text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 36/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαχαριάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 1083/2006 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Ιουλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 204 Α.Κ., όποιος έχει δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση, μπορεί, αν πληρώθηκε η αίρεση, να ζητήσει αποζημίωση από τον άλλο, εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση. Κατά δε το άρθρ. 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα τον ζημίωνε η πλήρωσή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι προς πραγματική πλήρωση της αιρέσεως εξομοιώνεται η πλασματική πλήρωσή της και θεμελιώνεται εναντίον εκείνου, ο οποίος εναντίον της καλής πίστης εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης, επειδή θα ζημιωνόταν από την πλήρωση, δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ εκείνου, ο οποίος είχε δικαίωμα εξαρτώμενο από την αίρεση. Η έννοια της καλής πίστης νοείται αντικειμενικώς, ως η αντίληψη του μετρίως ευπρεπούς και τιμίως φερομένου κοινωνικού ανθρώπου και μπορεί η συμπεριφορά να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ή τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη ενέργειας. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47-50 Ε.Ν, 741 επ. 758, 762, 361, 719 Α.Κ. συνάγεται ότι η στερούμενη νομικής προσωπικότητας αφανής εταιρία, στην οποία ο εμφανής εταιρία, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων ο,τιδήποτε αποκτά από τη λειτουργία της εταιρίας, όταν λύεται δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης, εφόσον τούτο δεν συμφωνήθηκε με την εταιρική σύμβαση ή δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο ως τρόπος διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Απ 12-13/1995, 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 25-10-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, συστήθηκε μεταξύ των διαδίκων και του τρίτου Μ1 αφανής εταιρία, με εμφανή εταίρο τον εναγόμενο και αφανείς εταίρους τους λοιπούς, με έδρα τα ..., με αντικείμενο την εκμετάλλευση της επιχείρησης καφέ - μπαρ με την επωνυμία "'....'' και με συμμετοχή τους στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας. Η αφανής αυτή εταιρία λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο 2000 και με το από 21-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό οι ανωτέρω εταίροι αυτής συμφώνησαν τη λύση της και μετά από έλεγχο και σχετική καταγραφή προσδιόρισαν τα χρέη της εταιρίας (παθητικό] στο ποσό των 19.500.000 δραχμών, το δε ενεργητικό της σε 4.500.000 δραχμές. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφώνησαν οι εταίροι να αναλάβει ο εναγόμενος την εξόφληση των χρεών προς τρίτους, να λάβει ο καθένας τους το ποσό των 1.500.000 δραχμών, από το ενεργητικό και να εξακολουθήσει τη λειτουργία της επιχείρησης, ατομικά πλέον ο εναγόμενος. Συμφώνησαν επιπροσθέτως με το ίδιο συμφωνητικό ότι σε περίπτωση που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού (21-7-2000) βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της επιχείρησης ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών (σύνολο ενεργητικού και παθητικού), η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισπράττονταν από την πώληση αυτή επί πλέον του ποσού των 24.000.000 δραχμών, θα διανεμόταν, ισομερώς και τούτο μεταξύ τους. Τελικά μέσα στον παραπάνω χρόνο (τέλη Ιουλίου 2000) βρέθηκε πράγματι αγοραστής και συγκεκριμένα ο Ρ1, ο οποίος και προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Όμως η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της αδικαιολόγητης και αντίθετης προς την καλή πίστη άρνησης του εναγομένου, ο οποίος, όπως άλλωστε είχε και κάθε συμφέρον, την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου όπου είχε προγραμματιστεί σχετική συνάντηση για τη διευθέτηση των λεπτομερειών και τη σύναψη της σύμβασης πώλησης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τελικά ο εναγόμενος πώλησε την επιχείρηση μόνος του, σε άλλο χρόνο (μετά την παρέλευση των 45 ημερών), σε διαφορετικό πρόσωπο και εισέπραξε μόνος του το τίμημα, όπως τούτο βεβαιώθηκε και από το μάρτυρα του ιδίου Μ1 που είναι ο τρίτος εταίρος. Το Δικαστήριο στηρίζει την ως άνω κρίση του, κυρίως στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ...(αδελφού του) και στην ένορκη βεβαίωση του Ρ1, ο οποίος είναι και ο κατά τα ανωτέρω υποψήφιος αγοραστής της επιχείρησης. Αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό επιβεβαίωσαν ότι ο τελευταίος ήθελε πράγματι να αγοράσει την επιχείρηση αντί του ποσού των 40.000.000 δρχ., το οποίο και προσέφερε και ότι τελικά η ματαίωση της πώλησης οφειλόταν στην άρνηση του εναγομένου, ο οποίος την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να μεταβεί στο γραφείο του προαναφερθέντος δικηγόρου, όπου και είχε προγραμματιστεί το σχετικό ραντεβού. Με βάση τα δεδομένα αυτά ο εναγόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 204 σε συνδ. με το άρθρο 207 ΑΚ, υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την παραπάνω συμπεριφορά του και η οποία είναι ίση με το ποσό των 5.333.333 (40.000.000 - 24.000.000 = 16.000.000) δραχμών, που ισοδυναμεί με 15.651,74 ευρώ". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης, έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της δηλαδή για το ποσό των 20.053,79 ευρώ, από τις οποίες ποσό δραχμών 16.000.000 ή 15.651,74 ευρώ για την ανωτέρω αιτία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την επιδίκαση του ποσού των 15.651,74 ευρώ παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 204, 207, 762, 361 και 719 του Α.Κ., που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς, και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, από την οποία εξαρτήθηκε η ικανοποίηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για απόληψη επί πλέον ποσοστού της διανεμητέας εταιρικής περιουσίας μετά τη λύση της εταιρίας των διαδίκων, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα: α) Ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αφανής εταιρία των διαδίκων (με τον μη διάδικο Μ1) λύθηκε στις 217-2000 και μετά από έλεγχο και καταγραφή των χρεών της εταιρίας (19.500.000 δρχ) προσδιόρισαν από κοινού το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας σε 24.000.000 δρχ., από το οποίο, μετά την αφαίρεση του παθητικού, απέμεινε διανεμητέο στους εταίρους καθαρό ποσό 4.500.00 δραχμών και συμφωνήθηκε, επί πλέον, ότι σε περίπτωση, που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού, βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της περιελθούσης στον αναιρεσίβλητο επιχειρήσεως ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών, η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισεπράττετο επί πλέον των 24.000.000 δραχμών θα διανεμόταν στους εταίρους ισομερώς, δεν καθίσταται σαφές, αν η εταιρία είχε επί πλέον περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα λάμβανε υπόψη ο υποψήφιος αγοραστής για να προσφέρει μεγαλύτερο τίμημα από εκείνο που εκτίμησαν ως πραγματική αξία της εταιρίας τους οι διάδικοι ή απέβλεψαν σε πιθανή βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως της εταιρίας τους εντός του 45ημέρου ή απλώς εκτίμησαν ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να είναι αποτέλεσμα των διαπραγματευτικών ικανοτήτων τους. 2) Με ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι βρέθηκε υποψήφιος αγοραστής (Ρ1) που προσέφερε, περί τα τέλη Ιουλίου του 2000, τίμημα 40.000.000 δραχμών για την αγορά της επιχειρήσεως χωρίς να αναφέρεται, αν προέκυψε κάποια αιτία υπερτιμήσεως κατά 80% της αγοραίας αξίας της επιχειρήσεως ή προϋπήρχε αυτή η αξία της ή αποτέλεσε υποκειμενική εκτίμηση του υποψήφιου αγοραστή, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν κατά την αρχή της καλής πίστης όφειλε ο αναιρεσίβλητος να θεωρήσει ότι υπήρχε σοβαρή συναλλακτική πρόθεση του αγοραστή και η άρνηση του ιδίου να συμπράξει ήταν αδικαιολόγητη. 3) Ανεπαρκώς αιτιολογείται επίσης ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συμφέρον από τη ματαίωση της πωλήσεως της επιχειρήσεως μέσα στο συμφωνημένο χρόνο, χωρίς να προσδιορίζεται, αν το συμφέρον του συνίστατο στην παράταση της εκμεταλλεύσεως από τον ίδιο της επιχειρήσεως ή στην αναφερόμενη πώλησή της σε μεταγενέστερο χρόνο (μετά την παρέλευση των 45 ημερών), αφού άλλωστε δεν αναφέρεται πότε πωλήθηκε η επιχείρηση και ποιό ήταν το ύψος του τιμήματος που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος. Επομένως είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔικ δύο πρώτοι, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω και μόνον κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ) μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1083/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
207 Α.Κ. Πλασματική πλήρωση αιρέσεως αν ο ζημιούμενος από την πλήρωσή της, την εμπόδισε να πληρωθεί αντίθετα με την καλή πίστη. Λύση αφανούς εταιρίας, καθορισμός από τους εταίρους του ενεργητικού και του παθητικού της, διανομή του θετικού υπολοίπου μεταξύ τους, συνέχιση της επιχειρήσεως από έναν από αυτούς και συμβατικός όρος ότι αν εντός 45ημέρου αν βρισκόταν αγοραστής για την αγορά της επιχειρήσεως μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που όρισαν ως αξία της οι διάδικοι, θα πωλούνταν η επιχείρηση σ΄αυτόν και το επί πλέον θα διανεμόταν ισομερώς στους εταίρους. Το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι βρέθηκε αγοραστής που προσέφερε κατά 80% υψηλότερο τίμημα αγοράς από την αξία που όρισαν οι διάδικοι για την επιχείρησή τους αλλά ο εναγόμενος ματαίωσε υπαίτια την πώληση και γι΄ αυτό έκρινε βάσιμη την αγωγή. Βάσιμος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) της αποφάσεως.
| null | null | 0
|
Αριθμός 37/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 53-54/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορουμένους τους: 1) ..., 2) ... και 3) ....
Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 883/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 300/18.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α Κ. Π. Δ, την υπ' αριθ. πρωτ. 52/2-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 53-54/25-2-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, μαζί με τη σχετική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη της παραγράφου "1" άρθρου 476 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/96, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 § 1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχόμενη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεως της στο δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρηση της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ., ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανωτέρα βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Προϊσταμένου της Δ/νσης του Καταστήματος Κράτησης Πατρών στις 2-6-2009, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύτηκε παρόντος αυτού στις 25-2-2009 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 12-3-2009.
Συνεπώς η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο 10 ήμερης προθεσμίας. Δεν αναφέρεται δε σ' αυτή γεγονός που συνιστά ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της και πρέπει για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη - απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476§ 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη - απαράδεκτη η υπ' αριθ. πρωτ. 52/2-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... κατά της υπ' αριθ. 53-54/25-2-2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 29 - 6 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
?Κατά την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του αναιρεσείοντος από τον γραμματέα της Εισαγγελίας 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι 10ήμερη, αρχομένη από της εκδόσεως της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παραγράφου 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνον συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανωτέρω βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικνυόντων τα περιστατικά αυτά αποδεικτικών μέσων, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Προϊσταμένου της Δ/νσης του Καταστήματος Κράτησης ...στις 2.6.2009, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 25.2.2009 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 12.3.2009.
Συνεπώς, η αίτηση της αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από τον νόμο 10ήμερης προθεσμίας. Δεν αναφέρεται δε σ' αυτήν γεγονός που συνιστά ανωτέρω βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της και πρέπει για τους λόγους αυτούς, εφόσον ο αναιρεσείων κλητεύθηκε να εμφανισθεί στο παρόν Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασή του, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία ... αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα του καταστήματος κράτησης ..., να κηρυχθεί απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 2.6.2009 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της 53-54/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως. Δεν εκτίθενται λόγοι ανώτερης βίας.
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης.
| 0
|
Αριθμός 37/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Γρύλλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4776/2000 μη οριστική, 8225/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9280/2003 προδικαστική και 6723/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...σε συνδυασμό με την από 16-12-2008 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και την από 17-12-2008 βεβαίωση ταχυδρομήσεως συστημένης επιστολής, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο (άρθρα 128 παρ. 4, 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 460 του Κ.Πολ.Δ., κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον Κ.Πολ.Δ., παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Επομένως ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή. Πράγματι ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης. Όταν πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο, και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες των άρθρων 216, 270, 341 Κ.Πολ.Δ (Ολ. Α.Π. 23/1999). Το αυτό ισχύει, για την ταυτότητα του νομοθετικού σκοπού αποτροπής παρελκυστικής προβολής ισχυρισμών πλαστότητας εγγράφων στην πολιτική δίκη και στρεψοδικίας, στην περίπτωση κατά την οποία με λόγο έφεσης προτείνεται ισχυρισμός πλαστότητας αποδεικτικού εγγράφου, κατόπιν επικλήσεως και προσκομίσεως δημόσιου εγγράφου που περιήλθε σε γνώση του εκκαλούντος μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και αποδεικνύει, λόγω και της αυξημένης αποδεικτικής ισχύος του (άρθρα 438 έως 441 Κ.Πολ.Δικ), το αναληθές και ανίσχυρο των βεβαιούμενων με το προσβαλλόμενο ως πλαστό έγγραφο κρίσιμων περιστατικών για την ευδοκίμηση της αγωγής. Διότι με τον τρόπο αυτό, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της οικονομίας της δίκης, επιτυγχάνεται, κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η ορθή διάγνωση της εκκρεμούς διαφοράς, χωρίς να είναι απαραίτητη η προσφυγή και σε άλλα, πέρα από το δημόσιο έγγραφο, αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα παραδεκτού του προτεινόμενου σχετικού ισχυρισμού. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η απόρριψη ενός αιτήματος ως απαραδέκτου, που συγκροτεί τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, κρίνεται από το αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως λεκτικής διατυπώσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Από την προσκομιζόμενη γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σχετικά με την τέλεση και λύση του γάμου μουσουλμάνων, κατά το Αιγυπτιακό Δίκαιο, από το με αριθμό πρακτικού επικύρωσης..., ακριβές αντίγραφο του πιστοποιητικού [διαζυγίου] λύσης του προηγουμένου γάμου του εναγομένου, το οποίο έχει εκδοθεί από τον Ιμάμη του Ειρηνοδικείου ..., που είναι καταχωρημένο, από 15-3-1998 στα μητρώα Αστικών Υποθέσεων του Νοτίου Καΐρου, με αριθμό ...και προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση (σημειώνεται ότι η προσκομιδή του ξενόγλωσσου αυτού εγγράφου καθώς και του αλλοδαπού Αιγυπτιακού νόμου σχετικά με τα δημόσια έγγραφα, για την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως, με την υπ' αριθμ. 9280/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου και με την από 17-10-2005 βεβαίωση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Κάιρο, ανακαλουμένης της μη οριστικής διατάξεως της παραπάνω απόφασης) και από τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο ενώπιον του Αντιδημάρχου Χαϊδαρίου στις 25-6-1998, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....ληξιαρχική πράξη γάμου του Ληξιαρχείου Δήμου Χαϊδαρίου. Στις 24-12-1992 ο εναγόμενος που κατάγεται από την Αίγυπτο, είχε συνάψει νόμιμα γάμο, με αμοιβαία συμφωνία των συζύγων, κατά τους κανόνες του Αιγυπτιακού Δικαίου, με την ..., ο οποίος τελέστηκε ενώπιον του Ιμάμη της περιοχής ... και πιστοποιήθηκε με το σχετικό πιστοποιητικό γάμου που εξέδωσε ο τελευταίος. Ακολούθως, στις 14-3-1998, οι ως άνω σύζυγοι προέβησαν κατόπιν συμφωνίας τους, ενώπιον του Ιμάμη της αυτής περιοχής σε λύση του γάμου τους, το αντίστοιχο δε πιστοποιητικό λύσης αυτού καταχωρήθηκε στα μητρώα Αστικών Υποθέσεων του Δικαστηρίου του Νοτίου Καΐρου με αριθμό ..., στις 15-3-1998 (βλ. ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο, που βρίσκεται στο Δικαστήριο, του άνω πιστοποιητικού λύσης του γάμου, με αριθμό πρακτικού επικύρωσης ...). Με την έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού η λύση του γάμου των προαναφερομένων συζύγων κατέστη αμετάκλητη, εφόσον κατά το αιγυπτιακό δίκαιο είναι δυνατή η λύση του γάμου με συμφωνία των συζύγων, προς τούτο δε εκδίδεται σχετικό πιστοποιητικό που λύνει το γάμο οριστικά και αμετάκλητα, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ο γάμος που ο εναγόμενος είχε συνάψει στις 24-12-1992, με την Αιγύπτια υπήκοο ..., είχε λυθεί αμετάκλητα από τις 15-3-1998, σύμφωνα με το, με αριθμό ... διαζύγιο, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, του Ιμάμη ..., υπαγόμενο στο Δικαστήριο του Νοτίου Καΐρου και έτσι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα, στις 25-6-1998, ο προαναφερθείς γάμος του εναγομένου με την ..., δεν υφίστατο. Ο προβαλλόμενος κατ' ένσταση ισχυρισμός της εκκαλούσας, περί πλαστότητας του παραπάνω πιστοποιητικού λύσης του γάμου του εφεσιβλήτου με την Αιγύπτια υπήκοο, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον προς απόδειξη αυτού, πέραν της προσκομιδής των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα, δεν αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε ότι ο προηγούμενος γάμος του εναγομένου συζύγου της εκκαλούσας έχει λυθεί αμετάκλητα από τις 15-3-1998 και επομένως, είναι νόμιμος και έγκυρος ο γάμος που τέλεσε με αυτόν, στις 25-6-1998 και απέρριψε την αγωγή της, δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζει αυτή με την έφεσή της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι όμως όπως έκρινε το Εφετείο, εφόσον δέχεται ότι από τα προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα αποδεικνύεται ο με την έφεσή της προταθείς ισχυρισμός της περί πλαστότητας του από 14-3-1998 πιστοποιητικού του Ιμάμη περιοχής του Καΐρου της Αιγύπτου ..., σχετικά με τη λύση του στην Αίγυπτο τελεσθέντος από τον αναιρεσίβλητο πρώτου γάμου του, ο οποίος, εάν εξακολουθούσε, συνιστούσε κώλυμα για τον με την αναιρεσείουσα τελεσθέντα ακολούθως και προσβαλλόμενο από αυτή με την αγωγή της ως άκυρο δεύτερο γάμο του, εντούτοις κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δικ. απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι για την πληρότητά του - και παρά το ότι αποδεικνυόταν εγγράφως - έπρεπε να αναφέρονται ονομαστικά επί πλέον μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ότι παρά το νόμο κηρύχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτη η ένσταση της αναιρεσείουσας περί πλαστότητας του αλλοδαπού εγγράφου που είχε προσκομίσει ο αναιρεσίβλητος με το από 2-6-2002 έγγραφο του αιγυπτιακού Ειρηνοδικείου που αποδείκνυε την πλαστότητα και το ανίσχυρο του περιεχομένου του πρώτου, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6723/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προσβολή αποδεικτικού εγγράφου ως πλαστού με λόγο εφέσεως για πρώτη φορά και προσκόμιση με επίκληση δημοσίου εγγράφου που αποδεικνύει την πλαστότητα, χωρίς να αναφέρονται μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν ισχύει η εξαιρετική μας περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ που επιβάλλει με ποινή απαραδέκτου να αναφέρονται και οι μάρτυρες από τον προβάλλοντα ισχυρισμό πλαστότητας, διότι η εν λόγω διάταξη αποβλέπει στην αποτροπή στρεψοδικίας και παρελκύσεως της δίκης, δεν ισχύει δε όταν ο ισχυρισμός πλαστότητας εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφοαναγνωστικής αγωγής (Ολ. Α.Π. 23/99) και το ίδιο για την ταυτότητα του νομοθετικού σκοπού, ισχύει και όταν αποδεικνύεται η πλαστότητα από μόνο το δημόσιο έγγραφο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 38/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, κατά της υπ' αριθ. 55/2009 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κρήτης. Ο Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης, με την ως άνω διάταξη του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1.7.2009 και 3.7.2009 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 355/26.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τo άρθρo 476 Κ.Π.Δ τις ταυτάριθμες με αριθμό 5658/3-7-2009 και 5658/11-8-2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του ..., κατοίκου ..., εκ των οποίων η πρώτη συντάχθηκε ενώπιον της προϊσταμένης της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης η δε δεύτερη εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, στρεφόμενες κατά της με αριθμό 55/2009 διατάξεως του εισαγγελέα εφετών Κρήτης με την οποία απορρίφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ η υπ' αριθμ. 13/9-4-2009 προσφυγή του αναιρεσείοντος, εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά των υπ' αριθμ. ΓΔ-05/28/205 και ΣΤ.Δ-09/22009 διατάξεων του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Ηρακλείου, εκθέτω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 462, 482, 484 και 510 του Κ.Π.Δ τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, όχι όμως και κατά της διατάξεως του εισαγγελέα εφετών που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 48 του ιδίου Κώδικα επί προσφυγής στρεφομένης εναντίον διατάξεως του εισαγγελέα πλημμελειοδικών ο οποίος μετά από έρευνα της υποβαλλομένης εγκλήσεως, απορρίπτει αυτήν εάν κρίνει ότι δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, και αυτό γιατί η διάταξη αυτή του εισαγγελέα δεν φέρει τον χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως (Α.Π 1609/1988 Ποιν Χρον. ΛΘ 485, Α.Π 459/2001 Ποιν Χρον ΝΒ 46 Α.Π 1009 /2001 ΚΑΙ 1010/2001). Στην προκείμενη περίπτωση οι προαναφερθείσες αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 55/2009 Διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης με την οποία απορρίφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κ.Π.Δ η υπ' αριθμ. 13/9-4-2009 προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθμ. ΓΔ-05/28/205 και ΣΤ.Δ-09/22009 απορριπτικών διατάξεων του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν οι αιτήσεις αυτές είναι απαράδεκτες, επειδή στρέφονται κατά απορριπτικής διατάξεως εισαγγελέα εφετών, κατά της οποίας δεν συγχωρείται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, και πρέπει να απορριφθούν ως τέτοιες κατά το άρθρο 476 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: α) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι με αριθμούς 5658/3-7-2009 και 5658/11-8-2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του ..., κατά της με αριθμό 55/2009 διατάξεως του εισαγγελέα εφετών Κρήτης, και β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 462 επ., 482 επ. και 504 επ. ΚΠΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά βουλευμάτων δικαστικών συμβουλίων και αποφάσεων δικαστηρίων, χαρακτήρα των οποίων δεν έχει η κατά το άρθρο 48 του ΚΠΔ διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία απορρίπτεται προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία απορρίφθηκε κατά το άρθρο 47 του ΚΠΔ έγκλησή του. Κατ' ακολουθάν, εφόσον δεν υπάρχει διάφορη ρύθμιση στις ως άνω ή άλλες διατάξεις, η πιο πάνω διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο, αν ασκηθεί, απορρίπτεται, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κρινόμενες δύο ταυτάριθμες (5658/3.7.2009) αιτήσεις αναίρεσης του ... από τις οποίες η πρώτη εγχειρίστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, η δε δεύτερη συντάχθηκε ενώπιον της προϊσταμένης της Εισαγγελίας Εφετών Κρήτης, στρέφονται αμφότερες κατά της μη υποκειμένης σε αναίρεση υπ' αριθ. 55/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, με την οποία απορρίφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠΔ η υπ' αριθ. 13/9.4.2009 προσφυγή του εγκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά των υπ' αριθ. ΓΔ-05/28/2005 και ΣΤ-Δ-09/22/2009 διατάξεων του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηρακλείου. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και να απορριφθούν ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση στο συμβούλιο του αναιρεσείοντος (κατά την σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες από 3 Ιουλίου 2009 δύο αιτήσεις του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 55/2009 διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν υπόκειται σε αναίρεση η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών με την οποία απορρίπτεται η προσφυγή του εγκαλούντος κατά της απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Απόρριψη τέτοιας αναίρεσης.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 42/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μαρία - Πηνελόπη Λιακόγκονα, περί αναιρέσεως της 3606/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στο από 29 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης) που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 640/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 232Α ΠΚ, όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του ή σε διάταξη εισαγγελέα σχετική με την προσωρινή ρύθμιση της νομής μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου ή ΟΤΑ ή άλλου ΝΠΔΔ, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 § 3 του Κ.Πολ.Δ., οι προσωρινές διαταγές που αναφέρονται στο άρθρο 691 § 2 εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, του προέδρου του.
Συνεπώς η προσωρινή διαταγή εκτελείται αμέσως, δηλαδή χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε προδικασίας, δίχως απόγραφο ή κοινοποίηση αντιγράφου της στον καθ'ου η εκτέλεση ή προηγούμενη επίδοση επιταγής ή πάροδο οποιασδήποτε προθεσμίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 232α ΠΚ, με το να δεχθεί ότι στοιχειοθετήθηκε στην προκείμενη περίπτωση κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 232α ΠΚ, για το οποίο την κήρυξε ένοχη, καίτοι δεν είχε προηγηθεί κοινοποίηση προς αυτήν επιταγής προς συμμόρφωση, κάτω από το αντίγραφο της φερομένης ως παραβιασθείσας προσωρινής διαταγής, το οποίο της επιδόθηκε, και παρέλευση 24 ωρών από την κοινοποίηση. Ο από το από άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν απαιτείται επίδοση επιταγής ή πάροδος οποιασδήποτε προθεσμίας για να εκτελεσθούν τα όσα αναφέρονται στην προσωρινή διαταγή.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε τον δόλο της. Ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά τον κοινό δόλο που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 232α του Π.Κ., γιατί ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που αναφέρεται στους χρόνους τέλεσης των πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος του άρθρου 232α ΠΚ, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, (μη παράδοση από αυτήν των τέκνων στον εγκαλούντα για να επικοινωνήσει ως πατέρας με αυτά), υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, που δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με το θέμα αυτό, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ αυτός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τέταρτο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι αναιτιολόγητα απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί πραγματικής πλάνης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, δεν υποβλήθηκε κατά την διαδικασία στο ακροατήριο τέτοιος ισχυρισμός.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι αναιτιολόγητα το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής που υπέβαλε στο δικαστήριο, προκειμένου να προσέλθει στο δικαστήριο και εξετασθεί ως μάρτυρας υπερασπίσεως η αδελφή της, η οποία δεν μπορούσε λόγω ασθενείας να προσέλθει την ημέρα εκείνη. Από την προσβαλλόμενη 3606/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε κατ' έφεση κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε επί του θέματος αυτού τα εξής: "Κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου της 4-6-2008, η δίκη αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, λόγω κωλύματος του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης. Ήδη η κατηγορουμένη υποβάλλει νέο αίτημα αναβολής λόγω ασθενείας της αδελφής της ..., την εξέταση της οποίας ως μάρτυρας επιθυμεί να προτείνει. Δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκε ιατρική βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η αδυναμία της ως άνω να εμφανισθεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου και του ότι η μη προσέλευσή της δεν καθιστά αδύνατη την διεξαγωγή της δίκης, πρέπει το υποβληθέν αίτημα να απορριφθεί". Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, γι' αυτό ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρ. 119 § 1 ΚΠΔ, η αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 προσδιορίζεται εκ του χαρακτηρισμού της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 112 §§1 και 3 και 114 § 1 του ιδίου κώδικα ορίζονται τα πλημμελήματα τα οποία δικάζουν το Τριμελές και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο σε πρώτο βαθμό, ως και το δικαστήριο που δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση εφέσεως στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο κατά την εισαγωγή της αρμόδιο δικαστήριο, η έφεση κατά των αποφάσεων του οποίου υπάγεται σ'αυτό και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι, είτε ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως, κατά νομοθετικό χαρακτηρισμό ή επαγγελματική εξέλιξη, ορισμένη ιδιότητα, είτε η πράξη χαρακτηρίστηκε από το νομοθέτη αλλιώς, σε συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά το χρόνο της εκδικάσεώς της σε πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση εφέσεως στο αντίστοιχο διαφορετικό εφετείο. Επομένως, στην περίπτωση αυτή το εφετείο, στο οποίο υπάγεται το διαγνώσαν ορισμένη υπόθεση πρωτόδικο δικαστήριο, έχει εξουσία προς εκδίκαση της κατ' αποφάσεως του τελευταίου εφέσεως, εφόσον η υπόθεση αρμοδίως εισήχθη, σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο εισαγωγής της στο πρωτόδικο δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 10/2005). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, παραπονείται ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αναρμοδίως καθ' ύλη δίκασε την υπόθεση και συνεπώς υπέπεσε στις πλημμέλειες της υπέρβασης εξουσίας και της καθ' ύλη αναρμοδιότητας, που προβλέπονται ως λόγοι αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ζ και Η του ΚΠΔ, καθόσον μετά την τροποποίηση του άρθρου 232α του Π.Κ. με το άρθρο 23 § 2 του ν. 3719/2008, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 241/26-11-2008 και προβλέπει πλέον ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών για την συγκεκριμένη πράξη, μεταβλήθηκε πλέον και η καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού πλέον η πράξη εκδικάζεται σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και σε δεύτερο από το Τριμελές Εφετείο και επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως εφετείο υπό την ισχύ του ν. 3719/2008 (ημερομηνία συζήτησης 17-12-2008), με το να μη κηρύξει εαυτό αναρμόδιο και να μη παραπέμψει την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, υπερέβη, την εξουσία του, χειροτερεύοντας τη θέση της. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την εκδίκαση εφέσεως, στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο κατά την εισαγωγή αρμόδιο δικαστήριο, η έφεση κατά των αποφάσεων του οποίου υπάγεται σ' αυτό και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι μεταγενεστέρως η πράξη χαρακτηρίστηκε διαφορετικά από το νομοθέτη σε συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ή κατά το χρόνο εκδικάσεώς της σε πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση εφέσεως στο αντίστοιχο διαφορετικό εφετείο. Η κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Στην έννοια των αυτοτελών ισχυρισμών εμπίπτουν και τα ελαφρυντικά που προβλέπονται από το άρθρο 84 του ΠΚ, καθόσον σε περίπτωση αποδοχής τους, μειώνεται η επιβλητέα ποινή κατά τους όρους του άρθρου 83 του ΠΚ. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία, καθόσον η αόριστη προβολή αυτών, δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, ουδέ καν να απαντήσει σε αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος της αναιρεσείουσας ζήτησε "την αθώωση της πελάτισσάς του, σε περίπτωση δε καταδίκης της, να της αναγνωρισθούν ελαφρυντικά", χωρίς να προσδιορίσει ποια ελαφρυντικά και χωρίς ταυτόχρονα να επικαλεσθεί περιστατικά που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση οποιουδήποτε ελαφρυντικού. Κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει καν, αν και απήντησε, στον εντελώς αόριστο αυτόν ισχυρισμό. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρόσθετος αυτός λόγος αναιρέσεως. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-4-2009 αίτηση αναιρέσεως και τους από 29-10-2009 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της 3606/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση προσωρινής διαταγής δικαστή ή δικαστηρίου (άρθρ. 232-Α ΠΚ). Στοιχεία. Αιτιολογία δόλου. Αρμοδιότητα καθ’ ύλη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής που επήλθε μετά την εκδίκαση της υποθέσεως από το πρωτόδικο δικαστήριο και με την οποία άλλαξε την αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστηρίου.
|
Αρμοδιότητα
|
Αρμοδιότητα.
| 2
|
Αριθμός 43/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)Χ1 του ... κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Τσάτσαρη, για αναίρεση της με αριθμό 81/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ χήρα ..., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 340/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 επ.ΠΚ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα είναι τετελεσμένο μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ' αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου. Μόνον αν από αυτά που εκτίθενται στη μήνυση και κατά τρόπον ώστε να μη παρίσταται ανάγκη να διαπιστωθεί με οποιαδήποτε ανακριτική έρευνα, ούτε και με την κατ' άρθρο 43 παρ. 2 ΚΠΔ προκαταρκτική εξέταση, προκύπτει το ακαταδίωκτο της καταγγελλόμενης πράξεως από οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, δεν μπορεί να ευσταθήσει κατηγορία για ψευδή καταμήνυση. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Γ' λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες παραπονούνται κατά της προσβαλλόμενης 81/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών τον καθένα για ψευδή καταμήνυση από κοινού, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ κρίνοντας ότι θεμελιωνόταν στην προκείμενη περίπτωση έγκλημα ψευδούς καταμήνυσης, ενώ έδει να καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα, γιατί η αξιόποινη πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, την οποία είχε προσάψει στην εγκαλούσα με την φερόμενη ως ψευδή μήνυσή της, είχε ήδη παραγραφεί από 10.12.1998 και συνεπώς η από 13.3.2001 έγκλησή της δεν μπορούσε να οδηγήσει στην άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των καταμηνυθέντων με αυτήν. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που γίνεται προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη του επικαλούμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι η από 13.3.2001 έγκληση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε εν μέρει ως μη στηριζόμενη στο νόμο και εν μέρει ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της με την ΕΓ5.02/150/1 απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας και την εκδοθείσα στη συνέχεια 22/2002 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση προσφυγής κατά της πρώτης των εγκαλουμένων. Επομένως, εφόσον δεν προέκυπτε από την ίδια την έγκληση ότι η πράξη δεν στηριζόταν στο νόμο και μάλιστα στο σύνολό της, αλλά παρέστη ανάγκη να διενεργηθεί προηγουμένως προκαταρκτική εξέταση, το έγκλημα της ψευδούς αυτής καταμήνυσης υπήρξε τετελεσμένο μόλις υποβλήθηκε η έγκληση, ανεξαρτήτως του ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των εγκαλουμένων και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή αλληλο-συμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν: "Οι κατηγορούμενοι, στη ... την 13-3-2001, από κοινού κατεμήνυσαν ενώπιον του εισαγγελέως πρωτοδικών Λάρισας την εγκαλούσα Ζ και την Ψ1 του, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη τους. Στη μήνυση τους αναφέρουν εν γνώσει ψευδώς τα ακόλουθα: "Κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-98 έως και σήμερα, η πρώτη μηνυομένη, με άμεση συνεργεία της δεύτερης, την οποία και χρησιμοποιούσε ως μάρτυρα και η οποία προσδοκά άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, καθόσον εμφανίζεται και διό του συζύγου της στο ... και διατείνεται ότι το παρακάτω ακίνητο είναι δικό της, προσφέροντας το μάλιστα προς πώληση, εξαπάτησαν κατ' επανάληψη το δικαστήριο, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν την περιουσία μας, πείθοντας τα δικαστήρια, στην έκδοση των παρακάτω δικαστικών αποφάσεων, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Από του έτους 1950 έως και τον θάνατο του στις 3-12-1988, ο δικαιοπάροχος μας και πατέρας της πρώτης από εμάς, Β, κάτοικος εν ζωή ..., ενέμετο συνεχώς και αδιαλείπτως, διάνοια κυρίου, ένα οικόπεδο, έκτασης 523,21 τ.μ., ευρισκόμενο εντός του χωρίου ..., νυν Δήμου ..., που συνορεύει Ανατολικά και σε πλευρά τρ. μ. 18,70 με οικόπεδο πρώην κληρονόμων ... και σήμερα ιδιοκτησίας της πρώτης των κατηγορουμένων, Δυτικά και σε πλευρά τρ.μ. 28,30 με κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο, Βόρεια και σε πλευρά τρ. μ. 22,80 με ιδιοκτησία κληρονόμων ...και σε πλευρά τρ. μ. 25 με κοινοτικό και ήδη δημοτικό δρόμο, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν βάσει εκτάκτου χρησικτησίας. Στο οικόπεδο αυτό ο δικαιοπάροχος μας Β, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενεργούσε, διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στον πραγματικό κύριο, ήτοι το περιέφραξε με ξύλινους πασσάλους και με σύρμα, εμφύτευσε σ' αυτό οπωροφόρα δένδρα, το καλλιεργούσε με κηπευτικά, κατασκεύασε εντός αυτού, και στην νοτιανατολική πλευρά του, στάνη (μανδρί) για τα αιγοπρόβατα του, στην νοτιοδυτική πλευρά του, τον Μάιο του 1965, κατασκεύασε γεωργική αποθήκη από τσιμεντόλιθους, εμβαδού 16 τ.μ. περίπου. Από του έτους 1980 και μετέπειτα μέχρι τον θάνατο του, στις 3-12-1988, ο δικαιοπάροχός μας Β, εξαιτίας της απώλειας της οράσεώς του, το ανωτέρω οικόπεδο το νεμόταν και το κατείχε από κοινού με την πρώτη από εμάς Χ1, η οποία και συνέχισε τις ανωτέρω πράξεις νομής και κατοχής για λογαριασμό του και μετά τον θάνατο του για αποκλειστικά δικό μου λογαριασμό, διάνοια κυρίου. Κατά τον τρόπο αυτό του ανωτέρω οικοπέδου η πρώτη από εμάς Χ1 κατέστην κυρία, νομέας και κάτοχος, βάσει της κληρονομικής διαδοχής του Β, του οποίου ήμουν και η μοναδική κληρονόμος, συνταχθείσης για την αιτία αυτή και της υπ' αριθ. ... Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας Παντελή Γ. Παπαγεωργιου, μεταγραφείσης νομίμως στον τόμο 23 με αριθμό 226 του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Το ανωτέρω οικόπεδο η πρώτη από εμάς Χ1, στις 11-3-1991 το παραχώρησα κατά νομή, κατοχή στον δεύτερο από εμάς Χ2 και στην συνέχεια για την αιτία αυτή στις 25-7-1996, συντάχθηκε το υπ' αρ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας, Παντελή Γ. Παπαγεωργίου, μεταγραφέντος νομίμως στον τόμο 28 με αριθμό 192 του βιβλίου μεταγραφών του Υποθη-κοφυλακείου ..., καθιστάμενος κατά τον τρόπο αυτό κύριος του ανωτέρω οικοπέδου. Ειδικότερα οι μηνυόμενες εξαπάτησαν το δικαστήριο με τα εξής δικόγραφα και καταθέσεις: Α)Η πρώτη των μηνυομένων: 1)Με την από 14-4-1991, υπ' αρ. κατ.... αγωγή της απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. 2)Με τις από 3-1-1996 έγγραφες προτάσεις της απευθυνόμενες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας 3)Με τις από 4-3-1997 έγγραφες προτάσεις της απευθυνόμενες στο Εφετείο Λάρισας 4)Με τις από 25-4-1999 έγγραφες προτάσεις απευθυνόμενες στο Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου 5)Με την ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά την δικάσιμο της 6-12-1989, κατάθεση της, βάσει της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 7653/1989 απόφαση Β) Η δεύτερη των μηνυομένων: 1)Με την υπ' αριθ. ... Εισηγητική Έκθεση του κ. Εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ..., με τις από .. καταθέσεις της ενώπιον του ανωτέρω Εισηγητή ως μάρτυρας 2)Με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ολύμπου, κατά την δικάσιμο της 22-11-1989 κατάθεση της ως μάρτυρας 3)Με την ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κατά την δικάσιμο της 6-12-1989, κατάθεση της ως μάρτυρας, βάσει της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 7658/1989 απόφαση εναντίον της πρώτης από εμάς. Αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς αυτής των μηνυομένων ήταν να πείσουν τα δικαστήρια στην έκδοση των παρακάτω αποφάσεως τους και συγκεκριμένα: 1)Της υπ' αριθ. 37/1988 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ολύμπου, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 2)Της υπ' αριθ. 205/1989 (Τακτική: 4832/1078/1988) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, 3)Της υπ' αριθ. 242/1996 (Τακτική: 3496/584/1995) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά την τακτική διαδικασία, 4)Της υπ' αριθ. 197/1998 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, κατά την τακτική διαδικασία, 5)Της υπ' αρ. 1153/1999 απόφασης του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, 6)Της υπ' αριθ. 7653/1989 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας. Τα παραπάνω γεγονότα, εν γνώσει ανέφεραν ψευδώς οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη των μηνυομένων προσώπων, ενώ στην πραγματικότητα: Από κληρονομιά εξ αδιαιρέτου του πατέρα της εγκαλούσας Ζ, ..., που πέθανε το 1927, περιήλθε σ' αυτήν και τους συγκληρονόμους αδελφούς της .... Β πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης, εξ αδιαιρέτου και κατ' αναλογία 1/3 στον καθένα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 2100 μ2, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού της .... Τον επόμενο από τον θάνατο του πατέρα τους χρόνο (1928), εκείνη με τους πιο επάνω συγκληρονόμους της, προέβησαν σε εξώδικη άτυπη διανομή του κληρονομιαίου από 2.100 μ2, που προαναφέρθηκε και πήρε ο καθένας από εκείνους διαιρετό από 700 μ2 τμήμα αυτού. Το διαιρετό από 700 μ2 τμήμα του όλου κληρονομιαίου ακινήτου, που περιήλθε σε εκείνη μετά την εξώδικη άτυπη διανομή του τελευταίου κατά το πιο επάνω, βρίσκεται στο κέντρο του χωριού ... και ορίζεται ανατολικά, επί πλευράς 14 τρεχ. μέτρων με τα λοιπά δύο διαιρετά τμήματα του αυτού όλου κληρονομιαίου ακινήτου, που περιήλθαν με την διανομή που προανέφερε στους πιο επάνω δύο συγκληρονόμους αδελφούς της (ένα στον καθένα από αυτούς), ιδιοκτησίας ήδη και των δύο της εναγομένης, νότια, επί πλευράς τρεχ. μέτρων 33,22 συνολικά (8,20 + 8,80 + 4,80 + 11,40) με κοινοτικό δρόμο, δυτικά, επί πλευράς τρεχ. μέτρων 28 συνολικά (3,70 + 8,30 + 16) με κοινοτικό δρόμο και βόρεια, επί πλευράς τρεχ. μέτρων 36,50 συνολικά (13,20 + 6,80 + 4,30 + 12,20) με ιδιοκτησία .... Το οικόπεδο της αυτό, από τον θάνατο του πατέρα της και την πιο πάνω εξώδικη άτυπη διανομή του όλου κληρονομιαίου κτήματος, που κατέχει διαιρετώς και το νέμεται έκτοτε συνεχώς, αδιάκοπα, ανεπίληπτα και αδιατάρακτα, ενεργούσε επ' αυτού με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ως κυρία, όλες της νομής και διακατοχής πράξεις, ήτοι περιέφραξε αυτό και το επισκεπτόταν τακτικά, με πρόθεση λύσης της κοινωνίας, "υπό τα όμματα" των λοιπών δύο πιο πάνω συγκληρονόμων της των ενεργούντων ομοίως πράξεις νομής και διακατοχής επί των περιελθόντων σ' αυτούς λοιπών δύο τμημάτων του άνω κληρονομιαίου κτήματος με τον αυτό σκοπό, δηλαδή τη λύση της κοινωνίας επ' αυτού. Τον μήνα Μάιο του έτους 1973, που είχε πλέον καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία, λόγω λύσεως της κοινωνίας του πιο πάνω διαιρετού και κατεχομένου από αυτή τμήματος της όλης κληρονομιαίας εκτάσεως, παραχώρησε αυτό στην εναγομένη ανηψιά της (κόρη του αδελφού της Β), που είχε στο μεταξύ εκδιωχθεί από το σπίτι των γονέων της και εγκαταλειφθεί αβοήθητη από αυτούς, με σύμβαση χρησιδανείου και χωρίς αντάλλαγμα, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την κατασκευή ορνιθώνα και τη βόσκηση μέσα σ' αυτό των πουλερικών της, μέχρις ότου λάβει την ανάγκη οπότε θα της επέστρεφε τη χρήση αυτής ελεύθερη και ακώλυτη. Η εναγομένη, με βάση τη συμφωνία που προανέφερε, παρέλαβε πράγματι τη χρήση του εν λόγω οικοπέδου της κατά τον χρόνο αυτό (Μάιο 1973) και στη συνέχεια κατασκεύασε μέσα σ' αυτό τον ορνιθώνα της, καθώς και μία πρόχειρη, χωρίς αξία σήμερα, αποθήκη από ξύλα και λαμαρίνες, στην όλη δε έκταση αυτού άφηνε τα πουλερικά της για βόσκηση. Τον μήνα Σεπτέμβριο του 1988 έλαβε την ανάγκη του οικοπέδου της αυτού, προκειμένου να προβεί στην πώληση του, και ζήτησε από την εναγόμενη την απόδοση της κατοχής του σε εκείνη πλην όμως η αντίδικος, η οποία προσφέρθηκε αρχικά να το αγοράσει εκείνη έναντι όμως ευτελούς τιμήματος σε σχέση με την πραγματική του αξία, αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την εν λόγω νόμιμη υποχρέωση της και εκδήλωσε σαφώς τη θέληση της προβάλλοντας δικαιώματα ιδίας κυριότητος επ' αυτού, να ιδιοποιηθεί το οικόπεδο της, αγνοώντας εντελώς και σχετική εξώδικη πρόσκληση της, που της έστειλε για την απόδοση της χρήσεως αυτού σε αυτή. Κατόπιν αυτού άσκησε εναντίον της εναγόμενης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ραψάνης, σχετική αίτηση της, με την οποία ζητούσε να ληφθούν κατ' αυτής ασφαλιστικά μέτρα με σκοπό την προστασία της νομής της επί του πιο πάνω οικοπέδου της και την απόδοση αυτού από την αντίδικο σε εκείνη, η δε υπ' αριθ. 37/88 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της αιτήσεως της εκείνης, καθώς και η επικυρώσασα την εν λόγω απόφαση, υπ' αριθ. 205/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, με αναγνώριση προσωρινής νομέα του επιδίκου οικοπέδου της και διέταξε την παράδοση αυτού από την εναγομένη σε εκείνη. Σε εκτέλεση, τέλος, της πιο πάνω αποφάσεως (37/1988), η εναγομένη αποβλήθηκε βίαια από το επίδικο και εγκαταστάθηκε εκείνη σ' αυτό τον Αύγουστο του έτους 1989. Πλην η εναγομένη, εξακολουθώντας να επικαλείται και να προβάλλει δικαιώματα ιδίας κυριότητος επ' αυτού την απέβαλε τον Οκτώβριο του 1989 από αυτό και πάλι, χωρίς τη θέληση της και παράνομα και εγκαταστάθηκε η ίδια σ' αυτό χωρίς δικαίωμα. Μετά από νέα σχετική αίτηση της κατά της εναγομένης, με το αυτό, όπως η αίτηση που προαναφέρθηκε, αίτημα λήψης ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της, εκδόθηκε η με αριθμό 3/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ραψάνης και η επικυρώσασα αυτήν, μετά από έφεση της εναγομένης, με αριθμό 660/1990 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με τις οποίες αναγνωρίστηκε και πάλι προσωρινή νομέας του επιδίκου οικοπέδου της, η δε εναγομένη διατάχθηκε να της παραδώσει και πάλι τη νομή αυτού, πλην αυτή αρνήθηκε να σεβαστεί τις σχετικές αποφάσεις και να συμμορφωθεί προς το διατακτικό τους. Σε εκτέλεση, κατόπιν αυτού, της με αριθμό 3/1990 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ραψάνης, που έλαβε χώρα την 4-10-1990 αναγκαστικά, εχώρησε βίαιη αποβολή της εναγομένης από το επίδικο και εγκατάσταση αυτής σ' αυτό από τον δικαστικό επιμελητή ..., που συνέταξε και την με αριθμό ... σχετική έκθεση αποβολής και εγκατάστασης. Την αγωγή της δέχθηκε απολύτως η υπ' αριθ. 242/1996 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης καθώς και η υπ' αριθ. 197/1998 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, η οποία απέρριψε την έφεση της αντιδίκου. Εν συνεχεία μετ' αναίρεση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1153/1999 απόφαση του Γ Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αναίρεση των αντιδίκων. Όλες οι ως άνω αποφάσεις εδέχθηκαν απολύτως τα επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα από εκείνη έγγραφα καθώς και τις αληθείς καταθέσεις των προταθέντων από εκείνη και εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων. Όλες οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, ρητώς αναφέρουν ότι είναι αναληθείς οι ισχυρισμοί των αντιδίκων και ομοίως οι καταθέσεις των προταθέντων από αυτούς μαρτύρων". Τα γεγονότα αυτά που είναι ψευδή οι κατηγορούμενοι τα ανέφεραν γνωρίζοντας την αναλήθεια, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξη των μηνυομένων προσώπων. Αντίθετα η αλήθεια έχει ως εξής: Από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της εγκαλούσας ... που πέθανε το 1927, περιήλθε σ' αυτήν και τους συγκληρονόμους αδελφούς της Β, πατέρα της πρώτης κατηγορουμένης, εξ αδιαιρέτου και κατ' αναλογία 1/3 στον καθένα, ένα οικόπεδο εκτάσεως 2.100 μ2, που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, της .... Στη διάρκεια της δίκης αυτής (στον πρώτο και τον παρόντα βαθμό) οι κατηγορούμενοι αμφισβήτησαν έντονα το γεγονός ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου ανέρχεται σε 2.100 μ2 και, για να τεκμηριώσουν τον αντίστοιχο ισχυρισμό τους, επικαλέστηκαν τοπογραφικό διάγραμμα του επίδικου οικοπέδου, το οποίο κατάρτισε ο πολιτικός μηχανικός Τ.Ε. ... στη διάρκεια του Οκτωβρίου 1989 και στο οποίο αναγράφεται ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου ανέρχεται σε 1.582,69 μ2. Προκειμένου να τεκμηριώσουν ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό τους ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου είναι πολύ μικρότερο από 2.100 μ2, οι κατηγορούμενοι ζήτησαν (κυρίως στον πρώτο βαθμό) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, ώστε να καταρτιστεί ακριβές τοπογραφικό διάγραμμα, ήτοι τοπογραφικό διάγραμμα ακριβές, ιδίως, ως προς το εμβαδόν του οικοπέδου. Ωστόσο, το ακριβές εμβαδόν του οικοπέδου, το οποίο αποτελεί, κυρίως, αντικείμενο της αντίστοιχης αστικής δίκης, κρίθηκε ήδη τελεσίδικα (με την απόφαση υπ' αριθ. 197/1998 του Εφετείου Λάρισας) ότι ανέρχεται σε 2.100 μ2. Επί πλέον με την απόφαση αυτή κρίθηκε τελεσίδικα (γεγονότα για τα οποία συνάγονται από την απόφαση ισχυρότατα τεκμήρια) ότι: "Κατά το έτος 1927 απεβίωσε ο ..., μεταξύ δε των κληρονομιαίων περιουσιακών του στοιχείων περιλαμβανόταν και ένα οικόπεδο, εμβαδού 2.100 μ2. Οι κληρονόμοι αυτού προέβησαν σε άτυπη διανομή της πατρικής κληρονομιάς και από την άτυπη διανομή του ανωτέρω ακινήτου η ενάγουσα Ζ (ήδη εγκαλούσα) έλαβε διακεκριμένο τμήμα αυτού, εμβαδού 700 μ2. Κατά το έτος 1973 η ενάγουσα Ζεπέτρεψε στην εναγομένη (Χ1, ήδη 1η κατηγορουμένη) με παρακλητική σχέση, χωρίς αντάλλαγμα, να εισέλθει στο επίδικο ακίνητο και να κατασκευάσει ορνιθώνα, προκειμένου να εξυπηρετηθεί, αφού ήταν θυγατέρα του αδελφού της εναγούσης. Περί τα τέλη του έτους 1988 η εναγομένη μετέβαλε διάνοια καθ' όσον αφορά το επίδικο και αρνήθηκε να αποδώσει αυτό στην ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι τμήμα αυτού, εμβαδού 523,21 μ2, ανήκει κατά κυριότητα στην Ίδια από κληρονομιά του πατρός της Β και ότι ουδέποτε έλαβε χώραν η εκ μέρους της εναγούσης επικαλούμενη άτυπη διανομή κατά το έτος 1928 του οικοπέδου των 2.100 μ2 μεταξύ των κληρονόμων του .... Έτσι, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Χ1 ότι είναι κυρία τμήματος του επιδίκου οικοπέδου από 523,21 μ2 από κληρονομιά του πατρός της Β, στον οποίο τούτο περιήλθε κατά κυριότητα από έκτακτη χρησικτησία, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Μολονότι όμως η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την έκδοση της απόφασης υπ' αριθ. 1153/1999 του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατ' αυτής, οι κατηγορούμενοι έφεραν την επίδικη αστική υπόθεση τους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υποβάλλοντας στις 14.03.2001 την ένδικη από 13.03.2001 έγκληση τους εναντίον της Ζ και της Ψ1, με σκοπό να προκαλέσουν την ποινική καταδίωξη των μηνυομένων, και, αφού εξιστόρησαν τους ισχυρισμούς τους ότι "Από το έτος 1950 ο Β ενέμετο συνεχώς και αδιαλείπτως διάνοια κυρίου, ένα οικόπεδο, έκτασης 523,21 μ2, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν βάσει εκτάκτου χρησικτησίας", καταμήνυσαν τις μηνυόμενες ότι "εξαπάτησαν το δικαστήριο με τα εξής δικόγραφα και καταθέσεις ...", τα οποία αναφέρθηκαν ήδη, και ότι "αποτέλεσμα της παράνομης συμπεριφοράς αυτής των μηνυομένων ήταν να πείσουν τα δικαστήρια στην έκδοση των παρακάτω αποφάσεων τους και συγκεκριμένα ..." των δικαστικών αποφάσεων που αναφέρθηκαν ήδη πιο πάνω. Στη διάρκεια της παρούσας δίκης δεν αποδείχθηκαν περιστατικά, αντίθετα προς εκείνα που θεμελίωσαν τη δικαστική κρίση που διατυπώθηκε με την τελεσίδικη απόφαση υπ' αριθ. 197/1998 του Εφετείου Λάρισας.
Συνεπώς το περιεχόμενο της από 13.03.2001 μήνυσης των κατηγορουμένων εναντίον της Ζ και της Ψ1 είναι ψευδές, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, αφού πριν από την υποβολή της μήνυσης τους είχαν πληροφορηθεί λεπτομερώς το περιεχόμενο της τελεσίδικης απόφασης υπ' αριθ. 197/1998 του Εφετείου Λάρισας και στη συνέχεια το περιεχόμενο της απόφασης υπ' αριθ. 1153/1999 του Αρείου Πάγου, μετά την έκδοση της οποίας έγινε αμετάκλητη η πιο πάνω απόφαση (αριθμ. 197/1998) του Εφετείου Λάρισας. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για την ως άνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη, αλλά με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ διότι έχουν λευκό ποινικό μητρώο και έζησαν ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο. Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου και δη η Εφέτης Σοφία Πανουτσακοπούλου είχε τη γνώμη ότι έπρεπε οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι ελλείψει δόλου". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματική περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχοι οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του Πκ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, αναφέρεται ο επιδιωκόμενος από τους δράστες της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου ότι για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος δηλαδή γνώση του δράστη, ότι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, παρατίθενται περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση δικαιολογούν τη γνώση αυτή, και ιδίως από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας που δικαίωσαν τη Ζ, που παρέστη πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του δευτερο-βάθμιου δικαστηρίου, και έκριναν αναληθείς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ο καθένας, στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.2.2009 αίτηση των: 1) Χ1 και 2)Χ2 του υ, κατοίκων ..., για αναίρεση της 81/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Έννοια καταγγελόμενης αξιόποινης πράξης. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Ψευδής καταμήνυση
|
Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
Αριθμός 25/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 40945/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.1.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 641/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 222/24.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την από 5-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 40945/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεσή του κατά της 96779/99 απόφασης του Μονομελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, που τον καταδικάζει σε φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 1.467,35 Ε. για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, [άρθρο 79 Ν. 5.960/33],και εκθέτω τα ακόλουθα:
2-Κατά μεν το άρθρο 474 παρ.1 ΚΠΔ το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ.2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1, δηλ. από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη. (Α.Π.588/97 Π.ΧΡΟΝ. ΜΗ/140, Α.Π. 817/2002 Πρ. Λόγ. 02/65. ΑΠ. 1441/05].
3- Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ασκεί αίτηση αναιρέσεως δια του εξουσιοδοτημένου του Ιωάννη Κάππου, δικηγόρου Αθηνών, κατά της 40945/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά της 96779/99 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, που τον καταδικάζει σε φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 1.467,35 € για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, [άρθρο 79 Ν. 5960/33], όχι με δήλωση ενώπιον στο γραμματέα του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό, και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει, όπως είχε δικαίωμα, αλλά με δήλωση που επέδωσε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρόλο ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της.
4-Κατ' ακολουθίαν, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως απαράδεκτη, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 5-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 40945/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Αθηνών. Και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1, δηλαδή από τη δημοσίευση της απόφασης ή, εάν αυτός δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της, από την επίδοσή της. Η εξαιρετική όμως διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιτρέπει στον κατηγορούμενο να ασκεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έχει εφαρμογή μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και δεν επεκτείνεται και στις μη καταδικαστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά της αποφάσεως που τον καταδίκασε ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών ασκεί αίτηση αναιρέσεως δια του εξουσιοδοτημένου του, Ιωάννη Κάππου, δικηγόρου Αθηνών, κατά της 40945/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά της 96779/99 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τον καταδικάζει σε φυλάκιση 12 μηνών και χρηματική ποινή 1.467,35 € για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, [άρθρο 79 Ν. 5960/33], όχι με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει, όπως είχε δικαίωμα, αλλά με δήλωση που επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρόλο ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της και πρέπει, μετά την ειδοποίηση προς τούτο του αντικλήτου δικηγόρου του, σύμφωνα με την βεβαίωση του γραμματέα στον φάκελλο της υποθέσεως, το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ, αφενός να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως απαράδεκτη, αφετέρου να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 5-1-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου, ..., κατά της 40945/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση που ασκήθηκε κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 16/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Αμπάτη, για αναίρεση της ΒΤ 3414/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1228/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζόμενου απ' αυτή εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών της έδρας τους και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του v. 2523/1997. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι n δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω Ν, 2523/1997), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησής της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του Ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την υπ' αριθ. ΒΤ-3414/2008 απόφασή του, καταδίκασε την αναιρεσείουσα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και συγκεκριμένα, ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους 1.468.944,16 ευρώ, που αφορούν λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, που έχουν βεβαιωθεί στη ΔΟΥ ... και ήταν ληξιπρόθεσμα. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, η οποία καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, δεν ήταν απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η τελεσίδικη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, αλλά ούτε και η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά αντιγράφων τις οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, αντί να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκασε την αναιρεσείουσα για το έγκλημα της παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και επομένως, πρέπει να απορριφθεί. Κατά το όρθρο 86 παρ. και 2 του ν. 23621995 "περί δαπανών λογιστικού ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή έννοια). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφετε μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997) συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει, την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασης η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ' του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1γ του ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, ήτοι για καθυστέρηση καταβολής χρεών, βεβαιουμένων από τη ΔΟΥ ... ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 1.468.994,16 ευρώ. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορουμένη ..., ούσα οφειλέτης του Δημοσίου στον ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2004 μέχρι 30-1-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή διαφόρων χρεών προς το Δημόσιο, βεβαιωμένων στη Δ.Ο.Υ ..., συνολικού ύψους 1.468.944,16 ευρώ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 1/2005 πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της προαναφερθείσας Δ.Ο.Υ, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας ηθελημένα δεν κατέβαλε μέσα στην παραπάνω νόμιμη προθεσμία τα πιο κάτω ποσά: α)ποσό 1.522,43 ευρώ, που αφορά πρόστιμο Κ.Β.Σ., καταβλητέο εφάπαξ στις 30-9-2003, β)ποσό 1373,04 ευρώ, που αφορά πρόστιμο Κ.Β.Σ., καταβλητέες σε 4 μήνες δόσης από 30-4-2004 μέχρι 30-7-2004, γ)ποσό 2.781,44 ευρώ, που αφορά Φ.Μ.Υ, καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 30-4-2001 μέχρι 30-9-2004, δ)ποσό 1.089.526,39 ευρώ, που αφορά Φ.Π.Α, καταβλητέο σε δύο μηνιαίες δόσεις από 30-4-2004 μέχρι 30-5-2004 και ε)ποσό 373740,86 ευρώ, που αφορά εισόδημα, καταβλητέο σε 6 μηνιαίες δόσεις από 30-4-2004 μέχρι 30-9-2004". Όπως δε προκύπτει από το συνημμένο στην αίτηση ποινικής διώξεως του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ..., άνω πίνακα χρεών, που υπάρχει στη δικογραφία και, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, οι πιο πάνω οφειλές της αναιρεσείουσας, είχαν βεβαιωθεί στις 25-8-2003, 23-3-2004, 23-3-2004, 24-3-2004 και 24-3-2004 αντίστοιχα.
Συνεπώς οι χρηματικές αυτές απαιτήσεις του δημοσίου, μετά και τα συνυπολογισμό του χρόνου αναστολής της παραγραφής, που άρχιζε την 30-4-2005 χρόνο υποβολής προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Πειραιώς της σχετικής αιτήσεως του προϊσταμένου της παραπάνω ΔΟΥ για την άσκηση κατά της αναιρεσείουσας ποινικής διώξεως και έληγε την 26.5.2008, χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, παραγράφονταν κατά το έτος 2012 η πρώτη και κατά το έτος 2013 οι λοιπές. Εντεύθεν η παραγραφή της πρώτης από τις επί μέρους πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συμπληρώνεται το έτος 2017 (2012 + 5), ενώ των λοιπών μερικότερων πράξεων το έτος 2018 (2013 + 5).
Συνεπώς κατά την 26.5.2008, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καμία από τις μερικότερες πράξεις του εν λόγω εγκλήματος δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 του Π.Κ. και, 25 παρ. 1 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. σχετικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 3414/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση - Για τη δίωξη απαιτείται απλή αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και όχι η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 §§ 2 και 4 του Ν. 2523/1997 που προϋποθέτει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη του άρθρου 17 και 18 ή 19 του Ν. 2523/97 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του Ν. 1882/90 και αποτελεί (η έλλειψη της άνω προϋποθέσεως) διακωλυτικό λόγο της ποινικής διώξεως με αποτέλεσμα το απαράδεκτό της. Τα χρέη αυτά δεν υπόκεινται σε παραγραφή πριν βεβαιωθούν προς είσπραξη ως δημόσια έσοδα. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε η οφειλή και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, καθώς και για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή, γιατί δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη και γιατί δεν έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή.
| 0
|
Αριθμός 9/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη, για αναίρεση της 2823/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Ψ1.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1163/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις των άρθρων 235 και 236 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 του Ν.2802/2000, ορίζουν ότι "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του η για τρίτο ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά", και "με την ποινή του άρθρου 236 του ίδιου κώδικα τιμωρείται όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη δεύτερη από αυτές και στο οποίο κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως, απαιτείται υπόσχεση ή παροχή από οποιοδήποτε πολίτη σε υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελημάτων για τον εαυτό του ή τρίτο και η υπόσχεση ή η παροχή τους να γίνεται για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου, που ανάγεται στα καθήκοντα του ή αντίκειται σε αυτά, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο, ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διατάξεις και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη από την έναρξη ισχύος του ν. 2802/2000. Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικά και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επί ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Για τον δόλο δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός τον φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής οινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΠΚ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2823/2009 απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του ότι "από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Ψ1), κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό χρόνο, ήταν δημόσιος υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών της Νομαρχίας Αθηνών και υπηρετούσε στο Κ.Τ.Ε.Ο. ..., ως ελεγκτής. Στα καθήκοντα του υπαγόταν ο έλεγχος των αυτοκινήτων, που μετέβαιναν για τον προγραμματισμένο τεχνικό τους έλεγχο και η χορήγηση των προβλεπόμενων, μετά τον έλεγχο, πιστοποιητικών και δελτίων ελέγχου, καθώς και η έκδοση καρτών ελέγχου καυσαερίων. Τις μεσημβρινές ώρες της .... σε αστυνομικούς που εκτελούσαν περιπολία στο ...προξένησε το ενδιαφέρον το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο έθεσαν σε παρακολούθηση. Μετά από δέκα περίπου λεπτά έφθασε στην περιοχή το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και στάθμευσε κοντά στο ως άνω φορτηγό. Τότε ο οδηγός του τελευταίου αυτοκινήτου εξήλθε από αυτό και εισήλθε στη θέση του συνοδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ενώ βρίσκονταν περίπου για δέκα λεπτά στο αυτοκίνητο, επενέβησαν οι αστυνομικού για να τους ελέγξουν. Τότε διαπιστώθηκε ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν ο ως άνω υπάλληλος -πρώτος κατηγορούμενος- και ο έτερος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1). Μέσα στο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα αναφερόμενα στο διατακτικό πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και κάρτες καυσαερίων των αυτοκινήτων που επίσης αναφέρονται στο διατακτικό, χειρόγραφο σημείωμα με τα ονοματεπώνυμα των επτά ιδιοκτητών αυτοκινήτων και χρηματικό ποσό 765 ευρώ. Το ως άνω χρηματικό ποσό το είχε προσφέρει ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1) στον πρώτο, προκειμένου αυτός να του χορηγήσει τα παραπάνω δημόσια έγγραφα (πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και κάρτες καυσαερίων επτά αυτοκινήτων), που αυτός ως εκ των καθηκόντων του είχε δικαίωμα να εκδώσει. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ζήτησε και έλαβε το παραπάνω χρηματικό ποσό, προκειμένου να χορηγήσει τα εν λόγω δημόσια έγγραφα, χωρίς βέβαια να ελέγξει τα αυτοκίνητα αυτά και να διαπιστώσει ότι πράγματι εδικαιούντο να λάβουν αυτά τα πιστοποιητικά. Με την έκδοση των ίδιων ως άνω πιστοποιητικών και καρτών, η οποία έκδοση υπαγόταν στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, βεβαίωσε ψευδώς ότι τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτοκίνητα ελέγχθηκαν από αυτόν στο Κ.Τ.Ε.Ο. ..., βρέθηκαν κατάλληλα για κυκλοφορία και έγινε έλεγχος εκπομπής των καυσαερίων αυτών, ενώ, όπως ο ίδιος γνώριζε, ουδέποτε έγινε έλεγχος αυτών των αυτοκινήτων στο Κ.Τ.Ε.Ο. .... Την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να εκδώσει τα παραπάνω πιστοποιητικά την προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομα έσοδα από τους ιδιοκτήτες των ως άνω αυτοκινήτων. Οι κατηγορούμενοι είχαν γνωριστεί δύο περίπου χρόνια πριν τον ως άνω χρόνο σύλληψη τους, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος μετέβαινε στο Κ.Τ.Ε.Ο. ... εξυπηρετώντας γνωστούς του στη διαδικασία ελέγχου των αυτοκινήτων τους, αφού, αντ' αυτών πήγαινε ο ίδιος τα αυτοκίνητα για έλεγχο. Όταν γνωρίστηκαν καλά συμφώνησαν να μην πηγαίνει ο δεύτερος τα αυτοκίνητα τρίτων για έλεγχο, αλλά μόνο τις άδειες κυκλοφορίας και τις πινακίδες. Με βάση αυτά εκδίδονταν τα απαραίτητα παράβολα και στη συνέχεια χωρίς να μεσολαβεί έλεγχος εκδίδονταν τα πιστοποιητικά και οι κάρτες καυσαερίων. Τούτο συνέβη και για τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτοκίνητα, αφού τα έγγραφα που τα αφορούν βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να βρίσκονται στο χώρο του Κ.Τ.Ε.Ο. ή πλησίον αυτού τα αυτοκίνητα. Κανένας δε λόγος δεν δικαιολογεί την κατοχή των πινακίδων και των συναφών πιστοποιητικών των εν λόγω αυτοκινήτων από τον πρώτο κατηγορούμενο, και μάλιστα τη μεταφορά και παράδοση αυτών στον δεύτερο κατηγορούμενο, που μάλιστα τον ανέμενε έξω από την υπηρεσία του και συναντήθηκαν με τον τρόπο που προαναφέρεται. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων που τους αποδίδονται". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενος, τον πρώτο (Ψ1, δημόσιο υπάλληλο) των αξιόποινων πράξεων της παθητικής δωροδοκίας και της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση, και τον δεύτερο (Χ1), αναιρεσείοντα, των αξιόποινων πράξεων της ενεργητικής δωροδοκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, και τους επέβαλε τις διαλαμβανόμενες σ'αυτή ποινές. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ενεργητικής δωροδοκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 236 και 242 παρ. 1 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλείπων ή αντιφατικών αιτιολογιών, και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Εφετείο στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης του εκθέτει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Έτσι, χωρίς αμφιβολία, το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα), χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζει από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ καμία ασάφεια ή αντίφαση δεν δημιουργείται ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο αναιρεσείων τέλεσε το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ενεργητικής δωροδοκίας, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του σε συνδυασμό με το διατακτικό του, ότι ο αυτός υποσχέθηκε και ο συγκατηγορούμενός του, δημόσιος υπάλληλος, Ψ1, απαίτησε, σε χρόνο προγενέστερο από τη σύλληψη τους (που έλαβε χώρα την ...) το ποσόν των 765 ευρώ για μελλοντική πράξη του δημοσίου υπαλλήλου, ήτοι προκειμένου αυτός να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και τις ανάλογες κάρτες ελέγχου καυσαερίων, τα οποία θα συμπλήρωνε κατά παράβαση των καθηκόντων του. Επομένως, πριν την ...., είχε ήδη ολοκληρωθεί η εγκληματική πράξη με τον ένα τρόπο τελέσεως, δηλαδή της υπόσχεσης της αθέμιτης ωφέλειας 765 ευρώ εκ μέρους του αναιρεσείοντος για μελλοντική πράξη και της απαίτησης του ποσού αυτού από τον δημόσιο υπάλληλο Ψ1 για την έκδοση των επτά ψευδών κατά περιεχόμενο πιστοποιητικών και δελτίων τεχνικού δήθεν ελέγχου και κάρτες καυσαερίων των επτά αυτοκινήτων διαφόρων ιδιοκτητών. Περαιτέρω, δεχθείσα η προσβαλλομένη απόφαση ότι μεταγενέστερα πραγματώθηκε και άλλος τρόπος τέλεσης της ίδιας πράξεως (πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, όπως προαναφέρθηκε, στο οποίο κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως), ότι δηλαδή στις ..., ο αναιρεσείων κατέβαλε το ποσόν των 765 ευρώ στον ως άνω δημόσιο υπάλληλο, ο οποίος το έλαβε, προκειμένου να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα, στη συμφωνηθείσα συνάντηση τους της ..., τα απαιτούμενα πιστοποιητικά και δελτία τεχνικού ελέγχου και τις ανάλογες κάρτες ελέγχου καυσαερίων τα οποία είχε συμπληρώσει, λίγο πριν την συνάντηση τους, κατά παράβαση των καθηκόντων του, αφού όμως σε προγενέστερο χρόνο, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων είχε υποσχεθεί και ο δημόσιος υπάλληλος είχε απαιτήσει το παραπάνω χρηματικό ποσό για την έκδοση των εν λόγω ψευδών πιστοποιητικών, και συνεπώς η ψευδής βεβαίωση που επακολούθησε της προηγηθείσας αθέμιτης συμφωνίας, είναι πράξη μελλοντική σε σχέση με την συμφωνία της δωροδοκίας και όχι τελειωμένη, δεν διέλαβε ασάφεια τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της σχετικά με το αν τα απαιτηθέντα και ληφθέντα από τον δημόσιο υπάλληλο και υποσχεθέντα και παρασχεθέντα από τον αναιρεσείοντα ωφελήματα αφορούσαν σε μελλοντική υπηρεσιακή ενέργεια του υπαλλήλου. Το περιστατικό δε αυτό του ακριβούς χρόνου έκδοσης των ψευδών κατά περιεχόμενο ως άνω πιστοποιητικών, τον οποίο δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε χώρα την ..., αλλά αφού προηγουμένως ο υπάλληλος, αυτουργός της παθητικής δωροδοκίας, είχε ζητήσει και ο αναιρεσείων, αυτουργός της ενεργητικής δωροδοκίας, είχε υποσχεθεί τα ωφελήματα, τυγχάνει κρίσιμο, γιατί το έγκλημα της δωροδοκίας (παθητικής- ενεργητικής) στοιχειοθείται μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις του δημοσίου υπαλλήλου, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη, η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη με το άρθρο 2 του Ν. 2108/2000. Περαιτέρω το δικαστήριο στο σκεπτικό του αλλά και στο διατακτικό της απόφασης του διαλαμβάνει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε τον συγκατηγορούμενό του δημόσιο υπάλληλο την απόφαση να εκτελέσει την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης που εκείνος διέπραξε, δεχόμενο στο σκεπτικό του ότι " την απόφαση στον πρώτο κατηγορούμενο να εκδώσει τα παραπάνω πιστοποιητικά την προκάλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, με παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομα έσοδα από τους ιδιοκτήτες των ως άνω αυτοκινήτων", και επομένως, δεν στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.Τα αυτοκίνητα δε αυτά προσδιορίζονται κατά την ταυτότητα τους πλήρως στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από αυτό, με την αναγραφή του αριθμού κυκλοφορίας τους και με την παράθεση, για το καθένα, του αριθμού του πιστοποιητικού τεχνικού ελέγχου και αυτού της κάρτας ελέγχου καυσαερίων και δεν υπάρχει ασάφεια κατά τούτο. Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως(άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΠΚ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 510 παρ.1 Ε του ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/7/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.2823/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ενεργητική δωροδοκία και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση. Το έγκλημα της δωροδοκίας (ενεργητικής - παθητικής) στοιχειοθετείται μόνο για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις του δημοσίου υπαλλήλου, ενώ προκειμένου για ήδη τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψη η πράξη κατέστη ανέγκλητη με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000. Λόγοι αναίρεσης: α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης. Ειδικά επί ηθικής αυτουργίας, τι πρέπει να αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση, και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση.
| 1
|
Αριθμός 10/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Γεωργίου Αδαμοπούλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Σταμούλη, για αναίρεση της 13796/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 768/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου δεν απαιτείται ειδικοτέρα αιτιολογία διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται συγκεκριμένως σ' αυτόν και εξυπακούεται ότι υπάρχει (ο δόλος) αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί του δόλου αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως την με την εν γνώσει παράσταση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, στην έκθεση αναιρέσεως, να διαλαμβάνονται συγκεκριμένως η ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη και (φέρεται ότι) παρεβιάσθη η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν, δηλαδή, έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν εις δεύτερο βαθμό Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 13796/2008 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα εις το σκεπτικό, ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τα χρέη, που εβεβαιώθησαν στη Δ.Ο.Υ ..., προς το Δημόσιο, εις βάρος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΕΡΜΠΑΝ ΦΡΟΥΤ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ και ΕΞΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Ε.Π.Ε" και του κατηγορουμένου, που ήταν διαχειριστής αυτής, για το χρονικό διάστημα από 8/2/2000 έως 1/3/2002 τα οποία ηθελημένα δεν κατέβαλε, ύψους 7.721,68 Ευρώ. Μετά ταύτα εις το διατακτικό εκηρύχθη ένοχος "για χρέη ύψους 7.721,68 ευρώ και ειδικότερα του ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-2000 έως 1-3-2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του και σε βάρος της εταιρείας "ΒΕΡΜΠΑΝ ΦΡΟΥΤ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ", όπου τυγχάνει διαχειριστής, στην Δ.Ο.Υ ...διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου ... με αύξοντα αριθμό ...έως ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 17/11/03 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 7721,68 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο". Με αυτά που εδέχθη με την προσβαλλομένη απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία ως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, (των άρθρων 27 § 1 ΠΚ, 25 §§ 1, 2, 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19 § 2 Ν 2948/2001 και άρθρ. 34 § 1 Ν. 3220/04 τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ουδόλως παρεβίασεν, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων ο οποίος, μάλιστα, δεν αναφέρει την μορφήν της παραβιάσεώς των. Ειδικότερα αναφέρονται το μεν τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως δι' ην εκηρύχθη ένοχος και κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, για το ποσό των 7.721,68 ευρώ, όπερ τόσο από το σκεπτικό, όσο και το διατακτικό προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως εκ προφανούς παραδρομής δε και μόνο δεν διεγράφη το ποσόν των 120.000 €, αλλά διεγράφη το των 10.000 ευρώ στη γενική αναγραφή του διατακτικού, ώστε ουδεμία αντίφαση (να) υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, το δε ο δόλος της καθυστερήσεως καταβολής των βεβαιωμένων στη Δ.Ο.Υ ...χρεών, χωρίς να είναι αναγκαία, κατά τα άνω εκτεθέντα η ειδική, πλέον των άνω πραγματικών περιστατικών, αιτιολόγησή του. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, ως εκτιμώνται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτω η παραδοχή ή μη αιτήματος αναβολής απόκειται μεν εις την κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο αίτημα αυτό και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του, άλλως εάν απορρίψει, το αίτημα, χωρίς την επιβαλλομένη αιτιολογία, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ο εκπροσωπών τότε τον κατηγορούμενο (εκκαλούντα) υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί δύο αιτήσεων αναιρέσεως (του κατηγορουμένου) ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Το δικαστήριο ως άνω απέρριψε το ανωτέρω αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως αμετακλήτου αποφάσεως από το ΣτΕ επί ασκηθεισών από 14-3-2000 και 24-3-2001 αιτήσεων αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 2481/1999 και 848/2000 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτές δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνουν αμετακλήτως δεκτές, ούτε προέκυψε ποιά από τα επίδικα χρέη αφορούν". Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στην απορριπτική του αιτήματος της αναβολής (παρεμπίπτουσα) απόφαση, είναι ή απαιτουμένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη (αιτιολογία), αφού εκτίθενται σ' αυτή οι λόγοι και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του κρίση.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2009, αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13796/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Ο δόλος περιλαμβάνεται στην πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία, όπως "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Χρέη προς το Δημόσιο. Η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος 139 ΚΠΔ αιτιολογία απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες όπως είναι και η περί αναβολής τοιαύτη. Εάν απορριφθεί αναιτιολόγητα το αίτημα αναβολής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 10/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Σε Α' Τακτική Ολομέλεια
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Ζώη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Γεώργιο Χρυσικό, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Χ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ιωάννης Ρούσσος, που κατέθεσε προτάσεις.
Της καθής η κλήση - πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζιτικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Νικόλαος Τζανέτος και Αθανάσιος Μακρυνιώτης, που κατέθεσαν προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Γ.Σ.Ε.Ε)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Σοφία Καζάκου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21.02.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1646/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1623/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10.10.2007 αίτησή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1366/2009 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ λόγο για αναίρεση της 1623/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 21.09.2009 κλήση της αναιρεσείουσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν οι μεν της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να κριθεί βάσιμος ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια μοναδικός εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 17η Ιουνίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Δημάδης, Νικόλαος Κωνσταντόπουλος και Γεώργιος Αδαμόπουλος, οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 25-9-2009 κλήση της αναιρεσείουσας Χ1, κατοίκου ..., εισάγεται νομίμως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της από 10-10-2007 αιτήσεως αυτής, περί αναιρέσεως της 1623/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της 1366/2009 αποφάσεως του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο παρέπεμψε το λόγο στην Ολομέλεια, διότι έκρινε ότι με την επ' αυτού διάγνωση δημιουργείται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος (ΚΠολΔ 563 παρ.2 στοιχ. β'). Λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά, παρεμβαίνει νομίμως υπέρ της αναιρεσείουσας, το πρώτον ενώπιον του Ολομελείας, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, ως αναγνωρισμένη τριτοβάθμια ένωση επαγγελματικών σωματείων, για την προστασία του συλλογικού συμφέροντος που παρουσιάζει η έκβαση της δίκης(ΚΠολΔ 80, 669 αρ.3).
2. Στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αναγνωρίζεται, γενικώς, στον εργοδότη η εξουσία να λαμβάνει κάθε μέτρο, το οποίο έχει σχέση με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου και θεωρείται πρόσφορο για την αποδοτική οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, εντός της οποίας παρέχεται η εργασία. Η εξουσία αυτή είναι γνωστή ως "διευθυντικό δικαίωμα" του εργοδότη και έχει ως περιεχόμενο τον εκ μέρους αυτού μονομερή καθορισμό των όρων της συμβάσεως εργασίας, από την πρόσληψη του εργαζόμενου μέχρι την απόλυσή του, στο μέτρο που οι όροι αυτοί δεν έχουν προκαθορισθεί δεσμευτικά από τους ίδιους τους συμβαλλόμενους ή κάποιον υποχρεωτικό κανόνα δικαίου. Η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, όμως, ελέγχεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την εφαρμογή της ΑΚ 281, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται, ως καταχρηστική, όταν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού.
3. Στο άρθρο 9 της από 24-5-2004 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (στο εξής: ΕΓΣΣΕ), που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με την πράξη 16/28-5-2004, ορίσθηκε ότι το μειωμένο ωράριο (άδεια) θηλασμού και φροντίδας παιδιών του άρθρου 9 της ΕΓΣΣΕ έτους 1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, ο εργαζόμενος, ανεξαρτήτως φύλου, δικαιούται να το ζητήσει εναλλακτικά ως συνεχόμενη, ισόχρονη άδεια με αποδοχές, εντός της χρονικής περιόδου κατά την οποία δικαιούται να έχει μειωμένο ωράριο για την φροντίδα του παιδιού και ότι η εναλλακτική χορήγηση της άδειας προϋποθέτει συμφωνία του εργοδότη και χορηγείται εφ' άπαξ ή τμηματικά. Περαιτέρω, με το άρθρο 12 της από 30-6-2004 Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας (στο εξής: ΣΣΕ) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών - ΟΤΟΕ για τα έτη 2004 - 2005", ορίσθηκε ότι η άδεια φροντίδας παιδιών μπορεί να χορηγείται και συνεχόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου, των κλαδικών ΣΣΕ Τραπεζών - ΟΤΟΕ και της ισχύουσας ΕΓΣΣΕ.
4. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, σύμφωνα με την πλειοψηφία των μελών του Δικαστηρίου, η προαπαιτούμενη "συμφωνία" του εργοδότη προκειμένου να ικανοποιηθεί το δικαίωμα του εργαζόμενου να λάβει, αντί του μειωμένου ωραρίου, συνεχόμενη άδεια με αποδοχές, χρονικώς ίση προς το σύνολο των ωρών κατά τις οποίες δικαιούται να μην εργασθεί χάριν της φροντίδας του παιδιού, εμπίπτει στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού. Πράγματι, η "συμφωνία" αυτή αποτελεί ουσιαστικά "συναίνεση" του εργοδότη στο αίτημα του εργαζόμενου να λάβει τη συνεχόμενη άδεια. Η υποβολή του αιτήματος του εργαζόμενου και η συναίνεση του εργοδότη προς ικανοποίησή του δεν εντάσσονται στο πραγματικό νέας, αυτοτελούς συμφωνίας, ως έκφρασης της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) και εκδήλωσης του ατομικού δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και κατά προαίρεση συμμετοχή στην κοινωνική ή οικονομική ζωή της Χώρας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος 1975/86/2001), αλλά εμπίπτουν στην εκάστοτε διαμόρφωση των χρονικών ορίων εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργαζόμενου, στο πλαίσιο της ήδη υφιστάμενης και λειτουργούσας, αρχικής και μοναδικής σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού και του συγκεκριμένου εργοδότη. Ως εκ τούτου, η χορήγηση ή η μη χορήγηση της συναίνεσης του εργοδότη εξαρτάται μεν από την εκ μέρους αυτού στάθμιση των λειτουργικών αναγκών και της αποδοτικότητας της επιχείρησης, υπόκειται, όμως, στον έλεγχο της ΑΚ 281, όπως και όλες οι άλλες εκδηλώσεις του διευθυντικού δικαιώματος.
5. Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής ουσιώδη: Ότι η αναιρεσείουσα τραπεζοϋπάλληλος συνδέεται με την αναιρεσίβλητη τράπεζα με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε τέκνο την 8-11-2004 και στη συνέχεια ζήτησε, μετά τη λήξη της άδειας λοχείας, να λάβει, αντί μειωμένου ωραρίου, συνεχόμενη ισόχρονη άδεια με αποδοχές, προκειμένου να αναθρέψει το νεογέννητο. Ότι η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να συναινέσει στην ικανοποίηση του αιτήματος αυτού. Ότι μετά την άρνηση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της τράπεζας να αρνηθεί τη συναίνεση και εντεύθεν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων αυτής (με βάση συγκεκριμένα περιστατικά που εκθέτει στην αγωγή της και δεν ενδιαφέρουν στο σημείο αυτό), ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαστικώς η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης αφ' ενός να χορηγήσει την άδεια και αφ' ετέρου να καταβάλει προς αυτήν χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί. Ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1646/2006 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή. Ότι, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της τράπεζας, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι η άρνηση της τελευταίας να συναινέσει στη χορήγηση της άδειας δεν συνιστά άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, επιδεχόμενη έλεγχο με εφαρμογή της ΑΚ 281 και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ότι, τέλος, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους της τραπεζοϋπαλλήλου, με μοναδικό λόγο την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων της ΑΚ 281 και των συλλογικών συμβάσεων που αναφέρθηκαν, το Β2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την 1366/2009 απόφασή του έκρινε ότι ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος από το αν η ανάγκη "συμφωνίας" του εργοδότη προς ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου να λάβει, αντί μειωμένου ωραρίου, συνεχόμενη ισόχρονη άδεια με αποδοχές, προκειμένου να αναθρέψει το νεογέννητο τέκνο, αποτελεί άσκηση φυσικής ευχέρειας του προσώπου να συνάπτει συμβάσεις με τρίτους ή να αποκρούει την κατάρτισή τους και, γενικότερα, να προβαίνει σε πράξεις ή παραλείψεις, ως έκφανση του ατομικού δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος και δεν υπόκειται σε έλεγχο για καταχρηστική άσκηση, εφ' όσον δεν βλάπτει το κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (άποψη που υποστηρίζεται από την αναιρεσίβλητη τράπεζα) ή, αντιθέτως, αν αποτελεί άσκηση συγκεκριμένου "δικαιώματος", με την έννοια που ο όρος αυτός έχει στην ΑΚ 281, υποκείμενη στον έλεγχο αυτής (άποψη που υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα τραπεζοϋπάλληλο και την προσθέτως παρεμβαίνουσα τριτοβάθμια ένωση επαγγελματικών σωματείων).
6. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, κατά την πλειοψηφία, πάντοτε, των μελών του Δικαστηρίου, η μη χορήγηση της συναίνεσης του εργοδότη για τη λήψη συνεχόμενης άδεια ανατροφής τέκνου από τον εργαζόμενο αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος του πρώτου και υπόκειται στον έλεγχο της καταχρηστικής άσκησης σύμφωνα με τους όρους της ΑΚ 281. Το Εφετείο, που δέχθηκε το αντίθετο, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ο εξεταζόμενος, μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και της προσθέτου παρεμβάσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
7. Σύμφωνα, όμως, με τη μειοψηφούσα γνώμη, την οποία διατύπωσε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 9 της από 24-5-2004 ΕΓΣΣΕ (πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 16/28-5-2004) και 12 της από 30-6-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών - ΟΤΟΕ για τα έτη 2004 - 2005" (όπως αναφέρονται παραπάνω, βλ. αρ.3), που όρισαν εξαντλητικά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι μητέρες ανηλίκων τέκνων, υπάλληλοι τραπεζών, αποκτούν δικαίωμα χορήγησης (εναλλακτικά, αντί μειωμένου ωραρίου) της άδειας για τη φροντίδα του νηπίου τέκνου τους εφάπαξ, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, προκύπτει σαφώς ότι για τη γένεση του αντίστοιχου δικαιώματος της μητέρας τραπεζικής υπαλλήλου απαιτείται η κατάρτιση ρητής και ειδικής "συμφωνίας", ύστερα από σύμπτωση θετικής δήλωσης της βουλήσεως και των δύο μερών (υπαλλήλου και εργοδότριας τράπεζας), η οποία στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου, που έχει ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή να αποκρούει την κατάρτισή τους. Η εξουσία αυτή, αποτελούσα έκφανση του κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερη επαγγελματική και οικονομική δράση, ως εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, παρεχόμενου στο δικαιούχο από θετική διάταξη του δικαίου (ή από προηγηθείσα, εκουσίως καταρτισθείσα σύμβαση) και αποσκοπούντος στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος. Εξ άλλου, το άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται", αφορά όλα μεν τα τελούντα υπό την εγγύηση και προστασία του Κράτους ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία, όμως, περιορίζει όχι χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά μόνο εφ' όσον από την καταχρηστική άσκησή τους βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ 33/1987). Περαιτέρω, ναι μεν το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκεινται οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, υπό την αποκλειστική, όμως, προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από τη σύμβαση εργασίας. Το δικαίωμα αυτό υλοποιεί την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο δυνατό τρόπο, η δε άσκησή του, θεωρούμενου υπό την προαναφερθείσα έννοια, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 11/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η άρνηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας να αποδεχθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας υπαλλήλου και να καταρτισθεί η αναγκαία κατά νόμο "συμφωνία", δεν εμπίπτει στο πεδίο άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης με την έννοια που προαναφέρθηκε, γιατί δεν πρόκειται για μονομερή ενέργεια των οργάνων της προς καθορισμό όρου της σύμβασης εργασίας, που δεν έχει προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από σύμβαση εργασίας, αφού το περιεχόμενο του αντίστοιχου όρου (για την ένδικη άδεια θηλασμού και ανατροφής) ρητά έχει καθορισθεί με τις προαναφερθείσες διατάξεις, η δε διαφορετική ρύθμιση έχει, επίσης, ρητά, νομοθετικά, αφεθεί στην ειδική αντίθετη "συμφωνία" των μερών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ώστε δεν καταλείπεται έδαφος άσκησης αντίστοιχου διευθυντικού δικαιώματος επί της κατά το νόμο ρυθμιζόμενης, αντιστοίχως, έννομης σχέσης. Στην ένδικη διαφορά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ δεν υπόκειται η φυσική ευχέρεια της αναιρεσίβλητης τράπεζας για την κατάρτιση ειδικής συμφωνίας για τη χορήγηση εφ' άπαξ, στην αναιρεσείουσα μητέρα υπάλληλό της, της άδειας θηλασμού και ανατροφής τέκνου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη μειοψηφούσα γνώμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο και, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, στο ορθό κατέληξε αποτέλεσμα, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ο δε μοναδικός λόγος αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, θα έπρεπε να κριθεί αβάσιμος.
8. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή, προκειμένου να ερευνηθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσί-βλητης να αρνηθεί τη συναίνεσή της στη λήψη της άδειας ανατροφής τέκνου από την αναιρεσείουσα. Η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας (ΚΠοινΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 10-10-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας, περί αναιρέσεως της 1623/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς το μοναδικό λόγο αυτής που παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1366/2009 απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΑΝΑΙΡΕΙ την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ στην αναιρεσείουσα και χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ στην προσθέτως παρεμβαίνουσα, για τα δικαστικά τους έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2010.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Η συναίνεση του εργοδότη για τη χορήγηση της συνεχόμενης άδειας ανατροφής τέκνου αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος και ελέγχεται με την Α.Κ 281. Μειοψηφία.
| null | null | 0
|
Αριθμός 11/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... και ήδη κρατουμένου (για άλλη αιτία) στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, για αναίρεση της 61/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1128/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος αναφέρθηκε στην από 12 Νοεμβρίου 2009 και με αριθμό 139 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την ως άνω αίτησή του αναιρέσεως και πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρα 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 ΚΠΔ ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο που έχει σχετική εντολή, άρα και από την αναίρεσή του. Η παραίτηση γίνεται "με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή ή δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει". Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ όπως ισχύει μετά του Ν. 2408/1996, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο ως συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις που αυτή προβλέπει, όπως είναι η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, χωρίς, ήτοι, να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως εάν συντρέχει άλλη περίπτωση απαραδέκτου από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή (Ολ. ΑΠ 6/2005 σε Συμβ.). Τέλος κατ' άρθρο 513 § 1 "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη....". Στην προκειμένη περίπτωση δια της υπ' αριθμ. 61/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς εφετείου Θράκης, ο κατηγορούμενος ... κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων ήσκησεν αυτοπροσώπως την από 10/7/2009 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, που επεδόθη στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ). Μετά ταύτα ο αναιρεσείων παρητήθη από το άνω ένδικο μέσο της αναιρέσεως δια δηλώσεως στον Προϊστάμενο Διεύθυνσης του καταστήματος κράτησης Λάρισας, όπου αυτός κρατείται, συνταχθείσης σχετικώς της από 12/11/2009 εκθέσεως, υπογραφείσης υπ' αμφοτέρων των ανωτέρω.
Συνεπώς, σύμφωνα προς τα άνω εκτεθέντα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/7/2009 αίτηση του ..., κατά της υπ' αριθμ. 61/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 474 § 1, 475, 476 § 1, όπως ισχύει μετά τον Ν.2408/1996 και 513 § 1 ΚΠΔ. Παραίτηση από ασκηθείσης αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 13/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Καρπέτα, περί αναιρέσεως της 980-981/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία- Λουίζα Μπακαλάκου.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1510/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφορά όλες τις δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και τις παρεμπίπτουσες ή προπαρασκευαστικές και εκείνες των οποίων η έκδοση αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή, όπως είναι και η παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 980-981/22/5/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που δίκασε ως Εφετείο, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, εκπροσωπήθηκε από τον συνήγορό της, δικηγόρο Πατρών Γεώργιο Πολυχρονόπουλο, ο οποίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπό της, ζήτησε δε και εξέτασε προς τούτο ως μάρτυρα τον σύζυγο της ..., ο οποίος κατέθεσε ενόρκως ότι "η κατηγορουμένη είναι γυναίκα μου, αρρώστησε από οξεία γαστρεντερίτιδα και δεν μπορεί να παρουσιαστεί σήμερα στο δικαστήριο και μου είπε να ζητήσω την αναβολή της δίκης και προσκομίζω την από 20/5/2009 ιατρική γνωμάτευση". Το δικαστήριο, αφού ανάγνωσε την προσκομισθείσα κατά τα άνω ιατρική βεβαίωση, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την κατάθεση του μάρτυρα..., που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου και την με αριθμό πρωτ.... ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Μεσολογγίου, που αναγνώσθηκε, το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η προβαλλόμενη από την εκκαλούσα- κατηγορουμένη ασθένεια της (γαστρεντερίτιδα), αποτελεί ανυπέρβλητο κώλυμα αυτοπρόσωπης εμφάνισής της στο ακροατήριο, και συνεπώς σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, και επομένως, το αίτημα της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Η αιτιολογία όμως αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, καθόσον το δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα και το περιεχόμενο της ιατρικής βεβαίωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ασθένεια της κατηγορουμένης (γαστρεντερίτιδα) δεν αποτελεί, κατά την κρίση του, ανυπέρβλητο κώλυμα αυτοπρόσωπης εμφάνισής της στο ακροατήριο, και με το σκεπτικό αυτό απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία το σχετικό αίτημα της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος στην ουσία. Από τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ που ορίζει ότι "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση καλεί τον κατηγορούμενο να απολογηθεί για την κατηγορία που του αποδίδεται", σαφώς συνάγεται ότι η απολογία είναι προφορική και άμεση και δίδεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη εκπροσωπήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πολυχρονόπουλο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τελευταίος δεν μπορούσε να απολογηθεί μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, για λογαριασμό της πελάτισσάς του, διότι η απολογία είναι προφορική και άμεση και δίδεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, και συνεπώς η διευθύνουσα τη συζήτηση, δεν υποχρεούτο να καλέσει τον εκπροσωπούντα την κατηγορουμένη συνήγορό της να απολογηθεί αντ' αυτής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης, άλλως σχετικής ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Β του ΚΠΔ), επειδή η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν κάλεσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας να απολογηθεί για λογαριασμό της, είναι απορριπτέος αβάσιμος. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, που κατ' είδος αναφέρει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο Δ.Δ. ... πρατήριο υγρών καυσίμων. Σε επιτόπιο έλεγχο στο εν λόγω πρατήριο στις 12/9/2002 από τον υπάλληλο του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδος, ..., διαπιστώθηκε ότι, ενώ οι αγορές πετρελαίου κίνησης και αποθεμάτων ανερχόταν την 1/1/2002 σε 88.950 λίτρα, οι πωλήσεις στις 12/9/2002 ανέρχονταν σε 298.406 λίτρα, δηλαδή υπήρχε διαφορά επιπλέον πωλήσεων 209.456 λίτρα. Κατ' ακολουθίαν, η κατηγορουμένη διέθεσε στη γενική κατανάλωση, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 12/9/2002, 209.456 λίτρα πετρελαίου κίνησης, χωρίς η εν λόγω ποσότητα να καλύπτεται από τα προβλεπόμενα παραστατικά έγγραφα αγορών, οι δε αναλογούντες δασμοί, φόροι κτλ, δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 71.237,63 ευρώ, και επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ". Ακολούθως δε κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας και συγκεκριμένα του ότι "στο δημοτικό διαμέρισμα..., κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 12/9/2002, ως ιδιοκτήτρια πρατηρίου υγρών καυσίμων, διέθεσε σε τρίτους εμπορεύματα τεθέντα στη γενική κατανάλωση κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας, δηλαδή τελώντας εν γνώσει της ιδιότητας αυτών ως λαθραίων, καθότι είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα από το εξωτερικό χωρίς έγγραφη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ο τρόπος δε αυτός αποσκοπούσε να στερήσει το Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής εμπορευμάτων. Ειδικότερα, όπως προέκυψε από επιτόπιο έλεγχο στο εν λόγω πρατήριο υπαλλήλου του Σ.Δ.Ο.Ε. περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδος, ενώ οι αγορές πετρελαίου κίνησης και αποθεμάτων ανερχόταν την 1/1/2002 σε 88950 λίτρα, οι πωλήσεις στις 12/9/2002 ανερχόταν σε 298.406 λίτρα, δηλαδή διαφορά επί πλέον πωλήσεων 209.456 λίτρα. Κατ' ακολουθίαν, διέθεσε στην γενική κατανάλωση 209.456 λίτρα πετρελαίου κίνησης, χωρίς η εν λόγω ποσότητα να καλύπτεται από τα προβλεπόμενα παραστατικά έγγραφα αγορών, οι δε αναλογούντες δασμοί, φόροι κ.τ.λ., δικαιώματα που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 71.237,63 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πατρών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν οι επί μέρους παραδοχές της απόφασης, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, ήτοι αυτή των άρθρων 155 παρ. 1 α, 157 παρ. β περ. τρίτη του Ν. 2960/2001, ούτε υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που κατ' είδος αναφέρει, και μετά από μαθηματικό υπολογισμό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα διέθεσε στην κατανάλωση 209.456 λίτρα πετρελαίου κίνησης, χωρίς να έχει γι' αυτά τα απαιτούμενα παραστατικά έγγραφα αγορών, με συνέπεια οι διαφυγόντες δασμοί του Ελληνικού Δημοσίου να ανέρχονται σε 71.237,63 ευρώ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα την κατάθεση του συζύγου της ότι το πρατήριο υγρών καυσίμων δεν το εκμεταλλευόταν αυτή αλλά ο πεθερός της, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου(άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ. Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/10/2009 αίτηση της ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 980-981/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσόν των διακοσίων ενενήντα(290) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία καυσίμων. Λόγοι αναίρεσης: 1) Αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπο της απούσας) εκκαλούσας- κατηγορουμένης. Απορρίπτεται ο λόγος, διότι η αιτιολογία είναι πλήρης. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις παρεμπτίπτουσες αποφάσεις. 2) Απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν κάλεσε τον εκπροσωπούντα την απούσα κατηγορουμένη πληρεξούσιο δικηγόρο της να απολογηθεί αντ' αυτής. Απορρίπτεται ο λόγος, διότι η απολογία είναι άμεση και προφορική και δίνεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσωπεί τον απόντα κατηγορούμενο δεν καλείται να απολογηθεί για λογαριασμό του. 3) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτεται ο λόγος, διότι η απόφαση έχει τέτοια αιτιολογία. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και για ακυρότητα στο ακροατήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Λαθρεμπορία, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 13/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπροέδρους, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη - Εισηγητή, Βασίλειο Λυκούδη, Νικόλαο Λεοντή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο της Βουλής και τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Ιωάννης Πράσινος, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ και Διονύσιος Κολοβός πάρεδρος του Ν.Σ.Κ, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις. 2) Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ" ή "ΔΕΗ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Δημήτριος Λιάπης και Χαράλαμπος Συνοδινός, που κατέθεσαν προτάσεις.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων : 1) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΕΗ" (ΟΑΠ-ΔΕΗ) και ήδη Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας"(Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω), ως καθολικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου ΟΑΠ-ΔΕΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Αναστάσιος Πετρόπουλος, Λουκάς Αποστολίδης και Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, που κατέθεσαν προτάσεις. 2) Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), ως καθολικού διαδόχου του αρχικού διαδίκου ΟΑΠ-ΔΕΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια Νομικός Σύμβουλος του Κράτους Αικατερίνη Γρηγορίου, που κατέθεσε προτάσεις. 3) Του Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού - Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, που αποτελεί αυτοτελή τομέα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 4) Της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συνταξιούχων ΔΕΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θεσσαλονίκης Άρης Καζάκος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12.6.2001, 12.3.2003 αγωγές και την από 4.7.2002 πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2579/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2657/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την με την από 20.6.2007 αίτησή του και η αναιρεσείουσα ΔΕΗ Α.Ε με την από 24.6.2007 αίτησή της και τους από 11.8.2008 προσθέτους λόγους αυτής.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 226/2009 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερομένους στο σκεπτικό της λόγους αναιρέσεως πρώτο, δεύτερο τέταρτο της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και τους λόγους αναίρεσης της αίτησης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων της ΔΕΗ. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 26.3.2009 κλήση των καλούντων, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο στις 24.9.2009, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή των αιτήσεων αναιρέσεως, οι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος της αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και οι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της Δ.Ε.Η, από το άρθρο 559 αρ.1α και 19 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 2.12.2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι: Ηλίας Γιαννακάκης Αντιπρόεδρος, Βασίλειος Λυκούδης και Δημήτριος Τίγγας Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως καθώς και οι Λεωνίδας Ζερβομπεάκος, Ελευθέριος Μάλιος και Σοφία Καραχάλιου, οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία, πριν τις 2.12.2010, λόγω παραιτήσεως, παρισταμένων των λοιπών δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
- ΕΠΕΙΔΗ, με την 226/2009 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια του ΑΠ, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 εδ. β` ΚΠολΔ, οι από τους αριθμούς 1 εδ.α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης της από 20-6-2007 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ.2567/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι από τους ίδιους αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης της συνεκδικασθείσας με την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από 24-6-2007 αίτησης και του δικογράφου προσθέτων λόγων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημοσία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (Δ.Ε.Η.), για αναίρεση της ίδιας απόφασης του Εφετείου Αθηνών, διότι η πιο πάνω απόφαση του Γ' Τμήματος του ΑΠ επί των λόγων τούτων αναίρεσης λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου. Ειδικότερα παραπέμπεται στην παρούσα Ολομέλεια το ζήτημα περί του εάν η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη Δημοσία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε.(ΔΕΗ), η οποία στις 29-12-1999, με συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα προς το ομόδικό της αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο το αναφερόμενο ακίνητο (πολυώροφη οικοδομή), ήταν κατά το χρόνο της μεταβίβασής του, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 και 5 παρ.1,2,3,4 του ν.163/1975 και του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, κυρία του εν λόγω ακινήτου ή αν το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά κυριότητα, βάσει των ίδιων διατάξεων του ν.163/1975 και του ν.2773/1999, στο πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΔΕΗ (Ο.Α.Π.-ΔΕΗ)", που άσκησε κατά των αναιρεσειόντων (Ελληνικού Δημοσίου και "ΔΕΗ Α.Ε") την ένδικη περί διεκδικήσεως του ακινήτου τούτου αγωγή. Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης νομίμως εισάγονται στην Τακτική Ολομέλεια, με την από 17-3-2005 κλήση των αναιρεσειόντων.
ΕΠΕΙΔΗ, με το άρθρο 70 παρ.1 του ν.3655/2008 "Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. τ.Α' 58/3.4.2008), συστάθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ)", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έχει έδρα την Αθήνα. Ως ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του εν λόγω Ταμείου ορίσθηκε με την ίδια διάταξη η 1η του έκτου μήνα μετά το μήνα δημοσίευσης του νόμου αυτού, δηλαδή 1η Οκτωβρίου 2008, ενώ με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου 70 του άνω νόμου ορίσθηκε, ότι το "ΤΑΥΤΕΚΩ" συγκροτούν τρεις (3) κλάδοι, ήτοι ο κλάδος επικουρικής ασφάλισης, ο κλάδος πρόνοιας και ο κλάδος υγείας, ότι σε καθένα από τους κλάδους αυτούς του ΤΑΥΤΕΚΩ εντάσσονται, από την έναρξη λειτουργίας του, τα αναφερόμενα Ταμεία και κλάδοι, ως Τομείς με πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια έκαστος, και ειδικότερα, ότι στον κλάδο επικουρικής ασφάλισης εντάσσεται, μεταξύ άλλων, και ο Κλάδος Επικουρικής Σύνταξης του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η., ως Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΤΕΑΠ-ΔΕΗ), στον κλάδο πρόνοιας εντάσσεται, μεταξύ άλλων, και ο κλάδος πρόνοιας του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η., ως Τομέας Πρόνοιας Προσωπικού Δ.Ε.Η., και στον κλάδο υγείας εντάσσεται, μεταξύ άλλων, και ο κλάδος ασθένειας του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η., ως Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΔΕΗ (ΤΑΠ-ΔΕΗ). Περαιτέρω ορίσθηκε, στο μεν άρθρο 72 παρ.2 του άνω ν. 3655/2008 ότι το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού των εντασσόμενων Ταμείων και Κλάδων, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία τους, περιέρχονται από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. στους αντίστοιχους αυτοτελείς Τομείς τούτου, ως καθολικούς διαδόχους των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων, στο δε άρθρο 83 παρ.1 και 2 αυτού, ότι το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., δια μέσου των Τομέων του, αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων, συνεχίζονται από το Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3655/2008 προκύπτει ότι το "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ)" κατέστη καθολικός από το νόμο διάδοχος του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η." (ΟΑΠ- ΔΕΗ), ως προς όλα τα θέματα που αφορούν τους εντασσόμενους στο εν λόγω Ταμείο Κλάδους Επικουρικής Σύνταξης, Πρόνοιας και Ασθένειας του αναιρεσίβλητου Οργανισμού, και συνεπώς και ως προς την περιουσία του τελευταίου (κινητή και ακίνητη), που ανήκει στους Κλάδους τούτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου ως άνω ν.3655/2008, ο κλάδος σύνταξης του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΟΑΠ-ΔΕΗ) εντάχθηκε από 1-8-2008 στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως Τομέας Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η.(ΤΑΠ-ΔΕΗ), ενώ με τις παραγράφους 5 και 6 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού του εντασσόμενου κλάδου, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία του, περιέρχονται στον Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η, ο οποίος αποτελεί καθολικό διάδοχό του, και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του εντασσόμενου τούτου κλάδου συνεχίζονται από το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις τελευταίες διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3655/2008, και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατέστη καθολικός από το νόμο διάδοχος του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η." (ΟΑΠ- ΔΕΗ), ως προς εκείνα τα θέματα που αφορούν τον εντασσόμενο σ' αυτό Κλάδο κύριας σύνταξης του αναιρεσίβλητου Οργανισμού και συνεπώς και ως προς την περιουσία του τελευταίου (κινητή και ακίνητη) που ανήκει στον Κλάδο τούτο. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ κατά των αναιρεσειόντων έχει ως αντικείμενο τη διεκδίκηση από αυτό της κυριότητας ακινήτου, τόσο το ΤΑΥΤΕΚΩ, όσο και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομίμως παρέστησαν κατά τη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης ενώπιον της παρούσας Ολομέλειας, ως εκ του νόμου καθολικοί διάδοχοι των ενταχθέντων στα Ταμεία αυτά αντίστοιχων Κλάδων του αναιρεσίβλητου Οργανισμού (ΟΑΠ-ΔΕΗ), ενώ η κλήση των αναιρεσειόντων, με την οποία εισάγονται στην Ολομέλεια οι προδιαληφθέντες λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται και κατά του Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (ΤΑΠ-ΔΕΗ), είναι απαράδεκτη, αφού ο Τομέας αυτός, αν και αποτελεί αυτοτελή Τομέα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεν νομιμοποιείται στη συνέχιση των δικών που αφορούν υποθέσεις του Κλάδου κύριας σύνταξης του αναιρεσίβλητου.
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4491/1966 "περί ασφαλίσεως του προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού", με τις οποίες ορίσθηκε ότι "1. H Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) αναλαμβάνει και ενεργεί την κοινωνικήν ασφάλισιν του προσωπικού της, διεπομένην υπό των διατάξεων του παρόντος 2. ... 3. Η διεξαγωγή της εν γένει υπηρεσίας της αφορώσης εις την ασφάλισιν του Προσωπικού της Δ.Ε.Η. ανατίθεται εις συνιστωμένην προς τούτο, δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.Ε.Η. δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ιδίαν υπηρεσιακήν Μονάδα, αποκαλουμένην εφ` εξής εν τω παρόντι "Υπηρεσία Ασφαλίσεως", προκύπτει ότι ο νομοθέτης κατέστησε τη Δ.Ε.Η., παραλλήλως προς το κύριο έργο αυτής (παραγωγή, διανομή και εμπορία ηλεκτρικού ρεύματος), και φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αναθέτοντας ειδικότερα την άσκηση του έργου αυτού (κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού της) σε ιδιαίτερη υπηρεσία της επιχειρήσεως με την ονομασία "Υπηρεσία Ασφαλίσεως". Έτσι, μετά την ισχύ του ν. 4491/ 1966, η Δ. Ε. Η., η οποία από της ιδρύσεώς της, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1468/1950, αποτελούσε, ως προς το κύριο έργο της, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ειδικώς, ως προς τον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού της λειτουργούσε μέχρι την ίδρυση, με το άρθρο 34 του ν. 2773/1999, του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (Ο.Α.Π. - ΔΕΗ), ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης και ασκούσε το έργο που αφορούσε τον τομέα αυτό με την ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. Από την καθιερωθείσα με τον ανωτέρω ν. 4491/1966 κοινωνική ασφάλιση του Προσωπικού της ΔΕΗ, την οποία είχε αναλάβει η ίδια η ΔΕΗ, ρητά εξαιρέθηκε, με το άρθρο 2 παρ.2 του ίδιου νόμου, το προσωπικό της ΔΕΗ που υπαγόταν στην ασφάλιση του υφιστάμενου τότε Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών-Πειραιώς και της Ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρείας (ΗΕΑΠ-ΕΗΕ). Επακολούθησε ο ν. 163/1975 "Περί ρυθμίσεως ασφαλιστικών θεμάτων των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ και ετέρων τινών θεμάτων", με τον οποίο, πλην άλλων, ορίσθηκε, στο άρθρο 1 παρ.1 ότι "Το προσωπικόν το ησφαλισμένον εις το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας "Ταμείον", υπάγεται εις την, δια του υπ' αριθμ. 245/1975 Π.Δ/τος, καθιερωθείσαν Επικουρικήν ασφάλισιν του Προσωπικού της ΔΕΗ, υφ' ούς όρους και προϋποθέσεις υπάγεται εις ταύτην το λοιπόν προσωπικόν της ΔΕΗ", στο άρθρο 2 παρ.1 εδ.α' και 2 ότι "Το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ- ΕΗΕ καταργείται, αφ' ής ο αριθμός των, κατά την ισχύν του παρόντος, αμέσως ησφαλισμένων αυτού κατέλθη κάτω των εκατό (100), μη επιτρεπομένης της ασφαλίσεως νέων προσώπων... Οι κατά τον χρόνον της καταργήσεως του Ταμείου, απομένοντες αμέσως ή εμμέσως ησφαλισμένοι αυτού, θα εξακολουθήσουν διεπόμενοι δι' άπαντας τους Κλάδους Ασφαλίσεως, υπό της, κατά τον χρόνον τούτον, ισχυούσης νομοθεσίας του Ταμείου", και στο άρθρο 3 παρ.1 και 2 ότι "Οι συνταξιούχοι του Ταμείου θα συνταξιοδοτούνται υπό της ΔΕΗ ... .Μέχρι της καταργήσεως του Ταμείου οι ανήκοντες εις το περί ού το άρθρον 1 του παρόντος νόμου προσωπικόν ησφαλισμένοι δύνανται αιτήσει των να επιλέγουν, αντί της ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, την υπαγωγήν των εις το καθεστώς της ασφαλίσεως του προσωπικού της ΔΕΗ ...". Έτσι, με τις διατάξεις αυτές των άρθρων 1-3 του ν. 163/1975, παρασχέθηκε η ευχέρεια στους ασφαλισμένους στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ να υπαχθούν στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης της ΔΕΗ, χωρίς να απαιτείται δήλωση εισδοχής τους στο όλο σύστημα ασφάλισης της ΔΕΗ, προβλέφθηκε η κατάργηση του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, όταν ο αριθμός των τότε ασφαλισμένων σ' αυτό θα κατερχόταν κάτω των εκατό και παράλληλα απαγορεύθηκε η εισδοχή στην ασφάλιση του Ταμείου των μετά την ισχύ του νόμου προσλαμβανομένων από τη ΔΕΗ νέων προσώπων, λήφθηκε πρόνοια ώστε οι, κατά το χρόνο της κατάργησης του Ταμείου, απομένοντες ασφαλισμένοι σ' αυτό να εξακολουθήσουν να διέπονται από την κατά το χρόνο αυτό ισχύουσα ευνοϊκή γι' αυτούς νομοθεσία του Ταμείου, προβλέφθηκε ότι οι συνταξιούχοι του Ταμείου θα συνταξιοδοτούνται από τη ΔΕΗ και παρασχέθηκε στους ασφαλισμένους του Ταμείου η ευχέρεια να επιλέξουν, μέχρι την κατάργηση αυτού, την υπαγωγή τους στο καθεστώς ασφάλισης του προσωπικού της ΔΕΗ. Περαιτέρω, ενόψει της προβλεπόμενης από το άρθρο 2 παρ.1 του άνω ν.163/1975 κατάργησης στο μέλλον του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, όταν ο αριθμός των ασφαλισμένων σ' αυτό θα κατερχόταν κάτω των εκατό, ορίσθηκαν με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου τα εξής: "1. Από της, κατά το άρθρον 2 του παρόντος νόμου, καταργήσεως του Ταμείου, άπαντα τα περιουσιακά στοιχεία τούτου ως και αι υποχρεώσεις αυτού, εν τω συνόλω των, περιέρχονται εις την ΔΕΗ, ήτις υπεισέρχεται, ως καθολικός διάδοχος, εις το σύνολον των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεων του καταργουμένου Ταμείου, 2. Μέχρι της κατά το άρθρον 2 του παρόντος νόμου καταργήσεως του Ταμείου, η ΔΕΗ ή ο διάδοχος ταύτης υποχρεούται να καλύπτη εις το διηνεκές τα ελλείμματα του Ταμείου, δι' άπαντας τους κλάδους αυτού, 3. Από της ισχύος του παρόντος απαγορεύεται η εκποίησις ή οιαδήποτε ετέρα πράξις δεσμεύσεως ή μεταβολής των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου 4. Εν περιπτώσει μεταβολής του σήμερον ισχύοντος συστήματος ασφαλίσεως του προσωπικού της ΔΕΗ και συστάσεως ιδίου ασφαλιστικού φορέως ανεξαρτήτου της ΔΕΗ, τα κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου περιέρχονται εις τον συσταθησόμενον φορέα". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 163/1975 και το σκοπό που επιδιώχθηκε με τις ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, κατέστησαν αναγκαίες, λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε τότε το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, καθόσον από ετών παρουσίαζε αυξανόμενα ελλείμματα τα οποία κάλυπτε η ΔΕΗ, με συνέπεια να μην εμπεδώνεται στους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του εν λόγω Ταμείου αίσθημα ασφάλειας για το μέλλον του Ταμείου, συνάγεται α) ότι με την παράγραφο 2 του προδιαληφθέντος άρθρου 5 του ν. 163/1975 καθιερώθηκε υποχρέωση της ΔΕΗ ή του διαδόχου αυτής να καλύπτει τα πάσης φύσεως ελλείμματα του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, για όλους τους Κλάδους του, από την ισχύ του νόμου τούτου και μέχρι την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 αυτού κατάργηση του Ταμείου, οπότε, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου 5, όλη η περιουσία του εν λόγω Ταμείου θα περιερχόταν στη ΔΕΗ, β) ότι η θεσπισθείσα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου 5 απαγόρευση της εκποίησης ή οποιασδήποτε πράξης δέσμευσης ή μεταβολής των περιουσιακών στοιχείων του πιο πάνω Ταμείου (ΤΑΠ ΗΕΑΠ-ΕΗΕ) αφορά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του ν.163/1975 (20/9/1975) και μέχρι την κατά τα ανωτέρω κατάργηση του Ταμείου και δεν εκτείνεται και στον μετά την κατάργηση αυτού χρόνο, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του πιο πάνω άρθρου, φορέας της περιουσίας του Ταμείου θα ήταν η ΔΕΗ. Τούτο προκύπτει, ιδίως, από το ότι στη διάταξη αυτή της παραγράφου 3 τέθηκε ως χρονική αφετηρία της απαγόρευσης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του πιο πάνω Ταμείου η έναρξη ισχύος του νόμου 163/1975, πράγμα που λογικά σημαίνει ότι η απαγόρευση αυτή επιβλήθηκε έκτοτε σ' εκείνον που κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης θα είχε το δικαίωμα να επιχειρήσει εγκύρως πράξεις διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου. Τέτοιο δε πρόσωπο ήταν το ίδιο το Ταμείο (Τ.Α.Π. Η.Ε.ΑΠ.-Ε.Η.Ε.), το οποίο από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου και μέχρι την κατά τα ανωτέρω μελλοντική κατάργησή του θα παρέμενε φορέας της περιουσίας του, και όχι η ΔΕΗ, η οποία από την έναρξη ισχύος του νόμου υποχρεούτο να καλύπτει τα ελλείμματα του Ταμείου, χωρίς όμως να είναι δικαιούχος της περιουσίας αυτού, ενώ ήταν άδηλο το πότε αυτή θα γινόταν δικαιούχος αυτής της περιουσίας.
Συνεπώς, η απαγόρευση της διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων, που επιβλήθηκε με την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 3, ίσχυε μόνο για το Τ.Α.Π. Η.Ε.ΑΠ.-Ε.Η.Ε, προκειμένου έτσι να αποφευχθεί, μέχρι τούτο να καταργηθεί, η εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων και γ) ότι η ρύθμιση της διάταξης της παραγράφου 4 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 5, με την οποία προβλέφθηκε ότι, "σε περίπτωση μεταβολής του ισχύοντος τότε συστήματος ασφάλισης του προσωπικού της ΔΕΗ και σύστασης ιδίου ασφαλιστικού φορέα, ανεξάρτητου της ΔΕΗ, τα υφιστάμενα κατά τη δημοσίευση του νόμου περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου θα περιέρχονται στον συσταθησόμενο φορέα", αναφέρεται, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στην περίπτωση ιδρύσεως άλλου, ιδιαίτερου, ασφαλιστικού φορέα εντός του ίδιου μεταβατικού χρονικού διαστήματος, για το οποίο, σύμφωνα με τη διαληφθείσα διάταξη της παραγράφου 3, θα ίσχυε η απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του πιο πάνω Ταμείου, δηλαδή από την έναρξη της ισχύος του νόμου 163/1975 και μέχρι την κατά τα ανωτέρω κατάργηση του Ταμείου. Συνακόλουθα, η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (παράγραφος 4 του άρθρου 5) περιέλευση των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ στον "συσταθησόμενο ιδιαίτερο ασφαλιστικό φορέα", αναφέρεται αποκλειστικά στην περίπτωση κατά την οποία ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα ιδρυόταν μέχρι την προβλεπόμενη κατάργηση του εν λόγω Ταμείου, οπότε η περιέλευση της περιουσίας τούτου στο νέο ασφαλιστικό φορέα θα ήταν δικαιολογημένη, αφού στην περίπτωση αυτή ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα αναλάμβανε, αντί της ΔΕΗ, τα κάθε είδους ελλείμματα και βάρη του πιο πάνω Ταμείου. Το ότι αυτή είναι η αληθινή έννοια της παραπάνω διάταξης της παραγράφου 4, ότι δηλαδή η προβλεπόμενη με αυτήν περιέλευση των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ στον "συσταθησόμενο ιδιαίτερο ασφαλιστικό φορέα", αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα ιδρυόταν μέχρι την κατάργηση του εν λόγω Ταμείου, και όχι, οποτεδήποτε, μετά από αυτήν, συνάγεται, τόσο από το σκοπό στον οποίο, με τις ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 5 του ν.163/1975, απέβλεψε ο νομοθέτης, ο οποίος (σκοπός), όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του νόμου τούτου, ήταν να διασφαλίσει την προστασία των ασφαλισμένων στο Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, καθιερώνοντας υποχρέωση της ΔΕΗ ή του διαδόχου αυτής να καλύπτει από την έναρξη ισχύος του νόμου και εφεξής μέχρι την κατάργηση του Ταμείου τα κάθε είδους ελλείμματα και υποχρεώσεις αυτού, με αντιστάθμισμα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, την περιέλευση στη ΔΕΗ από της καταργήσεως του Ταμείου όλων των περιουσιακών στοιχείων αυτού, όσο και από τη λεκτική διατύπωση της εν λόγω διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου5 του ν.163/1975, η οποία προβλέπει την περιέλευση στον συσταθησόμενο νέο ασφαλιστικό φορέα "των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου που υπήρχαν κατά τη δημοσίευση του νόμου", ενώ, αν πράγματι αυτή είχε την έννοια ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω Ταμείου θα περιέρχονται σε ασφαλιστικό φορέα που ήθελε ιδρυθεί οποτεδήποτε στο μέλλον, δηλαδή και μετά την κατάργηση του πιο πάνω Ταμείου και την περιέλευση των περιουσιακών του στοιχείων στην κυριότητα της ΔΕΗ, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 5, τότε θα το όριζε ρητά και, πάντως, θα είχε διαφορετική διατύπωση από εκείνη που περιέχει. Άλλωστε, η στο μέλλον αφαίρεση της περιουσίας του Ταμείου αυτού από τη ΔΕΗ και η περιέλευση σε άλλον ασφαλιστικό φορέα θα οδηγούσε σε άδικο αποτέλεσμα σε βάρος της ΔΕΗ, η οποία έτσι θα κάλυπτε τα ελλείμματα και όλες τις λοιπές υποχρεώσεις του Ταμείου, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα.
Στη συνέχεια, με την Φ62/1954/31-5-1985 διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, το πιο πάνω Ταμείο (Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ) καταργήθηκε, διότι πληρώθηκε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 2 του ν.163/1975 όρος για την κατάργησή του, αφού ο αριθμός των ασφαλισμένων σ' αυτό κατήλθε κάτω των εκατό, και, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όλα τα περιουσιακά στοιχεία του καταργηθέντος Ταμείου περιήλθαν στην κυριότητα της ΔΕΗ, η οποία έκτοτε υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος αυτού στο σύνολο των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεών του. Ακολούθως, το έτος 1999, εκδόθηκε ο Ν. 2773/1999, με τον οποίο, ενόψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, διαχωρίσθηκε το διφυές νομικό πρόσωπο της ΔΕΗ σε δύο αυτοτελή νομικά πρόσωπα, ήτοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (ΔΕΗ Α.Ε.), και σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της (Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, ΟΑΠ-ΔΕΗ), και ακόμη αντιμετωπίστηκε οριστικά το ασφαλιστικό ζήτημα του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 34 του εν λόγω νόμου, του οποίου η ισχύς άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 44 αυτού, από 22-12-1999, ορίσθηκαν τα ακόλουθα:
"1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η." (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), το οποίο έχει έδρα στην Αθήνα και σκοπό την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), όπως αυτή υφίσταται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και των θυγατρικών της εταιρειών, καθώς και των τυχόν διαδόχων της, ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα που αυτή ασκεί, σε περίπτωση μεταβολής, με οποιονδήποτε τρόπο της νομικής της μορφής, ή της σύνθεσης του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς και του προσωπικού του ίδιου οργανισμού. Ο Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. ασκεί την κύρια και επικουρική ασφάλιση και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις ....2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων και της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, τα σχετικά με την σύσταση, την οργάνωση και λειτουργία του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. 5. Το Δημόσιο θα μεταβιβάζει στον Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. ποσοστό του προϊόντος από τη διάθεση μετοχών της Δ.Ε.Η. σε τρίτους... 6. Πόροι του Ο.Α.Π. - Δ.Ε.Η. είναι αφ` ενός μεν οι προβλεπόμενοι κατά την ισχύουσα νομοθεσία πόροι της Δ.Ε.Η., ως ασφαλιστικού φορέα του προσωπικού της, αφ` ετέρου δε οι καταβολές του Κράτους που εγγράφονται στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, όπως προβλέπεται στα άρθρα 5 και 6 της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, καθώς και τα ειδικότερα έσοδα που αναφέρονται στο άρθρο 8 της παραπάνω συμφωνίας. 11. Η Δ.Ε.Η. με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου παραχωρεί στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, ατελώς και χωρίς αντάλλαγμα, την κυριότητα των κτιρίων, των οχημάτων, των επίπλων και εξοπλισμών των παιδικών σταθμών, των πολυιατρείων, των κατασκηνώσεων και των λοιπών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιεί κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου η Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ. Οι δαπάνες συντήρησης και ανανέωσης βαρύνουν τον Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. 12. Κυρώνεται η συμφωνία που υπεγράφη στις 30 Ιουλίου 1999 μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης και της ΓΕΝ.Ο.Π. - Δ.Ε.Η. ..., με την οποία συμφωνήθηκαν τα εξής: 1.Από τη λειτουργία του σφαλιστικού Φορέα της Δ.Ε.Η., βάσει του ν.4491/1966 και ειδικότερα του άρθρου 7 παρ.2, έχει σχηματιστεί περιουσία αυτού του φορέα ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η., η οποία είχε την πλήρη και αποκλειστική διαχείριση των πόρων του Φορέα στο πλαίσιο της κατά τις ανωτέρω διατάξεις ιδιότητάς της ως Ασφαλιστή του προσωπικού της (βλ. και την 98/96 απόφαση Δ.Σ./Δ.Ε.Η.). Η εν λόγω περιουσία προσδιορίστηκε ποσοτικά για την 31-12-1992 με την αναλογιστική μελέτη που συντάχθηκε από τις εταιρίες WYATT και PRUDENTIAL και κατατέθηκε στο ΥΠ.Ε.Κ.Α. το 1995, η δε ποσοτική της εξέλιξη στο μέλλον θα προσδιορίζεται για τακτές ημερομηνίες, με έναρξη την 31-12-1998, με μελέτες επικαιροποίησής της που θα βασίζονται στις ίδιες αρχές, μεθοδολογία και παραδοχές της ως άνω μελέτης WYATT και PRUDENTIAL. 2. Το Κράτος αναγνωρίζει πλήρως τις υποχρεώσεις της Δ.Ε.Η. προς τον ασφαλιστικό της φορέα, έναντι της προαναφερόμενης ενσωματωμένης περιουσίας, και υποκαθιστά τη Δ.Ε.Η. σε όλες τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και συνταξιούχους της. Προς τούτο το Κράτος αναλαμβάνει την πλήρη κάλυψη, με τις αναγκαίες καταβολές, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 6, όλων των αναγκών του νέου Ασφαλιστικού Φορέα Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ν.Π.Δ.Δ.), καθώς και των εν γένει υποχρεώσεών του. Ειδικότερα οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εν προκειμένω το Κράτος αποτελούν αντιπαροχές έναντι της περιουσίας του Ασφαλιστικού Φορέα, κατά τα αναφερόμενα στην παρ.1, με την οποία περιουσία αυξάνεται η περιουσία της Δ.Ε.Η. και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης. 3. Ενόψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας σε εφαρμογή της οδηγίας 96/92 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δ.Ε.Η. θα υπαχθεί στο ν. 2414/1996 και θα μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με συνέπεια να καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός του σημερινού διφυούς νομικού προσώπου της Δ.Ε.Η., αφ` ενός μεν σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αφ` ετέρου σε ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της Δ.Ε.Η. ... 4. ... 5. Έτσι για τους παραπάνω λόγους το Ν.Π.Δ.Δ. - Ασφαλιστής Δ.Ε.Η., διαχωρίζεται από τη Δ.Ε.Η. Επιχείρηση Α.Ε. και δημιουργείται ένα Ν.Π.Δ.Δ. (Δ.Ε.Η.-Ασφαλιστής). Ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα καλύψει, θα εξασφαλίσει και θα προστατεύσει, εις το ακέραιο, όλες τις κάθε είδους ασφαλιστικές παροχές και υποχρεώσεις του ασφαλιστικού φορέα της Δ.Ε.Η., σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, καθώς και με το άρθρο 35 του ν.4491/1966 κατ` ελάχιστο στο επίπεδο και την έκταση που προβλέπεται σήμερα. Επίσης θα προβλεφθεί η κάλυψη για την αντιμετώπιση εκτάκτων γεγονότων που θα δημιουργούν έκτακτες ασφαλιστικές υποχρεώσεις ... 6. Οι καταβολές του Κράτους (παρ. 2) συνιστούν πάγιο πόρο του Νέου Ασφαλιστικού Φορέα Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ν.Π.Δ.Δ.) ... . Οι καταβολές αυτές θα εγγράφονται στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, στην εισηγητική έκθεση του οποίου θα γίνεται σημείωση ότι η εγγραφή αυτή γίνεται έναντι της κατά τα ανωτέρω περιουσίας (αντιπαροχή) του Φορέα. Πιο συγκεκριμένα στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό θα αναγράφεται το προϋπολογιζόμενο ποσό της διαφοράς εσόδων μείον παροχές, το οποίο θα χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του φορέα ...".
Από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2773/1999 προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο συσταθείς, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2773/1999, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π. - Δ.Ε.Η.), σκοπό έχει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δ.Ε.Η. και ασκεί την κύρια και την επικουρική ασφάλιση καθώς και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του, όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω ν.2773/199 διατάξεις, την οποία ασκούσε η ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. Ενόψει δε του σκοπού του νομοθέτη για την εφεξής δραστηριοποίηση της Δ.Ε.Η. αποκλειστικώς και μόνο στον τομέα της αφορώσας την ηλεκτρική ενέργεια επιχειρηματικής δραστηριότητας και την απαλλαγή της από κάθε σχετική με την ασφάλιση του προσωπικού της υποχρέωση, ο Οργανισμός αυτός κατέστη εκ του νόμου οιονεί καθολικός διάδοχος της Δ.Ε.Η σε όλα τα θέματα κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού και των συνταξιούχων της, υποχρεούμενος, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 της συμφωνίας, που κυρώθηκε με την παράγραφο 12 του άρθρου 34 του Ν. 2773/1999, να καλύπτει και να εξασφαλίζει όλες τις κάθε είδους υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Δ.Ε.Η. με την ιδιότητα του ασφαλιστικού φορέα. Για να καταστεί δυνατόν δε ο Οργανισμός αυτός να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του, ενόψει του ότι δεν μεταβιβάσθηκε σ` αυτόν η εξυπηρετούσα τον καταργούμενο ασφαλιστικό φορέα της Δ.Ε.Η. περιουσία, αλλά παρέμεινε ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η., θεσπίσθηκε υποχρέωση του Κράτους να καλύπτει με τις αναγκαίες καταβολές, που εγγράφονται στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό, όλες τις οικονομικές ανάγκες του νέου Οργανισμού, ακόμη και τις έκτακτες (ΣτΕ 718/2009, 146/2008, 1041/2007, 531/2007). Ειδικότερα, όπως ορίζεται στις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 34 παρ.12 εδ.2 και 6 του ανωτέρω ν.2773/1999, οι υποχρεώσεις του Κράτους για πλήρη κάλυψη όλων των οικονομικών αναγκών και εν γένει υποχρεώσεων του νέου Ασφαλιστικού Φορέα, αποτελούν αντιπαροχές έναντι της περιουσίας του Ασφαλιστικού φορέα, με την οποία αυξάνεται η περιουσία της Δ.Ε.Η. και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του ίδιου άρθρου34 παρ.12 εδ.1, η περιουσία αυτή, που ενσωματώθηκε στην περιουσία της Δ.Ε.Η. και προσδιορίσθηκε ποσοτικά με την αναφερόμενη σ' αυτήν αναλογιστική μελέτη, είναι εκείνη που έχει σχηματιστεί από τη μέχρι τότε λειτουργία του Ασφαλιστικού Φορέα της Δ.Ε.Η., βάσει του ν. 4491/1966 και ειδικότερα του άρθρου 7 παρ.2 αυτού, ήτοι από τη διαχείριση από τη Δ.Ε.Η., με την ιδιότητά της ως Ασφαλιστή του προσωπικού της, των πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης του άρθρου 7 του ν.4491/1966, καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, δηλαδή των καθοριζομένων στις διατάξεις αυτές, κατ' είδος και ποσοστό, εισφορών των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και άλλων ασφαλιστικών φορέων. Η αληθής έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 34 παρ.12 του ν.2773/1999 είναι ότι, το μεν Κράτος ανέλαβε την πλήρη κάλυψη όλων των οικονομικών αναγκών και εν γένει υποχρεώσεων του νέου Ασφαλιστικού Φορέα, με εγγραφή των σχετικών καταβολών στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό, η δε περιουσία που είχε σχηματισθεί από τη διαχείριση μέχρι τότε από τη Δ.Ε.Η., με την ιδιότητά της ως Ασφαλιστικού Φορέα του προσωπικού της, των πόρων που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 7 του ν.4491/1966 και 5 του ν.δ. 4202/1961, παρέμεινε ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η Α.Ε., προκειμένου να λειτουργήσει, λόγω της συμμετοχής του Κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ ΑΕ, ως αντάλλαγμα για τις καταβολές του Κράτους προς το νέο Οργανισμό (Ο.Α.Π.- Δ.Ε.Η.), και όχι ότι άλλα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε το τότε διφυές νομικό πρόσωπο της Δ.Ε.Η. Α.Ε. από τη μέχρι την ισχύ του νόμου 2773/1999 λειτουργία της ως Ασφαλιστικού Φορέα του προσωπικού της, όπως είναι και τα περιουσιακά στοιχεία που, κατά τα προεκτεθέντα, περιήλθαν στην κυριότητα αυτής, ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος το έτος 1985 Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν.163/1975, δεν ενσωματώθηκαν στην περιουσία αυτής και ότι έτσι περιέρχονται αυτά, από τη σύστασή του, στο νέο Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. Η κρίση αυτή, για την πραγματική έννοια που έχουν οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34 παρ.12 του ν.2773/1999 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που ενσωματώθηκαν στην περιουσία της Δ.Ε.Η. Α.Ε., ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος το έτος 1985 Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, δυνάμει του άρθρου 5 του ν.163/1975, συνάγεται, ιδίως, από το ότι α) με τις ρυθμίσεις που περιέχουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1, 5, 6, 11, 12 του ν.2773/1999, όπως συνάγεται και από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, σκοπήθηκε να αποκτήσει το νεοσυσταθέν Ασφαλιστικό Ταμείο (Ο.Α.Π. -Δ.Ε.Η.) οικονομική ευρωστία, η οποία κατοχυρώθηκε με τη θέσπιση υποχρεώσεως του Κράτους να το χρηματοδοτεί από τον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, και, παράλληλα, να διαφυλαχθεί και η ακεραιότητα της "ασφαλιστικής" εν γένει περιουσίας της ΔΕΗ Α.Ε. και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης, το οποίο έχει αναλάβει την πλήρη κάλυψη όλων των αναγκών του νέου ασφαλιστικού φορέα, β) μοναδική εξαίρεση του καθιερωμένου αυτού κανόνα διαφυλάξεως της ακεραιότητας της περιουσίας της Δ.Ε.Η. Α.Ε. αποτελεί η διάταξη της παραγράφου 11 του πιο πάνω άρθρου 34 του ν.2773/1999, σύμφωνα με την οποία η ΔΕΗ ΑΕ έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, χωρίς αντάλλαγμα, την κυριότητα των κτιρίων, των οχημάτων, των επίπλων και εξοπλισμών των παιδικών σταθμών, των πολυιατρείων, των κατασκηνώσεων και λοιπών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιεί κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου η Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ.
Συνεπώς, κατά τη βούληση του νομοθέτη, όλα τα άλλα ακίνητα που είχε αποκτήσει η Δ.Ε.Η. Α.Ε. από τη λειτουργία της ως Ασφαλιστικού Φορέα του προσωπικού της, παρέμειναν ενσωματωμένα στην περιουσία της και γ) όπως διαλαμβάνεται στις διατάξεις των παραγράφων 5, 6 και 12 εδ. 6 και 12 του ίδιου άρθρου 34 του ν.2773/1999, πόροι του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. είναι, οι προβλεπόμενοι κατά την ισχύουσα νομοθεσία πόροι της Δ.Ε.Η. ως ασφαλιστικού φορέα του προσωπικού της, οι καταβολές του Κράτους που εγγράφονται στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, ορισμένο ποσοστό του προϊόντος που θα αποκτά το Δημόσιο από τη διάθεση μετοχών της Δ.Ε.Η. σε τρίτους και ειδικότερα έσοδα που θα προβλεφθούν, όπως ειδικό τέλος διοδίων στις γραμμές μεταφοράς κ.λ.π. Έτσι, μεταξύ των πόρων αυτών του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η, δεν περιλαμβάνονται και οι πόροι της Δ.Ε.Η. από άλλα περιουσιακά στοιχεία που αυτή απέκτησε, ως καθολική διάδοχος του καταργηθέντος Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ. Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2773/1999, οι οποίες δεν ρυθμίζουν κατά τρόπο διαφορετικό με τις προβλέψεις των διατάξεων του άρθρου 5 του ν.163/1975 την τύχη των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στη Δ.Ε.Η. ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος το έτος 1985 Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία παρέμειναν και μετά την ισχύ του ν. 2773/1999 στην ενσωματωμένη περιουσία της Δ.Ε.Η. Α.Ε. και δεν περιήλθαν αυτοδικαίως στην κυριότητα του Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ΠΔ 51/2001, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 34 παρ. 2 του νόμου 2773/1999, και με την οποία ορίσθηκε ότι στους πόρους του ΟΑΠ-ΔΕΗ περιλαμβάνονται και τα έσοδα από τα περιουσιακά στοιχεία που ορίζει ο νόμος 163/1975, δηλαδή και τα έσοδα από τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποκτήσει η Δ.Ε.Η. ως καθολική διάδοχος του ΤΑΠ-ΗΕΑΠ ΕΗΕ, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 8 παρ. 1 του ΠΔ 51/2001 είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στην πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 34 παρ.2 του ν.2773/1999. Συγκεκριμένα, ενώ η τελευταία ορίζει ότι "με προεδρικό διάταγμα ... ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων ... τα σχετικά με τη σύσταση, την οργάνωση και τη λειτουργία του ΟΑΠ-ΔΕΗ, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια", η εν λόγω διάταξη του άρθρου 8 δεν αφορά τη σύσταση, οργάνωση ή λειτουργία του ασφαλιστικού αυτού οργανισμού, αλλά τη συγκρότηση της ρυθμιζόμενης αποκλειστικά από το νόμο 2773/1999 περιουσίας του και επιπλέον έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό του νόμου τούτου, ο οποίος καθιερώνει την αρχή της διαφυλάξεως της ακεραιότητας της περιουσίας της ΔΕΗ, με μοναδική εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία που, κατά την προαναφερόμενη διάταξη της παραγράφου 11 του ίδιου άρθρου 34 του ν. 2773/1999, έχει την υποχρέωση η Δ.Ε.Η. να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον ΟΑΠ-ΔΕΗ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την από 12-3-2003 ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ κατά των ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Το επίδικο ακίνητο, ήτοι μία πολυώροφη οικοδομή, στην Αθήνα και στη διασταύρωση των οδών ... και ..., ανήκε στην κυριότητα του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της Ηλεκτρικής Εταιρίας Αθηνών-Πειραιώς και της Ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρίας (Η.Ε.Α.Π-Ε.Η.Ε.), το οποίο καταργήθηκε με την Φ.52/1594/31-5-1985 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, όταν τα μέλη του μειώθηκαν σε λιγότερα από εκατό. Το ακίνητο αυτό, αν και περιήλθε στη ΔΕΗ και ενσωματώθηκε στην περιουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 163/1975, ακύρως μεταβιβάσθηκε από την τελευταία στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το .../29-12-1999 πωλητήριο συμβόλαιο, διότι η Δ.Ε.Η. το διαχειριζόταν ως ασφαλιστικό κεφάλαιο που λειτουργούσε υπέρ των εργαζομένων και των συνταξιούχων της ΔΕΗ, χωρίς να έχει κατά νόμο εξουσία διαθέσεως τούτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ν.163/1975, που δεν καταργήθηκε αναδρομικά με το ν.2773/1999, με τον οποίο ιδρύθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ασφαλιστικός οργανισμός, στον οποίο και μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως το παραπάνω περιουσιακό στοιχείο, καθόσον η διάταξη του άρθρου 34 παρ.11 του νόμου τούτου, επαναλαμβάνει εκ περισσού την υποχρέωση της ΔΕΗ να παραδώσει στο νέο ασφαλιστικό φορέα τα περιουσιακά αυτά στοιχεία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου ΟΑΠ-ΔΕΗ και απέρριψε ως αβάσιμες τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1-4 του ν. 163/1975 και 34 παρ. 11, 12 του ν. 2773/1999, σύμφωνα με τις οποίες τα περιουσιακά στοιχεία, που, με την κατάργηση του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, με την Φ62/1594/17-6-1985 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, περιήλθαν στην κυριότητα της Δ.Ε.Η., ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος Ταμείου, παρέμειναν και μετά την έναρξη ισχύος του ν.2773/1999 στην ενσωματωμένη περιουσία της Δ.Ε.Η. Α.Ε. και δεν περιήλθαν, βάσει των διατάξεων του άρθρου 34 παρ.11 και 12 του τελευταίου νόμου, στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η.
Επομένως τόσο οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του τελευταίου, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις της παραβίασης από το Εφετείο των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων των νόμων 163/1975 και 2.773/1999, όσο και οι από τον ίδιο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς λόγοι της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου προσθέτων λόγων της ανώνυμης εταιρίας "ΔΕΗ ΑΕ", με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι ίδιες πλημμέλειες της παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθία, ενόψει του ότι Τμήμα του ΑΠ που παρέπεμψε την υπόθεση στην παρούσα τακτική ολομέλεια έχει αποφανθεί για τους λοιπούς λόγους των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν εξολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των παραπάνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τις από 20-6-2007 και 24-6-2007, αντίστοιχα, αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ" (ΔΕΗ Α.Ε.) περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2567/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους αυτών που παραπέμφθηκαν στην Τακτική Ολομέλεια με την 226/2009 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Α.Π.
ΑΝΑΙΡΕΙ την παραπάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή του Ν.Π.Δ.Δ. «Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ» (Ο.Α.Π.-ΔΕΗ) κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της ΔΕΗ ΑΕ περί διεκδικήσεως ακινήτου, που ανήκε στο καταργηθέν το έτος 1985 «Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών-Πειραιώς και Ηλεκτρικής Εταιρείας» (Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ) και το οποίο μεταβιβάσθηκε στις 29-12-1999 από τη ΔΕΗ ΑΕ στο Ελληνικό Δημόσιο. - Σκοπός των ρυθμίσεων των άρθρων 1-3 και 5 του Ν. 163/1975 «Περί ρυθμίσεως ασφαλιστικών θεμάτων των ασφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ κ.λ.π.». Πρόβλεψη κατάργησης του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, όταν ο αριθμός των ασφαλισμένων σ' αυτό θα κατέλθει κάτω των εκατό (άρθρο 2 παρ.1 Ν. 163/1975). Έννοια των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1-4 του Ν. 163/1975: Καθιέρωση υποχρέωσης της ΔΕΗ ΑΕ ή του διαδόχου αυτής να καλύπτει τα πάσης φύσεως ελλείμματα του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ από την ισχύ του νόμου αυτού και μέχρι την κατάργηση του Ταμείου και πρόβλεψη περιέλευσης, από της καταργήσεως του, όλων των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ στη ΔΕΗ ΑΕ, ως καθολική διάδοχο αυτού (παρ. 1 και 2). Θέσπιση απαγόρευσης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου (παρ.3). Περιεχόμενο και χρονική διάρκεια της απαγόρευσης. Η πρόβλεψη για περιέλευση των περιουσιακών στοιχείων του άνω Ταμείου, σε περίπτωση μεταβολής του ισχύοντος τότε συστήματος ασφάλισης του προσωπικού ΔΕΗ και σύστασης ιδίου ασφαλιστικού φορέα, στον συσταθησόμενο νέο φορέα (παρ.4), αναφέρεται αποκλειστικά στην περίπτωση που ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα ιδρυόταν μέχρι την κατάργηση του ανωτέρω Ταμείου. Κατάργηση του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ με την Φ.62/1954/31-5-1985 Απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 του Ν. 163/1975. Περιέλευση έκτοτε όλης της περιουσίας του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, στην οποία περιλαμβάνεται και το διεκδικούμενο επίδικο ακίνητο, στη ΔΕΗ ΑΕ, ως καθολική διάδοχο αυτού (άρθρο 5 παρ.1 Ν.163/1975). Έκδοση του ν. 2773/1999. Διαχωρισμός του διφυούς νομικού προσώπου της ΔΕΗ. Ίδρυση με το άρθρο 34 αυτού του Ν.Π.Δ.Δ. «Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ» (ΟΑΠ-ΔΕΗ), ως οιονεί καθολικού διαδόχου της ΔΕΗ στην κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ. Σκοπός των ρυθμίσεων του άρθρου 34 παρ.1, 2, 5, 6, 11,12 του ν.2773/1999 η κατοχύρωση της οικονομικής ευρωστίας του ιδρυθέντος ασφαλιστικού ταμείου ΟΑΠ-ΔΕΗ, με την ανάληψη από το Κράτος της υποχρέωσης να καλύπτει όλες τις οικονομικές ανάγκες και εν γένει υποχρεώσεις του νέου ασφαλιστικού φορέα με την εγγραφή των σχετικών καταβολών στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό, και παράλληλα η διαφύλαξη της ακεραιότητας της ασφαλιστικής εν γένει περιουσίας της ΔΕΗ ΑΕ και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης, με μοναδική εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία που κατά την παράγραφο 11 του άνω άρθρου έχει υποχρέωση η ΔΕΗ ΑΕ να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον ΟΑΠ-ΔΕΗ. Μη περίληψη σ' αυτά των περιουσιακών στοιχείων που με την κατάργηση του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ περιήλθαν στην κυριότητα της ΔΕΗ Α.Ε. Παραμονή των περιουσιακών αυτών στοιχείων και μετά την ισχύ του ν.2773/1999 στην ενσωματωμένη περιουσία της ΔΕΗ ΑΕ και μη περιέλευσή τους στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΑΠ-ΔΕΗ). Αντίθετη κρίση του Εφετείου, που δέχθηκε ότι μετά τη σύσταση του ενάγοντος, ως ίδιου ασφαλιστικού φορέα, με το ν.2773/1999, η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου περιήλθε αυτοδικαίως στο τελευταίο. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το Εφετείο των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 5παρ.1-4 του ν.163/1975 και 34 παρ.11, 12 του ν.2773/1999. Βάσιμοι οι σχετικοί, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης των αιτήσεων αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και της ΔΕΗ ΑΕ. Αναίρεση της 226/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και παραπομπή στο ίδιο Δικαστήριο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 14/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1241/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1210/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 362/2.11.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 149/17-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Κ. Μιχαλόπουλο σύμφωνα με την από 15-7-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση του προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 1241/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 5047/2004 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημιά συνολικά άνω των 5.000.000 δρχ.
Κατά του βουλεύματος αυτού αυτός άσκησε την 41/2005 έφεσή του η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 336/2006 βούλευμά του. Κατά του βουλεύματος αυτού ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την 138/2006 αίτησή του αναιρέσεως επικαλούμενος απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του α. 386 του ΠΚ. Η αίτησή του αυτή έγινε δεκτή από τον Άρειο Πάγο ο οποίος με την 1138/2007 απόφασή του σε Συμβούλιο αναίρεσε το βούλευμα αυτό για απόλυτη ακυρότητα και συγκεκριμένα επειδή δεν του γνωστοποιήθηκε το πέρας της συμπληρωματικής κυρίας ανακρίσεως στην διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει . Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών επανήλθε και με το 1241/2009 βούλευμά του : α) απέρριψε την έφεσή του κατά του 5047/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) διόρθωσε και επαναδιατύπωσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη με την ακόλουθη μορφή : "Στην Καλλιθέα Αττικής στις ..., ενεργώντας κατ' επάγγελμα και συνήθεια, με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 15.000 ευρώ, έβλαψε την ξένη περιουσία προκαλώντας ζημία μεγαλύτερη επίσης των 15.000 ευρώ, πείθοντας κάποιους σε πράξη με εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα, τυγχάνων πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής (οδός Ελ. Βενιζέλου αρ. 4) εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΙΟΝ ΑΕΛΔΕ" παρέστησε στις εγκαλούσες Ψ1 και Ψ2 (μητέρα και θυγατέρα, αντίστοιχα, από τις οποίες η πρώτη έχει ήδη αποβιώσει από το έτος 2004) ότι η εν λόγω εταιρεία του μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα τους (αποταμιεύσεις τους σε Τράπεζα, που προήρχοντο από πώληση διαμερίσματος τους) με εξαιρετικά προσοδοφόρο τρόπο, αγοράζοντας για λογαριασμό τους μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες κινητές αξίες και περαιτέρω ότι, μπορούσε να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο τους, διασφαλίζοντας γι' αυτές εγγυημένη ετήσια απόδοση 23% επί των κεφαλαίων τους, κατέχοντας τους οικείους τίτλους. Όμως οι παραστάσεις αυτές του κατηγορουμένου ήταν καθ' ολοκληρίαν εν γνώσει του ψευδείς, δεδομένου ότι η ως άνω εταιρεία του - σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 §1 θ' του Ν. 2396/96, σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. 8072/ΦΕΚ Β'137/18-2-98 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - είχε, όπως και κάθε ανάλογη επιχείρηση (ΕΛΔΕ), δικαίωμα μόνον λήψης και διαβίβασης εντολών εκ μέρους επενδυτών (πελατών τους) προς τα μέλη του Χ.Α.Α. για κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και δεν νομιμοποιείτο να κατέχει κεφάλαια, κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της, ούτε πολύ περισσότερο να διαχειρίζεται αυτά πραγματοποιώντας απ' ευθείας επενδυτικές συναλλαγές στο Χ.Α.Α. Ουδεμία δε εγγύηση για σταθερά υψηλή απόδοση επενδεδυμένων κεφαλαίων μπορεί να παράσχει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή η εταιρεία του. Έτσι, με τον προεκτεθέντα απατηλό τρόπο έπεισε τις εγκαλούσες να του καταβάλουν αρχικά (στις 14-5-1998) χρηματικό ποσό 15.000.000 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια, κατά την ανανέωση της μεταξύ τους συμβάσεως στις 14-5-2000, ανήλθε στο ποσό των 18.220.000 δραχμών, κατόπιν νεώτερων καταβολών εκ μέρους των εγκαλουσών. Από το ποσό αυτό (των 18.220.000 δρχ.) ο κατηγορούμενος απέδωσε σταδιακά, το έτος 2001, στις παθούσες συνολικό ποσό 2.500.000 δρχ. και έτσι η τελική ζημία που αυτές υπέστησαν ανήλθε τελικά στο ποσό των 15.720.000 (= 18.220.000 -2.500.000) δρχ. ή 46.221,60 ευρώ, το οποίο αυτός - όπως είχε προαποφασίσει - ιδιοποιήθηκε και ωφελήθηκε παράνομα, χωρίς μάλιστα να προβεί σε οποιαδήποτε διαβίβαση εντολής για κάποια επένδυση για λογαριασμό των εγκαλουσών. Στην ανωτέρω πράξη του σε βάρος των εγκαλουσών, ο κατηγορούμενος προέβη ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή με σκοπό να ποριστεί εισόδημα για βιοπορισμό και έχοντας αναπτυγμένη και σταθερή ροπή στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε δημιουργήσει για το σκοπό αυτό με τη σύσταση της ως άνω εταιρείας - η λειτουργία της οποίας, κατόπιν σχετικών καταγγελιών, ανεστάλη με την από 25/10/2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση ανάλογων πράξεων απάτης σε βάρος και άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων ο Θ1 από τον οποίο απέσπασε και ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 24.000.000 δραχμών".
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 7-7-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτός στις 17-7-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς του στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος και ζητά την εξαφάνισή του για έλλειψη αιτιολογίας ( α. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ ) . Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται εις το παρελθόν ή εις το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωσιν της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μη εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιούται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 1054/2005 Π Λογ 2005 σελ. 931 κ. ά). Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, ο υπαίτιος είτε να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ), είτε χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, : α) κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 974/2006, ΑΠ 1564/2006, ΑΠ 2443/2003 ) και β) κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (ΑΠ 974/2006, ΑΠ 957/2005, ΑΠ 1298/2006 ). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής (οδός Ελ. Βενιζέλου αρ. 4) εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΙΟΝ ΑΕΛΔΕ". Στις ... οι εγκαλούσες Ψ1 και Ψ2 (μητέρα και θυγατέρα, αντίστοιχα, από τις οποίες η πρώτη έχει ήδη αποβιώσει από το έτος 2004), κατόπιν προτροπών οικογενειακών φίλων και της εργαζόμενης στην εταιρεία Ε1, επισκέφθηκαν τα γραφεία της εταιρείας όπου ο κατηγορούμενος τις διαβεβαίωσε ότι η εν λόγω εταιρεία του μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα τους (αποταμιεύσεις τους σε Τράπεζα, που προήρχοντο από πώληση διαμερίσματος τους) με εξαιρετικά προσοδοφόρο τρόπο, αγοράζοντας για λογαριασμό τους μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες κινητές αξίες και περαιτέρω ότι, μπορούσε να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο τους, διασφαλίζοντας γι' αυτές εγγυημένη ετήσια απόδοση 23% επί των κεφαλαίων τους, κατέχοντας τους οικείους τίτλους. Όμως οι παραστάσεις αυτές του κατηγορουμένου ήταν καθ' ολοκληρίαν εν γνώσει του ψευδείς, δεδομένου ότι η ως άνω εταιρεία του - σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 §1 θ' του Ν. 2396/96, σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. 8072/ΦΕΚ Β'137/18-2-98 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - είχε, όπως και κάθε ανάλογη επιχείρηση (ΕΛΔΕ), δικαίωμα μόνον λήψης και διαβίβασης εντολών εκ μέρους επενδυτών (πελατών τους) προς τα μέλη του Χ.Α.Α. για κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και δεν νομιμοποιείτο να κατέχει κεφάλαια, κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της, ούτε πολύ περισσότερο να διαχειρίζεται αυτά πραγματοποιώντας απ' ευθείας επενδυτικές συναλλαγές στο Χ.Α.Α. Ουδεμία δε εγγύηση για σταθερά υψηλή απόδοση επενδεδυμένων κεφαλαίων μπορεί να παράσχει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή η εταιρεία του. Έτσι, με τον προεκτεθέντα απατηλό τρόπο έπεισε τις εγκαλούσες να του καταβάλουν αρχικά (στις 14-5-1998) χρηματικό ποσό 15.000.000 δραχμών (ίδ. αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής της EUROBANK). To ποσό δε αυτό στη συνέχεια, κατά την ανανέωση της μεταξύ τους συμβάσεως στις 14-5-2000, ανήλθε στο ποσό των 18.220.000 δραχμών, κατόπιν νεώτερων καταβολών εκ μέρους των εγκαλουσών. Σημειώνεται ότι κατά τη νέα σύμβαση, στις 14-5-2000, ο κατηγορούμενος πιστοποίησε και εγγράφως την καταβολή του ποσού των 18.220.000 δρχ. (=53.470,29 ευρώ) καθώς και την δήθεν εγγυημένη απόδοση του κεφαλαίου σε ποσοστό 23% (ίδ. από 14-5-00 έγγραφο άνευ υπογραφών που προσκόμισαν οι εγκαλούσες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους). Από το ποσό αυτό (των 18.220.000 δρχ.) ο κατηγορούμενος απέδωσε σταδιακά, το έτος 2001, στις παθούσες συνολικό ποσό 2.500.000 δρχ.-(ίδ. από 30-9-05 κατάθεση Ψ1) και έτσι η τελική ζημία που αυτές υπέστησαν ανήλθε τελικά στο ποσό των 15.720.000 (= 18.220.000 - 2.500.000) δρχ. ή 46.221,60 ευρώ. Το χρηματικό αυτό ποσό ιδιοποιήθηκε και ωφελήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος - όπως είχε προαποφασίσει - χωρίς μάλιστα να προβεί σε οποιαδήποτε διαβίβαση εντολής για κάποια επένδυση για λογαριασμό των εγκαλουσών, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.... έγγραφο του Κεντρικού Αποθετηρίου Αθηνών (σύμφωνα με το οποίο, μετά από σχετικές αναζητήσεις, δεν βρέθηκε μερίδα και λογαριασμός αξιών με τα στοιχεία των εγκαλουσών).
Στην ανωτέρω πράξη του σε βάρος των εγκαλουσών, ο κατηγορούμενος προέβη ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή με σκοπό να ποριστεί εισόδημα για βιοπορισμό και έχοντας αναπτυγμένη και σταθερή ροπή στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας του, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε δημιουργήσει για το σκοπό αυτό με τη σύσταση της ως άνω εταιρείας - η λειτουργία της οποίας, κατόπιν σχετικών καταγγελιών, ανεστάλη με την από 25/10/2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς -καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση ανάλογων πράξεων απάτης σε βάρος και άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων ο Θ1 από τον οποίο απέσπασε και ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 24.000.000 δραχμών (ίδ. από 20-1-2002 κατάθεση Θ1).
Συνεπώς, κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, καθίσταται πρόδηλο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου για την εν προκειμένω αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 ευρώ και - επομένως -ορθά κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι αυτός πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ενταύθα Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικαστεί για τη συγκεκριμένη πράξη. Κατά συνέπεια, η παρούσα έφεση κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια, ενώ συγχρόνως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 319 §3 του ΚΠΔ, πρέπει να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα και να επιβληθούν (κατ' άρθρο 583 §1 του ΚΠΔ) τα οικεία δικαστικά έξοδα - εκ 220 ευρώ - σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, από τη θεώρηση της διαλαμβανόμενης στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος κατηγορίας προκύπτουν σφάλματα επιδεχόμενα διορθώσεως αναφορικά ιδίως με τον χρόνο τέλεσης της πράξης και το ύψος της ζημίας που επήλθε στην περιουσία των εγκαλουσών. Ειδικότερα, ο χρόνος τέλεσης της πράξης ανάγεται (ορθά) σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις 14-5-1998, όταν το πρώτον έλαβαν χώρα οι απατηλές παραστάσεις (ενώ συγχρόνως πραγματοποιήθηκε και η καταβολή του αρχικού ποσού των 15.000.000 δρχ.) και όχι στις 14-5-2000, οπότε καταρτίστηκε νέα σύμβαση και προσδιορίστηκε το έως τότε καταβληθέν ποσό σ' αυτό των 18.220.000 δρχ. Εξάλλου, στο πρωτόδικο βούλευμα (στο κεφάλαιο της κατηγορίας) προσδιορίζεται η εκ της απάτης επελθούσα ζημία στο ποσό των 18.220.000 δρχ., ενώ θα πρέπει να αφαιρεθεί το χρηματικό ποσό των 2.500.000 δρχ. που απέδωσε ο κατηγορούμενος στις εγκαλούσες το έτος 2001, δηλαδή να προσδιοριστεί το ποσό της ζημίας σ' αυτό των 15.720.000 δρχ. (= 18.220.000 - 2.500.000) ή 46.221,60 ευρώ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να διορθωθεί και να επαναδιατυπωθεί η προκείμενη σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία στο σύνολο της, δηλαδή και ως προς τα προαναφερθέντα σημεία, αλλά και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την υπόθεση - δικαίωμα που έχει το παρόν Συμβούλιο κατ' άρθρο 317 του ΚΠΔ.
Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στην διάταξη περί απάτης του α. 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ. χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αναφέρει: α) τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου προς τις παθούσες β) την αλήθεια που αυτός γνώριζε γ) την παραπλάνηση από τις παραστάσεις αυτές των παθουσών δ) την περιουσιακή διάθεση εκ μέρους τους προς αυτόν ε) την ιδιοποίηση των ποσών που του δόθηκαν στον σκοπό του για πορισμό εισοδήματος από την δραστηριότητά του με βάση την υποδομή που είχε διαμορφώσει και ζ) την ροπή του σε τέλεση αναλόγων πράξεων . Ακόμα το ίδιο βούλευμα έχει λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας χωρίς για την σχετική αιτιολογία να ήταν αναγκαίο να αναφέρει, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, ποιος προσκόμισε τα έγγραφα αυτά (ΑΠ 1151/2006, ΑΠ 1071/2005). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 149/17-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατοίκου ... κατά του 1241/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 22 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου (εξ) αυτών ούτε είναι απαραίτητη ή αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις (του Συντ. και του ΚΠΔ) αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης, όσον αφορά τα προκύψαντα από την ανάκριση και την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά ως και τις σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο αυτό των ιδίων περιστατικών αποδείξεων και συλλογισμών (ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, συμπληρωματικά). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1241/2009 βούλευμα αυτού (Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, εδέχθη τα εξής: "Από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν στη δικογραφία - δηλαδή των έγκληση, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και τις απολογίες που λήφθηκαν, σε συνδυασμό προς την υπό κρίση έφεση - προκύπτουν με σαφήνεια τα εξής ουσιώδη περιστατικά: "Ο εκκαλών κατηγορούμενος υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής (οδός Ελ. Βενιζέλου αρ. 4) εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΚΤΙΟΝ ΑΕΛΔΕ". Στις ... οι εγκαλούσες Ψ1 και Ψ2 (μητέρα και θυγατέρα, αντίστοιχα, από τις οποίες η πρώτη έχει ήδη αποβιώσει από το έτος 2004), κατόπιν προτροπών οικογενειακών φίλων και της εργαζόμενης στην εταιρεία Ε1, επισκέφθηκαν τα γραφεία της εταιρείας όπου ο κατηγορούμενος τις διαβεβαίωσε ότι η εν λόγω εταιρεία του μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα τους (αποταμιεύσεις τους σε Τράπεζα, που προήρχοντο από πώληση διαμερίσματος τους), με εξαιρετικά προσοδοφόρο τρόπο, αγοράζοντας για λογαριασμό τους μετοχές εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες κινητές αξίες και περαιτέρω ότι, μπορούσε να διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο τους, διασφαλίζοντας γι' αυτές εγγυημένη ετήσια απόδοση 23% επί των κεφαλαίων τους, κατέχοντας τους οικείους τίτλους. Όμως οι παραστάσεις αυτές του κατηγορουμένου ήταν καθ' ολοκληρίαν εν γνώσει του ψευδείς, δεδομένου ότι η ως άνω εταιρεία του - σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 §1 θ' του Ν. 2396/96, σε συνδυασμό προς την υπ' αριθμ. 8072/ΦΕΚ Β' 37/18-2-98 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - είχε, όπως και κάθε ανάλογη επιχείρηση (ΕΛΔΕ), δικαίωμα μόνον λήψης και διαβίβασης εντολών εκ μέρους επενδυτών (πελατών τους) προς τα μέλη του Χ.Α.Α. για κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και δεν νομιμοποιείτο να κατέχει κεφάλαια, κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκαν σε πελάτες της, ούτε πολύ περισσότερο να διαχειρίζεται αυτά πραγματοποιώντας απ' ευθείας επενδυτικές συναλλαγές στο Χ.Α.Α. Ουδεμία δε εγγύηση για σταθερά υψηλή απόδοση επενδεδυμένων κεφαλαίων μπορεί να παράσχει ο ίδιος ο κατηγορούμενος ή η εταιρεία του. Έτσι, με τον προεκτεθέντα απατηλό τρόπο, έπεισε τις εγκαλούσες να του καταβάλουν αρχικά (στις 14-5-1998) χρηματικό ποσό 15.000.000 δραχμών (ίδ. αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής της EUROBANK). To ποσό δε αυτό στη συνέχεια, κατά την ανανέωση της μεταξύ τους συμβάσεως στις 14-5-2000, ανήλθε στο ποσό των 18.220.000 δραχμών, κατόπιν νεώτερων καταβολών εκ μέρους των εγκαλουσών. Σημειώνεται ότι κατά τη νέα σύμβαση, στις 14-5-2000, ο κατηγορούμενος πιστοποίησε και εγγράφως την καταβολή του ποσού των 18.220.000 δρχ. (=53.470,29 ευρώ) καθώς και την δήθεν εγγυημένη απόδοση του κεφαλαίου σε ποσοστό 23% (ίδ. από 14-5-00 έγγραφο άνευ υπογραφών που προσκόμισαν οι εγκαλούσες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους). Από το ποσό αυτό (των 18.220.000 δρχ.) ο κατηγορούμενος απέδωσε σταδιακά, το έτος 2001, στις παθούσες συνολικό ποσό 2.500.000 δρχ. (ίδ. από 30-9-05 κατάθεση Ψ1) και έτσι η τελική ζημία που αυτές υπέστησαν ανήλθε τελικά στο ποσό των 15.720.000 (= 18.220.000 - 2.500.000) δρχ. ή 46.221,60 ευρώ. Το χρηματικό αυτό ποσόν ιδιοποιήθηκε και ωφελήθηκε παράνομα ο κατηγορούμενος - όπως είχε προαποφασίσει - χωρίς μάλιστα να προβεί σε οποιαδήποτε διαβίβαση εντολής για κάποια επένδυση για λογαριασμό των εγκαλουσών, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.... έγγραφο του Κεντρικού Αποθετηρίου Αθηνών (σύμφωνα με το οποίο, μετά από σχετικές αναζητήσεις, δεν βρέθηκε μερίδα και λογαριασμός αξιών με τα στοιχεία των εγκαλουσών). Στην ανωτέρω πράξη του σε βάρος των εγκαλουσών, ο κατηγορούμενος προέβη ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή με σκοπό να ποριστεί εισόδημα για βιοπορισμό και έχοντας αναπτυγμένη και σταθερή ροπή στη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε δημιουργήσει για το σκοπό αυτό με τη σύσταση της ως άνω εταιρείας - η λειτουργία της οποίας, κατόπιν σχετικών καταγγελιών, ανεστάλη με την από 25/10/2001 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς - καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση ανάλογων πράξεων απάτης σε βάρος και άλλων προσώπων, μεταξύ των οποίων ο Θ1, από τον οποίο απέσπασε και ωφελήθηκε παράνομα το ποσό των 24.000.000 δραχμών (ίδ. από 20-1-2002 κατάθεση Θ1).
Συνεπώς, κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, καθίσταται πρόδηλο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα κατηγορουμένου για την εν προκειμένω αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 15.000 ευρώ και - επομένως - ορθά κρίθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι αυτός πρέπει να παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ενταύθα Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικαστεί για τη συγκεκριμένη πράξη. Κατά συνέπεια, η παρούσα έφεση κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια, ενώ συγχρόνως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 319 §3 του ΚΠΔ, πρέπει να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα και να επιβληθούν (κατ' άρθρο 583 §1 του ΚΠΔ) τα οικεία δικαστικά έξοδα - εκ 220 ευρώ - σε βάρος του εκκαλούντα κατηγορουμένου. Περαιτέρω, από τη θεώρηση της διαλαμβανόμενης στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος κατηγορίας προκύπτουν σφάλματα επιδεχόμενα διορθώσεως αναφορικά ιδίως με τον χρόνο τέλεσης της πράξης και το ύψος της ζημίας που επήλθε στην περιουσία των εγκαλουσών. Ειδικότερα, ο χρόνος τέλεσης της πράξης ανάγεται (ορθά)σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις 14-5-1998, όταν το πρώτον έλαβαν χώρα οι απατηλές παραστάσεις (ενώ συγχρόνως πραγματοποιήθηκε και η καταβολή του αρχικού ποσού των 15.000.000 δρχ.) και όχι στις 14-5-2000, οπότε καταρτίστηκε νέα σύμβαση και προσδιορίστηκε το έως τότε καταβληθέν ποσό σ' αυτό των 18.220.000 δρχ. Εξάλλου, στο πρωτόδικο βούλευμα (στο κεφάλαιο της κατηγορίας) προσδιορίζεται η εκ της απάτης επελθούσα ζημία στο ποσό των 18.220.000 δρχ., ενώ θα πρέπει να αφαιρεθεί το χρηματικό ποσό των 2.500.000 δρχ. που απέδωσε ο κατηγορούμενος στις εγκαλούσες το έτος 2001, δηλαδή να προσδιοριστεί το ποσό της ζημίας σ' αυτό των 15.720.000 δρχ. (18.220.000 -2.500.000) ή 46.221,60 ευρώ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να διορθωθεί και να επαναδιατυπωθεί η προκείμενη σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία στο σύνολο της, δηλαδή και ως προς τα προαναφερθέντα σημεία, αλλά και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την υπόθεση - δικαίωμα που έχει το παρόν Συμβούλιο κατ' άρθρο 317 του ΚΠΔ".
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άνω, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παρεπέμφθη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, ως και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27, 386 παρ. 1-3 ΠΚ και ειδικότερα, τα αποδεικτικά μέσα όλα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη και δη "τα έγγραφα που προσκομίστηκαν", χωρίς να απαιτείται να αναφέρει από ποίον έχουν προσκομισθεί, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την εκ του άρθρου 484 παρ. 1 δ' ΚΠΔ αιτίαση, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του ότι κυρίως δεν αναφέρει "εάν τα έγγραφα που προσκομίστηκαν είναι από τους μηνυτάς ή από τους κατηγορουμένους" και ούτω δημιουργείται ασάφεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε, υπό την επίκληση του άνω λόγου προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, και δη ότι αναφέρονται "περιστατικά τα οποία δεν απεδείχθησαν, αλλά τα αποδειχθέντα είναι παντελώς ξένα και αντίθετα με τα αναγραφόμενα εις το σκεπτικό και το διατακτικό του βουλεύματος", αυτός (ο λόγος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί βάλλουν κατά των ουσιαστικών παραδοχών του βουλεύματος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 149/17 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1241/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Υπάρχει και όταν το Συμβούλιο παραπέμπει στην Εισαγγελική πρόταση που είναι αιτιολογημένη. Αρκεί να αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη χωρίς να απαιτείται να αναφέρει από ποιον διάδικο προσκομίσθηκαν. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 15/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., κρατούμένου εν ζωή στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της 107, 108, 197, 198, 199/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ..., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1192/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, λόγω θανάτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εκ της διατυπώσεως του άρθρου 514 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, αν ο κατηγορούμενος αποβιώσει μετά την άσκηση της αναιρέσεώς του, οφείλει εφαρμόζων την γενικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 370 εδ. β' ΚΠΔ να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, την ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ..., κατεδικάσθη δια της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 107-108-197-198-199/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών δια την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά της οποίας ήσκησε την κρινομένη από 20 Ιουλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως. Όμως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Καλλιθέας Αττικής Αντωνίου Δήμητρας ότι ο άνω κατηγορούμενος-αναιρεσείων απεβίωσε την 13/10/2009. Ούτω, κατ' εφαρμογήν των αναφερομένων διατάξεων, πρέπει να αναιρεθεί η ανωτέρω πληττομένη απόφαση και να παύσει οριστικώς ή κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 107-108-197-198-199/2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικώς την κατά του κατηγορουμένου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την κατ' αυτού τελεσθείσα αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (τελεσθείσης) σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, στην Αθήνα την 18/12/2002, εις βάρος της ....
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 514, 370 εδ. β΄ ΚΠΔ. Όταν ο αναιρεσείων αποβιώσει μετά την άσκηση της αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παύει οριστικώς την ποινική δίωξη.
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως
|
Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Κατηγορούμενου θάνατος .
