούσε στο τηλέφωνο και οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας δεν πληροφορούσαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της αντπροσωπευόμενης "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A." και τους πελάτες της τελευταίας, που βρίσκεται, ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν μαζί του, εν όψει του ότι μόνη η πλήρης αδυναμία του αντιπροσωπευόμενου να επικοινωνήσει επί μήνες με τον αντισυμβαλλόμενο αντιπρόσωπό του, με υπαιτιότητα του τελευταίου, προκειμένου να ανταλλάξουν απόψεις για τον κύκλο εργασιών και τους πελάτες του αντιπροσωπευόμενου κλονίζει σοβαρά τη σχέση εμπιστοσύνης που, κατά την καλή πίστη, πρέπει να κυριαρχεί στις μεταξύ τους εμπορικές - οικονομικές σχέσεις. 2) Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας Χ1 δήλωσε εν γνώσει του ψευδώς σε μεγάλο πελάτη της αντιπροσωπευόμενης, δηλαδή στην εταιρεία "ΠΙΤΣΟΣ ΑΕ", ότι δεν είναι πια αντιπρόσωπος η αναιρεσείουσα της "ΕCOTECΗ ITALIA A.Ε.", αφού είναι αδιανόητο, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να πρέπει να ανέχεται ο αντιπροσευόμενος απροκάλυπτα ψεύδη του αντιπροσώπου σε πελάτες του, δηλαδή του αντιπροσωπευομένου του, αναγόμενα στη μεταξύ τους εμπορική σχέση. 3) Ότι η αναιρεσείουσα πώλησε σε άλλους πελάτες της πρώτης αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα στις εταιρείες "..." και DURALOX ΑΒΕΕ" ειδικά χρώματα, τα οποία, κατά τη συμφωνία μεταξύ αναιρεσείουσας και πρώτης αναιρεσίβλητης, έπρεπε η τελευταία να προμηθεύει, μέσω της αναιρεσείουσας, μόνον (αποκλειστικά) στην εταιρεία "ANALCO ΕΠΕ", που ήταν από τους πιο μεγάλους πελάτες της "ΕCOTECΗ ITALIA S.p.A.", με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα στην εταιρεία "ANALCO ΕΠΕ" και στις εμπορικές συναλλαγές της με την πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού, αυτονόητα, η "ANALCO ΕΠΕ" έπαυσε να προμηθεύεται αποκλειστικά μόνον αυτή τα χρώματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω υπαίτιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεών της εκ μέρους της αναιρεσείουσας, όπως αυτές απέρρεαν από τη σύμβαση αντιπροσωπείας. Και 4) 'Ότι η αναιρεσείουσα εισέπραξε από την εταιρεία "..." το ποσό των δρχ. 3.500.000, επ' ονόματι και για λογαριασμό (κατ' εντολή) της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς να της το αποδώσει, αφού η υπεξαίρεση από τον αντιπρόσωπο ποσών του αντιπροσωπευόμενου, αποτελεί οπωσδήποτε σοβαρή αιτία να κλονιστεί η εμπιστοσύνη του αντιπροσωπευόμενου προς το πρόσωπο του αντιπροσώπου. Σημειωτέον ότι οι άνω παραδοχές του Εφετείου δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε είναι αντίθετες με άλλες παραδοχές του Εφετείου στην ίδια απόφασή του, επομένως ούτε με την παραδοχή του ότι οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης συνεχίστηκαν μέχρι τις παραμονές της καταγγελίας (31.7.1995), δηλαδή μέχρι της 27-7-1995 και δεν ασκεί έννομη επιρροή το ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε διεκδικήσει δικαστικά από την αναιρεσείουσα το άνω ποσό των 3.500.000 δραχμών. Η ύπαρξη δε σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως, που θεράπευσε την ελαττωματικότητα από την παραβίαση των συμβατικών και νομίμων προθεσμιών της καταγγελίας, αποκλείοντας, κατά λογική συνεκδοχή, την καταχρηστικότητα αυτής για αντίστροφου περιεχομένου αντισυμβατική συμπεριφορά της α' αναιρεσίβλητης, αλλά και ελλείψει συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 281 Α.Κ., (ή αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσίβλητης) αποτελούσε αρνητική προϋπόθεση για την ευδοκίμηση των αγωγικών αιτημάτων της τελευταίας προς αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, καταβολή προς αυτή χρηματικής ικανοποιήσεώς της λόγω ηθικής βλάβης και συμψηφισμό διαφυγόντων κερδών της για τον μεταγενέστερο της καταγγελίας χρόνο Επίσης, ορθώς η αναιρεσιβαλλομένη υποχρέωσε την αναιρεσείουσα σε καταβολή ποσού σε ευρώ με βάση την πάγια αντιστοιχία των Ιταλικών λιρετών με το ευρώ και όχι με τη δραχμή, αφού τη τελευταία έχει αντικατασταθεί και για την Ελλάδα, με το ευρώ. Επομένως οι πρώτος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως, πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11γ του Κ.Πολ.Δικ. σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και αν αυτό συμβαίνει, ο λόγος αναιρέσεως .απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το με επίκληση προσκομισθέν από την αναιρεσείουσα ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Σταυρούλας Μυγιάκη - Φουρτούνη, ως περιλαμβανόμενο στις κατ' είδος αναφερόμενες από την προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφες αποδείξεις και ενόψει της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ακτής δεν γεννάται αμφιβολία για τη λήψη υπόψη του εν λόγω συμβολαίου. Επομένως ο αντίθετος, δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος, αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια της απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τους αριθμούς 10 εδ. β' και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτουσες από την απόφαση αυτή, αφού, κατά ρητή βεβαίωση του Εφετείου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 9958/1996 προδικαστική απόφασή του, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της Κ.Πολ.Δικ. 338, έταξε θέμα απόδειξης τόσο σε βάρος της αναιρεσείουσας, όσο και σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετικά με την σπουδαιότητα ή μη των λόγων της καταγγελίας και της αντίθεσης της τελευταίας προς την καλή πίστη (Α.Κ. 281). Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις αυτές, αφού η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο, δεν πρόβαλε, με λόγο έφεσης, τα επικαλούμενα από αυτήν δικονομικά σφάλματα της μη οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου, ως και τα τυχόν εκείνα της οριστικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου (5302/2002) κατά το μέρος της που ανακάλεσε την ανωτέρω μη οριστική απόφασή του, εν όψει και του ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ούτε εκείνη της περ. β' της εν λόγω διάταξης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε ή έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός. Με τον πέμπτο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ. 11β του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι για το σχηματισμό της απορριπτικής της πρώτης αγωγής της αναιρεσείουσας κρίσης του έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να τα έχουν επικαλεσθεί ειδικά με τις έγγραφες προτάσεις τους, στις οποίες είχαν γενική επίκληση των εγγράφων προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με "όλα τα έγγραφα που είχαν προσαγάγει". Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιοί ήταν οι αγωγικοί ισχυρισμοί για τους οποίους λήφθηκαν υπόψη έγγραφα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση, ποιά επίδραση ασκούσαν οι ισχυρισμοί αυτοί στο διατακτικό της αποφάσεως και ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί αυτοί, ο προβαλλόμενος εκ του άρθρου 559 αρ. 11β Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη καθόσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο Φ1.
Απορρίπτει την από 15-9-2004 αίτηση της ".... ΕΠΕ" για αναίρεση της 176/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λύση συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας με καταγγελία της αντιπροσωπευόμενης. Αντίθετες αγωγές αποζημιωσεως. Προσβολή της καταγγελίας ως ακταχρηστικής (άρθρ. 281 ΑΚ). Το Εφετείο την έκρινε αβάσιμη, ορθώς και με επαρκή αιτιολογία. Λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Λόγοι αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αβάσιμοι
| null | null | 2
|
Αριθμός 30/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "CANDIDE INVESTMENTS CORPORATION", η οποία εδρεύει στην ... της ..., έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις του α.ν. 89/67 και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Στεφανάκη, Μιχαήλ Σταθόπουλο και Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.
