text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 2427/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, περί αναιρέσεως της 114/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θράκης, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 16/11-6-2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θράκης, Χρήστου Αρβανιτίδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 920/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ' αριθμ. 16/11-6-2009 αίτησή του, ο Εισαγγελέας Εφετών Θράκης ζητεί, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, την αναίρεση της υπ' αριθμ. 114/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία το δικαστήριο αυτό έκρινε παραδεκτά και βάσιμη την από 21-5-2009 αίτηση του καταδίκου Χ, περί καθορισμού συνολικής ποινής του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Π.Κ., αν από την απόλυση του καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπό τον όρο της ανάκλησης, περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη ή αν περάσουν τρία έτη χωρίς να γίνει ανάκληση (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη για την οποία απαιτείται να περάσουν δέκα χρόνια) η ποινή θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν όμως μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγουμένης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης. Η απόλυση δηλαδή υπό τον όρο ανάκλησης, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ. ΑΠ 106/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για τον καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ. 1 του ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες, καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι, αν, κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών που επιβλήθηκε για μία ή περισσότερες πράξεις, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί υπό όρο και οι νέες συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καθοριστεί συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που είχε ανασταλεί υπό τον όρο της ανάκλησης, καθόσον το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον απολυθέντα υπό όρον ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες για έγκλημα που αυτός διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας του κατά τις διακρίσεις του άρθρου 108 ΠΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του από το άρθρο 510 παρ. 1 παρ. ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενου λόγου, προκύπτουν τα εξής: Μετά από παραδοχή της από 21-5-2009 αίτησης του καταδίκου Χ καθορίστηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 114/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, συνολική, εκτιτέα από τον ως άνω κατάδικο, ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών, είκοσι (20) μηνών και δέκα πέντε (15) ημερών, κατ' επαύξηση της βαρύτερης συνολικής ποινής κάθειρξης των εννέα (9) ετών, δέκα (10) μηνών και δέκα πέντε (15) ημερών, (εκτός της χρηματικής ποινής των 300.000 δραχμών), που είχε επιβληθεί σ' αυτόν με την υπ' αριθμ. 272/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Πενταμελούς Εφετείου Θράκης) κατά δέκα (10) μήνες από την ποινή φυλάκισης των είκοσι εννέα (29) μηνών που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 1152/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Ως προς την πρώτη των ανωτέρω ποινών όμως ο προαναφερόμενος κατάδικος είχε τύχει του ευεργετήματος της υφ' όρον απόλυσης του με το υπ' αριθμ. 70/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ροδόπης και αποφυλακίσθηκε την 28-4-2004, με το εναπομένων υπόλοιπο της προς έκτιση ποινής του να ανέρχεται σε τρία (3) έτη, δέκα (10) μήνες και είκοσι δύο (22) ημέρες. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 4-2-2008, δηλαδή εντός του χρόνου της δοκιμασίας από την απόλυση του (28-2-2008) ο εν λόγω κατάδικος διέπραξε νέο έγκλημα από δόλο και ειδικότερα αυτό της παράβασης του άρθρου 88 παρ. 1α του ν. 3386/2005 από κοινού και κατά συρροή, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 1152/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης σε ποινή φυλάκισης είκοσι εννέα (29) μηνών. Το τελευταίο όμως αυτό γεγονός επάγεται την άρση της κατά τα άνω απόλυσης του καταδίκου και την αθροιστική πλέον έκτιση ολοκλήρου του υπολοίπου της ποινής που τον είχε επιβληθεί με την προηγούμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, ήτοι της ποινής των τριών (3) ετών, δέκα (10) μηνών και είκοσι δύο (22) ημερών και της ποινής των είκοσι εννέα (29) μηνών που επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 1152/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Παρά ταύτα το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του ενώ ο αιτών κατάδικος Χ είχε τελέσει νέο εκ δόλου έγκλημα κατά το στάδιο της δοκιμασίας της υπ όρο απόλυσής του προέβη σε νέα συγχώνευση των ποινών, κατά παραδοχή της από 21-5-2009 σχετικής αίτησής του. Με αυτά όμως που δέχθηκε το ως άνω Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 97, 105, 106 και 107 του ΠΚ και 551 παρ. 1 του ΚΠΔ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης είναι βάσιμη, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης δεν συντρέχει και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠΔ πρέπει η ως άνω αίτηση για καθορισμό συνολικής ποινής για την οποία έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση να απορριφθεί από τον Άρειο Πάγο ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 114/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για τον καθορισμό συνολικής ποινής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για συγχώνευση ποινών. Τέλεση νέου εγκλήματος και καταδίκη του δράστη κατά το στάδιο της υφ' όρο αναστολής της εκτέλεσης της προηγούμενης ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου για την παραδοχή μιας τέτοιας αίτησης συγχώνευσης. Αίτηση αναίρεσης από Εισαγγελέα Εφετών κατά της απόφασης που προέβη εσφαλμένα σε νέα επιμέτρηση ποινών. Αναίρεση απόφασης και απόρριψη σχετικής αίτησης για συγχώνευση ποινών από Άρειο Πάγο. Αναίρεση της απόφασης με την οποία συγχωνεύθηκε στην ανασταλείσα συγχωνευτική ποινή, η ποινή που επιβλήθηκε κατά τη διάρκεια της υφ' όρο αναστολής αυτής, για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
|
Ποινή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή.
| 1
|
Αριθμός 2426/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Πιτσάκη, για αναίρεση της 1644/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 844/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη εκ πλαγίου εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε ότι από τα από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στο ..., με σκοπό μεταξύ άλλων και την εμφιάλωση καθαρού οινοπνεύματος και την πώλησή του σε τρίτους (σούπερ μάρκετ, φαρμακεία κ.λ.π.). Μετά από έλεγχο που έγινε από υπαλλήλους του Τμήματος Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... στο σούπερ μάρκετ ..., όπου εκτίθεντο προς πώληση φιάλες των 350 ml με την ένδειξη "καθαρό οινόπνευμα", και στοιχεία εμφιαλωτή στις ετικέτες των φιαλών του τα στοιχεία της ως άνω εταιρίας, διαπιστώθηκε, κατόπιν χημικής εξέτασης, ότι δείγμα φιάλης των 350 ml με την ένδειξη "καθαρό οινόπνευμα", και στοιχεία εμφιαλωτή της ως άνω εταιρίας ήταν "μη κανονικό και νοθευμένο σε ποσοστό 100%", επειδή ήταν αμιγές συνθετικό οινόπνευμα, αντί για καθαρό γεωργικής προέλευσης, μετουσιωμένο με ακετόνη και φθαλικό διαιθυλεστέρα, ουσίες που χρησιμοποιούνται ως μετουσιωτικά αιθυλικής αλκοόλης (οινοπνεύματος) για ειδικές-βιομηχανικές - χρήσεις (βλ. την από ... έκθεση ΓΧΚ). Το αποτέλεσμα της χημικής εξέτασης γνωστοποιήθηκε στην εταιρία την οποία εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος, χωρίς, όμως να υποβληθεί από αυτήν έφεση κατά του πρωτοκόλλου δειγματοληψίας για τη διενέργεια εξέτασης και δεύτερου δείγματος, όπως είχε δικαίωμα. Τις ευρεθείσες στο ως άνω σούπερ ΜΑΡΚΕΤ φιάλες οινοπνεύματος, προμηθεύτηκε -αγόρασε ο ιδιοκτήτης αυτού ... στις 18-12-2002 με τη μεσολάβηση του ... από τον Ζ, δυνάμει του υπ' αριθμ. 28/18-12-2002 τιμολογίου-δελτίου αποστολής, το οποίο ήταν εικονικό φορολογικό στοιχείο, ο οποίος μαζί με τον κατηγορούμενο έθεσαν αυτές στην κατανάλωση, δηλώνοντας ανακριβώς προς το καταναλωτικό κοινό ότι πρόκειται για καθαρό οινόπνευμα γεωργικής προέλευσης ενώ, όπως αποδείχτηκε από τον έλεγχο επρόκειτο για αμιγές συνθετικό οινόπνευμα, μετουσιωμένο με ακετόνη και φθαλικό διαιθυλεστέρα. Ο κατηγορούμενος, δεν αμφισβητεί το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού, δηλ. ότι το εξετασθέν δείγμα ήταν μη κανονικό κατά τα προαναφερόμενα, πλην, όμως ισχυρίζεται ότι δεν εμφιαλώθηκε και δεν διακινήθηκε μέσω της ως άνω εταιρίας, η δε υπάρχουσα σ'αυτό ετικέτα στην οποία αναγράφεται η επωνυμία της εκπροσωπούμενης απ'αυτόν εταιρίας ως εμφιαλώτριας είχε πλαστογραφηθεί, και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι πολλές εταιρίες πλαστογραφούν την επωνυμία της εταιρίας του σε ετικέτες, που εν συνεχεία τοποθετούν σε οινόπνευμα δικής τους εμφιάλωσης, το οποίο διοχετεύουν στην αγορά, γεγονός το οποίο προξένησε μεγάλη οικονομική ζημιά στην επιχείρησή του και μάλιστα έχει υποβάλει, και σχετικές εγκλήσεις κατ' αγνώστων και τρίτων. Ο ως άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου δεν αποδείχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμος, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη και το ότι αυτός δεν στράφηκε δικαστικώς σε βάρος συγκεκριμένων προσώπων ή έστω κατ' αγνώστων προσώπων που φέρονται ότι πλαστογράφησαν τις ετικέτες των συγκεκριμένων φιαλών που βρέθηκαν στο ως άνω κατάστημα, ενώ περαιτέρω οι υποβληθείσες από την ως άνω εταιρία μηνύσεις, που αφορούν άλλες υποθέσεις πλαστογραφίας, τις οποίες επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, και συγκεκριμένα οι: α) από 6-10-2003 μήνυση κατ' αγνώστου και β) από 6-10-2003 μήνυση κατά των εταιριών "... και Σία ΑΕ και 2) ΙΝΤΕΡ ΠΑΜΠΟ εμπορία τροφίμων -αντιπροσωπείες ΕΠΕ απορρίφθηκαν με την από 8-11-05 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, χωρίς έως σήμερα να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον κάποιου για τα καταγγελλόμενα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις υπό στοιχ. Β και Γ πράξεις που του αποδίδονται, και ειδικότερα, αφ' ενός ότι αυτός, με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", η οποία έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, και την εμφιάλωση καθαρού οινοπνεύματος, μαζί με τον Ζ, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ως προμηθευτή του ως άνω καταστήματος, δήλωσε ανακριβώς προς το κοινό την ποιότητα αντικειμένων βιοτικών αναγκών, παρουσιάζοντας ως καθαρό οινόπνευμα, γεωργικής προέλευσης τις ποσότητες αμιγούς συνθετικού οινοπνεύματος μετουσιωμένου με ακετόνη και φθαλικό διαιθυλεστέρα, που έθεσαν στην κατανάλωση, αφ' ετέρου δε ότι αυτός με την προαναφερόμενη ιδιότητά του δεν συμμορφώθηκε με τις αποφάσεις και οδηγίες της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα αντικείμενα χρήσεως που διατίθενται στην κατανάλωση και πρέπει να τηρούνται κατά την κατεργασία τους προς φύλαξη της δημόσιας υγείας και αποφυγής απάτης των αγοραστών, και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις αυτές, ενώ εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι αυτός τέλεσε και την υπό στοιχ. Α πράξη, αφού δεν αποδείχτηκε ότι αυτός κατείχε, εμφιάλωσε και χρησιμοποίησε ως ποτοποιός για την παραγωγή αλκοολούχων ποτών αμιγές συνθετικό οινόπνευμα και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αν η πράξη τελέσθηκε από δόλο ή αμέλεια, δεδομένου ότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (παράβαση του άρθρου 30 §§ 7 και 12 του αγορανομικού κώδικα), τιμωρούνται κατά το άρθρο 33 του ιδίου κώδικα και από αμέλεια, στην περίπτωση δε αυτή η προβλεπόμενη ποινή είναι ηπιότερη. Η ασάφειας αυτή καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 30 §§ 7 και 12 του ισχύοντος αγορανομικού κώδικα και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, πρέπει Να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1644/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορανομικός Κώδικας. Έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι δεν εκτίθεται σ΄αυτήν αν ο κατηγορούμενος ενήργησε από δόλο ή αμέλεια.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2425/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία Ζωγράφου, για αναίρεση της με αριθμό 80.369/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 282/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν.ν. 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για τη θεμελίωση των δύο εγκλημάτων που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή περιστατικών, που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού ασφαλισμένου σε ένα ασφαλιστικό οργανισμό που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας, και τα χρηματικά ποσά που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, οφείλει ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλλει στο Ταμείο ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τις οποίες δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Ως χρόνος καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ο δε υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές μέχρι του τέλους του επόμενου μήνα από τον ορισθέντα χρόνο. Στην προκείμενη περίπτωση με την 80.369/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση κατά της 19.900/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή 9 μηνών για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο όλο, το δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "....ο 1ος κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο, διότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2000 έως 31.12.2001 ήταν Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία Ζ ΑΕΒΕΤΕ, η οποία απασχολώντας 15 μισθωτούς με συνολικές αποδοχές 104.354,21 ευρώ δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, όπως στο διατακτικό αναφέρονται τις βαρύνουσες αυτήν εισφορές προς το ΙΚΑ, ύψους 43.634,04 ευρώ και συγκεκριμένα 29.089,36 ευρώ εργοδοτικές εισφορές και 14.544 ευρώ εργατικές, τις οποίες παρακράτησε παράνομα. Ο πρώτος κατηγορούμενος ασκούσε ουσιαστικά τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρίας, των λοιπών ουδεμία εχόντων ουσιαστική συμμετοχή πλην της συμμετοχής τους στο Δ.Σ., η οποία ήταν τυπική, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας υπερασπίσεως. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος αυτός της αποδιδομένης σ'αυτόν πράξεως με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ που του αναγνώρισε η εκκαλούμενη απόφαση". Περαιτέρω το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει το ακόλουθο περιεχόμενο "Στην Αθήνα την 26 Απριλίου 2005 τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία Ζ Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική και Τεχνική Εταιρεία, είδος επιχείρησης εισαγωγές και εμπορία ειδών υγιεινής μαζί με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1.12.200 έως 31.12.2001 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 43.634,04 μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού δρχ. 29.089, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και 2) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού δρχ. 14.544,68 με σκοπό να τις αποδώσουν αυτές στον άνω οργανισμό δεν τις κατέβαλαν σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό ... Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται (15) μισθωτοί με ύψος αποδοχών δρχ. 104.354,21 συνολικά". Με βάση τα παραπάνω ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για μη καταβολή των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών των εργαζομένων που απασχόλησε με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2000 μέχρι 31.12.2001, ως χρόνος δε τέλεσης της πράξης τοποθετείται η 26.4.2005, πλην όμως η ασάφεια που πράγματι παρατηρείται ως προς το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν ασκεί εν προκειμένων επιρροή, καθόσον ο απώτερος χρόνος τελέσεως της πράξεως του αναιρεσείοντος ήταν η 31.12.2001 και συνεπώς κατά το χρόνο εκδίκασης και έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (2.12.2008), δεν ετίθετο θέμα παραγραφής οποιασδήποτε, μερικότερης έστω πράξεως. Κατά συνέπεια ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο επί της ίδιας διατάξεως στηριζόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως για την ύπαρξη ασάφειας ως προς το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, καθώς και περί του εάν πρόκειται περί μηνιαίων ή ετήσιων αποδοχών, καθώς δεν αποτελούν αυτά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος. Τέλος, υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1035/6.2.2009 δήλωση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 80.369/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές. Έννοια άρθρου 1 ΑΝ 86/1967. Αιτιολογημένη καταδίκη.
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 2424/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Αγγελή, περί αναιρέσεως της 77312/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 189/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (άσκησης του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης είναι να περιέχεται σε αυτή ισχυρός λόγος αναίρεσης από τους διαλαμβανόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπούμενος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Έτσι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474, 509 και 510 ΚΠΔ, η έκθεση αναίρεσης που δεν περιέχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο κατά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία που περιέχονται σε ξεχωριστή αίτηση, δήλωση ή υπόμνημα, εκτός εάν με το περιεχόμενο της αίτησης που κατήρτισε ο αναιρεσείων και υπογράφεται από αυτόν και τον συντάξαντα την έκθεση αναίρεσης, δηλώθηκε ότι τούτο αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναίρεσης οπότε δεν ανακύπτει ζήτημα απαράδεκτης αναφοράς της έκθεσης στην αίτηση, αφού πρόκειται για ενσωμάτωση της αίτησης στο αναιρετήριο και συγκρότηση έτσι ενιαίου δικογράφου.
Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων με την ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., συνταγείσα υπ' αριθμ. 5/15-1-2009 έκθεση αναίρεσης ζητεί την αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 77312/24-11-2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 13685/2007 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών "για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει". Είναι σαφές ότι στην ως άνω, κατ' άρθρο 474 ΚΠΔ, συνταχθείσα έκθεση δεν διατυπώθηκε κανένας αναιρετικός λόγος, ενώ από την επιτρεπτή επισκόπηση της συνημμένης "αίτησης αναιρέσεως" που έχει υπογραφεί μόνον από τον αναιρεσείοντα, ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται λόγοι που εμπόδισαν τον αναιρεσείοντα και το συνήγορό του να εμφανισθούν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να παραστούν κατά την εκδίκαση της έφεσής του κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζονται σαφώς και ορισμένα οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση δεν εμπίπτουν σε κάποιους από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ και ειδικότερα υπό στοιχ. β και δ, όπως αόριστα αναφέρει ο αναιρεσείων. Επομένως η κρινόμενη αίτηση, συνεκτιμώμενη ως ενιαίο δικόγραφο (έντυπο και χειρόγραφο μέρος), ως μη περιέχουσα κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκπροσωπηθέντος από το δικηγόρο Αθηνών Θεόδωρο Αγγελή, δυνάμει της υπ' αριθμ. 129/2009 πράξης του Προέδρου του Αρείου Πάγου αναιρεσείοντος (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77312/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αίτηση αναίρεσης πρέπει να περιέχει ένα τουλάχιστον ορισμένο λίγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Τότε είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση μιας τέτοιας αίτησης με άλλη αίτηση συνημμένη στην πρώτη δήλωση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2423/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, περί αναιρέσεως της 16, 17, 18, 19/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείου Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 15 Ιουλίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 503/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ` του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα έλλειψη ακροάσεως, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο Εισαγγελέας ζήτησε να ασκήσει δικαίωμα το οποίο ρητώς του παρέχει ο νόμος και το Δικαστήριο αρνήθηκε σε οποιονδήποτε από αυτούς να το ασκήσει ή παρέλειψε ν` αποφανθεί σε σχετική αίτησή τους.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των εγγράφων υπέβαλαν στο Δικαστήριο το ακόλουθο αίτημα: "Αιτείται όπως με επιμέλεια του Εισαγγελέα της έδρας, ειδοποιηθεί το Νοσοκομείο Αγρινίου προκειμένου να στείλει στο Δικαστήριο με FAX βεβαίωση που να προκύπτει ποιος γιατρός και ποια ώρα εξέτασε την 20-3-2003 την Ψ, και τι είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο ασθενών των εξωτερικών ιατρείων του εν λόγω Νοσοκομείου, καθώς και το φύλλο νοσηλείας και το ιστορικό της ασθενούς. Και τούτο προκειμένου να προκύψει αν πραγματικά έχουν διαπιστωθεί από ιατρό του Νοσοκομείου οι αναφερόμενες στο από 20-3-2003 και άνευ αριθμού πρωτοκόλλου κείμενο με τίτλο -ιατροδικαστική έκθεση- κακώσεις ή τούτο είναι προϊόν αξιόποινης πράξης (νόθευση, πλαστογραφία κ.λπ.). Στην συνέχεια μετά από πρόταση του Εισαγγελέα το Δικαστήριο διέκοψε την συνεδρίαση, προκειμένου να παρασχεθεί ο χρόνος προς διενέργεια από τον Εισαγγελέα των όσων κατά τα άνω ζήτησε ο κατηγορούμενος μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων του. Επαναληφθείσης της συνεδριάσεως ο Εισαγγελέας κατέθεσε στο Δικαστήριο τα .../20-3-2003 και .../20-3-2003 έγγραφα της Υποδ/νσης Ασφαλείας ... προς τον ιατρό ... και το Α.Τ. ..., αντίστοιχα, δήλωσε δε προς το Δικαστήριο ότι το Νοσοκομείο και ο ιατρός με τον οποίο επικοινώνησε του είπε ότι δεν μπορεί να βρει άλλα έγγραφα να αποστείλει. Επακολούθησε η ανάγνωση των εγγράφων, επί του περιεχομένου των οποίων δεν έγιναν παρατηρήσεις από τους συνηγόρους του κατηγορουμένου, όπως είχαν δικαίωμα κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, χωρίς να υφίσταται και υποχρέωση του Προέδρου να τους δώσει χωρίς να το ζητήσουν τον λόγο προς τούτο. Οι συνήγοροι επίσης του κατηγορουμένου, εφόσον δεν ήταν ικανοποιημένος ο εντολέας τους από την απάντηση που δόθηκε στο αίτημά του και θεωρούσε ότι αυτό ουσιαστικά έμεινε αναπάντητο και δεν ικανοποιήθηκε, όπως ισχυρίζεται με την αναίρεση, δεν υπέβαλαν, κατ άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ, αίτημα αναβολής της δίκης για περισσότερες αποδείξεις, προκειμένου, με άνεση χρόνου, την οποία δεν παρείχε η μικρή διακοπή της συζητήσεως, να διενεργηθεί πλέον επισταμένη έρευνα στο αρχείο του Νοσοκομείου, όπου εξετάσθηκε η παθούσα, και να δοθεί εγγράφως από την αρμοδία Υπηρεσία του Νοσοκομείου απάντηση στα ερωτήματα που έθετε ο κατηγορούμενος. Εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ανέλεγκτα ότι δεν χρειαζόταν περαιτέρω έρευνα επί του αιτήματος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, συνεχίσθηκε η διαδικασία με την απολογία του κατηγορουμένου. Κατ ακολουθία των ανωτέρω το Δικαστήριο απάντησε στο ανωτέρω αίτημα του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε κατ ενάσκηση του δικαιώματος υπεράσπισής του και το ικανοποίησε, ουδόλως δε παραβιάσθηκαν οι ανωτέρω διατάξεις, που ρυθμίζουν τα της ενασκήσεως του.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο (171 παρ, 1 δ'ΚΠΔ) και της ελλείψεως ακροάσεως του κατηγορουμένου (170 παρ. 2 ΚΠΔ) και στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 Α' και Β' ΚΠΔ τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006), προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνομένη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσης διατάξεως με εκείνη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, η οποία, οριοθετώντας την έννοια της απόπειρας του εγκλήματος, ορίζει ότι όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (παρ. 83 ΠΚ), προκύπτει ότι, αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του βιασμού αποτελεί ή έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με σκοπό να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μη έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα ανωτέρω στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην κρινόμενη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από εκτίμηση των κατ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και όσα προσκόμισαν οι διάδικοι και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος ήταν γνωστός στην οικογένεια της πολιτικώς ενάγουσας, όπως και στην ίδια, ήδη από το έτος 1986, οπότε είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με τη θεία της (αδελφή του πατέρα της) ΑΑ, με την οποία συζούσε σε ελεύθερη συμβίωση, και επισκέπτονταν συχνά την πατρική της οικογένεια στο χωριό ..., αρκετές δε φορές είχαν επισκεφθεί και φιλοξενηθεί και στο σπίτι της πολιτικώς ενάγουσας, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής στις άκρες του ίδιου χωριού. Το έτος 1996 πέθανε ο πατέρας της πολιτικώς ενάγουσας ... ύστερα από θανάσιμο τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα, και λίγο μετά τον θάνατο του ο κατηγορούμενος συνήψε ερωτική σχέση και με τη μητέρα της ΒΒ (β' μάρτυρα), ενώ για μερικούς μήνες διατηρούσε παράλληλα τη σχέση του και με τη ΑΑ. Η ερωτική σχέση του κατηγορουμένου με τη μητέρα της πολιτικώς ενάγουσας διάρκεσε μέχρι το έτος 2001, οπότε αυτός επανασυνδέθηκε με την πρώην σύζυγο του ΓΓ, (ως άνω δ' μάρτυρα) με την οποία είχε παντρευτεί το έτος 1982 και απόκτησαν μια κόρη, η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε το έτος 1986 ενώ το διαζύγιό τους εκδόθηκε το έτος 1997, από δε το 2001 συζούν εκ νέου στην ... Η μητέρα όμως της πολιτικώς ενάγουσας δεν ήθελε να διακοπεί η σχέση της με τον κατηγορούμενο και γι' αυτό πολλές φορές τον ενοχλούσε τηλεφωνικά ή επισκεπτόταν το πατρικό σπίτι του στο ... και στην οδό ..., διεκδικώντας τον από την πρώην σύζυγό του. Ενόψει της κατάστασης αυτής, ο κατηγορούμενος στις 20-3-2003 και περί ώρα 9.00 π.μ. ήρθε στο ... και αφού πήγε στο σπίτι της ΒΒ, άρχισε να χτυπά επίμονα το κουδούνι της πόρτας του διαμερίσματός της. Του άνοιξε η πολιτικώς ενάγουσα (τότε 16 ετών, αφού γεννήθηκε στις 2-12-1986), την οποία αυτός ρώτησε αμέσως πού είναι η μητέρα της, όταν δε εκείνη του απάντησε ότι δεν ήξερε πού είναι, ο κατηγορούμενος άρχισε να τη σπρώχνει προς το παιδικό δωμάτιο, χτυπώντας την με τα χέρια του στο πρόσωπο και στην κοιλιακή χώρα, με συνέπεια να της προκαλέσει εκδορές πρόσθιας τραχηλικής χώρας, κοιλιακής χώρας, πρόσθιας επιφάνειας δεξιάς κνήμης, κάκωση παράμεσου δεξιού δακτύλου και θλαστικό τραύμα στοματικής κοιλότητας (βλ. ως άνω ιατροδικαστική έκθεση). Η παθούσα πολιτικώς ενάγουσα προσπάθησε να φωνάξει, αλλά ο κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει να την βιάσει, πίεζε με το ένα χέρι του το στόμα της για να μη φωνάξει, της έβγαλε τα ρούχα (παντελόνι, κάλτσες, καλσόν και εσώρουχο) και αφού γυμνώθηκε και αυτός από τη μέση και κάτω βγάζοντας το παντελόνι του και το εσώρουχό του, προσπάθησε να έλθει σε συνουσία μαζί της. Δεν ολοκλήρωσε όμως την πράξη του όχι από δική του βούληση αλλά από εμπόδια εξωτερικά, δηλαδή λόγω της σθεναρής αντίστασης της παθούσας, που κρατούσε κλειστά τα πόδια της και αντιστεκόταν, ενώ αυτός, μη μπορώντας να εισαγάγει το πέος του στον κόλπο της παθούσας, αυνανίστηκε και εκσπερμάτισε πάνω της. Η παθούσα κατάφερε να του ξεφύγει, και αφού πήρε ένα μπουφάν και το τύλιξε γύρω από τη μέση της, έτρεξε στον δεύτερο όροφο της οικοδομής, όπου είναι η κατοικία της οικογένειας του αδελφού του πατέρα της ..., και, βρίσκοντας την πόρτα του ξεκλείδωτη, μπήκε μέσα και ζήτησε βοήθεια από τη σύζυγο του ..., αναφέροντας της το επεισόδιο με τον κατηγορούμενο. Η θεία της τής έδωσε ένα παντελόνι και ένα εσώρουχο για να ντυθεί και αμέσως μετά ειδοποίησαν τηλεφωνικά τη μητέρα της, αυτή δε, επέστρεψε αμέσως στο σπίτι από την εργασία της και ειδοποίησαν μαζί την αστυνομία, οι δε αστυνομικοί που πήγαν στο σπίτι τους μετέφεραν την παθούσα και τη μητέρα της πρώτα στο νοσοκομείο ... και εν συνεχεία στο αστυνομικό τμήμα για κατάθεση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως απόπειρας βιασμού και δη του ότι: "Στο ..., στις 20-3-2003, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα του βιασμού, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, η δε ενέργεια του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από εμπόδια εξωτερικά και όχι από τη δική του βούληση, δηλαδή στον παραπάνω τόπο και χρόνο εισήλθε στην οικία της ΒΒ και αφού η ανήλικη Ψ του άνοιξε την πόρτα, αρχικά την κτύπησε στο πρόσωπο και στην κοιλιά με την παλάμη του χεριού του, εν συνεχεία δε ασκώντας σωματική βία και κρατώντας το στόμα της για να μην φωνάξει, της έβγαλε τα ρούχα (παντελόνι, κάλτσες και εσώρουχο) και αφού κατέβασε και το δικό του παντελόνι καθώς και το εσώρουχο του, επεχείρησε να βάλει το πέος του στο αιδοίο της, το ακούμπησε δε πάνω σε αυτό για να την εξαναγκάσει σε εξώγαμη συνουσία, αλλά δεν κατάφερε να το εισάγει σε αυτό και να ολοκληρώσει την ενέργεια του, γιατί η παθούσα είχε κλειστά τα πόδια και αντιστεκόταν". Από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1 και 336 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρεται ότι, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που εκτίμησε το Δικαστήριο, περιλαμβάνονται και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν. Έγγραφα όμως της δικογραφίας κατέστησαν και το .../20-3-2003 έγγραφο της Υποδ/νσης Ασφαλείας ... προς τον ιατρό ... και το ...20-3-2003 έγγραφο της Υποδ/νσης Ασφαλείας ... προς το Α.Τ. ..., τα οποία εισέφερε στην αποδεικτική διαδικασία ο Εισαγγελέας της έδρας μετά από την διακοπή της δίκης, που έγινε κατόπιν του αναφερθέντος στην προηγούμενη σκέψη αιτήματος των συνηγόρων του κατηγορουμένου, τα οποία και αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο (βλ. φύλλο 6ο β' πλευρά αποφάσεως) Συνεπώς δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και τα έγγραφα αυτά για τον σχηματισμό της κρίσεως επί της κατηγορίας που βάρυνε τον αναιρεσείοντα και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω η αναιρεσειβαλλομένη δέχθηκε, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, συνδρομή όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως του βιασμού, σε απόπειρα, όπως αυτά αναλύθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφού ανελέγκτως έγινε δεκτή, το μεν η άσκηση σωματικής βίας με τον τρόπο που λεπτομερώς αναφέρεται, η οποία κατέτεινε να κάμψει την αντίστασή της για να επιτύχει ο κατηγορούμενος την εξώγαμη συνουσία που είχε αποφασίσει να τελέσει με αυτήν παρά την θέλησή της, αφού φρόντισε, παράλληλα με την άσκηση της σωματικής βίας να της αφαιρέσει τα ρούχα και το εσώρουχο, να βγάλει δε και το δικό του παντελόνι και εσώρουχο, το δε η μη επίτευξη της συνουσίας, λόγω της αντίστασης που πρόβαλε η παθούσα, συνισταμένη στο ότι κρατούσε κλειστά τα πόδια της και δεν επέτρεψε την είσοδο του σε στύση πέους του κατηγορουμένου στο αιδοίο της, ο μετέπειτα δε μετά την μη επίτευξη της συνουσίας αυνανισμός του δράστη και η εκσπερμάτωση επί της παθούσης, που δέχθηκε το Δικαστήριο, δεν επιδρά στην στοιχειοθέτηση της πράξεως του βιασμού σε απόπειρα, η οποία είχε συντελεσθεί ήδη. Οι αιτιάσεις που προβάλλει ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την μη ελεγχόμενη αναιρετικώς αξιολόγηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων και το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και τυγχάνουν όπως λέχθηκε απαράδεκτες.
Συνεπώς ο ίδιος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά το πρώτο μέρος του, τυγχάνει αβάσιμος. Αβάσιμος επίσης τυγχάνει και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο, υπό την αβάσιμη επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (510 παρ, 1 Ε' ΚΠΔ), προβάλλεται ότι, στο πλαίσιο της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ο Άρειος Πάγος, κατά πλήρη ανατροπή των διατάξεων της Ποινικής Δικονομίας, πρέπει από ακυρωτικό δικαστήριο να μεταβληθεί σε δικαστήριο ουσίας, προκειμένου κάθε υπόθεση να κρίνεται κατ ουσία για τρίτη φορά, στη συνέχεια δε παρατίθενται αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατ ουσία κρίση του Μ.Ο.Ε., οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν μόνον λόγους εφέσεως.
ΙΙΙ. Όπως λέχθηκε στην υπό στοιχείο Ι σκέψη, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επέρχεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί της σχετικής αιτήσεως. Τέτοιο δικαίωμα είναι και το της αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που ρητά παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο [άρθρα 99 μέχρι 104 Π.Κ.] και σε περίπτωση υποβολής τέτοιου αιτήματος, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, διαφορετικά, υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β` Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο μετά την επιβολή στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής πέντε (5) ετών και την υποβολή από τους συνηγόρους του τελευταίου, αιτήματος κατά λέξη, "... να ανασταλεί η εκτέλεση της παραπάνω ποινής, σύμφωνα με τα άρθρα 99 και 100 του Ποινικού Κώδικα, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών και επαφέθηκαν στην κρίση του Διαστηρίου κατά τα λοιπά", απέρριψε με απόφασή του το αίτημα του κατηγορούμενου για αναστολή εκτελέσεως της ποινής ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι, αφενός μεν όπως προκύπτει από το ποινικό του μητρώο έχει καταδικασθεί σε ποινές φυλάκισης που υπερβαίνουν τους έξι μήνες, αφετέρου δε διότι αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών (δηλαδή μεγαλύτερη των τριών ετών), και επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των επικαλούμενων διατάξεων των άρθρων 99 και 100 Π.Κ., δηλαδή μη καταδίκη σε ποινή ανωτέρα των έξι μηνών και επιβολή ποινής φυλακίσεως μέχρι τριών ετών. Με την απόφασή του αυτή, και δη την δεύτερη αιτιολογία, που στηρίζει πλήρως και αυτοτελώς την περί μη νομίμου του αιτήματος κρίση, οπότε είναι αδιάφορη νομικά η πρώτη, το δικαστήριο απάντησε πλήρως και μάλιστα αιτιολογημένα, στον αυτοτελή ισχυρισμό (αίτημα) του κατηγορούμενου για αναστολή της ποινής, κατά τα άρθρα 99 και 100 του Π.Κ. Βέβαια στην απόφαση δεν γίνεται λόγος, για αναστολή της ποινής κατά τη διάταξη του άρθρου 100 Α του Π.Κ., στην οποία προβλέπεται, για όσους έχουν καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών, η "αναστολή της ποινής υπό επιτήρηση", που όμως χορηγείται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις, πλέον εκείνων των άρθρων 99 και 100 Π.Κ. και των οποίων πάντως δεν γινόταν επίκληση, ούτε το δικαστήριο υποχρεούταν να απαντήσει σε μη υποβληθέντα ή αόριστο ισχυρισμό. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί, ότι με την υποβολή του ισχυρισμού για αναστολή της ποινής, νοείται η αναστολή με την διάταξη του άρθρου 100 Α Π.Κ., αφού μόνο με τη διάταξη αυτή ο ισχυρισμός ήταν νόμιμος, τόσο γιατί γινόταν ρητά επίκληση της διατάξεως του άρθρου 100 και όχι του άρθρου 100 Α του Π.Κ., όσο και γιατί ο θεσμός της απλής, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, αναστολής της ποινής, είναι διαφορετικός, του σχετικά νέου θεσμού της αναστολής υπό επιτήρηση. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, κατά το πρώτο μέρος του, της υπερβάσεως εξουσίας (510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ) και, κατά το δεύτερο μέρος του, της εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 100Α ΠΚ (510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2009 αίτηση και τους από 15-7-2009 προσθέτους λόγους αυτής του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 16,17,18,19/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βιασμός. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Απόπειρα - Έννοια. Πότε υφίσταται επί βιασμού (ΑΠ 2691/2008, ΑΠ 57/2007, ΑΠ 1323/2006). Αιτιολογία. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη για την κατηγορία και ως προς τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2129/2009). Έλλειψη ακροάσεως. Πότε συντρέχει. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ (ΑΠ 401/2009, ΑΠ 327/2006). Έλλειψη ακροάσεως. Πότε υπάρχει. Συνέπεια (ΑΠ 74/2009). Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εκ πλαγίου παράβαση. Πότε υφίστανται (ΑΠ 2129/ 2009). Πότε υπάρχει ακυρότητα κατ' άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ σε σχέση με το αίτημα αναστολής της ποινής κατ' άρθρο 100 ΠΚ (ΑΠ 2405/2002). Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων λόγων.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Βιασμός, Ακροάσεως έλλειψη, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 2422/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 353/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 648/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 354/2.7.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το 3247/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και την X, κάτοικο ..., για να δικαστεί ως υπαίτια κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία (βλ. βούλευμα).
II. Κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος η κατηγορουμένη άσκησε την 656/29-11-2007 έφεση και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 353/2008 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομίμως στις 19-3-2008 με θυροκόλληση στην κατηγορουμένη και στις 2-4-2008 στον αντίκλητο δικηγόρο της και στις 2-4-2008 στον αντίκλητό της δικηγόρο Κων/νο Λαμπράκη (βλ. αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 31-3-2008 η κατηγορουμένη άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κων/νου Λαμπράκη αναίρεση κατά του βουλεύματος αυτού με δήλωση προς την αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η 58/31-3-2008 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Ως λόγοι αναίρεσης προβάλλονται η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 375§1 Π.Κ. και η παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρα 93 Συντάγματος, 139, 484§1 β', γ' και δ' σε συνδ. με 57 ΚΠΔ). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα η αναιρεσείουσα παραπέμπεται να δικαστεί για κακούργημα (άρθρα 462, 463, 473, 474, 482§1α' ΚΠΔ και 98, 375§1,2 Π.Κ.).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/96 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεστεί προηγουμένως (αρθρ. 2 ΠΚ), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς τον σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη, ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και, μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3, από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος, ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. , οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και πρέπει να εφαρμόζεται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ακόμη, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται, είτε στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου, ή αντίστοιχα στο βούλευμα του συμβουλίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 1344/2006, ΑΠ 1541/2006).
IV. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.ε' του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο (ή το Δικαστήριο) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν. Η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ.1 περ.. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου που τις εξέδωσε. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36, 43 και 57 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, αν για την ίδια αξιόποινη πράξη κινήθηκαν κατά του ίδιου προσώπου δύο ή περισσότερες ποινικές διώξεις, οι μεταγενέστερες της πρώτης κηρύσσονται απαράδεκτες λόγω της υφιστάμενης εκκρεμοδικίας από την άσκηση της πρώτης ποινικής δίωξης, η οποία εμποδίζει την εκ νέου ποινική δίωξη διότι αυτή αναλώθηκε με την άσκηση της πρώτης. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 του ΚΠΔ, οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ίδιου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Για την ύπαρξη εκκρεμοδικίας απαιτείται, εκτός των άλλων και ταυτότητα της πράξης, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγουμένη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε σε καθεμιά απ'αυτές (βλ. ΑΠ 447/2006). Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ, κάθε μια από τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται σε αυτές (υπεξαίρεσης και απάτης) απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφόσον καθένα από αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού αντικειμένου. Αν όμως και τα δύο στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου υφίσταται μεταξύ τους φαινόμενη συρροή, οπότε, αν μεν ο δράστης υπεξαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και ακολούθως επιχειρεί απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως ή διατήρηση της κατοχής του υπεξαιρεθέντος, υπάρχει φαινόμενη συρροή υπεξαιρέσεως και μη τιμωρητής μεταγενέστερος πράξεως απάτης, αν δε ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο πράγμα δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι απορροφάται από την απάτη. Δηλαδή, εάν ο δράστης δεν απέκτησε δι' απάτης την κυριότητα του πράγματος, όπως τούτο συμβαίνει επί δοθέντων χρημάτων προς εκτέλεση εντολής, τότε υπάρχει μόνον υπεξαίρεση, γιατί απορροφάται η απάτη (ΑΠ 1485/2003).
V. Στη προκειμένη περίπτωση η κατηγορία για την οποία η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε να δικαστεί συνίσταται στο ότι: "Η X και οι AA, BB, ΓΓ, κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους ενεργώντας από κοινού με κοινό δόλο και κοινό σκοπό με περισσότερες από μια πράξεις που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές με πρόθεση έβλαψαν ξένη περιουσία και επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διέπραξαν δε την πράξη αυτή της απάτης κατ'επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και το συνολικό όφελος με την αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και ειδικότερα. Α) Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-2001 έως 11-4-2001, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον ΔΔ ότι η εταιρία λήψης-διαβίβασης εντολών με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ" της οποίας ήταν διευθυντές, ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών, ενώ στην πραγματικότητα η παραπάνω εταιρία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών, γεγονότα που γνώριζαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι και τον παρέπεισαν έτσι να τους καταβάλει στις 14-3-2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ. (8.804,11 ευρώ), στις 27-3-2001 το ποσό των 2.000.000 δραχμών (5.869,405 ευρώ), στις 3-4-2001 το ποσό των 1.200.000 δραχμών (3.521,64 ευρώ), στις 11-4-2001 το ποσό των 500.000 δραχμών (1.467,35 ευρώ), και στις 11-4-2001 το ποσό των 380.000 δραχμών (1.115,187 ευρώ), ήτοι το συνολικό ποσό των 7.080.000 δραχμών (20.770,70 ευρώ). Με τον τρόπο αυτό προξένησαν στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 20.770,70 ευρώ με ισόποσο όφελος των κατηγορουμένων δεδομένου ότι δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις αλλά τα ιδιοποιήθηκαν, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Β) Στην ... την 1-7-2002 ενεργώντας με πρόθεση από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον ΕΕ ότι η εταιρία λήψης-διαβίβασης εντολών με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ" της οποίας ήταν διευθυντές, ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών, ενώ στην πραγματικότητα η παραπάνω εταιρία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών, γεγονότα που γνώριζαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι και τον παρέπεισαν έτσι να τους καταβάλει το ποσό των 17.608,22 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προξένησαν στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 17.608,22 ευρώ με ισόποσο όφελος των κατηγορουμένων δεδομένου ότι δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις αλλά τα ιδιοποιήθηκαν, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που ασκήθηκε μόνον από την ήδη αναιρεσείουσα X, με αναφορά καθολική στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα εξής: Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε για την κρινομένη υπόθεση κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς την απολογία και τα υπομνήματα της εκκαλούσας κατηγορουμένης, προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 14-3-200Γ μέχρι 11-4-2001, η εκκαλούσα κατηγορούμενη, X, από κοινού ενεργώντας μαζί με τους συγκατηγορουμένους της, ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ΔΔ ότι ήσαν διευθυντικά στελέχη (εκπρόσωποι - μέτοχοι) της ΑΕΛΔΕ με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ", η δε εταιρεία αυτή συνεργαζόταν με χρηματιστηριακές εταιρείες και διακινούσε στο Χρηματιστήριο κεφάλαια μεγάλων ποσών, με αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών. Όμως στην πραγματικότητα η ανωτέρω εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε στο χώρο του Χρηματιστηρίου σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών. Με αυτή την απατηλή συμπεριφορά πείστηκε ο ανωτέρω εγκαλών, ΔΔ, να επενδύσει στο Χρηματιστήριο και να καταβάλλει στους ως άνω κατηγορουμένους στις 14-3-2001 το ποσό των 3.000.000 δραχμών (8.804,11 ευρώ), στις 27-3-2001 το ποσό των 2.000.000 δραχμών (5.869,405 ευρώ), στις 3-4-2001 το ποσό των 1.200.000 δραχμών (3.521,64 ευρώ), και σης 11-4-2001 τα ποσά των 500.000 δραχμών (1.467, 35 ευρώ) και το)ν 380.000 δραχμών (1.115,187 ευρώ), ήτοι το συνολικό ποσό των 7.080.000 δραχμών (20.770,70 ευρώ). Με τον τρόπο αυτό προξενήθηκε στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 20.770, 70 ευρώ, με ισόποσο παράνομο όφελος των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αυτοί δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν.