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 18/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζάρρα, περί αναιρέσεως της 19607/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 504/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΑΠΟλ 6/94 και 4/95). Σε περίπτωση δε, που, με το ένδικο μέσο, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η, από την αιτία αυτή, αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, που ήταν γνωστή στην εισαγγελική αρχή, που παρήγγειλε την επίδοση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 19607/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 2017/4-6-2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 41419/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, μετατραπείσα προς 1500 δραχμές ημερησίως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ εξακολούθηση. Από την σχετική υπ' αριθμ. 2017/4-6-2008 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, φερόμενη στην έφεση, ως κάτοικος ...άνευ προσδιορισμού της οδού, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, πρόβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "...δικαιολογείται δε το εκπρόθεσμο της ασκήσεως αυτής εκ του ότι ουδέποτε έλαβα γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε της αποφάσεως. Το κλητήριο θέσπισμα κοινοποιήθηκε την 2-3-99 στον Δήμαρχο ....διότι φερόμουν ως κάτοικος οδού ... στην ..., όπου δεν ανευρέθην και κοινοποιήθηκε ως αγνώστου διαμονής αν και ήμουν γνωστής διαμονής από το έτος 1992 κατοικώ στην οδό ...στο Δήμο .... Το αυτό έγινε και με την ερήμην καταδικαστική απόφαση, που κοινοποιήθηκε την 16-5-00 στον Δήμαρχο .... Σημειωτέον ότι από το 1995 ως το τέλος του 1998 ασκούσα ατομική επιχείρηση εμπορίας ειδών υγιεινής με έδρα ... στα ... και ήδη Δήμου .... Γνώση δε της απόφασης έλαβα μόλις την 2-6-08 μετά από έλεγχο των αστυνομικών οργάνων του Α.Τ. ...στο κατάστημα που εργάζομαι στον Δήμο .....". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή της ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή της, αν την φερόμενη, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ή είχε περιέλθει σε γνώση της τελευταίας κατά κάποιο άλλο τρόπο, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως, στην οποία επαναλαμβάνει τα ίδια και αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της. Εξ άλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως την ...της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 41419/19-7-1999 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσ/νικης, κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής, το όργανο που ενήργησε την επίδοση (αστυφύλακας ... του ...Α.Τ. ...) και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 4-6-2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για άσκησή της. Η αιτιολογία της αποφάσεως του δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται εις αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει την ημερομηνία εκδόσεως της εκκαλουμένης, το χρόνο της επιδόσεως της, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν πρόβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας της που επικαλέσθηκε με αυτήν, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, ούτε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση, νομίμως αυτή αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία της, δηλαδή την οδό .... Η διεύθυνση αυτή προέκυπτε, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, από τα 10 έγγραφα της πληρώτριας των επιταγών τραπέζης, με τα οποία γνωστοποιήθηκε η μη πληρωμή τους και διαβιβάσθηκαν στον Εισαγγελέα, αντίγραφα των ισάριθμων ακάλυπτων επιταγών, προκειμένου να ασκήσει την δέουσα ποινική δίωξη σε βάρος της εκδότριας αυτών - αναιρεσείουσας για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, πράξη η οποία τότε διωκόταν αυτεπαγγέλτως, την διεύθυνση δε αυτή είχε δηλώσει η ίδια στην πληρώτρια τράπεζα όταν της χορηγήθηκε το μπλοκ των επιταγών. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με το ζήτημα ότι νομίμως αναζητήθηκε η αναιρεσείουσα στην ανωτέρω διεύθυνση ..., η οποία και ήταν η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παράγγειλε την επίδοση και λόγω μη ανευρέσεως της, επακολούθησε νομίμως η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και δεν τύγχανε άκυρη, με αποτέλεσμα να αρχίσει έκτοτε η προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, η οποία και παρήλθε όταν μετά 8 έτη ασκήθηκε αυτή, με αποτέλεσμα να έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και να τυγχάνει απαράδεκτη. Εφόσον δε, ούτε με την έφεση, ούτε κατά την συζήτηση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης, προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, ότι την διεύθυνση στην οποία, όπως ισχυρίσθηκε, κατοικούσε την κατέστησε και με ποιο τρόπο γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε ότι αυτή την γνώριζε κατά άλλο τρόπο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούταν να ερευνήσει την βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, και αν αυτή διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση, ως εκ περισσού δε τον ερεύνησε και εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο, ούτε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επ αυτού, παρόλα ταύτα όμως διέλαβε. Επίσης η αναιρεσείουσα ουδόλως πρόβαλε, κατά την αποδεικτική διαδικασία, ότι, από τα ανωτέρω έγγραφα της Τραπέζης, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, αναγνώσθηκαν χωρίς να προβεί κατ άρθρο 358 ΚΠΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος της που την εκπροσώπησε, σε οποιαδήποτε παρατήρηση ή σχολιασμό του περιεχομένου τους, προέκυπτε ότι ως διεύθυνση κατοικίας της αναφερόταν η ως άνω οδός και αριθμός ... του Δήμου ...και όχι του Δήμου ..., όπως δέχθηκε το Δικαστήριο, το οποίο αιτιάται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και επί του ζητήματος αυτού. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Αβάσιμος επίσης είναι ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και μη κίνηση της προθεσμίας εφέσεως και δια τον πρόσθετο λόγο του ότι επιδόθηκε απόσπασμα και όχι αντίγραφο αυτής, όπως θα έπρεπε, διότι, για την κίνηση της προθεσμίας εφέσεως, αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠΟλ3,4/2002). Αβάσιμος επίσης είναι και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, διότι δεν παρασχέθηκε η άνεση χρόνου στην συνήγορό της να προβάλλει όλους τους κατατείνοντας στην υπεράσπιση της εφέσεως της και στην ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης κατά τις διατάξεις περί αγνώστου διαμονής (άρθρο 156 ΚΠΔ) και μη κινήσεως της προθεσμίας εφέσεως ισχυρισμούς της, με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος υπεράσπισής της (171 παρ. 1 δ και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, τα οποία τηρούνται συνοπτικά, προκύπτει ότι δόθηκε ο λόγος στην συνήγορο της αναιρεσειούσης η οποία ανέπτυξε τους λόγους που δικαιολογούσαν την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως και τους εν γένει ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και δεν παράγεται ακυρότητα της διαδικασίας εκ του ότι δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά αναλυτικά οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, αφού δεν επικαλείται ούτε προκύπτει ότι ζήτησε να καταχωρηθούν και το Δικαστήριο αρνήθηκε την καταχώρηση. Τέλος αβάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη μη εφαρμογή από την προσβαλλομένη απόφαση των επιεικέστερων νόμων 2408/1996 και 2721/1999, κατά τους οποίους απαιτείται πλέον η υποβολή εγκλήσεως για την άσκηση της ποινικής διώξεως ή δήλωση του δικαιουμένου σε υποβολή της για την συνέχιση της αυτεπαγγέλτως ασκηθείσης, αντίστοιχα, και μη παύση οριστικά της ποινικής διώξεως, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου της ανωτέρω πράξεως δια παραγραφής, διότι αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνον εφ` όσον κρινόταν αιτιολογημένα ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, οπότε το Δικαστήριο, αφού την έκανε τυπικά δεκτή, θα αποφάσιζε, αυτεπαγγέλτως, για τα ζητήματα αυτά, όταν όμως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, όπως εν προκειμένω, δεν νοείται πλέον εφαρμογή επιεικέστερης διάταξης ή των περί παραγραφής διατάξεων (ΑΠ Ολ 3/1995, ΑΠ 896/2006, ΑΠ 1384/2005, ΑΠ 731,885,1039/2003).
Συνεπώς και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως της ..., για αναίρεση της 19607/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης. Η απόφαση πρέπει να περιέχει τον χρόνο έκδοσης της απόφασης, το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου και το αποδεικτικό επιδόσεως. Επίδοση ως αγνώστου διαμονής σε κατηγορούμενο γνωστής διαμονής. Λόγοι αναίρεσης: Αιτιολογία. Σε περίπτωση που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκκαλούντος και το άγνωστο της διαμονής του και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ Ολ. 6/1994, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 722/2007, ΑΠ 89, 90, 91, 94/2008, ΑΠ 999/2006). Πρέπει όμως ο εκκαλών να επικαλείται ότι είχε γνωστοποιήσει την διαμονή του στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση ή ότι είχε περιέλθει σε γνώση της κατά κάποιο άλλο τρόπο (ΑΠ 89/2008, ΑΠ 787/2007, ΑΠ 745/2006). Για την κίνηση της προθεσμίας της εφέσεως αρκεί και η επίδοση αποσπάσματος της εκκαλουμένης (ΑΠ Ολ. 3, 4/2002) -.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 19/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Φυτράκη, περί αναιρέσεως της 1432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 536/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται από τα άρθρα 229 παρ.1 και 224 παρ.2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι, στην πρώτη περίπτωση, εκείνος που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι'αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει ψέματα ή αρνείται ή απομακρύνει την αλήθεια. 'Ετσι για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ.1 ΠΚ και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ.2 ΠΚ. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώμη αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έγιναν δεκτά ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτή αποδεικτικών μέσων, τα εξής: "αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη α) εν γνώσει της καταμήνυσε τον μηνυτή ψευδώς ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης και απειλής σε βάρος της και β) επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών την πιο πάνω μήνυσή της η οποία ήταν ψευδής, καθόσον προέκυψε ότι ο μηνυτής ουδέποτε την απείλησε, την εξύβρισε ή γενικά της συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο ανάρμοστο ή παράνομο..., όπως διευκρινίζεται παρακάτω στο διατακτικό της απόφασης". Περαιτέρω στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Ειδικότερα, κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πατρών την από 20-5-2002 μήνυσή της στρεφομένη κατά του νυν εγκαλούντος Αστυφύλακα Ψ, ότι δήθεν την 23 Μαρτίου 2002, κατά τη διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας του, και ενώ μετέβη στην οδό..., στην πλατεία ... στην ..., προκειμένου να επιληφθεί περιστατικού τροχαίου ατυχήματος εκεί, την απείλησε και την εξύβρισε απευθύνοντάς της τις κάτωθι μειωτικές για το πρόσωπό της εκφράσεις και συγκεκριμένα: "Φύγε από εδώ μωρή, όπως γουστάρω εγώ θα σου μιλάω, συλλαμβάνεσαι κλπ". Πάντα τα ανωτέρω είναι ψευδή, γεγονός το οποίο γνώριζε άριστα η κατηγορουμένη, καθ'όσον ουδέποτε ο μηνυτής την απείλησε, την εξύβρισε ή γενικά της συμπεριφέρθη κατά τρόπο ανάρμοστο ή παράνομο. Αυτός κατά την 23 Μαρτίου 2002 εκτελούσε υπηρεσία δικυκλιστή από 13.00 έως ώρα 19.00 στον Α" τομέα της πόλεως των .... Περί ώρα 15.30 διετάχθη, μαζί με τον συνάδελφο ... να επιληφθούν κάποιου περιστατικού και συγκεκριμένα προσκρούσεως οχήματος, που είχε λάβει χώρα λίγο πριν στην οδό ... στην πλατεία ... στην .... Πράγματι μετέβησαν επί τόπου και επεδόθη κλήση στο υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ..., το οποίο ήταν παράνομα σταθμευμένο και παρεμπόδιζε την ελεύθερη κυκλοφορία των οχημάτων. Ο ιδιοκτήτης του ως άνω αυτοκινήτου ήταν πελάτης του καταστήματος που διατηρεί η κατηγορουμένη σε εκείνο το σημείο. Κατά την στιγμή επιδόσεως από μέρους του της κλήσεως στον άνω ιδιοκτήτη του παρανόμως αυτοκινήτου του, η κατηγορουμένη εξήλθε του καταστήματος που διατηρεί και του επετέθη λεκτικώς, απευθύνοντάς του την εξής έκφραση: "Είσαι καουμπόης και Λούκυ Λουκ και δεν ξέρεις τη δουλειά σου, 'Αντε ρούφα το αυγό σου", εκφράσεις που συνιστούν το αδίκημα της αντιστάσεως και της απείθειας. Για τις ως άνω πράξεις της η κατηγορουμένη συνελήφθη κατά την αυτόφωρη διαδικασίας και, κατόπιν διενέργειας προανακρίσεως, παρεπέμφθη στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών, ο οποίος άσκησε σε βάρος της ποινική δίωξη και όρισε ρητή δικάσιμο για την εκδίκαση της υποθέσεως. Η ανωτέρω μήνυση υπεβλήθη εν γνώσει της αθωότητας του καταγγελομένου προσώπου, δηλαδή του μηνυτού και εκ δολίας προαιρέσεως, με την έννοια ότι αυτή γνώριζε πολύ καλά ότι οι αξιόποινες πράξεις οι οποίες καταγγέλθησαν ήταν ψευδείς, η δε πραγματικότητα ήταν αυτή η οποία προεξετέθη. Εις την καταγγελία δε αυτή προέβη απλώς και μόνο με το σκοπό της προκλήσεως της ποινικής διώξεως σε βάρος του προσώπου το οποίο κατήγγειλε, δηλαδή του μηνυτού, πράγμα και το οποίο εν μέρει πέτυχε, καθόσον διετάχθη από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης προς διεύρυνση των καταγγελιών της. Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυς, ενώπιον αρμοδίας αρχής να ενεργεί ένορκο εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή και συγκεκριμένα, επιβεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημ/κών Πατρών την άνω μήνυση, το περιεχόμενο δε αυτής γνώριζε η κατηγορουμένη ότι ήταν ψευδές, ενώ τα αληθή ήσαν τα προαναφερθέντα". Με τις παραδοχές αυτές, με την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελεί ενιαίο όλο περιέχονται εκτός από τα τυπικά στοιχεία, πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως αυτών στο σκεπτικό, το δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη την συνολική ποινή των τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο της αναιρεσείουσας, τόσο ως προς τη διάπραξη του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως, όσο και της ψευδορκίας μάρτυρα, της γνώσης δηλαδή της αναιρεσείουσας ότι η από 20-5-2002 μήνυση την οποία υπέβαλε εναντίον του αστυνομικού Ψ, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως εξεταζόμενη ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, ήταν εντελώς ψευδής και ότι την υπέβαλε με σκοπό να επιτύχει την ποινική καταδίωξη του ως άνω αστυνομικού, παραθέτοντας τα περιστατικά που δικαιολογούν τη γνώση της αυτή. Επομένως ο πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως σε σχέση με το στοιχείο του δόλου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι αναγκαίο να περιέχονται, με ποινή ακυρότητας αυτού, διατάξεις που προβλέπουν την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρ. 61 και 63 ΠΚ) επί καταδίκης σε φυλάκιση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν προσδιορίζουν την πράξη. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως ότι εσφαλμένα και αναιτιολόγητα το δικαστήριο απέρριψε την νομοτύπως προβληθείσα ένστασή της περί ακυρότητας του επιδοθέντος σ'αυτήν κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω μη παράθεσης σ'αυτό του άρθρου του ΠΚ που προέβλεπε την παρεπόμενη ποινή της στέρησης των πολιτικών της δικαιωμάτων, που προβλεπόταν για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το δικαστήριο, με βάση τα παραπάνω ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε την ένσταση αυτή της κατηγορουμένης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ.2, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η μη ανάγνωση εγγράφου και, προκειμένου περί φωτογραφιών, σχεδιαγραμμάτων κλπ. η μη επίδειξη και επισκόπηση τούτων, δημιουργεί τον εκ του λόγου 510 παρ.1 στοιχ. α' και γ' λόγο αναιρέσεως, όταν τα έγγραφα αυτά η οι φωτογραφίες κλπ, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης περί ενοχής ή της αθωότητας ή της επιβλητέας ποινής στον κατηγορούμενο, γιατί έτσι, αφενός δεν δίδεται η δυνατότητα σ'αυτόν να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ως άνω Κώδικα, αφετέρου δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και της κατ'αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Τούτο δεν ισχύει, όταν το έγγραφο αυτό ιστορικώς και μόνο αναφέρεται στην απόφαση, και δεν άσκησε επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου ή όταν το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα στοιχεία που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για να σχηματίσει την περί ενοχής κρίση του. Περαιτέρω οι φωτογραφίες "δεν αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, ύστερα από επίδειξη τους για τον σκοπό αυτό, από τον διευθύνοντα την διαδικασία.
Συνεπώς, όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγιγνώσκονται, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την έννοια της επισκόπησης αυτών, μετά από προηγούμενη επίδειξή τους, από τους παράγοντες της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά (σελίδα 8) "επιδείχθηκαν" από τον διευθύνοντα τη διαδικασία ¨και τρεις φωτογραφίες". Ανεξάρτητα από το ότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό που το συμπληρώνει οι φωτογραφίες αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη για την κήρυξε της ενοχής της αναιρεσείουσας, η γενόμενη μνεία στα πρακτικά "ότι επιδείχθηκαν", με την έννοια ότι επισκοπήθηκαν, ήταν αρκετή, για να υποδηλώσει ότι επιδείχθηκαν σε όλους τους παράγοντες της δίκης, επομένως και στην αναιρεσείουσα. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.α' και γ' ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως ότι για την κήρυξη της ενοχής της αναιρεσείουσας το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τρεις φωτογραφίες, χωρίς να προκύπτει σαφώς από τα πρακτικά ότι ο διευθύνων τη συζήτηση τις επέδειξε και σ'αυτήν, προκειμένου να επιφέρει τις παρατηρήσεις της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2009 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1432/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Ψευδής καταμήνυση. Πλήρης και σαφής αιτιολογία του άμεσου δόλου. Περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος. Δεν είναι απαραίτητη η παράθεση των διατάξεων που προβλέπουν παρεπόμενη ποινή. Ανάγνωση εγγράφων που ιστορικώς αναφέρονται, "ανάγνωση"- επισκόπηση φωτογραφιών.
|
Ψευδορκία
|
Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία.
| 0
|
Αριθμός 23/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 139/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον ....
Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 969/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 261/4.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. 2/21-5-2009 αίτηση αναίρεσης του ... κατά της με αριθμ. 139/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για διακεκριμένες κλοπές τετελεσμένες & σε απόπειρα από δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και συνήθεια, κατ' εξακολούθηση και εκθέτω τα παρακάτω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...." προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256 ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260).
Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση ή στο ενσωματούμενο σ' αυτήν υπόμνημα να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι σαφείς. Και σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 295/2001 ΠΧ ΝΑ 975 ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης, δεν προκύπτει σαφής και συγκεκριμένος λόγος τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τρόπο συγκεχυμένο και ασαφή αναφέρεται στο ότι "η ποινή του δεν αντιστοιχεί στις πράξεις του" (βλ. την υπ' αρ. 2/09 έκθεση αναίρεσης) χωρίς να μνημονεύεται συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ. 476§1-583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ (Α)
Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 2/21-5-2009 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της με αριθμ. 139/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης με την οποία καταδικάσθηκε σε κάθειρξη πέντε (5) ετών για παραβ. των άρθρων 26§1, 27§1, 42, 98, 374έ-372§1 ΠΚ.
(Β)
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στον παραπάνω.
Αθήνα την 30/7/09 Ο Αντιεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης, δεν προκύπτει σαφής και συγκεκριμένος λόγος τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατά τρόπο συγκεχυμένο και ασαφή αναφέρεται στο ότι "η ποινή του δεν αντιστοιχεί στις πράξεις του" (βλ. την υπ' αρ. 2/09 έκθεση αναίρεσης), χωρίς να μνημονεύεται συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 139/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσόν των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστος λόγος αναιρέσεως - Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος αναιρεσείοντος.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 24/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου .., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 988/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με Πολιτικώς Ενάγουσα την Εταιρεία "ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1017/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 306/23.9.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 139/29-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Πειραιώς Γ. Κωνσταντόπουλο σύμφωνα με την από 23-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 988/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 183/2009 βούλευμά του παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως αβάσιμη στην ουσία της.
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 23-6-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του αρχ/κα ... του Α.Τ. ..., και αυτός στις 29-6-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γ. Κωνσταντόπουλου, σύμφωνα με την από 23-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή του προς αυτόν που προσκόμισε και προσαρτάται. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς του στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος αυτού και ζητά την εξαφάνισή του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ. όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντα ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματώνεται, αντικειμενικώς μεν με την από τον δράστη παράνομη, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ'αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του, υποκειμενικώς δε με τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, σύμφωνα με την παρ. 2 όπως αντ. από το αρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα (αρθ. 719 του ΑΚ), κάθε τι που έλαβε από τρίτους για λογαριασμό του εντολέα στα πλαίσια της σχετικής εντολής (ΑΠ 1208/08 ΠΧ' 2009.216). Έχει κριθεί και από την νομολογία ότι το έγκλημα αυτό το τελεί και αυτός που αναλαμβάνει να πωλήσει πράγματα του εντολέα και να αποδώσει σ' αυτόν το σχετικό τίμημα που εισπράττει. Η σχετική συμφωνία μεταξύ εντολέα και εντολοδόχου ο τελευταίος να παρακρατεί ένα ποσοστό του τιμήματος δεν μετατρέπει την εντολή αυτή για το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος σε ανώμαλη παρακαταθήκη, που αποκλείει την υπεξαίρεση (ΑΠ 1426/2004 ΠΧ' 2005.610). Έτσι ο εντολοδόχος που δεν αποδίδει το τίμημα που εισπράττει (κύρια σύμβαση), μετά την αφαίρεση του ποσοστού του (σύμβαση παρακολουθηματικού χαρακτήρα - ΑΠ 964/2007), τελεί το έγκλημα της υπεξαιρέσεως (ΑΠ 493/2007, ΑΠ 1532/2007, ΑΠ 1600/2004 ΠΧ' 2005.646, 1425/2002 ΠΧ 2003.510, ΑΠ 394/2003 ΠΧ' 2004.30, ΑΠ 115/2004 ΠΧ' 2005.32). Τέλος η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για την ύπαρξη σύμβασης εντολής δεν ελέγχεται αναιρετικά επειδή αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του. Τέτοιος λόγος αναιρέσεως με την μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής (αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ ) είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 915/78 ΠΧ' 1979.63). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. 'Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ'2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ!2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ' 2002.689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003.24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996.358).
Τέλος είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσβάλλεται η ουσιαστική κρίση του δικαστικού συμβουλίου και η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού επειδή η κρίση αυτή δεν ελέγχεται στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας (ΑΠ 149/2000 και 591/2001, ΠΧ' 2001.537 και 131 αντίστοιχα ).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα , δέχθηκε ότι , από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία με την επωνυμία πρακτορείο εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου με έδρα την Αθήνα οδός ... αριθμ. ...είχε ως αντικείμενο εργασιών την πρακτόρευση εφημερίδων περιοδικών, κάθε φύσεως ειδικών και εν γένει τη διακίνηση του τύπου. Ήδη με την 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ανωτέρω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίστηκε ως ημέρα παύσης πληρωμών η 9 Φεβρουαρίου 2000 ενώ με την 604/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ορίστηκε ο μηνυτής Ψ ως προσωρινός σύνδικος και αργότερα με την 1260/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου οριστικός σύνδικος. Η ανωτέρω πτωχή πλέον εταιρεία η οποία διακινούσε το μεγαλύτερο όγκο εφημερίδων και περιοδικών του Αθηναϊκού τύπου στην ... και στην επαρχία είχε καταρτίσει με τον εκκαλούντα πριν από την πτώχευση την από 13-6-1994 σύμβαση δυνάμει της οποίας ανέλαβε ο τελευταίος την υποχρέωση να πωλεί στην νήσο ..., τόσο στο κατάστημα του, όσο και μέσω των εφημεριδοπωλών, περιπτέρων και μικρεμπόρων όλα τα έντυπα τα οποία η ανωτέρω εταιρεία του απέστελλε καθημερινά, η εβδομαδιαία με αμοιβή που συμφωνήθηκε σε ποσοστό επί των εκάστοτε αναγραφομένων επί των πωλουμένων εντύπων τιμών που ανήρχετο σε 20% μείον ΦΠΑ, ποσοστό που καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβανόταν και όλα τα έξοδα του κατηγορουμένου για την εκτέλεση της σύμβασης δηλαδή τα γενικά του έξοδα διαφήμισης και προώθησης των εντύπων τα έξοδα επιστροφής των αδιάθετων εντύπων στην Αθήνα και γενικά κάθε άλλη σχετική δαπάνη. Σύμφωνα δε με τον υπ αριθμ. 1 όρο της ανωτέρω σύμβασης, η διάρκεια αυτής είναι αορίστου χρόνου και η νομική σχέση που δημιουργείται από αυτήν είναι "αποκλειστικά και μόνο της πωλήσεως στην ... των εντύπων και εφημερίδων του πρακτορείου από τον υποπράκτορα για λογαριασμό του πρακτορείου και σε καμιά περίπτωση της πρακτορεύσεως ή αντιπροσωπείας". Κατά δε τον όρο 9 τις ανωτέρω σύμβασης "Ο υποπράκτορας οφείλει να εμβάζει προς το πρακτορείο στο τέλος κάθε δεκαημέρου την αξία των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της αμοιβής του κατά τα οριζόμενα παραπάνω". Επίσης ο κατηγορούμενος βάσει της σύμβασης αυτής όφειλε (αριθμ. 7 όρος) μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα να αποστέλλει στην εταιρεία όλα τα έντυπα που τυχόν έμεναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα συνοδευόμενα υποχρεωτικά αυτά με κατάσταση στην οποία θα αναγράφονταν τα κατά τον μήνα εκείνον παραληφθέντα, πωληθέντα και επιστρεφόμενα έντυπα ενώ η ανωτέρω εταιρεία βάσει του όρου 8 του ίδιου συμφωνητικού υποχρεούτο στο τέλος κάθε μήνα να αποστέλλει στον κατηγορούμενο εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα την οποία ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να αμφισβητήσει εγγράφως μέσα σε 8 το πολύ ημέρες. Προσέτι από την ανωτέρω σύμβαση (βλ. υπ'αριθ. 7 όρο) προκύπτει ότι μεταξύ των δύο μερών τηρείτο αλληλόχρεος λογαριασμός στον οποίο καταχωρούντο οι διάφορες χρεοπιστώσεις. Όμως εν προκειμένω ο τηρούμενος αυτός λογαριασμός δεν έχει την μορφή "αλληλόχρεου λογαριασμού" κατά την πραγματική έννοια αυτού, αλλά όχι την μορφή του απλού λογιστικού λογαριασμού διότι από την ανωτέρω συμφωνία τους και τη φύση της συναλλαγής ο κατηγορούμενος είχε πάντοτε την ιδιότητα του οφειλέτη χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εναλλαγής ιδιότητας πιστωτή και οφειλέτη με τη μεταξύ τους, εν όψει του ότι δεν είχε συμφωνηθεί να καταβάλει από δικά του κεφάλαια της δαπάνες και τα έξοδα λειτουργίας της σύμβασης, αλλά είχε υποχρέωση να εισπράττει το τίμημα των πωλήσεων των εφημερίδων και λοιπών εντύπων και να αποστέλλει αυτός στην ως άνω εταιρεία μετά από αφαίρεση της προμήθειας του (βλ.769/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου ΠΧ' ΝΕ.1024).
Συνεπώς τα εισπραττόμενα από τον κατηγορούμενο χρηματικά ποσά που προέρχονταν από την πώληση των εφημερίδων και λοιπών εντύπων που απέστελλε σ' αυτόν η εταιρεία με σκοπό να τα πουλήσει και όχι για να τα φυλάξει, ήταν ξένα πράγματα γι αυτόν και εντεύθεν θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο υπεξαίρεσης όπως και πράγματι έγιναν όπως θα αναφέρομε παρακάτω. Εκτός δε από αυτό ο κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εντολοδόχου της προαναφερόμενης εταιρείας και την είσπραξη και απόδοση του τιμήματος της πώλησης των εφημερίδων και λοιπών εντύπων που η τελευταία της απέστελλε προς πώληση και το οποίο τίμημα όφειλε να αποδώσει σ'αυτήν μετά την αφαίρεση της προμήθειας του κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα.
Συνεπώς το εισπραχθέν από τον κατηγορούμενο τίμημα πωλήσεώς μετά την αφαίρεση της προμήθειας του συνεπάγεται ότι τα κατέχει για λογαριασμό της εταιρείας και ως εκ τούτου αποτελεί ξένο πράγμα γι αυτόν. Η ανωτέρω σύμβαση από τη σύναψη της στις 13 Ιουνίου 1994 λειτούργησε κανονικά για μεγάλο χρονικό διάστημα καθόσον ο κατηγορούμενος εισέπραττε το τίμημα από τις πωλήσεις των εφημερίδων και λοιπών εντύπων και απέδιδε αυτό στην εταιρεία μετά την αίρεση της προμήθειας του. Όμως τον Ιανουάριο του έτους 1998 ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθμ. ... μηνιαία εκκαθάριση τρεχούμενου λογαριασμού αναγνώρισε ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο του μηνός Δεκεμβρίου 1997 ύψους 2.309.231 δρχ. (ή 6.776,91 ευρώ). Κατά τον ίδιο μήνα ο κατηγορούμενος πώλησε έντυπα συνολικής αξίας 2.904.220 δραχμών η 8.523,02 ευρώ για την οποία παρακράτησε τη συμφωνηθείσα προμήθεια του ποσού 526.057 δραχμών ή 1.543,82 ευρώ. Έτσι η οφειλή του προς την εταιρεία για τον ανωτέρω μήνα ανερχόταν σε 4.687.394 δραχμές ή 13.757,11 ευρώ το οποίο αναλύεται σε 2.309.231 δραχμές ή 6.776,91 ευρώ από υπόλοιπο Δεκεμβρίου 1997 και 2.378.163 δραχμές ή 6.979,20 ευρώ από οφειλή του μήνα Ιανουαρίου του έτους 1998.
Έναντι της ανωτέρω οφειλής ο κατηγορούμενος κατέβαλε στην εταιρεία το ποσό των 2.400.000 δραχμών ή 7.043,29 ευρώ. Έτσι ο λογαριασμός μέχρι και την 31 Ιανουαρίου 1998 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.287.394 δραχμών ή 6.712,82 ευρώ. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στην αμέσως επόμενη εκκαθάριση του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1998 η οποία παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 1.789.974 δραχμές ή 5.253,04 και κατόπιν διαδοχικά στο μήνα Μάρτιο του έτους 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 1.844.309 δραχμές ή 5.412,49 ευρώ στο μήνα Απρίλιο του 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 3.417.428 δραχμές ή 10.029,13 ευρώ στο μήνα Μάιο του ίδιου έτους με χρεωστικό υπόλοιπο 2.672.683 δρχ. ή 7.843,53 ευρώ, στο μήνα Ιούνιο του 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 5.238.095 δρχ. ή 15.372,25 ευρώ, στο μήνα Ιούλιο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 3.669.780 δρχ. ή 10.769,71 ευρώ, στο μήνα Αύγουστο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 5.781.308 δρχ. ή 16.966,42 ευρώ, στο μήνα Σεπτέμβριο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 9.708.441 δρχ. ή 28.491,38 ευρώ, και στο μήνα Οκτώβριο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 12.098.911 δρχ. ή 35506,70 ευρώ. Μετά δε την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου η εταιρεία στις 22-10-1998 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση. Στη συνέχεια το μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους το χρεωστικό υπόλοιπο του κατηγορουμένου ανήλθε στο ποσό των 12.680.177 δραχμών ή 37.212,55 ευρώ και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998 στο ποσό των δραχμών 12.711.751 ή 37.305,21 ευρώ. Τελικά η συναλλαγή του κατηγορουμένου με την ανωτέρω εταιρεία έκλεισε οριστικά στις 31-3-1999 με την αποστολή από την τελευταία σε αυτόν της τελικής εκκαθάρισης στην οποία περιλαμβανόταν το χρεωστικό υπόλοιπο του μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 12.730.599 δραχμών ή 37.360,53 ευρώ. Ο εκκαλών ενέκρινε την ως άνω τελική εκκαθάριση που του απέστειλε η ως άνω εταιρεία και αναγνώρισε πλήρως την οφειλή του, καθ όσον, ενώ είχε τη δυνατότητα σύμφωνα με τον υπ αριθμόν 8 όρο της ανωτέρω σύμβασης να προβάλει έγγραφες αντιρρήσεις εντός 8 ημερών από την παραλαβή τις πράξης εκκαθάρισης ουδόλως έπραξε τούτο. Κατόπιν τούτου ο κατηγορούμενος όφειλε εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της τελικής εκκαθάρισης να αποστείλει το ανωτέρω ποσόν στην εταιρεία στην οποία αυτό ανήκει κατά κυριότητα σύμφωνα με όσα εκθέσαμε. Όμως παρά την υποχρέωσή του αυτή ο εκκαλών ουδέποτε έστειλε το ανώτερο ποσό στην εταιρεία, αλλά αντίθετα μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών εκδήλωσε την πρόθεση παράνομης παρακράτησης και ιδιοποίησης του ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του. Το ποσό δε αυτό που παρακράτησε παράνομα ο κατηγορούμενος ύψους 12.730.599 δραχμών ή 37.360,53 ευρώ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ιδιοποιήθηκε αυτό με μια ενιαία ιδιοποίηση στις 10-4-1999 όταν, αφού αποδέχθηκε την τελική εκκαθάριση με την οποία αυτό κατέστη εκκαθαρισμένο και απαιτητό καθόσον κατά το προηγούμενο διάστημα μεταφερόταν από τον προηγούμενο στον επόμενο μήνα δεν κατέβαλε αυτό από την παραλαβή αυτής στις 31-3-1999 εντός δέκα ημερών εκδηλώνοντας έτσι κατά το χρόνο αυτό και την πρόθεση ιδιοποιήσεώς του. Επομένως εν προκειμένω δεν πρόκειται περί αδικήματος που τελέσθηκε κατ εξακολούθηση αλλά με μια πράξη και μόνο. Ο κατηγορούμενος τόσο κατά την απολογία του στον Ανακριτή όσο και με την υπό κρίση έφεση του αρνείται τη σε βάρος του κατηγορία διατεινόμενος κατ αρχήν ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω κατηγορία είναι νόμω αβάσιμη διότι δεν υφίσταται εν προκειμένω σύμβαση εντολής και η σχέση εντολέα- εντολοδόχου μεταξύ αυτού και της ως άνω εταιρείες αλλά σύμβαση πώλησης επί παρακαταθήκη και ως εκ τούτου η ιδιότητα του θεματοφύλακα δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 του ποινικού κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 2408/1996. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί καθόσον ο εκκαλών ελάμβανε κάθε φορά από την ως άνω εταιρεία τις εφημερίδες και τα λοιπά έντυπα όχι προς φύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 822 ΑΚ αλλά με την εντολή να προβαίνει στην πώλησή τους και να αποδίδει στην τελευταία, αφού παρακρατούσε την προμήθεια του, το αντίτιμο της πώλησης αυτών.(ΑΠ 939/1999 ΠΧ' Ν. σελ. 437 ΑΠ 1072/95 ΠΧ' ΜΣΤ 193, ΑΠ 184/89 ΠΧ' ΛΘ.753).
Συνεπώς το τίμημα που εισέπραττε ο εκκαλών από τις πωλήσεις εφημερίδων και λοιπών εντύπων το εισέπραττε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας και ως εκ τούτου δεν περιερχόταν κατά κυριότητα σ'αυτόν, αλλά ήταν ξένο πράγμα ως προς αυτόν.
Η ανωτέρω δε άποψή μας επιβεβαιώνεται και από τις με αριθμ. 1863/2004, 4298/2004, 1387/2005, 3937/2005, 4548/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκριναν επί σχετικών αγωγών της ως άνω εταιρείας κατά διαφόρων εναγομένων που είχαν συμβληθεί μ' αυτήν δυνάμει συμβάσεων ίδιου ακριβώς περιεχομένου με αυτήν που είχε συναφθεί με τον εκκαλούντα. Ειδικότερα σύμφωνα με το σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων η μη απόδοση του τιμήματος εκ μέρους των αναφερομένων σ' αυτές εναγομένων, χαρακτηρίζεται ως υπεξαίρεση και οι σχετικές συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ αυτών και της ως άνω εταιρείας εμπίπτουν στην νομοτυπική μορφή μιας μικτής σύμβασης όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πωλήσεως, περί εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι η πώληση των εφημερίδων στους τελικούς αποδέκτες γινόταν επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας επί προμηθεία, αλλά και της παρακαταθήκης σε συνδυασμό μ' αυτές περί εντολής αναφορικά με την υποχρέωση, των εναγομένων να φυλάττουν τα υπ' αυτής εισπραττόμενα χρήματα και να τα αποδίδουν στην εταιρεία, αφού παρακρατήσουν την αμοιβή τους και τα έξοδα για την αποστολή και επιστροφή των εντύπων. Επίσης είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εγκαλούντος ότι εν προκειμένω πρόκειται για αδίκημα υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999) και ότι σχετικά με την αξία του πράγματος ως ιδιαίτερα μεγάλης και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η αξία του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης και όχι η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, όπως πράγματι συμβαίνει για υπεξαιρέσεις κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκαν μετά την ισχύ του Ν. 2721/99, ο οποίος είναι δυσμενέστερος σε σχέση με το Ν. 2408/96 και συνεπώς έχει εφαρμογή ο τελευταίος κατά το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα. Τούτο διότι εν προκειμένω, όπως αναφέραμε, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αλλά για έγκλημα υπεξαίρεσης που τελέσθηκε με μία μόνο πράξη και συνεπώς δεν τίθεται θέμα υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου για κάθε μερικότερη πράξη. Η άποψή μας αυτή, στηρίζεται στο γεγονός ότι το ανωτέρω ποσό των 12.730.599 δραχμών ή 37.360,53 ευρώ, που παρακράτησε παράνομα ο εκκαλών και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το ιδιοποιήθηκε με μία ενιαία ιδιοποίηση στις 10-4-1999, όταν, αφού αποδέχθηκε την τελική εκκαθάριση με την οποία κατέστη αυτό εκκαθαρισμένο και οριστικά απαιτητό, δεδομένου ότι κατά το προηγούμενο διάστημα μεταφερόταν από τον προηγούμενο στον επόμενο μήνα, δεν κατέβαλε αυτό από την παραλαβή της την 31-3-1999, εντός δέκα ημερών εκδηλώνοντας έτσι την 10-4-01999 την πρόθεση ιδιοποίησής του (βλ. ΑΠ 769/2005, ΠΧ' ΝΕ 1024).
Ούτε επίσης είναι αληθής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ως άνω εταιρεία δεν κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, αφού όπως προκύπτει από το παρεχόμενο της από 5-6-2007 μήνυσης του οριστικού συνδίκου αυτής, η μεταξύ τους σύμβαση καταγγέλθηκε από τη εταιρεία από την 22-10-1998 και εν πάση περιπτώσει η πρόθεση ιδιοποίησης του ανωτέρω ποσού εκδηλώθηκε από τον κατηγορούμενο την 10-4-1999 και δη μετά τη παρέλευση των 10 ημερών από την παραλαβή της τελικής εκκαθάρισης που έλαβε χώρα την 31-3-1999. Την τελική δε αυτή εκκαθάριση αποδέχθηκε ο εκκαλών παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, που όψιμα επικαλείται, καθόσον παρείχετο σ' αυτόν η δυνατότητα σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 8 όρο της ανωτέρω σύμβασης να εκφράσει εγγράφως τις αντιρρήσεις του εντός 8 ημερών από την παραλαβή του εγγράφου αυτού (τελικής εκκαθάρισης) πράγμα που ουδέποτε έπραξε, με συνέπεια να συνάγετε ότι ενέκρινε την τελική εκκαθάρισης και αναγνώρισε πλήρως την οφειλή του.
Προσέτι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην εταιρεία, διότι υπήρχε σε εκκρεμότητα το ζήτημα των νομίμων αξιώσεων του σε σχέση με την προμήθεια του ποσοστού 20%, εκτός του ότι όφειλε να προβάλλει τις αντιρρήσεις του αυτές, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 8 άρθρο της ως άνω σύμβασης, εγγράφως εντός 8 ημερών από την παραλαβή της τελικής εκκαθάρισης, πράγμα που δεν έπραξε η αξίωσή του αυτή δικαιολογεί μόνο την προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος.
Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 του Π.Κ. γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος: α) έλαβε στην κατοχή του τα έντυπα του παθόντος πρακτορείο εφημερίδων, β) διέθεσε αυτά για λογαριασμό του ίδιου πρακτορείου και εισέπραξε το σχετικό τίμημα από το οποίο αφαίρεσε την προμήθειά του, γ) δεν απέδωσε το τίμημα αυτό που απέμεινε, και το οποίο αναγνώρισε εξωδίκως, στο παραπάνω πρακτορείο, δ) εξεδήλωσε και υλοποίησε με την μη απόδοση την πρόθεσή του να το ιδιοποιηθεί χωρίς κανένα σχετικό δικαίωμα και ε) τέλεσε το έγκλημα αυτό στις 10-4-1999 δηλ. με μια πράξη και όχι με μερικότερες πράξεις δηλ. κατ' εξακολούθηση και έτσι δεν χρειαζόταν να χαρακτηρισθεί κάθε μερικότερη πράξη ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Η θέση του Συμβουλίου Εφετών ότι έχει τελεσθεί το έγκλημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος με μια μόνο πράξη και όχι κατ' εξακολούθηση σημαίνει ότι ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναίρεσης (μη προσδιορισμός κάθε μερικότερης πράξης ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η κρίση του δικαστικού συμβουλίου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ του αναιρεσείοντα και της παραπάνω πρακτορείου υπήρχε μόνο σύμβαση εντολής δεν ελέγχεται αναιρετικά επειδή αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του. Έτσι ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για την θέση αυτή με την μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής των διατάξεων (αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ) είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 915/78 ΠΧ' 1979.63 ). Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ. 1 , όπως αντ. από το αρθ. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το αρθ. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 139/29-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του 988/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα από 200 ευρώ .
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η 139/29-6-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ στρέφεται κατά του Βουλεύματος 988/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, η έφεση του, κατά του 183/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο (άρθρα 375 παρ. 1α και 2α ΠΚ). Η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπο που δικαιούται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
2. Κατά το άρθρ. 375 §1 α Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα, που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου. β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεως του στην περιουσία του. Το προαναφερόμενο έγκλημα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: 1) Αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (τελευταίο εδάφιο της ίδιας ως άνω παραγράφου του προαναφερόμενου άρθρου), όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α' του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3-6-1999 και 2) αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, εντολοδόχου κλπ. (παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και το εδαφ. β' αυτής, που ορίζει ότι "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες [73.000] ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση", προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β' του Ν. 2721/1999). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ. Στις ως άνω όμως περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της ιδιότητας του θεματοφύλακα και επομένως ο δράστης που ιδιοποιείται παρανόμως το πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με σύμβαση παρακαταθήκης δηλαδή το κατέχει ως θεματοφύλαξ δεν διαπράττει κακουργηματική υπεξαίρεση. Όταν όμως, κατά τη σύμβαση, τα χρήματα που εισπράττει σε εκτέλεση της εντολής για πώληση αντικειμένων για λογαριασμό του εντολέως, τα κρατεί και φυλάσσει ο εντολοδόχος, δυνάμει σύμβασης παρακαταθήκης, προκειμένου, μετά την αφαίρεση ορισμένου ποσού προμήθειας του, να αποδώσει το υπόλοιπο στον εντολέα, η τελευταία αυτή σύμβαση έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι της κυρίας με το ανωτέρω πριεχόμενο συμβάσεως της εντολής, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των εισπραττομένων χρημάτων είναι αναγκαία συνέπεια της σύμβασης εντολής, η δε πρόσθετη αυτή ευθύνη του εντολοδόχου, κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου ως προς την είσπραξη για λογαριασμό του εντολέα και την απόδοση σ αυτόν του χρηματικού ποσού, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας υποχρέωσης του εντολοδόχου. Τέλος, σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999), για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρ. 98 παρ. 2 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του Ν. 2721/1999). Αν όμως οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999, η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο κάθε μιας μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, διότι η νέα ως άνω με το Ν. 2721/1999 ρύθμιση του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ είναι δυσμενέστερη. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέτοια περίπτωση ανέλεγκτης κρίσης του συμβουλίου υφίσταται όταν αυτό δέχεται ότι μεταξύ του κατηγορουμένου και του εγκαλούντος υπήρξε σύμβαση εντολής και τα χρήματα που περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου τα εισέπραξε αυτός ως εντολοδόχος, για λογαριασμό του εντολέα, στον οποίο και όφειλε να τα αποδώσει. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 988/2009 βούλευμά του, απέρριψε την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση και επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 183/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη ποσού 37.360,53 €, που τέλεσε στις 10-4-1999, με την ιδιότητα του εντολοδόχου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση και με εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Η εταιρεία με την επωνυμία πρακτορείο εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου με έδρα την Αθήνα οδός ... αριθμ. ... είχε ως αντικείμενο εργασιών την πρακτόρευση εφημερίδων περιοδικών, κάθε φύσεως εντύπων και εν γένει τη διακίνηση του τύπου. Ήδη με την 275/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ανωτέρω εταιρεία κηρύχθηκε σε πτώχευση και ορίστηκε ως ημέρα παύσης πληρωμών η 9 Φεβρουαρίου 2000 ενώ με την 604/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ορίστηκε ο μηνυτής Ψως προσωρινός σύνδικος και αργότερα με την 1260/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου οριστικός σύνδικος. Η ανωτέρω πτωχή πλέον εταιρεία η οποία διακινούσε το μεγαλύτερο όγκο εφημερίδων και περιοδικών του Αθηναϊκού τύπου στην ... και στην επαρχία είχε καταρτίσει με τον εκκαλούντα την από 13-6-1994 σύμβαση δυνάμει της οποίας ανέλαβε ο τελευταίος την υποχρέωση να πωλεί στην νήσο ..., τόσο στο κατάστημα του, όσο και μέσω των εφημεριδοπωλών, περιπτέρων και μικρεμπόρων όλα τα έντυπα τα οποία η ανωτέρω εταιρεία του απέστελλε καθημερινά, η εβδομαδιαία με αμοιβή που συμφωνήθηκε σε ποσοστό επί των εκάστοτε αναγραφομένων επί των πωλουμένων εντύπων τιμών που ανήρχετο σε 20% μείον ΦΠΑ, ποσοστό που καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβανόταν και όλα τα έξοδα του κατηγορουμένου για την εκτέλεση της σύμβασης δηλαδή τα γενικά του έξοδα διαφήμισης και προώθησης των εντύπων τα έξοδα επιστροφής των αδιάθετων εντύπων στην ... και γενικά κάθε άλλη σχετική δαπάνη. Σύμφωνα δε με τον υπ αριθμ. 1 όρο της ανωτέρω σύμβασης, η διάρκεια αυτής είναι αορίστου χρόνου και η νομική σχέση που δημιουργείται από αυτήν είναι "αποκλειστικά και μόνο της πωλήσεως στην ... των εντύπων και εφημερίδων του πρακτορείου από τον υποπράκτορα για λογαριασμό του πρακτορείου και σε καμιά περίπτωση της πρακτορεύσεως ή αντιπροσωπείας". Κατά δε τον όρο 9 τις ανωτέρω σύμβασης "Ο υποπράκτορας οφείλει να εμβάζει προς το πρακτορείο στο τέλος κάθε δεκαημέρου την αξία των πωληθέντων κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα εντύπων, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της αμοιβής του κατά τα οριζόμενα παραπάνω." Επίσης ο κατηγορούμενος βάσει της σύμβασης αυτής όφειλε (αριθμ. 7 όρος) μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα να αποστέλλει στην εταιρεία όλα τα έντυπα που τυχόν έμεναν αδιάθετα κατά τον αμέσως προηγούμενο μήνα συνοδευόμενα υποχρεωτικά αυτά με κατάσταση στην οποία θα αναγράφονταν τα κατά τον μήνα εκείνον παραληφθέντα, πωληθέντα και επιστρεφόμενα έντυπα ενώ η ανωτέρω εταιρεία βάσει του όρου 8 του ίδιου συμφωνητικού υποχρεούτο στο τέλος κάθε μήνα να αποστέλλει στον κατηγορούμενο εκκαθάριση του μεταξύ τους λογαριασμού για τον προηγούμενο μήνα την οποία ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να αμφισβητήσει εγγράφως μέσα σε 8 το πολύ ημέρες. Προσέτι από την ανωτέρω σύμβαση (βλ. υπ' αριθ. 7 όρο) προκύπτει ότι μεταξύ των δύο μερών τηρείτο αλληλόχρεος λογαριασμός στον οποίο καταχωρούντο οι διάφορες χρεοπιστώσεις. Όμως εν προκειμένω ο τηρούμενος αυτός λογαριασμός δεν έχει την μορφή "αλληλόχρεου λογαριασμού" κατά την πραγματική έννοια αυτού, αλλά όχι την μορφή του απλού λογιστικού λογαριασμού διότι από την ανωτέρω συμφωνία τους και τη φύση της συναλλαγής ο κατηγορούμενος είχε πάντοτε την ιδιότητα του οφειλέτη χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εναλλαγής ιδιότητας πιστωτή και οφειλέτη με τη μεταξύ τους, εν όψει του ότι δεν είχε συμφωνηθεί να καταβάλει από δικά του κεφάλαια της δαπάνες και τα έξοδα λειτουργίας της σύμβασης, αλλά είχε υποχρέωση να εισπράττει το τίμημα των πωλήσεων των εφημερίδων και λοιπών εντύπων και να αποστέλλει αυτός στην ως άνω εταιρεία μετά από αφαίρεση της προμήθειας του (βλ.769/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου ΠΧ' ΝΕ.1024).
Συνεπώς τα εισπραττόμενα από τον κατηγορούμενο χρηματικά ποσά που προέρχονταν από την πώληση των εφημερίδων και λοιπών εντύπων που απέστελλε σ' αυτόν η εταιρεία με σκοπό να τα πουλήσει και όχι για να τα φυλάξει, ήταν ξένα πράγματα γι αυτόν και εντεύθεν θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο υπεξαίρεσης όπως και πράγματι έγιναν όπως θα αναφέρομε παρακάτω. Εκτός δε από αυτό ο κατηγορούμενος έχει την ιδιότητα του εντολοδόχου της προαναφερόμενης εταιρείας και την είσπραξη και απόδοση του τιμήματος της πώλησης των εφημερίδων και λοιπών εντύπων που η τελευταία της απέστελλε προς πώληση και το οποίο τίμημα όφειλε να αποδώσει σ'αυτήν μετά την αφαίρεση της προμήθειας του κατά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα.
Συνεπώς το εισπραχθέν από τον κατηγορούμενο τίμημα πωλήσεώς μετά την αφαίρεση της προμήθειας του συνεπάγεται ότι τα κατέχει για λογαριασμό της εταιρείας και ως εκ τούτου αποτελεί ξένο πράγμα γι αυτόν. Η ανωτέρω σύμβαση από τη σύναψη της στις 13 Ιουνίου 1994 λειτούργησε κανονικά για μεγάλο χρονικό διάστημα καθόσον ο κατηγορούμενος εισέπραττε το τίμημα από τις πωλήσεις των εφημερίδων και λοιπών εντύπων και απέδιδε αυτό στην εταιρεία μετά την αίρεση της προμήθειας του. Όμως τον Ιανουάριο του έτους 1998 ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθμ. ... μηνιαία εκκαθάριση τρεχούμενου λογαριασμού αναγνώρισε ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο του μηνός Δεκεμβρίου 1997 ύψους 2.309.231 δρχ. (ή 6.776,91 ευρώ). Κατά τον ίδιο μήνα ο κατηγορούμενος πώλησε έντυπα συνολικής αξίας 2.904.220 δραχμών η 8.523,02 ευρώ για την οποία παρακράτησε τη συμφωνηθείσα προμήθεια του ποσού 526.057 δραχμών ή 1.543,82 ευρώ. Έτσι η οφειλή του προς την εταιρεία για τον ανωτέρω μήνα ανερχόταν σε 4.687.394 δραχμές ή 13.757,11 ευρώ το οποίο αναλύεται σε 2.309.231 δραχμές ή 6.776,91 ευρώ από υπόλοιπο Δεκεμβρίου 1997 και 2.378.163 δραχμές ή 6.979,20 ευρώ από οφειλή του μήνα Ιανουαρίου του έτους 1998.
Έναντι της ανωτέρω οφειλής ο κατηγορούμενος κατέβαλε στην εταιρεία το ποσό των 2.400.000 δραχμών ή 7.043,29 ευρώ. Έτσι ο λογαριασμός μέχρι και την 31 Ιανουαρίου 1998 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.287.394 δραχμών ή 6.712,82 ευρώ. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στην αμέσως επόμενη εκκαθάριση του μήνα Φεβρουαρίου του έτους 1998 η οποία παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο 1.789.974 δραχμές ή 5.253,04 και κατόπιν διαδοχικά στο μήνα Μάρτιο του έτους 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 1.844.309 δραχμές ή 5.412,49 ευρώ στο μήνα Απρίλιο του 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 3.417.428 δραχμές ή 10.029,13 ευρώ στο μήνα Μάιο του ίδιου έτους με χρεωστικό υπόλοιπο 2.672.683 δρχ. ή 7.843,53 ευρώ, στο μήνα Ιούνιο του 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 5.238.095 δρχ. ή 15.372,25 ευρώ, στο μήνα Ιούλιο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 3.669.780 δρχ. ή 10.769,71 ευρώ, στο μήνα Αύγουστο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 5.781.308 δρχ. ή 16.966,42 ευρώ, στο μήνα Σεπτέμβριο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 9.708.441 δρχ. ή 28.491,38 ευρώ, και στο μήνα Οκτώβριο 1998 με χρεωστικό υπόλοιπο 12.098.911 δρχ. ή 35506,70 ευρώ. Μετά δε την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά του κατηγορουμένου η εταιρεία στις 22-10-1998 κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση. Στη συνέχεια το μήνα Νοέμβριο του ιδίου έτους το χρεωστικό υπόλοιπο του κατηγορουμένου ανήλθε στο ποσό των 12.680.177 δραχμών ή 37.212,55 ευρώ και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1998 στο ποσό των δραχμών 12.711.751 ή 37.305,21 ευρώ. Τελικά η συναλλαγή του κατηγορουμένου με την ανωτέρω εταιρεία έκλεισε οριστικά στις 31-3-1999 με την αποστολή από την τελευταία σε αυτόν της τελικής εκκαθάρισης στην οποία περιλαμβανόταν το χρεωστικό υπόλοιπο του μήνα Ιανουάριο του έτους 1999 το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 12.730.599 δραχμών ή 37.360,53 ευρώ. Ο εκκαλών ενέκρινε την ως άνω τελική εκκαθάριση που του απέστειλε η ως άνω εταιρεία και αναγνώρισε πλήρως την οφειλή του, καθ όσον, ενώ είχε τη δυνατότητα σύμφωνα με τον υπ αριθμόν 8 όρο της ανωτέρω σύμβασης να προβάλει έγγραφες αντιρρήσεις εντός 8 ημερών από την παραλαβή τις πράξης εκκαθάρισης ουδόλως έπραξε τούτο. Κατόπιν τούτου ο κατηγορούμενος όφειλε εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της τελικής εκκαθάρισης να αποστείλει το ανωτέρω ποσόν στην εταιρεία στην οποία αυτό ανήκει κατά κυριότητα σύμφωνα με όσα εκθέσαμε. Όμως παρά την υποχρέωσή του αυτή ο εκκαλών ουδέποτε έστειλε το ανώτερο ποσό στην εταιρεία, αλλά αντίθετα μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών εκδήλωσε την πρόθεση παράνομης παρακράτησης και ιδιοποίησης του ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του. Το ποσό δε αυτό που παρακράτησε παράνομα ο κατηγορούμενος ύψους 12.730.599 δραχμών ή 37.360,53 ευρώ είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ιδιοποιήθηκε αυτό με μια ενιαία ιδιοποίηση στις 10-4-1999 όταν, αφού αποδέχθηκε την τελική εκκαθάριση με την οποία αυτό κατέστη εκκαθαρισμένο και απαιτητό καθόσον κατά το προηγούμενο διάστημα μεταφερόταν από τον προηγούμενο στον επόμενο μήνα δεν κατέβαλε αυτό από την παραλαβή αυτής στις 31-3-1999 εντός δέκα ημερών εκδηλώνοντας έτσι κατά το χρόνο αυτό και την πρόθεση ιδιοποιήσεώς του. Επομένως εν προκειμένω δεν πρόκειται περί αδικήματος που τελέσθηκε κατ εξακολούθηση αλλά με μια πράξη και μόνο. Ο κατηγορούμενος τόσο κατά την απολογία του στον Ανακριτή όσο και με την υπό κρίση έφεση του αρνείται τη σε βάρος του κατηγορία διατεινόμενος κατ αρχήν ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω κατηγορία είναι νόμω αβάσιμη διότι δεν υφίσταται εν προκειμένω σύμβαση εντολής και η σχέση εντολέα- εντολοδόχου μεταξύ αυτού και της ως άνω εταιρείες αλλά σύμβαση πώλησης επί παρακαταθήκη και ως εκ τούτου η ιδιότητα του θεματοφύλακα δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 του ποινικού κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 2408/1996. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί καθόσον ο εκκαλών ελάμβανε κάθε φορά από την ως άνω εταιρεία τις εφημερίδες και τα λοιπά έντυπα όχι προς φύλαξη σύμφωνα με το άρθρο 822 ΑΚ αλλά με την εντολή να προβαίνει στην πώλησή τους και να αποδίδει στην τελευταία, αφού παρακρατούσε την προμήθεια του, το αντίτιμο της πώλησης αυτών (ΑΠ 939/1999 ΠΧ' Ν. σελ. 437 ΑΠ 1072/95 ΠΧ' ΜΣΤ 193, ΑΠ 184/89 ΠΧ' ΛΘ 753).
Συνεπώς το τίμημα που εισέπραττε ο εκκαλών από τις πωλήσεις εφημερίδων και λοιπών εντύπων το εισέπραττε για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας και ως εκ τούτου δεν περιερχόταν κατά κυριότητα σ'αυτόν, αλλά ήταν ξένο πράγμα ως προς αυτόν.
Η ανωτέρω δε άποψή μας επιβεβαιώνεται και από τις με αριθμ. 1863/2004, 4298/2004, 1387/2005, 3937/2005, 4548/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκριναν επί σχετικών αγωγών της ως άνω εταιρείας κατά διαφόρων εναγομένων που είχαν συμβληθεί μ' αυτήν δυνάμει συμβάσεων ίδιου ακριβώς περιεχομένου με αυτήν που είχε συναφθεί με τον εκκαλούντα. Ειδικότερα σύμφωνα με το σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων η μη απόδοση του τιμήματος εκ μέρους των αναφερομένων σ' αυτές εναγομένων, χαρακτηρίζεται ως υπεξαίρεση και οι σχετικές συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ αυτών και της ως άνω εταιρείας εμπίπτουν στην νομοτυπική μορφή μιας μικτής σύμβασης όπου εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πωλήσεως, περί εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι η πώληση των εφημερίδων στους τελικούς αποδέκτες γινόταν επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας επί προμηθεία, αλλά και της παρακαταθήκης σε συνδυασμό μ' αυτές περί εντολής αναφορικά με την υποχρέωση, των εναγομένων να φυλάττουν τα υπ' αυτής εισπραττόμενα χρήματα και να τα αποδίδουν στην εταιρεία, αφού παρακρατήσουν την αμοιβή τους και τα έξοδα για την αποστολή και επιστροφή των εντύπων. Επίσης είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εγκαλούντος ότι εν προκειμένω πρόκειται για αδίκημα υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση που τελέστηκε πριν την ισχύ του Ν. 2721/1999 (3-6-1999) και ότι σχετικά με την αξία του πράγματος ως ιδιαίτερα μεγάλης και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η αξία του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης και όχι η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, όπως πράγματι συμβαίνει για υπεξαιρέσεις κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκαν μετά την ισχύ του Ν. 2721/99, ο οποίος είναι δυσμενέστερος σε σχέση με το Ν. 2408/96 και συνεπώς έχει εφαρμογή ο τελευταίος κατά το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα.Τούτο διότι εν προκειμένω, όπως αναφέραμε, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αλλά για έγκλημα υπεξαίρεσης που τελέσθηκε με μία μόνο πράξη και συνεπώς δεν τίθεται θέμα υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου για κάθε μερικότερη πράξη. Η άποψή μας αυτή, στηρίζεται στο γεγονός ότι το ανωτέρω ποσό των 12.730.599 δραχμών ή 37.360,53 ευρώ, που παρακράτησε παράνομα ο εκκαλών και το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το ιδιοποιήθηκε με μία ενιαία ιδιοποίηση στις 10-4-1999 , όταν, αφού αποδέχθηκε την τελική εκκαθάριση με την οποία κατέστη αυτό εκκαθαρισμένο και οριστικά απαιτητό, δεδομένου ότι κατά το προηγούμενο διάστημα μεταφερόταν από τον προηγούμενο στον επόμενο μήνα, δεν κατέβαλε αυτό από την παραλαβή της την 31-3-1999, εντός δέκα ημερών εκδηλώνοντας έτσι την 10-4-1999 την πρόθεση ιδιοποίησής του (βλ. ΑΠ 769/2005, ΠΧ' ΝΕ 1024).
Ούτε επίσης είναι αληθής ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η ως άνω εταιρεία δεν κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, αφού όπως προκύπτει από το παρεχόμενο της από 5-6-2007 μήνυσης του οριστικού συνδίκου αυτής, η μεταξύ τους σύμβαση καταγγέλθηκε από τη εταιρεία από την 22-10-1998 και εν πάση περιπτώσει η πρόθεση ιδιοποίησης του ανωτέρω ποσού εκδηλώθηκε από τον κατηγορούμενο την 10-4-1999 και δη μετά τη παρέλευση των 10 ημερών από την παραλαβή της τελικής εκκαθάρισης που έλαβε χώρα την 31-3-1999. Την τελική δε αυτή εκκαθάριση αποδέχθηκε ο εκκαλών παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του, που όψιμα επικαλείται, καθόσον παρείχετο σ' αυτόν η δυνατότητα σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 8 όρο της ανωτέρω σύμβασης να εκφράσει εγγράφως τις αντιρρήσεις του εντός 8 ημερών από την παραλαβή του εγγράφου αυτού. (τελικής εκκαθάρισης) πράγμα που ουδέποτε έπραξε, με συνέπεια να συνάγετε ότι ενέκρινε την τελική εκκαθάρισης και αναγνώρισε πλήρως την οφειλή του.
Προσέτι ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό στην εταιρεία, διότι υπήρχε σε εκκρεμότητα το ζήτημα των νομίμων αξιώσεων του σε σχέση με την προμήθεια του ποσοστού 20%, εκτός του ότι όφειλε να προβάλλει τις αντιρρήσεις του αυτές, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 8 άρθρο της ως άνω σύμβασης, εγγράφως εντός 8 ημερών από την παραλαβή της τελικής εκκαθάρισης, πράγμα που δεν έπραξε η αξίωσή του αυτή δικαιολογεί μόνο την προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού απέρριψε με την ανωτέρω πλήρη και εκτενή αιτιολογία τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που αποφάνθηκε ομοίως και τον παρέπεμψε, με το εκκαλούμενο 183/2009 βούλευμα του, στο διατακτικό του οποίου εξειδικεύεται πλήρως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, η ανωτέρω πράξη, στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατά του βουλεύματος αυτού, το οποίο και επικύρωσε, έφεση του (319 παρ. 3 ΚΠΔ).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. α και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.9 Ν. 2408/1996, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την στοιχειοθέτηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, της πράξεως της υπεξαιρέσεως στη βασική της μορφή, όπως αυτή αναλύθηκε στην νομική σκέψη και της τιμωρήσεως της σε βαθμό κακουργήματος, με τις ανωτέρω εκτενείς παραδοχές για την φύση της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ εγκαλούσης και κατηγορουμένου, πολλούς από τους όρους της οποίας και παραθέτει αυτολεξεί, ως εκείνης της εντολής, με περιεχόμενο την πώληση από τον τελευταίο στο κατάστημά του στην ..., αλλά και μέσω εφημεριδοπωλών, περιπτέρων και μικρεμπόρων, για λογαριασμό της εγκαλούσας και μεταγενέστερα σε πτώχευση κηρυχθείσας εταιρίας με την επωνυμία ''Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου Α.Ε.'', όλων των εντύπων, τα οποία αυτή του απέστελλε καθημερινά ή εβδομαδιαία. Η πώληση θα γινόταν αντί της αναγραφόμενης σε κάθε έντυπο τιμής και το ποσό που θα συγκεντρώνονταν μετά από αφαίρεση του ποσοστού της αμοιβής του από 20% μείον ΦΠΑ θα το κατέβαλε στην εγκαλούσα, εντός του πρώτου 10ημέρου του επόμενου μήνα, κατά τον τρόπο που αναλυτικά εκτίθεται στο σκεπτικό. Εφόσον λοιπόν το Συμβούλιο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε με τον κατηγορούμενο ήταν εκείνη της εντολής και ότι το τίμημα των πωλήσεων που διενεργούσε αυτός μετά από αφαίρεση του ποσού της αμοιβής του, η συνομολόγηση της οποίας δεν είναι ασυμβίβαστη με τη σύμβαση αυτή, το εισέπραττε για λογαριασμό της εγκαλούσας και, κατά την σύμβαση που καταρτίσθηκε, θα το κρατούσε και θα το φύλασσε μέχρι που θα το κατέβαλε σ αυτήν, κατά τον οριζόμενο από τη σύμβαση τρόπο και χρόνο, η σύμβαση της παρακαταθήκης, που λειτουργούσε παράλληλα και ως αναγκαίο παρεπόμενο της κυρίας συμβάσεως της εντολής, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα της τελευταίας συμβάσεως και δεν την καθιστούσε σύμβαση πώλησης επί παρακαταθήκη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω το Συμβούλιο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι η σύμβαση λειτούργησε μέχρι τις 22-10-1998, όταν καταγγέλθηκε, οι δε συναλλαγές με την εγκαλούσα περαιώθηκαν οριστικά στις 31-3-1999, όταν και απεστάλη στον αναιρεσείοντα η τελική εκκαθάριση με το ανερχόμενο τότε σε 12.730.599 δραχμές ή 37.360,53 € υπόλοιπο του δοσοληπτικού λογαριασμού που τηρούταν μεταξύ τους, το οποίο και, κατά τη σύμβαση, εφόσον δεν πρόβαλλε αντιρρήσεις εντός 8 ημερών, υποχρεούταν να καταβάλλει στις 10-4-1999. Μη καταβάλλοντας το την ημερομηνία αυτή, όπως λέχθηκε στην νομική σκέψη, εκδήλωσε την βούλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του και να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Έτσι ορθά το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η πράξη της υπεξαιρέσεως τελέσθηκε μία φορά στις 10-4-1999 και όχι κατ εξακολούθηση μετά το πρώτο δεκαήμερο του κάθε μήνα, όταν, κατά την σύμβαση, έπρεπε να καταβληθεί το χρωστικό υπόλοιπο του προηγούμενου μηνός, όπως προέκυπτε από τον τηρούμενο δοσοληπτικό λογαριασμό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων. Τούτο δε διότι, κατά τους χρόνους εκείνους, λειτουργούσε η σύμβαση και δεν είχε "κλείσει" ο λογαριασμός που κατά τα άνω τηρούταν, το δε εκάστοτε χρεωστικό, σε βάρος του αναιρεσείοντος βέβαια, υπόλοιπο μεταφερόταν στον επόμενο μήνα και μετά τις σχετικές χρεωπιστώσεις, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε το Συμβούλιο, προέκυπτε το νέο υπόλοιπο, που επίσης μεταφερόταν τον επόμενο μήνα, χωρίς μέχρι τότε να εκδηλωθεί βούληση του αναιρεσείοντος να μη το καταβάλλει και να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Στη συνέχεια, αφού προηγουμένως το μήνα Οκτώβριο 1998 καταγγέλθηκε η σύμβαση, στις 31-3-1999 έκλεισε οριστικά ο λογαριασμός και προέκυψε το ανωτέρω συνολικό υπόλοιπο, το οποίο και ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, καίτοι το αναγνώρισε και υποχρεούταν να το καταβάλλει στις 10-4-1999, δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα την ημερομηνία αυτή να εκδηλωθεί η βούλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του και να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Εφόσον λοιπόν, όπως, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, η πράξη τελέσθηκε μία φορά με χρόνο τελέσεως τις 10-4-1999, και όχι κατ εξακολούθηση, δεν γεννάται ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως είχε πριν την τροποποίησή της με άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 2721/1999 και λήψεως υπόψη για τον καθορισμό της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας του αντικειμένου της υπεξαίρεσης του ποσού της κάθε μερικότερης πράξης, οπότε η πράξη αυτή, λόγω του μικρού ποσού των μερικότερων πράξεων, τυγχάνει πλημμέλημα και το αξιόποινο εξαλείφθηκε δια παραγραφής, αφού πέρασε 5ετία και πλέον από τότε που φέρεται τελεσθείσα.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 98 σε συνδυασμό με 375 παρ. 2 ΠΚ (484 παρ. 1 δ' και β' ΚΠΔ, αντίστοιχα) τυγχάνουν απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ για αναίρεση του 988/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση - Έννοια. Στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς και υποκειμενικώς. Έννοια παρανόμου ιδιοποιήσεως και πως εκδηλώνεται. Ποτε σε βαθμό κακουργήματος, ειδικότερα επί εντολοδόχου (ΑΠ 1/2009, ΑΠ 946/2007). Ευνοϊκότερη η διάταξη μετά την αντικατάσταση με άρθρο 1 § 9 Ν. 2408/1996, εφαρμογή και σε πράξεις που τελέσθηκαν πριν την ισχύ του, εκτός από την περίπτωση του εντολοδόχου (ΑΠ 103/2009, ΑΠ 79/2007, ΑΠ 1626/2002, ΑΠ 1599/ 2002). Δυσμενέστερη η διάταξη 14 § 1 Ν. 2721/1999. Επί τελέσεως κατ' εξακολούθηση πριν 3-6-2009 για κρίση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας λαμβάνονται μερικότερα ποσά. Εντολοδόχος. Αν δεν αποδώσει στον εντολέα ό,τι απέκτησε σε εκτέλεση της εντολής, διαπράττει, εφόσον πρόκειται για ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κακουργηματική υπεξαίρεση (ΑΠ 1208/ 2008, ΑΠ 964/2007, ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1426/2004). Τούτο συμβαίνει και όταν υπάρχει και σύμβαση παρακαταθήκης, που έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι της κυρίας συμβάσεως εντολής (ΑΠ 1532/ 2007, ΑΠ 493/2007). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε επί βουλεύματος. Απορρίπτονται λόγοι 484 § 1 β, δ ΚΠΔ. Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 5/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, χήρας Κ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Λιόλη, για αναίρεση της με αριθμό 114/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1958/2008.
Αφού άκουσε
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού Κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφάντες δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει, η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' τουίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση τουΔικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη πουεφαρμόσθηκε. Επίσης, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει μεβεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράςτους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεωςτων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τηςαποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι πουπροβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ήτην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη144/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως και επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορούμενη στη Θεσσαλονίκη στις 25-2-2002 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αίτηση της κατά του συζύγου της Κ ζητώντας να ρυθμιστεί η επικοινωνία των τέκνων τους με τον ως άνω σύζυγο της. Στην αίτηση αυτή, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Πρόεδρος του πιο πάνω δικαστηρίου, γραμματείς του ως άνω Πρωτοδικείου, δικηγόροι και άλλοι, ισχυριζόταν για την εγκαλούσα Ψ και μητέρα του συζύγου της και καθ' ου η αίτησή της, ότι πάσχει από το σύνδρομο της ηπατίτιδας Β και C. Το γεγονός, όμως, αυτό, που περιέχεται στην παραπάνω αίτηση είναι ψευδές αφού η αλήθεια την οποία γνώριζε η κατηγορουμένη είναι ότι η εγκαλούσα (πρώην πεθερά της) ουδέποτε είχε νοσήσει έως τότε από την προαναφερόμενη ασθένεια, όπως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. 6623/2003 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου που εκδόθηκε επί τακτικής αγωγής του συζύγου της κατηγορουμένης εναντίον της κατά την ειδική διαδικασία των διατροφών, ενώ οι ιατρικές γνωματεύσεις που αναγνώσθηκαν αναφέρονται στην υγεία του συζύγου της, ο οποίος περί τα τέλη του έτους 1999 διαπιστώθηκε ότι έπασχε από κίρρωση του ύπατος σε ενεργό φάση οφειλόμενη σε συνεργασία των ιών Β και C ασθένεια συνεπεία της οποίας απεβίωσε στις 25-4-2005 και δεν αφορούν την υγεία της εγκαλούσας.Την αναλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού της την γνώριζε η εν λόγω κατηγορουμένη, αυτός δε μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της πιο πάνω εγκαλούσας. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως που της αποδίδεται". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ειδικότερα, του ότι : "στη Θεσσαλονίκη στις 25-2-2002 ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, το γεγονός δε αυτό είναι ψευδές και αυτός γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στην ειδική διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αίτηση της κατά του συζύγου της Κ ζητώντας να ρυθμιστεί η επικοινωνία των τέκνων τους με τονως άνω σύζυγο της, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Πρόεδρος του πιο πάνω δικαστηρίου, γραμματείς του ως άνω Πρωτοδικείου, δικηγόροι κ ά. και με την οποία ισχυριζόταν για την εγκαλούσα Ψ και μητέρα του συζύγου της και καθ' ου η αίτηση της, ότι αυτή πάσχει από το σύνδρομο της ηπατίτιδας Β και C. Το γεγονός, όμως, αυτό, που περιέχονται στην παραπάνω αίτηση είναι ψευδές και αυτή το ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων αν και γνώριζε ότι είναι ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της πιο πάνω εγκαλούσας".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στην κατηγορουμένη ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία (1) τριετία. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.Ι, 83, 84 παρ. 2α', 363 σε συνδ. με 362 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 144/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τίπροκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας,Ζ, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1) το δικάσαν Εφετείο απέρριψε σιωπηρά, άλλως, χωρίς αιτιολογία, όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που πρότεινε παραδεκτά, τους οποίους περιέλαβε σε έγγραφο υπόμνημα, που ενεχείρισε στο διευθύνοντα τη συζήτηση, ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά και ειδικότερα, απέρριψε: α) τον ισχυρισμό από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη, οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και επομένως, ως αυτοτελής, έπρεπε η απόρριψη να αιτιολογείται ειδικά από το Δικαστήριο εvός τέτοιου ισχυρισμού. Όπως, όμως, συνάγεται από την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφήμησης (άρ. 362 Π Κ) ή της εξύβρισης (άρ. 361 παρ.1 ΠΚ) και όχι όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρ. 363 Π Κ, δηλαδή όταν υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδούς ισχυρισμού, εν γνώσει του ψεύδους. Στην τελευταία περίπτωση εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έτσι, εφόσον το δικάσαν Δικαστήριο έκρινε ένοχο την αναιρεσείουσα του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η απόρριψη σιωπηρά από αυτό του από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ισχυρισμού της, δεν έχρηζε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον η εφαρμογή του στην προκειμένη περίπτωση, αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2α ΠΚ, β) τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής της πλάνης ότι "η πράξη της δεν πρέπει να της καταλογιστεί γιατί πίστεψε ότι είχε δικαίωμα να συμπεριλάβει την επίμαχη φράση στην αίτησή της και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή αφού η πράξη αυτή αποτελούσε αναγκαίο μέσο για την προστασία της υγείας των παιδιών". Όμως, το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και να παραθέσει μάλιστα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ως προς το συγγνωστό της πλάνης αυτής, δεν γίνεται επίκληση ειδικών συνθηκών (προσωπική κατάσταση της αναιρεσείουσας - πνευματικές και επαγγελματικές δραστηριότητές της), με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της αυτής, να μην είναι σαφής και ορισμένος, 2) Το Δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολογεί για ποίο λόγο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του την κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως της, Ζ, καθόσον, από την επισκόπηση των αυτών πρακτικών δεν προκύπτει ότι η εξερασθείσα μάρτυρας, Ζ, εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και 3) ο λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 79 ΠΚ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν στάθμισε σωστά τα στοιχεία του άρθρου 79 ΠΚ και επέβαλε στην αναιρεσείουσα την ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ενώ έπρεπε να επιβάλει σε αυτήν μικρότερη ποινή, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, αφού ελέγχεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, καθόσον η επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια που ο νόμος διαγράφει, ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ.1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ.63 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης/2008) αίτηση της Χ, χήρα Κ, για αναίρεση της με αριθμό
144/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2010
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμιση. Παραπονείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόρριψη χωρίς αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών, που είχαν προβληθεί μη παραδεκτά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
Αριθμός 2/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Β' ΣΥΝΘΕΣΗ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Παννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα - Εισηγητή, Δημήτριο Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βασιλάτο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την από 15.11.1922 αμετάκλητη απόφαση του Έκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών. Το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ'αυτήν και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2008.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1533/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 333/15.10.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου - σε συμβούλιο- επελήφθη λόγω αρμοδιότητας πρωτογενούς - σύμφωνα με το άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ - σχετικής από 20-1-2008 αιτήσεως του Χ1 περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας προς το συμφέρον (όφελος) του εκ πατρός παππού του αιτούντος, Π1, που είχε καταδικαστεί με την από 15-11-22 αμετάκλητη απόφαση του 'Εκτακτου Επαναστατικού Στρατοδικείου Αθηνών σε, εκτελεσθείσα ήδη, ποινή θανάτου για εσχάτη προδοσία κ.λ.π. και με την υπ αριθμ. 1533/2009 απόφασή του κατά πλειοψηφία, ήτοι με ψήφους τρεις, έναντι δύο, έκρινε αφενός μεν δεκτή την άνω αίτηση ως κατ'ουσίαν βάσιμη και αφετέρου "ενόψει του ότι η απόφαση επί της εν λόγω αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας της δίκης, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιάς ψήφου, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί υποχρεωτικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 2 του Ν. 3810/1957, η οποία έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, στην Τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου"- παρέπεμψε στην Τακτική ολομέλεια την ρηθείσα αίτηση. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι: α) Το Ζ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου επελήφθη να δικάσει αίτηση επανάληψης διαδικασίας απ'ευθείας, ήτοι λόγω πρωτογενούς αρμοδιότητας αυτού κατά το άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ και όχι συνεπεία αναιρέσεως κατά τινός απόφασης άλλου δικαστηρίου. β) Η σχετική αίτηση έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, έστω κατά πλειοψηφία (άρθρο 371 ΚΠοινΔ), αφού την απόφαση συνιστά η πλειοψηφία (βλ. και ΑΠ 1836/93 τμ. Ε ΕλΔνη 1994.725 Νο 33, ΑΠ 1580/94, ΑΠ 1595/2004, ΑΠ 1570/2007 κ.ά. γ) Η παραπομπή στην Τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου έγινε κατ'εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 3810/1957 η οποία, κατά την απόφαση, "έχει διατηρηθεί σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις" - και του άρθρου 23 παρ. 1,2 Ν. 1756/88 (= οργανισμός δικαστηρίων).
II) Eπειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του νόμου 3810/57 - "περί του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της ενώπιον αυτού διαδικασίας επί των πολιτικών δικών" - (βλ. μόνο Κώδικα Νόμων Σιφναίου 1957 σελ. 800 επ. -όπου και Εισηγ.Εκθ.). "Το Δικάζον τμήμα υποχρεούται να παραπέμψη την εκδίκασιν της υποθέσεως εις την Ολομέλειαν, εάν η επί της αιτήσεως απόφασις αυτού (αναιρετική ή απορριπτική) λαμβάνεται υπόψη δια πλειοψηφίας μίας ψήφου...". Εξ άλλου κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου "Η παραπομπή της εκδικάσεως εις την Ολομέλειαν δύναται να γίνη ως προς πάντας ή τινάς μόνον των λόγων αναιρέσεως.....". (Για το άνω άρθρο βλ. Σούρλα - Η αναίρεση εν τη Πολιτική Δίκη (1959) σελ. 33 επ-). Με τη διάταξη του άρθρου 111 -όπως αριθμ. με το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1868/89 - εδ. θ ν. 1756/88 καταργήθηκε το άρθρο 1 παρ. 1, 4 παρ.1 του άνω νόμου (=3810/57) και με το άρθρο 111 παρ. 1 περ. στ του αυτού νόμου (= 3810/57) καταργήθησαν οι παρ. 1-3,5 του άρθρου 64 παρ. 1-3,5 ΕισΝΚΠολΔ (=ΠΔ 503/85) με την παρ. 5 του οποίου είχαν διατηρηθεί σε ισχύ οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 του ν. 3810/57 και συνεπώς φαίνεται ότι τα άρθρα 1-4 ν. 3810/57 έχουν καταργηθεί. Επομένως από τις άνω διατάξεις φαίνεται να καθίσταται αμφίβολο αν ισχύει το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3810/57, η φερόμενη όμως παραπομπή στην παρ. 5 του άρθρου 64 ΕισΝΚΠολΔ (βλ. Π.Χ. ΑΠ 380/2000 τμ. Στ) δεν είναι ορθή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο άρθρο 3 παρ. 3 ν. 3810/57 στηρίζονται όλες οι σχετικές παραπεμπτικές αποφάσεις βλ. Π.Χ. ΑΠ 8/2002 Ολ, ΑΠ 4/2002 Ολ, ΑΠ 1/2002 Ολ, ΑΠ 7/2002 ολ. κ.ά. Όμως κατ'ακρίβεια η παραπομπή στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3810/57 είναι ορθή αφού με το άρθρο 64 παρ. 5 ΕισΝ ΚΠολΔ ρυθμίστηκε η τύχη των άρθρων 1 έως 4 του ν. 3810/57 μόνο σε σχέση με τις διατάξεις του Κώδικα της Πολιτικής Δικονομίας και του ΕισΝ ΚΠολΔ. Ρητά η παρ. 5 του άρθρου 64 ΕισΝΚΠολΔ ορίζει ότι "καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 του ν. 3810/57... εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν είναι αντίθετες στις διατάξεις του ΚΠολΔ και αυτού του νόμου" (δηλ. του ΕισΝΚΠολΔ). Επομένως οι άνω διατάξεις του νόμου 3810/57 σε σχέση με ποινικές υποθέσεις δεν θίγησαν. 'Ετσι και το άρθρο 111 παρ. 1 περ. στ' ν. 1756/88 αναφέρεται στις πολιτικές υποθέσεις που έχουν σχέση με τα άρθρα 1-4 του ν. 3810/57. Τούτο επιβεβαιούται από το άνω εδάφιο θ του άρθρου 111 ν. 1756/88, το οποίο άλλως δεν θα είχε νόημα.
ΙΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 Οργ.Δικ. (=ν. 1756/88) -"όταν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικάζει πολιτικές ή ποινικές υποθέσεις, αποτελείται..... (Τακτική ολομέλεια).... Στην πλήρη Ολομέλεια ανάγονται: α) αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτήν για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Η Τακτική ολομέλεια οφείλει να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην πλήρη Ολομέλεια, αν σχηματισθεί πλειοψηφία με διαφορά μιας μόνον ψήφου".- Αντίστοιχη είναι και η διάταξη του άρθρου 563 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ "για την κλήτευση στην Ολομέλεια απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, αφού ληφθεί υπόψη η σοβαρότητα των λόγων αναίρεσης....". Γίνεται εδώ μνεία ότι η Τακτική και πλήρης Ολομέλεια ρυθμίστηκε το πρώτο με το ν. 1756/88 - άρθρο 23 αυτού. Επομένως όταν το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3810/57 έκανε λόγο για Ολομέλεια αναφέρεται στην πλήρη Ολομέλεια - πρβλ άρθρο 10 ΚΠοινΔ, ήδη δε Τακτική ολομέλεια (23 παρ. 2 ν. 1756/88). Επομένως η Ολομέλεια δεν επιλαμβάνεται, δεν έχει αρμοδιότητα πρωτογενή για κάποια υπόθεση (εκτός αντίθετης ρητής διάταξης, που εδώ δεν πρόκειται). Γίνεται επίσης εδώ μνεία ότι η αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου σε σχέση με αίτηση επανάληψης διαδικασίας- η οποία δεν είναι ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (βλ. ΑΠ 1240/2006, ΑΠ 680/2007, ΑΠ 2270/2002 κ.ά) - είναι πρωτογενής και δη κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ κατά δε της αποφάσεώς του δεν χωρεί κάποιο ένδικο μέσο (βλ. άρθρο 528 παρ. 1 εδ. τελ. ΚΠΔ). IV) Όπως είναι γνωστόν με την επανάληψη της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσης -όπως αυτή διαμορφώθηκε στην οικεία δικαστική απόφαση - αλλά επιδιώκεται η διεξαγωγή μιας νέας δίκης επί τη βάσει νέων στοιχείων (βλ. ΑΠ 428/93, ΑΠ 256/94 κ.α.) γι'αυτό και στρέφεται κατ'αποφάσεως που διέγνωσε την ουσία της υπόθεσης. Σκοπεί την επανόρθωση των δικαστικών πλανών, την διόρθωση των υπό του δικαστηρίου της ουσίας σφαλμάτων περί τα πράγματα (βλ. το Διάγραμμα του ΚΠΔ (1934) σελ. 92, Μπουρόπουλο Ερμ ΚΠΔ τομ. β σελ. 303-304). Με την αίτηση επαναλήψεως προσβάλλεται ευθέως και αμέσως το περί ενοχής κεφάλαιο της απόφασης (βλ. ΑΠ 942/2006). Ο 'Αρειος Πάγος ερευνά εδώ την ουσία της υπόθεσης ενόψει των νέων πραγματικών δεδομένων αυτής. 'Ετσι δεν επιδιώκεται με την επανάληψη της διαδικασίας ο νομικός (ουσιαστικός-δικονομικός) έλεγχος της απόφασης και όπως αυτή έχει ήδη αποτυπωθεί (βλ. σχετ. Δαλακούρα - Επανάληψη της διαδικασίας (2007) 110). Αντίθετα με την αίτηση αναίρεσης ως ένδικο μέσο δεν ανοίγεται τρίτος βαθμός ουσιαστικής δικαιοδοσίας, δεν λαμβάνει δηλ. χώρα συζήτηση της υπόθεσης στην ουσία, δεν εξετάζονται μάρτυρες, κλπ, αλλά μόνο νομικός έλεγχος της απόφασης - βουλεύματος (βλ. και Ανδρουλάκη - θεμελιώδεις έννοιες (2007) σελ. 500, 396, 402 Καρρά-Δικονομικό Ποινικό Δίκαιο (2007) 863, 978). Ο 'Αρειος Πάγος δεν εκδίδει νέα απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης αλλά απλά ακυρώνει (αναιρεί) την προσβαλλόμενη απόφαση ή το προσβαλλόμενο βούλευμα. Γι'αυτό και οι λόγοι αναίρεσης είναι ορισμένοι (484, 510 ΚΠΔ). 'Ετσι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει κατά την αναιρετική διαδικασία μόνο τη νομική ορθότητα της προσβαλλομένης απόφασης ή του προσβαλλομένου βουλεύματος, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της αποδεικτικής διαδικασίας ή της ανάκρισης (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β σελ. 195, ΑΠ 990/80, ΑΠ 665/81 κ.α). Ο 'Αρειος Πάγος δηλ. ελέγχει μόνο τα εκτιθέμενα στην απόφαση ή στο βούλευμα. Επομένως, όπως καθίσταται φανερόν από τα ανωτέρω, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των περιπτώσεων που ο 'Αρειος Πάγος επιλαμβάνεται πρωτογενώς επανάληψης διαδικασίας αφενός μεν και αφ'ετέρου όταν επιλαμβάνεται μετά από αίτηση αναίρεσης (σε κάθε περίπτωση). Με άλλες λέξεις δεν μπορεί να ισχύσει στην πρώτη περίπτωση ότι ισχύει στη δεύτερη. Από όλα τα παραπάνω συνάγεται σαφέστατα ότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 3810/1957 περί υποχρεωτικής παραπομπής στην Ολομέλεια, όταν η απόφαση του τμήματος λαμβάνεται δια πλειοψηφίας μιας ψήφου δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο 'Αρειος Πάγος επιλαμβάνεται πρωτογενώς αίτησης επανάληψης διαδικασίας αλλά έχει περιοριστική εφαρμογή, μόνον όταν το τμήμα κρίνει αίτηση αναίρεσης. Τούτο προκύπτει σαφώς από τις άνω διατάξεις - όπου γίνεται ρητή μνεία περί αναίρεσης, περί λόγων αναίρεσης, περί της αρμοδιότητας της ολομέλειας επί ποινικών υποθέσεων, και από τον σκοπό εκατέρου των άνω θεσμών (επανάληψης-αναίρεσης)- πρβλ. γι'αυτό και άρθρο 23 παρ. 3 εδ. τελ. Ν. 1756/88. Η αντίθετη άποψη θα είχε ως συνέπεια ότι κάθε απόφαση-βούλευμα του κάθε τμήματος του Αρείου Πάγου όταν επιλαμβάνεται ποινικού τινός ζητήματος π.χ. αίτηση εξαίρεσης κλπ αυτοτελώς, ήτοι ανεξάρτητα αιτήσεως αναίρεσης, όταν λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου να υπάγεται υποχρεωτικά στην ολομέλεια, πράγμα που είναι τουλάχιστον παράδοξο (και δη σε σύγκριση με αποφάσεις άλλων κατωτέρων δικαστηρίων) και αδικαιολόγητο. 'Ετσι το άνω τμήμα δεν είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση αρμοδιότητα καν, πολλώ δε μάλλον τοιαύτη, όπως αποφάνθηκε, να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική ολομέλεια και η ενώπιον της τελευταίας εισαγωγή δεν είναι νόμιμη ούτε και έχει αρμοδιότητα αυτή να επιληφθεί αυτής (υπόθεσης), αφού άλλωστε υπάρχει ήδη απόφαση νόμιμη. 'Ετσι η τακτική ολομέλεια οφείλει να κηρύξει απαράδεκτη την ενώπιόν της εισαγωγή της υπό κρίση υπόθεσης διότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εισαγωγής σ'αυτήν αυτής για άσκηση της αρμοδιότητάς της (δικαιοδοτική) επί της συγκεκριμένης υπόθεσης. Να σημειωθεί εδώ ότι ο 'Αρειος Πάγος ήδη και με παλαιότερες αποφάσεις τμημάτων του επί του αυτού θέματος και με τις αυτές προϋποθέσεις (βλ. ΠΧ ΑΠ 1336/2001) δεν προέβη σε παρόμοια παραπομπή όπως η κρινόμενη απόφαση. Και ορθά κατά τα ανωτέρω. Επίσης να σημειωθεί εδώ ότι όλες οι περιπτώσεις που έχουν παραπεμφθεί στην ολομέλεια με απόφαση του τμήματος διότι η απόφαση αυτού ελήφθη με διαφορά μιας ψήφου αφορούν αναιρέσεις βλ. ΠΧ ΑΠ 5/2002 ολ, ΑΠ 7/2002 ολ, ΑΠ 8/2002 ολ. κ.ά. V) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει των όσων έχουν λεχθεί η Τακτική ολομέλεια οφείλει να κηρύξει απαράδεκτη την εισαγωγή σ'αυτήν της υπό κρίση υπόθεσης και συνεπώς δεν μπορεί να προβεί σε άλλη τινα ενέργεια και δη να τύχει εδώ εφαρμογής το άρθρο 145 ΚΠοινΔ. Μετά την άνω απόφαση της τακτικής ολομέλειας η υπόθεση δέον να εισαχθεί και αύθις στο εκδόν την 1533/2009 απόφαση Ζ' Ποινικό Τμήμα για συμπλήρωση αυτής, αφού ισχύει η απόφαση αυτή της πλειοψηφίας, και προβεί τούτο στην ακύρωση της καταδικαστικής απόφασης και την οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγωγή στην Τακτική ολομέλεια της υπόθεσης που παραπέμφθηκε σ'αυτήν με την υπ'αριθμ. 1533/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος.
Αθήνα 9 Οκτωβρίου 2009
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ζήτησε να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να εφαρμοσθούν όσα η πλειοψηφία του δικαστηρίου εκείνου αποφάσισε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 23 παρ. 1-3 του Ν. 1756[ 1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών), όπως ισχύει, "το δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζει σε τμήματα και σε Ολομέλεια. Κάθε τμήμα συγκροτείται από τον πρόεδρο του και τέσσερις αρεοπαγίτες. Η Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του και από το ήμισυ τουλάχιστον των λοιπών μελών του Αρείου Πάγου (πλήρης Ολομέλεια). 2."Οταν η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δικάζει πολιτικές ή ποινικές δικάζει πολιτικές ή ποινικές υποθέσεις, αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και εναλλάξ, κατά δικάσιμο, από τους αντιπροέδρους και τους αρεοπαγίτες που κληρώνονται κατά έτος και συνεδριάζει νομίμως με την παρουσία δεκαεπτά (17) τουλάχιστον μελών (τακτική Ολομέλεια). Στην πλήρη Ολομέλεια υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτήν για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Η τακτική Ολομέλεια οφείλει να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην πλήρη Ολομέλεια, αν σχηματισθεί πλειοψηφία με διαφορά μιας μόνον ψήφου. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ορίζονται τα πολιτικά και ποινικά τμήματα, η συγκρότηση τους, οι αρμοδιότητες κάθε τμήματος και ρυθμίζεται η εσωτερική οργάνωση, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών και κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά την εύρυθμη λειτουργία του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του". Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του Ν. 3810| 1957 (Διαδικασία Πολιτικών κ.λ.π. Δικών) ορίζονται τα εξής: "1. Εις την αρμοδιότητα της ολομελείας του Αρείου Πάγου υπάγονται α) αι αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του νόμου, β) αι αιτήσεις αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων ή των ποινικών βουλευμάτων, αι παραπεμπόμεναι προς εκδίκασιν εις την ολομέλειαν δια κοινού πρακτικού του Προέδρου του Αρείου Πάγου ή του Προέδρου του οικείου τμήματος αυτού και του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, συντασσομένου προ της ημέρας της συζητήσεως, ή δια πρακτικού του δικάζοντος την υπόθεσιν τμήματος και γ) η άρσις διαφωνίας, αν το κληθέν να αποφασίση μετ' αναίρεσιν τμήμα, κατά τα εν παρ. 2 του αρθρ. 834 Πολ.Δικονομίας, έχη διαφέρουσαν γνώμην της εν τη αναιρετική αποφάσει. 2. Η παραπομπή της εκδικάσεως εις την Ολομέλειαν δύναται να γίνη ως προς πάντας ή τινάς μόνον των λόγων αναιρέσεως εάν, καθ' εκατέραν των περιπτώσεων, κριθή ότι γεννώνται ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, ιδία συνταγματικότητος νόμου, ή ενότητος της νομολογίας. 3. Το δικάζον τμήμα υποχρεούται να παραπέμψη την εκδίκασιν της υποθέσεως εις την Ολομέλειαν, εάν η επί της αιτήσεως απόφασις αυτού (αναιρετική ή απορριπτική) λαμβάνεται δια πλειοψηφίας μιας ψήφου, ή εάν αρνήται την εφαρμογήν νόμου, κρινόμενου ως αντισυνταγματικού, δύναται δε να παραπέμψη εις την Ολομέλειαν την εκδίκασιν, όταν κρίνη ταύτην επιβεβλημένην, λόγω αντιθέτου γνώμης αυτού, επί κρινόμενου νομικού ζητήματος, προς προγενεστέραν απόφασιν της Ολομελείας του Αρείου Πάγου και των τμημάτων δεσμεύουν τα επιλαμβανόμενα της αυτής της υποθέσεως δικαστήρια ως προς τα υπ' αυτών επιλυθέντα νομικά ζητήματα, πλην της εν αρθρ. 834 παρ. 2 Πολ. Δικονομίας περιπτώσεως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 528 παρ.1 του Κώδ.Ποιν.Δικ. "αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης αν δεχτεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485. 2. Αν στην περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικαστεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των παρακάτω παραγράφων". Από τις ως άνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και προς αυτές: α) του άρθρου, 1 περ. στ' του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δικ, σύμφωνα με το οποίο "καταργείται κάθε διάταξη, που ρυθμίζει ο εισαγόμενος κώδικας, εφόσον δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτού του κώδικα και δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτόν", β) του άρθρου 563 Κ.Πολ.Δικ (με το οποίο ορίζεται η αρμοδιότητα της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου, προκειμένου περί αναιρέσεων επί πολιτικών υποθέσεων), γ) των άρθρων 504-524 Κώδ.Ποιν.Δικ. (με τα οποία ρυθμίζονται τα σχετικά με την αναιρετική διαδικασία, επί ποινικών υποθέσεων) και δ) του άρθρου 111 περ. θ' του Ν. 1756| 1988, σύμφωνα με το οποίο "από την έναρξη ισχύος του Κώδικα καταργείται (μεταξύ άλλων), το άρθρο 1 και η παρ. 1 του άρθρου 4 ν. 3810[ 1957", προκύπτουν τα εξής: α) ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3810| 1957, που ρυθμίζουν τα σχετικά με την λειτουργία και αρμοδιότητα της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, καθόσον αφορά της υποθέσεις ποινικής διαδικασίας, έχουν διατηρηθεί σε ισχύ, εφόσον από καμία διάταξη νόμου (ρητή ή σιωπηρή) δεν έχουν, κατά τούτο καταργηθεί. Αντίθετα, δεν ισχύουν αυτές, καθόσον αφορά τις υποθέσεις πολιτικής διαδικασίας, δοθέντος ότι το σχετικό ζήτημα ήδη ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 552 επ. και ιδιαίτερα του άρθρου 563 Κ.Πολ.Δικ. (σε αντίθεση με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο οποίος δεν περιέχει ανάλογες διατάξεις, στο περί αναιρετικής διαδικασίας, κεφάλαιο του), β) ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (τακτική ή πλήρης), όπως με τις ως άνω διατάξεις (πολιτικές ή ποινικές) ορίζεται, έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί μόνον επί υποθέσεων αναιρετικής διαδικασίας, εναντίον των οποίων, δηλαδή έχει ασκηθεί το από το νόμο προβλεπόμενο τακτικό ένδικο μέσο της αναιρέσεως, εξετάζοντας το νομικό μέρος τη υπόθεσης.
Συνεπώς, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (Ποινική ή Πολιτική) δεν έχει, στις ως άνω περιπτώσεις, πρωτογενή εξουσία, ήτοι εξουσία να ερευνήσει την υπόθεση και πέρα από το νομικό της μέρος, όπως συμβαίνει επί επαναλήψεως της διαδικασίας, κατά την οποία το κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού, που είναι η διεξαγωγή νέας δίκης, επί τη βάσει νέων στοιχείων, ερευνά την υπόθεση κατ' ουσίαν και κρίνει βάσει των αποδεικτικών στοιχείων, που προσκομίζονται κατά την διαδικασία της επανάληψης. Αυτό ενισχύεται, άλλωστε και από το γεγονός ότι, όλες οι προπαρατεθείσες διατάξεις, που ρυθμίζουν τα σχετικά με την αρμοδιότητα της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αναφέρονται σε υποθέσεις, που έχουν ανακύψει κατόπιν ασκήσεως του τακτικού ενδίκου μέσου της αναιρέσεως. Σύμφωνα, επομένως, με αυτά, προκειμένου περί της επαναλήψεως διαδικασίας (που υπάγεται στις "έκτακτες διαδικασίες") και εφόσον αρμόδιο να κρίνει την σχετική αίτηση είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου: α) η σχετική απόφαση εις ουδέν ένδικο μέσον υπόκειται και β) δεν υπάρχει στάδιο (δυνατότητα) παραπομπής της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Αρείου πάγου, έστω και αν η σχετική απόφαση ληφθεί με πλειοψηφία μιας ψήφου, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις. Δεν παρέχεται, δηλαδή, η δυνατότητα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, να επιληφθεί μιας υπόθεσης, χωρίς να εκκρεμεί αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αφού, εξάλλου, στην αναίρεση, η αρμοδιότητα των Τμημάτων ή της Ολομέλειας εκτείνεται στην έρευνα της νομικής ορθότητας της απόφασης ή του βουλεύματος, χωρίς το δικαστήριο να μπορεί να υπεισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως συμβαίνει επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας. Στην περίπτωση δηλαδή της επαναλήψεως της διαδικασίας, το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου, ερευνά μεν την ουσία της υποθέσεως και εκδίδει σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, πλην αυτό λαμβάνει χώρα κατά ρητή επιταγή του νόμου. Ενεργεί, δηλαδή ως δικαστήριο της ουσίας (όπως και στην περίπτωση, που εκδικάζει έφεση κατ' αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, επί αιτήσεως εκδόσεως- άρθρο 451 Κ.Π.Δ.) και, συνεπώς, οι σχετικές αποφάσεις του, λαμβάνονται, όπως οι αποφάσεις όλων των δικαστηρίων της ουσίας, χωρίς, όμως, αυτές να υπόκεινται σε κάποιο ένδικο μέσο ούτε να υπάρχει στάδιο οποιασδήποτε άλλης, περαιτέρω διαδικασίας, εκτός αυτής της επαναλήψεως, ήτοι της διεξαγωγής νέας δίκης, αν κριθεί ότι συντρέχουν οι από το νόμο προβλεπόμενες προς τούτο προϋποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνήλθε σε Συμβούλιο, δικάζοντας επί αιτήσεως του Χ1, με την οποία και για τους λόγους που αναφέρονταν σ' αυτή, ζητούσε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την από 15-11-1922 αμετάκλητη απόφαση του "Έκτακτου, Επαναστατικού Στρατοδικείου" και με την οποία παππούς του αιτούντος Π1 είχε καταδικασθεί στην ποινή του θανάτου, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1533|2009 απόφαση του, με την οποία έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι συνέτρεχαν οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, ώστε να επαναληφθεί η εν λόγω ποινική διαδικασία. Όμως και επειδή η απόφαση αυτή ελήφθη με πλειοψηφία μιας ψήφου (3-2), το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να επιληφθεί αυτή της υπόθεσης. Η απόφαση, όμως, αυτή δεν σχετίζεται με την αναιρετική διαδικασία, αλλά είναι απόρροια της πρωτογενούς εξουσίας, που έχει ο Άρειος Πάγος (και ειδικότερα το αρμόδιο Ποινικό Τμήμα του) να κρίνει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις (νομικές και πραγματικές) εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 525 επ. Κώδ.Ποιν.Δικ., χωρίς μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, να παρέχεται ένδικο μέσο κατ' αυτής (αποφάσεως). Επομένως, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ούτε αναγνωρίζεται σχετική δυνατότητα στην Ολομέλεια να κρίνει επί της εν λόγω υποθέσεως, η προκειμένη παραπομπή δεν είναι παραδεκτή, το δικαστήριο δε όφειλε, μετά την ως άνω κρίση του, να προέλθει στην ολοκλήρωση της διαδικασίας, κατά τα από το νόμο προβλεπόμενα, δηλαδή είτε να διατάξει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ήτοι τη διεξαγωγή νέας δίκης, αν θεωρούσε ότι αυτή ήταν αναγκαία είτε, σε αντίθετη περίπτωση, να εφαρμόσει τα από το νόμο προβλεπόμενα (άρθρα 370 περ. β' Κ.Π.Δ. 111, 112, 113 Π.Κ.).
Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ως άνω παραπομπή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την με την υπ' αριθμ. 1533|2009 απόφαση του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπομπή της αναφερομένης σ' αυτή υποθέσεως στην Ολομέλεια.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προϋποθέτει αναιρετική διαδικασία, η οποία δεν υπάρχει όταν το Συμβούλιο (του Αρείου Πάγου) κρίνει επί αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας (του Π. Πρωτοπαπαδάκη), οπότε η σχετική απόφασή του, δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, ούτε και σε παραπομπή στην Ολομέλεια, έστω και αν αυτή λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου. Αν παρά ταύτα η υπόθεση παραπεμφθεί στην Ολομέλεια, η παραπομπή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται στο Τμήμα για να ολοκληρώσει την έκδοση της αποφάσεώς του με μειοψηφία (επανάληψη διαδικασίας).
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Α' ΣΥΝΘΕΣΗ (σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δκαστές: Γεώργιο Καλαμίδα. Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Ζώη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέτα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσιωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 15 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, κατοίκων ..., 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 492/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από α) 28 Μαρτίου 2007 κοινή αίτηση αναιρέσεως των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και β) 3 Απριλίου 2007 κοινή αίτηση αναιρέσεως των τρίτου και τετάρτου αυτών, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 763/2007.
Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1103/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια.
Έπειτα ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τέντες εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 263/5-8-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κατόπιν της παραπομπής σ' αυτήν από το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την 1.103/09 απόφασή του, τις αιτήσεις αναιρέσεως: α) την από 3-4-07 του Χ4, β) την από 3-4-07 του Χ3, γ) την από 28-3-07 της Χ1, και δ) την από 28-3-07 του Χ2, κατά του 492/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αφού δέχθηκε την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του 807/01 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, τους παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών και δη τον πρώτο για ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε, [25.000.000 δρχ}, το δεύτερο για άμεση σ' αυτή συνδρομή και τους τρίτη και τέταρτο για ηθική στις εν λόγω αξιόποινες πράξεις αυτουργία, κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση [άρθρα 46 παρ.1 περ.β, 94 παρ.1, 98, 242 παρ.1,3, όπως συμπληρ. αρχικά από το άρθρο 1 παρ.7 περ.β' Ν.2.408/96 και στη συνέχεια από το άρθρο 14 παρ.6 Ν.2721/99,του ΠΚ], προκειμένου να αποφανθεί για τον προβαλλόμενο υπό των αναιρεσειόντων λόγο αναιρέσεως της υπέρβασης εξουσίας, λόγο τον οποίο τον παραπέμπον Ποινικό Τμήμα τον δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο με πλειοψηφία μιας ψήφου, εξαιτίας της οποίας ιδρύεται επ' αυτού η δικαιοδοσία της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.3 του Ν.3810/57, οι οποίες διατηρούνται σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις, κατά το άρθρο 111 παρ.1 περ.θ του Ν.1756/88, και εκθέτω τα ακόλουθα:
2-Νομική ρύθμιση
α- Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδιαίτερα όταν αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ή έλυσε προκαταρκτικό ζήτημα που με ρητή διάταξη του νόμου υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, ή αποφάνθηκε πέρα από την εξουσία του κατά τα άρθρα 307, 309 και 318 ή, τέλος, παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση, ή για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης, ή για το οποίο δεν έχει επιτραπεί ρητά η έκδοση [ΑΠ 94/06, ΑΠ.ΟΛΟΜ. 3/05]. Ειδικότερα σχετικά με την έλλειψη της νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντα για την άσκηση εφέσεως κατά απαλλακτικού βουλεύματος συντρέχει υπέρβαση εξουσίας και όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία, την οποίαν έχει μεν γενικώς, δεν συντρέχουν όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες κατά το νόμο προϋποθέσεις για την άσκησή της. Τούτο συμβαίνει όταν το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει κατ` ουσία την υπόθεση και αποφαίνεται μετά από έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, που είναι απαράδεκτη, κατά το άρθρο 476 Κ.Π.Δ.Για την εξέταση του λόγου αυτού ο Άρειος Πάγος ελέγχει κάθε στοιχείο της δικογραφίας για να κρίνει τη βασιμότητα της αναίρεσης.[ΑΠ. 2/1990 Π.Χρ.Μ/92, ΑΠ 1/91 Π.Χρ. ΜΑ/806, ΑΠ 131/91 Π.Χρ. ΜΑ/857, ΑΠ 1112/95 Π.Χρ. ΜΣΤ/253, ΑΠ 338/94 Π.Χρ. ΜΔ/392 ΑΠ 15/86 Π.Χρ. ΛΣΤ/446 και προτ. Εισ. ΑΠ. Κ.Σταμάτη, ΑΠ 1542/87 Π.Χρ. ΛΗ/224 ΑΠ 1359/88 Π.Χρ. ΛΘ/318).
β- Από το συνδυασμό των άρθρων 63, 64, 83 και 84 ΚΠΔ συνάγεται ότι ως πολιτικώς ενάγων νομιμοποιείται να παραστεί ο δικαιούμενος να ζητήσει την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, υπό την προϋπόθεση ότι προ της εκδόσεως του βουλεύματος δήλωσε νομοτύπως παράσταση πολιτικής αγωγής και δεν απεβλήθη της διαδικασίας (οράτε και το άρθρο 480 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα). Η δε δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής μπορεί να γίνει είτε με την υποβολή της εγκλήσεως, είτε και μεταγενεστέρως με κατάθεση ή με υπόμνημα, οπωσδήποτε όμως απαιτείται σαφής έκφραση της βουλήσεως για παράσταση πολιτικής αγωγής, και όχι αβέβαιη ή αναγόμενη στο μέλλον. Τέλος, η διαπιστουμένη τυχόν έλλειψη του δικαιώματος του πολιτικώς ενάγοντος προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι ανεξάρτητη από την μη αποβολή αυτού κατά τη διάρκεια της μέχρι τότε ποινικής προδικασίας, καθόσον η ενεργητική νομιμοποίηση της πολιτικής αγωγής ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της διαδικασίας.
γ- Κατά τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών στις περιπτώσεις της παραγράφου Ι του άρθρου αυτού, ως και στις περιπτώσεις του αρ. 478 ΚΠΔ υπό την προϋπόθεση ότι προ της εκδόσεως του βουλεύματος τούτου δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτή (ως πολιτικώς ενάγων) και δεν έχει αποβληθεί από τη ποινική διαδικασία (άρθρα 82-88), από τα οποία παρέπεται ότι ο μη νομιμοποιούμενος να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων δεν μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει έφεση κατά βουλεύματος παρά μόνο με τον κατά τον Αστικό Κώδικα νόμιμο αντιπρόσωπό του (βλ. ΑΠ 1409/80 Π.Χρ. ΛΑ/349, ΑΠ 1056/89 Π.Χρ. Μ/381 ΑΠ 366/68 Π.Χρ. ΙΗ/606 ΑΠ 36/65 Π.Χρ. ΙΕ/ 227).
δ- Ο έλεγχος του τυπικά παραδεκτού του ενδίκου μέσου της εφέσεως κρίνεται από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο. Ειδικότερα: Αν πρόκειται για ένδικο μέσο κατά βουλεύματος το απαράδεκτο κρίνεται και κηρύσσεται από το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο κατά τα άρθρα 317 και 485 παρ.2 ΚΠΔ, να αποφανθεί και για την ουσία του ενδίκου μέσου, δηλ.το Συμβούλιο Εφετών αν πρόκειται για έφεση και ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο αν πρόκειται για αναίρεση. Αν πρόκειται για ένδικο μέσο εναντίον αποφάσεως, το απαράδεκτο κρίνεται και κηρύσσεται από το δικαστήριο που συνεδριάζει ως συμβούλιο. Η κρίση του συνεδριάζοντος ως συμβούλιο δικαστηρίου ότι είναι αβάσιμος ο προτεινόμενος λόγος απαραδέκτου δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Συνακόλουθα δεν δεσμεύει το ίδιο δικαστήριο που καλείται στη συνέχεια να δικάσει με τη συνήθη διαδικασία. Στη μεταγενέστερη αυτή κανονική διαδικασία μπορεί να προταθεί ο ίδιος λόγος απαραδέκτου, καθώς και οποιοσδήποτε άλλος, από κάθε διάδικο.[Λ.Μαργαρίτης Ποιν.Δικονομία. Ένδικα μέσα Ι 1994 σελ.168,172].
ε- Κατά βασική δικονομική αρχή αν αναιρεθεί καθολικά ένα βούλευμα η υπόθεση επανέρχεται στην προ της εκδόσεως του αναιρεθέντος βουλεύματος νομική κατάσταση και επομένως το Συμβούλιο Εφετών δεν δεσμεύεται από το αναιρεθέν προηγούμενο βούλευμά του, και μπορεί, όταν επανακρίνει την υπόθεση, να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, αν συντρέχουν οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις.[Μπουρόπουλος ΚΠΔ Β/212, Καρράς Ποιν.Δικον.Δ. 2007 σελ.977, ΑΠ. 1859/83 ΝΟΒ 32/732, ΑΠ.1269/89 ΠΧΡ.Μ/552]. Η διάταξη του άρθρου 502 παρ.6, που προστέθηκε από το άρθρο 18 παρ.5 Ν.2721/99, του ΚΠΔ και ορίζει ότι "αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικά δεκτή και αναβάλλει την έκδοση της οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61 δεσμεύεται από την απόφασή του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής", δεν είναι γενικής εφαρμογής και δεν απαγορεύει το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο στη νέα συζήτηση της υπόθεσης να κρίνει διαφορετικά. Τούτο γιατί η απαγόρευση της επανεξέτασης του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως αναφέρεται α) σε δικαστήριο και όχι σε συμβούλιο και β) σε αναβλητικές αποφάσεις για κρείσσονες αποδείξεις και σε αποφάσεις που εκδίδονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61 ΚΠΔ και δεν επεκτείνεται ούτε στα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου, ούτε και στις αποφάσεις που εκδίδονται ύστερα από την άσκηση ενδίκων μέσων. Η απαγόρευση δηλ. της επανεξέτασης αναφέρεται στις περιπτώσεις που για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου μεσολαβεί ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου, π.χ.αν μεσολάβησε ανώτερη βία που δικαιολογεί την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, και δεν επεκτείνεται σε νομικά ζητήματα. Η μη νομιμοποίηση δηλ. του διαδίκου για την άσκηση του ενδίκου μέσου δεν απαγορεύεται το δικαστήριο να την επανεξετάσει στη μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης, έστω και αν τούτο με την προηγούμενη απόφασή του την έκρινε εκ παραδρομής παραδεκτή, διότι τότε η απόφασή του θα ήταν αναιρετέα για θετική υπέρβαση εξουσίας.
στ- Σύμφωνα με το άρθρο 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στο οποίο ο νόμος παρέχει ρητώς το δικαίωμα αυτό και, με το άρθρο 480 ΚΠΔ, στον πολιτικώς ενάγοντα παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει έφεση και κατά του βουλεύματος που αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και δεν απεβλήθη από την ποινική διαδικασία. Η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος εξαρτάται από το περιεχόμενο της απαιτήσεώς του, όπως αυτή καθορίζεται στο στάδιο της προδικασίας με τη δήλωσή του, σε συνδυασμό και με την κατηγορία που απαγγέλλεται κατά του κατηγορουμένου (ΑΠ 939/1988 ΠΧ ΛΗ' σελ. 961, ΑΠ 1464/2000 ΠΧ ΝΑ' σελ. 540). Προς άσκηση της από το έγκλημα πολιτικής αγωγής νομιμοποιούνται, σύμφωνα με της διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, εκείνοι που άμεσα υπέστησαν από αυτό περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, ενώ στερούνται του δικαιώματος αυτού οι εμμέσως ζημιωθέντες.
Συνεπώς, επί αξιοποίνου αδικήματος στρεφομένου κατά ανώνυμης εταιρίας που αποτελεί νομικό πρόσωπο αυτοτελές και διακρινόμενο από τους μετόχους της, ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική διαδικασία δικαιούται να παραστεί μόνον η αμέσως ζημιωθείσα εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη, όχι δε και οι εμμέσως ζημιούμενοι μέτοχοί της.(ΑΠ 1077/1995 ΠΧ ΜΣΤ' σελ. 195, ΑΠ 927/1997 ΠΧ ΜΗ' σελ. 285,ΑΠ.334/04 Π.ΛΟΓ 2004/372].
3- Η προκείμενη υπόθεση
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, η οποία είναι θεμιτή προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του πρώτου λόγου αναιρέσεως των ανωτέρω συνεκδικαζομένων αιτήσεων για υπέρβαση της εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, προκύπτουν τα εξής:
Κατόπιν της από 13-1-00 μηνύσεως της Ψ και της ΑΑ κινήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμ/κών Αθηνών ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων -αναιρεσειόντων 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ1 και 4) Χ2, και δη κατά του πρώτου για ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ε,[25.000.000 δρχ},κατά του δευτέρου για άμεση σ' αυτή συνέργεια και κατά της τρίτης και τετάρτου για ηθική στις πράξεις αυτές αυτουργία, κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση [άρθρα 46 παρ.1 περ.β, 94 παρ.1, 98, 242 παρ.1,3, όπως συμπληρ. αρχικά από το άρθρο 1 παρ.7 περ.β' Ν.2.408/96 και στη συνέχεια από το άρθρο 14 παρ.6 Ν.2721/99 του ΠΚ]. Οι πράξεις αυτές συνίστανται από τα εξής συνοπτικά περιστατικά: α) Ο πρώτος στην ... στις 23-5-95, 16-5-96, 2-6-96, 2-6-97,25-9-98 και 26-5-99 υπό την ιδιότητά του ορκωτού λογιστή της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕΕ" εξέδωσε έξι πιστοποιητικά των εταιρικών χρήσεων των ετών 1994 έως 1998,στα οποία βεβαίωσε εν γνώσει ψευδώς τα έχοντα έννομη σημασία περιστατικά ότι οι ισολογισμοί της εταιρίας των αντίστοιχων ετών έχουν συνταχθεί νόμιμα και ότι εμφανίζουν την πραγματική κατάσταση της περιουσίας της εταιρίας. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι ήσαν μέτοχοι της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας, το αθέμιτο περιουσιακό όφελος των 1.960.019 δρχ. Ο δεύτερος στον ίδιο τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε σ' αυτόν άμεση συνδρομή με το να του συντάξει και να του παραδώσει τους ως άνω ισολογισμούς της εταιρίας. Και η τρίτη και ο τέταρτος στον ίδιο τόπο και χρόνο με πρόθεση με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσαν στους πρώτο και δεύτερο κατηγορουμένους την απόφαση να εκτελέσουν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις.
Επί της υποθέσεως αυτής το Συμβούλιο Πλημμ/κών εξέδωσε το 801/00 βούλευμά του, με το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει εναντίον τους κατηγορία. Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος οι μηνύτριες, οι οποίες είναι μέτοχοι της εταιρίας κατά ποσοστό 49% και είχαν δηλώσει κατά την προδικασία ότι παρίστανται στην ποινική διαδικασία ως πολτικώς ενάγουσες "για την ηθική βλάβη που υποστήκαμε και που προκλήθηκε αιτιωδώς από την αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων", άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών την 210/2-3-01 έφεσή τους, ζητώντας την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Επί της εφέσεως αυτής το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εξέδωσε τα εξής τρία αλλεπάλληλα παραπεμπτικά βουλεύματα:
α- Πρώτο το 1221/2001 βούλευμα. Με το βούλευμα τούτο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκανε κατ' ουσία δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατά του 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξαφάνισε το πρωτόδικο βούλευμα και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα κακουργήματα: 1) τον Χ4 για ψευδή βεβαίωση, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ., 2) τον Χ3 για άμεση σ' αυτή συνέργεια, κατ' εξακολούθηση, και 3) την Χ1 και 4) τον Χ2 για ηθική στις πράξεις αυτές αυτουργία, κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Πλην όμως το βούλευμα τούτο, ύστερα από αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγος με την 1.145/2003 απόφασή για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η υπόθεση παραπέμφθηκε εκ νέου στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο για επανεξέταση.
β- Δεύτερο το 2691/03 βούλευμα. Με το βούλευμα τούτο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, εξαφάνισε το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα και παρέπεμψε τους κατηγορουμένους για τις προαναφερθείσες κακουργηματικές πράξεις στο αρμόδιο δικαστήριο, όπως και το προηγούμενο πρώτο βούλευμα. Πλην όμως και το βούλευμα τούτο, ύστερα από αναίρεση των κατηγορουμένων, ο Άρειος Πάγος με την 146/06 απόφασή του το αναίρεσε για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, οπότε η υπόθεση επανεπέμφθηκε στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο για νέα επανεξέταση. Παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν έπρεπε να ασχοληθεί με τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες λόγο αναιρέσεως της υπέρβασης εξουσίας για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικώς ενάγουσας για την άσκηση της εφέσεως με την αιτιολογία ότι εφόσον η υπόθεση αναιρέθηκε καθολικά και παραπέμφθηκε στο Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το αναιρούμενο βούλευμα η υπόθεση θα κριθεί εξαρχής από το ίδιο δικαστικό συμβούλιο, στο οποίο παραπέμπεται. Το ίδιο έκρινε ο Άρειος Πάγος και στην αυτοτελή αίτηση των αναιρεσειότων για επανάκριση της υπόθεσης όσον αφορά το λόγο της υπέρβασης εξουσίας για έλλειψη της απαιτούμενης ενεργητικής νομιμοποίησης των εκκαλουσών πολιτικώς εναγουσών για την άσκηση της εφέσεως. Έκρινε δηλ. ότι δεν έπρεπε να επιληφθεί για το λόγο τούτο με την αιτιολογία ότι μετά την καθολική αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος εξάντλησε τη δικαιοδοσία του και το θέμα τούτο μπορεί να κριθεί είτε από το Συμβούλιο Εφετών, στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση, είτε από τον Άρειο Πάγο, ύστερα από άλλη αίτηση αναιρέσεως κατά του μέλλοντος να εκδοθεί βουλεύματος από το Συμβούλιο Εφετών της παραπομπής. Και
γ- Τρίτο το 492/2007 βούλευμα. Με το βούλευμα τούτο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκανε ουσιαστικά δεκτή την έφεση των πολιτικώς εναγουσών, εξαφάνισε το πρωτόδικο απαλλακτικό βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, όπως και τα προηγούμενα δύο πρώτα παραπεμπτικά του βουλεύματα. Όσον αφορά την ένσταση των κατηγορουμένων για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των πολιτικώς εναγουσών έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί γι' αυτή, διότι τα εκδοθέντα υπ' αυτού προηγούμενα βουλεύματά του που έκαναν τυπικά δεκτή την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως προς το σημείο τούτο από τους κατηγορουμένους, έχουν αποκτήσει μερικό δεδικασμένο, πράγμα που το εμποδίζει να την εξετάσει.
Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους οι από 3-4 και 28-3-07 αιτήσεις αναιρέσεως, με τον πρώτο λόγο των οποίων πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, διότι το Συμβούλιο Εφετών με το να μη κρίνει το τύποις παραδεκτό της ανωτέρω εφέσεως υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Τούτο καθόσον, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1, 519 και 524 ΚΠΔ, επί καθολικής αναιρέσεως βουλεύματος, όπως είναι και η κατόπιν ευδοκιμήσεως λόγου περί ελλείψεως αιτιολογίας τούτου, η υπόθεση επανακτά την εκκρεμότητα της και το Συμβούλιο, στο οποίο παραπέμπεται εκ νέου η υπόθεση, οφείλει να την εξετάσει εξυπαρχής, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, μη δεσμευόμενο από την προηγούμενη κρίση του. Έτσι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, επιληφθέν στη συγκεκριμένη περίπτωση μετά την αναίρεση του προηγουμένου βουλεύματος του, η οποία είχε χωρήσει και για έλλειψη αιτιολογίας, κατά τα προεκτεθέντα, και ήταν επομένως καθολική, όφειλε να κρίνει και επί του παραδεκτού της εφέσεως των πολιτκώς εναγουσών και εφόσον παρέλειψε τούτο υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ.
4- Κατ' ακολουθία, εν όψει του ότι ο απορρέων από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ' λόγος αναιρέσεως της υπέρβασης εξουσίας είναι βάσιμος, πρέπει 1) να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, 2) να αναιρεθεί το πλησσόμενο παραπεμπτικό βούλευμα και 3),εφόσο δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο προς επανάκριση, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση των πολιτικώς εναγουσών κατά του 801/01 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων :α) η από 3-4-07 του Χ4, β) η από 3-4-07 του Χ3, γ) η από 28-3-07 της Χ1, και δ) η από 28-3-07 του Χ2, κατά του 492/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β- Να αναιρεθεί το ανωτέρω πλησσόμενο 492/07 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
Γ- Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 210/2-3-01 έφεση των πολιτικώς εναγουσών 1) Ψ και 2) ΑΑ κατά του 801/00 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Εισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την 1103/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος, σε Συμβούλιο παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 3810/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ για τις ποινικές υποθέσεις όπως συνάγεται από το άρθρο 111 παρ. 1 περ. θ' του ν. 1756/1988, του άρθρου 23 παρ.1 και 2 του ν. 1756/1988 και του άρθρου 3 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Αρείου Πάγου, ο πρώτος λόγος των από 28-3-2007 και 3-4-2007 αιτήσεων αναιρέσεως των: 1) Χ1 και 2) Χ2 και 1) Χ3 και 2) Χ4, αντίστοιχα. Επί του λόγου αυτού, με την ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι θα έπρεπε να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο 492/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι, ενώ επιλήφθηκε μετά από αναίρεση, αρνήθηκε να κρίνει εκ νέου το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, κατά του 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και να την κηρύξει απαράδεκτη, διότι είχε ασκηθεί από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα. Ειδικότερα δέχθηκε ότι δεσμεύεται από την προηγηθείσα περί του παραδεκτού αυτής κρίση των 1221/2001 και 2693/2003 βουλευμάτων του ιδίου, τα οποία, με τις προηγούμενες 1145/2003 και 146/2006 αναιρετικές αποφάσεις του Αρείου Πάγου (Σε Συμβούλιο), δεν είχαν αναιρεθεί κατά το κεφάλαιό τους αυτό, το οποίο, εφόσον είχε αυτοτελή υπόσταση, ως μη εξαρτώμενο από το αναιρεθέν κεφάλαιο των βουλευμάτων επί των κατηγοριών για ψευδή βεβαίωση με σκοπό πορισμού αθεμίτου οφέλους σε τρίτο (κατωτέρω ηθικούς αυτουργούς), που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (αναιρεσείων Χ4), άμεση συνέργεια σ αυτήν (αναιρεσείων Χ3) και ηθική αυτουργία κατά συρροή στις πράξεις αυτές (αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2), είχε καταστεί αμετάκλητο, και παρήγε τυπικό δεδικασμένο.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ.1, 519 και 524 ΚΠΔ συνάγεται ότι, μετά την αναίρεση του βουλεύματος, η υπόθεση παραπέμπεται σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου συμβουλίου κατά το αναιρεθέν μέρος. Κατά συνέπεια, εάν το βούλευμα προσβληθεί, μόνον κατά το κεφάλαιό του που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της εφέσεως και την σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία, με λόγους αναιρέσεως έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ή εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (484 παρ. 1 δ' και β' ΚΠΔ), όχι δε και κατά το κεφάλαιο που αφορά την τυπική παραδοχή της εφέσεως του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 478, 480 ΚΠΔ, αντίστοιχα, σε συνδυασμό με 473 και 474 του ίδιου Κώδικα), με λόγο αναιρέσεως, κυρίως, υπέρβασης εξουσίας (484 παρ. 1 στ' ΚΠΔ) και γίνουν δεκτοί οι αφορώντες το κεφάλαιο επί της κατηγορίας λόγοι και παραπεμφθεί, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ, η υπόθεση για εκ νέου κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, η παραπομπή αφορά μόνον το κεφάλαιο της κατηγορίας και όχι εκείνο της τυπικής παραδοχής της εφέσεως, το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο, έχει αυτοτελή υπόσταση και δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση ως συμπροσβληθέν μετά του κεφαλαίου επί της κατηγορίας, η δε επ' αυτού απόφαση του συμβουλίου δεν τυγχάνει παρεμπίπτουσα, κατά την έννοια του άρθρου 548 ΚΠΔ,.ούτε μπορεί να ανακληθεί, αλλά είναι δεσμευτική και μόνον με την παραδοχή σχετικού λόγου αναιρέσεως μπορεί να ανατραπεί. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, και αν ακόμη το προσβαλλόμενο βούλευμα αναιρέθηκε στο σύνολό του, επί του κεφαλαίου που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της εφέσεως, το συμβούλιο της παραπομπής δεν έχει εξουσία να ερευνήσει και πάλι το παραδεκτό ή μη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως, αν δε το κάνει υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, καθόσον η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκ νέου κρίση μόνον κατά το κεφάλαιο που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα της εφέσεως, το οποίο ακολουθεί την απαραίτητη προς τούτο κρίση περί του παραδεκτού αυτής, η οποία δεν έχει θιγεί. Έτσι, δεδομένου ότι το συμβούλιο επιλαμβάνεται εκ νέου της έρευνας της υποθέσεως από το, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, στάδιο διερεύνησης της κατ ουσία βασιμότητας των λόγων αυτής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 481 παρ. 1 ΚΠΔ, αν την κρίνει και ουσιαστικά βάσιμη, εξαφανίζει το εκκληθέν βούλευμα, κρατεί την υπόθεση και έχει το δικαίωμα να διατάσσει ό,τι και το συμβούλιο πλημμελειοδικών, κατά τα άρθρα 309 έως και 316, δηλαδή ή αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία ή την παραπομπή στο ακροατήριο ή την οριστική παύση της ποινικής διώξεως. Παραδοχή της απόψεως των αναιρεσειόντων, θα οδηγούσε στο άτοπο να θεωρείται αναιρεθέν και κεφάλαιο του βουλεύματος ή της αποφάσεως, αυτοτελές και ανεξάρτητο και τέτοιο αποτελεί, όπως λέχθηκε και εκείνο που αφορά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, χωρίς κατ' αυτού να έχει προβληθεί λόγος αναιρέσεως και να έχει γίνει δεκτός. Υπέρ της μη επανεξετάσεως του κριθέντος τυπικά παραδεκτού της εφέσεως τάχθηκε και ο νομοθέτης με ρύθμιση που θεσπίσθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 502 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ.5 του Ν. 2721/1999, κατά την οποία, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ' εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφαση του για το τυπικά παραδεκτό της έφεσης, στη μετ' αναβολή συζήτηση αυτής. Η με τη διάταξη αυτή εισαγόμενη για το Δικαστήριο ρύθμιση ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για το Συμβούλιο Εφετών, όταν τούτο επιλαμβάνεται εφέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εφόσον το βούλευμα τούτου συνιστά κατά το άρθρο 138 παρ.1 ΚΠΔ απόφαση. Πρόσθετο επιχείρημα αποτελεί και το ότι ο Άρειος Πάγος όταν, κατά παραδοχή κάποιου λόγου αναιρέσεως, που αφορά την εκδικασθείσα κατηγορία, αναιρεί την απόφαση, καθ' ολοκληρία, παύει οριστικά την ποινική δίωξη, όταν διαπιστώσει ότι το αξιόποινο εξαλείφθηκε με παραγραφή και δεν παραπέμπει την υπόθεση στο Εφετείο (άρθρο 511 ΚΠΔ), ρύθμιση που καταδεικνύει ότι η περί παραδεκτού της ασκηθείσης εφέσεως διάταξη της αναιρεθείσης αποφάσεως δεν θίγεται και έτσι μπορεί να συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής. Αντιθέτως όταν γίνει δεκτή η αναίρεση κατ αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, και αν ακόμη έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της πράξεως, γεγονός που συνεπάγεται την εξάλειψη του αξιοποίνου, δεν παύει οριστικά την ποινική δίωξη, αλλά παραπέμπει την υπόθεση στο εφετείο, προκειμένου αυτό, αφού κρίνει ως παραδεκτώς ασκηθείσα την έφεση και την κηρύξει τυπικά δεκτή, εφόσον έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής του αδικήματος, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη.
3. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
Επί της υποθέσεως είχε εκδοθεί αρχικά, μετά τη νομότυπη περάτωση της κυρίας ανακρίσεως, το 807/14-2-2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με το βούλευμα αυτό, το δικαστικό Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στην ανωτέρω πρώτη σκέψη. Κατά του εν λόγω, απαλλακτικού βουλεύματος, η εγκαλούσα Ψ, ως πρόσωπο που είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής πριν από την έκδοσή του και δεν είχε αποβληθεί από την ποινική διαδικασία (479 παρ.1 περ. δ' και 480 παρ.1 και 2 ΚΠΔ), άσκησε την 210/2-3-2001 έφεση, παραπονούμενη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της εφέσεως εκδόθηκε το 1221/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη για το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της εκκαλούσας, αφού τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε από τους κατηγορουμένους, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία, το πρωτόδικο βούλευμα εξαφανίσθηκε και οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των πράξεων που ανωτέρω αναφέρθηκαν.
Οι κατηγορούμενοι κατά του εν λόγω, παραπεμπτικού βουλεύματος, άσκησαν τις από 25-6-2001 και 27-7-2001 αιτήσεις αναιρέσεως, παραπονούμενοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (μεταξύ άλλων, δεν υπήρχε κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, που είχαν ληφθεί υπ' όψη). Επί των αιτήσεων εκδόθηκε η 1145/2003 απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, με την οποία, κατά παραδοχή του προβληθέντος λόγου, αναιρέθηκε το προσβαλλόμενο 1221/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για νέα κρίση. Ελλείψει λόγου αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως.
Μετά τη νέα κρίση της υποθέσεως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το 2691/2003 βούλευμα: α) αποφάνθηκε καταφατικά ως προς τη δυνατότητά του να ερευνήσει εκ νέου το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, β) δέχθηκε ότι η εκκαλούσα, Ψ ήταν πρόσωπο που είχε δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά του πρωτοδίκου, απαλλακτικού βουλεύματος, διότι, πέραν του γεγονότος ότι είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής πριν από την έκδοσή του και δεν είχε αποβληθεί από την ποινική διαδικασία, νομιμοποιούταν ενεργητικά ως πολιτικώς ενάγουσα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου (ΚΠΔ 63, ΑΚ 914, 932), δοθέντος ότι, αν και μέτοχος της ανώνυμης εταιρίας ενεργούσα ατομικώς και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος εκείνης, στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη η ίδια και γ) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση και παρέπεμψε πάλι τους κατηγορουμένους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των πράξεων που αναφέρθηκαν.
Οι κατηγορούμενοι, κατά του εν λόγω, δευτέρου παραπεμπτικού βουλεύματος, άσκησαν την από 24-12-2003 αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενοι για: α) υπέρβαση εξουσίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 146/2006 απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, με την οποία, κατά παραδοχή του δευτέρου και τρίτου λόγου, αναιρέθηκε το προσβαλλόμενο 2691/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για νέα κρίση. Μετά την ευδοκίμηση του δευτέρου και τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι "παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου, για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών". Μετά την έκδοση της ανωτέρω αναιρετικής απόφασης, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι υπέβαλαν την από 7-2-2006 αίτηση, με την οποία ζήτησαν να επανεξετασθεί η από 24-12-2003 αίτηση αναιρέσεως αυτών ως προς τον ως άνω πρώτο λόγο, για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών, με την εκδοχή ότι ο Άρειος Πάγος "εκ παραδρομής" παρέλειψε να τον ερευνήσει. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1513/2006 απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, με την οποία έγινε δεκτό, αντιθέτως με αυτά που πρότεινε ο Εισαγγελέας περί του ότι η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς και έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να ερευνήσει εκ νέου το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, ότι "όταν ο Άρειος Πάγος, δέχεται καθ' ολοκληρία την αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος μετά από παραδοχή κάποιου λόγου και παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση στο αυτό συμβούλιο, δεν μπορεί να επιληφθεί και πάλι για την ίδια υπόθεση και να ερευνήσει λόγο αναιρέσεως", που δεν είχε ερευνηθεί προηγουμένως, διότι "με την έκδοση της αποφάσεώς του ο Άρειος Πάγος απεκδύεται της εξουσίας του και δεν έχει δικαιοδοσία να επανέλθει", πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, κάποια από τις οποίες δεν συνέτρεχε στη συγκεκριμένη υπόθεση. Με την ίδια απόφαση, το Στ' Ποινικό Τμήμα, αφού δέχθηκε ότι με την 146/2006 απόφαση είχε γίνει "καθ' ολοκληρίαν δεκτή" η αίτηση αναιρέσεως και ότι "η όποια αιτίαση των κατηγορουμένων μπορεί να προταθεί στο Συμβούλιο Εφετών κατά τη μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως και εάν το τελευταίο την απορρίψει, οι ίδιοι μπορούν να ασκήσουν νέα αίτηση αναιρέσεως", απέρριψε την από 7-2-2006 αίτηση. Στη συνέχεια, από το Συμβούλιο της παραπομπής, εκδόθηκε το 492/2007 βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών: α) έκρινε ότι δεν έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί εκ νέου με το ζήτημα του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως, διότι επ' αυτού εξακολουθούσε να ισχύει η υπέρ αυτού διάταξη των προηγηθέντων 1221/2991 και 2691/2003 βουλευμάτων του ιδίου, η οποία "μη εξαρτώμενη από το αναιρεθέν μέρος αυτών, αλλά έχουσα αυτοτελή υπόσταση" είχε καταστεί "αμετάκλητη, παράγουσα τυπικό δεδικασμένο" και β) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση και παρέπεμψε πάλι τους κατηγορουμένους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι των πράξεων που αναφέρθηκαν.
Κατά του εν λόγω, τρίτου παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κατηγορούμενοι άσκησαν τις αναφερόμενες στην πρώτη σκέψη από 28-3-2007 και 3-4-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, παραπονούμενοι, πλην άλλων, και για υπέρβαση εξουσίας, ως εκ της αρνήσεως του Συμβουλίου Εφετών να ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της εφέσεως και να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας, ως πολιτικώς ενάγουσας. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1103/2009 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ομοφώνως, ως αβάσιμοι, όλοι οι άλλοι λόγοι, κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι ο πρώτος λόγος για υπέρβαση εξουσίας, με το ως άνω περιεχόμενο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λόγω της λήψεως της αποφάσεως με διαφορά μιας ψήφου έγινε η παραπομπή του λόγου αυτού στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1221/2001 βούλευμά του έκρινε τυπικά δεκτή την υπ' αριθμ. 210/2-3-2001 έφεση της εγκαλούσας και πολιτικώς ενάγουσας Ψ κατά του υπ' αριθμ. 807/2001 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθούν για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις. Οι κατά του βουλεύματος αυτού ασκηθείσες από τους κατηγορουμένους αναιρέσεις είχαν, όπως λέχθηκε, ως λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Οι λόγοι αναιρέσεως δεν αφορούσαν στην κρίση του Συμβουλίου Εφετών ως προς το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατά του υπ' αριθμ. 807/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και έτσι η χωρήσασα αναίρεση του υπ αριθμ. 1221/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την υπ αριθμ. 1145/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν έθιξε τη δικονομική αυτοτέλεια της διατάξεως του προαναφερθέντος βουλεύματος, που αφορά στην τυπική παραδοχή της εφέσεως, ως προς την οποία παρήχθη τυπικό δεδικασμένο. Κατόπιν αυτού, το Συμβούλιο Εφετών που επιλήφθηκε της υποθέσεως ως συμβούλιο της παραπομπής, μετά την αναίρεση του βουλεύματός του, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν μπορούσε να επανεξετάσει το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, δεσμευόμενο από την για το ζήτημα αυτό χωρήσασα ήδη οριστική και τελειωτική κρίση του προηγηθέντος βουλεύματος, την οποία δεν μπορούσε δικονομικώς να μεταβάλει, αφού τέτοια μεταβολή, όπως λέχθηκε, θα συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας, ως εκ περισσού δε έκρινε το ζήτημα αυτό με το 2691/2003 βούλευμά του και αποφάνθηκε υπέρ της παραδεκτής ασκήσεως της εφέσεως από την πολιτικώς ενάγουσα και την κήρυξε εκ νέου τυπικά δεκτή. Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων έκρινε ότι δεν μπορούσε να ερευνήσει εκ νέου το τυπικά δεκτό της εφέσεως, δεσμευόμενο επί του ζητήματος αυτού, προεχόντως, από την κρίση του 1221/2001 βουλεύματός του, η οποία δεν είχε προσβληθεί με τις ασκηθείσες κατά τα άνω αιτήσεις αναιρέσεως και συνεπώς δεν είχε ανατραπεί. Κατ ακολουθία τούτων, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Συμβούλιο Εφετών υπερέβη την εξουσία του αρνητικά, αφού αρνήθηκε να αποφανθεί επί του τυπικά παραδεκτού της εφέσεως της πολιτικώς ενάγουσας και να την απορρίψει ως απαράδεκτη, είναι αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη, όμως, τριών μελών της Τακτικής Ολομέλειας και συγκεκριμένα των αρεοπαγιτών Χαράλαμπου Δημάδη, Γεωργίου Αδαμόπουλου και Χριστόφορου Κοσμίδη, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (ΚΠΔ 484 παρ.1 περ. στ'), που κατά τα προαναφερθέντα έχει παραπεμφθεί ενώπιον αυτής, θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη γνώμη της μειοψηφίας, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 485 παρ. 1, 519 και 524 ΚΠΔ συνάγονται τα εξής : Η δίκη στο δικαστικό συμβούλιο της παραπομπής, μετά την αναίρεση του προσβληθέντος βουλεύματος στο σύνολο του, είναι νέα και δεν αποτελεί απλή συνέχεια εκείνης, που είχε συντελεσθεί πριν από την αναίρεση. Η έκταση της αναιρέσεως προσδιορίζεται στο διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες αυτής. Όταν δεν ορίζεται ρητώς ότι η έκταση της αναιρέσεως είναι περιορισμένη, τότε πρόκειται για καθολική αναίρεση, δηλαδή για ακύρωση του προσβληθέντος βουλεύματος στο σύνολο του. Η καθολική αναίρεση επιφέρει την εξαφάνιση, πέραν των άλλων, και της διατάξεως του βουλεύματος, ρητής ή σιωπηρής, περί της τυπικής παραδοχής της εφέσεως. Όταν το βούλευμα αναιρείται κατόπιν ευδοκιμήσεως λόγου περί ελλείψεως αιτιολογίας, η αναίρεση είναι καθολική και η υπόθεση ανακτά την εκκρεμότητά της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Το τελευταίο, μέσα στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, οφείλει να την εξετάσει εξ υπαρχής, μη δεσμευόμενο από την προηγούμενη κρίση του, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 524 παρ.2 ΚΠΔ. Κατά συνέπεια, έχει την υποχρέωση να ερευνήσει εκ νέου και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του τύποις παραδεκτού της εφέσεως.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί κατά την παράθεση του διαδικαστικού μέρους της υποθέσεως, με την 146/2006 απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ4 κλπ, αναιρέθηκε το 2691/2003 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο σύνολό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με την αναίρεση του προηγηθέντος 1221/2001 παραπεμπτικού βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου, επί της αυτής υποθέσεως, με την 1145/2003 απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Το ότι η αναίρεση του 2691/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών υπήρξε καθολική, επιβεβαιώθηκε με την 1513/2006 απορριπτική απόφαση του Στ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά τη νέα, μετ' αναίρεση κρίση της 210/2-3-2001 εφέσεως της πολιτικώς εναγούσης Ψ, περί της οποίας εκδόθηκε το ήδη προσβαλλόμενο 492/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για υπέρβαση εξουσίας, είχε όχι μόνο τη δικαιοδοσία, αλλά και την υποχρέωση να κρίνει εκ νέου το τύποις παραδεκτό αυτής και, σε περίπτωση διάγνωσης ότι η έφεση έχει ασκηθεί από πρόσωπο που δεν είχε το σχετικό δικαίωμα, να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής. Εφ' όσον δεν το έπραξε, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας κατά τα λοιπά και η μειοψηφούσα γνώμη αναφέρεται, θα έπρεπε να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Κατ ακολουθία τούτων ο πρώτος λόγος των αναιρέσεων, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια κατά τα άνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά πλειοψηφία, και, εφόσον όλοι οι λοιποί λόγοι αυτών απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και δεν εκκρεμεί άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν και οι δύο αναιρέσεις και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις αιτήσεις αναιρέσεως: α) Από 28-3-2007 των: 1) Χ1 και 2) Χ2 και β) Από 3-4-2007 των: 1) Χ3 και 2) Χ4 για αναίρεση του 492/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν το Συμβούλιο Εφετών παραπέμψει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μετά από έφεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του πρωτόδικου απαλλακτικού βουλεύματος, αναιρεθεί δε το παραπεμπτικό βούλευμα, με παραδοχή λόγων αναιρέσεως που αφορούν την κατηγορία (όπως είναι η εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή ή η ελλιπής αιτιολογία) και όχι το παραδεκτό της εφέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, το Συμβούλιο της Παραπομπής, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου το παραδεκτό της εφέσεως, γιατί θα προσέκρουε στο τυπικό δεδικασμένο, αφού η έφεση έχει γίνει τυπικά δεκτή και κατά τούτο το προηγούμενο βούλευμα δεν έχει αναιρεθεί. Κατά τη μειοψηφία τριών μελών, το Συμβούλιο έχει αυτή την εξουσία (γιατί η αναίρεση όταν δεν είναι μερική, είναι καθολική) και αν δεν την ασκήσει παραβιάζει αρνητικά την εξουσία του.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Δεδικασμένο, Πολιτική αγωγή, Εφέσεως απαράδεκτο, Συμβούλιο παραπομπής.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της ΑΜ16640/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 13 Σεπτεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 788/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η έλλειψη της, κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική,κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και έχουν αναπτυχθεί προφορικώς, διότι διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή τού κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως. Περαιτέρω, η Β 1055/20020/812/12.8.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν.2696/99) (που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο αναιρεσείων) ορίζει (άρθρα 1 και 3) ότι η διαπίστωση της υπάρξεως οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού γίνεται με τη μέθοδο αιμοληψίας ή από τον εκπνεόμενο αέρα με τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών (αλκοολομέτρων), οι οποίες έχουν πιστοποιηθεί από αρμόδιο φορέα χώρας της Ε.Ε. και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τότε ο έλεγχος επαναλαμβάνεται μετά την παρέλευση 15 λεπτών από τον πρώτο και για την επιβολή των ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, λαμβάνεται το αποτέλεσμα του δευτέρου ελέγχου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 7 εδ. δ' του ΚΟΚ (ν.2669/1999) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του ΚΟΚ (ν/2963/2001), ο έλεγχος και η βεβαίωση των παραβάσεων της παρούσας παραγράφου (οδήγηση οχήματος από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος) γίνεται από συνεργείο δύο τουλάχιστον αστυνομικών ή λιμενικών, από τους οποίους ο ένας είναι ανακριτικός υπάλληλος. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η παραβίαση των παραπάνω διατυπώσεων αποτελεί παραβίαση διατάξεως που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ιδρύει απόλυτη ακυρότητα από αυτές που μνημονεύονται στο άρθρο 171 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία για παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., που κυρώθηκε με τον Ν.2696/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., που κυρώθηκε με τον Νόμο 2963/2001 και ειδικότερα για το ότι "στον Πειραιά στις 9.9.2002 κατελήφθη στην οδό ... να οδηγεί το ... ΙΧΕ αυτοκίνητη ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ τούτο απαγορεύεται. Ειδικότερα η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 0,73 mg/litre εκπνεομένου αέρα". Προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχτηκε, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στον Πειραιά, την 9.9.2002 κατελήφθη στην οδό ... να οδηγεί το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ τούτο απαγορεύεται και ειδικότερα κατά την μέτρηση της αιθυλικής αλκοόλης με συσκευή αλκοολομέτρου με εκπνεόμενο αέρα από τον αστυφύλακα της Τροχαίας Πειραιά ... (παρισταμένου και του αστυφ. Π.Σ. ...) ευρέθη να έχει περιεκτικότητα οινοπνεύματος - 0,73 mg/lt (κατά την πρώτη μέτρηση) και 0,64 mg/lt (κατά τη δεύτερη μέτρηση) εκπνεόμενου αέρα, που υπογράφεται στις σχετικές ταινίες από τον κατηγορούμενο. Η διαφοροποίηση δικαιολογείται λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεταξύ των δύο μετρήσεων". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ1 αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2 του Ποινικού Κώδικα και άρθρο 42 παρ. 1, 7 εδ. β' του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με τον νόμο 2696/1999, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 43 του νέου Κ.Ο.Κ. (ν. 2963/2001). Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων καταλήφθηκε να οδηγεί την 9η Σεπτεμβρίου του έτους 2002, το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο του, υπό την επίδραση αλκοόλης, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,73 χιλιοστών του γραμμαρίου, ανά λίτρο αίματος, που έγινε με τη συσκευή διερευνήσεως της μέθης (αλκοολόμετρο). Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο και επαναλαμβάνονται με τον πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα, ότι η διερεύνηση μέθης δεν έγινε με τις προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική υπουργική απόφαση με αριθμό 43.500/5691 (ΦΕΚ ΒΊ 055/12-8-2002), διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη μέτρηση της αιθυλικής αλκοόλης παρίστατο και δεύτερος αστυνομικός ούτε προσδιορίζεται αν ο αναφερόμενος στην απόφαση ως συμπράττων κατά την μέτρηση αστυνομικός είχε την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου, η δε συσκευή με την οποία έγινε η αιμοληψία και η μέτρηση της αιθυλικής αλκοόλης ήταν χαλασμένη, πέραν του ότι ανάγονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση τού Δικαστηρίου είναι αβάσιμες, διότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι α) δυο εκτυπώσεις αλκοολομέτρου και β) εισιτήρια του κινηματογράφου "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ", που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν κατανάλωσε οινόπνευμα αλλά βρισκόταν στον κινηματογράφο. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 στοιχ. Α ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη τήρησης, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, των προβλεπόμενων από τον νόμο (αρθ. 42 ΚΟΚ) και την κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδοθείσα ως άνω κοινή υπουργική απόφαση νόμιμων διατυπώσεων αναφορικά με τη γενόμενη αιμοληψία και την ιδιότητα του παρισταμένου κατά την αιμοληψία δευτέρου αστυνομικού ως ανακριτικού υπαλλήλου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω ακυρότητα ανάγεται στην προδικασία έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, ενώ η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία και καθένα απ' αυτά στο σύνολο του, αλλά προέβη στην επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνον απ' αυτά, είναι αβάσιμη, διότι, όπως εκτίθεται παραπάνω, το Δικαστήριο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2006 αίτηση και τους από 13 Σεπτεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της Α.Μ. 16.640/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 42 ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επίδραση μέθης). Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αυτοτελείς ισχυρισμοί - Εφόσον δεν αναπτύχθηκαν προφορικά, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς. Απορρίπτεται η αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Προφορική ανάπτυξη, Κ.Ο.Κ..
| 2
|
Αριθμός 1/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Σε Τακτική Ολομέλεια
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Ζώη - Εισηγητή, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Χρυσικό, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Λλόυντς Μπανκ Π.Ελ.Σι", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αρτέμης Κυριαζής.
Της καθής η κλήση - αναιρεσιβλήτου : Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Τσικρικάς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07.04.2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/ΤΜ 37/2003/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26.02.2007 αίτησή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1632/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, ως προς τον πρώτο λόγο της από 26.2.2000 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 123/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 01.10.2008 κλήση της αναιρεσείουσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 21η Ιανουαρίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Μίμης Γραμματικούδης Αντιπρόεδρος και ο Χαράλαμπος Παπαηλιού, Αρεοπαγίτης, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την από 01.10.2008 κλήση της αναιρεσείουσας νομίμως φέρεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της από 26.2.2007 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Λλόυντς Μπανκ Π.Ελ.Σι." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 123/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 1632/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, γιατί η πιο πάνω απόφαση, επί του λόγου αυτού αναίρεσης, έχει ληφθεί με πλειοψηφία μιας ψήφου (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ ορίζει ότι "τα δικόγραφα που επιδίδονται από έναν διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: 1)... 2)... 3)... 4)... και 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου", το δε άρθρο 94 παρ. 1 ιδίου κώδικα, ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παρ. 2, οπότε επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση. Περαιτέρω, το άρθρο 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, καθιερώνει την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον κάθε δικαστηρίου, αρχής ή επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, εκτός αν πρόκειται για τις ρητώς προβλεπόμενες στις παρ. 2 και 3 εξαιρέσεις, το άρθρο 44 του ιδίου κώδικα ορίζει ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, απαγορεύεται όμως σ' αυτόν να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 56 εξαιρέσεων, στο δε άρθρο 54 ορίζονται τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων ο δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται μόνος του και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές, καθώς και τα δικαστήρια στα οποία ο δικηγόρος υποχρεούται να συμπαρίσταται με άλλον δικηγόρο που είναι διορισμένος σ' αυτά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν, κατά νόμο, είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, πρέπει τα, κατά το άνω άρθρο 118 ΚΠολΔ, συντασσόμενα από αυτόν δικόγραφα να φέρουν και την υπογραφή του, η οποία δεν έχει πανηγυρικό χαρακτήρα αλλά επιβάλλεται για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου, το ελάττωμα δε του δικογράφου από την έλλειψη της υπογραφής του δικηγόρου ή από την υπογραφή αυτού από δικηγόρο μη δικαιούμενο, κατά νόμο να παρίσταται και να ενεργεί ως πληρεξούσιος του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο, θεραπεύεται με την διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου και την υπογραφή αυτής από δικηγόρο που δικαιούται κατά νόμο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει τα της αναγγελίας των δανειστών στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 974-980 ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι η συμμετοχή δανειστή του καθ' ού η αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος δανειστής δεν μετείχε στη διαδικασία αυτή, γίνεται με δικόγραφο (αναγγελτήριο), που επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφου), τον επισπεύδοντα και τον καθ' ού η εκτέλεση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τον πλειστηριασμό, εντός της οποίας προθεσμίας πρέπει να κατατεθούν από τον αναγγελλόμενο, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και τα έγραφα που αποδεικνύουν την αναγγελλόμενη απαίτηση. Η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική διαδικαστική πράξη του αναγγελλομένου δανειστή, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και μάλιστα στο τμήμα αυτής που αφορά τη διανομή του πλειστηριάσματος, με τη συμμετοχή του αναγγελλομένου δανειστή στη διανομή αυτού, η οποία γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφο) με την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών. Τα κατά νόμον στοιχεία του αναγγελτηρίου, το οποίο δεν αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο διεξαγωγής δίκης, ορίζονται στο άνω άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, μεταξύ δε των στοιχείων που απαιτούνται για το κύρος της αναγγελίας, δεν απαιτείται από τη διάταξη αυτή και η υπογραφή του αναγγελτηρίου από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος, κατά την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών, ενεργεί ως όργανο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν αποτελεί "δικαστική αρχή" ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αφού δεν διεξάγεται ενώπιόν του δίκη, με την παράσταση των διαδίκων με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους και τη διεξαγωγή αποδείξεων, για την ύπαρξη, το ύψος και το τυχόν προνόμιο των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, αλλά καταρτίζει τον πίνακα κατάταξης αφού λάβει υπόψη τις αναγγελίες και τις τυχόν παρατηρήσεις των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, του επισπεύδοντος και του καθ' ού η εκτέλεση, αμφισβητήσεις δε ή αντιρρήσεις ως προς την ύπαρξη, το ύψος και το προνόμιο της απαίτησης που αναγγέλθηκε, καθώς και για την κατά νόμο σειρά και τάξη κατάταξή της, επιλύονται οριστικώς με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, μετ' άσκηση σχετικής ανακοπής, κατά τα άρθρα 933, 979 και 980 ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση της οποίας οι διάδικοι παρίστανται με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, μέχρι της τελεσιδικίας της οποίας το ποσόν για το οποίο κατατάχθηκε η αμφισβητούμενη με την ανακοπή απαίτηση δεν αποδίδεται σ' αυτόν από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από αυτά συνάγεται ότι, για το κύρος του δικογράφου της αναγγελίας δεν απαιτείται και η υπογραφή αυτού από πληρεξούσιο δικηγόρο και μάλιστα από δικηγόρο που δικαιούται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων να παρίσταται και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η έδρα του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου (συμβολαιογράφου), αλλά αρκεί η υπογραφή του από τον δανειστή που αναγγέλλεται ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ότι, με επίσπευση του ..., πλειστηριάσθηκαν στις 4.12.2002 στην ... δύο ακίνητα (διαμερίσματα) της ... και τέσσερα διαμερίσματα της ... αντί πλειστηριάσματος 135.000 και 256.700 ευρώ, αντιστοίχως, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ιτέας, η οποία στον συνταγέντα από αυτήν ... πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, κατέταξε την αναιρεσείουσα ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, για το ποσό των 264.947,39 ευρώ, με βάση την από 16.12.2002 έγγραφη αναγγελία της, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Αθηνών Αθανάσιος Λάμπρου, χωρίς και συνυπογραφή δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας, στην περιφέρεια του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός και συνετάγη ο ανωτέρω πίνακας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η επίμαχη ως άνω αναγγελία της αναιρεσείουσας είναι άκυρη, λόγω μη υπογραφής της και από δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας (άρθρα 44 και 54 ν.δ. 3026/54) και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτός σχετικός λόγος της από 18.6.2003 ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης και μεταρρυθμίστηκε ο ανακοπτόμενος ως άνω πίνακας με την αποβολή από αυτόν της αναιρεσείουσας και την κατάταξη της ανακόπτουσας στο ποσόν που είχε καταταχθεί μ' αυτόν η αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και επομένως ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ' αριθμ. 1632/2008 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφ' όσον δε δεν υπάρχει περίπτωση να επιληφθεί το τμήμα που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, αφού αυτό αποφάνθηκε ήδη επί των λοιπών λόγων, τους οποίους και απέρριψε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρουμένη, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1, 118 και 94 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), προκύπτει ότι το έγγραφο της αναγγελίας (αναγγελτήριο) έχει τον χαρακτήρα εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας της διανομής του πλειστηριάσματος, ο δε επί του πλειστηριασμού υπάλληλος (συμβολαιογράφος) κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, με τον καταρτιζόμενο προς τούτο πίνακα κατάταξης, ενεργεί ως οιονεί δικαιοδοτική αρχή, ενώπιον της οποίας η παράσταση γίνεται με δικηγόρο, γι' αυτό και το αναγγελτήριο πρέπει να είναι υπογεγραμμένο από δικηγόρο και μάλιστα κατά τόπον αρμόδιο. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 123/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ - Αναγγελία στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Για το κύρος του δικογράφου της αναγγελίας δεν απαιτείται η υπογραφή του αναγγελτηρίου από δικηγόρο και μάλιστα αρμόδιο κατά τόπο - αρκεί η υπογραφή από τον δανειστή που αναγγέλλεται ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του - μειοψηφία.
| null | null | 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπλάνα, περί αναιρέσεως της 62524/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 τιμωρείται με τις αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις ποινές, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτούς (εργατικές) με σκοπό αποδόσεως τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών τών ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή τών μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό τών οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως Ι.Κ.Α. ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος τού μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 τού Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος τού επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στον ως άνω Οργανισμό προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές τού προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ ΑΠ 1/1996) καθώς και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή τής τελευταίας και η θέση τού κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, η απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 62.524/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "ο α' κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που τού αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στην Αθήνα με την ιδιότητα του Προέδρου τού Διοικητικού Συμβουλίου τής εταιρίας με την επωνυμία "Ε - SERVICE ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και σκοπό τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, και έχοντας απασχολήσει, κατά τη χρονική περίοδο από 9/2002 έως 6/2003 η επιχείρηση αυτή προσωπικό, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ και όφειλε να καταβάλει για την ασφάλιση τους στο άνω ταμείο τις πιο πάνω εισφορές ποσού 40.000 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες τού επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία για τη μη καταβολή των οποίων συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 130.459,10 ευρώ και η οποία ουδέποτε μέχρι σήμερα ακυρώθηκε και μάλιστα διά τής 3491/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες και έκρινε την ανακοπή κατά τής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής τών βαρυνουσών τον ίδιο εργοδοτικών εισφορών, ποσού 27.000 €, δεν κατέβαλε αυτές στο ΙΚΑ, εντός μηνός από τότε που αυτές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρηση (εργατικές) ποσού 13.000 € με σκοπό την απόδοση τους, δεν τις κατέβαλε στο ΙΚΑ μέσα στο μήνα που έγιναν απαιτητές, αλλά τις ενσωμάτωσε στην περιουσία της". Με τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην Αθήνα, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "Ε - SERVICE ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ... απόφαση ΑΓΜ ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, δηλαδή Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 09/02 έως 6/03 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές - πόρους, 40.000 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται μισθωτοί με ύψος αποδοχών 130.459,10 ευρώ συνολικά. 1. Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον Ειδικό Λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης) ποσού 27.000 ευρώ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (εργατικές) ποσού 13.000 ευρώ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ο οποίος, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, και διευθύνων σύμβουλος αυτής, ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της, ιδιότητα την οποία άλλωστε ούτε ο ίδιος αμφισβήτησε ενώπιον του Εφετείου, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τών πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία τής αποφάσεως είναι τυπική, με ελάχιστη διαφοροποίηση από το διατακτικό της και δη δεν διαλαμβάνει τις υπόλοιπες ιδιότητες του κατηγορουμένου, πλην εκείνης του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ήτοι του διαχειριστή, του νομίμου εκπροσώπου, του εντεταλμένου ή του διευθύνοντος συμβούλου, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του συνηγόρου τού αναιρεσείοντος ότι η αναφερόμενη πράξη επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) κατέστη ανενεργή και άκυρη δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την αναφερόμενη παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, έννοια, αλλά αρνητικό τής κατηγορίας ισχυρισμό και ως εκ τούτου, αν και δεν είχε το Δικαστήριο τής ουσίας υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, εν τούτοις, αιτιολογημένως απάντησε ότι ουδέποτε η ανωτέρω ΠΕΕ ακυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Τέλος, από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο χρόνος τελέσεως είναι το διάστημα από το τέλος του Οκτωβρίου του έτους 2002 έως το τέλος του Ιουλίου του έτους 2003, αφού, όπως προαναφέρεται, έγινε δεκτό με την απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ότι η επιχείρηση απασχόλησε κατά τη χρονική περίοδο από 9/2002 έως 6/2003 προσωπικό, σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ι ΚΑ και όφειλε να καταβάλει για την ασφάλιση τους στο άνω ταμείο εισφορές ποσού 40.000 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες τού επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, οπότε κατά τον χρόνο της εκδικάσεως της υποθέσεως (στον πρώτο βαθμό στις 28 Ιουνίου 2006 και στον δεύτερο βαθμό στις 13 Νοεμβρίου 2007) δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της 62.524/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Α.Ν. 86/87. Σε περίπτωση καταδικαστικής αποφάσεως για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, ο χρόνος τελέσεως της πράξεως είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αιτιολογία, όταν αυτός επηρεάζει το ζήτημα της παραγραφής. Όταν ο εργοδότης δεν είναι φυσικό πρόσωπο, αλλά νομικό (εταιρεία), πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση η εταιρική μορφή του νομικού προσώπου, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση, που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία, ώστε να προκύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Λόγος αναιρέσεως - Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 2/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Σε Τακτική Ολομέλεια
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Ζώη - Εισηγητή, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Χρυσικό, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Λλόυντς Μπανκ Π.Ελ.Σι", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αρτέμης Κυριαζής.
Της καθής η κλήση - αναιρεσιβλήτου : Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Τσικρικάς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.03.2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/ΤΜ 61/2003/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2006 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26.02.2007 αίτησή της.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1631/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, ως προς τον πρώτο λόγο της από 26.2.2000 αιτήσεως περί αναιρέσεως της 122/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 01.10.2008 κλήση της αναιρεσείουσας η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 21η Ιανουαρίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Μίμης Γραμματικούδης Αντιπρόεδρος και ο Χαράλαμπος Παπαηλιού, Αρεοπαγίτης, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την από 01.10.2008 κλήση της αναιρεσείουσας νομίμως φέρεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της από 26.2.2007 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία "Λλόυντς Μπανκ Π.Ελ.Σι." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 122/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 1631/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, γιατί η πιο πάνω απόφαση, επί του λόγου αυτού αναίρεσης, έχει ληφθεί με πλειοψηφία μιας ψήφου (άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ ορίζει ότι "τα δικόγραφα που επιδίδονται από έναν διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: 1)... 2)... 3)... 4)... και 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου", το δε άρθρο 94 παρ. 1 ιδίου κώδικα, ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παρ. 2, οπότε επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση. Περαιτέρω, το άρθρο 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, καθιερώνει την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον κάθε δικαστηρίου, αρχής ή επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, εκτός αν πρόκειται για τις ρητώς προβλεπόμενες στις παρ. 2 και 3 εξαιρέσεις, το άρθρο 44 του ιδίου κώδικα ορίζει ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, απαγορεύεται όμως σ' αυτόν να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 56 εξαιρέσεων, στο δε άρθρο 54 ορίζονται τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων ο δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται μόνος του και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές, καθώς και τα δικαστήρια στα οποία ο δικηγόρος υποχρεούται να συμπαρίσταται με άλλον δικηγόρο που είναι διορισμένος σ' αυτά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν, κατά νόμο, είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, πρέπει τα, κατά το άνω άρθρο 118 ΚΠολΔ, συντασσόμενα από αυτόν δικόγραφα να φέρουν και την υπογραφή του, η οποία δεν έχει πανηγυρικό χαρακτήρα αλλά επιβάλλεται για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου, το ελάττωμα δε του δικογράφου από την έλλειψη της υπογραφής του δικηγόρου ή από την υπογραφή αυτού από δικηγόρο μη δικαιούμενο, κατά νόμο να παρίσταται και να ενεργεί ως πληρεξούσιος του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο, θεραπεύεται με την διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου και την υπογραφή αυτής από δικηγόρο που δικαιούται κατά νόμο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει τα της αναγγελίας των δανειστών στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 974-980 ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι η συμμετοχή δανειστή του καθ' ού η αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος δανειστής δεν μετείχε στη διαδικασία αυτή, γίνεται με δικόγραφο (αναγγελτήριο), που επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφου), τον επισπεύδοντα και τον καθ' ού η εκτέλεση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τον πλειστηριασμό, εντός της οποίας προθεσμίας πρέπει να κατατεθούν από τον αναγγελλόμενο, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και τα έγραφα που αποδεικνύουν την αναγγελλόμενη απαίτηση. Η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική διαδικαστική πράξη του αναγγελλομένου δανειστή, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και μάλιστα στο τμήμα αυτής που αφορά τη διανομή του πλειστηριάσματος, με τη συμμετοχή του αναγγελλομένου δανειστή στη διανομή αυτού, η οποία γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφο) με την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών. Τα κατά νόμον στοιχεία του αναγγελτηρίου, το οποίο δεν αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο διεξαγωγής δίκης, ορίζονται στο άνω άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, μεταξύ δε των στοιχείων που απαιτούνται για το κύρος της αναγγελίας, δεν απαιτείται από τη διάταξη αυτή και η υπογραφή του αναγγελτηρίου από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος, κατά την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών, ενεργεί ως όργανο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν αποτελεί "δικαστική αρχή" ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αφού δεν διεξάγεται ενώπιόν του δίκη, με την παράσταση των διαδίκων με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους και τη διεξαγωγή αποδείξεων, για την ύπαρξη, το ύψος και το τυχόν προνόμιο των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, αλλά καταρτίζει τον πίνακα κατάταξης αφού λάβει υπόψη τις αναγγελίες και τις τυχόν παρατηρήσεις των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, του επισπεύδοντος και του καθ' ού η εκτέλεση, αμφισβητήσεις δε ή αντιρρήσεις ως προς την ύπαρξη, το ύψος και το προνόμιο της απαίτησης που αναγγέλθηκε, καθώς και για την κατά νόμο σειρά και τάξη κατάταξή της, επιλύονται οριστικώς με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, μετ' άσκηση σχετικής ανακοπής, κατά τα άρθρα 933, 979 και 980 ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση της οποίας οι διάδικοι παρίστανται με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, μέχρι της τελεσιδικίας της οποίας το ποσόν για το οποίο κατατάχθηκε η αμφισβητούμενη με την ανακοπή απαίτηση δεν αποδίδεται σ' αυτόν από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από αυτά συνάγεται ότι, για το κύρος του δικογράφου της αναγγελίας δεν απαιτείται και η υπογραφή αυτού από πληρεξούσιο δικηγόρο και μάλιστα από δικηγόρο που δικαιούται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων να παρίσταται και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η έδρα του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου (συμβολαιογράφου), αλλά αρκεί η υπογραφή του από τον δανειστή που αναγγέλλεται ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ότι, με επίσπευση του ..., πλειστηριάσθηκαν στις 22.1.2003 στην ... δύο ακίνητα (διαμερίσματα) της ... αντί πλειστηριάσματος 160.300 ευρώ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ιτέας, η οποία στον συνταγέντα από αυτήν ... πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, κατέταξε την αναιρεσείουσα ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, για το ποσό των 104.446,98 ευρώ, με βάση την από 16.12.2002 έγγραφη αναγγελία της, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Αθηνών Αθανάσιος Λάμπρου, χωρίς και συνυπογραφή δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου 'Αμφισσας, στην περιφέρεια του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός και συνετάγη ο ανωτέρω πίνακας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η επίμαχη ως άνω αναγγελία της αναιρεσείουσας είναι άκυρη, λόγω μη υπογραφής της και από δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας (άρθρα 44 και 54 ν.δ. 3026/54) και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτός σχετικός λόγος της από 18.6.2003 ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης και μεταρρυθμίστηκε ο ανακοπτόμενος ως άνω πίνακας με την αποβολή από αυτόν της αναιρεσείουσας και την κατάταξη της ανακόπτουσας στο ποσόν που είχε καταταχθεί μ' αυτόν η αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και επομένως ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ' αριθμ. 1631/2008 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφ' όσον δε δεν υπάρχει περίπτωση να επιληφθεί το τμήμα που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, αφού αυτό αποφάνθηκε ήδη επί των λοιπών λόγων, τους οποίους και απέρριψε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρουμένη, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1, 118 και 94 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), προκύπτει ότι το έγγραφο της αναγγελίας (αναγγελτήριο) έχει τον χαρακτήρα εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας της διανομής του πλειστηριάσματος, ο δε επί του πλειστηριασμού υπάλληλος (συμβολαιογράφος) κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, με τον καταρτιζόμενο προς τούτο πίνακα κατάταξης, ενεργεί ως οιονεί δικαιοδοτική αρχή, ενώπιον της οποίας η παράσταση γίνεται με δικηγόρο, γι' αυτό και το αναγγελτήριο πρέπει να είναι υπογεγραμμένο από δικηγόρο και μάλιστα κατά τόπον αρμόδιο. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 122/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ - Αναγγελία στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο. Για το κύρος του δικογράφου της αναγγελίας δεν απαιτείται η υπογραφή του αναγγελτηρίου από δικηγόρο και μάλιστα αρμόδιο κατά τόπο - αρκεί η υπογραφή από τον δανειστή που αναγγέλλεται ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του - μειοψηφία.
| null | null | 0
|
Αριθμός 3/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Μίμη Γραμματικούδη, Δημήτριο Πατινίδη και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Ζώη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Σίδερη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκης Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση υπέρ του νόμου της 913/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον X1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, αφού δεν κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επειδή πρόκειται για αναίρεση υπέρ του νόμου, η οποία δεν επιδρά στα έννομα συμφέροντά του, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την υπέρ του νόμου αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 34/1.7.2009 έκθεσή του αναιρέσεως, που εγχειρίστηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 984/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη υπέρ του νόμου 34/1-7-2009 αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προσβάλλεται η 913/27-3-2009 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Κ.Ποιν.Δ. 505 § 2 εδ. 2, 513 § 1 εδ. ε'), έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατ' εκείνη τη δίκη κατηγορούμενος X1 κηρύχθηκε αθώος των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 927/1979 αξιοποίνων πράξεων, της πρώτης κατά πλειοψηφία, συνισταμένες στο ότι:
Στην Αθήνα κατά τους κάτωθι αναφερομένους χρόνους, δημοσίως, δια του τύπου, με πρόθεση προέτρεψε σε πράξεις και ενέργειες δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων και ομάδων προσώπων, εκ μόνου του λόγου της φυλετικής και εθνικής καταγωγής αυτών, ενώ εξέφρασε και ιδέες προσβλητικές κατά ομάδος προσώπων λόγω της φυλετικής και εθνικής καταγωγής των και δη των Εβραίων γενικώς. Συγκεκριμένα δε, Α. Ο X1 συνέγραψε το βιβλίο "....", το οποίο εκδόθηκε και κυκλοφόρησε στην ... στις ...και με το οποίο προέτρεψε σε πράξεις και ενέργειες δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων και ομάδων προσώπων, εκ μόνου του λόγου της φυλετικής και εθνικής καταγωγής αυτών και δη των Εβραίων γενικώς. Ειδικότερα στο εν λόγω βιβλίο εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
1.Σελ. 742: "Έτσι θέλουν οι Εβραίοι. Διότι μόνον έτσι καταλαβαίνουν: εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα".
3.Σελ. 432: "Ο Ναζισμός λοιπόν γνωρίζων καλώς τα Εβραϊκά σχέδια απεφάσισε, όπως αλλού περιγράφω, να εκδιώξει τους Εβραίους από την Ευρώπην. Και έπραξε κατά την γνώμην μου πολύ ορθώς. Η απαλλαγή της Ευρώπης από τους Εβραίους είναι επιβεβλημένη, διότι ο Εβραϊσμός συνιστά απειλή κατά της ελευθερίας των Εθνών".
9.Σελ. 1166: "Η Λευκή Φυλή δεν θέλει σημίτας στην Ευρώπην, διότι έτσι την συμφέρει βιολογικώς".
14.Σελ. 1228: "...Μέχρι τότε για μας οι Εβραίοι θα παραμείνουν θανάσιμοι εχθροί, ιδιότητα που μόνοι τους επέλεξαν με όλας τας συνεπείας αυτής της αποκλειστικής των επιλογής. Με την ευκαιρίαν αυτήν προειδοποιούμεν:
1.Τους Εβραίους που κυκλοφορούν με Ελληνικά ονόματα, δια να κρύπτουν την πραγματικήν καταγωγήν των.
2.Τους πράκτορας των Εβραίων, ιδίως δημοσιογράφους, πολιτικούς και τηλεπαρουσιαστάς, που εξυπηρετούν τον εβραιοσιωνισμό.
3.Τους οικονομικούς παράγοντας που διακινούν το παρασιτικό εβραϊκό κεφάλαιο, υπό μορφήν ΑΕ "Τράστ", "Χόλντιν", "υπερακτίων εταιρειών" κλπ.
4.Τους εβραιουποκινούμενους υπονομευτάς της Ελληνικής Εθνικής Παιδείας και Εξωτερικής πολιτικής, που κατέχουν δημοσίας θέσεις και εξυπηρετούν τον εβραιοσιωνισμό, με την επιβολή στην παιδεία και την εξωτερικήν μας πολιτικήν φιλοεβραϊκών θέσεων.
5.Τα ΜΜΕ που δολιοφθείρουν τον Ελληνικό τρόπον ζωής, τα ιερά της Φυλής και τας Εθνικάς αξίας του Ελληνισμού, με την άσκησιν συστηματικής προπαγάνδας όλων των ειδών με σκοπό την διάδοση του εκφυλισμού και της παρακμής στην Εθνικήν Κοινωνίαν των Ελλήνων.
Όλοι οι παραπάνω προειδοποιούνται δια πρώτην και τελευταίαν φοράν, με μία φράσιν: Εξηντλήθη η υπομονή μας. Τα υπόλοιπα θα γίνουν όπως πρέπει. Κι όταν κάνης ότι πρέπει ας γίνει οτιδήποτε, καθώς έλεγε και ο Ι. Μεταξάς".
Σελ. 902: "...υπό την ανοχήν της διεθνούς κοινωνίας και του εξευτελισμένου ΟΗΕ του πρώην ανθρωποφάγου Ανάν" (από την α' έκδοση, Μάϊος 2006- κατά πλειοψηφία κεφάλαιο της αποφάσεως).
2.Σελ. 269: "Κάθε Έλλην, κάθε άνθρωπος που γνωρίζει την υπονομευτική δράση του Εβραιοσιωνισμού πρέπει μόνος του, ως άτομο να κινητοποιηθεί εναντίον των Εβραίων. Αρχικών απαιτείται να κάνη τα ακόλουθα:...
.....Όπου διαπιστώνετε Εβραϊκή επέμβαση να την αποτρέπετε με την καταγγελίαν της και μετά με όποια ενέργεια απαιτείται.
"... επιβάλλεται να λάβωμεν επειγόντως μέτρα σωτηρίας της Λευκής Φυλής του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και προ παντός της Ελλάδος. Συγκεκριμένως και εις γενικοτέρας γραμμής πρέπει: Να απομακρυνθούν οι Εβραίοι από την Ευρώπη την οποία αρκετά εταλαιπώρησαν. Οι εβραιοσιωνισταί να μεταβούν στην γη των Πατέρων των, ώστε η Ευρωπαϊκή Ήπειρος να απαλλαγή από αυτούς".
"Θα δηλώσω με ειλικρίνεια και αλλού, ότι εάν οι Γερμανοί εθανάτωσαν τους εβραιοσιωνιστάς εγώ - και πιστεύω δεν είμαι μόνος - δεν επρόκειτο να λυπηθώ. Οι εβραιοσιωνισταί είναι εγκληματίαι που προετοιμάζουν τον θάνατόν μας". Την εξαφάνισιν της Λευκής Φυλής την οποίαν τόσον μισούν, με φθόνον συμπιεσθέντα στο υποσυνείδητόν των, επί αιώνας. Το ένστικτον αυτοσυντηρήσεως της Φυλής μας δεικνύει τον δρόμον του πολέμου, κατά του εβραιοσιωνισμού μέχρις εσχάτων".
Σελ.872. "Οι Εβραίοι δεν επέτυχαν να κυριαρχήσουν στην Ευρώπην. Πάντως εδημιούργησαν παντού στην Ευρώπην το φυλετικόν πρόβλημα το οποίο οξύνουν με την βοήθειαν των πολιτικάντηδων, τηλεπαρουσιαστών, "καθηγητών", δημοσιογράφων και λοιπών γνωστών ή αγνώστων πρακτόρων τους. Τελικώς το μόνον που θα επιτύχουν είναι να ερεθίσουν τους Ευρωπαίους και να προκαλέσουν την αντίδρασή των. Ενθυμηθήτε με. Αυτήν την φοράν δεν θα ευρεθούν καλοί Γερμανοί Ναζί, που θα μαζεύουν τους Εβραίους δια να τους στείλουν στην Μαδαγασκάρη, αλλ' Ιππόται της Λευκής Αποκαλύψεως. Τους φαντάζομαι να καλπάζουν με γυμνά ξίφη, πάνω στα σταχιά άτια του θανάτου".
Σελ.1245-1246: "Επανειλημμένως θα τονίσω ότι δεν επιτίθεμαι εναντίον των Εβραίων ως ατόμων, ως λαού, ως φυλής, ως Έθνους, αλλ' εναντίον της θρησκείας των, επειδή αυτή διδάσκει, ότι οι Εβραίοι συνεφώνησαν με τον Θεό τους (Ιεχωβά) αυτοί να τον λατρεύουν κι εκείνος να τους εξασφαλίσει την παγκόσμιον κυριαρχίαν και όλα τα Έθνη του κόσμου, να υποταγούν στους Εβραίους και να είναι δούλα αυτών".
"Δεν γνωρίζω ούτε έναν Εβραίο, που να μην πιστεύει το εξωφρενικόν ότι οι Εβραίοι, είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση με συμφωνία μαζί τους να τους καταστήσει κυρίαρχους εφ' όλων των Εθνών".