Της αναιρεσιβλήτου: της γενομένης δεκτής υπό της προσβαλλομένης απόφασης ως υπαρκτής και υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γαιανθρακεμπορική Ανώνυμος Εταιρία Μιχαλινός ΑΕ", που ομοίως έγινε δεκτό ότι εδρεύει στην ... και ότι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολόπουλο και Γεώργιο Αλφαντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7023/1998 μη οριστική, 4446/2000 προδικαστική και 890/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6859/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της ως και τους από 15 Νοεμβρίου 2007 και 28 Νοεμβρίου 2007 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 2 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου κατά το τρίτο μέρος του, πέμπτου κατά το δεύτερο μέρος του από το αναιρετήριο και πέμπτου και έκτου από το δικόγραφο προσθέτων λόγων (εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔικ) λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 72 του Α.Κ. "μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει". Κατά το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 2.190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως η παρ. 6 έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995. "Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, οπότε και η εταιρία διαγράφεται από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών. Για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της πενταετίας απαιτείται ειδική άδεια του Υπουργού Εμπορίου. Το στάδιο της εκκαθάρισης όμως δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να υπερβεί τη δεκαετία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ανώνυμη εταιρία, όπως όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μετά τη λύση της και την είσοδό της στο (αναγκαίο) στάδιο της εκκαθαρίσεως, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι υφίσταται μέχρις ότου επιτευχθεί ο σκοπός της εκκαθαρίσεως των εκκρεμών σχέσεών της και η διανομή του τυχόν καθαρού ενεργητικού στους μετόχους της. Η περάτωση της εκκαθάρισης και συγχρόνως της εταιρείας επέρχεται, όταν οι εκκαθαριστές ενεργήσουν τις αναγκαίες πράξεις εκκαθάρισης, συντάξουν απογραφή, δημοσιεύσουν τις εγκριθείσες από τη γενική συνέλευση οικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης και προβούν στην καταχώριση της διαγραφής της εταιρείας στο ΜΑΕ (άρθρα 7α παρ. 1 στοιχ. ιβ, ιγ, 49 παρ. 2, 5 ν. 2190/1920. Η καταχώριση της διαγραφής στο ΜΑΕ έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ΑΕ. Αν, όμως, διαπιστωθεί ότι η εταιρεία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί από το ΜΑΕ. Τα παραπάνω ισχύουν και αν ακόμη έχει γίνει υπέρβαση των άνω χρονικών ορίων διάρκειας της εκκαθάρισης, δηλ. της πενταετίας ή της δεκαετίας μετά από άδεια της διοίκησης. Δηλαδή, οι χρονικοί περιορισμοί, που είχαν τεθεί για την περάτωση της εκκαθαρίσεως της ανώνυμης εταιρίας με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995 απέβλεπαν, ως κατευθυντήριες αρχές, στη συντόμευση του χρόνου διενέργειας της εκκαθαρίσεως και όχι σε αποκλεισμό από το νόμο της εκκαθάρισης όσων εκκρεμών σχέσεων δεν θα καθίστατο δυνατό να διεκπεραιωθούν εγκαίρως, δηλαδή μέσα στα χρονικά περιθώρια αυτής της διατάξεως, όπως τούτο εμμέσως επιβεβαιώνεται και από το ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 49 ν. 2190/1920, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995, έχει ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 58 του ν. 3604/2007, με το οποίο ανατίθεται, μετά την πενταετία από τη λύση της ανώνυμης εταιρίας, η επιτάχυνση και περάτωση της εκκαθάρισής της, χωρίς χρονικούς περαιτέρω περιορισμούς, στη γενική συνέλευση των μετόχων και επί ασυμφωνίας στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, το οποίο αποφασίζει κατόπιν προσφυγής του εκκαθαριστή ή μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) ή παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που δεν ασκεί γι' αυτό επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από το κύριο και το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία είχε λυθεί και δεν περάτωσε την εκκαθάρισή της μέσα στην προθεσμία του άρθρου 49 παρ. 6 του ν. 2190/1920, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995, έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο, λόγω διαγραφής της από τα οικεία μητρώα με την από 16-8-2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 10437/19-8-2004 (τεύχος Δ) και τον ισχυρισμό της αυτό η αναιρεσείουσα, για ανυπαρξία της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο και κατά συνεκδοχή έλλειψης και πληρεξουσιότητας των δικηγόρων της, τον προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της, δεν έχει ληφθεί υπόψη. Κατά τα προεκτιθέμενα όμως, εφόσον η περιορισμένης χρονικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2339/1995, με την οποία είχε προστεθεί η διάταξη του άρθρου 49 παρ.6 του ν. 2190/1920, δεν απέβλεπε σε αποκλεισμό συνεχίσεως της εκκαθαρίσεως πέρα από τα καθοριζόμενα με αυτή χρονικά πλαίσια, κατ' απόκλιση της γενικής διατάξεως του άρθρου 72 του ΑΚ (που καθιερώνει πλασματική συνέχιση της ύπαρξης του νομικού προσώπου, που έχει διαλυθεί και δεν υφίσταται στην πραγματικότητα, για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεώς του), δεν είχε έννομη επιρροή για τη συνέχιση διεξαγωγής της δίκης στο Εφετείο (με τη συναφή δικαστική πληρεξουσιότητα) η διαγραφή της αναιρεσίβλητης από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών και ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο επικουρικώς προβαλλόμενος με τον αυτό ως άνω, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, είναι εφόσον δεν είχε στερηθεί η τελευταία της ικανότητας να συνεχίσει τη δίκη, αβάσιμος. Επίσης και ο σε συνάρτηση με τους προηγούμενους προβαλλόμενος πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το κύριο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2339/1995, είναι, ενόψει όσων έχουν προεκτεθεί, αβάσιμος. Κατά το άρθρο 322 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά". Κατά δε το άρθρο 324 του ίδιου Κώδικα "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνον για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν η αγωγή απορρίπτεται για τυπικό λόγο, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το δεδικασμένο που παράγεται εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα (ΑΠ 41/1987). Το απαράδεκτο αυτό δεν υφίσταται, όταν η, αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη (ή μη νόμιμη), ασκούμενη και πάλι περιλαμβάνει πρόσθετα περιστατικά, έλκοντας σε εφαρμογή άλλον κανόνα δικαίου, που επιτρέπει τη διερεύνηση της έννομης συνέπειας υπό διαφορετική νομική εκδοχή (ΑΠ 41/1987). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη", στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση, αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση (ΑΠ 297/1999, 1933/1984), προκειμένου δε να διαπιστωθεί τούτο επισκοπούνται τα διαδικαστικά έγγραφα και η απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, για να ελεγχθεί η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 15/1998). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ προκύπτει ότι η ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 178, προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών από εκείνα της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατ' άρθρο 179, το οποίο αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου. Στην κρινόμενη υπόθεση με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της εναντίον αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της ακυρότητας, λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, της μεταξύ αυτών συμβάσεως πωλήσεως των αναφερόμενων τριών ακινήτων, λόγω δεδικασμένου, επειδή προγενέστερη αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον εκείνης, με το ίδιο περιεχόμενο, είχε απορριφθεί ως αόριστη, με την 6072/1994 (τελεσίδικη) απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των με το αυτό αντικείμενο δύο ως άνω δικών (άρθρο 560 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-8-1991 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας και απειρίας των μετόχων της από τους εκπροσώπους της ίδιας, αλλά και της αναιρεσίβλητης, συνεπεία της οποίας εκμεταλλεύσεως οδηγήθηκε στην κατάρτιση συμβολαιογραφικώς της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως ακινήτων αυτής προς την αναιρεσίβλητη με υποπολλαπλάσιο τίμημα από την αγοραία αξία των ακινήτων, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως καταπλεονεκτικής και άλλως την ακύρωση αυτής, ως προϊόντος απατηλής συμπεριφοράς των ανωτέρω προσώπων. Το Εφετείο Αθηνών με την 6072/1994 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η εναντίον αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την 971/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη μερικώς, κατά την κύρια βάση της, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της πωλήσεως ως αισχροκερδούς, λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού της ανάγκης της αναιρεσείουσας και κατά τα λοιπά ως μη νόμιμη. Ακολούθως με την από 14-7-1997 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως των ακινήτων της, ως αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη, επικαλούμενη τόσο περιστατικά που είχε περιλάβει στην προηγούμενη αγωγή της, όσο και επιπρόσθετα τοιαύτα, σχετικά με τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι δύο εκκαθαριστές της για να εξαπατήσουν αυτή (και τους μετόχους της) για την αναγκαιότητα πωλήσεως των ακινήτων της με τίμημα περίπου 50.000.000 δραχμών (ενώ η συνολική αξία τους ανερχόταν σε 1.000.000.000 δρχ. περίπου). Επομένως, εφόσον το δεδικασμένο από την απόρριψη της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης ως αόριστης κάλυπτε μόνον το κριθέν δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγικής βάσης αναγνωρίσεως της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως καταπλεονεκτικής (άρθρ. 179 ΑΚ), η άσκηση της δεύτερης αγωγής της αναιρεσίβλητης με διαφορετική νομική βάση (άρθρο 178 ΑΚ) και με επικαλούμενα επί πλέον περιστατικά δεν καθιστούσε ανεπίτρεπτη την εξέτασή της από το Εφετείο εξαιτίας της αρνητικής λειτουργίας του ως άνω δεδικασμένου και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη" ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι περί ηθικής αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς, εμφρόνως και υγιώς σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικώς από το περιεχόμενό της, ενόψει όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίον αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν (Ολ.