Επίσης η ανωτέρω εκκαλούσα κατηγορούμενη, ενεργώντας με τον ίδιο ως άνω τρόπο από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους της, στην ... στις 1-7-2002, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ΕΕ ότι ήσαν διευθυντικά στελέχη (εκπρόσωποι - μέτοχοι) της ΑΕΛΔΕ με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ", η δε εταιρεία αυτή συνεργαζόταν με χρηματιστηριακές εταιρείες και διακινούσε στο Χρηματιστήριο κεφάλαια μεγάλων ποσών, με αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών. Όμως στην πραγματικότητα η ανωτέρω εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε στο χώρο του Χρηματιστηρίου σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών. Με αυτή την απατηλή συμπεριφορά πείστηκε ο ΕΕ να επενδύσει στο Χρηματιστήριο και να καταβάλλει στους ως άνω κατηγορουμένους το ποσό των 17.608,22 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προξενήθηκε στον ΕΕ ζημία ύψους 17.608,22 ευρώ, με ισόποσο παράνομο όφελος των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αυτοί δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Με τις ανωτέρω πράξεις της η κατηγορούμενη X αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος, έχοντας αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της. Περαιτέρω και προκειμένου να απορριφθεί η ένσταση δεδικασμένου (εκκρεμοδικίας) που είχε νομοτύπως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο, σχετικά με την επί μέρους πράξη που φέρεται να έχει τελεστεί σε βάρος του ΔΔ, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε τα εξής: Πρέπει, όμως, συμπληρωματικά να επισημανθούν και τα ακόλουθα: Σχετικά με το ζήτημα της συρροής του εγκλήματος της απάτης με το έγκλημα της υπεξαίρεσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 375 και 386 του Π.Κ., καθεμία από τις αξιόποινες αυτές πράξεις απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφόσον καθένα απ' αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού αντικειμένου. Αν όμως και τα δύο αυτά εγκλήματα στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου υφίσταται μεταξύ τους φαινόμενη συρροή, οπότε, αν μεν ο δράστης υπεξαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και ακολούθως επιχειρεί απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαίρεσης ή διατήρηση της κατοχής του υπεξαιρεθέντος υπάρχει φαινόμενη συρροή υπεξαίρεσης και μη τιμωρητής μεταγενέστερης απάτης, αν δε ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο ξένο κινητό πράγμα δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι απορροφάται από την απάτη (Α.Π. 1486/2003 (ΠΟΙΝ), Ποιν. Λογ. 2003-1630, ΑΠ 93/2006 (ΠΟΙΝ), Τραπ. Νομ. Πληρ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα κατηγορουμένη, τόσο με το υπόμνημα της κατά την απολογία της, όσο και με το υπόμνημα που επισυνάπτεται στην κρινομένη έφεσή της, αρνούμενη την από κοινού κακουργηματική απάτη, κατά συρροή, για την οποία κατηγορείται και παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα κακουργήματα, ισχυρίζεται ότι για την κακουργηματική απάτη που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος του εκ των δύο εγκαλούντων ΔΔ συντρέχει δεδικασμένο - εκκρεμοδικία, δεδομένου ότι για το ίδιο χρηματικό ποσό έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για το αδίκημα της υπεξαίρεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, είχε δε προσκομίσει, κατά την απολογία της ως σχετικό φωτοτυπία κλητηρίου θεσπίσματος με ημερομηνία 17.11.2005. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν τεκμηριώνεται αν υπάρχει φαινόμενη συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων (της απάτης και της υπεξαίρεσης) και αν η φαινόμενη συρροή αφορά υπεξαίρεση και μη τιμωρητή μεταγενέστερη απάτη ή αντιστρόφως αφορά απάτη και μη τιμωρητή υπεξαίρεση, ούτε, άλλωστε, προκύπτει αν είναι ισχυρό ή μη το επικαλούμενο κλητήριο θέσπισμα (ή τούτο έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί). Επομένως και ο σχετικός ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας κατηγορουμένης κρίνεται αβάσιμος.
VI. Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν κατά τη γνώμη μου τα εξής: α) Η ένσταση δεδικασμένου (εκκρεμοδικίας), που νομοτύπως υποβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε χωρίς την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Το Συμβούλιο αντί να τοποθετηθεί ευθέως, χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές στο κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα και με τις δικές του νομικές παραδοχές, αν δηλαδή το ποσόν των χρημάτων του ΔΔ, δόθηκε από αυτόν στους κατηγορουμένους (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα), συνεπεία απατηλής συμπεριφοράς, που έπρεπε να προσδιοριστεί, οπότε μόνον περί απάτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί η τελευταία, ή τα χρήματα δόθηκαν στην κατηγορουμένη προκειμένου αυτή να τα διαχειριστεί για λογαριασμό του παθόντος σε εκπλήρωση της εντολής για την αγορά μετοχών και αυτή τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, οπότε η πράξη της φέρει τα στοιχεία της υπεξαίρεσης και ως εκ τούτου η ένσταση της περί εκκρεμοδικίας ήταν βάσιμη. Αντί να ασχοληθεί το Συμβούλιο με αυτό το κρίσιμο ζήτημα και να τοποθετηθεί επ'αυτού με σαφήνεια, αναφέρει ως απορριπτική της ένστασης αιτιολογία τα εξής: "Από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν τεκμηριώνεται αν υπάρχει φαινομένη συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων και αν η φαινομένη συρροή αφορά υπεξαίρεση και μη τιμωρητή μεταγενέστερη απάτη ή αντιστρόφως αφορά απάτη και μη τιμωρητή υπεξαίρεση, ούτε, άλλωστε, προκύπτει αν είναι ισχυρό ή μη το επικαλούμενο κλητήριο θέσπισμα ή τούτο έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί ...". Αμφισβητείται έτσι, χωρίς προφανή λόγο το κύρος του προσαχθέντος κλητηρίου θεσπίσματος, αν και βάση αυτού η κατηγορουμένη καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών για υπεξαίρεση με την 6050/25-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω και κατά τη γνώμη μου η αδυναμία του Συμβουλίου να τεκμηριώσει αν στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο περί απάτης ή υπεξαίρεσης, αφού το ότι το ίδιο υλικό αντικείμενο αφορούσαν και οι δύο διώξεις είναι πέραν αμφισβητήσεως, θα έπρεπε να επιδιωχθεί είτε με περαιτέρω ανάκριση στα πλαίσια της υποχρέωσης του Συμβουλίου να ερευνά την υπόθεση προς όλες τις κατευθύνσεις και όχι μόνον προς την κατεύθυνση της θεμελίωσης της κατηγορίας, είτε με εφαρμογή της επιεικέστερης για την κατηγορουμένη άποψης. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί το βούλευμα ως προς την διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ένσταση δεδικασμένου (εκκρεμοδικίας), για έλλειψη αιτιολογίας (άρθρο 484 § 1δ' Κ.Π.Δ.) και περαιτέρω να αναιρεθεί το ίδιο βούλευμα, ως προς την διάταξη με την οποία παραπέμπεται η αναιρεσείουσα για την επί μέρους πράξη που φέρεται να έχει τελεστεί σε βάρος του ΔΔ, για υπέρβαση εξουσίας, αφού προχώρησε στην παραπομπή, χωρίς προηγουμένως να έχει απορρίψει αιτιολογημένα την παραπάνω ένσταση, που αφορούσε την πράξη αυτή.
VII. Οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται και στις δύο επί μέρους περιπτώσεις της κακουργηματικής απάτης, σχετικά με την αιτιολογία της παραπομπής, και την επίκληση και συνεκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και την εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 45 και 386 § § 1,3 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η πρόταση αυτή είναι κυρία, όσον αφορά την επί μέρους πράξη απάτης με παθόντα τον ΕΕ και επικουρική ως προς την πράξη με παθόντα τον ΔΔ, για τον οποίο το βούλευμα πρέπει κυρίως να αναιρεθεί για τους παραπάνω λόγους. Τέλος πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, που διατυπώνεται στο τέλος της αίτησης αναίρεσης, δεδομένου ότι ο αιτών αναιρεσείων εκθέτει με τρόπο διεξοδικό τις θέσεις και τα επιχειρήματα του, ώστε η παρουσία του στο Συμβούλιο να μη έχει συνεισφέρει κάτι ουσιαστικό, δεδομένων και των ζητημάτων που κρίνονται στην αναιρετική διαδικασία.
Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω
Ι. Να απορριφθεί η από 31-3-2008 αίτηση αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
ΙΙ. Να γίνει δεκτή η 58/2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης X κατά του 353/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα, μόνον ως προς τις διατάξεις του, που αναφέρονται στην επί μέρους πράξη κακουργηματικής απάτης με παθόντα τον ΔΔ και
ΙV. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση και μόνον ως προς τα παραπάνω τμήματά της στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων Δικαστών.
Αθήνα 13 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 και 3 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικώς και για πράξεις που είχαν τελεστεί προηγουμένως (άρθρο 2 Π.Κ.), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών από την οποία παραπλανήθηκε άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 εδάφ. β' του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 1721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν το περιουσιακό όφελος ή η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, αν το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και πρέπει να εφαρμόζεται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή την οποία έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ τέλεση του εγκλήματος κατά συνήθεια υφίσταται όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και ποινική καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε απαιτείται σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ακόμη, κατά το άρθρο 45 του Ποινικού Κώδικα, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει η αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Εξάλλου, ως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό η στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά απ' αυτά, κατ' επιλογήν. Η απαιτούμενη κατά τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Νόμου 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται σε όλες ανεξαιρέτως τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου που τις εξέδωσε.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 36, 43 και 57 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι, αν για την ίδια αξιόποινη πράξη κινήθηκαν κατά του ίδιου προσώπου δύο ή περισσότερες ποινικές διώξεις, οι μεταγενέστερες της πρώτης κηρύσσονται απαράδεκτες, λόγω της υφιστάμενης εκκρεμοδικίας από την άσκηση της πρώτης ποινικής διώξεως, η οποία εμποδίζει την εκ νέου ποινική δίωξη, διότι αυτή αναλώθηκε με την άσκηση της πρώτης. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ίδιου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Για να υπάρχει εκκρεμοδικία απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα της πράξεως, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού που δόθηκε σε καθεμία απ' αυτές. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 1 και 386 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, κάθε μία από τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται σε αυτές (υπεξαιρέσεως και απάτης) απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και συνεπώς, αν ο δράστης τους είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, είναι δυνατή η πραγματική συρροή των δύο αυτών εγκλημάτων, εφ' όσον καθένα απ' αυτά στρέφεται κατά διαφορετικού αντικειμένου. Αν όμως και τα δύο στρέφονται κατά του αυτού υλικού αντικειμένου, υφίσταται μεταξύ τους φαινόμενη συρροή, οπότε, αν μεν ο δράστης υπεξαιρεί το ξένο κινητό πράγμα και ακολούθως επιχειρεί απατηλές πράξεις για να συγκαλύψει την υπεξαίρεση ή να διατηρήσει στην κατοχή του το υπεξαιρεθέν, υπάρχει φαινόμενη συρροή υπεξαιρέσεως και μη τιμωρητής μεταγενέστερης πράξεως απάτης, αν δε ο δράστης απέκτησε με απάτη το ιδιοποιούμενο πράγμα, δεν τιμωρείται η υπεξαίρεση, διότι απορροφάται από την απάτη.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα παραπέμφθηκε μαζί με άλλους συγκατηγορουμένους της, με το 3247/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικασθεί με την εξής κατηγορία: "Η X και οι AA, BB, ΓΓ, κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού, με κοινό δόλο και κοινό σκοπό με περισσότερες από μία πράξεις, που τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, με πρόθεση έβλαψαν ξένη περιουσία και επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, διέπραξαν δε την πράξη αυτή της απάτης κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και το συνολικό όφελος με την αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και ειδικότερα: Α) Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 14.3.2001 έως 11.4.2001, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον ΔΔ ότι η εταιρεία λήψης - διαβίβασης εντολών με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ" της οποίας ήταν διευθυντές, ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών, ενώ στην πραγματικότητα η παραπάνω εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών, γεγονότα που γνώριζαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι και τον παρέπεισαν έτσι να τους καταβάλει στις 14.3.2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ. (8.804,11 ευρώ), στις 27.3.2001 το ποσό των 2.000.000 δραχμών (5.869,405 ευρώ), στις 3.4.2001 το ποσό των 1.200.000 δραχμών (3.521,64 ευρώ), στις 11.4.2001 το ποσό των 500.000 δραχμών (1.467,35 ευρώ) και στις 11.4.2001 το ποσό των 380.000 δραχμών (1.115.187 ευρώ), ήτοι το συνολικό ποσό των 7.080.000 δραχμών (20.770,70 ευρώ). Με τον τρόπο αυτό προξένησαν στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 20.770,70 ευρώ, με ισόποσο όφελος των κατηγορουμένων δεδομένου ότι δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Β) Στην ... την 1.7.2002, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον ΕΕ ότι η εταιρεία λήψης - διαβίβασης εντολών με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ" της οποίας ήταν διευθυντές, ήταν αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών, ενώ στην πραγματικότητα η παραπάνω εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών, γεγονότα που γνώριζαν οι παραπάνω κατηγορούμενοι και τον παρέπεισαν έτσι να τουςκαταβάλει το ποσό των 17.608,22 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προξένησαν στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 17.608,22 ευρώ, με ισόποσο όφελος των κατηγορουμένων δεδομένου ότι δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης προκύπτει ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους". Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, η αναιρεσείουσα άσκησε την 656/29.11.2007 έφεση της και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 353/2008 βούλευμα του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς όλες τις διατάξεις του, με την εξής αιτιολογία: "Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε για την κρινόμενη υπόθεση κατά την διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό προς την απολογία και τα υπομνήματα της εκκαλούσας κατηγορουμένης, προκύπτουν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 14.3.2001 μέχρι 11.4.2001, η εκκαλούσα κατηγορουμένη X, από κοινού ενεργώντας μαζί με τους συγκατηγορουμένους της, AA, ΒΒ και ΓΓ, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ΔΔ ότι ήσαν διευθυντικά στελέχη (εκπρόσωποι - μέτοχοι) της ΑΕΛΔΕ με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ", η δε εταιρεία αυτή συνεργαζόταν με χρηματιστηριακές εταιρείες και διακινούσε στο Χρηματιστήριο κεφάλαια μεγάλων ποσών, με αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών. Όμως στην πραγματικότητα η ανωτέρω εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε στο χώρο του Χρηματιστηρίου σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών. Με αυτή την απατηλή συμπεριφορά πείστηκε ο ανωτέρω εγκαλών, ΔΔ να επενδύσει στο Χρηματιστήριο και να καταβάλει στους ως άνω κατηγορουμένους στις 14.3.2001 το ποσό των 3.000.000 δραχμών (8.804,11 ευρώ), στις 27.3.2001 το ποσό των 2.000.000 δραχμών (5.869,405 ευρώ), στις 3.4.2001 το ποσό των 1.200.000 δραχμών (3.521,64 ευρώ) και στις 11.4.2001 τα ποσά των 500.000 δραχμών (1.467,35 ευρώ) και των 380.000 δραχμών (1.115.187 ευρώ), ήτοι το συνολικό ποσό των 7.080.000 δραχμών (20.770,70 ευρώ). Με τον τρόπο αυτό προξενήθηκε στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 20.770,70 ευρώ, με ισόποσο παράνομο όφελος των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αυτοί δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Επίσης η ανωτέρω εκκαλούσα κατηγορουμένη, ενεργώντας με τον ίδιο ως άνω τρόπο από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους της, στην ... στις 1.7.2002, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον ΕΕ ότι ήσαν διευθυντικά στελέχη (εκπρόσωποι - μέτοχοι) της ΑΕΛΔΕ με την επωνυμία "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ", η δε εταιρεία αυτή συνεργαζόταν με χρηματιστηριακές εταιρείες και διακινούσε στο Χρηματιστήριο κεφάλαια μεγάλων ποσών, με αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστη και φερέγγυα με μεγάλα έσοδα και κύκλο εργασιών. Όμως στην πραγματικότητα η ανωτέρω εταιρεία ήταν εντελώς αφερέγγυα και δεν λειτουργούσε στο χώρο του Χρηματιστηρίου σύμφωνα με τον σκοπό της, αλλά είχε συσταθεί με μοναδικό σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων μέσω υπερπολυτελών εγκαταστάσεων (γραφείων) και την εξαπάτηση ανύποπτων επενδυτών. Με αυτή την απατηλή συμπεριφορά πείστηκε ο ανωτέρω εγκαλών, ΕΕ να επενδύσει στο Χρηματιστήριο και να καταβάλει στους ως άνω κατηγορουμένους το ποσό των 17.608,22 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προξενήθηκε στον ως άνω εγκαλούντα ζημία ύψους 17.608,22 ευρώ, με ισόποσο παράνομο όφελος των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι αυτοί δεν χρησιμοποίησαν τα χρήματα που τους κατέβαλε για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο, αλλά τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα, όπως εξ αρχής είχαν την πρόθεση να πράξουν. Με τις ανωτέρω πράξεις της, η κατηγορουμένη X αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος, έχοντας αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας της". Περαιτέρω, και προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών να απορρίψει την ένσταση δεδικασμένου (εκκρεμοδικίας) που είχε νομοτύπως υποβάλει η αναιρεσείουσα σχετικά με την επί μέρους πράξη που φέρεται να έχει τελεστεί εις βάρος του ΔΔ, έκανε δεκτά τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα κατηγορουμένη, τόσο με το υπόμνημα της κατά την απολογία της, όσο και με το υπόμνημα που επισυνάπτεται στην κρινόμενη έφεση της, αρνούμενη την από κοινού κακουργηματική απάτη, κατά συρροή, για την οποία κατηγορείται και παραπέμπεται με το εκκαλούμενο βούλευμα να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα κακουργήματα, ισχυρίζεται ότι για την κακουργηματική απάτη που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος του εκ των δύο εγκαλούντων ΔΔ συντρέχει δεδικασμένο -εκκρεμοδικία, δεδομένου ότι για το ίδιο χρηματικό ποσό έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για το αδίκημα της υπεξαίρεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είχε δε προσκομίσει, κατά την απολογία της, ως σχετικό, φωτοτυπία κλητηρίου θεσπίσματος με ημερομηνία 17.11.2005. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν τεκμηριώνεται αν υπάρχει φαινόμενη συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων (της απάτης και της υπεξαίρεσης) και αν η φαινόμενη συρροή αφορά υπεξαίρεση και μη τιμωρητή μεταγενέστερη απάτη ή αντιστρόφως αφορά απάτη και μη τιμωρητή υπεξαίρεση ούτε άλλωστε, προκύπτει αν είναι ισχυρό ή μη το επικαλούμενο κλητήριο θέσπισμα (ή τούτο έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί). Επομένως και ο σχετικός ανωτέρω ισχυρισμός της εκκαλούσας κατηγορουμένης κρίνεται αβάσιμος". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς την απόρριψη της ενστάσεως της εκκρεμοδικίας, αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής απάτης, που φέρεται ότι τελέστηκε εις βάρος του εγκαλούντος ΔΔ, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, διότι διαλαμβάνει με σαφήνεια, χωρίς ενδοιασμούς, αντιφάσεις και λογικά κενά, αν το ποσό των χρημάτων του ΔΔ δόθηκε από αυτόν στους κατηγορουμένους ύστερα από απατηλή συμπεριφορά, που έπρεπε να προσδιοριστεί, οπότε μόνο για απάτη θα μπορούσε να κατηγορηθεί η αναιρεσείουσα, ή αν τα χρήματα δόθηκαν σ' αυτήν, προκειμένου να τα διαχειρισθεί για λογαριασμό του παθόντος σε εκπλήρωση της εντολής για την αγορά μετοχών και αυτή τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, οπότε η πράξη της φέρει τα στοιχεία της υπεξαιρέσεως και ως εκ τούτου, η ένσταση της περί εκκρεμοδικίας θα ήταν βάσιμη. Αντί δηλαδή να ασχοληθεί το Συμβούλιο Εφετών με το κρίσιμο αυτό ζήτημα και να τοποθετηθεί επ' αυτού με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς, απορρίπτει την ένσταση αυτή με την αιτιολογία ότι "από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν τεκμηριώνεται αν υπάρχει φαινόμενη συρροή μεταξύ των δύο αυτών εγκλημάτων και αν η φαινόμενη συρροή αφορά υπεξαίρεση και μη τιμωρητή μεταγενέστερη απάτη ή αντιστρόφως αφορά απάτη και μη τιμωρητή υπεξαίρεση, ούτε άλλωστε προκύπτει αν είναι ισχυρό ή μη το επικαλούμενο κλητήριο θέσπισμα ή τούτο έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί". Έτσι χωρίς λόγο αμφισβητείται το κύρος του αναφερομένου κλητηρίου θεσπίσματος, αν και με βάση αυτό η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για υπεξαίρεση με την 6050/25.1.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί ως προς τη διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η παραπάνω ένσταση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγου αναιρέσεως και περαιτέρω ως προς τη διάταξη με την οποία παραπέμπεται η αναιρεσείουσα για την επί μέρους πράξη που φέρεται ότι έχει τελεστεί εις βάρος του ΔΔ για υπέρβαση εξουσίας, αφού προχώρησε στην παραπομπή, χωρίς προηγουμένως να έχει απορρίψει αιτιολογημένα την παραπάνω ένσταση, που αφορούσε την πράξη αυτή.