4.Σελ. 511: "Υπάρχει Εβραϊκόν πρόβλημα στην Ευρώπην. Το Εβραϊκόν πρόβλημα συνίσταται ακριβώς στο ότι μία εξωευρωπαϊκή φυλετική μειοψηφία συνωμοτεί εις βάρος των Ευρωπαϊκών Εθνών, τα οποία θέλει να υποδουλώσει. Το πρόβλημα αυτό πρέπει να αντιμετωπισθή, διότι αλλιώς κινδυνεύει η Λευκή Φυλή. Άλλη λύση δεν βλέπω παρά να φύγουν οι Εβραίοι από την Ευρώπην..."
5.Σελ. 266: "Και τώρα έφθασε η ώρα να δώσωμεν στον Εβραίο τον χαρακτηρισμόν που του αξίζει: ...Αυτός που βασανίζει τι είναι; ....Αυτός που θέλει να μας πίη το αίμα τι είναι; ....Αυτός που τα κάνει όλα αυτά μαζί τι είναι; Είναι ο υπεράνθρωπος Εβραίος!".
6.Σελ. 778: "Η μόνη οδός σωτηρίας των Εβραίων είναι να παύσουν να ονειρεύονται την παγκόσμιαν κυριαρχίαν. ....Αλλιώς ο αφανισμός τους θα συμβεί ολοκληρωτικώς και διά παντός, το πολύ - πολύ θα εναπομείνουν μερικές χιλιάδες που θα κόβουν τα πουλάκια τους και θα περιμένουν τον Ιεχωβά τους".
7.Σελ. 1221: "..περισσότερο προκαλώ εσάς τους αναγνώστας μου να συζητήσετε δια το Ταλμούδ και την Εβραϊκή θρησκεία. Προκαλώ περισσότερο εσάς επειδή σεις είσθε τα θύματα. Ξυπνήστε οι επίβουλοι Εβραίοι σκάπτουν τον τάφον των Εθνών. Ξυπνήστε και ρίξατέ τους μέσα, διότι τους αξίζει...".
8.Σελ. 138-139: "Αλλά δεν φταίνε οι χαχαμίκοι. Φταίει ο πολιτισμένος κόσμος που ανέχεται τα διεθνή παράσιτα που λέγονται Ιουδαίοι... φθάνει η ώρα των αντιποίνων..."
10.Σελ. 600: "Στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ οι Εβραίοι με συκοφαντούν. Συγκεκριμένως κάποιος Ελληνοεβραίος ονόματι ... έγραψε μίαν διατριβήν (!) την οποίαν υπέβαλε στο Διεθνές Κέντρο Μελέτης Αντισημιτισμού, .., του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ... Ανεζητήσαμεν τον συκοφάντη Εβραίο, αλλά δεν τον εύρομεν, ούτε το κέντρο ... μας δίδει στοιχεία, έτσι αυτός ο συκοφάντης Εβραίος μένει ατιμώρητος προς το παρόν, νομικώς και αλλιώς".
11.Σελ. 583: "Το βιβλίον μου που τώρα διαβάζετε είναι μια απλή απόδειξις, ότι εμείς δεν υπολογίζομεν τους Εβραίους. Τους καταφρονούμε δια την ηθικήν των, δια την θρησκείαν των, δια τας πράξεις των, που όλα μαζί αποδεικνύουν ότι είναι υπάνθρωποι".
12.Σελ. 852: "Ο Χίτλερ κατηγορήθη για κάτι που αληθώς δεν συνέβη. Αργότερα η ιστορία της ανθρωπότητος θα τον κατηγορήσει διότι ενώ ηδύνατο να απαλλάξει την Ευρώπην από τους Εβραίους, δεν το έκανε.... Αγαπητοί μου κύροι Εβραίοι, εγώ δεν σας ζητώ να υποστήτε, όσα τα ιερά σας βιβλία διδάσκουν να υποστώμεν εμείς, από εσάς. Είσθε εγκληματίαι, διότι αυτό εδίδαξε η θρησκεία σας. Είσθε δολοφόνοι, διότι από παιδιά εγαλουχήθητε στο έγκλημα. Επομένως εμείς οι άλλοι δικαιούμεθα να σας αντιμετωπίσωμεν. Και θα το κάνωμεν".
13.Σελ. 95: "Δυστυχώς αυτάς τας ιστορικάς αληθείας τας έχουν απαγορεύσει να διδάσκονται στα σχολεία ως αντισημιτικαί. Οι γραικύλοι, οι Εθνοπροδόται. Διότι έτσι τους διατάσσει το "πονηρόν γένος". Οι υπεύθυνοι της παραποιήσεως της Ελληνικής ιστορίας και συνεπώς της πνευματικής τυφλώσεως του Ελληνικού Λαού πρέπει να κρεμασθούν κι αν αυτό δεν μπορέσει να το κάνει το κράτος θα ευρεθούν Έλληνες να εκτελέσουν τους προδότας".
7.Σελ 986: "Τέτοιας εκτάσεως ενότητα και κινητοποίησιν ουδέποτε εγνώρισε η Ευρώπη, ώστε ευλόγως και δικαίως θα συμπεράνωμεν, ότι η ήττα του Ναζισμού σημαίνει ήττα της Ευρώπης".
8.Σελ. 802: "Σταματώ στην ιστορικήν αλήθειαν, η οποία διδάσκει την ηθικήν ανωτερότητα του εθνικοσοσιαλισμού".
9.Σελ. 803: "....Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι κοσμοθεωρία δια "κυρίους" όχι δια δούλους. Είναι επίσης υπερεχόντων ανθρώπων δεν μπορώ να ανέχομαι τους δολοφόνους, ληστάς, βιαστάς, καταπειστάς, παράσιτα, διαφθορείς, υπονομευτάς της ελεεινής Εβραΐλας να συκοφαντούν τους υπερόχους Εθνικοσοσιαλιστάς..."
10.Σελ. 447: "...Ασφαλώς σιγά - σιγά αποκαθίσταται η αλήθεια, η προπαγάνδα υποχωρεί και θα ξημερώση η ημέρα, που θα κυματίσουν τη σημαία του Ναζισμού".
11.Σελ. 853: "Οι μεραρχίες των SS μάχονται με απαράμιλλον ηρωϊσμόν".
12.Σελ. 869: "Η Λευκή Φυλή το 1945 υπέστη την μεγαλυτέραν καταστροφήν της ιστορίας της. Ο επικός αγών της Χιτλερικής Γερμανίας δια την κυριαρχίαν των Αρίων ετελείωσε, δίχως Νίκην".
13.Σελ. 871: "XAΪΝΡΙΧ ΧΙΜΜΛΕΡ (1900-1945): Ανώτατος Αρχηγός των SS... τα στοιχεία και τα επιχειρήματα επιβεβαιώνουν το υψηλόν ήθος του Ανδρός, ο οποίος ενώ ηδύνατο αυθημερόν με μιαν διαταγήν του να θανατώση όλους τους Εβραίους, αυτός προετίμησε να τους εκτοπίση από την Ευρώπην ώστε να απαλλάξη την Ήπειρον της Λευκής Φυλής από τους εξωευρωπαίους σημίτας.
Τα SS μάλιστα τα μάχιμα SS (Waffen SS) υπήρξαν οι ιππόται της συγχρόνου εποχής, ακατάβλητοι πολεμισταί εξ όλων των χωρών της Ευρώπης, οι οποίοι εθυσίασαν την ζωήν, στο ιδανικόν μιας Νέας Τάξεως, δια τους πολιτισμένους λαούς. Δυστυχώς δια την ανθρωπότητα ηττήθησαν... Πάντες υποδείγματα πίστεως, πειθαρχίας και μαχητικότητος, υπέρ των ιδεωδών του Εθνικοσοσιαλισμού. Η παράστασίς των εξέφραζε το μεγαλείον του χαρακτήρος των, με συνέπεια στις τάξεις των SS να συγκαταλέγεται το εκλεκτότερον μέρος της Αρίας Φυλής".
14.Σελ. 881: "ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ (1889-1945): O τραγικός ηγέτης του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ είναι ασφαλώς η εντυπωσιακωτέρα αρχηγική μορφή της νεωτέρας εποχής. Η ιστορία της ανθρωπότητος θα καταλογίση στον Αδόλφον Χίτλερ τα εξής:
1. Δεν απήλλαξε, ενώ ηδύνατο, την Ευρώπην από τους Εβραίους
2. Δεν εχρησιμοποίησε τα ειδικά χημικά όπλα, που μόνον η Γερμανία διέθετε, δια να νικήση. Εξ αιτίας της ήττης της Γερμανίας τότε, κινδυνεύει η Λευκή Φυλή και η Ευρώπη τώρα. Θα έλθη ημέρα, κατά την οποίαν οι Ευρωπαίοι θα κυριαρχήσουν ή θα καταστραφούν. Και στας δύο περιπτώσεις θα αναγνωρίσουν ότι ο Χίτλερ είχε δίκαιον...".
15. Σελ. 885: "ΙΩΣΗΦ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ (1897-1945): Ένα από τα φωτεινότερα πνεύματα του αιώνος. Φιλόσοφος, αγωνιστής και βαθύς γνώστης της ψυχολογίας του πλήθους ενίκησε, εις όλα τα πεδία μάχης τον εβραιομπολσεβικισμόν και ηγήθη του ολοκληρωτικού πολέμου της πατρίδος του".
1. Σελ. 271: "4) Ουδείς αλλόφυλος αναλαμβάνει δημόσιον αξίωμα, ούτε διορίζεται στο κράτος, το οποίον είναι Ελληνικόν και μόνον. Το αυτό ισχύει και στα ΝΠΔΔ".
2. Σελ. 271: "5) Οι μεικτοί γάμοι Ελλήνων ή Ελληνίδων με άτομα μη ανήκοντα στην Λευκήν Φυλήν αποτρέπονται".
3 Σελ. 271: 7) Η μετακίνησις και εγκατάστασις εν Ελλάδι ατόμων ανηκόντων στην Λευκήν Φυλήν είναι απολύτως ελευθέρα".
4. Σελ. 271: "9) Ουδείς αλλόφυλος ανακηρύσσεται Έλλην πολίτης, πλην των τιμητικών περιπτώσεων, ως ο νόμος ορίζει. Αλλόφυλοι δι' άλλους λόγους αποκτήσαντες της Ελληνικήν υπηκοότητα την στερούνται αμέσως και εφόσον πληρούν τας προϋποθέσεις θεωρούνται Ελληνίζοντες".
Σελ. 601: "Στο ερώτημα: μπορεί είς Εβραίος να θεωρηθή Έλλην; Απαντώ ευθέως: όχι. Διότι η φυλετική καταγωγή δεν αλλάζει με την διοικητικήν πράξιν της παροχής Ελληνικής υπηκοότητος, που είναι νομικόν γεγονός κι όχι φυλετικόν και εθνολογικόν".
Β. Ο X1 συνέγραψε το βιβλίο "...", το οποίος εκδόθηκε και κυκλοφόρησε στην ...στις ... και με το οποίο εξέφρασε ιδέες προσβλητικές κατά ομάδας προσώπων λόγω της φυλετικής και εθνικής καταγωγής των και δη των Εβραίων γενικώς, εφόσον σε αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρεται:
Σελ. 206 (κάτω από μια φωτογραφία παιδιών): "Μας έδειξαν αυτήν την φωτογραφίαν (πότε; Πού; Ποίοι ήσαν κ.λπ. άγνωστον) και μας είπαν Εβραιόπουλα εις στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Δεκτόν. Τα βλέπομεν τετράπαχα....".
Σελ. 702: "Οι Εβραίοι απαιτούν να σεβώμεθα τους ανύπαρκτους νεκρούς των. Εγώ προσωπικώς και υπαρκτοί να ήσαν, διατί να τους σεβαστώ;".
Σελ. 117: "Τι άλλο θέλετε να σας κάνουν οι Εβραίοι, δια να ξυπνήσετε επιτέλους. Το παραμύθι του Άουσβιτς σας συγκινεί και όχι αι σφαγαί των ομοεθνών μας".
Σελ. 270: "Απελευθερωθείτε από την Εβραϊκήν προπαγάνδρα που σας εξαπατά με τα ψεύδη περί στρατοπέδων συγκεντρώσεων, θαλάμων αερίων, "φούρνων" και τα άλλα παραμύθια του ψευτο-ολοκαυτώματος....".
Σελ. 685: "Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι "φούρνοι" το "σαπούνι" και τα βασανιστήρια υπήρξαν και παραμένουν τα προσφιλή θέματα, τα οποία εκμεταλλεύεται η αντιναζιστική προπαγάνδα...". "Εκείνα τα έργα, όπως το "ολοκαύτωμα" σας συγκινούν και εντυπωσιάζεστε, από τα δήθεν βασανιστήρια τα οποία δήθεν υπέστησαν οι Εβραίο προ 60 ετών...".
Σελ. 1100 (Αναφορά σε φωτογραφία της σελ. 1098): "Αυτά τα παιδιά είναι Εβραιόπουλα στο στρατόπεδο Άουσβιτς 2 (Μπιρκενάου), φαίνονται καλοζωισμένα και φυσικά επέζησαν..."
Σελ. 1008: "Το ZYKLON B που τόσον διεφήμισαν, ως το αέριον με το οποίον εθανατώνοντο οι Εβραίοι στους ειδικούς θαλάμους αερίων (που δεν ανευρέθησαν) δεν ήτο παρά ένα δηλητηριώδες αέριον χρήσιμον δια τας απεντομώσεις των στρατοπέδων συγκεντρώσεων... όλα τα άλλα είναι παραμύθια προπαγάνδας".
Σελ. 1012: "Η Εβραϊκή πτωματολογία στην περίπτωση του Άουσβιτς απεδείχθη εξ αρχής ψευδεστάτη".
"Τα τέκνα του "εκλεκτού λαού" δεν κατόρθωσαν ακόμη να αρπάξουν τα αγαθά των Ελλήνων, ούτε επέτυχαν να κυριαρχήσουν στον κόσμον. Στο μέλλον ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί. Ξέρομεν όμως τις συνέβη στο παρελθόν, όπου είδαμε τον "εκλεκτόν λαόν" να τρέμη προ της Μαύρης Στολής των Ές-Ές με την αργυρά νεκροκεφαλή στο πηλίκιον. Είδαμε τον "εκλεκτό λαό" πειθήνιον, σιωπηλόν, φοβισμένο να εργάζεται στην Γερμανική βιομηχανία από την οποίαν ζητεί τώρα αποζημιώσεις και τας οποίας ορθώς θα λάβη, όπως οι δούλοι, που δικαιούνται κάποιας αμοιβής δια την εργασίαν των, αλλά το χρήμα δεν ξεπλένει τον πενταετή εγκλωβισμόν του "εκλεκτού λαού" στα Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, όπου πολλοί δυστυχείς απώλεσαν την ζωήν των, περισσότεροι υπέφεραν και όλοι των εταπεινώθησαν μέχρις πλήρους εξευτελισμού των, διότι οι Γερμανοί δεν εσεβάσθησαν τας περί "εκλεκτού λαού" διαβεβαιώσεις της Π. Διαθήκης και των Ταλμούδ".
Σελ. 626. "...διότι εμείς είμεθα ΕΛΛΗΝΕΣ, δηλαδή ανωτέρα φυλή και όχι άθλιοι σημίται.
Σελ. 481: "Προσωπικώς εις επίδειξιν θαρραλέας διαμαρτυρίας δηλώνω, πάλιν και πάλιν, ότι είμαι αντισημίτης, καταφρονώ τους Εβραίους.......που θεωρώ υπανθρώπους".
Σελ. 597: "Εβραίος (στο θρήσκευμα) και άνθρωπος είναι έννοια αντιφατικαί, δηλαδή η μία αποκλείει, την άλλην".
Σελ. 583: "Το βιβλίον μου που τώρα διαβάζετε είναι μία απλή απόδειξις, ότι εμείς δεν υπολογίζομεν τους Εβραίους. Τους καταφρονούμε δια την ηθικήν των, δια την θρησκεία των, δια τας πράξεις των, που όλα μαζί αποδεικνύουν ότι είναι υπάνθρωποι".
"Και τώρα έφθασε η ώρα να δώσωμεν στον Εβραίο τον χαρακτηρισμόν που του αξίζει. Αυτός που βασανίζει τι είναι; Αυτός που πυροβολεί τι είναι; Αυτός που δολοφονεί γυναίκας ή αόπλους τι είναι; Αυτός που βιάζει τι είναι; Αυτός που θέλει να μας πίη το αίμα τι είναι; Αυτός που τα κάνει όλα αυτά μαζί τι είναι; Είναι ο υπάνθρωπος Εβραίος!" Επίσης στη σελ. 852: "Είσθε εγκληματίαι, διότι αυτό εδίδαξε η θρησκεία σας. Είσθε δολοφόνοι, διότι από παιδιά γαλουχηθήτε στο έγκλημα. Επομένως εμείς οι άλλοι δικαιούμεθα να σας αντιμετωπίσωμεν. Και θα το κάνωμεν".
Σελ. 218: "Την 2αν Νοεμβρίου 1917 η Αγγλία, όπως γνωρίζομεν, εξέδωσε πολιτικήν ανακοίνωσιν (δήλωσις Μπαλφούρ) δια της οποίας ιδρύθη Εβραική Εθνική εστία στην Παλαιστίνην", και στη συνέχεια στη σελ. 223: "Οι Εβραίοι λοιπόν αμέσως μετά τη δήλωσιν Μπάλφουρ και μέχρι τώρα σκοτώνουν και μετακινούν Παλαιστινίου. Η όλη των εγκληματική συμπεριφορά δικαιολογεί τας πράξεις των Ναζί εναντίον των και κάτι περισσότερον. Τας δικαιώνει".
Σελ. 558: "Ο Ναζί Ανώτατος Δικαστής Βάλτερ Μπουχ διεξήγαγε έρευνα διά επεισόδια της "νύκτας των κρυστάλλων". Αυτά βεβαίως η εβραϊκή προπαγάνδα τα αποκρύπτει. Απεναντίας μάλιστα κατηγορούν τα SS δια τα ....., τα οποία προσωπικώς υπερεγκρίνω".
Σελ. 432: "Ο Ναζισμός λοιπόν γνωρίζων καλώς τα Εβραϊκά σχέδια αποφάσισε, όπως αλλού περιγράφω, να εκδιώξη τους Εβραίους από την Ευρώπην. Και έπραξε κατά την γνώμην μου πολύ ορθώς".
Σελ. 1075: "(Σχολιασμός για τη λεζάντα φωτογραφίας από το Άουσβιτς: συρματόπλεγμα του Άουσβιτς είναι εκεί για να θυμίζουν σε ολόκληρο τον κόσμο τη ναζιστική θηριωδία της περιόδου 1939-1945): "Καλώς κάνουν και τηρούν το στρατόπεδον εις καλήν κατάστασιν, διότι ουδείς γνωρίζει τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον".
Σελ. 1221: "Συνεπώς κατηγορώ τους Γερμανούς Ναζί διότι δεν άλλαξαν την Ευρώπην μας από τον εβραιοσιωνισμόν, ενώ ηδύναντο να το πράξουν. Στο ερώτημα λοιπόν, αν ήτο σωστό, που οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους Εβραίους, δια να τους μεταφέρουν στην Μαδαγασκάρη η απάντησις έρχεται μόνη της. Μέσα από όσα διδάσκουν και επιδιώκουν οι Εβραίοι δεν ήτο σωστό αυτό που έκαναν οι Γερμανοί έπρεπε να τους έστελναν όχι στη Μαδαγασκάρη, αλλά στον Ιεχωβά τους να διαβάζουν μαζί όρθιοι το Ταλμούδ".
Σελ. 1196: "Έχομεν λοιπόν μεταφοράν όχι θανάτωσιν. Μα είναι σωστόν να μεταφέρονται άνθρωποι βιαίως; Αν οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι προορίζονται (εκ Θεού να κυριαρχήσουν εις ολόκληρον τον κόσμον και τα έθνη να είναι υπόδουλα εις αυτούς, τότε η μεταφορά των, κατά γνώμην μου, δεν αρκεί. (Κεφάλαιο ομόφωνης αποφάσεως) Την κρίση της αυτή στήριζε στις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Ο κατηγορούμενος X1, δικηγόρος στο επάγγελμα και συγγραφέας - ιστορικός συνέγραψε το επίμαχο βιβλίο που φέρει τον τίτλο, "...", το οποίο εκδόθηκε στις ... και κυκλοφόρησε στην ...σε δύο εκδόσεις. Στο προεισαγωγικό του βιβλίου αυτού, παραθέτει αυτούσιες ρήσεις του Βολταίρου και του Γ. Σουρή για τους Εβραίους ["Δεν θα εύρητε εις τους Εβραίους παρά έναν λαό αμαθή και βάρβαρο όστις συνενώνει από πολλού την πλέον αισχράν φιλαργυρίαν, την απεχθή δεισιδαιμονίαν, με το ακατανίκητον μίσος, δι' όλους τους λαούς οίτινες τον ανέχονται και τον πλουτίζουν", Βολταίρος σε "Φιλοσοφικόν Λεξικόν", "Να λαχταρούν στους πόνους μας τα φλογερά σου στήθεια, νάχεις στα χείλη την καρδιά στο στόμα την αλήθεια, να γίνη το Παλάτι σου του κόσμου το καμάρι, να μπαίνει λεβεντιά με νου, με αρετή και χάρι, και τους προμάχους γύρω σου να έχης της πατρίδος κι' όχι Εβραίους βρωμερούς στο γένος και στο είδος", Γ. Σουρής στο "Εις τον Διάδοχον"], ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι, "Όλα τα Έθνη επιδιώκουν να κερδίσουν την εκτίμησιν του κόσμου, με όσα έκαναν και όχι με όσα έπαθαν. Όλα τα έθνη θέλουν να έχουν τον θαυμασμό του κόσμου και όχι την λύπη του. Μόνον οι Εβραίοι προβάλλουν όσα έπαθαν (Αληθώς, ψευδώς, Δικαίως ή αδίκως) και ζητούν να τους λυπούνται. Ουδέποτε στην ιστορίαν υπήρξεν λαός, που ανήγαγε εις εθνικήν του πολιτικήν να τον λυπούνται οι άλλοι. Μόνον οι Εβραίοι συμπεριφέρονται έτσι", δίνοντας έτσι το προμήνυμα για το περιεχόμενο του βιβλίου του. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι διαπραγματεύεται τον εβραιοσιωνισμό, ότι σκοπεύει να γράψει μόνο την αλήθεια, ότι αν κάπου, παρά τη θέλησή του κάνει λάθος υπόσχεται στην επόμενη έκδοση να περιλάβει την ορθή άποψη που θα του προτείνουν οι Εβραίοι, ότι δέχεται δημόσια συζήτηση με τους Εβραίους όποτε θέλουν, όπου θέλουν, ακόμη και μέσα στο Ισραήλ είναι έτοιμος να μεταβεί, για να υποστηρίξει την αλήθεια, να πείσει ή να πεισθεί για την αντίθετη γνώμη. Δηλώνει ότι δεν μισεί τους Εβραίους, που ως λαός ή ως θρησκεία τον αφήνουν εντελώς αδιάφορο αλλά αντιμετωπίζει τον εβραιοσιωνισμό, ως πολιτικοθρησκευτικό συνωμοτικό κίνημα, απολύτως αντίθετο προς τις αξίες του Ελληνισμού, αδιαλλάκτως εχθρικό προς την Ελλάδα, τους Έλληνες και τη Λευκή Φυλή, για την υπεράσπιση των οποίων γράφτηκε το εν λόγω βιβλίο. Το επίμαχο βιβλίο (1387 σελίδες) έχει ως επίκεντρο της ερευνάς του τους Εβραίους στην ιστορική διαδρομή και αποτελείται από τα εξής κεφάλαια: 1) Η θρησκεία των Εβραίων, (σελ. 17 - 290), 2) Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών (σελ. 291 - 382), 3)Ο Εβραιοσιωνισμός (σελ. 385-668), 4) Εβραϊκαί Συνωμοσίαι, (σελ. 669-1002), και 5)Το ολοκαύτωμα (σελ. 1003 - 1244), ενώ στις υπόλοιπες σελίδες (1245 - τέλος) υπάρχει το προσάρτημα - επίλογος.
Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, κατά το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ατόμου να αυτοπροσδιορίζεται, δηλώνει ότι είναι "Έλλην εθνικιστής", γιατί πιστεύει στον Ελληνικό εθνικισμό και δεν εκφράζει ξένους εθνικισμούς (όπως ο ναζισμός είναι η εκδήλωση του γερμανικού εθνικισμού και ο φασισμός εκδήλωση του ιταλικού εθνικισμού), υπό το πρίσμα δε της ιδεολογικής του αυτής τοποθέτησης πρέπει να δει ο αναγνώστης του επίμαχου βιβλίου τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό και ιδιαίτερα τα αναφερόμενα για το ολοκαύτωμα των Εβραίων. Με το βιβλίο αυτό ο κατηγορούμενος επιχειρεί να καταδείξει, α) ότι οι απ' αυτόν αποκαλούμενοι Εβραιοσιωνιστές (όχι γενικώς οι Εβραίοι), τους οποίους θεωρεί ότι ανήκουν σε πολιτικοθρησκευτικό συνωμοτικό κίνημα, επιδιώκουν, σύμφωνα με τα ιερά τους κείμενα (Ταλμούδ, Παλαιά διαθήκη, πρωτόκολλα της Σιών) αλλά και τις κατ' ιδίαν δράσεις τους να κυριαρχήσουν παγκοσμίως, και ότι για την επικράτηση αυτή χρησιμοποιούν αθέμιτες μεθόδους και πρακτικές, (παρασκηνιακή δράση και προπαγάνδα, έλεγχος πολιτικών και οικονομικών κέντρων εξουσίας έλεγχος ΜΜΕ κ. ά.), β) τη συμπεριφορά των εβραιοσιωνιστών απέναντι στην παγκόσμια κοινότητα και ιδιαίτερα απέναντι στους Έλληνες, με ιστορική αναδρομή ως προς το τελευταίο, και γ) τη συμπεριφορά των εθνικοσοσιαλιστών της Γερμανία, ιδίως μετά την άνοδο τους στην εξουσία, απέναντι στους Εβραίους και τη συμπεριφορά των Εβραίων απέναντι τους Παλαιστίνιους. Στο βιβλίο αυτό γίνεται λεπτομερής αναφορά σε ιστορικά γεγονότα, όπως τα "βλέπει", τα ερμηνεύει, τα αξιολογεί και τα κρίνει ο συγκεκριμένος συγγραφέας, με αναλυτική αναφορά απόψεων ιστορικών προσώπων για τους Εβραίους, μνεία συγκεκριμένων περιστατικών που αφορούν Εβραίους και έκφραση προσωπικών απόψεων του συγγραφέα, ο οποίος έχει εκδώσει μεγάλο αριθμό ιστορικών βιβλίων. Τα αναφερόμενα από το συγγραφέα, για την στήριξη των απόψεων του πραγματικά περιστατικά και οι ρήσεις ιστορικών προσώπων στηρίζονται σε ιστορικές πηγές τις οποίες κατονομάζει και οι οποίες δεν αμφισβητούνται βάσιμα από τους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι απλώς επισημαίνουν ορισμένες οξύτατες φράσεις του συγγραφέα. Οι φράσεις αυτές του συγγραφέα κατατείνουν στην επισήμανση των στοιχείων που παρατίθενται στο επίμαχο βιβλίο, προκειμένου να γίνουν αντιληπτές από τον αναγνώστη οι κατά το συγγραφέα ως άνω επιδιώξεις των εβραιοσιωνιστών. Από το όλο περιεχόμενο του βιβλίου δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με αυτό είχε πρόθεση να προτρέψει τον αναγνώστη σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά των Εβραίων, ούτε να εκφράσει προσβλητικές ιδέες κατ' αυτών (Εβραίων), εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους, δηλαδή χωρίς τη συνδρομή και άλλων λόγων [στο κατηγορητήριο και την εκκαλούμενη απόφαση δεν έχουν περιληφθεί και οι θρησκευτικοί λόγοι]. Τούτο δε γιατί δεν καταφέρεται συλλήβδην κατά των Εβραίων αλλά κατά των εβραιοσιωνιστών, οι οποίοι προέβησαν στις συγκεκριμένες πράξεις που αναφέρονται στο βιβλίο και οι οποίες στηλιτεύονται από τον συγγραφέα με οξύτατες εκφράσεις και αιχμηρά σχόλια και χαρακτηρισμούς. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αποσπασματική αναφορά στο κατηγορητήριο και το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης εδαφίων του βιβλίου, χωρίς νοηματική και λογική σύνδεση με τα προηγούμενα και επόμενα εδάφια οδηγεί σε μη πιστή απόδοση, και πολλές φορές σε παρερμηνεία και αλλοίωση του περιεχομένου του σχετικού τμήματος του βιβλίου. Όταν όμως τα αποσπάσματα αυτά συνδεθούν λογικά και νοηματικά με τα προηγούμενα και επόμενα και κυρίως με το όλο περιεχόμενο του βιβλίου, στο οποίο παρατίθενται στοιχεία από τα οποία μπορεί να δικαιολογηθεί η οξύτητα των εκφράσεων και η δριμεία κριτική πράξεων προσώπων (στην προκείμενη περίπτωση των αποκαλούμενων εβραιοσιωνιστών) απαμβλύνεται η οξύτητα και η κριτική ενεργειών ατόμων και όσα παρατίθενται στο βιβλίο δεν στοιχειοθετούν τα πραγματικά περιστατικά των άρθρων 1 και 2 του νόμου 927/1979. Τούτο δε γιατί κυρίως και πρωτίστως όσα περιγράφει και παραθέτει ο κατηγορούμενος στο επίμαχο βιβλίο δεν τα αναφέρει λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των εβραίων αλλά γιατί οι πράξεις συγκεκριμένων Εβραίων έχουν έντονη απαξία, η οποία στηλιτεύεται από τον συγγραφέα με οξύτατες εκφράσεις. Η παραδοχή αντίθετης εκδοχής θα οδηγούσε σε περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και της διάδοσης των ιδεών που αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για κάθε μεμονωμένη προσωπική ολοκλήρωση. Οι απαιτήσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι ο πλουραλισμός και η ανεκτικότητα, στα πλαίσια δε αυτά οι δημοκρατικές κοινωνίες ανέχονται ακόμη και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις οι οποίες μπορούν να εκφρασθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο (προφορικά, με γραπτό κείμενο, δια του τύπου, με συγγραφή βιβλίου, κ.ά.). Ο κατηγορούμενος συγγραφέας ερμηνεύοντας και αξιολογώντας ιστορικά γεγονότα και συμπεριφορές προσώπων, παραθέτοντας συνάμα και τις πηγές του, εκφράζει προσωπικές του απόψεις, οι οποίες είναι σύμφυτες με τις πολιτικοϊδεολογικές του απόψεις, οι οποίες είναι ακραίες και αντιδημοκρατικές, η ανεκτικότητα όμως της δημοκρατικής κοινωνίας του παρέχει τη δυνατότητα να τις εκφράζει ελεύθερα και απρόσκοπτα. Εξάλλου η άρνηση ιστορικών γεγονότων (π.χ. το ολοκαύτωμα των Εβραίων, η γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους κ.ά.) δεν αποτελεί στην Ελλάδα ποινικό αδίκημα, και ως εκ τούτου και στην περίπτωση που η άρνηση αυτή διανθίζεται με σχόλια και χαρακτηρισμούς που ενοχλούν την πλειοψηφία των πολιτών, όπως συμβαίνει με τις απόψεις που εκφράζει ο κατηγορούμενος στο επίμαχο βιβλίο για το ολοκαύτωμα των Εβραίων, δεν καταλείπεται έδαφος για κατ' ουσίαν εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του νόμου 927/1979. Περαιτέρω, με όσα διαλαμβάνει ο κατηγορούμενος στο παραπάνω βιβλίο δεν παρακινεί από πρόθεση σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων, ούτε εκφράζει προσβλητικές ιδέες, λόγω της εθνικής και φυλετικής καταγωγής των Εβραίων αλλά αναφερόμενος σε συγκεκριμένα περιστατικά αξιολογεί αρνητικά τη συμπεριφορά των προσώπων αυτών, σύμφωνα με τις προσωπικές του απόψεις, δικαίωμα αναφαίρετο για κάθε συγγραφέα. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και της διάδοσης των ιδεών, ενώ στη δικαζόμενη υπόθεση δεν υφίστανται οι εξαιρέσεις και η υπέρβαση των ορίων που θέτουν οι παραπάνω συνταγματικές διατάξεις και το άρθρο 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α, που πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά.
Συγκεκριμένα στο ως άνω βιβλίο γίνονται αναφορές στο τι περιλαμβάνει το Ταλμούδ (σελ. 1 - 86) για τη θρησκεία των Εβραίων (σελ. 22,431) για το τι διδάσκουν τα παιδιά (σελ. 26), για την πλύση εγκεφάλου που υφίστανται οι Εβραίοι από μικρά παιδιά για τα διαλαμβανόμενα στο Ταλμούδ (σελ. 46,176,1"·0, 436 504, 629), το μίσος κατά των χριστιανών (σελ. 53), την υπεροχή - κυριαρχία των Εβραίων, την εξολόθρευση άλλων λαών, το χαρακτηρισμό ως κτηνών των μη Εβραίων (σελ. 47, 69) τις προτροπές για την αντιμετώπιση των Χριστιανών (σελ. 28,48-51, 76,84), τις δηλώσεις του ραβίνου... για την εξολόθρευση Αράβων ["Ας ρίξει ο Θεός την εκδίκηση στα κεφάλια των Αράβων κι' ας κάνει τον σπόρο τους να χαθεί κι' ας τους εξολοθρεύσει. Απαγορεύεται να τους λυπούμαστε. Πρέπει να τους ρίχνουμε πυραύλους και να το απολαμβάνουμε, να τους εξοντώνουμε..." σελ. 83] κ.ά. Τα αναφερόμενα για το Ταλμούδ και τη θρησκεία των Εβραίων, μνημονεύονται από τον κατηγορούμενο για να καταδειχθούν οι μισαλλόδοξες και αντιχριστιανικές θέσεις που εμπεριέχονται στα Ιερά Βιβλία των Εβραίων και για να θεμελιώσει την οξεία κριτική και τα συμπεράσματα που εξάγει για τους εβραιοσιωνιστές. Περαιτέρω στις σελίδες 87-198 του ως άνω βιβλίου ο κατηγορούμενος παραθέτει ιστορικές πηγές για την εχθρική αντιμετώπιση των Ελλήνων από τους Εβραίους, στην ιστορική διαδρομή, οι οποίες δεν αντικρούστηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας, τις δηλώσεις ισραηλινών πολιτικών ότι εχθρός τους είναι ο Ελληνισμός (σελ. 88), τον "ιδιοτελή μισελληνικό φιλοτουρκισμό των Εβραίων" (σελ. 94), την εξόντωση χριστιανών (σελ. 153), τη σφαγή Ελλήνων από τους Εβραίους και τις αγριότητες των τελευταίων (σελ. 163 - 165, 386), τη διαφορά Ελλήνων και Εβραίων (σελ. 275-277), τον αντισημιτισμό του ["είμαι αντισημίτης ενόσον οι Εβραίοι υποστηρίζουν τους Τούρκους. Γίνομαι φίλος των Εβραίων ενόσον αυτοί υποστηρίζουν την Ελλάδα" σελ. 185], το παράδειγμα του Εβραίου Μαρδοχαίου Φριζή, ο οποίος αγωνίσθηκε με αυτοθυσία για την Ελλάδα (σελ. 601 - 602). Ο κατηγορούμενος, με την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών συμπεραίνει ότι οι εβραιοσιωνιστές, διαχρονικά, επιδιώκουν ή ασπάζονται τις αρχές περί παγκόσμιας κυριαρχίας, επιβουλεύονται τους άλλους λαούς και ιδιαίτερα τους Έλληνες και συμμαχούν με τους Τούρκους σε βάρος των Ελλήνων, γι' αυτό ο ίδιος είναι αντισημίτης. Περαιτέρω αναφέρει, ότι, "δεν έχομεν κάτι το παραμικρόν εναντίον των Εβραίων ως λαού, αντιτιθέμεθα στην εγκληματική πολιτικοθρησκευτική πίστη του εβραιοσιωνισμού, που υποσκάπτει, υπονομεύει, διαβρώνει κάθε εθνική κοινωνία, με σκοπό την παγκόσμιον επικράτησίν του" (σελ. 290), "η καταδυνάστευση ενός λαού δεν εγκρίνεται όπως δεν εγκρίνεται κι εκείνη η εθνικοθρησκευτική πίστις που διδάσκει, πως όλοι οι μη Εβραίοι είναι ζώα", "δεν αρνούμαι ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου κάποιοι Γερμανοί θα διέπραξαν εγκλήματα" (σελ. 409), "δεν έχω κάτι εναντίον των Εβραίων αορίστως... Ο Εβραϊσμός με απασχολεί, που μετατρέπει τον Εβραίο εις διώκτην του Έλληνος και κάθε Ελληνικού" (σελ. 684), "οι σιωνισταί έχουν έναν μοναδικόν σκοπόν: την δημιουργίαν του κράτους του Ισραήλ. Εύγε των. Από εκεί και πέραν όμως οι συνωμοσίαι και αι ταλμουδικαί ραδιουργίαι των με τοποθετούν αμετακίνητον εχθρόν των" (σελ. 1166), "επανειλημμένως θα τονίσω ότι δεν επιτίθεμαι εναντίον των Εβραίων, ως ατόμων, ως λαού, ως φυλής, ως Έθνους, αλλ' εναντίον της θρησκείας των, επειδή αυτή διδάσκει, ότι οι Εβραίοι συμφώνησαν με τον Θεό τους (Ιεχωβά) αυτοί να τον λατρεύουν κι' εκείνος να τους εξασφαλίσει την παγκόσμιον κυριαρχίαν και όλα τα έθνη του κόσμου να υποταγούν στους Εβραίους και να είναι δούλοι των" (σελ. 1245). Από τις αμέσως παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν στρέφεται κατά των Εβραίων, μόνο λόγω της φυλετικής και εθνικής καταγωγής τους αλλά κυρίως λόγω των επιδιώξεων τους για παγκόσμια κυριαρχία, των μεθόδων που χρησιμοποιούν για την ευόδωση αυτών και τη συνωμοτική τους δράση. Ειδικότερα, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στο επίμαχο βιβλίο περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα αποσπάσματα τα οποία περιλαμβάνονται στο κλητήριο θέσπισμα και το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης και τα οποία αποτελούν αυτούσια φωτοτυπική μεταφορά του περιεχομένου της μήνυσης της ...
Ως προς την Α' πράξη:
1) Στη σελίδα 742 "Έτσι θέλουν οι Εβραίοι. Διότι μόνον έτσι καταλαβαίνουν, εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα". Το απόσπασμα αυτό δεν εμπίπτει κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη στο άρθρο 1 του νόμου 1927/1979, καθόσον αναφέρεται σε συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό και δεν στρέφεται κατά των Εβραίων συλλήβδην λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους. Ειδικότερα στις σελίδες 741-742 αναφέρονται ότι "κατά τον Α' Παγκόσμιον Πόλεμον οι Εβραίοι τοκογλύφοι (αδελφοί Ρότσιλντ, τράπεζα Μόργκαν, κ.ά.) εδάνειζαν την Γαλλίαν και εισέπρατταν υπερβολικός προμηθείας που ο Μπριάν είχε αναγκασθεί να δεχθεί. Ο Γερουσιαστή Γκωντέν ντε Βιλαίν κατηγόρησε επίσης τους Εβραίους δια λαθρεμπορίαν εν καιρώ πολέμου. Τελικώς όταν ο Κλεμανσώ ανέλαβε την εξουσία στη Γαλλία ενημερώθηκε δια τον όρο της τοκογλυφικής προμήθειας και (όπως ο Ροζέ Πεϋρεφίτ αναφέρει) "κάλεσε λοιπόν τους βαρόνους Εντουάρ και Εντμόν και τους δήλωσε ότι εάν δεν αναιρούσαν τον όρο αυτόν εντός 24 ωρών θα έπρεπε δυστυχώς να τους συλλάβει και είχε αναμφίβολα πολλά στοιχεία για να τους στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα". Έτσι θέλουν οι Εβραίοι. Διότι μόνον έτσι καταλαβαίνουν, εντός 24 ωρών και εκτελεστικό απόσπασμα. Κι' αυτά ελέχθησαν από έναν δημοκράτη, αλλά δυναμικό πατριώτη". Η φράση λοιπόν για εκτελεστικό απόσπασμα, που αποδίδεται στον Κλεμανσώ από τον Ρ. Πεϋρεφίτ, αφορά τους συγκεκριμένους Εβραίους τοκογλύφους και επαναλαμβάνεται απλώς από τον συγγραφέα για να δώσει έμφαση στο ως άνω περιστατικό. Οι μάρτυρες κατηγορίας δεν αμφισβήτησαν με συγκεκριμένα στοιχεία ότι ο Κλεμανσώ με αφορμή το γεγονός αυτό είπε την παραπάνω φράση αλλά τον συγγραφέα (Ρ. Πεϋρεφίτ) το βιβλίο του οποίου χαρακτήρισαν μυθιστόρημα.
2)Στη σελίδα 432 "Ο Ναζισμός λοιπόν, γνωρίζων καλώς τα Εβραϊκά σχέδια, απεφάσισε, όπως αλλού περιγράφω, να εκδιώξει τους Εβραίους, από την Ευρώπην. Και έπραξεν κατά τη γνώμην μου πολύ ορθώς. Η απαλλαγή της Ευρώπης από τους Εβραίους είναι επιβεβλημένη, διότι ο Εβραϊσμός συνιστά απειλή κατά της ελευθερίας των Εθνών" (σελ. 432). Το απόσπασμα αυτό του ως άνω βιβλίου, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, αποτελεί λογικό συμπέρασμα των όσων διαλαμβάνει ο κατηγορούμενος σε προηγούμενες αλλά και επόμενες σελίδες (σελ. 385-668), σχετικά με την προπαγάνδα των Εβραίων για την επίτευξη των επιδιώξεων τους για παγκόσμια κυριαρχία, σύμφωνα με τα ιερά τους βιβλία και την εκμετάλλευση από την πλευρά τους του ολοκαυτώματος και αξιολογεί θετικά (σύμφωνα με τις ιδεολογικές του απόψεις) τις θέσεις του ναζισμού για εκδίωξη των Εβραίων από την Ευρώπη. Τούτο όμως δεν το πράττει εκ μόνου του λόγου της εθνικής και φυλετικής καταγωγής των Εβραίων αλλά γιατί, κατά τον συγγραφέα, και σύμφωνα με όσα έχει ήδη προαναφέρει (παραδείγματα, ιστορικές αναφορές) ο Εβραϊσμός συνιστά απειλή για την ελευθερία των άλλων εθνών. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος των προαναφερομένων γεγονότων και συμπεριφορών συνδέεται με τη θρησκεία των Εβραίων και τις διδαχές του Ταλμούδ (μισαλλόδοξες και αντιχριστιανικές), η οποία δεν ερευνάται στην κρινόμενη υπόθεση γιατί οι θρησκευτικοί λόγοι δεν έχουν περιληφθεί στο κατηγορητήριο.
3) Στη σελίδα 1166, "Η Λευκή Φυλή δεν θέλει σημίτας στην Ευρώπη διότι έτσι τη συμφέρει βιολογικώς". Το απόσπασμα αυτό, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη, δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 1927/-1979, καθόσον αναφέρεται στους σιωνιστές και όχι στους Εβραίους γενικώς, αφού προηγουμένως επικροτεί την επιδίωξη τους για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ (" Εύγε τους "), επισημαίνοντας ότι τα λοιπά κράτη δεν θα υποταχθούν στην κυριαρχία τους και την "υπονόμευση των εθνικών κοινωνιών". Και συνεχίζει, "το σύνθημα ο καθείς στην Πατρίδα του ακούγεται πολύ λογικό. Κύριοι Εβραίοι πηγαίνετε στην Πατρίδα σας και απαλλάξτε μας από την παρουσία σας. Η Λευκή Φυλή δεν θέλει σημίτας στην Ευρώπη γιατί έτσι την συμφέρει βιολογικώς". Ακολούθως επιχειρεί να θεμελιώσει την άποψη ότι τόσο ο ναζισμός όσο και ο σιωνισμός συναντήθηκαν σε κοινό σημείο, τη φυγή των Εβραίων από την Ευρώπη προκειμένου οι τελευταίοι να "μεταναστεύσουν στην Παλαιστίνη" για να ιδρύσουν το κράτος τους και ότι ο αντισημιτισμός τέθηκε "στην υπηρεσία του σιωνισμού" για την επίτευξη του ως άνω σκοπού. Και το απόσπασμα αυτό, το οποίο απηχεί τις ακραίες ιδεολογικές θέσεις του συγγραφέα, δεν αναφέρεται εκ μόνου του λόγου της εθνικής και φυλετικής καταγωγής των Εβραίων αλλά λόγω της υπονόμευσης των λοιπών κοινωνιών και της εγκληματικής συμπεριφοράς ορισμένων Εβραίων. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν προκύπτει ότι με τις παραπάνω φράσεις προτρέπει από πρόθεση σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των Εβραίων.
4) Στη σελίδα 902, "υπό την ανοχήν της διεθνούς κοινωνίας και εξευτελισμένου ΟΗΕ του πρώην ανθρωποφάγου Ανάν. Οι φράσεις αυτές, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, καθόσον ο κατηγορούμενος προβαίνει σε πολιτικές εκτιμήσεις για τον πόλεμο του Ιράκ και δεν στρέφεται κατά του ανωτέρω προσώπου μόνον εξαιτίας της φυλετικής και εθνικής του καταγωγής. Σε προηγούμενες σελίδες αναφέρεται διεξοδικά στον πόλεμο του Ιράκ, κάνοντας μνεία για τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν σ' αυτόν από τους Αμερικανούς, που κατά τον συγγραφέα υποκινήθηκαν από τους εβραιοσιωνιστές, οι "οποίοι επί έτη και έτη δολοφονούν τα ηρωικά παιδιά της Παλαιστίνης, υπό την ανοχήν της διεθνούς κοινωνίας και του εξευτελισμένου ΟΗΕ του πρώην ανθρωποφάγου". Στη συνέχεια αναφέρεται υποτιμητικά για τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπους, τον πρώην πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας Τόνυ Μπλερ, τους πρώην υπουργούς των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράϊς και Κόλιν Πάουελ και άλλους. Η φράση "πρώην ανθρωποφάγος Ανάν" συνδέεται νοηματικά με το βαρύ χαρακτηρισμό του ΟΗΕ ως "εξευτελισμένου" που συνιστά καθαρά πολιτική τοποθέτηση με αρνητική αξιολόγηση των δράσεων του ΟΗΕ υπό τον Κ. Ανάν, ο οποίος ήταν γενικής γραμματέας αυτού κατά την πιο πάνω περίοδο και όχι γιατί ο τελευταίος ήταν έγχρωμος.
5) Στη σελίδα 1228, "Μέχρι τότε για μας οι Εβραίοι θα παραμείνουν θανάσιμοι εχθροί, ιδιότητα που μόνοι τους επέλεξαν με όλας τα συνεπείας αυτής της αποκλειστικής των επιλογής. Με. την ευκαιρίαν αυτήν προειδοποιούμεν:
1. Τους Εβραίους που κυκλοφορούν με Ελληνικά ονόματα δια να κρύπτουν την πραγματικήν καταγωγήν των. 2. Τους πράκτορας των Εβραίων, ιδίως δημοσιογράφους, πολιτικούς και τηλεπαρουσιαστάς, που εξυπηρετούν τον εβραιοσιωνισμό. 3. Τους οικονομικούς παράγοντας, που διακινούν το παρασιτικό εβραϊκό κεφάλαιο υπό μορφήν Α.Ε., "Τραστ", "Χόλντιν", "υπεράκτιων εταιρειών" κ.τ.λ. 4.Τους εβραιοϋποκινούμενους υπονομευτές της Ελληνικής Εθνικής Παιδείας και Εξωτερικής πολιτικής, που κατέχουν δημοσίας θέσεις και εξυπηρετούν τον εβραιοσιωνισμό, με την επιβολή στην παιδεία και την εξωτερικήν μας πολιτικήν φιλοεβραϊκών θέσεων. 5. Τα ΜΜΕ που δολιοφθείρουν τον Ελληνικόν τρόπον ζωής, τα ιερά της Φυλής και τας Εθνικός αξίας του Ελληνισμού, με την άσκησιν συστηματικής προπαγάνδας όλων των ειδών, με σκοπό την διάδοσι του εκφυλισμού και της παρακμής στην Εθνικήν Κοινωνίαν των Ελλήνων. Όλοι οι παραπάνω προειδοποιούνται δια πρώτην και τελευταίαν φοράν με μίαν φράσιν: Εξηντλήθη η υπομονή μας. Τα υπόλοιπα θα γίνουν όπως πρέπει. Κι' όταν κάνεις ό,τι πρέπει ας γίνη οτιδήποτε, καθώς έλεγε ο Ιω. Μεταξάς ". Τα παραπάνω εδάφια του επίμαχου βιβλίου του κατηγορουμένου, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο άποψη δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979,καθόσον δεν αναφέρεται σε όλους τους Εβραίους, αλλά τους αποκαλούμενους εβραιοσιωνιστές, οι οποίοι επιδιώκουν, σύμφωνα με τη προεκτεθείσα άποψη του συγγραφέα, την παγκόσμια κυριαρχία, στηριζόμενοι στις διδαχές του Ταλμούδ, τις συνωμοσίες και την προπαγάνδα, στην οποία εντάσσει και αυτή για το ολοκαύτωμα των Εβραίων, το οποίο, ας σημειωθεί, αμφισβητεί ποσοτικά, περιορίζοντας τον αριθμό των θυμάτων σε μερικές χίλιασες ατόμων, αντί του γενικά παραδεκτού αριθμού των θυμάτων που ανέρχεται σε εκατομμύρια. Επιπλέον στα εδάφια αυτά ο κατηγορούμενος προβαίνει σε επισημάνσεις, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του, για την επιρροή που ασκούν οι εβραιοσιωνιστές παγκοσμίως και στην Ελλάδα μέσω συγκεκριμένων διαύλων. (επικοινωνιακών, πολιτικών, οικονομικών κ.λπ.). Όσα λοιπόν αποδίδονται στους εβραιοσιωνιστές από τον κατηγορούμενο με το αμέσως παραπάνω απόσπασμα συνδέονται με τις συγκεκριμένες επιδιώξεις αυτών και τους τρόπους ευόδωσης τους και όχι μόνο λόγω της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής.
6) Στη σελίδα 269, "Κάθε Έλλην, κάθε άνθρωπος που γνωρίζει την υπονομευτική δράση του Εβραιοσιωνισμού πρέπει μόνος του, ως άτομο να κινητοποιηθεί εναντίον των Εβραίων. Αρχικώς απαιτείται να κάνη τα ακόλουθα: Όπου διαπιστώνετε Εβραϊκή επέμβαση να την αποτρέπετε με την καταγγελίαν της και μετά με όποια ενέργεια απαιτείται". Τα ανωτέρω δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, καθόσον ο συγγραφέας προτείνει μέτρα για την αντιμετώπιση του αποκαλούμενου εβραιοσιωνισμού και τις επιδιώξεις του, ως απάντηση στα μέσα που χρησιμοποιεί ο εβραιοσιωνισμός, τα μέτρα δε αυτά δεν μπορεί παρά να είναι νόμιμα, αφού προτάσσεται η καταγγελία και ακολουθεί η λήψη των μέτρων, δηλαδή προτείνεται να ακολουθηθούν νόμιμες διαδικασίες για την αντιμετώπιση του εβραιοσιωνισμού.
7) Στη σελίδα 511, "Υπάρχει Εβραϊκόν πρόβλημα στην Ευρώπην", το Εβραϊκόν πρόβλημα συνίσταται ακριβώς στο ότι μία εξωευρωπαϊκή φυλετική μειοψηφία συνωμοτεί εις βάρος των Ευρωπαϊκών Εθνών, τα οποία κατά θρησκευτικήν παρακαταθήκην θέλει να υποδουλώσει. Το πρόβλημα αυτό πρέπει να αντιμετωπισθή διότι αλλοιώς κινδυνεύει η Λευκή Φυλή. Αλλά λύση δεν βλέπω, παρά να φύγουν οι Εβραίοι από την Ευρώπην και να μεταβούν στην γη της επαγγελίας, όπου τους περιμένει "μέλι και γάλα", κατά τα συμπεφωνηθέντα μεταξύ Ιεχωβά και Εβραίων". Το απόσπασμα αυτό αναφέρεται στις επιδιώξεις (κατά τον συγγραφέα) του αποκαλούμενου εβραιοσιωνισμού, ο οποίος στηριζόμενος στα θρησκευτικά κείμενα των Εβραίων επιδιώκει την υποδούλωση των λοιπών λαών και γι' αυτό η μόνη λύση είναι η φυγή τους από την Ευρώπη και η μετάβασή τους στη γη της επαγγελίας, όπου τους περιμένει μέλι και γάλα, που "ερραντίσθηκαν με αίμα τράγων για το έγκυρον της συμφωνίας". Το τελευταίο είναι απόσπασμα από την προς Εβραίους επιστολή (9, 12, 19) του Αποστόλου Παύλου και το παραθέτει ο συγγραφέας προς ενίσχυση των ισχυρισμών του ότι οι Εβραίοι, για λόγους προστασίας των ευρωπαϊκών εθνών (για να μην τα υποδουλώσουν) πρέπει να φύγουν από την Ευρώπη. Το αμέσως παραπάνω απόσπασμα από το επίμαχο βιβλίο δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, γιατί αναφέρεται στον εβραιοσιωνισμό και στη θρησκευτική καταγωγή των Εβραίων και όχι σε λόγους αναγόμενους αποκλειστικά στη φυλετική και εθνική καταγωγή τους.
8) Στη σελίδα 266, "Και τώρα έφθασε η ώρα να δώσωμεν στον Εβραίο τον χαρακτηρισμόν που του αξίζει... Αυτός που βασανίζει τι είναι; Αυτός που πυροβολεί τι είναι; Αυτός που δολοφονεί γυναίκας ή αόπλους τι είναι ; Αυτός που βιάζει τι είναι; Αυτός που θέλει να μας πίη το αίμα τι είναι; Αυτός που τα κάνει όλα αυτά μαζί τι είναι; Είναι ο υπάνθρωπος Εβραίος!". Ο τελευταίος χαρακτηρισμός (υπάνθρωπος Εβραίος) αποτελεί την κατακλείδα της απαρίθμησης 80 περίπου σελίδων αγριοτήτων κατά των Παλαιστινίων από τους Ισραηλινούς, κατά τις μεταξύ τους πολεμικές συγκρούσεις, και αφορά αποκλειστικά τους Εβραίους που προβαίνουν στις ως άνω πράξεις (δολοφονίες αμάχων, βασανισμούς παιδιών, βιασμούς κ.λπ.) και όχι τους Εβραίους συλλήβδην και ως εκ τούτου τα ως άνω περιστατικά δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979. Με την ίδια έννοια χρησιμοποιείται και η φράση υπάνθρωπος τούρκος στη σελίδα 170 του βιβλίου αυτού.
9) Στη σελίδα 778, "Η μόνη οδός σωτηρίας των Εβραίων είναι να παύσουν να ονειρεύονται την παγκόσμιον κυριαρχίαν, να παύσουν να πιστεύουν ότι προορίζονται εκ Θεού να υποδουλώσουν όλα τα Έθνη του κόσμου και να ζήσουν όπως οι άλλοι λαοί. Αλλοιώς ο αφανισμός τους θα συμβεί ολοκληρωτικώς και δια παντός. Το πολύ - πολύ θα εναπομείνουν μερικαί χιλιάδες, που θα κόβουν τα πουλάκια τους και θα περιμένουν τον Ιεχωβά τους". Τα αμέσως παραπάνω δεν μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, καθόσον δεν προτρέπουν σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους, αλλά "ο ολοκληρωτικός αφανισμός των Εβραίων" αποτελεί το λογικό συμπέρασμα που εξάγεται από τον συγγραφέα, λόγω της, κατ' αυτόν, προσπάθειας των Εβραίων για παγκόσμια κυριαρχία και υποδούλωση των άλλων λαών και όχι για λόγους φυλετικής και εθνικής καταγωγής τους.
10) Στη σελίδα 1221, "...περισσότερο προκαλώ εσάς τους αναγνώστες μου να συζητήσετε δια το Ταλμούδ και την Εβραϊκή θρησκεία. Προκαλώ περισσότερο εσάς επειδή σεις είσθε τα θύματα. Ξυπνήστε, οι επίβουλοι Εβραίοι "σκάπτουν τον τάφον των Εθνών. Ξυπνήστε και ρίξατε τους μέσα, διότι τους αξίζει". Το παραπάνω απόσπασμα δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου 927/-1979, γιατί αναφέρεται στη θρησκευτική καταγωγή των Εβραίων και κυρίως γιατί αναφέρεται στις διδαχές του Ταλμούδ για παγκόσμια κυριαρχία των Εβραίων, η οποία κατά τον συγγραφέα πρέπει να αντιμετωπισθεί με επαγρύπνηση των λαών και ως εκ τούτου δεν συνιστά προτροπή και μάλιστα από πρόθεση σε πράξεις που μπορεί να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους.
11) Στη σελίδα 138-139, "Αλλά δεν φταίνε οι χαχαμίκοι. Φταίει ο πολιτισμένος κόσμος που ανέχεται τα διεθνή παράσιτα που λέγονται Ιουδαίοι... φθάνει η ώρα των αντιποίνων...". Το παραπάνω εδάφιο συνδέεται με πραγματικό γεγονός και μετά τη λέξη "Ιουδαίοι" στο βιβλίο ακολουθούν οι φράσεις, "Νομίζω μετά τα όσα διαπράττουν οι Εβραίοι εναντίον της θρησκείας και της πατρίδος μας, διότι πολύ ορθώς ετόνισε ο Πατριάρχης, "το πατριαρχείο είναι κομμάτι της Ελλάδος", φθάνει η ώρα των αντιποίνων. Πρέπει να τιμωρήσωμεν την αυθάδειάν τους. Σε κάθε περίπτωση η ατίμωσις των ιερών συμβόλων μας απαιτεί άμεσον τιμωρίαν των ενόχων. Ο κατηγορούμενος, αναφερόμενος στο πραγματικό γεγονός της κατάληψης του πατριαρχικού κτιρίου από Ισραηλινούς εποίκους (20 τον αριθμό) και τις πράξεις βίας κατά του Πατριάρχη Διόδωρου και ατίμωσης των ιερών συμβόλων το έτος 1990, για το οποίο εγκρίθηκε ψήφισμα καταδίκης αυτού από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ζητεί με εμφαντικό τρόπο τιμωρία, καθώς και αντίποινα σε βάρος των Εβραίων, όχι όμως λόγω της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής αλλά λόγω της προεκτεθείσας συμπεριφοράς τους έναντι του Πατριάρχη και των ιερών συμβόλων της χριστιανοσύνης και ως εκ τούτου δεν συντρέχει κατ' ουσίαν εφαρμογή του άρθρου 1 του νόμου 927/1979.
13)Στη σελίδα 600 "Στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ οι Εβραίοι με συκοφαντούν. Συγκεκριμένως κάποιος Ελληνοεβραίος ονόματι ... έγραψε μίαν διατριβήν την οποία υπέβαλε στο Διεθνές Κέντρο Μελέτης Αντισημιτισμού, ...του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ.... Ανεζητήσαμεν τον συκοφάντη Εβραίο, αλλά δεν τον εύρομεν, ούτε το κέντρον ... μας δίδει στοιχεία, έτσι αυτός ο συκοφάντης Εβραίος μένει ατιμώρητος προς το παρόν, νομικώς και αλλοιώς". Στο ως άνω απόσπασμα ο κατηγορούμενος αναφέρεται σε συκοφαντικό σε βάρος του δημοσίευμα στο ΙΝΤΕΚΝΕΤ, από συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο, όπως αναφέρει ο ίδιος, το αναζήτησε και δεν το βρήκε προκειμένου να τιμωρηθεί. Το απόσπασμα αυτό δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, γιατί αναφέρεται σε συμπεριφορά συγκεκριμένου προσώπου, για την οποία και κάνει μνεία για την τιμωρία του και όχι λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής του.
14)Στη σελίδα 583, "Το βιβλίον που τώρα διαβάζετε είναι μία απλή απόδειξις ότι εμείς δεν υπολογίζομεν τους Εβραίους. Τους καταφρονούμεν δια την ηθικήν των, δια την θρησκείαν των, δια τας πράξεις των, που όλα μαζί αποδεικνύουν ότι είναι υπάνθρωποι". Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω (στη με αριθμό 8 περίπτωση και τη σελίδα 266) ισχύουν και στην προκείμενη, αφού τα αμέσως παραπάνω αποτελούν το συμπέρασμα των όσων έχει προαναφέρει για τις πράξεις συγκεκριμένων Εβραίων (των Εβραιοσιωνιστών) οι οποίοι και μόνον χαρακτηρίζονται υπάνθρωποι και όχι όλοι γενικώς οι Εβραίοι λόγω της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής και μόνο. Το απόσπασμα αυτό δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου 927/1979.
15) Στη σελίδα 852, "Ο Χίτλερ κατηγορήθη για κάτι που αληθώς δεν συνέβη. Αργότερα η ιστορία της ανθρωπότητος θα τον κατηγορήσει διότι ενώ ηδύνατο να απαλλάξει την Ευρώπην από τους Εβραίους δεν το έκανε... Αγαπητοί μου κύριοι Εβραίοι, εγώ δεν σας ζητώ να υποστείτε, όσα τα ιερά σας βιβλία διδάσκουν να υποστώμεν εμείς, από εσάς... Είσθε εγκληματίαι, διότι αυτό εδίδαξε η θρησκεία σας. Είσθε δολοφόνοι, διότι από παιδιά εγαλουχηθήκατε στο έγκλημα. Επομένως εμείς οι άλλοι δικαιούμεθα να σας αντιμετωπίσωμεν Και θα το κάνωμεν". Και η περικοπή αυτή του επίμαχου βιβλίου δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 927/1979, καθόσον με αυτή δεν προτρέπει σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους αλλά για λόγους που σχετίζονται με αδικοπρακτικές συμπεριφορές των αποκαλούμενων εβραιοσιωνιστών, οι οποίοι ακολουθούν τις διδαχές του Ταλμούδ.
16)Στη σελίδα 95, "Δυστυχώς αυτάς τας ιστορικάς αληθείας τας έχουν απαγορεύσει (!!) να διδάσκονται στα Ελληνικά σχολεία, ως ... αντισημιτικαί. Οι γραικύλοι, οι Εθνοπροδόται. Διότι έτσι τους διατάσσει το "πονηρόν γένος". Οι υπεύθυνοι της παραποιήσεως της Ελληνικής ιστορίας και συνεπώς της πνευματικής τυφλώσεως του Ελληνικού Λαού πρέπει να κρεμασθούν κι αν αυτό δεν μπορέσει να το κάνει το κράτος θα ευρεθούν Έλληνες να εκτελέσουν τους προδότας". Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω περικοπή, αφού προηγουμένως αναφέρεται στο παράδειγμα του επισκόπου Τρίκκης Διονυσίου, ο οποίος επαναστάτησε κατά των Τούρκων αλλά συνελήφθη απ' αυτούς, μετά από προδοσία των Εβραίων και θανατώθηκε με βασανιστήρια, τονίζει τον κατ' αυτόν φιλοτουρκισμό των Εβραίων και την συνεπεία της προπαγάνδας των τελευταίων μη ανάδειξη γεγονότων όπως το προεκτεθέν. Η περικοπή αυτή δεν μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979 αφού αναφέρεται όχι στους Εβραίους αλλά στους Έλληνες, τους οποίους "έτσι τους έχει διατάξει το πονηρόν γένος", "να μην διδάσκωνται στα Ελληνικά σχολεία ως ... αντισημιτικαί" οι ιστορικές αλήθειες.
17)Στις σελίδες, 986, "Τέτοιας εκτάσεως ενότητα και κινητοποίησιν ουδέποτε εγνώρισε η Ευρώπη, ώστε ευλόγως και δικαίως, θα συμπεράνωμεν, ότι η ήττα του Ναζισμού σημαίνει ήττα της Ευρώπης ", 802, "Σταματώ την ιστορικήν αλήθειαν, η οποία διδάσκει την ηθικήν ανωτερότητα του εθνικοσοσιαλισμού" σελ. 803, "Ο εθνικοσοσιαλισμός είναι κοσμοθεωρία δια "κυρίους" όχι δια δούλους. Είναι υπερεχόντων ανθρώπων ... δεν μπορώ να ανέχομαι τους δολοφόνους, ληστάς, βιαστάς, καταπιεστάς, παράσιτα, διαφθορείς, υπονομευτάς της ελεεινής Εβραϊλας να συκοφαντούν τους υπέροχους εθνικοσοσιαλιστάς...", 447, "Ασφαλώς σιγά - σιγά αποκαθίσταται η αλήθεια, η προπαγάνδα υποχωρεί και θα ξημερώσει η ημέρα που θα κυματίσουν αι σημαίαι του Ναζισμού", 853, "Οι μεραρχίες των 88 μάχονται με απαράμιλλον ηρωϊσμόν", 869, "Η Λευκή Φυλή το 1945 υπέστη την μεγαλυτέραν καταστροφήν της ιστορίας της. Ο επικός στρατός της Χιτλερικής Γερμανίας δια την κυριαρχίαν των Αρίων ετελείωσεν δίχως Νίκην", 871, "ΧΑΪΝΡΙΧ ΧΙΜΜΛΕΡ (1900-1945): Ανώτατος Αρχηγός των 88...τα στοιχεία και τα επιχειρήματα επιβεβαιώνουν το ηψηλόν ήθος του Ανδρός, ο οποίος ενώ ηδύνατο αυθημερόν με μίαν διαταγήν του να θανάτωση όλους τους Εβραίους, αυτός προτίμησε να τους εκτόπιση από την Ευρώπην ώστε να απαλλάξη την Ήπειρον της Λευκής Φυλής από τους εξωευρωπαίους σημίτας... Τα SSμάλιστα, τα μάχιμα SS (Waffen SS) υπήρξαν οι ιππόται της συγχρόνου εποχής, ακατάβλητοι πολεμισταί εξ όλων των χωρών της Ευρώπης, οι οποίοι εθυσίασαν την ζωήν, στο ιδανικόν μιας Νέας Τάξεως, δια τους πολιτισμένους λαούς. Δυστυχώς δια την ανθρωπότητα ηττήθησαν... Πάντες υπήρξαν υποδείγματα πίστεως, πειθαρχίας και μαχητικότητας, υπέρ των ιδεωδών του Εθνικοσοσιαλισμού. Η παράστασίς των εξέφραζε το με-μεγαλείον του χαρακτήρος των, με συνέπεια στις τάξεις των SS να συγκαταλέγεται το εκλεκτότερον μέρος της Αρίας Φυλής...", 881, "ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ (1889-1945): Ο τραγικός ηγέτης του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ είναι ασφαλώς η εντυπωσιακότερα μορφή της νεωτέρας εποχής... Η ιστορία της ανθρωπότητος θα καταλογίση στον Αδόλφον Χίτλερ τα εξής: 1. Δεν απήλλαξε, ενώ ηδύνατο, την Ευρώπην από τους Εβραίους 2. Δεν εχρησιμοποίησε τα ειδικά χημικά όπλα, που μόνον η Γερμανία διέθετε δια να νικήση. Εξ αιτίας της ήττης της Γερμανίας τότε, κινδυνεύει η Λευκή Φυλή και η Ευρώπη τώρα...Θα έλθει ημέρα, κατά την οποίαν οι Ευρωπαίοι θα κυριαρχήσουν ή θα καταστραφούν. Και στας δύο περιπτώσεις θα αναγνωρίσουν ότι ο Χίτλερ είχε δίκαιον" και 885,"ΙΩΣΗΦ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ (1897 - 1945): Ένα από τα φωτεινότερα πνεύματα του αιώνος. Φιλόσοφος, αγωνιστής και βαθύς γνώστης της ψυχολογίας του πλήθους ενίκησε, σε όλα τα πεδία μάχης τον εβραιομπολσεβικισμόν και ηγήθη του ολοκληρωτικού πολέμου της πατρίδος του". Οι παραπάνω περικοπές απηχούν τις ακραίες πολιτικές αντιλήψεις του συγγραφέα, οι οποίες είναι φιλοναζιστικές και δεν μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, όπου δε σ' αυτές μνημονεύονται οι Εβραίοι αυτό δεν γίνεται εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους αλλά λόγω και των προαναφερθεισών αιτιών.
18) Στις σελίδες, 271, "4) Ουδείς αλλόφυλος αναλαμβάνει δημόσιον αξίωμα, ούτε διορίζεται στο κράτος, το οποίον είναι Ελληνικόν και μόνον. Το αυτό ισχύει και στα ΝΠΔΔ, 5) Οι μεικτοί γάμοι Ελλήνων ή Ελληνίδων με άτομα μη ανηκόντων στην Λευκήν Φυλήν αποτρέπονται, ...7) Η μετακίνησις και εγκατάστασις εν Ελλάδι ατόμων ανηκόντων στην Λευκήν Φυλήν είναι απολύτως ελευθέρα...9) Ουδείς αλλόφυλος ανακηρύσσεται Έλλην πολίτης, πλην των τιμητικών περιπτώσεων, ως ο νόμος ορίζει. Αλλόφυλλοι δι' άλλους λόγους αποκτήσαντες την Ελληνικήν υπηκοότητα την στερούνται αμέσως και εφόσον πληρούν τας προϋποθέσεις θεωρούνται Ελληνίζοντες" και 601, "Στο ερώτημα μπορεί εις Εβραίος να θεωρηθεί Έλλην; Απαντώ ευθέως: όχι. Διότι η φυλετική καταγωγή δεν αλλάζει με την διοικητικήν πράξιν της παροχής Ελληνικής υπηκοότητος, που είναι νομικόν γεγονός και όχι φυλετικόν και εθνολογικόν", Τα αμέσως παραπάνω δεν μπορούν να υπαχθούν στο πραγματικό του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, καθόσον τα ως άνω μέτρα που προτείνει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις πολιτικές του αντιλήψεις, δεν συνιστούν καθ' οιονδήποτε τρόπον προτροπή για πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους. Και 19) Στις σελίδες 872, "Θα δηλώσω με ειλικρίνεια και αλλού, ότι εάν οι Γερμανοί εθανάτωναν τους εβραιοσιωνιστάς εγώ - και πιστεύω δεν είμαι ο μόνος - δεν επρόκειτο να λυπηθώ. Οι εβραιοσιωνισταί είναι εγκληματίαι που προετοιμάζουν τον θάνατον μας.. Την εξαφάνισιν της Λευκής Φυλής την οποίαν τόσον μισούν, με φθόνον συμπιεσθέντα στο υποσυνείδητο των, επί αιώνας. Το ένστικτον αυτοσυντηρήσεως της Φυλής μας δεικνύει τον δρόμον του πολέμου, κατά του εβραιοσιωνισμού μέχρις εσχάτων...Οι Εβραίοι δεν επέτυχαν να κυριαρχήσουν στην Ευρώπην. Πάντως εδημιούργησαν παντού στην Ευρώπην το φυλετικόν πρόβλημα το οποίο οξύνουν με την βοήθειαν των πολιτικάντηδων, τηλεπαρουσιαστών, "καθηγητών", δημοσιογράφων και λοιπών γνωστών ή αγνώστων πρακτόρων τους. Τελικώς το μόνον που θα επιτύχουν είναι να ερεθίσουν τους Ευρωπαίους και να προκαλέσουν την αντίδρασίν των. Ενθυμηθήτε με. Αυτήν την φοράν δεν θα ευρεθούν καλοί Γερμανοί Ναζί, που θα μαζεύουν τους Εβραίους δια να τους στείλουν στην Μαδαγασκάρη, αλλ' Ιππόται της Λευκής Αποκαλύψεως. Τους φαντάζομαι να καλπάζουν με γυμνά ξίφη πάνω στα σταχτιά άτια του θανάτου" και στη σελίδα 1245- 1246, "Επανειλημμένως θα τονίσω ότι δεν επιτίθεμαι εναντίον των Εβραίων ως ατόμων, ως λαού, ως Έθνους, αλλ' εναντίον της θρησκείας των, επειδή αυτή διδάσκει ότι οι Εβραίοι συνεφώνησαν με το Θεό τους (Ιεχωβά) αυτοί να τον λατρεύουν κι' εκείνος να τους εξασφαλίσει την παγκόσμιον κυριαρχίαν και όλα τα Έθνη του κόσμου, να υποταγούν στους Εβραίους και να είναι δούλοι αυτών...Δεν γνωρίζω ούτε ένα Εβραίο που να μην πιστεύει το εξωφρενικόν, ότι οι Εβραίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωσα, με συμφωνία μαζί τους να τους καταστήσει κυρίαρχους εφ' όλων των Εθνών". Τα παραπάνω αποσπάσματα δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του νόμου 927/1979, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος μετά την επίκληση συγκεκριμένων περικοπών από το Ταλμούδ, περιστατικών και μνεία ιστορικών πηγών, οδηγείται στο σύμφωνα με τις πολιτικές του απόψεις συμπέρασμα, ότι οι εβραιοσιωνιστές επιδιώκουν την παγκόσμια κυριαρχία, με προπαγάνδα και συνωμοσίες κατά των λοιπών λαών και ως εκ τούτου όσα διατείνεται ως άνω δεν τα αναφέρει για να παρακινήσει σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής η εθνικής καταγωγής τους. Επιπλέον τονίζει ότι δεν επιτίθεται κατά των Εβραίων ως ατόμων, ως λαού, ως έθνους, αλλά γιατί η θρησκεία τους διδάσκει την επιβολή της κυριαρχίας τους επί των άλλων λαών.
Ως προς τη Β' πράξη :
1) Στη σελίδα 206, (κάτω από μια φωτογραφία παιδιών) "Μας έδειξαν αυτήν την φωτογραφίαν (πότε; πού; ποίοι ήσαν κλπ, άγνωστον, και μας είπαν Εβραιόπουλα εις στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Δεκτόν. Τα βλέπομεν τετράπαχα...". Η περικοπή αυτή δεν μπορεί να υπαχθεί στο πραγματικό του άρθρου 2
του νόμου 927/1979, καθόσον δεν συνιστά έκφραση προσβλητικών ιδεών κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους αλλά σχολιασμό της φωτογραφίας στην οποία απεικονίζονται παιδιά, σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τα οποία, κατά τον συγγραφέα, δεν φαίνονται ταλαιπωρημένα αλλά "τετράπαχα". Όσα αναφέρονται παραπάνω ισχύουν και για την περικοπή της σελίδας 1100, (γίνεται μνεία της φωτογραφίας της σελ. 1098) "Αυτά τα παιδιά είναι Εβραιόπουλα στο στρατόπεδο Άουσβιτς - 2 (Μπιρκενάου) φαίνονται καλοζωϊσμένα και φυσικά επέζησαν", με μόνη διαφορά ότι αντί του επιθέτου "τετράπαχος" έχει τεθεί το επίθετο "καλοζωϊσμένος".
2) Στις σελίδες, 702, "Οι Εβραίοι απαιτούν να σεβώμεθα τους ανύπαρκτους νεκρούς των. Εγώ προσωπικώς και υπαρκτοί να ήσαν, διατί να τους σεβαστώ;", 117, "Τι άλλο θέλετε να σας κάνουν οι Εβραίοι, δια να ξυπνήσετε επιτέλους. Το παραμύθι του Άουσβιτς σας συγκινεί και όχι αι σφαγαί των ομοεθνών μας;", 270, "Απελευθερωθείτε από την Εβραϊκήν προπαγάνδα που σας εξαπατά με τα ψεύδη περί στρατοπέδων συγκεντρώσεων, θαλάμων αερίων, "φούρνων", και τα άλλα παραμύθια του ψευτοολοκαυτώματος...", 685, "Τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, οι "φούρνοι", το "σαπούνι" και τα βασανιστήρια υπήρξαν και παραμένουν τα προσφιλή θέματα, τα οποία εκμεταλλεύεται η αντιναζιστική προπαγάνδα... Εκείνα τα έργα, όπως το "ολοκαύτωμα" σας συγκινούν και εντυπωσιάζεστε από τα δήθεν βασανιστήρια τα οποία δήθεν υπέστησαν οι Εβραίοι προ 60 ετών...", 1008, "Το ZYKLON Β που τόσον διεφήμισαν, ως το αέριον με το οποίο εθανατώνοντο οι Εβραίοι, στους ειδικούς θαλάμους αερίων (που δεν ανευρέθησαν) δεν ήτο παρά ένα δηλητηριώδες αέριον χρήσιμον δια τας απεντομώσεις των στρατοπέδων συγκεντρώσεων... όλα τα άλλα είναι παραμύθια προπαγάνδας", 1012, "Η Εβραϊκή πτωματολογία στην περίπτωση του Άουσβιτς απεδείχθη εξ αρχής ψευδεστάτη... Τα τέκνα του "εκλεκτού λαού" δεν κατόρθωσαν ακόμη να αρπάξουν τα αγαθά των Εθνών, ούτε επέτυχαν να κυριαρχήσουν στον κόσμον. Στο μέλλον ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί. Ξέρομεν όμως τι συνέβη στο παρελθόν, όπου είδαμε τον "εκλεκτόν λαόν" να τρέμη προ της Μαύρης Στολής των Ες- Ες με την αργυρά νεκροκεφαλή στο πηλίκιον. Είδαμε τον "εκλεκτό λαό" πειθήνιο, σιωπηλόν, φοβισμένον να εργάζεται στην Γερμανικήν βιομηχανία, από την οποία ζητεί τώρα αποζημιώσεις και τας οποίας ορθώς θα λάβει, όπως οι δούλοι, που δικαιούνται κάποιας αμοιβής δια την εργασίαν των, αλλά το χρήμα δεν ξεπλένει τον πενταετή εγκλωβισμόν του "εκλεκτού λαού" στα Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, όπου πολλοί δυστυχείς απώλεσαν την ζωήν των, περισσότεροι υπέφεραν και όλοι των εταπεινώθησαν μέχρις πλήρους εξευτελισμού των, διότι οι Γερμανοί δεν εσεβάσθησαν τας περί "εκλεκτού λαού" διαβεβαιώσεις της Π. Διαθήκης και των Ταλμούδ" και 558, "Ο Ναζί Ανώτατος Δικαστής Βάλτερ Μπουχ διεξήγαγε έρευνα δια τα επεισόδια της "νύκτας των κρυστάλλων" ...Αυτά βεβαίως η εβραϊκή προπαγάνδα τα αποκρύπτει. Απεναντίας μάλιστα κατηγορούν τα SS δια τα έκτροπα τα οποία προσωπικώς υπερεγκρίνω". Τα ως άνω αποσπάσματα του επίμαχου βιβλίου δεν συνιστούν έκφραση προσβλητικών ιδεών κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους και ως εκ τούτου δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 927/1979. Τούτο δε γιατί τα αποσπάσματα αυτά αφορούν κυρίως την εκ μέρους του κατηγορουμένου αμφισβήτηση ή και άρνηση του ολοκαυτώματος των Εβραίων. Το γεγονός αυτό, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνιστά στην Ελλάδα ποινικό αδίκημα, οι δε χρησιμοποιούμενες για την αμφισβήτηση αυτού εκφράσεις συνάδουν με το ύφος και τις εν γένει απόψεις του συγγραφέα. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε υπέρμετρο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και της διάδοσης των ιδεών και θα ποινικοποιούσε την άρνηση του ολοκαυτώματος. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν σέβεται τους νεκρούς των Εβραίων (σελ. 702) δεν μπορεί να θεωρηθεί έκφραση προσβλητικών ιδεών κατά των Εβραίων, όπως δεν αποτελεί τέτοια έκφραση, αλλά μόνο αμφισβήτηση του ολοκαυτώματος, η μνεία για, παραμύθι του Άουσβιτς (σελ. 117) τα ψεύδη για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως (σελ. 270), τα δήθεν βασανιστήρια των Εβραίων (σελ. 685), το ΖΥΚLΟΝ (σελ. 1008) και την Εβραϊκή πτωματολογία στην περίπτωση του Άουσβιτς (σελ. 1112). Επιπλέον, τα ως άνω αναφερόμενα ο κατηγορούμενος τα μνημονεύει για να καταδείξει την αντίφαση της συμπεριφοράς των Εβραίων, οι οποίοι μεγαλοποιούν και εκμεταλλεύονται οικονομικά και προπαγανδιστικά όσα οι ίδιοι υπέστησαν από τους Γερμανούς, ενώ αποσιωπούν τη βάναυση συμπεριφορά τους έναντι των Παλαιστινίων [φωτογραφία στη σελ. 1075 με το συρματόπλεγμα του Άουσβιτς, για να θυμίζει σ' ολόκληρο τον κόσμο τη ναζιστική θηριωδία της περιόδου 1939-1945 και φωτογραφία στη σελ. 1076, με ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα που τοποθέτησαν οι Εβραίοι στην Παλαιστίνη, με το οποίο φυλάκισαν ένα ολόκληρο λαό στην ίδια του την πατρίδα, γεγονός για το οποίο, κατά τον συγγραφέα η διεθνής κοινότητα σιωπά].
3) Στη σελίδα 626, "Διότι εμείς είμεθα ΕΛΛΗΝΕΣ δηλαδή ανωτέρα Φυλή και όχι άθλιοι σημίται". Το απόσπασμα αυτό του βιβλίου αποκομμένο από το λοιπό περιεχόμενο του βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει καταφρόνηση για τους Εβραίους, συνδεόμενο όμως με τα προηγούμενα και επόμενα αποσπάσματα αυτού προκύπτει ότι δεν αναφέρεται στους Εβραίους συλλήβδην αλλά στους αποκαλούμενους Εβραιοσιωνιστές, τους οποίους θεωρεί ότι αποτελούν πολιτικοθρησκευτικό συνωμοτικό κίνημα. Για την επίρρωση δεν των ισχυρισμών του αναφέρει περιστατικά ανθρώπων που μετέχουν του εβραιοσιωνισμού και ακολούθως άλλα (βιωματικά) περιστατικά Εβραίων οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με τον εβραιοσιωνισμό. Με το ανωτέρω απόσπασμα ο κατηγορούμενος δεν εκφράζει ιδέες προσβλητικές κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους και ως εκ τούτου αυτό δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 927/1979.
4) Στη σελίδα 481, "Προσωπικώς εις επίδειξιν θαρραλέας διαμαρτυρίας δηλώνω, πάλιν και πάλιν, ότι είμαι αντισημίτης καταφρονώ τους Εβραίους ..., που θεωρώ υπανθρώπους". Και στην περικοπή αυτή του βιβλίου δεν αναφέρεται σε όλους τους Εβραίους αλλά τους αποκαλούμενους Εβραιοσιωνιστές, όπως τούτο προκύπτει από το πλήρες ως άνω κείμενο, στο οποίο αναφέρεται (σελ. 481 - 482) "Ο αντισημιτισμός, όπως τονίζω, απαγορεύεται, έστω και αν λέγετε την αλήθειαν. Ο αντιρωσισμός, αντικινεζισμός, αντιγαλλισμός, αντιγερμανισμός και όλα τα αντί μπορείτε να τα λέγετε, εκτός του αντισημιτισμού, που απαγορεύεται. Προσωπικώς εις επίδειξιν θαρραλέας διαμαρτυρίας δηλώνω, πάλιν και πάλιν, ότι είμαι αντισημίτης, καταφρονώ τους Εβραίους, δια τους λόγους που έχω αναφέρει και ουδένα φοβούμαι, ιδίως δεν φοβούμαι τους εβραιοσιωνιστάς, που θεωρώ υπανθρώπους, δολοφόνους μικρών παιδιών και παγκοσμίους συνωμότας". Το ως άνω απόσπασμα δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 927/1979, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν εκφράζει προσβλητικές ιδέες κατά των Εβραίων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους αλλά μόνο κατά των αποκαλούμενων εβραιοσιωνιστών τους" οποίους θεωρεί συνωμότες και υπεύθυνους για τα εις το επίμαχο βιβλίο αναφερόμενα εγκλήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά κατά των Ελλήνων και των Παλαιστινίων, για τα οποία τους χαρακτηρίζει υπανθρώπους. Περαιτέρω και τα αναφερόμενα στη σελίδα 583, "Το βιβλίον μου, που τώρα διαβάζετε είναι μία απλή απόδειξις, ότι εμείς δεν υπολογίζομεν τους Εβραίους. Τους καταφρονούμεν δια την ηθικήν των, δια την θρησκείαν των, δια τας πράξεις των, που όλα μαζί αποδεικνύουν ότι είναι υπάνθρωποι". Και αυτό το απόσπασμα αναφέρεται στον εβραιοσιωνισμό και όχι σε όλους τους Εβραίους λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους, αφού αμέσως μετά το απόσπασμα αυτό αναφέρει ότι, "Για μας ο αντισημιτισμός δηλαδή η αντίθεσις προς τον εβραιοσιωνισμόν, είναι πολιτική, ιδεολογική και ηθική υποχρέωσις παντός σκεπτόμενου, πολιτισμένου και ανεξαρτήτου ανθρώπου".
5) Στη σελίδα 597, "Διότι Εβραίος (στο θρήσκευμα) και άνθρωπος είναι έννοιαι αντιφατικοί, δηλαδή η μία αποκλείει την άλλη". Η περικοπή αυτή δεν υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 2 του νόμου 927/1979, γιατί αφορά τη θρησκευτική καταγωγή των Εβραίων για την οποία δεν του είχε αποδοθεί κατηγορία και δεν είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως. Επιπλέον και αυτή η περικοπή συνδέεται με την αναφορά του κ. Λεβινά, ο οποίος, κατά τον κατηγορούμενο είναι Εβραίος ταλμουδιστής και κάποιες εργασίες του μεταφράσθηκαν και στην Ελληνικήν, όχι τα αποσπάσματα που αναφέρονται στους Χριστιανούς κ.λπ., αλλά η αναφορά για την υπεροχή του "Εβραϊκού ανθρώπου". 6) Στις σελίδες 266 και 852, "Και τώρα έφθασε η ώρα να δώσωμεν στον Εβραίο τον χαρακτηρισμόν που του αξίζει... Αυτός που βασανίζει τι είναι; Αυτός που πυροβολεί τι είναι; Αυτός που δολοφονεί αόπλους και γυναίκας τι είναι; Αυτός που βιάζει τι είναι; Αυτός που θέλει να μας πίη το αίμα τι είναι; Αυτός που τα κάνει όλα αυτά μαζί τι είναι; Είναι ο υπάνθρωπος Εβραίος (σελ. 266), "Είσθε εγκληματίαι, διότι αυτό εδίδαξε η θρησκεία σας. Είσθε δολοφόνοι, διότι από παιδιά εγαλουχηθήκατε στο έγκλημα. Επομένως εμείς οι άλλοι δικαιούμεθα να σας αντιμετωπίσωμεν. Και θα το κάνωμεν". Όπως προαναφέρθηκε (περ. 8) ο χαρακτηρισμός των Εβραίων ως υπανθρώπων γίνεται μετά την αναφορά, για 80 περίπου σελίδες, αγριοτήτων των Ισραηλινών κατά των Παλαιστινίων, στο μεταξύ τους πόλεμο και αφορά μόνον αυτούς τους Εβραίους και όχι τους Εβραίους συλλήβδην. Και το δεύτερο απόσπασμα αφορά τη συμπεριφορά των Ισραηλινών απέναντι τους Παλαιστίνιους, αφού πριν από τις λέξεις, "Είστε εγκληματίες" υπάρχει η φράση "Τώρα στην Παλαιστίνη δεικνύετε τον πραγματικόν εαυτόν σας". Οι παραπάνω περικοπές δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 927/1979, καθόσον όσα αναφέρονται ως άνω δεν αναφέρονται λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των Εβραίων αλλά λόγω της συμπεριφοράς τους απέναντι στους Παλαιστίνιους.
7) Στις σελίδες 218 και 223, "Την 2αν Νοεμβρίου 1917 η Αγγλία όπως γνωρίζομεν, εξέδωσε πολιτικήν ανακοίνωσιν (δήλωσιν Μπάλφουρ), δια της οποίας ιδρύθη Εβραϊκή Εθνική εστία στην Παλαιστίνην" (2Ι8) "Οι Εβραίοι λοιπόν, αμέσως μετά τη δήλωσιν Μπάλφουρ και μέχρι τώρα σκοτώνουν και μετακινούν Παλαιστινίους... Η όλη των εγκληματική συμπεριφορά δικαιολογεί τας πράξεις των Ναζί εναντίον των και κάτι περισσότερον. Τας δικαιώνει ".
(223). Τα αποσπάσματα αυτά δεν συνιστούν έκφραση προσβλητικών ιδεών σε βάρος προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους αλλά οξεία κριτική σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο για τις πράξεις των Εβραίων και ιδιαίτερα κατά των Παλαιστινίων. Και 8) Στις σελίδες 432,1221 και 1196,"Ο Ναζισμός λοιπόν γνωρίζων καλώς τα Εβραϊκά σχέδια απεφάσισε, όπως αλλού περιγράφω, να εκδιώξει τους Εβραίους από την Ευρώπην. Και έπραξεν κατά την γνώμην μου πολύ ορθώς" (432) "Συνεπώς κατηγορώ τους Γερμανούς Ναζί διότι δεν απάλλαξαν την Ευρώπην μας από τον εβραιοσιωνισμόν ενώ ηδύναντο να το πράξουν. Στο ερώτημα λοιπόν, αν ήτο σωστό που οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους Εβραίους, δια να τους μεταφέρουν στην Μαδαγασκάρη η απάντησις έρχεται μόνη της: Μέσα από όσα διδάσκουν και επιδιώκουν οι Εβραίοι, δεν ήταν σωστό αυτό που έκαναν οι Γερμανοί. Έπρεπε να τους έστελναν όχι στη Μαδαγασκάρη, αλλά στον Ιεχωβά τους να διαβάζουν μαζί όρθιοι το Ταλμούδ" (1221) και "Έχομεν λοιπόν μεταφοράν όχι θανάτωσιν. Μα είναι σωστόν να μεταφέρωνται άνθρωποι βιαίως; κ.τ.λ. Αν οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν, ότι προορίζονται εκ Θεού να κυριαρχήσουν εις ολόκληρον τον κόσμον και τα Έθνη να είναι υπόδουλα εις αυτούς, τότε η μεταφορά των, κατά την γνώμην μου δεν αρκεί" (1196). Τα ως άνω αποσπάσματα δεν υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του νόμου 927/1979, καθόσον όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει για την εκδίωξη των Εβραίων από την Ευρώπη τα μνημονεύει, επικαλούμενος ιστορικές πηγές και συγκεκριμένα περιστατικά, όχι λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των Εβραίων αλλά λόγω των πράξεων τους, οι οποίες, κατ' αυτόν, έχουν ως υπόβαθρο τις θρησκευτικές διδαχές του Ταλμούδ και των ιερών κειμένων τους. Απ' όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με το ως άνω βιβλίο και ειδικότερα τα αποσπάσματα που προαναφέρθηκαν, καταφέρεται κατά των αποκαλούμενων εβραιοσιωνιστών (ο πρόλογος του βιβλίου του αρχίζει με τη φράση "Στο βιβλίο αυτό διαπραγματεύομαι τον εβραιοσιωνισμό, που είναι πολιτικοθρησκευτικό συνωμοτικό κίνημα") με σφοδρότητα και οξύτητα όχι εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους αλλά κυρίως λόγω της, κατά την άποψη του συγγραφέα, που θεμελιώνεται σε ιστορικές πηγές και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν αμφισβητούνται βάσιμα, διαχρονικής επιδίωξης των ως άνω Εβραίων για παγκόσμια κυριαρχία, σύμφωνα με τις διδαχές του Ταλμούδ, εγκληματικής έναντι των Ελλήνων, των Παλαιστινίων αλλά και των άλλων λαών συμπεριφοράς τους και της προπαγάνδας και των συνωμοτικών μεθόδων που χρησιμοποιούν για την επίτευξη των σκοπών τους, κ.ά, και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων των άρθρων 1 και 2 του νόμου 927/1979. Οι οξείες εκφράσεις και οι βαρείς χαρακτηρισμοί κατά των αποκαλούμενων εβραιοσιωνιστών, που επαναλαμβάνονται πολλές φορές στο βιβλίο, εντάσσονται λογικά και νοηματικά στο ύφος και το περιεχόμενο του βιβλίου, που είναι καταγγελτικό και δικαιολογούνται από την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου - συγγραφέα για ελεύθερη έκφραση των στοχασμών του, με την συγγραφή του ως άνω βιβλίου, έκφανση του οποίου είναι και η δυνατότητα να αξιολογεί, κρίνει και ερμηνεύει τα ιστορικά γεγονότα και τα συνδεόμενα με αυτά πρόσωπα, σύμφωνα με τις πολιτικοϊδεολογικές του απόψεις. Η παραδοχή της αντίθετης άποψης θα οδηγούσε, πλήθος βιβλίων στην "πυρά" και τους συγγραφείς τους συνεχώς ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων αφού οι διατυπούμενες σε σωρεία βιβλίων απόψεις για ιστορικά και άλλα γεγονότα, συνδεόμενα με συγκεκριμένους λαούς εμπεριέχουν οξύτατες εκφράσεις και βαρύτατους χαρακτηρισμούς γι' αυτούς. Επιπλέον των ανωτέρω, από το όλο περιεχόμενο του βιβλίου προκύπτει ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του δόλου για την τέλεση των ως άνω πράξεων που του αποδίδονται, αφού σ' αυτό επισημαίνεται από την αρχή μέχρι το τέλος ότι στο επίμαχο βιβλίο "διαπραγματεύεται τον εβραιοσιωνισμό" και δηλώνει ότι, δεν μισεί τους Εβραίους δεν επιτίθεται εναντίον των εβραίων ως ατόμων, ως λαού, ως φυλής, ως έθνους (1245) και επαινεί τη συμπεριφορά των Εβραίων που δεν ανήκουν στον εβραιοσιωνισμό (το παράδειγμα του Μ. Φριζή και άλλων απλών Εβραίων τους οποίους ο ίδιος έχει γνωρίσει)". Κατά της αποφάσεως αυτής προβάλλονται με την παραδεκτώς φερόμενη ενώπιον της πλήρους Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου υπέρ του νόμου αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναιρετικές, αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ' και ε' ΚΠοινΔ, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια. Ειδικότερα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά όμως προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ λόγο, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής αποφάσεως να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή σε αντιδιαστολή με την αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, η Ελλάδα με την επικύρωση, με το Ν.Δ. 494/1970, της υπογραφείσης στις 7 Μαρτίου 1966 Διεθνούς Συμβάσεως περί καταργήσεως κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων, ανέλαβε την υποχρέωση όπως, αφενός μεν καταδικάσει κάθε φυλετική διάκριση, αφετέρου δε προβεί στη λήψη και εφαρμογή μέτρων, τα οποία απαιτούνται για την πραγματοποίηση των επιδιωκομένων με των ως άνω Σύμβαση σκοπών για την καταπολέμηση ενεργειών που αποσκοπούν στη διάδοση ιδεών ή θεωριών περί ανωτερότητας μιας φυλής ή ομάδας προσώπων ενός χρώματος ή που προκαλούν φυλετικό μίσος και διακρίσεις, καθώς και την εξάλειψη κάθε φυλετικής διάκρισης, όπως, διαλαμβάνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου 927/1979 της 22/28 Ιουνίου 1979 (ΦΕΚ Α' 139) "περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις" και με τα άρθρα 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: 1. Όστις δημοσίως, είτε προφορικώς, είτε δια του τύπου ή δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου εκ προθέσεως προτρέπει εις πράξεις ή ενεργείας δυναμένας να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βίαν κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των [με το άρθρο 24 του ν. 1419/1984 προστέθηκε και το θρήσκευμα] τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι δύο ετών ή με χρηματικήν ποινήν ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων.
Άρθρο 2'Οστις δημοσίως, είτε προφορικώς είτε δια του τύπου ή δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου, εκφράζει ιδέας προσβλητικάς κατά προσώπου ή ομάδος προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των [και θρησκευτικής με το άρθρο 24 του ν. 1419/1984] τιμωρείται με φυλάκισιν μέχρι ενός έτους ή με χρηματικήν ποινήν και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων. Εξάλλου, ενώ αρχικά απαιτείτο έγκληση για την άσκηση ποινικής διώξης για τα εγκλήματα του νόμου 927/1979, στη συνέχεια, με το άρθρο 72 του νόμου 2910/2001, καταργήθηκε το άρθρο 4 του νόμου 927/1979 που προέβλεπε την υποβολή έγκλησης για τη δίωξη των εγκλημάτων αυτών. Με τις διατάξεις αυτές προβλέπονται, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία πεδίο εφαρμογής αυτών, τα τιμωρούμενα σε βαθμό πλημμελήματος εγκλήματα (α) της δημόσιας προκλήσεως σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος και βία κατά προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής του καταγωγής (άρθρο 1 παρ. 1) και (β) της δημόσιας έκφρασης προσβλητικών ιδεών κατά προσώπων λόγω της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής (άρθρο 2). Ως εθνική καταγωγή νοείται η εθνικότητα, η καταγωγή δηλαδή του ατόμου από κάποιο έθνος, το οποίο είναι σύνολο ανθρώπων που συνδέονται πνευματικά και ψυχολογικά μεταξύ τους, με κοινό ιστορικό παρελθόν, κοινά στοιχεία πλουτισμού και κοινά ιδεώδη και έχουν επί το πλείστον κοινή γλώσσα και ως φυλετική η καταγωγή ατόμου από κάποια φυλή του ανθρώπινου γένους, ως μία από τις υποδιαιρέσεις αυτού, με κυριότερα διακριτικά γνωρίσματα το χρώμα του δέρματος, τις τρίχες της κόμης και το σχήμα του κρανίου. Η αντικειμενική υπόσταση του με στοιχ. (α) εγκλήματος πληρώνεται όταν κάποιος προτρέπει άλλον ή άλλους σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία εναντίον προσώπων εξαιτίας και μόνον της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής. Η "προτροπή" αυτή πρέπει να είναι δημόσια, με την έννοια ότι μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει οποιονδήποτε δέκτη, ανεξαιρέτως αν τελείται σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο, με δημόσιο ή ιδιωτικό μέσο, όπως είναι ο έντυπος τύπος. Δεν συνιστά "προτροπή" η απλή έκφραση γνώμης επιστημονικής κριτικής, έστω και δυσάρεστης ή επικριτικής για τα μέλη μίας φυλής ή εθνικότητας. Η "προτροπή", ενέχει παρότρυνση, παρόρμηση, διέγερση, ενθάρρυνση και παρακίνηση για την τέλεση πράξεων ή ενέργειας, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αποβλέπει δι' αυτής το υποκείμενο της προτροπής στην αποδοχή και μόνον των απόψεών του. Οι πράξεις και ενέργειες, στις οποίες προτρέπει το υποκείμενο του εγκλήματος, πρέπει να είναι ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν "διακρίσεις, μίσος ή βία", χωρίς να απαιτείται και να προκληθούν. Το αποτέλεσμα της προσφόρου προκλήσεως "διακρίσεων, μίσους ή βίας" πρέπει να έχει ως μοναδική αιτία και λόγο και να συνδέσει αποκλειστικά με τη φυλετική ή εθνική καταγωγή των προσώπων που αποτελούν το αντικείμενο του εγκλήματος. Τέλος, η αντικειμενική υπόσταση του με στοιχ. (β) εγκλήματος πληρούται με μόνη τη δημόσια έκφραση και εκφορών ιδεών για πρόσωπα, που έχουν ως λόγο και συνδέονται με τη φυλετική ή εθνική καταγωγή τους και είναι παράλληλα προσβλητικές. Αμφότερες οι αξιόποινες πράξεις τελούνται από δόλο (ΠΚ 26 παρ. 1), υποκειμενική υπόσταση η οποία πληρούται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως. Οι διατάξεις του ν. 927/1979 πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά και αυστηρά, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 10 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., με τις οποίες κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης των στοχασμών του ατόμου (προφορικά, γραπτά και δια του τύπου) καθώς και η ελευθερία της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, που αποτελούν εκφάνσεις της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική ζωή της Χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος). Στο πλαίσιο προστασίας των ως άνω συνταγματικών δικαιωμάτων περιλαμβάνεται τόσο η ελευθερία του επιστήμονα (ιστορικού) να συγγράψει και να κυκλοφορήσει έργο στο οποίο θα καταγράφει, ερμηνεύει και αξιολογεί ιστορικά γεγονότα, όσο και το δικαίωμα κάθε πολίτη στην απρόσκοπτη και ελεύθερη πληροφόρηση, μέσω και γραπτών κειμένων, για τα ιστορικά γεγονότα, καθώς και την αξιολόγηση αυτών από τον συγγραφέα. Ο ιστορικός στα πλαίσια άσκησης των ως άνω συνταγματικών δικαιωμάτων του δικαιούται να ερμηνεύει και να αξιολογεί τα ιστορικά γεγονότα και τις πράξεις προσώπων που συμμετείχαν στη διαμόρφωση των γεγονότων αυτών, κατά τρόπο υποκειμενικό και σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του και τις εν γένει πολιτικές και κοινωνικές του αντιλήψεις, καταφεύγοντας και σε οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των ιστορικών προσώπων και των πράξεών τους, υπό τους περιορισμούς όμως που θέτουν τα άρθρα 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και τα συναφή άρθρα των ποινικών εν γένει νόμων. Η άσκηση των συνταγματικών αυτών δικαιωμάτων πρέπει να κρίνεται σε συνδυασμό με την απορρέουσα από τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 2 πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας για σεβασμό και προστασία της αξίας του ατόμου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η φυλετική και εθνική καταγωγή του, στην οποία και ανταποκρίθηκε με τον ν. 927/1979, και προεχόντως, με την επικύρωση, ως μέλος της διεθνούς κοινότητας, με το ν.δ. 494/1970 της υπογραφείσης στις 7-3-1966 Διεθνούς Συμβάσεως - Πρόσφορα κριτήρια της αξιολογήσεως αυτής αποτελούν, εκτός των άλλων, η προσφορότητα και αναγκαιότητα των σχετικών με ιστορικά πρόσωπα αναφορών του συγγραφέα, η προηγούμενη επιμελής έρευνα των ιστορικών πηγών, η διασταύρωση και ο έλεγχος της αξιοπιστίας αυτών, η συνάφεια των πράξεων που αποδίδονται από τον συγγραφέα σε ιστορικά πρόσωπα με τα ιστορικά γεγονότα που αποτελούν αντικείμενο της έρευνάς του και η απαραίτητη για την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων της ερευνώμενης περιόδου κριτική των ιστορικών προσώπων, η οποία πρέπει να μην είναι προσχηματική και να μην εκφεύγει από τα επιστημονικά πλαίσια. Κατά τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η απαλλακτική για τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις κρίση του δικαστηρίου της ουσίας οικοδομείται και θεμελιώνεται στην περί πραγμάτων κυρίαρχη παραδοχή του ότι "δεν καταφέρεται συλλήβδην κατά των Εβραίων, αλλά κατά των εβραιωνιστών", οι οποίοι προφανές είναι ότι δεν αποτελούν ομάδα προσώπων που εντάσσεται στην έννοια της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια. Κατά την γνώμη που επικράτησε για την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του αυτή διαλαμβάνει πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες, αξιολογώντας κατά περίπτωση τις αποσπασματικές και χωρίς νοηματική και λογική ακολουθία αναφορές του κατηγορητηρίου με τα προηγούμενα και επόμενα εδάφια, από την εκτίμηση των οποίων καταλήγει παράλληλα ότι δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προτρέψει τον αναγνώστη σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά των Εβραίων, ή να εκφράσει προσβλητικές κατά των Εβραίων ιδέες εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής τους, στηλιτεύοντας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως πάντοτε, συγκεκριμένα αναφερόμενες πράξεις των Εβραιοσιωνιστών ή ότι συνδέονται με την θρησκεία τους, η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των αποδιδόμενων στο κατηγορητήριο αξιόποινων πράξεων. Οι πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζουν ασφαλώς την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν πληρούται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αξιοποίνων πραγμάτων και δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 927/1979 απαλλακτική κατ' ουσίαν κρίση του, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. δ' και ε' ΚΠοινΔ αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Κατά τη γνώμη, όμως, των Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη και Αρεοπαγιτών Χαραλάμπους Παπαηλιού, Ιωάννη Σίδερη, Γεωργίου Αδαμόπουλου, Γεωργίου Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλου και Ανδρέα Ξένου, τα ανωτέρω αποσπάσματα του βιβλίου του κατηγορουμένου, που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα, αναφέρονται αδιακρίτως κατά των Εβραίων, διακρίνονται από εμπάθεια και φανατισμό και εμπεριέχουν αφενός δημόσια πρόκληση σε πράξεις που μπορούν να προκαλέσουν εναντίον των Εβραίων, εκ μόνου του λόγου της εθνικής καταγωγής των, διακρίσεις, μίσος ή βία και αφετέρου προσβλητικές της τιμής και της υπολήψεώς των ιδέες, λόγω της εθνικής και μόνο καταγωγής των, αφού εμφανίζουν αυτούς, συλλήβδην, ως ραδιούργους, δολοφόνους και υπανθρώπους. Παρά ταύτα το Εφετείο δέχεται, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι τα ανωτέρω περιστατικά αναφέρονται αποκλειστικά σε ορισμένη ομάδα Εβραίων, των εβραιοσιωνιστών, εξ αιτίας συγκεκριμένων πράξεων τους που αναφέρει ο κατηγορούμενος στο βιβλίο του, κατά των οποίων και μόνο δέχεται ότι κατευθυνόταν ο δόλος του κατηγορουμένου και όχι εναντίον της ολότητας των Εβραίων, εκτιμώντας προς τούτο και τις δηλώσεις του κατηγορουμένου σε ορισμένα σημεία του βιβλίου του ότι δεν μισεί τους Εβραίους ως λαό, αλλά αντιμετωπίζει τον εβραιοσιωνισμό ως πολιτικοθρησκευτικό συνωμοτικό κίνημα, καθώς και ότι δεν τον απασχολούν οι Εβραίοι αορίστως ως άτομα, λαός, φυλή ή έθνος, αλλά επιτίθεται κατά της θρησκείας τους και του εβραϊσμού ως εγκληματικής πολιτικοθρησκευτικής πίστης (εβραιοσιωνισμού). Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής και ελλιπής, διότι το Εφετείο δεν δικαιολογεί τη σύνδεση των εκφερομένων με τα αποσπάσματα νοημάτων του κατηγορουμένου με συγκεκριμένες πράξεις των εβραιοσιωνιστών και δεν εξηγεί τον λόγο για τον οποίο, αν και τα εν λόγω αποσπάσματα αναφέρονται αδιακρίτως σε όλους τους Εβραίους, εκτιμά ότι αυτά αναφέρονται μόνο σε ορισμένη ομάδα Εβραίων, των εβραιοσιωνιστών. Ειδικότερα, δεν αιτιολογεί το Εφετείο αν και γιατί οι ανωτέρω επανειλημμένες και έντονα επιθετικές κατά της ολότητας των Εβραίων αναφορές ήταν αντικειμενικά και κατά την πρόθεση του κατηγορουμένου αναγκαίες για να καυτηριάσει ο κατηγορούμενος συγκεκριμένες πράξεις των εβραιοσιωνιστών και γιατί δεν μπορούσε αυτός να περιορίσει μόνο στους τελευταίους τους ανωτέρω προσβλητικούς χαρακτηρισμούς, αν όντως ήθελε να ασκήσει μόνο κατ' αυτών κριτική για συγκεκριμένες πράξεις τους, έστω οξεία και δριμεία, και δεν ερεύνησε μήπως την κριτική κατά του εβραιοσιωνισμού χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος ως πρόσχημα και άλλοθι για την επίθεση του κατά της ολότητας των Εβραίων, θέλοντας να ταυτίσει στη συνείδηση του αναγνώστη τις έννοιες Εβραίος και εβραιοσιωνισμός. Υιοθέτησε έτσι χωρίς αιτιολογία τη δήλωση του κατηγορουμένου ότι με το βιβλίο του επιτίθεται μόνο κατά των εβραιοσιωνιστών και όχι κατά της ολότητας των Εβραίων, δήλωση που είναι φανερό ότι έγινε, επειδή και ο ίδιος ο συγγραφέας γνώριζε ότι οι ανωτέρω αναφορές του αδιακρίτως κατά των Εβραίων στοιχειοθετούν αντικειμενικά τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 927/1979, θέλοντας εκ προοιμίου να προβάλει επιχείρημα περί μη συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου. Οι ανωτέρω ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής από το Εφετείο των παραπάνω διατάξεων και έπρεπε να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ και να αναιρεθεί υπέρ του νόμου η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά την γνώμη των Αρεοπαγιτών Βαρβάρας Κριτσωτάκη, Γεωργίας Λαλούση, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, για τους λόγους που αναφέρονται στη γνώμη της προηγούμενης μειοψηφίας και αφορούν την παράβαση του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 927/1979, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ και να αναιρεθεί υπέρ του νόμου η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε συνέπεια με τις παραδοχές τής, κατά πλειοψηφία, διαμορφωθείσης γνώμης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπέρ του νόμου 34/1-7-2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 913/27-3-2009 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
3) Αριθ. 3 - Πλήρης Ολομέλεια - Υπέρ του νόμου - (Λεοντής) - Απαλλακτική απόφαση του Εφετείου, για προτροπή σε πράξεις δυνάμενες να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία, σε βάρος προσώπου εκ της φυλετικής του καταγωγής και έκφραση ιδεών προσβλητικών για πρόσωπο, εκ της φυλετικής του διακρίσεως (άρθρα 1 παρ. 1 και 2 του ν. 927/1979) - (σε βάρος του Κ. Πλεύρη εκ της κυκλοφορίας αντισιμητικού βιβλίου του) και απόρριψη του λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπέρ του νόμου, για ελλιπή αιτιολογία, ως αβάσιμου, ενώ κατά τη μειοψηφία δώδεκα μελών, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος.
|
Προτροπή σε φυλετικές διακρίσεις
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση υπέρ του νόμου, Προτροπή σε φυλετικές διακρίσεις.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστομένη Τζανετή, περί αναιρέσεως της 1207/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 605/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κώδικα, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου ΓΠΛΔ/1911 "πας εργοδότης και πας διευθυντής, ιδιοκτήτης, τεχνίτης, εργάτης ή εργάτρια επιχειρήσεως ή επαγγέλματος, παραβαίνων τας διατάξεις του ν. ΓΠΛΔ' και των προς εφαρμογή αυτού Β.Δ. και ειδικών κανονισμών, τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής αυστηρότερων διατάξεων τού Π.Ν. διά χρηματικής ποινής 300 μέχρι 3.000 δρχ. και φυλάκιση μέχρις εξ μηνών", κατά δε το άρθρο 1 του ίδιου Νόμου "οι βιομήχανοι, βιοτέχναι, έμποροι και παντός είδους επιχειρηματίαι και εργοδόται, ή διευθυνταί ή διαχειρισταί εταιρικών επιχειρήσεων, ναυπηγείων, χημικών εργαστηρίων, αποθηκών, εργασιών φορτώσεως και εκφορτώσεως, υπαιθρίων εργασιών κατασκευής και επισκευής οιωνδήποτε έργων, θεάτρων και εγκαταστάσεων παντός είδους δημοσίων θεαμάτων, γραφείων δημοσίων και ιδιωτικών, υποχρεούνται να διευθετώσι και διατηρώσι τα εργοστάσια, εργαστήρια και καταστήματα αυτών, ως και τα εν αυτοίς μηχανήματα, εργαλεία και εξαρτήματα αυτών εις τρόπον εξασφαλίζοντα τους παρ' αυτοίς εργαζομένους και τους περιοίκους κατά κινδύνων της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητος, εφ' όσον η φύσις της επιχειρήσεως επιτρέπει. Ιδίως δε όπως λαμβάνηται παρ' αυτών μέριμνα: α)...., β)...., γ)...., δ...., ε) Τα μηχανήματα παντός είδους, οι τροχοί, αι τροχαλίαι και οι ιμάντες, οι μεταδίδοντες την κινητήριον δύναμιν, να είναι εγκατεστημένα και λειτουργούσιν υπό τους καλυτέρους δυνατούς όρους, οίτινες εξασφαλίζουσι τους εργάτας κατά κινδύνων ζωής ή σωματικής ακεραιότητος...". Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος που τον εκπροσώπησε στη δίκη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσε γραπτώς, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελή ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο, έπρεπε κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα και κατ' ακολουθία να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρο 31 παρ. 1 περ. β' του Νόμου 3346/2005. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "...ο κατηγορούμενος X1 λόγω τής ιδιότητας του ως υποδιευθυντής τού καταστήματος ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ, που βρίσκεται στον ..., είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 τού Ν. ΓΠΛΔ, να διατηρεί σε καλή κατάσταση τον εξοπλισμό εργασίας τών εργαζομένων τού καταστήματος, προβαίνοντας σε έλεγχο της κατάστασης αυτού (εξοπλισμού εργασίας) κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να διαπιστώνει αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες ασφάλειας των εκεί εργαζομένων, αλλά και να εξασφαλίζει την τήρηση των οδηγιών ασφαλείας των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα. Παρά όμως την ως άνω νομική του υποχρέωση, δεν φρόντισε να ελέγξει αν οι φορητές σκάλες, που χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενοι στο κατάστημα και πιο συγκεκριμένα αν οι ιμάντες ασφαλείας αυτών ήταν σε καλή κατάσταση ή ήταν φθαρμένοι, προκειμένου στην τελευταία περίπτωση να τους αντικαταστήσει, ούτε φρόντισε να εξασφαλιστεί η τήρηση των οδηγιών ασφαλείας των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα και ιδίως τού παραρτήματος των οδηγιών αυτών, που αναφέρεται στα μέτρα Υγιεινής στο χώρο εργασίας και ειδικότερα στην ασφαλή χρήση των σπαστών μεταλλικών σκαλών φόρτωσης των υψηλών ζωνών, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι θα πρέπει απαραίτητα να ελέγχεται η άψογη κατάσταση τών σκαλών πριν από κάθε χρήση, να τοποθετούνται αυτές με ασφάλεια σε επίπεδο έδαφος και να ασφαλίζονται (τέντωμα ιμάντων ασφάλιση πίρων κ.ά.), κατά δε τη χρήση τους να αποφεύγεται τυχόν κίνδυνος μετατόπισης τού κέντρου βάρους κλπ). Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών τού κατηγορουμένου ήταν την 16.2.2000 και περί ώρα 11.00 π.μ. ο υπάλληλος τού ως άνω καταστήματος, ... να χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση εργασίας (τοποθέτηση προϊόντων σε υψηλά ράφια) μία φορητή μεταλλική σκάλα με φθαρμένες συνδέσεις (ιμάντες ασφαλείας), οι οποίες έσπασαν και η φορητή σκάλα κατέρρευσε και έπεσε επί της παθούσης Ψ1, η οποία εκείνη τη στιγμή στέκονταν παραπλεύρως και τοποθετούσε σε ράφια προϊόντα της επιχείρησης Ε1, όπου εργαζόταν. Στο πολυκατάστημα ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ, η παθούσα είχε μεταβεί, κατόπιν εντολής τού εργοδότη της Ε1, για να τοποθετήσει προϊόντα τής επιχείρησης του. Συνέπεια αυτού, δηλαδή της πτώσης τής φορητής μεταλλικής σκάλας επί τής παθούσης, ήταν η παθούσα να υποστεί κακώσεις ωμοπλάτης, ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου πρώτης μετακαρποφαλαγγικής αριστερού αντίχειρα και επώδυνο νευρίνωμα δακτυλικού νεύρου. Η σωματική αυτή βλάβη τής παθούσης οφείλονταν, κατά τα ως άνω, σε αμέλεια τού κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και παρά την νομική του υποχρέωση λόγω τής προαναφερόμενης ιδιότητας του δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, μη προβλέποντας το εκ τών παραλείψεων αυτών επελθόν ως άνω αποτέλεσμα. Οι παραπάνω σωματικές κακώσεις προκύπτουν κυρίως από την ανωμοτί κατάθεση της παθούσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις από ... και ... ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών του ΚΑΤ ... και του ΙΚΑ ... αντίστοιχα και το με αριθμ. ... πιστοποιητικό του Νοσοκομείου .... Το ότι στην από .... ιατρική βεβαίωση του ..., που εκδόθηκε από το τμήμα επειγόντων, μετά εξέταση της παθούσης την ίδια ημέρα του ατυχήματος, αναφέρεται ότι αυτή ευρέθη πάσχουσα εκ κακώσεων αριστερού ώμου, αγκώνα και πηχεοκαρπικής" και ότι "ο ακτινολογικός έλεγχος ήταν αρνητικός για κατάγματα" δεν σημαίνει και ότι η παθούσα δεν υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές κακώσεις ή ότι αυτές δεν σχετίζονται με τα τραύματα που αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω ιατρική βεβαίωση, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Αντίθετα, από τις προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις (από ... και ... ιατρικές γνωματεύσεις και ... πιστοποιητικό του Νοσοκομείου) σε συνδυασμό και με την κατάθεση της παθούσης στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο αβίαστα προκύπτει ότι το μέγεθος της σωματικής βλάβης αυτής διαπιστώθηκε μεταγενέστερα μετά από επισταμένο ιατρικό έλεγχο. Εξ άλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου πρώτης μεταφαλαγγικής αριστερού αντίχειρα και το νευρίνωμα δακτυλικού νεύρου που υπέστη η παθούσα και διαπιστώθηκαν από ιατρούς οφείλονταν σε άλλη αιτία.
Συνεπώς, η σωματική βλάβη που υπέστη η παθούσα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί όλως ελαφρά, όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος, γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που έχει εκτεθεί παραπάνω στη νομική σκέψη, αφού με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, η οποία πηγάζει από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου ΓΠΛΔ/1911, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ίδιου νόμου και στους προς εφαρμογή αυτού ειδικούς κανονισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα από το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπηθέντα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από έτους 2000 "οδηγίες για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων του καταστήματος ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ" και "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV - Κατάλογος μηνιαίων ελέγχων για την ασφάλεια των εργαζομένων του καταστήματος "ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ" στα οποία το ως άνω άρθρο 3 παραπέμπει και τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, απάντησε δε με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, οι δε προβαλλόμενες αιτιάσεις με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, που αναφέρονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, καθώς επίσης και οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο από την αυτήν ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος για τη λήψη των παραπάνω αναφερόμενων μέτρων ασφαλείας διότι ο ως άνω επικαλούμενος κανών του άρθρου 3 του Νόμου ΓΠΛΔ/1911 περιέχει κυρωτική και όχι ουσιαστική ποινική διάταξη, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού το ως άνω άρθρο σαφώς αναφέρεται στις ως άνω υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος.
Τέλος και η αιτίαση που προβάλλεται με τον τρίτο και τελευταίο από την αυτήν ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων ότι ελλείπει αιτιολογία ως προς τη συνδρομή τού αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, και της δυνατότητας προβλέψεως του επελθόντος αποτελέσματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, ο δε αναιρεσείων να καταδικασθεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Μαρτίου 2008 αίτηση του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της 1207/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέσθηκε από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρεται η διάταξη που επιβάλλει στον αναιρεσείοντα ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Απορρίπτεται η αίτηση διότι η απόφαση αναφέρεται στην ως άνω διάταξη. Οι αιτιάσεις που πλήττουν την απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 2
|
Αριθμός 3/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο, κωλυομένου του Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, ως ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αντιπρόεδρος, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Αντώνιο Αθηναίο, Νικόλαο Κωσταντόπουλο- Εισηγητή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Σαράντη Δρινέα, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της Σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε), που εδρεύει στην ..., λειτουργεί ως δημόσια κοινωνικοποιημένη επιχείρηση και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Άγγελος Κουρτζής με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του καθού η κλήση - αναιρεσιβλήτου : Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον προϊστάμενο της κτηματικής υπηρεσίας Ν. Πιερίας, κάτοικο Κατερίνης, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια Νομικός Σύμβουλος του Κράτους Στυλιανή Χαριτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.10.2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 400/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον- καλούν με την από 25.09.2006 αίτησή του.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1643/2008 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε το μοναδικό λόγο αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 02.12.2008 κλήση του καλούντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ανέπτυξε προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς της και ζήτησε την απόρριψη του παραπεμφθέντος λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στην παραπάνω πληρεξούσια, η οποία αναφέρθηκε σε όσα προηγουμένως είχε αναπτύξει.
Κατά την 19.11. 2009, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι: Μίμης Γραμματικούδης, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και Αντώνιος Αθηναίος, Αρεοπαγίτης, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2-12-2008 κλήση της αναιρεσείουσας Δημόσιας Επιχείρησης -ανώνυμης εταιρίας (Ο.Σ.Ε.), φέρεται προς συζήτηση ενώπιον της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ο με την υπ'αριθμ. 1643/2008 απόφαση του Α1 Τμήματος (Πολιτικό) του Αρείου Πάγου παραπεμφθείς σε αυτή κατ'άρθρο 100 παρ.5 του Συντάγματος και 563 παρ.2 εδ.γ' του ΚΠολΔ, από το άρθρο 559 αριθ.1 του αυτού Κώδικα, μοναδικός λόγος της από 25-9-2006 αιτήσεως της αναιρεσείουσας. Με το λόγο αυτό προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να εκδώσει το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο, δια του οποίου καθορίστηκε σε βάρος της αποζημίωση χρήσεως για την υπ'αυτής χρήση ανταλλαξίμου κτήματος, είναι μεν νόμιμος και κατ'ουσίαν βάσιμος, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, πλην όμως, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 1650/1951, το οποίο αντικατέστησε και συμπλήρωσε τα εδάφ. 5, 6 και 7 του άρθρου 7 παρ.3 του από 24/31-10-1940 Β.Δ/τος, δεν προέβη στην ολική ακύρωση του δια της ανακοπής της αναιρεσείουσας προσβληθέντος πρωτοκόλλου, αλλά μόνον στον περιορισμό της καθορισθείσας με αυτό αποζημιώσεως. Και ότι έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, απόρριψαν ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατ'εφαρμογή αντισυνταγματικής διατάξεως, την οποία όφειλε, και αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 87 παρ.2 του Συντάγματος, να μην εφαρμόσει, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, παραβιάσαν την άνω ουσιαστική διάταξη (του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 1650/1951), την οποία εφάρμοσε, ενώ ως αντισυνταγματική όφειλε να μην εφαρμόσει. Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 7 §3 του β.δ/τος της 24/31.10.1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως του περί διοικήσεως διαχειρίσεως και εκδόσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε δια του άρθρου 11 του ν. 930/1943, επιτρέπεται στον ενδιαφερόμενο ανακοπή ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών κατά των αποφάσεων που ορίζουν αποζημίωση για χρήση ή κάρπωση από φυσικό ή νομικό πρόσωπο ανταλλαξίμου ακινήτου άνευ μισθωτικής σχέσεως. Η ανακοπή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από της κοινοποιήσεως της ανακοπτομένης αποφάσεως. Κατά δε το άρθρο 4§1 του ν.1650/1951, το οποίο αντικατάστησε και συμπλήρωσε τα εδάφια 5, 6 και 7 του άρθρου 7 παρ.3 του άνω από 24/31.10.1940 β.δ/τος, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών της Περιφερείας του ακινήτου, κρίνοντας επί της ως άνω ανακοπής εκ των ενόντων επικυρώνει την απόφαση ή περιορίζει το δι' αυτής καθορισθέν ποσό αποζημιώσεως, μη δικαιούμενος να ακυρώσει εξ ολοκλήρου την απόφαση, ούτε και να εξετάσει κατά την ενώπιον αυτού διαδικασία ζητήματα, κυριότητος, νομής ή άλλης εννόμου σχέσεως. Αποφάσεις Προέδρου Πρωτοδικών, εκδοθείσες ή εκδιδόμενες καθ' υπέρβαση της ανωτέρω παρεχομένης αρμοδιότητος είναι αυτοδικαίως άκυροι. Με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1, 2 του Ν. 1756/1988 (Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών λειτουργών-Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.), ορίζονται, εκτός άλλων, ότι: Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζει σε τμήματα και σε Ολομέλεια ... Η Ολομέλεια συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή το νόμιμο αναπληρωτή του και το ήμισι τουλάχιστον των λοιπών μελών του Αρείου Πάγου (πλήρης Ολομέλεια) -§1-. ... Στην πλήρη Ολομέλεια υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτήν για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Η Τακτική Ολομέλεια οφείλει να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην πλήρη Ολομέλεια αν ... (§2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου διακρίνεται σε πλήρη και τακτική. Κατά τις ίδιες διατάξεις, στην πλήρη ολομέλεια υπάγονται: α) οι αιτήσεις αναιρέσεως υπέρ του νόμου, β) οι παρεμπόμενες με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας. Επίσης, αν η Ολομέλεια κρίνει ότι με τους παραπεμφθέντες λόγους ανακύπτει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (Ολ.ΑΠ 11/1999). Οι περιπτώσεις αρμοδιότητας της Ολομέλειας ορίζονται περιοριστικά (Ολ.ΑΠ 10/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία ΟΣΕ ΑΕ με την από 18-10-2001 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης ζήτησε την ακύρωση της αριθ. 35/14-9-2001 αποφάσεως της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Ν. Πιερίας, με την οποία καθορίστηκε σε βάρος της αποζημίωση ύψους 269.565.120 δραχμών για την από μέρους της αυθαίρετη χρήση του περιγραφόμενου ανταλλαξίμου οικοπέδου, για το χρονικό διάστημα από το έτος 1981 έως το έτος 2000, άλλως τον περιορισμό του ως άνω ποσού αποζημιώσεως. Η ανακοπή έγινε κατά ένα μέρος της δεκτή με την 475/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο περιόρισε το ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης στο ποσό των 482.134 ευρώ. Οι αντίθετες κατά της άνω αποφάσεως εφέσεις της ανακόπτουσας και του καθ'όν η ανακοπή, Ελληνικού Δημοσίου, απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν με την 400/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, το οποίο δέχθηκε ότι ο προβληθείς ισχυρισμός της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να εκδώσει το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο δια του οποίου καθορίσθηκε εκ βάρος της αποζημίωση χρήσεως δια την υπ' αυτής χρήση ανταλλαξίμου κτήματος, είναι μεν νόμιμος και κατ' ουσίαν βάσιμος, με βάση τα στην απόφαση διαλαμβανόμενα περιστατικά, πλην όμως, κατ' εφαρμογή της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 4§1 του ν.1650/1951 το οποίο αντικατέστησε και συμπλήρωσε τα εδάφια 5,6, και 7 του άρθρου 7 παρ.3 του ως άνω από 24/31.10.1940 β.δ./τος δεν προέβη στην ολική ακύρωση του δια της ανακοπής της αναιρεσειούσης προσβληθέντος πρωτοκόλλου, περιορισθέν μόνο στον περιορισμό της καθορισθείσης δι' αυτού αποζημιώσεως. Πρέπει δε να λεχθεί ότι κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δε πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. (ΟλΑΠ 16/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 1116 της 18-2-1972 με το οποίο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", τα ακίνητα και κάθε είδους εγκαταστάσεις του Δημοσίου, των οποίων τη χρήση είχαν πριν την 1η Ιανουαρίου 1971 οι ΣΕΚ, για τη λειτουργία και εκμετάλλευση του σιδηροδρόμου, καθώς και ο εξοπλισμός και γενικά υλικά προερχόμενα από κονδύλια Δημοσίων Επενδύσεων και χρησιμοποιούμενα από τους ΣΕΚ για την εκτέλεση έργων εις βάρος των Επενδύσεων αυτών, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από την έναρξη της ισχύος του ν.δ. 674/1970 κατά πλήρη κυριότητα στον ΟΣΕ". Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει" και εκείνη του άρθρου 6 §1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθεί δικαίως ...". Περαιτέρω κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα-εφεσίβλητη- ανακόπτουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και, το Α1 τμήμα με την απόφαση 1643/2008, κρίνοντας και αυτό ως αντισυνταγματική και, μη εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ.5 του Συντάγματος και 563 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ, παρέπεμψε το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, δια του οποίου προβάλλεται η αντισυνταγματικότητα της ρηθείσης ουσιαστική διατάξεως, στην Τακτική Ολομέλεια. Με τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η Πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις: α) του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς θα έπρεπε, εφαρμόζοντας ορθά τη διάταξη αυτή, να ακυρώσει εξολοκλήρου την επιβληθείσα αποζημίωση, β) του άρθρου 25 παρ.3 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν επιτρέπεται, γ) του άρθρου 93 παρ.4 του Συντάγματος, που υποχρεώνει όλα τα Δικαστήρια όταν η επίδικη σχέση ρυθμίζεται από ορισμένο νόμο, να μην εφαρμόζουν το νόμο αυτόν, αν το περιεχόμενό του αντίκειται προς το Σύνταγμα και τέτοια διάταξη είναι του άρθρου 7 παρ.3 του Β.Δ. της 24/31-7-1940, όπως αντ/κε με άρθρο 4 παρ.1 Ν. 1650/1951 που ορίζει αφενός ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα μόνο να επικυρώσει ή να περιορίσει το δια της αποφάσεως της επιτροπής καθοριζόμενο ποσό αποζημιώσεως, χωρίς να μπορεί να ακυρώσει εξ ολοκλήρου την αποζημίωση, αφετέρου ότι το δικάζον την ανακοπή δικαστήριο, δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει ζητήματα κυριότητας, νομής ή άλλης σχέσης, η διάταξη δε αυτή περιορίζει υπέρμετρα το δικαστή και αντίκειται προς τις διατάξεις των άρθρων 20 και 25 του Συντάγματος. Ενόψει της σπουδαιότητας της διαφοράς, αφενός λόγω του ερμηνευτικού προβλήματος που ανακύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, σε σχέση με τη φύση της παραχωρήσεως της άνω εκτάσεως στον ΟΣΕ, αφετέρου λόγω του είδους και της αξίας της επίδικης εκτάσεως, η Ολομέλεια κρίνει ότι με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως ανακύπτει ζήτημα εξαιρετικής σημασίας. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988) όπως ισχύει, ο παραπεμφθείς από το άνω Τμήμα λόγος αναιρέσεως, πρέπει να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει για εκδίκαση στην πλήρη Ολομέλεια τον αναφερόμενο στο σκεπτικό λόγο αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την 1643/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ΄ άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της από 25-9-2006 αιτήσεως της δημόσιας επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) Α.Ε.", με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την κρίση του ότι ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου να εκδώσει το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο, δια του οποίου καθορίσθηκε σε βάρος της αποζημίωση χρήσεως για την υπ΄αυτής χρήση ανταλλάξιμου κτήματος, είναι μεν νόμιμος και κατ΄ ουσίαν βάσιμος, με βάση τα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβανόμενα περιστατικά, πλην,όμως, κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1650/1951, το οποίο αντικατέστησε και συμπλήρωσε τα εδάφια 5, 6 και 7 του άρθρ. 7 παρ. 3 του από 24/31-10-1940 Β. Δ/τος, αφού δεν προέβη στην ολική ακύρωση του δια της ανακοπής της αναιρεσείουσας προσβληθέντος πρωτοκόλλου, περιορισθέν μόνο στον περιορισμό της καθορισθείσης δι' αυτού αποζημιώσεως, παραβίασε την άνω ουσιαστική διάταξη (του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν 1650/1951) την οποία εφάρμοσε, ενώ, ως αντισυνταγματική, όφειλε να μην εφαρμοσεί και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
| null | null | 0
|
Αριθμός 4/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Πατινίδη και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Αιμιλία Λίτινα, Ιωάννης Ιωαννίδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου X, κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Ανδρουλάκη και Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 349/2006, 183, 185, 242/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1, κάτοικο ..., 2. Ψ2, κάτοικο ..., 3. Ψ3, κάτοικο ..., 4. Ψ4, κάτοικο ..., 5. Ψ5, κάτοικο ..., 6. Ψ6, κάτοικο ..., 7. Ψ7, κάτοικο ..., 8. Ψ8, κάτοικο ..., 9. Ψ9, ατομικά και ως κληρονόμο της μητέρας του ..., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 10. Ψ10, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 11. Ψ11, κάτοικο ..., 12. Ψ12, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 13. Ψ13, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 14. Ψ14, κάτοικο ..., 15. Ψ15, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 16. Ψ16, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 17. Ψ17, κάτοικο ..., 18. Ψ18, κάτοικο ..., 19. Ψ19, κάτοικο ..., 20. Ψ20, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 21. Ψ21, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 22. Ψ22, κάτοικο ..., 23. Ψ23, κάτοικο ..., 24. Ψ24, κάτοικο ..., 25. Ψ25, κάτοικο ..., 26. Ψ26, κάτοικο ..., 27. Ψ27, 28. Ψ28, 29. Ψ29, κάτοικοι ..., 30. Ψ30, κάτοικο ..., 31. Ψ31, κάτοικο ..., 32. Ψ32, κάτοικο ..., 33. Ψ33, κάτοικο ..., 34. Ψ34, κάτοικο ..., 35. Ψ35, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 36. Ψ36, κάτοικο ..., 37. Ψ37, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία, 38. Ψ38, κάτοικο ..., 39. Ψ39, κάτοικο ..., 40. Ψ40, κάτοικο ..., 41. Ψ41, κάτοικο ..., 42. Ψ42, κάτοικο ..., 43. Ψ43, κάτοικο ..., 44. Ψ44, κάτοικο ..., 45. Ψ45, κάτοικο ..., 46.Ψ46, κάτοικο ..., 47. Ψ47, κάτοικο ..., 48. Ψ48, κάτοικο ..., 49. Ψ49, κάτοικο ..., 50. Ψ50, κάτοικο ..., 51. Ψ51, κάτοικο ..., 52. Ψ52, κάτοικο ..., 53. Ψ53, κάτοικο ..., 54. Ψ54, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 55. Ψ55, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 56. Ψ56, κάτοικο εν ζωή ... και ήδη αποβιώσας, όπως προκύπτει από την αριθμ. .../9.4.2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ... ..., 57. Ψ57, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 58. Ψ58, κάτοικο ..., 59. Ψ59, κάτοικο ..., 60. Ψ60, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 61. Ψ61, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 62. Ψ62, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, 63. Ψ63, κάτοικο ..., 64. Ψ64, κάτοικο ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλία, 65. Ψ65, κάτοικο ..., 66. Ψ66, κάτοικο ..., 67. Ψ67, κάτοικο ..., 68. Ψ68, κάτοικο ..., 69. Ψ69, κάτοικο ..., 70. Ψ70, κάτοικο ..., 71. Ψ71, κάτοικο ..., 72. Ψ72, κάτοικο ..., 73. Ψ73, κάτοικο ..., 74. Ψ74, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 75. Ψ75, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσακαλία, 76. Ψ76, κάτοικο ..., 77. Ψ77, κάτοικο ..., 78. Ψ78, κάτοικο ..., 79. Ψ79, κάτοικο ..., 80. Ψ80, κάτοικο ..., 81. Ψ81, κάτοικο ..., 82. Ψ82, κάτοικο ..., 83. Ψ83, κάτοικο ..., 84. Ψ84, κάτοικο ..., 85. Ψ85, κάτοικο ..., 86. Ψ86, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 87. Ψ87, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία, 88. Ψ88, κάτοικο ..., 89. Ψ89, κάτοικο ..., 90. Ψ90, κάτοικο ..., 91. Ψ91, κάτοικο ..., 92. Ψ92, κάτοικο ..., 93. Ψ93, κάτοικο ..., 94. Ψ94, κάτοικο ..., 95. Ψ95, κάτοικο ..., 96. Ψ96, κάτοικο ..., 97. Ψ97, κάτοικο ..., 98. Ψ98, κάτοικο ..., 99. Ψ99, κάτοικο ..., 100. Ψ100, κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο, 101. Ψ101, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσακαλία και 102. Ψ102, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή.
Ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1320/2007.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1530/2008 απόφαση του Ε΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ως προς τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια λόγο αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται νόμιμα στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου η από 19 Ιουλίου 2007 αίτηση αναίρεσης του X κατά της υπ’ αριθ. 349/2006, 183/2007, 185/2007 και 242/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνον ως προς τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ε’ ΚΠΔ λόγο της περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 28, 94 παρ. 1, 302, 314 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 291 παρ. 1γ του ιδίου Κώδικα, και ειδικότερα αν, μεταξύ των εγκλημάτων της κακουργηματικής διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και των εντεύθεν προκληθεισών από αμέλεια ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών, υφίσταται πραγματική συρροή εγκλημάτων, όπως δέχθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση ή φαινομένη τοιαύτη, με αποτέλεσμα οι ανθρωποκτονίες και οι σωματικές βλάβες από αμέλεια να απορροφώνται από το βασικό έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο, από την οποία πράξη όμως επήλθε θάνατος (άρθρο 291 παρ. 1γ ΠΚ), μετά από παραπομπή της σ’ αυτήν με την υπ’ αριθ. 1530/2008 απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον.
Ι. Στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 291 Π.Κ. ορίζεται ότι "1. Όποιος με πρόθεση διαταράσσει την ασφάλεια της σιδηροδρομικής ή της υδάτινης συγκοινωνίας ή της αεροπλοΐας, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη, ισόβια ή πρόσκαιρη, τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε θάνατος. 2. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του απ' αυτές προβλεπομένου εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικά ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διατάραξη με πράξη ή παράλειψη της ασφάλειας, εκτός των άλλων και της υδάτινης συγκοινωνίας ή ακτοπλοΐας, έτσι ώστε να είναι δυνατό να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος ζωής ή υγείας ανθρώπου ή να επήλθε θάνατος. Υποκειμενικά δε απαιτείται πρόθεση, δηλαδή άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος. Με άμεσο δόλο, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ, ενεργεί όποιος επιδιώκει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή παραλείψεώς του και δεν αφίσταται αυτής, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος προβλέπει ως ενδεχόμενο το εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Κατά συνέπεια, επί του ως άνω εγκλήματος, με άμεσο δόλο ενεργεί, όποιος γνωρίζει και επιδιώκει τη διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, αλλά και εκείνος που προβλέπει ότι τούτο αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της πράξεως ή της παραλείψεώς του (από οφειλόμενη ενέργεια), με συνείδηση ότι εντεύθεν είναι δυνατόν να προκύψει κίνδυνος σε άνθρωπο και δεν αφίσταται της συμπεριφοράς του αυτής. Η απαιτούμενη κατά τον νόμο πρόθεση, πρέπει να καλύπτει, όχι τον θάνατο ή τη σωματική βλάβη, ή ακόμη τη δημιουργία κινδύνου για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των επιβατών του συγκοινωνιακού μέσου του πλοίου, αλλά τη διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και τη δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου από αυτήν. Ενδεχόμενος δόλος ή κυριολεκτικά "δόλος αποδοχής του ενδεχομένου", η ύπαρξη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης δεν προβλέπει μεν το εγκληματικό αποτέλεσμα, αλλά αποβλέπει σε κάτι άλλο, προβλέπει, όμως, ότι η εκπλήρωση της επιδιώξεώς του αυτής θα έχει ως πιθανή συνέπεια την πραγμάτωση του εγκληματικού αποτελέσματος και, παρά τούτο, προχωρεί στην τέλεση της πράξεώς του. Έτσι, "αποδέχομαι" τον κίνδυνο επελεύσεως του αποτελέσματος σημαίνει ότι σταθμίζω τα υπέρ και τα κατά με βάση τα δεδομένα στοιχεία και αποφασίζω να προβώ στην πράξη, για το λόγο ότι αυτό είναι σημαντικότερο από το φόβο μήπως επέλθει τελικώς το αποτέλεσμα. Ως φυσικός αυτουργός του ως άνω εγκλήματος μπορεί να είναι ο πλοίαρχος ή άλλα άτομα που συμμετέχουν στον πλουν, αλλά και όσοι έχουν την υποχρέωση να ελέγχουν την ασφάλεια του πλοίου και παραβαίνουν την υποχρέωσή τους αυτή. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, ή μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η διάταξη αυτή προβλέπει το δια παραλείψεως τελούμενο έγκλημα, το οποίο θεωρείται υφιστάμενο οσάκις αυτός που παρέλειψε να αποτρέψει την επέλευση αποτελέσματος ανήκοντος στην αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος τελέσεως τιμωρείται όπως αυτός που δι' ενεργείας παρήγαγε το αποτέλεσμα, δηλαδή ο δράστης του εγκλήματος τελέσεως. Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, δεδομένου ότι η αντικειμενική υπόστασή του τελείται όχι μόνο δι' ενεργείας, αλλά και δια παραλείψεως, που εξομοιώνεται νομικώς με την δι' ενεργείας παραγωγή του αποτελέσματος. Προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής υποχρεώσεως του υπαιτίου για ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου, από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος.
ΙΙ. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 277 και 278 Π.Κ., για την κατά νόμο θεμελίωση του εγκλήματος της προκλήσεως ναυαγίου από αμέλεια, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη αυτού κατά τρόπο που να μη μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή την προσάραξη πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου για άνθρωπο, υποκειμενικώς δε αμέλεια με ή χωρίς συνείδηση. Η βύθιση ή προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξεως είναι πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου, ενώ σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σχετικής παραλείψεως ή ενεργείας και του επελθόντος βλαπτικού για το πλοίο αποτελέσματος.
ΙΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302§1 και 314§1 ΠΚ συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση, στο μεν έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια συνίσταται στην πρόκληση θανάτου άλλου, στο δε έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια η αξιόποινη συμπεριφορά συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται να βεβαιώνονται όλα τα στοιχεία της αμέλειας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 28 ΠΚ ως προς την πρόκληση του θανάτου και των σωματικών κακώσεων ή βλαβών. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 14§2, 15 και 28 ΠΚ προκύπτει ότι, εφόσον η ανθρωποκτονία από αμέλεια και η σωματική βλάβη από αμέλεια είναι εγκλήματα ουσιαστικά ή αποτελέσματος μπορούν να τελεσθούν είτε με ενέργεια, η οποία συνιστά τη θετική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είτε με παράλειψη, η οποία συνιστά την αρνητική τοιαύτη. Σε περίπτωση που η ανθρωποκτονία τελείται με παράλειψη ή αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς απαιτείται να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 15 ΠΚ δηλ. ο δράστης να μην προβαίνει σε ενέργεια που έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να πράξει και η παράλειψη αυτή να αποτελεί αιτιακή συνθήκη για την παραγωγή του αποτελέσματος. Για την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ήδη προαναφέρθηκε. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης και για τον καταλογισμό μιας τελικά άδικης ανθρωποκτονίας ή σωματικής βλάβης σε ενοχή του δράστη απαιτείται, όπως λέχθηκε, να υπάρχει αμέλεια, κατά την έννοια του άρθρου 28 ΠΚ. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από τη διάταξη συνάγεται ότι η ποινική αμέλεια διακρίνεται σε συνειδητή και μη συνειδητή, συνειδητή δε είναι αν ο υπαίτιος πρόβλεψε ότι από τη συμπεριφορά του ήταν δυνατό να προέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά πίστεψε ότι δεν θα επερχόταν, ενώ μη συνειδητή αμέλεια υπάρχει αν ο υπαίτιος δεν πρόβλεψε το αποτέλεσμα, καίτοι όφειλε και μπορούσε να το προβλέψει, εφόσον είχε καταβάλει την προσήκουσα προσοχή, που κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται. Αν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο της αμελείας πολλών, το κάθε πρόσωπο υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του που αποδείχθηκε και εφόσον πάντως το αποτέλεσμα που επήλθε τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν. Αν από μια πράξη του δράστη προκληθεί ο θάνατος ή ο τραυματισμός περισσοτέρων προσώπων υπάρχει αληθινή κατ ιδέα συρροή ανάμεσα στις περισσότερες ανθρωποκτονίες από αμέλεια ή τις σωματικές βλάβες από αμέλεια, αφού υπάρχουν περισσότερα από ένα έννομα αγαθά που προσβάλλονται.
IV. Αν από την πράξη της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών επέλθει θάνατος ή σωματική βλάβη υπάρχει συρροή κατ` ιδέα του εγκλήματος αυτού και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Το αν όμως η συρροή αυτή είναι αληθινή ή φαινομένη, πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις. Ειδικότερα έχουν, στην νομική επιστήμη και νομολογία, υποστηριχθεί δύο αντίθετες απόψεις:
Κατά τη μια η διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών χερσαίων, θαλασσίων κλπ από δόλο ή αμέλεια, συνιστά έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης, που στρέφεται εναντίον αόριστου αριθμού εννόμων αγαθών, ατόμων δηλ. που χρησιμοποιούν τις συγκοινωνίες, χερσαίες, θαλάσσιες, αεροπλοΐα κλπ. Εάν από την πράξη αυτή του δράστη προκληθεί θάνατος ή σωματική βλάβη ενός ή περισσοτέρων ατόμων στοιχειοθετούνται επιπλέον τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματα βλάβης του εννόμου αγαθού της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων ατόμων. Η συρροή όμως ενός εγκλήματος γενικής διακινδύνευσης με ένα έγκλημα βλάβης, κατά την άνω άποψη, είναι πάντα αληθινή εξαιτίας της ετερότητας των προσβαλλομένων εννόμων αγαθών.
Κατά την ετέρα άποψη η θανατηφόρα διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών αποτελεί έγκλημα εκ του αποτελέσματος δηλ. σύνθετο ιδιώνυμο έγκλημα και ότι τα εγκλήματα "εκ του αποτελέσματος", όταν τελούνται, συρρέουν φαινομενικά (και όχι αληθινά) με τα επιμέρους δύο εγκλήματα (δόλου και αμέλειας) που τα αποτελούν. Έτσι η ανθρωποκτονία από αμέλεια που αποτελεί παράλληλα και αυτοτελές έγκλημα χάνει την αυτοτέλειά της μπροστά στη θανατηφόρα διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών απορροφούμενη από αυτήν. Η διάταξη που θα εφαρμοστεί είναι αυτή του άρθρου 291 παρ. 1 γ ή του 290 παρ. 1β ΠΚ, ανάλογα αν πρόκειται για διατάραξη της θαλάσσιας κλπ ή της χερσαίας συγκοινωνίας, αντίστοιχα και όχι αυτή του άρθρου 302 ΠΚ, αφού η πρώτη περιλαμβάνει τη δεύτερη και συνεπώς την απορροφά. Φαινομένη ακόμη, κατά την άποψη αυτή, είναι η συρροή ανάμεσα στη σωματική βλάβη και στο από το αποτέλεσμα έγκλημα της θανατηφόρας διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, θαλασσίων κλπ. ή χερσαίων κατά περίπτωση. Τούτο δε διότι ο νομοθέτης έχει ακριβώς, λόγω της φύσης του εγκλήματος αυτού, συνεκτιμήσει την επέλευση περισσοτέρων του ενός θανατηφόρων αποτελεσμάτων και συνακόλουθα αν το αποτέλεσμα του κινδύνου από το παραπάνω έγκλημα (και γενικά από τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα) για άλλα πρόσωπα εξελίχθηκε σε θάνατο και για άλλα σε σωματικές βλάβες, οι τελευταίες απορροφώνται από το εκ του αποτελέσματος διακρινόμενο θανατηφόρο έγκλημα, αφού το έλασσον εμπεριέχεται στο μείζον.
V. Το Δικαστήριο. λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προεκτεθέντα, ειδικά στη διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, που αποτελεί και το αντικείμενο του παραπεμφθέντος στην Ολομέλεια λόγου αναιρέσεως, κρίνει, κατά την γνώμη που επικράτησε, ότι πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες διακρίσεις:
Όταν, επί διαταράξεως από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο, κατά την ανωτέρω έννοια) της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, επέλθει θάνατος και σωματικές βλάβες, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ, όπως αναλύθηκε ανωτέρω και για τον θάνατο και για τις σωματικές βλάβες, που αποτελούν, όπως ήδη λέχθηκε, το έλασσον σε σχέση με αυτόν, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, γενικώς και αδιακρίτως, ότι υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ των εγκλημάτων της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας από πρόθεση, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1 γ, σε συνδυασμό με β΄ ΠΚ και εκείνων των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, που τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα οι δεύτερες να απορροφώνται από την πρώτη, με την οποία μόνον θα τιμωρείται ο δράστης, αλλά τούτο πρέπει να αποτελεί αντικείμενο έρευνας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα:
1.- Αν η από πρόθεση διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, με πράξεις ή παραλείψεις οφειλομένων ενεργειών και γενικότερα όπως αποδίδεται στον κατηγορούμενο, από μόνη της, χωρίς όμως να μεσολαβήσει άλλη αμελής συμπεριφορά αυτού, ανεξάρτητη αυτοτελής και μεταγενέστερη εκείνων ή εκείνης, με τις οποίες τελέσθηκε η διατάραξη, η οποία δεν είναι αναγκαίο να καταλήξει στην πρόκληση ναυαγίου, όπως η έννοια αυτού αναλύθηκε ανωτέρω, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ή τους θανάτους και τις σωματικές κακώσεις, θα εφαρμοσθεί μόνον η διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1γ σε συνδυασμό με β΄ ΠΚ που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη αυτή και όχι και εκείνες των άρθρων 302 και 314 ΠΚ, που προβλέπουν και τιμωρούν τα εγκλήματα των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, τα οποία συρρέουν φαινομενικά με εκείνη και απορροφώνται από αυτή.
2.- Όταν όμως οι θάνατοι και οι σωματικές βλάβες προκλήθηκαν κατόπιν αυτοτελούς, ανεξάρτητης και πέραν εκείνης που προκάλεσε την διατάραξη αμελούς συμπεριφοράς, κατά την ανωτέρω έννοια, μετά της οποίας, όπως και με την προκαλέσασα την από δόλο διατάραξη, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια, τότε υφίσταται αληθινή συρροή μεταξύ των πράξεων που προβλέπουν και τιμωρούν οι διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1 γ σε συνδυασμό με β΄ και εκείνων που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 302, 314 ΠΚ. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, λόγω της αληθινής συρροής των ανωτέρω εγκλημάτων, θα τύχουν εφαρμογής όλες οι ανωτέρω διατάξεις, κατά τις οποίες θα τιμωρηθεί ο δράστης, χωρίς να συντρέχει, κατά τα προλεχθέντα, περίπτωση διπλής τιμώρησης της αυτής πράξης. Το πότε υπάρχει τέτοια αμελής συμπεριφορά και σε ποιες πράξεις ή παραλείψεις συνίσταται αυτή, που την διαφοροποιούν, κατά την προαναφερθείσα έννοια, σε τρόπο ώστε να μη εντάσσεται στην συμπεριφορά που προκάλεσε την διατάραξη, είναι ζήτημα που πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι αξιόποινες πράξεις της κρινόμενης κάθε φορά υπόθεσης.
VΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση έγινε δεκτό ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων διατάξεων και με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κρίθηκε από το Εφετείο ότι πραγματώθηκε από τον αναιρεσείοντα, μεταξύ των άλλων και το έγκλημα της από ενδεχόμενο δόλο διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και ότι, μεταξύ της πράξεως αυτής (291 παρ. 1 ΠΚ) και εκείνης του ναυαγίου από αμέλεια (άρθρο 278 σε συνδυασμό με 277 ΠΚ), η οποία επίσης πραγματώθηκε, υπάρχει αληθινή συρροή. Κατά τα δεκτά γενόμενα από την ίδια απόφαση, εν προκειμένω το ναυάγιο συντελέσθηκε με τη βύθιση του πλοίου. Κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ο αναιρεσείων πλοίαρχος του Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου με το όνομα ‘’Ε... Σ...’’ κρίθηκε ένοχος της πράξεως της από ενδεχόμενο δόλο διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας από την οποία επήλθε θάνατος 80 ανθρώπων. Για να καταλήξει στην κρίση αυτή δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι ο αναιρεσείων με την ανωτέρω ιδιότητά του: α) δεν μερίμνησε ώστε οι υδατοστεγείς θύρες του πλοίου να είναι κλειστές, σύμφωνα με τον όρο του 333/2000 πιστοποιητικού ασφαλείας με το οποίο ήταν ασφαλισμένο το πλοίο, β) επέτρεψε τη χρήση θαλαμίσκων μελών του πληρώματος κάτω από το κατάστρωμα οχημάτων, ενώ τούτο απαγορευόταν από το ανωτέρω 333/2000 πιστοποιητικό ασφαλείας του πλοίου, γ) αν και σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 4 του Β. Δ/τος 683/1960 και την υπ αριθ. 12 διαταγή που ο ίδιος ως πλοίαρχος είχε εκδώσει, όφειλε να έχει τοποθετήσει οπτήρα, καθ’ ήν στιγμή το πλοίο διέπλεε μέσα από σημεία με σοβαρούς ναυτιλιακούς κινδύνους (Βραχονησίδες ‘’...’’ και αβαθή), δεν το έπραξε, με συνέπεια μετά την 22.00΄ ώρα ουδείς να εκτελεί χρέη οπτήρα στη γέφυρα, δ) δεν ανέλαβε, αυτοπροσώπως, τη διακυβέρνηση του πλοίου, ενόψει των ανωτέρω σοβαρών ναυτιλιακών κινδύνων, αν και ήταν υποχρεωμένος από τα άρθρα 14 περ. γ΄ του Β.Δ. 683/1960 και 219 Β.Δ. 187/1973, ε) παρέλειψε την εκτέλεση τακτικών και ουσιαστικών γυμνασίων καθαιρέσεως λέμβων, εγκατάλειψης πλοίου, κλεισίματος υδατοστεγών θυρών, όπως υποχρεούταν από τα άρθρα 16 Β.Δ. 683/1960, 6 Π.Δ. 363/1984 κεφ. 6 ΕΑΔ, ενώ δεν είχε μεριμνήσει και για την αφομοίωση της διαίρεσης από το πλήρωμα σε περίπτωση εγκατάλειψης του πλοίου όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 4 ΠΔ 363/1984 και ΚΑΝ 36 της SOLAS, στ) παρέλειψε να βεβαιωθεί ότι τα σωστικά μέσα του πλοίου ήταν σε καλή λειτουργία, αφού πολλά από αυτά δεν είχαν φώτα, σφυρίχτρες και καλό αντωτικό υλικό και ζ) δεν πραγματοποίησε, κατά τον απόπλου του πλοίου από τον Πειραιά, ενημέρωση των επιβατών για τα σωστικά μέσα και τους σταθμούς συγκέντρωσής τους και δεν επέδειξε σε μέλη του πληρώματος τη χρήση των ατομικών σωσιβίων, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Π.Δ. 363/1984. Όλες οι ανωτέρω παραλείψεις οφειλομένων κατά νόμο ενεργειών έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αποτελούν την συμπεριφορά, με την οποία, σε συνδυασμό και με την συμπεριφορά των συγκατηγορουμένων του AA, BB και ΓΓ, συντελέσθηκε η διατάραξη της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο. Με την αυτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό πάντοτε με τη συμπεριφορά των πρώτου και τρίτου εκ των ως άνω συγκατηγορουμένων του, έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός τέλεσε την πράξη του με ενσυνείδητη αμέλεια ναυαγίου του ως άνω πλοίου, που προκλήθηκε με την ολοσχερή βύθισή του, περί ώρα 23.02΄ της 26-9-2000, μετά 45-50΄ από την οφειλομένη σε συγκλίνουσα αμέλεια του ιδίου και του συγκατηγορουμένου του AA πρόσκρουσή του στη βόρεια από τις βραχονησίδες ‘’...’’, από την οποία (πρόσκρουση) προκλήθηκαν ρήγματα από τα οποία εισήλθαν τεράστιες ποσότητες ύδατος αρχικά στο μηχανοστάσιο του πλοίου και στη συνέχεια, από τις ανοιχτές υδατοστεγείς θύρες, στους λοιπούς χώρους του πλοίου, το οποίο και το κατέκλυσαν και προκάλεσαν τη βύθισή του και το ναυάγιο, εκ του οποίου προκλήθηκε κίνδυνος ανθρώπου, ο οποίος και πραγματοποιήθηκε αφού απώλεσαν την ζωή τους 80 επιβαίνοντες και υπέστησαν σωματικές βλάβες άλλοι 67, πράξη για την οποία και τον κήρυξε επίσης ένοχο. Τέλος, ως προς τα εγκλήματα των κατά συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από χωρίς συνείδηση αμέλεια, για τα οποία κήρυξε επίσης ένοχο τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: «… Αν και λόγω του επαγγέλματος του, όπως και οι συγκατηγορούμενοι του AA, BB και ΓΓ, ήταν υπόχρεος να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη αυτής (προσοχής), την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, προξένησε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει: α) ανθρωποκτονίες κατά συρροή από αμέλεια και β) σωματικές βλάβες κατά συρροή από αμέλεια. Ειδικότερα. Ενώ από την συμπεριφορά του και εκείνη του AA επήλθε πρόσκρουση του πλοίου στη βόρεια των βραχονησίδων ‘’...’’ και ακολούθησε κατάκλυση αυτού, λόγω των ανοικτών υδατοστεγών θυρών που αυτός είχε αφήσει ανοιχτές, κατά παράβαση του 333/2000 πιστοποιητικού ασφαλείας του πλοίου, δεν σήμανε συναγερμό γενικής κατάστασης ανάγκης, προκειμένου να ειδοποιηθεί το πλήρωμα και να προβεί έγκαιρα και οργανωμένα στη διαδικασία εγκατάλειψης από τους επιβάτες του πλοίου (το οποίο πλήρωμα, άλλωστε, με προηγούμενες παραλείψεις του που προαναφέρθηκαν ούτε είχε εκγυμνασθεί κατάλληλα, ούτε είχε αφομοιώσει τους πίνακες διαίρεσης). Από τις συγκλίνουσες δε συμπεριφορές των ανωτέρω (X, AA, BB και ΓΓ), όπως στις οικείες θέσεις εκτίθεται, επήλθε ο θάνατος, συνεπεία πνιγμού, 80 επιβαινόντων του πλοίου (τα ονόματα των οποίων παρατίθενται στην απόφαση) και σωματικές κακώσεις σε 67 εξ αυτών (των οποίων τα ονόματα επίσης παρατίθενται). Η αποδιδόμενη σ αυτόν ανωτέρω αμελής συμπεριφορά, ότι δηλαδή, αμέσως μετά την πρόσκρουση στην βραχονησίδα, δεν σήμανε συναγερμό γενικής κατάστασης ανάγκης, με 7 βραχείς και 1 μακρύ συριγμούς, προκειμένου να ειδοποιηθεί το πλήρωμα και να ενεργοποιηθεί το σχέδιο διάσωσης και ασφαλούς απομάκρυνσης των επιβατών και να προβεί έγκαιρα και οργανωμένα στη διαδικασία εγκατάλειψής του από αυτούς, την οποία συνδέει αιτιωδώς η προσβαλλομένη απόφαση με τις πράξεις των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από ασυνείδητη αμέλεια, των οποίων κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ανάγεται σε χρονικό σημείο, κατά το οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί η τέλεση της πράξεως του ναυαγίου από αμέλεια, αφού δεν είχε επισυμβεί η πλήρης βύθιση του πλοίου και εμπεριέχεται στην συμπεριφορά που οδήγησε στην ολοκλήρωση του εγκλήματος αυτού, αφού με τον τρόπο αυτό, αλλά και τους άλλους εκτιθέμενους στην απόφαση, συντελέσθηκε η δυνατότητα προκλήσεως κινδύνου για τους επιβάτες, που αποτελεί, όπως λέχθηκε ανωτέρω, στοιχείο της πράξεως του ναυαγίου. Ο κίνδυνος αυτός τελικά επήλθε με την πρόκληση 80 θανάτων και 67 σωματικών βλαβών. Οι ανθρωποκτονίες και οι σωματικές βλάβες των επιβαινόντων αποτελούν συνέχεια της πράξης του ναυαγίου από αμέλεια, η οποία, όπως έκρινε η παραπεμπτική απόφαση, συρρέει αληθώς με την πράξη του άρθρου 291 παρ. 1 ΠΚ. Οι αυτές πράξεις και παραλείψεις, εφόσον εμπεριέχονται στην συμπεριφορά που προκάλεσε τη διατάραξη, που κορυφώθηκε με τη βύθιση του πλοίου, με την οποία πραγματώθηκε η πράξη του ναυαγίου, συνδέονται αιτιωδώς με την τελευταία, αφού δεν έλαβε χώρα άλλη αμελής συμπεριφορά, αυτοτελής, ανεξάρτητη και πέραν εκείνων που συντέλεσαν στην πρόκληση της διατάραξης από ενδεχόμενο δόλο.
VΙΙ. Συνεπώς, όπως ήδη λέχθηκε, η, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, με την οποία στοιχειοθετήθηκε η τέλεση των εγκλημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται, από τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ εμπεριέχεται στην προκαλέσασα την διατάραξη συμπεριφορά, η οποία είχε, ως τελικό αποτέλεσμα, την πρόκληση του ναυαγίου. Η θεμελίωση, από την αναιρεσιβαλλομένη, της χωρίς συνείδηση αμέλειας για την στοιχειοθέτηση των ανθρωποκτονιών και των σωματικών βλαβών, στην μη εκπομπή του ανωτέρω σήματος κινδύνου, παραβλέπει ότι αυτή δεν είναι αυτοτελής, ανεξάρτητη και μεταγενέστερη της πράξεως της διατάραξης και του ναυαγίου, αφού, όπως λέχθηκε, η παράλειψή της αποδίδεται στον αναιρεσείοντα στο ανωτέρω χρονικό σημείο (μετά την πρόσκρουση), όταν, όπως λέχθηκε, εξακολουθούσε η διατάραξη και δεν είχε ολοκληρωθεί η πράξη του ναυαγίου, αφού η βύθιση του πλοίου επισυνέβη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, μετά 50 λεπτά περίπου. Δεν είναι δυνατή η τιμώρηση στην προκειμένη περίπτωση του αναιρεσείοντος, αφενός μεν κατά τη διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1 γ, και αφετέρου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 302 και 314 ΠΚ., αφού, στην κρινόμενη περίπτωση, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, υφίσταται, μεταξύ των πράξεων της διατάραξης της θαλάσσιας συγκοινωνίας από πρόθεση και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων αυτών, φαινομένη και όχι αληθινή συρροή.
VΙΙΙ. Συνακόλουθα, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε στην προκειμένη περίπτωση, ότι μεταξύ της πράξεως της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας και των πράξεων των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1 γ σε συνδυασμό με β΄ και 302, 314 ΠΚ, αντίστοιχα, υφίσταται αληθινή συρροή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 94 ΠΚ και πρέπει ο λόγος της αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, να γίνει δεκτός.
Κατά την γνώμη δέκα πέντε (15) μελών και δη του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη και των Αρεοπαγιτών: Αιμιλίας Λίτινα, Χαραλάμπους Δημάδη, Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Βιολέττας Κυτέα, Βαρβάρας Κριτσωτάκη, Ελένης Σπίτσα, Γεωργίας Λαλούση, Δημητρίου Μουστάκα, Δημητρίου Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικολάου Πάσσου, Ιωάννη Παπαδόπουλου, Δημητρούλας Υφαντή και Αικατερίνης Βασιλακοπούλου – Κατσαβριά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα προκύπτουν τα ακόλουθα: α) στα εκ δόλου εξ αποτελέσματος εγκλήματα, όπως είναι και το του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ και ειδικότερα της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας, όπου ο θάνατος είναι επιβαρυντική περίπτωση, πρέπει να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, το δε φερόμενο ως τελούμενο ταυτόχρονα, κυρίως από τις αυτές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απορροφάται από το πρώτο (κακούργημα), αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, ήτοι η ανθρώπινη ζωή, η οποία άπαξ αφαιρείται και δεν μπορεί να νοηθεί στάδιο εγκληματικής συμπεριφοράς, έστω και ηπιότερης μορφής, κατά της ζωής του ιδίου ατόμου, το τέλος της οποίας επέρχεται με την διάπραξη του βαρυτέρου εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ. Δηλονότι, με την παραδοχή ότι ο δράστης τέλεσε το έγκλημα του άρθρου 291 παρ. 1γ του ΠΚ και κηρυχθεί ένοχος από το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο για την πράξη αυτή, δεν μπορεί ταυτόχρονα να κηρυχθεί ένοχος και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με θύμα τον ίδιο άνθρωπο και, στην περίπτωση που έχει ασκηθεί δίωξη συγχρόνως και για τα δύο ως άνω εγκλήματα, πρέπει το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας ορθά το νόμο, να δεχθεί ότι το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απορροφάται από το κακούργημα της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας από πρόθεση, αν από την πράξη αυτήν επήλθε θάνατος, για το οποίο και μόνο θα καταδικάσει τον δράστη αυτού. Έτσι, δεν χωρεί διπλή ποινική αξιολόγηση από την προσβολή του ιδίου εννόμου αγαθού του ιδίου ανθρώπου, με το ίδιο αποτέλεσμα. Πρέπει να επισημανθεί ότι αν από την αυτή κακουργηματική πράξη του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ επήλθαν πλείονες του ενός θάνατοι, αυτοί απλώς συνεκτιμώνται στην επιμέτρηση της ποινής (μέσα στα από την ίδια διάταξη οριζόμενα όρια) και δεν αποτελούν περισσότερα εγκλήματα. Το ίδιο ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν από τη διατάραξη της υδάτινης συγκοινωνίας από πρόθεση επέρχονται, εκτός του ενός ή πλειόνων θανάτων, και μία ή πλείονες σωματικές βλάβες σε ένα ή περισσότερα άτομα, δηλονότι και οι σωματικές αυτές βλάβες απορροφώνται από το βαρύτερο έγκλημα του άρθρου 291 παρ. 1γ ΠΚ, αφού και στην περίπτωση αυτήν προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, δηλονότι η σωματική ακεραιότητα ή (και) η υγεία του ατόμου ή των ατόμων, καίτοι στη διάταξη αναφέρεται η προσβολή της ζωής μόνο (θάνατος), όχι και το υποδεέστερο αυτής έννομο αγαθό της σωματικής ακεραιότητας ή της υγείας του ανθρώπου. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί ο δράστης που από πρόθεση διατάραξε την ασφάλεια της υδάτινης συγκοινωνίας και από την οποία διατάραξη επήλθαν σωματικές βλάβες σε άλλους, από αμέλεια του ίδιου δράστη, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη του άρθρου 291 παρ. 1γ του ΠΚ και συγχρόνως για το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 παρ. 1 ΠΚ), αλλά θα κηρυχθεί ένοχος της πρώτης των πράξεων αυτών.
Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη τεσσάρων μελών, των Αρεοπαγιτών Ιωάννη Σίδερη, Γεωργίου Γεωργέλλη, Κωνσταντίνου Φράγκου και Βασιλείου Φράγγου, με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα πλοίαρχο Χ και σε σχέση με τα εγκλήματα της κακουργηματικής διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο και ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια και κατά συρροή, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου ποινικές διατάξεις (άρθρα 27, 291 παρ. 1γ', 278 ΠΚ, 14 περ. γ’ Β.Δ. 683/1960 και 187 Β.Δ. 187/1973 και 28, 94 παρ. 1, 2, 302, 314 ΠΚ, ), δεχθέν ότι μεταξύ των εγκλημάτων της κακουργηματικής διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας, με επελθόντα θάνατο ανθρώπων (άρθρο 291 παρ. 1γ' ΠΚ) και των εντεύθεν προκληθεισών κατά συρροή ανθρωποκτονιών από αμέλεια και σωματικών βλαβών από αμέλεια, υπάρχει πραγματική συρροή εγκλημάτων, και όχι φαινομένη τοιαύτη, με αποτέλεσμα οι εν λόγω 80 ανθρωποκτονίες από αμέλεια και οι 67 σωματικές βλάβες από αμέλεια να μην απορροφώνται από το (βασικό) έγκλημα της διατάραξης της ασφάλειας της υδάτινης συγκοινωνίας με ενδεχόμενο δόλο (άρθρα 291 παρ. 1γ' ΠΚ), και ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια σχετικός λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά αμελείας που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα πλοίαρχο, τα οποία στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων των ανθρωποκτονιών και των σωματικών βλαβών από αμέλεια, είναι αυτοτελή, ανεξάρτητα, δεν ταυτίζονται με εκείνα που προηγήθηκαν χρονικά και επέφεραν την πρόσκρουση του πλοίου στις βραχονησίδες και το ναυάγιο και στηρίζουν αποκλειστικά το από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο) τελεσθέν κακούργημα της διατάραξης της υδάτινης συγκοινωνίας, από μόνα τους δε, επακολουθήσαντα χρονικά, του συνεπεία του πρώτου εγκλήματος της διατάραξης επελθόντος ναυαγίου, δεν στηρίζουν την άνω διατάραξη της υδάτινης συγκοινωνίας, αλλά στηρίζουν αυτοτελώς και αποκλειστικά τις ανθρωποκτονίες και τις σωματικές βλάβες από αμέλεια. Επίσης, διότι αντικείμενο της αποδοχής του κατηγορουμένου σε καθένα από τα αδικήματα αυτά είναι διαφορετικό και οι εφαρμοστέες ως άνω ποινικές διατάξεις προστατεύουν διαφορετικό έννομο αγαθό. Άλλωστε, οι περιπτ. β και γ του 291 ΠΚ δεν καλύπτουν γραμματικά και τις επελθούσες σωματικές βλάβες από αμέλεια. Συνεπώς, τα άνω συρρέοντα εγκλήματα ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια δεν απορροφώνται από το άνω έγκλημα της κακουργηματικής διατάραξης υδάτινης συγκοινωνίας με πρόκληση θανάτου. Ένα μέλος του Δικαστηρίου (ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας) διετύπωσε της εξής γνώμη: Από τη γραμματική διατύπωση και τη λογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 291 του Π.Κ. προκύπτει ότι, αφενός μεν για τη συγκρότηση του προβλεπόμενου, με την παράγραφο 1, από δόλο εγκλήματος απαιτείται η επέλευση ενός αποτελέσματος (κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου σε άνθρωπο ή θάνατο ανθρώπου), για το οποίο πρέπει, κατά το άρθρο 29 του Π.Κ., να συντρέχει αμέλεια του δράστη, αφετέρου δε καθίσταται ανεφάρμοστη η αμέσως προηγούμενη, με βάση το επερχόμενο αποτέλεσμα, περίπτωση συγκροτήσεως του αδικήματος αυτού, προσδίδοντας σ' αυτήν επικουρικό χαρακτήρα, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αμέσως επόμενης περιπτώσεως, η οποία και μόνον εφαρμόζεται. Έτσι η τρίτη (υπό στοιχείο γ' της παραγράφου 1) περίπτωση πραγματώσεως του κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος της διαταράξεως της ασφάλειας σιδηροδρομικής ή υδάτινης συγκοινωνίας ή αεροπλοΐας εξαντλείται με την από δόλο, έστω και ενδεχόμενο, παράβαση των σχετικών διαταγμάτων και κανονισμών και την, κατά την πραγμάτωση αυτών των παραβάσεων, από αμέλεια του δράστη, επέλευση του θανάτου (ενός οποιουδήποτε) ανθρώπου. Η από αμέλεια του δράστη επέλευση του θανάτου ή σωματικών βλαβών και άλλων, πέραν του ενός, ανθρώπων δεν καλύπτεται με την ανωτέρω ποινική διάταξη και θεμελιώνει αυτοτελείς νομοτυπικές μορφές των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά συρροή για το καθένα από αυτά (άρθρα 302 και 314 του Π.Κ., αντιστοίχως, σε συνδυασμό με το άρθρο 94 παρ. 2 του Π.Κ.), διότι: 1) Εξεταζόμενη η παράγραφος 1 του άρθρου 291 του Π.Κ., δεν περιέχει αυτοτελώς τιμωρούμενο βασικό αδίκημα και επιβαρυντικές περιπτώσεις εκ του αποτελέσματος, αλλά διαπλάθει τρεις αυτοτελείς νομοτυπικές μορφές του εγκλήματος, διαβαθμιζόμενης βαρύτητας εκ του αποτελέσματος, ανάλογα με το είδος και τη σπουδαιότητα του προσβαλλόμενου ή διακινδυνευόμενου έννομου αγαθού, ενώ η επέλευση αυτού του αποτελέσματος από αμέλεια τιμωρείται και αυτοτελώς μόνον στην τελευταία περίπτωση. 2) Κατά γενική αρχή του ποινικού δικαίου ως προς τα εγκλήματα των άρθρων 302 και 314 του Π.Κ., επειδή προσβάλλουν προσωποπαγή έννομα αγαθά (σωματικής ακεραιότητας και ζωής), είτε τελούνται με μία είτε με περισσότερες πράξεις αξιολογούνται ιδιαιτέρως το καθένα και εφαρμόζονται ως προς αυτά οι περί συρροής διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ., δεν είναι δε επιτρεπτή η αθροιστική ποινική αξιολόγησή τους από το δικαστήριο ούτε η ως προς αυτά εφαρμογή των διατάξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. 3) Ενόψει τούτων, η επιλογή του νομοθέτη να αρκεί η από αμέλεια του δράστη επέλευση του θανάτου ενός και μόνον ανθρώπου για τη συγκρότηση του βαρύτερου εγκλήματος της τρίτης περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 291 Π.Κ. είναι συνειδητή. Αντίθετα, στην αμέσως προηγούμενη ελαφρότερη περίπτωση πραγματώσεως του εγκλήματος, με το αυτό έννομο αγαθό σε διακινδύνευση, δεν αποκλείεται να αφορά περισσότερους του ενός ανθρώπους, ενώ όταν στην περίπτωση αυτή συντελούνται και σωματικές βλάβες από αμέλεια, που δεν περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1β του άρθρου 291, υπάρχει συρροή περισσοτέρων εγκλημάτων. 4) Εφόσον όμως με συνειδητή νομοθετική επιλογή δεν έχει περιληφθεί (και αποκλείσθηκε) για τη συγκρότηση του εγκλήματος της τελευταίας περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 291 Π.Κ. ο θάνατος περισσοτέρων του ενός ανθρώπων, δεν είναι επιτρεπτή διασταλτική ερμηνεία - που προϋποθέτει μη ηθελημένο νομοθετικό κενό - για να διευρυνθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, ώστε να περιλάβει περισσότερα αυτοτελή από αμέλεια εγκλήματα κατά της ζωής, ενόψει του προσβαλλόμενου με αυτό προσωποπαγούς έννομου αγαθού, πέραν του από αμέλεια του δράστη θανάτου ενός και μόνον ανθρώπου. 5) Ευρισκόμενες έτσι έξω από την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ., οι πλέον της μιας ανθρωποκτονίες (και σωματικές βλάβες) από αμέλεια, οι οφειλόμενες σε διατάραξη της ασφάλειας των σιδηροδρομικών ή υδάτινων συγκοινωνιών ή της αεροπλοΐας, δεν είναι νοητή απορρόφησή τους από τη διάταξη του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. 6) Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από τον καθορισμό πλαισίου ποινής καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών ή ισόβιας, που υπαγορεύθηκε προφανώς στην τελευταία περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 291 Π.Κ. από την ανάγκη συνεκτιμήσεως ως επιβαρυντικών περιστάσεων των πιθανώς επί πλέον προκληθέντων, με τη διατάραξη των σιδηροδρομικών ή υδάτινων συγκοινωνιών ή της αεροπλοΐας, κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ανθρώπου, κατά τις επικουρικώς προβλεπόμενες και φαινομενικώς συρρέουσες με την τελευταία, όταν πραγματώνεται, δύο πρώτες περιπτώσεις της ίδιας παραγράφου, για τις οποίες απειλείται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών και πρόσκαιρης καθείρξεως αντιστοίχως. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από την προσεκτική παρατήρηση και σύγκριση των ελαχίστων και μεγίστων ορίων ποινών στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 291 του Π.Κ., που διαμορφώνονται αναλόγως με την ως άνω λογική αφετηρία και στη βάση της γενικής αρχής ότι, εφόσον το επερχόμενο αποτέλεσμα δεν αφορά προσβολή προσωποπαγών εννόμων αγαθών και δεν τιμωρείται αυτοτελώς, τελούμενο από αμέλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση διακινδυνεύσεως ανθρώπου της περιπτώσεως β', τότε δεν αποκλείεται διασταλτική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως. 7) Καθορίζοντας ο νομοθέτης, για την περίπτωση διακινδυνεύσεως ανθρώπου ή ανθρώπων (παρ. 1β του άρθρου 291 Π.Κ.), πλαίσιο ποινής πρόσκαιρης καθείρξεως (5-20 ετών) και για την περίπτωση θανάτου ανθρώπου (παρ. 1γ του άρθρου 291 Π.Κ.) ελάχιστο μεν όριο ποινής προσαυξημένο από το αντίστοιχο της παρ. 1β κατά 5 έτη (από 5 σε 10 έτη καθείρξεως), ανώτατο δε όριο ποινής, ελλείψει άλλης ενδιάμεσης διαβαθμίσεως μετά την εξάντληση του ανώτατου ορίου πρόσκαιρης καθείρξεως στην παρ. 1β, την ισόβια κάθειρξη, καθίσταται πρόδηλο ότι περιέχεται ως λογικό υπόβαθρο, στην περίπτωση της παραγράφου 1γ του άρθρου 591 του Π.Κ., να καλύπτεται η ποινική απαξία μιας και μόνον ανθρωποκτονίας από αμέλεια υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυξημένης βαρύτητας που δικαιολογούν για τη διακινδύνευση και ενός μόνον ανθρώπου τουλάχιστον κάθειρξη 5 ετών, όχι δε απεριόριστου αριθμού ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια -ενόψει μάλιστα και των ισχυόντων ορίων ποινών για καθένα από τα συρρέοντα αδικήματα - υπό οποιαδήποτε πιθανή εκδοχή συγκροτήσεως του εγκλήματος του άρθρου 291 του Π.Κ.. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που δεν υπολόγισε για τη συγκρότησή του κατά το άρθρο 291 παρ. 1γ του Π.Κ. εγκλήματος τη μία (πρώτη) από τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια, εσφαλμένως ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1, 29, 94, 302 και 314 του Π.Κ. και θα έπρεπε αυτή να αναιρεθεί, κατά το μέρος αυτό, ως προς τον αναιρεσείοντα Χ, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, ενώ θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος που αποδίδεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, διότι το Εφετείο έκρινε, ότι δεν απορροφώνται οι πέραν της μιας ανθρωποκτονίες από αμέλεια και σωματικές βλάβες από αμέλεια από το έγκλημα της παραγράφου 1 περίπτωση γ του άρθρου 291 Π.Κ. και συρρέουν με αυτό.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει ο λόγος αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, εκτός εκείνου που αναίρεσε η παραπεμπτική υπ’ αριθ. 1530/2008 απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα X και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που τον κήρυξε ένοχο ξεχωριστά για τα πλημμελήματα των ανθρωποκτονιών και των σωματικών βλαβών κατά συρροή από αμέλεια. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β΄, 370 εδ. β΄ και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ’ αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση οι πράξεις των ανθρωποκτονιών (80) και των σωματικών βλαβών (67) από αμέλεια, κατά συρροή (άρθρα 28, 94 παρ. 1, 302 παρ. 1 και 314 παρ. 1 ΠΚ (για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος (προαναφερόμενα άρθρα και 18 του ΠΚ) φέρεται δε ότι τελέσθηκαν στον Πειραιά και στις βραχονησίδες «...» σε απόσταση ενάμισι (1,5) ναυτικού μιλίου από τον όρμο Παροικιάς Πάρου την 26-9-2000, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου (19-11-2009) πολύ δε περισσότερο μέχρι τη διάσκεψη και τη δημοσίευση της παρούσης απόφασης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε μη βάσιμος, πρέπει κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 511 εδ. γ ΚΠΔ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για τις ως άνω πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό, απαλειφθεί δε το μέρος των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης οι οποίες αφορούν τις ποινές που επιβλήθηκαν στον ως άνω αναιρεσείοντα για τα εγκλήματα αυτά, ήτοι των δύο (2) ετών για κάθε μία ανθρωποκτονία από αμέλεια και των οκτώ (8) μηνών για καθεμία σωματική βλάβη από αμέλεια και της από αυτές προελθούσας επαύξησης της συνολικής ποινής της κάθειρξης των έντεκα (11) ετών, έντεκα (11) μηνών και είκοσι πέντε (25) ημερών κατά έξι (6) έτη, πέντε (5) μήνες και είκοσι πέντε (25 ημέρες), λαμβάνοντας υπόψη ότι η επαύξηση της βαρύτερης ποινής της κάθειρξης των πέντε (5) ετών ήταν είκοσι πέντε (25) ημέρες για κάθε μία από τις ανθρωποκτονίες από αμέλεια και συνολικά 2000 ημέρες και πέντε (5) ημέρες για κάθε μία των 67 σωματικών βλαβών και συνολικά 335 ημέρες, ήτοι συνολικά 2335 ημέρες ίσον 77 μήνες και 25 ημέρες ίσον 6 έτη 5 μήνες και 25 ημέρες, ώστε να διατηρηθεί μόνο η συνολική ποινή της κάθειρξης των πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών που επιβλήθηκε σ’ αυτόν μετά την προσμέτρησή τους για το κακούργημα του άρθρου 291 παρ. 1 γ ΠΚ (κάθειρξη πέντε έτη) και για τα συρρέοντα πλημμελήματα της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια (φυλάκιση 18 μηνών) και της μη αυτοπρόσωπης διεύθυνσης του πλοίου (φυλάκιση 10 μηνών), ήτοι κάθειρξη πέντε (5) έτη + φυλ. 4 μηνών + φυλ. 2 μηνών, ίσον κάθειρξη 5 έτη και 6 μήνες.