ΑΠ 981/2006). Η σε αμφοτεροβαρή σύμβαση ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν επιφέρει καθεαυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας, εκτός αν τούτο επιτεύχθηκε με εκμετάλλευση της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου, οπότε δημιουργείται ακυρότητα της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 179 του Α.Κ.. Κατά το άρθρο 67 Α.Κ. αυτός που έχει τη διοίκηση του νομικού προσώπου επιμελείται των υποθέσεων αυτού και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 Α.Κ., οι περί αντιπροσωπείας και εντολής διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί του διοικητού νομικού προσώπου. Ως διοικητής δε θεωρείται κατά το άρθρο 74 Α.Κ. ο εκκαθαριστής. Περαιτέρω το άρθρο 214 του Α.Κ. "τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 Α.Κ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευομένου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72-76, 777-778 του Α.Κ. και 18 του Εμπ.Νόμου συνάγεται, ότι επί εκκαθαρίσεως εμπορικής εταιρίας που λύθηκε, οι περισσότεροι εκκαθαριστές ενεργούν από κοινού ως αντιπρόσωποι του κατά πλάσμα του νόμου, για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, εξακολουθούντος νομικού προσώπου της εταιρίας, εκτός αν η απόφαση του δικαστηρίου ή των εταίρων για το διορισμό των εκκαθαριστών προβλέπει να ενεργεί και καθένας από αυτούς χωριστά. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 20-12-1971 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, που δημοσιεύθηκε νομίμως στο 35/18-1-1972 φύλλο της Εφημερίδας της κυβερνήσεως, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία λύθηκε και έκτοτε τελεί υπό εκκαθάριση, στα πλαίσια της οποίας, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ο ΒΒ (Δικηγόρος Αθηνών) και ο ΓΓ (ιδιωτικός υπάλληλος), που με την από 15-1-1987 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, είχαν διοριστεί, ως εκκαθαριστές αυτής, υπέβαλαν, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αίτηση, για να εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού, τα ακίνητα που περιέγραφαν σε αυτή, προς αντιμετώπιση των χρεών της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρείας προς τρίτους, δηλαδή λόγω αφεύκτου ανάγκης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 651/1988 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκασή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στις 11-7-1988, και αφού κηρύχθηκε κατεπείγουσα, με τη 1332/1988 πράξη του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών, για να δικαστεί στο τμήμα των δικαστικών διακοπών, εξέδωσε την 3696/29-7-1988 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και παρεσχέθη η άδεια στους ανωτέρω αιτούντες, υπό την ιδιότητά τους, ως εκκαθαριστών της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας, να εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του δημοσίου πλειστηριασμού (όπου, όπως αναφέρει, "απαιτείται πολύς χρόνος, ικανός να ματαιώσει την επίτευξη του παραπάνω τιμήματος υπάρχουσας προσφοράς 50.000.000 δραχμών, δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι, η εταιρεία είχε σημαντικές οφειλές "από χρέη της απέναντι σε τρίτους, ύψους 7.000.000 δραχμών περίπου, για την αντιμετώπιση των οποίων και προς διευκόλυνση του έργου των εκκαθαριστών, εν όψει και των προαναφερόμενων στην απόφαση εκείνη δυσμενών για την περιοχή συνθηκών") κρίθηκε αναγκαία η εκποίηση των παρακάτω τεσσάρων (4) κτημάτων, που βρίσκονται στην Κοινότητα ... στη νήσο ..., άνευ των διατυπώσεων του δημόσιου πλειστηριασμού, με ελάχιστο συνολικό τίμημα πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών και συγκεκριμένα:1) Ένα αγρό έκτασης μ.τ. 1.092 στη θέση "..." αντί δραχμών 400.000, μετά του επί του αγρού μικρού οικίσκου ερειπωμένου. 2) Ένα κτήμα έκτασης μ.τ. 19.191, μετά την επ' αυτού κάθε φύσεως ερειπωμένων κτισμάτων, συστατικών, παρακολουθημάτων και προσαυξημάτων, που βαρύνεται με δουλεία υπέρ της ΔΕΗ, αντί τιμήματος δραχμών 12.600.000, που βρίσκεται στη θέση "...", "...". 3) Ένα κτήμα μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων που βρίσκεται στις θέσεις "...", "...", "..." της Κοινότητας ..., έκτασης μ.τ. 43.230 ή όσης έκτασης και αν είναι, αντί τιμήματος δραχμών 30.000.000, βρίσκονται δε τα παραπάνω 1, 2, 3 κτήματα στη χερσόνησο του ... και 4) Ένα αγρό έκτασης μ.τ. 10.627, που βρίσκεται στο "..." πρώην περιφέρειας Δήμου ..., ήδη Κοινότητας ..., εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, αντί τιμήματος δραχμών 7.000.000". Ακολούθως, οι ως άνω εκκαθαριστές προέβησαν στην εκποίηση των ακινήτων, αγοράστρια δε αυτών ήταν η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) αλλοδαπή εταιρία, η οποία έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ειδικότερα, με το .../2-9-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων (αντί δραχμών συνολικά 54.000.000 - προσωρινή αξία κατά την εκτίμηση του εφόρου συνολικά 83.900.000 δραχμές) της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ. Παπαηλία, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέας και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ..., η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) πώλησε και μεταβίβασε στην εναγόμενη (αναιρεσείουσα), την οποία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθηνών ΑΑ τα άνω ακίνητα. Οι εκκαθαριστές της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ΒΒ και ΓΓ δήλωσαν ενώπιον της συμβολαιογράφου ότι η υπό εκκαθάριση (πωλήτρια) εταιρία έχει στην κυριότητα νομή και κατοχή της τέσσερα (4) αγροτεμάχια που βρίσκονται όλα στην περιοχή ... του λιμένος ... της νήσου ..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτή σε μεγαλύτερη έκταση με το .../16-9-1938 καταστατικό Συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Β. Πρωτόπαπα που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κέας (τομ. ... αρ. ...), κατόπιν εισφοράς τους από το ιδρυτικό μέλος της πωλήτριας ανώνυμης εταιρία "Ανώνυμη Ναυτική και Εμπορική Εταιρία Μιχαλινός". Αυτή εισέφερε, μεταξύ άλλων ακινήτων, και τα ακίνητά της τα ευρισκόμενα στη νήσο ... (...), που αναφέρονται και περιγράφονται στο άρθρο έκτο (6ο ) του παραπάνω καταστατικού υπό τους αριθμούς επτά (7), οκτώ (8), εννέα (9), δέκα (10), ένδεκα (11), δώδεκα (12) και δεκατρία (13) και μετά των πάσης φύσεως κτισμάτων, εγκαταστάσεων, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτών. Από τα παραπάνω, ακίνητα που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού Συμβολαίου, τα με τους αριθμούς 7, 8, 9, 11 και 13 βρίσκονται σης συνεχόμενες θέσεις "...", "..." και " ..." του ... του λιμένος ... του τέως ομωνύμου Δήμου ..., ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... νήσου ..., στη χερσόνησο του ... και τα με τους αριθμούς 10 και 12 βρίσκονται στην περιφέρεια ... του λιμένος ... του τέως ομωνύμου Δήμου ..., ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... νήσου ..., μακράν της χερσονήσου του ... Ότι από τη συνολική έκταση των παραπάνω ακινήτων, έκταση μέτρων τετραγωνικών δέκα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε (10.645,00) της περιοχής "..." απαλλοτριώθηκε, πριν από τη λύση και θέση της εταιρείας υπό εκκαθάριση, υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών προς συνέχιση Αρχαιολογικών εκσκαφών, με τη με αριθμό Π 12316/4988 της 6-8-1966 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προεδρίας Κυβερνήσεως, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 149/14-9-1966 (τεύχος Δ'), ενώ με την 32849/26-4-1971 απόφαση του Υπ. Βιομηχανίας (ΦΕΚ 98/8-5-1971 Τα Δ') αφενός μεν απαλλοτριώθηκε έκταση 240 τμ υπέρ της ΔΕΗ για τις ανάγκες παρακείμενου σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, για εγκατάσταση αγωγών προσαγωγής και απαγωγής θαλασσίου ύδατος, αφετέρου δε συνεστήθη δουλεία διελεύσεως αγωγών μεταφοράς πετρελαίου επί εδαφικής λωρίδας 250 τμ. Ύστερα από τα προαναφερόμενα (δήλωσαν οι εκκαθαριστές της αναιρεσίβλητης) η πωλήτρια εταιρία είχε στις 2-9-1988 στην κυριότητά της, από μεν τα ακίνητα που βρίσκονται στη χερσόνησο του "..." 1) Αγρό με το επ' αυτού ερειπωμένο οικίσκο, εμβαδού 1.092 τμ, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, στη θέση "..." του ... του λιμένος ..., 2) Αγροτεμάχιο, εμβαδού 19.161,60 τμ μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων, συνολικού όγκου 6.500 κυβ. μέτρων, στη θέση ... του ... του λιμένος ..., εκτός σχεδίου άρτιο και οικοδομήσιμο. 