Επειδή, κατά τα λοιπά, το προσβαλλόμενο βούλευμα, διέλαβε την απαιτούμενη από της παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικώς με το ανωτέρω έγκλημα, που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, με παθόντα τον ΕΕ, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου, στο πόρισμα του βουλεύματος (ως προς το έγκλημα που φέρεται ότι στρέφεται κατά του ΕΕ) δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής των παραπάνω ποινικών διατάξεων. Επομένως, οι αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα με τους από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', γ' και δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με τους οποίους ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Επειδή, κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης. Το συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, που υποβάλλει με την αίτηση αναιρέσεως, για να διαταχθεί η εμφάνιση της στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει σε συμβούλιο, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αυτή με την αίτηση αναιρέσεως έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς της ως προς τις πλημμέλειες που προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και επομένως παρέλκει η εμφάνιση της στο Συμβούλιο προς περαιτέρω διευκρινίσεις.
Επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω και του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται άλλους λόγους πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, η κρινόμενη αίτηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που απεφάνθησαν προηγουμένως.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο).
Δέχεται εν μέρει την από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση της X, κατοίκου ..., για αναίρεση του 353/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αναιρεί το ανωτέρω βούλευμα, ως προς τις διατάξεις του που αναφέρονται στην επί μέρους πράξη της κακουργηματικής απάτης με παθόντα τον ΔΔ.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση και μόνο ως προς τα παραπάνω αναιρούμενα τμήματα της στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση. Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και, εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και παραβίαση του δεδικασμένου. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 2419/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ...,που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 802/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη με αριθμό 348/22.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την από 7/4/2009 αίτηση αναίρεσης της Χ κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα της και δια λογαριασμό της από το δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Κολοβό, δυνάμει της από 7/4/2009 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ' αριθμ. ... έφεση της κατά της υπ' αριθμ. 11161/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών Ι.Κ.Α. σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών και συνολική χρηματική ποινή 880,41 ευρώ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ (ΑΠ 113/2004 -σε Συμβούλιο- ΠΧ ΝΔ, 981).
Εξ' άλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεως του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (ΑΠ 429/2005 Ποιν. Δικ. 2005 σελ. 922 κ.α). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη με αριθμό 61579/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογεγραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο την 30/11/2004 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, στη διεύθυνση που αυτή είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως στις 13/07/2006 (βλ. το από 13/07/2006 αποδεικτικό του αστυφύλακα του Α.Τ. ...). Ετσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως που άρχισε από την επομένη της ως άνω επίδοσης, δηλαδή στις ..., ενώ η κατ' αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 7/4/ 2009 δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 148, 153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως, πρέπει στην αίτηση ασκήσεως της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστική στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Στην κρινομένη υπόθεση με την ανωτέρω με αριθμό 21/7-4-2009 αίτηση της ζητάει η αναιρεσείουσα την αναίρεση της υπ' αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη "...ασκεί αναίρεση ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης 61579/2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατά της υπ' αριθμ. 11161/01 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως ανυποστήρικτη και με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή 18 μηνών και χρηματική ποινή 880,41 ευρώ (300.000 δρχ) για μη καταβολή εισφορών Ι.Κ.Α. για τους παρακάτω λόγους διότι μολονότι βρέθηκα στο δικαστήριο τη συγκεκριμένη ημερομηνία η έφεση μου απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη". Έτσι όμως εφόσον δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ η υπό κρίση αναίρεση είναι και για το λόγο αυτό απαράδεκτη. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρΙθμ. 61/7-4-2009 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από την κατηγορουμένη Χ κατοίκου ...κατά της υπ' αριθμ. 61579/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 2) Να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, η αναιρεσείουσα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 507 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα, αν αυτή είναι μεταγενέστερη από την επίδοση προς εκείνον της απόφασης, αλλιώς από την εν λόγω επίδοση (ΑΠ 886/2008, ΑΠ 179/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Βέβαια, κατά την συναγομένη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος κατ` άρθρον 513 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 476 § 1 Κ.Ποιν.Δικ., όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην κρινόμενη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση 61579/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 30-11-2004 (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματέως του Δικαστηρίου που την εξέδωσε επί του αντιγράφου της). Η απόφαση επιδόθηκε νομίμως (155 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ) στην αναιρεσείουσα στις 13-7-2006 (βλ. από 13-7-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Α.Τ....) στην διεύθυνση κατοικίας που δήλωσε αυτή με την 9864/16-7-2003 έκθεση εφέσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 7-4-2009 (βλ. 21/7-4-2009 έκθεση του γραμματέως του Πλημ/κείου Αθηνών), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει με την έκθεση αναιρέσεως κάποιο λόγο ανωτέρας βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, η αναιρεσείουσα (άρθρο 476 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθ. εκθ. 21/7-4-2009 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατά της με αριθ. 61579/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως. Προθεσμία επί ερήμην αποφάσεως - Αρχίζει από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο αποφάσεως αν είναι μεταγενέστερη της επίδοσης άλλως από την επίδοση (ΑΠ 619/2005, ΑΠ 886/2008, ΑΠ 179/2005). Πως και πότε προβάλλονται οι λόγοι ανωτέρας βίας που δικαιολογούν εκπρόθεσμη άσκηση (ΑΠ 411/2003). Απόρριψη ως απαράδεκτης αιτήσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως χωρίς να προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 0
|
Αριθμός 2421/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουνίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 960/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 331/14.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485παρ.1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 127/10-6-2009 και 128/10-6-2009 αιτήσεις αναίρεσης των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες ασκήθηκαν δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Ευαγγελίας Μαγαΐτη, δυνάμει των προσαρτημένων στις αιτήσεις με αριθμό ... και ... συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων αντίστοιχα και στρέφονται κατά με αριθμό 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1957/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι απόπειρας απάτης από κοινού ενώπιον δικαστηρίου, από την οποία προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία ανώτερη των 73.000 Ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1,42 παρ. 1,45 και 386 παρ. 1β και 3 ΠΚ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το με αριθμό 947/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτές και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις τους επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 6/6/2009 και αυτοί άσκησαν τις αιτήσεις αναίρεσης την 10/6/2009, ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνον οι με αριθμούς 127 και 128/2009 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Κατά συνέπεια ενόψει προεκτεθέντων οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προσβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτουν με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα υπόψη από το Συμβούλιο και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται κατά το είδος τους, χωρίς την ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 2479/08, 2481/08, 67/06). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που λαμβάνεται υπόψη από το Συμβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος(ΑΠ 1528/08, ΑΠ 1876/08, ΑΠ 548/07).
ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 όπως και η ΑΑ και ΒΒ υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18ης Μαΐου 2000 μήνυσή των με Α.ΒΜ Γ 2000/1796 κατά του μηνυτή Ψ και του ΓΓ. Εις τη μήνυση αυτή εξέθεσαν μεταξύ άλλων ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς επιθυμούντες, όπως και η τρίτη και ο τέταρτος, να αξιοποιήσουν τα κεφάλαιά των επενδύοντας αυτά μέσω χρηματιστηριακής εταιρείας και μετά παρότρυνση του ΓΓ, τον οποίο εγνώριζαν, καθόσον με τη μεσολάβησή του είχαν συνάψει ασφαλιστήρια συμβόλαια με την εταιρεία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, απευθύνθηκαν εις τον μηνυτή Ψ, ο οποίος ήταν εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ" της οποίας η έδρα ήταν εις το ... και την 11η Νοεμβρίου 1998 συνήψαν σύμβαση πώλησης με αυτόν (μηνυτή) ως εκπρόσωπο της ανωτέρω εταιρείας, δυνάμει της οποίας ο μηνυτής ως κύριος μέτοχος της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ πώλησε σε κάθε ένα εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων πέντε χιλιάδες (5.000) μετοχές της ανωτέρω εταιρείας αντί του συνολικού τιμήματος των 15.700.000 δραχμών. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι οι μετοχές θα μεταβιβάζονται κατά κυριότητα και νομή εις τους αγοραστές εκκαλούντες κατηγορουμένους και θα παρεδίδοντο εις αυτούς αμέσως μόλις εκείνοι, μετά την επιστροφή τους από την ... εις την ..., ζητούσαν αυτές από τον πωλητή-μηνυτή, υπό την κατοχή και φύλαξη του οποίου, κατά τη συμφωνία που ελέχθη, θα παρέμεναν προσωρινά υπό την ιδιότητά του πλέον ως απλού θεματοφύλακός των. Εις την ίδια δε ανωτέρω μήνυση οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και οι προαναφερθέντες ΑΑ και ΒΒ εξέθεσαν ότι, την 27η Νοεμβρίου 1998, μετά την ρευστοποίηση των παραδοθέντων από αυτούς εις τον μηνυτή Ψ μετοχών των της εταιρείας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και την κατάθεση από την εταιρεία ΑΚΤΙΒ Α.Ε.Π.Ε.Υ εις τον υπ αριθμ ... λογαριασμό τους εις το υποκατάστημα ... της Ιονικής Τράπεζας του χρηματικού ποσού των 16.800.000 δραχμών την 2α Δεκεμβρίου 1998 χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος των αγορασθέντων από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους μετοχών, ο πρώτος αυτών Χ1 εξέδωσε σε διαταγή του ΓΓ την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 15.600.000 δραχμών πληρωτέα εις την Ιονικήν και Λαϊκήν Τράπεζαν Α.Ε. την οποία παρέδωσαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι εις τον ΓΓ εις την ... την ανωτέρω ημερομηνία ο τελευταίος δε ενεργών ως άμεσος εκπρόσωπος του μηνυτή Ψ εισέπραξε την επιταγή αυτή, κατά τις παραμονές δε των εορτών των Χριστουγέννων του έτους 1998 οι ανωτέρω εκκαλούντες κατηγορούμενοι ήλθαν εις την ... και ζήτησαν από τον μηνυτή τις από αυτόν πωληθείσες εις αυτούς μετοχές πλην όμως αυτός ούτε τότε ούτε κατά τις μεταγενέστερες μέχρι την 19η Σεπτεμβρίου 1999 επανειλημμένες οχλήσεις του από τους προαναφερθέντες εκκαλούντες κατηγορουμένους παρέδωσε εις αυτούς τις ανωτέρω μετοχές τις οποίες κατεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Περαιτέρω οι ανωτέρω τότε μηνυτές και νυν εκκαλούντες κατηγορούμενοι εξέθεσαν εις την προαναφερθείσα μήνυσή των ότι τις λεχθείσες μετοχές οι οποίες κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 εισήχθησαν εις το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ο μηνυτής Ψ εκποίησε-επώλησε κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 19η Σεπτεμβρίου 1999 και εισέπραξε άγνωστο χρηματικό ποσό από το οποίο απέδωσε εις αυτούς μόνο το χρηματικό ποσό των 15.700.000 δραχμών ακολούθως δε την 20η Σεπτεμβρίου 1999 αγόρασε και πάλι εις το όνομά των (ανωτέρω εκκαλούντων κατηγορουμένων) 10.000 μετοχές της εταιρείας αυτής αντί του χρηματικού ποσού των 10.750 δραχμών ανά μετοχή, με την παραπάνω δε και υπαίτια συμπεριφορά του ο μηνυτής ζημίωσε αυτούς (εκκαλούντες κατηγορουμένους) κατά το συνολικό ποσό των 85.050.000 δραχμών ήτοι κατά το ποσό των 42.525.000 δραχμών τον κάθε ένα ποσό το οποίο με βεβαιότητα θα κέρδιζαν από την αντί συνολικού ποσού 100.750.000 δραχμών (100.750.000-15.700.000 δραχμών) πώληση των μετοχών εις το χρηματιστήριο όπως είχαν σκοπό να πράξουν.
Συνεπεία της ανωτέρω μήνυσης ασκήθηκε κατά τον μηνυτή Ψ ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο είχαν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο με τη ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και της απιστίας κατ'εξακολούθηση.
Ακολούθως οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9ης Ιανουαρίου 2001 και με αύξοντα Αριθμό Κατάθεσης 120437-10079/2000 αγωγή τους κατά των Ψ και ΓΓ που περιείχε τα ίδια πραγματικά γεγονότα με τα αναφερόμενα εις την ανωτέρω αναφερθείσα μήνυσή των. Με την αγωγή τους αυτή οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ζήτησαν όπως αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι Ψ και ΓΓ οφείλουν εις ολόκληρον ο καθένας το χρηματικό ποσό των 42.525.000 δραχμών σε κάθε ένα εξ αυτών ως αποζημίωση συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ανωτέρω εναγομένων συνισταμένης εις το ότι ο μεν πρώτος αυτών Ψ προέβη εις την εκποίηση των 10.000 μετοχών κυριότητάς των αντί συνολικού ποσού 100.750.000 δραχμών εκ των οποίων απέδωσε εις αυτούς μόνο το χρηματικό ποσό των 15.700.000 δραχμών παρακρατώντας με τον τρόπο αυτό το υπόλοιπο ποσό των 85.050.000 δραχμών ενώ ο δεύτερος αυτών ΓΓ παρέσχε άμεση συνδρομή εις τον πρώτο κατά την από αυτόν τέλεση της ανωτέρω πράξης της υπεξαίρεσης. Προσέτι ζήτησαν με την ανωτέρω αγωγή τους όπως αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος μηνυτής, οφείλουν ο καθένας εις ολόκληρον το χρηματικό ποσό των 1.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εις κάθε ένα από αυτούς (τότε ενάγοντες και νυν εκκαλούντες κατηγορουμένους). Κατά την συζήτηση της ανωτέρω αγωγής η οποία έλαβε χώρα την 27η Νοεμβρίου 2003 οι ενάγοντες νυν εκκαλούντες κατηγορούμενοι προς απόδειξη των ισχυρισμών των πρότειναν να εξετασθεί ο πρώτος αυτών Χ1 ως διάδικος. Ο Χ1 εξετάσθηκε ανωμοτί, κατέθεσε δε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου ότι ο ίδιος και η δεύτερη εκκαλούσα κατηγορουμένη συμφώνησαν με τον μηνυτή Ψ να αγοράσουν 10.000 μετοχές ότι το συνολικό τίμημα των 15.700.000 δραχμών για την αγορά των μετοχών αυτών έλαβε ο ΓΓ για λογαριασμό όμως του μηνυτή και για να το παραδώσει σε αυτόν και να φυλάει αυτός (μηνυτής) τις μετοχές, καθώς και ότι ουδέποτε ο ίδιος και η δεύτερη εκκαλούσα τότε ενάγοντες έλαβαν τις πωληθείσες επί αυτούς μετοχές. Περαιτέρω δε με τις κατατεθείσες προτάσεις των ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι τότε ενάγοντες και οι νυν εκκαλούντες προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν ως αποδεικτικό μέσο το από 28ης Δεκεμβρίου 1998 σημείωμα το οποίο υπογράφει ο ΓΓ και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ παρέλαβε μέσω του εκπροσώπου της στην ... ΓΓ το ποσό των 15.700.000 δραχμών για 10.000 αγορά μετοχών ΑΚΤΙΒ Επενδυτική", καθώς και την από 13-9-99 βεβαίωση που υπογράφει ο ΓΓ και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Βεβαίωση Ο Υπογραφόμενος ΓΓ συνεργάτης της Εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ¨ αναλαμβάνω να παραδώσω στους Κους Χ1-Χ2-ΒΒ και ΑΑ μέχρι στις (ακολουθεί η ημερομηνία η οποία έχει διαγραφεί 19/9/1999). Δέκα Χιλιάδες Μετοχές της ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ, των οποίων τα χρήματα έχουν κατατεθεί από τους δικαιούχους αγοραστές προ έτους περίπου (11-11-98) στην έδρα της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, στο ... και επί της ... Ο ΒΕΒΑΙΩΝ 13/9/99 ΓΓ"
Η κατάθεση δε του πρώτου των εκκαλούντων κατηγορουμένων ως διαδίκων δεν προέκυψε ότι ήτο αληθής, τα προσκομισθέντα δε ανωτέρω έγγραφα δεν προέκυψε ότι ήταν κατά το περιεχόμενό των αληθή.
Τούτο δε προκύπτει από το γεγονός ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι δεν συμφώνησαν με τον μηνυτή Ψ για την από αυτόν αγορά 10.000 μετοχών της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ αλλά αντίθετα προέβηκαν εις τη σύναψη πώλησης με τον ΓΓ μέτοχο της ανωτέρω εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ ο οποίος ανέλαβε προσωπικώς την υποχρέωση να πωλήσει εις αυτούς 10.000 μετοχές της προαναφερθείσας εταιρείας από εκείνες τις οποίες κατείχε ο ίδιος. Ο ΓΓ όταν άρχισαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι να τον πιέζουν, ιδίως μετά την είσοδο της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ εις το χρηματιστήριο την 1η Σεπτεμβρίου 1999, υποχρεώθει να πωλήσει, την 29η Σεπτεμβρίου 1999, 10.000 μετοχές από τις 18.040 μετοχές τις οποίες κατείχε και τα χρήματα από την πώληση των μετοχών που ανήρχοντο εις 110.000.000 δραχμές να τα πιστώσει εξ ημισείας εις τους λογαριασμούς των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αυτοί δεν κατέβαλαν το τίμημα της αγοράς των μετοχών εις το ... όπου είναι η έδρα της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ όπως συνάγεται από την προσκομισθείσα εις το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 13ης Σεπτεμβρίου 1999 βεβαίωση, αλλά εις την ... με την παράδοση της προαναφερθείσας επιταγής εις τον ΓΓ. Επομένως οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ουδεμία περιουσιακή βλάβη υπέστησαν όπως ισχυρίσθηκαν με την ανωτέρω αγωγή τους. Με βάση τα ανωτέρω εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 84/2004 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου σας το οποίο απέρριψε τις εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων και του ΒΒ κατά του υπ' αριθμ. 4083/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν μηνυτή Ψ για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας καθώς και για την πράξη της απιστίας κατ'εξακολούθηση για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατ'αυτού κατόπιν της υπ αριθμ ΑΒΜ Γ 2000/1796 μήνυσης των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Εις τις ίδιες διαπιστώσεις κατέληξε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο με την υπ' αριθμ. 1693/2004 απόφασή του απέρριψε την πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή των εκκαλούντων-κατηγορουμένων ως κατ'ουσία αβάσιμη.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ο πρώτος μάλιστα των οποίων εξετάσθηκε ανωμοτί ως διάδικος, επικαλέσθηκαν την κατάθεση αυτού γνωρίζοντας ότι αυτή είναι αναληθής προσέτι δε προσεκόμισαν μετ'επικλήσεως τα προαναφερθέντα έγγραφα εν γνώσει του αναληθούς περιεχομένου τους αποσκοπούντες εις την εξαπάτηση των δικαστών και την από αυτούς έκδοση απόφασης με την οποία να επιδικάζονται τα ποσά που αξίωσαν με την αγωγή τους προκειμένου να αποκομίσει ο κάθε ένας εξ αυτών παράνομα περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ ανερχόμενο εις 43.525.000 δραχμές ήδη 127.359,18 ευρώ και συνολικά 86.050.000 δραχμές ήδη 252.531,18 ευρώ με ισόποση περιουσιακή βλάβη του μηνυτή Ψ.
Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται την ανωτέρω πράξη η οποία τους αποδίδεται. Εις τα υπομνήματά των τα οποία έχουν ενσωματώσει εις τις εκθέσεις εφέσεών των ισχυρίζονται ότι τόσο εις την υπ' αριθμ. ΑΒΜ Γ 2000/1796 μήνυσή των όσο και την από 9ης Ιανουαρίου 2001 αγωγή τους κατά των Ψ και ΓΓ διέλαβαν συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι κατά την ακράδαντη πεποίθησή των υπήρξαν και είναι απολύτως αληθείς το γεγονός δε ότι δεν πέτυχαν να επικρατήσουν οι ισχυρισμοί αυτοί σε αστικό και ποινικό επίπεδο δεν συνεπάγεται ούτε δολιότητα τούτων των ισχυρισμών αλλά ούτε και την αντικειμενική αναλήθειά τους το γεγονός δε αυτό βεβαιώθηκε δια της έκδοσης της υπ' αριθμ. 32414 και 32897/2008 απαλλακτικής γι'αυτούς αποφάσεως του ΣΤ Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη αμετάκλητος. Με την απόφαση αυτή, την οποία όμως δεν προσκομίζουν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, ισχυρίζονται ότι γίνεται δεκτό περί τον Νοέμβριο του έτους 1998 κατόπιν σύστασης του ΓΓ επισκέφθηκαν τον μηνυτή Ψ εις την έδρα της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας εις το ... και παρουσία του ΓΓ που συμμετείχε εις την συνάντηση αυτή ων συνεργάτης της ανωτέρω εταιρείας, συμφώνησαν να παραδώσουν εις τον μηνυτή προς διαχείριση 31.180 μετοχές της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ που διέθεταν ανέλαβε δε ο μηνυτής να τις ρευστοποιήσει αντί του ποσού των 100.000.000 δραχμών, περίπου ποσό δε 16.800.000 να τους επιστρέψει, παρουσία δε του ΓΓ, ο μηνυτής τους πρότεινε να αγοράσουν με το υπόλοιπο της ρευστοποιήσεως ποσό 10.000 μετοχές της εταιρείας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ" αυτοί δε συμφώνησαν και κατέβαλαν το χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών για την αγορά των ανωτέρω μετοχών εις τον ΓΓ που εγνώριζαν ως εκπρόσωπο του μηνυτή, εις την ..., προς τον οποίο ο πρώτος παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας ζήτησαν δε και έλαβαν από αυτόν το με ημερομηνία 28-12-1998 πρόχειρο σημείωμα που υπέγραψε ο ίδιος εις τον οποίο ανέφερε επί λέξει "Η ACTIVE ΑΕΠΕΥ παρέλαβε μέσω του εκπροσώπου της στην ... του ΓΓ το ποσό των 15.700.000 δραχμών για αγορά 10.000 μετοχών ACTIVE Επενδυτική", όταν πληροφορήθηκαν ότι η εταιρεία αυτή είχε εισέλθει εις το Χρηματιστήριο όχλησαν τον νόμιμο εκπρόσωπό της και ακολούθως τον ΓΓ προκειμένου να λάβουν τις μη παραδοθείσες εις αυτούς ανωτέρω μετοχές και τότε ο ΓΓ τους χορήγησε βεβαίωση με το ακόλουθο περιεχόμενο "Ο υπογραφόμενος ΓΓ συνεργάτης της εταιρείας ACTIVE ΑΕΠΕΥ, αναλαμβάνω να παραδώσω στους κους Χ1-Χ2-ΒΒ και ΑΑ μέχρι τις 13-9-1999 10.000 μετοχές της ACTIV ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ των οποίων τα χρήματα έχουν κατατεθεί από τους δικαιούχους αγοραστές προ έτους περίπου (11-11-1998) στην έδρα της ACTIV ΑΕΠΕΥ στο ... και επί της ... Ο βεβαιών ΓΓ" παρά δε το γεγονός ότι έλαβαν (οι εκκαλούντες) το χρηματικό ποσό των 100.750.000 δραχμών για τις 10.000 μετοχές από τον ΓΓ ο οποίος είχε αναλάβει την υποχρέωση για τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών και ο οποίος κατείχε μετοχές της εταιρείας ACTIV ΑΕΕΧ και εισέπραξε την επιταγή των 15.700.000 δραχμών το οποίο όμως δεν προέκυψε ότι απέδωσε εις τον Ψ, οι εκκελούντες πίστευαν ότι είχαν αγοράσει τις 10.000 μετοχές από την εταιρεία που εκπροσωπούσε ο ανωτέρω Ψ δια του εκπροσώπου του ΓΓ και ότι ο θεματοφύλακας των μετοχών αυτών ήταν ο Ψ. Περαιτέρω εις τα ανωτέρω υπόμνηματά των οι εκκαλούντες εκθέτουν ότι ουδέν ψευδές πλαστό ή παράνομο αποδεικτικό έγγραφο προσκομίσθηκε εκ μέρους των ούτε έγγραφο με αναληθές περιεχόμενο, τα όσα διελήφθησαν δε εις την ανωτέρω αγωγή των υπήρξαν κατά την πεποίθησή των απολύτως αληθή, δια της άσκησης δε της αγωγής αυτής ζήτησαν νομίμως δικαστική προστασία και πρόβαλαν ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου το συγκεκριμένο αληθές ιστορικό των, με τον Ψ και τον ΓΓ, σχέσεων προσκομίζοντες το σύνολο των εβρισκομένων εις την κατοχή των επισήμων και γνησίων εγγράφων στοιχείων. Το γεγονός δε ότι δεν κατόρθωσαν να εξηγήσουν τα όσα παρατέθηκαν ως ιστορική βάση της κατά τον μηνυτή και του ΓΓ αγωγή τους και ως εκ τούτου εν τέλει επεκράτησαν οι αμυντικοί και υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του μηνυτή δεν συνάγεται ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί των υπήρξαν αναληθείς και ούτε ότι τα από αυτούς προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα ήταν νοθευμένα ή κατά οποιονδήποτε τρόπο ψευδή και παραπλανητικά.
Ενόψει όμως των προεκτεθέντων οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εκκαλούντων δεν είναι κατά τη γνώμη μας βάσιμοι.
Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την πράξη της απόπειρας απάτης από κοινού ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία απειλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ, η οποία τους αποδίδεται. Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί ότι το δεδικασμένο από την αμετάκλητη υπ' αριθ. 32414, 32897/2008 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν έχει ως συνέπεια την αναίρεση και αποδυνάμωση της παρούσας κατηγορίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι. Τούτο δε διότι βάση της τελευταίας αποδιδόμενης στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους (κατηγορίας) για απόπειρα απάτης από κοινού ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία απειλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ αποτελούν οι περιεχόμενοι στην ως άνω αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ( υπ' αριθ. 2279/216/10-1-2001 ) καθώς και τη μήνυση με αριθ. ΑΒΜ Γ 200/1976 ψευδείς ισχυρισμοί αυτών (κατηγορουμένων), που υποστηρίζονταν με την επίκληση και προσαγωγή των παραπάνω αναληθών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων, με σκοπό την παραπλάνηση των δικαστών που έκριναν επ' αυτών και αντικείμενο την επιδίωξη εκ μέρους τους παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Επομένως, ανεξαρτήτως της αθωώσεως των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και ψευδή ανώμοτη κατάθεση μετά από μήνυση του αυτού εγκαλούντος Ψ, παρούσα περίπτωση η απόπειρα απάτης ενώπιον Δικαστηρίου έχει διαφορετικό αντικείμενο και περιεχόμενο και ως εκ τούτου δεν ασκεί έννομη επιρροή η πιο πάνω αθωωτική απόφαση στην εν λόγω υπόθεση. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι στην ως άνω αθωωτική απόφαση μνημονεύεται ότι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι λόγω της έλλειψης του αμέσου δόλου που απαιτείται για τη θεμελίωση των προαναφερόμενων αδικημάτων (... χωρίς να έχουν τη γνώση ότι το περιεχόμενο της έγκλησης ήταν αναληθές ... είχαν την πεποίθηση ... Το δικαιολογημένο των καταγγελιών και αιτιάσεων τους ...). Αντίθετα, στην παρούσα περίπτωση προέκυψε ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της απόπειρας απάτης από κοινού ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία απειλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα γνώση εκ μέρους των εκκαλούντων-κατηγορουμένων των συστατικών περιστατικών της πράξεως και βούληση της παραγωγής τους. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπό κρίση υπ' αριθ. 396 και 397/9-9-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθ. 1957/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να διαταχθεί η περαιτέρω εκτέλεση του, αφού προηγουμένως γίνουν στο αιτιολογικό και το διατακτικό αυτού οι αναφερόμενες στο διατακτικό του παρόντος τροποποιήσεις. Επιπλέον, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 ευρώ σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων-κατηγορουμένων (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
IV.Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία αναλύει τα στοιχεία της ανάκρισης, τα οποία συγκροτούν το έγκλημα για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμπονται στο ακροατήριο. Κατά συνέπεια ο πρώτος των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων της έλλειψης αιτιολογίας είναι ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Όμως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι την 1/4/2009 υπέβαλαν προς το Συμβούλιο Εφετών υπόμνημα με το οποίο εκτός των άλλων ζητούσαν την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου προκειμένου να δώσουν διευκρινήσεις για τη σε βάρος τους κατηγορία και ότι το Συμβούλιο δεν απήντησε επί της αιτήσεώς τους αυτής. Πράγματι από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι πριν την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος την 1/4/09 οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν προς αυτό υπόμνημα με το οποίο ζήτησαν σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ να εμφανισθούν στο Συμβούλιο κατά την συζήτηση των εφέσεών τους για την παροχή διασαφήσεων. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα όμως δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό με το αίτημα αυτό, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του 309 παρ.2 ΚΠΔ, που είναι διάταξη που καθορίζει την εμφάνιση, υπεράσπιση και την άσκηση δικαιώματος των κατηγορουμένων (171 παρ. 1,2 δ' ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί το παραπάνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που μετείχαν σ'αυτό προηγουμένως.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Ι) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 127/09 και 128/09 αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως του α) Χ1 και β) Χ2 κατά του με αριθμό 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. και
ΙΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Αθήνα 14/10/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι 127 και 128/10-6-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 947/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 1957/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, από κοινού, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € (άρθρα 42, 45, και 386 παρ. 1β' και 3 β' ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές.
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η αίτηση υποβάλλεται με οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο απευθυνόμενο προς το δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι και το υπόμνημα επί των λόγω της εφέσεως, χρονικά πριν από την κατάρτιση ή την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ή τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου και την ανάπτυξη της εισαγγελικής προτάσεως. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 α' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, μετά την υποβολή της από 20-3-2009 προτάσεως του Εισαγγελέως στο Συμβούλιο Εφετών, της οποίας και έλαβαν γνώση, υπέβαλαν προς το Συμβούλιο, δια του Εισαγγελέως, το από 1-4-2009 υπόμνημα, προς υποστήριξη των λόγων των εφέσεων τους και αντίκρουση της εισαγγελικής προτάσεως. Με το αυτό υπόμνημα υπέβαλαν και αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης τους στο Συμβούλιο, προκειμένου να παράσχουν διευκρινήσεις και εξηγήσεις επί των ζητημάτων που διεξοδικά με τις εφέσεις είχαν θέσει και με το υπόμνημα είχαν αναπτύξει (βλ. σελ. 8 αριθ. 7). Κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Συμβούλιο στις 5-5-2009, όταν και αναπτύχθηκε η πρόταση από τον Εισαγγελέα, δεν υποβλήθηκε συμπληρωματική πρόταση του Εισαγγελέως επί του ανωτέρω, παραδεκτώς, κατά τα προλεχθέντα, υποβληθέντος αιτήματος. Το αίτημα αυτό των κατηγορουμένων, το Συμβούλιο Εφετών, μη υπαρχούσης και προτάσεως του Εισαγγελέως, απέρριψε σιωπηρώς και με παραδεκτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά και ίδιες σκέψεις, αποφάνθηκε επί της κατηγορίας που τους βάρυνε και απέρριψε τις εφέσεις τους. Έτσι, επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τις ανωτέρω διατάξεις. Κατ ακολουθία τούτων, ο έκτος λόγος των αναιρέσεων, της απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (484 παρ. 1 α του ίδιου Κώδικα), είναι βάσιμος. Επομένως, ο ως άνω λόγος των αιτήσεων, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων των αναιρέσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 947/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Όταν υποβληθεί νομίμως αίτημα και το συμβούλιο δεν απαντήσει αιτιολογημένα παράγεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), που ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 παρ. 1α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2528/2008, ΑΠ 430/2008, ΑΠ 546/2007). Τρόπος και χρόνος υποβολής του αιτήματος. Υποβολή αιτήματος από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους με το υπόμνημα που υπέβαλαν προς το συμβούλιο μέσω του εισαγγελέως πριν από την συζήτηση της υποθέσεως και την ανάπτυξη της προτάσεως. Μη απάντηση του Συμβουλίου. Δύο αιτήσεις με τους αυτούς λόγους. Δεκτός ο έκτος λόγος. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών. Αναίρεση και παραπομπή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 2415/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 265/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, κατοίκους ...
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 501/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία τη με αριθμό 224/24.6.2009 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 26-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 265/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος επεκυρώθη εν μέρει το παραπεμπτικό διά τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. 1606/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επαναδιετυπώθη η κατ'αυτού κατηγορία και παραπέμπεται αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'υπεξαίρεση αντικειμένων ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπιστευθέντων σ'αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, κατ'εξακολούθηση, εις βάρος των Ψ1, Ψ2 και Ψ3. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρ. 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (εν όλω ή εν μέρει) κινητού πράγματος, περιελθόντος στην κατοχή του δράστου με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος αυτού ενέχων την γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώση στην περιουσία του. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγρ. 2) όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ 1050/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/130). Η κρίση περί της αξίας του παρανόμως ιδιοποιουμένου αντικειμένου, ως ιδιαιτέρως μεγάλης, εκτιμάται ανελέγκτως (βλ. ΑΠ 1779/2006). Χρόνος δε τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εξεδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος (βλ. ΑΠ 475/2008), ενώ ο ακριβέστερος προσδιορισμός του απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δύναται να καθορίση χρόνο τελέσεως διάφορο του αναφερομένου στο κατηγορητήριο ή το παραπεμπτικό βούλευμα, εκτός αν ο διάφορος αυτός προσδιορισμός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην παραγραφή του αξιοποίνου αυτής (βλ. ΑΠ 1773/2006, ΑΠ 1589/2006).
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Η δε καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση καλύπτει και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1427/2004). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθή υπ'όψη όλα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά (ΑΠ 1709/2007). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο προσδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όχι μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 259/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αλλά και με δικές του σκέψεις, ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, προσδιοριζομένων κατ'είδος, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) κατηγορούμενος Χ ήτο γενικός διευθυντής της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ". Ότι στην ..., κατά τους κατωτέρω χρόνους, ενώ ο Ψ1, ο Ψ2 και ο Ψ3 του είχαν παραδώσει, υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, Ι) στις 30-11-1998, ο Ψ1 το ποσό των "40.000.000 δρχ. " = "117.388,11 ευρώ"., II) την 1η-12-1998, ο Ψ2 το ποσό των "33.000.000 δρχ. = 96.845,19 ευρώ" και III) την 1η-12-1998 και στις 7-12-1998 ο Ψ3 το συνολικό ποσό των "60.000.000 δρχ. {20.000.000 + 40.000.000 δρχ} = 176.082,17 ευρώ", με τη συγκεκριμένη, ειδική και σαφή εντολή και πληρεξουσιότητα να καταβάλει αυτά τα χρήματα, για τη συμμετοχή τους στα αδιάθετα υπόλοιπα της υπό προγραμματισμό, τότε, αυξήσεως Μετοχικού Κεφαλαίου (Μ.Κ), της ανωτέρω εταιρείας "ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ", κατά το ποσό των "4.840.000.000" δρχ. , (η οποία όμως, αύξηση, δεν είχε, ακόμη, όχι μόνον, υλοποιηθεί, αλλ' ούτε, καν αποφασισθεί , νομοτύπως, δεδομένου, ότι η μεν, απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων, για τη πραγματοποίηση της, λήφθηκε αργότερα και συγκεκριμένα στις 4/4/1999, η δε αντίστοιχη ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ στον ΤΥΠΟ από το Διοικητικό Συμβούλιο της εν λόγω εταιρείας έγινε στις 16/7/1999), και να προβεί σε κάθε ενέργεια, που ήταν αναγκαία, μόνον, για την υλοποίηση της ανωτέρω συμμετοχής τους, δηλαδή, του σκοπού για τον οποίο του είχαν παραδώσει τα εν λόγω χρηματικά ποσά, αυτός, αν και τελικώς δεν χρησιμοποίησε αυτά τα χρήματα για τον προαναφερόμενο σκοπό για τον οποίο αυτά του είχαν δοθεί από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες τους, δεν απέδωσε σ' εκείνους το ποσό (ολικά ή μερικώς) που είχε παραλάβει, από έναν έκαστο εξ αυτών, χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου, ούτε τους ικανοποίησε εντελώς, με δική του θέληση και πριν, ακόμη εξετασθεί, με οποιοδήποτε τρόπο, για τη πράξη του αυτή από τις αρχές αλλά, παρά τις αντίθετες, επίμονες και έντονες οχλήσεις τους, κατακράτησε και ενσωμάτωσε παρανόμως στην περιουσία του τα προαναφερόμενα χρήματα, τα οποία, ανέρχονται, συνολικά, στο ύψος των: "390.315,47 ευρώ" ( 176.082,17 + 117.388,11 + 96.845,19 = 390.315,47 ). Ότι τα ανωτέρω χρήματα ανήκαν κατά κυριότητα στους ως άνω Ψ1, Ψ2 και Ψ3, η δε αξία τους ήτο ιδιαιτέρως μεγάλη και υπερέβαινε, τόσο ως προς έκαστο εξ αυτών, όσο και συνολικώς, το ποσό των 25.000.000 δρχ. = 73.000 ευρώ. Και ότι από το γεγονός ότι ελήφθη απόφαση του Δ.Σ. της εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε." περί αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ. πρ. ΦΕΚ), δεν προκύπτει ότι τα ληφθέντα από τους τρεις προαναφερθέντες επενδυτές καταβλήθησαν από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο στην εταιρία, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε εγγραφή των χρηματικών αυτών ποσών στα βιβλία της εταιρείας, η οποία να σημειωθεί δεν είχε καμία παραγωγική δραστηριότητα από το έτος 1997, ενώ όσον αφορά το γεγονός της χορήγησης βεβαιώσεων από τον εκκαλούντα στους ως άνω Ψ1, Ψ2 και Ψ3, δεν αποδεικνύει ότι οι παθόντες αυτοί κατέστησαν μέτοχοι της εταιρείας, αφού πέραν του ότι οι σχετικές καταβολές δεν έχουν εγγραφεί στα βιβλία της εταιρείας και ο μετέπειτα Πρόεδρος αυτής ..., αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ιδιότητα τους ως μετόχων, διότι δεν προέκυπτε ότι οι απαιτήσεις τους είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία της εταιρίας και δεν τους επέτρεψε, για το λόγο αυτό να λάβουν μέρος στη Γενική Συνέλευση των μετόχων, που έλαβε χώρα το έτος 2003. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη, κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα, και αφού μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, διά να δικασθή δι'αυτή. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη υπό του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Ειδικότερα, με την καθολική αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση καλύπτεται και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων και εκ του περιεχομένου του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και τα διά του από 22-9-2008 υπομνήματος του κατηγορουμένου προσκομισθέντα έγγραφα, οι δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Επίσης, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και δεν παρεβίασε αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της εις βάρος εκάστου των ανωτέρω παθόντων μερικωτέρας πράξεως υπεξαιρέσεως στηρίζεται στις παραδοχές, ότι το υπεξαιρεθέν υπό του αναιρεσείοντος, από έκαστο τούτων, χρηματικό ποσό ήτο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ότι ο αναιρεσείων διέπραξε την υπεξαίρεση ως εντολοδόχος, ενώ ως εκ περισσού αναφέρεται ότι το υπεξαιρεθέν ποσό υπερέβαινε τα 25.000.000 δραχμές (73.000 ευρώ), δηλαδή περίπτωση κακουργηματικής υπεξαιρέσεως προστεθείσα στην παράγρ. 1 του άρθρ. 375 ΠΚ, διά του άρθρ. 14 παρ. 3 α Ν. 2721/1999, μετά τους ως άνω χρόνους τελέσεως της πράξεως του αναιρεσείοντος. Ως προς την αιτίαση δε, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρ. 375 ΠΚ, αυτή απαραδέκτως προβάλλεται, διότι δεν προσδιορίζεται στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, εις τί συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Περαιτέρω, η αιτίαση περί ασαφείας του χρόνου εξωτερικεύσεως της θελήσεως του αναιρεσείοντος "για την παράνομη ιδιοποίηση των ποσών που φέρεται ότι εισέπραξε" είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η εν λόγω ασάφεια, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην παραγραφή του αξιοποίνου της. Τέλος δε, καθ' ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 26-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 265/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 15 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός".
Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και όταν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα είναι ξένο και το κατέχει καθώς και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσίας του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου όπως ισχύει μετά το ν.2408/2006 και το άρθρο 14 παρ. 3β' του ν.2721/1999 η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συντρέχει μια από τις ειδικές και περιοριστικά στη διάταξη προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστεύσεως μεταξύ των οποίων και εκείνη του εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξεως του υπαιτίου στον οποίαν τα κινητά που υπεξήρεσε εμπιστεύθηκαν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, υπερβαίνει σε ποσό τα 2.500.000 δρχ. τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που να είναι κινητό πράγμα ξένο με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι τον δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, γ) η παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) η συνδρομή μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 375 Π.Κ. μεταξύ των οποίων και η ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, που νοείται εκείνος που ενεργεί όχι απλά υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης τον εντολέα και με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού την οποία εξουσία δύναται να έχει από το νόμο ή από τη σύμβαση, ε) το πράγμα κατά το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Περαιτέρω το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και επαναδιατυπώνει την κατηγορία, στερείται της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν. Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά αναγόμενα στις εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης εισαγγελικής προτάσεως, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου βουλεύματος υπό την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σε αυτήν τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά συνάγονται και οι σκέψεις που θεμελιώνουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, αλλά απαιτείται να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.
Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής πολιτικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα που εκδόθηκε, μετά την παραπομπή της υποθέσεως για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο με την 1167/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, έγιναν δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αλλά και με δικές του σκέψεις, ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων κατ' είδος αναφερομένων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία ΑΕ" ιδρυθείσα το έτος 1919, είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μετά το 1934, επρόκειτο δε για εταιρεία που είχε σκοπό την παρασκευή αποσταγμάτων οίνου και εμφιαλώσεως διαφόρων τύπων οίνου και με τις τροποποιήσεις του καταστατικού της είχε επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην κατασκευή τεχνικών έργων και στις ξενοδοχειακές και τουριστικές καθώς και ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Τον Ιούνιο του έτους 1996 η άνω ανώνυμη εταιρεία ίδρυσε νέα εταιρεία με την επωνυμία "ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΒΟΛΟΥ ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΙΝΟΒΟ Α.Ε.", στην οποία η Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία ΑΕ" συμμετείχε με ποσοστό 99,9%. Η "ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ" υποκατέστησε σε όλες τις δραστηριότητές της την μητρική ανώνυμη εταιρεία, μίσθωσε ιδίως τις εγκαταστάσεις της στη ... και στη ... Μετά την ίδρυση της "ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ" όλες οι επενδυτικές και οικονομικές δραστηριότητες του ομίλου εταιρειών της Ανώνυμης Θεσσαλικής Οινοπνευματικής εταιρείας (συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις, αγορές βιομηχανικών εγκαταστάσεων, διαχείριση κεφαλαίων κλπ.), ασκούνταν μέσω της "ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ". Από την 8.4.1997 με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Θεσσαλικής Εταιρείας Α.Ε. η εκπροσώπηση αυτής ανατέθηκε στον Γενικό Διευθυντή που ήταν ο κατηγορούμενος, στον οποίο εκχωρήθηκαν όλες οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες του άρθρου 20 του καταστατικού αυτής, μεταξύ των οποίων η είσπραξη χρημάτων, μερισμάτων, μέρισμα) αποδείξεων και τοκομεριδίων. Ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να είναι γενικός διευθυντής της άνω ανώνυμης εταιρείας επιφορτισμένος με τα προαναφερθέντα καθήκοντα μέχρι και τα μέσα του έτους 2001. Στις 15.1.1998 κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική εταιρεία ΑΕ" (ληφθείσης κατ' εξουσιοδότηση δοθείσα με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της 30/6/1997), αυξήθηκε στο διπλάσιο το μετοχικό της κεφάλαιο που ανερχόταν σε 1.210.000.000 δρχ. δια της καταβολής μετρητών ύψους 1.210.000.000 δρχ. και δια της εκδόσεως 11.000.000 νέων κοινών ανωνύμων μετοχών. Η σχετική καταβολή της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου κατά το άνω ποσό πιστοποιήθηκε από το Δ.Σ. της Ανώνυμης Θεσσαλικής Οινοπνευματικής Εταιρείας Α.Ε. κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 2190/1920, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο από 15.7.1998 πρακτικό του. Οι νέες μετοχές εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ενώ το αντίστοιχο ενημερωτικό δελτίο της εν λόγω αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου εγκρίθηκε, ως προς το μέρος του περιεχομένου του που αφορούσε στις ανάγκες πληροφορήσεως του επενδυτικού κοινού, κατά το Π.Δ. 348/1985, από το Δ.Σ. του χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Η περίοδος των εγγραφών για την προαναφερθείσα αύξηση άρχιζε την 1.3.1998 και έληγε στις 24.8.1998, οι αντίστοιχες σε καταβολές πραγματοποιήθηκαν από τις 13.4.1998 μέχρι τις 10.7.1998 και στον λογαριασμό UNDERWRITING ..., που διατηρούσε η άνω εταιρεία στην Τράπεζα Πειραιώς, κατατέθηκε το συνολικό ποσό των 1.301.697.469 δρχ. όπως προέκυπτε από την από 24.8.1998, βεβαίωση της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ..., ορκωτός ελεγκτής, δυνάμει της 23.748/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν εντολής από την ελεγκτική εταιρεία με την επωνυμία Συνεργαζόμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Ανώνυμη Εταιρεία Ορκωτών Ελεγκτών, διενήργησε έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο στην εταιρεία "Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία ΑΕ για την νομιμότητα της διαχειριστικής διάθεσης του ποσού των 1.210.000.000 δρχ. στο οποίο ανήλθε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε μετά την από 15.1.1998 απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου της και για το ζήτημα ποιά ήταν η πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης, της χρηματοοικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρείας κατά το έτος 1998 και τον Ιούλιο του 1999. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου και την κατάθεση του πορίσματος που συνέταξε κατά τον μήνα Ιανουάριο 2000 ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Επενδυτών Χρηματιστηρίου Αθηνών (ΠΑΣΕΧΑ) με την από 4.5.2000 αίτησή του απευθυνομένη στο Σώμα Ορκωτών Λογιστών ζήτησαν από τον ανωτέρω ελεγκτή να απαντήσει εγγράφως στα τεθέντα ερωτήματα και ιδίως για την τύχη συνολικού ποσού 929.000.000 δρχ. (ευρώ 2.726.338,96), το οποίο είχε κατατεθεί από επενδυτές για τη συμμετοχή τους στην κατανομή των αδιαθέτων μετοχών από την επικείμενη τότε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ κατά το ποσό των 4.840.000.000 δρχ., πριν από τον Ιούλιο του 1999 όταν άρχισε να υλοποιείται η σχετική απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της εταιρείας ληφθείσα στις 4.4.1999 περί της ως άνω αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου. Στις 16.7.1999 δημοσιεύθηκε ανακοίνωση στον Τύπο αναφερόμενη στην ως άνω αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία ΑΕ με μετρητά ποσού δρχ. 4.840.000.000 και στη συμμετοχή σε αδιάθετα υπόλοιπα αυτής στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονταν και τα εξής: "έκδοση νέων κοινών μετοχών που θα διατεθούν στους παλαιούς μετόχους ... Η καταβολή μετρητών για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης θα γίνεται σε όλα τα καταστήματα της Τράπεζας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ, στον ειδικό λογαριασμό της εταιρείας με αριθμό ... Οι κ. μέτοχοι θα πρέπει οπωσδήποτε να ζητούν με την ταυτόχρονη κατάθεση του ποσού της συμμετοχής τους ν' αναγραφούν τα στοιχεία τους.....ως εξής....... Οι κ. μέτοχοι, μετά την καταβολή στον ειδικό λογαριασμό ... της Τράπεζας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ θα αποστέλλουν το αντίγραφο καταθετηρίου και της απόδειξης συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή αντίγραφο της μερισματαποδείξεως υπ' αριθμ. (3) τρία (για όσους μετόχους δεν έχουν προβεί σε αποϋλοποίηση τίτλων) με συστημένη επιστολή, στα γραφεία της εταιρείας, ..., ..., ... Η περίοδος ασκήσεως δικαιώματος αρχίζει τη Δευτέρα 19.7.1999 και λήγει την Παρασκευή 20.8.1999 ... Οι αποδείξεις εγγραφής θα αποσταλούν από την εταιρεία με συστημένη επιστολή και βάσει της μηχανογραφημένης κατάστασης της Τράπεζας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ καθώς και τα στοιχεία που θ' αποστείλουν οι κ.μέτοχοι. 'Οσοι εκ των μετόχων επιθυμούν να εγγραφούν για συμμετοχή σε αδιάθετα υπόλοιπα, θα πρέπει να καταθέσουν στον ίδιο λογαριασμό, με ένδειξη για αδιάθετα υπόλοιπα ... Υπενθυμίζεται στους κ.κ. μετόχους ότι οι υφιστάμενες μετοχές της εταιρείας τελούν σε καθεστώς προσωρινής αναστολής διαπραγμάτευσης από 2.7.1999 κατόπιν αποφάσεως του Προέδρου και του Δ.Σ. του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Οι νέες μετοχές θα παραδοθούν μετά την ολοκλήρωση της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου και θα εκδοθεί προς τούτο, σχετική ανακοίνωση στον Τύπο και θα είναι διαπραγματεύσιμες στο Χ.Α.Α. μόνον μετά την έγκριση των αρμοδίων χρηματιστηριακών υπηρεσιών ...". Στην άνω από 4.5.2000 αίτηση του ΠΑ.Σ.Ε.Χ.Α. μνημονεύονται δεκαοκτώ καταβολές χρηματικών ποσών και αναφέρεται ότι αυτές έγιναν προς την εταιρεία είτε δια χειρός του κατηγορουμένου είτε απ' ευθείας σε τραπεζικούς λογαριασμούς της, ότι ο Χ εξέδωσε αντίστοιχες αποδείξεις ή βεβαιώσεις και ότι επισυνάπτονται στην αίτησή τους τα αντίστοιχα έγγραφα των εν λόγω (18) αποδείξεων βεβαιώσεων. Από τα στοιχεία που είναι καταγεγραμμένα στην προαναφερθείσα από 4.5.2000 αίτηση του ΠΑ.Σ.Ε.Χ.Α. και στις επισυναπτόμενες δεκαοκτώ (18) αποδείξεις - βεβαιώσεις καταθέσεως μετρητών, προκύπτει ότι οι ανωτέρω καταβολές έγιναν πριν από τις 4.4.1999 όταν λήφθηκε η απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω ανώνυμης εταιρείας κατά το ποσό των 4.840.000.000 δρχ., πλην εκείνων που από την απόδειξη υπό ημερομηνία 9/6/1999, προκύπτουν ότι πραγματοποιήθηκαν το Μάϊο και τον Ιούνιο 1999 με καταθέτη τον Ν.Καβρουλάκη.
Από τους Ψ1 και Ψ2 (που ήταν αμφότεροι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία Α.Ε., όπως είχε συγκροτηθεί στις 8.4.1997 και όπως στη συνέχεια άλλαξε μετά την από 19.7.1999 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της άνω εταιρείας) και από τον Ψ3 παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο Χ τα παρακάτω ποσά που προορίζονταν για συμμετοχή των μόνο στα αδιάθετα υπόλοιπα που θα προέκυπταν από την προγραμματιζόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας το ποσό των 4.840.000.000 δραχμών. Ειδικότερα παρέδωσε ο Ψ1 ποσό 40.000.000 δρχ. (ευρώ 117.388,11) στις 30.11.1998 στον κατηγορούμενο, ενώ ο Ψ2 παρέδωσε ποσό 33.000.000 δρχ. (ευρώ 96.845,19) στις 1.12.1998 στον κατηγορούμενο και ο Ψ3 παρέδωσε 60.000.000 δρχ. (ευρώ 176.9082,17) στον κατηγορούμενο από τις οποίες 20.000.000 δρχ. στις 1.12.1998 και 40.000.000 δρχ. στις 7.12.1998. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος με τα πιο πάνω ποσά ήθελαν οι παραπάνω ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στην προγραμματιζόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και ήταν αδιάφορο εάν τα χρήματα που κατέβαλαν τα συγκεκριμένα αυτά τρία άτομα δόθηκαν σε μετρητά ή προέρχονταν από το προϊόν πώλησης μετοχών της εταιρείας ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ που έδωσαν στον κατηγορούμενο. Κατά τα έτη 1998 και 1999 η εταιρεία ΑΝΩΝΥΜΗ ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ ως επικεφαλής ενός ομίλου από πέντε εταιρείες από τις οποίες οι τρείς ("ΟΙΝΟΒΟ ΑΕ", "ΕΡΚΙΣ ΑΕ" και "ΜΑΝΖΑVINO ΑΕ") ήταν θυγατρικές της ίδιας και οι άλλες δύο ("Δ.Τ. ΝΙΓΡΙΤΑ Α.Ε." και "ΑΜΠΕΛΩΝΕΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ ΑΕ") ήταν θυγατρικές της θυγατρικής της "ΟΙΝΟΒΟ Α.Ε." ασκούσε μέσω της τελευταίας ανώνυμης εταιρείας όλες τις επενδυτικές και οικονομικές δραστηριότητες αυτού του ομίλου χρησιμοποιώντας και τη μέθοδο της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου προκειμένου να εξασφαλίζει τα απαραίτητα κεφάλαια για την κάλυψη των παλαιών χρεών της αλλά και για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων της ως άνω θυγατρικής της εταιρείας. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος οι άνω χρηματικές καταβολές επί μέρους των ενδιαφερομένων Ψ1, Ψ2 και Ψ3 για τη συμμετοχή τους στα αδιάθετα υπόλοιπα που θα προέκυπταν από τη δεύτερη αύξηση κατά 4.840.000.000 δρχ. του μετοχικού κεφαλαίου της ανωτέρω ανωνύμου εταιρείας ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΕ πραγματοποιήθηκαν δια του κατηγορουμένου, δηλαδή με παράδοσή των σ'αυτόν πριν ληφθεί η ανωτέρω απόφαση από την έκτακτη γενική συνέλευση των μετοχών της ανωτέρω εταιρείας στις 4.4.1999 και πριν ορισθεί αντίστοιχος ειδικός λογαριασμός σε κάποια Τράπεζα για την κατάθεσή τους καθώς και ότι είχαν ήδη τεθεί σε καθεστώς αναστολής διαπραγμάτευσης από 2/7/1999 με απόφαση του Δ.Σ. του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών όταν έγινε η δημοσίευση στον Τύπο της ανακοινώσεως της από 4.4.1999 αποφάσεως της Έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής της εταιρείας για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας κατά το προαναφερθέν ποσό των 4.840.000.000 δρχ. Κατά τα αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά στο προσβαλλόμενο βούλευμα μετά την δημοσίευση στον Τύπο στις 16.7.1999 της ανακοίνωσης για την παραπάνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 4.840.000.000 δραχμές και την εγγραφή των μετοχών που είχαν ήδη καταβάλει τα επίδικα χρηματικά ποσά με την προοπτική συμμετοχής των στην προγραμματιζομένη αύξηση με παράδοση των στα χέρια του κατηγορουμένου ή με κατάθεση στον ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς που είχε ανοιχθεί για την πρώτη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας κατά το ποσό των 1.210.000.000 δρχ. δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προσδιοριζόταν αναλυτικά και με λεπτομέρειες στην ανωτέρω ανακοίνωση Τύπου και τελικώς δεν κατατέθηκαν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά στον ειδικό λογαριασμό ... της ανώνυμης εταιρείας στην Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης που είχε ανοίξει γι' αυτή την αύξηση. Κατά τα αναφερόμενα στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ετηρούντο κανονικά τα βιβλία και λοιπά στοιχεία της ανώνυμης εταιρείας ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ και δεν προέκυπτε από λογικά ή τραπεζικά στοιχεία ούτε από οποιοδήποτε άλλο ανεπίσημο στοιχεία ότι πραγματοποιήθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 4.840.000.000 δρχ. ούτε ποιά ήταν η τύχη των επιδίκων ποσών στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος. Κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ο κατηγορούμενος ενώ έλαβε τα άνω ποσά που παραδόθηκαν σ' αυτόν από τους Ψ1, Ψ2 και Ψ3, χωρίς να προκύπτει κατάθεση αυτών σε κάποιο λογαριασμό της Α.Ε. ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με την συγκεκριμένη εντολή να καταβάλει τα χρήματα αυτά για συμμετοχή τους στα αδιάθετα υπόλοιπα της σχεδιάζομενης αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου αυτής πριν από την λήψη νομοτύπου αποφάσεως για αυτήν την αύξηση κατά το ποσό των 4.840.000.000 δρχ. δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα για τον προαναφερόμενο σκοπό για τον οποίο του είχαν δοθεί από τους ιδιοκτήτες των ούτε τους απέδωσε ολικώς ή μερικώς τα ποσά που είχε παραλάβει από τον καθένα ούτε τους ικανοποίησε εντελώς με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο, για την πράξη του αυτή από τις αρχές αλλά, παρά τις προς τούτο έντονες οχλήσεις τους, το κατακράτησε και το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του. Ακόμη γίνεται δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών ότι τα χρήματα που παραδόθηκαν στον κατηγορούμενο με την άνω συγκεκριμένη εντολή, εξακολουθούσαν και μετά από την παράδοσή τους σε εκείνον να ανήκουν κατά κυριότητα στα τρία άνω πρόσωπα (Ψ1, Ψ2 και Ψ3) και ως εκ τούτου ως προς αυτά τα ποσά ζημιωθέντες και παθόντες είναι αυτοί οι τρείς και όχι η εταιρεία όπως αναφέρεται στο διατακτικό του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών 1606/2006 με συνέπεια οι δηλώσεις του νομικού εκπροσώπου της ανώνυμης αυτής εταιρείας, ότι δεν έχει η εταιρεία οποιαδήποτε αξίωση κατά του κατηγορουμένου, να μην ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην κατηγορία τούτου αποδίδεται για τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά που του παραδόθηκαν από τα τρία άνω άτομα, συνολικού ύψους 390.315,47 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, η αναγραφή στον ισολογισμό του έτους 1999 της ανωνύμου εταιρείας ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ότι κατά τη χρήση του 1999 έγινε η άνω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής δεν αποτελούσε απόδειξη ότι τελικώς πραγματοποιήθηκε η αύξηση αυτή, ότι ένα είχε πραγματοποιηθεί η εγγραφή των παθόντων για τη συμμετοχή τους στα αδιάθετα υπόλοιπα της υπόψη αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου τότε θα είχαν αποσταλεί σ'αυτόν με συστημένη επιστολή οι σχετικές αποδείξεις εγγραφής, που μνημονεύονται στην δια του Τύπου αντίστοιχη ανακοίνωση και, ακόμη, ότι αν είχε γίνει η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 4.840.000.000 δρχ. τότε θα είχε πραγματοποιηθεί η αντίστοιχη ανακοίνωση στον Τύπο και θα είχε πιστοποιηθεί η σχετική καταβολή της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό αυτό από το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920 όπως συνέβη στην περίπτωση της πρώτης αυξήσεως κατά το ποσό του 1.210.000.000 δρχ. Ότι η κατ' ακολουθίαν προέκυπτε ότι δεν πραγματοποιήθηκε ούτε η εγγραφή όσων επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στη συγκεκριμένη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και στα αδιάθετα υπόλοιπα αυτής ούτε υλοποιήθηκε η κατά τα ανωτέρω ανακοινωθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και δεν ήταν δυνατό να γίνει λόγος για χορήγηση νέων μετοχών που δεν υπήρξαν και κατά συνέπεια ήταν χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο οι βεβαιώσεις περί χορηγήσεως μετοχών της ανώνυμης εταιρείας ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΕ, οι οποίες δόθηκαν και στους Ψ2, Ψ1 και Ψ3. Ότι έτσι εδικαιολογείτο η άρνηση του εν συνεχεία Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου τη ανώνυμης αυτής εταιρείας Δημ. Μπίμπιζα αφ' ενός να αναγνωρίσει την ουσιαστική ισχύ των χορηγηθεισών βεβαιώσεων λόγω της τυπικής έλλειψης της μη εγγραφής τους στα βιβλία της ανώνυμης εταιρείας ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ και αφ' ετέρου ότι δεν επέτρεψε αυτός ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας Θεσσαλική οινοπνευματική ΑΕ στους Ψ1, Ψ2 και Χρ. Πετρόπουλου να συμμετάσχουν στη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας που έγινε το έτος 2003 για το λόγο ότι δεν προέκυπτε ότι είχαν καταχωρηθεί οι απαιτήσεις τους στα βιβλία της ανώνυμης εταιρείας και δεν προέκυπτε η ιδιότητα αυτών ως μετόχων. Με βάση τις άνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εδέχθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευθέντων σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κατ' εξακολούθηση σε βάρος των Ψ1, Ψ2 και Ψ3 και αφού μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για την πράξη αυτήν. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την πράξη για την οποία παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα συγχρόνως δε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των, οπότε στέρησε το βούλευμά του από νόμιμη βάση. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρεται ο χρόνος τέλεσης από τον κατηγορούμενο της υπεξαιρέσεως που του αποδίδεται και ειδικότερα πότε εκδήλωσε εκείνος την πρόθεση του ιδιοποιήσεως όσων έλαβε από καθένα από τους Ψ1, Ψ2 και από τον Ψ3, δηλαδή των χρημάτων από τη ρευστοποίηση των άνω μετοχών της ανώνυμης εταιρείας Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε. ούτε διευκρινίζεται πότε οι άνω τρείς φερόμενοι ως παθόντες όχλησαν τον κατηγορούμενο (όπως αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα) για την επιστροφή των χρημάτων αυτών σε καθένα από εκείνους. Η αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα ληφθέντα τους τρείς ανωτέρω επενδυτές καταβλήθηκαν στην εταιρεία ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ Α.