Κατά τη γνώμη ενός μέλους του Δικαστηρίου (του αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα), ως προς το περιλαμβανόμενο στην αντικειμενική υπόσταση του κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. βαρύτερο αποτέλεσμα του «θανάτου» ανθρώπου – ενός κατά τη μειοψηφούσα γνώμη που εκτίθεται σε προηγούμενη θέση της παρούσας και οποιουδήποτε αριθμού θανάτων ανθρώπων κατά την επικρατούσα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό, η οποία και ενδιαφέρει την υπόθεση στη συνέχεια – θα έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου, προκειμένου να υπολογισθεί στην ενιαία ποινή του ως άνω κακουργήματος και η ποινική απαξία του θανάτου ανθρώπων που κρίθηκαν ως αυτοτελή συρρέοντα εγκλήματα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, να μην παύσει δε οριστικά η ποινική δίωξη τούτων λόγω παραγραφής τους ως πλημμελημάτων για τους εξής λόγους: 1) Η ύπαρξη της κακουργηματικής μορφής του κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ., που έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο ανθρώπου, προϋποθέτει, εφόσον το βαρύτερο αποτέλεσμα συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής του υποστάσεως, ενεργό ως προς αυτό ευθύνη του δράστη, ενώ αν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο τούτου με την εφαρμογή από το Δικαστήριο των περί παραγραφής του ως αυτοτελούς πλημμελήματος διατάξεων και πριν από την επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου με συνυπολογισμό της ποινικής απαξίας όλων των θανάτων ανθρώπων, στερείται η καταδικαστική απόφαση από νόμιμη βάση. 2) Εφόσον, κατά την επικρατούσα στο Δικαστήριο αυτό ερμηνευτική εκδοχή, όλοι οι θάνατοι από αμέλεια του δράστη περιλαμβάνονται δι’ απορροφήσεως στην αντικειμενική υπόσταση του κακουργήματος του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. και είναι εσφαλμένη η από το Εφετείο, κατά μετατροπή της αρχικής κατηγορίας για ανθρωποκτονίες με ενδεχόμενο δόλο, καταδίκη του κατηγορουμένου (πέρα από το βασικό έγκλημα) και για ανθρωποκτονίες από αμέλεια κατά συρροή, θα έπρεπε να γίνει επανόρθωση του σφάλματος του Εφετείου, ώστε να συνεκτιμηθούν, κατά τη συνολική ποινική απαξία τους, οι θάνατοι ανθρώπων ως προσδιοριστικά στοιχεία της βαρύτητας του ως άνω κακουργήματος. Διότι τόσο με την ποινική δίωξη όσο και με τη μετατροπή της κατηγορίας από το Εφετείο η ποινική απαξία των θανάτων κατά το ναυάγιο του πλοίου είχε αποχωρισθεί από το κακούργημα του άρθρου 291 παρ. 1γ Π.Κ. και υποβλήθηκε αυτοτελώς σε ποινική αξιολόγηση, χωρίς να ληφθεί υπόψη στο βασικό έγκλημα, τουλάχιστον στο σύνολό της και πέρα από το μέτρο του θανάτου ενός ανθρώπου που εμπίπτει στη νομοτυπική μορφή του προαναφερόμενου κακουργήματος. 3) Ως στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του κακουργήματος του άρθρου 291 παρ.1γ του Π.Κ. οι από αμέλεια του δράστη θάνατοι ανθρώπων πρέπει να συνεκτιμώνται στο σύνολο της βαρύτητάς τους κατά την επιμέτρηση της ποινής του κατηγορουμένου (άρθρο 79 του Π.Κ.) και δεν είναι νόμιμο, πριν συμβεί αυτό, να υποβάλλονται σε ιδιαίτερη παραγραφή ως πλημμελήματα ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στη βάση όχι της ορθή κρίσης του Ακυρωτικού, αλλά της εσφαλμένης κρίσης του ουσιαστικού Δικαστηρίου, η οποία θα έπρεπε να επαναληφθεί χωρίς το νομικό σφάλμα της και να κρίνει τούτο ενιαίως την ποινική απαξία όλων των θανάτων στα πλαίσια του κακουργήματος, χωρώντας στη συνέχεια στην παραγραφή της κατηγορίας για τα πλημμελήματα ανθρωποκτονιών από αμέλεια. 4) Η εφαρμογή της ερμηνευτικής εκδοχής της απορροφήσεως από το κακούργημα του άρθρου 291 παρ. 1γ του Π.Κ. όλων των αποτελεσμάτων της προκλήσεως ναυαγίου, που συνιστούν προσβολές προσωποπαγών εννόμων αγαθών, ως επιεικέστερη εκείνης της αυτοτέλειας των ανθρωποκτονιών από αμέλεια, δεν θα προσέκρουε στην με το άρθρο 470 του Κ.Ποιν.Δικ. καθιερούμενη αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του ασκήσαντος ένδικο μέσο κατηγορουμένου, την οποία θα όφειλε επίσης να λάβει υπόψη και το Εφετείο κατά τη νέα επιμέτρηση της ποινής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθ. 349/2006, 183/2007, 185/2007 και 242/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνον όσον αφορά τον αναιρεσείοντα X.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του ως άνω αναιρεσείοντος για το ότι στις 26.9 2000 στον Πειραιά και στις βραχονησίδες «...», σε απόσταση ενάμισι (1,5) ναυτικού μιλίου από τον όρμο της ..., με μία πράξη του τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα. Αν και λόγω του επαγγέλματός του (ως πλοίαρχος του πλοίου «Ε... Σ...» ήταν υπόχρεος να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από έλλειψη της προσοχής αυτής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει: α) ανθρωποκτονίες κατά συρροή από αμέλεια και β) σωματικές βλάβες κατά συρροή από αμέλεια. Ειδικότερα: ενώ από τις συμπεριφορές αυτού και του AA, που ανωτέρω περιγράφηκαν, επήλθε πρόσκρουση του πλοίου στην βόρεια των βραχονησίδων «...» και ακολούθησε κατάκλιση αυτού, λόγω των ανοικτών υδατοστεγών θυρών που είχε αφήσει ανοικτές αυτός, κατά παράβαση του 333/2000 πιστοποιητικού ασφαλείας του πλοίου και δεν έκλεισε, μετά την πρόσκρουση, τις εξ αυτών W3 και W4, ο ΓΓ, Α' Μηχανικός, στη συνέχεια αυτός δεν σήμανε συναγερμό γενικής κατάστασης ανάγκης, προκειμένου να ειδοποιηθεί το πλήρωμα και να προβεί έγκαιρα και οργανωμένα στη διαδικασία εγκατάλειψης από τους επιβάτες του πλοίου «Ε... Σ...» (το οποίο άλλωστε πλήρωμα με προηγούμενες παραλείψεις του ανωτέρω, που προαναφέρθηκαν, ούτε είχε εκγυμνασθεί κατάλληλα, ούτε είχε αφομοιώσει τους πίνακες διαίρεσης). Από τις συγκλίνουσες δε συμπεριφορές των ανωτέρω (X, AA, BB και ΓΓ), όπως αναφέρθηκαν τόσο στο παρόν κεφάλαιο, όσο και στα προηγούμενα υπ' αριθ. 1 και 2, επήλθε: α) θάνατος, συνεπεία πνιγμού, των εξής 80 από τους επιβαίνοντες και δη των: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) .., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ..., 31) ..., 32) ..., 33) ..., 34) ..., 35) ..., 36) ..., 37) ..., 38) ..., 39) ..., 40) ..., 41) ..., 42) ..., 43) ..., 44) ..., 45) ..., 46) ..., 47) ..., 48) ..., 49) ..., 50) ..., 51) ..., 52) ..., 53) ..., 54) ..., 55) ..., 56) ..., 57) ..., 58) ..., 59) ..., 60) ..., 61) ..., 62) ..., 63) ..., 64) ..., 65) ..., 66) ..., 67) ..., 68) ..., 69) ..., 70) ..., 71) ..., 72) ..., 73) ..., 74) ..., 75) ..., 76) ..., 77) ..., 78) ..., 79) ... και 80) ... και (β) προκλήθηκαν σωματικές κακώσεις στους εξής 67 εκ των επιβαινόντων και δη: 1) ..., μώλωπες, πυρετό, 2) ..., κάκωση σπονδύλου μέσης, 3) ..., κάκωση κρανίου, κάκωση αυχένα και μυϊκών ομάδων, 4) ..., επίμονη κεφαλαλγία, εμβοές, κρίσεις ημικρανίας, ίλιγγος, 5) ..., κάταγμα αγκώνα και καρπού, 6) ..., ρήξη τυμπανικού υμένος δεξιού ωτός, 7) ..., αυχενική κάκωση, 8) Ψ93, οξεία, εμπύρετη ασθματική βρογχίτιδα, αϋπνία, καταθλιπτικό συναίσθημα, κρίσεις πανικού, 9) Ψ28, αναπνευστικό πρόβλημα, αιμοπτύσεις, 10) ..., μώλωπες, υποθερμίες, 11) ..., κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και μικροαιματουρία, 12) ..., πολλαπλούς μώλωπες, μόλυνση δεξιάς χειρός, επιδείνωση σακχάρου, 13) ..., κακώσεις στην πλάτη και αρ. χέρι, 14) ..., αντιδραστική κατάθλιψη με έντονο άγχος και κρίσεις πανικού, καταθλιπτική διάθεση, αϋπνία, ανορεξία, καταθλιπτικό ιδεασμό με ιδέες αναξιότητας και ανημπόριας, 15) ..., τραυματισμό στον λαιμό, θλάση τενόντων χειρών, κάκωση (σπάσιμο) δοντιών, 16) Ψ46, κεφαλαλγίες, υψηλή πίεση, 17) ..., μώλωπες και εκδορές πολλαπλές, 18) ..., μώλωπες και άλγος στο στέρνο, 19) ..., μώλωπες, σοκ, 20) ..., μώλωπες, σοβαρό νευρικό κλονισμό, 21) Ψ20, κάκωση μετωπιαίας χώρας κρανίου, πολλαπλές εκδορές, κακώσεις μαλακών μορίων ραχιαίας επιφανείας, ΟΜ-κάκωση ποδ/κής αρθρ. ΔΕ και ραχιαίας επ. ΔΕ άκρων ποδών, 22) ..., σοβαρό αιμάτωμα στην ευαίσθητη περιοχή, πιθανό ρωγμώδες κάταγμα πλευρού, 23) Ψ42, χρόνια κατάθλιψη, 24) ..., επιφανειακά τραύματα, 25) Ψ45, κάκωση κεφαλής, χωρίς απώλεια συνειδήσεως, αυτόματο αιθουσαίο κεντρικό νυσταγμό, κάκωση στον υπερκλείδιο βόθρο αριστερά, αυχεναλγία, μικρή δεξιά οπισθοπλάγια κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου Α5-Δ6, καταθλιπτική συνδρομή, 26) Ψ51, κεντρική διάτρηση τύμπανου δεξιά, κάκωση θωρακοοσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλη, κάκωση υπερκλειδίου χώρας, κεφαλαλγία, κρίσεις πανικού, 27) ..., αυχενικό (μετακίνηση σπονδύλων), 28) ..., κάταγμα δεξιά πλευράς, 29) Ψ97, μώλωπες πολλαπλούς, κάκωση όνυχος στο μεγάλο δάκτυλο αριστ. ποδός, πνευμονία, 30) Ψ30, βρογχοπνευμονία, 31) Ψ77, κάταγμα πλευρών, 32) ..., αιμάτωμα στο κεφάλι, ιλίγγους, ζαλάδες, κεφαλαλγίες, 33) ..., για διάφορες αιτιάσεις, νοσηλεύθηκε επί τρεις (3) ημέρες στο Κ.Υ. Πάρου, 34) ..., εκδορές σε διάφορα σημεία του σώματος, 35) ..., οξεία συναισθηματική ψύχωση (καταθλιπτική συνδρομή με έντονη απορύθμιση της ψυχικής λειτουργίας και ισορροπίας, έντονες διαταραχές της σκέψης, αντίληψης και της προσωπικότητας), έντονη σωματομετατρεπτική συμπτωματολογία (ανορεξία, γαστρεντερικές διαταραχές, καταβολή, άτυπα ισχαιμικά καρδιολογικά επεισόδια, διαταραχές ρυθμού καρδιάς, πιέσεως), 36) ..., μώλωπες στο στήθος, σοβαρό νευρικό κλονισμό, 37) ..., τραυματισμό αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση στο άνω βλέφαρο, τραύμα βολβού, αποκόλληση γιαλύδου και πιθανή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, 38) ..., υψηλή πίεση, 39) ..., κάταγμα στη μέση, χαμηλά, 40) Ψ21, μώλωπες και εκδορές στα άκρα, 41) Ψ23, κακώσεις των δακτύλων της δεξιάς χειρός, 42) ..., κάκωση γονάτων, 43) ..., μώλωπες στα άνω άκρα, σοβαρό νευρικό κλονισμό, 44) ..., καταθλιπτική αγχώδη συνδρομή, 45) ..., κάκωση αυχένα, 46) Ψ32, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, θλάση αριστερού ποδός, 47) Ψ37, ευσυγκινησία, νευρικό κλονισμό, 48) ..., αγχώδη διαταραχή με σωματοποιητικά ενοχλήματα, επίμονη αϋπνία, ταχυκαρδία, εφιάλτες, ζάλη, 49) ..., μυϊκό άλγος στην πλάτη, εκχύμωση, μώλωπες στο πόδι, 50) ..., διαταραχή συναισθήματος, φοβικές εκδηλώσεις, άγχος, ευσυγκινησία και έντονα σωματοποιητικά ενοχλήματα, εκσεσεισμένη αϋπνία, ζάλη, ταχυκαρδία, 51) ..., ρήξη δεξιού ώμου, 52) ..., θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, 53) ..., κάκωση μυϊκή - συνδεσμική δεξιάς ωμικής χώρας, 54) ..., μέση εκκριτική ωτίτιδα, 55) ..., μετατόπιση μεταξύ του 4ου και 5ου σπονδύλου μέσης, 56) ..., εισρόφηση νερού, 57) ..., κρίσεις δύσπνοιας με βήχα και υποξυγοναιμία, 58) ..., αποσπαστική ρήξη οπισθίου χιαστού συνδέσμου αριστερού γόνατος, έντονα ενοχλήματα αυχενοβραχιόνιου συνδρόμου, 59) ..., καρδιακή αρρυθμία, 60) ..., μώλωπες στο πρόσωπο, 61) Ψ91, μώλωπες στο πρόσωπο, 62) ..., μετατόπιση δίσκων μέσης, 63) ..., μικροτραυματισμούς, 64) ..., πολλαπλές κακώσεις στο σώμα, 65) Ψ83, έντονη μετατραυματική διαταραχή, 66) ..., μώλωπες στον αριστερό αγκώνα και 67) ..., επικονδυλίτιδα άνω άκρου, τενοντίτιδα καμπτήρων, αγχώδη νεύρωση, έντονη κεφαλαλγία. Τα ανωτέρω αποτελέσματα τα πρόβλεψαν, αλλά πίστεψαν, ότι δεν θα επέρχονταν.
Απαλείφει από την άνω προσβαλλόμενη απόφαση, που αφορά τις ποινές που επιβλήθηκαν στον ως άνω αναιρεσείοντα, α) την ποινή της φυλάκισης των δύο (2) ετών, για την καθεμία από τις ογδόντα (80) ανθρωποκτονίες από αμέλεια και β) την ποινή της φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών για την καθεμία από τις εξήντα επτά (67) σωματικές βλάβες από αμέλεια, καθώς και την επαύξηση των έξι (6) ετών, των πέντε (5) μηνών και είκοσι πέντε (25) ημερών, ώστε να παραμείνει μόνον η επιβληθείσα ποινή της κάθειρξης των πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών, που αφορά τα άλλα συρρέοντα και για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, εγκλήματα: α) της διατάραξης της ασφαλείας της υδάτινης συγκοινωνίας από ενδεχόμενο δόλο, με περαιτέρω αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος ογδόντα (80) ατόμων από τους επιβαίνοντες στο πλοίο «Ε... Σ...», λόγω πνιγμού τους και να υποστούν σωματικές κακώσεις σε άλλους εξήντα (67) επιβαίνοντες στο ίδιο πλοίο, που οφειλόταν και σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, β) της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια και γ) της μη κυβέρνησης αυτοπροσώπως του ως άνω πλοίου κατά τον είσπλου και έκπλου εις λιμένας και άλλους επικίνδυνους διόδους, κατά τα αναφερόμενα, ως προς τα εγκλήματα αυτά, στο διατακτικό της ως άνω απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010 και 27 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταξύ των εγκλημάτων της διατάραξης της ασφάλειας των υδάτινων συγκοινωνιών από την οποία επήλθε θάνατος και των ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια, υπάρχει φαινομένη και όχι αληθινή συρροή, μόνον όμως εφόσον η αμελής συμπεριφορά εκ της οποίας προκλήθηκαν οι ανθρωποκτονίες και οι σωματικές βλάβες, εμπεριέχεται στη συμπεριφορά που προκάλεσε τη διατάραξη των συγκοινωνιών, πράγμα που είναι ουσιαστικό και κρίνεται εκάστοτε, το δε Εφετείο που έκρινε αντίθετα και δέχθηκε γενικά αληθινή συρροή των εγκλημάτων αυτών, παραβίασε το νόμο, ενώ κατά τη μειοψηφία δέκα έξι μελών, ορθά έκρινε το Εφετείο.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Διατάραξη ασφάλειας υδάτινων συγκοινωνιών.
| 2
|
Αριθμός 4/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 1.340/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ... και 2) ....
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του, καθώς και στο από 23 Ιανουαρίου 2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 599/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 18.3.2008 με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτ. 2610/21.3.2008), αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, Χ1, κατά της 1340/2007 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε κατ' έφεση ένοχος ψευδούς βεβαιώσεως κατά συρροή και παθητικής δωροδοκίας κατά συρροή (άρθρα 94 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 235 ΠΚ) και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, ανασταλείσα επί τριετίαν, καθώς και οι, με το από 23.1.2009 δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 26.1.2009 στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της αυτής αποφάσεως, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του άρ. 242 παρ. 1 του ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του, ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, όχι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης vα είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρ. 13 περ. α και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρ. 13 γ' του ΠΚ, και δημόσιο, κατά την έννοια του άρ. 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός, που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή ιδιωτικής φύσης και δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 235 του ΠΚ κατά την οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ο υπάλληλος ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει άμεσα με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτον, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου vα προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, προκύπτει όχι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρ. 13 εδ. α' και 263Α του ΠΚ, η οπό μέρους αυτού του ιδίου ή διό μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ.ΑΠ 6/1998). Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που ορίζονται στο νόμο και είναι, α) η απαίτηση του ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την παροχή του, μπορούν να εναλλαχθούν, και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Eξάλλου, κατά το άρθρο 263Α' ΠΚ, που τέθηκε αρχικά στον άνω Κώδικα με άρθρ. δεύτερο Ν.Δ. 1234/1972 και αντικαταστάθηκε με άρθρο 4 παρ. 4 Ν.1738/87, ορίζεται ότι: "για την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 239, 241, 242, 243, 245, 246, 252, 253, 255, 256, 257, 258, 259, 261, 262 και 203 263 υπάλληλοι θεωρούνται εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13, οι δήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα: α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερό, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέσων συγκοινωνίας ή επικοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης, β) σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, γ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου και από νομικά πρόσωπα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, εφ' όσον τα ιδρυτικά νομικά πρόσωπα συμμετέχουν στη διοίκησή τους ή, αν πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, στο κεφάλαιό της ή τα ιδρυμένα αυτά νομικά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης, δ) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου ή από τις πιο πάνω τράπεζες επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1340/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ψευδούς βεβαιώσεως και παθητικής δωροδοκίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ1 από το έτος 1994 και μέχρι και τις ... εργαζόταν στο δήμο Αντιρρίου με σύμβαση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και απασχολούνταν στην συσταθείσα από το δήμο δημοτική επιχείρηση της Γεφυροπλάστιγγας και ανάπτυξης του δήμου Αντιρρίου που είναι Ν.Π.Ι.Δ και του είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα της ζύγισης των φορτηγών αυτοκινήτων που διακινούνταν προς την πορθμειακή γραμμή Ρίου- Αντιρρίου και της έκδοσης των διπλοτύπων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών ζύγισης και διατελούσε σε σχέση εξάρτησης και υποταγής προς τα αρμόδια όργανα του δήμου Αντιρρίου. Έτσι σύμφωνα με όσα στην μείζονα νομική σκέψη αναφέρθηκαν ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Π.Κ και απορριπτέος ως αβάσιμος ο αντίθετος ισχυρισμός του. Στις ... τυγχάνοντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' του Π.Κ στα καθήκοντα του οποίου, όπως παραπάνω αναφέρθηκε ήταν η έκδοση και σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, εξέδωσε τις με αριθμ. θεώρησης ...και για ... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας... και ... φορτηγά αυτοκίνητα στις οποίες ανέγραψε ότι το μεικτό βάρος αυτών (φορτηγών και φορτίων) ήταν 27.390 kgr και 40.560 kgr, ενώ η αλήθεια είναι ότι το μικτό βάρος αυτών, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. θεώρησης ...και ...αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της Αναπτυξιακής Διακοινοτικής Επιχείρησης Ακταίου-Ρίου της Νομαρχίας Αχαΐας ήταν για το μεν η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 32.310 kgr, για το δε υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 47.950 kgr, προέβη δε στις πράξεις του αυτές με σκοπό να αποφύγουν οι οδηγοί των ανωτέρω αυτοκινήτων το πρόστιμο που θα τους επιβάλλετο καθόσον ήταν υπέρβαροι για την μεταφορά τους με το πλοίο από το Αντίρριο στο Ρίο. Στο ίδιο επίσης παραπάνω τόπο και χρόνο όντας υπάλληλος, όπως παραπάνω, κατά παράβαση των καθηκόντων του, έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα οιασδήποτε φύσης προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αντίκειται σε αυτά και συγκεκριμένα έλαβε από τους συγκατηγορουμένους του, οδηγούς των παραπάνω φορτηγών, το χρηματικό ποσό των 10.000 δρχ. από καθένα, προκειμένου να αναγράψει στα ζυγολόγια που εξέδωσε ψευδές, μεικτό βάρος των αυτοκινήτων τους, όπως παραπάνω αναφέρεται. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις απολογίες των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων ενώπιον αυτού του δικαστηρίου που ήταν σαφείς και κατηγορηματικές και ταυτίζονται με αυτές που έδωσαν ενώπιον του πρωτοδίκου - δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης καθώς και από τις παραπάνω αναφερόμενες 4 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, που αναγνώσθηκαν και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ενώπιον αυτού του δικαστηρίου από τα οποία αποδεικτικά μέσα τα τελευταία (4 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας) ενισχύουν τις πιο πάνω απολογίες σχετικά με την πράξη της δωροδοκίας. Δεν κρίνονται πειστικά όσα ο μάρτυρας υπεράσπισης και ο πρώτος κατηγορούμενος απολογούμενος κατέθεσαν.
Συνεπώς δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 211 α' Κ.Π.Δ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πρώτος των κατηγορούμενων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι μέχρι την τέλεση των πιο πάνω πράξεων έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Μετά τα παραπάνω πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και αναφέρονται στο διατακτικό με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου ( άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ". Στη συνέχεια το δικάσαν Εφετείο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως κατά συρροή και της δωροδοκίας (παθητικής) επίσης κατά συρροή και ειδικότερα του ότι: " στο Αντίρριο Ναυπακτίας, στις ...τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις, ήτοι: 1.Τυγχάνοντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περίπτωση α' του Ποινικού Κώδικα στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του ως υπάλληλος στη γεφυροπλάστιγγα του Δήμου Αντιρρίου, εξέδωσε τις με αριθμ. θεώρησης ....και ...αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν τα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... και ... φορτηγά αυτοκίνητα στις οποίες ανέγραψε ότι το μικτό βάρος αυτών (φορτηγών και φορτίων) ήταν 27.390 Kgr και 40.560 Kgr, αντίστοιχα, ενώ η αλήθεια είναι ότι το μικτό βάρος αυτών, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. θεώρησης ...και ...αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της Αναπτυξιακής Διακοινοτικής Επιχείρησης ΑΚΤΑΙΟΥ-ΡΙΟΥ της Νομαρχίας Αχαΐας ήταν για, το μεν υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 32.310 Κgr για το δε υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο 47.950 Kgr, προέβη δε στην πράξη του αυτή με σκοπό να αποφύγουν οι οδηγοί των ανωτέρω αυτοκινήτων το πρόστιμο που θα τους επιβάλλετο καθόσον ήταν υπέρβαροι, για τη μεταφορά τους με το πλοίο από το Αντίρριο στο Ρίο. 2.Ως υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, έλαβε άμεσα για τον εαυτό του ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αντίκειται σε αυτά. Ειδικότερα, ενεργώντας υπό την ως άνω ιδιότητα του, έλαβε από τους συγκατηγορούμενούς του το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών από τον καθένα, προκειμένου να αναγράψει στα ζυγολόγια που εξέδωσε ψευδές μικτό βάρος των αυτοκινήτων των όπως παραπάνω αναφέρεται. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο ότι έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Κατόπιν αυτών, το άνω Δικαστήριο, αφού αναγνώρισε στον κατηγορούμενο το πιο πάνω ελαφρυντικό, επέβαλε σε αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά., το οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1, 83, 84 παρ. 2, 94 παρ. 1, 242 παρ. 1 και 235 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1340/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και υπερασπίσεως ..., αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1)από την απλή ανάγνωση του κλητηρίου θεσπίσματος, προκύπτει ότι σε αυτό δεν αναγράφεται η παρεπόμενη ποινή που προβλέπεται από την ΠΚ 263, η μη αναγραφή δε αυτή επιφέρει σχετική ακυρότητα, την οποία προέβαλε κατά την εμφάνισή του στο ακροατήριο και έτσι αυτή δεν καλύφθηκε, αφού ουσιαστικά για την παράλειψη αυτή το Δικαστήριο δεν απάντησε, με συνέπεια την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως, στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι αναγκαίο να περιέχονται με ποινή ακυρότητας αυτού, διατάξεις που προβλέπουν την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων (ΠΚ 61 και 63) επί καταδίκης σε φυλάκιση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν προσδιορίζουν την πράξη και η επιβολή της παρεπόμενης ποινής είναι θέμα ουσίας (αρ. 1 και 2 του δικογράφου της αιτήσεως). Η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε αυτόν ως υπάλληλο κατά το άρθρο 13 περ. α' ΠΚ στη δημοτική επιχείρηση Γεφυροπλάστιγγας του Δήμου Αντιρρίου του Δήμου Αντιρρίου, ενώ ήταν εργάτης, όπως έτσι χαρακτηρίζεται στη συστατική απόφαση του Νομάρχη Αιτωλοακαρνανίας με στοιχεία ΕΣ 4657/1994, για σύσταση του νομικού αυτού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν ασκούσε κρατική εξουσία, χωρίς η απόφαση αυτή να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Όμως, κατά τα άνω εκτεθέντα, κατά την 263Α' του ΠΚ, για την εφαρμογή, εκτός άλλων, και των διατάξεων των άρθρων 235, 242, υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν σε ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την παροχή στο κοινό μέσων συγκοινωνίας ή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκαν από ΟΤΑ, όπως είναι και το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ιδρύθηκε από το Δήμο Αντιρρίου και προσέφερε τις υπηρεσίες του ο αναιρεσείων, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της εργασιακής του σχέσεως στο συστατικό του άνω νομικού προσώπου έγγραφο, αφού με τη νεότερη του άρθρου 13 ΠΚ, διάταξη της ΠΚ 263Α', η έννοια του υπαλλήλου στα άρθρα (εκτός άλλων και) 235, 242 ΠΚ επεκτείνεται, κύριο δε χαρακτηριστικό της υπαλληλικής σχέσεως είναι η σχέση υποταγής και εξάρτισης, ενώ αρκεί σχέση ιδιωτικού δικαίου, χωρίς να είναι ανάγκη η θέση του να είναι νομοθετημένη ή να είχε την ελληνική ιθαγένεια ή να είναι πλήρους απασχόλησης, ενώ υπάγεται στη σχέση αυτή και ο de facto υπάλληλος (βλ. Μ.Μαργαρίτη, Ποιν.Κωδ. 2η έκδ. (2009) και εκεί παραπομπές στη νομολογία, άρθρ. 13 αρ. 2 και 3, σελ. 34, 35) - αρ. 3 του δικογράφου της αιτήσεως και με στοιχ.
ΙΙ των προσθέτων λόγων-. 3) Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του για να οδηγηθεί στην καταδίκη του (αναιρεσείοντος) στήριξε το σκεπτικό της στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του, κατά παράβαση του άρθρου 211Α' ΚΠΔ. 'Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της άνω αποφάσεως, το εν λόγω Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, όχι αποκλειστικά στις απολογίες των συγκατηγορουμένων του, αλλά και στα αναφερόμενα στο πιο πάνω σκεπτικό, άλλα αποδεικτικά μέσα (αριθμ. 4 του δικογράφου της αιτήσεως και στοιχ.
ΙΙΙ των προσθέτων λόγων), 4) Επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, διότι δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο υπερασπίσεώς του,Χ1, να υποβάλει ερωτήσεις προς τους παρόντες συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι είχαν χωριστή υπεράσπιση, κατά παράβαση και του άρθρ. 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ και άρθρ. 14 παρ. 3 στ. δ' του ΔΣΑΠΔ. Όμως, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα από τον κατηγορούμενο αυτό ή το συνήγορό του, δοθέντος ότι η άσκηση του παραπάνω δικαιώματος προϋποθέτει υποβολή σχετικού αιτήματος (στοιχ. Ι του δικογράφου των προσθέτων λόγων). Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2610/21.3.2008 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση και τους από 23.1.2009 πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1.340/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση κατά συρροή - Παθητική δωροδοκία κατά συρροή. Έννοια όρων. Αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετοι λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Έννοια υπαλλήλου για την εφαρμογή των διατάξεων 235 και 242 ΠΚ κατ' άρθρο 13 και του νεοτέρου 263Α΄ ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση, Πρόσθετοι λόγοι, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Αριθμός 4/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Πατινίδη Αντιπροέδρους, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Σπυρίδων Φιλιώτης, που κατέθεσε προτάσεις.
Της καθής η κλήση - αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Επιχείρησης με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε" (ΔΕΗ Α.Ε) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωσταντίνος Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.12.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1438/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17.5.2006 αίτησή του.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 103/2009 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τον αναφερόμενο στο αιτιολογικό της πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 15.4.2009 κλήση του καλούντος, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε ότι πρέπει ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αρ.1 παραπεμπόμενος στην Ολομέλεια λόγος αναιρέσεως να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 11η Φεβρουαρίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Διονύσιος Γιαννακόπουλος Αντιπρόεδρος και οι Δημήτριος Μουστάκας, Ιωάννης Παπαδόπουλος και Δημήτριος Τίγγας, Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-4-2009 κλήση του αναιρεσείοντος νομίμως φέρεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1438/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 103/2009 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2 εδ. β' ΚΠολΔ, γιατί η παραπάνω απόφαση επί του λόγου αυτού αναίρεσης έχει ληφθεί με πλειοψηφία μιας ψήφου. Με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ. Με το άρθρο 2 αυτού, το προσωπικό διακρίνεται σε τακτικό, που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του Κανονισμού και στο έκτακτο, που είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης. Το άρθρο 4 του Κανονισμού ορίζει ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες και βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ορισμένος αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση οργανικής θέσεως. Στο άρθρο 5 παρ. 1, 2, 3 ορίζεται ότι ουδείς προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός, ότι η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που μπορεί να ανανεωθεί μέχρι συμπληρώσεως χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό και ότι η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατωτέρας βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του Διοικητή μετά από πρόταση της ιεραρχίας. Κατά το άρθρο 6 του Κανονισμού, ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος υπηρεσίας μισθωτού ως εκτάκτου θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο ο οποίος απαιτείται κατά το άρθρο 22 του Κανονισμού για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή, θεωρούμενος ως διανυθείς στο μισθολογικό κλιμάκιο της εντάξεως. Εξάλλου, με την από 5.10.1989 Ειδική ΣΣΕ της ΔΕΗ και δη με το άρθρο 9 παρ. 1 αυτής ορίσθηκε ότι "ο προηγηθείς της εντάξεως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας που διανύθηκε στην επιχείρηση οποτεδήποτε και με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας, (συνεχούς ή διακοπτόμενης), προσμετράται για την μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν προσμετράται ο κατά τα άνω χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στις περιπτώσεις λύσης της σύμβασης της εργασίας λόγω αδικαιολόγητης απουσίας, επιβολής ποινής απολύσεως για πειθαρχικά παραπτώματα ή τρίτης στασιμότητας". Επίσης, με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 9 ορίσθηκε ότι "η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους τακτικούς κατά την 1.1.1986 μισθωτούς θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου (μ. κ.) που κατείχαν κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθέμενης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία εν τω μεταξύ έχουν προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων των άρθρων 4, 22 και 23 του ΚΚΠ/ΔΕΗ. Οι ως άνω υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού, οι δε προκύπτουσες από αυτές οικονομικές συνέπειες σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να ανατρέξουν σε χρόνο πριν από την 1.1.1986". Ακολούθως, με την από 25.4.1991 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ Κεφ. Δ' παρ. II ορίσθηκε ότι "Διευκρινίζοντας και συμπληρώνοντας την παρ. 9 της από 5.10.89 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ, ορίζεται ότι: 1.0 πραγματικός και ευδόκιμος χρόνος μαθητείας στην Πρότυπη Σχολή Μαθητείας ΔΕΗ και στη Σχολή Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης Τεχνιτών ΔΕΗ, κατά περίπτωση, των μισθωτών αποφοίτων των υπόψη Σχολών, που πραγματοποιήθηκε πριν από την πρόσληψη τους στην Επιχείρηση, συνυπολογίζεται στον, κατά το άρθρο β του ΚΚΠ/ΔΕΗ, προβλεπόμενο χρόνο και προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική τους εξέλιξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. 2.Η προσμέτρηση του ως άνω χρόνου για τους αποφοίτους των υπόψη Σχολών θα γίνει ως εξής: 2.1.Για τους ήδη τακτικούς μισθωτούς, κατά την ημερομηνία ισχύος της παρούσας ΕΣΣΕ, με ανάλογη μετατόπιση της ημερομηνίας χορήγησης των μισθολογικών κλιμακίων στα οποία έχουν προαχθεί από την κατάταξη τους στο τακτικό προσωπικό και μετέπειτα. 2.2. Για όσους μέλλουν να καταταγούν στο τακτικό προσωπικό, μετά την ημερομηνία ισχύος της παρούσας ΕΣΣΕ, με ανάλογη μετατόπιση της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσης για την πρώτη μετά την κατάταξη προαγωγή. 3.Οι ως άνω (παρ. 2) υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού ή άλλου εξουσιοδοτημένου υπηρεσιακού οργάνου της ΔΠΡΣ, οι δε προκύπτουσες απ' αυτές οικονομικές συνέπειες ανατρέχουν στην ημερομηνία κατάταξης στο τακτικό προσωπικό, εν πάση δε περιπτώσει, σε ημερομηνία που δεν μπορεί, για κανένα λόγο, να είναι προγενέστερη της 1.1.1986". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι καθιερώθηκε υποχρέωση της ΔΕΗ να προσμετρά για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη των μισθωτών της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό, τόσον τον προ της εντάξεως τους πραγματικό χρόνο υπηρεσίας τους στην επιχείρησή της, με οποιαδήποτε μορφή σύμβασης εργασίας και αν διανύθηκε, όσο και τον προ της προσλήψεως τους πραγματικό και ευδόκιμο χρόνο μαθητείας αυτών στην Πρότυπη Σχολή Μαθητείας ΔΕΗ και στη Σχολή Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης Τεχνικών, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση και δεν συντρέχει κάποιος από τους αναφερόμενους λόγους μη συνυπολογισμού, χωρίς να τίθεται καμία άλλη προϋπόθεση. Επομένως, θεμελιώνεται δικαίωμα του μισθωτού, που πηγάζει από τις ανωτέρω ΕΣΣΕ και τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, για την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας ή του χρόνου μαθητείας του, και αντίστοιχη υποχρέωση της ΔΕΗ, η μη εκπλήρωση της οποίας συνιστά όχι αδικοπραξία αλλά αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως που πηγάζει από ατομική σύμβαση εργασίας και διαμορφώνεται με βάση συγκεκριμένες προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο. Εξάλλου, πληρουμένων των νομίμων προϋποθέσεων, η κατά τα άνω προσμέτρηση είναι υποχρεωτική για την ΔΕΗ, έτσι ώστε η συμμόρφωση της τελευταίας προς τη σχετική υποχρέωσή της δεν αποτελεί ενάσκηση διευθυντικού δικαιώματος και, επομένως, σε περίπτωση αρνήσεως της ΔΕΗ να προβεί στην εν λόγω προσμέτρηση, δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικής ασκήσεως αυτού (διευθυντικού δικαιώματος) και αδικοπρακτικής εντεύθεν ευθύνης της ΔΕΗ. Η αξίωση συνεπώς του μισθωτού να ενταχθεί στο αρμόζον, με βάση τον ΚΠΠ/ΔΕΗ και τις ισχύουσες ΕΣΣΕ, μισθολογικό κλιμάκιο δεν υπόκειται στην εκ του άρθρου 937 ΑΚ για τις αξιώσεις από αδικοπραξία πενταετή παραγραφή, αλλά στην από το άρθρο 249 ΑΚ προβλεπόμενη εικοσαετή παραγραφή, οι δε μισθολογικές αξιώσεις από τη μη κανονική αρχική ένταξη στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσίβλητης, και τις εντεύθεν μη πραγματοποιηθείσες νόμιμες εντάξεις στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 6 ΑΚ, η οποία αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 253 αυτού, μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη ΔΕΗ στις 3-9-1979 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως τεχνικός και εντάχθηκε στην κατηγορία Τ4 του τακτικού προσωπικού και στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ από 10-7-1979 τοποθετήθηκε στον ΑΗΣ ...., όπου και υπηρέτησε στον κλάδο Παραγωγής της Δ/νσεως Εκμ/σεως Παραγωγής Μεταφοράς-ΓΔΠΜ. Αυτός, που ήταν απόφοιτος της Μέσης Τεχνικής Σχολής της αναιρεσείουσας, με χρόνο φοιτήσεως από 4-10-1976 έως 10-7-1979, εξελίχθηκε βάσει του ΚΚΠ-ΔΕΗ και της ατομικής του συμβάσεως στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο από 10-7-1982 και στο 10ο από 11-7-1985. Στις 27-9-1985 απέκτησε πτυχίο του τμήματος Μηχανολόγων της Ανωτέρας Σχολής Τεχνολόγων Μηχανικών του ΚΑΤΕΕ Αθηνών και κατόπιν αιτήσεως του μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ3 και εντάχθηκε από 1-8-1988 στο 9ο μισθολογικό κλιμάκιο. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 80/18-2-1992 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και την υπ' αριθμ. 26/1993 απόφαση του γενικού διευθυντή της αναιρεσίβλητης εγκρίθηκε οριστικά η μετάταξη του στην εν λόγω κατηγορία αναδρομικά από 1-12-1985 και ορίστηκε η ένταξη του από την ημερομηνία αυτή στο 9ο και από 1-12-1988 στο 8ο μ.κ. λόγω παρελεύσεως τριετίας. Την 1-10-1991, ο αναιρεσείων εντάχθηκε στο 6ο μ.κ. λόγω της ανακλιμακώσεως των μισθολογογικών κλιμακίων, που έγινε κατ' εφαρμογή της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, η οποία αφορά το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, και χορηγήθηκαν σ' αυτόν, χωρίς προαπαιτούμενο τη διαδρομή τριετίας, δύο μισθολογικά κλιμάκια ενταχθείς έτσι στο 6ο μ.κ. από το 8ο που κατείχε από 1-12-1988. Σύμφωνα δε με την παρ. 4.3 της από 28-2-1990 ΕΣΣΕ ο χρόνος που διανύθηκε από 1-12-1988 στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο, θεωρείται ότι διανύθηκε στο νέο δηλαδή το 6ο . Έτσι την 1-12-1991, που συμπλήρωνε τριετία από 1-12-1988, έπρεπε να ενταχθεί στο 5ο μ.κ. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων έπρεπε να ενταχθεί την 1-1-1991 στο 4ο μ.κ. λόγω αναγνωρίσεως του χρόνου μαθητείας του στη Μέση Τεχνική Σχολή της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την από 5-10-1989 ΕΣΣΕ, όπως η παρ. 9 αυτής διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε με την από 25-4-1991 ΕΣΣΕ, και ο οποίος χρόνος δεν είχε προηγουμένως προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο για τη μισθολογική του εξέλιξη, την 1-1-1995 στο 3ο , την 1-1-1998 στο 2ο και την 1-1-2001 στο 1ο . Η αναιρεσίβλητη, όμως, εμμένοντας στη διαδικασία χορηγήσεως των επομένων μισθολογικών κλιμακίων μόνο με την πάροδο τριετίας στο κατεχόμενο, ενέταξε τον αναιρεσείοντα την 1-12-1991 στο 5ο μ.κ. την 1-12-1994 στο 4ο , την 1-12-1997 στο 3ο , την 1-12-2000 στο 2ο και την 1-12-2003 στο 1. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι ναι μεν η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να χορηγήσει στον αναιρεσείοντα το αμέσως επόμενο, εκείνου που αυτή χορήγησε, μισθολογικό κλιμάκιο από 1-1-1991 έως 1-1-2001, πλην όμως η παράλειψη αυτή, οφειλομένη σε υπαιτιότητα του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης, είναι παράνομη, ως αντικείμενη ευθέως στον ΚΚΠ-ΔΕΗ και τις προαναφερθείσες ΕΣΣΕ, που έχουν ισχύ νόμου, και κατά συνέπεια θεμελιώνει αδικοπραξία, οι από την οποία αξιώσεις του αναιρεσείοντος υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία άρχισε την 1-12-1991, όταν η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε τη χορήγηση στον αναιρεσείοντα του προσήκοντος μισθολογικού κλιμακίου και είχε ήδη συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 23-12-2003, με τις παραδοχές δε αυτές απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος στο σύνολο της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ, των από 5-10-1989, 25-4-1991 και 28-2-1990 ΕΣΣΕ και του Αστικού Κώδικα, διότι η μη ένταξη του αναιρεσείοντος στο μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της αναιρεσίβλητης συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και η σχετική αξίωση υπόκειται στην από το άρθρο 249 ΑΚ προβλεπόμενη 20ετή παραγραφή, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (31-12-2003), όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου του δικογράφου της ένδικης αγωγής και την διαλαμβανόμενη σ' αυτό επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, περί του χρόνου επίδοσης αυτής στην αναιρεσίβλητη, οι δε μισθολογικές αξιώσεις από τη μη κανονική ένταξη αυτού στην 5ετή παραγραφή, του άρθρου 250 παρ. 6 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρο 253 του ιδίου κώδικα, αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκαν αυτές, και η οποία επίσης δεν συμπληρώθηκε, καθόσον, από μεν την παραπάνω αγωγή προκύπτει ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς την καταβολή των διαφορών αποδοχών του, γεννήθηκαν κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003, η δε παραγραφή αυτών άρχισε αντίστοιχα από 1-1-2000, 1-1-2001, 1-1-2002, 1-1-2003 και 1-1-2004, ενώ από την προεκτεθείσα επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ως άνω αγωγή ασκήθηκε στις 31-12-2003. Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον δεν υπάρχει περίπτωση να επιληφθεί το τμήμα που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, αφού αυτό αποφάνθηκε ήδη επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως, τους οποίους και απέρριψε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρουμένη, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος(άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1438/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης της ΔΕΗ, που πηγάζει από τις σχετικές ΕΣΣΕ και τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, για την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας ή του χρόνου μαθητείας του μισθωτού, κατά την ένταξή του σε μισθολογικά κλιμάκια, συνιστά όχι αδικοπραξία αλλά αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, που πηγάζει από ατομική σύμβαση εργασίας και διαμορφώνεται με βάση συγκεκριμένες προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο.
| null | null | 0
|
Αριθμός 5/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Πατινίδη Αντιπροέδρους, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Γεωργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Μιχάλης Δημητρακόπουλος, που κατέθεσε προτάσεις.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Μαντούβαλος, που κατέθεσε προτάσεις και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε"(ΕΡΤ-ΑΕ),που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Λαλλάς, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8.5.2002 και 30.11.2002 αγωγές μεταξύ των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6644/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9454/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 7.2.2006 αίτησή τους.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1337/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε ως προς την δεύτερη των αναιρεσειόντων στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ πρώτο λόγο αναιρέσεως, ως προς την κρίση του Τμήματος ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, η παράγραφος 2 του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 περί του ελαχίστου εξ 100.000.000 δραχμών ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος, προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 28.9.2008 κλήση της καλούσας, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο στις 30.4.2009, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε ότι ο σχετικός, παραπεμπόμενος στην Ολομέλεια, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 11η Φεβρουαρίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Διονύσιος Γιαννακόπουλος Αντιπρόεδρος και οι Δημήτριος Μουστάκας, Ιωάννης Παπαδόπουλος και Δημήτριος Τίγγας, Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 159/8-2-2006 αίτηση αναιρέσεως, ο πρώτος κατά σειρά λόγος της οποίας από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ παραπέμφθηκε με την 1337/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στην Τακτική Ολομέλεια, προσβάλλεται η 9454/6-12-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 64851/3925/14-5-2002 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου (...) εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση του χρηματικής ικανοποιήσεως κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (...) προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του από την διάδοση από την τελευταία κατά τη διάρκεια εκπομπής της από τον εθνικής εμβέλειας τηλεοπτικό σταθμό "...", ψευδών περιστατικών, βλαπτικών της τιμής και υπολήψεώς του, τελούσα εν γνώσει της αναληθείας τους. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 6644/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 735/27-1-2005 έφεση της εναγομένης, η 9454/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση και ενδιαφέρον τον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναιρέσεως καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα.
"Περαιτέρω, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ενόψει δε του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, της υπαιτιότητας της δεύτερης των εναγομένων, της δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως του ενάγοντος, καθώς και της αποστολής και της οικονομικής καταστάσεως των δεύτερης των εναγομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο ποσόν των 295.000 ευρώ (ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποίησης 100.000.000 δραχμών). Πρέπει δε να τονιστεί ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 4 §10 εδ.β' του Ν.2328/1995 περί ελαχίστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση της δεύτερης των εναγομένων, που έχει την ιδιότητα του παρουσιαστή ή συντονιστή εκπομπής. Εξάλλου, το ως άνω ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, που ανέρχεται σε 295.000 ευρώ (έλασσον του αιτηθέντος), δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, καθώς και της δημοσιότητας που έλαβε η προσβολή αυτή, της ιδιότητας του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως αυτού και των δεύτερης των εναγομένων, ενώ δεν πρέπει να διαφοροποιηθεί μεταξύ τους το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως στην καταβολή της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί ο καθένας τους". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώθηκε η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1337/2008 απόφαση του Α1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναφορικά με την προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 25 §1 του Συντάγματος και της καθιερούμενης δι' αυτής αρχής της αναλογικότητας, με την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 4 §10 εδ.β' του Νόμου 2328/1995 και του καθιερούμενου δι' αυτής ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 100.000.000 δρχ (295.000 ευρώ), διέλαβε στις αιτιολογίες της "Επομένως το Εφετείο κρίναν ως προσήκουσα χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 295.000 ευρώ, που, ενόψει των περιγραφομένων στοιχείων και ιδίως του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, καθώς και τον συμπαρομαρτουσών περιστάσεων και ιδία του γεγονότος ότι η πλευρά της αναιρεσείουσας ημύνετο κατά της (οξείας, κατά την αναιρεσιβαλλομένη) κριτικής του αναιρεσιβλήτου, τυγχάνει υπέρογκο, ως προσκρούον στην αρχή της αναλογικότητας, παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις.
Έτσι όμως, η κρίση αυτή, που επικράτησε στο Δικαστήριο, ενέχει τη θέση ότι ο έλεγχος δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, περί ελαχίστου ορίου της χρηματικής ικανοποιήσεως εξ 100.000.000 δραχμών, είναι επιτρεπτός, όπως έχει κριθεί με περισσότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου προκειμένου να διακριβωθεί αν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ανταποκρίνεται στην αναλογικότητα το ελάχιστο τούτο όριο, οπότε πρόκειται κατ' ουσίαν άρνηση εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ως αντισυνταγματικής ενώ, περαιτέρω, στην περίπτωση καταφάσεως της συνταγματικότητας της εν λόγω διατάξεως, κατά την εκ του άρθρου 26 §1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25 §1 του Συντάγματος, όπως επίσης έχει κριθεί από το Δικαστήριο τούτο, ανακύπτει το ζήτημα αν ο κοινωνικός έλεγχος του ελαχίστου κατά νόμον ορίου της χρηματικής ικανοποιήσεως, υπό τις εκάστοτε περιστάσεις, μπορεί να αναζητηθεί μόνο στα δογματικά μέσα του Αστικού Δικαίου (π.χ. 281 ΑΚ). Επομένως πρέπει να παραπεμφθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως στην τακτική ολομέλεια, κατ' άρθρο 563 §2 εδ.β' περίπτ. β' και γ' Κ.Πολ.Δ. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, των Αρεοπαγιτών Βασιλείου Ρήγα και Δημητρίου Πατινίδη, η κρίση αυτή δεν ενέχει άρνηση εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ως αντισυνταγματικής, αλλά σύμφωνη προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας εφαρμογή της, ώστε να μη συντρέχει λόγος προς παραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια, ως έχει κριθεί δια πλειάδος προηγουμένων αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου. Εξάλλου, ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, έχει τη γνώμη ότι η ειρημένη διάταξη είναι εν πάση περιπτώσει αντισυνταγματική, ως παραβλέπουσα τα τρία κριτήρια της αναλογικότητας, ήτοι καταλληλότητα, αναγκαιότητα και εν στενή εννοία αναλογικότητα". Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές της και ανταποκρινόμενη στην απορρέουσα από τις διατάξεις του άρθρου 563 §2 εδ. 3 Κ.Πολ.Δ. δικονομική της υποχρέωση παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου "ως προς την δεύτερη των αναιρεσειόντων (εναγομένη στην 64851/3925/14-5-2002 αγωγή του αναιρεσίβλητου) για τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο αναιρέσεως, ως προς την κρίση του παρόντος Τμήματος ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, η §2 του άρθρου μόνου του Ν.1178/1981 περί του ελαχίστου εξ 100.000.000 δραχμών ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος, προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβελείας", ενώπιον της οποίας και φέρεται με την από 28-9-2008 κλήση της αναιρεσείουσας, η οποία απαραδέκτως απευθύνεται κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ (ΕΡΤ Α.Ε.)". Και τούτο για τον λόγο ότι η τελευταία δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη που ανοίχθηκε με την κατά της αναιρεσείουσας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο οποίο και αναφέρεται ο παραπεμφθείς λόγος αναιρέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια το απαράδεκτο κατά τούτο της συζητήσεως της υποθέσεως. Με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια ο παραπεμφθείς λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 §1α Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Η πλημμέλεια που στοιχειοθετεί τον λόγο αυτό αναιρέσεως μπορεί να συνίσταται και στην εφαρμογή ανίσχυρου ουσιαστικού νόμου, ως εκείνου που αντιβαίνει σε συνταγματικές διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 §1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου 2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση της. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο, σύμφωνα με την υπέρ αυτού συνταγματική επιφύλαξη, σε αντιδιαστολή με τον δικαστή, ο οποίος απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αποφατική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού (Πλειοψ. Ολ. ΑΠ 6/2009). Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι (α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, (β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και (γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Β' Ολ. ΑΠ 27/2008). Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται η παρεχόμενη από το άρθρο 26 § 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει, κατά την ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, ενόψει της συγκεκριμένης σχέσεως και περιπτώσεως. Ειδικότερα ο νομοθέτης δύναται στα πλαίσια της εξουσίας του αυτής, να προσδιορίζει αφενός μεν τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, καθώς και το ελάχιστο ποσό στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του προσβληθέντος. Την εξουσία του αυτή υλοποίησε ο νομοθέτης με την διάταξη του άρθρου μόνου §2 του Ν.1178/1981, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την διάταξη της §4 του άρθρου μόνου του Ν.2243/1994, κατά τους ορισμούς της οποίας η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για ορισμένες πράξεις που τελέσθηκαν δια του τύπου ορίζεται, υπό τις αναφερόμενες σ' αυτή διακρίσεις, όχι κατώτερη των 10.000.000 και 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Με το άρθρο 10 § 4 του Ν.2328/1995 στη νομοθετική αυτή ρύθμιση υπήχθησαν και οι τηλεοπτικοί σταθμοί και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου μόνου §2 του Ν.1178/1981 ελάχιστο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως καθορίσθηκε για τους τηλεοπτικούς σταθμούς Εθνικής εμβέλειας σε εκείνο των 100.000.000 δραχμών. Ο καθορισμός από το νόμο του ελαχίστου αυτού ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει μία ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαίτερα έντονες από τη μεγάλη δημοσιότητα προσβολές της τιμής και υπολήψεώς τους, λαμβανομένου υπόψη ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί κατά τη Συνταγματική επιταγή του άρθρου 2 §1 πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Κατά τη γνώμη όμως που επικράτησε η νομοθετική αυτή ρύθμιση αντιβαίνει στην διάταξη του άρθρου 25 § 1 εδ. δ' του Συντάγματος και την καθιερούμενη δι' αυτής αρχή της αναλογίας. Ειδικότερα η καθιέρωση μόνον του στοιχείου της Εθνικής εμβέλειας του τηλεοπτικού σταθμού για τον καθορισμό του ελαχίστου ορίου χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 100.000.000 δραχμών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, δεν είναι εν στενή εννοία ανάλογη, δοθέντος ότι η βλάβη που προκαλείται με την υποχρέωση καταβολής του εν λόγω χρηματικού ποσού μπορεί να είναι κατά τις περιστάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες της πράξεως, δυσανάλογα επαχθέστερη από την διωκόμενη ωφέλεια του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, η τιμή και υπόληψη του οποίου προσβλήθηκε. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου προσδιορίσθηκε στο ποσό των 295.000 Ευρώ, ισόποση προς το καθοριζόμενο με την διάταξη του άρθρου 4 §10 εδ.2 του Ν.2328/1995 ελάχιστο όριο, δεχόμενη ότι εφαρμόζεται και επί της αναιρεσείουσας και με την έννοια αυτή ήταν δεσμευτικό για τη σχετική περί τούτου κρίση της. Η εφαρμογή της εν λόγω ανίσχυρης, ως αντισυνταγματικής διατάξεως κατά το καθοριζόμενο δι' αυτής ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, κατά την βάσιμα προσβαλλόμενη περί τούτου αναιρετική αιτίαση. Μετά την διαμορφωθείσα κατά πλειοψηφία γνώμη περί αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου μόνου παρ2 του ν. 1178/1981 αναφορικά με το καθορισμό ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως για τους τηλεοπτικούς σταθμούς Εθνικής Εμβέλειας, εκτιμάται ότι τίθεται ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, για την έρευνα του οποίου κρίνεται ότι ο παραπεμφθείς από το τμήμα λόγος αναιρέσεως, πρέπει, κατ'εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 23 παρ.2 εδ.γ', δ' ν.1756/1988, να παραπεμφθεί κατά τούτο από την παρούσα Β' Τακτική Ολομέλεια στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατά τη γνώμη όμως του μέλους του Δικαστηρίου τούτου Δημητρίου Πατινίδη, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, δεν τίθεται θέμα άρνησης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως ως αντισυνταγματικής, αλλά σύμφωνης προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ώστε να μη συντρέχει λόγος παραπομπής του ζητήματος στην Πλήρη Ολομέλεια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι.-
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ (ΕΡΤ ΑΕ)". Και
ΙΙ.- Παραπέμπει τον πρώτο κατά σειρά λόγο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ της 159/8-2-2006 αιτήσεως για αναίρεσης της 9454/6-12-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που παραπέμφθηκε με την 1337/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρχή της αναλογικότητας (25 § 1 Συντ.) σε σχέση με το καθοριζόμενο ελάχιστο όριο χρηματικής ικανοποιήσεως για τους τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας.
| null | null | 0
|
Αριθμός 6/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος ΧΧ, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Αηδονάς με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων ..., 6) Ψ6, 7) Ψ7, κατοίκων ..., 8) Ψ8, 9) Ψ9, κατοίκων ..., 10) Ψ10, 11) Ψ11, 12) Ψ12, κατοίκων ..., 13) Ψ13, 14) Ψ14, κατοίκων ... και 15) Ψ15, κατοίκου ..., τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Αικατερίνη Καμάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.12.1999 αγωγή των ήδη καλούντων - αναιρεσιβλήτων, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16587/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 445/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αρχικώς αναιρεσείων με την από 13.03.2002 αίτησή του και τους από 05.09.2002 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους καθώς και οι κληρονόμοι αυτού με το από 01.10.2003 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1228/2005 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και τον πρώτο του από 01.10.2003 δικογράφου των προσθέτων λόγων της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά την πιο πάνω απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος και την από 19.05.2008 κλήση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων η προκείμενη υπόθεση συζητήθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8/18.12.2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13.3.2002 αιτήσεως για αναίρεση της 445/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ήδη με την από 6.7.2009 κλήση η υπόθεση φέρεται εκ νέου προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι οι από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της συνεδριάσεως.
Κατά την 4η Μαρτίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Μίμης Γραμματικούδης, Αντιπρόεδρος και οι Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης και Νικόλαος Κωνσταντόπουλος, Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την από 6-7-2009 κλήση των αιτούντων - κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος φέρονται προς συζήτηση ενώπιον της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου οι παραπεμφθέντες σε αυτή με την 1228/2005 απόφαση του Β' Πολιτικού Τμήματος οι από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεύτερος του από 13-3-2002 του κυρίου δικογράφου και πρώτος των από 1-10-2003 των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως, προκειμένου να κριθεί ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και για την ενότητα της νομολογίας, αν ο δικηγόρος που εκτέλεσε δικαστικές και εξώδικες εργασίες κατ' εντολή του εντολέα του και ακολούθως συνέπραξε σε συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ του τελευταίου και του αντιδίκου του, δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε πριν συμπράξει στον ανωτέρω συμβιβασμό ή δεν δικαιούται, διότι η αμοιβή για τον συμβιβασμό καλύπτει και την αμοιβή του για τις παραπάνω εργασίες.
Επειδή κατά το άρθρ. 91 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), "Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικών ή εξώδικον". Κατά το άρθρ. 92 παρ. 1, "Τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατόπιν συμφωνίας μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως εργασίαν, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να καταλείπεται των άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρη ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Κατά το άρθρ. 98 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα "ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσού της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανομένων κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτής περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. Κατά τον προσδιορισμόν τούτου η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις". Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι ο δικηγόρος ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη που κατέβαλε, και αμοιβή, η οποία αν δεν έχει κανονισθεί με συμφωνία με τον εντολέα του, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια που καθορίζονται από τα άρθρ. 98 επ. του Κώδ. Δικηγόρων. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα παραπάνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της. Περαιτέρω, στο άρθρ. 124 του ίδιου κώδικα ορίζονται τα εξής: "1. Δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξιν συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τας προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικών, διοικητικών ή διαιτητικών κρίσιν είτε μη, το ελάχιστον όριο της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου, αποτιμωμένων εις χρήμα ως εξής: μέχρι δραχμών 1000 προς 10%, από 1001 μέχρι 100.000 προς 7% και από 100.001 και πέραν 5%. 2. Εκ της κατά την προηγουμένην παράγραφον κανονιζομένης αμοιβής αφαιρούνται τα εις τον δικηγόρον δοθέντα ως αμοιβή χρηματικά ποσά δια τας μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσας υπ' αυτού εργασίας, πλην αν ταύτα υπερβαίνωσι τα ως άνω ποσά της δια συμβιβασμού αμοιβής, οπότε καταβάλλεται το ήμισυ των ανωτέρω ποσοστών". Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ρύθμιση των αμοιβών στον Κώδικα Δικηγόρων γίνεται με βάση τη θεμελιώδη αρχή της εκ μέρους του δικηγόρου απολήψεως αμοιβής ξεχωριστά για κάθε ενέργεια του, δικαστική ή εξώδικη. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρ. 124 του Κώδ. Δικηγ. καθορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύμπραξή του προς επίτευξη συμβιβασμού, η οποία περιλαμβάνει όλες τις ενέργειες που κατατείνουν στον σκοπό αυτό και αποβλέπει στο να παράσχει στον δικηγόρο αυτοτελή αμοιβή για τη σύμπραξή του στον συμβιβασμό είτε η υπόθεση εισήχθη προς δικαστική κρίση είτε όχι. Εναρμονιζόμενη προς την πιο πάνω αρχή η διάταξη της πρώτης παραγράφου προβλέπει την περίπτωση αμοιβής δικηγόρου, που η αντίστοιχη εντολή απευθύνεται ειδικά στην επίτευξη συμβιβασμού, οπότε ο δικηγόρος αμείβεται για τη σύμπραξή του στον συμβιβασμό αυτό με πάγιο ποσοστό επί του ποσού στο οποίο διαμορφώθηκε δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων των μερών η απαίτηση ή το χρέος του εντολέα του, καλύπτει δε η αμοιβή αυτή όλες τις σχετικές ενέργειες που έγιναν αποκλειστικά για τον πιο πάνω σκοπό, καθώς και τη σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου ή σχεδίου δημοσίου εγγράφου περί του καταρτισθέντος συμβιβασμού, με το οποίο επήλθε και η κατάργηση τυχόν εκκρεμούς για τη διαφορά δίκης. Με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι από την κατά την προηγούμενη παράγραφο κανονιζόμενη αμοιβή αφαιρούνται "τα δοθέντα" στον δικηγόρο χρηματικά ποσά "δια τας μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσας υπ' αυτού εργασίας". Η διάταξη αυτή, λόγω της ασαφούς διατυπώσεώς της, έγινε αιτία διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων ως προς το εάν τα δοθέντα χρηματικά ποσά συγχωνεύονται και ενοποιούνται στην ποσοστιαία αμοιβή του συμβιβασμού και αν ακόμη δόθηκαν για άλλες εργασίες που πραγματοποιήθηκαν εκτός και προς τον συμβιβασμού. Από το πνεύμα και την τελολογία της συγκεκριμένης ρύθμισης, ερμηνευομένης υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της αυτοτέλειας των αμοιβών που καθιερώνεται από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρ. 91 παρ. 1, 92 παρ. 1 και 98 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων, συνάγεται ότι από την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύμπραξή του στην κατάρτιση συμβιβασμού αφαιρούνται τα χρηματικά ποσά που είχαν δοθεί, προφανώς ως προκαταβολή, κατά το άρθρ. 92 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, για τις μέχρι του συμβιβασμού εκτελεσθείσες από αυτόν εργασίες και ως τέτοιες νοούνται όλες εκείνες οι εργασίες που επιχειρήθηκαν αποκλειστικά και μόνο χάριν και προς ευόδωσιν του συμβιβασμού, όχι όμως και εργασίες που επιχειρήθηκαν στα πλαίσια εντολής προς διεξαγωγή δικών κλπ, που προηγήθηκαν απλώς του συμβιβασμού. Έτσι, ο δικηγόρος που ενήργησε συγκεκριμένες διαδικαστικές πράξεις πριν από τον συμβιβασμό στον οποίο συνέπραξε, δικαιούται εκτός από την κατά άρθρ. 124 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων αμοιβή (για την επίτευξη του συμβιβασμού) και ιδιαίτερη αμοιβή για τις παραπάνω πράξεις, οι οποίες αμείβονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τον επιτευχθέντα συμβιβασμό. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και η γραμματική διατύπωση της παρ. 2 του άρθρ. 124, η οποία κάνει λόγο για "δοθέντα" χρηματικά ποσά κατά το διάστημα των προσπαθειών προς επίτευξη συμβιβασμού και όχι για οφειλόμενα χρηματικά ποσά, διότι τέτοια δεν υπάρχουν επί της εντολής προς επίτευξη συμβιβασμού, αφού μόνο η πραγματοποίηση αυτού ιδρύει δικαίωμα αμοιβής. Αντίθετη ή διαφορετική ερμηνεία της προαναφερθείσας διάταξης, ότι δηλαδή επί επιτεύξεως συμβιβασμού, στην κατάρτιση του οποίου συνέπραξε ο δικηγόρος που προηγουμένως είχε ενεργήσει συγκεκριμένες διαδικαστικές ή εξώδικες πράξεις, οφείλεται μία ενιαία αμοιβή, δεν συνιστά μόνο δυσμενή μεταχείριση του τελευταίου και παραβίαση της αρχής της αυτοτέλειας των αμοιβών του δικηγόρου αλλά αντιστρατεύεται σοβαρά την υπέρ της συμβιβαστικής επίλυσης των διαφορών, ως τον υγιέστερο τρόπο περαίωσης της αντιδικίας, εκφρασθείσα επιδίωξη του νομοθέτη (αρθρ. 208, 209, 233 παρ. 2, 667 και ιδίως 214 Α του ΚΠολΔ, επίσης αρθρ. 46 παρ. 1 του Κώδ. Δικηγόρων, "εν τη ασκήσει του λειτουργήματος αυτού ο δικηγόρος οφείλει να εκτελή την ανατιθεμένην αυτώ εντολήν ευσυνειδήτως και επιμελώς προσπαθών να λύη δια συμβιβασμού τας ανατιθέμενας αυτώ δεκτικάς συμβιβασμού διαφοράς..."), αφού η μη λήψη αμοιβής για τις όχι σπανίως μακροχρόνιες και κοπιώδεις δικαστικές του ενέργειες, λόγω του ότι επακολούθησε συμβιβασμός, αποτελεί προφανώς αποτρεπτικό παράγοντα και αποθαρρύνει την προσπάθεια συμβιβαστικών πρωτοβουλιών και μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες διαστρεβλώσεις της δικαιϊκής ζωής, που δεν ανταποκρίνονται στις προθέσεις του νομοθέτη. Η πιο πάνω κρίση ενισχύεται αποφασιστικά και από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 157 Α του Κώδ. Δικηγόρων, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 63 παρ. 3 του Ν. 2479/97, που αντικατέστησε το άρθρ. 1 παρ. 2 του Ν. 2298/1995, σύμφωνα με την οποία, αν επιτευχθεί συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς στα πλαίσια του άρθρ. 214 Α του ΚΠολΔ, "οι δικηγόροι δικαιούνται και την κατά το άρθρ. 124 παρ. 1 αμοιβή", πέραν δηλαδή εκείνης που δικαιούνται αυτοτελώς για τις δικαστικές πράξεις που προηγήθηκαν (κατάθεση αγωγής, παράσταση, κλπ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αρχικώς αναιρεσείων δικηγόρος, ο οποίος εκτέλεσε κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων τις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες εργασίες (άσκηση αγωγής και έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, άσκηση και άλλων αγωγών, επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως) και ακολούθως συνέπραξε στον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της αντιδίκου αυτών "Ενώσεως Αγροτικών Συνεταιρισμών Χαλκιδικής", δεν δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή για τις εργασίες που εκτέλεσε πριν συμπράξει στον ανωτέρω συμβιβασμό, διότι η αμοιβή για τον συμβιβασμό καλύπτει και την αμοιβή του για τις παραπάνω εργασίες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 124 του Κώδ. Δικηγόρων και οι σχετικοί δεύτερος του κυρίου δικογράφου και πρώτος των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, είναι βάσιμοι.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή των λόγων αυτών και ενόψει του ότι με την παραπεμπτική απόφαση δεν έχουν κριθεί όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει επ' αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 445/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Β1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αμοιβή δικηγόρου που συνέπραξε σε συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ του εντολέα του και του αντιδίκου (αρθ. 124 του Κώδ. Δικηγόρων). Ο δικηγόρος δικαιούται ιδιαίτερη αμοιβή και για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που εκτέλεσε κατ΄ εντολή του εντολέα του πριν συμπράξει στον ανωτέρω συμβιβασμό.
| null | null | 0
|
Αριθμός 7/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Πατινίδη Αντιπροέδρους, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σοφία Καραχάλιου, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, Νικόλαο Μπιχάκη, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη-Διονυσίου Φιλιώτη, που κατέθεσε προτάσεις.
Της καθής η κλήση - αναιρεσιβλήτου: ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημοσθένης Δημοσθένους, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1.5.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4309/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5.4.2005 αίτησή του.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 828/2008 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της πρώτο λόγο της παραπάνω αίτησης, για αναίρεση της 4309/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 29 Ιουνίου 2008 κλήση του καλούντος, μετά από αναβολή κατά την δικάσιμο στις 19.2.2009, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε ότι ο παραπεμπόμενος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 11η Φεβρουαρίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Διονύσιος Γιαννακόπουλος Αντιπρόεδρος και οι Δημήτριος Μουστάκας, Ιωάννης Παπαδόπουλος και Δημήτριος Τίγγας, Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-7-2008 κλήση του αναιρεσείοντος Χ1 εισάγεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο αυτό το άρθρο 559 αρ.11 ΚπολΔ πρώτος λόγος της από 5-4-2005 αιτήσεώς του, για αναίρεση της 4309/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ο οποίος παραπέμφθηκε σ'αυτή με την 828/2008 του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, διότι κρίθηκε ότι με τον ως άνω λόγο δημιουργείται ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον (άρθρο 563 παρ.2 εδ.β'ΚπολΔ).
II. Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 §1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς το χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου, το άρθρο 27 §§ 1 και 2 ν. 1806/1988 προέβλεπε ότι α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων. Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία. Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπί αριθ. 6280/β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούνταν οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές. Σύμφωνα με την παραπάνω Υπουργική Απόφαση το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον εντολέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του εντολέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου. Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Ήτοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησης τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Ας σημειωθεί ότι με το ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ. Τέλος ούτε οι διατάξεις των άρθρων 40 και 25 του Ν.3606/2007 επιβάλλουν τον έγγραφο τύπο για την χορήγηση των ανωτέρω χρηματιστηριακών εντολών. Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Η ως άνω τελολογική ερμηνεία ανταποκρίνεται και στη συστηματική ένταξη των διατάξεων του άρθρου 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 στο κεφάλαιο Ζ1 του εν λόγω νόμου, το οποίο αφορά τη διαφάνεια των συναλλαγών "ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των χρηματιστηρίων όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων (Ολ.ΑΠ 5/2009)". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά από επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος για χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησε για λογαριασμό του, κατά το από 3.3.2000 έως 12.3.2001 χρονικό διάστημα, από τις οποίες προέκυψε σε βάρος του χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο και της επιδικάσθηκε. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενηη απόφαση του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ.11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει στην αναιρεσίβλητη τις αμφισβητούμενες εντολές προς αγορά μετοχών, λαμβάνοντας υπόψη όχι τα οριζόμενα στο νόμο ειδικά βιβλία και στοιχεία, αλλά και τις καταθέσεις μαρτύρων και επομένως έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα η απόδειξη της ένδικης συναλλαγής επιτρέπεται να γίνει και δια μαρτύρων. Επομένως, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Α2 Τμήμα του Δικαστηρίου αυτού για να αποφασίσει για τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια πρώτο λόγο της από 5-4-2005 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της 4309/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αναπέμπει την υπόθεση στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2010 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την 828/2008 απόφαση του Α2΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια (Β΄ Σύνθεση) ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α΄ ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, διότι κρίθηκε ως γενικότερου ενδιαφέροντος το ζήτημα: 1) αν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 5 του Ν. 3632/1928, 27 παρ. 1 και 2 Ν. 1806/1988, 59 παρ. 1 Ν. 2533/1997 δεν επιτρέπουν την απόδειξη της κατάρτισης σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, αλλά μόνο με τα νομίμως τηρούμενα από τον χρηματιστή βιβλία και στοιχεία και 2) αν η απόδειξη της σύμβασης αυτής μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες. (Το ίδιο ζήτημα κρίθηκε με την Ολ, ΑΠ 5/2009 απόφαση, η οποία τάχθηκε με τη δεύτερη από τις ανωτέρω ερμηνευτικές εκδοχές).
| null | null | 1
|
Αριθμός 8/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της A' Σύνθεσης: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μίμη Γραμματικούδη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γεωργία Λαλούση - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου για να δικάσει μεταξύ:
A. Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ...., 3) ...και των τριών ανωτέρω ατομικώς και ως καθολικών διαδόχων των αποβιωσάντων διαδίκων ... και ..., 4) ..., ως κληρονόμου της αποβιωσάσης διαδίκου ..., 5) ..., 6) ...., 7) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 5, 6 και 7 ως κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων ... και ..., 8) ..., ως κληρονόμου της αποβιωσάσης διαδίκου ..., 9) ..., 10) ....., των ανωτέρω με τους αριθμούς 9 και 10 ως κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 11, 12, 13 και 14 ως κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου ... 15) ..., ως κληρονόμου τόσο της αποβιωσάσης διαδίκου ..., όσο και του αποβιώσαντος διαδίκου ..., 16) ..., 17) ... 18) ... 19) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 16, 17, 18 και 19 ως κληρονόμων της αποβιωσάσης διαδίκου ..., 20) ... 21) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 20 και 21 ως κληρονόμων της αρχικής διαδίκου ..., η οποία ήταν κληρονόμος τόσο του αποβιώσαντος διαδίκου ..., όσο και της αποβιωσάσης διαδίκου ..., 22) ... 23) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 22 και 23 συνεχιζόντων τη δίκη, τόσο ως κληρονόμων της αποβιωσάσης διαδίκου ..., όσο και ως καθολικών διαδόχων (μαζί μετά της ανωτέρω αποβιωσάσης μητρός των ...) του αποβιώσαντος διαδίκου ...24) ..., 25) ... 26) ... , των ανωτέρω με τους αριθμούς 24, 25 και 26 ως κληρονόμων των αποβιωσάντων διαδίκων ... και ..., 27) ..., 28) .. , των ανωτέρω με τους αριθμούς 27 και 28 ως κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου ..., 29) ... 30) ... των ανωτέρω με τους αριθμούς 29 και 30 ως κληρονόμων του ..., 31) ..., ως κληρονόμου του ..., 32) ..., 33) ... 34) ..., 35) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 32, 33, 34 και 35 ως κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου ..., 36) ..., 37) ..., 38) ..., συνεχιζούσης την δίκη ως κληρονόμου του ..., 39) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 36, 37, 38 και 39 ως κληρονόμων των αποβιωσάντων διαδίκων ... και ..., 40) ..., 41)..., 42) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 40, 41 και 42 ως κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου ..., 43) ..., συνεχιζούσης την δίκη ως κληρονόμου της αποβιωσάσης, διαδίκου ..., 44) ..., των ανωτέρω με τους αριθμούς 43 και 44 ως κληρονόμων των διαδίκων ... και ..., 45) ..., 46) ..., 47) ..., 48) ... 49) ..., 50) ... 51) ...52) ... των ανωτέρω με τους αριθμούς 51 και 52 ως κληρονόμων της αποβιωσάσης διαδίκου ... και 53) ... ως κληρονόμου της αποβιωσάσης διαδίκου .... Οι υπ' αρ.1, 2 και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Βετούλη, που κατέθεσε προτάσεις, οι υπ' αρ. 4 έως 31 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Κουρτέση ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Παπαδογιάννη, που κατέθεσαν προτάσεις, οι υπ' αρ.32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 40, 41, 42 και 45 εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Γλύκα, που κατέθεσε προτάσεις, οι υπ' αρ. 39, 43, 44 και 46 έως 53, εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ελευθέριο Κουρτέση και Γρηγόριο Παπαδογιάννη, που κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Των καθών η κλήση - αναιρεσειόντων - καλούντων
α) Του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΙ ΘΡΑΚΩΝ- Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - Συν.Π.Ε",που εδρεύει στην Κοινότητα Θρακομακεδόνων Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Κωτσόγιαννης, που κατέθεσε προτάσεις
β) Του Δήμου Θρακομακεδόνων Αττικής, που παραστάθηκε μετά του Δημάρχου του Ευθυμίου Οικονόμου, που διόρισε πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Νικολέρη και Γεώργιο Ορφανίδη.
Των καθών η κλήση
1) ..., κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ... ,2) ... και 3) ..., κληρονόμων των αποβιωσάντων διαδίκων ... και ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3.3.1959 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και με την από 16.10.1998 πρόσθετη παρέμβαση της Κοινότητας Θρακομακεδόνων Αττικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2908/1986 μη οριστική, 9762/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε ανακοπή και εκδόθηκε η 7324/1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Επί της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκαν οι αποφάσεις 3428/2000 μη οριστική και 3618/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν α) ο αναιρεσείων "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΚΑΙ ΘΡΑΚΩΝ-Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Συν.ΠΕ" με την από 25.7.2005 αίτησή του και τους από 28.12.2005 πρόσθετους λόγους και β) η Κοινότητα Θρακομακεδόνων Αττικής, ήδη Δήμος Θρακομακεδόνων Αττικής, με την από 14.12.2006 αίτησή και τους από 15.1.2007 πρόσθετους λόγους
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 986/2007 απόφαση του Γ' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, τον περιεχόμενο στο από 28.12.2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης του "Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μακεδόνων και Θρακών Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Συν.ΠΕ" Μετά την πιο πάνω απόφαση και το υπ' αριθμ. 178/18.12.2008 πρακτικό βίαιης διακοπής της δίκης με τις από 10 Ιουνίου 2009 και 11 Σεπτεμβρίου 2009 κλήσεις των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, οι δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε ότι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο παραπεμπόμενος στην Ολομέλεια δεύτερος πρόσθετος λόγος που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 4η Μαρτίου 2010, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες ο Μίμης Γραμματικούδης, Αντιπρόεδρος και οι Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης και Νικόλαος Κωνσταντόπουλος, Αρεοπαγίτες, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 10 Ιουνίου 2009 αίτηση-κλήση της ...κλπ (53 τον αριθμό), καθώς και με την από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση - κλήση του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μακεδόνων και Θρακών- η Μακεδονία-ΣυνΠΕ κλπ φέρεται προς συζήτηση ενώπιον της Α' Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης που περιέχεται στο από 28-12-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μακεδόνων και Θρακών η Μακεδονία ΣυνΠΕ και παραπέμφθηκε ενώπιον της ολομέλειας από το Γ' Πολιτικό Τμήμα με την 986/2007 απόφαση του, επειδή λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου. Ο παραπεμφθείς λόγος αφορά το θέμα του κύρους της επίδοσης δικογράφου προς νομικό πρόσωπο (συνεταιρισμό), η οποία έγινε στο κατάστημα αυτού λόγω μη ανευρέσεως σ' αυτό ούτε του εκπροσώπου αυτού ούτε κάποιου άλλου προσώπου χωρίς στη σχετική έκθεση επίδοσης να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του φυσικού προσώπου, εκπροσώπου του νομικού προσώπου, το οποίο ως παραλήπτη του εγγράφου αναζήτησε ο δικαστικός επιμελητής, ούτε άλλωστε τα ονόματα άλλων φυσικών προσώπων προς τα οποία θα μπορούσε σύμφωνα με τις περί επιδόσεως στο νομικό πρόσωπο διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρο 126 επ) να παραδοθεί το έγγραφο.
II.Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους καλούντες-αναιρεσείοντες εκθέσεις επίδοσης... της δικαστικής επιμελήτριας Καλαμάτας ..., και ....και ... του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...προκύπτει ότι αντίγραφο της από 11-9-2009 αίτησης-κλήσης των αναιρεσειόντων με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση (του παραπεμφθέντος λόγου) και κλήση προς τούτο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στους καθών η κλήση-αναιρεσίβλητους ..., ..., .... Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
III.Στις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ δ', 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 και 4, 129 και 139 παρ. 1 ΚπολΔ ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Η επίδοση προς νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων γίνεται στον εκπρόσωπο τους, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό (άρθρο 126 παρ. 1 εδ δ'). Η επίδοση συνίσταται στην παράδοση του εγγράφου στα χέρια του προσώπου προς το οποίο γίνεται (άρθρο 127 παρ. 1). Αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του, ή αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου (άρθρο 128 παρ.1). Αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας μπροστά σε ένα μάρτυρα, ενώ πρέπει να τηρηθούν και οι διατυπώσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις β και γ (παράδοση αντιγράφου του επιδιδόμενου εγγράφου στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος της περιοχής και αποστολή ειδοποίησης με το ταχυδρομείο σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση, άρθρο 128 παρ 4). Αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παράγραφος 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε ένα από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης, ενώ αν κανένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στο κατάστημα, στο γραφείο ή στο εργαστήριο, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 128 παράγραφος 4 (άρθρο 129). Και, όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει και α) .., β) .., γ) και δ) μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138 (άρθρο 139 παρ. 1). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 139), ακριβολογώντας, διαστέλλει σαφώς -όσον αφορά το περιεχόμενο της έκθεσης επίδοσης- την περίπτωση α) της επίδοσης με παράδοση του εγγράφου στον κατά το άρθρο 126 παρ. 1 ΚΠολΔ παραλήπτη αυτού ή στα αναφερόμενα στα άρθρα 128 παρ. 1 και 129 παρ. 1 του ίδιου κώδικα πρόσωπα, εφόσον αυτός απουσιάζει από την κατοικία, το κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο του και β) της επίδοσης όταν ο παραλήπτης ή τα πρόσωπα που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138 απουσιάζουν ή αρνούνται να παραλάβουν το προς επίδοση έγγραφο. Στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές η διάταξη απαιτεί να γίνεται στην έκθεση "μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο", όχι δε του κατά τις ανωτέρω διατάξεις "παραλήπτη" γενικά του εγγράφου (σχετ., ΟλΑΠ 900/1985). Στη δεύτερη από αυτές η διάταξη απαιτεί να γίνεται μνεία του τρόπου επίδοσης "σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138", επομένως και των προσώπων με τις αναφερόμενες παραπάνω ιδιότητες στα άρθρα 128 παρ. 1 και 129 παρ. 1 ΚΠολΔ. Διαφορετική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή απαιτείται να γίνεται στην έκθεση επίδοσης μνεία του προσώπου που νομιμοποιείται στην παραλαβή του εγγράφου και όταν, λόγω απουσίας ή άρνησης αυτού ή των προσώπων που αναφέρονται στις αμέσως παραπάνω διατάξεις, γίνεται θυροκόλληση του εγγράφου κατά το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι αντίθετη προς τη διατύπωση της ερμηνευόμενης διάταξης, η οποία αναφέρεται σε πρόσωπο στο οποίο "παραδόθηκε" το έγγραφο, δηλονότι σε περίπτωση που εξ ορισμού δεν συντρέχει επί θυροκόλλησης, αφού αυτή γίνεται, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 128 παρ. 1 και 4 και 129 του ίδιου κώδικα, ακριβώς όταν δεν παραδίδεται το έγγραφο στον κατά το άρθρο 126 παρ. 1 παραλήπτη -όπως είναι και ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου- ή στα κατά τα άρθρα 128 παρ. 1 και 129 παρ. 1 πρόσωπα. Η αποκρουόμενη ερμηνεία θα ήταν ασυμβίβαστη και προς το νόημα της διάταξης του άρθρου 139 παρ. 1 ΚΠολΔ. Διότι, η προϋποτιθέμενη για τη θυροκόλληση του εγγράφου απουσία του κατά το άρθρο 126 παρ. 1 παραλήπτη και των εις τα άρθρα 128 παρ. 1 και 129 παρ. 1 προσώπων καθιστά συνήθως αδύνατη την εξακρίβωση της ταυτότητας των προσώπων αυτών. Επιπλέον στη διάταξη αυτή δεν προβλέπονται τα αναγκαία στοιχεία του περιεχομένου της έκθεσης επίδοσης για την περίπτωση αυτή. Κατ' ακολουθίαν σε περίπτωση θυροκόλλησης του προς το νομικό πρόσωπο επιδιδόμενου εγγράφου, κατά το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται να μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης και το όνομα του εκπροσώπου του (ΟλΑΠ 16/2000).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 3618/2005 απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η 9762/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μακεδόνων και Θρακών Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣυνΠΕ, κατά τη δεύτερη (τη μετ' απόδειξη) συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε στον εναγόμενο και ανακόπτοντα οικοδομικό συνεταιρισμό στις 19-4-1996. Σύμφωνα με την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αυτός μετέβη στους ..., στις 11.30 της 19-4-1996 για να επιδώσει στον εν λόγω συνεταιρισμό ακριβές αντίγραφο από πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω απόφασης (9762/1995) και επειδή δε βρήκε κανένα στο κατάστημα αυτού, που βρίσκεται στην ..., αλλά τη θύρα κλειστή, την οποία έκρουσε κατ' επανάληψη και με δύναμη χωρίς κανείς ν' αποκριθεί, θυροκόλλησε την ανωτέρω απόφαση παρουσία του μάρτυρα ..., τήρησε δε όλες τις διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση". Μετά την παραδοχή αυτή το Εφετείο έκρινε ότι είναι έγκυρη η επίδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμόν 9762/1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι κατόπιν αυτού ήταν εκπρόθεσμη η ανακοπή ερημοδικίας που άσκησε ο αναιρεσείων συνεταιρισμός κατά της απόφασης αυτής, η οποία κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα την 4-6-1996 δηλαδή μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα της επίδοσης, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη την ανωτέρω ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού. Ο παραπεμφθείς, επομένως, στην Ολομέλεια δεύτερος πρόσθετος λόγος που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού, με τον οποίο αυτός προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ. 14 περ. α' και β' ΚΠολΔ πλημμέλειες, με το να μη κηρύξει άκυρη την επίδοση και ακολούθως να απορρίψει ως εκπρόθεσμη την ανακοπή ερημοδικίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης τον περιεχόμενο στο από 28-12-2006 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μακεδόνων και Θρακών ΣυνΠΕ για αναίρεση της 3618/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Αναπέμπει την υπόθεση στο Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 15 Απριλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Με την 986/2007 απόφαση του Γ΄ Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου το θέμα του κύρους της επίδοσης δικογράφου προς νομικά πρόσωπα σε περίπτωση απουσίας του παραλήπτη (εκπροσώπου του νομικού προσώπου) από το κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, καθώς και κάθε άλλου προσώπου από αυτά που κατά τους ορισμούς του νόμου παραδίδεται το επιδιδόμενο έγγραφο, οπότε τηρείται η διαδικασία που διαγράφεται στα άρθρα 129 και 128 παράγραφος 4 Κ.Πολ.Δ (θυροκόλληση, παράδοση αντιγράφου στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και αποστολή ειδοποίησης με το ταχυδρομείο σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται). Δεν είναι αναγκαίο για το κύρος της επίδοσης να μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης το όνομα του εκπροσώπου (παραλήπτη) του νομικού
| null | null | 2
|
Αριθμός 2519/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαυροματίδη, περί αναιρέσεως της 3957/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και το διακριτικό τίτλο "ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Αθανάσιο Γεωργιάδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 740/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ.1, 29 παρ.1 και 4 και 37-39 ν. 5960/1933 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών, ο εκδότης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, στον οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επιταγής. Επιταγή η οποία εξεδόθη και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα εμφανίζεται εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την αναγραφόμενη σ'αυτήν ημερομηνία εκδόσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής με τόπο έκδοσης και πληρωμής αυτής στην Ελλάδα απαιτείται 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, εντός οκτώ ημερών από την έκδοσή της (διότι μετά την πάροδο απράκτου της προθεσμίας αυτής, αποδεσμεύεται ο εκδότης και η επιταγή παύει να ισχύει ως τίτλος) και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως προς πληρωμή με την οποία ισοδυναμεί και η εντολή που δίνει ο εκδότης στην πληρώτρια τράπεζα να μη πληρώσει την επιταγή από τα κατατεθέντα σ'αυτή κεφάλαια του εκδότη, τα οποία έτσι μεταβάλλονται σε μη διαθέσιμα για τον πληρωτή υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης δηλαδή της και με απλό ή ενδεχόμενο δόλο εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη. Το ουσιώδες και κρίσιμο στοιχείο της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για το εμπρόθεσμο της εμφανίσεώς της, μη αρκούντος ότι στην απόφαση αναγράφεται ότι η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή, διαφορετικά χωρίς δηλαδή την παράθεση την απόφασή της συγκεκριμένης ακριβούς ημερομηνίας της εμφανίσεως της επιταγής εντός της νομίμου προθεσμίας των οκτώ ημερών από την επομένη της εκδόσεώς της η καταδικαστική απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και νομίμου βάσεως. Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις δεν απαιτείται ως στοιχείο του αξιοποίνου του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής η βεβαίωση από την Τράπεζα επί του σώματος της επιταγής για την εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής και για την άρνηση πληρωμής της λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων ή για άλλο λόγο. Τα στοιχεία αυτά, όμως, πρέπει να αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) για την πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης με την οποία κρίνεται ένοχος ο κατηγορούμενος και για να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε'ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στον νόμο και να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δικάζοντας ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού, με το διατακτικό της, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ'εξακολούθηση και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, μετατραπείσα και σε χρηματική ποινή 1500 ευρώ. Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι από την χωρίς όρκο εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης του εκκαλούντος κατηγορουμένου σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια και συνεκτίμησε αποδείχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος εξέδωσε εν γνώσει του στη Θεσσαλονίκη τον Ιουλίου του έτους 2003, πριν από την 31-7-2003, τις υπ'αριθμούς ... και ... μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες εκδόσεως ...-2004 και ...-2004 αντιστοίχως, ποσού 36.289 ευρώ κάθε μιας από αυτές, πληρωτέες από το Κατάστημα της οδού ..., της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", σε διάταξη της εγκαλούσας και ήδη πολιτικής ενάγουσας, εδρεύουσας στο 14ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε." τις οποίες επιταγές η ως άνω πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία εις διαταγής της οποίας είχαν εκδοθεί αυτές, ως η τελευταία κομίστρια τους, τις εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην παραπάνω πληρώτρια τράπεζα, προς εξόφληση, αντιστοίχως, στις 3 Μαρτίου 2004 και 7 Απριλίου 2004 δηλαδή εντός του οκταημέρου από την αναγραφόμενη σ'αυτές ως ημερομηνία εκδόσεως τους (δεδομένου ότι σε περίπτωση έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής, ο κομιστής αυτής δύναται ως εκ του ότι είναι πληρωτέα εν όψει, να εμφανίσει αυτήν για πληρωμή οποιαδήποτε ημέρα του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επόμενη της πραγματικής ημέρας έκδοσης μέχρι την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας έκδοσης που αναγράφεται στην επιταγή), πλην όμως δεν πληρώθηκαν η μεν πρώτο υπ'αριθμό ... επιταγή λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη κατηγορουμένου τόσο κατά το χρόνο της εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως προς πληρωμή, η δεύτερη δε υπ'αριθμό ... επιταγή λόγω ανακλήσεως της ενώ υπήρχε υπόλοιπο στον αντίστοιχο λογαριασμό, που ισοδυναμεί με έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της δηλαδή του κατηγορουμένου, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως αυτής προς πληρωμή καθόσον στον υπ'αριθμό ... η λογαριασμό αυτού στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα από τον οποίο εκδόθηκαν και έπρεπε να πληρωθούν δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, η ως άνω δε παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστούσε κατ'εξακολούθηση τέλεση του άνω αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με χρόνο τέλεσης των μερικότερων πράξεων αυτού της εμφανίσεως τους προς εξόφληση στην άνω πληρώτρια τράπεζα. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, γι'αυτό καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 παρ.1 ν. 5960/1933 και 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, που εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για κάθε μία από τις ακάλυπτες μεταχρονολογημένες επιταγές, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ο χρόνος εκδόσεως των και η ημερομηνία εμφανίσεως κάθε μιας προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα και ότι όσον αφορά την υπ'αριθμ. ... τραπεζική επιταγή ότι εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς εξόφληση στην πληρώτρια Τράπεζα ΕΓΝΑΤΙΑ στη Θεσσαλονίκη στις 7 Απριλίου 2004, δηλαδή εντός του οκταημέρου από την αναφερόμενη σ'αυτήν ως ημερομηνία εκδόσεως. Για να στηρίξει δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την καταδικαστική κρίση του διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στα οποία συμπεριλαμβάνονταν σε φωτοαντίγραφα οι επίμαχες επιταγές καθώς και τα πρακτικά της δίκης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμό 23232/31-10-2007 απόφασή του, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις άνω επιταγές που περιείχαν τα κατά νόμο στοιχεία για να είναι τυπικά έγκυρες και ότι από την τελευταία νόμιμη κομίστρια των επιταγών αυτών ανώνυμη εταιρεία, σε διαταγή της οποίας είχαν εκδοθεί, εμφανίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα προς εξόφληση στις ...-2004 η υπ'αριθμό ... και στις ...-2004 η υπ'αριθμό ... και δεν πληρώθηκαν, η μεν πρώτη λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη αυτής κατηγορουμένου, η δεύτερη δε λόγω ανακλήσεως της παρά την ύπαρξη υπόλοιπου στον αντίστοιχο λογαριασμό του εκδότη της κατηγορουμένου. Δεν είναι επομένως ασαφής ούτε ελλιπής ως προς την αιτιολογία της η προσβαλλόμενη απόφαση αφού γίνεται σ'αυτή μνεία του απαραιτήτου στοιχείου της εντός οκτώ ημερών, από την αναγραφόμενη σ'αυτήν ως ημερομηνία έκδοσης της, εμφάνιση στις ...-2004 της ... επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή από την νόμιμη κομίστρια πολιτικώς ενάγουσα και έτσι δεν στερείται ούτε νομίμου βάσεως η προσβαλλόμενη απόφαση αφού είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος για τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο της ουσίας την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και η ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι από το φωτοαντίγραφο της άνω δεύτερης επιταγής...που είναι στο φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει η ημερομηνία κατά την οποία εμφανίσθηκε η εν λόγω επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή του άνω ουσιώδους στοιχείου της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής αυτής προς πληρωμή που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυπτε από τα αναφερόμενα ειδικώς αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες εν όψει και του ότι δεν απαιτείται ως στοιχείο του αξιοποίνου της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής να προκύπτει από το σώμα της επιταγής η βεβαίωση από την Τράπεζα για την εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) καθώς και η δικαστική δαπάνη της παράστασης δια του ορισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2009 αίτηση του ...για αναίρεση της 3957/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΔΕΕ, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΤΡΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΩΝ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΔΕΕ, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση (μεταχρονολογημένες). Καταδικαστική απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση τα κατά νόμο στοιχεία για την έγκυρη έκδοση εκάστης των δύο μεταχρονολογημένων επιταγών και τον χρόνο εμφανίσεως αυτών στην πληρώτρια τράπεζα και για τη δεύτερη από τις οποίες αρκούσε ως προς το στοιχείο αυτό ότι εμφανίστηκε προπληρωμένη εντός οκταημέρου από την επί του σώματος αυτής αναγραφόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως ανεξάρτητα από το εάν είχαν στην πραγματικότητα εκδοθεί νωρίτερα και ισοδυναμούσε με την μη ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων η επί της δεύτερης επιταγής αιτιολογία μη πληρωμής λόγω ανακλήσεως της από τον εκδότη παρά την ύπαρξη υπολοίπου στο λογαριασμό του στην πληρώτρια τράπεζα, απορρίπτονται οι αιτήσεις του κατηγορουμένου ότι δεν προέκυπτε από φωτοαντίγραφο της δεύτερης επιταγής στη δικογραφία η ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε αυτή στην τράπεζα προπληρωμένη διότι πλήττουν την αναιρετικά ανεξέλεγκτη κρίση επί της ουσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που επιτρεπτώς συνήγαγε την περί του άνω στοιχείου από τα αναφερόμενα ότι λήφθηκαν υπόψη αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείτο ως στοιχείο του αξιόποινου της ακάλυπτης επιταγής να προκύπτει από το σώμα αυτής ή βεβαίωση της τράπεζας για τη μη πληρωμή της.
|
Τραπεζική επιταγή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2518/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Νίκα, περί αναιρέσεως της 1890/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 5 Οκτωβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 873/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του ΠΚ όποιος επιτυγχάνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και της χρήσεως υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλού μέσο δια του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω και από αμέλεια, ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος που εμπεριέχει τη γνώση, ότι το βεβαιούμενο στη δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο αλλά και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην παραπλάνηση του δημοσίου υπαλλήλου με οποιονδήποτε τρόπο ή για να χρησιμοποιήσει την ψευδή βεβαίωση με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το αναληθώς βεβαιούμενο περιστατικό. Δημόσιο έγγραφο κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ, που έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο, γιατί το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη, έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδαφ. α' ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση) με παραινέσεις (συμβουλές κλπ.), με πειθώ ή φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής εξαρτήσεως, υποκειμενικής δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, που περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για την διάπραξη από αυτόν της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος β) συνείδηση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Η καταδικαστική απόφαση, εξάλλου, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελίωναν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας επιτρέπεται η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Ο δόλος δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με πρόσθετο σκοπό ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου. Στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα μέσα και ο τρόπος με τον οποίο ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον αυτουργό την συγκεκριμένη απόφαση. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν η παραβίαση γίνεται και εκ πλαγίου. Η παραβίαση δε αυτή υπάρχει και όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε μετά από εκτίμηση των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: Στην ... στις ...η συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος Χ1 (που δεν άσκησε αναίρεση) υπέβαλε στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφερειακής Ανατολικής Αττικής, αίτηση-δήλωση, η οποία φερόταν ότι συνυποβαλλόταν α) από τον ήδη αναιρεσείοντα, β) από τον συγκατηγορούμενό του Χ2 (που επίσης δεν άσκησε αναίρεση) και γ) από τον πολιτικώς ενάγοντα - εγκαλούντα Ψ1. Με βάση την άνω αίτηση που υπέβαλε η εν λόγω κατηγορούμενη επέτυχε αυτή με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα επέτυχε η συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος να εκδοθεί από τη Διεύθυνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Περιφέρειας Ανατολικής Αττικής η με την αυτή ημερομηνία και με αριθμό πρωτοκόλλου ... απόφαση χορήγησης ενιαίας άδειας εκτέλεσης έργου και χρήσης νερού που αφορούσε την εκτέλεση νέας γεώτρησης σε αντικατάσταση παλαιάς στο όνομα και του εγκαλούντος στο αναφερόμενο ακίνητο (για το οποίο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι ο εγκαλών, ο ήδη αναιρεσείων και ο έτερος (γ) των κατηγορουμένων ήταν συγκύριοι). Στη συνέχεια, αναφορικά με τον ήδη αναιρεσείοντα, κατηγορούμενο δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενος του με πρόθεση προκάλεσαν στις 24/2/2002 και στις 30/902002, στην ..., την απόφαση στην συγκατηγορούμενη των Χ1 να εκτελέσει την άδικη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, καθόσον αυτή προήλθε στην άνω πράξη, κατόπιν πειθούς και φορτικότητας που δέχθηκε από τους άνω συγκατηγορουμένους της και οι οποίοι προκειμένου να τους χορηγηθεί νέα άδεια γεώτρησης σε αντικατάσταση παλαιάς που είχε εκδοθεί στο όνομα αυτών και του εγκαλούντα στο αναφερόμενο ακίνητο, προκάλεσαν με τον τρόπο που αναφέρθηκε στην εν λόγω κατηγορούμενη την απόφαση να επιτύχει με εξαπάτηση να εκδοθεί από την αρμόδια υπηρεσία η υπ' αρ. πρωτ. ... από ... νέα άδεια γεώτρησης στο όνομα και του εγκαλούντος. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο ήδη αναιρεσείων στη συνέχεια έκανε στον ..., στις 12/11/2002, χρήση, ενώπιον των αστυνομικών του Α.Τ. ..., της άνω αδείας γεωτρήσεως, στην οποία είχε βεβαιωθεί αναληθώς με εξαπάτηση περιστατικά που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα επέδειξε την υπ' αριθμ. πρωτ. ... άδεια γεώτρησης στους αστυνομικούς αυτού του τμήματος, εμφανίζοντας των ως νομίμως εκδοθείσα, ενώ αυτή είχε εκδοθεί κατόπιν της προαναφερθείσας αιτήσεως - δηλώσεως στην οποία εν αγνοία του, είχε συμπεριληφθεί ο εγκαλών. Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ενόχους την πρώτη κατηγορουμένη Χ1 ως φυσική αυτουργό της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως τον αναιρεσείοντα και τον τρίτο κατηγορούμενο ένοχους ηθικής αυτουργίας στην άνω πράξη της συγκατηγορουμένης των και επιπλέον τον αναιρεσείοντα ένοχο χρήσεως υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως και καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών καθένα των λοιπών κατηγορούμενων και σε φυλάκιση πέντε μηνών για κάθε πράξη τον αναιρεσείοντα, καθόρισε δε την συνολικώς εκτιτέα από αυτόν ποινή σε φυλάκιση έξι (6) μηνών ανασταλείσα επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν παρατίθενται στην άνω απόφαση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με τα οποία να αποδεικνύεται ότι κατά τους αναφερομένους σ' αυτήν κρισίμους χρόνους προκάλεσαν ο αναιρεσείων και το κατηγορούμενος Χ2 την απόφαση και δημιούργησαν τη βούληση στην συγκατηγορούμενη την φυσικό αυτουργό να ενεργήσει ώστε να προκληθεί με οποιοδήποτε απατηλό μέσο από το οποίο να παρασύρθηκε ο αρμόδιος υπάλληλος, να περιλάβει στην νέα άδεια γεώτρησης αναληθές περιστατικό με την αναφορά μεταξύ εκείνων υπέρ των οποίων χορηγήθηκε από τη διεύθυνση Τοπικής Αυτοδιοίκησης της Περιφέρειας Ανατολικής Αττικής και το όνομα του εγκαλούντος Ψ1. Από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό και επαναλαμβάνονται στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων και ο έτερος συγκατηγορούμενος του Χ2 απέβλεπαν στο να τους χορηγηθεί νέα άδεια γεώτρησης σε αντικατάσταση παλαιάς που είχε εκδοθεί στο όνομα τους και στο όνομα του εγκαλούντος, δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι αυτοί προκάλεσαν στην συγκατηγορουμένη τους Χ1 την απόφαση να επιτύχει να εκδοθεί αυτή η νέα άδεια με συμπερίληψη και του ονόματος του εγκαλούντος στους αναφερόμενους ως δικαιούχους και με ενέργειες που στοιχειοθετούσαν αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το έγκλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Δεν μνημονεύονται στην απόφαση άλλα περιστατικά που να θεμελιώνουν των αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της δράσης του αναιρεσείοντος και του τρίτου κατηγορούμενου ως ηθικών αυτουργών και της τελεσθείσης από τη φυσική αυτουργό άνω αξιόποινου πράξεως. Επιπλέον όσον αφορά των πράξη της χρήσεως υφαρπασθείσης ψευδούς βεβαιώσεως δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά που να θεμελιώνουν το δόλο του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου για το ότι περιεχόταν αναληθές βεβαίωση στη νέα άδεια γεώτρησης για συνεπαγόμενο έννομες συνέπειες γεγονός, που να είχε περιληφθεί στο εν λόγω δημόσιο έγγραφο κατόπιν εξαπατήσεως του υπαλλήλου που την εξέδωσε και ακόμη για το ότι ο αναιρεσείων κατά τον αναφερόμενο χρόνο επιδείξεως αυτής της νέας άδειας γεώτρησης στους αστυνομικούς του Α/Τ ...ενεργούσε έχοντας τον απαιτούμενο επιπροσθέτως ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου σκοπό εξαπατήσεως αυτών και δεν αναπληρώνεται το στοιχείο αυτό από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Οι ελλείψεις αυτές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1, 220 παρ. 1 και 26 παρ. 1 Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, κατά παραδοχή των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Ποιν. σχετικών λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης με τους οποίους βασίμως προβάλλονται η αιτίαση της έλλειψης ένδικης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νομίμου βάσεως πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, αναφορά του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο καθόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1890/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα... .
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται προς εκδίκαση στο ίδιο άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και χρήση υφαρπασθείσης ψευδούς βεβαιώσεως. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα λόγου μη νομίμου παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ζημιώνεται άμεσα από την άνω αξιόποινη πράξη. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για τον κηρυχθέντα ένοχο ήδη αναιρεσείοντα ως ηθικό αυτουργό της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και αυτουργό χρήσεως της υφαρπασθείσης ψευδούς βεβαιώσεως που συρρέουν αληθώς λόγω μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ελλείψεως νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την αναλήθεια του βεβαιουμένου στο δημόσιο έγγραφο γεγονότος και την πρόθεση του αναιρεσείοντος να εξαπατηθεί ο αρμόδιος υπάλληλος που εξέδωσε την άδεια.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Ηθική αυτουργία, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2517/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 86/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1204/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 353/23.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό σας την με αριθμό 43/10.7.09 αίτηση αναίρεσης του ... κρατουμένου στη κλειστή φυλακή ..., κατά του υπ'αριθμ. 86/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, πλην άλλων, και όταν ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως η παραγ. 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 41 παρ. 1 του Νόμου 3160/2003, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του Βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του.
Από τη διάταξη αυτή, που περιοριστικά απαριθμεί τις περιπτώσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά του Βουλεύματος από τον κατηγορούμενο προκύπτει, ότι αυτός δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του Βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσίαν έφεση του κατά του πρωτοδίκου Βουλεύματος, που απέρριψε την αίτησή του για απόλυσή του υπό όρο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 106 ΠΚ και άρθρου 17 Νόμου 1968/91, εφόσον με τις διατάξεις αυτές ή με άλλες ειδικές διατάξεις δεν επιτρέπεται, κατ'εξαίρεση, η προσβολή με αναίρεση τέτοιου Βουλεύματος. (ΑΠ 535/95) Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του καταδίκου ... κατά του υπ'αριθμ. 86/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεσή του, κατά του υπ'αριθμ. 55/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, που είχε απορρίψει αίτηση αυτού (αναιρεσείοντος) για απόλυση του υπό όρο, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 43/10-7-2009 αίτηση αναίρεσης του ...κρατουμένου στη κλειστή φυλακή ..., κατά του υπ'αριθμ. 86/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 15.10.2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ψάνης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 482 του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν αυτό α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και συρρέον ή συναφές πλημ/μα και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Από τη διάταξη αυτή, που περιοριστικά απαριθμεί τις περιπτώσεις ασκήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος από τον κατηγορούμενο, προκύπτει ότι αυτός δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεσή του κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος που απέρριψε αίτησή του για απόλυσή του υπό όρο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΠΚ, καθόσον ούτε από τις διατάξεις αυτές ούτε από άλλες ειδικές διατάξεις επιτρέπεται, κατ` εξαίρεση, η προσβολή με αναίρεση τέτοιου βουλεύματος. Εξάλλου, από το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά αποφάσεως ή βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται, το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο) ή το Δικαστικό Συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του καταδίκου ...στρέφεται κατά του υπ' αριθμ. 86/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεσή του κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 55/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας, που απέρριψε αίτησή του για απόλυση υφ' όρον κατά τα άρθρα 105 και επ. του ΠΚ. Κατ` ακολουθίαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και ενόψει της διατάξεως του άρθρου 17 του ν. 1968/1991, που επιτρέπει στον κατάδικο την άσκηση μόνο του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών, που κρίνει την αίτηση αυτού για χορήγηση υφ' όρον απολύσεως κατά τα άρθρα 105 και επ. του ΠΚ, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο οποίος κλήθηκε νομότυπα για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο και να εκθέσει τις απόψεις του - βλ. από ... αποδεικτικό του, αρμοδίου κατ` άρθρο 155§3 ΚΠΔ, Γραμματέα του Κ. Κ. ... -, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Ιουλίου 2009 αίτηση του..., για αναίρεση του υπ' αριθ. 86/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση του καταδίκου κατά βουλεύματος που απέρριψε αίτησή του για χορήγηση υφ' όρον απολύσεως κατά τα άρθρα 105 επ. ΠΚ, δεν υπόκειται σε αναίρεση και η ασκηθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
|
Απόλυση υφ' όρο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απόλυση υφ' όρο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2515/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 960/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1091/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 23 Οκτωβρίου 2009 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ..., η πολιτικώς ενάγουσα της κρινόμενης υπόθεσης Ψ με αναιρεσείοντα τον Χ κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση που έχει ορισθεί για να συζητηθεί η από 26-6-2009 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 960/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πλην αυτή δεν εμφανίστηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρούσα και αυτή (πολιτικώς ενάγουσα).
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και, έτσι, δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, είναι προφανές, ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκοπήσεως του εγγράφου τούτου από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή του εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "1. Η από 9.2.2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. 2. Τέσσερα (4) αυτοκόλλητα διαφημιστικά έντυπα. 3. Επτά (χειρόγραφες σελίδες). 4. Φωτοαντίγραφα τριών σελίδων αναλυτικών λογαριασμών της Cosmote της Ψ. 5. Η από 15.12.2000 έως 30.6.2003 έκθεση αξιολόγησης του Χ. 6. Η από 1.9.2004 έως 31.3.2005 έκθεση αξιολόγησης του Χ. ... 8. Το από 25.1 2007 έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου ... 9. Η από 17.4.2008 πράξη με αριθμό πρωτοκόλλου ... του Πρύτανη ΑΠΘ. 10. Η από 13.2.2007 πράξη με αριθμό πρωτοκόλλου ... του Πρύτανη ΑΠΘ. 11. Το από 20.12.2007 έγγραφο. 12. Το από 26.5.2008 έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου ... 13. Το από 16.5.2008 έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου ... 14. Μία (1) φωτογραφία". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Η φωτογραφία, στην πραγματικότητα, επισκοπήθηκε από τους παράγοντες της δίκης, η δε αναγραφή ότι αναγνώσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έχει τεθεί κατά κυριολεξία. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα δεκατρία έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, ενώ η φωτογραφία δεν επιδείχθηκε στον αναιρεσείοντα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου, μάλιστα, και του ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Τέλος, ως αδικήματα που τελούνται δια του τύπου νοούνται τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα ή από τους ειδικούς ποινικούς νόμους, όταν τελούνται με κατάχρηση του τύπου ως μέσου για την εκδήλωσή τους. Επί συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου, μεταξύ άλλων, τιμωρείται και ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος. Από δε τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή), όμως, το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 960/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράβασης του άρθρου 22§4 ν. 2472/1997 κατ' εξακολούθηση και συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου κατ' εξακολούθηση σε βάρος της Ψ, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους για κάθε πράξη και συνολική (12 + 6 =) 18 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Από τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα Ψ, γνωρίζονταν από το έτος 2000 και διατηρούσαν στενή φιλική και οικογενειακή σχέση, ενόψει και του γεγονότος ότι ήταν συνάδελφοι, εργαζόμενοι αμφότεροι στο ίδιο Τμήμα της Βιβλιοθήκης του Α.Π.Θ. Τον Ιούλιο του 2004 η εγκαλούσα, η οποία εργαζόταν παράλληλα ως γυμνάστρια και σε δύο γυμναστήρια για να συμπληρώνει το εισόδημά της, γνώρισε τον ΑΑ (εξετασθέντα στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας) με τον οποίο συνήψε ερωτική σχέση τον Αύγουστο 2004. Τη σχέση αυτή ανακοίνωσε σχεδόν αμέσως, λόγω της προαναφερθείσας στενής τους φιλίας στον κατηγορούμενο, ο οποίος όμως για δικούς του καθαρά προσωπικούς λόγους αντέδρασε αρνητικά και άρχισε να εκφράζεται με απαξιωτικό τρόπο για το σύντροφό της, συμπεριφορά που δεν μεταβλήθηκε και μετά τη γνωριμία του με τον ΑΑ το Σεπτέμβριο 2004. Παράλληλα άρχισαν να έρχονται από τέσσερις (4) διαφορετικούς αριθμούς τηλεφώνων εξυβριστικού περιεχομένου μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της εγκαλούσας αλλά και του προαναφερομένου συντρόφου της, με αποτέλεσμα να υποχρεωθούν αμφότεροι σε αλλαγή του αριθμού του κινητού τηλεφώνου που ο καθένας είχε. Τα τηλεφωνήματα αυτά αιφνιδίως σταμάτησαν όταν η εγκαλούσα και ο σύντροφός της αποφάσισαν να διακόψουν τη σχέση τους τον Οκτώβριο 2004, γεγονός που πληροφορήθηκε από την εγκαλούσα ο κατηγορούμενος. Η εγκαλούσα όμως και ο ΑΑ χωρίς να ανακοινώσουν σε κανέναν το παραμικρό συνέχισαν να διατηρούν τηλεφωνική επαφή μεταξύ τους μέχρι το καλοκαίρι του 2005, οπότε επανασυνδέθηκαν. Κατά το μεσολαβήσαν διάστημα ο κατηγορούμενος θέλοντας να διαπιστώσει κατά πόσο η εν λόγω σχέση υφίστατο ερωτικά, αφενός ρωτούσε την ίδια την εγκαλούσα αλλά και τη φίλη και συνάδελφό της στην εργασία της - στο Α.Π.Θ. ΒΒ (εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας), αφετέρου δε τον Απρίλιο του 2005 και τον Ιούλιο του 2005 αφήρεσε από την οικία της εγκαλούσας, που βρισκόταν επί της ενταύθα οδού ..., τους μηνιαίους λογαριασμούς του κινητού της τηλεφώνου, που αποστέλλοντο από την εταιρία Cosmote, λαμβάνοντας έτσι γνώση μεταξύ άλλων και των αναλυτικών καταστάσεων των εισερχομένων και εξερχόμενων κλήσεων αυτής και τελώντας το αδίκημα του άρθρου 22 §4 του Ν.2472/1997 κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται, αφού με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος έλαβε γνώση αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι "αρχείο" κατά την έννοια του ανωτέρω νόμου, συνιστά και ο εν λόγω λογαριασμός, αφού σ' αυτόν αναγράφονται τα στοιχεία ταυτότητος κάθε συνδρομητή καθώς και κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων (εν προκειμένω του συνδρομητή) όπως είναι οι εισερχόμενες και εξερχόμενες τηλεφωνικές του κλήσεις, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται από την εταιρία κινητής τηλεφωνίας. Περαιτέρω από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι αντιληφθείς στη συνέχεια ο κατηγορούμενος την επανασύνδεση της εγκαλούσας με τον ΑΑ, προς την οποία συνέχιζε να είναι αντίθετος, σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 20-1-2006 έως 20-6-2006 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος προέβη στη σύνταξη αυτοκόλλητου διαφημιστικού φυλλαδίου και συγκεκριμένα μικρής διάστασης εντύπου, στο οποίο αφού ανέγραψε το όνομα, τη διεύθυνση της οικίας και τα τηλέφωνα εργασίας της εγκαλούσας στο Α.Π.Θ. (Πανεπιστήμιο) και στα Γυμναστήρια ... (στην Πλατεία ...) και ... (στην ...) καθώς και ότι αυτή παρέχει υπηρεσίες μασάζ, στη συνέχεια το ανατύπωσε σε άγνωστο, πάντως ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό εντύπων, τα οποία και ανήρτησε - επικόλλησε - πέριξ του χώρου της εργασίας της εγκαλούσας στο Α.Π.Θ., στα Γυμναστήρια ... και ... καθώς και έξω από την οικοδομή στην οποία διέμενε επί της οδού ..., καθιστώντας το περιεχόμενο αυτών προσιτό στο κοινό. Γνώση δε αυτών των ανατύπων έλαβε αόριστος αριθμός προσώπων εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο, φοιτητών και διερχομένων από αυτό, εργαζομένων και γυμναζομένων στα προαναφερόμενα Γυμναστήρια καθώς και διερχομένων περαστικών όπως και επισκεπτών και διερχομένων έξωθι της οικοδομής όπου ευρίσκετο η οικία της εγκαλούσας. Το γεγονός όμως ότι η εγκαλούσα παρέχει υπηρεσίες μασάζ είναι ψευδές και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδές και ότι αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, καθόσον ενείχε αμφισβήτηση της προσωπικής, ηθικής και κοινωνικής της αξιοπρέπειας. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών λεπτομερής και κατηγορηματική υπήρξε η χωρίς όρκο εξέταση της εγκαλούσας αλλά και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ένας των οποίων (ΓΓ) αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να επικολλά βραδινές ώρες τέτοια έντυπα έξω από το Γυμναστήριο ..., όπου γυμναζόταν και άλλοι, όπως η εργαζομένη ως γραμματέας στη ρεσεψιόν του Γυμναστηρίου ... ΔΔ, ενώπιον της οποίας, σε γενόμενο στο εν λόγω Γυμναστήριο τηλεφώνημα, η εγκαλούσα αναγνώρισε τη φωνή του κατηγορουμένου. Η κρίση αυτή, για την τέλεση εκ μέρους του κατηγορουμένου της ανωτέρω πράξεως, ενισχύεται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα από τις επτά (7) χειρόγραφες σελίδες, οι οποίες έχουν εκβιαστικό, απειλητικό και προσβλητικό για την προσωπικότητα του ΑΑ περιεχόμενο και για τις οποίες η από 9-2-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της προανάκρισης επί εγκλήσεως του ανωτέρω παθόντος, αποφαίνεται ότι η γραφή των ανωτέρω εγγράφων ανήκει στη γραφική χάραξη του κατηγορουμένου και έχουν γραφεί από αυτόν, ουδόλως δεν αναιρείται η ανωτέρω κρίση από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων υπεράσπισης και το περιεχόμενο της απολογίας του κατηγορουμένου. Κατόπιν τούτων, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται για τις πράξεις οι οποίες του αποδίδονται όπως ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσης". Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 363 σε συνδυασμό προς το άρθρο 362 ΠΚ και του άρθρου 98 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, 1) παρατίθεται το δυσφημιστικό για την εγκαλούσα γεγονός, που περιλαμβάνεται στο αυτοκόλλητο διαφημιστικό φυλλάδιο που συνέταξε ο αναιρεσείων, στο οποίο ανέγραψε τα στοιχεία αυτής και το ψευδές γεγονός ότι παρέχει υπηρεσίες μασάζ, 2) προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων προσώπων το παραπάνω δυσφημιστικό γεγονός, με την αναφορά ότι προέβη στην ενέργεια αυτή με όργανο τον τύπο και συγκεκριμένα με την ανατύπωση ιδιαίτερα μεγάλου αριθμού αντιτύπων του ως άνω διαφημιστικού φυλλαδίου, τα οποία ανήρτησε στο χώρο εργασίας της εγκαλούσας (Πανεπιστήμιο και Γυμναστήρια (... και ...), καθώς και έξω από την οικία της, και μνημονεύονται τα τρίτα πρόσωπα, σε γνώση των οποίων περιήλθε το γεγονός αυτό (αόριστος αριθμός προσώπων εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο, φοιτητών και διερχομένων από αυτό, εργαζομένων και γυμναζομένων στα Γυμναστήρια, διερχομένων περαστικών, επισκεπτών και διερχομένων έξω από την οικοδομή όπου κείται η οικία της), 3) αιτιολογείται ειδικώς ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος με την αναφορά ότι το γεγονός ότι η εγκαλούσα παρέχει υπηρεσίες μασάζ είναι ψευδές και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδές και ότι αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτής, καθώς ενείχε αμφισβήτηση της προσωπικής, ηθικής και κοινωνικής της αξιοπρέπειας, και την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία συνήγαγε την αναλήθεια του ως άνω γεγονότος και εκείνων από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές, εφόσον αυτός από το έτος 2000 διατηρούσε στενή συναδελφική, φιλική και οικογενειακή σχέση με την εγκαλούσα, και 4) ο χρόνος που έλαβαν χώρα οι μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση τέλεσης της πράξεως αυτής, που είναι το χρονικό διάστημα από 20.1.2006 μέχρι 20.6.2006, χωρίς να είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός των ημερομηνιών, κατά τις οποίες έλαβε χώρα κάθε μερικότερη πράξη, κατά τις οποίες, δηλαδή, τυπώθηκαν και τοιχοκολλήθηκαν τα έντυπα με το δυσφημιστικό περιεχόμενο στους τόπους που αναφέρθηκαν, αφού δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τέταρτος (ως προς την εν λόγω πράξη) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, όσον αφορά την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, και νόμιμης βάσης, όσον αφορά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 98 ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η μερικότερη αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων της εγκαλούσας και των μαρτύρων κατηγορίας είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Από την αλληλοσυμπλήρωση δε του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν γεννάται, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, καμιά αντίφαση σχετικά με τις μερικότερες πράξεις που συνιστούν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, αφού, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, το περιεχόμενο των φυλλαδίων έγινε προσιτό σε αόριστο αριθμό προσώπων από την ανάρτησή τους στους χώρους που προαναφέρθηκαν και η μερικότερη αιτίαση, με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη.
Περαιτέρω, ο νόμος 2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως υπογραμμίζεται στην εισηγητική έκθεσή του, θεσπίστηκε σε εκπλήρωση υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 και 19 του Συντάγματος, οι οποίες ανάγουν την προστασία της αξίας του ανθρώπου σε πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, προστατεύουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και διασφαλίζουν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, καθώς και το απόρρητο των επικοινωνιών του. Παράλληλα, όμως, η θέσπιση των ρυθμίσεων του νόμου τούτου ήταν επιβεβλημένη και ενόψει των προβλεπόμενων στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24 Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών. Η οδηγία αυτή, όπως προκύπτει από το προοίμιό της, αποβλέπει στην εναρμόνιση των κρατών μελών, ώστε με την εγκαθίδρυση και λειτουργία της κοινοτικής εσωτερικής αγοράς να κατοχυρώνεται όχι μόνο η δυνατότητα κυκλοφορίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Το κεφάλαιο Α' του εν λόγω νόμου 2472/1997, όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, (άρθρα 1-3) επιγράφεται ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, οι οποίες αναφέρονται στο αντικείμενο του νόμου, τους σχετικούς ορισμούς και το πεδίο εφαρμογής του. Έτσι, κατά το άρθρο 1 του νόμου τούτου, αντικείμενο αυτού είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: ... ε) Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο. Το άρθρο 22 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τις αναφερόμενες σ' αυτό κατηγορίες συμπεριφορών που κρίνονται αξιόποινες. Ειδικότερα, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Οι ποινικές κυρώσεις, όπως άλλωστε είναι φυσικό, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε τις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "Αρχείων προσωπικών δεδομένων". Έτσι, κατά την παρ. 1 του άρθρου 22 γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία Αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση "Αρχείου", χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την παρ. 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια απ' αυτήν διασύνδεση αρχείων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "Αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται, κατ' άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται ή από το Δημόσιο ή από ενώσεις προσώπων ή φυσικά πρόσωπα, β) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ενώ ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θεωρούνται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων και ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται, επίσης, ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι, όμως, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το διατακτικό σε συνδυασμό με το ως άνω αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 22§4 του ν. 2472/1997, για την οποία, επίσης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίστατο στο ότι αυτός, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2005, αφαίρεσε από την οικία της εγκαλούσας τους μηνιαίους λογαριασμούς του κινητού της τηλεφώνου, λαμβάνοντας γνώση και των αναλυτικών λιστών των εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων αυτής. Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι πληροφορίες που περιέχονται στους λογαριασμούς (εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις), και ο οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του με τον παραπάνω τρόπο (αφαίρεση από την οικία της εγκαλούσας), δεν θεωρούνται δεδομένα με την έννοια του νόμου, καθόσον η αφαίρεση των ως άνω λογαριασμών από την οικία της εγκαλούσας δεν έγινε με οποιαδήποτε πρόσβαση ή έρευνα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου σε "αρχείο" προσωπικών δεδομένων, το οποίο, άλλωστε, τηρείτο από την εταιρία Cosmote, ούτε του τις μετέδωσε τρίτος που επενέβη στο αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του "αρχείου" ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ως προς την εν λόγω πράξη, ότι δηλαδή οι πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του αναιρεσείοντος με τον τρόπο που προεκτέθηκε, αποτελούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονταν σε αρχείο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2, 22§4 ν. 2472/1997, κατά παραδοχήν ως βασίμου του από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ τρίτου λόγου αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την πράξη της παράβασης του άρθρου 22§4 ν. 2472/1997. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 518§1 εδ. α ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 ν.3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως, δεν πρέπει να παραπεμφθεί, ως προς την πράξη αυτή, η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αλλά πρέπει ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή, και να απαλειφθεί η διάταξη που αφορά την ποινή φυλακίσεως ενός έτους που του επιβλήθηκε για το έγκλημα αυτό και η από αυτήν προελθούσα συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών με την επαύξηση της ποινής φυλακίσεως ενός έτους που επιβλήθηκε για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου κατά 6 μήνες, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή φυλακίσεως του ενός έτους για την πράξη για την οποία δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 960/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ αθώο του ότι στη ... τον Απρίλιο του έτους 2005 και τον Ιούλιο του έτους 2005, με περισσότερες από μία πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση, χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και συγκεκριμένα στο ως άνω τόπο και κατά τους ως άνω χρόνους, αφαίρεσε από την οικία της εγκαλούσας τους μηνιαίους λογαριασμούς του κινητού της τηλεφώνου, λαμβάνοντας γνώση μεταξύ άλλων και των αναλυτικών λιστών των εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων αυτής.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τη διάταξη για την επιβολή ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους για την ανωτέρω πράξη, καθώς και για την επαύξηση της συντρέχουσας ποινής για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως δια του τύπου κατ' εξακολούθηση κατά 6 μήνες, διατηρουμένης της ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους που επιβλήθηκε για την τελευταία πράξη, η οποία έχει ανασταλεί.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 5438/2009) αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 22 § 4 Ν. 2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" και συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου κατ' εξακολούθηση. Στοιχεία εγκλημάτων. Έννοια "αρχείου". Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα επειδή δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα εγγράφων που αναγνώσθηκαν, αφού τα έγγραφα αυτά προσδιορίστηκαν επαρκώς και, με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη. Η αναγραφή ότι φωτογραφία ή σχεδιάγραμμα αναγνώσθηκε έχει την έννοια ότι αυτή επισκοπήθηκε από τους παράγοντες της δίκης. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης ως προς συκοφαντική δυσφήμιση. Αναίρεση κατά το κεφάλαιο της καταδίκης για την παράβαση του άρθρου 22 § 4 Ν.2472/1997 κατ' εξακολούθηση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του "αρχείου" ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Κήρυξη του αναιρεσείοντος αθώου για την πράξη αυτή, κατ' άρθρο 518 § 1 εδ. α' ΚΠΔ. Απάλειψη της διάταξης για την επιβολή ποινής και για την πράξη αυτή, καθώς και για την επαύξηση της συντρέχουσας ποινής για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2513/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ... και 2...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 1545/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 330/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 §2 και 369 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Α' Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων, που έχουν αναγνωσθεί, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία πρσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμό 1545/2008 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, κήρυξε με αναγνώριση υπέρ αυτών ελαφρυντικού από το άρθρο 84 §28 ΠΚ, ενόχους κατά πλειοψηφία τους ήδη αναιρεσείοντες από τους κατηγορουμένους, για την πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ και ειδικότερα του ότι στο ...στις 20/3/2002 ως εργοδότες της ξενοδοχειακής επιχείρησης με την επωνυμία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ Α.Ε., αφού απασχόλησαν, κατά τη χρονική περίοδο από 10/2001 έως 12/2001 στην επιχείρησή τους, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις παρακάτω εισφορές ποσού 11.659,87 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία για την καταβολή των οποίων (εισφορών) συντάχθηκε η με αριθμό ... Π.Ε.Ε. στην οποία αναγράφονται μισθωτοί και ύψος αποδοχών, αφ' ενός έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ιδίους (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον ειδικό λογαριασμό δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης) ποσού 7.773,25 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν οι εισφορές απαιτητές και αφ' ετέρου έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν στην επιχείρησή τους (εργατικές) ποσού 3.886,62 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον παραπάνω οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές και κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση, και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών τον καθένα για κάθε πράξη, καθόρισε δε την συνολική ποινή για καθένα των καταδικασθέντων σε 6 μήνες φυλάκιση.
Το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην μνημονευόμενη περί ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά πλειοψηφία κρίση του, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και συνεκτίμησε κατά τα αναφερόμενα στο εισαγωγικό μέρος του σκεπτικού του την σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, την εξέταση των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την όλη συζήτηση της υπόθεσης. Στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο ισχυρισμό, προβληθέντα και αναπτυχθέντα από τον συνήγορο υπερασπίσεως των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων (εισήχθησαν στην προκείμενη δίκη υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της παραπάνω ανώνυμης ξενοδοχειακής τεχνικής εταιρείας ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε.), ότι ουδεμία ποινική ευθύνη είχαν οι ίδιοι για την μη καταβολή των άνω ασφαλιστικών εισφορών, καθόσον με το από ...ιδιωτικό συμφωνητικό το ξενοδοχείο ΑΜΝΙΣΣΟΣ είχε εκμισθωθεί από την ανωτέρω ημερομηνία μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2004 στην εταιρεία ΚΡΕΤΟΤΕΛ Ε.Π.Ε. και η διαχείρισή του είχε ανατεθεί στην τελευταία αυτήν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εταίρους τους ... και ... και υπεύθυνη για την πρόσληψη και πληρωμή (και συνεπώς και για την ασφάλιση του προσωπικού) ήταν η εταιρεία ΚΡΕΤΟΤΕΛ Ε.Π.Ε., δέχθηκε ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και δη την υπ' αριθ. ... Π.Ε.Ε. και την από 20-7-2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού (δηλαδή έγγραφα που συντάχθηκαν και υπογράφησαν κατά τη διάρκεια της ως άνω μίσθωσης), προέκυψε ότι αυτά υπογράφηκαν από τους νόμιμους εκπροσώπους της ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε. και για λογαριασμό της τελευταίας, ενώ σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει η σφραγίδα και υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της ως άνω μισθώτριας εταιρείας ΚΡΕΤΟΤΕΛ Ε.Π.Ε., όπως θα έπρεπε, για να θεμελιώνεται και η δική της ευθύνη. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που την εξέδωσε η από 20-7-2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ούτε προκύπτει η ταυτότητά του και ειδικότερα σε ποιον μισθωτό αφορούσε και σε ποια Αρχή ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο απευθυνόταν, από την αναφορά του στο αιτιολογικό της αποφάσεως προκειμένου να στηριχθεί η κρίση της πλειοψηφίας για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού των κατηγορουμένων και για την ενοχή αυτών. Το έγγραφο αυτό δεν είχε αναγνωσθεί ούτε στη δίκη στον πρώτο βαθμό καθόσον από τον έλεγχο των αναγνωσθέντων πρακτικών της 1302/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης για τους κατηγορούμενους που δικάσθηκαν ερήμην, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, πέραν των διαδικαστικών, άλλα έγγραφα. Δεν παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν ανεγνώσθη η αναφερόμενη στο αιτιολογικό της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αναγνωσθείσα Π.Ε.Ε. ..., η οποία δεν αναγραφόταν στο κατηγορητήριο, αλλά με όσα ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο της ουσίας άντλησε από το έγγραφο αυτό συμπεράσματα για την ενοχή των, ενώ ήταν άσχετο και απρόσφορο, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του με τη διαφορετική εκ μέρους των εκτίμηση αποδεικτικού μέσου. Νομίμως αντίθετα ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να αναγνωσθεί η Π.Ε.Ε. ...που περιέχεται στην κατηγορία και αναφέρει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν αυτήν ως προς τη χρονική περίοδο, τον αριθμό των εργαζομένων, το ύψος των εργοδοτικών και των εργατικών εισφορών. Όσον αφορά την τελευταία αυτή Π.Ε.Ε., οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι εγνώριζαν το περιεχόμενό της και είχαν την ευχέρεια και άσκησαν το παρεχόμενο σ' αυτούς από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμά τους και δεν ήταν αναγκαίο, παρά τις περί του αντίθετου αβάσιμες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, να γίνει πρόσθετη αναφορά στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι αναγνώσθηκε για να ληφθεί υπόψη. Εφόσον δεν αναγνώσθηκε το κείμενο της από 20-7-2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού στο ακροατήριο του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά ούτε και πρωτοδίκως και με τη μη ανάγνωση αυτής στο ακροατήριο, δεν κατέστη γνωστό αυτό το έγγραφο στον συνήγορο υπεράσπισης που εκπροσωπούσε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ώστε αυτός να έχει την πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό του και δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το περιεχόμενο της άνω από 20-7-2001 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έπεται ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκομένου εγγράφου και να προβεί κατ' άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του άνω εγγράφου.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 §1 Κ.Ποιν.Δ. απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αναφέρεται στους ήδη αναιρεσείοντες από τους κατηγορουμένους, η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1545/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ... και .... Και
Παραπέμπει προς εκδίκαση την υπόθεση στο αυτό ως άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) από δύο κατηγορουμένους ως νόμιμος εκπροσώπους ανώνυμης εταιρείας που συμπροσβάλλουν την καταδικαστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας καθώς και για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ) καθόσον ελήφθη υπόψη στο αιτιολογικό της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως (και αντλήθηκαν από αυτές συμπεράσματα για την κρίση του) χωρίς το έγγραφο αυτό να αναγνώσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αυτή να περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως αναγνωστέα και έτσι στερήθηκε ο συνήγορος των αναιρεσειόντων που τους εκπροσωπούσε στην κατ' έφεση δίκη του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το έγγραφο αυτό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 358 ΚΠΔ και έτσι αναιρείται η απόφαση (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων) και παραπέμπεται η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς νέα συζήτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2512/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Λάλα, περί αναιρέσεως της 1560/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 329/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρου 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ.) ή το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, πλην όμως είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτά τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζονται τα έγγραφα, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα των εγγράφων που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη, και να προκύπτει σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμό 1560/2008 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης κήρυξε, με αναγνώριση υπέρ αυτών ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ. 2β Π.Κ., ενόχους κατά πλειοψηφία τους ήδη αναιρεσείοντες από τους κατηγορουμένους για την πράξη της μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ και ειδικότερα του ότι στο ...στις 5/2/2003 ως εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ΑΜΝΙΣΣΟΣ ΞΤΕ ΑΕ, είδος επιχείρησης ξενοδοχείο, αφού απασχόλησαν κατά τη χρονική περίοδο από 10/2002 έως 12/2002 στην επιχείρησή τους, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλουν στο ΙΚΑ τις παρακάτω εισφορές ποσού 17980,97 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ...ΠΕΕ στην οποία αναγράφονται μισθωτοί και ύψος αποδοχών 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για τον ειδικό λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 11987,67 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάστηκαν στην επιχείρησή τους (εργατικές) ποσού 5993,33 ευρώ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον παραπάνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση, και κατεδίκασε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών τον καθένα για κάθε πράξη καθόρισε δε τη συνολική ποινή για καθένα των καταδικασθέντων κατηγορουμένων σε φυλάκιση 6 μηνών.
Το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στη μνημονευόμενη περί ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά πλειοψηφία κρίση του, έλαβε υπόψη του όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του και συνεκτίμησε, κατά τα αναφερόμενα στο εισαγωγικό μέρος του σκεπτικού του την σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την εξέταση των μαρτύρων τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την όλη συζήτηση της υπόθεσης. Στο αιτιολογικό της άνω αποφάσεως του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο ισχυρισμό προβληθέντα και αναπτυχθέντα από τον συνήγορο υπερασπίσεως των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων (που εισήχθησαν στη δίκη υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της παραπάνω ανώνυμης ξενοδοχειακής, τεχνικής εταιρείας ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε) ότι ουδεμία ποινική ευθύνη είχαν οι ίδιοι για τη μη καταβολή των άνω ασφαλιστικών εισφορών, καθόσον με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό το ξενοδοχείο ΑΜΝΙΣΣΟΣ είχε εκμισθωθεί από την ανωτέρω ημερομηνία μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2004 στην εταιρεία ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ και η διαχείρισή του είχε ανατεθεί στην τελευταία αυτήν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εταίρους τους ... και ... και υπεύθυνη για την πρόσληψη και πληρωμή (και συνεπώς και για την ασφάλιση του προσωπικού) ήταν η εταιρεία ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ, δέχθηκε ότι από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και δη την υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ και των από 20.7.2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού (δηλαδή έγγραφα που συντάχθηκαν και υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια της άνω μίσθωσης), προέκυψε ότι αυτά υπογράφηκαν από τους νομίμους εκπροσώπους της ΑΜΝΙΣΣΟΣ Α.Ε. και για λογαριασμό της τελευταίας ενώ σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν υπάρχει η σφραγίδα και η υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων της ως άνω μισθώτριας εταιρείας ΚΡΕΤΟΤΕΛ ΕΠΕ, όπως θα έπρεπε για να θεμελιώνεται και η δική της ευθύνη. Από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που την εξέδωσε η από 20/7/2001 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ούτε προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου και ειδικότερα σε ποιον μισθωτό αφορούσε και σε ποια αρχή ή σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο απευθυνόταν, από την αναφορά του αιτιολογικό της αποφάσεως προκειμένου να στηριχθεί η κρίση της πλειοψηφίας για την απόρριψη του άνω ισχυρισμού των κατηγορουμένων και για την ενοχή των. Το έγγραφο αυτό δεν είχε αναγνωσθεί ούτε στη δίκη στον πρώτο βαθμό καθόσον από τον έλεγχο των αναγνωσθέντων πρακτικών της 1309/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης για τους κατηγορουμένους που δικάσθηκαν ερήμην, προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, πέραν των διαδικαστικών άλλα έγγραφα. Δεν παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι δεν αναγνώσθη η αναφερόμενη στο αιτιολογικό της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αναγνωσθείσα ΠΕΕ ... η οποία δεν αναγραφόταν στο κατηγορητήριο, αλλά με όσα ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο της ουσίας άντλησε από το έγγραφο αυτό συμπεράσματα για την ενοχή των ενώ ήταν άσχετο και απρόσφορο πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του με τη διαφορετική εκ μέρους των εκτίμηση αποδεικτικού μέσου. Νομίμως αντίθετα ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να αναγνωσθεί η ΠΕΕ ..που περιέχεται στην κατηγορία και αναφέρει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν αυτήν ως προς τη χρονική περίοδο τον αριθμό των εργαζομένων και το ύψος των εργοδοτικών και των εργατικών εισφορών. Όσον αφορά την τελευταία αυτών ΠΕΕ οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι εγνώριζαν το περιεχόμενό της και είχαν την ευχέρεια και άσκησαν το παρεχόμενο σ' αυτούς από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμά τους και δεν ήταν αναγκαίο παρά τις περί του αντιθέτου αβάσιμες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων να γίνει πρόσθετη αναφορά στα πρακτικά της προσβαλλομένης ότι αναγνώσθηκε για να ληφθεί υπόψη.
Εφόσον δεν αναγνώσθηκε το κείμενο της από 20/7/2001 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού στο ακροατήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά ούτε και πρωτοδίκως και με τη μη ανάγνωση αυτού του εγγράφου κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κατέστη γνωστό αυτό στον συνήγορο υπεράσπισης που εκπροσωπούσε τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ώστε αυτός να έχει την πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους και δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το περιεχόμενο της άνω από 20/7/2001 αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα που έλαβε υπόψη του και εκτίμησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έπεται ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου κάθε αναγιγνωσκομένου εγγράφου και να προβεί κατ' άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. σε δηλώσεις και παρατηρήσεις και να αντικρούσει το σε βάρος του χρησιμοποιηθέν περιεχόμενο του άνω εγγράφου.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αναφέρεται στους ήδη αναιρεσείοντες από τους κατηγορουμένους η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1560/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, κατά το μέρος που αφορά τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ... και .... Και
Παραπέμπει προς εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί και παραπέμπει. Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ (εργοδοτικών και εργατικών) από δύο κατηγορουμένους ως νομίμους εκπροσώπους ανώνυμης εταιρείας που συμπροσβάλλουν την καταδικαστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με αίτηση αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας καθώς και για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία. Γίνεται δεκτός ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο (ΚΠΔ 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1) καθόσον ελήφθη υπόψη στο αιτιολογικό της πλειοψηφίας της προβαλλόμενης αποφάσεως έγγραφο (και αντλήθηκαν από αυτό συμπεράσματα) χωρίς αυτό να περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο κατά την ακροαματική διαδικασία και έτσι στερήθηκε ο συνήγορος των ήδη αναιρεσειόντων που τους εκπροσωπούσε στην κατ' έφεση δίκη του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με εκείνο το έγγραφο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 358 ΚΠΔ και έτσι αναιρείται η απόφαση (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων) και παραπέμπεται η υπόθεση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς νέα συζήτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2511/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 966/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς.
Με κατηγορούμενο τον .....
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Κιλκίς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Αυγούστου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1282/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 338/19.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 14-8-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της υπ'αριθμ. 966/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, εκθέτω τα εξής:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι διά το κύρος και, κατ'ακολουθία, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι διά τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστο λόγος, από τους αναφερομένους περιοριστικώς στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 ΚΠΔ. Εξ άλλου, η αίτηση αναιρέσεως που δεν περιέχει λόγους δεν μπορεί να συμπληρωθή με παραπομπή σε άλλο έγγραφο (Ολ. ΑΠ 2/2002) και πολύ περισσότερο όταν αυτό δεν φέρει την υπογραφή εκείνου ενώπιον του οποίου ησκήθη η αίτηση (βλ. ΑΠ 450/2006, ΑΠ 354/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ/977, 887, αντιστ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από την έκθεση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων εδήλωσε απλώς, ότι ασκεί το εν λόγω ένδικο μέσο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να εκθέτη ουδένα λόγο αναιρέσεως, ενώ παραπέμπει εις συνημμένο έγγραφο, υπό τον τίτλο "Αναίρεση", διά του οποίου προβάλλει, ως λόγο αναιρέσεως, την "εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών", μη αποτελούσα αναιρετικό λόγο, κατ'άρθρ. 510 ΚΠΔ. Εξ άλλου, το έγγραφο αυτό δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέως ενώπιον του οποίου ησκήθη η ως άνω αίτηση αναιρέσεως.
Αλλ'υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθή, ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 14-8-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 966/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 9 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο ίδιος ο αναιρεσείων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η αίτηση αναιρέσεως που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της εκθέσεως στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αιτήσεως στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 1/2009 έκθεση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων δήλωσε απλώς ότι ασκεί το εν λόγω ένδικο μέσο κατά της υπ' αριθ. 966/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, χωρίς να περιλαμβάνει κανένα λόγο αναιρέσεως, ενώ παραπέμπει σε συνημμένο έγγραφο, υπό τον τίτλο "Αναίρεση", με το οποίο προβάλλει, ως λόγο αναιρέσεως, την "εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών", που δεν αποτελεί αναιρετικό λόγο, κατ` άρθρο 510 ΚΠΔ. Εξάλλου, το έγγραφο αυτό δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, ως απαράδεκτη, προεχόντως από αυτό το λόγο, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (ο οποίος ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 5.11.2009 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 1/14.8.2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 966/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2009.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως που δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως. Η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αιτήσεως που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αρμόδιο υπάλληλο, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και περιέχονται σ' αυτό παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2510/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ιωάννα Καλαντζάκου, για αναίρεση της 920/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενέργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 920/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης σε βάρος του Φ1 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, μετατραπείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, η απάτη συνίστατο στο ότι "ο κατηγορούμενος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και βασικού μετόχου της εισηγμένης στο χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία CONNECTION Α.Ε.Β.Ε, που εδρεύει στην Κηφισιά, παρέστησε ψευδώς στο επενδυτικό της κοινό, στο οποίο ανήκε και ο μηνυτής Φ1 ότι είχε πλήρη τάξη στη λειτουργία της, πράγμα που διαπίστωνε δήθεν κάθε φορά ο τακτικός ορκωτός ελεγκτής, ο οποίος συνέτασσε πιστοποιητικό ελέγχου της οικονομικής καταστάσεως αυτής και έτσι έπεισε τον μηνυτή, που είχε αγοράσει μετοχές αξίας 5000 ευρώ από αυτήν, να μην τις ρευστοποιήσει, με τον τρόπο δε αυτό τον ζημίωσε κατά το πιο πάνω ποσό, αφού, όπως αποδείχθηκε, η ανωτέρω εταιρεία προέβη σε αλλοιώσεις στα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη της λογιστικής καταστάσεως 30-6-2002 παραπλανώντας τον ορκωτό ελεγκτή λογιστή που χορήγησε το σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου, για το λόγο δε αυτό εξήλθε από το Χρηματιστήριο το Φεβρουάριο του 2003, με αποτέλεσμα να χάσει ο μηνυτής, που δεν είχε πλέον δικαίωμα διαπραγμάτευσης των ανωτέρω μετοχών του, τα χρήματα με τα οποία αγόρασε τις μετοχές αυτές". Στο δε σκεπτικό της αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος υπήρξε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας CONNECTION Α.Ε.Β.Ε.Ε, με έδρα την ... που είχε εισαχθεί στο Χ.Α.Α. Ο μηνυτής Φ1 το έτος 2002 αγόρασε 12.200 μετοχές της άνω εταιρίας αντί 5.000 ευρώ. Με την ως άνω ιδιότητά του ο κατηγορούμενος παρέδωσε εν γνώσει του στον ορκωτό λογιστή και μάρτυρα ... που διενεργούσε τον έλεγχο της παραπάνω εταιρίας για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2002 έως 30-6-2002, παραποιημένα λογιστικά στοιχεία, αποκρύπτοντας την πραγματική δυσμενή οικονομική κατάσταση της εταιρίας και έτσι τον παραπλάνησε να συντάξει στις 30-6-2002 το πιστοποιητικό ελέγχου, που εμφάνιζε τη εταιρία σε πλήρη λειτουργική τάξη. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να πεισθεί το επενδυτικό κοινό, στο οποίο ανήκε και ο μηνυτής, για την καλή οικονομική πορεία της εταιρίας και να μη ρευστοποιήσει τις μετοχές που είχε αγοράσει. Όμως στη συνέχεια, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 31-12-2002, αποκαλύφθηκε ότι ο έλεγχος της 30-6-2006 έγινε με παραποιημένα λογιστικά στοιχεία, μεταξύ δε αυτών με την εμφάνιση της πληρωμής ΦΠΑ ύψους 2.000.000 ευρώ, ποσό, το οποίο, δεν είχε καταβληθεί. Με βάση τα νέα αποκαλυπτικά στοιχεία συντάχθηκε από τον ως άνω ορκωτό λογιστή σχετική εξώδικη δήλωση και πρόσκληση προς την εταιρία CONNECTION ΑΕΒΕΕ, που κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Ανάπτυξης και στο Σώμα των Ορκωτών Λογιστών, στη συνέχεια δε στο Χ.Α.Α. και έτσι, κατά το μήνα Φεβρουάριο 2003, η ως άνω εταιρία αποβλήθηκε από το Χ.Α.Α. και σταμάτησε η διαπραγμάτευση της μετοχής της. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ο μηνυτής ζημία ύψους, όσο και η αξία των μετοχών, αφού πλέον δεν είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί στο Χ.Α.Α. τις μετοχές που κρατούσε στο χαρτοφυλάκιό του, την οποία ζημία θα απέφευγε, εάν ο κατηγορούμενος δεν προέβαινε με τις αλλοιώσεις των οικονομικών στοιχείων της εταιρίας του, σε ψευδείς παραστάσεις για την καλή λειτουργία αυτής, εν γνώσει τελώντας για τη μη καλή οικονομική της πορεία".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, την οποία το Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, η εταιρία "CONNECTION ΑΕΒΕ" είχε πλήρη τάξη στη λειτουργία της, πράγμα που δήθεν διαπίστωνε κάθε φορά ο ορκωτός λογιστής, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο συμπεριφορά, στη μη ρευστοποίηση, δηλαδή, των μετοχών του, αξίας 5.000 €, και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος, αφού, αν ο παθών γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ότι, δηλαδή, η οικονομική κατάσταση της εταιρίας δεν ήταν καλή και ότι αυτή, εξαιτίας της καταστάσεώς της, θα εξερχόταν από το Χρηματιστήριο, θα προσπαθούσε να ρευστοποιήσει εγκαίρως τις μετοχές του, ενώ, μετά την έξοδο της εταιρίας από το Χρηματιστήριο, δεν είχε πλέον δικαίωμα διαπραγματεύσεως των μετοχών του, με αποτέλεσμα να χάσει τα χρήματα, με τα οποία τις είχε αγοράσει, ήταν δε αλυσιτελές να αναζητηθεί αν και ο κατηγορούμενος είχε μετοχές της εταιρίας και δεν της πούλησε, με αποτέλεσμα να υφίσταται και ο ίδιος ζημία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο ακριβής χρόνος, κατά τον οποίο ο μηνυτής αγόρασε τις μετοχές της ως άνω εταιρίας, ούτε το διάστημα που τις διακράτησε ούτε η εξέλιξη της τιμής της μετοχής κατά το διάστημα που τις είχε στα χέρια του. Ακόμη, δεν απαιτείτο να αναφέρεται ο χρόνος της δημοσιεύσεως του πιστοποιητικού ελέγχου, το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συντάχθηκε με βάση παραπλανητικά στοιχεία, ούτε η στάση του μηνυτή ως χρηματιστηριακού παίκτη, ούτε το περιεχόμενο που θα είχαν οι οικονομικές καταστάσεις αν το πιστοποιητικό του ορκωτού λογιστή ήταν ακριβές, ενώ αιτιολογεί και το γεγονός της εμφανίσεως της πληρωμής ΦΠΑ ύψους 2.000.000 €, ο οποίος δεν είχε καταβληθεί. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με την υποστήριξη των αντιθέτων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ.2, η συζήτηση αρχίζει και ο Εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση...Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364...". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται, υπό τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, καθώς και τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η μη ανάγνωση της έφεσης του εκκαλούντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργική λόγου αναιρέσεως, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 εδ. Α' ΚΠΔ, διότι δεν πρόκειται για έγγραφο, με την έννοια του άρθρου 364 του ίδιου Κώδικα, αναγκαίο για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, αλλά αναπτύσσεται συνοπτικά από τον εισαγγελέα στην αρχή της συζήτησης, σύμφωνα με το άνω άρθρο 502 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ανέπτυξε την έκθεση της έφεσης και πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή, ακολούθως δε η Πρόεδρος, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν υπεχρεούτο να αναγνώσει το εφετήριο, εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας κ.λπ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί το Εφετείο δεν ανέγνωσε το εφετήριο της από 20.11.2006 και με αριθμό 7556 εφέσεως του αναιρεσείοντος, αλά αρκέστηκε στην ανάγνωση της έκθεσης έφεσης από τον Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί αν επισκόπησε την έφεση ή αν έκρινε επί ενδίκου μέσου, το οποίο δεν ανέγνωσε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4065/2009) αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 920/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Η μη ανάγνωση της έφεσης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργική λόγου αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2508/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 7821/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 48/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άνω δικαίωμα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσει που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου στην αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της μαστροπείας κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, μεταξύ άλλων εγγράφων και σε "απόκομμα εφημερίδας", το οποίο και αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής. Η με αυτό τον τρόπο περιγραφή του εγγράφου αυτού στα πρακτικά, που δεν αμφισβητείται η ανάγνωση του, δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του, εν όψει μάλιστα και του ότι άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, στο δε σκεπτικό αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος "φρόντισε για την καταχώριση στην εφημερίδα "...", σχετική αγγελία στη στήλη "γνωριμίες" στις ....2003, όπου υπήρχε η ακόλουθη αγγελία...". Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο μοναδικός δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η αιτίαση ότι η αναφορά του εγγράφου αυτού είναι ασαφής διότι δεν αναγράφονται τα αναγκαία προς προσδιορισμό της ταυτότητας του στοιχεία για να είναι εφικτή η διάγνωση ως προς το σε ποιο (κατ' ακριβές περιεχόμενο) έγγραφο στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και να είναι δυνατός ο έλεγχος της αναγνώσεως αυτού από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, του οποίου με τον τρόπο αυτό παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό του δικαίωμα και συνεπώς προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εν όψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλον λόγο αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 7821/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2509/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλάκο, περί αναιρέσεως της 274/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1478/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 369 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει, ότι όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει υποχρεωτικά το λόγο στον κατηγορούμενο και αν αυτός δεν το ζητήσει. Η παράβαση δε της διατάξεις αυτής, ως αναφερομένη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα του να δοθεί σ' αυτόν ο λόγος για την ενοχή του, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (511 ΚΠΔ). Εξάλλου σε περίπτωση μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 368 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των όσων διαλαμβάνονται στο άρθρο 333 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή στην περίπτωση που πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων την συζήτηση δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί δεν απαγγέλλεται από αυτή τέτοια ακυρότητα, ούτε και από την παράλειψη της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού αυτός αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση μπορεί να το ζητήσει, πότε επέρχεται ακυρότητα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για απόλυτη ακυρότητα, που προβάλλονται με τους πρώτο και τέταρτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγους, με τους οποίους ισχυρίζεται ότι α) κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο έλαβε χώρα απόλυτη ακυρότητα, από το γεγονός ότι δεν δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα την συζήτηση σ' αυτόν για να υποβάλλει ερωτήσεις στους μάρτυρες και να κάνει παρατηρήσεις επί των καταθέσεων τους και β) πριν από την κήρυξη του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας δεν ρωτήθηκε αυτός και για το ύψος της επιβλητέας ποινής, μετά τη σχετική πρόταση του Εισαγγελέως, ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται ότι αυτός ζήτησε την άσκηση του δικαιώματος του αυτού και το δικαστήριο του το αρνήθηκε. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο και τον συνήγορο του, τόσον επί της ενοχής όσο και επί της ποινής και ρωτήθηκε εάν χρειάζεται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές δηλαδή με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και παραινέσεις δηλαδή με συμβουλές κλπ β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, παρ. 1α και ιδίως 48 του Ποινικού Κώδικα που ορίζει ότι το αξιόποινο των κατά τα άρθρα 46 και 47 πράξεων είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο εκείνου που τέλεσε την πράξη, συνάγεται ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας αρκεί ότι ο εκτελών την κυρία πράξη να πραγμάτωσε την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή επιχείρησε πράξη περιέχουσα αρχή τελέσεως, χωρίς να συντρέχει κάποιος λόγος που να αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του αυτής. Το εάν κατά τα ανωτέρω ποινικώς αδικοπραγήσας είναι ικανός προς καταλογισμό ή όχι, αν ενεργεί με δόλο ή από αμέλεια ή και χωρίς καμιά υπαιτιότητα ή αν ενεργεί συγγνωστώς κατά τα άρθρα 31 παρ. 2 και 32 Π.Κ. ή μη, δεν ενδιαφέρει για το αξιόποινο της ηθικής αυτουργίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι δεν αποκλείεται η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας για τον λόγο ότι απαλλάχθηκε ο φυσικός αυτουργός για έλλειψη δόλου ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή γιατί βρισκόταν σε πραγματική ή συγγνωστή νομική πλάνη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. γ και ζ του ν. 1729/1987 (όπως αυτό ισχύει σήμερα) τιμωρείται με τις αναφερόμενες εκεί ποινές, όποιος, μεταξύ άλλων, εισάγει σε σωφρονιστικά καταστήματα, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά. Από τη διάταξη της περιπτώσεως γ' του ίδιου άρθρου σαφώς συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτήν εγκλήματος της εισαγωγής ναρκωτικών εντός σωφρονιστικών καταστημάτων, απαιτείται η εισαγωγή των ναρκωτικών ουσιών να τελείται προς διευκόλυνση ή πραγματοποίηση της κυκλοφορίας αυτών για οποιαδήποτε αιτία από άτομο σε άτομο εντός των σωφρονιστικών καταστημάτων. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται έγκλημα εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα, όταν εισάγονται τέτοιες ουσίες σε σωφρονιστικά καταστήματα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον δράστη αυτής της εισαγωγής και καθίσταται σαφές ότι δεν νοείται ηθική αυτουργία εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα, από αυτόν που προκάλεσε από πρόθεση σε άλλον την απόφαση προς εκτέλεση της εισαγωγής αυτής, προκειμένου η εισαχθείσα ποσότητα να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς από εκείνον, ο οποίος έπεισε αυτόν να πραγματοποιήσει την εισαγωγή αυτή. Η πράξη αυτού, εφ' όσον η εισαχθείσα ναρκωτική ουσία περιήλθε στα χέρια του, φέρει τον χαρακτήρα της προμήθειας ναρκωτικής ουσίας για δική του αποκλειστική χρήση και της κατοχής για δική του χρήση. Εάν όμως δεν περιήλθε στα χέρια του, στοιχειοθετείται απόπειρα εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα γι' αυτόν που προσπάθησε να εισαγάγει και ηθική αυτουργία του κρατουμένου στο σωφρονιστικό κατάστημα, αφού δεν είναι γνωστό ποια θα ήταν η τύχη των ναρκωτικών, εάν κατά τον έλεγχο δεν ανακαλύπτονταν αυτά (περαιτέρω κυκλοφορία από άτομο σε άτομο μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα ή περιέλευση σε συγκεκριμένο κατηγορούμενο για αποκλειστική του χρήση). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αιτιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων.
Εν προκειμένω, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη 274/2008 απόφαση του κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "την ....2003, στη Δικαστική Φυλακή ..., όντας κρατούμενος στο ως άνω σωφρονιστικό κατάστημα και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, μη δυνάμενος να την αποβάλει με δικές του δυνάμεις, με πρόθεση έπεισε με επανειλημμένες προτροπές, παραινέσεις και κυρίως φορτικές παρακλήσεις την αδελφή του συγκρατουμένου Σ1, Ρ1, η οποία τον επισκεπτόταν τακτικά κατά το διάστημα της κράτησης στη Φυλακή, την ....2003, όταν αυτή θα ερχόταν στη φυλακή για να τον επισκεφτεί να φέρει μαζί της και να εισαγάγει μία τσάντα με ρούχα για να του την παραδώσει, μεταξύ των οποίων (ρούχων) υπήρχαν και δύο υποκάμισα, χρώματος καρό μπλε και μπλε, στις ραφές των γιακάδων και των μανικιών των οποίων είχε έντεχνα τοποθετηθεί ποσότητα ηρωίνης βάρους 23,8 γραμ. την οποία είχε παραδώσει η ..., στην περιοχή ..., την ....2003, προκειμένου η ως άνω Ρ1 (η οποία όμως δεν γνώριζε την ύπαρξη της ναρκωτικής αυτής ουσίας) να την εισαγάγει με τον τρόπο αυτό στο Σωφρονιστικό Κατάστημα, πλην όμως η πράξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε, διότι κατά τον έλεγχο που έκαναν οι Σωφρονιστικοί Υπάλληλοι στην τσάντα αυτή ανακάλυψαν την ναρκωτική ουσία και την κατάσχεσαν". Για να καταλήξει το Δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ... τέλεσε την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απόπειρα εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης αναλυτικώς αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Η Ρ1 στις ... μετέβη στη Δικαστική Φυλακή ..., όπου εκρατείτο ο αδελφός της Σ1 για να τον επισκεφθεί. Μαζί της έφερε για να του παραδώσει μία τσάντα με ρούχα, μεταξύ των οποίων και δύο υποκάμισα. Σε έλεγχο που διενέργησαν οι αστυνομικοί υπάλληλοι, διαπιστώθηκε ότι στις ραφές των γιακάδων είχε έντεχνα τοποθετηθεί ηρωίνη βάρους 23,8 γραμμαρίων, η οποία προοριζόταν για τον ως άνω κρατούμενο, και την οποία κατάσχεσαν οι αστυνομικοί υπάλληλοι, και γι' αυτό δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει την ως άνω πράξη της. Για να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια, η Ρ1 πείστηκε από τις συνεχείς προτροπές και παρακλήσεις του κατηγορουμένου ... που ήταν κρατούμενος στις φυλακές αυτές και την είχε γνωρίσει από τα τακτικά επισκεπτήρια της προς τον αδελφό της Σ1. Έτσι λοιπόν, δέχτηκε να πάρει τη ν τσάντα που της παρέδωσε η δεύτερη κατηγορουμένη για να την εισαγάγει στη φυλακή. Η τελευταία είχε και το γιο της κρατούμενο στη φυλακή, ο οποίος έχει ήδη αποβιώσει και όλα αυτά τα πρόσωπα γνωρίζονταν μεταξύ τους και συνήθως έκαναν παρόμοιες διευκολύνσεις. Η δεύτερη κατηγορουμένη δεν γνώριζε το περιεχόμενο της τσάντας και ειδικά την ύπαρξη ναρκωτικών ουσιών και γι' αυτό δέχτηκε να παραλάβει τη τσάντα από το πρόσωπο που της υπέδειξε ο Σ1 καθώς και ο γιος της ... και μάλιστα μετά από πιεστικές παρακλήσεις και προτροπές αυτών και δη τηλεφωνικές. Αντίθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι στην ως άνω τσάντα υπήρχε η σημαντική ποσότητας ηρωίνης και χρησιμοποίησε τα ως άνω πρόσωπα για την εισαγωγή της στη φυλακή, με τον ως άνω έντεχνο τρόπο. Όλα αυτά αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει να κηρυχθεί αθώα η δεύτερη κατηγορουμένη και ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος της ανωτέρω πράξης, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια για την τέλεση της ως άνω πράξης του". Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείου Πειραιώς διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27παρ.1, 42, 46 παρ 1α 48, 51 - 53, 79, 8°, 83, 84 παρ. 2δ του Ποινικού Κώδικα και 4 παρ. 1 και 3 Πιν. Α, 5 παρ.1 περ. γ" του ν. 1729/1987 όπως σήμερα ισχύει, τις οποίες ερμήνευσε και εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα προσδιορίζεται με επάρκεια ο τρόπος και τα μέσα, που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων για να προκαλέσει στην αυτουργό την απόφαση για την τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στην φυσική αυτουργό την απόφαση του, αφού εκτίθεται με σαφήνεια ότι ο κατηγορούμενος έπεισε την ως άνω Ρ1 με προτροπές, συνεχείς φορτικές συμβουλές, παρακλήσεις και παραινέσεις να εισαγάγει το ανωτέρω δέμα με την ναρκωτική ουσία στη φυλακή. Οι αναφορές αυτές προσδιορίζουν με επάρκεια τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός για να προκαλέσει στον αυτουργό των ως άνω πράξεων την απόφαση για την τέλεση τους, το γεγονός δε ότι η φυσική αυτουργός δεν γνώριζε ότι στο δέμα που μετέφερε και αποπειράθηκε να εισαγάγει στη φυλακή περιείχε ναρκωτικές ουσίες δεν αποκλείει, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη της παρούσας την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα με τους δεύτερο και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' λόγους της αναιρέσεως του, ότι δηλαδή δεν τελέστηκε το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα, διότι η ποσότητα ναρκωτικών ουσιών προορίζονταν για αποκλειστικά δική του χρήση και ότι αυτός δεν προκάλεσε ηθική αυτουργία στην Ρ1 για να εισαγάγει ναρκωτική ουσία στη φυλακή, διότι δεν συνδέεται με αυτήν με καμία μορφή συμμετοχής δράσεως, καθ' όσον μεν ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθ' όσον δε ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέα, ενόψει των όσων αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, ως αβάσιμα.
Επειδή, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την 25/10 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του ..., κατοίκου ... για αναίρεση της 274/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220 €) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε απόπειρα εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε σωφρονιστικό κατάστημα. Λόγοι αναιρέσεως: Απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 333 και 368 - 369 ΚΠΔ. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων που αφορούν στην ηθική αυτουργία και στην εισαγωγή των ουσιών στο σωφρονιστικό κατάστημα. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν αιτιολογείται η παραδοχή της ηθικής αυτουργίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος στην πράξη της εισαγωγής ναρκωτικών, η οποία φυσική αυτουργός δεν γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Ηθική αυτουργία.
| 2
|
Αριθμός 2507/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλείου, για αναίρεση της 1232/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 130/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη τού άρθρου 259 τού Ποινικού Κώδικα, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα τής υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την για το γενικότερο συμφέρον ομαλή και χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή της δημόσιας υπηρεσίας, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης τού οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' Π Κ απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από τον νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες τής προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) δόλος τού δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό, που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή, είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος, κατά το άρθρο 13 στοιχ. α' του Ποινικού Κώδικα νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράλειψη αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα, είναι κάθε όφελος το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Αιβ/8577/8.9.1983 υγειονομικής διατάξεως, για την ίδρυση και λειτουργία καταστήματος ή εργαστηρίου ή εργοστασίου υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείται άδεια της οικείας αστυνομικής αρχής. Εξάλλου, με το άρθρο 11 του Ν. 2307/1995 ορίσθηκαν τα επόμενα: Για τη χορήγηση αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας όλων των καταστημάτων και επιχειρήσεων, οι όροι λειτουργίας των οποίων ορίζονται με υγειονομικές διατάξεις, εφαρμόζονται οι ισχύουσες κάθε φορά υγειονομικές και άλλες διατάξεις (παρ. 1). Οι διατάξεις του Π.Δ. 180/1979 "περί όρων λειτουργίας καταστημάτων πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, εξακολουθούν να ισχύουν. Όπου στο ανωτέρω προεδρικό διάταγμα για θέματα χορηγήσεως ή ανακλήσεως ή αφαιρέσεως αδειών ή σφραγίσεως των καταστημάτων αναφέρεται "αστυνομική αρχή" ή "αστυνομικός διευθυντής" ή "Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας" ή "Υπουργός Δημόσιας Τάξης" νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ... . Κατ' εξαίρεση, οι αποφάσεις για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των ανωτέρω καταστημάτων εκδίδονται από τον δήμαρχο ή πρόεδρο της Κοινότητας εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τότε που πληρούνται οι αντίστοιχες νόμιμες προϋποθέσεις. Ο δήμαρχος ή ο πρόεδρος της Κοινότητας υποχρεούνται στην άμεση εκτέλεση της αποφάσεως. Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής αποτελεί σοβαρή παράβαση καθήκοντος, τιμωρούμενη κατά τις οικείες διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 2). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν. 2307/1995 η λειτουργική αρμοδιότητα των, κατά το Π.Δ. 180/1979 και της Αιβ/8577/8.9.1983 υγειονομικής διατάξεως, αστυνομικών αρχών, μεταφέρθηκε, και στο μεν δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ανατέθηκαν αποκλειστικά εφεξής τα θέματα α) χορηγήσεως, β) ανακλήσεως, αφαιρέσεως αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας και δ) σφραγίσεως των καταστημάτων, στον δε δήμαρχο ή πρόεδρο της Κοινότητας ανατέθηκε μόνο η έκδοση αποφάσεως για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των άνω καταστημάτων, στην οποία, εάν αυτός δεν προβεί, μολονότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, θεωρείται ότι παραβαίνει το καθήκον της υπηρεσίας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτήν, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (η οποία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - ΟλΑΠ 3/1998) υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατά το χρονικό διάστημα από 25.11.2003 έως και 4.7.2004, ο κατηγορούμενος Χ, όντας Δήμαρχος ... και ως εκ τούτου υπάλληλος, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 13 α' Π.Κ.), με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος. Ειδικότερα, στα καθήκοντα του κατηγορουμένου, ως δημάρχου, αναγόταν η αυτεπάγγελτη λήψη αποφάσεως για τη σφράγιση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, σε περίπτωση που αυτά λειτουργούν χωρίς την προβλεπόμενη άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας. Αυτός από τις 25.11.2003, γνώριζε ότι με την υπ' αριθμό 1162/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά απορρίφθηκε αίτηση του ... για αναστολή εκτελέσεως της υπ' αριθμόν 6723/4.7.2003 αποφάσεως του Δημάρχου ..., με την οποία αποφασίστηκε η σφράγιση του καταστήματος εκείνου (...), δηλαδή της καφετέριας με το διακριτικό τίτλο "...", που βρισκόταν εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου ... και επί των οδών ... και ... . Εν τούτοις και παρά τις από 2.12.2003 και 16.3.2004 εισηγήσεις του προέδρου τού δημοτικού συμβουλίου ... για σφράγιση του εν λόγω καταστήματος, ο κατηγορούμενος, σκοπώντας να προσπορίσει όφελος στον προαναφερόμενο ιδιοκτήτη τού πιο πάνω καταστήματος, από την παράνομη λειτουργία του, δεν προέβη αμέσως στην ενέργεια αυτή (σφράγιση του καταστήματος), αλλά έπραξε τούτο μετά παρέλευση επταμήνου, δηλαδή στις 5.7.2004. Επομένως, το δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως "της παραβάσεως καθήκοντος", να αναγνωριστεί όμως σ' εκείνον η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ., καθόσον δέχεται ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος), μέχρι το χρόνο τελέσεως του παραπάνω εγκλήματος, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό τής παρούσας. Με βάση τις παραδοχές αυτές κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά για τον σχηματισμό της κρίσεως του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος αυτού και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα δεν καθορίζεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από πού απέρρεε το καθήκον του αναιρεσείοντος για τη σφράγιση του άνω καταστήματος, αφού, όπως έχει προεκτεθεί, στον δήμαρχο ανατέθηκε κατά νόμο μόνο η έκδοση αποφάσεως για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των καταστημάτων. Εξαιτίας της ως άνω ελλείψεως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 1232/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Πλημμελημάτων). Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Λόγος αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από την έναρξη ισχύος του Ν.2307/1995 η λειτουργική αρμοδιότητα των κατά το ΠΔ 180/1979 και της Αιβ/8577/8-9-1983 υγειονομικής διατάξεως αστυνομικών αρχών μεταφέρθηκε, και στο μεν δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ανατέθηκαν αποκλειστικά εφεξής τα θέματα α) χορηγήσεως, β) ανακλήσεως, γ) αφαιρέσεως αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας και δ) σφραγίσεως των καταστημάτων, στον δε δήμαρχο ή πρόεδρο της Κοινότητας ανατέθηκε μόνο η έκδοση αποφάσεως για την προσωρινή αφαίρεση των αδειών λειτουργίας των άνω καταστημάτων, στην οποία, εάν αυτός δεν προβεί, μολονότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, θεωρείται ότι παραβαίνει το καθήκον της υπηρεσίας. Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2506/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Μαστρογιαννοπούλου, περί αναιρέσεως της Α85648/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-9-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεσή της υπ' αριθμ. 85648/2008 καταδικαστική απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Με την ως άνω αίτηση ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για το έγκλημά της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως και επιπλέον χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και η έλλειψη ακρόασης, η έλλειψη της απαιτούμενης για την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α, Β, Δ και Η του ΚΠΔ). 1. Κατά το άρ. 548 ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί να πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια απόφαση είναι και η αναβλητική του άρ. 352 παρ. 4 ΚΠΔ για ισχυρότερες αποδείξεις.