3) Αγροτεμάχιο, εμβαδού 43.229,75 τμ, μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων και μιας προβλήτας στις συνεχόμενες θέσεις ..., ... και ... του ... του λιμένος ..., εκτός σχεδίου,άρτιο και οικοδομήσιμο. Τα προπεριγραφόμενα τρία αυτά ακίνητα βρίσκονται στη Χερσόνησο ..., η οποία (χερσόνησος) με την αρ. Φ 01/58395/2246/21-11-1989 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός χώρος (ΦΕΚ 921/31-12-1984 Τα Β'), από δε τους ευρισκόμενους μακράν της χερσονήσου του ... της νήσου ..., στη θέση ... του λιμένος ... δύο αγρούς, τμήμα του δευτέρου από αυτούς (πρώην αμυγδαλεώνα), εμβαδού 1385,10 τμ είχε δωρηθεί στη Σχολική Εφορεία και το υπόλοιπο αποτέλεσε το τέταρτο πωληθέν, ήτοι 4) Αγροτεμάχιο έκτασης 10.627 τμ μετά των επ' αυτού μικρών παλαιών κτισμάτων, στη θέση ... του τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου και εντός ζώνης, άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τίμημα συμφωνήθηκε σε 400.000, 13.100.000, 32.500.000 και 8.000.000 δραχμές για το 1ο, 2ο, 3ο και 4ο ακίνητο αντιστοίχως, από το οποίο 2.000.000 δρχ κατέβαλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας, ενώπιον της συμβολαιογράφου, προς τους εκκαθαριστές της πωλήτριας και για το οποίο εξέδωσε την ... τραπεζική επιταγή σε διαταγή της πωλήτριας. Επίσης στο ίδιο συμβόλαιο η αγοράστρια δήλωσε ότι έχει πλήρη γνώση της νομικής και πραγματικής κατάστασης των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και ότι τα τρία ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή Χερσονήσου ... έχουν κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού μνημονεύει την απόρριψη της προηγούμενης (από 10-8-1991) αναγνωριστικής της ακυρότητας της πωλήσεως αγωγής της αναιρεσίβλητης και την ανάκληση της άδειας εκποίησης των ακινήτων με την 1581/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβαίνει σε αναλυτική περιγραφή της κηρυχθείσης ως αρχαιολογικού χώρου "Χερσονήσου ... Λιμένος ...", παραθέτοντας αποσπάσματα της από 21-11-1984 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού με την αρ. 5/4-7-1984 γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Νήσων, αλλά και φωτοαντίγραφα του συνοδευτικού χάρτη, όπου αποτυπώνεται η οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου με τα γράμματα Α, Β, Γ από τη νοτιοανατολική πλευρά της, με την οποία διαχωρίζεται η χερσόνησος ..., με τον περιλαμβανόμενο σ' αυτή αρχαιολογικό χώρο, από την υπόλοιπη έκταση του νησιού, αφήνοντας εκτός αρχαιολογικού χώρου τη γειτονική περιοχή με το τοπωνύμιο "..." και περικλείοντας σ' αυτή, την περιοχή με το τοπωνύμιο ... Ως προς τα τρία από τα πωληθέντα ακίνητα, που ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης (ο αγρός, εμβαδού 1.092 τμ ανήκε στο μη διάδικο ...) και περιγράφονται στο πωλητήριο συμβόλαιο, ήτοι: 1) αγρός εκτάσεως 19.191,60 τμ στη θέση "..." του ... της λιμένος ..." του τέως Δήμου ..., 2) αγρός εκτάσεως 43.229,75 τμ στις θέσεις "...", "...", "..." του ... του τέως Δήμου ... και 3) αγρός εμβαδού 10.627 τμ στη γεωγραφική περιοχή ... της νήσου ..., συνεκτιμώντας το Εφετείο τη δήλωση των εκπροσώπων των διαδίκων στο πωλητήριο συμβόλαιο ότι σ' αυτά "περιέχονται σημαντικού ενδιαφέροντος αρχαιότητες", με ειδική αναφορά στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις για τις αρχαιότητες της περιοχής ... και την ενημέρωση των μετόχων της αναιρεσίβλητης και την επιδίωξη επίτευξης παράνομων ωφελημάτων από τον έναν εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εφεσίβλητη, στην προσπάθειά της να μεταστρέψει υπέρ της ίδιας την τελική έκβαση της δίκης, αρχήθεν είχε προβάλει και εξακολουθεί μάλιστα και στο στάδιο τούτο της δίκης να υποστηρίζει, περί του ότι, στο ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο (με τον αρ. 10224/1988) όπου αναφέρεται μάλιστα ως από κοινού γενόμενη δήλωση και δη, τόσο του δικηγόρου ΑΑ, που εκπροσώπησε την εφεσίβλητη, όσο και των συνεκκαθαριστών τότε της εκκαλούσας (ενάγουσας), ΒΒ, δικηγόρου (που ήδη απεβίωσε) και ΓΓ, που την εκπροσώπησαν κατά την κατάρτιση αυτού καταγράφεται ότι, σε όλα και μάλιστα και στα τρία (3) προαναφερόμενα ακίνητα περιέχονται σημαντικού ενδιαφέροντος αρχαιότητες. Είναι δε πράγματι κατ' αρχήν αληθές ότι, στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο γίνεται πλην άλλων, όπως σε αυτό και ειδική (και εκτενής) αναφορά της δηλώσεως εκ μέρους των εκπροσώπων αμφοτέρων των διαδίκων, που συμβάλλονται στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως ακριβώς πιο πάνω επισημαίνει η εφεσίβλητη - εναγόμενη (βλ. ειδικότερα στο συμβόλαιο αυτό). Ωστόσο όμως απολύτως ενδιαφέρουσα ωσαύτως δε και διαφωτιστική και σαφής και εξόχως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια εξήγηση, περί της τοιαύτης καταγραφής των ανωτέρω ειδικώς δηλώσεων των αντισυμβαλλομένων διαδίκων παρέχεται, ιδίως από τα όσα κατέθεσε, ως προς το ζήτημα αυτό ο μάρτυρας της εκκαλούσας ΔΔ. Ειδικότερα, ο ως άνω μάρτυρας ο οποίος ήταν μάλιστα μέτοχος και αυτός της εκκαλούσας από το έτος 1984 μέχρι και το 1990, οπότε και έπαυσε πλέον να έχει αυτήν την ιδιότητα, μετά λόγου γνώσεως και με αντικειμενικότητα και αμεροληψία αλλά και με πειστικότητα κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή τα ακόλουθα εξόχως ενδιαφέροντα: Ότι, πριν τη σύναψη του πιο πάνω συμβολαιογραφικού εγγράφου ο ήδη από του έτους 1973 φίλος του, δικηγόρος ΒΒ τον συνάντησε, επιδεικνύοντάς του και σχετικά τοπογραφικά των επίδικων ακινήτων και του είπε - χωρίς και να γνωρίζει όμως αυτός ότι, ο μάρτυρας αυτός ήταν ήδη μέτοχος της εκκαλούσας - εάν ενδιαφέρεται είτε ο ίδιος αυτός, προσωπικώς, είτε άλλος γνωστός του, να αγοράσει τα εν λόγω ακίνητα της εκκαλούσας, τα οποία, βρίσκονται στις περιοχές ... και ..., όπου ακόμη και ο εν λόγω συνεκκαθαριστής της εκκαλούσας τα τοποθετούσε αυτά, ήδη από τότε και δη πριν την κατά τα ως άνω πώληση και μεταβίβαση της κυριότητάς τους στην εφεσίβλητη. Ότι, κατόπιν τούτου ο ίδιος (ανωτέρω μάρτυρας) απευθύνθηκε στον κατονομαζόμενο εκτιμητή-μεσίτη ακινήτων ..., που με τη σειρά του τον πληροφόρησε, ότι, τα ακίνητα (τα τρία αυτά) είχαν αξία τότε, 900.000.000 έως 1.000.000.000 δραχμές και συνολική μάλιστα (και τα 4) που ξεπερνούσε το ένα (1) δισεκατομμύριο δραχμές. Ότι ακόμη, είχε ήδη συγκληθεί η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εκκαλούσας, στην οποία μάλιστα ο άνω μάρτυρας της εκκαλούσας δεν παραβρέθηκε και ότι, - όπερ και το σημαντικότερο-α) θα πωληθούν όλα αυτά, τα ακίνητα στο 30% της πραγματικής τους τότε αξίας, β) ένα 5% έως 10%, περίπου (και μόνο) θα αναφερόταν στα σχετικά συμβόλαια πώλησής τους και γ) το υπόλοιπο (25% ή 20% δηλαδή) αποτιμώμενο σε δραχμές, περίπου 200.000.000, θα δινόταν "κάτω από το τραπέζι" στον ίδιον, δηλαδή στον τότε συνεκκαθαριστή της εκκαλούσας ΒΒ, προσωπικά. Ότι ωστόσο, όμως, η επίσης κατονομαζόμενη (από τον ανωτέρω μάρτυρα της εκκαλούσας) εταιρία DOLBY S.A (και μάλιστα οι εκπρόσωποί της) που συνεργαζόταν μάλιστα με την ιδική του (του μάρτυρα δηλαδή αυτού) εταιρεία και που είχε επιδείξει σχετικό ενδιαφέρον, για την αγορά των τεσσάρων (4) αυτών ακινήτων της εκκαλούσας στη νήσο ... - μεταξύ δε των οποίων και τα ήδη ενδιαφέροντα ένδικα (ως άνω τρία) ακίνητα - όταν πληροφορήθηκε από τον ίδιον αυτόν (τον άνω μάρτυρα) την ως άνω πρόταση του συνεκκαθαριστή ΒΒ, δεν την αποδέχτηκε, ήτοι αρνήθηκε να "δώσει τα λεφτά κάτω από το τραπέζι" καθόσον άλλωστε - όπως τον πληροφόρησαν τον ως άνω μάρτυρα - στην αγορά αυτή θα προέβαινε με λίζινγκ, βάσει χρηματοδοτήσεως μάλιστα, μέσω Τράπεζας, όπου για το λόγον αυτόν επεβάλλετο να δήλωνε όλα τα χρήματα που θα καταβάλλονταν στην εκκαλούσα ως τίμημα ...". Και καταλήγει το Εφετείο: "Τα πωληθέντα, (ως άνω) τρία ακίνητα βρίσκονται στις τοποθεσίες, και συγκεκριμένες θέσεις της νήσου ..., στις οποίες όμως δεν περιέχονται καθόλου αρχαιότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΝ 5351/1932 "περί Αρχαιοτήτων" Β) Τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, κατόπιν κοινών δηλώσεων (και υποδείξεων ακόμα), τόσο εκ μέρους των ανωτέρω δύο (2) συνεκκαθαριστών της εκκαλούσας, όσο ακόμη και του εκπροσώπου της εφεσίβλητης δικηγόρου ΑΑ, με γνώμονα όμως και κύρια επιδίωξη-πλην και άλλων- να καταδειχθεί πως, το τίμημα που καταβλήθηκε συνολικώς (για την αγοραπωλησία των τεσσάρων ως άνω ακινήτων μεταξύ των οποίων και τα τρία, εδώ ήδη, ενδιαφέροντα), των 54.000.000 δραχμών και με την παραδοχή μάλιστα και του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί του ότι πέραν αυτού του τιμήματος κατέβαλε (ως μη υπόχρεη) το συνολικό ποσό για την αγοραπωλησία αυτήν, των 63.194.810 δρχ. από τα οποία, για το τίμημα 54.000.000 δρχ και 9.194.810 δρχ για φόρο μεταβίβασης ακινήτου και έξοδα συμβολαιογράφου, ανταποκρίνονταν στη τότε (το έτος 1988) πραγματική (αγοραία) αξία των ακινήτων αυτών, λόγω του ότι δηλαδή και στα εν λόγω τρία ακίνητα βρίσκονταν αρχαιότητες, μολονότι όμως και σε αυτά (τα τρία) ακίνητα δεν υπήρχε καμία αρχαιότητα, η οποία να είχε κηρυχθεί μάλιστα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, ούτε και σύμφωνα και με τον άνω νόμο "περί αρχαιοτήτων" τον οποίο αυτές ρητώς παρέπεμπαν, όπως αντιθέτως, πλην αβασίμως υποστηρίζει η εφεσίβλητη: Γ) Στην ως άνω εξωπραγματική καταγραφή στο συμβόλαιο αυτό - όπως και το συμπέρασμα αυτό μορφώνεται σύμφωνα με όσα αναμφιβόλως πιο πάνω γίνονται δεκτά ως αποδεικνυόμενα-προήλθαν οι ανωτέρω, που εκπροσώπησαν τις αντίδικες αυτές εταιρίες, αφενός μεν για να ωφεληθεί και δη αθεμίτως, ωσαύτως δε και υπαιτίως η εφεσίβλητη, ήτοι με το να καταβάλει αυτή το ποσό, μόνο των 53.600.000 δραχμών (δηλαδή 54.000.000 μείον 400.000 χιλιάδες που υπολογίστηκε η αξία του μη ήδη επίδικου ακινήτου των 1092 τμ., ίσον 53.600.000 δρχ.) ή έστω των 63.194.810 δρχ. συνολικώς, όπως ισχυρίστηκε η εφεσίβλητη, ενώ όμως και με τις μετριότερες των εκτιμήσεων (για την άνω χρονική περίοδο, το έτος 1988), όπως πιο κάτω γίνεται ειδικότερος λόγος, προς τούτο, η πραγματική (αγοραία) αξία αυτών ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη, αφετέρου δε και επειδή -σημαντικώς και δη κατά το μεγαλύτερο μέρος συνέβαλε προς τούτο - πλην και άλλων (ΓΓ κλπ.) - ιδίως ο δικηγόρος ΒΒ, που μολονότι ήταν, από κοινού συνεκκαθαριστής τότε, μαζί και με τον προαναφερόμενο (ΓΓ) "κινούσε τα νήματα" έχοντας πρωταγωνιστικό, ρόλο για την επίτευξη του στόχου αυτού γιατί, προσδοκούσε σε ίδιο αυτού όφελος, όπως άλλωστε το είχε εκμυστηρευτεί ήδη στον μάρτυρα της εκκαλούσας ΔΔ. Στην υπαίτια όμως αυτή και παράνομη ωσαύτως συμπεριφορά, του ανωτέρω συνεκκαθαριστή, την οποία αγνοούσε, τόσο το νομικό πρόσωπο της εκκαλούσας εταιρίας, όσο ακόμη και η συντριπτική πλειοψηφία των μετόχων αυτής - πλην οπωσδήποτε υπέπεσε και στην αντίληψη και της εφεσίβλητης καθόσον άλλωστε η τελευταία αυτή τελικώς ωφελήθηκε στην πραγματικότητα, σε βάρος της εκκαλούσας και για την οποία, δεν μπορεί πλέον να λογοδοτήσει ούτε ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων ο ανωτέρω για την πιο πάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του για την οποία επίσης κατέθεσε ο άνω μάρτυρας, αναφέροντας και ότι όταν ρώτησε αυτόν αν οικονόμησε από την εδώ ενδιαφέρουσα πώληση, απάντησε ότι και γι' αυτό είχε λάβει ο ίδιος τις σχετικές πρόνοιες προς συγκάλυψη και δη πλην άλλων και στις φορολογικές αρχές (βλ. και για τούτο στην κατάθεση αυτή), λόγω του ότι ήδη απεβίωσε-δεν είχε συναινέσει η εκκαλούσα, ούτε και την ενέκρινε ή την αποδέχτηκε έκτοτε κατά οποιοδήποτε τρόπο, Δ) Η πραγματική (αγοραστική) αξία, για τα τρία (3) αυτά ένδικα ακίνητα, κατά το χρόνο της συνάψεως της αγοραπωλησίας τους με το πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν ήταν δυνατόν να υπολειφθεί τότε, των 730.483.000 δραχμών και πενήντα λεπτών ήτοι με την εκτίμηση της συνολικής τους εκτάσεως βάσει της ειδικότερης ως άνω θέσεώς τους, στην νήσο ... (που το συνολικό εμβαδόν μάλιστα της επιφάνειάς της ανέρχεται στα 135.000 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα) και της μεγάλης εγγύτητάς της, προς την ... και την ... (μιάμιση περίπου ώρα, με πλοίο τότε της ακτοπλοϊκής γραμμής). Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, επίσης κατά πλειοψηφία δέχεται ότι, δεδομένης της συνολικής εκτάσεως των τριών (3) αυτών ακινήτων, που ανέρχεται σε 73.048,35 τετραγωνικά μέτρα βλ. προς τούτο, ήτοι ως προς το ακριβές εμβαδό τους ομοίως και στην άνω γνωμοδοτική έκθεση ... και ...) και του ότι, ναι μεν βρίσκονται όλα αυτά (τα τρία ακίνητα) εκτός σχεδίου πόλεως, πλην όμως από τότε ήταν και άρτια και οικοδομήσιμα (ήδη από τον σκοπητέο δηλαδή, ως άνω χρόνο) ακόμη δε ήταν ήδη προσπελάσιμα, τόσο από τη θάλασσα, όσο και από τον εκεί δρόμο, προς την περιοχή "..." και δη, ανά τέσσερα στρέμματα, τότε και άλλως πως τουλάχιστον ανά τμήματα από οκτώ (8)στρέμματα (σύμφωνα και με τον ισχύοντα τότε Ν. 1337/1983 και τους σχετικούς πολεοδομικούς όρους δομήσεως (βλ. σχετικώς και στο ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) η αντίστοιχη συνολική, κατά μέσο μάλιστα όρο αξία τους εκτιμάται προς 10.000 ανά μέτρο τετραγωνικό και κατά συνέπεια αυτή (η αξία) ήδη είναι πολλαπλάσια του καταβληθέντος ήδη τιμήματος, ανερχόμενη στο προαναφερόμενο ποσό (των 730.483.000 δραχμών και πενήντα λεπτών). Η ως άνω εκτιμώμενη αξία, υπολείπεται βέβαια εκείνης για την οποία κατέθεσε ο μάρτυρας της εκκαλούσας ..., δικηγόρος, συμβουλευθείς προς τούτο, όπως επίσης κατέθεσε, τους δύο (2) προαναφερθέντες ιδιοκτήτες αγοραστές ακινήτων στην ..., ... και ..., καθώς ακόμη και εκείνης για την οποία ισχυρίζεται η εκκαλούσα (ύψους κατά τους ισχυρισμούς της και δη κατά το χρόνο των ένδικων συμβάσεων για τα τρία ως άνω ακίνητα, που το ανεβάζει σε ένα (1) περίπου δισεκατομμύριο δραχμές), ωστόσο όμως, κρίνεται ως απολύτως δικαιολογημένη, σύμφωνα με τα πιο πάνω, επίσης πλήρως αποδεικνυόμενα, πραγματικά περιστατικά. Πρέπει δε και να σημειωθεί ότι ακόμη και ο επιληφθείς αρμοδίως του σχετικού φορολογικού ελέγχου, για την επιβολή του σχετικού φόρου μεταβιβάσεως, Έφορος εκτίμησε ότι, η προσωρινή αξία απλώς ανερχόταν τότε (στις 2-9-1988) στο ποσό των 83.900.000 δραχμών συνολικά και για τα τέσσερα αυτά ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα τρία (3) ακίνητα, για τα οποία εδώ ενδιαφέρει, με δικαίωμα όμως (προφανές) περαιτέρω επανελέγχου -λόγω της προσωρινότητας του άνω φορολογικού ελέγχου- για τον οποίο όμως, δεν προέκυψε εάν τυχόν επακολούθησε (και σε ποια τιμή οδήγησε). Αλλά και πέραν και του ως άνω επισημαινόμενου γεγονότος, που δεν αμφισβητείται μάλιστα, ούτε από την εφεσίβλητη και από το οποίο καταδεικνύεται( και από αυτό) ότι, δεν ανταποκρινόταν το πιο πάνω τίμημα στην πραγματική (αγοραία ή εμπορική) αξία των τριών (3) αυτών ακινήτων και ανεξαρτήτως και του εάν ακόμη συνήργησαν ή όχι για την πώληση των τριών ( 3) αυτών ακινήτων, στο ως άνω πολύ χαμηλό τίμημα και εφοριακοί υπάλληλοι κλπ (ως άνω) όπως περί τούτων κατέθεσε ειδικώς ο μάρτυρας της εκκαλούσας ΔΔ και που όπως επίσης αξιοπίστως ανέφερε ότι τον πληροφορούσε ο συνεκκαθαριοτής της εκκαλούσας ΒΒ (βλ. και περί τούτου στην κατάθεση αυτού) κρίνεται τελικώς ότι, στη συγκεκριμένη αυτήν περίπτωση, από τις ειδικότερες ως άνω συνθήκες και περιστάσεις) και δη, στο σύνολο αυτών εκτιμώμενων -όπως ακριβώς πιο πάνω εκτέθηκαν- κάτω από τις οποίες έγινε η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των τριών (3) αυτών ακινήτων, στην εφεσίβλητη, ενόψει δηλαδή όχι μόνο της μεμονωμένης αιτίας (και αφορμής) που κίνησε τις πιο πάνω αντισυμβαλλόμενες εταιρίες και τους προαναφερόμενους εκπροσώπους τους, για να συνάψουν την αγοραπωλησία των τριών (3) αυτών ακινήτων ή του σκοπού (και μόνο) που αυτές απέβλεψαν με αυτήν (την αγοραπωλησία και τη μεταβίβασή τους κατά κυριότητα) αλλά το σύνολο όλων αυτών των συνθηκών (και περιστάσεων) και πιο συγκεκριμένα ακόμη, σύμφωνα με τα εντοπιζόμενα πιο πάνω μέσα και τις προαναφερόμενες ειδικώς πράξεις και παραλείψεις των άνω εκπροσώπων, καθώς επίσης και τις μεθοδεύσεις που από αυτούς, κατά τα ως άνω, χρησιμοποιήθηκαν και που τελικώς και επιβλήθηκαν (και επικράτησαν) για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων (βάσει του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) και με τόσο μικρό (και αναντίστοιχο) όπως πιο πάνω τίμημα, και δη μόνο των 12.600.000 δραχμών, των 19.191,60 τ.μ., των 30.000.000 δραχμών, για το έτερο, των 43.230,75 τ.μ. και των 7.000.000 δραχμών για το τρίτο ακίνητο των 10.627 τ.μ., οι συμβάσεις (όλες αυτές) που καταρτίσθηκαν με τρόπο τόσο βλαπτικό, σε βάρος των συμφερόντων της εκκαλούσας, χωρίς καμία ιδική της μάλιστα υπαιτιότητα προς τούτο, αντιβαίνουν ευθέως και δη αντικειμενικώς, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) - για όμοιες δηλαδή συναλλακτικές περιπτώσεις όπως και η εδω ένδικη - στα χρηστά ήθη, ήτοι στις κρατούσες αντιλήψεις του μέσης ηθικής (και συνέσεως) κοινωνικού ανθρώπου και κατά συνέπεια, σύστοιχα και με τις αναφερόμενες στην αρχή νομικές σκέψεις, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, είναι απολύτως άκυρες, στο σύνολό τους και ως μηδέποτε γενόμενες, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 και 180 του ΑΚ". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και αναγνώρισε την ακυρότητα, λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, της συμβάσεως πωλήσεως των τριών ως άνω ακινήτων. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 178 και 214 του ΑΚ, διότι: 1) Για τη θεμελίωση της κρίσης του ότι τα επίδικα τρία ακίνητα της αναιρεσίβλητης δεν εμπίπτουν σε αρχαιολογικό χώρο, ώστε να υποβαθμίζεται σημαντικά η αγοραία αξία τους στο ύψος περίπου που προσδιορίσθηκε με το μεταξύ των διαδίκων πωλητήριο συμβόλαιο και με αφετηρία ότι η σ'αυτό αναφορά της θέσης των ακινήτων στην περιοχή ... και ταυτόχρονα στη χερσόνησο ..., οι οποίες φέρονται ότι είναι διαφορετικές, αλλά γειτνιάζουσες περιοχές της νήσου ... με όχι διακεκριμένα όρια, όπως και ότι η θέση των ακινήτων συσχετίζεται με τον οριοθετημένο με την αρ. Φ01/58345/21-11-1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών αρχαιολογικό χώρο: α) Δεν γίνεται μνεία του τρόπου περιγραφής των επιδίκων ακινήτων στον κτητικό τίτλο κυριότης της αναιρεσίβλητης και αντιπαραβολή αυτής της περιγραφής τους με εκείνη στο πωλητήριο συμβόλαιο, έτσι ώστε να διαγιγνώσκεται, αν σ'αυτό έχουν περιληφθεί και ποία διαφορετικά περιγραφικά στοιχεία των ακινήτων και η ακριβέστερη θέση τους στις αμφισβητούμενες περιοχές. β) Ενώ δέχεται ότι από τα εισφερθέντα στην αναιρεσίβλητη, από το ιδρυτικό μέλος της ανώνυμη εταιρία "Μιχαληνός", επτά (7) ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα τρία επίδικα, απαλλοτριώθηκε έκταση 10.645 τ.μ της περιοχής ... προς συνέχιση αρχαιολογικών ανασκαφών και ότι οι θέσεις ... και ..., όπου βρίσκονται και τα τρία επίδικα ακίνητα, είναι συνεχόμενες με τη θέση ..., που περιλαμβάνεται στο εσωτερικό του οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τον ενσωματωμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά μεταφορά από την υπουργική απόφαση) χάρτη των περιοχών ...-..., ανεπαρκώς αιτιολογείται ότι οι θέσεις των επιδίκων ακινήτων δεν εμπίπτουν στον αρχαιολογικό αυτό χώρο από κάποια πλευρά τους, εφόσον δεν προσδιορίζεται αν η τοποθεσία ... εξαντλεί τη νοτιοδυτική γωνία του οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου ούτε η κατεύθυνση προσανατολισμού προς την οποία είναι συνεχόμενες οι θέσεις ... και ... των επιδίκων ακινήτων, 2) Ανεπαρκώς αιτιολογείται η, συνιστώσα αρνητική προϋπόθεση για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, έλλειψη συναινέσεως της πλειοψηφίας των συγκροτούντων το νομικό πρόσωπο της αναιρεσίβλητης μετόχων αυτής ως προς την (χαρακτηριζόμενη) κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας των εκκαθαριστών της είσπραξη από τον έναν από αυτούς παράνομης και επιζήμιας για την αντιπροσωπευομένη προμήθειας διαμεσολάβησης κατά την πώληση των επιδίκων ακινήτων, από την αναιρεσίβλητη αγοράστρια τούτων, όπως και ως προς τις συναφείς ενέργειές τους πριν και κατά τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, αφού: α) αναφέρεται μεν ότι είχε συγκληθεί για την πώληση αυτή η γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, αλλά δεν προσδιορίζεται τί αποφασίσθηκε ούτε ποιοί μετείχαν και ποιό ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου αντιπροσώπευαν και β) για τον εν γνώσει τελούντα των ως άνω περιστατικών -κατόπιν πληροφορήσεως του εκκαθαριστή ΒΒ- μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και μέτοχο αυτής ΔΔ δεν προσδιορίζεται πόσες μετοχές είχε και αν αυτές αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία ή μειοψηφία των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ώστε να εκτιμηθεί ο βαθμός γνώσης από την αναιρεσίβλητη της προβαλλόμενης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των εκκαθαριστών της. 3) Ως προς την αναγκαία συμμετοχή, στην πώληση και είσπραξη παράνομης προμήθειας 200.000.000 δραχμών από τον εκκαθαριστή ΒΒ, του δεύτερου εκκαθαριστή ΓΓ, στην οποία συμμετοχή προσδίδεται επίσης αντίθεση στα χρηστά ήθη, με συνέπεια να κρίνεται άκυρη η πώληση των επιδίκων ακινήτων, δεν παρατίθεται κάποια αιτιολογία ως προς το ενυπάρχον, σε κάθε δικαιοπραξία αυτού του είδους και αποδοκιμαστέο αίτιο, που κίνησε αυτόν να καταχρασθεί της εμπιστοσύνης της αντιπροσωπευομένης του (αναιρεσίβλητης), συμπράττονtας με ψευδείς δηλώσεις του για την ύπαρξη πραγμάτων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος κάτω από το έδαφος των πωλουμένων ακινήτων, με σκοπό μεγάλης υποβάθμισης της αγοραίας αξίας τους και από το ποσό της μείωσης να μην επιδιώξει να επωφεληθεί στο ελάχιστο ο ίδιος ούτε η