Ε. είναι αντιφατική και ασαφής εν όψει του ότι κατά τις περαιτέρω παραδοχές του βουλεύματος σε καθένα από τους Ψ1, Ψ2 και Ψ3 χορηγήθηκαν οι από 5.4.2001 βεβαιώσεις από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της άνω ανώνυμης εταιρείας ότι είχαν καταστεί κάτοχοι των αναφερομένων σε κάθε μία των βεβαιώσεων μετοχών αυτής της ανώνυμης εταιρείας. Με βάση αυτά όμως ο καθένας των άνω επενδυτών είχε δικαίωμα να ζητήσει να χορηγηθούν σε αυτούς από την εν λόγω ανώνυμη εταιρεία οι τίτλοι στους οποίους ενσωματώνονταν οι μετοχές που αντιστοιχούσαν σε αυτές από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 4.840.000.000 δρχ. για την συμμετοχή των στην οποία είχαν δώσει, όπως έγινε δεκτό με το άνω βούλευμα, αντίστοιχα προς την αξία των αναφερομένων σε κάθε βεβαίωση μετοχών, χρήματα στον κατηγορούμενο αρκετά πριν δημοσιευθεί στον Τύπο η από 16.7.1999 ανακοίνωση της εταιρείας σχετικά με τις διατυπώσεις που έπρεπε να τηρηθούν για τον τρόπο καταβολής από τους ενδιαφερομένους να συμμετάσχουν στην αύξηση αυτή και τα αδιάθετα υπόλοιπά της και την διαδικασία παραδόσεως των νέων μετοχών από την εταιρεία μετά την ολοκλήρωση της αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου. Είναι επίσης ασαφής και αντιφατική η αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι δεν κατέστησαν οι Ψ1, Ψ2 και Ψ3 μέτοχοι της άνω εταιρείας κατά αντίστοιχο προς τον αναφερόμενο σε κάθε μια από τις άνω από 5.4.2001 βεβαιώσεις αριθμό νέων μετοχών της εταιρείας Θεσσαλική Οινοπνευματική ΑΕ λόγω μη εγγραφής των αντίστοιχων καταβολών στα βιβλία της εταιρείας ενώ δέχεται παραπάνω ότι δεν ετηρούντο κανονικά τα βιβλία και στοιχεία που ήταν υποχρεωμένη να τηρεί η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία για αρκετό διάστημα και ήταν έτσι δυνατή η διάθεση από την εταιρεία χρημάτων που είχαν ληφθεί πριν από την έκδοση της άνω από 16.7.1999 ανακοινώσεως στον Τύπο από ενδιαφερομένους να συμμετάσχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου αυτής της ανώνυμης εταιρείας μετόχους της χωρίς να γίνει, για λόγους που αφορούσαν την εταιρεία, ενημέρωση των βιβλίων και στοιχείων αυτής. Εξάλλου δεν διευκρινίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα γιατί οι άνω επενδυτές δέχθηκαν έναντι των όσων είχαν δώσει στον κατηγορούμενο, αρκετό χρονικό διάστημα πριν δημοσιευθεί στον Τύπο στις 16.7.1999 η ανακοίνωση για τις διατυπώσεις για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Θεσσαλική Οινοπνευματική Α.Ε., τις βεβαιώσεις που τους χορηγήθηκαν από 5.4.2001 ότι είναι κάτοχοι των αναφερομένων σ' αυτές μετόχων παρά το ότι δεν είχαν καταχωρηθεί στον λογαριασμό της Θεσσαλικής Οινοπνευματικής ΑΕ στην Τράπεζα Πειραιώς ούτε σε άλλον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η άνω ανώνυμη εταιρεία ούτε στα τηρούμενα στην εταιρεία Θεσσαλική Οινοπνευματική βιβλία και γιατί ενώ δέχθηκαν να τακτοποιηθεί κατά τον τρόπο αυτόν η αξίωσή τους από τη συμμετοχή τους στα αδιάθετα υπόλοιπα που θα προέκυπταν από την τελευταία αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρείας, δεν ικανοποιήθηκαν. Από το εάν οι άνω επενδυτές μεταγενέστερα έτυχαν διαφορετικής αντιμετώπισης των από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της εταιρείας Θεσσαλική Οινοπνευματική, με τον αποκλεισμό τους από τη συμμετοχή των στη γενική συνέλευση των μετόχων της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας που έγινε το έτος 2003, δεν αιτιολογείται ότι είχε εκδηλωθεί από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συμπεριφορά δηλωτική παρανόμου ιδιοποιήσεως εκ μέρους του των όσων τού είχαν δώσει οι Ψ1, Ψ2 και Ψ3. Επίσης σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι από το Συμβούλιο Εφετών είχαν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω κρίση του. Στο σκεπτικό της εισαγγελικής προτάσεως στην οποία αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι από το συνδυασμό των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, του περιεχομένου των εγγράφων που επισυνάπτονται στη δικογραφία των, εν γένει, υπομνημάτων και τις απολογίες του κατηγορουμένου προέκυψαν πλέον ή επαρκώς όσα εν συνεχεία εκτίθενται. Από την αναφορά του Συμβουλίου Εφετών στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως και από όσα περαιτέρω στο σκεπτικό του βουλεύματος αναφέρονται για το ότι δεν προέκυπτε η καταβολή από τον κατηγορούμενο των όσων έλαβε από τους τρείς προαναφερθέντες επενδυτές (Ψ1, Ψ2 και Ψ3) στο ταμείο της ανώνυμης εταιρείας από τη λήψη αποφάσεως από το Δ.Σ. της εταιρείας "Ανώνυμος Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία" περί αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ. πρ. ΦΕΚ), δεν συνάγεται ότι έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με το από 22.9.2008 υπόμνημα του κατηγορουμένου για πρώτη φορά ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Ειδικότερα δεν προκύπτει από το άνω βούλευμα αν το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε α) το προσκομισθέν σε ακριβές αντίγραφο από το υποβληθέν στο Υπουργείο Ανάπτυξης - Γεν. Γραμματεία Ανων. Εταιρειών Πρακτικά της Έκτακτης Συνεδρίασης του Δ.Σ. της Ανωνύμου Θεσσαλικής Οινοπνευματικής εταιρείας στις 31.10.1999 κατά την οποία το όργανο αυτό της άνω εταιρείας στο οποίο συμμετείχαν και ήταν παρόντες από τους φερόμενους ως παθόντες ο Ψ1, ως Αντιπρόεδρος και ο Ψ2 ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μετά την ενημέρωσή του από τον Γενικό Διευθυντή της εταιρείας σχετικά με το αποτέλεσμα των εγγράφων με μετρητά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 4.840.000.000 δρχ., πιστοποίησε στο σύνολό της την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό αυτό με καταβολή μετρητών και την έκδοση 44.000.000 νέων ανωνύμων κοινών μετά ψήφου μετόχων ονομαστικής αξίας 110 δρχ. εκάστης, οι οποίες διατέθηκαν στην ίδια τιμή, ανέθεσε ομόφωνα στον Γενικό Διευθυντή το έργο της πιστοποιητικής αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου κατά 4.840.000.000 δρχ. δια αντιγράφου πρακτικού Δ.Σ. στο Υπουργείο Εμπορίου, στη Διεύθυνση Ανωνύμων Εταιρειών και Πίστεως καθώς και τη διεκπεραίωση όλων των διαδικασιών για τη διανομή και πίστωση των νέων μετοχών στους μετόχους της εταιρίας, β) το προσκομισθέν φωτοαντίγραφο του φύλλου Εφημερίδος της Κυβερνήσεως Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιωρισμένης Ευθύνης αρ. φύλλου 1326 της 21 Φεβρουαρίου 2000 για την δημοσίευση σε αυτό ανακοίνωσης καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Υπηρεσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης στις 16.2.2000 του από 31.10.1999 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Θεσσαλική Οινοπνευματική Εταιρεία" με το οποίο πιστοποιήθηκε η καταβολή της αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 484.000.000 δρχ., που αποφασίσθηκε από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της 4.4.1999 και εγκρίθηκε με την Κ2-5678/1999 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 9.6.1999. Εν όψει των άνω ασαφειών και αντιφάσεων ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα είναι βάσιμος και πρέπει παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τις περί παραπομπής του αναιρεσείοντος διατάξεις του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1, 519 Κ.Ποιν.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το σκεπτικό το υπ' αριθμό 265/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται το βούλευμα παραπομπής του κατηγορουμένου για υπεξαίρεση από εντολοδόχο κατ' εξακολούθηση ποσού ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας λόγω μη προσδιορισμού του χρόνου τέλεσης των επιμέρους πράξεων υπεξαίρεσης και για το λόγο ότι δεν προέκυψε ότι έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με το υπόμνημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών μετά την υποβολή σ' αυτό της προτάσεως του Εισαγγελέα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2412/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3931Α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 289/17.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τα άρθρ. 32,§§1,4, 138§εβ & 476§1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 3362/09 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 3931Α/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κίου Χαλκίδας και εκθέτω τ' ακόλουθα.
Με την παραπάνω απόφαση ο κατ/νος καταδικάστηκε, ερήμην, για παράβαση του άρθρ. 25 Ν.1882/90, σε φυλάκιση 3 ετών και 10 μηνών. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στον κατ/νο στις 30-3-2009 (βλ. σχετικό αποδεικτικό της ..., Γραμματέως του Καταστήματος Κράτησης ...), ενώ η αναίρεση κατ' αυτής ασκήθηκε την 22-4-09, ημέρα Δευτέρα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρ. 473§2 ΚΠΔ και χωρίς να διαλαμβάνεται, στη σχετική αίτηση, οποιοσδήποτε λόγος ανωτέρας βίας.
Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη σύμφωνα με τα άρθρ. 476§1 ΚΠΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αδικήσαντα κατ/νο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 3362/22-4-09 αίτηση αναίρεσης του ..., κατά της υπ' αριθμ. 3931Α/2008 αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα 20-6-2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Νικολούδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τον διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο όταν εμφανισθεί, μετά από προηγούμενη ειδοποίηση του ιδίου ή του αντικλήτου του, από το γραμματέα της Εισαγγελίας, 24 ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης, απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως είναι κατ' αρχήν 10ήμερη, αρχομένη από τη δημοσίευση της αποφάσεως παρόντος του δικαιούχου, άλλως από τη νόμιμη επίδοσή της στον δικαιούχο σε αναίρεση και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, χωρίς να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώρησή της στο βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ. Κατά της καταδικαστικής, όμως, αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί αναίρεση από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Η τυχόν εκπρόθεσμη άσκησή του, τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στη δήλωσή του, γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που επιβεβαιώνουν τα περιστατικά αυτά, άλλως η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου για να διακριβώσει το παραδεκτό της αναίρεσης, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3931Α/30-9-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος, η οποία δημοσιεύθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, επιδόθηκε στον τελευταίο την 30-3-2009, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης της γραμματέως του Γεν. Καταστήματος Κράτησης..... Ο άνω κατηγορούμενος-αναιρεσείων επέδωσε την κρινόμενη από 21-4-2009 αίτηση-δήλωση αναίρεσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 22-4-2009, όπως προκύπτει από την πράξη επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η οποία είναι καταχωρημένη στο σώμα της άνω αίτησης-δήλωσης. Η άνω αίτηση-δήλωση αναίρεσης ασκήθηκε εκπροθέσμως ήτοι μετά την πάροδο της οριζομένης στο άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ 20ήμερης προθεσμίας, χωρίς να επικαλείται και να αποδεικνύει ο αναιρεσείων λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση-δήλωση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ), σημειουμένου ότι για την απόρριψη της άνω αιτήσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΠΔ) όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2009 αίτηση-δήλωση του ... περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3931 Α'/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.-
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη της αναιρέσεως λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, χωρίς επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο. Απορρίπτει αίτηση.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2413/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1585/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1024/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 312/30.9.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Εισάγω την 36/17-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου ..., που ασκήθηκε από τον δικηγόρο Παν. Κ. Τσατσανιά κάτοικο ...), κατά της 1585/17-4-2002 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 16818/6-11-2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών για κλοπή και προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών για δική του αποκλειστική χρήση, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., "ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση ...". Από τις διατάξεις αυτές καθώς και αυτές των άρθρων 42 αρ. 2 και 96 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στο σχετικό πληρεξούσιο πρέπει να προσδιορίζεται η αξιόποινη πράξη, έστω κατά τα γενικά χαρακτηριστικά της ή κατά τη γενική, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο ορολογία της, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα και να αναφέρεται η απόφαση, κατά της οποίας παρέχεται πληρεξουσιότητα για την άσκηση του ενδίκου μέσου. (ΑΠ 886/2006, ΑΠ 205/2007).
Σε περίπτωση που ασκηθεί ένα ένδικο μέσο με πληρεξούσιο πρώτα ερευνάται η νομότυπη άσκηση αυτού, δηλ. αν ο πληρεξούσιος που το άσκησε είχε την σχετική δυνατότητα να το ασκήσει, και σε περίπτωση που αυτό συμβαίνει τότε ερευνάται αν αυτό ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. αν το ένδικο μέσο (και η αναίρεση) ασκήθηκε, εκτός των άλλων, χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή του, αυτό κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο σε συμβούλιο απαράδεκτο.
ΙΙΙ. Η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον δικηγόρο Παν. Κ. Τσατσανιά δικηγόρο Θεσσαλονίκης ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που συνέταξε την ... έκθεσή του, σύμφωνα με το ... πληρεξούσιο προς αυτόν του κατηγορουμένου που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης ..., το οποίο προσκόμισε και επισυνάφθηκε. Στο πληρεξούσιο όμως αυτό ο εντολέας κατηγορούμενος δεν δίδει στον παραπάνω δικηγόρο την ρητή εντολή να ασκήσει την αναίρεση που άσκησε κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως αλλά του δίδει την εντολή να τον εκπροσωπεί γενικά στα διάφορα δικαστήρια της χώρας και ειδικά στα διοικητικά δικαστήρια και τις αρχές που έχουν επιληφθεί των θεμάτων που αφορούν την νομιμότητα της διαμονής του στην Ελλάδα.
Επειδή με βάση τα δεδομένα αυτά η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει το Δικαστήριό Σας σε Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 476 του Κ.Π.Δ.: α) να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη, β) να διατάξει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) να επιβάλει στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως αντ. από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992 και 58553/2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 220 ΕΥΡΩ.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η 36/17-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατοίκου ... κατά της 1585/17-4-2002 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της 16818/6-11-2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών και δεκαπέντε (15 ) ημερών για κλοπή και προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών για δική του αποκλειστική χρήση.
Β) Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και
Γ) Να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα από 220 Ευρώ.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑθανάσιος Κ. Κατσιρώδης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που ο τελευταίος υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθ. εκθ. ... έκθεση αναιρέσεως, που συντάχθηκε στο γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προσβάλλεται η με αριθ. 1585/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη (και) η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της 16818/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17-4-2002 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 30-4-2002. Την κρινόμενη ως άνω αίτηση αναιρέσεως, άσκησε στις 17-6-2009, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Παναγιώτης Τσατσανιάς, χωρίς το επικαλούμενο στην έκθεση αναιρέσεως ... πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., όπως από αυτό προκύπτει, να εξουσιοδοτεί τον άνω δικηγόρο να ασκήσει αναίρεση κατά της συγκεκριμένης προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο απλώς του δίδει εντολή να τον εκπροσωπεί σε διάφορα δικαστήρια της Χώρας και ειδικά στα διοικητικά δικαστήρια και τις αρχές που έχουν επιληφθεί για τη νομιμοποίηση της διαμονής του στην Ελλάδα. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1, 509 και 513 παρ. 1α ΚΠοινΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ.εκθ. 36/17-6-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 1585/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελη-μάτων) Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, γιατί ο ασκήσας δικηγόρος δεν είναι παραστάς και το επικαλούμενο και προσαρτώμενο πληρεξούσιο δεν τον εξουσιοδοτεί σε άσκηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
|
Πληρεξούσιος Δικηγόρος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξούσιος Δικηγόρος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2409/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Ψαρράκη, περί αναιρέσεως της 2109/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "RAINBOW COMPUTER AE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 814/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στην ..., στις 24-10-2002, ο κατ/νος απέστειλε μέσω του διαδικτύου στην εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "RAINBOW COMPUTER - Προϊόντων Υψηλής Τεχνολογίας Α.Ε.", παραγγελία για αγορά ενός (1) ηλεκτρονικού υπολογιστή ΑΡΡLΕ Imac 800 17" G4/800/256/80, αξίας 2.539,36 ευρώ, ενός πληκτρολογίου WHITE GREEK KEYBOARD PRO αξίας 132,16 ευρώ, ενός (1) προγράμματος υποδομής γραμματοσειρών αξίας 35,40 ευρώ, ενός (1) προγράμματος υποδομής ορθογραφίας αξίας 82,60 ευρώ και ενός προγράμματος σε CD αξίας 23,60 ευρώ. Το τελικό τίμημα ανήλθε, συνυπολογιζομένων και των εξόδων μεταφοράς, σε 2.851,12 ευρώ. Ο κατ/νος έδωσε στον υπάλληλο της πιο πάνω εταιρίας, ως στοιχεία παραγγέλοντος "ΑΑ" και χρεώνοντας την παραγγελία στην υπ'αριθμ. ΑΑ πιστωτική κάρτα της Εμπορικής Τράπεζας, παριστάνοντας, έτσι, ψευδώς στον εν λόγω αρμόδιο για την παραλαβή της παραγγελίας αυτής υπάλληλο της εγκαλούσας εταιρίας ότι ονομάζεται ΑΑ, ότι η ανωτέρω πιστωτική κάρτα έχει εκδοθεί από την παραπάνω Τράπεζα στο όνομα του (Τάσος ΑΑ) και ότι είναι δικαιούχος και νόμιμος κάτοχος της πιστωτικής αυτής κάρτας, γεγονότα, τα οποία ο κατ/νος γνώριζε ότι είναι ψευδή, καθότι, αφενός, μεν, τα στοιχεία ταυτότητας του δεν ήταν τα ανωτέρω (ΑΑ), αφετέρου, δε, δικαιούχος και νόμιμος κάτοχος της πιστωτικής κάρτας αυτής ήταν η ..., στο όνομα της οποίας και είχε εκδοθεί από την παραπάνω Τράπεζα η ανωτέρω πιστωτική κάρτα. Ακόμη, στις 31/10/2002 ο κατ/νος απέστειλε μέσω του διαδικτύου στην ίδια ως άνω εγκαλούσα εταιρία άλλη παραγγελία για αγορά ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή ΑΡΡLΕ Ιmac 700 G4/256/406/CΟΜΒΟ, αξίας 1.801,86 ευρώ, ενός (1) πληκτρολογίου WHITE GREEK KEYBOARD PRO, αξίας 132,16 ευρώ, ενός (1) προγράμματος υποδομής γραμματοσειρών, αξίας 35,40 ευρώ, ενός (1) προγράμματος υποδομής ορθογραφίας, αξίας 82,60 ευρώ, του προγράμματος "Τα Βήματα στον Αθλητισμό" σε CD, αξίας 23,60 ευρώ. Το συνολικό τίμημα ανήλθε, συνυπολογιζομένων και των εξόδων μεταφοράς, σε 2.113,62 ευρώ. Ο κατ/νος έδωσε στοιχεία πάλι παραγγέλοντος "ΑΑ" και χρέωσε την παραγγελία στην υπ'αριθμ. ... πιστωτική κάρτα της Εμπορικής Τράπεζας, παριστάνοντας, έτσι, ψευδώς στον αρμόδιο για την παραλαβή της παραγγελίας αυτής υπάλληλο της εγκαλούσας εταιρίας ότι ονομάζεται ΑΑ, ότι η ανωτέρω πιστωτική κάρτα έχει εκδοθεί από την παραπάνω Τράπεζα στο όνομα του (ΑΑ) και ότι είναι δικαιούχος και νόμιμος κάτοχος της πιστωτικής αυτής κάρτας, γεγονότα, τα οποία ο κατ/νος γνώριζε ότι είναι ψευδή, καθόσον, αφενός, μεν, τα στοιχεία ταυτότητας του δεν ήταν τα ανωτέρω (ΑΑ), αφετέρου, δε, δικαιούχος και νόμιμος κάτοχος της πιστωτικής κάρτας αυτής ήταν η ..., στο όνομα της οποίας και είχε εκδοθεί από την Τράπεζα η ανωτέρω πιστωτική κάρτα. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του, έπεισε ο κατ/νος τους αρμοδίους για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω παραγγελιών υπαλλήλους της εγκαλούσας εταιρίας να του αποστείλουν στις 25-10-2002 τα ανωτέρω παραγγελθέντα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό, ο κατ/νος απεκόμισε παράνομο περιουσιακό όφελος 4.964,74 ευρώ (συνολική αξία όλων των ως άνω παραγγελθέντων πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων μεταφοράς), όπως είχε άλλωστε σκοπό, βλάπτοντας κατ' αντίστοιχο ποσό την περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας, αφού οι ως άνω χρεώσεις των παραπάνω πιστωτικών καρτών ακυρώθηκαν από την Εμπορική Τράπεζα, λόγω αμφισβήτησης των ανωτέρω συναλλαγών από τους παραπάνω δικαιούχους των πιστωτικών καρτών, οι, δε, εκπρόσωποι, ως και οι υπάλληλοι της εγκαλούσας εταιρίας, αν γνώριζαν τα αληθή, δεν θα προέβαιναν στη διεκπεραίωση των ανωτέρω παραγγελιών και αποστολής στον κατ/νο των παραπάνω πραγμάτων.