Συνεπώς και αυτή μπορεί να ανακληθεί κατά τη νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης. Η ανάκληση μπορεί να είναι και σιωπηρή, αν το δικαστήριο της υπόθεσης, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, χωρίς τις νέες που διέταξε, όπως εξέταση και άλλων μαρτύρων κ.λ.π. Περαιτέρω, κατά το άρ. 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται εκτός των άλλων και τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, καθώς και τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Κατά δε το άρ. 327 παρ. 2 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να προσκαλέσει μάρτυρες με δικές του δαπάνες. Τέλος, κατά τα άρ. 141 και 142 ΚΠΔ, τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν εκτός των άλλων τις προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων που υποβάλλονται προφορικώς ή εγγράφως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ανάγνωση των πρακτικών της ίδιας ποινικής δίκης που αναβλήθηκε είναι υποχρεωτική. Το ίδιο και για την ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, καθώς και για την εξέταση των μαρτύρων που προσκάλεσε ο κατηγορούμενος με δικές του δαπάνες. Εάν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών του κατηγορουμένου για την ανάγνωση των πρακτικών, εγγράφων και την εξέταση μαρτύρων του ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρ. 590 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης που να συνοδεύεται με την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών τα οποία παρέχονται στον κατηγορούμενο μετά από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών παρά μόνο προσβολή των για πλαστότητα ή διόρθωση των κατά τη διαδικασία του άρθ. 145 ΚΠΔ.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αναφερόμενη σ' αυτή αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε η ως άνω αναφερόμενη ποινή. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης η έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος, διότι το δικαστήριο που δίκασε την έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αρνήθηκε και δεν απάντησε σε αίτησή του για ανάγνωση των πρακτικών της ίδιας ποινικής δίκης που αναβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 68836/2008 (προγενέστερη της προσβαλλόμενης) απόφασή του, για να κληθεί και προσέλθει σ' αυτό ως μάρτυρας ο ΑΑ, που πρότεινε ο ίδιος ως ουσιώδη μάρτυρα για την υπόθεση. Το ίδιο αίτημα υπέβαλε και η εκπροσωπήσασα του τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείουσα συνήγορος του δικηγόρος Παναγιώτα Μαστρογιαννοπούλου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 17-12-2008. Το αίτημα όμως αυτό, όπως προκύπτει υπό τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που έχει κατά λέξη "το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαία την αναβολή της υπόθεσης για να προσέλθει ο μάρτυρας ΑΑ, η βίαιη προσαγωγή του οποίου κατέστη ανέφικτη, συνακόλουθα το υποβληθέν από την υπεράσπιση αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί". Πρέπει να αναφερθεί ο μάρτυρας αυτός είχε εξετασθεί στην πρωτοβάθμια δίκη και η κατάθεση των περιεχόντων στα ενσωματωμένα στην τότε εκκαλούμενη υπ' αρ. 53599/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αναγνώσθηκε κατά την εκδίκαση της έφεσης του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων εκπροσωπούμενος στη δευτεροβάθμια δίκη από την προαναφερόμενη συνήγορο του δεν ζήτησε την ανάγνωση των προηγούμενων υπ' αρ. 38836/2008 πρακτικών και απόφασης (προπαρασκευαστικής - αναβλητικής), την οποία ανακάλεσε σιωπηρώς, όπως είχε εξουσία και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει σχετική αιτιολογία, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β και Δ ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψης ακροάσεως του και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση λόγω μη ανάγνωσης της προμνημονευόμενης προπαρασκευαστικής απόφασης και της απόρριψης του αιτήματος της αναβολής της δίκης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 2 ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Δηλονότι για την ανάγνωση και λήψη υπόψη των εγγράφων άλλης ποινικής ή πολιτικής δίκης πρέπει να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για τη δίκη αυτή και το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσκομίζονται να κρίνει ότι η ανάγνωση τους είναι χρήσιμη για την ερευνώμενη από αυτό η υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου της ουσίας η συνήγορος του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ζήτησε την ανάγνωση των καταθέσεων των μαρτύρων ΑΑ και ΒΒ που είχαν δώσει στον αρμόδιο ανακριτή και τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης σχετικής με τη μήνυση του αναιρεσείοντος σε βάρος του ΓΓ για πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος, χωρίς όμως να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι για τη μήνυση αυτή εκδόθηκε ήδη αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο απέρριψε το παραπάνω αίτημα του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι επί της μηνύσεως του σε βάρος του ΓΓ δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση. Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής και συνεπώς από τη μη ανάγνωση των δύο προαναφερομένων καταθέσεων δεν συνέβη απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τη στέρηση κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος. Γι' αυτό ο από τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ σχετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 και 340 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως η πρώτη τροποποιήθηκε με άρθρα 48 παρ. 1 και 24 παρ. 1 του ν. 3160/2003 αντίστοιχα, προκύπτει ότι σε πταίσμα ή πλημμελήματα αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο, ο εκκαλών-κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως μπορεί να εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, ο οποίος ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Η εκπροσώπηση, όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠΔ απολογία του κατηγορουμένου, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δεν να δίδεται από το ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητα του αυτή και την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί γι' αυτόν και να απαντά στις ερωτήσεις γι' αυτόν.
Συνεπώς, εφόσον από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση στην συνήγορο του αναιρεσείοντος Παναγιώτα Μαστρογιαννοπούλου, στην οποία (συνήγορο) είχε επιτρέψει το δικαστήριο να εκπροσωπήσει τον απόντα εκκαλούντα, ήδη αναιρεσείοντα, έδωσε τελευταία, μετά τη λήψη της αποδεικτικής διαδικασίας, το λόγο και ανέπτυξε τις απόψεις της, ως προς την ενοχή του εκπροσωπουμένου και την ποινή, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ αίτησης (υπό στοιχεία ββ της 4ης σελίδας αυτής) με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, της ελλείψεως αυτής (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων) και τη θέληση ή την αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από το ίδιο, είτε από το συνήγορό του, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 85648/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων επιταγών τυπική ήταν εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρίας "BITTORIA ΕΛΛΑΣ ΑΕ", της οποίας ουσιαστική εκπρόσωπος και διαχειριστής των υποθέσεων της ήταν ο ΓΓ. Ο τελευταίος είχε συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο, που εργαζόταν ως υπάλληλος στην άνω εταιρία να είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. της ο κατηγορούμενος, διότι ο ΓΓ αντιμετώπιζε προβλήματα με τις Τράπεζες. Τις συναλλαγές και τις παραγγελίες των εμπορευμάτων με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές τις έκανε ο κατηγορούμενος με την εγκαλούσα εταιρία "ΜΕΤΑΛΛΟΥΜΙΝ ΑΕΒΕ" και αυτός της έδωσε τις επίδικες επιταγές, που είχε υπογράψει ο ίδιος. Ειδικότερα πρόκειται για τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... επιταγές έκδοσης στις 31-3-2001, 15-3-2001, 28-2-2001 αντίστοιχα, ποσού 10.000.000, 9.000.000, 5.000.000 δραχμών σε διαταγή της "ΜΕΤΑΛΛΟΥΜΙΝ ΑΕΒΕ", πληρωτέες στη "ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" ΚΑΙ "ALPHA BANK", οι οποίες όταν εμφανίσθηκαν για πληρωμή στις 8-3-2001, 28-2-2001 δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων και παρά ταύτα προέβη στην έκδοση αυτών. Γι' αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο του αναιρεσείοντα για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών που μετέφερε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ κάθε μία ημέρα φυλάκισης, και χρηματική ποινή 2000 ευρώ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 98 ΠΚ και 79 του ν. 5960/19336 σε συνδυασμό με άρθρο 1 του ν.δ. 337/69, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο στον νδ/τος 1325/1972 και με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν 2408/1996 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, πρωτοβάθμια απόφαση και όλα τα λοιπά έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγατε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις του τότε εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας και των μαρτύρων υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση ότι το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην περί ενοχής κρίση του μόνο από την κατάθεση του τότε εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγοντος Ψ, εκτός του ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον στο οικείο μέρος των πρακτικών αναφέρεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπό δη του για τον σχηματισμό της κρίσης του τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, είναι απορριπτέα καθόσον με τον τρόπο αυτόν πλήττεται απαραδέκτως η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης απορριπτέα είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του ότι δεν αναφέρεται πως προέκυψε η αυτουργία της στην παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1993, ως αβάσιμη, καθόσον σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός κηρύχθηκε ένοχος ως αποκλειστικώς εκδότης των τριών (3) αναφερομένων σ' αυτήν ακάλυπτων επιταγών. Τέλος, απορριπτέα είναι και η τελευταία αιτίαση της κρινόμενης αίτησης του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικώς ως προς το δόλο ή τη γνώση του για τις ακάλυπτες επιταγές, ως μη νόμιμη, καθόσον μετά την τροποποίηση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής ασκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος και δεν απαιτείται άμεσος, η ύπαρξη δε δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, ούτε η γνώση του για έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων (ΑΠ 1721/2008, ΑΠ 2061/2007). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως τις κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την περί ενοχής του κρίση του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 85648/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τραπεζική επιταγή. Δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για δόλο και γνώση εκδότη ακάλυπτης επιταγής. Σιωπηρή ανάκληση προπαρασκευαστικής απόφασης. Όχι ανάγνωση μαρτυρικών καταθέσεων άλλης ποινικής δίκης αν δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης με προβολή των λόγων για απόλυτη και σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 2505/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη καιι Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Βελάκη, για αναίρεση της με αριθμό 1711/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιανουαρίου 2009, δύο (2) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ' αριθμ. 3 και 4 και από 30.11.2009 δύο αιτήσεις αναίρεσης των : 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ'αριθμ. 1711/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν και εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ.2 του ν.2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης δεν αποτελεί το ότι μπορεί να προσφέρουν προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής έκτασης και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Εξάλλου, Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω η κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απόφαση, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν νέου μάρτυρες ή προσκομισθούν νέα έγγραφα, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1711/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας και των ενσωματωμένων σ'αυτήν πρακτικών της, ο συνήγορος που εκπροσωπούσε τους απόντες τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις (άρθρο 352 ΚΠΔ), με περιεχόμενο του εν λόγω αιτήματος κατά λέξη "ζητάμε αναβολή για να εκδοθεί και να προσκομισθεί η άδεια". Το αίτημα αυτό είναι ασαφές και αόριστο και εντεύθεν απορριπτέο, χωρίς να απαιτείται για την απόρριψη αυτού ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν προσδιοριζόταν το είδος του εγγράφου που θα προσκόμιζαν στο Δικαστήριο οι αναιρεσείοντες, την Αρχή που το έχει εκδώσει και ούτε ή αν επρόκειτο για έγγραφο που θα εκδιδόταν στο μέλλον. Επομένως με το να απορρίψει το Δικαστήριο της ουσίας με την ως άνω απόφασή του, χωρίς να περιλάβει στην παρεμπίπτουσα απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν έσφαλε και η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Έτσι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του αιτήματός τους περί αναβολής της δίκης και στη συνέχεια περί υπερβάσεως της εξουσίας του ανωτέρω δικαστηρίου με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης αντί να αναβάλλει τη συζήτηση αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Πρέπει να επισημανθεί όμως ότι η πραγματοποίηση των ενεργειών από τους αναιρεσείοντες για την έκδοση της νόμιμης άδειας που απαιτείτο για την εκχέρσωση των τεσσάρων (4) στρεμμάτων, χωρίς να προκύπτει ότι τελικά αυτό έγινε, συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας ιδιαίτερα για την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β' ΠΚ και για την εντεύθεν μείωση της ποινής τους (βλ. σελ. 7 προτελευταία παράγραφο προσβαλλόμενης απόφασης). Ακόμα στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1711/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ... στις 21 Νοεμβρίου 2003, στη δασική περιοχή ... του Δήμου ... αμφότεροι οι κατηγορούμενοι Χ1 και ο Χ2 που ο μεν πρώτος ήταν διευθύνων σύμβουλος, ο δε δεύτερος Πρόεδρος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΕΒΕ", προέβησαν σε εκχέρσωση δασικής έκτασης (κοπή θαμνώδους βλάστησης, ύψους 4 με 5 μέτρων όχι πολύ πυκνής) 4,054 στρεμμάτων, με σκοπό τη διενέργεια επ' αυτής πράξεων εξόρυξης μαρμάρων. Επομένως πρέπει οι κατηγορούμενοι να κριθούν ένοχοι της ανωτέρω πράξεως". Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχερσώσεως και μετά την παραδοχή ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β'ΠΚ (ωθήθηκαν στην τέλεση της πράξης από αίτια μη ταπεινά) επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε για τρία (3) χρόνια ως προς αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το oποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.Ι και 45 ΠΚ και 71 παρ.1 και 3 του ν.998/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παραδοχή ότι ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (21.11.2003) και αυτός νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας "ΑΦΟΙ Π. ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΥ ΑΕΒΕ", λόγω της άρνησης και μόνο της τοιαύτης ιδιότητάς του από τον εκπροσωπήσαντα αυτόν στη δευτεροβάθμια δίκη δικηγόρο. Είναι απαράδεκτη ως πλήττουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. πρωτ. 502/2004 έγγραφο της Δ/σης Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αναφέρεται στην εκπροσώπηση της ως άνω ανώνυμης εταιρίας από αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την κρίση για την ενοχή τους (εκτός της κατά τα ανωτέρω απόρριψης του αιτήματός τους για αναβολή της δίκης) και της υπέρβασης εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο των ως άνω λόγων αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αρ. 3 και 4 και από 30 Ιανουαρίου 2009 δύο (2) αιτήσεις των: 1) Χ1 , κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1711/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη εκχέρσωση. Στοιχεία του εγκλήματος. Απόρριψη του αιτήματος αναβολής δίκης. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας απόρριψης αιτήματος αναβολής και της κρίσης περί ενοχής. Μη βάσιμο των λόγων αυτών των αναιρέσεων δύο καταδικασθέντων κατηγορουμένων και απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα, Δασικά αδικήματα.
| 1
|
Αριθμός 2503/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου Αθηνών, περί αναιρέσεως του με αριθμό 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 399/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 212/16.6.2009 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 34/5-3-2009 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 472/2008 έφεση της τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθμ. 2692/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (όπως διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 3105/08 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου), με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), για τα εγκλήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της κακουργηματικής απάτης (άρθρ. 94, 216 §§1,3, 386 §§1,3 Π.Κ.) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 §§1,3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, την 5-3-2009, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον αντίκλητο Δικηγόρο της Κων. Κούτρα, την 24-2-2009. Είναι κατά συνέπεια τυπικά δεκτή και ερευνητέα στην ουσία. Γ) Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση η απόλυτη ακυρότητα και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 §1 στοιχ. α' και δ' του Κ.Π.Δ.) και συγκεκριμένα οι αιτιάσεις: α) ότι δεν ειδοποιήθηκε η τώρα αναιρεσείουσα να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης, παρ' ότι το είχε ζητήσει με την έφεσή της και β) ότι απορρίφθηκε χωρίς επαρκή αιτιολογία το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της και κατ' αντιπαράσταση εξέτασή της με τη μηνύτρια, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Δ) α) Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 308 §2 εδ. α' και β' του Κ.Π.Δ. οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει, σ' αυτή την περίπτωση, να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και λάβει γνώση της πρότασής του μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Από τις διατάξεις αυτές, η παράβαση των οποίων δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρ. 171 §1 περ. δ' Κ.Π.Δ. και άρα τον αναιρετικό λόγο της διάταξης του άρθρ. 484 §1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση για την υποχρέωση του εισαγγελέα να ειδοποιήσει τον κατηγορούμενο να λάβει γνώση της πρότασης είναι να έχει υποβάλλει ο τελευταίος αίτηση γι' αυτό πριν την κατάρτιση κάθε συγκεκριμένης πρότασης και ότι αντίθετα ο εισαγγελέας δεν έχει υποχρέωση να καλεί τον κατηγορούμενο χωρίς να έχει υποβληθεί σχετική αίτηση. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, η τώρα αναιρεσείουσα, ούτε με την υπ' αριθμ. 472/08 έκθεση εφέσεώς της ούτε με το επισυναπτόμενο σ' αυτή σημείωμα - υπόμνημα ("εξουσιοδότηση") δεν ζήτησε να λάβει γνώση της πρότασης που θα κατήρτιζε ο Εισαγγελέας Εφετών. Κατά συνέπεια ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση να ειδοποιήσει την εκκαλούσα κατηγορουμένη ή τον αντίκλητό της να προσέλθουν και να λάβουν γνώση της πρότασής του. Ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος καθ' ότι στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση. β) Κατά το άρθρ. 309 §2 Κ.Π.Δ., το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και κατά τη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών ( άρθρ. 316 §2) "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μόνο αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 §1δ' Κ.Π.Δ. και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρ. 484 §1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη υπόθεση, το Συμβούλιο Εφετών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, με την αιτιολογία ότι "οι ισχυρισμοί της με πληρότητα και σαφήνεια αναπτύσσονται στην έφεσή της και δεν χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων εφ' όσον δεν υπάρχουν ασάφειες ως προς το νομικό και πραγματικό μέρος των βαρυνόντων αυτή κατηγοριών". Επομένως αιτιολογημένα το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας και αβάσιμος τυγχάνει ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα (βλ. Α.Π. 960/2006 Ποιν. Δικ. 2006.1346 Α.Π. 2125/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' 134). Ε) Οι λοιπές προβαλλόμενες με το αναιρετήριο έγγραφο αιτιάσεις είτε αποτελούν ουσιαστικές εκτιμήσεις της αναιρεσείουσας διαφορετικές από τις αξιολογήσεις του προσβαλλομένου βουλεύματος, είτε, άπτονται ευθέως της ουσίας και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτες. Εξάλλου η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, αποτελεί άρνηση των κατηγοριών και είναι, ως εκ τούτου, εκτός αναιρετικού ελέγχου. ΣΤ) Με βάση τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 34/5-3-2009 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην ως άνω αναιρεσείουσα.
Αθήνα 19-5-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης"
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη υπ'αριθμ. 34/5.3.2009 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Χ ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η αίτησή της για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της σ' αυτό και κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ. 472/2008 έφεσή της κατά του υπ' αριθμ. 2692/2008 παραπεμπτικού γι' αυτήν βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (όπως διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 3105/2008 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου). Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά τα άρθρα 485 παρ.1 και 309 παρ. 2 ΚΠΔ το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάσσει, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, την αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνισή του, εάν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου με την αναίρεση βουλεύματος, ή αν οι προβαλλόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν δικαιολογούν ως εκ της φύσεώς τους την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ή αν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται εντελώς αορίστως. Περαιτέρω το ίδιο Συμβούλιο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση για την έκδοση βουλεύματος μπορεί ακόμα, χωρίς να υποχρεούται, να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης κατά την ημέρα της διάσκεψης της υπόθεσης. Επίσης μέχρι την προαναφερόμενη χρονική στιγμή μπορεί κάποιος διάδικος να υποβάλλει στο συμβούλιο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Στην περίπτωση όμως που τα στοιχεία αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, το τελευταίο οφείλει αυτεπαγγέλτως πριν προχωρήσει στη διάσκεψη να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή τους αντικλήτους τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 308 ΚΠΔ που εφαρμόζεται αναλόγως για να ενημερωθούν και γνωστοποιήσουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους.
Στην προκειμένη περίπτωση ο συνήγορος της αναιρεσείουσας δικηγόρος Αθηνών Βασίλειος Ράλλης με τη συνοπτική αίτηση - υπόμνημα που κατέθεσε στη γραμματέα του Συμβουλίου τούτου του Αρείου Πάγου την 21.10.2009 (επομένη ημέρα της εισαγωγής της σ' αυτό (20.10.2009) για διάσκεψη και έκδοση βουλεύματος ζήτησε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον αυτού κατά τη διάσκεψη της υπόθεσης, για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και όχι την αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ίδιας της αναιρεσείουσας, ενώ παράλληλα ζήτησε προθεσμία για προσκόμιση εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία, συνολικά δέκα εννέα (19) προσκόμισε η ίδια η αναιρεσείουσα, συνημμένα στο από 3.11.2009 υπόμνημά της, στο οποίο αναφέρει, εκτός των άλλων, κατά λέξη "... γι αυτό έχω ζητήσει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή μου για να τα παρουσιάσω με τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου ...". Για τα παραπάνω υποβαλλόμενα στο Συμβούλιο τούτο αιτήματα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Ως προς το αίτημα εμφάνισης μόνο του συνηγόρου της αναιρεσείουσας ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, τούτο κρίνεται απορριπτέο, καθόσον στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης εκτίθενται λεπτομερώς οι απόψεις της αναιρεσείουσας ως προς τις επικαλούμενες απ' αυτήν πλημμέλειες του προσβαλλόμενου βουλεύματος και η περαιτέρω ανάλυσή τους δεν κρίνεται αναγκαία για το σχηματισμό γνώμης από τα μέλη του Συμβουλίου τούτου για την κρινόμενη υπόθεση, 2) Ως προς την προσκόμιση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων, το Συμβούλιο αφού αυτά προσκομίστηκαν πριν την ημέρα της διάσκεψης της υπόθεσης με κατηγορουμένη την αναιρεσείουσα (9.12.2009), τα έλαβε υπόψη του και τί συνεκτίμησε με όλα τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, ενώ ενημερώθηκε γι' αυτά και ο συνήγορος της πολιτικώς ενάγουσας, σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. στ' ΚΠΔ (Βλ. σχετικά την από 2.12.2009 εξουσιοδότηση του συνηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας δικηγόρου Αθηνών Βασιλείου Καπερνάρου), χωρίς όμως να προβεί σε έγγραφη γνωστοποίηση των τυχόν παρατηρήσεών του, καθόσον δεν έχει τέτοια υποχρέωση. Τέλος η εμπεριεχόμενη στο από 3.11.2009 συμπληρωματικό υπόμνημά της αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ίδιας μαζί με τον συνήγορό της και όχι μόνο του τελευταίου, όπως αυτός ζήτησε με την ως άνω από 21.10.2009 αίτησή του ενώπιον του συμβουλίου αυτού, αυτή είναι απαράδεκτη ως εκ του τρίτου και του χρόνου υποβολής της. Ειδικότερα αυτή δεν υποβλήθηκε ούτε με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ούτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να υποβάλει ο τελευταίος, όπως θα όφειλε, στο παρόν Συμβούλιο τη σχετική για την εν λόγω αίτηση έγγραφη πρότασή του (άρθρα 32 παρ.1 και 4 και 138 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ), επιπλέον δε αναφέρεται ότι αυτό, δηλαδή την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο τούτο, το έχει ζητήσει, ενώ αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού με την από 21.10.2009 αίτηση - υπόμνημα ζητείται ρητά και αναμφίβολα η αυτοπρόσωπη παράσταση στο Συμβούλιο μόνο του συνηγόρου της Βασιλείου Ράλλη, για λογαριασμό της, παρουσία της μηνύτριας και των εκπροσώπων της, που απορρίφθηκε κατά τα προαναφερόμενα. Δηλονότι και ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητάς του ή όχι του ανωτέρω αιτήματος η αναιρεσείουσα δεν έχει υποβάλλει νομότυπα και εμπρόθεσμα, ευθέως, σαφώς και ορισμένα αίτηση περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης αυτής της ίδιας ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεως και γι' αυτό η εμπεριεχόμενη στο από 3.11.2009 υπόμνημά της σχετική αίτηση για να παρουσιάσει με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της των ευνοϊκών γι' αυτήν στοιχείων (εγγράφων που νόμιμα υπέβαλε στο Συμβούλιο τούτο και αυτό συναξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία) πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου πρέπει να αναφερθεί ότι η μη παραδοχή του προαναφερόμενου αιτήματος της αναιρεσείουσας εκ δικονομικών λόγων δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της Σύμβασης της Ρώμης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ν.δ.53/1974) και ειδικότερα στο δικαίωμά της να υπερασπίσει η ίδια τον εαυτόν της (παρ. 2 περ. γ' του ως άνω άρθρου), καθόσον ανεξαρτήτως του ότι με όλα τα έγγραφα που προσκόμισε στο Συμβούλιο τούτο έχει επαρκώς καλύψει όλους τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς της χωρίς να απαιτείται κάποια ιδιαίτερη διευκρίνιση αυτών εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) με την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο τούτο, αφού με την τήρηση των δικονομικών διατυπώσεων για την υποβολή αιτημάτων προς το δικαστικό συμβούλιο ενώ διασφαλίζεται η ασφάλεια του δικαίου και η ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο Συμβούλιο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτή δεν ζητείται παρελκυστικά (βλ. σχ. Ολ.Α.Π. 2/2008). Συνακόλουθα η σχετική περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, όσον αφορά της αυτοπρόσωπης εμφάνισης της στο Συμβούλιο τούτο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, προβάλλονται ως λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου υπ' αριθμ. 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στο προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' και δ' ΚΠΔ).
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει το λόγο της απόλυτης ακυρότητας του προσβαλλομένου βουλεύματος (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α'ΚΠΔ), ισχυριζόμενη ότι δεν ειδοποιήθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών να προσέλθει και να λάβει γνώση της πρότασής του πριν την υποβολή της στο Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως αυτός όφειλε να ενεργήσει και έτσι παραβιάσθηκε το σχετικό υπερασπιστικό δικαίωμά της (άρθρο 308 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ). Προϋπόθεση όμως για την άσκηση του ως άνω δικαιώματος της αναιρεσείουσας ήταν να έχει ζητήσει προηγούμενα αυτό, όπως ορίζεται από το πρώτο των προαναφερομένων άρθρων, το οποίο άλλωστε δεν αποκλείει να γνωρίσει ο κάθε κατηγορούμενος την πρόταση του Εισαγγελέα και μετά την υποβολή της στο συμβούλιο. Στην κρινόμενη υπόθεση όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς έρευνα του παραδεκτού και του ανωτέρω λόγου αναίρεσης ούτε στην υπ' αριθμ. 472/2008 έκθεση έφεσής της ούτε με το επισυναπτόμενο σ'αυτή σημείωμα - υπόμνημα (εξουσιοδότησή) της, δεν ζήτησε να λάβει γνώση της Εισαγγελικής πρότασης πριν της υποβολής της στο αρμόδιο συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Κατά συνέπεια ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών δεν είχε υποχρέωση να ειδοποιήσει την τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ή τον αντίκλητό της να προσέλθουν και να λάβουν γνώση της σχετικής πρότασής του πριν την υποβολή της στο αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών. Επομένως ο ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης περί απόλυτης ακυρότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου πρέπει να αναφερθεί ότι όσα αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή της η αναιρεσείουσα για το συνήγορό της Διονύσιο Κολιόπουλο που άσκησε την έφεσή της κατά του υπ' αριθμ. 2692/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και ειδικότερα να περιορίζει την εξουσία του στο να καταθέσει μόνο την αίτηση αυτή ως αντιπρόσωπός της και όχι να ενεργήσει ως πληρεξούσιος δικηγόρος της δεν αναιρεί την έλλειψη αιτήματός της να λάβει γνώση της προαναφερόμενης εισαγγελικής πρότασης και την εντεύθεν ανυπαρξία υποχρέωσης του τελευταίου για σχετική ειδοποίησή της. Ακόμα περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα της αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για να δώσει διευκρινήσεις για την υπόθεσή της που είναι νόμιμο (άρθρο 309 παρ. 2 και 316 παρ. 2 ΚΠΔ), το ως άνω Συμβούλιο, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (σελ. 37-38) το απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να δεχθεί ως προς αυτό την αντίθετη συνοπτική εισαγγελική πρόταση. Γι' αυτό και ως προς το κεφάλαιο αυτό ο προβαλλόμενος λόγος περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω της παραβίασης του ως άνω υπερασπιστικού δικαιώματός της (άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ' και 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Το συμβούλιο, εξάλλου, οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την προδικασία και υπερβαίνει γι' αυτό (αρνητικά) την εξουσία που του παρέχουν τα άρθρα 309, 310 και 313 ΚΠΔ αν περιορισθεί στον έλεγχο και την αξιολόγηση μόνο των στοιχείων που ενισχύουν τις ενδείξεις ή μόνον εκείνων που τις αποδυναμώνουν. Εάν, όμως, κατά την έννοια και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δεχθεί το συμβούλιο ως αληθινά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στον κατηγορούμενο εγκλήματος, δεν υπερβαίνει την εξουσία του, εφόσον οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη ή ανυπαρξία σοβαρών ενδείξεων (Ολ.ΑΠ 9/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 144/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απέρριψε, εκτός του αιτήματος περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης σ'αυτό της εκκαλούσας - κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. 472/7.10.2008 έφεση της εκκαλούσας Χ, κατοίκου τότε ..., κατά του υπ' αριθμ. 2692/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 3105/2008 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου, με το οποίο έχει παραπεμφθεί αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους βλάπτοντας άλλον περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με χρήση των πλαστών εγγράφων, 2) της απόπειρας απάτης ενώπιον του Δικαστηρίου από κοινού, τετελεσμένης και σε απόπειρα απάτης που το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, 3) της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου από κοινού με τον ... τετελεσμένης και σε απόπειρα, που το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, 4)της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου που το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 5) της πλαστογραφίας από κοινού με τον ... από υπαίτιους που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους βλάπτοντας άλλον περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ με τη χρήση των πλαστών εγγράφων, αξιόποινες πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε η αναιρεσείουσα στην ... την μεν πρώτη τούτων εντός του έτους 1996 και πριν της 13.9.1996 και τις λοιπές κατά το έτος 2003. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, που έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όλα τα σαφώς και ορισμένα αναφερόμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά από τα οποία έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτια ή συνυπαίτια των ως άνω εγκλημάτων. Ακολούθως το ως άνω Συμβούλιο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθμ. 2692/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, όπως αυτό διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 3105/2008 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου, με το οποίο έχει παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί της στο ακροατήριο του προαναφερόμενου Δικαστηρίου για να δικασθούν για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τα προαναφερθέντα εγκλήματα της κακουργηματικής πλαστογραφίας και απάτης, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και πείστηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, παραθέτει δε τέλος τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 26 παρ. 1. εδ. α', 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 94, 98, 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3Β του Π.Κ. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, οι δε λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξάλλου η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων σ'αυτήν ως άνω εγκλημάτων αποτελεί άρνηση των κατηγοριών της και είναι ως εκ τούτου εκτός αναιρετικού ελέγχου, με την επισήμανση ότι για την παραπομπή της στο ακροατήριο αρκεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, όχι όμως και για την καταδίκη της για την οποία απαιτείται πληρότητα αποδείξεων, που αποτελεί αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας. Πότε υποχρεούται ο Εισαγγελέας να γνωστοποιήσει την πρότασή του προς το Συμβούλιο στον κατηγορούμενο. Πότε υποχρεούται το δικαστικό συμβούλιο (ΑΠ ή Εφετών) να δεχθεί το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση σ' αυτό. Αιτιάσεις κατηγορουμένου κατά της εκτίμησης των αποδείξεων ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη του βουλεύματος της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εισαγγελικής πρότασης γνωστοποίηση.
| 0
|
Αριθμός 2502/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σκλαβουνάκο, για αναίρεση της ΒΤ 2710/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1482/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παράγραφος 2 του άρθρου 340, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 24 παράγραφος 1 Ν. 3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 Ν. 3346/2005, ότι "σε πταίσματα, πλημμελήματα και (από την 17.06.2005, ημέρα έναρξης ισχύος του άνω Ν. 3346/2005) κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών κι ο συνήγορος του διενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από τις άνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι αν δεν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο κατά την πρώτη συζήτηση της κατ' έφεση δίκης, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον βέβαια έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, διότι σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου ΚΠΔ, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεση του σιωπηρά παραιτείται από αυτήν. Άλλη είναι η περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών-κατηγορούμενος δικάζεται σαν να ήταν παρών, όταν ο τελευταίος ή ο συνήγορος του εμφανίζεται κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης και στη συνέχεια, μετά τη λήψη των στοιχείων ταυτότητός του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός του, η δίκη αναβάλλεται και ο κατηγορούμενος δεν εμφανίζεται στην μετ' αναβολή δικάσιμο ούτε εκπροσωπείται από συνήγορο (Ολ. ΑΠ 3/2006, Ολ. ΑΠ 8/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της αίτησης αναιρέσεως προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την υπ' αριθμ. 2425/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική, για παράβαση της υποχρέωσης για διατροφή κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή. Κατά της άνω αποφάσεως ο κατηγορούμενος άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά την υπ' αριθμ. 1901/4-6-2003 έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε ορισθεί για της 6-4-2006 δεν εμφανίσθηκε (ο εκκαλών-κατηγορούμενος) ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, αν και είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, γι' αυτό το άνω Δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση του την έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Έτσι κρίνοντας το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, γι αυτό ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Η' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος υποστηρίζει τα αντίθετα, ήτοι ότι έπρεπε να δικασθεί ωσεί παρών, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως καθ' ολοκληρίαν. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 14/19-10-09 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΒΤ 2710/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ. διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, λόγω απόρριψης της εφέσεως ως ανυποστήρικτης.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2504/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μουρκογιάννη, περί αναιρέσεως της 6-11/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικ/ρίου Κυπαρισσίας και 16/2008 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1403/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16/8-5-2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η υπ' αριθμ. 6, 7, 8, 9-10-11/2007 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κυπαρισσίας για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη αιτιολογίας της, πρέπει σύμφωνα με τα προαναφερόμενα να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 310 παρ. 1, 2 και 3 του ΠΚ. "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει, ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοια του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης, αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308 ΠΚ) και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθρο 29 παρ. 1 ΠΚ) είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρο 310 παρ. 3 ΠΚ). Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως απαιτείται, αντικειμενικά μεν συνδρομή οποιασδήποτε την πιο πάνω ενδεικτική μνημονευομένων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος, αφού ενυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητας ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεων ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Ειδικότερα και όσο αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί άμυνας, από μεν το άρθρο 22 ΠΚ συνάγεται ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται: 1) άδικη επίθεση, δηλαδή, επίθεση που αντιφάσκει αντικειμενικά προς το δίκαιο, 2) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και στον αμέσως και ασφαλώς, επίκειται πραγμάτωσή της, ήτοι, στην από κάποια πράξη, που συνδέεται άμεσα με την εκτέλεση, δηλώνεται φανερά η πρόθεση για επίθεση και 3) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου, κατά δε το άρθρο 23 του ίδιου Κώδικα, χωρίς την ύπαρξη των κατ' άρθρο 22 στοιχείων της νόμιμης άμυνας, δεν νοείται υπέρβαση των ορίων της τελευταίας από εκείνον, που ξεπέρασε από δόλο ή αμέλεια τα όρια της άμυνας, ενώ αυτός μένει ατιμώρητος, εξαιτίας έλλειψης καταλογισμού, αν η υπέρβαση των ορίων της άμυνας οφείλεται στο φόβο ή την παροχή του από άδικη επίθεση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεων αυτής, η οποίας υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτα ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 16/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος γεννηθείς στα ... το έτος 1929, είναι συνταξιούχος και κατοικεί μόνιμα με την οικογένειά του το ... Έχει τέσσερα αδέρφια, τον Ψ (πολιτικώς ενάγοντα), κάτοικο ..., την ΑΑ, την ΒΒ, κάτοικο ... και την ΓΓ, ομοίως κάτοικο ... Κατά την τελευταία τουλάχιστον πενταετία (πριν από το επίδικο συμβάν) οι σχέσεις του κατηγορουμένου με τα παραπάνω αδέρφια του δεν ήταν ιδιαίτερα καλές, λόγω διαφωνιών που είχαν προκύψει μεταξύ τους ως προς την διανομή της πατρικής περιουσίας (κληρονομιάς), που βρίσκεται στα ... Μάλιστα δε με τον παθόντα αδερφό του Ψ, ο κατηγορούμενος είχε λογομαχήσει έντονα αρκετές φορές για τον παραπάνω λόγο, κυρίως δε για την πατρική οικία, που βρίσκεται μέσα στο χωριό '..., την οποία ήθελε ο κατηγορούμενος εξ ολοκλήρου δική του, πράγμα για το οποίο δε συμφωνούσαν τα αδέρφια του. Στις 3.6.1999 συμφωνήθηκε και μάλιστα εγγράφως, με το από 3.6.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των Ψ, ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ αφενός και του Χ (κατηγορουμένου) αφετέρου, να χρησιμοποιεί ο κατηγορούμενος την πατρική οικία στην οποίαν σημειωτέον δεν διέμενε μόνιμα κανείς, όποτε και για όσο χρονικό διάστημα βρισκόταν στα ..., χωρίς κανένα χρηματικό αντάλλαγμα, τα δε άλλα αδέλφια να έχουν και αυτά δικαίωμα να χρησιμοποιούν, προσωρινά πάντοτε την πατρική οικία, κυρίως για τις καλοκαιρινές διακοπές, αφού προηγουμένως ειδοποιήσουν εγκαίρως προς τούτο τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, η ως άνω ΒΒ, τον Ιούνιο του έτους 2004, ειδοποίησε μέσω του αδελφού της Ψ (παθόντος) τον κατηγορούμενο, με τον οποίο η ίδια δεν είχε καλές σχέσεις, ότι τον Αύγουστο (του ιδίου έτους) ήθελε να μείνει με την οικογένεια της στην πατρική οικία για τις καλοκαιρινές διακοπές. Στις 7.7.2004 (βράδυνες ώρες) ο Ψ, ο οποίος όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι μόνιμος κάτοικος ..., διαμένων σε ιδιόκτητη οικία πλησίον της πατρικής, επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο αδελφό του στην πατρική οικία, όπου ο τελευταίος είχε εγκατασταθεί πριν από μία εβδομάδα, για να του υπενθυμίσει ότι έπρεπε να παραχωρήσει την χρήση της πατρικής οικίας τον μήνα Αύγουστο στην προαναφερόμενη αδερφή τους. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε, "νευρίασε", όπως καταθέτει ο Ψ, καθιστώντας με τον τρόπο του σαφές σ' αυτόν ότι δεν ήθελε να παραχωρήσει την χρήση της εν λόγω οικίας στην αδελφή τους. Βλέποντας την στάση αυτή του αδελφού του και προκειμένου να αποφύγει τις διενέξεις, ο Ψ αποχώρησε από την πατρική οικία, λέγοντας στον αδελφό του να το ξανασκεφθεί. Επανήλθε δε την επομένη (8.7.2004), περί ώρα 09.30 π.μ., με σκοπό να συζητήσει και πάλι με τον αδελφό του το ίδιο ζήτημα. Ο τελευταίος την ώρα εκείνη βρισκόταν μέσα στο (μοναδικό) δωμάτιο της διώροφης πατρικής οικίας (το ισόγειο της οποίας αποτελείται από αποθήκη και ο πρώτος όροφος από ένα δωμάτιο), μόλις δε είδε τον αδελφό του, ο οποίος είχε σταθεί στη δυτική ανοικτή πόρτα (εισόδου) του παραπάνω δωματίου, αντιληφθείς προφανώς (ο κατηγορούμενος) τον λόγο της επισκέψεως του, του ζήτησε έντονα και με οργισμένο ύφος να φύγει, λέγοντας του ''σου είπα όχι και να φύγεις, γιατί θα σου κάνω τον τάφο σου". Βλέποντας ο κατηγορούμενος ότι ο αδελφός του δεν υπάκουε, παρά το ότι συνέχιζε να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει, εξοργισθείς, πήρε την γεμάτη και οπλισμένη κυνηγετική καραμπίνα που είχε κοντά του και πυροβόλησε ευθέως μία φορά στα πόδια τον αδελφό του, από απόσταση τεσσάρων μέτρων, τραυματίζοντας τον στην εσωτερική επιφάνεια του αριστερού του ποδιού, στο ύψος του μηρού, κυρίως όμως στα δάκτυλα του δεξιού χεριού του, με το οποίο ενστικτωδώς ο παθών, την ώρα του πυροβολισμού, προσπάθησε να προφυλαχθεί. Ειδικότερα, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 14.7.2004 Ιατροδικαστική Έκθεση του Ιατροδικαστή ..., ο παθών στις 8.7.2004 εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης φέρων ακρωτηριασμό παράμεσου δεξιού τρίτης ονυχοφόρου φάλαγγος άκρας χειρός μετά φλεγμονής και μέσου δεξιού τρίτης ονυχοφόρου φάλαγγος με τμήμα δεύτερης φάλαγγος άκρας χειρός μετά φλεγμονής καθώς και πολλαπλά τυφλά τραύματα έσω επιφανείας δεξιού δείκτη τρίτης φάλαγγος, εκτάσεως 0.3 εκατοστών περίπου με φορά από έσω προς τα άνω , καθώς επίσης και πολλαπλά τυφλά τραύματα, εκτάσεως 0,3 εκατοστών περίπου , έσω επιφανείας μεσότητας μηρού μετ' αιματώματος και φορά ελαφρώς λοξά από πάνω προς τα κάτω, φέρουσα ως κεντρικό πυρήνα θλαστικό τραύμα εκτάσεως περίπου 1 εκατ. Σύμφωνα δε με το από 26.3.2007 πιστοποιητικό τύπου Α' του Γενικού Νοσοκομείου Σπάρτης, ο παθών νοσηλεύθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Νοσοκομείου από 8.7.2004 έως 15.7.2004 με διάγνωση: Ακρωτηριαστικά τραύματα ονυχοφόρων φαλάγγων μέσου και παράμεσου αριστεράς χειρός (εκ προφανούς παραδρομής αντί δεξιάς) και συνθλιπτική κάκωση έσω επιφανείας άνω τριτημορίου αριστερού μηρού, λόγω εισφρύσεως 80-100 χόνδρων (σκάγια) κυνηγετικού όπλου. Μετά τον τραυματισμό του ο παθών και ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον σημαδεύει με το όπλο και να τον απειλεί, προσπάθησε αιμόφυρτος να κατεβεί από τις σκάλες της δυτικής εισόδου της πατρικής οικίας (από όπου είχε ανεβεί στον πρώτο όροφο) για να φύγει, όμως ο κατηγορούμενος του απέκλεισε την οδό διαφυγής, κατεβαίνοντας από την σκάλα της ανατολικής εισόδου με το όπλο στο χέρι. Ο παθών φοβούμενος τα χειρότερα επανήλθε στην οικία από την δυτική είσοδο, μπήκε μέσα στο δωμάτιο, αφού προηγουμένως κλείδωσε την δυτική πόρτα, και προσπάθησε στην συνέχεια να ασφαλίσει και την ανατολική πόρτα, χωρίς όμως να προλάβει, γιατί αντιλήφθηκε τον αδελφό του να επιστρέφει και έτσι κατευθύνθηκε και πάλι προς την δυτική πόρτα, από όπου τελικά και διέφυγε. Χαρακτηριστική εν προκειμένω είναι και η αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναφέρεται ότι σε όλους τους παραπάνω χώρους βρέθηκαν κηλίδες αίματος, οι οποίες απεικονίζονται και στο συνταχθέν σχετικό πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Ο παθών κατέφυγε στο σπίτι του και έπειτα με το αυτοκίνητο του "με ένα πόδι και ένα χέρι" όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε, πήγε στο Κέντρο Υγείας Αρεοπόλεως, όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, στη συνέχεια δε διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Σπάρτης λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων του. Ενόψει των παραπάνω εκτιθεμένων γεγονότων, το Δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι ο κατηγορούμενος, πυροβολώντας ευθέως εναντίον του αδελφού του από απόσταση τεσσάρων μόλις μέτρων, επιδίωκε οπωσδήποτε να προξενήσει σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, όπως προκύπτει ιδίως από το μέσο που χρησιμοποίησε, το ημιαυτόματο, δηλαδή, λειόκανο όπλο (καραμπίνα), την πολύ μικρή απόσταση από την οποία πυροβόλησε, δηλαδή των τεσσάρων μόλις μέτρων και τα σημεία του σώματος στα οποία έπληξε τον παθόντα, δηλαδή στο μέσο του αριστερού μηρού και στα δάκτυλα του δεξιού χεριού, η οποία βαριά σωματική βλάβη και προκλήθηκε με τον ακρωτηριασμό της τρίτης ονυχοφόρου φάλαγγος του παράμεσου δακτύλου και της τρίτης ονυχοφόρου φάλαγγος με τμήμα της δεύτερης φάλαγγος του μέσου δακτύλου του δεξιού χεριού του παθόντος, συνεπεία του οποίου (ακρωτηριασμού) δεν μπορεί αυτός πλέον να χρησιμοποιήσει κανονικά το δεξί του χέρι, παρεμποδίζεται δηλαδή, ουσιωδώς η κανονική λειτουργία αυτού στο γράψιμο, φαγητό και λοιπές καθημερινές δραστηριότητες του παθόντος. Άλλωστε και στην παραπάνω ιατροδικαστική έκθεση αναφέρεται ότι ο παθών Ψ φέρει βαρεία επικίνδυνη σωματική βλάβη από χόνδρους (σκάγια) μακρύκανου πυροβόλου όπλου και το ποσοστό αναπηρίας που θα προκύψει ανέρχεται άνω του 40%. Το ότι ο κατηγορούμενος ηθέλησε και επιδίωκε το ως άνω σε βάρος του αδελφού του επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή την βαρεία πάθηση του σώματος αυτού περί την χρήση του δεξιού του χεριού, προκύπτει και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων είναι βίαιος και οξύθυμος χαρακτήρας, αλλά και συμφεροντολόγος, υποδέχθηκε, στις 8.7.2004, τον αδελφό του, ο οποίος αντίθετα διακρίνεται για τον ήπιο και συγκαταβατικό χαρακτήρα του, έχοντας δίπλα του γεμάτη την κυνηγετική του καραμπίνα, πράγμα που φανερώνει την προειλημμένη απόφαση του να αντιδράσει βίαια και απρόκλητα, ακόμη και με πυροβολισμό, στο αίτημα προσωρινής παρανοήσεως της χρήσεως της πατρικής οικίας στην αδελφή τους ΒΒ, ενόψει και του μίσους που διαφαίνεται ότι έτρεφε κατά των αδελφών του, επειδή δεν συμφωνούσαν να περιέλθει σ' αυτόν η κυριότητα της πατρικής οικίας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος προξένησε στον παθόντα αδελφό του βαριά σωματικό βλάβη, της οποίας το αποτέλεσμα επιδίωκε, και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η πράξη του έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως επικίνδυνη (και όχι βαριά) σωματική βλάβη και να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, γιατί ο ακρωτηριασμός που υπέστη ο αδελφός του δε είναι σοβαρός, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι η ηπιότερη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ (επικίνδυνη σωματική βλάβη) προϋποθέτει απλή σωματική βλάβη, που απλά τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Αν τέτοια βλάβη επήλθε πράγματι, εφαρμογή έχει όχι η διάταξη του άρθρου 309 αλλά εκείνη του άρθρου 310 ΠΚ για την βαριά σωματική βλάβη που είναι ειδικότερη και προβλέπει την επιβολή βαρύτερης ποινής. Εξάλλου, εφόσον αποδείχθηκε ότι η σωματική βλάβη που προκλήθηκε στον παθόντα είναι βαριά, αποκλείεται και η εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 308 ΠΚ (λόγος άρσης του αδίκου, δικαιολογημένη αγανάκτηση), που επικαλείται ο κατηγορούμενος, διότι η διάταξη αυτή εισάγει προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή και εφαρμόζεται μόνον όταν τελέστηκε το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση (βλ. ΑΠ 1004/1996 Π.Χρ. ΜΖ.539). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το πρωί της 8.7.2004 ο αδελφός του, ήλθε στην πατρική οικία με άγριες διαθέσεις, εξαιτίας της διενέξεως που είχαν μεταξύ τους το προηγούμενο βράδυ, κρατώντας μάλιστα στα χέρια του ένα σφυρί και ένα καλέμι, με τα οποία προσπάθησε να καταστρέψει την δυτική πόρτα της οικίας, όταν δε αυτός (κατηγορούμενος) επιχείρησε να τον εμποδίσει, προτρέποντας τον πολύ έντονα και επιτακτικά να φύγει, εκείνος, νεώτερος του κατά 12 χρόνια και με μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη, τον κτύπησε με αποτέλεσμα να πέσει στο δάπεδο". Τότε αυτός περιελθών σε τρόμο και ταραχή, πήρε την καραμπίνα και ζήτησε από τον αδελφό του να φύγει, εκείνος, όμως, όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά κινήθηκε και πάλι απειλητικά προς το μέρος του. Έτσι, ευρεθείς προ αδιεξόδου και άμεσου κινδύνου, πυροβόλησε μία φορά στον αέρα προς εκφοβισμό του αδελφού του, ο δε τραυματισμός αυτού προήλθε από εξοστρακισμό των χόνδρων (σκάγια). Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του κατηγορουμένου δεν επιβεβαιώνονται από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και δεν ευσταθούν. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Ψ, ανηψιός των αδελφών ..., κατέθεσε ότι μετά το επεισόδιο τον πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και του ανέφερε τα παραπάνω γεγονότα και ότι και ο ίδιος πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να τραυματίσει τον αδελφό του, ότι πυροβόλησε από φόβο και ταραχή λόγω προηγηθείσης επιθέσεως του αδελφού του εναντίον του και ότι τα σκάγια εξοστρακίστηκαν και τον κτύπησαν στο χέρι και στο πόδι. Η άποψη όμως αυτή και όχι γνώση του μάρτυρος τούτου, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τραυματίσθηκε ο παθών, μη ενισχυόμενη και από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Οι μάρτυρες υπερασπίσεως ..., γιος του κατηγορουμένου και ..., θυγατέρα του κατηγορουμένου, καταθέτοντας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ανέφεραν για πρώτη φορά, ενώ είχαν καταθέσει και ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι, όταν επισκέφθηκαν τον παθόντα θείο τους στο Νοσοκομείο, αυτός παραδέχθηκε, παρουσία μάλιστα και των θείων τους ΓΓ και ΒΒ, ότι έσπρωξε τον πατέρα τους με τις γροθιές του και ο πατέρας τους τον πυροβόλησε. Όταν όμως εξετάσθηκαν στο ακροατήριο οι παραπάνω ΓΓ και ΒΒ, ερωτηθείσες σχετικά, διέψευσαν τα ανήψια τους, καταθέτοντας ρητά και κατηγορηματικά ότι πράγματι ήταν παρούσες κατά την εν λόγω επίσκεψη των ανηψιών τους στο Νοσοκομείο, δεν είπε όμως ποτέ ο παθών (νοσηλευόμενος) αδελφός τους ότι έσπρωξε τον κατηγορούμενο. Να σημειωθεί ακόμη ότι και στην από 9.7.2004 Έκθεση Αυτοψίας αναφέρεται, επί λέξει, ότι "στο δωμάτιο δεν υπήρχαν ίχνη πάλης". Πέραν, όμως, τούτων, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι πυροβόλησε ευρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας, δεν ευσταθεί και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά τα αποδειχθέντα, ο παθών επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο με σκοπό να συζητήσουν το ζήτημα της διαμονής της αδελφής τους ΒΒ στην πατρική οικία για τις καλοκαιρινές διακοπές και δεν είχε κανένα λόγο να καταστρέψει την πόρτα της οικίας, που μάλιστα ανήκε εξ αδιαιρέτου σ' όλα τα αδέλφια και στη συνέχεια να επιτεθεί εναντίον του αδελφού του και να τον κτυπήσει χωρίς λόγο. Αντίθετα ο κατηγορούμενος είναι εκείνος, ο οποίος είχε δίπλα του γεμάτο και οπλισμένο το κυνηγετικό του όπλο, με το οποίο και πυροβόλησε τελικά τον παθόντα. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι προηγήθηκε επίθεση του παθόντος κατά του κατηγορουμένου, ούτε άλλη πρόκληση ή ανάρμοστη συμπεριφορά αυτού (παθόντος) εις βάρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, όταν πυροβόλησε, τελούσε σε κατάσταση διαταράξεως της συνειδήσεως λόγω της βίαιης επιθέσεως που είχε δεχθεί από τον αδελφό του και ότι ως εκ τούτου εστερείτο της ικανότητας προς καταλογισμό άλλως ότι η ικανότητα του αυτή ήταν ουσιωδώς μειωμένη (άρθρα 34,36 Π Κ). Είναι δε προφανές ότι δεν συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά, ικανή μάλιστα να προκαλέση διατάραξη της συνειδήσεως με την έννοια του άρθρου 34 ή του άρθρου 36 ΠΚ, η επιμονή του παθόντος να θέλει να ξεκαθαρίσει το ζήτημα της προσωρινής διαμονής της αδελφής τους στην πατρική οικία, αλλά ούτε και η άρνηση του να αποχωρήσει από αυτήν παρά την απειλητική στάση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν πυροβόλησε ευθέως εναντίον του αδελφού του, αλλά ότι σημάδεψε και πυροβόλησε, για να φοβίσει πάντοτε τον αδελφό του, στον αέρα και συγκεκριμένα στο κενό που υπήρχε μεταξύ του αδελφού του και της κάσας της ανοικτής (δυτικής) πόρτας εισόδου στο δωμάτιο της οικίας, όπου στεκόταν αυτός (παθών), σε καμμιά περίπτωση δεν αναιρεί τον δόλο του. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την παραπάνω Έκθεση Αυτοψίας, το πλάτος της συγκεκριμένης πόρτας είναι μόνο εβδομήντα εκατοστά, ο δε παθών είναι σωματώδης άνθρωπος. Επομένως, εκ των πραγμάτων , το κενό αυτό ήταν πολύ μικρό για να διέλθουν από εκεί τα σκάγια του κυνηγετικού όπλου χωρίς να τραυματίσουν σοβαρά τον παθόντα, όταν μάλιστα η απόσταση από την οποία πυροβόλησε ο κατηγορούμενος ήταν μόνο τέσσερα μέτρα, ενώ, όπως και ο ίδιος παραδέχεται (βλ. αυτοτελείς ισχυρισμούς) η διασπορά των χόνδρων (σκάγια) από τον πυροβολισμό είναι απρόβλεπτη και ανέλεγκτη. Εξάλλου δε, το είδος, η έκταση και η σοβαρότητα των τραυμάτων (ακρωτηριασμός των ονυχοφόρων φαλαγγών των δυο δακτύλων του δεξιού χεριού και συνθλιπτική κάκωση έσω επιφανείας αριστερού μηρού) αποδεικνύουν, αφενός μεν ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε ευθέως τον παθόντα, αφετέρου δε ότι ο τελευταίος τραυματίσθηκε από την ευθεία αυτή βολή και όχι από εξοστρακισμό των χόνδρων (σκάγια), όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος. Να σημειωθεί ακόμα ότι ούτε στην Ιατροδικαστική Έκθεση, αλλά ούτε και στην Έκθεση αυτοψίας γίνεται λόγος για εξοστρακισθέντα σκάγια. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να απορριφθούν ομόφωνα οι παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, για τους οποίους έγινε λόγος, και να κηρυχθεί αυτός ομόφωνα ένοχος σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης του αδελφού του Ψ, καθώς και οπλοχρησίας, αφού αποδείχθηκε ότι για την τέλεση της παραπάνω πράξεων χρησιμοποίησε όπλο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1β του ν. 2168/1993 και συγκεκριμένα ένα κυνηγετικό όπλο (καραμπίνα), μάρκας FALKONETI, διαμετρήματος (GAUGE) 12, με αύξοντα αριθμό σειράς ..., με το οποίο πυροβολώντας μία φορά εναντίον του παραπάνω αδελφού του, προξένησε σ' αυτόν βαριά σωματική βλάβη, το αποτέλεσμα της οποίας ηθέλησε και επεδίωκε". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί της συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων της πρότερης έννομης ζωής του, περί του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και περί του ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α, για δ ΠΚ με την ακόλουθη αιτιολογία: Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, κατά πλειοψηφία, καθόσον δεν προσάγεται κάποια πειστική απόδειξη ότι ο βίος του κατηγορουμένου, ατομικός, οικογενειακός, επαγγελματικός και γενικά κοινωνικός, υπήρξε έντιμος, αφού μόνο από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου αυτού που είναι "λευκό", δεν αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου χωρίς την συνεπικουρία άλλου αποδεικτικού μέσου, ο έντιμος αυτού βίος προ της τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, ενόψει και του ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες διαφοροποιούνται ως προς τον χαρακτήρα και την εν γένει συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αλλά και ο ίδιος, απολογούμενος, ομολόγησε ότι στο παρελθόν είχε χειροδικήσει κατά της ..., με αφορμή την εμβαδομέτρηση ενός ακινήτου. Κατά την γνώμη, όμως του ενόρκου Κωνσταντίνου Αδαμόπουλου έπρεπε να χορηγηθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, λόγω του λευκού ποινικού μητρώου αυτού και της μεγάλης ηλικίας του. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και ότι ως εκ τούτου συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 γ ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί. Εξάλλου, το γεγονός ότι και μετά τον τραυματισμό του αδελφού του, ο οποίος αιμόφυρτος προσπαθούσε να διαφύγει, ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον σημαδεύει με το όπλο και να τον απειλεί, λέγοντάς του "φύγε θα σε αποτελειώσω", ότι δεν παραδέχθηκε την πράξη του και ότι δεν επισκέφθηκε τον τραυματισθέντα αδελφό του στο Νοσοκομείο, κατά του οποίου μάλιστα καταφέρθηκε και με την απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όλα αυτά δεν δίνουν το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να επικαλείται την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 2 δ ΠΚ) και επομένως το σχετικό αίτημα αυτού πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Με βάσει τις παραδοχές αυτές το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο βαριάς σκοπούμενης βλάβης και οπλοχρησίας και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και έξι (6) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή τους αναιρεσείοντος και για τη μη συνδρομή στο πρόσωπό του κάποιας των ελαφρυντικών περιστάσεων που επικαλέσθηκε για μείωση της ποινής του, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία κατέληξε στην κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση των εγκλημάτων της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης και της οπλοχρησίας, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 308 παρ. 1, 310 παρ. 1, 2 και 3 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1β και 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το πρώτο των ως άνω εγκλημάτων διαλαμβάνει τόσο τον αξιούμενο από την παραπάνω διάταξη για την περίπτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίος καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων χαρακτηρισμό της βλάβης που προκλήθηκε στον παθόντα πολιτικώς ενάγοντα Ψ (αδελφό του) ως βαρείας με την παραδοχή ότι από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου προξενήθηκε στον παθόντα επί μακρό χρόνο ανικανότητα του τελευταίου να χρησιμοποιήσει το δεξί του χέρι, όσο και τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης αυτού άμεσο δόλο σκοπού, για τον οποίο, δεδομένου, ότι αυτός ενυπάρχει στην παραπάνω παραδοχή πραγμάτωσης του ως άνω στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, αρκούσε για την αιτιολόγηση αυτού η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων επεδίωκε τον βαρύ τραυματισμό του παθόντος με την ιδιαίτερη επισήμανση ότι ο σκοπός αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε ευθέως τον παθόντα και ο τελευταίος τραυματίσθηκε από την ευθεία αυτή βολή και όχι από εξοστρακισμό των χόνδρων (σκαγιών). Για την καταδικαστική του κρίση το ΜΟΕ Καλαμάτας έλαβε υπόψη του όλα τα κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις όλως των μαρτύρων αδιακρίτως, και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δεν ότι εξαίρονται ορισμένα απ' αυτά όπως η ιατροδικαστική έκθεση και η έκθεση αυτοψίας, ανεξαρτήτως του ότι αυτά αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, οφείλεται στην αποδιδόμενη από το ως άνω Δικαστήριο βαρύτητα και δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (όσο ως προς την περί ενοχής του κρίση όσο και ως προς την απόρριψη ως αβασίμων κατ' ουσίαν των αυτοτελών ισχυρισμών του περί τέλεσης της πράξης όντας σε κατάσταση άμυνας και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α, γ και δ του ΠΚ, και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ειδικότερα και σχετικά ως προς την αιτίαση για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί άμυνας (άρθρο 22 ΠΚ ), το Δικαστήριο με ειδική αιτιολογία απέρριψε αυτόν, αφού δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του ότι πριν την τέλεση των εγκλημάτων από τον κατηγορούμενο δεν υπήρξε άδικη επίθεση εκ μέρους του παθόντος κατ' αυτού είτε για τη μορφή της πάλης μεταξύ τους με επιτιθέμενο τον παθόντα ή απόπειρας φθοράς με πρόθεση από τον τελευταίο της θύρας της οικίας, η χρήση της οποίας υπήρξε η αιτία για να δημιουργηθεί η διένεξή τους και ο αναιρεσείων να ενεργήσει αξιόποινα κατά τον αδελφό του. Γι' αυτό η προαναφερόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ακόμα, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 ΚΠΔ επί ποινή απαραδέκτου, συνοπτική έκθεση της υπόθεσης για την οποία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, τους λίγους επί των οποίων στηρίζεται το δικαίωμα παράστασης και το είδος της ζημίας. Δηλαδή υλική ή ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που υπέστη ο δηλών. Η έννοια δε της ηθικής βλάβης είναι ευρύτατη και περιλαμβάνει και την ψυχική βλάβη, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ακυρότητα αν ο πολιτικώς ενάγων στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εκ παραδρομής δηλώσει ότι παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχική οδύνης, αντί του ορθού λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου, για την περίσταση του παθόντος, ως πολιτικώς ενάγοντος για πράξη δικαιούμενη αυτεπαγγέλτως δεν είναι προϋπόθεση η υποβολή μηνύσεως - εγκλήσεως απ' αυτόν και η τυχόν παραίτηση από την έγκληση δεν σημαίνει συνάμα και παραίτηση από την πολιτική αγωγή, αν δεν γίνεται στη δήλωση παραίτησης σαφής μνεία, καθόσον οι περί παραιτήσεως δηλώσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο των Τακτικών Δικαστών του Μικτού Εφετείου Καλαμάτας, δέχθηκε ως νόμιμη την παράσταση πολιτικής αγωγής του παθόντος Ψ για χρηματική ικανοποίηση 45 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, ο οποίος με δήλωσή του είχε παραιτηθεί μεν στην προανάκριση μόνο από την έγκληση καίτοι πρόκειται περί εγκλήματος (βαριάς σωματικής βλάβης) που διώκεται αυτεπαγγέλτως όχι όμως και από το δικαίωμά του να παραστεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων, όπως και παρέστη και του επιδικάσθηκε το ποσό των 45 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τους τακτικούς δικαστές του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κυπαρισσίας, από πρόδηλη παραδρομή από τον ορθού λόγου ηθικής βλάβης του εξαιτίας της βαριάς σωματικής βλάβης που υπέστη από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα. Εντεύθεν ουδεμία απόλυτη ακυρότητα συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την επιδίκαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του αυτού ποσού στον ίδιο πολιτικώς ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση του (45 ευρώ) προσδιορίζοντας ορθά την αιτία της τοιαύτης επιδίκασης (λόγω ηθικής βλάβης). Γι' αυτό ο σχετικός από τα άρθρα 171 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16/2008 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη. Αιτιολογία απόφασης. Όχι αναίρεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Παραίτηση από έγκληση - όχι παραίτηση από πολιτική αγωγή. Συνέπεια αυτού. Ισχυρισμός κατηγορουμένου για άμυνα. Απόρριψη ισχυρισμών για ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 § 2α, γ και δ ΠΚ. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης από κατηγορούμενο κατά της καταδικαστικής απόφασης με λόγους αναίρεσης τους από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ αναφερόμενους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2501/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαντζαβράκο και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 1515/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάϊα Παπακωνσταντίνου.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Οκτωβρίου 2009 και 9 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 16 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1494/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 7.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7776/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ1 και 2) η από 9.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7841/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ2 μετά των από 10/16.11.2009 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1515/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 155§1 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", "λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ` αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 157 §1 στοιχ. β περ. γ, δ του ίδιου νόμου, "η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ.1 του ν.3336/2005, "επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου118§5 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.33 του ν. 3583/2007, "η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες καταλαμβάνουν και την παρούσα περίπτωση, αφού δεν είναι δυσμενέστερες εκείνων που ίσχυαν πριν από τις ως άνω τροποποιήσεις τους, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω νόμου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1515/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία, η οποία συνίσταται στο ότι στις 7.1.2002 εισήγαγαν, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνιακής Αρχής, από τη ... ποσότητα τσιγάρων, που δεν έφεραν ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία υπόκειται σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τα Τελωνεία και την οποία κατείχαν κατά το από 7.1.2002 μέχρι 22.1.2002 χρονικό διάστημα, μεταχειρίσθηκαν δε, κατά την τέλεση της πράξης τους αυτής, ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 32.060,94 €, σε ποσό, δηλαδή, που υπερβαίνει τα 30.000 €. Τους καταδίκασε δε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 5.393,48 € τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...Στο λιμάνι της ..., στις 26.1.2002, κατασχέθηκαν από το τοπικό σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος 3.063 κιλά (15.315 πακέτα) τσιγάρα ..., κρυμμένα σε διπλούς πάτους, κατασκευασμένους στο εσωτερικό 160 μικρών καναπέδων για παιδιά, που μεταφέρονταν με αρθρωτό όχημα, αποτελούμενο από το ρυμουλκό, τύπου ..., με πινακίδα ΑΒ ΚΤ 86, ιδιοκτησίας της "KIKI TRANS EK", με έδρα τη ... και ρυμουλκούμενο, τύπου ...Z, με πινακίδα BB EM 805, με οδηγό τον ..., ιδιοκτησίας της "EL. ME. TRANSPORT GMBH", με έδρα τη ..., που αποβιβάστηκε από το πλοίο O..., προερχόμενο από το λιμάνι της .... Το ως άνω εμπόρευμα συνοδεύονταν από το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής και την φορτωτική GMR, με βάση τα οποία αποστολέας ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1 και παραλήπτης ο ... ως προς τον οποίο, σημειωτέο, κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη με την εκκαλουμένη απόφαση. Την εν λόγω μεταφορά είχε αναλάβει να εκτελέσει και εκτέλεσε η μεταφορική επιχείρηση "ΕΛΜΕ" του Ζ, στην οποία ανήκε το προαναφερόμενο ρυμουλκούμενο, με πινακίδα BB EM 805. Σ' αυτόν απευθύνθηκε για το σκοπό αυτό ο Ξ (μάρτυρας κατηγορίας), ως εκπρόσωπος της μεταφορικής εταιρίας Ξ και ΣΙΑ Ο.Ε.", στον οποίο είχε αναθέσει τη μεταφορά η δεύτερη, ...που αθωώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση) και τέταρτος των κατηγορουμένων, ζητώντας του να εκτελεστεί με όχημα με γερμανικές πινακίδες, που αυτός δεν διέθετε και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στον Ζ. Ο τελευταίος, πληροφορηθείς από τον ..., οδηγό άλλου οχήματος της επιχείρησής του, που συνταξίδευε με το προαναφερόμενο, που μετέφερε τα λαθραία τσιγάρα, οδηγούμενο από τον πατέρα του,..., το γεγονός της ανεύρεσης αυτών (λαθραίων τσιγάρων) γνωστοποίησε αμέσως αυτό στο ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, με την από 26.1.2002 (και αριθμό πρωτοκ. ...) αίτηση - αναφορά του, το οποίο έτσι επιλήφθηκε της υπόθεσης, πριν ακόμα λάβει το σχετικό αίτημα αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής των τελωνειακών αρχών της .... Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από την υπ' αριθμ. ...3 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ προκύπτει, ότι τα ως άνω έπιπλα, μέσα στα οποία βρέθηκαν επιμελώς κρυμμένα τα 15.315 πακέτα τσιγάρα, τα οποία δεν έφεραν την ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, πριν εξαχθούν από την Ελλάδα στη ..., είχαν εισαχθεί, στις 7.1.2002, από τη ... στην Ελλάδα, όπου εκτελωνίστηκαν για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου, από τον ..., εκτελωνιστή (μάρτυρα κατηγορίας), χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων και μέχρι τη φόρτωσή τους, στις 22.1.2002 για εξαγωγή τους στη ..., που έγινε τελικά στις 24.1.2002, σημειουμένου ότι από 22.1.2002 που έγινε η φόρτωση έως και 24.1.2002, λόγω βλάβης του τράκτορα, έμεινε το επικαθήμενο φορτωμένο με τα έπιπλα στη μάνδρα της μεταφορικής επιχείρησης του Ζ, στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, παρέμειναν αποθηκευμένα στην ως άνω αποθήκη. Η κατά τα ανωτέρω εισαγωγή της προαναφερόμενης ποσότητας λαθραίων τσιγάρων, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών δικαιωμάτων, που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και που ανέρχονται στ ποσό των 32.060,94 ευρώ, έγινε, μετά από συναπόφαση του πρώτου και τετάρτου των κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων). Κατά την τέλεση δε της πράξης τους αυτής μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, καθόσον προέβησαν σε ενέργειες που έτειναν στην εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών και γενικότερα στη συγκάλυψη της παράνομης αυτής πράξης τους. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Ελληνοβουλγαρικής καταγωγής, μετά από συναπόφαση με τον τέταρτο κατηγορούμενο και μετά από πρόταση του ..., ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, με την εκκαλουμένη απόφαση, να συνεργαστούν στην εισαγωγή - εξαγωγή επίπλων στη ...α, όπου είχε γνωριμίες, προέβη στις 2.10.2001, σε δήλωση έναρξη εργασιών ατομικής επιχείρησης, με αντικείμενο χονδρικό εμπόριο ξυλείας - ξύλινων επίπλων - ενδυμάτων και υποδημάτων - οικοδομικών υλικών - ειδών υγιεινής, αφού προηγουμένως, με το από 17.9.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, μίσθωσε αποθήκη, εμβαδού 750 τ.μ., περίπου, που βρίσκεται στο 16° χιλιόμετρο της Π.Ε.Ο. ... (στον ...), ιδιοκτησίας .... Τα εν λόγω εμπορεύματα θα εισήγαγαν από τη ... και στη συνέχεια θα εξήγαγαν (διακινούσαν) σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην έναρξη της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας και στη μίσθωση του ανωτέρω ακινήτου, γνωρίζοντας ότι υπό την κάλυψη της εμπορίας των ανωτέρω εμπορευμάτων θα γινόταν παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή λαθραίων τσιγάρων και με σκοπό να γίνει εφικτή η εισαγωγή και εξαγωγή των επίπλων και των κρυμμένων σ' αυτά τσιγάρων, με την έκδοση στο όνομά του και των αναγκαίων φορολογικών στοιχείων, δηλαδή με σκοπό την εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών και τη συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του ίδιου και του ως άνω συγκατηγορουμένου του. Με την ως άνω μεθόδευσή τους εξήγαγαν, μετά από συναπόφαση, στις 22.1.2002, από τη ... στη ..., μέσω ..., την προαναφερόμενη ποσότητα των λαθραίων τσιγάρων. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ως άνω ιδιαίτερων τεχνασμάτων, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην έναρξη της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας, χωρίς να έχει καμία προηγούμενη σχετική εμπειρία, χωρίς να έχει χρήματα να επενδύσει και χωρίς πελατολόγιο, ενώ λίγο μετά την έναρξη της ως άνω δραστηριότητάς του στρατεύθηκε και υπηρέτησε στις τάξεις του Ε.Σ. από 28.11.2001 έως 1.4.2002, δηλαδή προέβη στην έναρξη μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, που λόγω της στράτευσής του, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει. Επίσης, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εξαγωγή των επίπλων, εάν δεν υπέκρυπτε την ως άνω παράνομη δραστηριότητα θα μπορούσε να γίνει απευθείας από τη ..., χωρίς να μεσολαβήσει η χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία της εισαγωγής τους στην Ελλάδα και στη συνέχεια της εξαγωγής τους στη ..., η οποία, όμως, επελέγη και ακολουθήθηκε, προκειμένου να χαρακτηρισθούν τα εν λόγω εμπορεύματα ως κοινοτικά, καθόσον, στη ..., επειδή είναι ενδοκοινοτική συναλλαγή δεν απαιτείται να γίνει εκτελωνισμός, αλλά απαιτούνται μόνο θεωρημένα τιμολόγια της εφορίας και το Α.Φ.Μ. του Έλληνα και του παραλήπτη για να γίνει η διασταύρωση, ενώ τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσε και η επιλογή μεταφορικού μέσου με γερμανικές πινακίδες. Κατά το στάδιο της εξαγωγής των εν λόγω τσιγάρων στη Γ... η δεύτερη και τρίτη των κατηγορουμένων, μαζί με τον τέταρτο, επέλεξαν την μεταφορική εταιρία του Ξ που θα εκτελούσε τη μεταφορά των επίπλων από την Ελλάδα στη ..., κατάρτισαν τη σχετική σύμβαση μαζί του, ήλθαν κατ` επανάληψη σε επαφή με αυτόν για θέματα που αφορούσαν την οργάνωση και τον τρόπο της μεταφοράς, κατέβαλαν τα μεταφορικά έξοδα, φρόντισαν για την έγκαιρη έκδοση του τιμολογίου, του δελτίου αποστολής και της διεθνούς φορτωτικής, οδήγησαν και υπέδειξαν στον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, Ζ, την αποθήκη του πρώτου κατηγορουμένου και παρέμειναν εκεί, καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτωσης, δηλαδή μερίμνησαν για όλα τα θέματα τα σχετικά με την εξαγωγή των επίπλων και συνακόλουθα των λαθραίων τσιγάρων. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος και τέταρτος των κατηγορουμένων τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού, με την μορφή της εισαγωγής των ανωτέρω τσιγάρων εντός του τελωνειακού εδάφους, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, από την οποία οι διαφυγόντες, δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα, που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ανέρχονται στο ποσό των 32.060,94 ευρώ και επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σημειώνεται, ότι η πράξη της κατοχής των λαθραίων τσιγάρων στην Ελληνική Επικράτεια, από τους ως άνω κατηγορούμενους, οι οποίοι προέβησαν στην εισαγωγή αυτών, δεν συνιστά ίδιο και αυτοτελές έγκλημα λαθρεμπορίας, αλλά απορροφάται από την εισαγωγή και συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη, γιατί χρησιμοποιήθηκε για την αξιοποίηση της εισαγωγής (βλ. Α.Π. 1240/2005 Ποιν. Δνη 2005 1494, Α.Π.772/1999 Ποιν. Χρ. Ν' 330). Επίσης, σημειώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέλεση εκ μέρους των ως άνω κατηγορουμένων της πράξεως της λαθρεμπορίας με την μορφή της εξαγωγής των λαθραίων τσιγάρων από την Ελλάδα στη ..., δεδομένου ότι το αδίκημα της λαθρεμπορίας στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν νοείται τέλεσή του, με τη μορφή της εξαγωγής, όταν η εξαγωγή γίνεται από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλη χώρα αυτής (ΕΕ)....".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες εισήγαγαν από τη ...την ως άνω ποσότητα λαθραίων τσιγάρων, τα οποία δεν έφεραν ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, ότι μεταχειρίστηκαν αυτοί ιδιαίτερα τεχνάσματα με σκοπό την εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών και τη συγκάλυψη της πράξης τους και ποια ήταν τα τεχνάσματα αυτά (μίσθωση αποθηκευτικού χώρου από τον από αυτούς Χ1, κατόπιν συναπόφασης και με τον Χ2, δήλωση έναρξης εμπορικής δραστηριότητας με αντικείμενο την εμπορία ξυλείας που θα εισήγαγε από τη ... και θα διακινούσε σε χώρες της Ε.Ε.) και ότι η ποσότητα αυτή των τσιγάρων είχε εισαχθεί χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των 32.064,94 €, το οποίο στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μερικότερη αιτίαση ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως, γιατί στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ενήργησαν από κοινού και κατά συναπόφαση οι αναιρεσείοντες, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι ενήργησαν από κοινού όλοι οι κατηγορούμενοι, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν από κοινού, για τον οποίο λόγο και τους καταδίκασε, ενώ αθώωσε τις συγκατηγορούμενές τους και από παραδρομή, στο διατακτικό, στην αυτή διάταξη του οποίου περιλαμβάνεται η καταδικαστική και η αθωωτική απόφαση, δεν έγιναν οι απαραίτητες διορθώσεις. Τέλος, η μερικότερη αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων σε σχέση με τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι δεν υπήρξε καμιά λαθρεμπορική εισαγωγή οποιουδήποτε εμπορεύματος και μάλιστα τσιγάρων, ότι δεν τελούσε σε γνώση ότι θα κληθεί αυτός στον Ελληνικό Στρατό, ότι δεν είχε αυτός καμιά φυσική συμμετοχή στην εν λόγω πράξη, ότι δεν γνώριζε τους συγκατηγορουμένους του, ότι δεν είναι ορθή η κατάθεση του βασικού μάρτυρα ... ότι δεν βρήκε κανένα εμπόρευμα στην αποθήκη της επιχείρησής του και ότι η έναρξη και λειτουργία της ατομικής του επιχείρησης ήταν καθ` όλα νόμιμη, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2960/2001, "εάν για οποιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών επιπροσθέτως πάσης άλλης επιβαλλόμενης, κατά τον παρόντα Κώδικα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανωτέρω παρεπόμενη ποινή επιβάλλεται υποχρεωτικώς από το Δικαστήριο στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η δήμευση αυτούσιου του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο επέβαλε, όπως αναφέρθηκε, σε κάθε καταδικασθέντα, πλην της ποινής της φυλακίσεως, και χρηματική ποινή 5.393,48 €, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αντικείμενο της λαθρεμπορίας (τσιγάρα) έχει δημευθεί, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο160 παρ. 2 του Ν. 2960/2001, να επιβληθεί στον καθένα από τους κατηγορουμένους, που κηρύχθηκαν ένοχοι χρηματική ποινή ίση με την αξία CIF αυτών, ήτοι 5.393,48 ευρώ (βλ. την από 12.6.2003 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο)". Με την παραδοχή αυτή, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την επιβολή στον αναιρεσείοντα Χ1 της ως άνω χρηματικής ποινής, αφού εκθέτει ότι δεν προκύπτει ότι η ποσότητα των τσιγάρων έχουν δημευθεί και, επομένως, δέχεται ότι η δήμευση αυτών κατέστη αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ως άνω διάταξη, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένης στο ότι δεν βεβαιώνεται ότι κατέστη αδύνατη η δήμευση του λαθρεμπορεύματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, ο τρίτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, γιατί χαρακτήρισε τον μάρτυρα ... ως μάρτυρα κατηγορίας, ενώ αυτός προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα και κατέθεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί υπό τον χαρακτηρισμό "μάρτυρες κατηγορίας" στην έκκλητη δίκη νοούνται οι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες, ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη, ή οι υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ' αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι κατ' άρθρο 355 ΚΠοινΔ, ο συγκεκριμένος δε μάρτυρας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ` αριθ. 6626/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων και από τον Εισαγγελέα κλητευθέντων μαρτύρων (αναφερόμενος στη σελίδα 18 ως 7ος μάρτυρας) και, επομένως, μάρτυρας κατηγορίας. Έτσι, η παράλειψη χαρακτηρισμού αυτού, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως μάρτυρα κατηγορίας είναι αδιάφορη, η δε μνεία στο σκεπτικό της ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σημαίνει ότι ελήφθη υπόψη και η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λπ.) ή το παραπάνω έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα, υπάρχει και όταν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια ακυρότητα όταν το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα, που διερμήνευσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στη γλώσσα του κατηγορουμένου, ο οποίος, έτσι, είχε την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά του και να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε ένσταση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ2 περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είχε προταθεί και πρωτοδίκως, και, στη συνέχεια, προβλήθηκε ως ειδικός λόγος εφέσεως και αφορούσε τη μη επίδοση σ' αυτόν μεταφρασμένου στη Βουλγαρική γλώσσα κλητηρίου θεσπίσματος, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "...από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διενεργηθείσα, για την πράξη για την οποία κατηγορείται, κυρία ανάκριση, απολογήθηκε ενώπιον της Ανακρίτριας του Γ' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στις 22.9.2004, με διερμηνέα την ..., μέσω της οποίας η Ανακρίτρια γνωστοποίησε σ' αυτόν την πράξη για την οποία κατηγορείται και απάγγειλε την κατηγορία.
Συνεπώς, ο εν λόγω κατηγορούμενος έλαβε γνώση της εναντίον του κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και προετοίμασε την υπεράσπισή του. Κατ' ακολουθία, δεν ήταν αναγκαίο να συνεπιδοθεί σ' αυτόν και κλητήριο θέσπισμα μεταφρασμένο στη ... γλώσσα, εφόσον μια τέτοια επίδοση αποσκοπεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην κατοχύρωση των βασικών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που εισάγεται σε δίκη σε ξένη Χώρα και αγνοεί τη γλώσσα που ομιλείται στη Χώρα αυτή, σκοπός που, εν προκειμένω, ικανοποιήθηκε με την απαγγελία, μέσω διερμηνέα, της ίδιας κατηγορίας στον εν λόγω κατηγορούμενο, στο στάδιο της ανάκρισης". Από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του κρινομένου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι, το Δικαστήριο, για την απόρριψη της ενστάσεως περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, έλαβε υπόψη του τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και την από 22.9.2004 απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, που έγινε με διερμηνέα, την οποία, όμως, επικαλέστηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων στην παραπάνω ένστασή του, που υπέβαλε δια του συνηγόρου του, ο οποίος την ανέπτυξε και προφορικά και στην οποία αναφέρεται "...οι ενιστάμενοι κατηγορούμενοι είναι αλλοδαποί, δηλαδή Βούλγαροι υπήκοοι οι οποίοι γνωρίζουν τη Βουλγαρική γλώσσα αλλά όχι και την Ελληνική γλώσσα, γι` αυτό κατά την απολογία τους στον αρμόδιο Ανακριτή Θεσσαλονίκης είχε διορισθεί διερμηνέας, ο οποίος μετέφραζε από την Ελληνική στη Βουλγαρική γλώσσα και το αντίθετο..". Επομένως, το Δικαστήριο μνημονεύοντας στην απόφασή του την παραπάνω από 22.9.2004 απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον της Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, την οποία αυτός επικαλέστηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της ενστάσεώς του, με ταυτόσημη σκέψη ότι πράγματι αυτός απολογήθηκε με διερμηνέα και έλαβε γνώση της κατηγορίας, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ πλημμέλεια, αφού ο αναιρεσείων γνώριζε καλά την παραπάνω με διερμηνέα απαγγελθείσα εναντίον του κατηγορία, επί της οποίας απολογήθηκε, και είχε την ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό του δικαίωμα, το οποίο και άσκησε. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του Χ2, κατά το μέρος που πλήττει την ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε σχέση με τη λήψη υπόψη της ως άνω ανακριτικής του απολογίας που δεν αναγνώσθηκε δημόσια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που πλήττει την ίδια απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος, γιατί είναι ασαφής, αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τα δύο ξενόγλωσσα τομολόγια IPT ... (με αύξ. αριθ. 3 και 6), διερμηνεύθηκαν στη γλώσσα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, από τη διερμηνέα που ορίσθηκε για το σκοπό αυτό, κατά τρόπο που έγινε αντιληπτό το περιεχόμενό τους σ` αυτόν και το συνήγορό του, οι οποίοι δεν προέβαλαν τότε αιτίαση περί του αντιθέτου και, ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του παραπάνω εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος. Προκύπτει, άλλωστε, ότι το με αριθμό ... τιμολόγιο αποτελεί τη βάση της εναντίον του κατηγορίας, όπως απαγγέλθηκε από την Ανακρίτρια και διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε, καθώς και στο διατακτικό της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως και, ως εκ τούτου, γνώριζε την ταυτότητά του και το περιεχόμενό του και είχε την ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό του δικαίωμα. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και συνίσταται στην ανάγνωση των ως άνω ξενογλώσσων εγγράφων, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, ο Πρόεδρος, επειδή αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα, αλλά ομιλεί τη Βουλγαρική, διόρισε διερμηνέα της Βουλγαρικής γλώσσας την .... Ο διορισμός της διερμηνέως αυτής έγινε κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται, όμως, σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (12.3.2009) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επομένως, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, άλλως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με το διορισμό διερμηνέα και συγκεκριμένα γιατί δεν διευκρινίζεται αν η διερμηνέας που διορίσθηκε περιλαμβανόταν στο σχετικό πίνακα των διερμηνέων, δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για το διορισμό της διερμηνέως και δεν υποβλήθηκε σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, ούτε δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά του προσθέτου λόγου της δεύτερης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ
1) την από 7.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7776/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ1 και 2) την από 9. 10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7841/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ2 μετά των από 10/16.11.2009 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1515/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση αναιρέσεων. Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία (εισαγωγή τσιγάρων) κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ οι δασμοί κ.λ.π. που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο υπερέβαιναν το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρα 155 § 1, 157 § 1 στοιχ. β' περ. γ, δ, Ν. 2960/2001). Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επιβολή χρηματικής ποινής ίσης με την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας επειδή κατέστη αδύνατη η δήμευση αυτών (άρθρο 160 § 2 εδ. β' Ν.2960/2001). Αβάσιμος ο λόγος για εσφαλμένο χαρακτηρισμό μάρτυρα υπερασπίσεως ως μάρτυρα κατηγορίας. Απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση ξενόγλωσσου εγγράφου, αν δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια ακυρότητα όταν το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα, που διερμήνευσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στη γλώσσα του κατηγορουμένου. Όταν ο διερμηνέας διορίζεται από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Απόρριψη αναιρέσεων στο σύνολό τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Διερμηνέα διορισμός.
| 2
|
Αριθμός 2500/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,
Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαλαβράκο, για αναίρεση της 127/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα), με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που συνεδρίασε στην Χαλκίδα), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 974/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων για το έγκλημα της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 273 του ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 264, 268 και 270, προξενεί με πρόθεση βλάβη σε πράγμα δικό του ή ξένο, κινητό ή ακίνητο, τιμωρείται: α) με φυλάκιση, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα β) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο γ) με κάθειρξη, αν στην περίπτωση β' επήλθε θάνατος. Κατά δε το άρθρο 274 του ίδιου Κώδικα, όποιος από αμέλεια έγινε υπαίτιος της πράξεως του άρθρου 273 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών ή με χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές, από τις οποίες η δεύτερη προβλέπει την από αμέλεια τέλεση της κοινώς επικίνδυνης βλάβης που προβλέπει η πρώτη, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο από ενέργεια ή παράλειψη του δράστη. Υποκειμενικώς (στην περίπτωση του άρθρου 274 ΠΚ) απαιτείται αμέλεια, ενέχουσα τους όρους του άρθρου 28 του ΠΚ, από την οποία, ως αιτία, προκλήθηκε ο ανωτέρω κίνδυνος. Εξάλλου, από την προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση αξιόποινης πράξεως από αμέλεια χωρίς συνείδηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και την λογική και ότι αυτός, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη του δράστη. Περαιτέρω, έλλειψη της από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήχθησαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 127/2009 απόφασή του, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Οι εγκαλούντες είναι συγκύριοι με την Ψ2 ενός ακινήτου με την οικία που είχε ανεγερθεί σ' αυτό και αποτελείται από το ισόγειο, τον Α' πάνω από το ισόγειο όροφο και μία αποθήκη. Προς τα βόρεια, το ακίνητο αυτό συνορεύει με το ακίνητο των δύο πρώτων κατ/νων, στο οποίο είχε ανεγερθεί διώροφη οικοδομή. Οι κατηγορούμενοι αυτοί (δύο πρώτοι) είχαν αγοράσει το ακίνητο αυτό, στις 2-4-1999, από τον τρίτο κατηγορούμενο ΑΑ. Ο τελευταίος είχε κατασκευάσει τη διώροφη οικία μέχρι το τέλος του έτους 1992, με βάση την με αριθμό ... άδεια οικοδομής του πολεοδομικού γραφείου ..., καθώς και ένα τοιχίο αντιστήριξης στο νότιο τμήμα του ακινήτου του και βόρεια σε σχέση με το ακίνητο των εγκαλούντων. Τα ακίνητα των διαδίκων βρίσκονται στο Δ.Δ. ... του Δήμου ... . Το τοιχίο αντιστήριξης έγινε και αυτό μέχρι το τέλος του έτους 1992, από τον τρίτο κατηγορούμενο, είχε μήκος 20 μέτρα, ύψος 3,5 μέτρα και πάχος 0,25 μέτρα, χωρίς όμως να καλύπτεται από την άδεια οικοδομής. Μετά την αγορά του ακινήτου του τρίτου κατηγορούμενου από τους δύο πρώτους από αυτούς (2-4-1999), οι τελευταίοι προέβησαν στην ανύψωση του τοιχίου αντιστήριξης με τσιμεντολίθους σε ύψος 1,50 μέτρα (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες) και γέμισαν την αυλή τους με χώματα, μέχρι και τέσσερα (4) περίπου μέτρα του τοιχίου, στη συνέχεια δε τοποθέτησαν πάνω σ' αυτό (τοιχίο) σιδερένια κάγκελα, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί κατά πολύ το υπάρχον τοιχίο και χωρίς βέβαια την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής αρχής. Εξάλλου, στις 31-8-2002, στο πιο πάνω Δημοτικό Διαμέρισμα (...) έλαβε χώρα δυνατή νεροποντή χωρίς να υπάρχουν ακραία δε καιρικά φαινόμενα. Από τα νερά της νεροποντής κατέπεσε το τοιχίο, μαζί με τόνους λάσπης, κατέκλυσε το βορινό χώρο της αυλής της οικίας των εγκαλούντων, καταπλάκωσε δύο πορτοκαλιές, μία βερυκοκιά, μία κρεβατίνα, τις ζαρντινιέρες, τις γλάστρες και την αποθήκη, συνολικού εμβαδού 20 τ.μ. (4x5μ), γεμάτη με οικιακό εξοπλισμό και τρόφιμα. Από την πτώση του τοιχίου, τμήματα εκτοξεύθηκαν και τρύπησαν το βορινό μπατικό τμήμα της οικίας των εγκαλούντων και προκάλεσαν τρεις (3) τρύπες διαστάσεων η μία 1x1 μέτρα και μικροτέρων οι άλλες δύο και μάλιστα του τοίχου της κρεβατοκάμαρας των δύο ανηλίκων παιδιών της εγκαλούσας. Οι ζημιές που προκλήθηκαν οφείλονται σε αμέλεια των δύο πρώτων κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και την λογική, και μάλιστα δεν φρόντισαν να εκδώσουν την απαιτούμενη άδεια της πολεοδομικής αρχής, για την ανύψωση του τοιχίου αντιστηρίξεως κατά 1,5 μέτρα την τοποθέτηση κάγκελων πάνω σε αυτό και το γέμισμα με χώματα της αυλής μέχρι τα τέσσερα (4) περίπου μέτρα, οπότε ο αρμόδιος πολιτικός μηχανικός που θα αναλάμβανε την εργασία αυτή, θα μπορούσε να προβεί στον απαιτούμενο έλεγχο για την εκτέλεση των προαναφερόμενων εργασιών και αν μπορεί το υπάρχον τοιχίο να αντέξει το βάρος αυτών σε οποιεσδήποτε συνθήκες και αν επικρατούσαν στην περιοχή, με αποτέλεσμα να προκληθούν οι προαναφερόμενες βλάβες οι οποίες δεν μπόρεσαν να προβλέψουν. Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια, σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων για το χρονικό διάστημα από 17-3-2001 μέχρι 31-8-2002 και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως στο διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως ορίζονται τα εξής: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχους τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατοίκους ... για το ότι: Κατά το χρονικό διάστημα από 17-3-2001 έως και 31-8-2002, στο Δ.Δ. ... του Δ. ... τέλεσαν την κάτωθι αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα, από αμέλειά τους και μάλιστα δεν κατέβαλαν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες συνθήκες με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή πείρα και λογική, αφού παρέλειψαν να προβούν στις ακόλουθες ενέργειες και προξένησαν βλάβη σε πράγματα ξένα, ακίνητα, την οποία δεν μπόρεσαν να προβλέψουν. Πιο συγκεκριμένα, σε τοιχίο αντιστήριξης από σκυρόδεμα, ύψους 3-3,50 μέτρων, μήκους 20 μέτρων και πάχους 0,25 μέτρων, τοποθέτησαν πάνω σε αυτό τσιμεντόλιθους ύψους ενός και μισού μέτρου με σιδερένια κάγκελα, προσαυξάνοντας το ύψος του και μπαζώνοντας το επιπλέον, χωρίς να έχουν άδεια Πολεοδομίας και χωρίς να φροντίσουν ώστε η κατασκευή να είναι ανθεκτική και με ισχυρό οπλισμό με την βοήθεια του αρμόδιου πολιτικού μηχανικού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα στις 31-8-2002, κατά τη διάρκεια δυνατής νεροποντής, το τοιχίο να καταρρεύσει και παρασύροντας τόνους λάσπης και να καταπλακώσει δύο πορτοκαλιές, μία βερυκοκιά και μία κρεβατίνα, ζαρντινιέρες, γλάστρες, καθώς και μία αποθήκη, εμβαδού 20 τ.μ., γεμάτη με οικιακό εξοπλισμό και τρόφιμα. Από την πτώση του ιδίου αυτού τοιχίου, δε, τμήματά του εκσφενδονίστηκαν ανοίγοντας οπές στον τοίχο του ακινήτου των παραπάνω μηνυτών, διαστάσεων 1 τ.μ. οι δύο και μικροτέρων οι άλλες δύο, στο σημείο ακριβώς που βρίσκονταν τα κρεβάτια των δύο παιδιών των τελευταίων ... και ..., ειδικότερα δε στο σημείο πάνω στα προσκέφαλά τους". Μετά από αυτά, το Δικαστήριο καταδίκασε τους κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών τον καθένα.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν το έγκλημα της κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια για το οποίο καταδίκασε τους κατηγορουμένους. Συγκεκριμένα ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αναφέρει, αφενός ότι από την κατάρρευση του τοιχίου μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε έννομα αγαθά ευρύτερου αριθμού προσώπων ανεπίδεκτου καθορισμού εκ των προτέρων και αφετέρου ότι οι κατηγορούμενοι με τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες μπορούσαν να προβλέψουν και αποφύγουν το ανωτέρω αξιόποινο αποτέλεσμα. Τα ανωτέρω στοιχεία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση τόσο του κοινού κινδύνου όσο και της αμέλειας των κατηγορουμένων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 127/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκιδική).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινώς επικίνδυνη βλάβη από αμέλεια (άρθρο 273, 274 του ΠΚ). Στοιχεία του εγκλήματος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν αφενός ότι από την πράξη των κατηγορουμένων μπορούσε να προκύψει κοινώς κίνδυνος, δηλαδή κίνδυνος σε έννομα αγαθά ευρύτερου αριθμού προσώπων, ανεπίδεκτου καθορισμού εκ των προτέρων και αφετέρου ότι οι κατηγορούμενοι με τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες μπορούσαν να προβλέψουν και αποφύγουν τα αξιόποινα αποτελέσματα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βλάβη κοινώς επικίνδυνη.
| 0
|
Αριθμός 2499/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1095/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 349/23.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1.- Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 1051/7-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως πέντε (5)ετών για κατ' εξακολούθηση διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα (άρθρα 42§1, 98, 372§1 και 374 περίπτωση ε του Π.Κ), εκθέτω τα ακόλουθα.
2.- Κατά το άρθρο 504 παρ.1 του Κ.Π.Δ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (αρ. 370)". Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται για το λόγο ότι, εφόσον παρέχεται στον κατηγορούμενο ακόμη διαδικαστικό στάδιο στα δικαστήρια της ουσίας να προβάλλει τις αντιρρήσεις του, οφείλει καταφύγει σ' αυτά σε πρώτη φάση και όχι στον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν είναι τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας (Καρράς Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο δεύτερη έκδοση 1998. σελ.819).Έτσι δεν επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης εναντίον εκκλητής αποφάσεως, έστω και αν έγινε τελεσίδικη, γιατί παρήλθε η προθεσμία της έφεσης (Α.Π 1261/1994 Ποιν. Χρον ΜΔ 1135, ούτε όταν η προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη με παραίτηση από την έφεση που υπέβαλε εναντίον της ο αναιρεσείων, ούτε όταν η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, επειδή η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως ανυποστήρικτη (Α.Π 1503/1984 Ποιν Χρον. ΛΕ 477). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο.
3.- Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία o αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως πέντε (5)ετών για κατ' εξακολούθηση διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα ( άρθρα 42§1, 98, 372§1 και 374 περίπτωση ε του Π.Κ) . Κατά της αποφάσεως αυτής η οποία ήταν εκκλητή, άσκησε αυτός αφ' ενός μεν την υπ' αριθμ. 1050/7-7-2009 έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κατά την δικάσιμο της 8-9-2010, αφ' ετέρου δε την κρινόμενη υπ' αριθμ. 1051/7-7-2009 αίτηση αναιρέσεως.
4.- Επειδή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως η οποία υπόκειται σε έφεση και ως εκ τούτου μη υποκείμενης σε αναίρεση, επιβάλλεται το δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1,2, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ .
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω
Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 1051/7-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και
Β.- Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ. "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε την διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 εδ. στ' ΚΠοινΔ εκείνος που καταδικάστηκε έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ως συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, ανεξαρτήτως εάν η επιτρεπομένη έφεση δεν ασκήθηκε και παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προθεσμία για την άσκησή της, ή εάν ασκήθηκε και απορρίφθηκε είτε για τυπικούς, είτε για ουσιαστικούς λόγους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 860 /2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση σε ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως πέντε (5) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται έφεση, κατά την διάταξη του άνω άρθρου 489 παρ. εδαφ. στ' του ΚΠοινΔ, αφού η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή υπερβαίνει το ελάχιστον των δύο ετών για το ανωτέρω κακούργημα.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, υποκείμενη κατά την έκδοσή της σε έφεση, δεν υπόκειται σε αναίρεση και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκούμενη εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επίσημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 34/25-6-2009 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2498/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημα του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - αιτούσας Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, κατά της υπ' αριθ. 10/2009 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας. Ο Εισαγγελέας Εφετών Κερκύρας, με την ως άνω διάταξη του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτήν και η αναιρεσείουσα - αιτούσα, ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.7.2009 αίτηση της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή με αριθμό 290/ 17.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων την από 10-7-2009 "προσφυγή" της Χ1, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμωμένη, κατά της υπ' αριθμ. 10/2009 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 462 Κ.Π.Δ., τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα στην ποινική διαδικασία κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, εκτός από όσα ορίζονται με ειδικές διατάξεις του Κώδικα, είναι η έφεση και η αίτηση αναιρέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 47 § 1 του ιδίου Κώδικα, ο εισαγγγελέας (πλημμελειοδικών) εξετάζει την έγκληση που έλαβε και, αν κρίνη ότι αυτή δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, την απορρίπτει με αιτιολογημένη διάταξή του, η οποία επιδίδεται στον εγκαλούντα. Κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου, αν ενεργήθηκαν προκαταρκτική εξέταση ή ανακριτικές πράξεις, κατά το άρθρ. 243 § 2 ή ένορκη διοικητική εξέταση και ο εισαγγελέας κρίνει ότι δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της ποινικής δίωξης, ενεργεί όπως στην προηγουμένη παράγραφο. Τέλος, κατά το άρθρ. 48 Κ.Π.Δ., ο εγκαλών μπορεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την επίδοση της διατάξεως του εισαγγελέα κατά τις παραγρ. 1 και 2 του προηγουμένου άρθρου να προσφύγη στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών κατά της διατάξεως του εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Αν ο Εισαγγελέας Εφετών δεχθή την προσφυγή, διατάσσει τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών να ασκήση ποινική δίωξη.
Όμως, ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε από καμία άλλη γενική ή ειδική διάταξη του νόμου προκύπτει ότι η επί της απορριπτούσης την έγκληση διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών εκδιδομένη από τον Εισαγγελέα Εφετών διάταξη υπόκειται εις ένδικο μέσο ή βοήθημα (ΑΠ 602/2004, εις Ποιν.Δικ./2004/885, ΑΠ 1457/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/249). Επομένως, η υπό κρίση "προσφυγή" της Χ1, ως αίτηση αναιρέσεως εκτιμωμένη, κατά της υπ'αριθμ. 10/2009 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας, διά της οποίας απερρίφθη η προσφυγή αυτής, κατά της υπ'αριθμ. 11/2009 διατάξεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Κερκύρας, απορριψάσης την από 3-8-2007 έγκλησή της κατά του ..., μη προβλεπομένη, κατά τα προεκτεθέντα, από τον νόμο, είναι απαράδεκτη. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή αυτή και να καταδικασθή η "προσφεύγουσα" αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα, κατ'άρθρ. 476 § 1 και 583 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή, ως απαράδεκτη, η από 10-7-2009 "προσφυγή", εκτιμωμένη ως αίτηση αναιρέσεως, της Χ1, κατά της υπ'αριθμ. 10/2009 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Κερκύρας. Και
Να καταδικασθή η αναιρεσείουσα εις τα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή για τους λόγους που εκτίθενται στην ανωτέρω Εισαγγελική πρόταση, για το ότι δηλαδή, δεν προβλέπεται από καμία διάταξη νόμου το ένδικο μέσο της προσφυγής - αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών, που απορρίπτει προσφυγή του πολιτικώς ενάγοντος κατά διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, στους οποίους, γινόμενους δεκτούς, ως ορθούς, νόμιμους και βάσιμους, το παρόν Συμβούλιο, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, αναφέρεται, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, αφού δεν παρέχεται, κατά νόμο, δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά των Εισαγγελικών διατάξεων και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε, καίτοι ειδοποιήθηκε η ιδία, δια του γραμματέως, να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις της στο Συμβούλιο τούτο, (άρθρο 476 παρ.1 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2009 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αρ. 10/2009 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Κερκύρας. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Είναι απαράδεκτη αναίρεση κατά διατάξεως Εισαγγελέα Εφετών που απορρίπτει προσφυγή του πολιτικώς ενάγοντος κατά διατάξεως Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, διότι δεν προβλέπεται από το νόμο τέτοιο ένδικο μέσο.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 2496/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Αναγνώστου, για αναίρεση της 22382/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 16 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1034/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476παρ.1, 509 παρ.1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο υπόμνημα. Ειδικότερα, για το ορισμένο των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Δ' ΚΠΔ λόγων αναίρεσης για: α')απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, β')σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και γ') έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζονται με την αίτηση αναίρεσης σε τι συνίσταται η απόλυτη ακυρότητα, η σχετική ακυρότητα η οποία δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173, 174 ΚΠΔ και η έλλειψη αιτιολογίας, δηλαδή ποιες είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 19/2001 και 2/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ'αριθ. 48/1-6-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος πλήττεται η υπ'αριθ 22382/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ως απαράδεκτη, αιτιώμενος: "1.Απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (171παρ.1δ' ΚΠΔ). 2.Σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (170 παρ.2 ΚΠΔ). 3. Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση που επιβάλλει το Σύνταγμα". Όμως, μ' αυτό το περιεχόμενο, οι άνω λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιγραφή του κειμένου της άνω διατάξεως, του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α', Β', και Δ' ΚΠΔ, είναι ασαφείς και εντελώς αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν προσδιορίζονται σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και αιτιάσεις, σε σχέση με την απόρριψη της εφέσεως του ως απαράδεκτης.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, όπως και οι από 16-11-2009 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, προϋπόθεση του παραδεκτού των οποίων είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2002) και να καταδικασθεί ο αναίρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-2009 αίτηση και τους από 16-11-2009 προσθέτους λόγους του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 22382/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι(220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β' και Δ' του ΚΠΔ.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 1
|
Αριθμός 2489/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 69/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενο τον Ψ1.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.5.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 827/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 248/15.7.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας την υπ'αρ. 4/20-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 69/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο επικυρώθηκε το 87/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για τις πράξεις (α) της πλαστογραφίας από κοινού κατ'εξακολούθηση, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους προς βλάβη τρίτου, συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ, που φέρεται να τέλεσε στη Ρόδο τα έτη 1999 και 2000, (β) απλής συνέργειας σε απάτη κατ'εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, που φέρεται να τέλεσε στη Ρόδο τα έτη 1999 και 2000, και (γ) κακουργηματικής εκβίασης κατ'εξακολούθηση, με απειλή βλάβης της επιχείρησης άλλου, από πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ'επάγγελμα, που φέρεται να τέλεσε στη Ρόδο στις 30/10/2000, στις 30-12-2000 και τον Ιανουάριο του 2001, και εκθέτω τα εξής:
Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με το άρθρου 41 παρ. 1 ν.3160/2003, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση βουλεύματος που παύει προσωρινώς ή οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη (Α.Π. 875/2006 Ποιν Δικ 2006 σελ. 1233 κ.ά.). Κατ' ακολουθίαν είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως του ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντος κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος, που απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του ως άνω κατηγορουμένου.
Επειδή εν όψει αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω:
(Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αρ. 4/20-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 69/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και (Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα νόμιμα δικαστικά.
Αθήνα 12 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 463 ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Από την διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003, ισχύοντος κατά το άρθρο 61 αυτού από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 30 Ιουνίου 2003 (ΦΕΚ Α' 165), ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που τον παραπέμπει να δικασθεί στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Αντίθετα, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται, από της άνω ημερομηνίας ισχύος του ν. 3160/2003 και εφεξής, να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος που παύει προσωρινώς ή οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου ή αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, κατά των οποίων δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη υπ' αριθ. 4/20.5.2009 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 69/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο είχε απορριφθεί η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του 87/2008 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου. Η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, ως δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την προδικασία, ασκήθηκε την 20.5.2009, δηλαδή μετά την ισχύ του ν. 3160/2003. Κατά την ρύθμιση του νόμου αυτού, όπως προαναφέρθηκε, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα αναιρέσεως του βουλεύματος, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η ασκηθείσα εκ μέρους του έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του εγκαλουμένου για τις κακουργηματικές πράξεις που του αποδίδονταν. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, καθόσον η θέσπιση από μέρους του Εθνικού νομοθέτη περιορισμών ή εξαιρέσεων στην άσκηση ενδίκων μέσων δεν είναι κατ' αρχήν ανεπίτρεπτη, πράγμα που προβλέπεται και στην παράγραφο 2 του αναφερομένου άρθρου 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, εκτός αν οι περιορισμοί αυτοί οδηγούν στην φαλκίδευση του δικαιώματος, ούτε παραβιάζεται το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντος για παροχή έννομης προστασίας, αφού διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης στα πολιτικά δικαστήρια. Κατόπιν αυτών και του ότι ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί και να εκθέσει στο Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) τις απόψεις του, κατά την σχετική επισημείωση στον φάκελλο της δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παράγραφος 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.5.2009 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση του υπ' αριθ. 69/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Απόρριψη ως απαράδεκτη αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος ασκηθείσης την 20.5. 2009 μετά την ισχύ του άρθρου 41 παρ. 1 ν. 3160/2003, που τροποποίησε το άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση του ιδίου κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά εγκαλουμένου για κακουργηματικές πράξεις, καθόσον δεν επιτρέπεται πλέον άσκηση αναιρέσεως στον πολιτικώς ενάγοντα κατά τέτοιου βουλεύματος.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2488/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 56864/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 748/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 292/17.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 32 §§ 1, 4, 138 § 2, β και 476 § 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 36/2009 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 56864/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, έφεση της κατά της 63557/06 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα.
Κατά το άρθρ. 476 § 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαρέδεκτο κ.λ.π., μεταξύ άλλων και όταν ασκείται εκπρόθεσμα.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 473 § 1 ΚΠΔ η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δεκαήμερη και, στην περίπτωση που ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την έκδοση της απόφασης, αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 24-3-2009 (βλ. σχετικό αποδεικτικό του Αστ/κα ...) ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 29 - 4 - 09, δηλαδή πολύ μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας. Είναι συνεπώς εκπρόθεσμη και θα πρέπει, για το λόγο αυτό, να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 36/2009 ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 56864/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 20 - 6 -2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 §1 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 §18 Ν.2408/1996, όταν το ειδικό μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 168 §1, 473 §1 και 507 §1 Κ.Ποιν.Δ., η προθεσμία ασκήσεως του ένδικου μέσου της αιτήσεως για αναίρεση κατά αποφάσεως, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίού που εξέδωσε την απόφαση, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από της εκδόσεώς της όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, άλλως από της νομίμου επιδόσεώς της, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 §3 Κ.Ποιν.Δ. Τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Ποιν.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εκπρόθεσμη άσκηση καθώς και των αποδεικτικών μέσων από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 56864/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της 63557/19-6-2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε αυτή για την πράξη της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών Τ.Ε.Β.Ε., σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή 150 ευρώ. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 24-11-2008, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα του άνω δικαστηρίου. Από το υπό ημερομηνία ... αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Α/Τ Ηλιούπολης ..., που είναι επίσης στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ερήμην της ήδη αναιρεσείουσας εκδοθείσης ως άνω υπ' αριθμό 56864/2008 αποφάσεως επιδόθηκε στην επί της οδού ... κατοικία της με παράδοση στη σύνοικο ενήλικη κόρη της ... στις .... Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 29-4-2009 με δήλωση του δικηγόρου Αθηνών Χαράλαμπου Κολοβού ότι ασκεί την αναίρεση αυτή ως πληρεξούσιος της ήδη αναιρεσείουσας δυνάμει της από 24-4-2009 εξουσιοδοτήσεώς της ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και η επίδοση της εν λόγω αποφάσεως εχώρησε στις 20-4-2009 μεταγενεστέρως της καταχωρίσεώς της στο κατ' άρθρο 6 §3 Κ.Ποιν.Δ. ειδικό βιβλίο η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως άρχισε την 30-4-2009 ήτοι την επομένη της επιδόσεως αντιγράφου της αποφάσεως αυτής στην ίδια. Επομένως η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε μετά την πάροδο της παραπάνω οριζόμενης από το νόμο δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στην αναιρεσείουσα. Ως λόγος για τον οποίο ασκήθηκε η άνω αίτηση αναφέρεται στην συνταχθείσα έκθεση ότι δεν παρευρέθη στο δικαστήριο άλλα δικάστηκε ερήμην η αναιρεσείουσα, χωρίς να διαλαμβάνεται κανένα περιστατικό που να συνιστά λόγο ανωτέρας βίας ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα το οποίο να κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της ούτε τα αποδεικτικά μέσα για τα περιστατικά αυτά. Προκύπτει, ακόμη, από σχετική σημείωση του γραμματέα της Εισαγγελίας στο φάκελο της δικογραφίας, ότι ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος δικηγόρος της αναιρεσείουσας που αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως να προσέλθει στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς της ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2009 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 56864/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσης με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη, ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση στην αναιρεσείουσα της ερήμην της εκδοθείσης αποφάσεως που απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ως ανυποστήρικτη.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2487/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ1 που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 21/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 324/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 196/21.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την από 18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο, με την ιδιότητά του ως πολιτικώς ενάγοντα και στρέφεται κατά του αριθμ. 21/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 482 παρ. 1 περ. Β ΚΠΔ, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (3-6-2003), ο πολιτικώς ενάγων είχε δικαίωμα, με τους όρους του άρθρου 480 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τούτο (α) έπαυε προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου και β) αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία εναντίον του η κήρυσσε την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση όμως του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 δεν προβλέπεται πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων στον πολιτικώς ενάγοντα (ΑΠ 1263/2006, ΑΠ 1760/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα.
Τέλος, από το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται.
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας απορρίφθηκε στην ουσία της η από 14-7-2008 με αριθμό 25/2008 έφεση του πολιτικώς ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, κατά του αριθμ. 242/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου Ψ1 για την πράξη της πλαστογραφίας με σκοπό το όφελος άνω των 73.000 ευρώ και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων Ψ1 και Ψ2 για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία με σκοπό το όφελος άνω των 73.000 ευρώ.
Ενόψει αυτών η κρινόμενη αναίρεση του πολιτικώς ενάγοντος αναιρεσείοντος κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος είναι απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά βουλεύματος, για το οποίο δεν προβλέπεται το ένδικο μέσο της αναίρεσης, και πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1, 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 18-2-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ..., κατά του αριθμ. 21/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 16 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ "Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα" κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 §1 του ίδιου Κώδικα "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο ...". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκησή της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και, επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα τούτο. Τέτοια περίπτωση, είναι και η από μέρους του πολιτικώς ενάγοντος άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, (το οποίο απορρίπτει στην ουσίας της ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντος) καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν παρέχεται αυτή η δυνατότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1/18-2-2009 αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Χ1, προσβάλλεται το υπ' αριθ. 21/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία η υπ' αριθ. 25/2008 έφεση του αναιρεσείοντος πολιτικώς ενάγοντος κατά του υπ' αριθ. 242/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο έπαυσε οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος των Ψ1 και Ψ2 για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία σε βαθμό κακουργήματος, συνάμα δε, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του Ψ1 για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος. Η άνω αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος, ο δε αναιρεσείων έχει την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και δεν δικαιούται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να ασκήσει το άνω ένδικο μέσο. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476 ΚΠΔ) για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει της απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 §1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ) όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 1/17-2-2009 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθ. 21/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος από πολιτικώς ενάγοντα.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 2484/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κοινοπραξία με την επωνυμία "GA FERRIES", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 267/2009. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, με αριθμό 295/17-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 2/9-2-2009 αίτηση αναίρεσης των : 1) Χ1, κατοίκου ..., οδός ..., αρ. ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ...και 4) Χ4, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο και από το δικηγόρο Ρόδου Εμμανουήλ Κουτσούκο δυνάμει της προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδότησης από την δευτέρα και στρέφεται κατά του με αριθμό 3/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Δωδεκάνησου, με το με αριθμό 217/2003 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Δωδεκανήσου τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι υπεξαίρεσης από κοινού αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, πράξη που φέρονται ότι τέλεσαν στη ... στις 4/7/2001. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 87/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεσή τους, επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες άσκησαν αναίρεση, η οποία εγένετο δεκτή, το βούλευμα αυτό αναιρέθηκε, με την με αριθμό 1450/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο. Μετ' αναίρεση εκδόθηκε το με αριθμό 3/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε στην ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες, με την κρινόμενη αίτησή τους, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 30/1/2009 και αυτοί άσκησαν την αίτηση αναίρεσης στις 9/2/2009, ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, συνετάγη δε από εκείνου, η με αριθμό 2/2009 έκθεση, στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο το ένδικο αυτό μέσο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά συνέπεια ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί ο πλοσβαλλόμενος αναιρετικός λόγος.
ΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγω αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, από το άρθρο 175 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 ΚΠΔ, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνώμη των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως όταν δεν αποδέχεται τα προκύψαντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Ακόμη, εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες αντίθετες κατά περιεχόμενο, το συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την υποδοχή της μίας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του. (βλ. ΑΠ1198/2003 Πραξ. Λόγος 2003 - σελ. 527, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ ΝΓ' - σελ. 536, ΑΠ 1612/1995 ΠΧ' ΜΣΤ - σελ. 1026). Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ' ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τ' ανωτέρω στοιχεία, με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. (βλ. ΑΠ 67/2006 ΠΧ ΝΣΤ 697, ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΕ 795).
ΙΙΙ) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετείου Δωδεκανήσου που το εξέδωσε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων των δύο νομίμων εκπροσώπων της πολιτικώς ενάγουσας κοινοπραξίας με την επωνυμία "G.A. FERRIES", με τα υπομνήματά τους, όλα τα έγγραφα, την από 11/5/2007 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου πραγματογνώμονα ..., την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των κατηγορουμένων ..., τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των εκκαλούντων κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η πολιτικώς ενάγουσα "Κοινοπραξία GA FERRIES" που εδρεύει στον ..., οδός ... αριθμ. ..., συστήθηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό στις 19.11.1992 από τις ναυτικές ανώνυμες εταιρίες ΙΚΑΡΙΑ, ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ, ΠΑΡΟΣ, ΚΑΣΟΣ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ και ΣΑΜΗ, πλοιοκτήτριες των πλοίων Ρ..., ΝΤ..., ΜΙ..., ΜΑ..., Ρ... και Δ... αντίστοιχα με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμβαλλόμενων μερών όσο αφορά την εκτύπωση, διάθεση και διανομή στα πρακτορεία των πλοίων των εισιτηρίων μεταφοράς επιβατών και σχημάτων καθώς και των φορτοαποδείξεων των πλοίων, ως και την επιμέλεια και ευθύνη είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής και της προμήθειας στα πρακτορεία και της απόδοσης των κατά νόμο εισφορών σε τρίτους. Η κοινοπραξία από την σύσταση της είχε συνεργασία με την εταιρία συμφερόντων των εκκαλούντων κατηγορουμένων, η οποία είχε τότε την επωνυμία "Στ. Ψυλλάκη Ε.Ε" και η οποία μετατράπηκε μετά το έτος 1994 σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τουριστικές Εμπορικές Ναυτιλιακές Επιχειρήσεις Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΔΩΝ TOURS AND SHIPPING AGENCY", στην οποία ο α' εκκαλών ήταν πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, η β' εκκαλούσα αντιπρόεδρος του ΔΣ και οι γ' και δ' εκκαλούντες μέλη του ΔΣ. Η κοινοπραξία είχε αναθέσει την κεντρική πρακτόρευση των παραπάνω πλοίων της, τα οποία εκτελούσαν πλόες από ... προς ... και αντίστροφα στην εταιρία συμφερόντων των εκκαλούντων, η οποία συνίστατο: α) στην έκδοση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων, β) στην έκδοση φορτοαποδείξεων και γ) στην για λογαριασμό της κοινοπραξίας διαχείριση των εισιτηρίων, τα οποία διατίθεντο σε ολόκληρη τη ... και τους νηοπράκτορες. Η μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία μέχρι τον Δεκέμβριο 1999 ήταν προφορική και προέβλεπε ότι η εταιρία συμφερόντων των εκκαλούντων θα λάμβανε ως προμήθεια ποσοστό 12% για τα εισιτήρια επιβατών, οχημάτων και φορτωτικών, ενώ από τις πωλήσεις εισιτηρίων σε άλλα πρακτορεία θα λάμβανε ποσοστό προμήθειας 8%. Με βάση την από 21.12.1999 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης που καταρτίστηκε μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας συμφερόντων των εκκαλούντων "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι πέτυχαν συμφερότερους όρους και συγκεκριμένα αύξησαν το ποσοστό προμήθειας της εταιρίας "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" σε ποσοστό 14% επί του καθαρού ναύλου των επιβατών, IX οχημάτων και φορτοαποδείξεων, εκ των οποίων οι νηοπράκτορες θα λαμβάνουν 12% και ποσοστό 10% επί του καθαρού ναύλου των εισιτηρίων φορτηγών οχημάτων και διαφόρων μηχανημάτων που πωλεί ο πράκτορας. Ωστόσο η σύμβαση αυτή διήρκησε μέχρι την 7.4.2000, οπότε και λύθηκε με το από 7.4.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης αλλά συνεχίστηκε η πρακτόρευση των πλοίων της κοινοπραξίας από την εταιρία "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" με βάση τους όρους της αρχικής προφορικής συμφωνίας. Λόγω του ότι η ΑΕ συμφερόντων των κατηγορουμένων καθυστερούσε την εξόφληση οφειλών της προς την κοινοπραξία, στις 3.7.2001 η τελευταία απέστειλε δύο επιστολές με FAX προς την εταιρία "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε", ζητώντας από τους εκκαλούντες κατηγορούμενους νόμιμους εκπροσώπους και διαχειριστές της, να δηλώσουν αμέσως τον τρόπο της ρύθμισης του συνόλου των οφειλών της παραπάνω Α.Ε. απέναντι στην κοινοπραξία, με σκοπό την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση τους, δηλώνοντας ότι αλλιώς θα προχωρήσει στην απενεργοποίηση του κωδικού της Α.Ε, δηλαδή στην ανάκληση πρακτόρευσης εκ μέρους της Α.Ε των πλοίων της κοινοπραξίας. Λόγω του ότι οι εκκαλούντες δεν απάντησαν εγγράφως στο αίτημα της κοινοπραξίας, στις 4.7.2001 η κοινοπραξία διέκοψε την συνεργασία της με την Α.Ε. και απενεργοποίησε τον κωδικό της. Ακολούθως οι εκκαλούντες με την από 6.7.2001 εξώδικη δήλωση της Α.Ε. συμφερόντων τους, προς την κοινοπραξία, την οποία υπέγραφε ο Χ1, αρνήθηκαν ότι υπάρχουν εκκρεμείς οικονομικές υποχρεώσεις προς την κοινοπραξία, δηλαδή αρνήθηκαν ότι οφείλονται χρήματα. Η κοινοπραξία άσκησε εναντίον της εταιρίας "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" την από 16.11.2001 και με αριθμ. κατάθεσης δικογράφου 654/2001 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ζητώντας να υποχρεωθεί να της καταβάλει ως οφειλόμενα κονδύλια το συνολικό ποσό των 72.521.780 δρχ. ή 212.829,87 ευρώ, δίχως μέχρι την άσκηση της έφεσης να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση. Στις 8.2.2002 οι μάρτυρες ... και ... ενεργώντας ως νόμιμοι εκπρόσωποι της κοινοπραξίας υπέβαλλαν κατά των ..., που αποτελούσαν το ΔΣ της παραπάνω Α.Ε, την από 30.1.2002 για υπεξαίρεση συνολικού ποσού 72.143.412 δραχμών, βάσει της οποίας σχηματίσθηκε η παρούσα δικογραφία. Με το υπ' αριθμ. 48/2004 βούλευμα του το Ιούλιο Εφετών Δωδεκανήσου διέταξε την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης μετά από σχετικό αίτηματων εκκαλούντων κατηγορουμένων, προκειμένου, αφού τεθούν υπόψη του πραγματογνώμονα οι λογιστικές καταστάσεις, τα λογιστικά στοιχεία και κάθε άλλο επικαλούμενο από τους διαδίκους κρίσιμο έγγραφο να προβεί στην οικονομική αποτίμηση των εργασιών της εταιρίας συμφερόντων των εκκαλούντων σε σχέση με την πρακτόρευση των πλοίων της κοινοπραξίας και να αποφανθεί αν υπάρχει ή όχι απαίτηση της κοινοπραξίας, προσδιορίζοντας, στην περίπτωση που υπάρχει και το ύψος αυτής. Ως πραγματογνώμων ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 9/2006 διάταξη του Ανακριτή του Β' Ανακριτικού Τμήματος Πρωτοδικείου Ρόδου ο οικονομολόγος ..., ο οποίος διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη και κατέθεσε στον ίδιο Ανακριτή την από 11.5.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο ... ορίστηκε επίσης πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 130/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στην πολιτική υπόθεση επί της παραπάνω αγωγής της κοινοπραξίας. Η πολυσέλιδη έκθεση πραγματογνωμοσύνης περιλαμβάνεται σε τρεις τόμους, είναι αιτιολογημένη και έχει συνταχθεί βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και κανόνων της ελεγκτικής επιστήμης. Ο πραγματογνώμων εστίασε την ερευνά του στα εξής έντεκα θέματα, στα οποία διαφωνούσαν οι εκκαλούντες με την κοινοπραξία, βάσει των διαλαμβανόμενων στην 6η σελίδα της έκθεσης του λογιστή της παραπάνω Α.Ε ..., την οποία προσκόμισαν οι εκκαλούντες, ισχυριζόμενοι ότι όχι μόνο δεν οφείλει η Α.Ε συμφερόντων τους αλλά αντίθετα ότι έχει απαίτηση κατά της κοινοπραξίας ύψους 21.847.189 δραχμών. Ειδικότερα τα έντεκα θέματα, σύμφωνα με την έκθεση του λογιστή ... είναι τα εξής:
1. Διαφορά στο υπόλοιπο της 31.12.1999 ύψους 27.452.361 δρχ.
2. Χρεώσεις (πληρωμές) έτους 2000 που δεν εμφανίζονται στην καρτέλα ύψους 12.365.814 δρχ.
3. Χρεώσεις (πληρωμές) έτους 2001 που δεν εμφανίζονται στην καρτέλα ύψους 3.008.225 δρχ.
4. Επιστρεφόμενες επιταγές έτους 2000 ύψους 14.204.214 δρχ.
5. Επιστρεφόμενες επιταγές έτους 2001 ύψους 1.080.475 δρχ.
6. Αναπόδοτα εισιτήρια έτους 2000 (ΜΗ ΑΠΟΔΕΚΤΑ) ύψους 3.822.361 δρχ.
7. Διαφορά προμηθειών έτους 2001 ύψους 3.659.931 δρχ.
8. Άκυρα και αντικατασταθέντα εισιτήρια ύψους 6.990.172 δρχ.
9. Υπόλοιπα πρακτορείου ... ύψους 534.224 δρχ.
10. Υπόλοιπο μεταφορικών εταιριών ύψους 19.841.278 δρχ.
11. Λιμενικά τέλη Μαΐου 2001 ύψους 1.409.914 δρχ.
ΣΥΝΟΛΟ 94.368.969 δρχ.
Σύμφωνα με την παραπάνω αγωγή, το ύψος της οφειλής της Α.Ε ανερχόταν στο ποσό των 72.521.780 δραχμών. Με βάση τον παραπάνω πίνακα, η Α,Ε διεκδικούσε την μείωση του κατά το παραπάνω ποσό των 94.368.969 δρχ. με αποτέλεσμα αντί για οφειλή να προκύπτει κατά την Α.Ε, απαίτηση της ύψους 21.847.189 δρχ. έναντι της κοινοπραξίας (94.368.969 - 72.521.780). Κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όσο αφορά: 1) Το πρώτο θέμα. Το ποσό των 27.452.361 δρχ. αποτελούσε την μοναδική διαφορά μεταξύ της ΑΕ και της κοινοπραξίας, στο υπόλοιπο της 31.12.1999 και αφορούσε στα δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, εσόδων προμήθειας της Α.Ε (υπ' αριθμ. .../10.1.2000 δρχ. 3.451.465 και .../28.2.2001 δρχ. 24.000.895) τα οποία, σύμφωνα με την Α.Ε, χρεώθηκαν στην καρτέλα της αντί να πιστωθούν. Ο έλεγχος κατέδειξε ότι το ποσό των 27.452.361 δραχμών πιστώθηκε στις καρτέλες της Α.Ε και δεν χρεώθηκε επομένως δεν τίθεται θέμα απαίτησης του ποσού αυτού από την Α.Ε. Δεν περιλαμβάνεται όμως στην έκθεση του λογιστή ... το ποσό των 26.806.512 δραχμών το οποίο αφορά σε εννέα συνολικά αποδείξεις πληρωμής προς την κοινοπραξία, έκδοσης της Α.Ε. Οι συγκεκριμένες αποδείξεις δεν φέρουν υπογραφή από τον φερόμενο ως εισπράζοντα, δηλαδή την κοινοπραξία, πλην μίας, στην οποία όμως δεν δηλώνεται ούτε το όνομα, ούτε η ιδιότητα του υπογράψαντος, με συνέπεια να μην μπορεί να ταυτοποιηθεί η υπογραφή, ουδεμία από αυτές είχε καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της κοινοπραξίας και η τελευταία αρνήθηκε την είσπραξη των αναφερομένων σ' αυτές ποσών, συνολικού ύψους 26.806.512 δραχμών. Τα χρηματικά ποσά των αποδείξεων δεν είχαν κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό. Επομένως δεν είναι δυνατόν να αφαιρεθεί από το ποσό των 27.452.361 δραχμών το ποσό των 26.806.512 δραχμών, ώστε να προκύψει υπόλοιπο 645.849 δρχ., όπως αντίθετα υποστηρίζει ο πραγματογνώμων και συνεπώς δεν πρέπει να μειωθεί η τελική οφειλή της Α.Ε κατά το ποσό των 645.849 δρχ., όπως αντίθετα αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη. 2) Το δεύτερο θέμα. Δεν τίθεται ζήτημα απαίτησης από την Α.Ε του ποσού των 12.365.814 δραχμών. Ειδικότερα το παραπάνω ποσό αποτελεί σύνολο δώδεκα (12) επιμέρους ποσών και από αυτά τα εννέα (9), συνολικού ποσού 10.914.542 δρχ., είχαν ήδη πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. Ποσό ύψους 1.150.072 δρχ. δεν μπορεί να εκπέσει νόμιμα από τα έξοδα της Α.Ε γιατί η Α.Ε προσκόμισε μία απόδειξη πληρωμής δικής της έκδοσης, η οποία δεν έφερε υπογραφή από τον φερόμενο είσπράζοντα, δηλαδή την κοινοπραξία, ούτε μπορεί να πιστοποιηθεί με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, η δε κοινοπραξία αρνήθηκε την είσπραξη του ποσού αυτού, για το ποσό των 301.200 δραχμών, δεν προσκόμισε η Α.Ε τα αναγκαία παραστατικά. 3) Το τρίτο θέμα. Το συνολικό ποσό των 3.008.225 δρχ. αποτελείται από εννέα (9) ποσά και από αυτά τα έξι (6) συνολικού ποσό 2.835.955 δρχ. έχουν ήδη .στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. Ποσό ύψους 91.500 δρχ. δεν δικαιούται η Α.Ε να το απαιτήσει, αφού ουδέποτε τα σχετικά ακυρωθέντα εισιτήρια χρεώθηκαν στην καρτέλα της Α.Ε. Το υπόλοιπο ποσό ύψους 80.800 δρχ. δικαιούται να το απαιτήσει η Α. Ε. αφού προσκόμισε τα νόμιμα παραστατικά. 4) Το τέταρτο θέμα. Από το σύνολο των δώδεκα (12) επιταγών, με ημερομηνίες έκδοσης από 17.3.2000 έως 18.12.2000, συνολικού ποσού 14.204.214 δραχμών, μόνο το ποσό των 164.759 δρχ. δικαιούται να απαιτήσει η Α.Ε, γιατί τα ποσά των υπολοίπων επιταγών έχουν ήδη πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. 5) Το πέμπτο θέμα. Πρόκειται για δύο επιταγές συνολικού ποσού 1.080.475 δρχ. οι ποίες είχαν εκδοθεί σε διαταγή της Α.Ε και στην συνέχεια οπισθογραφήθηκαν και διαβιβάστηκαν στην κοινοπραξία, πλην όμως βρέθηκαν ακάλυπτες και επιστράφηκαν στην Α.Ε και χρεώθηκε η καρτέλα της, ώστε να φαίνεται η απαίτηση και συνεπώς δεν τίθεται θέμα απαίτησης από την Α.Ε του παραπάνω ποσού, αφού αυτό έχει ορθά χρεωθεί στην καρτέλα της. 6) Το έκτο θέμα. Το ποσό των 3.822.361 δρχ. αφορά εισιτήρια τα οποία χρεώθηκαν στην Α,Ε με συμπληρωματικό δηλωτικό δελτίο, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθεί αν πράγματι τα εισιτήρια αυτά είναι αναπόδοτα (μη αποδεκτά) και αν ορθά έγινε η χρέωση του παραπάνω ποσού στην καρτέλα της Α.Ε από την κοινοπραξία. 7) Το έβδομο θέμα. Η Α.Ε δικαιούται να απαιτήσει το ποσό των 3.670.688 δρχ., αντί του μικρότερου ποσού 3.659.931 δρχ., το οποίο η ίδια εσφαλμένα εκτίμησε, για την τακτοποίηση των προμηθειών της του έτους 2001, η δε κοινοπραξία αναγνωρίζει και αποδέχεται την παραπάνω χρέωση. 8) To όγδoo θέμα. To ποσό των 6.990.172 δρχ. αφορά εισιτήρια των ετών 2000 και 2001, τα οποία ακυρώθηκαν και σε αντικατάσταση αυτών εκδόθηκαν νέα, με τα οποία ταξίδεψαν οι επιβάτες ή και τα οχήματα. Όλα τα παραπάνω εισιτήρια έχουν ήδη πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. Επομένως δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη της συγκεκριμένης απαίτησης από την Α.Ε. 9) Το ένατο θέμα. Το ποσό των 534.224 δρχ. πρόκειται για το λογιστικό υπόλοιπο το οποίο παρουσιάζεται στις καρτέλες της Α.Ε από την συνεργασία της με τον υποπράκτορα της ..., ο οποίος διέκοψε την δραστηριότητα του στον κλάδο αυτό το έτος 2000. Το παραπάνω λογιστικό υπόλοιπο στην καρτέλα της Α.Ε δεν μπόρεσε να διασταυρωθεί, ελλείψει επαρκών στοιχείων. 10) Το δέκατο θέμα. Το ποσό των 19.481.278 δρχ. πρόκειται για το άθροισμα των λογιστικών υπολοίπων, τα οποία παρουσιάζονται στις καρτέλες της Α.Ε από την συνεργασία της με διάφορα γραφεία μεταφορικών εταιριών. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι το άθροισμα των λογιστικών υπολοίπων είναι μικρότερο και ανέρχεται στο ποσό των 17.149.148 δρχ.. 11) Το εντέκατο θέμα. Δεν τίθεται θέμα απαίτησης από την Α.Ε του ποσού των 1.409.914 δρχ. των λιμενικών τελών, αφού το συγκεκριμένο ποσό έχει κανονικά πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζεται σ' αυτή, αφού έχει συμπεριληφθεί σε μεγαλύτερο ποσό λιμενικών τελών ύψους 6.210.538 δρχ. Όσο αφορά την κρουαζιέρα από ... προς ..., η οποίος πραγματοποιήθηκε το Πάσχα του 2001 με το F/B ΜΑ... από τον έλεγχο προέκυψε ότι δεν τίθεται ζήτημα απαίτησης κανενός ποσού από την Α.Ε. Κατά την πραγματογνωμοσύνη, από το υπόλοιπο το αναφερόμενο στις λογιστικές καρτέλες της Α.Ε, τις οποίες τηρούσε η κοινοπραξία, ύψους 72.192.612 δρχ., κατά την λήξη της συνεργασίας της Α.Ε με την κοινοπραξία, αφού ήδη υπολογίστηκε και αφαιρέθηκε η σχετική προμήθεια, αφού αφαιρεθούν τα παρακάτω ποσά, προκύπτει υπόλοιπο 67.630.516 δρχ., το οποίο είναι το τελικό ύψος της οφειλής της Α.Ε, προς απόδοση στην κοινοπραξία. Υπόλοιπο 72.196.612 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 1 645.849 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 3 80.800 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 4 164.759 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 7 3.670.688 δρχ. Νέο Υπόλοιπο 67.630.516 δρχ. Όμως, όπως έχει προεκτεθεί, δεν πρέπει να αφαιρεθεί από το υπόλοιπο το ποσό των 645.849 δρχ. του πρώτου θέματος, με συνέπεια να προκύπτει ως νέο υπόλοιπο το ποσό των 68.276.365 δρχ. Ακολούθως, από το παραπάνω ποσό των 68.276.365 δρχ. πρέπει να αφαιρεθούν περαιτέρω και τα εξής ποσά: α) του έκτου θέματος, 3.822.361 δρχ, για τα αναπόδοτα εισιτήρια έτους 2000, επειδή κατά την πραγματογνωμοσύνη δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθεί αν πράγματι τα εισιτήρια αυτά είναι αναπόδοτα και αν ορθά έγινε η χρέωση του συγκεκριμένου ποσού στην καρτέλα της Α.Ε από την κοινοπραξία με συμπληρωματικό δηλωτικό δελτίο, β) του ενάτου θέματος 534.224 δρχ., επειδή κατά την πραγματογνωμοσύνη δεν κατέστη δυνατόν να διασταυρωθεί, εκλείψει επαρκών στοιχείων το παραπάνω λογιστικό υπόλοιπο στην καρτέλα της Α.Ε του ..., γ) του δεκάτου θέματος 17.149.148 δρχ., επειδή πρόκειται για λογιστικό υπόλοιπο των μεταφορικών εταιριών κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή της Α.Ε. Επομένως η τελική οφειλή της Α.Ε προς την κοινοπραξία διαμορφώνεται ως εξής: 68.276.365 δρχ. - 3.822.361 - 534.224 - 17.149.148 = νέο υπόλοιπο 46.770.632 δρχ. ή 137.259,90 ευρώ. Το νέο υπόλοιπο σχηματίστηκε αφού υπολογίστηκε και αφαιρέθηκε η σχετική προμήθεια της Α.Ε. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, ως πράκτορες είχαν επιφορτιστεί με την σύναψη συμβάσεων μεταφοράς προσώπων και οχημάτων για λογαριασμό του μεταφορές και υποχρεούντο να αποδώσουν σ' αυτόν τον καταβαλλόμενο ναύλο, αφού προηγουμένως αφαιρούσαν την σχετική προμήθεια και ως εκ τούτο ενεργούσαν ως εντολοδόχοι του μεταφορέα, δηλαδή της κοινοπραξίας και ταυτόχρονα ως διαχειριστές, αφού είχαν την εξουσία να συνάπτουν και νομικές πράξεις για λογαριασμό του εντολέα, με εξουσία αντιπροσώπευσης της κοινοπραξίας, καθόσον είχαν την δυνατότητα διάθεσης εισιτηρίων της κοινοπραξίας σε άλλους νηοπράκτορες στην ... και να συνάπτουν δικαιοπραξίες για λογαριασμό της κοινοπραξίας. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ενώ είχαν εισπράξει για λογαριασμό της κοινοπραξίας ως εντολοδόχοι και διαχειριστές αντίτιμα ακτοπλοϊκών εισιτηρίων μεταφοράς επιβατών, οχημάτων και φορτοαποδείξεων και έπρεπε να αποδώσουν στην κοινοπραξία από το συνολικά εισπραχθέν ποσό, το παραπάνω ποσό των 46.770.632 δρχ. ή 137.257,90 ευρώ, όταν η κοινοπραξία απαίτησε στις 3.7.2001 όπως της καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, το οποίο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ και είχε εμπιστευθεί σ' αυτούς η κοινοπραξία λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών της περιουσίας της και είχε περιέλθει στην κατοχή τους, δεν το απέδωσαν μετά την από 3.7.2001 όχληση της κοινοπραξίας και την από 4.7.2001 διακοπή της συνεργασίας από την τελευταία, αλλά από κοινού το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, εκδηλώνοντας την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του παραπάνω ποσού μετά από τρεις ημέρες, στις 6.7.2001, με την από 6.7.2001 εξώδικη δήλωση της εταιρίας συμφερόντων τους προς την κοινοπραξία, με την οποία δήλωσαν ότι δεν υπάρχουν εκκρεμείς οικονομικές υποχρεώσεις προς την κοινοπραξία, δηλαδή αρνήθηκαν ότι οφείλονται χρήματα.
ΙV) Από τ' ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη της έφεσης των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 217/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, δεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι, καίτοι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία εξετίμησε για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους κρίση του, περιλαμβάνονται η έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου ... καθώς και η έκθεση του τεχνικού συμβούλου των κατηγορουμένων λογιστή ..., οι οποίες είναι αντίθετες κατά περιεχόμενο, αποδέχθηκε πλήρως τα συμπεράσματα της πρώτης, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως αιτιολογημένη και συνταχθείσα βάση γενικά παραδεκτών αρχών και κανόνων της ελεγκτικής επιστήμης, χωρίς να αιτιολογήσει για ποιό λόγο απέρριψε στο σύνολο την έκθεσης του τεχνικού συμβούλου, η οποία είναι πλήρως αντίθετη κατά περιεχόμενο χωρίς μάλιστα να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο σκεπτικό του. Με την παράλειψη αυτή όμως δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας του συμπεράσματος στο οποίο το συμβούλιο κατέληξε σε σχέση με τις δύο αντίθετες παραδοχές. Ακόμη, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων υπάρχει και η από 30/3/2001 επιστολή της εγκαλούσης κοινοπραξίας προς την δευτέρα των αναιρεσειόντων Χ2, στην οποία αναφέρεται ότι οι ταμιακές εκκρεμότητες τακτοποιήθηκαν και ανατίθεται και πάλι η πρακτόρευση του πλοίου της κοινοπραξίας "Ε/Γ - Ο/Γ Δ..." στους κατηγορούμενους (βλ. σχετική επιστολή). Η επιστολή αυτή όμως η οποία καταρρίπτει τους ισχυρισμούς της εγκαλούσης περί ιδιοποίησης του αντιτίμου των εισιτηρίων που είχαν εκδόσει για λογαριασμό της, δεν λήφθηκε υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκε από το συμβούλιο με τα άλλα στοιχεία που περιέχονται σε αυτήν. Οι πλημμέλειες αυτές όμως καθιστούν την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη, ιδρυομένου του από το άρθρο 484§ 1 στοιχ. δ', προβλεπομένων λόγω αναίρεσης. V) Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι βάσιμη κατ' ουσίαν και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίνει στο ίδιο Συμβούλιο, που το εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519 - 485 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να γίνει δεκτή η με αριθμό 2/9-2-2009 αίτηση αναίρεσή των: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, κατοίκων ..., να αναιρεθεί το με αριθμό 3/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, ενώπιον του άλλου Συμβουλίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Αθήνα 17/3/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθ. εκθ. 2/9-2-2009 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη κατά του με αριθ. 3/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο εκδόθηκε μετ'αναίρεση και με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση των τεσσάρων αναιρεσειόντων κατά του με αριθ. 217/2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, για να δικασθούν σε βαθμό κακουργήματος, για υπεξαίρεση από κοινού ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τους είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας, ( άρθρα 45, 375 παρ. 1,2 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 482 περ. α, 484 ΚΠοινΔ).
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Είναι όμως επιβεβλημένη η λήψη υπόψη υπό του δικαστηρίου και συνεκτίμηση, όλων των αποδεικτικών μέσων και, προκειμένου περί εγγράφων, όλων των εγγράφων που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν και όχι ορισμένων μόνον από αυτά, κατά παράλειψη άλλων. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο, αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσης του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις, όπως στην περίπτωση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της υπεξαιρέσεως από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Η γραφολογική αυτή πραγματογνωμοσύνη, όπως και η έκθεση του διορισθέντος από τον κατηγορούμενο τεχνικού συμβούλου εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ιδίου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτές συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδειχθέντα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Ειδικότερα, εάν υπάρχουν δύο ή περισσότερες πραγματογνωμοσύνες και εκθέσεις τεχνικών συμβούλων, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του αναφορικά με την αποδοχή της μιας εκ των δύο ή εκ των πολλών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμά του. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ιδίου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, το οποίο επικύρωσε κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο το πρωτόδικο βούλευμα, παραπέμπονται σε δίκη, με αναδιατύπωση της κατηγορίας, οι τέσσερις αναιρεσείοντες, όλοι μέλη του ΔΣ Ανώνυμης Ναυτιλιακής εταιρείας για το κακούργημα της υπεξαιρέσεως από κοινού ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη 137.257,90 ευρώ, ως εντολοδόχοι διαχειριστές της πολιτικώς ενάγουσας κοινοπραξίας, από πρακτόρευση πλοίων σε έκδοση και διαχείριση εισιτηρίων. Το Συμβούλιο Εφετών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό Εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, από 11-5-2007 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος ..., την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των κατηγορουμένων ... και τις απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : "Η πολιτικώς ενάγουσα "Κοινοπραξία GA FERRIES" που εδρεύει στον ..., οδός ... αριθμ. ..., συστήθηκε με ιδιωτικό συμφωνητικό στις 19.11.1992 από τις ναυτικές ανώνυμες εταιρίες ΙΚΑΡΙΑ, ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ, ΠΑΡΟΣ, ΚΑΣΟΣ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ και ΣΑΜΗ, πλοιοκτήτριες των πλοίων Ρ..., ΝΤ..., ΜΙ... ΜΑ..., Ρ... και ΔΗ... αντίστοιχα με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμβαλλόμενων μερών όσο αφορά την εκτύπωση, διάθεση και διανομή στα πρακτορεία των πλοίων των εισιτηρίων μεταφοράς επιβατών και σχημάτων καθώς και των φορτοαποδείξεων των πλοίων, ως και την επιμέλεια και ευθύνη είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής και της προμήθειας στα πρακτορεία και της απόδοσης των κατά νόμο εισφορών σε τρίτους. Η κοινοπραξία από την σύσταση της είχε συνεργασία με την εταιρία συμφερόντων των εκκαλούντων κατηγορουμένων, η οποία είχε τότε την επωνυμία "Στ. Ψυλλάκη Ε.Ε" και η οποία μετατράπηκε μετά το έτος 1994 σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τουριστικές Εμπορικές Ναυτιλιακές Επιχειρήσεις Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" με τον διακριτικό τίτλο "ΚΥΔΩΝ TOURS AND SHIPPING AGENCY", στην οποία ο α' εκκαλών ήταν πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύμβουλος, η β' εκκαλούσα αντιπρόεδρος του ΔΣ και οι γ' και δ' εκκαλούντες μέλη του ΔΣ. Η κοινοπραξία είχε αναθέσει την κεντρική πρακτόρευση των παραπάνω πλοίων της, τα οποία εκτελούσαν πλόες από ... προς ... και αντίστροφα στην εταιρία συμφερόντων των εκκαλούντων, η οποία συνίστατο: α) στην έκδοση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων, β) στην έκδοση φορτοαποδείξεων και γ) στην για λογαριασμό της κοινοπραξίας διαχείριση των εισιτηρίων, τα οποία διατίθεντο σε ολόκληρη τη ... και τους νηοπράκτορες. Η μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνία μέχρι τον Δεκέμβριο 1999 ήταν προφορική και προέβλεπε ότι η εταιρία συμφερόντων των εκκαλούντων θα λάμβανε ως προμήθεια ποσοστό 12% για τα εισιτήρια επιβατών, οχημάτων και φορτωτικών, ενώ από τις πωλήσεις εισιτηρίων σε άλλα πρακτορεία θα λάμβανε ποσοστό προμήθειας 8%. Με βάση την από 21.12.1999 έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης που καταρτίστηκε μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας και της εταιρίας συμφερόντων των εκκαλούντων "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι πέτυχαν συμφερότερους όρους και συγκεκριμένα αύξησαν το ποσοστό προμήθειας της εταιρίας "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" σε ποσοστό 14% επί του καθαρού ναύλου των επιβατών, IX οχημάτων και φορτοαποδείξεων, εκ των οποίων οι νηοπράκτορες θα λαμβάνουν 12% και ποσοστό 10% επί του καθαρού ναύλου των εισιτηρίων φορτηγών οχημάτων και διαφόρων μηχανημάτων που πωλεί ο πράκτορας. Ωστόσο η σύμβαση αυτή διήρκησε μέχρι την 7.4.2000, οπότε και λύθηκε με το από 7.4.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης αλλά συνεχίστηκε η πρακτόρευση των πλοίων της κοινοπραξίας από την εταιρία "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" με βάση τους όρους της αρχικής προφορικής συμφωνίας.
Λόγω του ότι η ΑΕ συμφερόντων των κατηγορουμένων καθυστερούσε την εξόφληση οφειλών της προς την κοινοπραξία, στις 3.7.2001 η τελευταία απέστειλε δύο επιστολές με FAX προς την εταιρία "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε", ζητώντας από τους εκκαλούντες κατηγορούμενους νόμιμους εκπροσώπους και διαχειριστές της, να δηλώσουν αμέσως τον τρόπο της ρύθμισης του συνόλου των οφειλών της παραπάνω Α.Ε. απέναντι στην κοινοπραξία, με σκοπό την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση τους, δηλώνοντας ότι αλλιώς θα προχωρήσει στην απενεργοποίηση του κωδικού της Α.Ε, δηλαδή στην ανάκληση πρακτόρευσης εκ μέρους της Α.Ε των πλοίων της κοινοπραξίας. Λόγω του ότι οι εκκαλούντες δεν απάντησαν εγγράφως στο αίτημα της κοινοπραξίας, στις 4.7.2001 η κοινοπραξία διέκοψε την συνεργασία της με την Α.Ε και απενεργοποίησε τον κωδικό της. Ακολούθως οι εκκαλούντες με την από 6.7.2001 εξώδικη δήλωση της Α.Ε συμφερόντων τους, προς την κοινοπραξία, την οποία υπέγραφε ο Χ1, αρνήθηκαν ότι υπάρχουν εκκρεμείς οικονομικές υποχρεώσεις προς την κοινοπραξία, δηλαδή αρνήθηκαν ότι οφείλονται χρήματα. Η κοινοπραξία άσκησε εναντίον της εταιρίας "Στ. Ψυλλάκη Α.Ε" την από 16.11.2001 και με αριθμ. κατάθεσης δικογράφου 654/2001 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ζητώντας να υποχρεωθεί να της καταβάλει ως οφειλόμενα κονδύλια το συνολικό ποσό των 72.521.780 δρχ. ή 212.829,87 ευρώ, δίχως μέχρι την άσκηση της έφεσης να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση. Στις 8.2.2002 οι μάρτυρες ... και ... ενεργώντας ως νόμιμοι εκπρόσωποι της κοινοπραξίας υπέβαλλαν κατά των ..., που αποτελούσαν το ΔΣ της παραπάνω Α.Ε, την από 30.1.2002 μήνυση για υπεξαίρεση συνολικού ποσού 72.143.412 δραχμών, βάσει της οποίας σχηματίσθηκε η παρούσα δικογραφία. Με το υπ' αριθμ. 48/2004 βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου διέταξε την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης μετά από σχετικό αίτημα των εκκαλούντων κατηγορουμένων, προκειμένου, αφού τεθούν υπόψη του πραγματογνώμονα οι λογιστικές καταστάσεις, τα λογιστικά στοιχεία και κάθε άλλο επικαλούμενο από τους διαδίκους κρίσιμο έγγραφο να προβεί στην οικονομική αποτίμηση των εργασιών της εταιρίας συμφερόντων των εκκαλούντων σε σχέση με την πρακτόρευση των πλοίων της κοινοπραξίας και να αποφανθεί αν υπάρχει ή όχι απαίτηση της κοινοπραξίας, προσδιορίζοντας, στην περίπτωση που υπάρχει και το ύψος αυτής. Ως πραγματογνώμων ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 9/2006 διάταξη του Ανακριτή του Β' Ανακριτικού Τμήματος Πρωτοδικείου Ρόδου ο οικονομολόγος ..., ο οποίος διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη και κατέθεσε στον ίδιο Ανακριτή την από 11.5.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο ... ορίστηκε επίσης πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 130/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στην πολιτική υπόθεση επί της παραπάνω αγωγής της κοινοπραξίας. Η πολυσέλιδη έκθεση πραγματογνωμοσύνης περιλαμβάνεται σε τρεις τόμους, είναι αιτιολογημένη και έχει συνταχθεί βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και κανόνων της ελεγκτικής επιστήμης. Ο πραγματογνώμων εστίασε την έρευνά του στα εξής έντεκα θέματα, στα οποία διαφωνούσαν οι εκκαλούντες με την κοινοπραξία, βάσει των διαλαμβανόμενων στην 6η σελίδα της έκθεσης του λογιστή της παραπάνω Α.Ε. ..., την οποία προσκόμισαν οι εκκαλούντες, ισχυριζόμενοι ότι όχι μόνο δεν οφείλει η Α.Ε συμφερόντων τους αλλά αντίθετα ότι έχει απαίτηση κατά της κοινοπραξίας ύψους 21.847.189 δραχμών. Ειδικότερα τα έντεκα θέματα, σύμφωνα με την έκθεση του λογιστή ... είναι τα εξής:
1. Διαφορά στο υπόλοιπο της 31.12.1999 ύψους 27.452.361 δρχ.
2. Χρεώσεις (πληρωμές) έτους 2000 που δεν εμφανίζονται στην καρτέλα ύψους 12.365.814 δρχ.
3. Χρεώσεις (πληρωμές) έτους 2001 που δεν εμφανίζονται στην καρτέλα ύψους 3.008.225 δρχ.
4. Επιστρεφόμενες επιταγές έτους 2000 ύψους 14.204.214 δρχ.
5. Επιστρεφόμενες επιταγές έτους 2001 ύψους 1.080.475 δρχ.
6. Αναπόδοτα εισιτήρια έτους 2000 (ΜΗ ΑΠΟΔΕΚΤΑ) ύψους 3.822.361 δρχ.
7. Διαφορά προμηθειών έτους 2001 ύψους 3.659.931 δρχ.
8. Άκυρα και αντικατασταθέντα εισιτήρια ύψους 6.990.172 δρχ.
9. Υπόλοιπα πρακτορείου ΤΣΑΜΠΙΚΑΚΗ ύψους 534.224 δρχ.
10. Υπόλοιπο μεταφορικών εταιριών ύψους 19.841.278 δρχ.
11. Λιμενικά τέλη Μαΐου 2001 ύψους 1.409.914 δρχ.
ΣΥΝΟΛΟ 94.368.969 δρχ.
Σύμφωνα με την παραπάνω αγωγή, το ύψος της οφειλής της Α.Ε ανερχόταν στο ποσό των 72.521.780 δραχμών. Με βάση τον παραπάνω πίνακα, η Α,Ε διεκδικούσε την μείωση του κατά το παραπάνω ποσό των 94.368.969 δρχ. με αποτέλεσμα αντί για οφειλή να προκύπτει κατά την Α.Ε, απαίτηση της ύψους 21.847.189 δρχ. έναντι της κοινοπραξίας (94.368.969 - 72.521.780). Κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όσο αφορά:
1) Το πρώτο θέμα. Το ποσό των 27.452.361 δρχ. αποτελούσε την μοναδική διαφορά μεταξύ της ΑΕ και της κοινοπραξίας, στο υπόλοιπο της 31.12.1999 και αφορούσε στα δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, εσόδων προμήθειας της Α.Ε. (υπ' αριθμ. .../10.1.2000 δρχ. 3.451.465 και .../28.2.2001 δρχ. 24.000.895) τα οποία, σύμφωνα με την Α.Ε. χρεώθηκαν στην καρτέλα της αντί να πιστωθούν. Ο έλεγχος κατέδειξε ότι το ποσό των 27.452.361 δραχμών πιστώθηκε στις καρτέλες της Α.Ε και δεν χρεώθηκε επομένως δεν τίθεται θέμα απαίτησης του ποσού αυτού από την Α.Ε. Δεν περιλαμβάνεται όμως στην έκθεση του λογιστή ... το ποσό των 26.806.512 δραχμών το οποίο αφορά σε εννέα συνολικά αποδείξεις πληρωμής προς την κοινοπραξία, έκδοσης της Α.Ε. Οι συγκεκριμένες αποδείξεις δεν φέρουν υπογραφή από τον φερόμενο ως εισπράττοντα, δηλαδή την κοινοπραξία, πλην μίας, στην οποία όμως δεν δηλώνεται ούτε το όνομα, ούτε η ιδιότητα του υπογράψαντος, με συνέπεια να μην μπορεί να ταυτοποιηθεί η υπογραφή, ουδεμία από αυτές είχε καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της κοινοπραξίας και η τελευταία αρνήθηκε την είσπραξη των αναφερομένων σ' αυτές ποσών, συνολικού ύψους 26.806.512 δραχμών. Τα χρηματικά ποσά των αποδείξεων δεν είχαν κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό. Επομένως δεν είναι δυνατόν να αφαιρεθεί από το ποσό των 27.452.361 δραχμών το ποσό των 26.806.512 δραχμών, ώστε να προκύψει υπόλοιπο 645.849 δρχ., όπως αντίθετα υποστηρίζει ο πραγματογνώμων και συνεπώς δεν πρέπει να μειωθεί η τελική οφειλή της Α.Ε κατά το ποσό των 645.849 δρχ., όπως αντίθετα αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη.
2) Το δεύτερο θέμα. Δεν τίθεται ζήτημα απαίτησης από την Α.Ε του ποσού των 12.365.814 δραχμών. Ειδικότερα το παραπάνω ποσό αποτελεί σύνολο δώδεκα (12) επιμέρους ποσών και από αυτά τα εννέα (9), συνολικού ποσού 10.914.542 δρχ., είχαν ήδη πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. Ποσό ύψους 1.150.072 δρχ. δεν μπορεί να εκπέσει νόμιμα από τα έξοδα της Α.Ε γιατί η Α.Ε προσκόμισε μία απόδειξη πληρωμής δικής της έκδοσης, η οποία δεν έφερε υπογραφή από τον φερόμενο εισπράττοντα, δηλαδή την κοινοπραξία, ούτε μπορεί να πιστοποιηθεί με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό, η δε κοινοπραξία αρνήθηκε την είσπραξη του ποσού αυτού, για το ποσό των 301.200 δραχμών, δεν προσκόμισε η Α.Ε τα αναγκαία παραστατικά.
3) Το τρίτο θέμα. Το συνολικό ποσό των 3.008.225 δρχ. αποτελείται από εννέα (9) ποσά και από αυτά τα έξι (6) συνολικού ποσό 2.835.955 δρχ. έχουν ήδη .στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. Ποσό ύψους 91.500 δρχ. δεν δικαιούται η Α.Ε να το απαιτήσει, αφού ουδέποτε τα σχετικά ακυρωθέντα εισιτήρια χρεώθηκαν στην καρτέλα της Α.Ε. Το υπόλοιπο ποσό ύψους 80.800 δρχ. δικαιούται να το απαιτήσει η Α. Ε. αφού προσκόμισε τα νόμιμα παραστατικά.
4) Το τέταρτο θέμα. Από το σύνολο των δώδεκα (12) επιταγών, με ημερομηνίες έκδοσης από 17.3.2000 έως 18.12.2000, συνολικού ποσού 14.204.214 δραχμών, μόνο το ποσό των 164.759 δρχ. δικαιούται να απαιτήσει η Α.Ε, γιατί τα ποσά των υπολοίπων επιταγών έχουν ήδη πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή.
5) Το πέμπτο θέμα. Πρόκειται για δύο επιταγές συνολικού ποσού 1.080.475 δρχ. οι ποίες είχαν εκδοθεί σε διαταγή της Α.Ε και στην συνέχεια οπισθογραφήθηκαν και διαβιβάστηκαν στην κοινοπραξία, πλην όμως βρέθηκαν ακάλυπτες και επιστράφηκαν στην Α.Ε και χρεώθηκε η καρτέλα της, ώστε να φαίνεται η απαίτηση και συνεπώς δεν τίθεται θέμα απαίτησης από την Α.Ε του παραπάνω ποσού, αφού αυτό έχει ορθά χρεωθεί στην καρτέλα της.
6) Το έκτο θέμα. Το ποσό των 3.822.361 δρχ. αφορά εισιτήρια τα οποία χρεώθηκαν στην Α,Ε με συμπληρωματικό δηλωτικό δελτίο, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθεί αν πράγματι τα εισιτήρια αυτά είναι αναπόδοτα (μη αποδεκτά) και αν ορθά έγινε η χρέωση του παραπάνω ποσού στην καρτέλα της Α.Ε από την κοινοπραξία.
7) Το έβδομο θέμα. Η Α.Ε δικαιούται να απαιτήσει το ποσό των 3.670.688 δρχ., αντί του μικρότερου ποσού 3.659.931 δρχ., το οποίο η ίδια εσφαλμένα εκτίμησε, για την τακτοποίηση των προμηθειών της του έτους 2001, η δε κοινοπραξία αναγνωρίζει και αποδέχεται την παραπάνω χρέωση.
8) To όγδoo θέμα. To ποσό των 6.990.172 δρχ. αφορά εισιτήρια των ετών 2000 και 2001, τα οποία ακυρώθηκαν και σε αντικατάσταση αυτών εκδόθηκαν νέα, με τα οποία ταξίδεψαν οι επιβάτες ή και τα οχήματα. Όλα τα παραπάνω εισιτήρια έχουν ήδη πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζονται σ' αυτή. Επομένως δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη της συγκεκριμένης απαίτησης από την Α.Ε.
9) Το ένατο θέμα. Το ποσό των 534.224 δρχ. πρόκειται για το λογιστικό υπόλοιπο το οποίο παρουσιάζεται στις καρτέλες της Α.Ε από την συνεργασία της με τον υποπράκτορα της ..., ο οποίος διέκοψε την δραστηριότητα του στον κλάδο αυτό το έτος 2000. Το παραπάνω λογιστικό υπόλοιπο στην καρτέλα της Α.Ε δεν μπόρεσε να διασταυρωθεί, ελλείψει επαρκών στοιχείων.
10) Το δέκατο θέμα. Το ποσό των 19.481.278 δρχ. πρόκειται για το άθροισμα των λογιστικών υπολοίπων, τα οποία παρουσιάζονται στις καρτέλες της Α.Ε από την συνεργασία της με διάφορα γραφεία μεταφορικών εταιριών. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι το άθροισμα των λογιστικών υπολοίπων είναι μικρότερο και ανέρχεται στο ποσό των 17.149.148 δρχ..
11) Το εντέκατο θέμα. Δεν τίθεται θέμα απαίτησης από την Α.Ε του ποσού των 1.409.914 δρχ. των λιμενικών τελών, αφού το συγκεκριμένο ποσό έχει κανονικά πιστωθεί στην καρτέλα της Α.Ε και εμφανίζεται σ' αυτή, αφού έχει συμπεριληφθεί σε μεγαλύτερο ποσό λιμενικών τελών ύψους 6.210.538 δρχ.
Όσο αφορά την κρουαζιέρα από ... προς ..., η οποίος πραγματοποιήθηκε το Πάσχα του 2001 με το F/B Μ..., από τον έλεγχο προέκυψε ότι δεν τίθεται ζήτημα απαίτησης κανενός ποσού από την Α.Ε. Κατά την "/Χ πραγματογνωμοσύνη, από το υπόλοιπο το αναφερόμενο στις λογιστικές καρτέλες της Α.Ε, τις οποίες τηρούσε η κοινοπραξία, ύψους 72.192.612 δρχ., κατά την λήξη της συνεργασίας της Α.Ε με την κοινοπραξία, αφού ήδη υπολογίστηκε και αφαιρέθηκε η σχετική προμήθεια, αφού αφαιρεθούν τα παρακάτω ποσά, προκύπτει υπόλοιπο 67.630.516 δρχ., το οποίο είναι το τελικό ύψος της οφειλής της Α.Ε, προς απόδοση στην κοινοπραξία.
Υπόλοιπο 72.196.612 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 1 645.849 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 3 80.800 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 4 164.759 δρχ. Μείον διαφορά θέμα 7 3.670.688 δρχ. Νέο Υπόλοιπο 67.630.516 δρχ.
Όμως, όπως έχει προεκτεθεί, δεν πρέπει να αφαιρεθεί από το υπόλοιπο το ποσό των 645.849 δρχ. του πρώτου θέματος, με συνέπεια να προκύπτει ως νέο υπόλοιπο το ποσό των 68.276.365 δρχ. Ακολούθως, από το παραπάνω ποσό των 68.276.365 δρχ. πρέπει να αφαιρεθούν περαιτέρω και τα εξής ποσά: α) του έκτου θέματος, 3.822.361 δρχ, για τα αναπόδοτα εισιτήρια έτους 2000, επειδή κατά την πραγματογνωμοσύνη δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθεί αν πράγματι τα εισιτήρια αυτά είναι αναπόδοτα και αν ορθά έγινε η χρέωση του συγκεκριμένου ποσού στην καρτέλα της Α.Ε από την κοινοπραξία με συμπληρωματικό δηλωτικό δελτίο, β) του ενάτου θέματος 534.224 δρχ., επειδή κατά την πραγματογνωμοσύνη δεν κατέστη δυνατόν να διασταυρωθεί, εκλείψει επαρκών στοιχείων το παραπάνω λογιστικό υπόλοιπο στην καρτέλα της Α.Ε του ..., γ) του δεκάτου θέματος 17.149.148 δρχ., επειδή πρόκειται για λογιστικό υπόλοιπο των μεταφορικών εταιριών κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή της Α.Ε. Επομένως η τελική οφειλή της Α.Ε προς την κοινοπραξία διαμορφώνεται ως εξής: 68.276.365 δρχ. - 3.822.361 - 534.224 - 17.149.148 = νέο υπόλοιπο 46.770.632 δρχ. ή 137.259,90 ευρώ. Το νέο υπόλοιπο σχηματίστηκε αφού υπολογίστηκε και αφαιρέθηκε η σχετική προμήθεια της Α.Ε. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, ως πράκτορες είχαν επιφορτιστεί με την σύναψη συμβάσεων μεταφοράς προσώπων και οχημάτων για λογαριασμό του μεταφορές και υποχρεούντο να αποδώσουν σ' αυτόν τον καταβαλλόμενο ναύλο, αφού προηγουμένως αφαιρούσαν την σχετική προμήθεια και ως εκ τούτο ενεργούσαν ως εντολοδόχοι του μεταφορέα, δηλαδή της κοινοπραξίας και ταυτόχρονα ως διαχειριστές, αφού είχαν την εξουσία να συνάπτουν και νομικές πράξεις για λογαριασμό του εντολέα, με εξουσία αντιπροσώπευσης της κοινοπραξίας, καθόσον είχαν την δυνατότητα διάθεσης εισιτηρίων της κοινοπραξίας σε άλλους νηοπράκτορες στην Ρόδο και να συνάπτουν δικαιοπραξίες για λογαριασμό της κοινοπραξίας. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ενώ είχαν εισπράξει για λογαριασμό της κοινοπραξίας ως εντολοδόχοι και διαχειριστές αντίτιμα ακτοπλοϊκών εισιτηρίων μεταφοράς επιβατών, οχημάτων και φορτοαποδείξεων και έπρεπε να αποδώσουν στην κοινοπραξία από το συνολικά εισπραχθέν ποσό, το παραπάνω ποσό των 46.770.632 δρχ. ή 137.257,90 ευρώ, όταν η κοινοπραξία απαίτησε στις 3.7.2001 όπως της καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, το οποίο είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ και είχε εμπιστευθεί σ' αυτούς η κοινοπραξία λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών της περιουσίας της και είχε περιέλθει στην κατοχή τους, δεν το απέδωσαν μετά την από 3.7.2001 όχληση της κοινοπραξίας και την από 4.7.2001 διακοπή της συνεργασίας από την τελευταία, αλλά από κοινού το ιδιοποιήθηκαν παράνομα, εκδηλώνοντας την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης του παραπάνω ποσού μετά από τρεις ημέρες, στις 6.7.2001, με την από 6.7.2001 εξώδικη δήλωση της εταιρίας συμφερόντων τους προς την κοινοπραξία, με την οποία δήλωσαν ότι δεν υπάρχουν εκκρεμείς οικονομικές υποχρεώσεις προς την κοινοπραξία, δηλαδή αρνήθηκαν ότι οφείλονται χρήματα".
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη της έφεσης των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 217/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, δεν διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Και τούτο διότι, καίτοι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία εξετίμησε για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους κρίση του, περιλαμβάνονται η έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου ... καθώς και η κατ' άρθρο 208 Κ.Ποιν.Δ έκθεση του τεχνικού συμβούλου των κατηγορουμένων λογιστή ..., οι οποίες είναι αντίθετες κατά περιεχόμενο, αποδέχθηκε πλήρως τα συμπεράσματα της πρώτης, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως αιτιολογημένη και συνταχθείσα βάση γενικά παραδεκτών αρχών και κανόνων της ελεγκτικής επιστήμης, χωρίς να αντικρούει και να αιτιολογεί για ποιό λόγο απέρριψε στο σύνολό της την έκθεσης του άνω τεχνικού συμβούλου, η οποία είναι πλήρως αντίθετη κατά περιεχόμενο, για την οποία δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο σκεπτικό του. Με την παράλειψη αυτή, όμως, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας του συμπεράσματος στο οποίο το Συμβούλιο κατέληξε σε σχέση με τις δύο αντίθετες εκθέσεις. Επίσης, προκύπτει ασάφεια ως προς τον ακριβή χρόνο που η εταιρεία των κατηγορουμένων ώφειλε, κατά τη σύμβαση, να αποδίδει τα εισπραχθέντα ποσά στην κοινοπραξία, δεν προσδιορίζονται στο Βούλευμα σαφώς και χωριστά τα επί μέρους ποσά διαχειρίσεως των ετών 1999-2000 και 2001 και ειδικότερα ενώ γίνεται δεκτό ότι η συνεργασία της εταιρείας των κατηγορουμένων και της πολιτικώς ενάγουσας κοινοπραξίας άρχισε το 1992 και υπήρξεν οφειλή από τη διαχείριση μέχρι 31-12-1999 συνολικού ποσού 27.452,361 δρχ., που συγκαταλέγεται στο συνολικό, φερόμενο, ως υπεξαιρεθέν ποσόν των 46.770.632 δρχ. ή 137.257,90 ευρώ, δεν αναφέρεται αν μέχρι 3-6-1999, (ότε προστέθηκε η παρ. 2 στο άρθρο 98 του ΠΚ, δια του άρθρου 14 του ν. 2721/1999), είχαν τελεσθεί πράξεις υπεξαιρέσεως, οι οποίες συνιστούσαν ή μη αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, διότι σύμφωνα με το μέχρι τότε ισχύον νομικό καθεστώς, επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, κάθε επί μέρους πράξη υπεξαιρέσεως είχεν αυτοτέλεια και χωριστή παραγραφή, οπότε ενδεχομένως ως πλημμελήματα θα είχαν υποπέσει σε παραγραφή (Ολ. ΑΠ 5/2002). Οι πλημμέλειες αυτές καθιστούν την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη. Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολό του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση, στο εκδόσαν αυτό Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το με αριθ. 3/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση επί της εφέσεως των κατηγορουμένων, στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για κακουργηματική πράξη υπεξαιρέσεως από εντολοδόχους. Βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2483/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπροέδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 454/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 571/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 228/24.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 64/3-4-2009 έκθεση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ' αριθμ. 454/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 3590/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή (άρθρα 46 § ια, 94 § 1, 216 § § 1 και 3α, 224 § § 2 και 1 και 227 Π.Κ., όπως τα δύο τελευταία άρθρα ίσχυαν πριν την αντικατάστάση τους από το άρθρο 1 § § 1 και 3 αντίστοιχα του Ν.3327/2005). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο αναιρεσείων, εκδόθηκε το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η κριθείσα έφεση και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 24-3-2009 (δειτ. σχετικό αποδεικτικό). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκε διά του προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου του αναιρεσείοντος, Ιωάννου Αλετρά, δικηγόρου Αθηνών, στις 3-4-2009 και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης και δη αυτόν της έλλειψης της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσία ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης. Kατ' άρθρον 216 § 1 Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", ενώ κατά την παράγραφον 3 του αυτού ως άνω άρθρου, ως νυν ισχύει μετά την αντικατάστασίν της δι' άρθρου 14 του ν. 2721/1999 "Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1,2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (73.000 ευρώ) ...". Για την στοιχειοθέτηση εξ αντικειμένου του αδικήματος της πλαστογραφίας απαιτείται εξυπαρχής κατάρτιση εγγράφου από μη δικαιούμενο πρόσωπο ή νόθευση του περιεχομένου καταρτισμένου ήδη γνησίου εγγράφου, εξ υποκειμένου δε δόλος συνιστάμενος στην γνώση και στην θέληση παραγωγής των περιστατικών τα οποία στοιχειοθετούν την πράξη της πλαστογραφίας, συγχρόνως όμως και σκοπός του υπαιτίου, όπως δια της χρήσεως του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος περί γεγονότος δυναμένου να έχει εννόμους συνεπείας. Περαιτέρω και εις την περίπτωσιν της κακουργηματικής πλαστογραφίας του άρθρου 216 § 3 Π.Κ. που προεξετέθη, απαιτείται, για την εξυποκειμένου θεμελίωσίν της, σκοπός του υπαιτίου να περιποιήσει στον εαυτόν του ή εις άλλον, δια βλάβης τρίτου, περιουσιακόν όφελος ή να βλάψει άλλον, το δε συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών (73.000 ευρώ), για την εξ αντικειμένου θεμελίωση (Σχετ. ΑΠ 1123/91 Π.Χρ. ΜΒ' 52, ΑΠ 1024/91 Π.Χρ. ΜΒ' 15, ΑΠ 701/95 ΝοΒ 44 σελ. 250, ΑΠ 1318/1988 Π.Χρ. ΛΘ' 307).
Ως περιουσιακόν όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστου ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί ούτος, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρος ή με την αποφυγή μειώσεως της περιουσίας του, δια βλάβης ετέρου. Αμέσως παθών εκ του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι εκείνος του οποίου επλαστογραφήθη η υπογραφή ή ενοθεύθη το έγγραφον του οποίου είναι εκδότης, αλλά και ο αμέσως ζημιούμενος από την χρήση του. Για την στοιχειοθέτηση, εξ άλλου, εξ αντικειμένου της χρήσεως του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, απαιτείται όπως ο δράστης καταστήσει τούτο (έγγραφον) προσιτόν εις τον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενόν του τρίτον και δώσει εις αυτόν (τρίτον) την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, ανεξαρτήτως της εν τέλει επιτεύξεως ή μη της γνώσεως αυτής, αλλά και της σκοπουμένης παραπλανήσεως. Προς θεμελίωσιν της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίον η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται αμέσως προς αυτήν (πλαστογραφίαν), υπό την έννοιαν ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως, δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως του εγγράφου, αλλά αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο εγκληματικόν σκοπόν και στο εν γένει παραπλανητικόν σχέδιον του δράστου και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και οι προυποθέσεις υπάρξεως εν συνεχεία της δυνατότητος, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς υστέρων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι ενδεχόμενες επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορον της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρουν το περιουσιακόν όφελος ή την περιουσιακήν ζημίαν που επιδιώκει ο δράστης, αφού προς θεμελίωσιν του συγκεκριμένου αξιοποίνου ο νομοθέτης απέβλεψεν όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη εν σχέσει προς το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίον ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει, ενδεχομένως, και περαιτέρω ενέργεια του δράστη, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της βλάβης. Υπέρ των ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία διαπλάσσεται υπό του νόμου ως έγκλημα σκοπού και εντάσσεται συστηματικώς στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, με την περί αυτής δε διάταξη σκοπείται η προστασία, η ασφάλεια και η ακεραιτότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Σχετ. ΟΛΟΜ. Α.Π. 3/2008 Π.Χρ.ΝΗ σελ. 405).
Κατ' άρθρον 13 περ. γ' Π.Κ. "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός ...", ενώ, κατ' άρθρον 46 § 1 περ. α Π.Κ. "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Τέλος, κατ' άρθρον 224 § 2 Π.Κ., τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους (προ της αντικ/σεως της διατάξεως υπό του άρθρου 1 του ν. 3327/2005 με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών) "όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια".
Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33, ΑΠ 2464/2005 Π.Χρ. ΝΣΤ/627). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 454/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι από το σύνολο του "υφισταμένου και συγκεντρωθέντος κατά την διενεργηθείσα κυρίαν Ανάκριση και την προηγηθείσαν αυτής προκαταρκτική εξέταση αποδεικτικού υλικού, ειδικώτερον δε από τις μαρτυρικές καταθέσεις, την μήνυση, τα έγγραφα, την έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, τις ανωμοτί εξηγήσεις κατ' άρθρον 31 § 2 Κ.Π.Δ. και την απολογίαν του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε, από το ημερολογιακόν έτος 1995, την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της υπό την επωνυμία "ECOINVEST AEΛΔΕ" ανωνύμου εταιρείας λήψεως διαβιβάσεως εντολών, υπό την ως άνω δε ιδιότητά του εις την συγκεκριμένη εταιρεία είχεν πολλούς επενδυτές ως πελάτες του. Οι τελευταίοι, επειδή κατά την χρονικήν περίοδον της γνωστής πτώσεως του χρηματιστηρίου Αθηνών απώλεσαν τα χρήματά τους, εστράφησαν δικαστικώς κατά του νυν εκκαλούντος, μετά δε ασκηθείσαν εναντίον τούτου (εκκαλούντος) ποινικήν δίωξιν, ο τελευταίος εκρατήθη προσωρινώς και παραπεμφθείς εις δίκην κατεδικάσθη εις πολυετή κάθειρξη. Μετά ταύτα και ειδικώτερον την 07-5-2003, ο νυν εκκαλών υπέβαλε μήνυση εναντίον του Ψ, αντιπροέδρου της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL CORPORATION, με την οποίαν υπεστήριζεν ότι μεγάλο μέρος των χρημάτων τα οποία είχε, κατά τα προεκτεθέντα, λάβει από τους επενδυτές πελάτες του, τα είχε παραδώσει στον ως άνω υπ' αυτού καταμηνυθέντα Ψ, τούτο δε συνέβη κατόπιν σχετικής δελεαστικής προτάσεως του τελευταίου. Πλέον συγκεκριμένα και κατά τα εις την προμνησθείσαν μήνυσίν του υποστηριζόμενα από τον νυν εκκαλούντα, ο υπ' αυτού καταμηνυθείς Ψ του επρότεινε να βρίσκει μετοχές εταιρειών που επρόκειτο να εισαχθούν στο χρηματιστήριον, από αυτές που κρατούσε δι' ίδιον αυτής λογαριασμόν η προμνησθείσα LAIDLAW GLOBAL και να τις παραδίδει στους πελάτες του τότε μηνυτή και νυν εκκαλούντος κατηγορουμένου και έτσι αυτοί (πελάτες του εκκαλούντος) θα ηδύναντο να έχουν "υπερβολικά μεγάλες αποδόσεις". Κατά τα εις την ειρημένη μήνυση ιστορούμενα, ο υποβαλών αυτήν, εξ αιτίας και πιέσεων που είχε δεχθεί από "επιφανείς πελάτες" του να εξεύρει "μετοχές από προεγγραφές", απεδέχθη την υπό του καταμηνυθέντος Ψ γενομένη ως άνω πρόταση συνεργασίας (ορ. Σχετ. την περί ης πρόκειται μήνυση του νυν εκκαλούντος κατηγορουμένου κατά Ψ, λαβούσαν Α.Β.Μ. της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Α 2003/1499). Επί τη βάσει της ειρημένης μηνύσεως του νυν εκκαλούντος κατηγορουμένου εναντίον του Ψ (ήδη εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος στην παρούσα υπόθεση), ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για την κακουργηματική αξιόποινη πράξη της απάτης, με υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ περιουσιακόν όφελος και για την, ωσαύτως, κακουργηματική αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και δη τοιούτου υπερβαίνοντος τα 73.000,00 ευρώ, παρ' εντολοδόχου και διαχειριστού ξένης περιουσίας (άρθρα 386 § § 3 περ. Β,1 και 375 § § 2,1 Π.Κ.). Κατά την επακολουθήσασα Κυρία Ανάκριση, ενώπιον της 20ης τακτικής Ανακριτρίας Πλημμελειοδικών Αθηνών που διενήργησε αυτήν, ενεφανίσθη και εξετάσθηκε ανωμοτί, ως πολιτικώς ενάγων, ο τότε μηνυτής και ήδη εκκαλών κατηγορούμενος, προσκομίσας εις την Ανακρίτριαν σειράν ολόκληρη πλαστών αποδείξεων, τις οποίες ενεφάνισε ως προερχόμενες δήθεν από τον τότε κατ/νον (ήδη εγκαλούντα) Ψ και το από 03-3-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, πλαστόν επίσης. Οι προδιαληφθείσες πλαστές αποδείξεις αφορούσαν ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, τα οποία, όπως ισχυρίσθηκε ο τότε μηνυτής και νυν κατηγορούμενος, παρέδιδε στον τότε κατηγορούμενο και νυν εγκαλούντα Ψ για αγορά μετοχών, ενώ το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, πλαστόν ωσαύτως, ενεφάνιζε τον Ψ να αναγνωρίζει την ύπαρξη χρέους προς τον νυν εκκαλούντα και τους τότε πελάτες του, ύψους 6.041.000.000 δραχμών, με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεως αυτού (Ψ) να εξοφλήσει τούτο (χρέος) από το προϊόν που θα προέκυπτε από την πώληση μετοχών συγκεκριμένων εταιρειών. Οι κατά τα ανωτέρω προσκομισθείσες υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου στην Ανακρίτρια αποδείξεις ήσαν οι κάτωθι και δη: Α) Η υπό ημερομηνίαν 26-3-1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 86.000.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον Πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλ. από τον κατηγορούμενο το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. Β) Η υπό ημερομηνίαν 07-4-1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 11.500.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλαδή από τον κατηγορούμενο, το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. Γ) Η υπό ημερομηνίαν 06-9-1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 75.000.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλαδή από τον κατηγορούμενο, το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. Δ) Η υπό ημερομηνίαν 02-9-1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 110.000.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλαδή από τον κατηγορούμενο, το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. Ε) Η υπό ημερομηνίαν 10-6-1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 125.000.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλαδή από τον κατηγορούμενο, το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. ΣΤ) Η υπό ημερομηνίαν 29.10.1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 80.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλαδή από τον κατηγορούμενο, το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. Ζ) Η υπό ημερομηνίαν 05-11-1999 απόδειξη παραλαβής ποσού 90.000.000 δραχμών της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp, με την οποίαν ενεφανίζετο ο εγκαλών Ψ, ως αντιπρόεδρος της εταιρείας αυτής, να παραλαμβάνει από τον πρόεδρον της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, δηλαδή από τον κατηγορούμενο, το ανωτέρω ποσόν, προς αγοράν μετοχών μέσω της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp. Σε όλες τις ως άνω και υπό στοιχ. Α', Β',Γ',Δ', Ε', ΣΤ', Ζ' μνημονευθείσες αποδείξεις, συνολικού χρηματικού ποσού 577,5 εκατομμυρίων δραχμών, υπό την ένδειξη "Ο ΛΑΒΩΝ" ο κατηγορούμενος έθεσε την σφραγίδα της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL Corp και την υπογραφήν του νυν εγκαλούντος Ψ, κατ'απομίμησιν, εν αγνοία τούτου (εγκαλούντος) και άνευ της συναινέσεως του, σκοπών να παραπλανήσει δια της χρήσεως των άλλους περί γεγονότος δυναμένου να έχει εννόμους συνεπείας και δη περί του ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχεν καταβάλει τα εκάστοτε αναφερόμενα στις αποδείξεις παραλαβής ποσά στον Ψ, ο οποίος ως αποδέκτης των χρημάτων εξέδωσε, δήθεν, τις σχετικές αποδείξεις και έτσι να αποκομίσει παράνομον περιουσιακόν όφελος, αντιστοίχου ύψους με τα ενσωματούμενα στις ως άνω αποδείξεις χρηματικά ποσά, δια βλάβης της περιουσίας του Ψ, τον οποίον ενεφάνιζεν ως οφειλέτη των ποσών αυτών και υπεύθυνον για την απώλειαν των χρημάτων των επενδυτών-πελατών του κατηγορουμένου. Το περιεχόμενον του από 03-3-00 πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίον, ως προανεφέρθη, προσεκόμισεν ωσαύτως ο κατηγορούμενος ενώπιον της Ανακριτρίας, έχει ως κάτωθι και δη: "Στην ..., σήμερα Παρασκευή 3 Μαρτίου 2000 και στα γραφεία της LAIDLAW GLOBAL, ..., ..., συντάχθηκε το παρακάτω συμφωνητικό μεταξύ των α) Χ, κάτοικος ..., οδός ..., Α.Δ.Τ. ... και β) Ψ, κάτοικος .., οδός ..., Α.Δ.Τ. ... . Ο Ψ, Αντιπρόεδρος της επενδυτικής τραπέζης με έδρα την ... (διευθ. ...), έχοντας συνάψει συνεργασία με τον Χ, Πρόεδρο της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, παρείχε την ευκαιρία στους πελάτες της εν λόγω ΑΕΛΔΕ να επενδύσουν τα κεφάλαια τους σε μετοχές εταιρειών προτού εισαχθούν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Αυτό γινόταν όποτε η LAIDLAW GLOBAL είχε την δυνατότητα εύρεσης μετοχών από εταιρείες που θα εισάγονταν.
Κατά την διάρκεια της συνεργασίας αυτής ο Ψ παρέλαβε από τον Χ το συνολικό ποσόν των δρχ. 8.808.000.000 (οκτώ δισεκατομμύρια οκτακόσια οκτώ εκατομμύρια) (έως συνημμένες αποδείξεις παραλαβής). Επίσης κατά την ίδια χρονική διάρκεια ο Ψ παρέδωσε στον Χ το ποσόν των δρχ. 2.767.000.000 (δύο δισεκατομμύρια επτακόσια εξήντα επτά εκατομμύρια) ως επιστροφή χρημάτων προς τους επενδυτές πελάτες του. Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι να έχει μείνει προς επιστροφή από τον Ψ στον Χ το ποσό των 6.041.000.000 δρχ. (έξι δισεκατομμύρια σαράντα ένα εκατομμύρια) ως εξόφληση των κεφαλαίων χωρίς να υπολογίζονται οι αποδόσεις από την τοποθέτηση στις μετοχές της UNISOFT ΑΕ και ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΕ. Επειδή σε παράβαση της συμφωνίας μας για συγκεκριμένη τοποθέτηση των κεφαλαίων σε μετοχές ο Ψ έκρινε σκόπιμο χωρίς πρώτα να ενημερώσει τον Χ να τοποθετήσει τα συγκεκριμένα κεφάλαια σε μετοχή που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο Ν. Υόρκης ονόματι ... και στην μετοχή της τραπέζης που εργάζεται LAIDLAW GLOBAL, που είναι εισηγμένη στο NASDAQ επ'ονόματί του, προκύπτει αδυναμία επιστροφής των χρημάτων στους επενδυτές - πελάτες της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ.
Με το παρόν συμφωνητικό ο Ψ γνωστοποιεί στον Χ ότι έχουν αγοραστεί 500.000 μετοχές της New Millennium AEEX και 600.000 μετοχές της New Technology A.E.E.X. καθώς και 100.000 μετοχές της εταιρείας ... είτε στο όνομα του είτε στις εταιρείες: "...", "...", "...", "...", "BEPVIL LTD", "...", και δεσμεύεται ότι το προϊόν της πώλησης αυτών των μετοχών θα μεταβιβασθεί στον Χ για ικανοποίηση των πελατών του. Επιπροσθέτως ο Χ δεσμεύεται ότι μέχρι την πώληση των συγκεκριμένων μετοχών και παράδοση σε αυτόν το προϊόν (του προϊόντος) της πώλησης, δεν θα προβεί σε καμμία ενέργεια εναντίον του Ψ είτε ποινικής μορφής είτε αστικής, ότι δεν θα γνωστοποιήσει σε κανέναν το παρόν συμφωνητικό καθώς και την συμφωνία συνεργασίας τους. Σε περίπτωση που ο Χ αθετήσει οποιονδήποτε όρον της συμφωνίας το εν λόγω συμφωνητικό καθίσταται άκυρο". Παρά πόδας του προαναφερθέντος και κατά περιεχόμενον προεκτεθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος έθεσε κατ' απομίμησιν την υπογραφήν του εγκαλούντος Ψ, εν συνεχεία δε έθεσε σφραγίδα με την ένδειξη "ΒΕΒΑΙΟΥΤΑΙ ΤΟ ΓΝΗΣΙΟ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ των δηλούντων Ψ (δηλ. του εγκαλούντος) και Χ (δηλ. του κατ/νου), ... 3-3-2000. Η ΣΥΜ/ΦΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" θέσας παρά πόδας του κειμένου της προτεκτεθείσης σφραγίδος την υπογραφή και την σφραγίδα της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., άνευ συναινέσεως της τελευταίας και ουδενός προς τούτο σχετικού δικαιώματος του ιδίου. Με την συναπτομένη με το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό ενέργειά του ο κατηγορούμενος εσκόπει να παραπλανήσει τρίτους σχετικά με γεγονός το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικώτερον εσκόπει, δια της εμπεριεχομένης στο ειρημένο ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνωρίσεως οφειλής που εφέρετο ως προερχομένη από τον εγκαλούνται Ψ, να εμφανίσει τούτον (εγκαλούντα) ως υπεύθυνον για τις απαιτήσεις των επενδυτών της εταιρείας ECOINVEST ΑΕΛΔΕ, προκαλώντας έτσι σ' αυτόν (εγκαλούντα) ζημίαν ύψους 6.041.000.000 δραχμών, με αντίστοιχον του ιδίου περιουσιακόν όφελος, αφού τω όντι αυτός ούτος ο κατηγορούμενος ήτο υπεύθυνος και υπόχρεως έναντι των επενδυτών της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ και ως προς τις απαιτήσεις των τελευταίων (ορ. το περί ου ο λόγος από 03-3-00 ιδιωτικόν συμφωνητικόν).
Απάντων των προεκτεθέντων πλαστών εγγράφων (αποδείξεων και ιδιωτικού συμφωνητικού) εποιήσατο χρήσιν ο εκκαλών κατηγορούμενος επικαλούμενος αυτά στην υπό στοιχ. ΑΒΜ Α03/1499, από 7-5-03, μήνυσή του εναντίον του νυν εγκαλούντος Ψ, αλλά και προσκομίσας αυτά τόσον ενώπιον της διενεργησάσης την συνεπεία της ως άνω μηνύσεως, Κυρίαν Ανάκριση Τακτικής Ανακριτρίας, όσον και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, την 06-12-06, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως της προμνησθείσης μηνύσεως, κατά του νυν εγκαλούντος Ψ. Εν σχέσει προς την πλαστότητα ή μη των προμνησθέντων κρισίμων εγγράφων και από την διεξαχθείσαν, ως προς το ζήτημα, σχετική έρευνα, προέκυψαν τα κάτωθι και δη:
Κατά την από 25-11-2006 "ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΟΛΟΓΙΚΗΣ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΩΣ" της δικαστικής γραφολόγου ..., οι υπογραφές του νυν εγκαλούντος Ψ τόσον στις αποδείξεις της LAIDLAW GLOBAL CORPORATION που προεξετέθησαν, όσον και στο ωσαύτως προεκτεθέν ιδιωτικόν συμφωνητικόν είναι πλαστές, μη τεθείσαι δια χειρός Ψ, αλλά κατ' απομίμησιν γνησίας αυτού υπογραφής, κατά τα ειδικώτερον στην ως άνω γραφολογική έκθεση προσδιοριζόμενα (ορ. Σχετ. την συγκεκριμένη γραφολογική έκθεση).
Περαιτέρω και κατά την ορισθείσαν από την Ανακρίτριαν πραγματογνώμονα δικαστική γραφολόγο ..., οι υφιστάμενες εις τα κρίσιμα έγγραφα υπογραφές του εγκαλούντος Ψ είναι πλαστές και έχουν τεθεί κατ' απομίμησιν, κατά τις ειδικώτερον στην ειρημένη έκθεση γιγνόμενες εξειδικεύσεις, αποκλειομένου μάλιστα του ενδεχομένου της αυτοαλλοιώσεως.
Επίσης, κατά την αυτή ως άνω πραγματογνώμονα, η παρά πόδας του επιδίκου ιδιωτικού συμφωνητικού υπογραφή της συμβολαιογράφου Αθηνών ... είναι πλαστή, μη χαραχθείσα από την ίδια, αλλά με την μέθοδον της ελευθέρας απομιμήσεως, από διάφορον της ιδίας πρόσωπον. (ορ. Σχετ. από 30-6-2008 "'Εκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης". δικαστικής γραφολόγου ...). Ως προς την πλαστότητα της υπογραφής της συγκεκριμένης συμβολαιογράφου, θα πρέπει, επιπροσθέτως, να επισημανθούν και τα ακόλουθα. Η ιδία η συμβολαιογράφος, στην από 22-2-2007 "ΕΞΩΔΙΚΗ-ΔΗΛΩΣΗ-ΑΠΑΝΤΗΣΗ" προς τον νυν εγκαλούντα Ψ, που της είχεν απευθύνει την από 13-02-2007 "ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ", εκθέτει ότι "α) δεν γνωρίζω οποιονδήποτε από τους αναφερομένους ως συμβληθέντες στο έντυπο (ιδιωτικό συμφωνητικό) που επισυνάπτεται στην ανωτέρω δήλωση-πρόσκλησή σας β) δεν έχει μεταβεί στα αναφερόμενα στο ίδιο έντυπο Γραφεία και γ) η υπογραφή που υπάρχει στο αυτό έντυπο, κάτω από την ένδειξη "ΒΕΒΑΙΟΥΤΑΙ.......ΥΠΟΓΡΑΦΗ" δεν έχει τεθεί από εμένα. Επίσης δε και την αναγραφομένη φράση ..... "των δηλούντων Ψ και Χ" καθώς και την ημερομηνία 3-3-2000 δεν έχω γράψει, φυσικά εγώ. Άλλως τε, στις αρμοδιότητες του Συμβολαιογράφου δεν συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα βεβαίωσης υπογραφών σε έγγραφα ιδιωτικά και γενικά σε έγγραφα μη καταχωρούμενα στο βιβλίο καταχώρησης των συμβολαιογραφικών πράξεων, καθώς και η σφράγιση εγγράφων ασχέτως προς τις συντασσόμενες και καταχωρούμενες στο ανωτέρω βιβλίο πράξεις" (Ορ. σχετ. την ειρημένη "ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ" της συγκεκριμένης συμβολαιογράφου). Εν όψει των προεκτεθέντων ως προς την πλαστότητα των επιδίκων εγγράφων, είναι πρόδηλον ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί (ομιλεί περί γνησιότητος των εγγράφων) του εκκαλούντος, κάθε άλλο παρά δύνανται να κλονίσουν την ύπαρξη εις βάρος του αποχρωσών ενδείξεων ενοχής για την συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας για την οποία γίνεται λόγος, της οποίας ορθώς και δικονομικώς επιτρεπτώς προσδιορίζεται, δια του εκκαλουμένου βουλεύματος, ως χρόνος τελέσεως ο του μηνός Απριλίου 2003 τοιούτος, αφού τα πλαστά αυτά έγγραφα κατηρτίσθησαν προκειμένου να συνοδεύσουν, ως δήθεν αποδεικτικά στοιχεία, την από 07-5-2003 έγκληση του εκκαλούντος κατηγορουμένου κατά του νυν εγκαλούντος και ενόψει της καταθέσεως εγχειρίσεως αυτής (εγκλήσεως). Όπως και εν αρχή της παρούσης εξετέθη, ο εκκαλών κατηγορούμενος βαρύνεται και με την πλημμεληματική αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας εις ψευδορκίαν μάρτυρος κατά συρροήν (αρ. 46 § ια, 94 § 1, 224§ 2 και 227 § 1 Π.Κ.). Με το εκκαλούμενον βούλευμα κατηγορούμενοι για ψευδορκία μάρτυρος συμπαραπέμφθηκαν, μετά του εκκαλούντος κατηγορουμένου, οι: Ι) Ω1, κάτ. ..., ΙΙ) Ω2, κατ. ... και ΙΙΙ) Ω3, κατ. ... . Ο υπό στοιχ. Ι εξ αυτών κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι, την 24-3-2004, ενόρκως εξεταζόμενος ως μάρτυς ενώπιον της Ανακριτρίας του 20ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, εντός των πλαισίων της Κυρίας Ανακρίσεως επί της υπό στοιχ. Α03/1499 μηνύσεως του εκκαλούντος κατά του ήδη εγκαλούντος Ψ, εν γνώσει του κατέθεσεν ψευδώς ότι "Τα χρήματα αυτά (295.000.000 δρχ.) τα παραδώσαμε μαζί με τον κ. Χ (ήδη εκκαλούντα) στην εταιρεία GLOBAL στην οποία ήταν αντιπρόεδρος ο Ψ (ήδη εγκαλών) στην οδό ... στο ... . Ο Ψ ουδέποτε του έδωσε μετοχές στο όνομα των πελατών του ούτε του επέστρεψε τα χρήματα που είχε ειπσράξει. Είδαμε με τα μάτια μας ότι τα χρήματά μας τα κατέβαλε στον Ψ". Η υπό στοιχ. ΙΙ εξ αυτών, την 19-3-2004, ενώπιον της αυτής ως άνω Ανακριτρίας και εντός των πλαισίων της ιδίας ως άνω Ανακριτικής διαδικασίας, εξεταζομένη ενόρκως ως μάρτυς κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς ότι: Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της γραμματέως του εγκαλούντος κλήθηκε σε συνάντηση που έλαβε χώραν σε αίθουσα του ξενοδοχείου ... για να ενημερώσει ο εγκαλών και αυτός σχετικά με την δυνατότητα απόκτησης μετοχών μιας προς εισαγωγήν στο χρηματιστήριο εταιρείας, αντί των χρημάτων που δήθεν τους χρωστούσε ο εγκαλών και τα οποία αδυνατούσε να τα καταβάλει άμεσα, ότι ο εγκαλών εξαφανίσθηκε, καθώς και "ότι ο εγκαλών εξαφανίσθηκε, καθώς και "ότι είμαι πεπεισμένη ωστόσο ότι δεν είναι αυτός (δηλ. ο Χ) που υπεξήρεσε τα χρήματά μου, αλλά ο κ. Ψ, όπως και των υπολοίπων πελατών". Ο υπό στοιχ. ΙΙΙ εξ αυτών, την 24-3-2004, ενώπιον της αυτής ως άνω Ανακριτρίας και εντός των πλαισίων της ιδίας πάντοτε ανακριτικής διαδικασίας, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς κατέθεσεν εν γνώσει του ψευδώς ότι "Τον μηνυτή τον γνώρισα το 1999, όταν χρειάστηκε συνοδεία για την ασφαλή μεταφορά χρημάτων του από το γραφείο του σε μία τράπεζα με ξένο όνομα στην οδό ... στο ... . Αυτό συνέβη από τα μέσα του Ιανουαρίου του 1999 και για 7 μήνες σε καθημερινή βάση κατά τις 4 κάθε απόγευμα" (Ορ. Σχετ. τις ειρημένες μαρτυρικές καταθέσεις των προμνησθέντων υπό στοιχ. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και επί ψευδορκία μάρτυρος παραπεμφθέντων κατηγορούμένων). Παρατηρητέον ότι το περιεχόμενον των μαρτυρικών καταθέσεων των παροαναφερθέντων, για ψευδορκία μάρτυρος παραπεμφθέντων, κατηγορουμένων, ταυτίζεται, από ουσιαστικής απόψεως, με το περιεχόμενον των εγγράφων που συνιστούν αντικείμενον της κατηγορίας της κακουργηματικής πλαστογραφίας, αμφότερα (μαρτυρικές καταθέσεις και πλαστά έγγραφα) δε συγκλίνουν εις την εξυπηρέτησιν του σκοπού του κατηγορουμένου - εκκαλούντος, όπως περιποιήσει στον εαυτόν του περιουσιακόν όφελος, αντίστοιχον των ενσωματουμένων εις τα πλαστά έγγραφα χρηματικών ποσών, δια βλάβης περιουσιακής, αντιστοίχου προς την περιουσιακήν ωφέλειαν ύψους, του ήδη εγκαλούντος Ψ. Πρόδηλον συνεπώς και ως εκ των ανωτέρω παρίσταται το ότι, ο ίδιος ο εκκαλών κατηγορούμενος, προκειμένου να υποστηρίξει και προωθήσει τις έκνομες επιδιώξεις του, προεκάλεσε στους αυτουργούς της ψευδορκίας την απόφαση όπως αυτοί ψευδορκήσουν. Η επιδίωξη, δηλαδή, του κατηγορουμένου όπως περιποιήσει στον εαυτόν του περιουσιακόν όφελος, δια αντιστοίχου περιουσιακής βλάβης του εγκαλούντος Ψ, συνδέει ευθέως και αμέσως αυτόν (κατηγορούμενο) τόσον προς την διωκομένη κακουργηματική πλαστογραφία, όσον και προς την ηθικήν αυτουργίαν κατά συρροήν, στις προαναφερθείσες ψευδορκίες των παραπεμπομένων αυτουργών αυτών (ψευδορκιών). Άλλως, ο μόνος ο οποίος είχε συμφέρον από την κατάρτιση των κρισίμων πλαστών εγγράφων και το περιεχόμενον των επιδίκων μαρτυρικών καταθέσεων και ο μόνος αντλών όφελος από αυτά είναι ο εκκαλών κατηγορούμενος, ο οποίος, σημειωτέρον, δεν καταδεικνύει έτερον ως συντάκτην των εγγράφων, αλλά εμμένων, παρά το συντριπτικόν αποδεικτικόν υλικόν, στην γνησιότητα δήθεν αυτών, εμμέσως δεν αποκρούει την ευθείαν και άμεσον σχέσιν του με όσα δια των κατηγοριών του προσάπτονται. Επειδή, εν όψει των προδιαλαμβανομένων, ορθώς εκρίθησαν ως επαρκείς, οι υφιστάμενες εις βάρος του εκκαλούντος ενδείξεις, με το προσβαλλόμενον βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι σκέψεις του οποίου τυγχάνουν ορθές, νόμιμες και υιοθετητέες, θα πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενον βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του εκκαλούντος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διά της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο βούλευμα με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προκαταρκτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και οι σκέψεις του διά των οποίων αποφάνθηκε την απόρριψη της ανωτέρω εφέσεως του αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμης.
Συνεπώς ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 484 § ιδ' του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ' ουσία η υπ' αριθμ. 64/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ' αριθ. 454/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
2) να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 εδ. α' του Π.Κ., όπως προστέθηκε στην τελευταία παράγραφο με το άρθρο 1 παρ. 7α του ν. 2408/1996 και αντικαταστλαθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999 προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη. Η περαιτέρω χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση, κατάρτιση δε πλαστού εγγράφου συνιστά η εξαρχής από το δράστη σύνθεση εγγράφου που δεν υπήρχε πριν και το οποίο εμφανίζεται ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο. Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο ως δράστη περισσοτέρων αυτοτελών μικροτέρων πράξεων του ίδιου εγκλήματος και αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής, στο δικαστήριο της ουσίας δε εναπόκειται η κρίση, αν οι πλείονες ομοειδείς πράξεις του αυτού προσώπου δύνανται να θεωρηθούν ότι τελούν σε ενότητα εγκληματικής αποφάσεως, ως εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος για το οποίο σε καταφατική περίπτωση μπορεί να μην επιβληθεί μια συνολική ποινή κατ' εφαρμογήν άρθρων 9 η παρ. 1 96 Π.Κ., αλλά δύναται να καταγνωσθεί από το δικαστήριο μία και ενιαία για όλες τις πράξεις ποινή, στην επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των πράξεων, οι οποίες θεωρούνται πλέον ως μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, που θεωρείται ένα και ενιαίο κατά την παράγραφο 2 δε του άνω άρθρου που προσετέθη με το άρθρο 14 παρ. 1 (1.1) του ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Έλλειψή της, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και την κυρία ανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το συσχετισμό της δικανικής πεποιθήσεως. Απαιτείται να προκύπτει μόνο ότι έλαβε το Συμβούλιο υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση που ενσωματώνεται στο σκεπτικό του, διαλαμβάνει σε σχέση με την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση που σχημάτισε με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται ειδικώς, τα ακόλουθα. Ο ήδη αναιρεσείων ήταν από το 1995 διευθύνων σύμβουλος στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ECOINVEST A.E.Λ.Δ.Ε" και υπό την ιδιότητά του αυτήν είχε επιτύχει να εμπιστευθούν στη συγκεκριμένη εταιρεία προς επένδυση τα χρήματά των πολλοί πελάτες της. Κατά τη χρονική περίοδο που σημειώθηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μεγάλη πτώση της αξίας των τίτλων, των οποίων γινόταν διαπραγμάτευση σ' αυτό, πολλοί από τους πελάτες της άνω ανώνυμης εταιρείας λήψεις διαβιβάσεως εντολών που απώλεσαν τα χρήματά των εστράφησαν δικαστικώς εναντίον του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και μετά την άσκηση εναντίον του τελευταίου ποινικής διατάξεως αυτός κρατήθηκε προσωρινώς και στη συνέχεια καταδικάσθηκε σε πολυετή κάθειρξη. Ακολούθως ο ήδη αναιρεσείων με την από 7.5.2003 μήνυσή του που υπεβλήθη στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών εναντίον του Ψ, αντιπροέδρου της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL CORPORATION υποστήριξε ότι είχε προτείνει ο τελευταίος σ' αυτόν (μηνυτή) να ανευρίσκει μετοχές εταιρειών που επρόκειτο να εισαχθούν στο χρηματιστήριο και που κρατούσε για ίδιο λογαριασμό της η εταιρεία LAIDLAW GLOBAL CORPORATION και να τις παραδίδει στους πελάτες του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και έτσι οι πελάτες του τελευταίου θα ήταν δυνατό να έχουν υπερβολικά μεγάλες αποδόσεις. Ανέφερε ακόμη ο αναιρεσείων στην άνω μήνυση του ότι απεδέχθη την πρόταση αυτήν συνεργασίας του Ψ από το ότι δεχόταν πιέσεις πελατών του να εξεύρει μετοχές από προεγγραφές και ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας παρέδωσε μεγάλο μέρος από τα χρήματα που είχε λάβει από τους πελάτες του προς επένδυση στον καταμηνυθέντα Ψ. Κατά του τελευταίου με βάση την μήνυση του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική απάτη με παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ και για κακουργηματική υπεξαίρεση ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που η αξία του υπερέβαινε τα 73.000 ευρώ από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στα πλαίσια της διαταχθείσης μετά την άσκηση της άνω ποινικής διώξεως κατά του Ψ κυρίας ανακρίσεως εμφανίσθηκε και εξετάσθηκε ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγων ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, ο οποίος προσεκόμισε σειρά αποδείξεων που ενεφάνισε ότι προέρχονταν δήθεν από τον Ψ καθώς και το υπό ημερομηνία 3.2.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που ήταν πλαστό όπως και οι άνω αποδείξεις. Κατά τα όσα ισχυρίσθηκε τότε ο ήδη αναιρεσείων αυτές οι πλαστές αποδείξεις αφορούσαν τα ικανού ύψους χρηματικά ποσά που ενώ κατά το περιεχόμενο του πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού εμφανιζόταν ο Ψ να αναγνωρίζει την ύπαρξη χρέους προς τον ήδη αναιρεσείοντα και τους πελάτες του ύψους 6.041.000.000 δραχμών και την ανάληψη υποχρεώσεως του Ψ να εξοφλήσει αυτό το χρέος από το προϊόν που θα προέκυπτε από την πώληση μετοχών των συγκεκριμένων εταιρειών. Οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν στην Ανακρίτρια από τον κατηγορούμενο και με τις οποίες εμφανιζόταν ο Ψ ως αντιπρόεδρος της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL CORP. να παραλαμβάνει από τον πρόεδρο της εταιρείας ECOINVEST ΑΕΛΔΕ (δηλαδή τον κατηγορούμενο) τα αναφερόμενα σε κάθε μία ποσά προς αγορά μετοχών μέσω της άνω εταιρείας ήταν οι παρακάτω αποδείξεις της LAIDLAW GLOBAL CORPORATION, ήτοι: α) η υπό ημερομηνία 26/3/1999 ποσού 86.000.000 δρχ., β) η υπό ημερομηνία 7/4/1999 ποσού 11.500.000 δρχ, γ) η υπό ημερομηνία 6/9/1999 ποσού 75.000.000 δρχ, δ) η υπό ημερομηνία 2/9/1999 ποσού 110.000.000 δρχ, ε) η υπό ημερομηνία 10/6/1999 ποσού 125.000.000 δρχ, στ) η υπό ημερομηνία 29/10/1999 ποσού 80.000.000 δρχ και ζ) η υπό ημερομηνία 5/11/1999 ποσού 90.000.000 δρχ. Σε όλες τις παραπάνω αποδείξεις παραλαβής, συνολικού χρηματικού ποσού 577.500.000 δρχ υπό την ένδειξη "Ο ΛΑΒΩΝ" ο κατηγορούμενος έθεσε την σφραγίδα της εταιρείας LAIDLAW GLOBAL CORP. και την υπογραφή του ήδη εγκαλούντος Ψ, κατ' απομίμηση εν αγνοία του τελευταίου και άνευ της συναινέσεώς του με τον σκοπό να παραπλανήσει της χρήσεώς των άλλους για γεγονός που ήταν δυνατό να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα για το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ είχε καταβάλει το ποσό που αναγραφόταν σε κάθε μια από τις αποδείξεις αυτές στον Ψ, ο οποίος ως λήπτης των χρημάτων εξέδωσε την κάθε απόδειξη και έτσι να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος αντιστοίχου ύψους με τα αναφερόμενα στις άνω αποδείξεις χρηματικά ποσά, δια βλάβης της περιουσίας του Ψ τον οποίο ενεφάνιζε ως οφειλέτη αυτών των χρημάτων και υπεύθυνο για την απώλεια των χρημάτων των επενδυτών που ήταν πελάτες του κατηγορουμένου. Το από 3.3.2000 πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσεκόμισε ο κατηγορούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών που διενεργούσε την κυρία ανάκριση επί της μηνύσεώς του είχε το εξής περιεχόμενο "Στην ... , σήμερα Παρασκευή 3 Μαρτίου 2000 και στα γραφεία της LAIDLAW GLOBAL, ..., ..., συντάχθηκε το παρακάτω συμφωνητικό μεταξύ των α) Χ, κάτοικος ..., οδός ..., Α.Δ.Τ. ... και β) Ψ, κάτοικος ... οδός ..., Α.Δ.Τ ... . Ο Ψ, αντιπρόεδρος της επενδυτικής τράπεζας με έδρα τη ... (διευθ. ...), έχοντας συνάψει συνεργασία με τον Χ, πρόεδρο της ECOIVEST AEΛΔΕ, παρείχε την ευκαιρία στους πελάτες της εν λόγω ΑΕΛΔΕ να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους σε μετοχές εταιρειών προτού εισαχθούν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Αυτό γινόταν όποτε η LAIDLAW GLOBAL είχε τη δυνατότητα εύρεσης μετοχών από εταιρείες που θα εισάγονταν. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής ο Ψ παρέδωσε στον Χ το ποσό των 2.767.000.000 δρχ (δύο δισεκατομμύρια επτακόσια εξήντα επτά εκατομμύρια) ως επιστροφή χρημάτων προς τους επενδυτές πελάτες του. Αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας είναι να έχει μείνει προς επιστροφή από τον Ψ στον Χ το ποσό των 6.041.000.000 δρχ (έξι δισεκατομμύρια σαράντα ένα εκατομμύρια) ως εξόφληση των κεφαλαίων, χωρίς να υπολογίζονται οι αποδόσεις από την τοποθέτηση στις μετοχές της UNISOFT Α.Ε. Επειδή σε παράβαση της συμφωνίας μας για συγκεκριμένη τοποθέτηση των κεφαλαίων σε μετοχές ο Ψ έκρινε σκόπιμο χωρίς πρώτα να ενημερώσει τον Χ να τοποθετήσει τα συγκεκριμένα κεφάλαια σε μετοχή που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο Ν. Υόρκης ονομ. ... και στη μετοχή της τραπέζης που εργάζεται LAIDLAW GLOBAL, που είναι εισηγμένη στο NASDAQ επ' ονόματί του, προκύπτει αδυναμία επιστροφής των χρημάτων στους επενδυτές πελάτες της ECOINVEST ΑΕΛΔΕ. Με το παρόν συμφωνητικό ο Ψ γνωστοποιεί στον Χ ότι έχουν αγοραστεί 500.000 μετοχές της New Millenium Α.Ε.Ε.Χ. και 600.000 μετοχές της New Technology Α.Ε.Ε.Χ καθώς και 100.000 μετοχές της εταιρείας ... είτε στο όνομά του είτε στις εταιρείες: "...", "...", "...", "...", "BEPVIL LTD", "..." και δεσμεύεται ότι το προϊόν της πώλησης αυτής των μετοχών θα μεταβιβασθεί στον Χ για ικανοποίηση των πελατών του. Επιπροσθέτως ο Χ δεσμεύεται ότι μέχρι την πώληση των συγκεκριμένων μετοχών και παράδοση σε αυτόν το προϊόν (του προϊόντος) της πώλησης, δεν θα προβεί σε καμία ενέργεια εναντίον του Ψ είτε ποινική μορφής είτε αστικής, ότι δεν θα γνωστοποιήσει σε κανέναν το παρόν συμφωνητικό καθώς και την συμφωνία συνεργασίας τους. Σε περίπτωση που ο Χ αθετήσει οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας το εν λόγω συμφωνητικό καθίσταται άκυρο". Στο τέλος του κειμένου αυτού του ιδιωτικού συμφωνητικού ο κατηγορούμενος έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του Ψ και ακολούθως έθεσε σφραγίδα με την ένδειξη "βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής των δηλούντων Ψ και Χ, Αθήνα 3.3.2000 Η ΣΥΜ/ΦΟΣ ΑΘΗΝΩΝ" και κάτω από το κείμενο της σφραγίδας αυτής την υπογραφή και σφραγίδα της Συμβολαιογράφου Αθηνών ... χωρίς τη συναίνεση αυτής και χωρίς κανένα προς τούτο σχετικό δικαίωμα του ιδίου του κατηγορουμένου. Με την κατάρτιση του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε να παραπλανήσει τρίτους για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα να εμφανίσει τον εγκαλούντα Ψ μέσω της αναγνωρίσεως οφειλής που περιεχόταν στο συμφωνητικό αυτό ως υπεύθυνο για τις απαιτήσεις των επενδυτών της εταιρείας ECOIVEST AEΛΔΕ, προκαλώντας έτσι σ' αυτόν ζημία ύψους 6.041.000 δρχ με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος του κατηγορουμένου ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν υπεύθυνος έναντι των επενδυτών της ECOIVEST AEΛΔΕ και υπόχρεος σε σχέση με τις απαιτήσεις των τελευταίων. Ο κατηγορούμενος έκανε χρήση των πλαστών αποδείξεων και του ιδιωτικού συμφωνητικού που προαναφέρθηκαν με την προσκόμισή των τόσο ενώπιόν της, συνέπεια της ΑΒΜΑ 03/1499 μηνύσεώς του εναντίον του ήδη εγκαλούντος Ψ και της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε σε4 βάρος του τελευταίου, διενεργησάσης την κύρια ανάκριση άνω ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών κατά την εκδίκαση της εναντίον του Ψ ως κατηγορουμένου ποινικής υποθέσεως στη δικάσιμο της 6-12-2006. Από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης από την τακτική Ανακρίτρια ως πραγματογνώμονα δικαστικής γραφολόγου ... προκύπτει ότι η πραγματογνώμονας αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα οι τεθείσες στις άνω αποδείξεις και στο ιδιωτικό συμφωνητικό υπογραφές του εγκαλούντος Ψ είναι πλαστές και έχουν τεθεί κατ' απομίμηση κατά τις ειδικότερες στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαπιστώσεις και συμπέρασμα, αποκλειομένης της περιπτώσεως να έχουν τεθεί οι υπογραφές αλλοιωμένες από τον ίδιο τον φερόμενο ως υπογράφοντα. Επίσης στην από 25.11.2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της δικαστικής γραφολόγου ..., αναφέρεται σε σχέση με τις υπογραφές του εγκαλούντος Ψ στις άνω αποδείξεις της LAIDLAW GLOBAL CORPORATION και στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό ότι είναι πλαστές και δεν είχαν τεθεί δια χειρός του Ψ αλλά κατ' απομίμηση της υπογραφής του. Επίσης σε σχέση με την υπογραφή της συμβολαιογράφου Αθηνών ... στο τέλος του από 3.3.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού αναφέρει η ορισθείσα ως πραγματογνώμων δικαστικής γραφολόγος ... στην άνω από 30-6-2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ότι είναι πλαστή, μη χαραχθείσα από την ίδια αλλά τεθείσα με την μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης από διάφορο εκείνης πρόσωπο. Η άνω συμβολαιογράφος με την απευθυνόμενη προς τον ήδη εγκαλούντα από 22.2.2007 εξώδικη δήλωσή της σε απάντηση της από 13.2.2007 εξωδίκου δηλώσεως προσκλήσεως που της είχε απευθύνει ο Ψ ανέφερε ότι α) δεν γνωρίζω οποιονδήποτε από τους αναφερομένους ως συμβληθέντες στο έντυπο (ιδιωτικό συμφωνητικό) που επισυνάπτεται στην ανωτέρω δήλωση-πρόσκληση σας β) δεν έχω μεταβεί στα αναφερόμενα στο ίδιο έντυπο γραφεία και γ) η υπογραφή που υπάρχει στο έντυπο αυτό υπό την ένδειξη "ΒΕΒΑΙΟΥΤΑΙ ... ΥΠΟΓΡΑΦΗ", δεν έχει τεθεί από εμένα. Επίσης δε και την αναγραφόμενη φράση ... "των δηλούντων Ψ και Χ" καθώς και την ημερομηνία 3.3.2000 δεν την έχω γράψει, φυσικά εγώ. Άλλωστε, στις αρμοδιότητες του Συμβολαιογράφου δεν συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα βεβαίωσης υπογραφών σε έγγραφα ιδιωτικά και γενικά σε έγγραφα μη καταχωρούμενα στο βιβλίο καταχώρησης των συμβολαιογραφικών πράξεων, καθώς και η σφράγιση εγγράφων άσχετων προς τις συντασσόμενες και καταχωρούμενες στο ανωτέρω βιβλίο πράξεις". Κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που έκανε λόγο για γνησιότητα των επιδίκων άνω εγγράφων δεν ήταν επαρκείς ώστε να κλονίσουν τις υπάρχουσες σε βάρος του αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την συγκεκριμένη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας για την οποία κατηγορείτο και ως χρόνος τέλεσης του οποίου με το πρωτόδικο βούλευμα είχε ορθώς προσδιορισθεί αυτός εντός του Απριλίου 2003 καθόσον τα πλαστά αυτά έγγραφα καταρτίσθηκαν προ κειμένου να συνοδεύσουν ως δήθεν αποδεικτικά στοιχεία, των οποίων γινόταν μνεία στο περιεχόμενό της, την από 7.5.2003 έγκληση του κατηγορουμένου κατά του ήδη εγκαλούντος και ενόψει της εγχειρίσεως αυτής της εγκλήσεως. Όσον αφορά την πλημμεληματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή για την οποία ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε παραπεμφθεί με το 3590/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στο ακροατήριο μαζί με τους κατηγορουμένους για ψευδορκία μάρτυρος Ω1, Ω2 και Ω3, κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, ο εκ των φυσικών αυτουργών Ω1 κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι την 24/3/2004 ενόρκως εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Ανακρίτριας του 20ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, στα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως επί της υπο στοιχ. Α03/1499 μηνύσεως του κατηγορουμένου κατά του ήδη εγκαλούντος Ψ εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς ότι "τα χρήματα αυτά (295.000.000 δρχ) τα παραδώσαμε μαζί με τον κ. Χ στην εταιρεία GLOBAL, στην οποία ήταν αντιπρόεδρος ο Ψ, στην οδό ... στο ... . Ο Ψ ουδέποτε του έδωσε μετοχές στο όνομα των πελατών του ούτε του επέστρεψε τα χρήματα που είχε εισπράξει. Είδαμε με τα μάτια μας, ότι τα χρήματά μας τα κατέβαλε στον Ψ". Η έτερη των φυσικών αυτουργών Ω2 κατηγορείται ότι την 19/3/2004 ενώπιον της αυτής ως άνω Ανακρίτριας και στα πλαστά της ίδιας ανακριτικής διαδικασίας εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυς κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι "κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της γραμματέως του εγκαλούντος κλήθηκε σε συνάντηση που έλαβε χώρα σε αίθουσα του ξενοδοχείου ... για να ενημερώσει ο εγκαλών και αυτός σχετικά με τη δυνατότητα απόκτησης μετοχών μιας προς εισαγωγή στο χρηματιστήριο εταιρείας αντί χρημάτων που δήθεν τους χρωστούσε ο εγκαλών και τα οποία αδυνατούσε να καταβάλει άμεσα, ότι ο εγκαλών εξαφανίσθηκε καθώς και ότι είμαι πεπεισμένη ωστόσο ότι δεν είναι αυτός (δηλαδή ο Χ) που υπεξαίρεσε τα χρήματά μου, αλλά ο κ. Ψ όπως και των υπολοίπων πελατών". Ο τρίτος των φυσικών αυτουργών Ω3 κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι την 24-3-2004, ενώπιον της αυτής ως άνω Ανακρίτριας στα πλαίσια της ίδιας ανακριτικής διαδικασίας εξεταζόμενος ως μάρτυς κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι τον μηνυτή τον γνώρισα το 1999, όταν χρειάστηκε συνοδεία για ασφαλή μεταφορά χρημάτων του από το γραφείο του σε μία τράπεζα με ξένο όνομα στην οδό ... στο ... . Αυτό συνέβη από τα μέσα του Ιανουαρίου 1999 και για 7 μήνες σε καθημερινή βάση κατά τις 4 κάθε απόγευμα". Κατά τις περαιτέρω παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος τα ανωτέρω πλαστά έγγραφα η κατάρτιση των οποίων συνιστούσε την κατηγορία της κακουργηματικής πλαστογραφίας που βάρυνε τον ήδη αναιρεσείοντα εξυπηρετούσαν τον σκοπό αυτού να περιποιήσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος αντίστοιχο προς τα ποσά που αναφέρονταν στις άνω πλαστές αποδείξεις και το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό δια βλάβης του ήδη εγκαλούντος Ψ και με αντίστοιχη ωφέλεια του ήδη αναιρεσείοντος. Ευθέως συνδεόταν ο ήδη αναιρεσείων από τους κατηγορουμένους με την κακουργηματική πλαστογραφία λόγω της επιδίωξης εκ μέρους του να περιποιήσει περιουσιακό όφελος στον εαυτό του με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του ήδη εγκαλούντος. Συμφέρον από την κατάρτιση των άνω πλαστών εγγράφων είχε ο ήδη αναιρεσείων ως ο μόνος που αντλούσε όφελος από τα στοιχεία αυτά και η εμμονή του να θεωρεί ότι ήταν γνήσια τα άνω έγγραφα δεν οδηγούσε σε κρίση διαφορετική ως προς την άμεση σχέση του με την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση έκρινε ότι ήταν επαρκείς οι υφιστάμενες σε βάρος του ενδείξεις και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του 3590/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο είχε παραπεμφθεί αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που σκόπευε να προσδιορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του όσον αφορά την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας την απαιτούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά εκθέτει σε αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που προέκυψαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 98, 216, παρ. 1 και 3 α, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Είναι αβάσιμη και απορριπτέα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της απαιτούμενης αιτιολογίας από το ότι το Συμβούλιο Εφετών αναφέρθηκε στην ενσωματωμένη σε αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών εφόσον σ' αυτήν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και την κύρια ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις οι οποίες στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν είναι ελλιπείς ούτε ασαφείς οι παραδοχές του βουλεύματος για το ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον με όφελος και ζημία μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της οποίας αναφέρθηκε και στα πορίσματα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης από την ανακρίτρια δικαστικής γραφολόγου και της γνωμάτευσης - έκθεσης της δικαστικής γραφολόγου ..., τα οποία συνεκτίμησε ως συμπορευόμενα και αξιολόγησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις καταλήγοντας στην κρίση ότι δεν προέκυψαν περιστατικά ενδεικτικά αλλοίωσης των υπογραφών του ήδη εγκαλούντος από τον ίδιο τον Ψ στα έγγραφα αυτά και ότι με μόνη την προβολή (κατά τις παραδοχές του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών) του ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί γνησιότητος των εγγράφων αυτών δεν αποδυναμώνονται οι σε βάρος του υφιστάμενες άνω επαρκείς ενδείξεις για την ευθεία και άμεση σχέση ως δράστη αυτής της αξιόποινης πράξεως. Η αιτίαση του ήδη αναιρεσείοντος ότι αυθαιρέτως προσδιορίσθηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα ως χρόνος τελέσεως της πλαστογραφίας αυτός εντός του μηνός Απριλίου 2003 ενώ από τον ίδιο είχε προβληθεί κατά την εκδίκαση, κατόπιν καταγγελιών διαφόρων επενδυτών εναντίον του άλλων ποινικών υποθέσεων από το έτος 2000 έως το 2003, ότι είχε δώσει στον Ψ χρηματικά ποσά και ότι είχε επιδείξει στα επιληφθέντα της εκδικάσεως εκείνων των υποθέσεων αυτές τις αποδείξεις παραλαβής χρημάτων είναι απορριπτέα καθόσον υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττει με τον ισχυρισμό αυτόν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου ως προς το άνω στοιχείο της πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση που του αποδίδεται είναι απορριπτέος επομένως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Πολ.Δικ. καθόσον αφορά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα εστερείτο της επιβαλλόμενης αιτιολογίας όσον αφορά την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση για την οποία παραπέμφθηκε αυτός να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο. Εξάλλου, καθόσον αφορά τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας κατά συρροή με ψευδορκία μάρτυρα (άρθρα 224 παρ.2-1, 227 παρ.1 Π.Κ. όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση την με το άρθρο 1 παρ. 1 ν.3327/2005) που αποδίδονται στον ήδη αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο για το ότι έπεισε με πειθώ και φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις τους εξετασθέντες ως μάρτυρες ενώπιον της Ανακρίτριας του 20ου τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών στα πλαίσια της κύριας αναιρέσεως επί της άνω με αριθμό Α 2003/1499 μηνύσεως που είχε εγχειρίσει στον Εισαγγελέα Πλημ/κων Αθηνών εναντίον του ήδη εγκαλούντος να καταθέσουν στις 18-3-2004, 19-3-2004, και 24-3-2004 ενόρκως ψέμματα και εν γνώσει του ψεύδους οι λοιποί κατηγορούμενοι Ω1, Ω2 και Ω3 και οι οποίες έχουν τον χαρακτήρα πλημμελήματος (Π.Κ 18) ως τιμωρούμενες με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έχει ήδη συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 111 παρ. 3 του Π.Κ για την παραγραφή των πλημμελημάτων πενταετία, η οποία αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη, αν δεν ορίζεται άλλως (Π.Κ. 112) και έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτών. Έτσι, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω κατηγορουμένου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με αίτημα αναιρέσεως ολοκλήρου του βουλεύματος, ήτοι και ως προς την ως άνω πλημμεληματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, περιέχει σε παραδεκτό λόγο αναιρέσεως που ανάγεται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς όλες τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα πράξεις, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο το προσβαλλόμενη βούλευμα κα να παύση οριστικά τη ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου λόγω παραγραφής. Κατά το άρθρο 469 Κ.Ποιν.Δ αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Για τη συζήτηση του ενδίκου μέσου δεν είναι αναγκαία η κλήτευση των ωφελούμενων κατηγορουμένων, οι οποίοι όμως μπορούν να εμφανισθούν και να συμμετάσχουν στη δίκη. Σε περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το επεκτακτικό αποτέλεσμα του ενδίκου μέσου, μπορεί μετά από αίτηση αυτών ήταν εισαγγελέα να επιληφθεί εκ νέου προς συμπλήρωση της αποφάσεώς του. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το επεκτακτικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων που αφορά την έφεση και την αναίρεση τόσο κατ' αποφάσεων όσο και κατά βουλευμάτων ισχύει μόνο αν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Το αποτέλεσμα της παραγραφής με την πάροδο για τα πλημμελήματα πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας της πενταετίας από την τέλεσή των, ως λόγος εξαλείψεως του αξιόποινου δεν αναφέρεται αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και επομένως επεκτείνεται εκτός των άλλων και στους ωφελούμενους συμμέτοχους, όπως στον συναυτουργό του κατηγορουμένου που άσκησε ένδικο μέσο ή στον φυσικό αυτουργό σε περίπτωση ασκήσεως ένδικου μέσου από τον ηθικό αυτουργό ή και αντιστρόφως. Κατά συνέπεια το αποτέλεσμα της παραγραφής λόγω παρελεύσεως πενταετίας από την τέλεση της πράξεως και εξαλείψεως του αξιόποινου που συνεπάγεται την παύση της ποινικής δίωξης για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή σε σχέση με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, επεκτείνεται και όσον αφορά τους κατηγορουμένους ως φυσικούς αυτουργούς της πράξεως αυτής Ω1, Ω2 και Ω3, που είχαν με το βούλευμα 3590/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπεμφθεί επίσης λόγω συναφείας Τριμελές Εφετείο Αθηνών για κακουργήματα προκειμένου να δικασθούν για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που τους αποδιδόταν ότι τέλεσαν στις 18-3-2004, 19-3-2004, 24-3-2004 υπό τις αναφερόμενες στο εν λόγω βούλευμα διακρίσεις και κατά του οποίου καθώς και κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων του φακέλλου της δικογραφίας ότι άσκησαν ούτε εδικαιούντο να ασκήσουν ένδικο μέσο εφόσον παραπέμφθηκαν μόνο για πλημμέλημα (άρθρα 478, 482 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση του πρώτου με το άρθρο 18 παρ.1 ν. 3346/2005 και του δεύτερου με το άρθρο 41 παρ. 1 ν. 3160/2003). Επομένως λόγω της επεκτάσεως του αποτελέσματος της παραγραφής που δεν αναφέρεται αποκλειστικής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για το πλημμέλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και υπέρ των άνω συμπαραπεμφθέντων ως φυσικών αυτουργών της ψευδορκίας κατηγορουμένων πρέπει το παρόν Συμβούλιο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των άνω κατηγορουμένων ως αυτουργών για την εν λόγω πλημμεληματική πράξη, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δικ, που φέρονται ότι τέλεσαν στην Αθήνα στις 18/3/2004, 19/3/2004, 24/3/2004, ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος το υπ' αριθμό 454/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετεών Αθηνών ως προς την παραπομπή του αναιρεσείοντος Χ για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου Χ για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή που φέρεται τελεσθείσα στην ... στις 18/3/2004, στις 19-3-2004 και στις 24-3-2004.
Αποφαίνεται ότι έχει επεκτακτικό αποτέλεσμα η ασκηθείσα από 3.4.2009 αίτηση αναιρέσεως κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών εκ μέρους του αναιρεσείοντος Χ υπέρ των παρακάτω συγκατηγορουμένων του και παύει οριστικώς την ποινική ξίωξη κατά των κατηγορουμένων Ω1, Ω2 και Ω3 για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα, στις 24-3-2004 από τον πρώτο και τον τρίτο των κατηγορουμένων και στις 19-3-2004 από την δεύτερη κατηγορούμενη.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την άνω αίτηση του Χ για αναίρεση του 454/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που τον είχε παραπέμψει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για πλαστογραφία με χρήση από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία από την οποία υπερέβαινε τα 73.000 € διότι είχε το βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με επιτρεπτή αναφορά στις σκέψεις της ενσωματωμένης και πλήρως αιτιολογημένης προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών. Παύει οριστικά το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου την ποινική δίωξη για την έτερη αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή λόγω παραγραφής καθόσον ο χρόνος τελέσεως της πλημμεληματικής αυτής πράξεως ήταν εντός του χρονικού διαστήματος από 18/3/2004 έως 24/3/2004 και από τότε μέχρι την έκδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου του ΑΠ συμπληρώθηκε η πενταετία παραγραφής του πλημμελήματος (άρθρα 111 παρ. 3, 112 ΠΚ). Αναγνώριση επεκτατικού αποτελέσματος στην ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αίτηση αναιρέσεως υπέρ των συγκατηγορουμένων του που είχαν συμπαραπεμφθεί ως φυσικοί αυτουργοί της πλημμεληματικής πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα και παύση της ποινικής δίωξης και ως προς αυτούς για το άνω πλημμέλημα λόγω παραγραφής ενόψει συμπληρώσεως πενταετίας από την τέλεση της πράξεως.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Ψευδορκία μάρτυρα, Εισαγγελική Πρόταση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2485/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Τερεζάκη, περί αναιρέσεως της 681/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 518/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 εδ. α και στ του ν. 1264/1982, "απαγορεύεται στους εργοδότες, σε πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό τους και σε οποιοδήποτε τρίτο να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που κατατείνει στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και ιδιαίτερα α) ν' ασκούν επιρροή στους εργαζομένους, για την ίδρυση ή μη ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης, ..., στ) να μεταχειρίζονται με ευμένεια ή δυσμένεια τους εργαζομένους, ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως του παραπάνω εγκλήματος της παραβάσεως των άρθρων 14 παρ.2 α, στ , που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, κατ' άρθρο 23 παρ.1 του ανωτέρω ν. 1264/1982, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, αφού ο άνω νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη των μελών του, τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων, κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2003 έως 30-5-2003 ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Προστασίας Οικήσεως Ερμής Α.Ε.Ε. - Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΜΗΣ SECURITY Α.Ε." προσπαθώντας να επηρεάσει το προσωπικό του ενταύθα υποκαταστήματος της εταιρίας και να το αποτρέψει από τη συμμετοχή τους στο νεοσυσταθέν Σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Ερμής Θεσσαλονίκης" ζητούσε πιεστικά από τους εργαζομένους μέσω του διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος ..., στον οποίο έδωσε τη σχετική εντολή, να μην συμμετέχουν στο σωματείο, τέσσερα δε από τα ιδρυτικά μέλη του σωματείου δέχθηκαν απειλές απόλυσης και ειδικότερα οι εργαζόμενοι ΑΑ και ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ, από τους οποίους οι δύο πρώτοι απολύθηκαν στις 7-5-2003 και 30-5-2003 αντίστοιχα. Περί των πιέσεων και των απειλών που δέχθηκαν τα ιδρυτικά μέλη για να μην συμμετέχουν στο σωματείο καταθέτουν με σαφήνεια οι τρεις πρώτοι από τους ανωτέρω εργαζομένους, οι οποίοι εξετάστηκαν ως μάρτυρες πρωτοδίκως, οι δύο δε πρώτοι και στο ακροατήριο του παρόντος Δικατηρίου. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη για την οποία κατηγορείται".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι :
"Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 7-5-2003 έως 30-5-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος ως νόμιμος εκπρόσωπος της παρακάτω εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας και έχων την αποκλειστική ευθύνη τήρησης της εργατικής νομοθεσίας εκ μέρους της ανωνύμου εταιρίας, προέβη σε πράξεις που κατέτειναν στην παρακώλυση της άσκησης των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων σε αυτήν ασκώντας επιρροή σε αυτούς για τη μη ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης και μεταχειριζόμενος με δυσμένεια τους εργαζόμενους ανάλογα με την συμμετοχή τους σε ορισμένη συνδικαλιστική οργάνωση. Συγκεκριμένα νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Προστασίας Οικήσεως Ερμής Α.Ε.Ε. - Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφάλειας" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΜΗΣ SECURITY Α.Ε." προσπαθώντας να επηρεάσει το προσωπικό του ενταύθα υποκαταστήματος και να το αποτρέψει από τη συμμετοχή τους στο νεοσυσταθέν Σωματείο με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων Ερμής Θεσσαλονίκης" ζήτησε από το προσωπικό να υπογραφούν δηλώσεις περί μη συμμετοχής τους και επιπλέον συμπεριφέρθηκε με δυσμένεια στους κάτωθι εργαζόμενους καθώς α) την 7-5-2003 απέλυσε τον εργαζόμενο και ιδρυτικό μέλος του εν λόγο Σωματείου, ΑΑ και β) την 30-5-2003 απέλυσε τον εργαζόμενο και ιδρυτικό μέλος του εν λόγω Σωματείου, ΒΒ, και ειδοποίησε τους επίσης εργαζόμενους και ιδρυτικά μέλη αυτού του Σωματείου ΓΓ και ΔΔ ότι πρόκειται να απολυθούν λόγω της συμμετοχής όλων των παραπάνω σε αυτήν την συνδικαλιστική οργάνωση".
Η άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι ασαφής και αντιφατική. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ στο αιτιολογικό του δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας, προέβη σε ενέργειες που αποσκοπούσαν στο να επηρεάσει το προσωπικό του στη ... υποκαταστήματος της εταιρείας και να το αποτρέψει από τη συμμετοχή του στο "νεοσυσταθέν σωματείο" εργαζομένων, τέσσερα δε από τα ιδρυτικά μέλη δέχθηκαν απειλές απολύσεως και δύο από αυτούς απολύθηκαν, στο διατακτικό δέχεται ότι ο αναιρεσείων προέβη σε πράξεις που κατέτειναν στην παρακώλυση ασκήσεως των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, ασκώντας επιρροή σε αυτούς "για τη μη ίδρυση συνδικαλιστικής οργανώσεως" και ταυτόχρονα ότι μεταχειριζόταν με δυσμένεια τους εργαζόμενους, ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε ορισμένη (ήδη συσταθείσα) συνδικαλιστική οργάνωση, ζήτησε μάλιστα από το προσωπικό να υπογραφούν και δηλώσεις περί μη συμμετοχής τους σε αυτή, παράβαση (η τελευταία) που εμπίπτει όμως αυτοτελώς στην περίπτωση γ' του άνω άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 1264/1982, για την οποία δε διώχθηκε ούτε καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος. Η άνω ασάφεια και αντίφαση ως προς το αν τελικά ο κατηγορούμενος, με τις παραπάνω ενέργειές του, άσκησε επιρροή για τη μη συμμετοχή των εργαζομένων σε ήδη συσταθέν σωματείο ή επηρέασε τους εργαζομένους για τη μη ίδρυση σωματείου στην εταιρεία που εκπροσωπούσε, καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 παρ.2 περ. α, στ και 23 παρ.1 του ν. 1264/1982 και έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 681/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του άρθρου 14 ν. 1264/1982 περί συνδικαλιστικών ελευθεριών. Βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, για ασάφεια και αντιφάσεις μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού. Υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το αν τελικά ο κατηγορούμενος, με τις ενέργειες του, παρεμπόδισε τη μη ίδρυση σωματείου εργαζομένων στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ή αν παρεμπόδισε τη συμμετοχή των εργαζομένων σε ήδη συσταθέν σωματείο, ήτοι αν συντρέχει παραβίαση του εδαφίου α΄ ή του εδαφίου στ΄ του άνω άρθρου 14 παρ.2 του ν. 1264/1982, καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 14 παρ.2 α, στ και 23 παρ.1 του ν. 1264/1982 και έτσι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Συνδικαλιστικές ελευθερίες.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2493/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τζαμαδάκη, περί αναιρέσεως της 8603/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1067/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των σ' αυτή αναφερομένων αποφάσεων δεν καταλέγεται και η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ανακαλείται η χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε λόγω ανακαλυφθείσας προηγούμενης καταδίκης και στη συνέχεια γίνεται, κατά το άρθρο 82 του ΠΚ, μετατροπή της ποινής αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 8603/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ανακλήθηκε η χορηγηθείσα, με την 6895/2007 καταδικαστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, αναστολή εκτελέσεως επί τριετία της επιβληθείσης με αυτή ποινής φυλακίσεως των πέντε (5) μηνών, εξαιτίας ανακαλυφθείσας προηγούμενης καταδίκης του κατηγορουμένου σε ποινή φυλακίσεως και η ποινή αυτή μετατράπηκε σε χρηματική. Εφόσον, όμως, η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση, δεν καταλέγεται όπως προεκτέθηκε μεταξύ των αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ, έπεται ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 31/22-6-2009 αίτηση του ... περί αναιρέσεως της 8603/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης διότι στρέφεται κατά αποφάσεως που ανακάλεσε χορηγηθείσα προηγούμενη αναστολή εκτελέσεως της ποινής, εξαιτίας ανακαλυφθείσας προηγούμενης καταδίκης, καθόσον η απόφαση αυτή δεν είναι τελειωτική κατ' άρθρο 504 §1 ΚΠΔ και δε αναίρεση κατ' αυτής (ΟλΑΠ 466/1979, ΑΠ 1352/2006 με μειοψηφία, 1578/2004. Αντίθετη η ΑΠ 830/1995 με αντίθετη Εισαγγελική πρόταση) -.
|
Ποινής αναστολή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ποινής αναστολή.
| 0
|
Αριθμός 2482/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτου Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κάτανο και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατσιάβο, για αναίρεση της 908/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Καρακώστα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαΐου 2009 και 6 Μαΐου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στα από 5 Οκτωβρίου 2009 δύο χωριστά δικόγραφα των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 750/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως α) από 6/6-5-2009 του κατηγορουμένου Χ2 και β) από 5/6-5-2009 του κατηγορουμένου Χ1, όπως έχουν διαμορφωθεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, με τα από 2-10-2009 και 5-10-2009 δικόγραφα, πρόσθετους λόγους, κατά της 908/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως ν.1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή, δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί τη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το παραπάνω αδίκημα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων, που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό ή εισπραττόμενο στο τελωνείο τέλος, φόρο ή δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του κράτους χωρίς τη γραπτή άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει ή διακινεί, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Περαιτέρω στο άρθρο 102 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' ορίζεται: Α)... Β) δια φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους α)... β)... γ) εάν οι δασμοί, φόροι, τέλη ή δικαιώματα, των οποίων στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και δ) εάν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 102 και 107 που περιέχονται στο υπό τον τίτλο "περί ποινών της λαθρεμπορίας" ΙΔ' κεφάλαιο του ν.1165/1918, κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, εκτός από την ποινή φυλακίσεως που επιβάλλεται, δημεύονται τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής και, εάν, για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η δήμευση τους, επιβάλλεται στον κηρυχθέντα ένοχο αυτής χρηματική ποινή, ίση με την αξία CIF προσαυξημένη με τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δεν δημεύθηκαν. Περαιτέρω, με το ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι αντίστοιχες δε προς τις παραπάνω διατάξεις είναι οι διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1, 2 περ. ζ', οι οποίες ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και των άρθρων 157 και 160 παρ. 1-2 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις αυτές, με τις ίδιες διακρίσεις, ποινές φυλακίσεως, καθώς και υπό την αυτή προϋπόθεση χρηματική ποινή, που όμως είναι ίση με μόνη την αξία CIF, χωρίς, δηλαδή, την προσαύξηση με δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας. Έτσι, ο νέος νόμος ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις και γι' αυτό εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που τελέσθηκαν προ της 1-1-2002 και που δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Από τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική μορφή της πλαστογραφίας, απαιτείται πλέον, κατά την παράγραφο 3 α, β του άρθρου 216 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β του ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) ή διάπραξη πλαστογραφιών κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ). Εξάλλου, το έγκλημα της πλαστογραφίας είναι σχετικό με τα υπομνήματα, προϋποθέτει κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνήσιου εγγράφου και έχει χαρακτήρα σωρευτικά μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή η κατάρτιση εξ αρχής πλαστού εγγράφου και η νόθευση γνήσιου, δεν μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος, συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1608/1950, περί αυξήσεως των προβλεπομένων για τους καταχραστές του Δημοσίου ποινών, όπως ισχύει μετά το ν. 1738/1987, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα αναγραφόμενα εκεί άρθρα του Ποινικού Κώδικα, μεταξύ των οποίων και το 216 ΠΚ για την πλαστογραφία, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο, υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών (που μετά το άρθρο 4 παρ. 3 του ν.2408/1996 αυξήθηκε σε 50.000.000 δραχμές), επιβάλλεται η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ποινή. Από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ακόμη, ότι στις περιπτώσεις που προσβάλλονται κατ' εξακολούθηση περιουσιακά έννομα αγαθά, κρίσιμο μέγεθος για τον προσδιορισμό της σχετικής αξίας (του οφέλους ή της ζημίας) ως ευτελούς, ιδιαίτερα μεγάλης, ανώτερης των 5.000.000 δραχμών ή των 15.000 ευρώ κ.λ.π είναι το άθροισμα του αντικειμένου του συνόλου των μερικότερων πράξεων. Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2721/1999 στο άρθρο 98 του ΠΚ προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Σε τούτο συνηγορεί και το ότι με την παραγρ. 2 του ίδιου άρθρου 14, η με την παραγρ. 7 του ν. 2408/1996 προστεθείσα φράση στο τέλος της παραγρ. 3 του άρθρου 216 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής: "αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000)". Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενού εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάση των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από την τελευταία αυτή διάταξη του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της άμεσης συνέργειας, απαιτείται ο αυτουργός να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη που συνιστά έγκλημα και ο συνεργός να τελέσει κατά τη διάρκεια αυτού του εγκλήματος και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, πράξη υποστηρικτική της άνω κύριας πράξης του αυτουργού, δηλαδή άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια, σε τρόπο ώστε, χωρίς αυτή, με βεβαιότητα δε θα ήταν δυνατή η τέλεση του εγκλήματος από τον αυτουργό.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως θεμελιώνει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 908/2009 απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σε εκτέλεση εντολών ελέγχου έρευνας του ΣΔΟΕ, που δέθηκαν από την Κεντρική Υπηρεσία του στην περιφερειακή διεύθυνση Δυτικής Μακεδονίας που είχε προέλθει σε έλεγχο άλλων εταιριών (ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ με έδρα το ... και ΕΝΑ Α.Β.Ε.Ε.Π.Υ με έδρα τον ...), που διακινούσαν αλκοολούχα ποτά και ήταν κάτοχοι αδειών λειτουργίας φορολογικών αποθηκών ελέχθηκε από κλιμάκιο υπαλλήλων του ΣΔΟΕ περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Μακεδονίας (...), στο οποίο συμμετείχαν και οι εξετασθέντες ως μάρτυρες τόσο πρωτοδίκως όσο και στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ ελέχθηκε από 5 Ιουλίου 2001 η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ, που είχε έδρα στη ... στην οδό ... αριθμός ... με αντικείμενο εργασιών διανομές ποτών και ήταν κάτοχος αδείας λειτουργίας φορολογικής αποθήκης υπ' αριθμό ... από τον Οκτώβριο του έτους 2000, οι χώροι δε της φορολογικής αποθήκης της ευρίσκοντο στις ... επί της οδού ... αριθμός ... Η εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ περιλαμβανόταν μεταξύ των προμηθευτών αλκοολούχων ποτών της εταιρείας ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕ και της εταιρείας ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ και θεωρήθηκε ύποπτη και ζητήθηκε αρχικά, εν όσω ελεγχόταν από την περιφερειακή Διεύθυνση ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας οι συναλλαγές των εταιρειών ΚΟΣΜΟΕΜΠΟΡΙΚΗ και ΕΝΑ ΑΒΕΕΠΥ, να διενεργηθεί έλεγχος στη ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ από την αρμόδια περιφερειακή Διέυθυνση ΣΔΟΕ Αττικής και από την αρμοδία Δ.Ο.Υ διότι δεν έδιναν στοιχεία σχετικά με τη διακίνηση ποτών από τις φορολογικές αποθήκες της προς τις δύο προαναφερθείσες εταιρείες και αυτά που έδωσαν εγγράφως κρίθηκαν ελλιπή ή λανθασμένα, όπως αναφέρουν οι ελεγκτές του ΣΔΟΕ περιεφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας στην αναγνωσθείσα από 8/2/2002 υπ' αριθμ. υπόθεσης ..., ..., ... και ... έκθεση ελέγχου-πορισματική Αναφορά του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος. Περιφερειακή Διεύθυνση Δυτικής Μακεδονίας - Τμήμα Ναρκωτικών και όπλων. Από τους κατηγορουμένους ο Χ2 ήταν εταίρος στην ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ με ποσοστό συμμετοχής 40% και ο Χ1 ήταν υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας ασχολούμενος με τις οικονομικές συναλλαγές και τις τραπεζικές εργασίες που αφορούσαν την εταιρεία καθώς και με τις υποθέσεις της εταιρείας που είχαν σχέση με το τελωνείο ενώ ασχολείτο και με τις παραγγελίες πελατών και κατά την έναρξη του ελέγχου που έγινε στις 5/7/2001 από τους άνω υπαλλήλους του συνεργείου της περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας βρισκόταν στο χώρο έκδοσης των φορολογικών στοιχείων στην έδρα της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στη ... και στον χαρτοφύλακα του περιέχονταν διάφορα έντυπα και άλλα στοιχεία και αντικείμενα που είχαν σχέση με τις εργασίες που εκτελούσε για την εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ που διαπίστωσαν οι υπάλληλοι του άνω συνεργείου του ΣΔΟΕ που έκαναν τον έλεγχο την ημέρα εκείνη ότι επρόκειτο για μηχανική σφραγίδα της επιχείρησης BALDACCI ΕΠΕ μηχανική σφραγίδα της επιχείρησης ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε στέλεχος (μπλόκ) αποδείξεων είσπραξης της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΚΩΝ ΑΕ των 50 φύλλων από τα οποία ήταν συμπληρωμένα με καταχωρήσεις τα φύλλα από Νο 1401 έως 1406, ένα θεωρημένο στέλεχος (μπλόκ) ΔΑ της ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ Νο 151-200, ένα θεωρημένο μπλόκ ΔΑ-1 Νο 1-50 της επιχείρησης BALDACCI ΕΠΕ, που κατασχέθηκαν από τους ελέγχοντες υπαλλήλους του ΣΔΟΕ ... Ο κατηγορούμενος Χ2 ήταν από τότε που η εταιρεία έκανε έναρξη εργασιών της στη ΔΟΥ ... τον Απρίλιο του έτους 1997 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2000 διαχειριστής της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ - ΔΙΟΝΟΜΕΙΣ ΠΟΤΩΝ κατά τα οριζόμενα στο καταστατικό της. Μετά την τροποποίηση του καταστατικού της εταιρείας αυτής την αλλαγή επωνυμίας της και τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων τους από του εκ των αρχικών εταίρων ..., ... και ... στον ΔΔ, Κυπριακής ιθαγένειας ο οποίος εισήλθε στην εταιρεία ως εταίρος με ποσοστό 60% του εταιρικού κεφαλαίου με την ... πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Μιχαλοπούλου ορίσθηκε διαχειριστής της εταιρείας ο ΔΔ. Ο ανωτέρω ΔΔ, ο οποίος ήταν κατηγορούμενος στη δίκη στον πρώτο βαθμό αλλά δεν ερευνάται ως προς αυτόν η υπόθεση στην προκειμένη ποινική δίκη αφού δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εκκαλούντων δεν ήταν συνεχώς στην εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ αλλά διηύθυνε τις υποθέσεις της όταν δεν απουσίαζε και τις πράξεις διαχείρισης ενεργούσε ο Χ2 που φρόντιζε και να ευρίσκει πελάτες για την διάθεση ποτών. Ο ΔΔ δεν εμφανίσθηκε ούτε κατά τον έλεγχο που διενήργησε στην εταιρεία αυτήν το κλιμάκιο της περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας. Με το υπ' αριθμό ... πληρεξούσιο της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης Αναστασάκη ο ΔΔ είχε διορίσει ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και αντίκλητό του τον Χ2 προς τον οποίο χορήγησε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί όλες τις πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας. Ο Χ2 έκανε συναλλαγές με τρίτους για να τους προμηθεύει αλκοολούχα ποτά της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ είτε ο ίδιος είτε μέσω του Χ1 είτε άλλων υπαλλήλων πωλητών επιχείρησης αυτής όπως ο ΕΕ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας είτε με τρίτους που δέχθηκαν να συνεργασθούν με την ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και δραστηριοποιούνταν στην πώληση ποτών σε διάφορες επιχείρησεις εμπορίας ποτών στην επαρχία. Ο κατηγορούμενος Χ2 ήταν έμπειρος και γνώριζε καλώς τις συναλλαγές στο χώρο διακίνησης αλκοολούχων ποτών εν όψει και του ότι είχε κατά το παρελθόν διατελέσει σημαντικό στέλεχος στην εταιρεία ΜΕΤΑΞΑ, όπως ανέφεραν στις καταθέσεις τους και οι μάρτυρες υπεράσπισης ... και ... Η ανάληψη της διαχείρισης της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ από τον ΔΔ έγινε χωρίς να παύσει ο κατηγορούμενος Χ2 να ασχολείται με παρόμοια καθήκοντα για να εξυπηρετηθούν οι έναντι των φορολογικών και τελωνειακών αρχών διατυπώσεις από τον μήνα Οκτώβριο 2000, που άρχισε η λειτουργία της φορολογικής αποθήκης της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ώστε να υπάρχει έναντι των ελεγκτικών αρχών συγκεκριμένο άτομο το οποίο θα ανεζητείτο ως υπεύθυνος λόγω της ιδιότητος του ως διαχειριστή της συγκεκριμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και η ανεύρεση του οποίου θα ήταν δυσχερής παρά τη δηλωθείσα διεύθυνση διανομής του στην ..., αφού ήταν Κύπριος και απουσίαζε συχνά στην αλλοδαπή. Ο Χ2 ασκούσε και εκείνος πράξεις διαχείρισης αυτής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και με τον συγκατηγορούμενο του Χ1 ενεργούσαν για να γίνεται διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση μέρους των διακινηθέντων αλκοολούχων ποτών από την αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στις ... σε άλλες επιχειρήσεις εμπορίας ποτών με παραστατικά παράτυπα μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα για να αποφεύγεται η καταβολή των οφειλομένων δασμών και φόρων. Ο Χ2 και ο Χ1 που είχε εμφανισθεί ως διευθύνων της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ σε πράκτορα της ασφαλιστικής εταιρείας που μεσολάβησε είχαν φροντίσει προκειμένου να εξασφαλισθεί η άδεια φορολογικής αποθήκης να κατατεθεί από την εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στο Τελωνείο Αχαρνών εγγύση ποσού 35.000.000 δραχμών με την υπ' αριθμό ... εγγυητική επιστολή και ταυτάριθμο ασφαλιστήριο συμβόλαιο της ασφαλιστικής εταιρείας NORDSTERN COLONIA HELLAS Α.Ε.ΓΑ., πριν ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις για την τροποποίηση της εταιρείας αυτής και τα εταιρικά τους μερίδια και το πρόσωπο του διαχειριστή της δόθηκε αργότερα πρόσθετη εγγύηση υπέρ της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ με νεότερη εγγυητική επιστολή, εξέτασαν δε αυτές οι εγγυητικές επιστολές για να πληρωθούν μέρος των οφειλομένων φόρων και δασμών για τις ποσότητες ποτών που θεωρήθηκαν ως ελλείματα από το κλιμάκιο του ΣΔΟΕ που έκανε έλεγχο στη φορολογική αποθήκη αυτής της εταιρείας και που διακινήθηκαν παράτυπα από την εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ μετά τον καταλογισμό που έγινε από την υπηρεσία του Τελωνείου Αχαρνών όπως κατέθεσε ο εξετασθείς ως μάρτυρας και πρωτοδίκως και στο παρόν δικαστήριο υπάλληλος ΣΤ, που υπηρετούσε στο Τελωνείο Αχαρνών κατά την κρίσιμη περίοδο λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης της άνω εταιρείας αλλά και η μάρτυρας στην ... ΓΓ όπως και ο μάρτυρας ΑΑ. Από τους κατηγορουμένους ο Χ2 ως ασκών διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ με βάση το προαναφερθέν προς αυτόν πληρεξούσιο του ΔΔ και ο Χ1 ως υπεύθυνος πωλήσεων της ιδίας εταιρείας χρησιμοποίησαν φορολιγικά στοιχεία τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ και της εταιρείας BALDACCI Ε.Π.Ε για να διακινήσει και πωλήσει αλκοολούχα ποτά από την φορολογικής της αποθήκη διότι αν χρησιμοποιούνταν φορολογικά στοιχεία της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ θα έπρεπε να καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και φόρους στο τελωνείο, όπως προέκυψε από όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ... ΓΓ, ΒΒ και ΑΑ με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου Αλκοολούχα ποτά είχε διαθέσει η ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και με φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης του εκκαλούντος κατηγορουμένου ΖΖ, όπως αυτά που αφορούσας λαθραία αλκοολούχα ποτά που πωλήθηκαν στην επιχείρηση εμπορίας ποτών-αναψυκτικών-καφέδων στο 5ο χιλιόμετρο Ε.Ο. ...-... του ..., ο οποίος είχε παραλάβει τέτοια αλκοολούχα ποτά και εμ εικονικά τιμολόγια δελτία-αποστολής της επιχείρησης BALDACCI Ε.Π.Ε αν και οι συναλλαγές είχαν γίνει κατόπιν παραγγελιών που είχε δώσει στον κατηγορούμενο Χ2, που γνώριζε από απαλαιά και τα χρήματα για την αξία των κατετέθησαν στον Τραπεζικό λογαριασμό του άνω κατηγορουμένου στην Τράπεζα ALPHA BANK. Λαθραία αλκοολούχα ποτά πωλήθηκαν και στην επιχείρηση χονδρικού εμπορίου ποτών στις ... στην ... της εταιρείας ... & Σία Ο.Ε με φορολογικά στοιχεία της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε που προέρχονταν από το στέλεχος Δελτίων Αποστολής που βρέθηκε και κατασχέθηκε από τους υπαλλήλους της ΣΔΟΕ περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Μακεδονίας στην έδρα της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και τα οποία είχαν μεταφερθεί εκεί από τον οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου ... Αυτός είχε λάβει την εντολή για τη μεταφορά από τον υπεύθυνο της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και είχε φορτώσει τα ποτά από την αποθήκη στις ... στην οδό ... και ... δίπλα από το σταθμό του ΟΣΕ. Με φορολογικά στοιχεία της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ που είχαν περιέλθει στους κατηγορουμένους Χ2 και Χ1 διαπιστώθηκε ότι διακινήθηκαν λαθραία και παραδόθηκαν στην επιχείρηση του ... στην ... (...) ποτά αλκοολούχα από αυτά που είχε στην φορολογική αποθήκη της η ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ τον Μάϊο και τον Ιούνιο 2001 σε πωλητή της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και ειδικότερα του κατηγορουμένου Χ2. Με τιμολόγια της επιχείρησης της BALDACCI Ε.Π.Ε και της επιχείρησης του ΖΖ πωλήθηκαν λαθραία αλκοολούχα ποτά της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ από τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ1 στην επιχείρηση της Δημ. Αχ. ΧΑΝΤΖΗΣ ΑΕΒΕ 4ο χιλιόμετρο Ε.Ο ...-... και τα χρήματα από τις πωλήσεις αυτών των ποτών σε μετρητά και σε επιταγές ο πωλητής της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ΕΕ που εκτελούσε τις εντολές πώλησης των τα επέστρεφε και παρέδιδε στον Χ2 στην ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ή στον ΔΔ ή όταν έλειπε αυτός στον Χ1. Το ίδιο δε συνέβη και με την πώληση αλκοολούχων ποτών από την ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στην επιχείρηση της ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ Α.Ε.Ε εμπόριο ποτών στο ... που είχε δώσει την παραγγελία για 912 φιάλες αλκοολούχων ποτών αξίας 2.775.120 δραχμών στο ΕΕ. Αλκοολούχα ποτά από αυτά της φορολογικής αποθήκης της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ διακινήθηκαν με δελτία αποστολής της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ και σε άλλες επιχειρήσεις εμπορίας ποτών τον Μάϊο 2001 από άλλους πωλητές που είχαν συνεννοηθεί με τους κατηγορουμένους Χ2 και Χ1 και με τον διαχειριστή της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ΔΔ. Τέτοιες επιχειρήσεις που είχαν παραλάβει ποτά με παραστατικά της ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΕ ήταν η επιχείρηση του ..., ...καθώς και η επιχείρηση του ... στην ... στις επιχειρήσεις των οποίων βρέθηκαν τα .../3-5-2001 και .../3-5-2001 δελτία αποστολής της Μεγάλης Αγοράς Τροφίμων Α.Ε και οι οποίες είχαν στην πραγματικότητα προμηθευθεί αλκοολούχα ποτά όχι από την ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ, αλλά από την ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ. Από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 είχαν υποβληθεί στο Τελωνείο Αχαρνών τον Απρίλιο 2001 πριν γίνει έλεγχος στην φορολογική αποθήκη της εν λόγω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης υπογεγραμμένα από τον διαχειριστή της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ΔΔ όπως ανέφερε εξεταζομένη ως μάρτυρας και η γραφολόγος ... που εξέτασε τις υπογραφές και συνέταξε την αναγνωσθείσα από 11-3-2009 έκθεση γραφολογική γνωμοδότησης συνοδευτικά διοικητικά έγγραφα με αποστολέα την εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και παραλήπτρια την εταιρεία MICHELOTTI RENATO SRL στην Ιταλία που αφορούσαν εξαγωγές αλκοολούχων ποτών σε ποσότητα 59160 φιαλών από τη φορολογική αποθήκη της πρώτης προς την φορολογική αποθήκη της παραλήπτριας άνω ιταλικής εταιρείας.
Από το ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ελέγχων οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ είχαν διαπιστώσει ότι από τις ελεγχόμενες εταιρείες που διατηρούσαν φορολογικές αποθήκες δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι εξαγωγές αλκοολούχων ποτών που είχαν περιληφθεί σε συνοδευτικά διοικητικά έγγραφα που υπέβαλαν στις τελωνειακές αρχές υπεδείχθη από τους υπαλλήλους της περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας που έκαναν έλεγχο στη φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στο Τελωνείο Αχαρνών να ζητήσει επαλήθευση της παραπάνω ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των αλκοολούχων ποτών χωρίς καταβολή φόρων και δασμών για την οποία είχαν εκδοθεί και υποβληθεί από την εν λόγω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αυτά τα συνοδευτικά διοικητικά έγγραφα από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές της Ιταλίας στα πλαίσια της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής που προβλέπεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απεστάλη από το Τελωνείο Αχαρνών σχετικό υπ' αριθμ. πρωτ. .../6-7-2001 έγγραφο όπως διαπιστώθηκε από τις απαντήσεις των ιταλικών Τελωνειακών Αρχών η επιχείρηση MTB MICHLOTTI RENATO SRL στο ARCOTRANTO Ιταλίας ουδέποτε παρέλαβε τα αλκοολούχα ποτά σε 59160 φιάλες που αναφέρονταν ότι εξήχθησαν με τα παραπάνω συνοδευτικά διοικητικά έγγραφα και αυτά τα τέσσερα ΣΔΕ έφεραν πλαστές σφραγίδες και υπογραφές των Ιταλικών Τελωνειακών υπηρεσιών και υπαλλήλων τους στο αντίτυπο καθενός των άνω συνοδευτικών εγγράφων που φερόταν ότι επεστράφη θεωρημένο από τις ιταλικές τελωνειακές αρχές στο Τελωνείο Αχαρνών (βλ. και υπ' αριθμ. πρωτ. Α. .../540/7-2-2002 έγγραφο της Γεν. Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ - Διεύθυνση Ειδ. Φόρων Κατανάλωσης, Γραφείο ΣΕΦΚ (Ε.Ι.Ο), προς το Τελωνείο Αχαρνών που ανεγνώσθη στο οποίο αναφέρεται η επιστροφή δύο εντύπων επαλήθευσης θεωρημένων από την αρμόδια τελωνειακή αρχή της Ιταλίας προς την οποία είχαν αρχικά απευθυνθεί για διερεύνηση και ότι σύμφωνα με την απάντηση της αρμόδιας αρχής της Ιταλίας τα ΣΔΕ υπ' αριθμ. 1, 3, 4, και 5 που αφορούν στα σχετικά έντυπα αμοιβαίας συνδρομής οι σφραγίδες και υπογραφές είναι πλαστές και τα εμπορεύματα δεν έχουν παραληφθεί. Κατά τις εκτιμήσεις των διενεργησάντων τον έλεγχο των υπαλλήλων της περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας αλκοολούχα προερχόμενα από την ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ παραδόθηκαν και στην επιχείρηση της εταιρείας ΑΦΟΙ ... ΟΕ χονδρικό εμπόριο οινοπνευματωδών και άλλων ποτών στον ... (...) τον Δεκέμβριο 2000 και τους πρώτους μήνες του έτους 2001 καθώς και στις 14/5/2001 και 13/6/2001. Μεταφέρθηκαν με φορολογικό αυτοκίνητο ... ιδιοκτησίας του πατέρα του κατηγορουμένου Χ1 και με το φορτηγό αυτοκίνητο Δημοσίας χρήσεως ... ιδιοκτησίας του ..., που είχε φορτώσει τα ποτά που παρέδωσε από τη φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ. Οι φιάλες αυτές αλκοολούχων ποτών που παραδόθηκαν στην επιχείρηση ΑΦΟΙ ... ΟΕ, ήταν 8016 συνολικά αξίας 24.715.020 δρχ. (χωρίς ΦΠΑ), διακινήθηκαν σε τιμολόγια-δελτία αποστολής της εταιρείας BALDACCI Ε.Π.Ε. Για την εταιρεία BALDACCI Ε.Π.Ε διαπιστώθηκε ότι είχε αντικείμενο τις εισαγωγές, εξαγωγές, εφοδιασμούς με τρόφιμα ποτά σίδηρο ηλεκτρικά είδη είχε έδρα στους ... (...). ... έναρξη εργασιών στις 4-12-2000 αλλά είχε ιδρυθεί όπως διαπίστωσαν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ που έκαναν τον έλεγχο και κατέθεσαν ως μάρτυρες και πρωτοδίκως και στο παρόν Δικαστήριο για να χρησιμοποιούνται τα φορολογικά της στοιχεία στη διακίνηση λαθραίων αλκοολούχων ποτών από άλλες εταιρείες τέτοιων ειδών που διατηρούσαν φορολογική αποθήκη όπως η ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ. Δεν αποδείχθηκε άμεση εμπλοκή των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 στην πώληση και παράδοση αλκοολούχων ποτών στην εταιρεία Αφοί ... ΟΕ από τον Απρίλιο 2001 μέχρι και τα μέσα Ιουνίου 2001 ούτε ότι κατόπιν ενεργειών αυτών δόθηκαν οι σχετικές παραγγελίες από την ομόρρυθμη εταιρεία ΑΦΟΙ ... ΟΕ και ότι δόθηκαν οι εντολές να εκτελεσθούν. Αποδεικνύεται από τα παραπάνω και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ότι οι κατηγορούμενος Χ2 ως ασκών ουσιαστική διοίκηση των υποθέσεων της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ της οποίας ήταν εταίρος και δυνάμει του προαναφερθέντος προς αυτόν πληρεξουσίου ... της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης Αναστασάκη από τον διαχειριστή της ανωτέρω εταιρείας ΔΔ που του παρείχε την ειδική εντολή την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να ενεργεί όλες τις πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας στις οποίες ηδύνατο να προβαίνει ο εντολέας του και ο Χ1 ως υπεύθυνος πωλήσεων και υπεύθυνος της φορολογικής αποθήκης της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ συναποφάσισαν και από κοινού με τον διαχειριστή αυτής εταιρείας ΔΔ με τη θέληση και γνώση διακινήσεως εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία χρησιμοποίησαν ιδιαίτερα τεχνάσματα για να αποστερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από την είσπραξη αυτών των δασμών φόρων και πολλαπλών επιβαρύνσεων με τη χρήση εικονικών φορολογικών στοιχείων τρίτων επιχειρήσεων για την πώληση αλκοολούχων ποτών από την φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και με τη χρησιμοποίηση τελωνειακών παραστατικών (ΣΔΕ) που επιστράφηκαν στο Τελωνείο Αχαρνών που ήταν πλαστογραφημένα από τους ίδιους άνω δύο κατηγορούμενους καθόσον έφεραν πλαστές σφραγίδες και υπογραφές των Ιταλικών τελωνειακών Αρχών και την σφραγίδα και τις υπογραφές των υπευθύνων της φερομένης ως παραλήπτριας των αναφερομένων ως εξαχθέντων αλκοολούχων ποτών ιταλικής εταιρείας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 από κοινού με τον προαναφερθέντα ΔΔ με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ιδίου εγκλήματος με πρόθεση για να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο από τους εισπρακτέους φόρους, δασμούς τέλη και δικαιώματα μεταχειρίσθηκαν προς τούτο ιδιαίτερα ως άνω τέχνασμα και οι δασμοί φόροι και τέλη τους στερήθηκε το δημόσιο εξ αιτίας αυτών των ενεργειών τους υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ. Ειδικότερα υπό την άνω ιδιότητά των οι κατηγορούμενοι από την εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΜΠΟΡΙΑ-ΔΙΑΝΟΜΗ ΠΟΤΩΝ ΕΠΕ με το διακριτικό τίτλο ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στην οποία είχε χορηγηθεί η ... άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή και είχε και λειτουργούσε φορολογική αποθήκη στην οδό ... αριθμ. ... στις ... εποπτευομένη από το Τελωνείο Αχαρνών διακίνησε και διέθεσε λαθραία στην εσωτερική κατανάλωση α) στις 6/6/2001, 15/6/2001, 28/6/2001 και 11/5/2001 11196 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικής αξίας 24816000 δρχ. με περιεκτικότητα άνυδρης αλκοόλης 38.029 λίτρα και αναλογούντες διαφυγόντες δασμούς φόρους 55455,15 ευρώ προς την εταιρεία ... και ΣΙΑ Ο.Ε με έδρα τις ..., συνοδευόμενες από τα υπ' αριθμ. .../6-6-01, .../15-6-01 και .../11-5-01 εικονικά τιμολόγια και .../11-5-01 δελτία αποστολής του κεντρικού καταστήματος στην ... στην οδό ... αριθμ. ... της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε. Β) στις 10/5/2001, 11/5/2001, 15/5/2001, 22/5/2001, 23/5/2001, 31/5/01, 1/6/2001, 5/6/2001, 14/6/2001, 12/6/2001 διακίνησαν και διέθεσαν λαθραία 4308 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικής αξίας 8504400 δραχμών με περιεκτικότητα άνυδρης αλκοόλης 1202 λίτρα συνολικά και αναλογούντες διαφυγόντες φόρους 17.843,57 ευρώ προς την επιχείρηση ... στην οδό ... αριθμ. ... στην ... συνοδευόμενες από τα υπ' αριθμούς .../10-5-2001-.../10-5-2001, .../11-5-2001-.../11-5-2001, .../15-5-2001 - .../24-5-2001, .../22-5-2001, .../24-5-2001, .../23-5-2001, .../25-5-2001, .../31-5-2001, .../31-5-2001, .../1-6-2001, .../1-6-2001, .../5-6-2001, .../14-6-2001, .../14-6-2001, .../14-6-2001 και .../12-6-2001, .../12-6-2001 εικονικά τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής του κεντρικού καταστήματος στην ... εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ, γ) στις 10/4/2001 διακίνησαν και διέθεσαν λαθραία 7932 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικής αξίας 17.065.200 δρχ. με περιεκτικότητα άνυδρης αλκοόλης 2191,8 λίτρα με αναλογούντες διαφυγόντες φόρους δασμούς 33.359,93 ευρώ προς την εταιρεία "...-... ΟΕ" με έδρα στην ... συνοδευόμενες με το υπ' αριθμό .../10-4-2001 εικονικό τιμολόγιο πώλησης του κεντρικού καταστήματος ... της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ, δ) στις 3/5/2001 διακίνησαν και διέθεσαν λαθραία 1860 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικής αξίας 3.660.000 δρχ. με περιεκτικότητα άνυδρης αλκοόλης 519,96 λίτρα με αναλογούντες διαφυγόντες φόρους δασμούς 7712,01 ευρώ προς την ... συνοδευόμενες από το υπ' αριθμό .../3-5-2001 εικονικό τιμολόγιο πώλησης του κεντρικού καταστήματος ... της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ, ε) στις 3-5-2001 διακίνησαν και διέθεσαν λαθραία 924 φιάλες αλκοολούχων ποτών συνολικής αξίας 1.773.600 δρχ. με περιεκτικότητα άνυδρης αλκοόλης 255,36 λίτρα με αναλογούντες διαφυγόντες δασμούς 3.773,2 ευρώ προς την επιχείρηση του ... συνοδευόμενες από το εικονικό τιμολόγιο πώλησης .../3-5-2001 του κεντρικού καταστήματος ... της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ, στ) στις 3/5/2001 διακίνησαν και διέθεσαν λαθραία 1476 φιάλες αλκοολούχων ποτών, συνολικής αξίας 2.886.000 δρχ με περιεκτικότητα άνυδρης αλκοόλης 412,44 λίτρα με αναλογούντες διαφυγόντες φόρους δασμούς 5.929,78 ευρώ προς την επιχείρηση ... συνοδευόμενες από τον υπ' αριθμό .../3-5-2001 εικονικό τιμολόγιο πώλησης δελτίο αποστολής του κεντρικού καταστήματος της εταιρείας ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 από κοινού με τον προαναφερθέντα ΔΔ με περισσότερες πράξεις που συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και έκανε χρήση αυτών των εγγράφων για να προσπορισθούν αυτοί και η ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ περιουσιακό όφελος βλάπτοντας το Ελληνικό Δημόσιο και το όφελος που πέτυχαν και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο υπερέβαινε τα 150.000 ευρώ. Ειδικότερα αυτοί κατά το διάστημα λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και μέχρι την ημέρα ελέγχου από τους υπαλλήλους της περιφερειακής διεύθυνσης Δυτικής Μακεδονίας σ' αυτήν από κοινού κατήρτισαν πλαστά έγγραφα με τη θέση εκ μέρους των κατηγορουμένων στην πίσω σελίδα των υπ' αριθμό 3 αντιτύπων των συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων εκδόσεως της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ υπ' αριθμό 1 υπό ημερομηνία 3-4-2001, υπ' αριθμό 3 υπό ημερομηνία 9-4-2001, υπ' αριθμό 4 υπό ημερομηνία 9-4-2001 και υπ' αριθμό 5 υπό ημερομηνία 9-4-2001 πλαστών σφραγίδων και υπογραφών όσον αφορά την υπογραφή του υπευθύνου και την σφραγίδα της παραλήπτριας MTB MICHELOTTI RENATO SRL και όσον αφορά τις υπογραφές και σφραγίδες επί των άνω ΣΔΕ της αρμοδίας τελωνειακής αρχής της Ιταλίας που διαπιστώθηκε ότι δεν προέρχονταν από την εν λόγω τελωνειακή αρχή από τα έγγραφα ποτ εστάλησαν από τις ιταλικές αρχές στις ελληνικές τελωνειακές αρχές στα πλαίσιο της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, προκειμένου να εμφανίσουν ότι οι εξαχθείσες από την φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ φιάλες ποτών με αιθυλική αλκοόλη συνολικά 59.160 τεμάχια (21.600 + 11.400 + 19.440 + 6.720) που φέρονται ότι συνοδεύονταν από τα άνω ΣΔΕ παραδόθηκαν στην παραλήπτρια ιταλική εταιρεία που αναγραφόταν στα έγγραφα αυτά και περαιτέρω ότι το αντίτυπο 3 αυτών των συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων θεωρήθηκε από την αρμόδια τελωνειακή αρχή της Ιταλίας. Εμφάνισαν δε στη συνέχεια τα παραπάνω συνοδευτικά έγγραφα εν γνώσει της πλαστότητας του αντιτύπου 3 για το επιδιωκόμενο από αυτούς σκοπό στο τελωνείο Αχαρνών και στο ΣΔΟΕ περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατά τον διενεργούμενο από κλιμάκιο υπαλλήλων του έλεγχο στη φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ για να παραπλανήσουν τις άνω ελληνικές αρχές και να πειστούν οι υπάλληλοι αυτών που έκαναν έλεγχο στη φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ότι ήταν νομότυπες οι συναλλαγές της με την άνω ιταλική εταιρεία και αφορούσε διακίνηση αλκοολούχων ποτών μεταξύ εγκεκριμένων αποθηκευτών στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να δικαιολογηθεί παράνομη διακίνηση ποτών από τη φορολογική αποθήκη της άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και κάποια από τα ελλείμματα στην αποθήκη της που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ, το όφελος δε που επιδιώχθηκε και η ζημία που απειλήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ανερχόταν στο ποσό των ευρώ 249.465 που αντιπροσωπεύει το ποσό των φόρων και δασμών που έπρεπε να καταβληθούν από την ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ, όπως προέκυψε από όσα διευκρινιστικώς ανέφερε εξεταζόμενος ο μάρτυρας ΒΒ. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ2 από κοινού με τον ΔΔ εξέδωσε κατά την άσκηση ουσιαστικής διαχείρισης των υποθέσεων της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ κατ' εξακολούθηση τα παραπάνω εικονικά τιμολόγια και δελτία αποστολής που τους είχαν παραχωρήσει οι υπεύθυνοι των εταιρειών BALDACCI Ε.Π.Ε και ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ ... και ... μέσω του Χ1 με τη γνώση και θέληση να γίνεται συμπλήρωση και χρήση αυτών των φορολογικών στοιχείων ως συνοδευτικών για διάθεση στην κατανάλωση στο εσωτερικό της χώρας των αναφερομένων ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών από την ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στους προαναφερθέντες παραλήπτες φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπορεύονταν και τέτοια είδη αλλά να εμφανίζονται οι συναλλαγές ότι πραγματοποιήθηκαν όχι με την άνω εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ως πωλήτρια αλλά με διαφορετική επιχείρηση και ειδικότερα είτε την εταιρεία BALDACCI Ε.Π.Ε είτε την εταιρεία ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ και να στερείται το ελληνικό δημόσιο της εισπράξεως των δασμών και φόρων επί των αναφερομένων προϊόντων. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η συμμετοχή του κατηγορουμένου Χ1 στην τέλεση της πράξεως της έκδοσης των άνω και στο διατακτικό αναφερομένων φορολογικών στοιχείων από τον συγκατηγορούμενό του Χ2 και τον ΔΔ συνίσταται στην συνδρομή του εξακολουθητικώς κατά την διάρκεια της και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και ειδικότερα στη παραλαβή στελεχών (μπλόκ) αυτών των τιμολογίων και δελτίων αποστολής από εκείνα που είχαν θεωρηθεί για να χρησιμοποιούνται από τις εταιρείες BALDACCI Ε.Π.Ε και ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΟΡΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ στην ασφάλισή των σε χαρτοφυλάκια και στην παροχή στοιχείων για τις ποσότητες ποτών που θα αναγράφονταν ότι επωλούντο στα άνω φορολογικά παραστατικά. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 για τις άνω πράξεις κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Η συμπεριφορά των κατηγορουμένων αυτών μετά την τέλεση των άνω πράξεων επί αρκετό διάστημα ήταν καλή και ασχολούνταν εργαζόμενοι σε άλλες επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση των βιοτικών τους αναγκών. Πρέπει επομένως να αναγνωρισθεί υπέρ των άνω κατηγορούμενων η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. ε Π.Κ. τα παραδοχή ως βασίμου του σχετικού ισχυρισμού της υπεράσπισης των που δικαιολογεί την επιβολή μειωμένης ποινής. Δεν κρίνεται περαιτέρω βάσιμος ο ισχυρισμός της υπεράσπισης του κατηγορουμένου Χ2 για αναγνώριση υπέρ αυτού ελαφρυντικού προτέρου εντίμου βίου καθόσον δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για το ότι ο κοινωνικός οικογενειακός επαγγελματικός και ατομικός βίος του μέχρι την τέλεση των πράξεων που του αποδίδοντας ήταν έντιμος από το ότι εργαζόταν πριν στην εταιρεία ΜΕΤΑΞΑ σε διευθυντική θέση όπως ανέφεραν οι μάρτυρες υπεράσπισης ... και ... χωρίς αλλά συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ανεπιληπτώς διαγωγή του από κοινωνική και επαγγελματική άποψη. Δεν προέκυψαν άλλα περιστατικά που να δικαιολογούν τη χορήγηση του ελαφρυντικού αυτού πέραν των σπουδών και τη λήψη πτυχίου του από το Πανεπιστήμιο ως μαθηματικού. Όσον αφορά την πράξη της διακίνησης λαθραίων ποτών αλκοολούχων στις 21-3-2001, 22-3-2001, 6-4-2001, 19-4-2001, 14/5/2001 και στις 14-6-2001 στην επιχείρηση Αφοι ... στον ... με εικονικά τιμολόγια πωλήσης - δελτία αποστολής .../21.3.01, .../22.3.2001, .../6.4.2001, .../19.4.01, .../14-5-01, .../13-6-01 και την διάθεση μέχρι τον έλεγχο που έγινε στην φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ από τους υπαλλήλους της Περιφερειακής Διεύθυνσης ΣΔΟΕ Δυτικής Μακεδονίας και άλλων επιπλέον ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών μη προσδιοριζομένων σαφώς δεν κρίνονται επαρκή τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι ελέγχοντες υπάλληλοι του ΣΔΟΕ και έχουν περιληφθεί στην από 8/2/2002 πορισματική αναφορά της άνω περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Μακεδονίας ούτε από άλλα στοιχεία επιβεβαιώνεται η δράση των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 προσωπικώς στη διάπραξη των άνω πράξεων λαθρεμπορίας και πρέπει λόγω των αμφιβολιών που απέμειναν στο Δικαστήριο να κηρυχθούν αθώοι οι άνω κατηγορούμενοι αυτών των επιμέρους πράξεων. Για το ίδιο λόγο της μη επαρκούς στοιχειοθέτησης από άποψη αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της τέλεσης του αδικήματος της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων ώστε να φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές που να αφορούσαν διάθεση στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από νομικό πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι προήλθε στη διάθεση των αναγραφόμενων ειδών ως πωλητής αποστολέας, από τον κατηγορούμενο Χ2 σε σχέση με τα ποτά που διακινήθηκαν κατά την άσκηση πράξεων διαχείρισης της εταιρείας ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ με τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα τιμολόγια - δελτία αποστολής της εταιρείας BALDACCI ΕΠΕ υπό ημερομηνίες έκδοσης 6/4/01, 19/4/01, 14/5/01 και 16/5/01 και 13/6/01 και με την βοήθεια του συγκατηγορούμενού του Χ1 κατά την τέλεση της έννοιας πράξεως έκδοσης των εν λόγω τιμολογίων - δελτίων αποστολής ως συνοδευτικών διακίνησης αλκοολούχων ποτών προς την εταιρεία ΑΦΟΙ ... Ο.Ε. και ως προς την έκδοση και άλλων εικονικών τιμολογίων - δελτίων αποστολής ετέρων επιχειρήσεων ως πωλητριών ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών, μη προσδιοριζόμενων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την πώληση αυτών των ποσοτήτων ενώ πωλήτρια ήταν η ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ ελλείπουν περιστατικά που να συνδέουν τους κατηγορούμενους Χ2 και Χ1 με αυτές τις επιμέρους πράξεις έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για φοροδιαφυγή κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει αυτοί, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι των εν λόγων πράξεων κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Όσον αφορά τις πλημμεληματικού χαρακτήρα επιμέρους πράξεις της λαθρεμπορίας και της έκδοσης εικονικώς φορολογικών στοιχείων για τη διακίνηση αλκοολούχων ποτών με φορολογικά στοιχεία τρίτων επιχειρήσεων που ήταν αμέτοχες στις συγκεκριμένες συναλλαγές αλλά πραγματικώς συναλλασσόμενη και υποκρυπτόμενη επιχείρηση που προήλθε στη διακίνηση και διάθεση αυτών των αλκοολούχων ποτών ήταν η εταιρεία ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και οι οποίες επιμέρους πράξεις φέρονται ότι έχουν τελεσθεί από τον κατηγορούμενο Χ2 ως αυτουργοί από κοινού με τον ΔΔ και τον Χ1 ως προς την λαθρεμπορία από κοινού με τον ΔΔ ως προς την έκδοση εικονικών τιμολογίων και με την άμεση συνδρομή του Χ1, από τον κατηγορούμενο Χ1 ως αυτουργό σε σχέση με την λαθρεμπορία και ως άμεσο συνεργό σε σχέση με την έκδοση των εικονικών τιμολογίων και από τον εκ των εκκαλούντων κατηγορούμενο ΖΖ, ανεξάρτητα από τη μη εμφάνιση του κατά την έναρξη της εκδίκασης της προκείμενης υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου καθ' όσον αν η έφεση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση του άρθρου 370 β το δικαστήριο παρά την απουσία του εκκαλούντος προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως (άρθρ. 501 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δικ.), για την πράξη της άμεσης συνεργείας σε κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορία τελεσθείσα από τους άνω συγκατηγορούμενους του και τον ΔΔ με την παραχώρηση σ'αυτούς τιμολογίων πώλησης, δελτίων αποστολής της ατομικής του επιχείρησης για να τα χρησιμοποιήσουν εκείνοι για λαθραία διάθεση στην κατανάλωση ποσοτήτων 11976 φιαλών αλκοολούχων ποτών σε επί μέρους ημερομηνίας λειτουργίας της φορολογικής αποθήκης της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ στη ... και ειδικότερα όσον αφορά τον ΖΖ στις 15/11/2000 και στις 18/11/2000, 22/11/2000 και 7/12/2000, σε σχέση με την πράξη της άμεσης συνέργειας σε κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορία για την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος πρωτοδίκως και όσον αφορά τους κατηγορούμενους Χ2 και Χ1 στις 17.10.2000, 15/11/2000, 18.11.2000, 22/11/2000, 25/11/2000, 7/12/2000, 13/12/2000, 14/12/2000, 18/12/2000, 19/12/2000, 16/12/2000, 21/12/2000, 23/12/2000, 24/12/2000, 29/12/2000, 30/12/2000, 17/1/2001, 19/1/2001, 25/1/2001, 29/1/2001, 7/2/2001, 8/2/2001, 21/2/2001, 22/2/2001, 21/3/2001, 22/3/2001 για τις πράξεις της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση από κοινού και έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για φοροδιαφυγή από κοινού (όσον αφορά τον Χ2) και άμεσης συνεργείας σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού (για τον Χ1) πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των άνω κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές λόγω παραγραφής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17, 111 παρ. 1, 3 112 Ποινικού Κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 113 παρ. 2, 3 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 370 περ. β Κ.Ποιν.Δικ. καθόσον παρήλθε χρόνος πέραν των πέντε ετών από της τέλεσης αυτών των επιμέρους πλημμεληματικών πράξεων καθώς και διάστημα πέραν των τριών ετών που διαρκεί η αναστολή της παραγραφής πλημμελημάτων κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, χωρίς να συντρέξει νόμιμος λόγος αναστολής αυτής της παραγράφου. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 19 παρ. 1 εδαφ. α του ν. 2523/1997 όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 40 παρ. 1 ν. 3220/2004 η έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων και αποδοχή ή νόθευση των τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται στο άρθρο 21 παρ. 2 του άνω νόμου για την έναρξη της ποινικής δίωξης αυτεπάγγελτα μετά την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή την οριστικοποίηση της φορολογικής έγγραφης με πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του άνω νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΥΟ ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας του διενήργησε τον έλεγχο (ΣΔΟΕ) ή από όργανα ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995 κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο εδάφιο 3 του άρθρου 21 παρ. 2 ν. 2523/1997 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 3 ν. 2753/1999. Στην παρ. 10 του αρθρ. 21 του ν. 2523/1997 οριζόταν ότι η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκηση προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησής της. Η πιο πάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στα πλημμελήματα που προβλέπονται από το άρθρο 19 του ν. 2523/1997 για τα όποια κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 12 του ίδιου νόμου οριζόταν ότι κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα ήτοι τα άρθρα 17, 111, 112 αυτού κατά τις οποίες η παραγραφή είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τέλεσης του από το δράστη που ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 προστέθηκε στο άρθρο 21 παρ. 10 του ν. 2523/1997 εδάφιο δεύτερο που ορίζει ότι στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος φορολογικού ελέγχου από το προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Η με το ν. 2954/2001 προσθήκη που επιμηκύνει τον χρόνο παραγραφής των εγκλημάτων του άρθρου 2523/1997 στο άρθρο 19 αυτού αφετηριάζει την έναρξη της παραγραφής σε μετέπειτα χρόνο διαπίστωσης της παράβασης με αποτέλεσμα να επέρχεται η συμπλήρωση της παραγραφής και η εξάλειψη του αξιόποινου σε σημείο βραδύτερο από εκείνο που προβλεπόταν από τις προηγούμενες διατάξεις και δεν εφαρμόζεται σε πράξεις που τελέσθηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 2523/1997 (1.1.1998 κατ' άρθρο 38 παρ.5 του νόμου αυτού) έως την έναρξη ισχύος του ν. 2954/2001 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο τεύχος Α α, Φ 255 μετά τον Μάρτιο του έτους 2001 καθ' όσον είναι δυσμενέστερες ως προς το θέμα παραγραφής για τους κατηγορούμενους σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. για όσες πράξεις φοροδιαφυγής είχαν τελεσθεί από αυτούς μέχρι 24.3.2001 (σχ. ΑΠ 616/2006). Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση των δικαζόμενων σαν να ήταν παρόντες δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων και είχαν προβληθεί και πρωτοδίκως περί αοριστίας των σε βάρος τους κατηγοριών κρίνονται απορριπτέοι διότι η υπόθεση είχε παραπεμφθεί μετά την κυρία ανάκριση στον Εισαγγελέα Εφετών από τον οποίο με πρότασή του εισήχθη στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών το οποίο απεφάνθη αμετακλήτως με το αναγνωσθέν 1062/2003 βούλευμα του να παραπεμφθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όλοι οι κατηγορούμενοι και για την κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δηλαδή για έγκλημα που προβλέπεται από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 και για τις συναφείς πλημμεληματικές πράξεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 308 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ. όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του εδαφίου α από το άρθρο 20 π.φ 1 ν. 3160/2003 και άπτονται με την κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως από το δικαστήριο οι αιτιάσεις που προβάλλονται για ασάφειες ως προς το χρόνο, τον τρόπο και τις περιστάσεις τελέσεως των επί μέρους αδικημάτων και ως προς το εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο Εφετών είναι αξιόπιστα. Απορριπτέο κρίνεται και το υποβληθέν από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου Χ2 αίτημα για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς διευκρίνιση του εάν τελέσθηκε από αυτόν η αποδιδόμενη πράξη της πλαστογραφίας, τη μη διενέργεια της οποίας επικαλέσθηκε και η υπεράσπιση του κατηγουρουμένου Χ1 προς υποστήριξη των ισχυρισμών ότι αυθαίρετα χωρίς συγκεκριμένο τρόπο απεδόθη η πράξη της πλαστογραφίας και σ' αυτόν τον κατηγορούμενο και δεν προσδιορίζει ο αυτουργός της πράξεως ούτε ο χρόνο τέλεσης αυτής και τα μέσα που έκανε χρήση. Κατά τα όσα ορίζονται στο άρθρο 183 επ. Κ.Ποιν.Δικ. απόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου αν θα διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου προκειμένου να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου αποδεικτικού γεγονότος για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, στο στάδιο δε της κύριας διαδικασίας το Δικαστήριο θα κρίνει την προσφορότητα και αναγκαιότητα της ζητούμενης να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνης αποδεχόμενο ή απορρίπτον το σχετικό αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που είναι στη δικογραφία και αναγνώσθηκαν προκύπτεί ότι οι σφραγίδες στα αντίτυπα 3 των συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων που αφορούσαν εξαγωγή αλκοολούχων ποτών από την φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ τον Απρίλιο 2001 προς την εδρεύουσα στην Ιταλία και φερόμενη ως παραλήπτρια των αναφερόμενων σ' αυτά ποσοτήτων φιαλών τέτοιων ποτών κατά τα προαναφερθέντα εταιρεία ΜΤΒ MICHELOTTI RENATO SRL - VIA ... 38062 ARCO TN και οι υπογραφές επί των άνω υπ' αριθμό 3 αντιτύπων αυτών των συνοδευτικών εγγράφων ήταν πλαστές και ως προς τις σφραγίδες και υπογραφές των υπευθύνων της παραλήπτριας εταιρείας και ως προς τις σφραγίδες και υπογραφές των Ιταλικών τελωνειακών Αρχών επί των άνω αντιτύπων αυτών των συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων. Εφ' όσον υπήρξαν και απαντήσεις των τελωνειακών Αρχών της Ιταλίας προς τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και ΕΦΚ για τα ζητήματα αυτά όταν έγινε διερεύνηση της υποθέσεως διοικητικής και ενημέρωση ότι δεν είχαν παραληφθεί τα αναφερόμενα στα Σ.Δ.Ε. αυτά έγγραφα και από τους κατηγορούμενους ο Χ2 ασκούσε πράξεις διαχείρισης της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και όταν ήταν διαχειριστής αυτής ο ΔΔ ενώ ο έτερος κατηγορούμενος Χ1 ασχολείτο ως υπάλληλος της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ και με τα ζητήματα που αφορούσαν τις σχέσεις της άνω εταιρείας με τα Τελωνεία μπορούσε το δικαστήριο να κρίνει για το ζήτημα της τελέσεως της πλαστογραφίας στα συγκεκριμένα υπ' αριθμό 3 αντίτυπα των άνω συνοδευτικών εγγράφων και την υποβολή των πλαστών αυτών εγγράφων ως προς τις άνω υπογραφές και σφραγίδες των υπευθύνων της παραλήπτριας ιταλικής εταιρείας και των ιταλικών τελωνειακών αρχών εν γνώσει του ότι πλαστές στο Τελωνεία Αχαρνών από τους κατηγορούμενους Χ2 - Χ1 από κοινού ενεργούντες με τον ΔΔ και χωρίς να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη όπως ζητήθηκε από την υπεράσπιση των δοθέντος ότι είναι δυνατή και κατά συναυτουργία τέλεση πλαστογραφίας από περισσότερους που συνέπραξαν στην κατάρτιση του πλαστού εγγράφου από κοινού και με κοινό δόλο με την γνώση και θέληση τέλεσης της ίδιας πράξεως, της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, βεβαιούμενης της θέλησης των προς σύμπραξη από την μέριμνα τους να υποβληθεί στο Τελωνείο Αχαρνών το αντίτυπο 3 των άνω συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων με τις πλαστές σφραγίδες και υπογραφές στην οπίσθια σελίδα του εν λόγω αντιτύπου προς τον σκοπό να δικαιολογηθεί η εξαγωγή των ... φιαλών αλκοολούχων ποτών από τη φορολογική αποθήκη της ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ κατά παραπλάνηση των Ελληνικών Τελωνειακών αρχών ώστε να μη καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και φόροι κατά τα προαναφερθέντα, με αντίστοιχη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου. Νομίμως παρέστη περαιτέρω κατά την έναρξη της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο δια του εντεταλμένου δικαστικού αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αναστάσιου Σπυρόπουλου ως πολιτικώς ενάγον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά των κατηγορουμένων και προσδιόρισε την ηθική του βλάβη από τις αναφερόμενες πράξεις των κατηγορούμενων στη μείωση του κύρους και της αξιοπιστίας του έναντι των πολιτών και στην εξασθένιση της εμπιστοσύνης αυτών προς το Ελληνικό Δημόσιο ως προς την δυνατότητα του κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του και την έκρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του να περιστέλλει την φοροδιαφυγή και την αποφυγή καταβολής δασμών και να επιτυγχάνει την είσπραξη των εσόδων του προς προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2711/1953, του άρθρου 39 του ν. 1884/1990, του άρθρου 18 του ν.δ. 72/1973 του άρθρου 2 περ. α του ν. 3086/2002 "Οργανισμός του ΝΕΚ, των άρθρων 68 παρ. 2, 82, 83 Κ.Ποιν.Δικ. και του άρθρου 21 παρ. 11 ν. 2523/1997 καθώς και του άρθρου 172 παρ. 5 ν.2960/2001. Η εξέταση όμως της πολιτικής αγωγής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είτε παρίσταται ο πολιτικώς ενάγων είτε ότι και στην περίπτωση που με τις εφέσεις ζητείται από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους η πλήρης εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περιορίζεται εντός της περί αυτής (πολιτικής αγωγής) γενόμενης δηλώσεως και της γενόμενης επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης με την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 892/1981). Καθόσον δεν δύναται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό του επιδικασθέντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσού χρηματικής ικανοποίησης, διότι τότε καθιστά χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου (ΑΠ 282/1982, ΑΠ 1010/1997). Η δήλωση πολιτικής αγωγής όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα στοιχεία του άρθρου 84 Κ.Ποιν.Δικ. καθόσον κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέρος που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 1661/2003, ΑΠ 2266/2002). Από τα παραπάνω από το ότι με την απόφαση 2440/2008 του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποχρεώθηκαν οι κατηγορούμενοι να πληρώσουν στο Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των ευρώ 3000 ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσαν οι πράξεις των κατηγορουμένων για τις οποίες είχαν κηρυχθεί ένοχοι δεν είναι απαράδεκτη η παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος στην προκείμενη κατ' έφεση δίκη για το μεγαλύτερο του επιδικασθέντος αρχικώς αιτηθέν ποσό των ... ευρώ, που ζήτησε να του καταβάλουν αλληλεγγύης οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αφού η αξίωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται στο πλαίσιο που είχε διατυπωθεί πρωτοδίκως και κατά το μέρος που έγινε δεκτή από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για κακούργημα με την άνω απόφασή του. Εξ άλλου όπως προκύπτει από τα άρθρα 914 .... 932 ΑΚ υπόχρεος για πληρωμή της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι ο υπεύθυνος κατά το νόμο που είναι ο αδικοπραγήσας ή σε περίπτωση προστήσεως ο προστήσας (ΑΚ 922) είναι αδιάφορη δε η μορφή της συμμετοχής του υπευθύνου στην αδικοπραξία ως αυτουργού, συναυτουργού, ηθικού αυτουργού, αμέσου ή απλού συνεργού. Σε περίπτωση δε κατά την οποία οι υπόχρεοι είναι περισσότεροι μεταξύ τους δημιουργείται ενοχή εις ολόκληρο (ΑΚ 926 επ.). Είναι ιδιαίτερο ζήτημα που δεν επηρεάζει το αίτημα εκείνου που εισάγει ως πολιτικώς ενάγων αίτημα στην ποινική δίκη να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ορισμένο χρηματικό ποσό που αξιώνει από περισσότερους κατηγορουμένους εις ολόκληρο, το ότι για κάθε υπόχρεο είναι δυνατό να προσδιορίζεται διαφορετικό ύψος χρηματικής ικανοποίησης εν όψει της διαφορετικής δύναμης που έχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που τελικά επιδικάζεται ανάλογα με τον βαθμό υπαιτιότητας του υπόχρεου, την περιουσιακή κατάσταση του κάθε υπόχρεου και του δικαιούχου και τις συνθήκες και συνέπειες της προσβολής. Δεν είναι βάσιμες κατόπιν αυτών και πρέπει να απορριφθούν οι αντιρρήσεις που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου Χ2 και είχαν προβληθεί και πρωτοδίκως περί αποβολής του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος στην προκειμένη δίκη από το ότι ζητείται να καταβληθεί το άνω χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση στο Ελλ. Δημόσιο αλληλεγγύων εις ολόκληρο από τους κατηγορουμένους χωρίς να προσδιορίζεται από το δημόσιο για ποιο συγκεκριμένο ποσό υποβλήθηκε η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής έναντι του ως άνω εκ των κατηγορουμένων". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 13 περ. γ, στ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1β, 94 παρ.1, 98, 216 παρ. 1,2,3 του ΠΚ, 1 παρ.1 ν. 1608/1950, όπως αντικ. από το άρθρο 36 1 ν. 2172/1993 και τροπ. και συμπληρ. από το ν.μ1783/1987, άρθρο 24 παρ.3 του ν.2298/1995 και το ν. 2408/1996, των άρθρων 155 παρ.1 περ. α, β, παρ.2 περ. γ, 157 παρ. 1 περ. β, εδ. γ, 160 ν. 2960/2001, 100 παρ. 1 περ. α, παρ. 2 περ. θ, 105, 106, 107, 111 του ν. 1165/1918 και άρθρα 2 παρ. 1 - 4, 20 παρ. 1 περ. β, 6 του ν. 2523/1997, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλανίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του νόμιμης βάσεως. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων, με σκοπό προσπορίσεως σε αυτούς και την εταιρεία " ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ", που είχε ως αντικείμενο την εμπορία και διανομή ποτών, παράνομου οφέλους και με επελθούσα ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από απώλεια δασμών. φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, που ανέρχεται σε 249.469 ευρώ, β) προσδιορίζεται η ... ως τόπος τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων, προσδιορίζεται η από κοινού δράση και ο κοινός δόλος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, του Χ2 ως ουσιαστικού διαχειριστή και του Χ1, ως υπευθύνου πωλήσεων της εταιρείας "ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ", που διατηρούσε στην ... φορολογική αποθήκη με ποτά, μετά του συγκατηγορουμένου τους ΔΔ, διαχειριστή της άνω ΕΠΕ, στη διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της λαθρεμπορίας κατ'εξακολούθηση, με αποφυγή πληρωμής του αναλογούντος ΦΠΑ και λοιπών φόρων, δασμών και επιβαρύνσεων, με διάφορα τεχνάσματα και δη με έκδοση εικονικών τιμολογίων και δελτίων αποστολής διαφόρων εταιρειών και με από κοινού, με γνώση και θέληση τελέσεως, κατάρτιση (όχι νόθευση), και περαιτέρω χρήση, κατά τον φορολογικό έλεγχο, πλαστών εγγράφων και δη τεσσάρων Συνοδευτικών Διοικητικών Εγγράφων (ΣΔΕ), με πλαστές σφραγίδες και υπογραφές της φερόμενης ως παραλήπτριας Ιταλικής εταιρείας και των Ιταλικών ελεγκτικών τελωνειακών αρχών, που έθεσαν όλοι από κοινού, με σκοπό παραπλανήσεως των ελεγκτικών φορολογικών και τελωνειακών αρχών της χώρας και αποφυγή πληρωμής των αναλογούντων δασμών και φόρων, κατά την εξαγωγή από τη φορολογική αποθήκη και τη διακίνηση στην αγορά από αυτούς και την άνω ΕΠΕ αλκοολούχων ποτών, η θέση δε υπογραφής στα άνω πλαστά έγγραφα από τον διαχειριστή της ΕΠΕ ΔΔ, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εκδότριας ΕΠΕ, δεν αναιρεί την από κοινού σύμπραξη και δράση όλων στη θέση επί των ΣΔΕ των ως άνω πλαστών σφραγίδων και υπογραφών, ήτοι αιτιολογείται ο κοινός δόλος, με την έννοια ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος, γ) αιτιολογείται επαρκώς η τέλεση της αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων από τον κατηγορούμενο Χ2, ως ουσιαστικό διαχειριστή της άνω ΕΠΕ και ιδιαίτερα η άμεση συνεργεία του κατηγορουμένου Χ1 στην έκδοση των εικονικών φορολογικών στοιχείων εκ μέρους των συγκατηγορουμένων του για τη διακίνηση στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, συμπληρώνοντας τα εικονικά τιμολόγια και τα δελτία αποστολής, εν γνώσει του, με φορολογικά στοιχεία μη συναλλασσομένων πραγματικά εταιρειών, ώστε να μην εμφανίζεται η πραγματική πωλήτρια εταιρεία αυτών " ΟΙΩΝΟΣ ΕΠΕ", δ) δεν υπάρχει ασάφεια ως προς τη ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αυτή και το ύψος της προσδιορίζεται ως παραπάνω, ως επελθούσα και όχι ως απειληθείσα και δεν ήταν απαραίτητο να αναλύεται περισσότερο, ε) από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού συνάγεται ότι το δικαστήριο, με την κατ' ουσία παραδοχή των κατηγοριών και την καταδίκη των κατηγορουμένων, αιτιολογημένα απέρριψε τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ2, για ακυρότητα των εναντίον του κατηγοριών, λόγω αοριστίας αυτών. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, ελλιπής, ασαφής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, των οποίων υποστηρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και η εκ πλαγίου παράβαση των ιδίων διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Όταν, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνον να απαντήσει σ' αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφαση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή παραλείψει να απαντήσει στο ανωτέρω αίτημα ή δεν αιτιολογήσει, ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν απορριπτική του απόφαση, δημιουργείται, αντιστοίχως, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως ή έλλειψη αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ή Δ' ΚΠοινΔ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ' εκείνες. Με αυτά δε που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, στο προεκτεθέν ενιαίο εκτενές αιτιολογικό του, σε σχέση με το απορριφθέν αίτημα των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στα φερόμενα ως πλαστογραφηθέντα με αριθμούς .../3-4-2001 και ..., ..., .../9-4-2001 ΣΔΕ, ότι δηλαδή δεν χρειάζεται η διενέργειά της διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πλέον συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ήταν σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί των υπαιτίων της εν λόγω πλαστογραφίας από τα υπάρχοντα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η αιτιολογία δε αυτή, που συμπληρώνεται από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, είναι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει το δικαστήριο, για την πληρότητα της, άλλα επί πλέον στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, αντίθετος προς τ' ανωτέρω, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο και ειδικότερα, επί κατηγορίας για λαθρεμπορία, φοροδιαφυγή και πλαστογραφία, στον αντίκτυπο που έχει στη σύννομη, καθαρή, υγιή και ακέραιη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, που είναι το προστατευόμενο από την εν λόγω διάταξη έννομο αγαθό και η οποία οπωσδήποτε πλήττεται στην περίπτωση τελέσεως του ειρημένου εγκλήματος. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη, που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 2440/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα σ'αυτή πρακτικά, το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε προφορικώς, δια των πληρεξουσίων του, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, σε ολόκληρον, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, που υπέστη αυτό από τα σε βάρος του πιο πάνω αδικήματα των κατηγορουμένων, το ποσό των 30.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 3.000 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως των κατηγορουμένων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ'αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος του Δημοσίου και δήλωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον και ζητεί να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι να του καταβάλουν, σε ολόκληρον, χρηματική ικανοποίηση ποσού 30.000 ευρώ, λόγω της ηθική βλάβης που του προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις, το άνω δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υποχρέωσε τους κατηγορουμένους, να καταβάλουν στο Δημόσιο, σε ολόκληρον, ποσόν, όπως και στον πρώτο βαθμό, 3.000 ευρώ. Η δήλωση αυτή του παθόντος Ελληνικού Δημοσίου είναι ορισμένη και νόμιμη, γίνεται ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, επιδικάστηκε σε ολόκληρον, κατ' άρθρο 481 του ΑΚ, όπως και ζητήθηκε λόγω αδικοπραξίας και δεν ήταν αναγκαίο για το, ορισμένο αυτής, να ζητείται διαιρετώς, ενώ, με την επιδίκαση ίσου ως άνω λόγου ποσού, κατ'άρθρο 932 ΑΚ, όπως και στον πρώτο βαθμό, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του Χ2, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠοινΔ πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Περίπτωση τέλος, μη αναγνώσεως εγγράφου που δημιουργεί την παραπάνω ακυρότητα, υπάρχει και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο ή ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δε βεβαιώνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορος του, μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σε αυτό. Προϋπόθεση, όμως, προς τούτο είναι ότι πρέπει να πρόκειται περί αποδεικτικού εγγράφου, ενώ δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος ακυρότητας, αν το έγγραφο που φέρεται ως μη ευθέως αναγνωσθέν προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου ή όταν το μη αναγνωσθέν έγγραφο απλώς αναφέρεται διηγηματικά στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, προβάλουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε "τα έγγραφα και τις έγγραφες εξηγήσεις και απαντήσεις των Τελωνειακών Αρχών της Ιταλίας προς τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και ΕΦΚ, όπως το από 6-10-01 MESSAGGIO- FAX, τα οποία μνημονεύει ρητά στο αιτιολογικό του, χωρίς να έχουν μεταφρασθεί στην Ελληνική γλώσσα και χωρίς καν να αναγνωσθούν, ώστε να καταστούν αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και να υποβάλουν αυτοί παρατηρήσεις και έτσι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα. Όπως προκύπτει από το άνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής των αναιρεσειόντων κρίση του, για το αδίκημα της λαθρεμπορίας και της πλαστογραφίας εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, συνολικά 169 έγγραφα, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται τα ανωτέρω έγγραφα των Ιταλικών τελωνειακών αρχών. Στη σελίδα 73 του αιτιολογικού αναφέρονται και τα εξής "... αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού κατήρτισαν πλαστά έγγραφα με τη θέση στα αντίτυπα των 4 συνοδευτικών διοικητικών εγγράφων (ΣΔΕ) πλαστών σφραγίδων της παραλήπτριας εταιρείας ΜΤΒ-MICHELOTTI RENATO SRL και των υπογραφών του υπευθύνου αυτής, και των υπογραφών και των σφραγίδων επί των άνω ΣΔΕ της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής της Ιταλίας, που διαπιστώθηκε ότι δεν προέρχονταν από την εν λόγω τελωνειακή αρχή από τα έγγραφα που εστάλησαν από τις Ιταλικές αρχές στις Ελληνικές τελωνειακές αρχές στα πλαίσια της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής ..." και στη σελίδα 80, αναφέρονται "εφόσον υπήρξαν απαντήσεις των Τελωνειακών αρχών της Ιταλίας προς τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και ΕΦΚ για τα ζητήματα αυτά όταν έγινε διερεύνηση της υποθέσεως διοικητικούς και ενημέρωση ότι δεν είχαν παραληφθεί τα αναφερόμενα στα ΣΔΕ αυτά έγγραφα και από τους κατηγορουμένους ...". Τα παραπάνω έγγραφα - απαντήσεις των Ιταλικών τελωνειακών αρχών, ναι μεν πράγματι προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και εκ τούτου είναι αδιάφορο αν ήταν μεταφρασμένα ή όχι στην Ελληνική γλώσσα, από το σύνολο όμως του προεκτεθέντος αιτιολογικού και από τα επισκοπούμενα, πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συνάγεται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων απαντήσεων των Ιταλικών τελωνειακών αρχών περί πλαστότητας των ΣΔΕ, προκύπτει σύμφωνα με τις παραδοχές από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τελωνειακών υπαλλήλων ΣΤ, ΒΒ και ΓΓ και από το περιεχόμενο των εγγράφων 1) Α .../325/10-10-2001 και 2) Α .../540/7-2-2002, της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ του Υπουργείου Οικονομικών προς το Τελωνείο Αχαρνών, που διερεύνησε τα πλαστά ΣΔΕ, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής επαλήθευσης και διοικητικής συνδρομής και τα οποία τελευταία έγγραφα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο με αύξοντες αριθμούς 35 και 134 και επομένως οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν τα στοιχεία τους και το περιεχόμενο τους και είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο και των Ιταλικών εγγράφων αυτών και το Πενταμελές Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του και τις εν λόγω έγγραφες απαντήσεις των αρμοδίων Τελωνειακών Αρχών της Ιταλίας και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, των αναιρεσειόντων, ότι παραβιάσθησαν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα και επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ.1 και 2 εδ. β' του ν. 1165/1918 για τον "Τελωνειακό Κώδικα", όπως η παρ.2 εδ. β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ. α του ν. 1731/1987 "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται ... και αν για οιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δημεύθηκαν". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται ... . Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των (κατά το παρόν άρθρο), αντικειμένων της λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα". Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας, που τελέστηκαν προ της ισχύος τους. Σε κάθε όμως περίπτωση για να επιβληθεί χρηματική ποινή, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να βεβαιώνεται με ειδική σκέψη στην απόφαση ότι η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας κατέστη αδύνατη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες για την πράξη της λαθρεμπορίας ποινή φυλακίσεως δύο ετών και χρηματική ποινή 100.000 ευρώ σε καθένα, χωρίς όμως να γίνεται μνεία ή να βεβαιώνεται στην αιτιολογία, όπως θα έπρεπε κατά τα προεκτεθέντα, ότι δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν τα εμπορεύματα (ποτά), που ήσαν αντικείμενο της λαθρεμπορίας και ότι για το λόγο αυτό επιβάλλεται χρηματική ποινή. Επιπλέον δεν αναφέρεται καθόλου πως προέκυψε το ύψος της χρηματικής αυτής ποινής και ειδικότερα αν το ποσό των 100.000 ευρώ αντιστοιχεί στην αξία cif των εμπορευμάτων αυτών, η αν στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι προσαυξήσεις και δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, κατά παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 ΠΚ και 160 παρ.1 του ν. 2960/2001. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επέβαλε την χρηματική ποινή των 100.000 ευρώ, στερείται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνουν δεκτές εν μέρει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξη της που επέβαλε στους αναιρεσείοντες χρηματική ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 908/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που επέβαλε στους αναιρεσείοντες την αναφερόμενη στο σκεπτικό χρηματική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε ως άνω, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 5/5/2009 και από 6-5-2009 Δηλώσεις - Αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της πιο πάνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από κοινού λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση. Πλαστογραφία κακουργηματική κατ' εξακολούθηση με χρήση και όφελος άνω 249.465 €. Ν. 1608/1950 . Άμεση Συνέργεια σε φοροδιαφυγή με έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αιτιολογείται επαρκώς ο κοινός δόλος όλων, η από κοινού δράση, δεν υπάρχει καμία ασάφεια ή αντίφαση. 2. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής του Δημοσίου, διότι η δήλωση του παθόντος Δημοσίου είναι ορισμένη και νόμιμη, γίνεται ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, επιδικάστηκε σε ολόκληρον, κατ' άρθρο 481 του ΑΚ, όπως και ζητήθηκε λόγω αδικοπραξίας και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να ζητείται διαιρετώς, ενώ, με την επιδίκαση ίσου και εύλογου ποσού, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, όπως και στον πρώτο βαθμό, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας. (ΑΠ 784/2008). 3. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και 171 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, των αναιρεσειόντων, ότι παραβιάσθησαν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα και επήλθεν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί συνεκτιμήθηκαν έγγραφα Ιταλικών αρχών μη μεταφρασμένα και χωρίς να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, διότι τα παραπάνω έγγραφα - απαντήσεις των Ιταλικών Τελωνειακών Αρχών, ναι μεν πράγματι δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και εκ τούτου είναι αδιάφορο αν ήταν μεταφρασμένα ή όχι στην Ελληνική γλώσσα, από το σύνολο όμως του προεκτεθέντος αιτιολογικού και από τα επισκοπούμενα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συνάγεται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων απαντήσεων των Ιταλικών τελωνειακών αρχών περί πλαστότητας των ΣΔΕ, προκύπτει από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων τελωνειακών υπαλλήλων και από το περιεχόμενο των εγγράφων της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ του Υπουργείου Οικονομικών προς το Τελωνείο Αχαρνών, που διερεύνησε τα πλαστά ΣΔΕ, στα πλαίσια της ενδοκοινοτικής επαλήθευσης και διοικητικής συνδρομής και τα οποία τελευταία έγγραφα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο με αύξοντες αριθμούς 35 και 134 και επομένως οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν τα στοιχεία τους και το περιεχόμενο τους. Συνεπώς οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο και των Ιταλικών εγγράφων αυτών και το Πενταμελές Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του και τις εν λόγω έγγραφες απαντήσεις των αρμοδίων Τελωνειακών Αρχών της Ιταλίας. 4. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως του 2ου αναιρεσείοντος για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί των πλαστών εγγράφων (4 ΣΔΕ), διότι το δικαστήριο στο αιτιολογικό του εκ του πράγματος δέχθηκε ότι ήταν σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί των υπαιτίων της εν λόγω πλαστογραφίας από τα υπάρχοντα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η αιτιολογία δε αυτή, που συμπληρώνεται από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, είναι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη και δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει το δικαστήριο για την πληρότητα της άλλα επί πλέον στοιχεία. 5. Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, καθόσον αφορά τη διάταξη περί επιβολής χρηματικής ποινής για την πράξη της λαθρεμπορίας, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπή αιτιολογία, αφού κατά την εφαρμογή του άρθρου 160 παρ. 1, 2 του ισχύοντος από 1-1-2002 επιεικέστερου ν. 2960/2001, βάσει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ (χρόνος τελέσεως από 2-10-2000 έως 5-7-2001) δε γίνεται μνεία ούτε βεβαιώνεται στην αιτιολογία, όπως θα έπρεπε κατά το νόμο, ότι δεν κατέστη δυνατόν να δημευθούν τα εμπορεύματα (ποτά), που ήσαν αντικείμενο της λαθρεμπορίας και ότι για το λόγο αυτό επιβάλλεται χρηματική ποινή. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Πλαστογραφία, Λαθρεμπορία, Αναίρεση μερική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2481/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπακόλα, περί αναιρέσεως της 471/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 991/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 περ. ιβ του ν. 2429/1996 "χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων - ... - δήλωση περιουσιακής κατάστασης πολιτικών, κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων, ...", υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, του ή της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25, και οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, "η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία δηλώνονται α. τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, β. τα πλωτά μέσα, τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, γ. η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, δ. τα χρεόγραφα και οι καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και ε. τα εισοδήματα και οι οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος". Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 27 του ίδιου νόμου, "ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τριών (3) μηνών έως δύο (2) ετών". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι οποίες ίσχυαν κατά τον ενδιαφέροντα στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, καταργηθείσες κατά τα παρακάτω, και ιδίως εκείνη του άρθρου 25 παρ. 1, ως τίμημα για την αγορά ακινήτου έπρεπε να δηλωθεί από τον ελεγχόμενο η αντικειμενική αξία του ακινήτου ή, όπου δεν ίσχυε αντικειμενική αξία, η αξία που καθόριζε η αρμοδία Δ.Ο.Υ., εκτός αν στον τίτλο κτήσεως αναγραφόταν μεγαλύτερο τίμημα, οπότε, στη δήλωση, έπρεπε να αναγραφεί αυτό. Από αυτά συνάγεται ότι αν στο πωλητήριο συμβόλαιο αναγραφόταν ως τίμημα του ακινήτου η αντικειμενική αξία αυτού και δήλωνε τούτο ο ελεγχόμενος στη δήλωση που υπέβαλε, αυτός δεν διέπραττε την αξιόποινη πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως στην περίπτωση που το πραγματικό τίμημα του ακινήτου, που καταβλήθηκε, υπερέβαινε την αντικειμενική του αξία. Όσον αφορά τα αυτοκίνητα, ο ελεγχόμενος είχε την υποχρέωση να δηλώνει την αγορά τους, όχι, όμως, και το τίμημα που είχε καταβάλει για την αγορά και την προέλευση του σχετικού ποσού. Η υποχρέωση δηλώσεως του τιμήματος και της προελεύσεως του ποσού, αφορούσε μόνο την αγορά πλωτών μέσων. Ακόμη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 25 του εν λόγω νόμου, ως οικονομικές ενισχύσεις δεν εθεωρούντο και τα ποσά, τα οποία τυχόν είχε λάβει ο ελεγχόμενος με σύμβαση δανείου, αφού η σύμβαση αυτή είναι επαχθής και ο λαβών θα έπρεπε να επιστρέψει στον αντισυμβαλλόμενό του το ποσό του δανείου και μάλιστα εντόκως, όπως συμβαίνει με τα τοκοχρεωλυτικά δάνεια, οπότε ουσιαστικά δεν επρόκειτο για οικονομική ενίσχυση, αφού, με αυτόν τον τρόπο, δεν αυξάνονταν τα περιουσιακά στοιχεία αυτού. Το δάνειο θα έπρεπε να δηλωθεί μόνο στην περίπτωση που αυτό ήταν αναγκαίο για να δικαιολογηθεί η αγορά (όχι και η επισκευή) περιουσιακού στοιχείου (π.χ. ακινήτου), εφόσον αυτή δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από τα εισοδήματα του ελεγχομένου. Ο νόμος αυτός ίσχυσε μέχρι τις 31.12.2003, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και άρχισε να ισχύει ο νεότερος (και αυστηρότερος, σε ορισμένα σημεία) ν. 3213/2003 "δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, ...", με το άρθρο 12 παρ. 1 του οποίου καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα άρθρα 24 - 29 του ανωτέρω νόμου, χωρίς η κατάργηση αυτή να έχει την έννοια ότι αίρεται το αξιόποινο των πράξεων που είχαν τελεσθεί υπό το κράτος της ισχύος του προγενεστέρου νόμου, αφού ο νέος νόμος, με το άρθρο 4 παρ. 3 αυτού, διατηρεί την ίδια ποινική μεταχείριση του δράστη που από πρόθεση παρέλειψε να υποβάλει δήλωση ή υπέβαλε εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, ενώ τιμωρεί αυστηρότερα (με φυλάκιση 6 μηνών έως 2 ετών) το δράστη από αμέλεια (άρθρο 2 ΠΚ). Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 περ. β.i. του νόμου αυτού ορίζεται ότι "σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφισταμένου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης έχει πλέον υποχρέωση να δηλώσει το τίμημα και την πηγή προέλευσης των χρημάτων που κατέβαλε και για την αγορά αυτοκινήτων, τα οποία είχε αποκτήσει κατά το παρελθόν και μάλιστα υπό το κράτος της ισχύος του προγενεστέρου νόμου, έστω και αν μέχρι τις 31.12.2003, όπως αναφέρθηκε, δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Τέλος, οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης έπρεπε να υποβληθούν για το έτος 2002 μέχρι τις 4.7.2002 και για τα επόμενα έτη μέχρι τις 30 Ιουνίου κάθε έτους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για μη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2002 και για υποβολή ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως κατ` εξακολούθηση κατά τα έτη 2001 μέχρι 2005 και, αφού αναγνώρισε τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις του, τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 24 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά λέξη: Ι. Όσον αφορά την πράξη της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2002: "... αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ - δικαστικός λειτουργός - νυν Εφέτης - υπηρετούσε ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά το έτος 2002. Αυτός από πρόθεση παρέλειψε να υποβάλει στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης ("ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ"), ενώ για τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη μέχρι και το έτος 2005 έχει υποβάλει τις σχετικές δηλώσεις. Ο ισχυρισμός του ότι υπέβαλε την περιουσιακή δήλωση για το έτος 2002, αλλά αυτή πρέπει να έχει απολεσθεί, διότι οι σχετικές δηλώσεις των δικαστών του Πρωτοδικείου Αθηνών, υποβάλλονταν κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, με το να αφήνονται είτε στο τραπέζι της βιβλιοθήκης του Πρωτοδικείου, είτε στο αντίστοιχο της αίθουσας δικαστών είτε μέσω κάποιου επιμελητή αποστέλλονταν αυτές στους καθορισμένους χώρους, χωρίς ποτέ να χορηγηθεί στους δικαστές απόδειξη κατάθεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ και ΒΒ και τα αναγνωσθέντα και αναφερόμενα στα πρακτικά αντίγραφα των σχετικών δηλώσεων των ετών 1999, 2000, 2001, 2003, 2004 και 2005 των κατηγορουμένων δικαστικών λειτουργών που έχουν υποβληθεί προς τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αποδείχθηκε ότι όχι μόνο δεν υπάρχει σχετική κατάθεση με τα ονόματα των κατηγορουμένων, ούτε, βέβαια, καν πρωτοκολλημένες δηλώσεις, ούτε όμως και ο ίδιος (κατηγορούμενος) προέβαλε κάποιο παράπονο στους αρμοδίους υπαλλήλους της παραλαβής των δηλώσεων σχετικά με την απώλεια της επίμαχης δήλωσής του. Οι μάρτυρες ΑΑ και ΒΒ καταθέτουν με βεβαιότητα ότι για τις σχετικές δηλώσεις "πόθεν έσχες" των δικαστών υπήρχε πρωτόκολλο, το οποίο έπρεπε να συμφωνεί με τον αριθμό των δηλώσεων. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι δεν είναι ακριβές, ότι κατά το έτος 2002 τα περιουσιακά τους στοιχεία ήταν πανομοιότυπα με εκείνα του 2001 και του 2003, όπως ισχυρίζεται, αφού κατά το έτος 2002 και ειδικότερα την 6-6-2002, ο κατηγορούμενος Χ, τότε Πρόεδρος Πρωτοδικών, αγόρασε με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη - Κολιούκου αγροτεμάχιο 4.008,76 τ.μ, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...".
ΙΙ. Όσον δε αφορά την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως κατ` εξακολούθηση: "Εξάλλου, αποδείχθηκε από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ότι ο ίδιος κατηγορούμενος ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός και δη ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών, κατά το έτος 2000, 2001 και μέχρι 31-7- 2003 και ως Εφέτης του Εφετείου Αθηνών από 1-8-2003 και εφεξής χρονικό διάστημα υπέβαλε στις δηλώσεις των ετών 2001, 2003, 2004 και 2005 ανακριβή στοιχεία. Συγκεκριμένα, στη δήλωση περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2001, η οποία υποβλήθηκε στην υπηρεσία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 30-6-2001, δήλωσε μεταξύ άλλων ότι με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένους Μιχαλόπουλου, περιήλθε στην κυριότητα του ίδιου και της συζύγου του συγκατηγορουμένης κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα μία μεζονέτα στην ... και στην οδό ..., 151,90 τ.μ. αντί 66.065.726 δραχμών, το οποίο ποσό περιήλθε εξ ολοκλήρου από δάνειο της ΑΤΕ. Το ποσό αυτό συμπίπτει με την αναφερόμενη στο ανωτέρω συμβόλαιο αντικειμενική αξία του ακινήτου. Όμως, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο της Τράπεζας αυτής, οι κατηγορούμενοι συνήψαν εκτός από την ... σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου ποσού 65.000.000 δραχμών (190.755,69 ευρώ) διάρκειας 20 ετών για την αγορά της μεζονέτας αυτής και την ... σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού, επίσης, 65.000.000 δραχμών (190.755,69 ευρώ) διάρκειας 20 ετών για την επισκευή και βελτίωση της ίδιας μεζονέτας. Η πραγματική όμως αξία του ακινήτου αυτού, που όπως προκύπτει από το συμβόλαιο αγοράς είναι 151,90 τ.μ. στην περιοχή της ..., με βοηθητικούς χώρους (αποθήκες, γκαράζ) άλλα 30 μέτρα περίπου και χρήση πρασιάς 70 τ.μ περίπου ανερχόταν κατά το χρόνο κτήσεως τουλάχιστον σε 130.000.000 δρχ., ενόψει και του γεγονότος ότι επρόκειτο για οικοδομή ευρισκόμενη ήδη στο στάδιο των εργασιών αποπεράτωσης και ως εκ τούτου δεν έχρηζε επισκευής. Το γεγονός ότι εκταμιεύθηκαν με δάνειο της Αγροτικής Τράπεζας 65.000.000 δραχμές, που κάλυπταν την αντικειμενική αξία και άλλα 65.000.000 δραχμές που λήφθηκαν από την ίδια Τράπεζα ως επισκευαστικό δάνειο, επιβεβαιώνουν το τίμημα που δόθηκε στην πραγματικότητα στον εργολάβο ΓΓ. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δόθηκε ποσό 57.000.000 δραχμών από το επισκευαστικό δάνειο για να αγοραστεί ακίνητο στη ... και τελικά επιστράφηκε από τον εργολάβο λόγω αναστολής των αδειών στη ..., δεν αποδεικνύεται, δεδομένου ότι ενώ υπάρχει η μετακίνηση των ποσών προς τον εργολάβο, δεν υπάρχει αντίστοιχη μετακίνηση, αποδεδειγμένη, από τον εργολάβο στους κατηγορουμένους. Ενώ, η κατάθεση του μάρτυρα ΓΓ- εργολάβου -προσώπου με εμπειρία στις συναλλαγές, ότι κρατά στο σπίτι του 57.000.000 δραχμές μέχρι να έρθει η ώρα να τα επιστρέψει και ότι μετά τα δίνει χέρι με χέρι στους κατηγορουμένους, αντί να τα βάλει σε λογαριασμό τους στην Τράπεζα, δεν συνάδει με τα δεδομένα της κοινής λογικής και πείρας. Έτσι φαίνεται ότι τα 65.000.000 δρχ. διακινήθηκαν στη σκιά από την Αγροτική και εν συνεχεία επιστράφηκαν εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος. Ας αναφερθεί ότι τα δάνεια πρέπει να αναφέρονται στη δήλωση, διότι ο νόμος δεν έκανε διάκριση μεταξύ επαχθούς ενίσχυσης και μη επαχθούς, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ο νόμος απαιτεί να καταγράφεται κάθε έσοδο, επομένως και το δάνειο, προκειμένου να ελέγχεται η διακίνηση των χρημάτων του ελεγχομένου. Ειδικά, η μη αναγραφή του δεύτερου "επισκευαστικού" δανείου κατέτεινε στην απόκρυψη του αληθινού τιμήματος της οικίας και συνεπώς στην απόκρυψη της πραγματικής πηγής αυτού του εσόδου, εφόσον σε σύντομο χρονικό διάστημα επιστράφηκε στην Τράπεζα. Κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος στις δηλώσεις του έτους 2001 όσο και στις δηλώσεις των επόμενων ετών 2003, 2004 και 2005 δήλωσε ανακριβώς το τίμημα που κατέβαλε για την αγορά της μεζονέτας. Επίσης, οι δηλώσεις αυτές του 2001 είναι ανακριβείς διότι ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε αφενός την ως άνω ... δανειακή σύμβαση για την επισκευή της ως άνω μεζονέτας και αφετέρου την ... δανειακή σύμβαση ποσού 10.000.000 δρχ. (29.347,03 ευρώ) διάρκειας 20 ετών για την επισκευή μεζονέτας που βρίσκεται στην ..., στην οδό ... , την οποία έχουν οι κατηγορούμενοι στην κυριότητά τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στη δήλωση του έτους 2003 που υποβλήθηκε στις 29-5-2003 δεν δήλωσε καταθέσεις του σε Τράπεζες. Όμως, κατά το χρόνο υποβολής των δηλώσεών τους, ο 1ος κατηγορούμενος τηρούσε κοινόχρηστο λογαριασμό με την αδελφή του ΔΔ, με αριθμό ... στην Τράπεζα Κύπρου, με υπόλοιπο 150.000 ευρώ. Στην δήλωση δε του έτους 2004 που υποβλήθηκε στις 30-6-2004 δεν δήλωσε καταθέσεις σε Τράπεζες, παρότι κατά τον ως άνω χρόνο υποβολής της δηλώσεως τους (30-6-2004) ο κατηγορούμενος τηρούσε στην ίδια Τράπεζα προθεσμιακό κλειστό λογαριασμό Ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση με αριθμό ... και υπόλοιπο 20.000 ευρώ. Οι μη δηλωθέντες κοινοί λογαριασμοί του 1ου κατηγορουμένου με την αδελφή του συνιστούν απόκρυψη και ως εκ τούτου ανακριβή δήλωση. Δεν υπάρχει καμία τραπεζική ή με άλλο τρόπο αποδεικνυόμενη μετακίνηση από το λογαριασμό της αδελφής ή των γονέων του 1ου κατηγορουμένου, ώστε να αποδεικνύεται αληθής ο ισχυρισμός πως πρόκειται για οικονομίες των τελευταίων και μπήκε συνδικαιούχος ο 1ος κατηγορούμενους για λόγους ασφαλείας. Αντίθετα, από τον τελευταίο λογαριασμό έγιναν τρεις φορές αναλήψεις από τον 1° κατηγορούμενο. Αποδείχθηκε στη συνέχεια από τις ίδιες αποδείξεις, ότι στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2004 και 2005, αυτός (κατηγορούμενος) δήλωσε ανακριβώς, αφενός το ύψος του δανείου, ποσού 100.000 ευρώ που έλαβε η 2η κατηγορουμένη από την Τράπεζα Novabank για την αγορά ενός διαμερίσματος 73,52 τ.μ. στο ... και αφετέρου το πραγματικό τίμημα που κατέβαλε για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, αφού κατά το συμβόλαιο αγοραπωλησίας η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού ανερχόταν σε 67.162,93 ευρώ και κατά την έκθεση του μηχανικού της Τράπεζας σε 145.000 ευρώ. Οι δηλώσεις των ετών 2001, 2003, 2004 και 2005 είναι ανακριβείς σχετικά με την περιγραφή του ακινήτου που αναφέρεται ως αχυροκαλύβα επισκευασμένη ή αγροικία στη δήλωση του 2005. Το κτίσμα αυτό αποτελείται από δύο πετρόκτιστες μεζονέτες συνολικού εμβαδού 130 τ.μ. με βοηθητικούς χώρους (γκαράζ και μπάρμπεκιου) άνω των 60 τ.μ. με αλουμίνια και κεραμοσκεπή και υπαίθριο χώρο.
Συνεπώς, η δήλωση του ακινήτου αυτού ως αχυροκαλύβα και αγροικία, χωρίς να αναγράφεται η αληθινή κατάσταση και τα τετραγωνικά του μέτρα συνιστά ανακριβή δήλωση. Σκοπός της ανακριβούς αυτής δήλωσης ήταν να αποκρυβεί η αληθής τιμή της αγοράς του ακινήτου - εφόσον αγοράσθηκε έτσι - ή εάν επισκευάσθηκε μετά την αγορά του να αποκρυβεί η αληθής τιμή επισκευής (ανακατασκευής ουσιαστικά αυτού) - η οποία κατά την κοινή πείρα ανήλθε σε δεκάδες εκατομμύρια δραχμές και κατά συνέπεια να αποκρυβεί και το έσοδο για τη συγκεκριμένη εργασία που δε δικαιολογείτο από τα εισοδήματα των κατηγορουμένων. Αλλά και στις δηλώσεις των ετών 2003, 2004 και 2005 δεν δήλωσε το τίμημα για την αγορά από τον 1° κατηγορούμενο το έτος 2003 του με αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ. αυτοκινήτου, κυβισμού 4700 - μοντέλο 2000 καθώς και την προέλευση του σχετικού ποσού".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, όσον αφορά την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2001 ως προς το τίμημα της κατοικίας - μεζονέτας στην ..., την υπ' αριθ. ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 65.000.000 δρχ. και την υπ` αριθ. ... δανειακή σύμβαση ποσού 10.000.000 δρχ. και την υποβολή ανακριβούς δηλώσεως για το έτος 2003 ως προς το τίμημα για την αγορά του με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και την προέλευση του σχετικού ποσού, εσφαλμένα ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2429/1996, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο ελεγχόμενος αναιρεσείων υπεχρεούτο να δηλώσει μόνο την αντικειμενική αξία του ακινήτου που είχε αγοράσει (την οποία και δήλωσε κατά τις παραδοχές της αποφάσεως) και όχι το μεγαλύτερο τίμημα που τυχόν είχε καταβάλει, ενώ δεν είχε υποχρέωση να δηλώσει τα ως άνω δάνεια που είχε λάβει, τα οποία δεν αποτελούσαν οικονομικές ενισχύσεις ούτε χρειάζονταν για να δικαιολογηθεί η προέλευση του χρηματικού ποσού των 66.065.726 δρχ. που, συνέπιπτε με την αντικειμενική αξία του ακινήτου, που, κατά το ειρημένο συμβόλαιο, είχε καταβληθεί για την αγορά αυτού, ούτε το τίμημα για την αγορά του αυτοκινήτου και την προέλευση του σχετικού ποσού.
Κατά τα λοιπά, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε, πλην των αναφερόμενων στην ανακρίβεια των δηλώσεων των ετών 2001, 2003, 2004 και 2005 ως προς την περιγραφή του ακινήτου που αναφέρεται ως αχυροκαλύβα επισκευασμένη ή αγροικία και των δηλώσεων των ετών 2004 και 2005 ως προς το τίμημα και την προέλευση του σχετικού ποσού για την αγορά του αυτοκινήτου, για τις οποίες θα λεχθεί παρακάτω. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως κατ` εξακολούθηση, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ήταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δικαστικός λειτουργός (Πρόεδρος Πρωτοδικών - Εφέτης) και, επομένως, περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που υποχρεούνται, κατά νόμο, να υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής καταστάσεως των ιδίων, της συζύγου τους και των ανηλίκων τέκνων τους, ότι παρέλειψε να υποβάλει, στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα στη νόμιμη προθεσμία, τη δήλωση αυτή για το έτος 2002, ότι, κατά τα έτη 2001, 2003, 2004 και 2005, υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις και σε τι συνίσταντο οι ανακρίβειες και, συγκεκριμένα, ποια στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην περιουσία του δεν δηλώθηκαν καθόλου και ποια δηλώθηκαν μεν, πλην δηλώθηκαν ανακριβώς σε τρόπο ώστε να μην εμφανίζεται η πραγματική περιουσιακή κατάσταση αυτού και της συζύγου του. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γιατί το σκεπτικό της αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αλλά και γιατί αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού της πρωτόδικης αποφάσεως είναι αβάσιμη, γιατί α) το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, αφού περιέχει πολλά επί πλέον στοιχεία (αξιολόγηση θέσεων κατηγορουμένου, απάντηση στους ισχυρισμούς του κ.λπ.) και β) η αντιγραφή του αιτιολογικού της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν σημαίνει ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, το Πενταμελές Εφετείο αποφάσισε για την ενοχή του αναιρεσείοντος μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και, στη συνέχεια, απήγγειλε προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ.1 ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της απόφασης, σύμφωνα με όσα κατά την κρίση του αποδείχθηκαν, έγινε μεταγενέστερα, κατά τα άρθρα 142 παρ.2 και 144 παρ.1 ΚΠΔ. Η αιτίαση δε ότι δεν αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του προς υποβολή κατά τα έτη 2001, 2003, 2004 και 2005 ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως είναι αβάσιμη, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για το δόλο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που γίνονται δεκτά και δεν αξιώνονται από τις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Τέλος, η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο οδηγήθηκε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος χωρίς να προβεί σε συγκριτική στάθμιση και αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας ΔΔ και ΕΕ και της απολογίας του αναιρεσείοντος με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι απαράδεκτη γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει (πλην από τις περιπτώσεις των ανακριβών δηλώσεων για την αχυροκαλύβα - αγροικία και το τίμημα και την προέλευση του σχετικού ποσού για την αγορά του αυτοκινήτου για τα έτη 2004 και 2005) να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ, 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς προς το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, άλλο έγγραφο, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και στο υπ` αριθ. ... έγγραφο της ΑΤΕ και στο υπ` αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αμφίκλειας Αναστασίας Καλπύρη, τα οποία, όμως, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εγγράφων που αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν. Πλην, το περιεχόμενο του πρώτου εγγράφου, ήτοι η σύναψη από τον αναιρεσείοντα και τη συγκατηγορουμένη σύζυγό του (που έχει αθωωθεί) των υπ` αριθ. ... και ... συμβάσεων τοκοχρεολυτικού δανείου, προκύπτει από άλλα έγγραφα που, κατά τα πρακτικά, που παραδεκτά επισκοπούνται, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συγκεκριμένα από τις ίδιες τις συμβάσεις τοκοχρεολυτικού δανείου, στις οποίες και όχι στο εν λόγω έγγραφο στηρίχθηκε η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου. Το δε συμβόλαιο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης (υπ` αριθ. 147/2007 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), τα οποία αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων της δίκης εκείνης (με αύξ. αριθ. 28), η μνεία δε στην απόφαση επί της κατ` έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης έχει την έννοια ότι αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο των μνημονευομένων στα πρακτικά αυτά εγγράφων. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί το Πενταμελές Εφετείο στήριξε την κρίση του και στα παραπάνω έγγραφα, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν και χωρίς το περιεχόμενό τους να προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, στα πρακτικά της δημόσιας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε το πρόσωπο που το προσκόμισε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν με επάρκεια την ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο επακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε δημιουργείται ασάφεια στο αιτιολογικό της αποφάσεως, ως προς το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση και για το λόγο ότι στηρίχθηκε αυτή σε ορισμένα έγγραφα, που περιλαμβάνονται μεν στα αναγνωσθέντα, πλην δεν προκύπτει η ταυτότητά τους ούτε προκύπτει το περιεχόμενό τους από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα α. στο υπ` αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμ. Αντωνακάκη προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... (Τμήμα Πολεοδομίας ...) και απαντητικά έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται ο αριθμός των απαντητικών εγγράφων (πόσα είναι τα έγγραφα αυτά) και χωρίς να αναφέρεται ο,τιδήποτε περί του περιεχομένου και της ταυτότητάς τους, β. το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο με αντίγραφα παραστατικών της Τράπεζας Κύπρου προς την Εισαγγελία Αρείου Πάγου, χωρίς να αναφέρεται ο αριθμός των παραστατικών ούτε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό για τον προσδιορισμό του περιεχομένου και της ταυτότητάς τους, γ. αντίγραφα κινήσεως λογαριασμών της ΑΤΕ και της ΕΤΕ, χωρίς αναφορά του αριθμού των λογαριασμών αυτών (πόσοι είναι), ούτε των δικαιούχων τους, ούτε κάποιου άλλου στοιχείου περί του περιεχομένου και της ταυτότητάς τους, δ. ενημερωτικό σημείωμα για τα βάρη από το Υποθ/κείο ... και το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου προς την Τράπεζα Πειραιώς και απαντητικά έγγραφα αυτής, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των βαρών, ούτε καθορισμό του αριθμού των απαντητικών εγγράφων ή κάποιου στοιχείου περί του περιεχομένου και της ταυτότητάς τους, ε. η από 13-2-2001 απόδειξη είσπραξης και "αριθμός 161 ...", άνευ καθορισμού του περιεχομένου είτε της αποδείξεως (δεν προσδιορίζεται ακόμα και ο εκδότης της), είτε της ακατανόητης φράσεως "αριθμός 161 ...", στ. καταθέσεις ΣΤ στην Εμπορική Τράπεζα και φωτογραφίες της κατοικίας της οδού ..., άνευ καθορισμού του αριθμού (τουλάχιστον) των καταθέσεων και των φωτογραφιών και ζ. στοιχεία οικοπέδων και κτισμάτων, χωρίς να γίνεται η ελάχιστη μνεία περί της τοποθεσίας ούτε περί του αριθμού τους (πόσα είναι τα έγγραφα αυτά), ούτε περί των δικαιούχων αυτών κ.λ.π. Και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων προσδιορίζεται επαρκώς, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο επακριβώς έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά, ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω.