αντιπροσωπευομένη του, αλλά μόνον η αγοράστρια και ο συνεκκαθαριστής του. 4) Με ελλιπή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι για την αντίθεση στα χρηστά ήθη της πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων λήφθηκαν υπόψη η αιτία (και αφορμή) που κίνησε τις συμβαλλόμενες εταιρίες και τους εκπροσώπους τους, ο σκοπός στον οποίο αυτές απέβλεψαν και το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων, συγκεκριμένα δε οι πράξεις και παραλείψεις των εκπροσώπων τους, χωρίς να προσδιορίζεται υπό ποία έννοια εκτιμήθηκε, για τη διάγνωση της αντιθέσεως της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του ΑΑ ως αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας και ιδίως αν αυτός μερίμνησε για να δοθούν χρήματα "κάτω από το τραπέζι" στον ΒΒ, καθώς και η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά την έκφραση της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεώς της δια των αντιπροσωπευόντων αυτή εκκαθαριστών της, αλλά αρκείται μόνον στο ότι οι ενέργειες των τελευταίων είχαν ως πρωταρχική επιδίωξη την εξυπηρέτηση ιδιοτελών επιδιώξεων του ενός από αυτούς και της κατά συμπαιγνία αντισυμβαλλόμενης αναιρεσείουσας προς βλάβη των νομίμων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης. Επομένως οι τρίτος κατά το τρίτο μέρος του, πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του από το αναιρετήριο και πέμπτος και έκτος που πρόσθετου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6859/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αντίθεση δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) Πώληση ακινήτων σε υποπολλαπλάσιο τίμημα της αγοραίας αξίας τους, κατά συμπαιγνία των 2 εκκαθαριστών λυθείσης ανώνυμης εταιρίας και της αγοράστριας προς πορισμό ιδίου οφέλους από τον ένα εκκαθαριστή και την αγοράστρια κατά την υπερβάλουσα, το καταβληθέν στην αγοράστρια τίμημα, αξία των ακινήτων. Μεθόδευση εμφανίσεως των ακινήτων ως κειμένων σε αρχαιολογικό χώρο για να φαίνεται υποτιμημένη η αξία τους και λήψη σχετικής αδείας εκποιήσεώς τους από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκ πλαγίου παράβαση άρθρων 178 και 214 ΑΚ. λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών της αποφάσεως του Εφετείου α) ως προς τη θέση τους σε αρχαιολογικό ή εκτός αρχαιολογικού χώρου που επηρεάζε την αξία τους β) ως προς την έλλειψη συναινέσεως (και γνώση) της πλειοψηφίας των εταίρων, της πωλήτριας, αφού ο ένας από αυτούς φέρεται να γνώριζε την επιχειρούμενη συμπαιγνία των διαχειριστών της πωλήτριας με την αγοράστρια γ)ως προς την αντίθεση της συμπεριφοράς του δεύτερου εκκαθαριστή με τα χρηστά ήθη, χωρίς να αναφέρεται κάποιο αποδοκιμαστέο από την ηθική του κίνητρό του για σύμπραξή του με τον κινούμενο από ιδιοτέλεια πρώτο διαχειριστή και δ) ως προς τη φερόμενη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά και της ίδιας της πωλήτριας στα πλαίσια.
| null | null | 1
|
Αριθμός 31/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 18979/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην με αριθμό 50/9-11-2009 αίτηση παραιτήσεως, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ... με την από 9-11-2009 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια του πληρεξουσίου του, Παύλου Γιωγιού, δικηγόρου Θεσ/νίκης, στον οποίο έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η από 50/2009 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από τη με αριθμό 10/2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για αναίρεση της 18.979/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του ... για αναίρεση της 18.979/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 31/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Πετρουλέα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Απριλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 324/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαΐου 2007 αίτησή του. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 5ης Μαΐου 2008 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος όπου και ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο παραστάς καλών με την από 16 Σεπτεμβρίου 2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περιπτ. β' του Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η παράβαση της διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, αν η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της. Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρου 974 Κ.Πολ.Δικ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δικ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στο δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Ανάμεσα στις προϋποθέσεις αυτές είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ' αυτό απαίτησης μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπή, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δικ. και να υφίστανται έτσι βλάβη. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δικ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ. Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο δημόσιο έγγραφο. Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δικ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (βλ. άρθρο 151 Κ.Πολ.Δικ) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Δεν επιφέρει όμως η πάροδος άπρακτης της 15ήμερης προθεσμίας του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ έκπτωση από το δικαίωμα προσαγωγής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δικ., να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 1274, 1276 και 1277 ΑΚ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης εγγράφεται όπως και η υποθήκη, με τη μνεία ότι προσημειώνεται, μόνον ύστερα από δικαστική απόφαση και χορηγεί δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη, η οποία θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης και ασφαλίζει τη συγκεκριμένη απαίτηση, για την οποία έχει χορηγηθεί με τη δικαστική απόφαση η άδεια εγγραφής της προσημείωσης. Εάν μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, με νέα σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, έχει αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, είτε με σκοπό ανανέωσης, είτε ως δόση αντί καταβολής, είτε ως υπόσχεση αντί καταβολής έχει αναληφθεί αυτή (άρθρα 419, 421 και 436 Α.Κ.), η προσημείωση της υποθήκης δεν ασφαλίζει και την εκ της νέας υποχρεώσεως προκύπτουσα απαίτηση άνευ άλλου τινός και συνεπώς η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, με βάση τελεσίδικη απόφαση που αφορά τη νέα υποχρέωση, είναι άκυρη και δεν ισχύει για την αρχική ενοχή, για την οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περιπτ. α' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και συνεπώς και τα περιστατικά με τα οποία περιγράφεται η απαίτηση και το προνόμιό της στην αναγγελία προς κατάταξη απαιτήσεως σε πλειστηριασμό. Η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη απαίτησης άλλης από εκείνης που αναγγέλθηκε ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης, έστω και αν αυτή την επικαλέσθηκε προς απόκρουση της ανακοπής ο καθ' ού ανακοπή, αφού η επίκληση αυτή δεν είναι παραδεκτή και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη και να ερευνηθεί από το δικαστήριο που δίκασε την ανακοπή. Όταν όμως, το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, δίδει, με βάση την περιγραφή της αναγγελίας, στα ίδια παραγωγικά γεγονότα, διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό στην απαίτηση από εκείνον που της έδωσε ο καθ' ου η ανακοπή, στηρίζοντας την προνομιακή κατάταξή της σε άλλη νομική αιτιολόγηση, δε λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ώστε να δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Ο εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός και η εσφαλμένη υπαγωγή της περιγραφόμενης στην αναγγελία απαίτησης στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ρυθμίζουν την προνομιακή κατάταξη των δανειστών, όπως είναι και οι διατάξεις του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ, στοιχειοθετούν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο ερευνά ο Αρειος Πάγος, όταν προβάλλεται σχετική αιτίαση με το αναιρετήριο, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα γίνεται εσφαλμένως επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, αφού ο Αρειος Πάγος υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των καθ' ων (ήδη αναιρεσίβλητος), πιστωτικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ", επέδωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και στην τότε επισπεύδουσα αυτόν ΑΜΒΥΞ ΑΕ την από 28-5-1999 αναγγελία του, η οποία ενεγράφη την 1-6-1999 στο περιθώριο του Βιβλίου Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας, στον τόμο (...) και με αριθμό (...), με την οποία αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό ως δανείστρια του καθ' ου η εκτέλεση Ε1, για απαίτησή του από σύμβαση δανείου, για την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμόν 455/1997 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, προς εξασφάλιση της οποίας και με συναίνεση του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 537/1993 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, είχε εγγραφεί δεύτερη (Β' τάξης) προσημείωση υποθήκης στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο ...και με αριθμό ..., μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών, στα εκπλειστηριαζόμενα ακίνητα της κυριότητας του οφειλέτη Ε1. Η παραπάνω αναγγελθείσα απαίτηση του πρώτου των καθ' ων προέρχεται από σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξυ αυτού και του Ε1 στις 13-8-1993, ποσού 20.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση της οποίας ο ως άνω οφειλέτης εξέδωσε ένα γραμμάτιο σε διαταγή του δανειστή πιστωτικού συνεταιρισμού ισόποσης αξίας, πληρωτέο στη Λαμία στις 13-2-1994. Επειδή δε κατά την παραπάνω ημερομηνία ο οφειλέτης αδυνατούσε να εξοφλήσει όλο το οφειλόμενο ποσό, κατέβαλε τους μέχρι τότε γεννηθέντες τόκους και έναντι του οφειλόμενου κεφαλαίου ποσό 2.000.000 δραχμών, ενώ ορίστηκε νέα ημερομηνία πληρωμής του ως άνω γραμματίου η 17-8-1994. Στην οπίσθια δε όψη του ως άνω γραμματίου εις διαταγή καταχωρήθηκε σημείωση υπογεγραμμένη από τον οφειλέτη Ε1, στην οποία αναγράφεται ότι αυτό εκδόθηκε προς εξασφάλιση συμβάσεως δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγραφεί, δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, προσημείωση υποθήκης. Λόγω μη εξόφλησης, όμως, του ως άνω γραμματίου στις 17-8-1994, εκδόθηκε, μετά από αίτηση του καθ' ου η ανακοπή, η αναφερόμενη παραπάνω, με αριθμό 455/1997 Διαταγή Πληρωμής. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμούς ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ..., ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή επέδωσε στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη δύο φορές αντίγραφο από απόγραφο της ως άνω με αριθμό 455/1997 Διαταγής Πληρωμής με τις από ...' και ..., αντίστοιχα, επιταγές προς πληρωμή, χωρίς ο καθ' ου η εκτέλεση να ασκήσει ανακοπή (άρθρα 632, 633, 933 ΚΠολΔ) και έτσι η προαναφερόμενη Διαταγή Πληρωμής κατέστη τελεσίδικη. Κατόπιν τούτου ο πρώτος των καθ' ων με την από 14-4-1999 αίτησή του προς την Υποθηκοφύλακα Λαμίας ζήτησε την τροπή της προαναφερθείσας προσημείωσης σε τακτική υποθήκη, αναφέροντας στη σχετική αίτησή του κατά λέξη τα παρακάτω: "Με βάση την υπ' αριθμ. 537/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ενεγράφη δεύτερη (Β' τάξης) προσημείωση υποθήκης υπέρ εμού στα βιβλία Υποθηκών του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ...και αριθμό ...και μέχρι του ποσού των δραχμών 40.000.000 επί των ακινήτων, που αναφέρονται στη παραπάνω απόφαση κυριότητας του οφειλέτη μου Ε1, προς εξασφάλιση απαίτησής μου, που προέρχεται από σύμβαση δανείου, ύψους 20.000.000 δραχμών, για το οποίο ο ως άνω οφειλέτης μου εξέδωσε στη Λαμία ένα γραμμάτιο πληρωτέο σε διαταγή μου. Για το παραπάνω γραμμάτιο, το οποίο ήταν λήξης 17- 8-1994 και δεν πληρώθηκε, εκδόθηκε, μετά από σχετική αίτησή μου, η υπ' αριθμ. 455/1997 διαταγή πληρωμής του κ. Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αντίγραφο από απόγραφο της οποίας επέδωσα στον οφειλέτη μου δύο φορές χωρίς αυτός ν' ασκήσει ανακοπή και έτσι η απαίτησή μου κατέστη τελεσίδικη, η δε διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Ως εκ τούτου δικαιούμαι να ζητήσω την τροπή της προαναφερόμενης προσημείωσης σε τακτική υποθήκη (Β' τάξης) και ειδικότερα για όλο το ποσό των δραχμών (40.000.000) σαράντα εκατομμυρίων, που αναλύεται σε κεφάλαιο από 18.000.000 και μέρος των τόκων υπερημερίας αυτού από 18-8-94 από δραχμές 22.000.000. Για τον σκοπό, αυτόν υποβάλλω συνημμένα, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικού της Υποθ/κα Λαμίας, περί τροπής της στον τόμο 286 και αριθμό ...των βιβλίων υποθηκών του Υποθ/κείου Λαμίας εγγεγραμμένης την 30-7-1993 προσημείωσης υποθήκης για δραχμές 40.000.000 κατά του Ε1 υπέρ της Συν/κής Τράπεζας Λαμίας Συν.ΠΕ. δυνάμει της υπ' αριθμ. 537/93 απόφασης του Μον. Πρωτ. Λαμίας σε τακτική υποθήκη δυνάμει της υπ' αριθμ. 455/97 οριστικής και τελεσίδικης διαταγής πληρωμής". Στη συνέχεια δε ο πρώτος των καθ' ων με την από 27-9-2001 αναγγελία του, που επέδωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, αναγγέλθηκε και πάλι στον επισπευδόμενο από τον ίδιο πλέον πλειστηριασμό για την παραπάνω απαίτησή του, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είχε καταστεί προνομιούχος μετά τη νομότυπη τροπή της εγγραφείσας στις 30-7-1993 προσημείωσης σε τακτική υποθήκη, πριν από τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης (άρθρα 1279 ΑΚ και 978,-1007 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από το υπ' αριθμόν πρωτ. ... πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Λαμίας, που θεωρείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1277 παρ. 2 ΑΚ,. ότι είχε εγγραφεί από την ημέρα εγγραφής της προσημείωσης, δηλαδή από 30-7-1993, προηγείτο στην κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ, της απαίτησης του ανακόπτοντος συνολικού ποσού 83.971,81 ευρώ, η οποία ήταν επίσης προνομιούχος ως εξασφαλισμένη με τρεις προσημειώσεις υποθήκης, εγγραφείσες την 1-5-1994, για ποσό 8.804,11 ευρώ, την 23-2-1994 για ποσό 19.075,57 ευρώ και την 9-6-1994 για ποσό 10.271,46 ευρώ στους τόμους ...και ...και με αριθμούς ..., ...και ...των βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας και οι οποίες επίσης είχαν τραπεί σε τακτικές υποθήκες". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, με την οποία προσέβαλε την αναφερόμενη στον υπ' αρ. ...πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Λαμίας Δ. Μητράνζτα, προνομιακή κατάταξη του αναιρεσιβλήτου ως ενυπόθηκου δανειστή του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση (κυρίου πλειστηριασθέντος ακινήτου) Ε1, για ποσό 40.000.000 δραχμών από δάνειο εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης που μετατράπηκε σε υποθήκη πριν από τις ενυπόθηκες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, επίσης αναγγελθέντος στον πλειστηριασμό του ακινήτου αυτού. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 976 αρ. 2, 977 και 1007 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. που εφήρμοσε, ούτε εκείνες των άρθρων 421, 1274, 1276 και 1277 ΑΚ καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα: 1) Όσον αφορά την αμφισβητούμενη ταυτότητα της κρίσιμης, ασφαλιζόμενης με υποθήκη και αναγγελθείσας στη διαδικασία κατατάξεως, απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου κατά του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, γίνεται ειδική αναφορά ότι δεν αποτελούσε αυτή μόνον αντικείμενο της με συναίνεση του οφειλέτη εγγραφείσας, με την 537/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, υπέρ του αναιρεσιβλήτου, προσημειώσεως υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητο, αλλά αποτελούσε και ουσιαστικό αντικείμενο (υποκείμενη σχέση) του κατά την 13-8-1983 εκδοθέντος αναιτιώδους πιστωτικού τίτλου (γραμματίου εις διαταγήν) αποτελέσαντος κατ' ουσίαν αιτιώδους, εκ συμβάσεως δανείου, χρεωστικού ομολόγου, με βάση τον οποίο εκδόθηκε μεταγενεστέρως η 455/1997 διαταγή πληρωμής του ίδιου Δικαστηρίου και μετά την τελεσιδικία της η προσημείωση ετράπη σε υποθήκη, αναγνωρίσθηκε δε τούτο και από τον οφειλέτη με σχετική επισημείωσή του στον πιστωτικό τίτλο μετά την αδυναμία του να τον εξοφλήσει και τη χορήγηση προς αυτόν νέας ημερομηνίας πληρωμής του της 17-8-1994. 2) Η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να καταθέσει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα στην 15ήμερη προθεσμία του άρθρου 972 παρ. 1γ Κ.Πολ.Δικ., όλα τα έγγραφα που αφορούσαν το προνόμιο της ασφαλιζόμενης με υποθήκη απαιτήσεώς του, δεν επεφέρε έκπτωση από το δικαίωμά του να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο προς απόκρουση της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της προνομιακής κατατάξεως εκείνου, εφόσον το ίδιο δικαίωμα παρέχεται και στον αναγγελθέντα δανειστή που προσβάλλει την κατάταξη άλλου δανειστή, ενώ ο ελλιπής προσδιορισμός της ταυτότητας της απαιτήσεως στην αναγγελία σε σχέση με στην εγγραφή προσημειώσεως και στην μετατροπή της σε υποθήκη δεν καθιστούσε αυτή αόριστη, ενόψει του ότι η αναγγελία δεν έχει το χαρακτήρα κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως για δικαστική προστασία, ώστε να απαιτείται η εξειδίκευση της απαιτήσεως του δανειστή στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής. Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων σχετικά με το προνόμιο κατατάξεως της αναιρεσίβλητης, λόγω διαστάσεως του περιεχομένου της αποφάσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως με εκείνο της διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία έγινε τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, εφόσον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ταύτιση της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου τόσο στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητό του οφειλέτη, όσο και στη διαταγή πληρωμής για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, προέκυπτε από την επί του συστατικού για την έκδοση της διαταγής πληρωμής εγγράφου (γραμματίου εις διαταγήν) βεβαίωση του οφειλέτη, ότι το έγγραφο αυτό εκδόθηκε για την εξασφάλιση της συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας ότι στο αίτημα έκδοσης διαταγής πληρωμής και στην με βάση αυτή τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη περιλαμβανόταν και η από την υποκείμενη δανειακή σχέση αξίωση του αναιρεσιβλήτου κατά του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως όσα αντιθέτως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ, λόγο αναιρέσεως, ότι η αναγγελία του αναιρεσιβλήτου αφορούσε απαίτησή του κατά του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση μόνο από γραμμάτιο εις διαταγήν και όχι από δάνειο, επειδή δεν αναφερόταν το τελευταίο στην αναγγελία, ενώ προέκυπτε τούτο από το αποδεικτικό της οφειλής έγγραφο, είναι αβάσιμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ,Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο - αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίμαχου γραμματίου εις διαταγήν και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, με το να δεχθεί ότι "στην οπίσθια όψη του γραμματίου καταχωρήθηκε σημείωση υπογεγραμμένη από τον οφειλέτη Ε1, στην οποία αναφέρεται ότι αυτό εκδόθηκε προς εξασφάλιση συμβάσεως δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης", ενώ τέτοια σημείωση δεν υπάρχει στο γραμμάτιο. Επομένως, εφόσον το επίμαχο γραμμάτιο εις διαταγήν, το οποίο με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο και σύμφωνα με τις παραδοχές τούτου περιείχε ενυπόγραφη επισημείωση του οφειλέτη Ε1 για την ταυτότητα της αναγγελθείσας στον πλειστηριασμό απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, ως προερχόμενης από σύμβαση δανείου, με εκείνη για την οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητο, δεν προσκομίζεται και πάλι αυτούσιο ή σε επικυρωμένο αντίγραφό του από τον αναιρεσείοντα, για να διαγνωσθεί αν περιέχεται η αμφισβητούμενη από τον τελευταίο επισημείωση για την υποκείμενη δανειακή αιτία εκδόσεώς του ή όχι, αλλ' απλώς ένα ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 324/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία αναιρεσίβλητης λόγω μη πληρεξουσιότητας δικηγόρου της. Αναγγελία σε πλειστηριασμό και Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως. Περιεχόμενο αναγγελτηρίου και ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως. Εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Εάν αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, δεν ασφαλίζεται και η από τη νέα υποχρέωση προκύπτουσα απαίτηση εκτός αν προκύπτει ταυτότητα των δύο υποχρεώσεων. Απορρίπτονται οι από τους αρ. 8 και 19. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται, ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου (άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ) αν δεν προσκομίζεται τούτο ή επικυρωμένο αντίγραφό του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 32/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 18959/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 4890/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 464/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην με αριθμό 47/9-11-2009 αίτηση παραιτήσεως, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ... με την από 9-11-2009 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δια του πληρεξουσίου του, Παύλου Γιωγιού, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, στον οποίον έχει δοθεί σχετική εντολή με την από 20-10-2009 εξουσιοδότησή του και για την οποία συντάχθηκε η από 9-11-2009 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 7-2-2009 και υπ'αριθμ. έκθ. 7/2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για αναίρεση της υπ'αριθ.18959/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του ...για αναίρεση της υπ'αριθμ. 18959/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 32/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.
Των αναιρεσιβλήτων:1.... χας Δ1 2.... και 3...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολαΐδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 720/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3181/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του Α.Κ. "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Η θεσμοθέτηση της διατάξεως αυτής προς το συμφέρον της έννομης τάξης, στο οποίο αποβλέπει και ο θεσμός της παραγραφής γενικότερα, υπαγορεύθηκε από το ότι, μετά τη βεβαίωση της αξιώσεως με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό δεν υφίσταται ούτε δυνατότητα αμφισβητήσεώς της ούτε δυσχέρεια στην απόδειξή της, που με την πάροδο του χρόνου, λόγω εξασθενήσεως των αποδεικτικών μέσων, δημιουργεί αβεβαιότητα, καθιστώντας την απονομή της δικαιοσύνης προβληματική και επισφαλή. Διότι, μετά την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως ή τη βεβαίωση με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό για την απαίτηση παύει να υφίσταται η ανάγκη αποφυγής των προαναφερόμενων δυσμενών για την απονομή της δικαιοσύνης συνεπειών, η οποία (ανάγκη) αποτελεί και το λόγο για τον οποίο καθιερώθηκαν οι διάφορες βραχυχρόνιες παραγραφές (Ολ. ΑΠ 30/1987, 610/1976). Στη ρύθμιση του άρθρου 268 του Α.Κ. εμπίπτουν και οι απαιτήσεις κατά ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, οι οποίες προ της παρόδου πενταετίας από τη λύση της εταιρίας έχουν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των εις ολόκληρον ευθυνομένων ομορρύθμων εταίρων - μη εκκαθαριστών (άρθρο 22 Ε.Ν.), οπότε δεν ισχύει έναντι αυτών ή των κληρονόμων τους η βραχυπρόθεσμη (5ετής) παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά η εικοσαετής παραγραφή. Και τούτο, ενόψει του ότι ναι μεν η θεσπιζόμενη χάριν των ομορρύθμων εταίρων ειδική (πενταετής παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν. ισχύει ανεξάρτητα από την παραγραφή έναντι της εταιρίας και δεν μεταπίπτει σε εικοσαετή κατά την Α.Κ. 268 έναντι του ομόρρυθμου εταίρου με μόνη την έκδοση εναντίον της εταιρείας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως για το εταιρικό χρέος (Ολ. Α.Π. 889/1983), ωστόσο από τη βεβαίωση του εταιρικού χρέους, πριν από την πάροδο της εν λόγω πενταετίας, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικά, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Εμπ.Ν. δεν συντρέχει πλέον αποχρών λόγος μη ισχύος και έναντι αυτών της εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 268 του Α.Κ., εφόσον έχει παύσει έτσι να υφίσταται η ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των εταιρικών χρεών, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης του άρθρου 64 του Ε.Ν., χάριν μετριασμού της απεριόριστης και εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της από 10-7-2000 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στις αναιρεσίβλητες την από ...επιταγή της προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της αρ. 5/1974 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του μεταγενεστέρως θανόντος συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών (κληρονομηθέντος από αυτές) Δ1 ως ομορρύθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρίας "... Ε.Ε." και με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, (για χρέος της εταιρείας στην οποία μετείχε), να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 1.828.694 δραχμών νομιμοτόκως από 4-3-1972. Κατά της ως άνω επιταγής, ως πρώτης πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, άσκησαν οι αναιρεσίβλητες την από 10-7-2000 ανακοπή και ζήτησαν την ακύρωση της επιταγής, προβάλλοντας απόσβεση της αξιώσεως της αναιρεσείουσας που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, λόγω της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 64 Ε.Ν., ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα είχε επιδόσει στον κληρονομηθέντα από τις αναιρεσίβλητες Δ1 την από ... επιταγή της, ενώ στις 27-12-1988 λύθηκε η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία με έγγραφο (συμφωνητικό) που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και έκτοτε μέχρι την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της από ... (δεύτερης) επιταγής προς πληρωμή του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού των 1.828.694 δραχμών παρήλθε πενταετία. Η ανακοπή έγινε δεκτή με την 720/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η εναντίον αυτής έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η τελεσιδικία της καταψηφιστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς το εταιρικό χρέος του κληρονομηθέντος από τις αναιρεσίβλητες δεν μετέβαλε το χρόνο παραγραφής, από 5ετή κατά το άρθρο 64 του Ε.Ν., σε 20ετή κατά το άρθρο 268 του Α.Κ.. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 64 του Ε.Ν. και 268 του Α.Κ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της πρώτης και μη εφαρμογή της τελευταίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, αλλά και τις παραδοχές του Εφετείου, εφόσον κατά τη λύση της ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, στην οποία μετείχε ο δικαιοπάροχος αυτών Δ1 ως ομόρρυθμο μέλος, είχεν εκδοθεί εναντίον του τελευταίου η 5/1974 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για το επίμαχο εταιρικό χρέος προς την αναιρεσείουσα, άρχισε έκτοτε να ισχύει ως προς αυτό το χρέος η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 268 του Α.Κ., η οποία διεκόπη με την επίδοση στις ...προς τον Δ1 της από ... επιταγής της αναιρεσείουσας και μέχρι την επίδοση της ανακοπτόμενης από ...(δεύτερης) επιταγής της αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσίβλητες δεν είχε συμπληρωθεί και πάλι η εικοσαετής παραγραφή, που διεκόπη έτσι για δεύτερη φορά, ενώ η κατά την 27-12-1988 λύση της εταιρίας δεν επέφερε μεταβολή του χρόνου της παραγραφής του εταιρικού χρέους, το οποίο ήταν ήδη εκκαθαρισμένο με την ως άνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 268 του Α.Κ. και έπρεπε γι' αυτό να απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγος της η ανακοπή. Εντεύθεν έπεται ότι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3181/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερημοδικία αναιρεσίβλητης λόγω μη πληρεξουσιότητας δικηγόρου της. Αναγγελία σε πλειστηριασμό και Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως. Περιεχόμενο αναγγελτηρίου και ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως. Εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Εάν αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, δεν ασφαλίζεται και η από τη νέα υποχρέωση προκύπτουσα απαίτηση εκτός αν προκύπτει ταυτότητα των δύο υποχρεώσεων. Απορρίπτονται οι από τους αρ. 8 και 19. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται, ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου (άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ) αν δεν προσκομίζεται τούτο ή επικυρωμένο αντίγραφό του.
| null | null | 0
|
Αριθμός 33/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση των αποφάσεων 18967/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και 41253/2006 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές και Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση των αποφάσεων αυτών για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 465/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος εισήγαγε την με αριθμό και ημερομηνία 48/9-11-2009 έκθεση παραιτήσεως του ανωτέρω αναιρεσείοντος και ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, ..., με την από 9 Νοεμβρίου 2009 δήλωσή του, που έγινε στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δια του πληρεξουσίου του, Παύλου Γιώγιου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης, στον ποίο έχει δοθεί σχετική εντολή και για την οποία συντάχθηκε η από 48/09 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 26-2-09 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της 18967/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001).
Για τους λόγους αυτούς
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 18.967/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από αναίρεση με δήλωση του έχοντος προς τούτο την εντολή πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών. Απορρίπτει ως απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.