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 και 3 του ν. δ/τος 1059/1971 "περί του απορρήτου των Τραπεζικών καταθέσεων", όπως ισχύουν, ορίζουν τα εξής: "Οι κάθε μορφής καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι απόρρητες. Το απόρρητο αυτό δεν ισχύει έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, των σχετικών με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της εφαρμογής των νομισματικών, πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων (άρθρ. 1, όπως αντικ. με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1858/1989). Διοικητές, μέλη διοικητικών συμβουλίων ή άλλων συλλογικών οργάνων ή υπάλληλοι Τραπεζών, οι οποίοι ως εκ των καθηκόντων τους λαμβάνουν γνώση των τραπεζικών καταθέσεων, παρέχοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο, οιανδήποτε περί αυτών πληροφορίαν, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Η συναίνεση ή έγκριση του υπέρ ου το απόρρητο καταθέτη, δεν αναιρεί τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξεως. Οι παραπάνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται για τη διοίκηση και τα λοιπά όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος προκειμένου να επιβληθούν διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις νομισματικών, πιστωτικών ή συναλλαγματικών κανόνων (άρθρο 2 παρ. 1, όπως συμπλ. με άρθρο 10 παρ. 2 ν. 1858/1989). Εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος (άρθρο 3, όπως αντικ. με άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 1868/1989)". Όμως, οι διατυπώσεις της τελευταίας διατάξεως δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση ελέγχου δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως, αφού, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 3 του ανωτέρω ν. 3213/2003, όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.6 του άρθρ.4 του ν.3327/2005, "κατά την έρευνα που διεξάγεται από τις Επιτροπές των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, τόσο οι ίδιες όσο και οι ορκωτοί ελεγκτές προβαίνουν σε κάθε απαραίτητη και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού του ελέγχου νόμιμη ενέργεια. Μπορούν ιδίως: α) να ζητούν πληροφορίες και στοιχεία από οποιαδήποτε αρχή και από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχουν, αντιστοίχως, την υποχρέωση να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες και τα στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τους και β) να διατάσσουν την προσκόμιση εγγράφων και την κλήση μαρτύρων, τους οποίους εξετάζουν σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Κατά την έρευνα αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για το τραπεζικό, χρηματιστηριακό και φορολογικό απόρρητο". Με τη διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του ν. 2429/1996, που, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καταλαμβάνει τις αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεσθεί κατά το πριν από τις 31.12.2003 χρονικό διάστημα. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, κατά τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως αίρεται το τραπεζικό απόρρητο που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971, όπως ισχύει, και, για την άρση του, δεν απαιτείται να τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 3 του ν. δ/τος αυτού, όπως αντικ. με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 1868/1989, σύμφωνα με το οποίο εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμοδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφόσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος. Επιτρεπτά, λοιπόν, το Πενταμελές Εφετείο, για την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα έγγραφα: α. Αντίγραφα κινήσεως λογαριασμών της ΑΤΕ και αντίγραφα κινήσεως λογαριασμών της ΕΤΕ, β. καταθέσεις του ΣΤ στο βιβλιάριο της Εμπορικής Τράπεζας με αριθμό λογαριασμού ..., γ. "βιβλιάριο ταμιευτηρίου Εμπορικής Τράπεζας, δ. αναλυτικοί καθολικοί λογαριασμοί 9/2000, 7/2000, 8/2000 της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και αναλυτικοί καθολικοί λογαριασμοί 11/2002, 1/2005, 2/2005, 3/2005, 4/2005, 10/2002, 9/2002, 8/2002, 7/2002, 6/2002, 5/2002, 4/2002, 3/2002, ε. αναλυτικοί καθολικοί λογαριασμοί 2/02, 1/02, 12/01, 1/04, 2/04, 3/04, 4/04, 5/04, 6/04, 7/04, 8/04, 9/04, 10/04, 11/04, και 12/04, ως και αναλυτικοί καθολικοί λογαριασμοί 5/01, 6/01, 7/01, 8/01, 9/01, 11/01 και 12/01, στ. πολυμορφικοί λογαριασμοί Χ και ΑΑ 29-12-2000 έως 1-2-2001, 1-2-01 έως 1-3-01, 1-3-2001 έως 30-3-2001, 30-3-2001 έως 30-4-01, 30-4-2001 έως 1-6-2001, κίνηση λογαριασμού από 1-6-01 έως 29-6-01, κίνηση λογαριασμού από 29-6-01 έως 1-8-01, κίνηση λογαριασμού από 1-8-01 έως 1-10-01, αναλυτικοί καθολικοί λογαριασμοί 1/2000, 2/2000, 3/2000, 4/2000, 5/2000, 6/2000, 10/2000, 11/2000, 12/2000, 1/2001, 2/2001, 3/2001 και 4/2001, κίνηση λογαριασμού έως 1-1-2002, από 1-10-01 έως 1-11-01, 1-10-01 έως 1-11-2001, πολυμορφικός λογαριασμός Χ και ΑΑ από 30-4-01 έως 1-6-01, 30-3-01 έως 30-4-01, 1-3-01 έως 30-3-01, 1-2-01 έως 1-3-01, 29-12-2000 έως 1-2-2000, ζ. αντίγραφα λογαριασμών Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, κίνηση λογαριασμού με ημερομηνία 28-12-2001, κινήσεις λογαριασμών από 1-1-2002 έως 1-2-2002, από 1-2-2002 έως 1-3-2002, από 1-3-2002 έως 1-4-2002, από 1-4-2002 έως 1-7-2002, από 1-7-2002 έως 31-12-2002, από 31-12-2002 έως 31-1-2003, από 3-1-2003 έως 1-7-2003, από 1-7-2003 έως 31-12-2003, η. αντίγραφα κινήσεων λογαριασμών από 31-12-2003 έως 1-7-2004, από 1-7-2004 έως 1-9-2004, από 1-9-2004 έως 1-11-2004, από 1-11-2003 έως 31-12-2004, 31-12-2004 έως 1-2-2005, από 1-2-2005 μέχρι 1-3-2005, από 1-3-2005 έως 1-4-2005, από 1-4-2005 έως 28-4-2005, εμφάνιση κινήσεων λογαριασμών από 7-6-2005, θ. καταστάσεις κινήσεων λογαριασμών της ΑΤΕ με ημερομηνία 7-3-2005 και έγγραφο που γνωστοποιεί ποια πρόσωπα τηρούσαν λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου από 28-2-2005, ι. πολυμορφικός λογαριασμός 30-6-2000 έως 1-8-2000, 1-8-2000 έως 1-9-2000, 1-9-2000 έως 29-9-2000, 29-12-2000 έως 1-11-2000, 1-11-2000 έως 1-12-2000, 1-12-2000 έως 29-12-2000 στο όνομα Χ και ΑΑ και ια. καταθέσεις ΣΤ στην Εμπορική Τράπεζα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως (από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι τα παραπάνω έγγραφα ήταν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, αφού αφορούσαν απόρρητες χρηματικές καταθέσεις σε Τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα, και αξιοποιήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ, εφόσον δεν προκύπτει ότι προσκομίστηκαν κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένου αιτήματος των αρμοδίων αρχών, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 1059/1971, στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, αλλά εισήχθησαν στη δικογραφία ακύρως, πράγμα που δημιούργησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ ΚΠΔ) γιατί προσβάλλει υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όσον αφορά, όμως, την πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως κατά τα έτη 2001, 2003, 2004 και 2005 για την επισκευασμένη αχυροκαλύβα ή αγροικία (υπό στοιχ. 2 Ε καταδικαστικού διατακτικού προσβαλλομένης αποφάσεως), το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με τα υπ` αυτού γενόμενα παραδεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, στέρησε την απόφασή του της προβλεπομένης από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γιατί δεν καθορίζει στο σκεπτικό πότε ο αναιρεσείων μετέτρεψε την αχυροκαλύβα ή αγροικία σε δύο διαμερίσματα και κατασκεύασε το γκαράζ, την αποθήκη και την ψησταριά, ώστε στην αμέσως επόμενη δήλωση να τα αναφέρει, ενόψει, μάλιστα, του ότι, αν η παράλειψη αυτή ανάγεται στο έτος 2001, τίθεται και ζήτημα παραγραφής λόγω παρελεύσεως οκταετίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι, ως προς το σημείο αυτό, βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του ΠΚ. Απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού για να είναι ορισμένος, είναι, εκτός εκείνων που συνιστούν την ίδια την πλάνη, και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί περί του ισχύοντος δικαίου, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προέβαλε στο Πενταμελές Εφετείο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι δεν συμπεριέλαβε στις δηλώσεις περιουσιακής καταστάσεως των ετών 2004 και 2005 το τίμημα για την αγορά το έτος 2003 του με αριθμό κυκλοφορίας ... I.Χ. αυτοκινήτου, κυβισμού 4.700, μοντέλο 2.000, και την προέλευση του σχετικού ποσού, γιατί δικαιολογημένα και συγγνωστά πίστευε ότι δεν είχε υποχρέωση να δηλώσει το τίμημα του οχήματος, αφού αυτό αποκτήθηκε πριν από τις 31.12.2003, τέτοια δε υποχρέωση, που καθιερώθηκε το πρώτο με το ν. 3213/2003, για στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος αυτού δεν αναβιώνει για τα επόμενα έτη ούτε υπό το κράτος της ισχύος του. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός ήταν ορισμένος, δεν ήταν δε απαραίτητο να προτείνεται η προσωπική κατάσταση του αναιρεσείοντος, αφού αυτή, ενόψει της ιδιότητας αυτού, ήταν επαρκώς προσδιορισμένη. Παρά ταύτα, το Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, τον απέρριψε σιγή χωρίς να διαλάβει για την απόρριψη αυτού καμιά αιτιολογία. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συγγνωστής νομικής πλάνης χωρίς αιτιολογία, είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του αυτού λόγου όσον αφορά την μη υποχρέωση του αναιρεσείοντος να δηλώσει στη δήλωση που υπέβαλε το 2001 και τα ως άνω δάνεια που είχε λάβει.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 Ν. 3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Πενταμελές Εφετείο, κάνοντας εσφαλμένη εφαρμογή του ν. 2429/1996, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα και για υποβολή κατά το έτος 2003 ανακριβούς δηλώσεως όσον αφορά το τίμημα και την προέλευση του σχετικού ποσού για την αγορά αυτοκινήτου. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος για την εν λόγω πράξη.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για το έτος 2001 ως προς τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία (τίμημα αγοράς ακινήτου στην ..., λήψεις δανείων, υφιστάμενα ακίνητα στην επισκευασμένη αχυροκαλύβα ή αγροικία), για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τιμωρείται, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, σε βαθμό πλημμελήματος, έκτοτε δε (από τις 30.6.2001 που υποβλήθηκε η δήλωση) μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (14-10-2009) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει, ως προς τα εν λόγω ζητήματα, παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι κρίθηκαν και βάσιμοι, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως κατά το έτος 2001 όσον αφορά το τίμημα της κατοικίας - μεζονέτας στην ... και τα δύο δάνεια (των 65.000.000 και 10.000.000 δρχ.), κατά τα έτη 2001, 2003, 2004 και 2005 όσον αφορά τα αγροτεμάχιο στα ... και τον αγρό στην ίδια περιοχή με επισκευασμένη αχυροκαλύβα ή αγροικία, και κατά τα έτη 2003, 2004 και 2005 όσον αφορά το τίμημα του αυτοκινήτου, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της που αφορά την ποινή για την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ` εξακολούθηση και τον καθορισμό συνολικής ποινής, να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος για την ανακριβή δήλωση του 2003 όσον αφορά το τίμημα και τη προέλευση αυτού για την αγορά του αυτοκινήτου, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την ανακριβή, ως προς τα αναιρούμενα σημεία, δήλωση του 2001, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για τις ανακριβείς, ως προς την επισκευασμένη αχυροκαλύβα ή αγροικία, δηλώσεις των ετών 2003, 2004 και 2005 και γι` αυτές των ετών 2004 και 2005 ως προς το τίμημα του αυτοκινήτου, για νέα επιμέτρηση της ποινής ως προς την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως κατ` εξακολούθηση και για νέο καθορισμό συνολικής ποινής, και να απορριφθεί η αναίρεση, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 471/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, και δη αναφορικά με α. την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ για την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ` εξακολούθηση 1. για το έτος 2001 όσον αφορά το τίμημα αγοράς κατοικίας - μεζονέτας στην ... και τη λήψη των δύο δανείων ποσού 65.000.000 δρχ. και 10.000.000 δρχ. αντιστοίχως, 2. για τα έτη 2001, 2003, 2004 και 2005 όσον αφορά το αγροτεμάχιο στα ... και τον αγρό στην ίδια περιοχή με επισκευασμένη αχυροκαλύβα ή αγροικία και 3. για τα έτη 2003, 2004 και 2005 όσον αφορά το τίμημα και την προέλευση αυτού για την αγορά αυτοκινήτου (υπ` αριθ. 2 Α εν μέρει, Ε και ΣΤ καταδικαστικού διατακτικού), β. την επιβολή ποινής για το έγκλημα της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ` εξακολούθηση και γ. τον καθορισμό συνολικής ποινής.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Χ αθώο του ότι: Ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός και δη ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών (μέχρι 31.7.2003), αν και είχε λόγω της ιδιότητάς του αυτής υποχρέωση υποβολής κάθε χρόνο δήλωσης περιουσιακής καταστάσεως (πόθεν έσχες) στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά του στοιχεία, της συζύγου και των τέκνων του (ακίνητα, εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, εναέρια και πλωτά μεταφορικά μέσα, οχήματα, συμμετοχές σε κάθε είδους επιχειρήσεις, χρεόγραφα, καταθέσεις, εισοδήματα και οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή), κατά τον κατωτέρω χρόνο υπέβαλε στην υποβληθείσα δήλωση εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία. Συγκεκριμένα: Στη δήλωση για το έτος 2003 δεν δήλωσε το τίμημα για την αγορά το έτος 2003 του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, κυβισμού 4700, μοντέλο 2000, καθώς και την προέλευση του σχετικού ποσού.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: Ο κατηγορούμενος Χ, στην ..., ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός και δη ως Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών (μέχρι 31.7.2003), αν και είχε λόγω της ιδιότητάς του αυτής υποχρέωση υποβολής κάθε χρόνο δήλωσης περιουσιακής καταστάσεως (πόθεν έσχες) στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά του στοιχεία, της συζύγου και των τέκνων του (ακίνητα, εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, εναέρια και πλωτά μεταφορικά μέσα, οχήματα, συμμετοχές σε κάθε είδους επιχειρήσεις, χρεόγραφα, καταθέσεις, εισοδήματα και οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή), κατά τον κατωτέρω χρόνο υπέβαλε στην υποβληθείσα δήλωση εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία. Συγκεκριμένα: Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης για το έτος 2001, η οποία υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου στις 30-6-2001, δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι: Α) με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένους Μιχαλόπουλου, περιήλθε στην κυριότητα του, κατά 50% εξ αδιαιρέτου με τη σύζυγό του ΑΑ, μια κατοικία - μεζονέτα στην ..., στην οδό ..., εμβαδού 151,90 τ.μ., αντί ποσού 66.065.726 δραχμές, το οποίο προήλθε εξ ολοκλήρου από δάνειο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Το ποσό δε αυτό συμπίπτει με την αναφερομένη στο ανωτέρω συμβόλαιο αντικειμενική αξία του ακινήτου. Όμως, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο της εν λόγω Τράπεζας αυτός και η σύζυγος του συνήψαν, πέραν της ... σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού 65.000.000 δραχμών (190.755,69 ευρώ) και διάρκειας είκοσι (20) ετών, για την αγορά της ανωτέρω μεζονέτας και την ... σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού επίσης 65.000.000 δραχμών (190.755,69 ευρώ) και διάρκειας είκοσι (20) ετών για την "επισκευή και βελτίωση" της ίδιας μεζονέτας. Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πραγματική αξία των ακινήτων στην ..., όπου βρίσκεται η μεζονέτα, υπερβαίνει κατά πολύ την αντικειμενική - η οποία αφορά απλώς τη φορολογητέα αξία των ακινήτων - προκύπτει ότι τόσο στην ανωτέρω δήλωση (έτους 2001), όσο και στις δηλώσεις των επόμενων ετών 2003, 2004 και 2005, δήλωσε ανακριβώς το τίμημα που κατέβαλε για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, το οποίο (τίμημα), όπως προκύπτει από την άθροιση των ποσών των ανωτέρω - κατά το ίδιο χρονικό διάστημα συναφθεισών - δανειακών συμβάσεων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επρόκειτο για μια οικοδομή "ευρισκόμενη ήδη στο στάδιο των εργασιών της αποπερατώσεως" κατά το χρόνο σύνταξης του ανωτέρω συμβολαίου και, ως εκ τούτου, δεν έχρηζε επισκευής, ανέρχεται σε 130.000.000 δραχμές τουλάχιστον. Επίσης η δήλωσή του για το έτος 2001 παρίσταται ανακριβής, διότι δεν αναφέρει την οικονομική ενίσχυση που έλαβε αυτός και η σύζυγός του από την Αγροτική τράπεζα αφενός μεν με την ως άνω ... δανειακή σύμβαση για την "επισκευή" του εν λόγω ακινήτου, αφετέρου δε με την ... δανειακή σύμβαση, ποσού 10.000.000 δραχμών (29.347,03 ευρώ) και διάρκειας είκοσι (20) ετών, για την "επισκευή" της μεζονέτας που κείται στην ..., στην οδό ..., την οποία έχει επίσης στην κυριότητά του κατά 50% με τη σύζυγό του. Β) Στην αυτή δήλωση δήλωσε ότι έχει στην κυριότητά του, μεταξύ άλλων, σε ποσοστό 50%: α) ένα αγροτεμάχιο στα ..., έκτασης 836 τ.μ. (... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Καλπύρη) και β) έναν αγρό στην ίδια τοποθεσία έκτασης 1.533 τ.μ. με επισκευασμένη "αχυροκαλύβα" εμβαδού 119 τ.μ. (... συμβόλαιο της ανωτέρω Συμβολαιογράφου). Σημειωτέον ότι έλαβε χώρα διανομή, με το ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένη Μιχαλόπουλου, του αγροτικού ακινήτου που προέκυψε από την "εν τοις πράγμασι" συνένωση των δύο ως άνω όμορων αγροτεμαχίων, συνολικής επιφάνειας, κατά νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση 2.281,70 τ.μ., με αποτέλεσμα να λάβει κατά πλήρη κυριότητα το ήμισυ του ανωτέρω ακινήτου, έκτασης 1.140,85 τ.μ, μετά του ημίσεως, εμβαδού 60 τ.μ., της "παλαιάς επισκευασμένης αχυροκαλύβας", όπως αναφέρεται και στο ανωτέρω συμβόλαιο. Σύμφωνα, όμως, με το ΓΠ ... έγγραφο, καθώς και την ... έκθεση αυτοψίας (αυθαίρετων κατασκευών) του Τμήματος Πολεοδομίας ..., η οποία διαβιβάσθηκε και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας στη θέση της παλαιάς ισόγειας αχυροκαλύβας εμβαδού 120 τ.μ. έχει γίνει ανακατασκευή, χωρίς οικοδομική άδεια, διώροφης πετρόκτιστης κατοικίας με κεραμοσκεπή και κουφώματα από αλουμίνιο, χωρισμένης σε δύο ανεξάρτητα διαμερίσματα (ισόγειο και σοφίτα) εμβαδού 65 τ.μ. το καθένα, με ημιυπαίθριο χώρο - στέγαστρο στις εισόδους, εμβαδού 17,5 τ.μ. Εξάλλου, στο τμήμα του οικοπέδου, που του ανήκει έχει γίνει κατασκευή ισόγειου βοηθητικού κτίσματος αποθήκης εμβαδού 20 τ.μ., ισόγειου γκαράζ εμβαδού 30 τ.μ. και ισογείου ψησταριάς (μπάρμπεκιου) εμβαδού 16 τ.μ. Κατά συνέπεια, η δήλωση περιουσιακής κατάστασής του για το έτος 2001 είναι ανακριβής όσον αφορά τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της ακίνητα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, όσον αφορά α) την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ` εξακολούθηση για τα έτη 2003, 2004 και 2005 ως προς το ως άνω αγροτεμάχιο στα ... και τον αγρό στην ίδια περιοχή με επισκευασμένη αχυροκαλύβα ή αγροικία, β) την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ` εξακολούθηση για τα έτη 2004 και 2005 ως προς το τίμημα και την προέλευση του σχετικού ποσού για την αγορά του αυτοκινήτου, γ) τη νέα επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της υποβολής ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ` εξακολούθηση και δ) τον καθορισμό νέας συνολικής ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 22 Ιουνίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 5139/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 471/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης και υποβολή ανακριβών δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης κατ' εξακολούθηση. Υπό την ισχύ του ν. 2429/1996, για την αγορά ακινήτου αρκούσε να δηλωθεί η αντικειμενική αξία του ακινήτου ή το τυχόν μεγαλύτερο τίμημα που αναγραφόταν στο συμβόλαιο, ενώ δεν απαιτείτο να δηλωθεί το τίμημα για την αγορά αυτοκινήτου και η πηγή προέλευσης του ποσού που δαπανήθηκε, τα δε δάνεια, ως επαχθείς συμβάσεις, δεν υπάγονταν στις οικονομικές ενισχύσεις από κάθε πηγή. Τίμημα αυτοκινήτου που είχε αγορασθεί πριν από τις 31.12.2003, καθώς και η πηγή προέλευσης του σχετικού ποσού, πρέπει να δηλώνεται κατά τα επόμενα έτη υπό το κράτος της ισχύος του ν. 2113/2003. Μερική αναίρεση για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου για ορισμένες κατηγορίες, καθώς και για αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης, απαλλαγή του αναιρεσείοντος για μη δήλωση, κατά το 2003, του τιμήματος και της προελεύσεως του σχετικού ποσού για την αγορά, κατά το αυτό έτος, αυτοκινήτου, παύση οριστικά της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής για ανακριβείς δηλώσεις του έτους 2001 και παραπομπή για μερικές επί μέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της υποβολής ανακριβών δηλώσεων, για τη νέα επιμέτρηση ποινής για το εν λόγω κατ' εξακολούθηση έγκλημα και για τον επανακαθορισμό συνολικής ποινής. Απόρριψη του από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως ως προς την μη αιτιολόγηση του δόλου, ως προς το ότι το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αλλά και του σκεπτικού της πρωτόδικης αποφάσεως. Η στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, της απολογίας του κατηγορουμένου και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων αφορά την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και απαραδέκτως προτείνεται με λόγο αναιρέσεως. Παραδεκτή λήψη υπόψη εγγράφων που δεν μνημονεύονται στα αναγνωσθέντα, αφού το ένα αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα της πρωτόδικης αποφάσεως, τα πρακτικά της οποίας αναγνώσθηκαν, και το άλλο μνημονεύει δύο δανειακές συμβάσεις, οι οποίες, επίσης, αναγνώσθηκαν. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση και τη λήψη υπόψη εγγράφων των οποίων δεν προκύπτει η ταυτότητα, γιατί, πέραν του ότι τα έγγραφα αυτά προσδιορίζονται επαρκώς, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντιρρήσεις κατά την ανάγνωση τους. Στον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για το τραπεζικό απόρρητο. Αναιρεί εν μέρει, κηρύσσει αθώο, ΠΟΠΔ και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ποινή, Αναίρεση μερική, Πόθεν έσχες, Πλάνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2479/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 18983/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσ/κης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσ/κης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 466/2009.
Αφού άκουσε
Tον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 26 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση αναίρεσης του ανωτέρω κατηγορούμενου μετά την 51/9.11.09 έκθεση παραίτησης από την πιο πάνω αναίρεση του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476μπαρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Όταν γίνει νομότυπη το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Χ με την από 9-11-2009 δήλωση του, που έγινε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Παύλου Γώγου, στον οποίο είχε δοθεί σχετική εντολή με την από 20-10-2009 εξουσιοδότηση, που έχει θεωρηθεί για το γνήσιο της υπογραφής και για την οποία συντάχθηκε η από 9-11-2009 σχετική έκθεση, παραιτήθηκε από την από 26-2-2009 αίτηση του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε την αναίρεση της 18983.2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης. Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, αυτό το το ένδικο μέσο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την από 26-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 18983/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Παραίτηση από δικόγραφο αναίρεσης. Κηρύσσεται απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 1
|
Αριθμός 2478/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 21628/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 938/2209.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 282/16.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 9/10-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ' αριθμ. 21628/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1 και 473 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι κατ' εξαίρεση η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να ασκηθή, όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων των οριζομένων από την διάταξη του άρθρ. 474 παρ. 1 ΚΠΔ και με σύνταξη σχετικής εκθέσεως, αλλά, επί καταδικαστικής αποφάσεως, και με δήλωση του καταδικασθέντος, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εντός προθεσμίας είκοσι ημερών. Αν η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αλλά απορριπτική της εφέσεως ως απαραδέκτου (εκπροθέσμου), η κατ' αυτής άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, με δήλωση επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτη (άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ), ως μη ασκηθείσα κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (βλ. ΑΠ 961/2004, εις Ποιν.Δικ./2004/1072, ΑΠ 295/2001, εις ΠΧ/ΝΑ'/975). Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η υπ'αριθμ. 21628/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθ' ό μέρος δι' αυτής απορρίπτεται ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 126132/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όμως, η αίτηση αυτή ησκήθη κατά της ως άνω μη καταδικαστικής, αλλ'απορριπτούσης την έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) αποφάσεως, διά δηλώσεως επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή όχι κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και, επομένως, είναι απαράδεκτη.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή ως απαράδεκτη η από 9/10-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 21628/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που είναι επιτρεπτή για την έρευνα του παραδεκτού της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 21628/2009 απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 13869/2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 126132/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή φυλάκισης τριάντα έξι (36) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 1.500 δραχμές ημερησίως, και επιπλέον σε χρηματική ποινή 1.500.000 δραχμών, για μη έγκαιρη καταβολή εργατικών και εργοδοτικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α.
Η κατ' αυτής και ήδη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε την 10-6-2009 με επίδοση δηλώσεως του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, όπως το άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ απαιτεί για την με αυτόν τον τρόπο άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως πρέπει η αίτηση αυτή μετά και την νόμιμη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να προσέλθει ενώπιον του συμβουλίου τούτου και να εκθέσει τις απόψεις (βλ. την επί του φακέλλου σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα), χωρίς τούτο να συμβεί, πρέπει να απορριφθεί κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, επειδή ασκήθηκε όχι κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21628/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απορριψάσης την έφεση ως απαράδεκτη με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απαράδεκτη λόγω της τοιαύτης ασκήσεως της και απόρριψη αυτής.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2473/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, κατοίκου ..., β) Χ2, κατοίκου ... και γ) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Μαΐου 2009, τρείς (3) τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 756/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 301/18.9.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 18-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) Χ2, β) Χ1 και γ) Χ3, κατά του υπ'αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ'αριθμ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν, Α) ο Χ2, α) δι' απάτη κατ' εξακολούθηση εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ και β) δι' ηθική αυτουργία εις ψευδορκία μάρτυρος, Β) ο Χ1, δι' άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη, και Γ) η Χ3, διά α) ψευδορκία μάρτυρος και β) άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη. Προβάλλουν δε αυτοί, ως λόγον αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επειδή, εκ της διατάξεως του άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίση ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο του εξαπατηθέντος με το πρόσωπο του ζημιωθέντος. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθή και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που έχει ως συνέπεια την βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του δράστη (βλ. ΑΠ 2078/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/540). Κατά την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών). Κατά δε το άρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης.Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των προσδιοριζομένων αποδεικτικών στοιχείων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Στις 3-5-1999 και περί ώρα 09.00', ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, δικηγόρος Αθηνών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και κινούμενος επί της οδού ... στην ..., όταν έφθασε στη διασταύρωση της ως άνω οδού επί της οποίας εκινείτο, με την οδό ..., συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δικηγόρος ΑΑ, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ". Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου ΑΑ, ο οποίος παραβίασε το φωτεινό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και έδειχνε ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, ήταν να τραυματισθεί ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπέστη κάταγμα δεξιού Plateau και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς" από 3-5-1999 έως 5-5-1999 οπότε του έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, την 23-7-1999 οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από 4-11-1999 έως 11-10-1999 οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω δημιουργηθείσας σχετικής φλεγμονής και του αφαιρέθηκαν και τα λοιπά υλικά οστεοσύνθεσης και ότι κατά την επανεξέταση του την 10-1-2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος του και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος κατά το χρόνο του τραυματισμού του, ήταν ηλικίας 42 ετών, ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην οδό ... αριθμός ..., στο ..., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις κατωτέρω τρεις (3) αγωγές, στρεφόμενες κατά του ΑΑ και της μηνύτριας - πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση (αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που υπέστη από το ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του) και ως χρηματική ικανοποίηση (αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προξένησε ο τραυματισμός του). Συγκεκριμένα άσκησε τις εξής αγωγές: α) την από 9-5-2000 (και με αριθμό κατάθεσης 5237/2000) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 66.381.760 δραχμών ή 194.810,74 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, β) την από 3-5-2001 (και με αριθμό κατάθεσης 3712/2001) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 89.350.000 δραχμών ή 262.215,70 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά την επόμενη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001 και γ) την από 3-10-2004 (και με αριθμό κατάθεσης 7623/2004) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 234.777 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, για διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2001 έως 31-12-2003. Η τρίτη αυτή αγωγή (7623/2004) ορίστηκε να συζητηθεί την 5-4-2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και εκκρεμεί, χωρίς να έχει συζητηθεί και να έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής μέχρι σήμερα. Και με τις τρεις αυτές αγωγές ο κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίστηκε στο κείμενο αυτών ψευδώς ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, κέρδιζε από την εργασία του, ως δικηγόρου, κατά μέσο όρο το ποσό των 3.600.000 δραχμών μηνιαίως, και αναλυτικότερα: α) ότι κατά μέσο όρο είχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα δύο ακροατήρια δικαστηρίων ποινικά ή αστικά και κέρδιζε τουλάχιστον 50.000 δραχμές σε καθένα και μηνιαίως 2.200.000 δραχμές, β) ότι εκτός των ακροατηρίων ασχολούνταν με μεγάλο βαθμό με συμβόλαια ακινήτων (αγοραπωλησίες, γονικές παροχές, αποδοχές κληρονομιάς κλπ) και γι' αυτό συνεργαζόταν από τέλη 1998 μέχρι του τραυματισμού του με τρεις συμβολαιογράφους Αθηνών, συντάσσοντας τουλάχιστον μία συμβολαιογραφική πράξη την εβδομάδα και ότι από την δραστηριότητα του αυτή κέρδιζε τουλάχιστον 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως και ανά μήνα 800.000 δραχμές και γ) ότι ασχολούνταν και με διάφορες άλλες δικηγορικές δραστηριότητες (αποστολή εξώδικων, παροχή νομικών συμβουλών, παραστάσεις σε διάφορες αρχές κλπ) και κέρδιζε κατά μέσο όρο την εβδομάδα 150.000 δραχμές τουλάχιστον και ανά μήνα το ποσό των 600.000 δραχμών, ήτοι συνολικά κατά μέσο όρο τουλάχιστον το ποσό των 3.600.000 (2.200.000 + 800.000 + 600.000) δραχμών μηνιαίως, αναφέροντας ειδικότερα σ' αυτές (αγωγές) ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του έτους 1998 τρεις συναδέλφους του, οι οποίοι τον βοηθούσαν, και ότι οι αγωγές αυτές είναι νόμιμες, βάσιμες και αληθινές και θα αποδειχθούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με έγγραφα και μάρτυρες. Ι. Η πρώτη αγωγή (5237/2000) ορίστηκε να συζητηθεί την 16-2-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων -πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 16-2-2001 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 εξεταζόμενος ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ. από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι στο γραφείο ακόμη ήταν άλλες δύο κυρίες, ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ. (από συμβόλαια) και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το υπ' αριθμ. 381/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών διατάχθηκε ο χωρισμός της αρχικής δικογραφίας και ο σχηματισμός, λόγω κινδύνου παραγραφής των πλημμελημάτων, αυτοτελούς δικογραφίας για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίες φέρεται ότι τελέστηκαν απ' αυτούς στις 16-2-2001. Γι' αυτό και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία από την Ανακρίτρια που διενήργησε την ανάκριση σε βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 9.924.436 δραχμών ή 29.125,27 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση κλπ. Ακολούθως, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (5106/2001) ο πρώτος κατηγορούμενος άσκησε την από 22-4-2002 έφεση του, με την οποία επανέλαβε τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί διαφυγόντων κερδών του και περί του ύψους αυτών, η οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 19-9-2002. Με τις από 19-9-2002 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της έφεσης, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτών προσκόμισε τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής και της έφεσης. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του και την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη - πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 118.047 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η πολιτικώς ενάγουσα "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό αυτό με τους αναλογούντες τόκους, τμηματικά στις 23-12-2002 και 31-1-2003, από το ποσό δε αυτό κονδύλιο 105.389,04 ευρώ (=88.041,00 ευρώ κεφάλαιο + 17.347,95 ευρώ επιδικασθέντες τόκοι) αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στις ασκηθείσες αγωγή και έφεση του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ1, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει τους δικαστές του Εφετείου Αθηνών και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης έφεσης του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 105.389,04 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και του κατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Σημειώνεται ότι, στη συνέχεια κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης (9144/2002) η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την από 8-4-2003 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 760/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τα κονδύλια διαφυγόντων κερδών και της ηθικής βλάβης και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών προς εκδίκαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η από 22-4-2002 έφεση του πρώτου κατηγορουμένου κατά της 5106/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενη ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα (3-5-1999 έως 10-5-2000) και έτσι απώλεσε το συνολικό ποσό των 46.800.000 δραχμών. Αντίθετα, ότι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα πραγματοποιώντας τις παραστάσεις σε δικαστήρια, σε συμβόλαια κλπ που αναφέρονται στο σκεπτικό της και κατόπιν αυτών απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1070/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως δεν προσκομίζεται. II. Η δεύτερη αγωγή (3712/2001) ορίστηκε να συζητηθεί την 14-2-2002 και μετ' αναβολή τη δικάσιμο της 17-5-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων - πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα την τρίτη κατηγορουμένη Χ3 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Η τρίτη κατηγορουμένη εξεταζόμενη στις 17-5-2004 ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος από την εργασία του ως δικηγόρος έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, ότι είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του, τους ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του το ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά, όπως αναφέρεται κατωτέρω, πολύ λιγότερα, ούτε απασχολούσε στο γραφείο του τους ανωτέρω τρεις δικηγόρους, αλλά μόνο την ... . Με τις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτών προσκόμισε τις ως άνω τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη -πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 119.304,47 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κήρυξε δε την απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Η πολιτικώς ενάγουσα "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό των 40.000 ευρώ στις 12-11-2004, από το ποσό δε αυτό κονδύλιο 31.977,96 ευρώ αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου, κατ' αναλογία του συνολικώς επιδικασθέντος ποσού των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων 95.377,84 ευρώ διαφυγόντα κέρδη. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στην ασκηθείσα αγωγή του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Χ3, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει το δικαστή του ως άνω δικαστηρίου και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης αγωγής του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 95.377,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" του κατέβαλε ήδη το ως άνω επιδικασθέν ποσό, με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (4142/2004) οι διάδικοι άσκησαν τις από 11-10-2004 και 15-10-2004 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν στις 22-9-2005 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση του πρώτου κατηγορουμένου και έγινε δεκτή η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απερρίφθη η αγωγή και ειδικότερα ως προς κεφάλαιο αυτής που αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, ύψους 46.800.000 δραχμών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1075/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται. Με τις παραπάνω ενέργειες του ο πρώτος κατηγορούμενος κατόρθωσε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 137.367 (= 105.389,04 + 31.977,96) ευρώ, ποσό το οποίο ήδη εισέπραξε από την μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, βλάπτοντας τη μηνύτρια εταιρεία, το συνολικό δε όφελος από τη συμπεριφορά του αυτή και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη και τα εξής: Ότι προέκυψε, ότι το έτος 1998, δηλαδή το αμέσως προηγούμενο του ατυχήματος έτος, τα ετήσια καθαρά κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου από την εργασία του ως δικηγόρου, δεν υπερέβησαν το συνολικό ποσό των 3.150.797 δραχμών (σε 2.090.611 δραχμές ανήλθαν τα δηλωθέντα στην εφορία). Το ποσό αυτό υπολείπεται κατά πολύ του ποσού των 43.200.000 δραχμών που όπως ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος στις αγωγές του κέρδιζε κατά μέσο όρο τουλάχιστον ετησίως, το οποίο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 στις 16-2-2001, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5237/2000 αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου, κατέθεσε ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα δύο τουλάχιστον δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δραχμές από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δραχμές από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι δεν κέρδιζε από την εργασία τα ανωτέρω ποσά, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα ποσά, ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως, και ότι δεν κέρδιζε από συμβόλαια και από τη συνεργασία του με τους παραπάνω συμβολαιογράφους 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως, αλλά πολύ λιγότερα, όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση του να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 29.125,27 ευρώ, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, προέκυψε ότι η τρίτη εκκαλούσα-κατηγορουμένη Χ3 στις 17-5-2004, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω από 3-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ2, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR EAEAZ και ο ΑΑ) αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, και το ποσό των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001, κατέθεσε ψευδώς ότι "Πριν έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους κ. ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε", ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου το ως άνω ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα, και ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση της να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων τα 95.377,84 ευρώ αφορούσαν διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις α) εναντίον του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ2, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απάτης επί δικαστηρίου, κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 9-5-2000, 16-2-2001, 19-9-2002 και 17-5-2004, β) εναντίον του δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 16-2-2001 και γ) εναντίον της τρίτης εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ3, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου και 2) της ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 17-5-2004. Εν συνεχεία δε, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ανωτέρω αξιοποίνων, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, το Συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν είναι αναγκαία η αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από έκαστο τούτων, ενώ αρκεί η μνεία αυτών, έστω κατά το είδος τους, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα. Επίσης, επαρκώς προσδιορίζει το Συμβούλιο τα ετήσια κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου, είναι δε αβάσιμη η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφεύγει "δικό του σκεπτικό και αιτιολογία", ως και η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται το κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της ως άνω απάτης, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν δέχεται ότι συντρέχουν οι εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση περί αναιτιολογήτου απορρίψεως του ισχυρισμού, ότι οι εις βαθμό κακουργήματος αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους πράξεις δεν είναι κακουργήματα, αφού η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται ειδικώς και στην παραδοχή ότι το ως άνω περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, η αιτίαση περί λήψεως υπ'όψη απαραδέκτων και ακύρων αποδεικτικών μέσων, ασαφώς και αορίστως διατυπωθείσα και μη δυναμένη να συμπληρωθή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, είναι απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 354/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/887). Επίσης δε, απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1, 318, 370 εδ. β', 484 και 485 ΠΚ συνάγεται, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώση την συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέση το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύση οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή (βλ. ΑΠ 1648/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, οι συναφείς πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτή (άρθρ. 224 και 46 παρ.1α ΠΚ) φέρονται τελεσθείσες την 17-5-2004. Επομένως, και αφού δεν συνέτρεξε λόγος αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρ. 113 ΠΚ, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις έχουν ήδη υποκύψει στην κατ' άρθρ. 111 παρ. 3 ΠΚ πενταετή, επί πλημμελημάτων, παραγραφή. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή, ως προς το περί ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή μέρος του, το προσβαλλόμενο βούλευμα, να παύση οριστικώς η κατά των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ποινική δίωξη διά τις πράξεις αυτές, να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις τούτων κατά τα λοιπά, να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1 και να καταδικασθή αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς το περί ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή μέρος του.
Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ3 και Χ2, διά ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ'αυτή, αντιστοίχως, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην Αθήνα, την 17-5-2004, περιγραφόμενες ειδικότερα στο ανωτέρω βούλευμα.
Να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι από 18-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των ανωτέρω κατηγορουμένων, κατά του υπ'αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να απορριφθή η από 18-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Πάχου, κατά του υπ'αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων Ιωάννης Πάχος στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 2 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες 99,100,101/18.5.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2, Χ1 και Χ3, στρεφόμενες κατά του 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων κατά του 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικασθούν: Α) ο Χ2 α) για απάτη κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ και β) ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα, Β) ο Χ1, για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη και Γ) η Χ3 για α) ψευδορκία μάρτυρα και β) άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, εφόσοβν αυτοί παραπέμπονται για κακουργήματα και συναφή πλημμελήματα (άρθρ. 482 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ), γι' αυτό και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν για πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια, να γίνουν τυπικά δεκτές. Από τη διάταξη του άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο του εξαπατηθέντος με το πρόσωπο του ζημιωθέντος. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που έχει ως συνέπεια την βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του δράστη. Κατά την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών). Κατά δε το άρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κρίθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των προσδιοριζομένων κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων προέκυψαν τα εξής: "Στις 3-5-1999 και περί ώρα 09.00', ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, δικηγόρος Αθηνών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και κινούμενος επί της οδού ... στην ..., όταν έφθασε στη διασταύρωση της ως άνω οδού επί της οποίας εκινείτο, με την οδό ..., συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δικηγόρος ΑΑ, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ". Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου ΑΑ, ο οποίος παραβίασε το φωτεινό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και έδειχνε ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, ήταν να τραυματισθεί ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπέστη κάταγμα δεξιού Plateau και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς" από 3-5-1999 έως 5-5-1999 οπότε του έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, την 23-7-1999 οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από 4-11-1999 έως 11-10-1999 οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω δημιουργηθείσας σχετικής φλεγμονής και του αφαιρέθηκαν και τα λοιπά υλικά οστεοσύνθεσης και ότι κατά την επανεξέταση του την 10-1-2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος του και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος κατά το χρόνο του τραυματισμού του, ήταν ηλικίας 42 ετών, ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην οδό ... αριθμός ..., στο ..., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις κατωτέρω τρεις (3) αγωγές, στρεφόμενες κατά του ΑΑ και της μηνύτριας - πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση (αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που υπέστη από το ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του) και ως χρηματική ικανοποίηση (αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προξένησε ο τραυματισμός του). Συγκεκριμένα άσκησε τις εξής αγωγές: α) την από 9-5-2000 (και με αριθμό κατάθεσης 5237/2000) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 66.381.760 δραχμών ή 194.810,74 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, β) την από 3-5-2001 (και με αριθμό κατάθεσης 3712/2001) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 89.350.000 δραχμών ή 262.215,70 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά την επόμενη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001 και γ) την από 3-10-2004 (και με αριθμό κατάθεσης 7623/2004) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 234.777 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, για διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2001 έως 31-12-2003. Η τρίτη αυτή αγωγή (7623/2004) ορίστηκε να συζητηθεί την 5-4-2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και εκκρεμεί, χωρίς να έχει συζητηθεί και να έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής μέχρι σήμερα. Και με τις τρεις αυτές αγωγές ο κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίστηκε στο κείμενο αυτών ψευδώς ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, κέρδιζε από την εργασία του, ως δικηγόρου, κατά μέσο όρο το ποσό των 3.600.000 δραχμών μηνιαίως, και αναλυτικότερα: α) ότι κατά μέσο όρο είχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα δύο ακροατήρια δικαστηρίων ποινικά ή αστικά και κέρδιζε τουλάχιστον 50.000 δραχμές σε καθένα και μηνιαίως 2.200.000 δραχμές, β) ότι εκτός των ακροατηρίων ασχολούνταν με μεγάλο βαθμό με συμβόλαια ακινήτων (αγοραπωλησίες, γονικές παροχές, αποδοχές κληρονομιάς κλπ) και γι' αυτό συνεργαζόταν από τέλη 1998 μέχρι του τραυματισμού του με τρεις συμβολαιογράφους Αθηνών, συντάσσοντας τουλάχιστον μία συμβολαιογραφική πράξη την εβδομάδα και ότι από την δραστηριότητα του αυτή κέρδιζε τουλάχιστον 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως και ανά μήνα 800.000 δραχμές και γ) ότι ασχολούνταν και με διάφορες άλλες δικηγορικές δραστηριότητες (αποστολή εξώδικων, παροχή νομικών συμβουλών, παραστάσεις σε διάφορες αρχές κλπ) και κέρδιζε κατά μέσο όρο την εβδομάδα 150.000 δραχμές τουλάχιστον και ανά μήνα το ποσό των 600.000 δραχμών, ήτοι συνολικά κατά μέσο όρο τουλάχιστον το ποσό των 3.600.000 (2.200.000 + 800.000 + 600.000) δραχμών μηνιαίως, αναφέροντας ειδικότερα σ' αυτές (αγωγές) ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του έτους 1998 τρεις συναδέλφους του, οι οποίοι τον βοηθούσαν, και ότι οι αγωγές αυτές είναι νόμιμες, βάσιμες και αληθινές και θα αποδειχθούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με έγγραφα και μάρτυρες.
Ι. Η πρώτη αγωγή (5237/2000) ορίστηκε να συζητηθεί την 16-2-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων -πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 16-2-2001 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 εξεταζόμενος ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ. από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι στο γραφείο ακόμη ήταν άλλες δύο κυρίες, ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ (από συμβόλαια) και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το υπ' αριθμ. 381/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών διατάχθηκε ο χωρισμός της αρχικής δικογραφίας και ο σχηματισμός, λόγω κινδύνου παραγραφής των πλημμελημάτων, αυτοτελούς δικογραφίας για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίες φέρεται ότι τελέστηκαν απ' αυτούς στις 16-2-2001. Γι' αυτό και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία από την Ανακρίτρια που διενήργησε την ανάκριση σε βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 9.924.436 δραχμών ή 29.125,27 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση κλπ. Ακολούθως, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (5106/2001) ο πρώτος κατηγορούμενος άσκησε την από 22-4-2002 έφεση του, με την οποία επανέλαβε τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί διαφυγόντων κερδών του και περί του ύψους αυτών, η οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 19-9-2002. Με τις από 19-9-2002 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της έφεσης, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτών προσκόμισε τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής και της έφεσης. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του και την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη -πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 118.047 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η πολιτικώς ενάγουσα "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό αυτό με τους αναλογούντες τόκους, τμηματικά στις 23-12-2002 και 31-1-2003, από £ το ποσό δε αυτό κονδύλιο 105.389,04 ευρώ (=88.041,00 ευρώ κεφάλαιο + 17.347,95 ευρώ επιδικασθέντες τόκοι) αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στις ασκηθείσες αγωγή και έφεση του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ1, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει τους δικαστές του Εφετείου Αθηνών και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης έφεσης του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 105.389,04 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και του κατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Σημειώνεται ότι, στη συνέχεια κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης (9144/2002) η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την από 8-4-2003 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 760/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τα κονδύλια διαφυγόντων κερδών και της ηθικής βλάβης και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών προς εκδίκαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η από 22-4-2002 έφεση του πρώτου κατηγορουμένου κατά της 5106/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενη ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα (3-5-1999 έως 10-5-2000) και έτσι απώλεσε το συνολικό ποσό των 46.800.000 δραχμών. Αντίθετα, ότι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα πραγματοποιώντας τις παραστάσεις σε δικαστήρια, σε συμβόλαια κλπ που αναφέρονται στο σκεπτικό της και κατόπιν αυτών απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1070/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται.
II. Η δεύτερη αγωγή (3712/2001) ορίστηκε να συζητηθεί την 14-2-2002 και μετ1 αναβολή τη δικάσιμο της 17-5-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων - πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα την τρίτη κατηγορουμένη Χ3 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Η τρίτη κατηγορουμένη εξεταζόμενη στις 17-5-2004 ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος από την εργασία του ως δικηγόρος έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, ότι είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του, τους ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του το ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά, όπως αναφέρεται κατωτέρω, πολύ λιγότερα, ούτε απασχολούσε στο γραφείο του τους ανωτέρω τρεις δικηγόρους, αλλά μόνο την ... . Με τις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτώνπροσκόμισε τις ως άνω τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη -πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των
119.304,47 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κήρυξε δε την απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Η πολιτικώς ενάγουσα EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό των 40.000 ευρώ στις 12-11-2004, από το ποσό δε αυτό κονδύλιο 31.977,96 ευρώ αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου, κατ' αναλογία του συνολικώς επιδικασθέντος ποσού των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων 95.377,84 ευρώ διαφυγόντα κέρδη. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στην ασκηθείσα αγωγή του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Χ3, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει το δικαστή του ως άνω δικαστηρίου και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης αγωγής του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 95.377,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" του κατέβαλε ήδη το ως άνω επιδικασθέν ποσό, με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (4142/2004) οι διάδικοι άσκησαν τις από 11-10-2004 και 15-10-2004 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν στις 22-9-2005 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση του πρώτου κατηγορουμένου και έγινε δεκτή η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απερρίφθη η αγωγή και ειδικότερα ως προς κεφάλαιο αυτής που αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, ύψους 46.800.000 δραχμών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1075/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται. Με τις παραπάνω ενέργειες του ο πρώτος κατηγορούμενος κατόρθωσε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 137.367 (= 105.389,04 + 31.977,96) ευρώ, ποσό το οποίο ήδη εισέπραξε από την μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, βλάπτοντας τη μηνύτρια εταιρεία, το συνολικό δε όφελος από τη συμπεριφορά του αυτή και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.
Κατόπιν της άσκησης των παραπάνω τριών διαδοχικών αγωγών του πρώτου κατηγορουμένου, η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ένδικη από 15-9-2005 μήνυση της, με την οποία προσβάλλει ως ψευδείς τους παραπάνω αγωγικούς ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίοι καθ' υπόδειξη του επαναλαμβάνονται και από τους παραπάνω ψευδομάρτυρες του, δηλαδή ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, κέρδιζε από την εργασία του, ως δικηγόρου, κατά μέσο όρο το ποσό των 3.600.000 δραχμών μηνιαίως, και αναλυτικότερα: α) ότι κατά μέσο όρο είχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα δύο ακροατήρια δικαστηρίων ποινικά ή αστικά και κέρδιζε τουλάχιστον 50.000 δραχμές σε καθένα και μηνιαίως 2.200.000 δραχμές, β) ότι εκτός των ακροατηρίων ασχολούνταν με μεγάλο βαθμό με συμβόλαια ακινήτων (αγοραπωλησίες, γονικές παροχές, αποδοχές κληρονομιάς κλπ) και γι' αυτό συνεργαζόταν από τέλη 1998 μέχρι του τραυματισμού του με τρεις συμβολαιογράφους Αθηνών, συντάσσοντας τουλάχιστον μία συμβολαιογραφική πράξη την εβδομάδα και ότι από την δραστηριότητα του αυτή κέρδιζε τουλάχιστον 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως και ανά μήνα 800.000 δραχμές και γ) ότι ασχολούνταν και με διάφορες άλλες δικηγορικές δραστηριότητες (αποστολή εξώδικων, παροχή νομικών συμβουλών, παραστάσεις σε διάφορες αρχές κλπ) και κέρδιζε κατά μέσο όρο την εβδομάδα 150.000 δραχμές τουλάχιστον και ανά μήνα το ποσό των 600.000 δραχμών, ήτοι συνολικά κατά μέσο όρο τουλάχιστον το ποσό των 3.600.000 (2.200.000 + 800.000 + 600.000) δραχμών μηνιαίως, αναφέροντας ειδικότερα σ' αυτές (αγωγές) ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του έτους 1998 τρεις συναδέλφους του, οι οποίοι τov βοηθούσαν, τους οποίους ισχυρισμούς προέβαλε προς υποστήριξη των αγωγικών αιτημάτων που αφορούν την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών του πρώτου κατηγopoυμέvoυ λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του (3-5-1999) έως 31-12-2003. Επικαλείται δε και προσκομίζει σημαντικά κατά την μηνύτρια έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της μήνυσης της, και συγκεκριμένα: α) την από 11-8-2005 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.), από την οποία προκύπτει ότι οι ... και ..., δικηγόροι Αθηνών, ουδέποτε απασχολήθηκαν με έμμισθη εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο, ούτε ο ίδιος δήλωσε ποτέ ότι είχε προσλάβει τους προαναφερθέντες. Επιπλέον ότι η ..., δικηγόρος Αθηνών, υπήρξε μέλος του Δ.Σ.Α. μόλις μέχρι την 31-12-1997, οπότε μετατέθηκε και γράφτηκε στο Δ. Σ. Ηλείας. Στη συνέχεια μετατέθηκε από το Δ.Σ. Ηλείας και γράφτηκε ξανά στο Δ.Σ.Α. την 8-5-2000 και παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα την 18-7-2002, δηλαδή κατά την κρίσιμη περίοδο δεν βρισκόταν καν στην ..., καθότι ασκούσε δικηγορία στο Νομό Ηλείας. Τέλος η δικηγόρος Αθηνών ... είχε δηλώσει ότι πραγματικά συνεργάσθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο και αμειβόταν με πάγια αντιμισθία, μόνο κατά τα έτη 1997 και 1998, β) τον χωρίς ημερομηνία πίνακα του Δ.Σ.Α., στον οποίο αναλύονται, κατ' έτος, από το έτος 1998 έως και 2005 για τον πρώτο κατηγορούμενο και για τα έτη 1998 έως και 2000 για τους δικηγόρους ..., ... και ..., ο αριθμός των παραστάσεων τους σε δικαστήρια, καθώς και ο αριθμός των συμβολαίων στα οποία παραστάθηκαν, με τις συνολικές κατ' έτος αμοιβές. Ο πρώτος κατηγορούμενος: 1) το έτος 1998, πραγματοποίησε 82 παραστάσεις στα δικαστήρια και 20 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 3.150.797 δραχμές ή 9.246,65 ευρώ, 2) το έτος 1999 (έτος του τραυματισμού του), πραγματοποίησε 79 παραστάσεις στα δικαστήρια και 13 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 2.985.712 δραχμές ή 8.702,18 ευρώ, 3) το έτος 2000 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στην πρώτη αγωγής του "είχε σχεδόν ολική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του") πραγματοποίησε 92 παραστάσεις στα δικαστήρια και 38 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 4.646.977 δραχμές ή 13.637,50 ευρώ, 4) το έτος 2001 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στη δεύτερη αγωγή του "είχε σημαντική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του"), πραγματοποίησε 104 παραστάσεις στα δικαστήρια και 22 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 6.351.949 δραχμές ή 18.641,08 ευρώ, 5) το έτος 2002 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στην τρίτη αγωγή του, εξακολουθεί να "έχει σημαντική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του"), πραγματοποίησε 84 παραστάσεις στα δικαστήρια και 5 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 11.486,40 ευρώ, 6) το έτος 2003 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στην τρίτη αγωγή του, εξακολουθεί να "έχει σημαντική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του"), πραγματοποίησε 71 παραστάσεις στα δικαστήρια και 4 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 8.268,76 ευρώ, 7) το έτος 2004, πραγματοποίησε 84 παραστάσεις στα δικαστήρια και 18 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 15.975,59 ευρώ και 8) το έτος 2005, πραγματοποίησε 31 παραστάσεις στα δικαστήρια και 17 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 13.907,87 ευρώ και γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω, από το οποίο προκύπτει ότι κατά τα οικονομικά έτη 1999 έως και 2002, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε δηλώσει εισόδημα από Ζ' Πηγή (ατομική επιχείρηση), κυμαινόμενο σε επίπεδα που ουδόλως ανταποκρίνονται στα αιτηθέντα και επιδικασθέντα, και συγκεκριμένα: 1) το οικον. έτος 1999 (χρήση 1998) το ποσό των 2.090.611 δραχμών, 2) το οικον. έτος 2000 (χρήση 1999) το ποσό των 3.355.897 δραχμών, 3) το οικον. έτος 2001 (χρήση 2000) το ποσό των 2.656.455 δραχμών και 4) το οικον. έτος 2002 (χρήση 2001) το ποσό των 3.806.077 δραχμών. Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος με τα παραπάνω υπομνήματα του επιχείρησε να αντικρούσει την κατηγορία, εμμένοντας στη θέση του ότι κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα (3-5-1999) ήταν μάχιμος δικηγόρος του Αρείου Πάγου, με έναρξη στο επάγγελμα από το έτος 1982 και με έδρα το ιδιόκτητο γραφείο του στο ... στην οδό ... αριθμός ..., όπου ασκεί γενική δικηγορία και ότι η πορεία ως Δικηγόρος μέχρι τον τραυματισμό του ήταν πολύ καλή και είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία. Ειδικότερα δε ισχυρίζεται τα εξής: 1) ότι κατά το χρόνο του τραυματισμού του απασχολούσε μόνιμα επί καθημερινής βάσης στο δικηγορικό του γραφείο τους Δικηγόρους ..., ..., ... και ..., 2) και ότι σε όλους αυτούς κατέβαλε 150.000 δραχμές το μήνα πλέον ποσοστών επί διαφόρων υποθέσεων και έτσι οι μηνιαίες αποδοχές τους κυμαίνονταν ανάλογα με την απόδοση τους σε 300.000 ή 400.000 δραχμές το μήνα, 3) ότι όλοι αυτοί εργάζονταν στο γραφείο του μόνο από το πρωί έως το μεσημέρι, ενώ τα απογεύματα ασχολούνταν με δικές τους υποθέσεις στις οικίες τους όπου είχαν γραφεία, 4) ότι εκτός από τους "εσωτερικούς" ως άνω Δικηγόρους, λόγω μεγάλου φόρτου εργασίας του, ανέθετε και σε "εξωτερικούς" συναδέλφους του να του γράψουν αγωγές, μηνύσεις, υπομνήματα κλπ, 5) ότι οι δικηγόροι αυτοί ήταν οι ..., ..., ... και ..., οι οποίοι διεκπεραίωναν τις εργασίες του, στα δικά τους γραφεία, και αμείβονταν ανάλογα με το δικόγραφο και τις εκάστοτε συμφωνίες τους, έφθαναν δε περίπου κατά μέσο όρο στις 100.000 ή 150.000 δραχμές το μήνα, 6) ότι απασχολούσε τρεις (3) υπαλλήλους και συγκεκριμένα: τις ..., ... και ..., για βοηθητικές εξωτερικές εργασίες και για εσωτερικές γραμματειακές ασχολίες, στις οποίες κατέβαλε ως αμοιβή το ποσό των 150.000 δραχμών το μήνα σε καθεμία, 7) ότι συνεργαζόταν με τους συμβολαιογράφους Αθηνών: α) ..., η οποία είχε αναρτήσει την επιγραφή της στο γραφείο του, β) το σύζυγο της ... και γ) ..., 8) ότι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα ένας από τους ως άνω συμβολαιογράφους μετέβαινε στο γραφείο του και προέβαιναν στη σύνταξη διαφόρων συμβολαίων (πώλησης, γονικής παροχής, αποδοχής κληρονομιάς κλπ) και ότι από το κάθε συμβόλαιο κέρδιζε 200.000 δραχμές (100.000 δρχ. για την παράσταση και 100.000 δρχ. για έλεγχο τίτλου στο υποθηκοφυλακείο), 9) ότι στη χειρότερη περίπτωση είχε δύο (2) δικαστήρια την ημέρα και από αυτά έπαιρνε τουλάχιστον 100.000 δραχμές, 10) ότι κανονικά κέρδιζε κάθε μήνα 5 ή 6 εκατομμύρια δραχμές, αφού είχε υψηλά εισοδήματα και από διάφορες εταιρείες και επιχειρήσεις στις οποίες ήταν Νομικός Σύμβουλος και 11) ότι λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού του, που τον καθήλωσε 12 μήνες στο κρεβάτι, όλοι οι ανωτέρω συνεργάτες του αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από το γραφείο του, και ότι για τον ίδιο λόγο έχασε και τους πελάτες του οι οποίοι στράφηκαν σε άλλους δικηγόρους. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω, ότι όλα αυτά αποδεικνύονται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των δικηγόρων - συνεργατών του ..., ..., ..., ..., ... και της γραμματέα ..., από τα αναφερόμενα αναλυτικά στα ως άνω υπομνήματα 138 έγγραφα (διάφορα δικόγραφα, αποφάσεις, πιστοποιητικά, χειρόγραφα ελέγχου, κλήσεις σε ποινικές δίκες και λοιπά έγγραφα), τα οποία υπογράφονται από τον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ ορισμένα από αυτά φέρουν τις υπογραφές των δικηγόρων ..., ... και ..., καθώς και φωτοτυπίες των σελίδων από το βιβλίο πελατών του, με τα ονόματα των πελατών του και τους αριθμούς φακέλλων. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με το βασικό ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος καθ' υπόδειξή του επαναλαμβάνεται και από τους παραπάνω ψευδομάρτυρες του, δηλαδή ότι πριν από το ατύχημα και τον τραυματισμό του, ήτοι τα έτη 1998 και προηγούμενα, κέρδιζε κατά μέσο όρο τουλάχιστον 3.600.000 δραχμές μηνιαίως και 43.200.000 δραχμές ετησίως, ποσό το οποίο αναβίβασε με τα υπομνήματα του, σε 5.000.000 έως 6.000.000 μηνιαίως και 60.000.000 έως 72.000.000 δραχμές ετησίως, προκύπτει ότι δεν είναι αληθής και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, προέκυψε ότι το έτος 1998, δηλαδή το αμέσως προηγούμενο του ατυχήματος έτος, τα ετήσια καθαρά κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου από την εργασία του ως δικηγόρου, δεν υπερέβησαν το συνολικό ποσό των 3.150.797 δραχμών (σε 2.090.611 δραχμές ανήλθαν τα δηλωθέντα στην εφορία). Το ποσό αυτό υπολείπεται κατά πολύ του ποσού των 43.200.000 δραχμών που όπως ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος στις αγωγές του κέρδιζε κατά μέσο όρο τουλάχιστον ετησίως, το οποίο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Περαιτέρω προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 στις 16-2-2001, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5237/2000 αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου, κατέθεσε ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα δύο τουλάχιστον δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δραχμές από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δραχμές από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι δεν κέρδιζε από την εργασία τα ανωτέρω ποσά, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα ποσά, ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως, και ότι δεν κέρδιζε από συμβόλαια και από τη συνεργασία του με τους παραπάνω συμβολαιογράφους 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως, αλλά πολύ λιγότερα, όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση του να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 29.125,27 ευρώ, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, προέκυψε ότι η τρίτη εκκαλούσα -κατηγορουμένη Χ3 στις 17-5-2004, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω από 3-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του πρώτου εκκαλούντος -κατηγορουμένου Χ2, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" και ο ΑΑ) αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, και το ποσό των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001, κατέθεσε ψευδώς ότι "Πριν έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους κ. ..., ...και ..., οι οποίοι φύγανε", ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου το ως άνω ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα, και ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση της να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων τα 95.377,84 ευρώ αφορούσαν διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ3, στις 17-5-2004 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω από 3-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ2, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" και ο ΑΑ) αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, και το ποσό των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001, κατέθεσε τα εξής: "Πριν έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους κ. ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε". Τα παραπάνω κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία ευρίσκονται εντός του αποδεικτέου θέματος της ως άνω πολιτικής δίκης είναι ψευδή. Η αλήθεια είναι ότι ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου το ως άνω ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά πολύ λιγότερα, και ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως. Η εν λόγω κατηγορουμένη γνώριζε ότι όσα κατέθεσε παραπάνω ήταν ψευδή. Είχε ιδίαν αντίληψη για όσα κατάθεσε, αφού ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος είναι αδελφός της, και η κατοικία της βρίσκεται στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας της οδού ..., στο ..., όπου ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρούσε το δικηγορικό του γραφείο (στο δεύτερο όροφο του ίδιου ακινήτου), και όπως αναφέρει στο από 15-3-2007 απολογητικό της υπόμνημα περιποιόταν τους πελάτες του (τους έφτιαχνε καφέδες και τους κερνούσε αναψυκτικά), ενώ γνώριζε όλους τους συνεργάτες του. Προέκυψε περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι την απόφαση για την τέλεση της προαναφερόμενης άδικης πράξης προκάλεσε στην τρίτη εκκαλούσα -κατηγορουμένη ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος με προτροπές και παραινέσεις που έγιναν μετά πειθούς και φορτικότητας, προσήγαγε τη συγκατηγορούμενή του ως μάρτυρα και έπεισε αυτήν, να προβεί στην ανωτέρω κατάθεση, προκειμένου να τον ευνοήσει στην έκβαση της πολιτικής δίκης που εκκρεμούσε. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία: α) εναντίον του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ2, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απάτης επί δικαστηρίου, κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 9-5-2000, 16-2-2001, 9-9-2002 και 17-5-2004, β) εναντίον του δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 16-2-2001 και γ) εναντίον της τρίτης εκκαλούσας - κατηγορουμένης Χ3, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου και 2) της ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 17-5-2004. Επομένως ορθά αποφάνθηκε κατ' άρθρα 309 παρ. 1ε' και 313 του Κ.Ποιν.Δ., το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 2182/2008 βούλευμα του, με το οποίο παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα δεν περιέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ αναφέρει λεπτομερώς το ιστορικό της υπόθεσης με τις αγωγές αποζημιώσεως που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, στις οποίες, μεταξύ άλλων κονδυλίων, ζητούσε αυτός και διαφυγόντα κέρδη από τη μη άσκηση του επαγγέλματός του ως δικηγόρου συνεπεία του τραυματισμού του σε αυτοκινητικό ατύχημα, τους ισχυρισμούς που κάθε πλευρά προέβαλε στα πολιτικά δικαστήρια και το περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων, δεν λαμβάνει θέση κατά τρόπο σαφή, με δικές του σκέψεις και συλλογισμούς και όχι με την απλή αναφορά στις παραδοχές των αποφάσεων των διαφόρων πολιτικών δικαστηρίων και μάλιστα αποφάσεων που έχουν αναιρεθεί ως προς το κρίσιμο κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, ενόψει μάλιστα και της απαλλακτικής για τους κατηγορουμένους πρότασης του Εισαγγελέως Εφετών, αν ο πρώτος αναιρεσείων, του οποίου άμεσοι συνεργοί στην πράξη της απάτης στο δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος φέρονται οι λοιποί αναιρεσείοντες, ήταν ή όχι ολικά ή μερικά ανίκανος, με βάση τη σοβαρότητα του τραυματισμού του, να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.5.1999 έως 10.5.2000, που αφορά την πρώτη αγωγή και από 11.5.2000 έως 3.5.2001, που αφορά τη δεύτερη αγωγή, ζήτημα το οποίο είναι πρωτεύον για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της συγκεκριμένης απάτης, ενώ είναι δευτερεύον το ζήτημα του ύψους των εισοδημάτων του από την άσκηση του επαγγέλματός του, και, περαιτέρω, στην περίπτωση που ήταν μερικά ανίκανος, ποιά ήταν τα πραγματικά εισοδήματα που αυτός απώλεσε συνεπεία της μερικής ανικανότητας προς άσκηση του επαγγέλματός του, έτσι ώστε τα επί πλέον αιτούμενα ποσά, στηριζόμενα στις φερόμενες ως ψευδείς καταθέσεις του δευτέρου και τρίτης των κατηγορουμένων ως μαρτύρων, να θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης στο δικαστήριο και μάλιστα αυτής της κακουργηματικής του μορφής. Έτσι όμως το Συμβούλιο δεν διέλαβε αιτιολογία περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων που να δικαιολογούν την παραπομπή τους στο δικαστήριο. Επομένως, οι λόγοι και των τριών αναιρέσεων, που θεμελιώνουν την παράβαση του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι βάσιμοι, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως προς τα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, αναιρεθεί το προσβαλλόμενο ως προς τις πράξεις αυτές και παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτές, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1, 318, 370 εδ. β', 484 και 485 ΠΚ συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώσει την συμπλήρωσή της που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, οι συναφείς πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτή (άρθρ. 224 και 46 παρ. 1α ΠΚ) φέρονται τελεσθείσες την 17.5.2004. Επομένως, και ενόψει του ότι δεν συνέτρεξε λόγος αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 113 ΠΚ, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις έχουν ήδη υποκύψει στην κατ' άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ πενταετή, επί πλημμελημάτων, παραγραφή. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί, ως προς το περί ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή μέρος του το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η κατά των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ'αυτή, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ3 και Χ2 για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ'αυτή, αντιστοίχως, πράξεις οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... στις 17.5.2004 και περιγράφονται ειδικότερα στο ανωτέρω βούλευμα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου. Έννοια δόλου. Αναιρείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Παραγραφή πλημμελημάτων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2474/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 53816/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 592/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 358 ΠΚ "όποιος κακόβουλα, παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωπικώς και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ευδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του προς την υποχρέωση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιουμένου προσώπου. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σαφώς και πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, επί των οποίων θεμελιώθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 53816/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη 856/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην τότε ενάγουσα Ψ, για λογαριασμό του ενηλίκου κοινού τέκνου τους ..., ως δικαστική συμπαραστάτρια, δυνάμει της 1803/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, του τελευταίου (πάσχοντος από βαρειά νοητική στέρηση), ποσό διατροφής ύψους 330 ευρώ προκαταβολικά και επί μια διετία από την κοινοποίηση της αγωγής, ήτοι από 13-7-2001 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Η ως άνω απόφαση, με επιταγή προς πληρωμή, επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 1-9-2005 (βλ. την ... έκθεση επίδοσης του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή) και επομένως από τότε ήταν αυτός υποχρεωμένος να καταβάλει την κατά τα άνω επιδικασθείσα διατροφή για το από 13-7-2001 και μετέπειτα χρονικό διάστημα των δύο ετών. Όμως ο κατηγορούμενος από 1-9-2005 (οπότε που επιδόθηκε η άνω απόφαση) μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της μήνυσης, 24-10-2005, όπως παραδεκτά διορθώνεται ο αναφερόμενος στο κατηγορητήριο χρόνος τέλεσης της πράξης (ΑΠ 507/2000 ΠΧ Ν,977, ΑΠ 1117/98 ΠΧ ΜΘ, 648), δεν κατέβαλε στον ανώτερω γιο του την οφειλόμενη για το παραπάνω χρονικό διάστημα των δύο ετών (από 13-7-2001 μέχρι 12-7-2003) διατροφή συνολικού ποσού 7.920 ευρώ (24 μήνες Χ 330 ευρώ) υποχρεώνοντας αυτόν να υποστεί στερήσεις και να δεχθεί, μέσω της μητέρας του, τη βοήθεια άλλων και δη μιας κουμπάρας της τελευταίας και της γιαγιάς του. Επιπλέον ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε την πιο πάνω διατροφή αν και είχε την οικονομική δραστηριότητα προς τούτο από την επαγγελματική του δραστηριότητα και την περιουσιακή του κατάσταση (βλ. πιστοποιητικά της ΔΟΥ ... σχετικά με τα δηλωθέντα απ' αυτόν εισοδήματα των οικονομικών ετών 2001 έως 2004, καθώς και φωτοαντίγραφο του από 13-10-2006 εκκαθαριστικού σημειώματος της ίδιας ΔΟΥ για την χρήση 2005 με συνολικό δηλωθέν εισόδημα 22.528,07 ευρώ), ενώ, σημειωτέον, αυτός κατόπιν δικής του επιθυμίας διέκοψε, την 1-1-2005, τη συνεργασία του με την εταιρεία "ΙΝΜΙΣ Α.Ε.", από την οποία εισέπραττε 704 ευρώ μηνιαίως (βλ. τις από 8-7-2003 και 15-2-2005 βεβαιώσεις της ως άνω εταιρείας). Τα παραπάνω προέκυψαν κυρίως από την κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας (μητέρας του δικαιούχου της διατροφής) και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, δεν αναιρούνται δε από κανένα άλλο στοιχείο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το ... έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από το οποίο ο κατηγορούμενος λαμβάνει σύνταξη στρατιωτικού, από 1-12-2005 θα κρατείτο το 1/2 από τη μηνιαία του σύνταξη σε εκτέλεση της ως άνω, 856/2005, απόφασης δυνάμει της οποίας η προαναφερόμενη δικαστική συμπαραστάτρια του τέκνου του προέβη, για λογαριασμό του τελευταίου, σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Επομένως από 1-9-2005 που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο η άνω απόφαση μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της μήνυσης (24-10-2005) αλλά και μέχρι την κατάθεση αυτής στην Εισαγγελία (27-10-2005), κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από τον κατηγορούμενο για την κατά τα ανωτέρω επιδικασθείσα διατροφή στο παραπάνω τέκνο του, ενήργησε δε έτσι αυτός από κακή θέληση ώστε να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία για να ζήσει με τα παραπάνω αποτελέσματα. Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παραβίασης διατροφής που του αποδίδεται τελεσθείσας, κατά τα προεκτεθέντα κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 μέχρι 24-10-2005)". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης, λόγω της μη συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος περίπτωσης αναστολής της εκτέλεσης της ποινής αυτής κατ' άρθρο 99 παρ. 1 ΠΚ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 358 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας κατηγορίας Ψ (πρώην συζύγου του αναιρεσείοντος). Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 358 ΠΚ, καθόσον με την υπ' αριθμ. 856/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποχρεώθηκε να καταβάλει διατροφή για το τέκνο τον ... για το χρονικό διάστημα από 13-7-2001 έως 12-7-2003, ενώ η ως άνω απόφαση του επιδόθηκε την 1-9-2005, ήτοι μετά την παρέλευση της διετίας που υποχρεώθηκε να καταβάλει την εν λόγω διατροφή, όταν πλέον είχε εκλείψει η υποχρέωση του αυτή. Η τοιαύτη όμως αιτίαση του είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η ποινική παράβαση του αναιρεσείοντος προσδιορίζεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1-9-2005 (ημέρα επίδοσης της ως άνω απόφασης του πολιτικού δικαστηρίου) μέχρι και την 24-10-2005 (ημερομηνία υποβολής της μηνύσεως με την οποία άρχισε η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη που καταδικάσθηκε, ήτοι για χρονικό διάστημα, κατά το οποίο είχε περιέλθει σε υπερημερία και εκ κακοβουλίας, κατά την παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν κατέβαλε όλο ή μέρος της οφειλόμενης με βάση την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς το τέκνο της διατροφής για την διετία από 13-7-2001 έως 12-7-2003, ως προς την οποία είχε περιέλθει σε υπερημερία με την επίδοση την 12-7-2001 της σχετικής καταψηφιστικής αγωγής (άρθρο 1498 ΑΚ), που έγινε δεκτή με την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53816/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση της προς διατροφή υποχρέωσης. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης και εσφαλμένη εφαρμογή άρθρου 358 ΠΚ. Απόρριψη αμφοτέρων των λόγων αυτών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
Αριθμός 2472/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 66/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTATUS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 475/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 189/21.05.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 24/18-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ. 66/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2055/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (αρ. 98, 375 § 1 εδ. τελ. ΠΚ, όπως πρόστ. με αρ. 14 § 3α του Ν.2721/99). Μετά από έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1776/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1648/2008 απόφαση του δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε το υπ' αριθμ. 1776/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 66/2009 βούλευμά του, δέχθηκε εν μέρει την έφεση του κατηγορουμένου και έπαυσε οριστικά την κατά αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 1999 μέχρι 2-6-1999. Στην συνέχεια δε επικύρωσε το εκκαλούμενο 2055/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά τις λοιπές του διατάξεις, αφού προηγουμένως επαναδιατύπωσε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, τις παραπεμπτικές του διατάξεις ως ακολούθως: "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 3/6/1999 μέχρι 31/12/2002 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, η αξία του οποίου είναι ιδιαίτερα μεγάλη, και το έχουν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο αυτής υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΝ INSURANCE COVER" ενώ είχε αναλάβει την υποχρέωση, βάσει της από 28/2/99 συμβάσεως, μεταξύ της εταιρείας του και της εγκαλούσας εταιρείας, με την επωνυμία "EUROSTATUS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΕ" ως εντολοδόχος και διαχειριστής, να εισπράττει για λογαριασμό της ασφάλιστρα που αντιστοιχούσαν σε ισχύοντα ασφαλιστήρια συμβόλαια πελατών της, κλάδου πυρός και αυτοκινήτων, και να τα αποδίδει στην τελευταία, καίτοι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα εισέπραξε το ιδιαίτερα μεγάλο χρηματικό ποσό, ανερχόμενο συνολικά σε 446.511,14 ευρώ, που υπερβαίνει αυτό των 73.000 ευρώ ουδέποτε το απέδωσε παραβιάζοντας συμβατική του υποχρέωση, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας εταιρείας, αλλά αντιθέτως το ενσωμάτωσε χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του ως δικό του αγαθό.
Κατά του ανωτέρω 66/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο στις 18-2-2009 με δήλωσή του ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση στις 17-3-2009 και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Μαυρομάτη στις 9-2-2009 επίσης με θυροκόλληση (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Περιέχει δε ως λόγους αναιρέσεως την υπέρβαση εξουσίας και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 484 § 1 στοιχ. δ' και στ' Κ.Π.Δ.), ενώ το βούλευμα αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια, 2 Κ.Π.Δ.). Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ' ουσία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 309-315 και 317-319 ΚΠΔ προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής του άρθρου 470 ΚΠΔ που απαγορεύει τη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου όταν αυτός ασκεί το ένδικο μέσο, το Συμβούλιο Εφετών όταν επιλαμβάνεται της έρευνας της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, μπορεί να χαρακτηρίσει βαρύτερη την πράξη για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας το πρώτον επιβαρυντική περίσταση, με την οποία παραλλάσσεται η ποινική απαξία της πράξεως (πλημμέλημα-κακούργημα) χωρίς στην περίπτωση αυτή να υπερβαίνει το συμβούλιο κατά τρόπο θετικό την εξουσία του, καθόσον η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου ισχύει επί ενδίκων μέσω κατά αποφάσεων μόνο και δεν δεσμεύει τα συμβούλια (ΑΠ 190/2005, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 1203/2000).
Περαιτέρω, η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον κατ'άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανακριτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, από το άρθρο 375 παραγρ. 1 εδ. α' και 2 εδάφ. α' του ΠΚ, όπως η παραγρ. 2 αυτού αντικ. με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν. 2408/96, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστ. Κωδ. και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 807/06).
Με το άρθρο 14 § 3 α' και β' του ν. 2721/99 στη μεν παρ. 1 του άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο "αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" στη δε παρ. 2 του ιδίου άρθρου προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 73.000 ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Τέλος, επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Σε περίπτωση δε υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος, αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/99).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και συναξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εγκαλούσας εταιρείας, με την επωνυμία "EUROSTATUS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΕ" που έχει ως αντικείμενο εργασιών την πρακτόρευση ασφαλειών και του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΝ INSURANCE COUGR", καταρτίστηκε η από 28.2.1999 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την οποία ο τελευταίος, ανέλαβε, πλην άλλων, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, έναντι προμήθειας την πρακτόρευση των ασφαλιστικών εργασιών της εγκαλούσας, δηλαδή τη διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, μεταξύ αυτής και τρίτων (ασφαλισμένων) καθώς και την είσπραξη για λογαριασμό της των ασφαλίστρων, η απόδοση των οποίων θα γινόταν το αργότερο εντός προθεσμίας εβδομήντα πέντε (75) ημερών από το τέλος του μήνα που εκδόθηκαν τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια έγγραφα, αφαιρουμένου του ποσού της δικαιούμενης προμήθειας η οποία καθορίσθηκε σε ποσοστό 30% για τον κλάδο πυρός και 20% για τον κλάδο αυτοκινήτων. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι η εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο εταιρεία ευθύνεται για την απόδοση αυτών στην εγκαλούσα ως θεματοφύλακας. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εκκαλών-κατηγορούμενος άρχισε υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του να διαμεσολαβεί στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και να εισπράττει τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας. Η βεβαίωση και η εκκαθάριση των υποχρεώσεων του εκκαλούντος-κατηγορουμένου γινόταν μέσω μηνιαίων "εκκαθαριστικών σημειωμάτων λογαριασμού", τα οποία εξέδιδε η εγκαλούσα στο τέλος κάθε μήνα και στα οποία αποτυπώνονταν τόσο τα μικτά και καθαρά ασφάλιστρα κατά κλάδο παραγωγής, όσο και το ποσό της προμήθειας που εδικαιούτο και τα ακυρωθέντα από τους πελάτες του ασφαλιστήρια συμβόλαια, το δε τελικό χρεωστικό υπόλοιπο που αποτυπωνόταν σ' αυτά ήταν και το ποσό το οποίο ώφειλε να αποδώσει ο εκκαλών-κατηγορούμενος για τη χρήση του συγκεκριμένου μήνα, είτε τοις μετρητοίς είτε με την παράδοση προς την εγκαλούσα, επιταγών του ως εγγύηση για την οφειλή του. Για τη λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψιών αυτών, ετηρείτο μεταξύ των συμβαλλομένων απλός δοσοληπτικός λογαριασμός στον οποίο αποτυπώνονταν σε συνεχή βάση με λεπτομέρεια όλες οι πιστοχρεώσεις (αριθμός συμβολαίου, όνομα πελάτη, ποσό ασφαλίστρων, προμηθειών, ακυρωθέντα συμβόλαια, ποσά καθαρών ασφαλίστρων προς απόδοση). Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ο εκκαλών κατηγορούμενος ενώ παρέλαβε από την εγκαλούσα εταιρεία, ασφαλιστήρια συμβόλαια, (αρχικά και ανανεώσεις), τα παρέδωσε στους αντίστοιχους πελάτες, εισέπραξε από τους τελευταίους τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας, αλλά δεν τα απέδωσε σ' αυτή όπως είχε συμβατική υποχρέωση. Αυτό είχε ως συνέπεια να οχλείται από την εγκαλούσα εταιρεία, με αποτέλεσμα, στις 21/11/2002 να αποστείλει τη με ίδια ημερομηνία επιστολή προς αυτή με την οποία αναγνώριζε οφειλή του ύψους 148.694 ευρώ, που αποτελούσε μέρος των οφειλομένων εισπραχθέντων ασφαλίστρων που δεν είχαν αποδοθεί στην εγκαλούσα, δεδομένου ότι η μέχρι τότε οφειλή του ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 250.316,94 ευρώ όπως προκύπτει από το αναλυτικό καθολικό, του έτους 2003 εκ μεταφοράς από το έτος 2002. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος συνέχιζε όμως να εισπράττει ασφάλιστρα από ενεργά συμβόλαια με πελάτες, που κατέβαλαν κανονικά τα ποσά που τους αναλογούσαν, χωρίς να τα αποδίδει στην εγκαλούσα, και βεβαίως χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ακύρωση και επιστροφή αυτών (των συμβολαίων). Περί τα τέλη του έτους 2002, ο εκκαλών κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία, τις παρακάτω μεταχρονολογημένες επιταγές προκειμένου να καλύψει το υπόλοιπο ποσό των ασφαλίστρων που είχε εισπράξει και δεν είχε αποδώσει μέχρι το τέλος του έτους 2002 (βλ. ένορκες καταθέσεις ..., ..., ..., ενώπιον του Ανακριτή): 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 7.100 ευρώ εκδοθείσα στην ... στις 17.3.2003, 2) την υπ' αριθμ. ... της ίδιας τράπεζας, ποσού 8.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 25.4.2003, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 8.000 ευρώ εκδοθείσα στην ... στις 30.4.2003, 4) την υπ' αριθμ. ... της ίδιας τράπεζας ποσού 5.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.4.2003, 5) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 12-8-2003, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.8.2003, 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.9.2003, 8) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 6.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 25-9-2003, 9) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της EUROBANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... 30-9-2003, 10) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.9.2003, 11) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.10.2003, 12) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 22.10.2003, 13) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.10.2003, 14) την υπ' αριθμ . ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.10.2003, 15) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.11.2003, 16) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 22.11.2003, 17) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.11.03, 18) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 5.865 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.12.2003, 19) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.12.2003, 20) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 18.12.2003, 21) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 14.0 913,48 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 18.12.2003, 22) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.12.2003, 23) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 7.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.12.2003, 24) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ τράπεζας, ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.5.2003, 25) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.5.2003, 26) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας ποσού 18.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 20.6.2003, 27) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ. εκδοθείσα στην ... στις 30.6.2003 στην ..., 28) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2003 στην ..., 29) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 20.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 20.7.2003, 30) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας ποσού 20.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.7.2003, 31) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.7.2003, καθώς και μία συναλλαγματική ποσού 15.000 ευρώ, λήξεως 10.10.2003, αποδοχής της εταιρείας "ENSURANCE COUGR". Οι παραπάνω επιταγές εμφανισθείσες προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες, όπως δεν πληρώθηκε και συγκεκριμένη συναλλαγματική, και έχουν εκδοθεί σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, οι υπ' αριθμ. 9134/2003, 10277/2004 και 1043/2004 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώ παράλληλα έχουν υποβληθεί και σχετικές εγκλήσεις της εγκαλούσας εταιρείας για παράβαση του νόμου περί εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Τα ποσά των επιταγών αυτών που δεν πληρώθηκαν και έχουν αναγραφεί στο "αναλυτικό καθολικό" ως καταβολή (στη στήλη πίστωση), προστιθέμενα με το αρχικό ποσό (για το έτος 2002), που ώφειλε ο εκκαλών κατηγορούμενος, ύψους 250.416,94 ευρώ, αθροιζόμενα ανάγονται στο συνολικό των 447.106,42 ευρώ . Το συγκεκριμένο αυτό ποσό, συνολικό, αφορά μη καταβολή ασφαλίστρων μέχρι το τέλος του έτους 2002, αφού αναφέρονται στη στήλη "πίστωση" του αναλυτικού καθολικού του έτους 2003, και δεν αφορούν οφειλές από 1-1-2003 μέχρι 23-7-2003, που καταγγέλθηκε η σύμβαση μεταξύ εγκαλούσας εταιρείας και εταιρείας του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, γι' αυτό και ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι οι επιταγές αφορούν επιστροφές-ακυρώσεις του έτους 2003, είναι αβάσιμος. Η διακοπή της συνεργασίας τους πραγματοποιήθηκε στις 23/7/2003, όταν η εγκαλούσα εταιρεία κατάγγειλε τη σύμβαση με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ο εκκαλών-κατηγορούμενος (βλ. την υπ' αριθμ. 3729/23-7-03 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά, ...), και οι επικαλούμενες από αυτόν ακυρώσεις επιστροφές συμβολαίων, αφορούν την περίοδο από 1/1/2003 μέχρι 23/7/03 και αποτελούν πρόσθετο χρεωστικό υπόλοιπο, πέραν της 31-12-2002. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα-κατηγορουμένου, περί καταβολής χρηματικών ποσών, εξ ιδίων, στους ασφαλισμένους λόγω ακυρώσεως συμβολαίων, και αν ακόμη εγένετο, οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, (μη απόδοση στην εγκαλούσα των εισπραχθέντων ήδη από αυτόν ασφαλίστρων για λογαριασμό της), που επέφερε την ακύρωση των συμβολαίων τους και την καταγγελία της συμβάσεως, ενώ παράλληλα δεν προσκομίζει παραστατικά για τις καταβολές αυτές, που να αποδεικνύουν ότι αφορούσαν συμβόλαια, της εγκαλούσας εταιρείας και όχι άλλων, με τις οποίες συνεργαζόταν η δική του εταιρεία. Απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντα-κατηγορουμένου περί δήθεν τηρήσεως "αλληλοχρέου λογαριασμού", μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας εταιρείας, αφού όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα (λογιστικές καταστάσεις), μεταξύ τους τηρείτο απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, από τον οποίο προκύπτει ότι ουδέποτε η εγκαλούσα εταιρεία ήταν οφειλέτης, στα πλαίσια της συνεργασίας τους, αλλά κάθε συναλλαγή αυτού ήταν αυτοτελής και καταχωρείτο ξεχωριστά στο χρεωστικό υπόλοιπο του δοσοληπτικού λογαριασμού, όπως καταχωρήθηκαν και οι προαναφερθείσες επιταγές εκδόσεώς του κατά διαφορετικούς χρόνους.
Τέλος όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα έγγραφα που επισυνάπτονται στο από 24-10-08 "Υπόμνημα-ΑΙΤΗΣΗ", της εγκαλούσας (αναλυτικό καθολικό και Κατάσταση Προμηθειών ΣΕ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ), το ύψος των εισπραχθέντων για λογαριασμό της ασφαλίστρων και μη αποδοθέντων σ' αυτή από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, από Φεβρουάριο 99 μέχρι 2/6/99 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 595,28 ευρώ (βλ. σχετικά).
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων (στοιχεία Α και Β της παρούσης) α) να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη έφεση του κατηγορουμένου, β) να δοθεί ορθότερος χαρακτηρισμός της σ' αυτόν αποδιδομένης πράξεως, χωρίς αυτό ν' αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, από υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, (αρ. 98, 375 § ι εδ. τελευταίο Π.Κ.), σε, υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηη αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που έχουν εμπιστευφθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης, περιουσίας, που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 98 § 2, 375 § § 2-1α ΠΚ, όπως αντικ. και προστ. με αρθρ. 14 § § 1,3 β Ν.2721/99), πράξη που τελέσθηκε από αυτόν στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 3/6/99 μέχρι 31-12-2002, και για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (το συνολικό ποσό που ιδιοποιήθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος ανέρχεται σε 446.511,14 ευρώ (447.106,42 -595,28 ευρώ), είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και άνω των 73.000 ευρώ, (άρθρ. 209 § ιε, 313, 111, 119, 122 Κ.Π.Δ.) με την επαναδιατύπωση των παραπεμπτικών διατάξεων ως προς την κατηγορία του εκκαλουμένου βουλεύματος, όπως αναλυτικά θ' αναφερθεί στο διατακτικό της παρούσας, γ) πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του ιδίου κατηγορουμένου για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, (απλή) (αρ.98, 375 § ια ΠΚ) πλημμεληματικού χαρακτήρα που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 1999 μέχρι 2/6/99, σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας, ποσού 595,28 ευρώ δηλαδή όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 318 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 309 § ιβ και 310 § 1 Κ.Π.Δ.).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, αφού έκανε εν μέρει δεκτή αυτή, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης και εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § ια, 27 § 1, 98 § 2 και 375 § § 2-1α ΠΚ (όπως αντικ. η παρ. 2 με αρ. 1 § 9 του ν.2408/96 και προστ. το τελ. με αρ. 14 § 3 β του ν.2721/99), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν. Περαιτέρω , νομίμως το Συμβούλιο Εφετών επαναδιατύπωσε επί το ορθότερο την κατηγορία της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος, προσδιορίζοντας σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω πράξης και προσδίδοντας το πρώτον στον κατηγορούμενο τις ιδιότητες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, χωρίς αυτό να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, η δε περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το προσβαλλόμενο βούλευμα επεξέτεινε ανεπιτρέπτως και δυσμενώς την έρευνα επί του πεδίου της παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ, καθόσον δεν είχε την εξουσία να ερευνήσει εξ υπαρχής την ένδικη διαφορά και στο σύνολό της, είναι αβάσιμη, αφού όπως προαναφέρθηκε, το υπ' αριθμ. 1776/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αναιρέθηκε ολικά και η ένδικη υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, ενώ η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου ισχύει επί ενδίκων μέσων κατ' αποφάσεων μόνο και δεν δεσμεύει τα συμβούλια.
Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι είχε αποκτήσει δια της σχετικής συμβάσεως μόνο μία ιδιότητα, αυτήν του θεματοφύλακα, είναι αβάσιμη, αφού κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, ο αναιρεσείων ως προς τα υπεξαιρεθέντα χρήματα βρισκόνταν σε σχέση διαχειριστού και εντολοδόχου της εγκαλούσας εταιρείας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' και στ' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 24/18-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 66/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 8 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H κρινόμενη 24/18-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ στρεφόμενη κατά του 66/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μετά την έκδοση της 1648/2008 απόφασης αυτού του δικαστηρίου που αναίρεσε το αρχικό 1776/2007 βούλευμα του δευτεροβαθμίου συμβουλίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, το οποίο (προσβαλλόμενο βούλευμα) δέχθηκε εν μέρει την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του 2055/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε αυτό κατά τις λοιπές διατάξεις, αφού προηγουμένως επαναδιατύπωσε, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, την παραπεμπτική του διάταξη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεσε, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 309-315 και 317-319 ΚΠΔ προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής του άρθρου 470 ΚΠΔ που απαγορεύει τη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου όταν αυτός ασκεί το ένδικο μέσο, το Συμβούλιο Εφετών όταν επιλαμβάνεται της έρευνας της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, μπορεί να χαρακτηρίσει βαρύτερη την πράξη για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος, αναγνωρίζοντας το πρώτον επιβαρυντική περίσταση, με την οποία παραλάσσεται η ποινική απαξία της πράξεως (πλημμέλημα - κακούργημα), χωρίς στην περίπτωση αυτή να υπερβαίνει το συμβούλιο κατά τρόπο θετικό την εξουσία του, καθόσον η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου ισχύει επί ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων μόνο και δεν δεσμεύει τα συμβούλια. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που το Συμβούλιο Εφετών χαρακτηρίσει το πρώτον βαρύτερη την πράξη για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος, μετά από αναίρεση του αρχικού βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, όταν η αναίρεση του βουλεύματος είναι ολική και όχι μερική και η υπόθεση παραπέμπεται για νέα ουσιαστική κρίση στο σύνολό της στο ίδιο Συμβούλιο.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 §§1 και 2 ΠΚ, όπως η δεύτερη παράγραφος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 § 9 του ν. 2408/1996 και προστέθηκαν εδάφια με το άρθρο 14 §§ 3α και β του ν. 2721/1999, 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εβδομήντα τρεις χιλιάδες (73.000) Ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να έχει ο υπαίτιος της υπεξαιρέσεως την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Για να έχουμε δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν παρανόμως πράγμα, όπωςείναι το χρήμα, να περιείλθε στην κατοχή του, λόγο της ιδιότητά του αυτής. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, τα οποία εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία έχει καταρτίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/1985 και του π.δ. 298/1986, σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι προμηθείας, να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και της εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, διότι, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ.Ν., 713 επ. ΑΚ και 3 του Εισ.Ν.ΑΚ, ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της, καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως, ήτοι νομικές πράξεις. Βέβαια, στο άρθρο 3 § 1 του π.δ. 298/1986, που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Όμως η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση, φέρει το χαρακτήρα μικτής σύμβασης, η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κύριας (πρακτορικής) σύμβασης. Κατά συνέπεια, για την ποινή αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα κρίσιμη είναι η ιδιότητα όχι του θεματοφύλακα, αλλά του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτοριακής σύμβασης και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. Εμπ.Ν. και 713 επ. ΑΚ. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανακριτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εγκαλούσας εταιρείας, με την επωνυμία "EUROSTATUS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΕ" που έχει ως αντικείμενο εργασιών την πρακτόρευση ασφαλειών και του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΝ INSURANCE COUGR", καταρτίστηκε η από 28.2.1999 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την οποία ο τελευταίος, ανέλαβε, πλην άλλων, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, έναντι προμήθειας την πρακτόρευση των ασφαλιστικών εργασιών της εγκαλούσας, δηλαδή τη διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, μεταξύ αυτής και τρίτων (ασφαλισμένων) καθώς και την είσπραξη για λογαριασμό της των ασφαλίστρων, η απόδοση των οποίων θα γινόταν το αργότερο εντός προθεσμίας εβδομήντα πέντε (75) ημερών από το τέλος του μήνα που εκδόθηκαν τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια έγγραφα, αφαιρουμένου του ποσού της δικαιούμενης προμήθειας η οποία καθορίσθηκε σε ποσοστό 30% για τον κλάδο πυρός και 20% για τον κλάδο αυτοκινήτων. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι η εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο εταιρεία ευθύνεται για την απόδοση αυτών στην εγκαλούσα ως θεματοφύλακας. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εκκαλών-κατηγορούμενος άρχισε υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του να διαμεσολαβεί στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και να εισπράττει τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας. Η βεβαίωση και η εκκαθάριση των υποχρεώσεων του εκκαλούντος-κατηγορουμένου γινόταν μέσω μηνιαίων "εκκαθαριστικών σημειωμάτων λογαριασμού", τα οποία εξέδιδε η εγκαλούσα στο τέλος κάθε μήνα και στα οποία αποτυπώνονταν τόσο τα μικτά και καθαρά ασφάλιστρα κατά κλάδο παραγωγής, όσο και το ποσό της προμήθειας που εδικαιούτο και τα ακυρωθέντα από τους πελάτες του ασφαλιστήρια συμβόλαια, το δε τελικό χρεωστικό υπόλοιπο που αποτυπωνόταν σ' αυτά ήταν και το ποσό το οποίο ώφειλε να αποδώσει ο εκκαλών-κατηγορούμενος για τη χρήση του συγκεκριμένου μήνα, είτε τοις μετρητοίς είτε με την παράδοση προς την εγκαλούσα, επιταγών του ως εγγύηση για την οφειλή του. Για τη λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψιών αυτών, ετηρείτο μεταξύ των συμβαλλομένων απλός δοσοληπτικός λογαριασμός στον οποίο αποτυπώνονταν σε συνεχή βάση με λεπτομέρεια όλες οι πιστοχρεώσεις (αριθμός συμβολαίου, όνομα πελάτη, ποσό ασφαλίστρων, προμηθειών, ακυρωθέντα συμβόλαια, ποσά καθαρών ασφαλίστρων προς απόδοση). Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ο εκκαλών κατηγορούμενος ενώ παρέλαβε από την εγκαλούσα εταιρεία, ασφαλιστήρια συμβόλαια, (αρχικά και ανανεώσεις), τα παρέδωσε στους αντίστοιχους πελάτες, εισέπραξε από τους τελευταίους τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας, αλλά δεν τα απέδωσε σ'αυτή όπως είχε συμβατική υποχρέωση. Αυτό είχε ως συνέπεια να οχλείται από την εγκαλούσα εταιρεία, με αποτέλεσμα, στις 21/11/2002 να αποστείλει τη με ίδια ημερομηνία επιστολή προς αυτή με την οποία αναγνώριζε οφειλή του ύψους 148.694 ευρώ, που αποτελούσε μέρος των οφειλομένων εισπραχθέντων ασφαλίστρων που δεν είχαν αποδοθεί στην εγκαλούσα, δεδομένου ότι η μέχρι τότε οφειλή του ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 250.316,94 ευρώ όπως προκύπτει από το αναλυτικό καθολικό, του έτους 2003 εκ μεταφοράς από το έτος 2002. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος συνέχιζε όμως να εισπράττει ασφάλιστρα από ενεργά συμβόλαια με πελάτες, που κατέβαλαν κανονικά τα ποσά που τους αναλογούσαν, χωρίς να τα αποδίδει στην εγκαλούσα, και βεβαίως χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ακύρωση και επιστροφή αυτών (των συμβολαίων). Περί τα τέλη του έτους 2002, ο εκκαλών κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία, τις παρακάτω μεταχρονολογημένες επιταγές προκειμένου να καλύψει το υπόλοιπο ποσό των ασφαλίστρων που είχε εισπράξει και δεν είχε αποδώσει μέχρι το τέλος του έτους 2002 (βλ. ένορκες καταθέσεις ..., ..., ..., ενώπιον του Ανακριτή): 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 7.100 ευρώ εκδοθείσα στην ... στις 17.3.2003, 2) την υπ' αριθμ. ... της ίδιας τράπεζας, ποσού 8.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 25.4.2003, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 8.000 ευρώ εκδοθείσα στην ... στις 30.4.2003, 4) την υπ' αριθμ. ... της ίδιας τράπεζας ποσού 5.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.4.2003, 5) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 12-8-2003, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.8.2003, 7) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.9.2003, 8) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ίδιας τράπεζας, ποσού 6.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 25-9-2003, 9) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της EUROBANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... 30-9-2003, 10) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.9.2003, 11) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.10.2003, 12) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 22.10.2003, 13) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.10.2003, 14) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.10.2003, 15) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.11.2003, 16) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 22.11.2003, 17) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.11.03, 18) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 5.865 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.12.2003, 19) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.12.2003, 20) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 18.12.2003, 21) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 14.913,48 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 18.12.2003, 22) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.12.2003, 23) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 7.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.12.2003, 24) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ τράπεζας, ποσού 10.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 15.5.2003, 25) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 31.5.2003, 26) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας ποσού 18.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 20.6.2003, 27) την υπ'αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ. εκδοθείσα στην ... στις 30.6.2003 στην ..., 28) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2003 στην ..., 29) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 20.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 20.7.2003, 30) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας ποσού 20.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.7.2003, 31) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 15.000 ευρώ, εκδοθείσα στην ... στις 30.7.2003, καθώς και μία συναλλαγματική ποσού 15.000 ευρώ, λήξεως 10.10.2003, αποδοχής της εταιρείας "ENSURANCE COUGR". Οι παραπάνω επιταγές εμφανισθείσες προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν και σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες, όπως δεν πληρώθηκε και συγκεκριμένη συναλλαγματική, και έχουν εκδοθεί σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, οι υπ' αριθμ. 9134/2003, 10277/2004 και 1043/2004 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώ παράλληλα έχουν υποβληθεί και σχετικές εγκλήσεις της εγκαλούσας εταιρείας για παράβαση του νόμου περί εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Τα ποσά των επιταγών αυτών που δεν πληρώθηκαν και έχουν αναγραφεί στο "αναλυτικό καθολικό" ως καταβολή (στη στήλη πίστωση), προστιθέμενα με το αρχικό ποσό (για το έτος 2002), που ώφειλε ο εκκαλών κατηγορούμενος, ύψους 250.416,94 ευρώ, αθροιζόμενα ανάγονται στο συνολικό των 447.106,42 ευρώ . Το συγκεκριμένο αυτό ποσό, συνολικό, αφορά μη καταβολή ασφαλίστρων μέχρι το τέλος του έτους 2002, αφού αναφέρονται στη στήλη "πίστωση" του αναλυτικού καθολικού του έτους 2003, και δεν αφορούν οφειλές από 1-1-2003 μέχρι 23-7-2003, που καταγγέλθηκε η σύμβαση μεταξύ εγκαλούσας εταιρείας και εταιρείας του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, γι' αυτό και ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι οι επιταγές αφορούν επιστροφές-ακυρώσεις του έτους 2003, είναι αβάσιμος. Η διακοπή της συνεργασίας τους πραγματοποιήθηκε στις 23/7/2003, όταν η εγκαλούσα εταιρεία κατάγγειλε τη σύμβαση με την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εταιρεία που εκπροσωπούσε ο εκκαλών-κατηγορούμενος (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιά, ...), και οι επικαλούμενες από αυτόν ακυρώσεις επιστροφές συμβολαίων, αφορούν την περίοδο από 1/1/2003 μέχρι 23/7/03 και αποτελούν πρόσθετο χρεωστικό υπόλοιπο, πέραν της 31-12-2002. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντα-κατηγορουμένου, περί καταβολής χρηματικών ποσών, εξ ιδίων, στους ασφαλισμένους λόγω ακυρώσεως συμβολαίων, και αν ακόμη εγένετο, οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα, (μη απόδοση στην εγκαλούσα των εισπραχθέντων ήδη από αυτόν ασφαλίστρων για λογαριασμό της), που επέφερε την ακύρωση των συμβολαίων τους και την καταγγελία της συμβάσεως, ενώ παράλληλα δεν προσκομίζει παραστατικά για τις καταβολές αυτές, που να αποδεικνύουν ότι αφορούσαν συμβόλαια, της εγκαλούσας εταιρείας και όχι άλλων, με τις οποίες συνεργαζόταν η δική του εταιρεία. Απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του εκκαλούντα-κατηγορουμένου περί δήθεν τηρήσεως "αλληλοχρέου λογαριασμού", μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας εταιρείας, αφού όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα έγγραφα (λογιστικές καταστάσεις), μεταξύ τους τηρείτο απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, από τον οποίο προκύπτει ότι ουδέποτε η εγκαλούσα εταιρεία ήταν οφειλέτης, στα πλαίσια της συνεργασίας τους, αλλά κάθε συναλλαγή αυτού ήταν αυτοτελής και καταχωρείτο ξεχωριστά στο χρεωστικό υπόλοιπο του δοσοληπτικού λογαριασμού, όπως καταχωρήθηκαν και οι προαναφερθείσες επιταγές εκδόσεώς του κατά διαφορετικούς χρόνους.
Τέλος όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα έγγραφα που επισυνάπτονται στο από 24-10-08 "Υπόμνημα-ΑΙΤΗΣΗ", της εγκαλούσας (αναλυτικό καθολικό και Κατάσταση Προμηθειών ΣΕ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ), το ύψος των εισπραχθέντων για λογαριασμό της ασφαλίστρων και μη αποδοθέντων σ' αυτή από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, από Φεβρουάριο 99 μέχρι 2/6/99 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 595,28 ευρώ (βλ. σχετικά).
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων (στοιχεία Α και Β της παρούσης) α) να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη έφεση του κατηγορουμένου, β) να δοθεί ορθότερος χαρακτηρισμός της σ' αυτόν αποδιδομένης πράξεως, χωρίς αυτό ν' αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, από υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, (αρ. 98, 375 § ι εδ. τελευταίο Π.Κ.), σε, υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηη αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που έχουν εμπιστευφθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης, περιουσίας, που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 98 § 2, 375 § § 2-1α ΠΚ, όπως αντικ. και προστ. με αρθρ. 14 §§ 1, 3 β Ν. 2721/99), πράξη που τελέσθηκε από αυτόν στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 3/6/99 μέχρι 31-12-2002, και για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (το συνολικό ποσό που ιδιοποιήθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος ανέρχεται σε 446.511,14 ευρώ (447.106,42 -595,28 ευρώ), είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και άνω των 73.000 ευρώ, (άρθρ. 209 § ιε, 313, 111, 119, 122 Κ.Π.Δ.) με την επαναδιατύπωση των παραπεμπτικών διατάξεων ως προς την κατηγορία του εκκαλουμένου βουλεύματος, όπως αναλυτικά θ' αναφερθεί στο διατακτικό της παρούσας, γ) πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του ιδίου κατηγορουμένου για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, (απλή) (αρ.98, 375 § ια ΠΚ) πλημμεληματικού χαρακτήρα που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο 1999 μέχρι 2/6/99, σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας, ποσού 595,28 ευρώ δηλαδή όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 318 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 309 § ιβ και 310 § 1 Κ.Π.Δ.)".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως αφού έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτή κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη: Α) δεν υπερέβη θετικά την εξουσία του με το να επαναδιατυπώσει την κατηγορία της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος και να προσθέσει, ως προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, τις ιδιότητες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 1648/2008 απόφασης (σε συμβούλιο) αυτού του δικαστηρίου το αρχικό 1776/2007 βούλευμα του δευτεροβαθμίου συμβουλίου αναιρέθηκε ολικά για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και η ένδικη υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο είχε τη δυνατότητα να επαναδιατυπώσει την κατηγορία ή να χαρακτηρίσει το πρώτον βαρύτερη την πράξη για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη ο κατηγορούμενος, ενόψει του ότι η απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου ισχύει επί ενδίκων μέσων κατ' αποφάσεων μόνο και δεν δεσμεύει τα Συμβούλια και Β) διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προέκυψε ότι μεταξύ του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας συνήφθη σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε αυτός, έναντι προμήθειας, να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και της εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα. Η σύμβαση αυτή έχουσα μικτό χαρακτήρα, καθιστά τον ασφαλιστικό πράκτορα, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρονται, εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτορικής σύμβασης, και όχι μόνον του θεματοφύλακα από την παρακολουθηματική σύμβαση παρακαταθήκης για τη φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων που είναι αναγκαία συνέπεια της πρώτης. Επομένως οι από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' και δ' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 24/18-2-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 66/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χειροτέρευση θέσεως κατηγορουμένου σε βούλευμα κατ΄έφεση. Υπεξαίρεση κακουργηματική από ασφαλιστικό πράκτορα.
|
Υπεξαίρεση
|
Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2471/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 1400/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αγρινίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 153/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον 5ο λόγο.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 171 § 1 δ' ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του Κ.Π.Δ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς την δικαζομένη υπόθεση. Για να επέλθει λοιπόν η από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν απηύθυναν προς το μάρτυρα ερωτήσεις για εξακρίβωση της αλήθειας ή μετά την εξέτασή του δεν προέβησαν σε παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεσή του ή την αξιοπιστία του, πρέπει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του να ζήτησαν να τους δοθεί προς τούτο η άδεια και, αν δεν τους δοθεί από το διευθύνοντα τη συζήτηση, να προσφύγουν αμέσως, μη αποδεχόμενοι την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο ν' απορρίψει παρά το νόμο την προσφυγή ή να παραλείψει ν' αποφανθεί επ' αυτής. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι, κατά παραβίαση των άρθρων 357 παρ. 3 και 358 Κ.Ποιν.Δ., δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους του αναιρεσείοντος μετά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων, για να προβούν σε παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεσή τους ή την αξιοπιστία τους, εφόσον δεν προβάλλεται, αλλά ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών ότι ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος, ή οι συνήγοροί του ζήτησαν να τους δοθεί η άδεια για να προβούν σε σχετικές παρατηρήσεις με την αξιοπιστία ή την κατάθεσή τους, ούτε πολύ περισσότερο ότι ο Πρόεδρος του Τριμελούς Πλημ/κειου, που δίκασε ως εφετείο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά τους και ότι στη συνέχεια προσέφυγαν προς τούτο στο δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από το άρθρο 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρovται σ` αυτή τη διάταξη. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν συνέτρεξε νόμιμη περίπτωση, εφόσον δεν αντέλεξε ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα κατηγορίας που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και από το άρθρο 14 παρ, 2 στοιχ, ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16- 12-1996, κυρώθηκε από την Ελλάδα με το v. 2462/1997 και ισχύει από 5-8-1997 (ΦΕΚ Α.25), να μπορεί να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ, 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση, πλην άλλων, ότι η ανάγνωση αυτής έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του την αναγνωσθείσα κατάθεση του μάρτυρα Αλέξανδρου Θώμου, που λήφθηκε κατά την προδικασία κι έτσι δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να υποβάλει ερωτήσεις σ' αυτόν, μολονότι δεν αποδείχθηκε το ανέφικτο της κλήτευσής του, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, από την επισκόπηση των ενσωματωμένων στην απόφαση που προσβάλλεται, πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι η ανάγνωση αυτή έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προσωπικώς ή δια του συνηγόρου του.
ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου, που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Π.Δ. ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Νομιμοποιείται δε ενεργετικώς προς άσκηση πολιτικής αγωγής ο αμέσως ζημιωθείς από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως.
Στην κρινόμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης, η κατηγορία που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, συνίστατο στο ότι: "Στην Γουργιώτισσα στις 10 Ιανουαρίου 2002, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Συγκεκριμένα ως υπάλληλος των ΕΛ.ΤΑ ..., εντεταλμένος να παραδίδει συντάξεις στους δικαιούχους της ευρύτερης περιοχής ..., ενώ παρέλαβε το συνολικό χρηματικό ποσό των 6.854,10 €, προκειμένου να το παραδώσει στην δικαιούχο μηνύτρια Ψ, που ανιστοιχούσε στην σύνταξή της, παρέδωσε σ αυτήν το χρηματικό ποσό των 4.300 € και παρακράτησε το ποσό των 2.544,10 €, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα όπως είχε σκοπό". Η πράξη λοιπόν που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο ήταν της υπεξαιρέσεως του ανωτέρω χρηματικού ποσού, το οποίο και ανήκε στην αναφερόμενη συνταξιούχο και όχι βέβαια στα ΕΛ.ΤΑ, τα οποία είχαν αναλάβει, κατόπιν συμφωνίας με τον οικείο ασφαλιστικό φορέα, το έργο καταβολής των συντάξεων στους δικαιούχους αυτών συνταξιούχους του ποσού της συντάξεως που αναλογούσε στον καθένα, όπως και η ανωτέρω, η οποία και ήταν αμέσως ζημιωθείσα από την ανωτέρω πράξη και νομιμοποιούταν ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα. Νομίμως λοιπόν παρέστη με την ιδιότητα αυτή και της επιδικάσθηκε το ποσό των 40 €, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Για το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό δήλωσε η εν λόγω παθούσα ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση για την παράσταση αυτή, από τον κατηγορούμενο, όπως τούτο προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά αυτής, αβασίμως δε με τον τέταρτο λόγο ισχυρίζεται αυτός το αντίθετο. Το ποσό δε αυτό της επιδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον και στο αδίκημα της απάτης, για το οποίο, όπως θα λεχθεί στην επόμενη σκέψη, κατά μεταβολή της κατηγορίας της υπεξαίρεσης, κηρύχθηκε ένοχος, παθούσα και αμέσως ζημιωθείσα ήταν η ίδια συνταξιούχος πολιτικώς ενάγουσα. Ειδικότερα ο αναιρεσείων, με την προσβαλλομένη απόφαση, κηρύχθηκε ένοχος, κατά μεταβολή της κατά άνω, κατηγορίας της υπεξαιρέσεως, του ότι: "Στην ... στις 10 Ιανουαρίου 2002, έχοντας σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και δη όντας υπάλληλος ΕΛ.ΤΑ, εντεταλμένος να παραδίδει ποσά συντάξεων, παρέλαβε το χρηματικό ποσό των 6.854,10 €, που ανήκε στην δικαιούχο συνταξιούχο Ψ και παρέστησε σ αυτήν ψευδώς ότι της καταμετρά και παραδίδει το ποσό αυτό, ενώ στην πραγματικότητα της παρέδωσε ποσό 4.300 €, ήτοι έλασσον κατά 2.544,10 €, επί αντιστοίχω ζημία και βλάβη αυτής, όφελος δε τούτου, διά της μεθόδου της καταμετρήσεως των χαρτονομισμάτων των 20 €, ως χαρτονομισμάτων των 50 €".
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, λόγω της παρά το νόμο παράστασης της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 171 παρ. 2 σε συνδυασμό με 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ), τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Κατά το άρθρ. 375 §1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος, µε σκοπό να αποκοµίσει ο ίδιος ή άλλος παράνοµο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή µε την εν γνώσει παράσταση ψεuδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών µηνών και αν η ζηµία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα µεγάλη, µε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήµατος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνοµο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγµάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέµιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήµια για τον ίδιο ή άλλον ενέργεια και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσµο µε τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζηµιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση µειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξ` άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ. 246 επ., 250 και 321 του Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε και για κάποια άλλη έστω και συναφή, αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως, από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Τέλος, φαινομένη συρροή ή απλή συρροή νόμων, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 94 του Π.Κ, υπάρχει όταν οι πλείονες πράξεις οι οποίες διώκονται δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμοι, αλλά συγκροτούν την έννοια ενός και του αυτού εγκλήματος, είτε διότι η μεν αποτελεί κατά νόμο συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε διότι χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την τέλεση αυτής, είτε τέλος διότι παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της προηγηθείσης από την οποία και απορροφάται. Ειδικώς, μεταξύ των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως και της απάτης υφίσταται φαινομένη συρροή υπό την εκτεθείσα έννοια: α) όταν ο δράστης υπεξαιρεί ξένο κινητό πράγμα και στη συνέχεια επιχειρεί απατηλές πράξεις για τη συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως ή τη διατήρηση του υπεξαιρεθέντος. Στην περίπτωση αυτή η περιουσιακή βλάβη η οποία αποτελεί στοιχείο της απάτης έχει συντελεσθεί ήδη με την υπεξαίρεση και επομένως η απάτη συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη και β) όταν ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο ξένο πράγμα, οπότε η υπεξαίρεση είναι μη τιμωρητή υστέρα πράξη. Αντίθετα, επί των άνω αξιοποίνων πράξεων, κάθε μία των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία, εάν δράστης αυτών είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου (βλ. περίπτωση τέτοιας πραγματικής συρροής ΑΠ 1026/1999). Γι αυτό και είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση ή το βούλευμα αν οι πράξεις της απάτης και υπεξαίρεσης στρέφονται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου ή αν στρέφονται κατά του αυτού αντικειμένου, οπότε είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποια εκ των δύο προηγήθηκε στην απόκτηση του ιδιοποιουμένου ξένου πράγματος (ΑΠ 1840/2000). Εκ τούτων παρέπεται ότι σε περίπτωση που κατά τα άνω υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ απάτης και υπεξαίρεσης, διότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως αποκτήθηκε με απάτη, οπότε η υπεξαίρεση τυγχάνει μη τιμωρητή υστέρα πράξη, είναι δυνατή η μεταβολή της κατηγορίας από υπεξαίρεση σε απάτη, η οποία και μόνον πραγματώνεται (βλ. περίπτωση τέτοιας μεταβολής σε ΑΠ (Συμβ) 826/1998). Στην κρινόμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημ/κιο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ είδος αναφέρει, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο τελευταίος στους αναφερόμενους στο διατακτικό τόπο και χρόνο, έχοντας σκοπό να αποκομίσει περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα όντας υπάλληλος των ΕΛ.ΤΑ. ... και εντεταλμένως να παραδίδει συντάξεις στους δικαιούχους, παρέλαβε μεταξύ άλλων το χρηματικό ποσό των 6.854,10 ευρώ που ανήκε στην περιουσία της δικαιούχου συνταξιούχου (εγκαλούσης) Ψ, που αντιστοιχούσε σε αναδρομικό ποσό της σύνταξής της και έπεισε την ίδια που βρισκόταν στον χώρο μαζί με το σύζυγό της ΑΑ, όπως υπογράφοντας σχετική απόδειξη επιταγής περί εξοφλήσεως αυτής ότι της παραδίδει το ποσό των 6.854,10 εν τούτοις της εστέρησε ποσό 4.300 ευρώ, έλασσον κατά 2.544,10 ευρώ το οποίο και απετέλεσε περιστατικό γι' αυτόν όφελος και αντίστοιχα βλάβη της εγκαλούσης. Την πράξη δε αυτή ετέλεσε μεθοδεύοντας την μέτρηση όλων των χαρτονομισμάτων των 20 ευρώ ως χαρτονομισμάτων των 50 ευρώ, κατά τις ημέρες του Ιανουαρίου του 2009 που το πρώτον είχε εισαχθεί ως νόμισμα 20 ευρώ και ο ΑΑ δεν ήτο σε θέση να εναλλάσεται και να αναγνωρίζει αμέσως τα χαρτονομίσματα. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο α) εκ του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε δικαίωμα εκ του κανονικού ΕΛΤΑ να διενεργήσει την πληρωμή στο χωριό ... αφού υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ και για την τυπική αυτή παράβαση τιμωρήθηκε πειθαρχικώς από την υπηρεσία του (βλ. κατάθεση ..., επιθεωρητή ΕΛ.ΤΑ) β) από το ότι κατά την μέτρηση έγινε άμεσα αντιληπτός από τον θαμώνα του καφενείου, όπου έγινε η πληρωμή, ..., άτομο ανάπηρο σωματικά, όμως σε πλήρη διαύγεια νοός που αμέσως το ανέφερε στον εκεί ευρισκόμενο ... και τον προέτρεψε να πάει στην οικία Ψ-ΑΑ, για να ξαναμετρήσουν τα χρήματα (βλ. αναγνωσθείσα επ' ακροατηρίου) ένορκη κατάθεση ... σύμφωνα με την οποία "... βλέποντας την καταμέτρηση διαπίστωσα ότι τα χρήματα που έδωσε ο ταχυδρόμος ήταν λιγότερα ... στη συνέχεια ειδοποίησε τον ... Αυτός μετέβηκε στο σπίτι του Ψ--ΑΑ κάνανε καταμέτρηση και διαπιστώσανε το λάθος ... δεν μίλησα την ίδια στιγμή μήπως γίνει επεισόδιο ..." γ) από την κατάθεση του μάρτυρα ... σύμφωνα με την οποία "... μετά από δύο λεπτά που έφυγε ο ταχυδρόμος τα μετρήσαμε ... τα είχε μέσα στην τσέπη του ... σύμφωνα με αυτά που μέτρησε ήταν 4.400 ευρώ ...", τέλος δε από την κατάθεση δ) του μάρτυρα συζύγου της εγκαλούσης ΑΑ που επιβεβαιώνει τα' ανωτέρω. Μετά ταύτα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος του αδικήματος της παράβασης του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, έναντι της αποδοθείσης της υπεξαιρέσεως του άρθρ. 375 παρ. 1 που αρχικώς του απεδόθη (βλ. Αρ. Πάγο (Συμβ.) 57/1990 Ποιν. Χρ. Μ/955 σύμφωνα με την οποία δύναται, αν και δεν συνέτρεχε περίπτωση, να ερευνηθεί η περίπτωση μεταβολής από υπεξαίρεση σε απάτη), αφού πρόκειται για τα ίδια ακριβώς ουσιώδη περιστατικά και στις δύο νομοτυπικές εκφάνσεις των υπ' όψη αδικημάτων. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της απάτης, όπως αυτή εξειδικεύεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο ΙΙΙ αμέσως ανωτέρω σκέψη. Από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 α ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, όπως ανέλεγκτα δέχεται το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος μετήλθε την ανωτέρω εκτιθέμενη απατηλή συμπεριφορά, κατόπιν της οποίας και έπεισε την δικαιούχο της συντάξεως πολιτικώς ενάγουσα ότι της κατέβαλε την σύνταξη της οποίας ήταν δικαιούχος δηλ. το ποσό των 6.854,10 €, ενώ το αληθές ήταν ότι της κατέβαλε ποσό 4.300 €, το οποίο και αυτή δέχθηκε, πιστεύοντας, κατόπιν της πλάνης που της προκάλεσε ο κατηγορούμενος με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις, ότι της καταβλήθηκε το ποσό που δικαιούταν και έτσι υπέστη ζημία ισόποση κατά το ποσό των 2.544,10 €, που παρακράτησε ο αναιρεσείων και ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Συνεπώς η πράξη της υπεξαίρεσης, με αντικείμενο το τελευταίο αυτό ποσό, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, για την οποία και κηρύχθηκε ένοχος πρωτόδικα, αποτελούσε υστέρα μη τιμωρητή πράξη έναντι της απάτης, που προηγήθηκε, η οποία και επέφερε την ισόποση με το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως περιουσιακή ζημία στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία και κατά τα προλεχθέντα, ήταν εκείνη που τελέσθηκε. Συνακόλουθα, κατ ορθή ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 375 παρ. 1 α και 386 παρ. 1 α ΠΚ και εφαρμογή της δευτέρας διατάξεως, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που κατά τα άνω δέχθηκε ως αποδειχθέντα, η πράξη, η οποία τελέσθηκε, ήταν εκείνη της απάτης, για την οποία και τον κήρυξε ένοχο, και δεν επήλθε εκ του λόγου αυτού, όπως λέχθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, ανεπίτρεπτη μεταβολή της ως άνω κατηγορίας της υπεξαιρέσεως που αρχικά αποδόθηκε στο αναιρεσείοντα, η οποία, όπως λέχθηκε, αποτελούσε υστέρα μη τιμωρητή πράξη έναντι της προηγηθείσης απάτης, εφόσον και οι δύο πράξεις είχαν το αυτό υλικό αντικείμενο, δηλ. το ποσό των 2.544,10 €.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίφαση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, προσβάλλοντας την κατ ουσία κρίση του Δικαστηρίου, όπως και ο τέταρτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α του ίδιου κώδικα, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατ άρθρο 171 παρ. 1 β και δ σε συνδυασμό με 6 παρ. 3 γ της ΕΣΔΑ, συνεπεία ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας από υπεξαίρεση σε απάτη, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 1400/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κειου Αγρινίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Υπεξαίρεση. Έννοια. Στοιχεία αντικειμενικής υποστάσεως (ΑΠ 1/2009). Απάτη. Έννοια. Στοιχεία. Συρροή υπεξαίρεσης - απάτης. Πότε αληθής και πότε φαινόμενη (ΑΠ 440/2009, ΑΠ 1840/2000). Μεταβολή κατηγορίας ανεπίτρεπτη. Απόλυτη ακυρότητα (ΑΠ 79/2007). Πότε δυνατή από υπεξαίρεση σε απάτη (ΑΠ 826/1998, ΑΠ 1840/2000, ΑΠ 1026/1999). Απόλυτη ακυρότητα (άρθρα 171 παρ. 1 Δ' και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ). Πότε όταν δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του για να υποβάλλουν ερωτήσεις και να κάνουν παρατηρήσεις επί της καταθέσεως μάρτυρος (ΑΠ 401/2009, ΑΠ 379/2008, ΑΠ 800/2001). Ανάγνωση κατάθεσης μάρτυρα που λήφθηκε στην προδικασία χωρίς συνδρομή προϋποθέσεων άρθρου 365 ΚΠΔ. Απόλυτη ακυρότητα. Απαιτείται να αντιλέξει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του (ΑΠ 379/2008, ΑΠ 416/2007). Πολιτική αγωγή. Παρά το νόμο παράσταση που επιφέρει ακυρότητα. Υπό ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 79/2007). Αβάσιμοι λόγοι για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορίας μεταβολή, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2470/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αντώνιο Φούσα και Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 6908/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 287/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 258 περ. α' ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι` αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, η οποία κατά την περ. β' επαυξάνεται σε φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών όταν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 υπεξαίρεσης, με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α' του ίδιου Κώδικα, γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι` αυτό. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, το υπό του άρθρου 258 Π.Κ. προβλεπόμενο έγκλημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, περιλαμβανόμενο στο ΙΒ' κεφάλαιο του ίδιου Κώδικα "περί των εγκλημάτων σχετικά με την υπηρεσία" είναι διάφορο του, από το άρθρο 375 του αυτού Κώδικα, καθοριζομένου εγκλήματος της κοινής υπεξαιρέσεως, που περιλαμβάνεται στο ΚΓ' κεφάλαιο του Π.Κ. "περί των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας". Το δε άρθρο 379 του αυτού Κώδικα, περιλαμβανόμενο στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο και θεσπίζον την εξάλειψη του αξιοποίνου σε περίπτωση αποδόσεως του κλαπέντος ή του ιδιοποιηθέντος πράγματος ή εντελούς ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος, έχει εφαρμογή, κατά την αληθινή έννοιά του, μόνο σε περίπτωση κλοπής ή υπεξαιρέσεως (άρθρα 372 και 375 Π.Κ.) και όχι και σε εκείνη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθρο 258 Π.Κ.). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 του ίδιου Κώδικα, "υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείρισή του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.)". Η διάταξη αυτή έχει ενταχθεί στην κατηγορία των εγκλημάτων των σχετικών με την υπηρεσία, προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του, ως υπαλλήλου μόνο κατά την έννοια του άρθρου 13 α και 263 Α Π.Κ., ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και γενικά της δημόσιας κλπ περιουσίας (έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας). Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής (256 Π.Κ.) προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς: ελάττωση της δημόσιας κλπ περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων και άμεσος χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος του υπαλλήλου, που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κλπ. περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του (ΑΠ Ολ 2/2009). Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (άρθ.258 Α.Κ.), για το οποίο η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της παράνομης ιδιοποίησης. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις: α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και β) της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία, οι οποίες του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος υπηρετούσε ως υπάλληλος στο Προξενικό γραφείο της πρεσβείας της ... από το έτος 1992. Από δε το έτος 1999 του είχαν ανατεθεί καθήκοντα ταμία. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν και η είσπραξη του αντιτίμου του καταβαλλομένου χαρτοσήμου για εκδόσεις και ανανεώσεις διαβατηρίων. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 μέχρι 30-4-2003, με την ως άνω ιδιότητα του, ενώ εισέπραττε κατά τη διαχείριση του προξενικού ενσήμου από κάθε συναλλασσόμενο πολίτη το ποσό των 50 ευρώ για χαρτόσημο επικολλούσε στο διαβατήριο χαρτόσημο των 5 ευρώ. Έτσι χορήγησε θεωρήσεις εισόδων σε αλλοδαπούς με χρέωση κατώτερη του ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί, βλάπτοντας ισόποσα την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.
Με τον τρόπο αυτό δεν επικόλλησε σε διαβατήρια προξενικά ένσημα συνολικής αξίας 10.192,50 Ελβετικών φράγκων, ενώ εισέπραξε από συναλλασσόμενους πολίτες το ποσό αυτό, ελαττώνοντας κατά το ως άνω ποσό κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τη δημόσια περιουσία, η διαχείριση της οποίας του ήταν εμπιστευμένη, εν γνώσει του και για να ωφεληθεί. Το ως άνω δε ποσό των 10.192,50 Ελβετικών φράγκων, που έλαβε λόγω της ως άνω ιδιότητας του και η διαφορά αξίας μεταξύ σωστής χαρτοσήμανσης, που όφειλε να κάνει σε διαβατήρια, και της ελλιπούς χαρτοσήμανσης του σ' αυτά, δεν το απέδωσε αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα τον Μάϊο του έτους 2003 ενσωματώνοντας το στην περιουσία του, απορριπτομένων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί αντιθέτου. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε το ποσό που ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία, κατ εξακολούθηση και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μετάνοιας (84 παρ. 2 α και δ ΠΚ), του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για κάθε μια και συνολική εννέα μηνών. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: Στο Προξενικό γραφείο της πρεσβείας της ...: Α) Κατά μήνα Μάιο του 2003 που ήταν υπάλληλος και μάλιστα ταμίας παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητας του. Ειδικότερα ενώ εισέπραξε από συναλλασσόμενους πολίτες το ποσό των 10.192,50 Ελβετικών φράγκων, το οποίο εξισώνεται με τη διαφορά αξίας μεταξύ σωστής χαρτοσήμανσης που όφειλε να κάνει σε διαβατήρια και της ελλιπούς χαρτοσήμανσης του σ' αυτά, δεν απέδωσε το ποσό αυτό στις προξενικές εισπράξεις αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Β) Από 1-5-2002 μέχρι 30-4-2003 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος, κατά τη διαχείριση του προξενικού ενσήμου ελάττωσε εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος τη δημόσια περιουσία της οποίας η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη. Ειδικότερα δεν επικόλλησε σε διαβατήρια προξενικά ένσημα συνολικής αξίας 10.192,50 Ελβετικών φράγκων και εισέπραξε από συναλλασσόμενους πολίτες το ποσό αυτό, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα και χορήγησε θεωρήσεις εισόδων σε αλλοδαπούς με χρέωση κατώτερη του ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί, βλάπτοντας ισόποσα την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 α, δ, 94, 98, 256 περ. α', 258 περ. α' του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές τη αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο σκεπτικό και διατακτικό, υπηρετούσε ως υπάλληλος στο Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδος στη ... της Ελβετίας, δηλαδή ότι ήταν δημόσιος υπάλληλος, αφού υπηρετούσε σε Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος ασχολούταν με την διαχείριση των ενσήμων του Ελληνικού Δημοσίου, διαφορετικής κατά κατηγορία αξίας σε Ευρώ βέβαια, που είναι το νόμισμα των Χωρών της Ευρωζώνης, όπως και η Ελλάδα, στην οποία δεν ανήκει η Ελβετία, τα οποία χορηγούνται στις προξενικές αρχές, προκειμένου να επικολλώνται στα διαβατήρια, είτε κατά την έκδοση νέων, είτε κατά την ανανέωση και θεώρηση παλαιών, είτε κατά την χορήγηση αδειών εισόδου (visa) σε αλλοδαπούς υπηκόους. Τα ένσημα αυτά χορηγούσε ο κατηγορούμενος στους συναλλασσόμενους με το Προξενείο εισπράττοντας το ισάξιο τους σε ελβετικά φράγκα, που ήταν το νόμισμα της ανωτέρω Χώρας (Ελβετία) και στη συνέχεια τα επικολλούσε στην οικεία θέση του διαβατηρίου τους. Ενώ λοιπόν εισέπραττε από τους υπηκόους της εν λόγω Χώρας σε ελβετικά φράγκα το ισότιμο ενσήμων αξίας 50 €, τα οποία και έπρεπε να επικολληθούν στο διαβατήριο τους, αυτός επικολλούσε ένσημο των 5 €, την αξία του οποίου και εισήγαγε στο Ταμείο της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας, αποστερώντας από το Δημόσιο την διαφορά των 45 € κατά το οποίο και ζημιώθηκε η περιουσία του. Δέχεται περαιτέρω το Δικαστήριο ότι στο χρονικό διάστημα από 1-5-2002 μέχρι 30-4-2003, δηλαδή ενός έτους, που εξακολούθησε να ενεργεί με τον τρόπο αυτό, συγκέντρωσε το ποσό των 10.192,50 ελβετικών φράγκων, το οποίο, όπως ενέλεγκτα δέχθηκε, ιδιοποιήθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του κατά τον μήνα Μάϊο του 2003. Δεν προκαλείται δε αντίφαση ούτε ασάφεια από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το μεν ότι τα ένσημα που έπρεπε να επικολληθούν κάθε φορά, ήταν αξίας 50 €, το ισότιμο της οποίας και εισέπραττε ο αναιρεσείων σε ελβετικά φράγκα, το δε ότι το ποσό, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα ο αναιρεσείων και κατά το οποίο ελάττωσε την περιουσία του Δημοσίου, αφού στο Ταμείο της ανωτέρω Δημοσίας Υπηρεσίας εισερχόταν σε ελβετικά φράγκα μόνον το ισότιμο ενσήμου των 5 €, ανήλθε συνολικά σε 10.192,50 ελβετικά φράγκα, αφού το ποσό αυτό προήλθε από την μετατροπή των Ευρώ σε Ελβετικά φράγκα, με την κατά νόμο ισοτιμία Ευρώ - Ελβετικού φράγκου, την οποία δεν απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει η απόφαση, ούτε έπρεπε να εξειδικεύονται οι κατ ιδίαν περιπτώσεις, στις οποίες ενήργησε κατά τον ανωτέρω τρόπο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος βέβαια δεν ισχυρίζεται ότι αμφισβήτησε τον ως άνω τρόπο και χρονικό διάστημα παρανόμου δράσεως του, ως και το ύψος του ανωτέρω συνολικού ποσού και επικαλέσθηκε άλλο μικρότερο συγκεκριμένο ποσό. Δεν δημιουργείται δε ασάφεια εκ του ότι στην αναιρεσιβαλλομένη τα ένσημα που διαχειρίζονταν ο αναιρεσείων, άλλοτε αναφέρονται ως "προξενικό ένσημο" και άλλοτε ως "χαρτόσημο", αφού, ανενδοιάστως, γίνεται δεκτό ότι πρόκειται για ένσημα του Δημοσίου, το οποίο και υπέστη ζημία. Ούτε δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή ότι την παράνομη δραστηριότητα, που στοιχειοθετεί την πράξη της απιστίας στην Υπηρεσία, ανέπτυξε ο αναιρεσείων, εξακολουθητικά στο χρονικό διάστημα από 1-5-2002 ως 30-4-2003, την δε υπεξαίρεση τέλεσε άπαξ, κατά μήνα Μάϊο 2003, όταν και εκδήλωσε την βούληση να ενσωματώσει το ανωτέρω ποσό στην περιουσία του. Δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά εκδηλώσεως της βουλήσεως του αναιρεσείοντος να ενσωματώσει το ποσό αυτό στην περιουσία του, αφού όπως λέχθηκε, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του στοιχείου τούτου, το οποίο άλλωστε προκύπτει ευθέως εκ της μη εισαγωγής από τον τελευταίο του ανωτέρω ποσού στο Ταμείο της Υπηρεσίας, όπως σαφώς δέχεται η προσβαλλομένη. Ούτε περαιτέρω χρειάζεται για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει το Δικαστήριο με ποιόν τρόπο ανατέθηκαν στον αναιρεσείοντα τα καθήκοντα της διαχειρίσεως των ενσήμων, αφού, όπως λέχθηκε μπορούσε για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως στην Υπηρεσία να είναι και αναρμόδιος, για δε το αδίκημα της απιστίας, αρκεί η παραδοχή από το Δικαστήριο ότι η διαχείριση των ενσήμων του ήταν εμπιστευμένη, δεν ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ότι αμφισβήτησε την ανάθεση σ αυτόν των εν λόγω καθηκόντων και την άσκησή τους από αυτόν. Ούτε χρειάζεται, για τον ίδιο λόγο, να αναφέρει το Δικαστήριο τον ακριβή χρόνο επιστροφής από τον αναιρεσείοντα του ανωτέρω ποσού, η οποία, όπως σαφώς προκύπτει από το σκεπτικό, έλαβε χώρα μετά την παράνομη ιδιοποίηση, αφού εν προκειμένω δε τυγχάνει εφαρμογής, όπως λέχθηκε η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του Δικαστηρίου της ουσίας, κατ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του διατάξεως του άρθρου 258 ΠΚ, έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι η πράξη της υπεξαιρέσεως που τέλεσε ο αναιρεσείων έφερε τον χαρακτήρα υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και όχι της απλής υπεξαιρέσεως, τελεσθείσης σε βάρος των αλλοδαπών υπηκόων που προσέφυγαν στο Προξενείο για αντικατάσταση ή θεώρηση του διαβατηρίου τους ή χορήγηση αδείας εισόδου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Τούτο δε διότι, κατά τις παραδοχές της, συντρέχουν όλα τα στοιχεία προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικά και αντικειμενικά. Ειδικότερα δέχθηκε ότι αυτός τύγχανε δημόσιος υπάλληλος, το δε χρηματικό ποσό των 10.192,50 €, που ενσωμάτωσε στην περιουσία του, περιήλθε στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητάς του αυτής και επ' ευκαιρία της ασκήσεως των ανωτέρω υπηρεσιακών καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί. Το ποσό αυτό, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ανήκε, όχι στους αλλοδαπούς υπηκόους, οι οποίοι το κατέβαλαν, είχαν εξυπηρετηθεί και επέτυχαν τον σκοπό για τον οποίο είχαν επισκεφθεί το Προξενείο, αλλά στο Δημόσιο, αφού το είχε εισπράξει, για λογαριασμό του τελευταίου, προς εξόφληση της αξίας των ενσήμων που έπρεπε, κατά το νόμο, να επικολληθούν στα διαβατήρια τους και, για το σκοπό αυτό, τους τα είχε διαθέσει και, ενώ έπρεπε να το είχε θέσει στο Ταμείο της υπηρεσίας του και να επικολλήσει στο διαβατήριο αντίστοιχης αξίας ένσημα, αυτός επικόλλησε τα ανωτέρω μικρότερης της κατά νόμο αξίας, θέτοντας στο Ταμείο το ισότιμο αυτών και αποστερώντας έτσι από το Δημόσιο ολόκληρο το πράγματι εισπραχθέν για λογαριασμό του ποσό. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος, αντίστοιχα, συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 258 α'ΠΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 3-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 6908/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Υπεξαίρεση στην υπηρεσία. Έννοια. Πότε στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά. Όχι εφαρμογή άρθρο 379 ΠΚ (ΑΠ 2129/2009, ΑΠ 571/ 2008, ΑΠ 55/2008). Απιστία σχετικά με την υπηρεσία. Έννοια. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης (ΑΠ ΟΛ 2/2009). Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τι πρέπει να περιέχει η απόφαση ως προς αυτήν. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πότε υπάρχει. Αβάσιμοι λόγοι κατ' άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε'.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Απιστία περί την υπηρεσία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2467/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Συμβούλιο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1168/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο (Αναστολών) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1141/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία μαζί με την με αριθμό 328/14-10-2009 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρ. 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αρ. 34/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... κατά της υπ'αρ. 1168/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 2/1/2009 αίτησή του για καθορισμό της συνολικής εκτιτέας ποινής, με την επιμέτρηση των επί μέρους ποινών που επιβλήθηκαν σ'αυτόν με τις αναφερόμενες στην αίτηση αποφάσεις και εκθέτω τα κάτωθι: Από το άρθρ. 465 παρ. 2α' ΚΠΔ προκύπτει ότι ο παραστάς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης συνήγορος του κατηγορουμένου μπορεί να ασκήσει κατά της καταδικαστικής μόνον αποφάσεως, για λογαριασμό του πελάτη του το ένδικο μέσο της έφεσης ή αναίρεσης. 'Ενδικο μέσο κατά οιασδήποτε άλλης αποφάσεως δεν δικαιούται να ασκήσει ο παραστάς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης συνήγορος (ΑΠ 1311/84, ΑΠ 517/84 Π.Χρ. ΛΔ'/932, ΑΠ 556/87, ΑΠ 1561/86 ΝοΒ 34/1641, ΑΠ 2020/84, ΑΠ 46/85, ΑΠ 1879/97, ΑΠ 1279/2000, ΑΠ 1340/01 Π.Χρ. ΝΒ/545, ΑΠ 1342/01 κ.ά.). Δεν είναι δε καταδικαστική η καθορίσασα συνολική ποινή απόφαση (ΑΠ 35/72, Π.Χ ΚΒ/356, ΑΠ 556/87 κ.ά.).
Συνεπώς η υπ'αρ. 34/09 αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η συνήγορος του κατηγορουμένου Μαριάννα Παπαδάκη, κατά της ως άνω αποφάσεως η οποία απέρριψε την αίτηση του κατηγορουμένου για καθορισμό της συνολικής εκτιτέας ποινής του πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών, δεν είναι καταδικαστική (αρ. 465 παρ. 2α', 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ) και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Ούτε εξάλλου η παραπάνω συνήγορος του κατηγορουμένου επικαλέστηκε ότι διαθέτει έγγραφη πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, υπό τους όρους του αρ. 465 παρ. 1 ΚΠΔ ούτε στη σχετική έκθεση αναίρεσης έχει προσαρτηθεί τέτοιο έγγραφο, ούτε και νομιμοποιείται εκ της προηγηθείσης εκπροσωπήσεώς του.
Για τους λόγους αυτούς-Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αρ. 34/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ..., κατά της υπ'αρ. 1168/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 16 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την πληρεξουσία του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης, που παρέχεται σ' εκείνον, ο οποίος καταδικάσθηκε, μπορεί ν' ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο, που είχε παραστεί κατά την συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή, που ρυθμίζει ειδικά την άσκηση των ενδίκων μέσων από τον καταδικασθέντα, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου που παρέστη στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να ασκήσει στο όνομά του για λογαριασμό του πελάτη του το ένδικο μέσο της αναιρέσεως μόνον αν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση. Διαφορετικά, αν δηλαδή η απόφαση δεν είναι καταδικαστική, ο συνήγορος που παρέστη στη συζήτηση, μπορεί να ασκήσει παραδεκτά αναίρεση μόνον υπό τους όρους της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου (465 ΚΠΔ), και συγκεκριμένα αν έχει γι' αυτό ειδική εντολή και προσαρτηθεί στη σχετική έκθεση το πληρεξούσιο έγγραφο ή επικυρωμένο αντίγραφο τούτου. Εξ άλλου η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση για καθορισμό της συνολικής εκτιτέας ποινής δεν είναι καταδικαστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο (Αναστολών) Αθηνών με την 1168/2009 απόφαση, απέρριψε την αίτηση του καταδικασθέντος Χ1 για καθορισμό της συνολικής εκτιτέας ποινής του. Κατά της παραπάνω αποφάσεως, η οποία δεν είναι καταδικαστική, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δικηγόρος Αθηνών, Μαριάννα Παπαδάκη, που παρέστη στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή, άσκησε με δήλωσή της στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ 34/21/4/2009 έκθεση του πιο πάνω γραμματέα. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η ανωτέρω δικηγόρος ασκεί την αναίρεση ως παραστάσα στη δίκη εκείνη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς συγχρόνως να προσκομίσει για να προσαρτηθεί στην ίδια έκθεση και πληρεξούσιο του πελάτη της. Εν όψει των ανωτέρω, παρέπεται ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε παραδεκτώς από την συνήγορο του κατηγορουμένου, ως πληρεξουσίας δικηγόρου αυτού, αφού δεν προσαρτήθηκε στη σχετική έκθεση το έγγραφο της πληρεξουσιότητας (άρθρο 465 παρ. 1 του ΚΠΔ), ούτε η ιδιότητά της ως πληρεξουσίας δικηγόρου που παρέστη στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, της παρέχει το δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ.2 του ΚΠΔ, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η αναίρεση δεν είναι καταδικαστική. Σημειωτέον ότι η από 30/7/2009 εξουσιοδότηση του αιτούντος, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του, προς την ως άνω δικηγόρο, την οποία η τελευταία προσκόμισε στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για την άσκηση της αναιρέσεως και για παράσταση κατά την συζήτησή της, προφανώς για να καλύψει την έλλειψη της εντολής, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι η εξουσιοδότηση πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου, στερείται δε αξίας αν δόθηκε μεταγενέστερα ή εγκρίθηκε εκ των υστέρων από τον αντιπροσωπευόμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου, όπως τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. γ του ΚΠΔ, το οποίο δεν καθιερώνει έγκριση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το χρονικό διάστημα (των 20 ημερών) μέσα στο οποίο πρέπει να προσκομισθεί αρμοδίως το πληρεξούσιο που υπάρχει κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου και μόνον για την περίπτωση που ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, (ανεξαρτήτως του ότι η εξουσιοδότηση αυτή δεν παρέχεται για την ως άνω 1168/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά της οποίας ασκήθηκε η αναίρεση, αλλά για άλλη απόφαση, την 1189/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών).
Επομένως, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/4/2009 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από την δικηγόρο Αθηνών Μαριάννα Παπαδάκη για λογαριασμό του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1168/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Αναστολών) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο παραστάς δικηγόρος σε μη καταδικαστική απόφαση μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνον αν έχει ειδική εντολή. Μεταγενέστερη εντολή προσκομισθείσα κατά τη συζήτηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Απορρίπτει αίτηση.
|
Πληρεξούσιος Δικηγόρος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξούσιος Δικηγόρος.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2468/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Ακριτίδη, περί αναιρέσεως της 1715/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 761/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-4-2008 κοινή αίτηση αναίρεσης των 1) Χ1 και 2) Χ2 κατά της υπ' αριθμ. 1715/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένο στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητεά εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους) και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος του, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους που εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο και ήδη τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμιά από τις ως άνω κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. (ΑΠ 975/2008). Επίσης, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΥΟ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή το οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση περισσοτέρων χρεών, από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους (ΑΠ 1463, 1394, 1390/2008). Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια τα χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποίαν πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη (ΑΠ 1300/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεων κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογική συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικό, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίστανται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, στο αιτιολογικό της, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι στη ... κατά τα κατωτέρω χρονικά διαστήματα, νόμιμοι εκπρόσωποι τυγχάνοντες της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΑΒΕΤΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ", που εδρεύει στη ..., ο μεν Χ2 ως Διευθύνων εντεταλμένος σύμβουλος, ο δε Χ1, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα κατωτέρω χρέη, ο μεν πρώτος εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα από 31-3-2003, ο δε δεύτερος κατά χρονικό διάστημα από 31-5-2002 έως 28-6-2004, για περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησαν να καταβάλλουν βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα κατά το ως άνω χρονικό διάστημα καθυστέρησαν να καταβάλλουν χρέη προς το Δημόσιο βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ..., ο μεν Χ1, τα με αύξοντα αριθμό 2, 10 και 11 του επισυναπτόμενου στο διατακτικό της παρούσας "Β" πίνακα χρεών βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... ποσού 3.067,112,64 ευρώ, 830.473,64 ευρώ και 579.189,14 ευρώ αντίστοιχα και συνολικού ποσού 4.476.775,42 ευρώ, ο δε Χ2 τα με αύξοντα αριθμό 3, 25, 26, 33, 34, 35, 36, 37, 38 και 39 του επισυναπτόμενου στο διατακτικό της παρούσας "Α" πίνακα χρεών βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη του προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... , ποσού 3.067,112,64 ευρώ, 830.473,64 ευρώ, 579.189,14 ευρώ, 1.152,80 ευρώ (Χ 7 φορές) αντίστοιχα και συνολικού ποσού 4.484.845,02 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι τις 23-3-2006 (ημερομηνία σύνταξης του συνημμένου πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, σύμφωνα με τους συνημμένους πίνακες χρεών, όπου αναγράφονται αναλυτικά τα άνω ποσά ως προς την αιτία για την οποία οφείλονται, αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ..., τον τρόπο και ημερομηνία καταβολής του καθενός. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ελλείπει η αντικειμενική υπόσταση του αποδιδομένου σ' αυτούς αδικήματος, λόγω του ότι η σχετική έκθεση ελέγχου και η πράξη επιβολής προστίμου, δεν κοινοποιήθηκε νόμιμα σ' αυτούς κι ως εκ τούτου μη νόμιμη είναι η βεβαίωση από την Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... των επίδικων φορολογικών χρεών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον η μη κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου και της πράξης επιβολής προστίμου, που είναι παρεπόμενη της προηγηθείσας βεβαίωσης, συνιστά πράξη απλής γνωστοποίησης του βεβαιωθέντος χρέους προς τον οφειλέτη και δεν επιδρά στο κύρος της βεβαίωσης. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατ' εξακολούθηση των άνω πράξεων που τους αποδίδονται, με τις ελαφρυντικές όμως περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, γιατί δέχεται το Δικαστήριο ότι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια και δη στα οικονομικά προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν". Ακολούθως δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί έλλειψης της αντικειμενικής υπόστασης του αποδιδόμενου σ' αυτούς αδικήματος, λόγω του ότι η σχετική έκθεση ελέγχου και η πράξη επιβολής προστίμου δεν κοινοποιήθηκε νόμιμα σ' αυτούς και ως εκ τούτου μη νόμιμη η βεβαίωση των επίδικων φορολογικών χρεών από την αρμόδια ΔΥΟ, κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους αναιρεσείοντες για το πλημμέλημα της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση και αφού δέχθηκε ότι στο πρόσωπο αυτών (αναιρεσειόντων) συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 Β ΠΚ, επέβαλε σε καθένα αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 5 ευρώ κάθε ημέρα φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2β και 98 του ΠΚ, 25 παρ. 1 εδ γ, 7 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. η παρ 1 με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια και χρονική ισχύ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα αυτά το είδος τους (έγγραφα, των κατηγορούμενων εκπροσωπηθέντων δια δικηγόρου), από τα οποία το Δικαστήριο, συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτι9κά και να εκθέσει τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος τους λόγω μη οριστικοποίησης της φορολογικής παράβασής τους (χωρίς μάλιστα να αναφέρουν αν έχουν ασκήσει ή όχι προσφυγή ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων), καθόσον η προαναφερόμενη προϋπόθεση που απαιτείται για τις λοιπές φορολογικές και συνάμα ποινικές παραβάσεις, δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, όπως ορθά δέχθηκε και το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση. Για τους ίδιους λόγους (επιτάχυνση της διαδικασίας), στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, όπως είναι και στην κρινόμενη υπόθεση, δεν εφαρμόζεται η παραγρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία για την άσκηση της ποινικής δίωξης η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του εν μέρει και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, όπως πρέπει να συμβαίνει για τις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18, 19 του ν. 2523/1997 όχι δε και την καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων ήδη χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Επομένως οι σχετικές περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης σε βάρος τους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες επιχειρούν τη θεμελίωση των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Η περ. δ ΚΠΔ λόγων αναίρεσης (περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και αρνητικής υπέρβασης της εξουσίας του Δικαστηρίου λόγοι) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Περαιτέρω είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αιτίαση των αναιρεσειόντων με την οποία διατείνονται ότι η βεβαίωση του προς το Δημόσιο χρέους τους δεν είναι έγκυρη λόγω της μη κοινοποίησης σ' αυτούς ατομικά και όχι στο Γραφείο Πτωχών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (λόγω πτώχευσης της ανωνύμου εταιρίας που εκπροσωπούσαν), τις σχετικής έκθεσης ελέγχου και της αντίστοιχης πράξης επιβολής προστίμου, καθόσον η τυχόν παράλειψη των εν λόγω κοινοποιήσεων που είναι πράξεις παρεπόμενες της προηγηθείσας βεβαίωσης και αποτελούν απλή γνωστοποίηση του βεβαιωθέντος χρέους προς τον οφειλέτη, δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα της βεβαίωσης και εντεύθεν την ποινικοποίηση της εν λόγω φορολογικής παράβασης και τον καταλογισμό της πράξης σ' αυτούς. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους (έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και αρνητική υπέρβαση εξουσίας), διαλαμβανόμενες ρητώς η έμμεσα (έλλειψη αιτιολογίας) που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως - άρθρο 511 ΚΠΔ στην κρινόμενη αίτηση, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη των περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν, και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Απριλίου 2008 κοινή αίτηση των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1715/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα αυτών σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο βεβαιωμένων από την αρμόδια ΔΟΥ παρά των νομίμων εκπροσώπων ανώνυμης εταιρίας που ήδη έχει πτωχεύσει. Λόγοι κατά του παραδεκτού της άσκησης της ποινικής δίωξης. Πότε το χρέος είναι βεβαιωμένο και πότε αρχίζει το αξιόποινο της εν λόγω φορολογικής παράβασης. Απόρριψη λόγων για εσφαλμένη εφαρμογή και αρνητική υπέρβαση εξουσίας αλλά και για έλλειψη αιτιολογίας.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανώνυμη εταιρία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2464/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1278/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 695/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη με αριθμό 305/23-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003, την από 30-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της 1278/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 278/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων που τον καταδίκασε σε φυλάκιση επτά μηνών και χρηματική ποινή 500 ΕΥΡΩ για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (α. 79 Ν. 5960/1933), και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της δεν είναι "καταδικαστική", (ΑΠ 588/1997 ΠΧ! 1998. 140, Α.Π. 1041/2000, Α.Π. 595/2000). Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις και προϋποθέσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό: α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ.Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 30-3-2009 δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση και στρέφεται κατά της 1278/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 272/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων που τον καταδίκασε σε φυλάκιση επτά μηνών και χρηματική 500 ΕΥΡΩ για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Η αίτηση αυτή αναίρεσης που στρέφεται κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δεν είναι "καταδικαστική", δεν ασκήθηκε νομότυπα , αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Τρικάλων και σύνταξη σχετικής έκθεσης (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1993 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, : α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναίρεσης ως απαράδεκτη β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτή τα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ασκηθείσα την 30-3-2009 με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση-δήλωση αναίρεσης του Χ1 κατά της 1278/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 278/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων που τον καταδίκασε σε φυλάκιση επτά μηνών και χρηματική ποινή 500 ΕΥΡΩ για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (α. 79 Ν. 5960/1933) Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.-
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρο 473 παρ.2 εδ.α' ΚΠΔ "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ.2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.1..." και κατ'άρθρο 474 παρ.1 εδ.α' ιδίου Κώδικος "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ.2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Εκ των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται μόνο με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου ή στον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, ήτοι κατ'εξαίρεση η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που κατεδικάσθη όχι μόνο με δήλωση ενώπιον των αρμοδίων προσώπων που ορίζονται στη διάταξη του άνω άρθρου 474 παρ.1 ΚΠΔ, αλλά και με δήλωση αυτού (καταδικασθέντος), η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, με την αναγκαία προϋπόθεση ότι η απόφαση είναι καταδικαστική. Η απόφαση με την οποίαν απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλ'αντίθετα διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Περαιτέρω κατ'άρθρο 476 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται.... ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο..." και κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.α' ιδίου Κώδικος "Αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη". Στην προκειμένη περίπτωση δια της κρινομένης από 27-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, ασκηθείσης δια δηλώσεως επιδοθείσης εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προσβάλλεται η απόφαση, η υπ'αριθμ. 1278/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ'αριθμ. 272/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, ως ανυποστήρικτη.
Εν όψει όμως ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως ανεπιτρέπτως ησκήθη, δια δηλώσεως επιδοθείσης εις τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος και την μη εμφάνισή του, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ.1, 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-3-2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1278/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρ. 473 § 1 εδ. α' ΚΠΔ. Προθεσμία για άσκηση ενδίκων. 474 § 1 ΚΠΔ. 473 § 2 ΚΠΔ. Η αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται από τον καταδικασθέντα και με δήλωσή του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ή εκπρόθεσμη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική διότι το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης ασκούμενη με δήλωση στον εισαγγελέα του ΑΠ κατά αποφάσεως πού απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη (άρθρ. 476 §1, 513 ΚΠΔ) -.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2463/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο Συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 839/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1031/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 252/22-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με αριθμ. 1/6-4-2009 αίτηση αναίρεσης του ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ...κατά της με αριθμ. 839/18-3-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών & έξι (6) μηνών για αγορά & κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής και εκθέτω τα παρακάτω:
Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη "Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο" κατά δε την δεύτερη "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί..και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο....."προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης, πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260).
Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι σαφείς. Και σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 295/2001 Π.Χ ΝΑ 975, ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου τον οποίο να επικαλείται ο κατηγορούμενος και ο οποίος πλέον της αναφοράς του ότι ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 839/18-3-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι δεν "δεν εξετιμήθησαν από το Δικαστήριο λόγοι, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η ανωτέρω ποινή και ζητάει την επανεξέταση της υπόθεσης" (βλ. την υπ' αρ. 1/09 έκθεση αναίρεσης), δεν εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες περί την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης βάσει των οποίων να είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (αρ.476§1-583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- ΠΡΟΤΕΙΝΩ (Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 1/6-4-2009 αίτηση αναίρεσης του ... και ήδη κρατουμένου στις φυλακές ....κατά της με αριθμ. 839/18-3-2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και έξη (6) μηνών για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής.
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης αναίρεσης στην παραπάνω.
Αθήνα την 22/7/09
Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Π. Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ. 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου κώδικα. Σαφείς και ορισμένοι είναι οι λόγοι αναίρεσης όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ασαφείς, ανύπαρκτοι, αόριστοι λόγοι, μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 839/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και έξι μηνών για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Από τη συνταγείσα για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του Διευθυντή της κλειστής φυλακής ..., υπ' αριθμ. 1/2009 σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ο κρατούμενος στη φυλακή αυτή αναιρεσείων, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης για το λόγο ότι "δεν εξετιμήθηκαν από το δικαστήριο οι λόγοι με αποτέλεσμα να του επιβληθεί η ανωτέρω ποινή και ζητεί την επανεξέταση της υπόθεσης", χωρίς να εκθέτει συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις, πλημμέλειες ή ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2009 αίτηση του..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 839/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ναρκωτικά. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, διότι δεν περιέχει κανένα απολύτως σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης (άρθρα 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ) -.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2462/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια, και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμοπούλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 14455/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 820/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 240/8-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την 14455/18-2-2009 απόφαση, απέρριψε αντιρρήσεις, που είχαν υποβληθεί, κατ'άρθρον 565 ΚΠΔ, από τον Χ1, κατά της εκτέλεσης της 891/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την διάταξη με την οποία είχε διαταχθεί η απέλασή του από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής, που επιβλήθηκε με την ίδια απόφαση (βλ. αποφάσεις).
ΙΙ. Στις 18-5-2009 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο δικηγόρος Παναγιώτης Σταματόπουλος και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου Χ1 ασκεί αναίρεση κατά της 14455/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όμως ενώ δήλωσε ότι ασκεί την αναίρεση ως πληρεξούσιος, δεν προσκόμισε, τον απαιτούμενο από τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1 και 465 παρ. 1 ΚΠΔ, πληρεξούσιο οποιουδήποτε τύπου, με το οποίο ο κατηγορούμενος τον εξουσιοδότησε για την άσκηση αναίρεσης (βλ. την συνταχθείσα 43/18-5-2009 έκθεση αναίρεσης και τα συνημμένα σ'αυτή έγγραφα). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δικηγόρος Παναγιώτης Σταματόπουλος, είχε εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πλην όμως δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα, άσκησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 2 ΚΠΔ, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η αναίρεση, δεν είναι καταδικαστική.
ΙΙΙ. Πρέπει συνεπώς η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη αφού ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της και παράλληλα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ. 1, 485 παρ. 1, 583 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
Ι. Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 43/18-5-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Σταματόπουλο, για λογαριασμό του Χ1, κατά της 14455/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα 22 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 465 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης, που παρέχεται σ' εκείνον, ο οποίος καταδικάσθηκε, μπορεί ν' ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο, που είχε παραστεί κατά την συζήτηση, κατά δε τα άρθρα 42 παρ. 2 εδ. β', 96 παρ. 2, 151, 465 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ο διάδικος μπορεί ν' ασκήσει το ένδικο μέσο, που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο, που έχει, προς τούτο, εντολή, η δε σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση, ή επικυρωμένο αντίγραφό της, προσαρτάται στην έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου και πρέπει να φέρει την υπογραφή ή σφραγίδα του αρμοδίου γραμματέως, εφόσον η εξουσιοδότηση αυτή δεν μνημονεύεται στην ανωτέρω έκθεση. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, αφενός μεν, για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης αναίρεσης από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, που παραστάθηκε στην συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, πρέπει η τελευταία να είναι καταδικαστική για τον κατηγορούμενο, αφετέρου δε, όταν το ένδικο μέσο ασκείται, κατόπιν εντολής του διαδίκου, με αντιπρόσωπο, ή περί τούτου έγγραφη εξουσιοδότηση πρέπει ν' αναφέρεται στην έκθεση άσκησης του εν λόγω μέσου και όταν τούτο δεν συντρέχει η προσαρτώμενη εξουσιοδότηση πρέπει να φέρει την υπογραφή ή την σφραγίδα του γραμματέα, ενώπιον του οποίου συντάχθηκε η οικεία έκθεση, διότι, διαφορετικά, το ένδικο μέσο, ως απαράδεκτο, τυγχάνει απορριπτέο (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την 14455/2009 απόφαση, απέρριψε αντιρρήσεις, που είχαν υποβληθεί, κατ' άρθρο 565 του ΚΠΔ, από τον Χ1, κατά της εκτέλεσης της 891/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την διάταξη με την οποία είχε διαταχθεί η απέλαση του από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής, που του επιβλήθηκε με την ίδια απόφαση. Στις 18/5/2009 εμφανίσθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Πλημ/κείου Αθηνών ο δικηγόρος Παναγιώτης Σταματόπουλος και δήλωσε ότι ως πληρεξούσιος του κατηγορουμένου Χ1 ασκεί αναίρεση κατά της 14455/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Όμως, ενώ δήλωσε ότι ασκεί την αναίρεση ως πληρεξούσιος, δεν προσκόμισε την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική πληρεξουσιότητα ή ειδική εντολή, με τις οποίες ο κατηγορούμενος τον εξουσιοδότησε για την άσκηση της αναιρέσεως. Η ιδιότητα του ως άνω δικηγόρου ως εκπροσώπου του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δεν του παρέχει το δικαίωμα να ασκήσει την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ.2 του ΚΠΔ, αφού η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η αναίρεση δεν είναι καταδικαστική. Επομένως, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18/5/2009/αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτης Σταματόπουλο, για λογαριασμό του Χ1 κατά της 14455/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης από τον δικηγόρο που παρέστη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο χωρίς εξουσιοδότηση. Απαράδεκτη η αίτηση, διότι η απόφαση δεν ήταν καταδικαστική.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 2461/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πάλλη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Σάμου).
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2009 (αριθμ. πρωτ. 768/27.03.2009) αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 478/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 174/12.05.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 § 1 περ. 2, 527 § 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, την από 26/3/2009 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., με την οποία αυτή ζητάει, την επανάληψη προς το συμφέρον της, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 33/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθησαν, νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγούμενως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι, οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους, ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ'αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφομένη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτατη διαδικασία (ΑΠ 1207/08, ΑΠ 1126/08, ΑΠ 476/2005, ΑΠ 1717/2002).
Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου είναι αμετάκλητη, δεδομένου ότι η ασκηθείσα κατ'αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την με αριθμό 105/2006 απόφαση του Δικαστηρίου Σας. Με την απόφαση αυτή του Εφετείου Αιγαίου, η αιτούσα καταδικάσθηκε για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη που συνίσταται στο ότι κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως και Φεβρουάριο του έτους 1997, στο ..., όντας υπάλληλος στην οποία είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, όντας διαχειρίστρια της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) ..., ιδιοποιήθηκε παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 5.036.518 δραχμών, προερχόμενο από τα υπ'αριθμ. 320/96 και 114/97 χρηματικά εντάλματα της Υπηρεσίας Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) ..., το οποίο (ποσό ) έλαβε λόγω της ως άνω ιδιότητάς της και δεν το απέδωσε, όπως όφειλε, στη ΔΟΥ ..., αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στη περιουσία της χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο.
Το δικαστήριο στην καταδικαστική για την αιτούσα κρίση του, κατέληξε, βασισθέν στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ... και ..., καθώς και στα έγγραφα που μνημονεύονται στο σκεπτικό της αποφάσεως. Η αιτούσα διατείνεται ότι ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξε, ουδέν ποσόν υπεξήρεσε και ότι δεν προκύπτει με σαφήνεια το πότε προέκυψε το έλλειμα καθόσον δεν έγινε παράδοση και παραλαβή της διαχείρησης όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της το έτος 1994 και ως νέο γεγονός και απόδειξη για την ευδοκίμηση της αιτήσεώς της, προσκομίζει το πόρισμα της διενεργηθείσης συμπληρωματικής έρευνας, με αριθμό ΕΜΠ ..., της οικονομικής επιθεωρήτριας ... Σύμφωνα μ'αυτό τα χρηματικά ποσά των 3.689.482 του με αριθμό 320/1996 εντάλματος και των 1.347.036 δρχ. του με αριθμό 114/1997 εντάλματος, που αφορούσαν επιστροφές φόρων και τελών το πρώτο και πληρωμή εκλογικής αποζημίωσης των δικαστικών αντιπροσώπων το δεύτερο πληρώθηκαν στους δικαιούχους τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 1996 αντίστοιχα. 'Όμως σε άλλη χρονική στιγμή στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου εμφανίσθηκε ισόποσο έλλειμμα για το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού" ευθύνεται ο υπόλογος που ήταν η αιτούσα την επανάληψη της διαδικασίας (βλ. σχετικό πόρισμα).
Από τ'ανωτέρω εκτεθέντα, συνάγεται ότι τα διαλαμβανόμενα στο πόρισμα αυτό, ως νέα γεγονότα, είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο δικαιολογούντα την αιτουμένη επανάληψη της διαδικασίας, αφού καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι η αιτούσα δεν υπεξήρεσε τα χρηματικά ποσά των δύο αυτών ενταλμάτων όπως δέχθηκε η πιο πάνω απόφαση, δεδομένου ότι αυτά είχαν ήδη καταβληθεί στους δικαιούχους από του έτους 1996. Βέβαια από τον έλεγχο των αποτελεσμάτων της διαχείρισης της αιτούσας διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελλείμματος, αυτό όμως ενόψει των συμπερασμάτων της συμπληρωματικής έρευνας, δεν αφορά τα χρηματικά ποσά των ενταλμάτων τα οποία κατηγορήθηκε ότι υπεξήρεσε. Αποδόθηκε δε σ'αυτήν πειθαρχικά ή πρόκληση του ελλείμματος για το λόγο ότι αυτή ήταν εκ του νόμου υπόλογος όταν ανακαλύφθηκε αυτό, χωρίς να δύναται να βεβαιωθεί πότε δημιουργήθηκε και ποιών χρηματικών ενταλμάτων έγινε η ιδιοποίηση, αφού όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν εγένετο παράδοση και παραλαβή όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της (βλ. το από 18-11-2002 πρακτικό συνεδρίασης του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει κατ'ουσίαν δεκτή, να ακυρωθεί η με αριθμό 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της αιτούσας για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τα άρθρα 111-113 ΠΚ και 370 Β Κ.Π.Δ., δεδομένου ότι από την τέλεση, της σε βαθμό πλημμελήματος τιμωρουμένης αυτής πράξεως παρήλθε 8ετία και πλέον.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
1) Να γίνει δεκτή η από 26/3/2009 αίτηση της Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 33/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου,
2) Να ακυρωθεί η απόφαση αυτή και
3) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της ανωτέρω για υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στο ... τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1997.
Αθήνα 2 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας και έπειτα αποχώρησαν,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που διέπραξε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξ άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η υπ' αριθμ. 768/27/3/2009 αίτηση της Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 33/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (που δίκασε στην μεταβατική έδρα Σάμου), που κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 105/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η αιτούσα είχε καταδικασθεί για το αδίκημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σε ποινή φυλάκισης δύο(2), η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία η αιτούσα επικαλείται ως νέες αποδείξεις την υπ' αριθμ. πρωτ. ... συμπληρωματική έρευνα της οικονομικής επιθεωρήτριας ..., της Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης ..., του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, και την 158/2002 αθωωτική απόφαση του Β' Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, και ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον της, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. 2 του ΚΠΔ, διότι αποκαλύφθηκαν νέες άγνωστες στους δικαστές που την δίκασαν αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει η αθωότητα της, νομίμως κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και παραδεκτά εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο), είναι δε παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί και ουσιαστικά. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το διατακτικό της παραπάνω απόφασης η αιτούσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι " κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και Φεβρουάριο του έτους 1997, στο ..., όντας υπάλληλος στην οποία είχε ανατεθεί νόμιμα η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που έλαβε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, όντας διαχειρίστρια της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) ..., ιδιοποιήθηκε παράνομα το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 5.036.518 δραχμών, προερχόμενο από τα υπ' αριθμ. 320/1996 και 114/1997 χρηματικά εντάλματα της Υπηρεσίας Δημοσίου Ελέγχου (ΥΔΕ) ..., το οποίο (ποσό) έλαβε λόγω της ως άνω ιδιότητας της και δεν το απέδωσε, όπως όφειλε, στη ΔΟΥ ..., αλλά το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε στην περιουσία της χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο". Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της ως άνω 33/2004 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων στο ακροατήριο αυτού ήταν και 1) η υπ' αριθμ. ... πορισματική έκθεση του Οικονομικού Επιθεωρητή ..., της Οικονομικής Επιθεώρησης Βορείου Αιγαίου του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε έλλειμμα μετρητών στη διαχείριση της ΔΟΥ ... στην οποία ήταν διαχειρίστρια η αιτούσα συνολικού ποσού 5.036.518 δραχμών (και συγκεκριμένα ποσού 3.689.482 δρχ. τον Ιανουάριο 1997 και ποσού 1.347.036 δρχ. τον Φεβρουάριο 1997), και 2) Πρακτικό συνεδρίασης του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομικών της 18/11/2002. Στην προσκομιζόμενη με επίκληση από 24/10/2008 νέα συμπληρωματική έκθεση της Οικονομικής Επιθεωρήτριας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ..., που διενεργήθηκε κατόπιν αιτήσεως της ως άνω καταδικασθείσας και φέρεται από αυτήν ως "νέο στοιχείο-απόδειξη", αναφέρεται ότι "τα ποσά που αντιστοιχούν στα επίδικα χρηματικά εντάλματα 320/1996, ποσού 3.689.482 δρχ. και 114/1997, ποσού 1.347.036 δρχ., έχουν καταβληθεί στους δικαιούχους αυτών, με την δημιουργία αντίστοιχων αντιτίμων. Όμως σε άλλη χρονική στιγμή στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου εμφανίστηκε ισόποσο έλλειμμα. Το χρονικό διάστημα που δημιουργήθηκε το έλλειμμα αυτό διαχειρίστρια-υπόλογος της ΔΟΥ ήταν η Χ, στην οποία καταλογίστηκε το πιο πάνω έλλειμμα της διαχείρισης, επειδή ήταν υπόλογος το χρονικό διάστημα που δημιουργήθηκε". Η ως άνω νέα συμπληρωματική έκθεση είναι "νέο στοιχείο", κατά την έννοια της αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 525 του ΚΠΔ, που ήταν άγνωστο στους δικαστές του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, αλλά κατά το περιεχόμενο της, είτε μόνη είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα καταδικάστηκε άδικα για το έγκλημα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού η συμπληρωματική αυτή έκθεση δεν κρίνεται πειστική, διότι δεν είναι αναλυτική ούτε αιτιολογημένη, όπως η πολυσέλιδη, αναλυτική και αιτιολογημένη έκθεση του έτους 2000 του Επιθεωρητή ... που προσκομίσθηκε, αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά απεναντίας είναι ασαφής, αόριστη και αναιτιολόγητη, αφού, ενώ αναφέρει, και μάλιστα χωρίς να προσδιορίζει χρονικά, ότι τα ποσά που αντιστοιχούν στα δύο χρηματικά εντάλματα έχουν καταβληθεί στους δικαιούχους αυτών, υπονοούσα ότι δεν υπεξαιρέθηκαν από την ως άνω υπάλληλο (στην οποία όμως και αυτή καταλογίζει ισόποσο έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δημοσίου, αλλά σε άλλη χρονική στιγμή), δεν διευκρινίζει με ποια στοιχεία κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προαναφερθείσα έκθεση του Επιθεωρητή ... Περαιτέρω, αναφορικά με την 158/2002 αθωωτική απόφαση του Β' Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται ως "νέα απόδειξη" και σύμφωνα με την οποία "κηρύχθηκε αθώα από πειθαρχικής πλευράς των αποδοθέντων σ' αυτήν πειθαρχικών παραπτωμάτων της παράβασης καθήκοντος, της χαρακτηριστικώς ανάξιας διαγωγής εντός της υπηρεσίας και της αμέλειας και ατελούς εκπλήρωσης του καθήκοντος", από τα πρακτικά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αιγαίου προκύπτει ότι η αθωωτική αυτή απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου αναγνώσθηκε, στο ακροατήριο του δικαστηρίου, μεταξύ των λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων, απετέλεσε αντικείμενο ελέγχου και αξιολογήθηκε από αυτό, ενώ και η ίδια η αιτούσα, απολογουμένη ενώπιον του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του, κατέστησε γνωστό σ' αυτό ότι πέρασε πειθαρχικό και αθωώθηκε. Ως εκ τούτου δεν πρόκειται για "νέο γεγονός ή απόδειξη", άγνωστο στους δικάσαντες δικαστές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο επικαλούμενος λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, είναι αβάσιμος, και η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 768/27/3/2009 αίτηση της Χ περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 33/2004 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου(Μεταβατική έδρα Σάμου). Και Επιβάλλει στην αιτούσα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. "Νέα γεγονότα ή αποδείξεις". Υπεξαίρεση στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2460/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γκότζη, περί αναιρέσεως της 512/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα την ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζαρκαδούλα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 773/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 473 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία της αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης, όταν αυτός καταδικάστηκε παρών και η αναίρεση ασκείται με επίδοση της περί αυτής δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Κατά γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεστεί στην αίτηση αναιρέσεως, λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκηση της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ., ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, παραδεκτά επισκοπούμενα, κατά την έρευνα του παραδεκτού της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 512/2009 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε δεύτερο βαθμό και με την παρουσία της, για την αξιόποινη πράξη της απάτης, σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η καταδικαστική αυτή απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, όπως προκύπτει από τη συνημμένη σ' αυτή υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα, την 8/4/2009. Εξ άλλου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, με επίδοση της περί αυτής δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 7/5/2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της εικοσαήμερης προθεσμίας που ορίζεται στο νόμο, χωρίς να εκτίθεται στη σχετική έκθεση κάποιος λόγος δικαιολογητικός της καθυστέρησης. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος. (άρθρα 176 και 183 του Κ. Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/4/2009 αίτηση της ...για αναίρεση της υπ' αριθμ. 512/2009 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 7/5/2009.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απάτη. Απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη η αίτηση αναιρέσεως, διότι ασκήθηκε με επίδοση της περί αυτής δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μετά το εικοσαήμερο από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, χωρίς να εκτίθεται στην σχετική έκθεση λόγος δικαιολογητικός της καθυστέρησης (άρθρα 473 παρ. 1,2,3 και 476 παρ.1 του ΚΠΔ) -.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
Αριθμός 2456/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αποστολόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 847/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ίδιου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 847/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, δικάσαντος κατ'έφεση, τούτο, μετ' αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων και δή "την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως που εξετάστηκε στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του παρόντος κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία", εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι υπηρετούσαν στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλειας του Ε/Γ - Ο/Γ πλοίου B... S... II, το οποίο διενεργούσε πλόες στην ακτοπλοϊκή γραμμή ...- ... Στις 5.6.2002 και περί ώρα 13.00' ενώ διενεργούσαν έλεγχο σε φορτηγό - νταλίκα που είχε επιβιβασθεί στο ανωτέρω πλοίο που θα απέπλεε μετ' ολίγον για Ιταλία, διαπίστωσαν ότι εντός αυτού είχε κρυφτεί ο τριαντάχρονος Κούρδος, λαθρομετανάστης ..., ο οποίος επεδίωκε να εξέλθει της χώρας χωρίς να υποβληθεί στο νόμιμο έλεγχο και ενώ εστερείτο νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Αμέσως μετά την ανακάλυψη του ανωτέρω λαθρομετανάστη οι κατηγορούμενοι συνεπικουρούμενοι από το Γερμανό οδηγό της νταλίκας επιτέθηκαν απρόκλητα κατ' αυτού και άρχισαν να του καταφέρουν κτυπήματα με τα χέρια και τα πόδια στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος του, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν τρία (3) κατάγματα αριστερών πλευρών μετά συνοδού πνευμονοθώρακος και μώλωπες τριχωτού κεφαλής και κάτω γνάθου (βλ. την από 21-1-2003 ιατροδικαστική έκθεση και το από 11-6-2002 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Ρίου Πατρών). Τα μέσα δε με τα οποία επηνέχθησαν τα κτυπήματα (χέρια και πόδια) και τα ευαίσθητα μέρη του σώματος (και το κεφάλι) του παθόντος που επλήγησαν, θα μπορούσαν να προκαλέσουν κίνδυνο για τη ζωή. Ενόψει τούτων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού". Μετά ταύτα εκήρυξε τους παρόντα κατηγορούμενο Χ1 (εδώ αναιρεσείοντα) και απόντα, αλλ' εκπροσωπούμενο Χ2 ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι: "Στην ... στις 5-6-2002 και περί ώρα 13.00' προκάλεσαν από κοινού σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας άλλου κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του και συγκεκριμένα στο χώρο του Λιμένος ..., κατά την παραπάνω ημερομηνία, ως υπάλληλοι της εταιρείας B... S... FERRIES, στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλειας του πλοίου B... S... II ξυλοκόπησαν ανηλεώς σε όλο του το σώμα (μαζί με έναν άγνωστο αλλοδαπό οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου του οποίου τα στοιχεία δεν κατορθώθηκε να διακριβωθούν κατά την προανάκριση, τον τριαντάχρονο Κούρδο λαθρομετανάστη επ' ονόματι ..., όταν εκείνο επιχείρησε να περάσει στην Ιταλία μέσα σε φορτηγό-νταλίκα που είχε επιβιβαστεί στο παραπάνω πλοίο, λίγο πριν την αναχώρηση του για την Ιταλία, με αποτέλεσμα να διακομιστεί στο νοσοκομείο με τρία κατάγματα αριστερών πλευρών, πνευμονοθώρακος και μώλωπες τριχωτού κεφαλής και κάτω γνάθου ως εκ του τρόπου δε που προκλήθηκαν οι παραπάνω σωματικές κακώσεις (βάναυσος ξυλοδαρμός, αδιακρίτως σε όλα τα σημεία του σώματος του, χωρίς συναίσθηση του απαιτούμενου μέτρου) θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του οι δε κατηγορούμενοι θέλησαν να προξενήσουν σε αυτόν τις παραπάνω σωματικές κακώσεις και βεβαίως προέβλεπαν τα πραγματικά περιστατικά της ενέργειας τους και τη σημασία τους και ακόμα τελούσαν σε γνώση των περιστάσεων από τις οποίες προέκυπτε αντικειμενικά κίνδυνος για τη ζωή του εφ' όσον κάθε λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι η από περισσότερους του ενός επίθεση σε ένα ανυπεράσπιστο, άτομο με τον παραπάνω τρόπο, θα μπορούσε να επιφέρει κίνδυνο για τη ζωή του". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την απαιτουμένη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, τις αποδείξεις κατ' είδος και λεπτομερώς, από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 45, 307 - 308 παρ. Ια Π.Κ. Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψη του και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβαθμίου δίκης ως και την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, μεταξύ των οποίων και την ιατροδικαστική έκθεση, αφού ουδέν των εγγράφων αυτών εξήρεσε, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά του συγκεκριμένου στοιχείου που οδήγησε στο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ των άνω πλημμελειών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ' ό μέρος δε υπό την επίκληση του άνω λόγου προβάλλεται η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως. Κατ' ακολουθίαν αυτών η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 847/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για επικίνδυνη σωματική βλάβη πρέπει η σωματική βλάβη να μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη και αιτιολογείται η μία ή η άλλη περίπτωση. Όχι εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων από την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2455/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7970/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 866/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 304/23-9-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι.- Εισάγω στο Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως το τελευταίο αντ. από το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 3160/2003 , την από 12-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 , που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργ. Α. Μαραγκό κάτοικο Αθηνών ( ... ) κατά της 7970/2009 απόφασης του ΣΤ! Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη ) η έφεσή του κατά της 27223/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον καταδίκασε σε φυλάκιση δέκα μηνών για παραβίαση της υποχρεώσεως για διατροφή, και εκθέτω τα ακόλουθα :
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί, από εκείνον που κρίθηκε ένοχος, και με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επιδίδεται μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξη της προθεσμίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της δεν είναι "καταδικαστική", (ΑΠ 588/1997 ΠΧ! 1998. 140, ΑΠ 1041/2000, ΑΠ 595/2000). Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλ. χωρίς τις αμέσως παραπάνω νόμιμες διατυπώσεις και προϋποθέσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ίδιου Κώδικα, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, ενώ ταυτόχρονα αυτό : α) διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και β) καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα σχετικά δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την από 12-3-2009 δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και στρέφεται κατά της 7970/2009 απόφασης του ΣΤ! Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη ) η έφεσή του κατά της 27223/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον καταδίκασε σε φυλάκιση δέκα μηνών για παραβίαση της υποχρεώσεως για διατροφή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης που στρέφεται κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, που δεν είναι "καταδικαστική", δεν ασκήθηκε νομότυπα , αφού έπρεπε να ασκηθεί με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και σύνταξη σχετικής έκθεσης (αρθρ. 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1993 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης : α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναίρεσης ως απαράδεκτη β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλλει σ' αυτή τα σχετικά δικαστικά έξοδα. Εντελώς επικουρικά πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η παραπάνω δήλωση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι : α) αυτή ασκήθηκε και υπογράφεται από τον δικηγόρο Γ. Μαραγκό χωρίς να προσκομίσει ειδικό πληρεξούσιο ή ειδική εντολή (άρθρα 96 και 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), β) η ιδιότητα αυτού ως εκπροσώπου του κατηγορουμένου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν του δίδει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση επειδή η απόφαση που εκδόθηκε δεν είναι καταδικαστική ( Α.Π. 133/2002 Πράξη και Λόγος 2002.46, Α.Π 350/2001 ΠΧ! 2001.1085).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-3-2009 αίτηση - δήλωση αναίρεσης με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του Χ1, που ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργ. Α. Μαραγκό κάτοικο Αθηνών ( ... ) κατά της 7970/2009 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη ) η έφεσή του κατά της 27223/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που τον καταδίκασε σε φυλάκιση δέκα μηνών για παραβίαση της υποχρεώσεως για διατροφή. Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και Γ) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.- Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ.2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική απόφαση νοείται μόνον εκείνη η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο και επιβάλλει σ' αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, δεν είναι καταδικαστική. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 7970/2009 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση του Χ1 κατά της υπ' αριθμ. 27223/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών για παραβίαση της υποχρεώσεως για διατροφή. Εναντίον της ως άνω 7970/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ο ανωτέρω καταδικασθείς άσκησε την υπό κρίση αναίρεση με δήλωση την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ.2 του ΚΠΔ). Η αίτηση όμως αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί νομότυπα, γιατί η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική με την παραπάνω έννοια.
Συνεπώς, η υπό κρίση αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος(άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/3/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7970/2009 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απόφαση που απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την έφεση δεν είναι καταδικαστική και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν είναι νομότυπη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ) -.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2453/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 547/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 225/24-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
I) Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την υπ'αριθμ. 51/2009 απόφασή του -η οποία εκδόθηκε- δημοσιεύτηκε με την παρουσία του πληρεξουσίου του τότε αιτούντος και εδώ αναιρεσείοντος και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. στις 6-9-2009 -απέρριψε αίτηση του Χ1 περί μετατροπής ποινής καθείρξεως πέντε ετών σε χρηματική ποινή (και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας), την οποία είχε υποβάλλει κατά το άρθρο 16 § § 1-3 του νόμου 3727/2008 (διότι δέχθηκε ότι δεν χωρεί τέτοια μετατροπή, η οποία επιτρέπεται μόνο προκειμένου περί ποινής φυλακίσεως). Κατά της άνω απόφασης ο τότε αιτών άσκησε ο ίδιος την από 26-3-2009 αίτηση αναίρεσης η οποία επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 26-3-2009, για τους εκεί αναφερομένους λόγους.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 § 2 Κ.Ποιν.Δ. "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση .......και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 ....." -(σε συνδυασμό με την § 3 του αυτού άρθρου). Κατά τη σαφή διατύπωση της άνω § 2 συνάγεται ότι αυτή αναφέρεται, και επομένως περιλαμβάνει, μόνο τις καταδικαστικές αποφάσεις (βλ. και ΑΠ 235/2006, ΑΠ 2062/2003, ΑΠ 1505/2000 κ.α.). Ως καταδικαστική νοείται μόνον εκείνη η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο και επιβάλλει σ'αυτόν στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή (βλ. ΑΠ 2378/2005, ΑΠ 5/2000 ολ, ΑΠ 329/2000, ΑΠ 295/2001, ΑΠ 51/2003 κ.α.). Έτσι δεν είναι καταδικαστική η απόφαση που απορρίπτει αίτηση περί μετατροπής της ποινής στερητικής της ελευθερίας κατ'εφαρμογή του άρθρου 16 ν.3727/2008, ΦΕΚ 257Α/18-12-2008, αφού δεν έχει τα άνω χαρακτηριστικά. Έτσι, η υπό κρίση αναίρεση, και ανεξάρτητα της έρευνας εάν η προσβαλλομένη απόφαση υπόκειται ή όχι σε αναίρεση από αυτόν του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση (ζήτημα που ερευνάται εάν έχει ήδη γίνει δεκτόν ότι ασκήθηκε νομότυπα, ήτοι σύμφωνα με τις διατυπώσεις του νόμου), η υπό κρίση αναίρεση δεν έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις διατυπώσεις που απαιτεί ο νόμος (άρθρα 473 § § 1,2 , 474 § 1 Κ.Π.Δ). 'Ετσι είναι απαράδεκτη (476 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 26-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της υπ'αριθμ. 51/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 2 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 509 παρ. 1 του ΚΠΔ και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 του ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 τα ένδικα μέσα ασκούνται με δήλωση στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη. Κατ' εξαίρεση, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου κώδικαr μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι καταδικαστική. Ως καταδικαστική νοείται μόνον εκείνη η οποία κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο και επιβάλλει σ'αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή χρηματική ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 51/2009 απόφαση του απέρριψε την από 28/1/2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1 περί μετατροπής ποινής καθείρξεως πέντε (5) ετών σε χρηματική ποινή και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας (επιβληθείσα σ'αυτόν με την 94/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), την οποία αίτηση είχε υποβάλλει κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 3 του Ν. 3727/2008 (διότι δέχθηκε ότι δεν χωρεί τέτοια μετατροπή, η οποία επιτρέπεται μόνο προκειμένου περί ποινής φυλακίσεως). Εναντίον της ως άνω 51/2009 αποφάσεως ο ανωτέρω Χ1 άσκησε την υπό κρίση αναίρεση με δήλωση την οποία επέδωσε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 2 του ΚΠΔ). Η αίτηση όμως αναίρεσης δεν έχει ασκηθεί νομότυπα, γιατί η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική με την παραπάνω έννοια.
Συνεπώς, η υπό κρίση αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19/3/2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση με δήλωση που επεδόθη στον Εισαγγελέα του ΑΠ (473 § 2 ΚΠΔ). Απαράδεκτη διότι η απόφαση δεν ήταν καταδικαστική.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2444/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της 160/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βεροίας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βεροίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Άλλως ιδρύεται ο άνω αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, διότι η επιλεκτική αναφορά στην απόφαση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων κατά το είδος των, από την οποία δημιουργείται όμως αμφιβολία για το εάν ελήφθησαν υπ' όψη και τα λοιπά τοιαύτα, τα οποία ελλιπώς κατά κατηγορίαν αναφέρονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βεροίας με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 160/2009 απόφασή του κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για παράβαση του άρθρου 71 §§ 3-1 Ν. 998/1979, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και χρηματική ποινή 2000 €, την οποίαν ανέστειλεν επί τριετίαν. Για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση το άνω δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του, όπως κατά λέξη αναφέρει εν αρχή του σκεπτικό "... τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τους μάρτυρες κατηγορίας που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως". Δεν αναφέρει όμως πουθενά στην απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βεροίας ότι έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ...και ..., οι οποίοι (προκύπτει ότι) εξητάσθησαν στο ακροατήριο, ούτω δε καθίσταται αβέβαιο αν οι καταθέσεις αυτών ελήφθησαν υπόψη από το άνω δικαστήριο, αφού ούτε και εις τι σημείο του περιεχομένου του σκεπτικού της αποφάσεως μνημονεύονται. Εντεύθεν η προσβαλλομένη απόφαση, στερείται ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο σχετικός τρίτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ είναι βάσιμος και πρέπει, δεκτού γενομένου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Μετά ταύτα (πρέπει) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 160/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βεροίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται τι προέκυψε από το καθένα ούτε ποιο βαραίνει περισσότερο. Όταν η απόφαση αναφέρει μόνο μάρτυρες κατηγορίας, χωρίς να αναφέρει όμως και τους μάρτυρες υπεράσπισης οι οποίοι όπως προκύπτει από τα πρακτικά εξητάσθησαν, δηλαδή έχει αιτιολογία διότι δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο τους έλαβε υπ' όψη. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Μάρτυρες.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2443/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 151/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 230/26-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατ' άρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, μετά της σχετικής δικογραφίας την υπ' αρ. 7/19-1-2009 ημέρα Δευτέρα, αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε (1) κατ' ουσία η υπ' αρ. 265/2008 έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ' αρ. 1376/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία και μη, κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ (αρ. 13γ', στ', 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 79, 98, 216 παρ. 1-3β Π.Κ., ως ισχύουν) και (2) απορρίφθηκε το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης του ανωτέρω κατηγορουμένου στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως (βλ. συνημμένα φωτ/φα αποδεικτικά επίδοσης του προσβαλλομένου βουλεύματος στον κατηγορούμενο την 9/1/2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Δημ. Μαυρουδή την 14/1/2009 σύμφωνα με τα άρθρα 473, 474, 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή. Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται (α) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, (β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και (γ) απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβίασης του δικαιώματος σιωπής -άρνηση απάντησης- του κατηγορουμένου (άρθρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139, 171 παρ. 1, 273, 276, 484 παρ. 1α', β', δ' ΚΠΔ) - βλ. έκθεση αναίρεσης- -Επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.).
Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86782, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.) κλπ.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (ΑΠ 1/05, ΑΠ 159/03) πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.).
Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα. πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξες ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πώς ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια, ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 2464/05 Π.Χρ ΝΣΤ/626) και υιοθέτηση της πρότασης του παρ' αυτώ Εισαγγελέα, δέχθηκε μετά από εκτίμηση όλων, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επαρκώς προσδιορίζει κατ' είδος, τα εξής:
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 εδ. β' Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (με τη χρήση του εγγράφου από αυτόν να θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση) και αν ο υπαίτιος αυτής της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "αν διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ". Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, για τη στοιχειοθέτηση της ποινικής υπόστασης της πρώτης από τις τυποποιούμενες δύο αυτοτελείς μορφές του σωρευτικά μικτού εγκλήματος της πλαστογραφίας, δηλαδή της κατάρτισης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικά μεν η απαρχής σύνθεση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε (προέρχεται) από άλλον, με την απομίμηση της γραφής, υπογραφής ή άλλου διακριτικού στοιχείου, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και είναι αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (Α.Π. 1264/2005, Ποιν.Χρον. ΝΣΤ/2006, σελ. 227, Α.Π. 1753/2003, Ποιν.Χρον. ΝΔ/2004, σελ. 635, Α.Π. 217/2003, Ποιν.Χρον. ΝΓ/2003, σελ. 929, Α.Π. 184/2002 (σε Συμβούλιο), Ποιν.Χρον. ΝΒ/2002, σελ. 898). Η πλαστογραφία, με οποιαδήποτε μορφή ή διαβάθμισή της, είναι έγκλημα σκοπού (σκοπούμενου αποτελέσματος) και με αυτήν προσβάλλεται, στην κακουργηματική της μορφή, το έννομο αγαθό της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών κυρίως και όχι της περιουσίας, η δε αντικειμενική της υπόσταση στη διακεκριμένη (κακουργηματική) αυτή περίπτωση διαπλάσσεται ενόψει της διακινδυνεύσεως (απειλής) βλάβης της περιουσίας με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και όχι της επελεύσεως αυτής (Α.Π. 1034/2007, Ποιν.Χρον. ΝΖ/2007, σελ. 693).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. προκύπτει ότι ένα έγκλημα τελείται κατ' επάγγελμα, όταν προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος είτε από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης είτε από την υποδομή που αυτός έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, ενώ ένα έγκλημα τελείται κατά συνήθεια, όταν από την επανειλημμένη τέλεσή του προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος καταφάσκεται και σε περίπτωση κατά την οποία η αξιόποινη πράξη τελείται όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, καθώς πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς ν'απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες του δράστη (Α.Π. 1352/2000, Α.Π. 822/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ, σ. 134, Α.Π. 692/2000, Ποιν.Χρον. ΝΑ', σ. 47, Α.Π. 680/2000, Ποιν.Χρον. Να σ. 44). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 45 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης, προκύπτει ότι συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος που διαπράττεται με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη ή κατά την τέλεση της πράξης, ώστε καθένας τους θέλει και αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.Π. 2721/02 Ποιν.Χρον. ΝΓ-803, Α.Π. 544/02 Ποιν.Χρον. ΝΓ-35, Α.Π. 1362/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ-548, Α.Π. 692/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ-47). Συναυτουργία μπορεί να υπάρξει και σε ένα κατ' εξακολούθηση έγκλημα (άρθρο 98 παρ. 1 Π.Κ.), εφόσον έχει συναποφασισθεί η διάπραξή του από περισσότερους, οι οποίοι μοιράζονται μεταξύ τους την τέλεση των επί μέρους πράξεων (Νικ. Ανδρουλάκης Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος, Εκδ. Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 2004, σελ. 170).
Κατά το άρθρο 59 ΚΠΔ "όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται, ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη", κατά δε το άρθρο 171 παρ. 1γ του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Η ως άνω όμως ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 59 ΚΠΔ, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής όταν η κύρια υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας (Α.Π. 876/1998 Ποιν.Χρ. ΜΘ/461 επ., Α.Π. 1616/98 Ποιν.Χρον. ΜΖ/874, Α.Π. 698/1987 Ποιν.Χρον. ΛΖ'/615, Α.Π. 117/1986, Ποιν.Χρον. ΛΣΤ/ 481, Α.Π. 1346/1979, Ποιν.Χρον. Ν/330 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών-ήδη αναιρεσείων ζητεί, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην έκθεση εφέσεως, να αναβληθεί κατ' άρθρο 59 η παρούσα ποινική δίκη μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της εκκρεμούσης προς εκδίκαση ενώπιον του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών Ποινικής υποθέσεως με κατηγορούμενους τον ίδιο και τους ΑΑ και ΒΒ, για πλαστογραφία με χρήση κατά συναυτουργία, η οποία αφορά την επιμέρους πράξη που φέρεται ότι τέλεσε με την κατάρτιση και χρήση της υπ' αριθμ. ... πλαστής επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., φερόμενης ως εκδοθείσας στην ..., την 30/1/2003, από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή της ίδιας, για την οποία (επιμέρους πράξη) κηρύχθηκε απαράδεκτη λόγω εκκρεμοδικίας η ασκηθείσα ποινική δίωξη, με σχετική διάταξη του εκκαλουμένου βουλεύματος. Το παραπάνω αίτημα του εκκαλούντα κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντα), είναι απορριπτέο, προδήλως ως αβάσιμο, διότι το αντικείμενο της ως άνω εκκρεμούσης ποινικής δίκης δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την παρούσα ποινική δίκη, καθόσον δεν θα κριθεί σε αυτή, ζήτημα που είναι απαραίτητο για την κρίση στην παρούσα υπόθεση.
Τέλος, ο εκκαλών-ήδη αναιρεσείων ζητεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Σας προκειμένου να παράσχει διασαφήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 ΚΠΔ. Το ανωτέρω αίτημα του εκκαλούντος-ήδη αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο πρέπει να απορριφθεί, αφού ήδη με τα προσκομισθέντα υπ' αυτού αποδεικτικά στοιχεία και το εκτενέστατο υπόμνημά του ανέπτυξε διεξοδικότατα τις απόψεις του για την βαρύνουσα αυτόν κατηγορία της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατά συναυτουργία.
Με αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό και με το σύνολο του ανακριτικού υλικού ουδεμία ανάγκη περαιτέρω διασαφήσεως υπ' αυτού ή του συνηγόρου του παρίσταται, αφού δεν υπάρχουν ασάφειες ή αοριστίες περί των υπό επίλυση νομικών ή πραγματικών ζητημάτων που να χρήζουν διασαφήσεως (βλ. Α.Π. 1625/1998 Ποιν.Δικ. 1999, σελ. 91, Α.Π. 187/1995 Ποιν.Χρον. ΜΕ σ. 472).
Στην κρινόμενη υπόθεση από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε τόσο κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση όσο και κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νομότυπα (βλ. το υπ' αριθμ. 28/2007 ένταλμα σύλληψης του Ανακριτή 13ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος της Α' κατηγορουμένης ΓΓ, την από 19/11/2007 έκθεση γνωστοποίησης του πέρατος της ανάκρισης στον Β' κατηγορούμενο (εκκαλούντα) και τον αντίκλητο δικηγόρο του, την από 12/11/2007 τυπική κλήση σχετικά με την αναφερόμενη σε αυτήν μερικότερη πράξη φερόμενη ως τελεσθείσα από τον εκκαλούντα και την από 21/11/2007 έκθεση γνωστοποίησης του πέρατος της ανάκρισης στον αντίκλητο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος) και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκτιμώμενες καθ'εαυτές και στο σύνολό τους, σε συνδυασμό με τα έγγραφα (συμπεριλαμβανομένου του εγγράφου υπομνήματος του εκκαλούντος και της εκθέσεως εφέσεως) και την απολογία του εκκαλούντα κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος), προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά:
Ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Ψ, νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ... εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία επίπλων και συναφών ειδών, στις 12/9/2002 ενημερώθηκε από το διευθυντή του καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ... ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν προσκομιστεί στο ως άνω κατάστημα δύο επιταγές για έλεγχο της γνησιότητάς τους. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 20/9/2002 και 22/10/2002, ποσού 6.221 και 7.221 ευρώ αντίστοιχα, εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", η πρώτη και "ΦΡΑΞΕ Κ.Τ.Ε.", η δεύτερη. Επιπροσθέτως την πρώτη από τις παραπάνω επιταγές φερόταν ότι η εταιρεία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", ως πρώτη οπισθογράφος, είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην ΔΔ, που είναι επιχειρηματίας οικοδομικών υλικών, εκείνη δε, φερόμενη ως δεύτερη οπισθογράφος, στον ΕΕ, ιδιοκτήτη ομοειδούς επιχείρησης. Οι ως άνω επιταγές, όπως κατήγγειλε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων, είναι εξ ολοκλήρου πλαστές, καθόσον φέρουν τον ίδιο αριθμό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε κάποιο από τα στελέχη των επιταγών που του είχαν χορηγηθεί από την Ε.Τ.Ε. Η περί πλαστότητάς τους διαπίστωση ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." όσο και από τις καταθέσεις των λοιπών, φερόμενων ως οπισθογράφων της πρώτης από τις προαναφερόμενες επιταγές, οι οποίοι επιβεβαιώνουν την πλαστότητα των υπογραφών και των σφραγίδων που έχουν τεθεί στη θέση των οπισθογράφων της ως άνω επιταγής. Επισημαίνεται ότι ο τελευταίος οπισθογράφος, ΕΕ, δεν ασχολείται με την εμπορία οικοδομικών υλικών αλλά διατηρεί κατάστημα εμπορίας ειδών γάμου και βάπτισης στην ..., στην αναγραφόμενη στη σχετική σφραγίδα διεύθυνση. Την ανωτέρω επιταγή παρέδωσε στον ΖΖ, νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στην ... εταιρείας με την επωνυμία "Ε-2 Ε.Ε.", άτομο το οποίο του συστήθηκε ως ΣΤ, για την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης ενός φορτωτή οικοδομικών υλικών, αγοραστής του οποίου φερόταν ο αδελφός του, τρίτος οπισθογράφος της επιταγής, ΕΕ. Όμως, ο αριθμός Δ.Α.Τ., που φέρεται ότι ανήκει στον ΣΤ και ο οποίος αναγράφεται στο εκδοθέν από την πωλήτρια εταιρεία Δελτίο Αποστολής, αντιστοιχεί σε Δ.Α.Τ. που είχε εκδοθεί επ'ονόματι του ΗΗ και το οποίο ήδη είχε αντικατασταθεί, ο δε κάτοχός του στην κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή διευκρινίζει ότι δεν έδωσε ποτέ σε οποιονδήποτε το ήδη αντικατασταθέν Δ.Α.Τ. ούτε γνωρίζει άτομο με στοιχεία "ΣΤ".
Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, κατά την οποία ο εγκαλών πληροφορήθηκε από τον διευθυντή του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ..., την έκδοση και κυκλοφορία των προαναφερθεισών επιταγών, του τηλεφώνησε ο ΘΘ και τον ενημέρωσε ότι ήταν κομιστής τεσσάρων (4) επιταγών, οι δύο από τις οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τον ίδιο τον εγκαλούντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", ενώ οι λοιπές φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί σε διαταγή της τελευταίας εταιρείας, η σφραγίδα της οποίας και η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της είχαν τεθεί στη θέση του Α' οπισθογράφου. Επρόκειτο συγκεκριμένα για: α) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσών 7.000 και 7.500 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί στην ..., από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." στις 30/10/2002 η πρώτη και στις 15/12/2002, η δεύτερη, σε διαταγή του ΚΚ, ο οποίος φερόταν ότι τις είχε υπογράψει και είχε θέσει τη σφραγίδα της επιχείρησης εμπορίας τροφίμων που διατηρούσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και β) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 6.500 και 18.000 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία με την επωνυμία "Ε-3 Ο.Ε.", στις 25/11/2002, η πρώτη και στις 30/1/2003, η δεύτερη, σε διαταγή της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία επίσης φερόταν ως πρώτη οπισθογράφος των επιταγών. Οι προαναφερθείσες επιταγές δεν αντιστοιχούν σε κάποια από τα στελέχη των επιταγών που είχαν χορηγηθεί από τις φερόμενες ως πληρώτριες τράπεζες στην εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και στην εταιρεία "Ε-3 Ο.Ε." και συνεπώς είναι πλαστές τόσο οι υπογραφές όσο και οι σφραγίδες που τέθηκαν στη θέση του εκδότη των ως άνω επιταγών. Τις ανωτέρω τέσσερις (4) επιταγές έλαβε στην κατοχή του ο ΘΘ, σε μερική εξόφληση οφειλής, συνολικού ύψους 146.735,14 ευρώ, που είχε προς αυτόν η φυγόδικη κατηγορούμενη ΓΓ (η οποία δεν άσκησε έφεση), όπως η οφειλή αυτή περιγράφεται στο από 26/7/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών. Επίσης, ο ανωτέρω εγκαλών στα πλαίσια της διενεργηθείσας αυτεπάγγελτης προανάκρισης (άρθρ. 243 παρ. 2, 3 ΚΠΔ) επισύναψε αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 11.000 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στη ..., στις 25-11-2002, από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια (φερόμενη) ως εκδότρια εταιρεία), δεύτερη την εταιρεία με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." και τρίτο οπισθογράφο τον ΛΛ. Την προαναφερόμενη επιταγή εμφάνισε προς πληρωμή στις 25-11-2002 ο ΜΜ, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανομοιότητας της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότη της με το τηρούμενο στην πληρώτρια Τράπεζα δείγμα υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", επιπροσθέτως δε διότι διαπιστώθηκε ότι το σώμα της ως άνω επιταγής δεν είχε χορηγηθεί από την πληρώτρια Τράπεζα στο δικαιούχο του λογαριασμού επί του οποίου αυτή (επιταγή) εσύρετο. 'Οπως κατέθεσε ο ΜΜ, η ΓΓ, την οποία αναγνώρισε με βεβαιότητα από προηγούμενες εμπορικές συναλλαγές που είχε μαζί της, του απέστειλε την ανωτέρω επιταγή ως προκαταβολή έναντι το συνολικού τιμήματος αγοράς μιας νταλίκας από την επιχείρηση που ο ίδιος διατηρεί, χωρίς να την έχει οπισθογραφήσει και η ίδια, με αποτέλεσμα τελευταίος οπισθογράφος της να εμφανίζεται ο ΛΛ. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η υπογραφή του ως τρίτου οπισθογράφου είναι πλαστή τον ισχυρισμό του δε αυτόν φαίνεται να αποδέχεται ως αληθή και ο ζημιωθείς ΜΜ, ο οποίος δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον του.
Περαιτέρω ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων κατά τη διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη προανάκριση επισύναψε φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 6.480 ευρώ, την οποία φερόταν ότι εξέδωσε στην ..., στις 30/11/2002, η εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) Χ, ο οποίος ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "Ε-4 και Σία Ο.Ε.", διαχειριστές της οποίας είναι ο ετεροθαλής αδελφός αυτού (εκκαλούντα-ήδη αναιρεσείοντα), ΞΞ και ο γιός του, ΠΠ, εκείνοι δε με τη σειρά τους την παρέδωσαν στο ΡΡ, σε εξόφληση οφειλής τους από εμπορική αιτία. Η προαναφερόμενη επιταγή εμφανίστηκε για πληρωμή στις 4-12-2002, χωρίς όμως να εισπραχθεί το ποσό της, καθόσον διαπιστώθηκε η πλαστότητά της.
Στα πλαίσια της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης οι ΠΠ και ΞΞ επισύναψαν, εκτός από το πρωτότυπο της ανωτέρω αναφερθείσας επιταγής, και άλλες δύο πλαστές επιταγές, τις οποίες είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην εταιρεία που εκπροσωπούν, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ και οι οποίες ομοίως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή λόγω της αποκάλυψης της πλαστότητάς τους. Συγκεκριμένα πρόκειται για: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 7.200 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 10/1/2003 από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος, ως Α' οπισθογράφος, φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 30/1/2003 από την ΣΣ, που ήταν ιδιοκτήτρια επιχείρησης εμπορίας πολύτιμων λίθων και κοσμημάτων, σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια και δεύτερο οπισθογράφο τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ. Ο τελευταίος αρνείται την τέλεση της πράξης της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που τον βαρύνει, επικαλούμενος στην απολογία του και επαναλαμβάνοντας, στη συνέχεια, ως λόγους προς ευδοκίμηση της κρινόμενης έφεσής του τα εξής επιχειρήματα: (α) ότι η συγκατηγορούμενή του ΓΓ είναι άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο και επομένως είναι αδύνατον να κατάρτισαν από κοινού τις διαλαμβανόμενες στην κατηγορία που του αποδίδεται, ως πλαστές επιταγές. Προς ενίσχυση του σχετικού ισχυρισμού του επικαλείται το γεγονός ότι δεν κατονομάζεται σε καμία μαρτυρική κατάθεση ως εμπλεκόμενος στην κατάρτιση και κυκλοφορία των επιταγών που κυκλοφόρησαν από την ως άνω συγκατηγορούμενή του. (β) Αν και αποδέχεται τη γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις με αριθμού ... και ... επιταγές με πληρώτρια την ΕΤΕ καθώς και στην με αριθμό ... επιταγή με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην κατάρτιση των πιο πάνω επιταγών, επικαλούμενος το γεγονός ότι οι κομιστές τους δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του προκειμένου να εισπράξουν τα αναγράφομενα σε αυτές χρηματικά ποσά. Ανεπέρειστοι όμως παρίστανται οι ανωτέρω λόγοι που συνθέτουν το πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του. Και τούτο διότι, αν και αποδέχεται την γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις ανωτέρω τρεις (3) αναφερόμενες επιταγές, στο μεν απολογητικό του υπόμνημα αποσιώπησε την αιτία, συνεπεία της οποίας αυτές περιήλθαν στην κατοχή του και δεν κατέθεσε κανένα παραστατικό έγγραφο σχετικά με αυτήν (αποδεικτικό συναλλαγής ή άλλο). Κατά την απολογία του δε ενώπιον του Ανακριτή αρνήθηκε να απαντήσει σε ευθεία ερώτηση του τελευταίου "που βρήκε τις τρεις αυτές επιταγές, δηλαδή ποιος του τις παρέδωσε", επικαλούμενος το δικαίωμα "άρνησης απάντησης" που εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 2 και 274 του Κ.Π.Δ., στην έκθεση εφέσεώς του, για να αιτιολογήσει την άρνησή του να απαντήσει. Η αιτιολόγηση της άρνησής του αυτής είναι μεν νομικά βάσιμη, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως όχι μόνο δεν εδραιώνει η στάση του αυτή τις αιτιάσεις του σχετικά με τη μη ανεύρεση, κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, τόσο του προσώπου σε διαταγή του οποίου φέρονται ότι εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενου ως οπισθογράφου αυτών, με στοιχεία "ΝΝ", όσο και της φερόμενης ως εκδότριας και πρώτης οπισθογράφου της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αλλ'ευθέως οδηγεί στην απίσχναση και κατάλυσή τους. Περαιτέρω το γεγονός ότι όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, πλην της τελευταίας (10ης στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος) φέρουν πλαστή σφραγίδα της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." (όπως και η υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., την 30/1/2003, από την ως άνω εταιρεία, σε διαταγή της ίδιας, για την επί μέρους πράξη πλαστογραφίας της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Χ, λόγω εκκρεμοδικίας, καθόσον για την ίδια πράξη έχει ήδη παραπεμφθεί ούτος να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση), αποτελεί το κοινό συνδετικό στοιχείο μεταξύ των ως άνω επιταγών, το οποίο αποτελεί και την αξιόπιστη αιτιακή συνθήκη για την εδραίωση της άποψης ότι από κοινού (κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο) ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ μαζί με την συγκατηγορούμενή του ΓΓ, η οποία δεν άσκησε έφεση, προέβησαν στην κατάρτιση των επίδικων επιταγών, ακολούθως δε ο καθένας τους διαδοχικά έκανε χρήση, θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία, προκειμένου να εξοφλήσουν οικονομικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ετεροθαλής αδελφός του ΞΞ και ο ανεψιός του ΠΠ δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του για τις τρεις πλαστές επιταγές που τους μεταβίβασε με οπισθογράφηση ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων (προφανώς λόγω της συγγενικής τους σχέσης), ουδόλως αμβλύνει την προδιαγραφόμενη ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία δεν μετριάζεται και πολύ περισσότερο δεν καταλύεται από το ποινικά ανεπίληπτο, όπως διατείνεται, παρελθόν του. Άλλωστε και οι δύο κατέθεσαν ότι έχουν υποστεί και μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από τις πράξεις του, μάλιστα δε ο ΠΠ ισχυρίζεται ότι "αυτόν προσωπικά τον έχει καταστρέψει οικονομικά αφού του έχει δώσει ακάλυπτες επιταγές δεκάδων χιλιάδων ευρώ για εμπορεύματα που του έδωσε" (βλ. την από 11/10/2007 κατάθεσή του στον Ανακριτή).
Εξάλλου, από την ανωτέρω περιγραφόμενη εξακολουθητική εγκληματική συμπεριφορά του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν στο πρόσωπό του οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 216 παρ. 3 εδάφ. β' Π.Κ., που προσδίδουν στο έγκλημα της πλαστογραφίας κακουργηματική μορφή. Ειδικότερα επέδειξε οργανωμένη και επανειλημμένη εγκληματική δράση, την οποία σχεδίασε επιμελώς (με την προαναφερθείσα συγκατηγορουμένη του), χρησιμοποιώντας για την κατάρτιση των ως άνω επιταγών που διαλαμβάνονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος πλαστές σφραγίδες διαφόρων επιχειρηματιών, εν αγνοία των τελευταίων, έχοντας την βεβαιότητα ότι τα πρόσωπα στα οποία τις μεταβίβαζαν, προερχόμενα συνήθως από το φιλικό και συγγενικό τους περιβάλλον, δεν θα ήλεγχαν την γνησιότητά τους, λόγω εμπιστοσύνης, το δε παράνομο περιουσιακό όφελος που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος και άλλων φερόμενων ως εκδοτών και οπισθογράφων των ανωτέρω επιταγών, κατ' επάγγελμα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος έδρασε ούτος (εκκαλών-ήδη αναιρεσείων) και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη, κατά τα προεκτεθέντα τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού (πλαστογραφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ζ' και 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για την διωκόμενη πράξη. Κατά συνέπεια όλων όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ) αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τ'αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 1, 13, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 60, 63, 79, 98, 216 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να δημιουργηθεί ουδεμία ακυρότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθόσον η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής (άρνηση απάντησης) του κατηγορουμένου επί μεμονωμένων ερωτήσεων του ανακριτού ή του Δικαστηρίου δεν αποκλείει την ελεύθερη εκτίμηση και αξιολόγηση αυτής σε συνάρτηση με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση έπραξε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το οποίο αιτιολογημένα, όπως προεκτέθηκε, αξιολόγησε και εκτίμησε ελεύθερα την αρνητική αυτή θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου σε σχέση με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που αναφέρει και προσδιορίζει επαρκώς (βλ. Αθ. Κονταξή Ερμ. ΚΠΔ υπ' άρθρ. 273 και 366 ΚΠΔ, σελ. 1737 και 2307 αντίστοιχα, Δαλακούρα-Αρμενόπουλος (1989), σελ. 317 επ., Αλεξιάδη-Ανακριτική (1986) σελ. 247 επομ.).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 α', β' και δ' ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρ. 13 στ', 45, 98, 216 παρ. 1-3β' Π.Κ. ως ισχύουν, και για την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε τρίτος από αυτούς, κατά το μέρος, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμησή τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση (αρ. 484 παρ. 2 ΚΠΔ) πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Σας (αρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ), διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτησή του για αναίρεση του εν λόγω βουλεύματος και με πληρότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναίρεσης που επικαλείται.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
(Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 7/19-1-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
(Β) Να απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου Σας, αίτημα του αναιρεσείοντος και
(Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 23 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, υπό της διατάξεως του άρθρου 273 παρ. 2 εδαφ. β' του Κ.Π.Δ., οριζούσης ότι "Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει", θεσπίζεται το δικονομικό δικαίωμα της σιωπής του κατηγορουμένου και της μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικοτέρα έκφανση του υπό του άρθρου 5 του Συντάγματος προστατευομένου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητος, του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη" που εξασφαλίζει το υπερνομοθετικής ισχύος άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και της θεμελιώδους δικονομικής αρχής που διέπει την ποινική δίκη, ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει το βάρος αποδείξεως σ' αυτή. Η ισχύς του δικαιώματος αυτού εκτείνεται τόσο στο στάδιο της προδικασίας, όσο και στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας στο ακροατήριο. Η δικονομική έννομη συνέπεια της νομοθετικής καθιερώσεως του άνω δικαιώματος συνίσταται στην υπό του Δικαστηρίου ή του Δικαστικού Συμβουλίου απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως αποδεικτικώς της (ολικής ή μερικής) αρνήσεως του κατηγορουμένου να απαντήσει στην κατηγορία και την στήριξη, κυρίως ή αποκλειστικώς, της ουσιαστικής κρίσεώς του περί υπάρξεως αποδείξεων ή ενδείξεων ενοχής εις μόνη την σιωπή του κατηγορουμένου. Η τυχόν αποδεικτική αξιοποίηση της σιωπής του κατηγορουμένου, ως παραβιάζουσα το ως άνω δικαίωμα, που αφορά την υπεράσπιση αυτού, επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά την διάταξη του άρθρου, 171 αριθμ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 484 παρ. 1 περ. α', αντιστοίχως, του ιδίου κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση διά του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της απολύτου ακυρότητος, διότι το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά παραβίαση του προαναφερομένου δικαιώματος σιωπής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εστήριξε την περί παραπομπής κρίση του στην μερική άρνηση αυτού ενώπιον του Ανακριτού να απαιτήσει στην δια της ποινικής διώξεως αποδοθείσα κατηγορία της κατά συναυτουργία πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση μετά χρήσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από τις αιτιολογίες του προσβαλλομένου βουλεύματος, διά της παραπομπής στην Εισαγγελική πρόταση, το Συμβούλιο Εφετών δεν εστήριξε, κυρίως ή αποκλειστικώς, την κρίση του περί υπάρξεως επαρκών ενδείξεων στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος προς παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την ανωτέρω πράξη, εις μόνη την άρνηση αυτού να απαντήσει στην κατηγορία, αλλά στα αποδεικτικά μέσα, τα οποία, κατά το είδος τους μνημονεύονται σ' αυτό, ήτοι τα έγγραφα, τους μάρτυρες και την απολογία του. Η αναφορά του Εφετείου διά του προσβαλλομένου βουλεύματός του στην άρνηση του αναιρεσείοντος να αναφέρει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα από τα οποία αυτός, όπως ισχυρίσθηκε, έλαβε ορισμένες από τις πλαστές επιταγές, αποτελούσες το υλικό αντικείμενο της κατηγορίας, έγινε ιστορικώς και στα πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας και αξιολογήσεως της βασιμότητος των (αρνητικών) της κατηγορίας ισχυρισμών του, ότι δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με την τέλεση του άνω εγκλήματος. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 2.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του Π.Κ.) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρος είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτου, που να το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή, επιπροσθέτως δε και τον σκοπό του δράστου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Κατά δε την παράγραφο 3 του άρθρου 216 Π.Κ., όπως ετροποποιήθη με το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999 και ισχύει από 3 - 6 - 1999, η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή το ποσό των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία, καθορισθείσα με το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001) και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ή των 15.000 ευρώ, κατά την αυτή ως άνω αντιστοιχία) είναι δε αδιάφορο εάν ο ως άνω εγκληματικός σκοπός του δράστου επετεύχθη ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστου ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με τη αύξηση της οικονομικής αξίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρος ή με αποσόβηση μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για την θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ ή των 15.000 ευρώ και στην τελευταία περίπτωση ο δράστης να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει σύμφωνα με την διάταξη του εδαφίου στ' του άρθρου 13 Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστου για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστου. Διά την κατ' επάγγελμα τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστου, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικώς δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων της πλαστογραφίας. Εξ' άλλου, από το άρθρο 98 Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτιζόμενο από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς, μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και η κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος. Επί του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της πλαστογραφίας για τον χαρακτηρισμό αυτού ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, συνδυαζομένη και προς την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ιδίου κώδικος, προκύπτει ότι είναι δυνατή η κατά συναυτουργία τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας, απαραίτητος δε όρος της συναυτουργικής δράσεως στο έγκλημα αυτό είναι η γνώση του συναυτουργού της προθέσεως του άλλου να τελέσει την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και η θέλησή του να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος), η δε σύμπραξη μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μεμονωμένων πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο στο βούλευμα ή την απόφαση να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος (ΟλΑΠ 50/1990). Τέλος, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, ιδρύουσα τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου κώδικος προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο που το εξέδωσε δεν εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο διά της ασκηθείσης ποινικής διώξεως αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία επείσθη γι' αυτά, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στον εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για να δικασθεί για τις πράξεις, για τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον υπό της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το Δικαστικό Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή πλήρη και ορισμένο, τα ανωτέρω περιστατικά ή κατά την ανάπτυξη αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε μεταξύ αυτών στην αιτιολογία που τα περιέχει, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το 1376/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραπέμφθηκε μετά της συγκατηγορουμένης του ΓΓ, που δεν άσκησε αναίρεση, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και μη με σκοπό οφέλους, υπερβαίνοντας το ποσό των 15.000 ευρώ με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως. Όπως δε προκύπτει από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, που εξεδόθη επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του ανωτέρω βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία κάνει δικές της σκέψεις και αναφέρεται συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι επί της υποθέσεως αυτής από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων Ψ, νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ... εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία επίπλων και συναφών ειδών, στις 12/9/2002 ενημερώθηκε από το διευθυντή του καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ... ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν προσκομιστεί στο ως άνω κατάστημα δύο επιταγές για έλεγχο της γνησιότητας τους. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 20/9/2002 και 22/10/2002, ποσού 6.221 και 7.221 ευρώ αντίστοιχα, εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", η πρώτη και "ΦΡΑΞΕ Κ.Τ.Ε.", η δεύτερη. Επιπροσθέτως την πρώτη από τις παραπάνω επιταγές φερόταν ότι η εταιρεία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε.", ως πρώτη οπισθογράφος, είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην ΔΔ, που είναι επιχειρηματίας οικοδομικών υλικών, εκείνη δε, φερόμενη ως δεύτερη οπισθογράφος, στον ΕΕ, ιδιοκτήτη ομοειδούς επιχείρησης. Οι ως άνω επιταγές, όπως κατήγγειλε ο εγκαλών-πολιτικώς ενάγων, είναι εξ ολοκλήρου πλαστές, καθόσον φέρουν τον ίδιο αριθμό, ο οποίος δεν αντιστοιχεί σε κάποιο από τα στελέχη των επιταγών που του είχαν χορηγηθεί από την Ε.Τ.Ε. Η περί πλαστότητάς τους διαπίστωση ενισχύεται τόσο από την κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." όσο και από τις καταθέσεις των λοιπών, φερόμενων ως οπισθογράφων της πρώτης από τις προαναφερόμενες επιταγές, οι οποίοι επιβεβαιώνουν την πλαστότητα των υπογραφών και των σφραγίδων που έχουν τεθεί στη θέση των οπισθογράφων της ως άνω επιταγής. Επισημαίνεται ότι ο τελευταίος οπισθογράφος, ΕΕ, δεν ασχολείται με την εμπορία οικοδομικών υλικών αλλά διατηρεί κατάστημα εμπορίας ειδών γάμου και βάπτισης στην ..., στην αναγραφόμενη στη σχετική σφραγίδα διεύθυνση. Την ανωτέρω επιταγή παρέδωσε στον ΖΖ, νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στην ... (...) εταιρείας με την επωνυμία "Ε-5 Ε.Ε.", άτομο το οποίο του συστήθηκε ως ΣΤ, για την εξόφληση του τιμήματος της πώλησης ενός φορτωτή οικοδομικών υλικών, αγοραστής του οποίου φερόταν ο αδελφός του, τρίτος οπισθογράφος της επιταγής, ΕΕ. Όμως, ο αριθμός Δ.Α.Τ., που φέρεται ότι ανήκει στον ΣΤ και ο οποίος αναγράφεται στο εκδοθέν από την πωλήτρια εταιρεία Δελτίο Αποστολής, αντιστοιχεί σε Δ.Α.Τ. που είχε εκδοθεί επ'ονόματι του ΗΗ και το οποίο ήδη είχε αντικατασταθεί, ο δε κάτοχος του στην κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή διευκρινίζει ότι δεν έδωσε ποτέ σε οποιονδήποτε το ήδη αντικατασταθέν Δ.Α.Τ. ούτε γνωρίζει άτομο με στοιχεία "ΣΤ". Περαιτέρω, την ίδια ημέρα, κατά την οποία ο εγκαλών πληροφορήθηκε από τον διευθυντή του Καταστήματος της Ε.Τ.Ε. στη ..., την έκδοση και κυκλοφορία των προαναφερθεισών επιταγών, του τηλεφώνησε ο ΘΘκαι τον ενημέρωσε ότι ήταν κομιστής τεσσάρων (4) επιταγών, οι δύο από τις οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τον ίδιο τον εγκαλούντα, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", ενώ οι λοιπές φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί σε διαταγή της τελευταίας εταιρείας, η σφραγίδα της οποίας και η υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της είχαν τεθεί στη θέση του Α' οπισθογράφου. Επρόκειτο συγκεκριμένα για: α) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσών 7.000 και 7.500 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί στην ..., από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." στις 30/10/2002 η πρώτη και στις 15/12/2002, η δεύτερη, σε διαταγή του ΚΚ, ο οποίος φερόταν ότι τις είχε υπογράψει και είχε θέσει τη σφραγίδα της επιχείρησης εμπορίας τροφίμων που διατηρούσε στη θέση του πρώτου οπισθογράφου και β) τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 6.500 και 18.000 ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες εφέροντο ως εκδοθείσες στην ... από την εταιρεία με την επωνυμία "Ε-3 Ο.Ε.", στις 25/11/2002, η πρώτη και στις 30/1/2003, η δεύτερη, σε διαταγή της εταιρείας "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", η οποία επίσης φερόταν ως πρώτη οπισθογράφος των επιταγών. Οι προαναφερθείσες επιταγές δεν αντιστοιχούν σε κάποια από τα στελέχη των επιταγών που είχαν χορηγηθεί από τις φερόμενες ως πληρώτριες τράπεζες στην εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και στην εταιρεία "Ε-3 Ο.Ε." και συνεπώς είναι πλαστές τόσο οι υπογραφές όσο και οι σφραγίδες που τέθηκαν στη θέση του εκδότη των ως άνω επιταγών. Τις ανωτέρω τέσσερις (4) επιταγές έλαβε στην κατοχή του ο ΘΘ, σε μερική εξόφληση οφειλής, συνολικού ύψους 146.735,14 ευρώ, που είχε προς αυτόν η φυγόδικη κατηγορούμενη ΓΓ (η οποία δεν άσκησε έφεση), όπως η οφειλή αυτή περιγράφεται στο από 26/7/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των μερών. Επίσης, ο ανωτέρω εγκαλών στα πλαίσια της διενεργηθείσας αυτεπάγγελτης προανάκρισης (αρθρ. 243 παρ. 2, 3 ΚΠΔ) επισύναψε αντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 11.000 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στη ..., στις 25-11-2002, από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε" σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια (φερόμενη) ως εκδότρια εταιρεία), δεύτερη την εταιρεία με την επωνυμία "ΖΕΝΙΘ Α.Ε." και τρίτο οπισθογράφο τον ΛΛ. Την προαναφερόμενη επιταγή εμφάνισε προς πληρωμή στις 25-11-2002 ο ΜΜ, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανομοιότητας της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότη της με το τηρούμενο στην πληρώτρια Τράπεζα δείγμα υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", επιπροσθέτως δε διότι διαπιστώθηκε ότι το σώμα της ως άνω επιταγής δεν είχε χορηγηθεί από την πληρώτρια Τράπεζα στο δικαιούχο του λογαριασμού επί του οποίου αυτή (επιταγή) εσύρετο. Όπως κατέθεσε ο ΜΜ, η ΓΓ, την οποία αναγνώρισε με βεβαιότητα από προηγούμενες εμπορικές συναλλαγές που είχε μαζί της, του απέστειλε την ανωτέρω επιταγή ως προκαταβολή έναντι το συνολικού τιμήματος αγοράς μιας νταλίκας από την επιχείρηση που ο ίδιος διατηρεί, χωρίς να την έχει οπισθογραφήσει και η ίδια, με αποτέλεσμα τελευταίος οπισθογράφος της να εμφανίζεται ο ΛΛ. Ο τελευταίος υποστήριξε ότι η υπογραφή του ως τρίτου οπισθογράφου είναι πλαστή τον ισχυρισμό του δε αυτόν φαίνεται να αποδέχεται ως αληθή και ο ζημιωθείς ΜΜ, ο οποίος δεν στράφηκε δικαστικά εναντίον του. Περαιτέρω ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων κατά τη διενεργηθείσα αυτεπάγγελτη προανάκριση επισύναψε φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 6.480 ευρώ, την οποία φερόταν ότι εξέδωσε στην Αθήνα, στις 30/11/2002, η εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα (ήδη αναιρέσειοντα) Χ, ο οποίος ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "Ε-4 και Σία Ο.Ε.", διαχειριστές της οποίας είναι ο ετεροθαλής αδελφός αυτού (εκκαλούντα-ήδη αναιρεσείοντα), ΞΞ και ο γιος του, ΠΠ, εκείνοι δε με τη σειρά τους την παρέδωσαν στο ΡΡ, σε εξόφληση οφειλής τους από εμπορική αιτία. Η προαναφερόμενη επιταγή εμφανίστηκε για πληρωμή στις 4-12-2002, χωρίς όμως να εισπραχθεί το ποσό της, καθόσον διαπιστώθηκε η πλαστότητά της. Στα πλαίσια της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης οι ΠΠ και ΞΞ επισύναψαν, εκτός από το πρωτότυπο της ανωτέρω αναφερθείσας επιταγής, και άλλες δύο πλαστές επιταγές, τις οποίες είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην εταιρεία που εκπροσωπούν, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ και οι οποίες ομοίως δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνιση τους προς πληρωμή λόγω της αποκάλυψης της πλαστότητάς τους. Συγκεκριμένα πρόκειται για: α) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., ποσού 7.200 ευρώ, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 10/1/2003 από την εταιρεία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.", σε διαταγή του ΝΝ, ο οποίος, ως Α' οπισθογράφος, φερόταν ότι τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια στην Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., στις 30/1/2003 από την ΣΣ, που ήταν ιδιοκτήτρια επιχείρησης εμπορίας πολύτιμων λίθων και κοσμημάτων, σε διαταγή της, με πρώτη οπισθογράφο την ίδια και δεύτερο οπισθογράφο τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ. Ο τελευταίος αρνείται την τέλεση της πράξης της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, που τον βαρύνει, επικαλούμενος στην απολογία του και επαναλαμβάνοντας, στη συνέχεια, ως λόγους προς ευδοκίμηση της κρινόμενης έφεσης του τα εξής επιχειρήματα: (α) ότι η συγκατηγορούμενή του ΓΓ είναι άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο και επομένως είναι αδύνατον να κατάρτισαν από κοινού τις διαλαμβανόμενες στην κατηγορία που του αποδίδεται, ως πλαστές επιταγές. Προς ενίσχυση του σχετικού ισχυρισμού του επικαλείται το γεγονός ότι δεν κατονομάζεται σε καμία μαρτυρική κατάθεση ως εμπλεκόμενος στην κατάρτιση και κυκλοφορία των επιταγών που κυκλοφόρησαν από την ως άνω συγκατηγορούμενή του. (β) Αν και αποδέχεται τη γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις με αριθμού ... και ... επιταγές με πληρώτρια την ΕΤΕ καθώς και στην με αριθμό ... επιταγή με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή του στην κατάρτιση των πιο πάνω επιταγών, επικαλούμενος το γεγονός ότι οι κομιστές τους δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του προκειμένου να εισπράξουν τα αναγραφόμενα σε αυτές χρηματικά ποσά. Ανεπέρειστοι όμως παρίστανται οι ανωτέρω λόγοι που συνθέτουν το πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του. Και τούτο διότι, αν και αποδέχεται την γνησιότητα της υπογραφής του ως οπισθογράφου, στις ανωτέρω τρεις (3) αναφερόμενες επιταγές, στο μεν απολογητικό του υπόμνημα αποσιώπησε την αιτία, συνεπεία της οποίας αυτές περιήλθαν στην κατοχή του και δεν κατέθεσε κανένα παραστατικό έγγραφο σχετικά με αυτήν (αποδεικτικό συναλλαγής ή άλλο). Κατά την απολογία του δε ενώπιον του Ανακριτή αρνήθηκε να απαντήσει σε ευθεία ερώτηση του τελευταίου "που βρήκε τις τρεις αυτές επιταγές, δηλαδή ποιος του τις παρέδωσε", επικαλούμενος το δικαίωμα "άρνησης απάντησης" που εδράζεται στις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 2 και 274 του Κ.Π.Δ., στην έκθεση εφέσεως του, για να αιτιολογήσει την άρνηση του να απαντήσει. Η αιτιολόγηση της άρνησης του αυτής είναι μεν νομικά βάσιμη, όπως προαναφέρθηκε, πλην όμως όχι μόνο δεν εδραιώνει η στάση του αυτή τις αιτιάσεις του σχετικά με τη μη ανεύρεση, κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, τόσο του προσώπου σε διαταγή του οποίου φέρονται ότι εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε. και φερόμενου ως οπισθογράφου αυτών, με στοιχεία "ΝΝ", όσο και της φερόμενης ως εκδότριας και πρώτης οπισθογράφου της υπ' αριθμ. ... επιταγής με πληρώτρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα, αλλ'ευθέως οδηγεί στην απίσχναση και κατάλυση τους. Περαιτέρω το γεγονός ότι όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες επιταγές, πλην της τελευταίας (10ης στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος) φέρουν πλαστή σφραγίδα της εταιρείας με την επωνυμία "Ε-1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." (όπως και η υπ' αριθμ. ... επιταγή με πληρώτρια την Ε.Τ.Ε., φερόμενη ως εκδοθείσα στην ..., την 30/1/2003, από την ως άνω εταιρεία, σε διαταγή της ίδιας, για την επί μέρους πράξη πλαστογραφίας της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα Χ, λόγω εκκρεμοδικίας, καθόσον για την ίδια πράξη έχει ήδη παραπεμφθεί ούτος να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση), αποτελεί το κοινό συνδετικό στοιχείο μεταξύ των ως άνω επιταγών, το οποίο αποτελεί και την αξιόπιστη αιτιακή συνθήκη για την εδραίωση της άποψης ότι από κοινού (κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο) ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων Χ μαζί με την συγκατηγορούμενή του ΓΓ, η οποία δεν άσκησε έφεση, προέβησαν στην κατάρτιση των επίδικων επιταγών, ακολούθως δε ο καθένας τους διαδοχικά έκανε χρήση, θέτοντας αυτές σε κυκλοφορία, προκειμένου να εξοφλήσουν οικονομικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ετεροθαλής αδελφός του ΞΞ και ο ανεψιός του ΠΠ δεν στράφηκαν δικαστικά εναντίον του για τις τρεις πλαστές επιταγές που τους μεταβίβασε με οπισθογράφηση ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων (προφανώς λόγω της συγγενικής τους σχέσης), ουδόλως αμβλύνει την προδιαγραφόμενη ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του ε κ καλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία δεν μετριάζεται και πολύ περισσότερο δεν καταλύεται από το ποινικά ανεπίληπτο, όπως διατείνεται, παρελθόν του. Άλλωστε και οι δύο κατέθεσαν ότι έχουν υποστεί και μεγαλύτερη οικονομική ζημιά από τις πράξεις του, μάλιστα δε ο ΠΠ ισχυρίζεται ότι "αυτόν προσωπικά τον έχει καταστρέψει οικονομικά αφού του έχει δώσει ακάλυπτες επιταγές δεκάδων χιλιάδων ευρώ για εμπορεύματα που του έδωσε" (βλ. την από 11/10/2007 κατάθεση του στον Ανακριτή). Εξάλλου, από την ανωτέρω περιγραφόμενη εξακολουθητική εγκληματική συμπεριφορά του εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν στο πρόσωπο του οι επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 216 παρ. 3 εδάφ. β' Π.Κ., που προσδίδουν στο έγκλημα της πλαστογραφίας κακουργηματική μορφή. Ειδικότερα επέδειξε οργανωμένη και επανειλημμένη εγκληματική δράση, την οποία σχεδίασε επιμελώς (με την προαναφερθείσα συγκατηγορουμένη του), χρησιμοποιώντας για την κατάρτιση των ως άνω επιταγών που διαλαμβάνονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος πλαστές σφραγίδες διαφόρων επιχειρηματιών, εν αγνοία των τελευταίων, έχοντας την βεβαιότητα ότι τα πρόσωπα στα οποία τις μεταβίβαζαν, προερχόμενα συνήθως από το φιλικό και συγγενικό τους περιβάλλον, δεν θα ήλεγχαν την γνησιότητα τους, λόγω εμπιστοσύνης, το δε παράνορο περιουσιακό όφελος που σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους, βλάπτοντας την περιουσία του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος και άλλων φερόμενων ως εκδοτών και οττισθογράφων των ανωτέρω επιταγών, κατ' επάγγελμα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος έδρασε ούτος (εκκαλών-ήδη αναιρεσείων) και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη, κατά τα προεκτεθέντα τέλεση της πράξης αυτής, προκύπτει σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού (πλαστογραφίας) ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Με τις παραδοχές αυτές υπάρχουν οι απαιτούμενες στο παρόν διαδικαστικό στάδιο σοβαρές ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντα-κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσας από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, με την έννοια ότι οι ενδείξεις που προέκυψαν πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, εφόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφιστάμενων ενδείξεων, οι οποίες και θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού κι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1 περ. ζ' και 313 του ΚΠΔ, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για την διωκόμενη πράξη. ". Κατόπιν αυτών το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού εδέχθη ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για στήριξη της κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου και νυν αναιρεσείοντος για την ανωτέρω πράξη της κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία και μη πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό παρανόμου οφέλους υπερβαίνοντος το ποσό των 15.000 ευρώ και την επιβαρυντική περίσταση της τελέσεώς της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, για την οποία είχε παραπεμφθεί με το προμνημονευθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απέρριψε την έφεσή του κατά του πιο πάνω παραπεμπτικού βουλεύματος. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ως άνω απαιτουμένη αιτιολογία, αφού αφ' ενός μεν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα αξιοποίνου πράξεως της κατ' εξακολούθηση πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατά συναυτουργία και μη σε βαθμό κακουργήματος (αρθρ. 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ.), για την οποία αυτός παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε και έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την ως άνω παραπομπή του αναιρεσείοντος, αφ' ετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 3, 27, 45 και 13 εδαφ. στ' του Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου δεν παραβίασε. Ειδικότερα, ως προς την κατ' εξακολούθηση πλαστογραφία μετά χρήσεως για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων από κοινού μετά της συγκατηγορουμένης του ΓΓ το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διά του προσβαλλομένου βουλεύματός του εδέχθη ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατήρτισαν τις τραπεζικές επιταγές, όπως αυτές ως προς τα επί μέρους στοιχεία των (τόπος, χρόνος εκδόσεως, πληρώτρια τράπεζα, ποσό πληρωμής) εξειδικεύονται στο σκεπτικό, διά της συμπληρώσεως των κενών σημείων τους και τη θέση των υπογραφών και των οικείων σφραγίδων στη θέση του εκδότου και του οπισθογράφου, κατά τα αναλυτικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την κάθε μία από τις πλαστές επιταγές αναφερόμενα. Επίσης, προσδιορίζεται η μορφή της συμμετοχικής δράσεως του αναιρεσείοντος διά της σαφούς αναφοράς στο στοιχείο του κοινού δόλου, ήτοι της συναποφάσεως αμφοτέρων των κατηγορουμένων προς τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας εξακολουθητικώς διά της εξ' υπαρχής καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, ήτοι των άνω τραπεζικών επιταγών, προς τον σκοπό της προς τρίτους μεταβιβάσεώς των δι' οπισθογραφήσεως και πορισμού εντεύθεν περιουσιακού οφέλους, υπερβαίνοντος το ποσό των 15.000 ευρώ. Αναφέρεται περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα η από κοινού χρήση των πλαστών επιταγών. Δεν ήταν δε απαραίτητο διά την πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύονται σ' αυτό και οι επί μέρους υλικές ενέργειες των κατηγορουμένων στα πλαίσια της συναποφάσεώς των στις οποίες έκαστος εξ' αυτών, ως συναυτουργός, προέβη διά την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που περιέχονται στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως και κατά τα μέρη αυτών διά των οποίων πλήσσεται το προσβαλλόμενο βούλευμα δι' αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του Κ.Π.Δ., ήτοι δι' έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμες. Οι λοιπές στους ίδιους λόγους αναιρέσεως περιεχόμενες αιτιάσεις ότι κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων αυτού κρίση, είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία όλων των προεκτεθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 583 Κ.Π.Δ. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το κατά το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αίτημα του αναιρεσείοντος προς αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Δικαστικού Συμβουλίου διότι έχει αναπτύξει επαρκώς την αίτησή του για αναίρεση του ανωτέρω βουλεύματος και με πληρότητα και σαφήνεια τους ισχυρισμούς του επί των λόγων αναιρέσεως που επικαλείται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 7/19.1.2009 αίτηση αναιρέσεως Χ προς αναίρεση του υπ' αριθμ. 2360/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το αίτημα περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 476 §§1 & 2 ΚΠΔ. Πότε απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Η αναίρεση κατ' αποφάσεως που απέρριψε τη έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της έχει λόγους εκ του άρθρου 510 Κ.Π.Δ., εφ' όσον αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Πότε η απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία.. Τι απαιτείται εάν επί πλέον προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της επιδόσεως. Πότε άκυρη η επίδοση εις "σύνοικον" (άρθρα 155-157-159-161 ΚΠΔ), εφόσον αναφέρεται στο αποδεικτικό ότι "επεδόθη εις σύνοικον", αρκεί χωρίς να ενδιαφέρει συγγενική ή άλλη σχέση με τον προς ον η επίδοση. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 2442/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος-κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στις Φυλακές ..., περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1041/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανούηλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 266/5-8-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 137 παρ.1β ΚΠΔ, τη 15665/9-7-09 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., με την οποία ζητά την παραπομπή της εκδίκασης της εφέσεως που άσκησε κατά της 57-61/08 αποφάσεως του ΜΟΔ Ηρακλείου Κρήτης από το δικαστήριο τούτο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα.
2.-Κατά το άρθρο 136 περ.γ του ΚΠΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 - 125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, και στην περίπτωση που επιβάλλουν τούτο σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την παραπομπή, κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή από το ένα εφετείο στο άλλο, είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας επιλαμβάνεται ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, εφόσον ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου την υιοθετεί.
3.- Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση αφορά την εκδίκαση της από 13-5-08 έφεσης του αιτούντος κατηγορουμένου κατά της 57-61/08 αποφάσεως του ΜΟΔ Ηρακλείου Κρήτης, το οποίο τον καταδίκασε για ανθρωποκτονία με πρόθεση, παράνομη οπλοφορία, οπλοκατοχή και οπλοχρησία σε ποινή κάθειρξης 23 ετών. Οι λόγοι για τους οποίους ζητά την παραπομπή σε άλλο δικαστήριο είναι οι εξής:Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ΜΟΔ Ηρακλείου Κρήτης συνέβησαν γεγονότα, τα οποία συνηγορούν να μη γίνει η εκδίκαση της εφέσεως ενώπιον του ΜΟΕ Κρήτης, αφού ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης μετά από έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την παραπομπή της από το ΜΟΕ Χανίων σε άλλο δικαστήριο της Επικράτειας. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, στα οποία αναφέρεται ο Εισαγγελέας Εφετών Χανίων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό συνέβησαν από πλευράς του θύματος βιαιοπραγίες σε βάρος αστυνομικών, υβριστικές επιθέσεις κατά των μελών της σύνθεσης του δικαστηρίου, για τις οποίες διενεργείται προκαταρκτική εξέταση από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου, γεγονότα που εξανάγκασαν τους συνηγόρους του να παραστούν στο δικαστήριο φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα για να μπορέσουν να παρευρίσκονται στην απαγγελία της αποφάσεως. Να σημειωθεί ότι οι διάδικοι κατάγονται από τα ..., όπου επιπολάζει η εκδίκηση (βεντετισμός) και εάν γίνει η εκδίκαση της εφέσεως σε δεύτερο βαθμό στα Χανιά, το έδαφος είναι πρόσφορο να διαδραματισθούν επεισόδια και συμπλοκές, που θα διαταράξουν την ομαλή διεξαγωγή της δίκης. Ενδεικτικό της καταστάσεως είναι ότι ενδημεί η εκδικητικότητα είναι τα από ..., ... και ... αντίγραφα του βιβλίου συμβάντων του ΑΤ ..., στα οποίο αναφέρεται ότι οι αντίδικοι ενοχλούν την οικογένειά του και προκαλούν διάφορα επεισόδια. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προοιωνίζεται ότι κατά τη διεξαγωγή της δίκης στο ΜΟΕ θα δημιουργηθούν επεισόδια μεταξύ των αντιθέτων πλευρών σε βαθμό τέτοιο, ώστε οι εγχώριες αστυνομικές δυνάμεις να μην μπορέσουν να τα αποτρέψουν. Την άποψή του αυτή την υιοθετούμε, καθόσον, μεταξύ των αντιδίκων πλευρών υφίστανται μακρόχρονες διαφορές που τους οδηγεί σε οξύτητες και σε βιαιοπραγίες. Συντρέχουν επομένως σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, που επιβάλλουν τον κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή για την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης, κατά το άρθρο 136 περ.γ ΚΠΔ, για την οποία αρμόδιο, να την αποφασίσει, κατά το άρθρο 137 παρ.1β ΚΠΔ, είναι το Δικαστήριο του Αρείου σε συμβούλιο.
4.-Κατ' ακολουθία, να γίνει δεκτή η αίτηση του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά βάσιμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση από το καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο ΜΟΕ Χανίων Κρήτης στο ομοιόβαθμο και ομοειδές ΜΟΕ Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ 1-Να γίνει δεκτή η 15665/9-7-09 αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, και 2-Να παραπεμφθεί η ανωτέρω υπόθεση από το ΜΟΕ Χανίων Κρήτης στο ΜΟΕ Πειραιώς.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 περ. γ' του ΚΠΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, και στην περίπτωση που επιβάλλουν τούτο σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Στην ανωτέρω περίπτωση, την παραπομπή μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσουν μόνο ο εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου, αρμόδιο δε δικαστήριο για να αποφασίσει για την παραπομπή είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αποδεχόμενος αίτηση του κατηγορουμένου Χ1, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε κάθειρξη εικοσιτριών (23) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία, οπλοκατοχή και οπλοχρησία και εκκρεμεί έφεσή του ενώπιον του ΜΟΕ Χανίων, ζητεί την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο εκτός του ΜΟΕ Χανίων γιατί η παραπομπή αυτή επιβάλλεται από σοβαρούς λόγους σχετικούς με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία που συνοδεύουν την αίτηση προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις υπ' αριθ. 57-61/2008 αποφάσεις του ΜΟΔ Ηρακλείου ο ανωτέρω κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε κάθειρξη εικοσιτριών (23) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοφορία, οπλοκατοχή και οπλοχρησία και άσκησε την από 13-5-2008 έφεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον του ΜΟΕ Χανίων. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό συνέβησαν στην αίθουσα του δικαστηρίου από πλευράς των συγγενών του θύματος βιαιοπραγίες σε βάρος αστυνομικών και υβριστικές επιθέσεις κατά των μελών του Δικαστηρίου για τις οποίες διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και ακολούθως ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα Ηρακλείου για διατάραξη συνεδρίασης δικαστηρίου και επικίνδυνη σωματική βλάβη, (κατ' αγνώστων δραστών). Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν τους συνηγόρους του κατηγορουμένου να παραστούν στο δικαστήριο κατά την απαγγελία της αποφάσεως φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα, λόγω του φόβου για τη ζωή τους. Αν η έφεση του κατηγορουμένου εκδικαστεί από το ΜΟΕ Χανίων υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να γίνουν σοβαρότερα επεισόδια μεταξύ των αντίθετων πλευρών, τα οποία οι αστυνομικές δυνάμεις δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν, γιατί θα υπάρξει αθρόα προσέλευση συγγενών και φίλων των δύο πλευρών καταγόμενων από τα ... και θα διαταραχθεί σοβαρά η δημόσια ασφάλεια και τάξη. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως από το ΜΟΕ Χανίων στο ΜΟΕ Πειραιώς.
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την αίτηση.
Διατάζει την παραπομπή της υποθέσεως που αφορά στην εκδίκαση της από 13-5-2008 εφέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά των υπ' αριθ. 57-61/2008 αποφάσεων του ΜΟΔ Ηρακλείου, από το ΜΟΕ Χανίων στο ΜΟΕ Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρμοδιότητα κατά παραπομπή (άρθρο 136 ΚΠΔ). Αν η παραπομπή επιβάλλεται από σοβαρούς λόγους σχετικούς με την δημόσια ασφάλεια και τάξη, ζητείται αυτή από τον εισαγγελέα του αρμόδιου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου και αποφασίζει γι' αυτήν το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο. Γίνεται δεκτή αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και διατάσσεται η παραπομπή της εφέσεως του κατηγορουμένου από το ΜΟΕ Χανίων στο ΜΟΕ Πειραιώς.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2441/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισητητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ανδρέου, περί αναιρέσεως της 2532/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 2 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1927/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.-
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2532/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια (1) τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει νόμιμο γάμο με την εγκαλούσα, Ψ, το έτος 1993 και από το γάμο αυτό απέκτησαν ένα τέκνο την ..., ηλικίας σήμερα δώδεκα ετών. Η συμβίωση των διαδίκων κατά τη διάρκεια του γάμου τους δεν ήταν ομαλή, κυρίως εξ αιτίας του αυταρχικού και βίαιου χαρακτήρα του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος κατά το παρελθόν αλλά και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του μηνός Μαρτίου 2002 μέχρι και την 20-6-2002, οπότε και διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση του με την εγκαλούσα, με εξακολουθητικές πράξεις σε βάρος της, προκάλεσε σ' αυτήν σωματικές κακώσεις που μπορούσαν να της επιφέρουν βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, με διάφορες κάθε φορά αφορμές, είτε γιατί δεν ενέκρινε τον τρόπο φροντίδας της ανηλίκου θυγατέρας τους, είτε γιατί διαφωνούσε με τον τρόπο διεύθυνσης από αυτήν, του συζυγικού τους οίκου, κατέφευγε σε διάφορους τρόπους κακοποίησης και βασανισμού της, όπως, τη χτυπούσε με σφυρί στα χέρια εσωτερικά και εξωτερικά, καθώς και στα νύχια των ποδιών και των χεριών της, προέβαινε σε κάψιμο των άκρων των δακτύλων της με αναπτήρα, τη χτυπούσε με διάφορα οικιακά σκεύη και με τα χέρια στο κεφάλι της, της επέφερε γρονθοκοπήματα και κλωτσιές στην κοιλιά, στο στομάχι και το φάρυγγα της. Επίσης πολύ συχνά τη χτυπούσε με κλειδιά αυτοκινήτου στο κεφάλι, της τραβούσε με δύναμη τα αυτιά της κατά τρόπο, που προκάλεσε σ' αυτά παραμόρφωση, τη χτυπούσε με δύναμη στην κάτω γνάθο ώστε η παθούσα δάγκωνε τη γλώσσα της και αιμορραγούσε, ενώ επίσης έσφιγγε με τανάλια τα δάχτυλα και τα νύχια της και σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλείτο πτώση των νυχιών της. Το είδος και η έκταση των σωματικών κακώσεων που προκλήθηκαν στην παθούσα, εξ αιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, αναφέρονται λεπτομερώς στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από 25-6-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., ο οποίος την εξέτασε και διαπίστωσε εσχαροποιημένες δύο ουλές καθώς και άλλες παλαιότερες στην ινιακή χώρα με απώλεια τμήματος της κόμης στο εν λόγω σημείο, παραμόρφωση πτερυγίου ωτός αμφωτεροπλεύρως, παλαιά ουλή στην άνω επιφάνεια της γλώσσας, εγκαρσίως φερομένη, μήκους δύο εκατοστών, πολλαπλές εκχυμώσεις μετά θλαστικής εξοιδήσεως των μαλακών μορίων της ραχιαίας επιφανείας χειρός αμφωτεροπλεύρως χροιάς καστανέρυθρης, εξοίδηση μετά αιμορραγικής διηθήσεως κάτωθεν της επιφανείας των ονύχων στα δάκτυλα χειρών (δείκτης και μικρός δάκτυλος αριστερής χειρός και στο μεγάλο δάκτυλο άκρου ποδός αμφωτεροπλεύρως, εγκαυματική περιοχή εξελκωμένη (3ου βαθμού) στην ονυχοφόρο και μέση φάλαγγα στην κάτω επιφάνεια του δεξιού δείκτη, πολλαπλές στρογγυλές εκχυμώσεις διαμέτρου έως 1 εκατοστό στην αριστερή κνήμη χροιάς καστανέρυθρης. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά και της μάρτυρος κατηγορίας, ΑΑ, η οποία είναι γειτόνισσα του ζεύγους, διαμένουσα στο διπλανό διαμέρισμα και έχοντας άμεση αντίληψη αυτών που κατέθεσε, ισχυρίσθηκε ότι άκουγε συχνά την παθούσα - πολιτικώς ενάγουσα να φωνάζει από τον πόνο, εξ αιτίας του ξυλοδαρμού και της βιαίας συμπεριφοράς που δέχονταν από τον κατηγορούμενο και μάλιστα παρουσία και της ανήλικης θυγατέρας τους, η οποία του φώναζε να σταματήσει, ενώ τουλάχιστον μία φορά η παθούσα βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και κάλεσε τη μάρτυρα να τη βοηθήσει, επειδή ο κατηγορούμενος τη χτυπούσε και μάλιστα η ίδια, όπως κατέθεσε, κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, η οποία την ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να επέμβει, παρά μόνο αν κληθεί από την παθούσα. Οι καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων ενισχύονται από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων και επιδειχθείσες φωτογραφίες της παθούσας, στις οποίες απεικονίζονται οι σωματικές της κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματος της, καθώς και από τα αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις, από τα οποία αποδεικνύεται το επικίνδυνο της σωματικής βλάβης που προξένησε ο κατηγορούμενος στην παθούσα και η βάναυση κακοποίηση της, την οποία όπως κατέθεσε η ίδια, ανέχονταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν το αποκάλυπτε σε τρίτους, διότι φοβόταν μήπως ο κατηγορούμενος επιχειρήσει μεγαλύτερο κακό σε βάρος της υγείας και της σωματικής της ακεραιότητας. Τόσο η απολογία του κατηγορουμένου, όσο και οι καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων που εξετάσθηκαν, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν τις πιο πάνω κατά πάντα πειστικές και αντικειμενικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και άλλωστε οι μάρτυρες αυτοί είναι γείτονες των γονέων του κατηγορουμένου, δεν γνωρίζουν τα επεισόδια που συνέβαιναν στην οικία του τελευταίου και αρκέσθηκαν να καταθέσουν ότι ο κατηγορούμενος είναι καλός άνθρωπος και φερόταν καλά στην παθούσα. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση κηρύχθηκε ένοχος και ειδικότερα, του ότι "στην ... από τα τέλη Μαρτίου του 2002 μέχρι και τις 20/6/2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος προκάλεσε σε άλλον σωματικές κακώσεις με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στο παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, το ανωτέρω χρονικό διάστημα εντός της οικίας του επί της οδού ... στη ..., όπου διέμενε με την εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγό του Ψ, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά και με κατ' επανάληψη επιθέσεις και ξυλοδαρμούς σε βάρος της ανωτέρω παθούσας επέφερε σ' αυτήν πολλαπλές σωματικές κακώσεις και ειδικότερα με πολλαπλά χτυπήματα με σφυρί στα χέρια εσωτερικά και εξωτερικά καθώς και στα νύχια των χεριών και των ποδιών της, με κάψιμο με αναπτήρα των άκρων των δακτύλων της, με χτυπήματα με διάφορα οικιακά σκεύη και με τα χέρια στο κεφάλι της, με χτυπήματα με μπουνιές και κλωτσιές στη κοιλιά, στο στομάχι και στο φάρυγγα της που έλαβαν χώρα μεταξύ άλλων και στις 20/6/2002, με χτυπήματα με κλειδιά αυτοκινήτου στο κεφάλι της, με τράβηγμα με δύναμη των αυτιών της κατά τρόπο που να προκαλείται παραμόρφωση σ' αυτά, με χτυπήματα στη κάτω γνάθο κατά τρόπο που να δαγκώνει η ποθούσα τη γλώσσα της και να αιμορραγεί, με σφίξιμο με τανάλια των δακτύλων και των νυχιών της, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλείται πτώση αυτών προξένησε στην παθούσα τις εξής σωματικές κακώσεις: Εσχαροποιημένες δύο ουλές καθώς και άλλες παλαιότερες στην ινιακή χώρα με απώλεια τμήματος της κόμης στο εν λόγω σημείο, μώλωπες και εκδορές τριχωτού κεφαλής. Παραμόρφωση πτερυγίου ωτός αμφωτοροπλεύρως, ουλή στη άνω επιφάνεια της γλώσσας εγκαρσίως φερόμενη, μήκους δύο εκατοστών, πολλαπλές εκχυμώσεις μετά θλαστικής εξοιδήσεως των μαλακών μορίων της ραχιαίας επιφάνειας χειρός αμφωτεροπλεύρως χροιάς καστανέρυθρης, εφίδηση μετά αιμορραγικής διηθήσεως κάτωθεν επιφανείας των ονύχων στα δάκτυλα χειρών (δείκτης και μικρός δάκτυλος δεξιάς άκρας χειρός) και δείκτης παράμεσος αριστεράς χειρός), πτώση ονύχων αντίχειρος αμφωτεροπλεύρως καθώς και στο μικρό δάκτυλο αριστερής χειρός και στο μεγάλο δάκτυλο άκρου ποδός αμφωτεροπλεύρως, εγκαυματική περιοχή εξελκώμενη (3ου βαθμού) στην ονυχοφόρο και μέση φάλαγγα στην κάτω επιφάνεια του δεξιού δείκτη, πολλαπλές στρογγυλές εκχυμώσεις διαμέτρου έως 1 εκατοστό στην αριστερή κνήμη χροιάς καστανέρυθρης και δεξιάς ποδοκνημικής, αιμάτωμα ραχιαίας επιφάνειας χειρών άμφω άλγος δακτύλων χειρών - ποδών, κεφαλαλγία, ζάλη - άλγος στη γλώσσα, καθώς επίσης και ψυχικές διαταραχές, όπως ισχυρό κλονισμό, ψυχική φόρτιση, ψυχοπαθολογικά στοιχεία βαριάς κατάθλιψης με τάσεις απομόνωσης και φοβικές νευρώσεις. Οι παραπάνω σωματικές βλάβες λόγω των μέσων που κυρίως χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη τους (σφυρί, οικιακά σκεύη, φωτιά, κλειδιά αυτοκινήτου, τανάλια), λόγω των πολλαπλών, βάναυσων και αλλεπάλληλων πληγμάτων με τα οποία προκλήθηκαν, αλλά και λόγω της ευαισθησίας των σημείων του σώματος της παθούσας που κυρίως επλήγηκαν (κεφάλι, αυτιά, γλώσσα, κοιλιά, στομάχι, φάρυγγας), μπορούσαν να προκαλέσουν σ' αυτήν βαριά σωματική βλάβη, συνεπεία της οποίας θα εμποδιζόταν σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα και τη διάνοιά της".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 και 309-308 παρ. 1α'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ και τις ένορκες καταθέσεις των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μαρτύρων κατηγορίας, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα: 1) ότι στην παρεμπίπτουσα απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματός του για εξέταση ως μάρτυρα υπερασπίσεως της ανήλικης (12ετούς τότε) θυγατέρας αυτού και της αντιδίκου του, πολιτικώς ενάγουσας, υπάρχει έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για το θέμα αυτό, σημειώνονται τα παρακάτω:
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου "αφού πήρε το λόγο από την Πρόεδρο προέβαλλε αίτημα εξέτασης της ανήλικης κόρης του κατηγορουμένου ως μάρτυρα υπερασπίσεως".
Επί του αιτήματος αυτού ο Εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και πριν ολοκληρωθεί η αποδεικτική διαδικασία, το Δικαστήριο αφού άκουσε τον Εισαγγελέα και το συνήγορο του κατηγορουμένου, απέρριψε το αίτημα του τελευταίου με την αιτιολογία ότι "... το υποβληθέν υπό του συνηγόρου του κατηγορουμένου αίτημα περί εξέτασης της ανήλικης θυγατρός του, ως μάρτυρα υπεράσπισης αυτού, πρέπει να απορριφθεί, εφ' όσον η μαρτυρία της τελευταίας δεν θεωρείται αναγκαία για να σχηματίσει αυτό ασφαλή κρίση για τα πραγματικά γεγονότα που διαδραμάτισαν ουσιαστικό λόγο στην παρούσα υπόθεση και να οδηγηθεί σε σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής ή μη αυτού...". Ο αναιρεσείων με τους λόγους του δικογράφου της αιτήσεώς του, προβάλλει την αιτίαση ότι η αιτιολογία αυτή, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, έστω και αν η απόφαση αφήνεται στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Επίσης, με το αυτό δικόγραφο, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι παράλληλα, με την απόρριψη αυτή, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), αλλά και παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), συντελέστηκε σε και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.). Όμως, η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, σε αυτή δε αναφέρονται οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της άνω αιτήσεως, κρίση του. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός, αφενός ότι το άνω πρόσωπο βρισκόταν στο ακροατήριο και, κατ' άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, το Δικαστήριο μπορούσε να προβεί σε εξέτασή του, αφετέρου, ότι παρόλο που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να εξετάσει ως μάρτυρα την ανήλικη θυγατέρα του κατηγορουμένου και, κατά της αρνήσεως του Προέδρου, προσέφυγε σε ολόκληρο το Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το άνω αίτημά του, οπότε και θα υπήρχε έλλειψη ακροάσεως ή παραβίαση των άνω διατάξεων της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου ή απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, με την εκδοθείσα δε απόφασή του, το Δικαστήριο θα υπέπιπτε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. 2) Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει επίσης έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης αιτιολογίας, για το λόγο ότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη βεβαίωση του Επιμελητή Β' του Κέντρου Υγείας ... του Γενικού Νοσοκομείου Φλώρινας, η οποία προσκομίσθηκε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης εκείνης, χωρίς όμως η εν λόγω βεβαίωση να έχει αναγραφεί ως αναγνωστέο έγγραφο στα άνω πρακτικά του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκε η πρωτόδικη απόφαση η οποία είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, στα οποία όμως δεν αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε και το άνω έγγραφο, οπότε θα θεωρείτο ότι αναγνώσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Επίσης, δεν προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ζήτησε την ανάγνωση του άνω εγγράφου και το Δικαστήριο παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή του, ούτε αυτός προσβάλλει για πλαστότητα τα άνω πρακτικά. 3) Επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που επισυνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, υπάρχει δε και έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφορώσα προταθέν και μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο (δεύτερος των προσθέτων λόγων), αφού στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναφέρεται ως αναγνωσθέν έγγραφο "αντίγραφο βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων Α.Τ. ... της 2-4-2003", χωρίς να υπάρχει τέτοιο αντίγραφο της άνω ημεροχρονολογίας, αλλά της 27-6-2002, καθώς και βεβαίωση του Α.Τ. ... της 18-3-2004, έτσι δε, η περιγραφή του χρησιμοποιηθέντος αποδεικτικού μέσου να παρίσταται ως ελλιπής και αντιφατική με συνέπεια, να μην προσδιορίζεται με σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα το ληφθέν υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικό μέσο. Όμως, δεν υπάρχει άλλο αντίγραφο στη δικογραφία, εκτός από αυτό της 2-4-2003 που έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. 3) η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι αναγνώσθηκαν με τους παρακάτω αριθμούς και τα εξής έγγραφα: ... 6) επτά φωτογραφίες, 9. μια φωτογραφία προαύλιου χώρου του σπιτιού, 14. τριάντα τρεις (33) φωτογραφίες. Ότι η περιγραφή των φωτογραφιών αυτών είναι εντελώς αόριστη και ως εκ τούτου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Επίσης, δεν αναφέρει ότι οι φωτογραφίες επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης, στερήθηκε δε και ο κατηγορούμενος της δυνατότητας αυτής, που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Οι εν λόγω φωτογραφίες αποτελούν έγγραφα και από παραδρομή δεν έχει αναγραφεί ότι επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο αφού αυτές δεν μπορούν να αναγνωστούν. Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας αυτών (ως εγγράφων) είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτές ως έγγραφα και όχι κάποιες άλλες επισκοπήθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός τους στα πρακτικά, είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με την επισκόπηση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτές αναφέρονται στα πρακτικά. 4) Αβάσιμη επίσης είναι η προβαλλόμενη με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο η αιτίαση για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφορώσα μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα, ότι δεν λήφθηκε υπόψη για την καταδικαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το συμπέρασμα της ιατροδικαστικής εκθέσεως από 25-6-2002 του ιατροδικαστή, ..., ότι η πολιτικώς ενάγουσα φέρει ελαφριά σωματική βλάβη, αφού και ο αναιρεσείων δέχεται ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο τα αναφερόμενα στην άνω έκθεση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ'και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αφενός της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, αφετέρου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της υπερβάσεως εξουσίας, καθώς και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και παραδεκτά προβάλλει τους άνω λόγους, εξεταζόμενος λόγος κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠΔ, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. Ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 9.717/2008) αίτηση και τους από 2-2-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της με αριθμό 2.532/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατ' εξακολούθηση - λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2440/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Φόρτωμα, περί αναιρέσεως της 12682/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1669/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 273 παρ. 1 γ του ιδίου Κώδικα, "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω (παρ. 1 α), εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί... .". Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, αυτό απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 α του ΚΠοινΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 12682/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό εκθέσεως ...έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της 13094/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και σε χρηματική ποινή 300.000 δραχμών, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Από τη σχετική ... έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση, ως γνωστής διαμονής κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτήν τα εξής : "ουδέποτε μου κοινοποιήθηκε νόμιμα η εκκαλουμένη απόφαση ούτε και έλαβα γνώση καθοιονδήποτε τρόπο αυτής μέχρι και της 29-10-2008, είχα πάντοτε γνωστή στις Αρχές κατοικία και κατοικούσα από το 1965 μέχρι και τον Αύγουστο του 1997 συνεχώς επί της ... και ακολούθως αναγκάστηκα να εγκατασταθώ μετά της οικογενείας μου στα ... , διατηρώντας στην ... ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2001 και έκτοτε στην ..., στην προαναφερθείσα οδό. Ουδέποτε υπήρξα άγνωστης διαμονής, στη δε διεύθυνση ..., παρέμεινε ο πατέρας μου ...μέχρι το 2002, ότε και απεβίωσε. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από έγγραφα και μάρτυρες που προσάγονται". Είχε δηλαδή προβάλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανωτέρας βίας, εξ αιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου η μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως. Δεν αναφέρει όμως στην έφεσή του, για το ορισμένο του ισχυρισμού ακυρότητας της επιδόσεως, αν τη φερόμενη αυτή μεταβολή κατοικίας και την τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή Αθηνών που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, πράγμα που δεν αναφέρει ούτε και στην έκθεση αναιρέσεως. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην αιτιολογία της αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν προκύπτουν τα εξής: Ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ερήμην με τη με αριθ. 13094/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 300.000 δραχμών για παράβαση του Ν. 5960/1933 περί επιταγών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον ερήμην δικασθέντα κατηγορούμενο την 28-9-1998 ως αγνώστου διαμονής, όπως προκύπτει από το από 28-9-1998 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του ΑΤΕ Ελληνικού ..., καθόσον στην ..., που αναζητήθηκε και ήταν η τελευταία γνωστή κατοικία του, δεν ανευρέθηκε τόσον ο ίδιος, όσον και κάποια από τα αναφερόμενα, στο άρθρο 156 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. πρόσωπα. Με την κρινόμενη έφεσή του ο εκκαλών, ισχυρίζεται ότι ήταν έκτοτε γνωστής διαμονής και συγκεκριμένα ότι η κατοικία του από τον Σεπτέμβριο του 1997 ήταν στα ..., δεν αναφέρει όμως αν είχε δηλώσει αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της απόφασης (βλ. και ΑΠ 745/2006 Ποιν. Δικ. 1006.1139). Εγκύρως επομένως επιδόθηκε σ' αυτόν η απόφαση ως άγνωστης διαμονής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη με αριθμό ... έκθεση έφεσης, ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη έφεση την 30-10-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ προθεσμίας των 30 ημερών. Κατά συνέπεια η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών στα νόμιμα έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)". Στην παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται η χρονολογία επιδόσεως την... της εκκαλουμένης ...ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το όργανο που ενήργησε την επίδοση και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 30-10-2007, δηλαδή μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς της. Η ως άνω αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως, ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, προσβαλλόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθεται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή των Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω νέα διεύθυνση της κατοικίας του, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην Εισαγγελία αυτή διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο η Εισαγγελία Αθηνών να ζητήσει πληροφορίες από άλλες Εισαγγελίες της Χώρας, ούτε το δικαστήριο όφειλε να διαλάβει ειδική αιτιολογία, σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω νέα διεύθυνση, εκ περισσού δε εξετάστηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρας στο ακροατήριο και αναγνώσθηκαν έγγραφα. Επίσης σημειώνεται, ότι το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία για τους λόγους ανώτερης βίας (που τυχόν εμπόδισαν την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως), αφού δεν έγινε από τον εκκαλούντα επίκληση τέτοιων λόγων. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ σχετικός μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 100/19-9-2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 12682/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου εγκύρως ως αγνώστου διαμονής. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2439/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο Εισητητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, περί αναιρέσεως της 4293/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημοσθένη Δημόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 88/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4293/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι στο αιτιολογικό της, διαλαμβάνονται τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: αυτός βαρύνεται με αμέλεια για την αποδιδόμενη σ' αυτόν ανθρωποκτονία και μάλιστα με ευσυνείδητη αμέλεια, καθόσον ενόψει των περιστάσεων και συνθηκών υπό τις οποίες διενεργούσε την ένδικη φόρτωση προέβλεπε ως δυνατό το επελθόν αποτέλεσμα, πλην όμως πίστευε ότι τούτο δεν θα επερχόταν και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και μάλιστα κατά πλειοψηφία, καθόσον ένα μέλος του Δικαστηρίου (η σύνεδρος ...) είτε γη γνώμη ότι αυτός θα έπρεπε να κηρυχθεί αθώος. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος στην ... στις 11-11-2004 και περί ώρα 12:15 μ.μ. ως υπεύθυνος χειριστής γερανοφόρου οχήματος και συγκεκριμένα του υπ' αριθμ. κυκλ. ... γερανοφόρου οχήματος τύπου κλαρκ, δεν μερίμνησε για τη λήψη μέτρων που να εξασφαλίσουν την ασφάλεια τρίτων κατά την απόληψη εμπορευμάτων εκ του εδάφους, ώστε να μην εκτίθενται σε κίνδυνο πρόσωπα λόγω καταπτώσεως, κυλίσεως, ανατροπής ή καταρρεύσεως, όπως είχε προς τούτο λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς τους ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 85 παρ. 1, 3 και 89 παρ. 2 του ΠΔ 1073/81 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια... ". Συγκεκριμένα αυτός ενεργούσε τη φόρτωση δεμάτων ξυλείας σε ντάνες τριών δεμάτων καθ' ύψους, στο φορτηγό ιδιοκτησίας του Ψ. Αυτός (κατηγ.) είναι μέλος του Συνδέσμου φορτοεκφορτωτών του Λιμένος ... και είχε προστηθεί από τον εν λόγω Σύνδεσμο στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Τα δέματα της ξυλείας, με βάρος 1,5 τόνου το καθένα, είχαν αυγοειδές σχήμα, λόγω του οποίου και της πολυγωνικής διατομής τους, δεν είχαν επαρκή ευστάθεια και κατά την τοποθέτησή τους το ένα πάνω στο άλλο δεν ήταν δυνατό να ισορροπήσουν και έτσι η κάθε ντάνα ακουμπούσε στη διπλανή της, ώστε να αντιστηρίζονται, ενώ σε κάθε δέμα ήταν δεμένοι κάθετα δύο ξύλινοι τάκοι τετραγωνικής διατομής, που δημιουργούσαν στο κάτω μέρος ένα διάκενο, ώστε να μπορούν να μπουν τα πιρούνια του κλαρκ για να το ανυψώσουν και να το τοποθετήσουν στην καρότσα του φορτηγού. Η στοιβασία των δεμάτων για την οποία αρμόδιοι ήταν ως υπεύθυνοι του λιμένος είχε γίνει με την τοποθέτηση της πρώτης ντάνας προς την πλευρά του δρόμου και των επόμενων μπροστά από αυτήν προς την πλευρά της θάλασσας. Ετσι οι ντάνες είχαν μία κλίση προς την πλευρά του δρόμου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η κάθε ντάνα στηριζόταν στην προηγούμενη και επί πλέον το έδαφος ήταν επικλινές. Η λήψη των δεμάτων από τον κατηγορούμενο.
Είχε αρχίσει από την πλευρά του δρόμου, δηλαδή από την αντίθετη πλευρά από αυτή που είχε ολοκληρωθεί η τοποθέτησή τους, ήτοι από την πλευρά που υπήρχε κλίση του εδάφους, προς την οποία και έγερναν οι ντάνες των δεμάτων, που όπως προαναφέρθηκε ήταν σε ασταθή ισορροπία. Ο κατηγορούμενος είχε μεταφέρει τα δύο από τα τρία δέματα της πρώτης ντάνας στο φορτηγό και έτσι στην πρώτη ντάνα είχε μείνει ένα δέμα, ακουμπισμένο στο έδαφος, ενώ στην αμέσως επόμενη ντάνα υπήρχαν και τα τρία δέματα καθ' ύψος, τα οποία είχαν κλίση (έγερναν) προς το μέρος του διπλανού μοναδικού δέματος και δεν ευσταθούσαν επαρκώς, γιατί τα δύο δέματα με τα οποία αντιστηρίζονταν, είχαν ήδη φορτωθεί. Στο μοναδικό δέμα της πρώτης ντάνας, που ήταν στο έδαφος δεν υπήρχε ο ένας τάκος, στον οποίο έπρεπε να στηριζόταν και δεν ήταν δυνατό να μπουν τα πηρούνια του κλαρκ για να ανυψωθεί. Τότε ο οδηγός του φορτηγού που παρακολουθούσε τη φόρτωση, έφερε ένα τάκο για να τον τοποθετήσει κάτω από το δέμα, πράγμα το οποίο κατέστη εφικτό με την συνδρομή του κατηγορούμενου που τοποθέτησε το πηρούνι κάτω από το δέμα, και το ανασήκωσε λίγο. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τα πηρούνια του κλαρκ βαθύτερα και σε όλο το πλάτος του δέματος, ώστε να το ανυψώσει και να το μεταφέρει στο φορτηγό. Πλην όμως προτού προβεί στην ενέργεια αυτή δεν βεβαιώθηκε ότι ο Ψ είχε απομακρυνθεί σε απόσταση ασφαλείας ώστε να μην κινδυνεύει από "την διακίνηση" του φορτίου, με αποτέλεσμα κατά τη διαδικασία εγκλωβισμού του φορτίου στα πηρούνια του κλαρκ, να κουνηθεί τόσο το συγκεκριμένο δέμα, όσο τα μη αντιστηριζόμενα (λόγω της προηγηθείσας φορτώσεως των δύο δεμάτων της πρώτης ντάνας) διπλανά δέματα, να κλονισθεί η ασταθής ισορροπία τους και να πέσει από τη θέση στοιβασίας του ένα δέμα και να καταπλακώσει τον προαναφερθέντα Ψ, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα υποστάς κατασύντριψη των οστών της πυέλου και τρώση των μηριαίων αγγείων, από δε τον τραυματισμό του αυτό ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα στο ότι αυτός δεν επιχείρησε τη φόρτωση από την πλευρά που η στοιβασία του φορτίου δεν παρουσίαζε κλίση και συνακόλουθα κίνδυνο καταπτώσεως των δεμάτων του φορτίου και δεν μερίμνησε να προβεί στην ανύψωση του προς φόρτωση δέματος αφού πρώτα απομακρυνόταν ο παθών, έχοντας προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων (άρθρ. 85 παρ. 1 και 3 και 89 παρ. 2 ΠΔ 1073/91), αυτός δε προέβλεπε ως συνέπεια των εν λόγω παραλείψεών του το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά πίστευε όταν τούτο δεν θα επερχόταν. Ενόψει τούτων ο κατηγορ. ανεξάρτητα από την συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος, που επίσης βαρύνεται με συνειδητή αμέλεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της προαναφερθείσας ανθρωποκτονίας από αμέλεια και μάλιστα με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, καθόσον αυτός μέχρι του χρόνου τελέσεως της πράξεως αυτής ήταν ανεπίληπτος σε όλους τους τομείς των δραστηριοτήτων του. Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι δεν καταλύεται αλλά αντίθετα επιτείνεται η συνειδητή αμελής συμπεριφορά του κατηγορ. από το ότι εν γνώσει όλων των απασχολουμένων στο λιμάνι της ... η στοιβασία των φορτίων και οι φορτώσεις γινόντουσαν παρά ταύτα με την ανοχή όλων, ούτε το ότι η συγκεκριμένη φόρτωση δεν μπορούσε να γίνει από την πλευρά του λιμανιού ελλείψει χώρου, αφού ο κατηγορούμενος κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει όπως επιβάλλεται από τους κανόνες που την διέπουν και όφειλε να την αρνηθεί, μη συντρεχόντων των όρων του άρθρου 21 ΠΚ περί προσταγής αυτών που τον προέστησαν στην εκτέλεση της εργασίας αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά , στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15,26 παρ.1 β, 28, 302 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, αναφέρεται σε τι συνίσταται η δια παραλείψεως αμέλεια του αναιρεσείοντος, ως υπευθύνου χειριστή ανυψωτικού οχήματος (κλάρκ), μέλους του Συνδέσμου Φορτοεκφορτών Λιμένος ..., από τον οποίο και είχεν προστηθεί στη φόρτωση στην προβλήτα του λιμένος ... τριών ογκωδών, βάρους 1,5 τόννων του καθενός, δεμάτων ξυλείας σε φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του παθόντος, ήτοι ποία συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και όφειλε να πάρει, ως εκ των καθηκόντων του εκ της παραπάνω σχέσης του με την φόρτωση και της ιδιότητάς του ως χειριστή και δη στο ότι α) δεν επιχείρησε, ως εκ του επαγγέλματός του ως χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος, την φόρτωση βαρέως δέματος ξυλείας από την πλευρά που η στοιβασία του φορτίου δεν παρουσίαζε κλίση και συνακόλουθα κίνδυνο καταπτώσεως και β) δε μερίμνησε να λάβει μέτρα ασφαλείας τρίτων κατά την απόληψη υπ' αυτού των δεμάτων και δη να προβεί στην ανύψωση του προς φόρτωση τρίτου δέματος, αφού πρώτα απομακρυνόταν ο παθών οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Ψ, ο οποίος μόλις είχε τοποθετήσει ο ίδιος ένα τάκο, που δεν υπήρχε, κάτω από το δέμα που θα φορτωνόταν, για να διευκολύνει τον κατηγορούμενο χειριστή, ο οποίος και έτσι μπόρεσε να διεισδύσει τα πηρούνια του οχήματός του κάτω από το δέμα, προκειμένου στη συνέχεια να προβεί στην ανύψωση και φόρτωση του φορτηγού, την οποία και άρχισε να επιχειρεί, χωρίς όμως να αναμένει να απομακρυνθεί πρώτα ο παθών οδηγός σε απόσταση ασφαλείας, αλλά στην προσπάθεια αυτή του κατηγορουμένου, κινήθηκε το συγκεκριμένο δέμα ξυλείας, κλονίστηκε η ήδη, από την αφαίρεση των δύο διπλανών δεμάτων, προκληθείσα από τον κατηγορούμενο ασταθής και γνωστή σε αυτόν, ως εκ του επαγγέλματός του, ισορροπία του δέματος. Αποτέλεσμα τούτων ήταν να καταπέσει το προς ανύψωση δέμα από τη θέση του και να καταπλακώσει τον παθόντα, ο οποίος και τραυματίστηκε θανάσιμα, αποτέλεσμα δε, το οποίο ο αναιρεσείων χειριστής έβλεπε και προέβλεψε, ως συνέπεια των άνω παραλείψεών του, αλλά πίστευσε ότι δε θα επερχόταν, δέχθηκε δηλαδή το δικαστήριο σαφώς συνδρομή ενσυνείδητης αμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική του υποχρέωση αιτιολογείται ως παραπάνω πηγάζουσα από την έννομη σχέση του, ως προστηθέντος στη φόρτωση του φορτηγού αυτοκινήτου του παθόντος και από την επαγγελματική του ιδιότητα ως χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος φορτώσεως βαρέων και ογκωδών αντικειμένων, η δε, πέραν των παραπάνω, εφαρμογή, κατ' αναλογία, από την προσβαλλόμενη απόφαση, των διατάξεων των άρθρων 85 παρ.1, 3 και 89 παρ.2 Π.Δ. 1073/1981" περί μέτρων ασφαλείας, που αφορούν όμως μέτρα ασφαλείας μηχανικών κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και όχι σε λιμάνια, έγινε εκ περισσού και δεν καθιστά από την αναφορά στο αιτιολογικό και των εν λόγω διατάξεων ασαφή ή ελλιπή την αιτιολογία γ) αναφέρεται στο αιτιολογικό και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αναφερομένων παραλείψεων, ως ενεργού αιτίας, μετά της συνυπαιτιότητας του παθόντος, και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του άνω οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου που φόρτωνε, γεγονός που θα αποφευγόταν, αν ο κατηγορούμενος χειριστής είχεν λάβει, όπως όφειλεν εκ των καθηκόντων του, τα παραπάνω επιβαλλόμενα και προσήκοντα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας, (θέση και μέρος φορτώσεως και αναμονή απομακρύνσεως του παθόντος οδηγού από το σημείο κινδύνου πτώσεως του υπό φόρτωση δέματος), τα οποία όφειλε να είχε λάβει, και, αν είχε λάβει, ασφαλώς θα απεφεύγετο ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος, δ) κατά την ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος είχεν προστηθεί στην άνω φόρτωση από το Σύνδεσμο φορτοεκφορτών λιμένος ... και δε συνδεόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας από τον παθόντα παραλήπτη των δεμάτων ξυλείας, οι δε αιτιάσεις ότι ο παθών οδηγός πλησίσε αυτοβούλως στο χώρο εργασίας και προσπάθησε να τοποθετήσει τον τάκο, ότι ο παθών και ο εκτελωνιστής του υπέδειξαν τη θέση φορτώσεως, αφορούν την ουσία της υποθέσεως και δεν αναιρούν την κατά τα παραπάνω ευθύνη του κατηγορουμένου χειριστή, ε) έγινε ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία δεν παραβιάστηκε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νομίμου βάσεως και οι σχετικές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/7-1-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 4293/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Ανθρωποκτονία από αμέλεια, δια παραλείψεως ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως. Εργατικό ατύχημα κατά τη χρήση ανυψωτικού μηχανήματος. Έννοια άρθρ. 15 και 302 ΠΚ. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια (εργατικό ατύχημα με χρήση ανυψωτικού μηχανήματος) και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και ελλιπή αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2437/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 6605/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους του: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ναθαναήλ. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, κάτοικο ... και 2) Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θεοφανόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1830/08.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται, όμως, για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6605/2008 απόφασή του, το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε αθώο τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, το δε δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 αθώο ηθικής αυτουργίας στις ανωτέρω πράξεις του πρώτου πράξεις που κατά το διατακτικό φέρονται τελεσθείσες στις 26-9-2002. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στην απολογία του κατηγορουμένου (παρόντος) Χ2. Προκύπτουν ικανές αμφιβολίες για την ενοχή των κατηγορουμένων και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σε αυτούς πράξεων ως το διατακτικό. Ειδικότερα δε αποδέχτηκε ότι τα όσα κατέθεσε ο κατηγορούμενος Χ2 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της από 3-3-2000 αγωγής του αδελφού του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 κατά του κατηγορουμένου Χ1 (γαμβρού επί θυγατέρα του, καλοπίστως πιστεύει ως αληθή και ουδόλως αποσκοπούσε και απέβλεπε στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεως των εγκαλούντων, κατέθεσε δε αυτά αυτοβούλως χωρίς προτροπή ή της παραίνεση του δευτέρου των κατηγορουμένων Χ1".
Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει απ' αυτήν, α) δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη μη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων, ούτε εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων, β) δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία ήχθη σε κρίση, ότι όσα κατέθεσε ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος, τα οποία και συμπεριελήφθησαν στην φερόμενη ως ψευδή κατάθεσή του, τα κατέθεσε αυτοβούλως, χωρίς την προτροπή ή την παραίνεση του δευτέρου των κατηγορουμένων Χ1, γ) ενώ στην αιτιολογία αναφέρεται ότι αποδείχθηκε, ότι όσα ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 διέλαβε στην ένορκη κατάθεσή του ως μάρτυρας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καλοπίστως πίστευε ως αληθή και δεν αποσκοπούσε ούτε απέβλεπε να βλάψει καθοιονδήποτε τρόπο την τιμή και την υπόληψη των τότε εγκαλουμένων Ψ1 και Ψ2, τελικά το δικαστήριο, στο διατακτικό του αθώωσε τον πρώτο κατηγορούμενο και των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, χωρίς προηγουμένως να διευκρινίζει αν τα περιληφθέντα στην ένορκη κατάθεσή του, ήταν τελικά κατά την πεποίθηση του δικαστηρίου αληθή ή ψευδή. Ήτοι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προσθέτως, ενώ το δικαστήριο, αθώωσε τον πρώτο κατηγορούμενο και για τις πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και το δεύτερο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην άνω συκοφαντική δυσφήμηση, δεν ερεύνησε επικουρικά, όπως όφειλε αυτεπαγγέλτως, (αν δεν αποδεικνύετο ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές), αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως του άρθρου 362 του ΠΚ και στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο και αυτό, δεν ερεύνησε, κατ'άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ, αν υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως και στοιχειοθετείται απλή εξύβριση του άρθρου 361 ΠΚ, ζητήματα για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει. Άρα, το δικαστήριο, υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας , κατά το δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, βάσιμο λόγο της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6605/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημέτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προσθέτως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση. 2. Βάσιμος και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι ενώ το δικαστήριο, αθώωσε τον κατηγορούμενο και για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δεν ερεύνησε επικουρικά, όπως όφειλεν αυτεπαγγέλτως, αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, μήπως στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως του άρθρου 362 του ΠΚ και στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο και αυτό, δεν ερεύνησε, κατ' άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ, μήπως υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως και στοιχειοθετείται απλή εξύβριση του άρθρου 361 ΠΚ, ζητήματα για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 2438/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 6603/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ναθαναήλ. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κάτοικοι ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θεοφανόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1831/08.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται, όμως, για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6603/2008 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση πράξεις που κατά το διατακτικό της αποφάσεως φέρονται τελεσθείσες στις 23-10-2002, 5-12-2002 και 29-1-2003. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, προκύπτουν ικανές αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου και γι' αυτό πρέπει αυτόν να κηρυχθεί αθώον των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων. Ειδικότερα δε αποδείχτηκε ότι τα όσα ο κατηγορούμενος διέλαβε στην από 14-10-2002 μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για τους εκκαλούντες (πενθερό - πενθερά του) καλόπιστων πίστευε ως αληθή και με ουδόλως ήθελε η αποσκοπούσε στην προσβολή από τιμής και υπόληψης των εγκαλούντων. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος των αποδιδόμενων σε αυτόν αξιόποινων πράξεων ως στο διατακτικό".
Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει απ' αυτήν, α) δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη μη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων, ούτε εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου, β) ενώ η αιτιολογία αναφέρεται στην από 14-10-2002 μήνυση του κατηγορουμένου, δεχθέν το δικαστήριο ότι όσα ο κατηγορούμενος διέλαβε σε αυτή καλοπίστως πίστευε ως αληθή και δεν αποσκοπούσε ούτε απέβλεπε να βλάψει καθοιονδήποτε τρόπο την τιμή και την υπόληψη των τότε εγκαλουμένων πεθερού και πεθεράς του, τελικά το δικαστήριο, στο διατακτικό του, αθώωσε τον κατηγορούμενο και των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και όσον αφορά τα περιστατικά που περιελήφθησαν και στις από 5-12-2002 και από 29-1-2003 ένορκες βεβαιώσεις του ως μάρτυρα στον Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει, γ) δεν διευκρινίζει αν τα περιληφθέντα, τόσο στην από 14-10-2002 μήνυση του κατηγορουμένου, όσο και στις από 23-10-2002, από 5-12-2003 και από 29-1-2003 ένορκες καταθέσεις του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών η πρώτη και στον Πταισματοδίκη Χαλανδρίου οι λοιπές, ήταν αληθή ή ψευδή. Ήτοι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προσθέτως, ενώ το δικαστήριο, αθώωσε τον κατηγορούμενο και για τη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, δεν ερεύνησε επικουρικά, όπως όφειλε αυτεπαγγέλτως, (αν δεν αποδεικνύετο ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές), αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως του άρθρου 362 του ΠΚ και στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο και αυτό, δεν ερεύνησε, κατ' άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ, αν υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως και στοιχειοθετείται απλή εξύβριση του άρθρου 361 ΠΚ, ζητήματα για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει. Άρα, το δικαστήριο, υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, κατά το δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, βάσιμο λόγο της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6603/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί. Παραπέμπει. 1. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προσθέτως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση. 2. Βάσιμος και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι ενώ το δικαστήριο, αθώωσε τον κατηγορούμενο και για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δεν ερεύνησε επικουρικά, όπως όφειλεν αυτεπαγγέλτως, αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, μήπως στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως του άρθρου 362 του ΠΚ και στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο και αυτό, δεν ερεύνησε, κατ' άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ, μήπως υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως και στοιχειοθετείται απλή εξύβριση του άρθρου 361 ΠΚ, ζητήματα για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 2436/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 6604/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ναθαναήλ. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1, κάτοικο ... και 2) Ψ2, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θεοφανόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18 Νοεμβρίου 2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1829/08.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν. δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν απαιτείται, όμως, για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να θεωρηθεί η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη, πρέπει να προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6604/2008 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο ( Πλημμελημάτων) Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο δέχτηκε στο αιτιολογικό του, τα ακόλουθα: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας Δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτουν ικανές αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου και πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος των αποδιδόμενων σε αυτόν πράξεων ως το διατακτικό. Ειδικότερα δεν αποδείχτηκε ότι τα όσα ο ως άνω κατηγορούμενος διέλαβε στην από 29-1-2003 έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις 5-6-2003 ενώπιον του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου, στις 29/1 και 5-6-2003, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και του Πταισματοδίκη Αθηνών και του Πταισματοδίκη Χαλανδρίου αντίστοιχα, καλοπίστως πίστευε ως αληθή και ουδόλως αποσκοπούσε ή απέβλεπε να βλάψει καθοιονδήποτε τρόπο, την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων (πρώην πενθερό και σύζυγό του)".
Με τις παραδοχές της όμως αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει απ' αυτήν, α) δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη μη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των άνω αξιοποίνων πράξεων, ούτε εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου, β) ενώ η αιτιολογία αναφέρεται στην από 29-1-2003 έγκληση του κατηγορουμένου και στις ένορκες από 29-1-2003 και από 5-6-2003 καταθέσεις αυτού στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στον Πταισματοδίκη Χαλανδρίου αντίστοιχα, δεχθέν το δικαστήριο ότι όσα ο κατηγορούμενος διέλαβε σε αυτές καλοπίστως πίστευε ως αληθή και δεν αποσκοπούσε ούτε απέβλεπε να βλάψει καθοιονδήποτε τρόπο την τιμή και την υπόληψη των τότε εγκαλουμένων, τελικά το δικαστήριο, στο διατακτικό του αθώωσε τον κατηγορούμενο και των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και όσον αφορά τα περιστατικά που περιελήφθησαν και στην από 20-1-2003 μήνυσή του και επιβεβαίωσε ενόρκως στις 21-1-2003 στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που την υπέβαλε, για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει, γ) δεν διευκρινίζει αν τα περιληφθέντα, τόσο στην από 20-1-2003 μήνυση του κατηγορουμένου, όσο και στις από 21-1-2003 και από 5-6-2003 ένορκες καταθέσεις του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στον Πταισματοδίκη Χαλανδρίου αντίστοιχα, σε βάρος των Ψ1 και Ψ2, ήταν αληθή ή ψευδή. Ήτοι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Προσθέτως, ενώ το δικαστήριο, αθώωσε τον κατηγορούμενο και για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δεν ερεύνησε επικουρικά, όπως όφειλε αυτεπαγγέλτως, (αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές), αν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως του άρθρου 362 του ΠΚ και στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο και αυτό, δεν ερεύνησε, κατ'άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ, αν υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως και στοιχειοθετείται απλή εξύβριση του άρθρου 361 ΠΚ. Άρα, το δικαστήριο, υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας , κατά το δεύτερο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, βάσιμο λόγο της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6604/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1. Βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την αθώωση. 2. Βάσιμος και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος της αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, διότι ενώ το δικαστήριο, αθώωσε τον κατηγορούμενο και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, δεν ερεύνησε επικουρικά, όπως όφειλε αυτεπαγγέλτως, αν δεν αποδεικνύεται ότι το δυσφημιστικό γεγονός είναι ψευδές, μήπως στοιχειοθετείται το έγκλημα της απλής δυσφημήσεως του άρθρου 362 του ΠΚ και στην περίπτωση που δεν στοιχειοθετείτο και αυτό, δεν ερεύνησε, κατ' άρθρο 366 παρ. 3 του ΠΚ, μήπως υπήρχε σκοπός εξυβρίσεως και στοιχειοθετείται απλή εξύβριση του άρθρου 361 ΠΚ, ζητήματα για τα οποία ουδεμία αιτιολογία υπάρχει. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2435/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παϊπέτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ6749/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 925/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 §1, 96 §2, 42 §2 εδάφ. β' και γ', 473 §2, 474 §1, 476 §1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, που μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε όχι μόνο με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση για την οποία (δήλωση) συντάσσεται έκθεση από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και εκείνον που την δέχεται, αλλά, επίσης, και με δήλωση που περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ασκείται αυτό το ένδικο μέσο και επίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η έναρξη της οποίας, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, ορίζεται κατά τα προβλεπόμενα στις §§ 1, 3 του άρθρου 473, υπό την προϋπόθεση ότι η δήλωση που επιδίδεται υπογράφεται αυτοπροσώπως από τον δικαιούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 §2, δηλαδή με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε Δημόσια, Δημοτική ή Κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο και το οποίο έγγραφο (συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή απλή έγγραφη δήλωση) αν δεν προσαρτάται στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στην κατ' άρθρο 473 §2 δήλωση του δικαιουμένου, που δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως, προσκομίζεται στον γραμματέα του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή ή εάν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που επισκοπούνται για να κριθεί το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας κατ' έφεση, κατεδίκασε τους μη εμφανισθέντες κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ τον καθένα, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Η κρινόμενη από 14-4-2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-4-2008 από τον δικαστικό επιμελητή που ενήργησε κατά παραγγελία της εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1, από την οποία μόνον υπογράφεται η περί αναιρέσεως άνω δήλωση, ενώ δεν έχει υπογραφεί η δήλωση αυτή από τον δεύτερο αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους Χ2. Δεν γίνεται λόγος στην άνω δήλωση περί αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η υπογράφουσα αυτήν πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπούσε τον έτερο άνω αναιρεσείοντα, ούτε υπάρχει στη δικογραφία το προβλεπόμενο από το άρθρο 465 §1 Κ.Ποιν.Δ. πληρεξούσιο ή έγγραφη δήλωση του αναιρεσείοντος Χ2 με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του κατά στα οριζόμενα στα άρθρα 96 §2 και με τις διατυπώσεις του άρθρου 42 §2 εδάφ. β' και γ' Κ.Ποιν.Δ., στην οποία να μνημονεύεται παροχή εντολής από τον άνω κατηγορούμενο στην υπογράφουσα την ένδικη δήλωση συγκατηγορούμενή του να ασκήσει αναίρεση και για αυτόν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων που παρέστη κατά της συζήτηση στο παρόν δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §4 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). Όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα στην οποία η άνω καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στις 31-3-2008, η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, περιέχουσα συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 79 §1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Ακολούθως, με το άρθρο 4 §1 του Ν.2406/1996, η §3 του άρθρου 79 αντικαταστάθηκε και ορίσθηκε ότι το αξιόποινο της πράξεως της §1, εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.5960/1933, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση την υπό του νόμου απαιτουμένων στοιχείων, επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά τον χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής της και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εξαλείφεται, δηλαδή η πράξη καθίσταται μη αξιόποινη, αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής. Η πλήρης αποζημίωση του κομιστή δεν ταυτίζεται με την πληρωμή της επιταγής, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας, που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστέρηση πληρωμής της επιταγής.
Η απαιτούμενη από το άρθρο 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η πιο πάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Θεωρούνται δε αυτοτελείς ισχυρισμοί, όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν, εκτός των άλλων, στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται κατά τρόπο συγκεκριμένο, με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Τέλος, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως συντρέχει όταν ο δικαστής δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι η ήδη αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων ως ομορρύθμων εταίρων της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." στην Αμφιάλη, στις 31-5-2004, 10-6-2004 και 15-6-2004 εξέδωσαν σε διαταγή εμού του ιδίου, με πρόθεση, τρεις πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επιταγές, ήτοι την υπ' αριθμό ..., ποσού 4893,50 ευρώ, την υπ' αριθμό ..., ποσού 5127,50 ευρώ και την υπ' αριθμό ..., ποσού 4979 ευρώ, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή πληρωμής των, γνωρίζοντας την έλλειψη αυτή (ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων) και οι οποίες συγκεκριμένες επιταγές αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στις 8-6-2004 η πρώτη, στις 14-6-2004 η δεύτερη και στις 18-6-2004 η τρίτη επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα για πληρωμή, δεν πληρώθηκαν για έλλειψη διαθέσιμων προς το σκοπό αυτό κεφαλαίων. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και κήρυξε την αναιρεσείουσα, ένοχη του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, καταδικάζοντάς την στην προαναφερθείσα ποινή, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη που αποδιδόταν στην άνω αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή της κατηγορούμενης καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 §1 του Ν.5960/1933, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν απαραίτητο, εφόσον διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενήργησε από πρόθεση, ειδικότερη αιτιολογία των στοιχείων της γνώσεως αυτής ως εκδότριας των επιταγών για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων της εταιρείας, της οποίας ήταν νόμιμη εκπρόσωπος ως ομόρρυθμη εταίρος της, στην πληρώτρια Τράπεζα αφού η πράξη αυτή μπορούσε να τελεσθεί και με ενδεχόμενο και όχι άμεσο δόλο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται η διαπίστωση ότι υπάρχει έγκυρη και εμπρόθεσμη έγκληση, τη συνδρομή της οποίας, όπου αυτή απαιτείται, ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο.
Η διάταξη του άρθρου 4 §1β του Ν.2408/1996, που ισχύει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 αυτού από 4-6-1996 οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο άνω νόμος, καθιερώνει λόγο εξαλείψεως του αξιόποινου της πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής σε περίπτωση που ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής. Η άνω διάταξη, που αντικατέστησε την ρύθμιση της §3 του άρθρου 79 του Ν.5960/1993, υπό την ισχύ της οποίας αποτελούσε μόνο λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, δεν επιβάλει στο δικαστήριο αυτεπάγγελτη λήψη υπόψιν της εξάλειψης του αξιόποινου του άνω εγκλήματος για τον προβλεπόμενο σε αυτήν λόγο, χωρίς να αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την πλήρη ικανοποίηση του κομιστή. Αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου ως εκδότη της ακάλυπτης επιταγής ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή εκ των υστέρων, μετά τη μη πληρωμή της νομίμως εμφανισθείσης προς τούτο επιταγής. Αυτός ο ισχυρισμός πρέπει να προτείνεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο υπεράσπισής του κατά την ακροαματική διαδικασία ορισμένως και κατά τις διατυπώσεις των άρθρων 331, 333 §2, 368 Κ.Ποιν.Δ., για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένως σ' αυτόν και να ιδρύει η αναιτιολόγητη απόρριψή του λόγο αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας.
Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ενοχή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την πράξη για την οποία την καταδίκασε, στηρίζονται στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται ότι αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν και δεν ήταν απαραίτητο να ζητηθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε την άνω απόφαση να προσκομισθούν από την ζημιωθείσα εγκαλούσα που εξετάσθηκε ως μάρτυρας, τα πρωτότυπα των επίμαχων επιταγών, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη και να αιτιολογήσει την περί ενοχής της κρίση του. Εξάλλου η μη εμφάνιση της ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και η εκδίκαση της υποθέσεως ερήμην αυτής ως νόμιμης κλητευθείσας, δεν καθιστούσε επιβεβλημένο στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός από την άνω κατηγορούμενη να εξετάσει και να απαντήσει σχετικά με το εάν είχε πλήρως ικανοποιηθεί η εξετασθείσα ως μάρτυρας ζημιωθείσα από τις επίμαχες ακάλυπτες επιταγές μετά την εμφάνιση των και μη πληρωμή από τους εκδότες των επιταγών αυτών κατηγορούμενους, προκειμένου να μη σφάλει ως προς ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 79 του Ν.5960/1933. Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2008 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ6749/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για τον αναιρεσείοντα που δεν υπογράφει τη δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δια της οποίας ασκήθηκε το ειδικό μέσο, ούτε είχε εξουσιοδοτήσεις σε πληρεξούσιο ή σχετική έγγραφη δήλωση με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του την υπογραφούσα την δήλωση έτερη αναιρεσείουσα να καταθέσεις αναίρεση και γι' αυτόν. Απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την έτερη αναιρεσείουσα καταδικασθείσα για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση ερήμην σε δεύτερο βαθμό χωρίς να προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό για πλήρη μεταγενέστερη ικανοποίηση της ζημιωθείσης εγκαλούσας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 2433/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Οκτωβρίου (τρεις) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1879/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 581/19.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών τας ασκηθείσας υπό των κατηγορουμένων 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατοίκων ..., οδός ... αριθμ. ..., από 31 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεώς των κατά του υπ'αριθμ. 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Εκ της διατάξεως του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου υπό αντιπροσώπου του διαδίκου, πρέπει εντός προθεσμίας είκοσιν ημερών από της ασκήσεώς του, να προσκομισθή εις τον γραμματέα ενώπιον του οποίου ησκήθη τούτο το σχετικόν πληρεξούσιον, άλλως παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας αυτής το ένδικον μέσον κηρύσσεται απαράδεκτον κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 (Α.Π. 721/2007 Ποιν Δικ 2007 σελ. 1226 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η αίτησις αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ3 ησκήθη ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την 31 Οκτωβρίου 2008 διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Γιάνναρου, ο οποίος όμως δεν προσεκόμισεν εις τον ανωτέρω Γραμματέα εντός της εικοσαημέρου προθεσμίας το σχετικόν πληρεξούσιον (βλ. την από 21/11/2008 υπηρεσιακήν βεβαίωσιν).
Συνεπώς η αίτησις αναιρέσεως του Χ3 τυγχάνει απαράδεκτος.
ΙΙ. Αι αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2 και 2) Χ1 έχουν ασκηθή εμπροθέσμως και νομοτύπως.
Συνεπώς αυταί είναι τυπικώς παραδεκταί και πρέπει να ερευνηθή η βασιμότης του προβαλλομένου δι'αυτών λόγου αναιρέσεως.
ΙΙΙ. Διά του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ'ουσίαν αι εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων 1) Χ2 και 2) Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 87/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη το βούλευμα τούτο, που τους παρέπεμψεν εις το ακροατήριον διά να δικασθούν δι'απόπειραν ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργίαν και κατά συρροήν. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονούνται ήδη οι αναιρεσείοντες προβάλλοντες τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
IV. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη. Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος διά το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ολ Α.Π. 7/2008 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 496).
V. Εκ της διατάξεως του άρθρου 299 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεσις της ζωής ετέρου ανθρώπου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος. Ειδικώς επί του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως προβλέπονται δύο μορφαί δόλου, προμελετημένος και απρομελέτητος. Προμελετημένος δόλος υπάρχει, οσάκις ο δράστης εν ηρέμω ψυχική καταστάσει επιτρεπούση την σκέψιν απεφάσισε την τέλεσιν του εγκλήματος. Εάν η εκτέλεσις της πράξεως δεν επηκολούθησεν αμέσως μετά την απόφασιν, αλλ' εις μεταγενέστερον χρόνον, αρκεί διά την ύπαρξιν προμελετημένου δόλου να υπάρχη ηρεμία ψυχής είτε κατά το έν είτε κατά το άλλο χρονικόν σημείον. Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 42 παρ. 1 Π.Κ. εν συνδ. προς την ανωτέρω διάταξιν προκύπτει, ότι πράξις περιέχουσα αρχήν εκτελέσεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως είναι οιαδήποτε ενέργεια του δράστου, η οποία αποτελούσα τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως εις την πραγμάτωσιν αυτού ή τελεί προς αυτήν εν τοιαύτη αναγκαία και αμέσω σχέσει συναφείας, ώστε κατά την κοινήν αντίληψιν, να θεωρήται ως τμήμα αυτής και εις την οποίαν αμέσως άγει, εάν δεν ήθελεν εξ οιουδήποτε λόγου ανακοπή (Α.Π. 2130/2007, 1466/2007 Πραξ Λογ ΠΔ 2008 σελ. 174, Ποιν Χρ ΝΗ' σελ. 615 αντιστ. κ.ά.).
VI. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, διά παραδεκτής αναφοράς εις την ενσωματωθείσαν εις αυτό Εισαγγελικήν πρότασιν, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογιών κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που κατά τα ουσιώδη εν σχέσει με την υπόθεσιν σημεία των έχουν ως εξής:
Εις ... και παρά την θέσιν ... την 15ην Αυγούστου 2005 και περί ώραν 17.45', οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, από κοινού ενεργούντες μετ' άλλων συγκατηγορουμένων των, εντός της οικίας του ΑΑ, απεφάσισαν ευρισκόμενοι εις ήρεμον ψυχικήν κατάστασιν, να θανατώσουν τους ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ. Προς τούτο, ευρισκόμενοι εις την αυτήν ήρεμον ψυχικήν κατάστασιν, 1) ο Χ1 επυροβόλησεν επανειλημμένως διά κυνηγετικής καραμπίνας κατ'αυτών, τραυματίσας α) τον ΒΒ, εις την οπισθίαν επιφάνειαν του κορμού του σώματός του, τα άνω άκρα του, τον θώρακα, την κοιλιακήν και αριστεράν πλαγίαν τραχηλικήν χώραν, το αριστερόν ημιμόριον του προσώπου και το τριχωτόν της κεφαλής του, την πλαγίαν έξω επιφάνειαν κατά μήκος του αριστερού κάτω άκρου και εις το δεξιόν κάτω άκρον του, β) την ΓΓ, εις την δεξιάν άνω περιστοματικήν της χώραν, την δεξιάν κάτω γνάθον, την πλαγίαν έξω επιφάνειαν του άνω τριτημορίου της αριστεράς κνήμης της και εις την μεσότητα της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής της στήλης και γ) τον ΔΔ, εις την δεξιάν ωμικήν του χώραν, την έσω έλικα δεξιού ωτός, δεξιάν υπογνάθιον χώραν πλησίον της αρθρώσεως της κάτω γνάθου του, δεξιάν ωμοπλατιαίαν χώραν, οπίσθιον δεξιόν κάτω ημιθωράκιον, αριστεράν οσφυϊκήν χώραν και άνω τριτημόριον δεξιού κάτω άκρου του και 2) ο Χ2 επετέθη κατ'αυτών διά θλώντος, αμβλέος, επιμήκους ξυλίνου οργάνου, διά του οποίου εκτύπησε τούτους, προξενήσας εις α) τον ΒΒ, ελαφρά τραύματα εις όλον το σώμα αυτού, β) την ΓΓ, εκδοράς της μεσότητος την θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής της στήλης, γ) τον ΔΔ, εκδοράς της κατ'αγκώνος αρθρώσεως αμφοτεροπλεύρως, γραμμοειδή εκδοράν εις την πλαγίαν έξω επιφάνειαν του άνω τριτημορίου του δεξιού του βραχίονος, εκδοράς δεξιάς υπογναθίου χώρας πλησίον της αρθρώσεως της κάτω γνάθου του, διασπάρτους γραμμοειδείς εκδοράς δεξιάς ωμοπλατιαίας χώρας, οπισθίου δεξιού κάτω ημιθωρακίου, αριστεράς οσφυϊκής χώρας κα άνω τριτημορίου δεξιού κάτω άκρου του και δ) την ΕΕ, θλαστικήν εξοίδησιν της πλαγίας έξω επιφανείας της μεσότητος του αριστερού της αντιβραχίου. Πλην η πράξις των αυτή δεν ήχθη εις πέρας ουχί οικεία αυτών βουλήσει, αλλ'εξ εμποδίων εξωτερικών. Συγκεκριμένως διότι εξ αστοχίας των δεν έπληξαν αυτούς εις καίρια διά την ζωήν των σημεία του σώματός των.
VΙΙ. Με τας παραδοχάς του αυτάς ορθώς το Συμβούλιον Εφετών υπήγαγε τα ανωτέρω προκύψαντα πραγματικά περιστατικά εις τας διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 Π.Κ., δεχθέν ότι υφίσταται εν προκειμένω απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κατά συναυτουργίαν και κατά συρροήν.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστάμενος εις το ότι έπρεπε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά να υπαχθούν όχι εις τας ως άνω διατάξεις, αλλ' εις την διάταξιν του άρθρου 310 παρ. 1 Π.Κ. περί βαρείας μη σκοπουμένης σωματικής βλάβης ή εις την τοιαύτην του άρθρου 308 παρ. 1 Π.Κ. περί απλής σωματικής βλάβης.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθούν αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Ι. Να απορριφθούν αι από 31 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ3, 2) Χ2 και 3) Χ1, κατοίκων ..., οδός ... αριθμ. ..., κατά του υπ'αριθμ. 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να καταδικασθή έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ.
Αθήνα 15 Δεκεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Ανδρέας Ι. Ζύγουρας"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η παράγραφος 1 του άρθρου 476 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996 "περί τροποποιήσεως διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας κ.τ.λ.", ορίζει, ότι "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση, που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της Εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του δικαστικού συμβουλίου ή του συνερχομένου σε συμβούλιο δικαστηρίου οφείλει, εφόσον η έγγραφη πρόταση, που υποβάλλεται απ' αυτόν, διατυπώνει τη γνώμη ότι το ένδικο μέσο που άσκησε ο διάδικος είναι απαράδεκτο, να ειδοποιήσει τον διάδικο που άσκησε αυτό ή τον αντίκλητο του, για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, πριν από την εισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο). Ο δε γραμματέας της Εισαγγελίας διενεργεί την ειδοποίηση αυτή με οποιοδήποτε μέσο κρίνει ο ίδιος, ήτοι γραπτώς ή προφορικώς ή και τηλεφωνικώς και επισημειώνει την ενέργειά του αυτή στον φάκελο της δικογραφίας.
Εν προκειμένω, με την από 15 Δεκεμβρίου 2008 πρότασή του, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου προτείνει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Χ3 κατά του 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως απαράδεκτη, διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Γιάνναρος δεν προσεκόμισε στον Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Όμως, από την δικογραφία προκύπτει ότι δεν ειδοποιήθηκε από τον Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω μνημονευόμενους τρόπους ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητος αυτού δικηγόρος. Ενόψει αυτής της ελλείψεως, πρέπει το Συμβούλιο να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα και την ειδοποίηση αυτού ή του αντικλήτου του, εντός της ανωτέρω προβλεπομένης από το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προθεσμίας.
ΕΠΕΙΔΗ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση έγινε εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος. Ειδικώς, επί του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, προβλέπονται δύο μορφές δόλου, δηλαδή προμελετημένος και απρομελέτητος. Προμελετημένος δόλος υπάρχει, οσάκις ο δράστης σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, η οποία επιτρέπει την σκέψη, αποφάσισε την τέλεση του εγκλήματος. Εάν η εκτέλεση της πράξεως δεν επακολούθησε αμέσως μετά την απόφαση, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, αρκεί για την ύπαρξη προμελετημένου δόλου να υπάρχει ηρεμία ψυχής είτε κατά το ένα είτε κατά το άλλο χρονικό σημείο. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει ότι πράξη που περιέχει αρχή εκτελέσεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση είναι οποιαδήποτε ενέργεια του δράστη, η οποία, αποτελώντας τμήμα, εν όλω ή εν μέρει, της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε, κατά την κοινή αντίληψη, να θεωρείται ως τμήμα αυτής και στην οποία αμέσως άγει, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, με παραδεκτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση που έχει ενσωματωθεί σ' αυτό, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων απολογιών) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στον ... στις 15.00 της 15.8.2005, δύο άτομα, των οποίων τα στοιχεία δεν εξακριβώθηκαν κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση και κατά την κυρία ανάκριση, μετέβησαν στην οικία της ΣΤ και καθ' ον χρόνο ο ένας εξ αυτών προσπαθούσε να της πωλήσει διάφορα αντικείμενα, όπως χρυσαφικά, ηχεία και ψηφιακούς δίσκους, ως προς τα οποία η ΣΤ αντελήφθη ότι ήταν αντικείμενα κλοπών, ο άλλος επιχειρούσε να εισέλθει στο σπίτι της από κάποιο παράθυρο, που είχε ανοίξει ο ίδιος. Η ΣΤ φώναξε επιτιμητικά στους ανωτέρω, των οποίων δεν γνώριζε τις φυσιογνωμίες και εκείνοι τράπηκαν σε φυγή, εν συνεχεία δε αυτή φώναξε τα παιδιά της και τους διηγήθηκε το συμβάν, περιγράφοντας τους, τους εν λόγω δράστες. Μετά ταύτα, οι ανωτέρω αποφάσισαν να τους βρουν, αναζητώντας τους στον καταυλισμό των Ρομά, στα ..., όπου πράγματι τους εντόπισαν. Εκεί, η ΣΤ τους είπε ότι "κακώς κλέβουν από τους Τσιγγάνους, γιατί και οι ίδιοι είναι Τσιγγάνοι", όμως τότε, ο ένας εκ των δραστών της επετέθη με κατσαβίδι, προκαλώντας της "κάταγμα ρινικών οστών και μετωπιαίων αποφύσεων άνω γνάθου, αλλά και ρινορραγία". Ενόψει της εν λόγω εξελίξεως, συγκεντρώθηκαν συγγενείς της παθούσας, στους οποίους περιλαμβάνονται και ο κατηγορούμενος Χ2 αλλά και άλλοι, οι οποίοι, οδηγούμενοι από τους κατηγορούμενους Χ1, ο οποίος μάλιστα κρατούσε κυνηγετική καραμπίνα, Χ2, που κρατούσε πιστόλι και κυνηγετική καραμπίνα και ΖΖ, μετέβησαν στην οικία του ΑΑ, που βρίσκεται στη θέση ..., όπου ήταν συγκεντρωμένα αρκετά άτομα. Επειδή οι ανωτέρω πίστευαν ότι ανάμεσα στα προαναφερόμενα πρόσωπα βρίσκονταν και οι δράστες της επιθέσεως κατά της ΣΤ, επετέθησαν εναντίον όλων, αδιακρίτως και με ιδιαίτερο μένος, χρησιμοποιώντας όπλα, σίδερα και ξύλινους λοστούς, που έφεραν μαζί τους γι' αυτό το σκοπό και τραυμάτισαν ορισμένους από αυτούς, χρησιμοποιώντας εναντίον τους και τα προαναφερόμενα πρόσφορα για άμυνα και επίθεση αντικείμενα. Συγκεκριμένα, κρατώντας ο Χ1 κυνηγετική καραμπίνα, ο Χ2 κυνηγετική καραμπίνα μάρκας BERETTA ιταλικής προέλευσης, με στοιχεία "...", η οποία βρέθηκε αργότερα στην οικία του μετά από νομότυπη έρευνα των αστυνομικών του Τμήματος Ασφ. ... και κατασχέθηκε και ο ΖΖ ξύλινο λοστό, επετέθησαν εναντίον του ΒΒ, της ΓΓ, του ΔΔ και της ΕΕ, εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι τραυματίσθηκαν από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, οι οποίοι τους πυροβόλησαν, αφού τους είχαν προηγουμένως σκοπεύσει και η τελευταία τραυματίσθηκε από τον τρίτο, που την χτύπησε με τον ξύλινο λοστό, που κρατούσε. Οι ανωτέρω δράστες προκάλεσαν ειδικότερα: Στον ΒΒ "διάσπαρτα κυκλικά επιφανειακά τραύματα διαμ. 0,1 έως 0,4 mm στην οπίσθια επιφάνεια του κορμού του σώματος του, στα άνω άκρα του, στο θώρακα, στην κοιλιακή και αριστερή πλάγια τραχηλική του χώρα, στο αριστερό ημιμόριο του προσώπου και στο τριχωτό της κεφαλής του, στην πλάγια έξω επιφάνεια κατά μήκος του αριστερού κάτω άκρου, καθώς και στο δεξιό κάτω άκρο" και δύο "γραμμοειδείς εκδορές στην πλάγια έσω επιφάνεια της αριστερής κνήμης". Επίσης, στο άνω βλέφαρο του αριστερού οφθαλμού του βρέθηκε μεταλλικός χόνδρος, εξ αυτού του λόγου δε, προκλήθηκε άλγος στον αριστερό οφθαλμό και διαταραχή της οράσεως του. Στον ΔΔ "εκδορές της άρθρωσης του αγκώνα αμφοτερόπλευρα, γραμμοειδή εκδορά στην πλάγια έξω επιφάνεια του δεξιού βραχίονα, δύο κυκλοτερή επιφανειακά τραύματα διαμ. 0,3 mm στη δεξιά ωμική χώρα, καθώς και ένα στην έσω έλικα του δεξιού ωτός, από χόνδρο κυνηγετικού όπλου, εκδορές στη δεξιά υπογνάθιο χώρα, πλησίον της άρθρωσης της κάτω γνάθου, διάσπαρτες γραμμοειδείς και κυκλοτερείς μικροεκδορές στη δεξιά ωμοπλατιαία χώρα, στο οπίσθιο δεξιό κάτω ημιθωράκιο καθώς και στην αριστερή οσφυϊκή χώρα, εκδορές στη δεξιά κνήμη, θλαστική εξοίδηση του αριστερού αντιβραχίου". Στη ΓΓ: "δύο κυκλοτερή επιφανειακά τραύματα διαμ. 0,2 mm στη δεξιά περιστοματική χώρα και στη δεξιά κάτω γνάθο, καθώς έξι όμοια τραύματα στην πλάγια έξω επιφάνεια της ΑΡ κνήμης, εκδορές στη μεσότητα της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης" και στην ΕΕ "θλαστική εξοίδηση στην πλάγια έξω επιφάνεια της μεσότητας του αριστερού αντιβραχίου". Οι προαναφερθείσες σωματικές βλάβες προκύπτουν από τις συνημμένες υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... από 18.8.2005 ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή Αθηνών ... και από το υπ' αριθ. ... από 15.8.2005 εξιτήριο του Θριάσιου Γενικού Νοσοκομείου Ελευσίνας. Τα ανωτέρω συμβάντα επιβεβαιώνονται διά των καταθέσεων των παθόντων και των μαρτύρων αστυνομικών, ΗΗ και ΘΘ, που πήγαν στο χώρο των επεισοδίων για ενίσχυση των συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν κληθεί από τον ΒΒ και οι οποίοι ισχυρίσθηκαν, κατά τις από 17.8.2005 προανακριτικές καταθέσεις τους, ότι ο ΒΒ, αμέσως μετά τον τραυματισμό του με κυνηγετικό όπλο, κατονόμασε ως δράστες τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, αλλά και τους άλλους, που ήταν μαζί με αυτούς, Κατά την έρευνα, που έγινε στο σπίτι του Χ3, βρέθηκε μία κυνηγετική καραμπίνα. Ο αστυνομικός ΘΘ ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας, είδε ένα ανήλικο αγόρι, περίπου 10 ετών, να βγαίνει γρήγορα από το σπίτι, κρατώντας μία πετσέτα, από την οποία εξείχε η λαβή ενός πιστολιού, αλλά, πριν προλάβει να αντιδράσει, το παιδί επιβιβάσθηκε σε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, που έφυγε με μεγάλη ταχύτητα. Στο σπίτι του Χ2 (στα ...), βρέθηκε και κατασχέθηκε "μία κυνηγετική καραμπίνα, μάρκας BERETTA, με αριθμό ... και έξι φυσίγγια, αλλά και έξι φυσίγγια εκτός θαλάμης". Περαιτέρω, ο παθών ΒΒ, κατά την από 17.8.05 ένορκη κατάθεσή του, ανέφερε ότι όταν του επεδείχθη εντός του Αστυνομικού Τμήματος η κατά τα ανωτέρω ευρεθείσα και κατασχεθείσα κυνηγετική καραμπίνα, αναγνώρισε ότι αυτή ήταν η καραμπίνα, την οποία χρησιμοποίησε ο Χ1 εναντίον του και εναντίον των συγγενών του, λέγοντας μάλιστα και ότι ο Χ1 είχε πάρει αυτό το όπλο από τα χέρια του Χ3. Επίσης, ο ΒΒ παρέδωσε στην αστυνομία ένα πιστόλι, χρώματος ασημί, οκτώ φυσιγγίων των 9 mm, μαζί με το γεμιστήρα και οκτώ πλήρη φυσίγγια, το οποίο, όπως είπε στους αστυνομικούς, είχε πέσει από τη ζώνη του Χ3, κατά τη στιγμή των επεισοδίων, καθώς και εννέα φυσίγγια κυνηγετικού όπλου, που περισυνελέγησαν από το χώρο από τον οποίο οι δράστες έβαλαν εναντίον τους, Επί πλέον, ο ανωτέρω διευκρίνισε σχετικά με το γεγονός του τραυματισμού του, ότι είδε τους κατηγορούμενους Χ1 και Χ3, να στρέφουν τα όπλα τους επάνω του, ευρισκόμενη σε απόσταση 20 μέτρων από αυτόν και να πυροβολούν εναντίον του, καθ' ην στιγμή είχε στρέψει το σώμα του για να προστατέψει τα μικρά ανίψια του, ηλικίας τριών και πέντε ετών, αλλά και ότι τελικά κατόρθωσε να απομακρυνθεί και να ειδοποιήσει την αστυνομία. Η ΕΕ, η ΓΓ και ο ΔΔ επαναλαμβάνουν, κατά τις από 16.8.2005 ένορκες καταθέσεις τους, με απόλυτη ακρίβεια και χωρίς αντιφάσεις ότι ο κατηγορούμενος Χ3 κρατούσε πιστόλι, χρώματος ασημί και μία καραμπίνα, ότι ο κατηγορούμενος Χ1 κρατούσε μία καραμπίνα, ότι ο Χ2 κρατούσε ένα ξύλινο λοστό ως και ότι οι ανωτέρω τους τραυμάτισαν χρησιμοποιώντας τα προαναφερόμενα όπλα, ενώ η ΓΓ διευκρίνισε ότι ο ΖΖ την κτύπησε επανειλημμένα με λοστό, παρά το γεγονός ότι είχε στην αγκαλιά της τα παιδιά της. Οι κατηγορούμενοι κατά τις ανωμοτί καταθέσεις τους ενώπιον τω ν προανακριτικών υπαλλήλων καθώς και απολογούμενοι ενώπιον του Ανακριτή ισχυρίζονται: Ο Χ1 ότι την 15.8.2005 έλειπε από το σπίτι του και επέστρεψε αφού τα επεισόδια είχαν λήξει και δεν έχει καμία συμμετοχή. Ο Χ2 ότι δεν συμμετείχε στα επεισόδια και ότι ήταν στη ..., απ' όπου επέστρεψε την επομένη. Ο Χ3 ότι δεν συμμετείχε στο επεισόδιο, ότι η κατηγορία είναι κατασκευασμένη από τους παθόντες, προκειμένου να τον εκβιάσουν και να του αποσπάσουν χρήματα για να αποσύρουν τη μήνυση και ότι ο αστυνομικός ΘΘ ψεύδεται όταν λέει για το παιδί που έφυγε από το σπίτι του, ότι κρατούσε ένα πιστόλι τυλιγμένο στην πετσέτα, ο δε γιος του ΖΖ αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή στα επεισόδια και αναφέρει ότι οι παθόντες τραυματίστηκαν σε συμπλοκή με άλλους Ρομά και ενέπλεξαν εκείνους, για να τους κάνουν κακό, επειδή αυτοί δεν τους θέλουν στην ίδια περιοχή, διότι είναι σκηνίτες ενώ οι ίδιοι μένουν σε σπίτια. Κατ' ακολουθίαν, από τα προεκτεθέντα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού, συνάγεται πλέον ή επαρκώς (και στο βαθμό που απαιτείται, κατά το άρθρο 313 ΚΠΔ), ότι οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι ενώ βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ενεργώντας με νηφαλιότητα και με ψυχραιμία, απεφάσισαν να τελέσουν εις βάρος των ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως και ότι προς τούτο και ενώ εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, επέφεραν σ' αυτούς τα πλήγματα που περιγράφηκαν ειδικότερα ανωτέρω, όμως, τελικά αυτοί δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν τον ως άνω σκοπό τους, λόγω εξωτερικών και ανεξαρτήτων προς τη θέληση τους εμποδίων και συγκεκριμένα εξ αιτίας της μη προβλεφθείσας εκ μέρους τους αστοχίας των πληγμάτων που επέφεραν στα σώματα των παθόντων, σε συνδυασμό του εν λόγω γεγονότος με το ότι παρεσχέθησαν στους παθόντες εγκαίρως η αναγκαία ιατρική βοήθεια και η δέουσα νοσηλεία. Οι επίδικες ενέργειες των εκκαλούντων - κατηγορουμένων χαρακτηρίζονται ως παντελώς αδικαιολόγητες και διαπνεόμενες από ιδιαίτερη αδιαφορία, θρασύτητα και εκδικητικότητα, κρινόμενες σε κάθε περίπτωση, αλλά και κατά μείζονα λόγο, διότι προέβησαν σ' αυτές, μετά τον τραυματισμό της ΣΤ με το κατσαβίδι και όχι ταυτοχρόνως με αυτόν, ώστε να θεωρηθεί ενδεχομένως ότι αυτοί (παρευρεθέντες στο εν λόγω περιστατικό), περιήλθαν σε κατάσταση συναισθηματικής υπερδιεγέρσεως, οφειλομένης στην αγωνία τους για την πορεία της υγείας της ανωτέρω, αλλά και στην αγανάκτησή τους για τον τραυματισμό της. Επίσης, από όλα τα στοιχεία προέκυψε πλέον ή επαρκώς (βλ. ανωτ.) ότι οι εκκαλούντες τέλεσαν τις επίδικες πράξεις μετά από σκέψη, προγραμματισμό και οργάνωση, έχοντες μεταβεί ακριβώς γι' αυτό το λόγο στο σπίτι του ΑΑ και μάλιστα στραφέντες αδιακρίτως και με μένος εναντίον όλων όσων βρίσκονταν εκεί, χωρίς να υπολογίζουν τον άμεσο κίνδυνο υπό τον οποίο έθεσαν τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή ακόμη και μικρών παιδιών και χωρίς να πληρούνται σε οποιοδήποτε βαθμό οι προϋποθέσεις των άρθρων 22 ή 23 Π.Κ., σημειωτέον δε ότι αυτοί επετέθησαν και σε δύο γυναίκες (στη ΓΓ και στην ΕΕ), καθ' ην στιγμή γνώριζαν ότι οι δράστες των πράξεων που είχαν τελεσθεί κατά της ΣΤ ήταν μόνον άντρες. Είναι προφανές ότι από την αξιολόγηση της συνολικής συμπεριφοράς των εκκαλούντων - κατηγορουμένων συνάγεται ότι αυτοί ενήργησαν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, ενώ βρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ενώ είχαν την ικανότητα σταθμίσεως των αιτίων που συναρτώντο με την τέλεση ή με την αποφυγή των συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων, χωρίς να προηγηθεί η οποιαδήποτε ουσιαστική αφορμή εκ μέρους των παθόντων, οι οποίοι βρίσκονταν αμέριμνοι στο σπίτι τους, η οποία, έστω και ως υπόνοια, θα μπορούσε δικαιολογημένα να δημιουργήσει στους εγκαλούντες το φόβο ότι εκείνη τη στιγμή η σωματική ακεραιότητα ή η ζωή των ιδίων ή δικών τους προσώπων διέτρεχαν κάποιο κίνδυνο, εξαιτίας των παθόντων, δεδομένου ότι δεν προέκυψε η οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ κάποιων ενεργειών των τελευταίων (των παθόντων) και της προηγηθείσας επιθετικής συμπεριφοράς των αγνώστων προσώπων εναντίον της ΣΤ. Επισημαίνεται ότι ο τυχόν εκνευρισμός που ενδεχομένως να δημιουργήθηκε στους εκκαλούντες εξαιτίας του προηγηθέντος τραυματισμού της ΣΤ, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, δεν κρίνεται ικανός για να τους οδηγήσει σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, η οποία θα τους αφαιρούσε κάθε δυνατότητα για ήρεμη σκέψη και κατ' επέκταση για έλλογη στάθμιση" κατά την απόφαση ή κατά την εκτέλεση των πράξεων τους, ως και ότι η ανθρωποκτόνος πρόθεση τους προκύπτει από το γεγονός ότι κατάφεραν με σφοδρότητα αλλά και αδιακρίτως πλήγματα με μέσα και με τρόπους που μπορούσαν να προκαλέσουν το θάνατο στον πληττόμενο (βλ. ανωτ. όπλα, σίδερα, πέτρες κλπ), εάν δεν μεσολαβούσε κάποιο γεγονός, που μπορούσε, παρά την προς τούτο αντίθετη θέληση τους, να εμποδίσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα (όπως συνέβη εν προκειμένω)". Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπήγαγε ορθώς τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δεχόμενο ότι υφίσταται εν προκειμένω απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστάμενος στο ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά έπρεπε να υπαχθούν όχι στις ως άνω διατάξεις, αλλά στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα περί βαρείας μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης ή σε εκείνη του άρθρου 308 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα περί απλής σωματικής βλάβης. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικαστείκαθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Διατάσσει την αναβολή της συζητήσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ3 και την ειδοποίηση αυτού ή του αντικλήτου του, είκοσι τέσσερις (24) ώρες πριν από τη νέα συζήτηση, που θα ορισθεί με επιμέλεια του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει τις από 31 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκων ..., οδός ..., κατά του 1430/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει καθένα από τους παραπάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα. Η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας της προσκομίσεως πληρεξουσίου συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου, πρέπει όμως να ερευνηθεί εάν ο ασκών το ένδικο μέσο ή ο αντίκλητος του ειδοποιήθηκαν προ 24 ωρών, άλλως διατάσσεται, η αναβολή της συζητήσεως για την ειδοποίηση τους. Αναβάλλει τη συζήτηση της υποθέσεως, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, προκειμένου να ειδοποιηθεί αυτός η ο αντίκλητος του. Ως προς τους λοιπούς απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, με τον μοναδικό λόγο της οποίας αιτιώνται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε ουσιαστική ποινική διάταξη.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναβολή συζήτησης, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 2432/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - πολιτικώς εναγόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 270/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και με κατηγορουμένους τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2009 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 919/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 259/04.08.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"1- Εισάγω ενώπιόν σας κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ την 25/9-6-09 αίτηση αναιρέσεως των μηνυτών-πολιτικώς εναγόντων 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκους ..., κατά της 270/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
2- Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι κατ' άρθρο 462 του ΚΠΔ και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 506 του ΚΠΔ προκύπτει ότι την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν α)... και γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάσθηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα, το Δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που το άσκησε.
3- Στην προκειμένη περίπτωση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της 270/09 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι 1) Ψ1, κάτοικος ..., και 2) Ψ2, κάτοικος ..., για πλημμύρα από αμέλεια [άρθρα 268-269 ΠΚ] και ασκείται από τους μηνυτές 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκους ... Πλην όμως αυτοί δεν καταδικάσθηκαν για αποζημίωση και στα έξοδα, ώστε να έχουν δικαίωμα να ασκήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 505 περ. γ του ΚΠΔ, αναίρεση κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως.
4- Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, πρέπει αφενός μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη διότι ασκήθηκε από πρόσωπα στα οποία ο νόμος δεν παρέχει το σχετικό δικαίωμα, αφετέρου δε να καταδικάσει αυτούς στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Για τούτο προτείνω
Α- Να απορριφθεί η 25/9-6-09 αίτηση αναιρέσεως των μηνυτών-πολιτικώς εναγόντων 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκους ..., κατά της 270/08 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Β- Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα αναίρεση μπορεί να ζητήσει, μεταξύ άλλων και ο πολιτικώς ενάγων για την καταδικαστική απόφαση, μόνο όμως για το τμήμα της που επιδικάζει σ'αυτόν αποζημίωση ή ικανοποίηση ή απορρίπτει την αγωγή του, επειδή δεν στηρίζεται στο νόμο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 506 ΚΠΔ την αναίρεση κατά αθωωτικών αποφάσεων μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει και ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάσθηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρ. 71). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως (καταδικαστικής) ή του βουλεύματος (παραπεμπτικού) που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού ή μη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την τελευταία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 270/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, για το έγκλημα της πλημμύρας από αμέλεια (άρθρα 268 και 269 ΠΚ). Αυτή ασκήθηκε από τους μηνυτές: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκους ... Οι εν λόγω όμως δύο μηνυτές, οι οποίοι παρέστησαν στα Δικαστήρια της ουσίας και ως πολιτικώς ενάγοντες δεν καταδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση σε αποζημίωση (ή) και στα δικαστικά έξοδα, ούτε απορρίφθηκε η αγωγή τους ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Επομένως η απόφαση αυτή δεν ανήκει στην κατηγορία των αποφάσεων, εναντίον των οποίων ο πολιτικώς ενάγων μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Μετά ταύτα και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου των αναιρεσειόντων να εμφανισθεί στο Συμβούλιο τούτο και να εκθέσει τις απόψεις του ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης (βλ. τη σχετική σημείωση επί του φακέλου της δικογραφίας του αρμοδίου γραμματέα) πρέπει να απορριφθεί η ως άνω αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-6-2009 αίτηση των: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 270/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση από πολιτικώς ενάγοντες κατά αθωωτικής αποφάσεως που δεν τους καταδίκασε σε αποζημίωση ή στα δικαστικά έξοδα ή δεν απέρριψε την αγωγή τους ως απαράδεκτη. Απόρριψη της αναίρεσης και καταδίκη αναιρεσειόντων (καθενός αυτών) στα δικαστικά έξοδα.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2431/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλίου-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρούμπη, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πέτρου περί αναιρέσεως της 1141/2008 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 232/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο δίκασε κατ' έφεση τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο και τον καταδίκασε, κατά πλειοψηφία, σε φυλάκιση 10 μηνών για απάτη, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προβαλλόμενης απόφασης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: "Στη ... στις 18-12-2002 ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της εταιρίας "Εμπορική Κατεψυγμένων Προϊόντων ΕΠΕ", η οποία έδρευε στα ..., εμφανίστηκε στις 18-12-2002 στη ... στον πτηνοτρόφο εκτροφής και παραγωγής γαλόπουλων, Ψ και του παρέστησε ψευδώς ότι η επιχείρηση του είναι φερέγγυα με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία άνω των ενός δισεκατομμυρίου δραχμών και αγόρασε με το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο αγοράς 1300 γαλόπουλα, βάρους 6510 κιλών προς 3 ευρώ το κιλό συνολικού ποσού 19.432,35 ευρώ. Έναντι του τιμήματος αυτού ο κατηγορούμενος μεταβίβασε προς το Ψ τις υπ' αριθμ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές της ALPHA ΒΑΝΚ, ποσού 10.000 και 8.500 ευρώ αντίστοιχα, εκδόσεως ..., οι οποίες δεν πληρώθηκαν γιατί βρέθηκαν ακάλυπτες, ζημιώνοντας τον ανωτέρω παθόντα κατά το ποσό των 18.500 ευρώ. Ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ολοκληρωτικά αφερέγγυος και χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, γεγονός που αν το γνώριζε ο παθών, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της προαναφερομένης συμβάσεως. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων, τόσο του παθόντος Ψ, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος κατά την κατάρτιση της προαναφερόμενης σύμβασης πώλησης των γαλόπουλων τον διαβεβαίωσε ότι είχε περιουσιακά στοιχεία άνω του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, όσο και της μάρτυρος ..., η οποία κατέθεσε ότι ενώπιον της ο ανωτέρω κατηγορούμενος διαβεβαίωσε τον παθόντα ότι είναι φερέγγυος και ότι διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ, για την πράξη της απάτης σε βάρος του Ψ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ και δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, προκειμένου να θεμελιωθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, περιέλαβε στο αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασής του, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και συγκεκριμένα ενώ αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της εταιρίας "Εμπορική Κατεψυγμένων Προϊόντων ΕΠΕ", παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή, που ήταν πτηνοτρόφος, ότι η επιχείρησή του ήταν φερέγγυα με μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία άνω του ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, και αγόρασε με το ... τιμολόγιο αγοράς 1300 γαλόπουλα, στο τέλος αναφέρει ότι η αλήθεια ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν αφερρέγυος και χωρίς κανένα περιουσιακό στοιχείο, γεγονός που αν γνώριζε ο παθών, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της προαναφερόμενης συμβάσεως, ενώ το ζητούμενο είναι αν η ανωτέρω ΕΠΕ στερούνταν περιουσιακών στοιχείων περί του οποίου δεν αναφέρει τίποτα, και όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσωπικά. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1141/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη, Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπείς και ασαφείς αιτιολογίες και συνεπώς εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2430/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρήστο, περί αναιρέσεως της 511/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κα που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Περικλή Αγγέλου.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1ης Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1402/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507§1 και 473§§1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως από τον παρόντα κατά τη δημοσίευσή της και διαμένοντας στην ημεδαπή κατηγορούμενο είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση καταχωρηθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473§3 του ίδιου κώδικα που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 474 του ίδιου επίσης κώδικα προκύπτει ότι τότε μόνο συγχωρείται η εκπρόθεσμη άσκηση του παραπάνω ενδίκου μέσου, όταν στη συντασσόμενη για την άσκησή του έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών εκείνων, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, γιατί διαφορετικά κηρύσσεται η αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476§1 του αυτού κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την προσβαλλόμενη 511/2-5-2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία απαγγέλθηκε παρόντος τόσο του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ, όσο και της συνηγόρου του Αλεξίας Ριτζάκη, αφού έγινε τυπικώς δεκτή η 38/17-2-2006 έφεση την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά της 406/17-2-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, εξετάστηκε στη συνέχεια κατ' ουσίαν η ίδια έφεση και καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, με τριετή αναστολή για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας εγγράφου μετά χρήσεως. Κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο τηρούμενο από τη Γραμματεία του παραπάνω Δικαστηρίου ειδικό βιβλίο του άρθρου 473§3 του ΚΠΔ στις 11-9-2007, όπως τούτο προκύπτει από την καταχωρημένη στην τελευταία σελίδα αυτής ενυπόγραφα υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του ιδίου Δικαστηρίου, ασκήθηκε την 1-8-2008, δηλαδή μετά πάροδο έντεκα (11) περίπου μηνών, με δήλωση του ιδίου του κατηγορουμένου ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Κρήτης, για την οποία αναφέρεται ότι άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως καθυστερημένα "γιατί την 2 Μαΐου 2007 έδωσε εντολή στην παραστάσα δικηγόρο του Αλεξία Ριτζάκη, κάτοικο Χανιών, να ασκήσει αναίρεση κατά της 511/2-5-2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και έτσι πεπλανημένα πίστευε ότι έχει ασκηθεί αναίρεση κατά της ως άνω αποφάσεως του 3μελούς Εφετείου Κρήτης, ενώ ως διαπίστωσε μόλις χθες δεν είχε ασκηθεί και ως τούτου εκ λόγων ανωτέρας βίας πίστευε πεπλανημένα ότι είχε ασκηθεί αναίρεση διό και πρέπει να συγχωρηθεί το εκπρόθεσμο και να θεωρηθεί η παρούσα αίτηση ως εμπρόθεσμος ασκουμένη". Όμως και αληθή υποτιθέμενα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η αμελώς και μόνον συμπεριφορά της δικηγόρου του, που παρέλειψε να ασκήσει για λογαριασμό του το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας. Επομένως, θα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22§1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 6/1-8-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 511/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως. Έννοια ανώτερης βίας. Δεν συνιστά ανώτερη βία η καθυστερημένη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον δικηγόρο στον οποίο δόθηκε η σχετική εντολή.
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2429/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κεχαγιόγλου, περί αναιρέσεως της 1172-1173/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 534/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί και κατέχει ναρκωτικά, αν δε η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους και αφορά την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, επιβάλλεται στον υπαίτιο μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του. Ως πώληση ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Περαιτέρω για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης, η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή τους. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής ή πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας (βάρος) τούτων, που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση τούτων, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών και γ) του χρόνου των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006) θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 6, προβλέπουσα αυστηρότερη ποινή (κάθειρξη και χρηματική ποινή), όταν ο παραβάτης ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, την έννοια δε της κατ' επάγγελμα και (ή) κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης την δίδει το άρθρο 13 εδ. π', όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2408/1997.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 1 εδ. γ και δ του ΚΠΔ, αφού τελειώσει η απολογία, μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνο που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροί τους, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα εξής: α) Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο μετά την απολογία του ούτε με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση. β) Ο συγκατηγορούμενος του απολογουμένου, είτε ο ίδιος, είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, πλην όμως για να συμβεί αυτό πρέπει να υποβληθεί από αυτούς σχετικό αίτημα. Και γ) Αν παρά την υποβολή του αιτήματος αυτού δεν επιτραπεί στον συγκατηγορούμενο του απολογημένου ή στο συνήγορό του να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μετά την απολογία του τελευταίου, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα, διότι παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο η τους δύο συνηγόρους του αίτημα για υποβολή ερωτήσεων στο συγκατηγορούμενό του μετά την απολογία του (βλ. 50η σελ. των πρακτικών αυτών) και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για το λόγο ότι δεν δόθηκε ο λόγος σ' αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Χ2 με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα ίδια ως πρακτικά της δίκης ο πρόεδρος του Δικαστηρίου ρώτησε όλους τους παράγοντες της δίκης αν έχουν ανάγκη συμπληρωματικής εξέτασης ή διασάφησης και αυτοί απήντησαν αρνητικά (άρθρο 368 ΚΠΔ). Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλή-ρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων που του αποδίδουν ήταν τοξικομανής και πρέπει να του επιβληθεί μειωμένη ποινή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 περ. β του ν. 1729/1987 ή η αναγνώριση πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1172-1173/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2): "Ο κατηγορούμενος Χ2 και Χ1 όπως και οι ίδιοι ρητώς συνομολόγησαν, ετέλεσαν τις αποδοθείσες σ' αυτούς πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και δη δισκίων του ναρκωτικού EXCSTASY. Οι σημαντικές ποσότητες των διακινηθέντων εκ μέρους των κατηγορουμένων δισκίων ο εξακολουθητικός τρόπος της αγοράς, κατοχής και πώλησης αυτών, η ικανή οικονομική αξία αυτών, η ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ τους ως προς την προμήθεια υπ' αυτών των ως άνω δισκίων (Ο Χ2 από τον Χ1 και ο Χ1 από τον ΑΑ), η ετοιμότητα αυτών να διακινήσουν και άλλες ποσότητες του ως άνω ναρκωτικού, καταμαρτυρούν ότι αυτοί είναι πρόσωπα που τέλεσαν τις εν λόγω πράξεις του που ειδικότερα περιγράφονται στο διατακτικό, κατ' επάγγελμα, αφού είχαν διαμορφώσει τη σχετική υποδομή για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος αλλά και κατά συνήθεια, αφού καταμαρτυρεί ότι είχε αναπτυχθεί ροπή σ' αυτούς προς τέλεση των εγκλημάτων αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί αυτών ότι τις άνω πράξεις τους δεν ετέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αυτοί των πράξεων της αγοράς, της κατοχής και της πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, πράξεις που αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, από δράστες που ενήργησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, απορριπτομένου ως αβασίμου κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου Χ1 περί της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ιδιότητας του τοξικομανούς κατά το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων, αφού ως προκύπτει από την από 14-2-2005 ιατροδικαστική εξέταση του ιατρού ... ο κατηγορούμενος αυτός κατά τον χρόνο της εξέτασής του (14-2-2005) δεν πληρούσε κανένα από τα προβλεπόμενα κριτήρια που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό κάποιου ως τοξικομανούς. Το Δικαστήριο δέχεται την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων... του προτέρου εντίμου βίου για τον κατηγορούμενο Χ1, καθόσον αυτός και μέχρι την τέλεση των εν λόγω πράξεών του έζησε έντιμη ατομική οικογενειακή επαγγελματική και κοινωνική ζωή (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ). Αντιθέτως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί του Χ1 περί συνδρομής στο πρόσωπό του και των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μετανοίας και της μετά την τέλεση της πράξεώς του καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. δ' και ε' ΠΚ) καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός προσπάθησε να άρει ή μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, η δε επικαλούμενη από αυτόν καλή συμπεριφορά επιδείχθηκε όχι προς την κοινωνία και σε καθεστώς ελευθερίας του αλλά καθ'ον χρόνου εκρατείτο στις φυλακές και εντεύθεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τους κανόνες λειτουργίας αυτών (βλ. ΑΠ 2320/2004 Π.ΧΡ. ΝΕ/806)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης και του επέβαλε την ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση τ' άνω εγκλήματα για τ' οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ. 2 εδ. α και 98 του ΠΚ και 4 παρ. 1, 3 πιν. Α αρ. 6 και ουσία MDMA, 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε περί του ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ιδιότητα του τοξικομανούς με βάση μόνο την από 14-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού ... ελέγχεται ως αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο ανέγνωσε και συναξιολόγησε όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην τοξικομανία [παλαιότερη και κατά το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων-παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών (Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2005)], τονίζεται όμως ιδιαίτερα ότι η αναγνωσθείσα ως άνω ιατροδικαστική έκθεση ως πραγματογνωμοσύνη και ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 178 περ. γ ΚΠΔ), ως προς το ζήτημα αυτό (μη τοξικομανία του αναιρεσείοντος) δεν αναιρείται από τα λοιπά σχετικά έγγραφα. Γι' αυτό πρέπει η ως άνω αιτίαση να απορριφθεί. Επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη είναι η αιτίαση του αναιρεσείοντος για αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού του περί μη της συνδρομής στο πρόσωπό του της επιβαρυντικής περίπτωσης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειας τέλεσης των κακουργημάτων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, καθόσον με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ποσότητα διακινούμενων χαπιών, οργάνωση προμήθειας και πώλησης σε τρίτους ποσοτήτων αυτών με κέρδος και με ροπή προς διάπραξη τέτοιων πράξεων) δέχθηκε το Δικαστήριο την ύπαρξη αμφοτέρων των επιβαρυντικών περιπτώσεων. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το Δικαστήριο ορθά, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τη μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ και ε του ΠΚ και η σχετική αιτίασή του είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λοιποί λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1172-1173/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Ναρκωτικά: Αγορά - κατοχή - πώληση. Ερωτήσεις στον συγκατηγορούμενο από κατηγορούμενο. Υποβολή αιτήματος προς το διευθύνοντα τη συζήτηση. Επιβαρυντική περίπτωση κατηγορουμένου για ναρκωτικά. Κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση αυτών. Ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ και ε ΠΚ. Περιστατικά θεμελίωσης αυτών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2428/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σμιγάδη, περί αναιρέσεως της 370/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (μετ. Χαλκίδας).
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (μετ. Χαλκίδας), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 354/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει κατ' αρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19β του Ν. 2408/1996, η οποία δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της έφεσης που ασκείται από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και αξιώνει από τον εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 5/2005). Αν η έφεση δεν έχει τέτοια αιτιολογία και παρά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης καταλήγει την καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, κατά τον γενικό ορισμό του οποίου, υπέρβαση εξουσίας, υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτά του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, δέχθηκε τυπικά την έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας κατά της υπ' αριθμ. 2272/2007 αθωωτικής και για τους δύο κατηγορουμένους απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία εκκλήθηκε η απόφαση μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα, όχι δε και ως προς την σύζυγό του και στη συνέχεια, αφού προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απλής υπεξαιρέσεως, κατ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για την πράξη αυτή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της εφέσεως και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στη με αριθμ. 113/29-5-2007 έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, αναφέρεται, ότι η εν λόγω Εισαγγελέας "... ασκεί έφεση κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Χ για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αιτούμενη την παραδοχή της παρούσης έφεσης, την εξαφάνιση της απόφασης, καθόσον αφορά τον ανωτέρω κατηγορούμενο, την κήρυξη αυτού ενόχου της πράξης της απλής υπεξαίρεσης (375 παρ. 1 α ΠΚ) κατ' επιτρεπτή μεταβολή της ανωτέρω κατηγορίας, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δικάσθηκε ο κατηγορούμενος και την καταδίκη αυτού σε ανάλογη ποινή, γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ψ2, ΒΒ, ..., ... και ... προέκυψε ότι καίτοι ο κατηγορούμενος προσκλήθηκε εξωδίκως με την κοινοποιηθείσα σ' αυτόν την 3.3.03 εξώδικη πρόσκληση των εγκαλουσών Ψ1 και Ψ2 να τους παραδώσει όλα τα κινητά πράγματα ιδιοκτησίας τους που ευρίσκοντο στην πωληθείσα 20.11.02 σ' αυτόν οικία τους, στην ..., τα οποία είχαν συμφωνήσει προφορικώς να παραμείνουν εντός αυτής προς φύλαξη μέχρι να βρουν οι εγκαλούσες αποθηκευτικό χώρο και σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποφάσιζε να προβεί σε επισκευή της οικίας, να τις ειδοποιήσει να προσέλθουν για να τα παραλάβουν, αρνήθηκε τούτο, ιδιοποιούμενος παράνομα αυτά, ισχυρισθείς, με την απολογία του, αυτοαναιρούμενος, ότι αφενός μεν δεν υπήρχαν πράγματα στην οικία, καταθέτοντας "όταν ήλθε ... να πάρει τα πράγματα του είπα τι πράγματα, δεν έχει τίποτα" αφετέρου δε ομολογώντας την ύπαρξή τους, καταθέτοντας "οι εργάτες αφού μαζέψανε ό,τι μαζέψανε τα πέταξαν στη χωματερή ... φαντάστηκα ότι ήθελε να πάρει κάποιο παλιό πλυντήριο και κάτι παλιά πράγματα", χωρίς όμως να εξηγήσει γιατί τελικώς τίποτε δεν παρέλαβαν οι εγκαλούσες. Ο ισχυρισμός του δε ότι πέταξε τα πράγματα στη χωματερή αφενός μεν αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρος ΒΒ, ο οποίος ρητά καταθέτει ότι όταν του εδήλωσε τούτο ο κατηγορούμενος πήγε ο ίδιος στη χωματερή και μπήκε μέχρι τα γόνατα στα σκουπίδια, όμως δεν βρήκε τίποτε, αφετέρου δε δεν αντέχει στην κοινή λογική, αφού τα πράγματα που κυρίως ενδιέφεραν τις εγκαλούσες (ξυλόγλυπτα χειροποίητα από καρυδιά έπιπλα, μπουφές, καναπές και τραπεζαρία, σκυριανής τέχνης), οπωσδήποτε θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε, ακόμη και αδαή, τούτο δε επιρρωνύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος ..., η οποία καταθέτει ότι "είχαν πάρει το κεφαλάρι και το μπροστινό τμήμα του κρεβατιού που ήταν παραδοσιακό και είχαν αφήσει τα πλαϊνά του κρεβατιού που ήταν ασήμαντα".
Περαιτέρω, το γεγονός ότι δεν συμπεριελήφθη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοραπωλησίας της οικίας η συμφωνία περί φυλάξεως των κινητών πραγμάτων υπό του κατηγορουμένου ουδεμία επιρροή ασκεί στο κύρος της, κατ' άρθρο 822 επ. σε συνδ. με άρθρο 158 ΑΚ, εφόσον αυτή συνήφθη προφορικώς, λόγω της 25ετούς γνωριμίας κατηγορουμένου και εγκαλουσών (βλ. κατάθεση Ψ2 και ΒΒ).
Επομένως τέλεσε το ανωτέρω αδίκημα ο κατηγορούμενος, αφού ως κάτοχος ξένων πραγμάτων, μετά τη λήξη της αιτίας εκ της οποίας περιήλθε σ' αυτόν η κατοχή τους, το μεν ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε του παρεδόθη αυτή (κατοχή), εκδηλώνοντας έτσι βούληση ιδιοποίηση, το δε αντιφατικώς ισχυρίσθηκε ότι ως άχρηστα, τα παρέδωσε σε εργάτες "για να τα πετάξουν", όπερ, και αληθές υποτιθέμενο, ουδεμία επιρροή ασκεί, αφού αφενός μεν συμπεριφέρθηκε απέναντι σ' αυτά σαν κύριος, παραχωρώντας τα σε τρίτους (για να τα πετάξουν ή και για να τα κρατήσουν, προφανώς, εφόσον επιθυμούσαν), (βλ. Σπινέλλη, Εγκλήματα κατά περιουσιακών εννόμων αγαθών τ. Α' 1984 σελ. 86, 89, Μανωλεδάκη, Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας 1982, σελ. 175), αφετέρου δε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, δεν απαιτείται το πράγμα να έχει χρηματική αξία, αλλά δύναται να έχει και μηδαμινή τοιαύτη ή μόνον από διαθέσεως αξία, καθόσον προστατεύεται υπό του αρθρ. 375 Π.Κ. η ιδιοκτησία και όχι η περιουσία ως προκύπτει εκ της εντάξεως του στο σχετικό κεφάλαιο του Π.Κ. (Μανωλεδάκη, όπ. Παρ., σελ. 38).
Έτσι όπως έχει η έκθεση αυτή της έφεσης, περιέχει την, από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτήν λεπτομερώς οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων, των οποίων γίνεται επιμελής συγκριτική αξιολόγηση και αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις καταθέσεις των μνημονευομένων μαρτύρων κατηγορίας, με βάση τα οποία, σε συνδυασμό και με τα αναφερόμενα έγγραφα στοιχειοθετείται σε βάρος του κατηγορουμένου η πράξη της απλής υπεξαιρέσεως και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά και στοιχεία δικαιολογούταν η άσκηση αυτής για την, κατά την άποψη της ως άνω Εισαγγελέως, κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Δεν απαιτούνταν δε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, για την πλήρη αιτιολογία της εφέσεως, να αναφέρει η Εισαγγελέας και για ποιο λόγο άσκησε την έφεση μόνον για τον αναιρεσείοντα, όχι δε και για την συγκατηγορούμενη σύζυγό του, ούτε χρειαζόταν στην έφεση να προσδιορίζεται η αξία των υπεξαιρεθέντων αντικειμένων, αφού αυτή δεν αποτελεί στοιχείο του αδικήματος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η έφεση της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδας κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως είναι παραδεκτή, το δε Τριμελές Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την δέχθηκε τυπικά και στη συνέχεια προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της απλής υπεξαίρεσης, κατ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για υπεξαίρεση αντικειμένου μεγάλης αξίας, δεν υπερέβη, εκ του λόγου αυτού, την εξουσία του, όπως αβασίμως υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ.
Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2. Κατά το άρθρ. 375 §1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστο ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που συνεδρίασε στη Χαλκίδα και την εξέδωσε, δέχθηκε, με την κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα επόμενα: Ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του ΑΑ αγόρασαν από τις εγκαλούσες στις 20-11-02, ένα ακίνητο που βρίσκεται στην ... συμφωνήθηκε δε προφορικά μεταξύ τους τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν σ' αυτό να παραμείνουν εντός του ακινήτου μέχρι να μπορέσουν οι πωλήτριες να τα πάρουν. Ο κατηγορούμενος όμως αντί να τους τα αποδώσει με πρόθεση τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και προκειμένου να αδειάσει το ακίνητο, ώστε να γίνει η ανακατασκευή του τα πέταξε στη χωματερή. Όταν δε κατά τον μήνα Μάρτιο 2003 ο σύζυγος της β' εγκαλούσας ΒΒ αναζήτησε τα κινητά πράγματα, ο κατηγορούμενος του απάντησε ότι αυτά πετάχθηκαν από τους αλλοδαπούς στην χωματερή. Τότε οι εγκαλούσες προκειμένου να προασπίσουντα δικαιώματά τους κοινοποίησαν στις 31-3-03 στον κατηγορούμενο την από 24-3-03 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση και διαμαρτυρία με την οποία τον καλούσαν να τους αποδώσει τα κινητά τα οποία βρισκόταν στο ακίνητο που του πώλησαν. Τάσσοντας του προθεσμία για να τα αποδώσει. Τα κινητά αυτά πράγματα ήταν ξυλόγλυπτα χειροποίητα, από καρυδιά έπιπλα βιβλιοθήκη με παλαιά βιβλία, ένα ηλεκτρικό φουρνάκι, ένα μεταχειρισμένο πλυντήριο, μια θερμάστρα πετρελαίου, μπουφές, καναπές και τραπεζαρία σκυριανής τέχνης, καθώς και αλλά αντικείμενα όπως καθρέπτης και μπρούτζινο παλιό κρεβάτι, καθώς και όσα αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας. Τα παραπάνω δε αποδεικνύονται ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σε συνδυασμό με την άνω απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Χαλκίδος και δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδίως από τους μάρτυρες υπεράσπισης οι οποίοι δεν ήσαν παρόντες κατά την αγοραπωλησία του ακινήτου και δεν γνωρίζουν τις ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ των πωλητριών και των αγοραστών σε αντίθεση με τον μάρτυρα ΒΒ ο οποίος ήταν παρών και όσα καταθέτουν έρχονται σε αντίθεση με την απολογία του κατηγορουμένου ο οποίος παραδέχεται ότι ό,τι πράγματα υπήρχαν στο ακίνητο πετάχθηκαν στην χωματερή. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Την 31-3-2003 στην ..., ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως συγκύριος εξ αδιαιρέτου μιας διωρόφου οικίας, κειμένης στην Κύμη, η οποία περιήλθε σ' αυτόν και τη σύζυγο του ΑΑ με αγορά από τις μηνύτριες Ψ1 και Ψ2, ιδιοποιήθηκε παράνομα τον ευρισκόμενο εντός της ανωτέρω οικίας εξοπλισμό και οικοσκευή, ιδιοκτησίας των ανωτέρω ο οποίος παρέμεινε προς φύλαξη εντός αυτής (οικίας) προσωρινά και μέχρις ότου ανευρεθεί κατάλληλος χώρος και ειδικότερα ιδιοποιήθηκε παράνομα τα κάτωθι κινητά πράγματα, ενσωματώνοντας αυτά παράνομα στην δική του περιουσία". Ακολούθως δε αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε επί 3τία. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ασαφή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης των κινητών πραγμάτων που αποτελούν και το αντικείμενο της πράξεως της υπεξαιρέσεως. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι ο κατηγορούμενος, αντί να αποδώσει στους εγκαλούντες τα κινητά πράγματα που τους ανήκαν, τα οποία βρισκόντουσαν στην κατοχή του με την ιδιότητα του θεματοφύλακα, με πρόθεση τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και, προκειμένου να αδειάσει το ακίνητο ώστε να γίνει η ανακατασκευή του, τα πέταξε στη χωματερή, δεχόμενο τοιουτοτρόπως ότι δεν τα ενσωμάτωσε έστω και προσωρινά στην ατομική περιουσία του, αφού η πράξη της απορρίψεως τους στη χωματερή δεν είναι δηλωτική της βουλήσεως του να ενταχθούν αυτά στην ατομική του περιουσία, αλλ αντιθέτως καταδεικνύει βούληση αποξενώσεως από αυτά, στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα τα κινητά αυτά πράγματα, τα οποία παραθέτει αναλυτικά υπ αυξ. αριθμούς 1-27, ενσωματώνοντάς τα στη δική του περιουσία. Η αντίφαση αυτή καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, τα στοιχεία της οποίας αναλύθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, με αποτέλεσμα, η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Κατ' ακολουθία τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 370/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Έννοια. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως. Έννοια παρανόμου ιδιοποιήσεως και πως εκδηλώνεται. (ΑΠ 1/2009). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε. Εκ πλαγίου παράβαση (ΑΠ 2129/2009). Έφεση Εισαγγελέως. Πρέπει να είναι πλήρως αιτιολογημένη. Σε αντίθετη περίπτωση το δικαστήριο που την κάνει τυπικά δεκτή και κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ, ΑΠ 2127/2009, ΑΠ 1540/2007, ΑΠ 209/2008, ΑΠ 1632/2007). Πλήρως αιτιολογημένη έφεση. Απορρίπτεται δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς το στοιχείο του σκοπού παράνομης ιδιοποίησης. Δεκτός τρίτος λόγος. Αναιρείται για εκ πλαγίου παράβαση. Παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.