Ειδικότερα, αρχές του 2004, ο ΒΒ, ο οποίος ήταν τότε 17 ετών και φοιτούσε στο Τεχνικό λύκειο, έφερε στην εγκαλούσα εταιρία έναν από τους πιο πάνω ηλεκτρονικούς υπολογιστές για αναβάθμιση και του ανακοινώθηκε ότι ο πιο πάνω ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν προϊόν απάτης. Ο πατέρας του ΒΒ τον αγόρασε το έτος 2003 αντί τιμήματος 1.000.000 δρχ. από το ΓΓ, ο οποίος ήταν οικογενειακός του φίλος. Ο ΓΓ τον αγόρασε τέλη του έτους 2002 από τον κατ/νο αντί τιμήματος 2.000.000 δρχ. Ο κατ/νος ισχυρίζεται ότι αγόρασε τον πιο πάνω ηλεκτρονικό υπολογιστή από ένα φοιτητή της Παντείου Σχολής. Η συνάντηση έγινε στο κατ/μα "Everest", όπου τον δοκίμασε και διεπίστωσε ότι λειτουργούσε, και του έδωσε, ως τίμημα, το ποσό των 2.000.000 δρχ. χωρίς απόδειξη. Όμως, ο πιο πάνω ισχυρισμός του κατ/νου δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι είχε γνώσεις από ηλεκτρονικούς υπολογιστές και δεν είναι δυνατόν η αγορά αυτών να γίνεται εκτός κατ/των, που πωλούν αυτούς, με συναντήσεις σε κατ/μα, όπως το "Εverest", όπου τους δοκιμάζει και τους αγοράζει καταβάλλοντος 2.000.000 δρχ., χωρίς απόδειξη σ' ένα φοιτητή, που δεν γνωρίζει το ονοματεπώνυμο του ούτε το τηλέφωνο του, αν υπήρχε κάποιο τεχνικό πρόβλημα με τον υπολογιστή, χωρίς να υποπτευθεί ότι ο εν λόγω ηλεκτρονικός υπολογιστής μπορεί να είναι προϊόν κλοπής ή απάτης. Εξάλλου, ο κατ/νος προσκόμισε στο Δικαστήριο αποδείξεις αγοράς διαφόρων εμπορευμάτων από κατ/τα, όπως ο Κωστόβολος, ο Κορασίδης, η Cosmodata και για μικρότερα ποσά, για την ένδικη περίπτωση, όμως δεν ζήτησε απόδειξη. Ο μάρτυρας κατηγορίας ΓΓ, στην κατάθεση του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου αναφέρει ότι σ' ένα τηλεφώνημα, που έκανε στον κατ/νο εκ των υστέρων, δηλαδή, αφού είχε ειδοποιηθεί από την εγκαλούσα εταιρία, ότι ο εν λόγω ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν προϊόν απάτης, λέγοντας του να επικοινωνήσει με το Δικηγόρο της πιο πάνω εταιρίας και να τους εξηγήσει, από ποίον τον αγόρασε, αυτός του απήντησε "αυτοί οι άνθρωποι είναι νομικοί, αλλιώς τα βλέπουν τα πράγματα" και διεπίστωσε ότι ήταν φοβισμένος ο κατ/νος. Όταν έγιναν οι συναλλαγές με τον κατ/νο με διαφορά μίας εβδομάδας η μία από την άλλη, η εγκαλούσα εταιρία δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει, αν οι πιστωτικές κάρτες ήταν του κατ/νου ή άλλου, μόνο η Τράπεζα μπορούσε να ελέγξει αυτό. Ο κατ/νος πήγε σ' ένα κέντρο επίδειξης της εγκαλούσας εταιρίας και άνοιξε κωδικό και στη συνέχεια εμφανίστηκε δύο (2) φορές σε υπάλληλο αυτής και έδωσε ψευδή στοιχεία, ως ΑΑ. Ο υπάλληλος, που είχε δει τον κατ/νο, δεν εργάζεται πλέον στην πιο πάνω εταιρία. Η εταιρία ΑCS παρέδωσε τα παραγγελθέντα εμπορεύματα στον κατ/νο. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο κατ/νος ήταν αυτός, που τέλεσε την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται και ότι ενήργησε με τον τρόπο, που προαναφέρθηκε, εξαπατώντας τους υπαλλήλους της εγκαλούσας εταιρίας, με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τα εμπορεύματα, που παρήγγειλε απ' αυτή, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος από τα ως άνω πράγματα, με αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας εταιρίας. O πιο πάνω, δε, ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επομένως, ο κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και συνιστούν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της απάτης και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98, 386 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Επομένως ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ιδίου Κώδικα, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, όχι δε και για πλημμέλειες της εκπροσωπήσεως. Από την ως άνω απόλυτη ακυρότητα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου είναι αυτονόητο ότι η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από τη μη προβολή αντιρρήσεως κατά της παράνομης παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος, αν από την ίδια τη διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποιήσεως, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Ειδικότερα κατά το άρθρο 63 ΚΠοινΔ η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιουμένους σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. 'Ετσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής, έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να γίνεται από το νόμιμο εκπρόσωπο και να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2,174 παρ.1, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν ο παραστάς, ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως, αλλά προκαλείται σχετική ακυρότητα ( άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠοινΔ), η οποία καλύπτεται αν δεν προβληθεί σχετική αντίρρηση του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, όπου είχε αχθεί κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος για απάτη κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, εμφανίστηκε στην αρχή της διαδικασίας και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής η Ψ, ως νόμιμη εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "RAINBOW COMPUTER AE", αξιώνοντας, ως χρηματική ικανοποίηση της εταιρείας για την ηθική βλάβη που υπέστη από την κρινόμενη πράξη, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 30 ευρώ με επιφύλαξη και διόρισε ως πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας τον Δημήτριο Δρούτσα, ενώ μετά διακοπή της δίκης, από 27-2-2009 για τις 12-3-2009, η ιδία ως άνω εκπρόσωπος της εταιρείας, κατά τη τελευταία νέα συνεδρίαση δήλωσε στο δικαστήριο, ότι, λόγω ασθενείας του άνω αρχικά διορισθέντος δικηγόρου, διορίζει έτερο δικηγόρο, την Δρούτσα Ευνίκη, ως πληρεξουσία της παριστάμενης πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας. Το Εφετείο, χωρίς προβολή καμίας αντιρρήσεως του κατηγορουμένου, περί απαραδέκτου της ήδη ασκηθείσας από 27-2-2009 πολιτικής αγωγής και δη περί ελλείψεως εκπροσωπήσεως και σχετικής εξουσιοδοτήσεως της Ψ από την άνω ανώνυμη εταιρεία για δήλωση παραστάσεως και για διορισμό δικηγόρων, όπως διατείνεται με την αναίρεση, παρά με μόνη τη δηλωθείσα στις 12-3-2009, μετά το διορισμό νέου δικηγόρου, αντίρρησή της ότι " θάπρεπε να αναφέρεται το όνομα της πληρεξουσίας δικηγόρου της πολιτικώς ενάγουσας στο καταστατικό της εταιρείας", δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη τη δήλωση αυτή πολιτικής αγωγής και διορισμού νέου δικηγόρου, ενώ εκ περισσού ερεύνησε και δέχθηκε, με επαρκή αιτιολογία (σελ. 4), ότι από το από 9-3-2009 πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας προκύπτει ότι η Ψ έχει εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρείας και δικαίωμα διορισμού δικηγόρου και παραστάσεως πολιτικής αγωγής και στο τέλος επιδίκασε στην άνω νομίμως παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από το σε βάρος της έγκλημα του κατηγορουμένου το άνω ποσό που είχε ζητηθεί. Ενόψει αυτών που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και των παραπάνω, έπεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία δεν παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, ενώ ουδεμία ένσταση προβλήθηκε στο Εφετείο από τον κατηγορούμενο για ελλείψεις στην ως άνω δηλωθείσα εκπροσώπηση της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στην έλλειψη εξουσιοδοτήσεως και δη εξουσίας εκπροσωπήσεως της πολιτικώς ενάγουσας από το ως άνω φυσικό πρόσωπο, που προέβη στη δήλωση παραστάσεώς της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και στο διορισμό πληρεξουσίων δικηγόρων, πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2009 Αίτηση - Δήλωση του Χπερί αναιρέσεως της με αριθμό 2109/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη, με αγορά 2 Η/Υ με πιστωτική κάρτα άλλου, με το όνομα του οποίου εμφανίστηκε ως αγοραστής 386 § 1α ΠΚ. 1. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2. Απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως της πολιτικώς ενάγουσας ΑΕ, από το φυσικό πρόσωπο, που προέβη στη δήλωση παραστάσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και στο διορισμό πληρεξουσίων δικηγόρων, ως απαράδεκτος, αφού απόλυτη ακυρότητα δεν δημιουργείται όταν η αιτίαση αναφέρεται στην έλλειψη εξουσίας εκπροσωπήσεως από τον εμφανισθέντα ως εκπρόσωπο, η δε επικαλούμενη στο δικόγραφο της αναιρέσεως προβολή σχετικής ενστάσεως απαραδέκτου της πολιτικής αγωγής, δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι προβλήθηκε και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τα νομιμοποιητικά της εκπροσώπου της εταιρείας έγγραφα και οιαδήποτε τυχόν σχετική ακυρότητα από ελλείψεις στην εκπροσώπηση της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας εκ μέρους της εκπροσώπου καλύφθηκε (ΑΠ 2266/2002). Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2408/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο
και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ...,που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.174/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενους τους 1.Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1194/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 317/5-10-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 513 § 1α ΚΠΔ, την με αριθμό 7/17-6-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ...(ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Νικολάου Κροντηρά κατόπιν της προσαρτημένης στην αίτηση συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας), που στρέφεται κατά του με αριθμό 174/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της η έφεση που άσκησε αυτός κατά του με αριθμό 980/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκτός των άλλων περιπτώσεων, εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληφθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου γίνεται με βούλευμα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κήρυξε απαράδεκτη την με αριθμό 4/2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του με αριθμό 980/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία όπως εξετέθη, δεν προβλέπεται από το νόμο. Κατά συνέπεια είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1-2, 513§1, 583§1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 7/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 174/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 5 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άνω άρθρου ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 38 του ν.3160/2003 Κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση το ανωτέρω άρθρο 38 του ν. 3160/2003 που αντικατέστησε την παρ.2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ ισχύει, κατά το άρθρο 61 του ίδιου νόμου 3160 από 30-6-2003, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το εν λόγω νομοθέτημα (ΦΕΚ τ.Α' 165). Επομένως από 30-6-2003 και εφεξής ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως εναντίον του βουλεύματος, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του κατά του πρωτόδικου βουλεύματος που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο, του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου για αξιόποινη πράξη που, κατά το άρθρο 478 ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ.1 ν. 3346/2005, πρέπει να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια αίτηση αναιρέσεως ασκηθείσα από τον κατηγορούμενο κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση τους ως απαράδεκτη κατά πρωτόδικου παραπεμπτικού σε βάρος του βουλεύματος για κακουργηματικές πράξεις, τυγχάνει ως απαράδεκτη απορριπτέα, καθόσον η αίτηση αυτή στρέφεται εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται αναίρεση από το νόμο. Ο περιορισμός αυτός από το άρθρο 476 παρ.2 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει, δεν αντίκειται ούτε στα άρθρα 4 παρ.1, 20 παρ.1 και 25 παρ.1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος από τα οποία καθιερώνονται αντιστοίχως η αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και η αρχή της αναλογικότητας, ούτε προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου σε δίκαιη δίκη. Ο Εισαγγελέας που είναι δικαστικός λειτουργός διαφοροποιείται από τον κατηγορούμενο που είναι διάδικος και επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείριση μεταξύ τους με την χορήγηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 483 παρ.3 ΚΠοινΔ του δικαιώματος να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, ακόμη και εκείνου που δεν μπορεί να προσβληθεί από τον κατηγορούμενο, ακόμη και προς το συμφέρον του τελευταίου, που δύναται με αίτηση του να ζητήσει από τον άνω εισαγγελέα να ασκήσει το μη επιτρεπόμενο στον ίδιο τον κατηγορούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος και επιπλέον έχει το δικαίωμα ο κατηγορούμενος να προβάλει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του στα πλαίσια της κυρίας διαδικασίας στο δικαστήριο ή κατά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Δεν αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας η θέσπιση περιορισμών στο δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων διότι αυτά πρέπει να χορηγούνται κατόπιν σταθμίσεως του συμφέροντος της πολιτείας που αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της όλης ποινικής διαδικασίας και την εντεύθεν εμπέδωση της ασφαλείας των πολιτών και της δημόσιας τάξεως καθώς και του ατόμου που κατηγορείται και επιδιώκει την μη παραπομπή του για την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται και υπερισχύει το συμφέρον της πολιτείας χωρίς υπέρμετρη μείωση των δικονομικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ατόμου. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά του 174/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, η από 26-1-2009 έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά του επιδοθέντος σ'αυτόν την 17-11-2008 με θυροκόλληση στην δηλωθείσα κατά την κυρία ανάκριση κατοικία του υπ'αριθμό 980/2008 παραπεμπτικού για κακουργηματική πλαστογραφία κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση και για απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια το από την οποία συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία των παθόντων υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ Εχει ειδοποιηθεί ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του εντός της οριζόμενης από το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ εικοσιτετραώρου προθεσμίας από τον Εισαγγελέα μέσω του γραμματέα της εισαγγελίας όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση στο φάκελο της δικογραφίας. Επομένως, η υπό κρίση αναίρεση ως στρεφόμενη κατά του βουλεύματος που δεν προβλέπεται από το νόμο ότι μπορεί να προσβληθεί με τέτοιο ένδικο μέσο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 174/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη ως απαράδεκτης αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών με το οποίο είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) η έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος κατ' άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ (όπως ισχύει), σύμφωνα με το οποίο μόνον κατά αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται άσκηση αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2407/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, 1)Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου Άνω ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καπερνάρο, περί αναιρέσεως της 54790/2008 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Ιανουαρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναίρεσης όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα από 26 Οκτωβρίου 2009 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 129/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Συυνεκδικάζονται, ως συναφείς στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως, (υπ' αριθ. 54790/2008 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), οι από 12-1-2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, καθώς και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με τα από 26.10.2009 δύο δικόγραφα, πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως όταν μεταξύ άλλων, δεν μνημονεύονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερη αναφορά τούτων δεν είναι αναγκαία ούτε και παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει, όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα ότι λήφθηκαν υπόψη όλα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 54790/2008 απόφασή του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για απλή σωματική βλάβη σε βάρος των παθόντων... και ... και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) ημερών για την σωματική βλάβη σε βάρος του δευτέρου των παθόντων, ανασταλείσα επί τριετία με την αιτιολογία ότι τα κατά τόπο και χρόνο περιστατικά, που αναφέρονται στο διατακτικό ότι αποδείχθηκαν και παρατίθενται για τη θεμελίωση της ενοχής των κατηγορουμένων, προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την κατάθεση της μάρτυρα και της μάρτυρος υπεράσπισης καθώς και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως. Από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ήταν παρόντες στη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και απολογήθηκαν, οι απολογίες των, όμως, ούτε από την ανωτέρω μνεία περί των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της αποφάσεως, προκύπτει, είτε ευθέως είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκαν πράγματι υπόψη από το δικαστήριο. Έτσι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ σχετικού λόγου του κύριου δικογράφου των από 12-1-2009 αιτήσεων των αναιρεσειόντων και του δευτέρου των από 26-10-2009 προσθέτων λόγων αναιρέσεως κατά το τελευταίο σκέλος αυτού να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για καθένα από τους αναιρεσείοντες κατά το καταδικαστικό μέρος της, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 54790/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά το καταδικαστικό μέρος της για καθένα των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρείται για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως σε φυλάκιση 30 ημερών κάθε αναιρεσείοντος λόγω ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας. Δεν αναφέρεται αν για το σχηματισμό της κρίσεως περί ενοχής λήφθηκε υπόψη και η απολογία των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που ήταν στο ακροατήριο. Αναιρεί και παραπέμπει (αιτιολογίας ανεπάρκεια - αποδεικτικά μέσα). - 2407. 000.
| null | null | 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2406/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατούμενου στις φυλακές ..., για τον οποίο εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος Σταυρούλα Ψαρρά και δήλωσε ότι τον εκπροσωπεί, περί αναιρέσεως της 521, 542, 553, 554/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Ψ1 και 2.Ψ2, κατοίκους ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 424/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96, 42 παρ. 2, 474 παρ. 1, 465, 513 παρ. 1 και 3 και 514 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ενώπιον του Αρείου Πάγου συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως με συνήγορο, ο οποίος μπορεί να διορισθεί και με απλή έγγραφη δήλωση του διαδίκου, του οποίου η υπογραφή βεβαιώνεται και από δικηγόρο. Ο κατά τα άνω διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός εάν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν παρασταθεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, θεωρείται μη εμφανιζόμενος και η αίτησή του απορρίπτεται, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά εμφανίσθηκε η δικηγόρος Σταυρούλα Ψυρρά και ζήτησε προθεσμία μέχρι 13-11-2009, για να προσκομίσει πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος. Όμως, αν και παρήλθε η προθεσμία αυτή, αλλά και μέχρι σήμερα, η άνω δικηγόρος ουδέν προσκόμισε (πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση) για την παράστασή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Ενόψει αυτών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 27 Μαρτίου 2009 αποδεικτικό επιδόσεως του Γραμματέα του ..., προκειμένου να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της περί αναιρέσεως αιτήσεώς του, στη συνεδρίαση της 13-5-2009 και, μετ' αναβολή, κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη συνεδρίαση θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί η αίτησή του και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), όπως και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 04.03.2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 521, 542, 553, 554/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως ελλείψει εξουσιοδοτήσεως της πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2405/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της 2655/2009 και 2941/2009 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κάτοικους ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 819/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. β' εδ. γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία 1 Ιουλίου 2009 αποδεικτικά επιδόσεως του Ειρηνοδικείου Αχαρνών ..., οι πολιτικώς ενάγοντες της κρινόμενης υπόθεσης Ψ1 και Ψ2 με αναιρεσείοντα τον Χ κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, για να εμφανισθούν στη σημερινή δικάσιμο, πλην αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα παραχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες και αυτοί.
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες υπ` αριθ. 2655 και 2941/2009 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την πρώτη από τις οποίες απορρίφθηκε αίτημα αναβολής και με τη δεύτερη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή, στις εκεί αναφερόμενες ποινές, και από τα πρακτικά τους, ο συνήγορος που εκπροσώπησε στη δίκη τον κατηγορούμενο, μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και πριν από την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις κατ` άρθρο 352 ΚΠΔ "για να έλθει ως μάρτυρας ο ΑΑ". Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε για ποιούς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία του μνημονευομένου μάρτυρα Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Παρά ταύτα, το δικάσαν Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην υπ` αριθ. 2655/2009 απόφασή του τα εξής: "Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθεί ο μάρτυρας ΑΑ, καθόσον, από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό μπορεί να σχηματίσει δικανική κρίση αναφορικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη". Η αιτιολογία δε αυτή, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής γιατί δέχθηκε ότι υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά μέσα προς διερεύνηση της υποθέσεως και δη μάρτυρες και έγγραφα (και όχι, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ότι υπήρχαν εξετασθέντες ήδη μάρτυρες, ενώ δεν είχαν ακόμη εξετασθεί οι μάρτυρες υπερασπίσεως), είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, ενόψει του ότι για την απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος στο σημείο εκείνο της δίκης αρκούσε απλώς το γεγονός, που προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά, ότι ο Εισαγγελέας είχε καλέσει μάρτυρες οι οποίοι ήταν παρόντες και υπήρχαν και έγγραφα προς ανάγνωση. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Α' και Β ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως (Α' αναιρετικός λόγος - στοιχ. Α αναιρετηρίου), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2655/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις με συνέπεια την έλλειψη ακρόασης και την απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση της κατά το άρθρο 308 παρ. 1 σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ. 2 του ΠΚ. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαίτιου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2941/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή σε βάρος των Ψ1 και Ψ2, η οποία συνίστατο στο ότι αυτός, στις 24.4.2001, ενεργώντας με πρόθεση, τους επιτέθηκε και, με υπερβολική βία, τους χτύπησε με γροθιές, προξενώντας τους κακώσεις, οι οποίες, με τον τρόπο που προκλήθηκαν, μπορούσαν να προκαλέσουν στους παθόντες βαριές σωματικές βλάβες, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24.4.2001 και περί ώρα 20.30, ο κατηγορούμενος οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα (μάρκας SUZUKI) του ..., που είναι συγχωριανός του (κατοικούν και οι δύο στο χωριό ... της ...), κινείτο στη Λεωφόρο ... Σε κάποιο σημείο της διαδρομής διαπληκτίσθηκε με τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκινήτου (ΤΑΞΙ) που οδηγούσε ο εγκαλών Ψ1, με επιβάτη το γιο του Ψ2 (φοιτητή). Αιτία του διαπληκτισμού υπήρξε ο επικίνδυνος τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε την μοτοσικλέτα, γεγονός που επισήμανε στον γιο του ο εγκαλών. Την σχετική στιχομυθία άκουσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος εκνευρισμένα ζήτησε από τον εγκαλούντα οδηγό του ΤΑΞΙ να σταματήσει. Όταν αυτός σταμάτησε το αυτοκίνητό του στην άκρη του δρόμου, ο κατηγορούμενος, εύσωμος ων, επιτέθηκε κατ' αυτού και με υπερβολική βία τον τράβηξε έξω από το αυτοκίνητό του και άρχισε να τον χτυπά με τις γροθιές του, προκαλώντας σ' αυτόν μώλωπες τριχωτού κεφαλής, εκχυμώσεις και εκδορές της ράχεως της ρινός, κάταγμα ρινικών οστών, εκχύμωση των έσω κανθών και των κάτω βλεφάρων των οφθαλμών, εκχύμωση της μεσοφρύου χώρας και της κεφαλής της αριστεράς οφρύος, οίδημα και θλάση της αριστεράς παρειάς και του κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, εκχύμωση με ελαφρά θλάση της έξω επιφανείας του αριστερού αγκώνος, εκδορά της έξω επιφανείας της μεσότητας περίπου του αριστερού αντιβραχίου. Βλέποντας ο γιος του εγκαλούντος τον κατηγορούμενο να χτυπά τον πατέρα του, κατέβηκε και αυτός από το ΤΑΞΙ και προσπάθησε να τους χωρίσει. Όμως ο κατηγορούμενος, με την ίδια βιαιότητα επιτέθηκε και κατ` αυτού και άρχισε να τον χτυπά με τις γροθιές του, προκαλώντας σ` αυτόν ζυγωματοκογχικό κάταγμα δεξιά, κάταγμα δεξιού ιγμορείου οστού και διπλωπία, καθώς και θλαστικά τραύματα του προσώπου. Οι κακώσεις αυτές με τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκαν, δηλαδή, από τη χρήση υπερβολικής βίας και τα ζωτικά σημεία του σώματος των παθόντων που επλήγησαν (κεφαλή, πρόσωπο, οφθαλμοί), μπορούσαν να προκαλέσουν σ' αυτούς βαριές σωματικές βλάβες. Οι παθόντες δε, κατά την ακροαματική διαδικασία, ανενδοίαστα αναγνώρισαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον δράστη των σε βάρος τους εγκληματικών πράξεων. Ο εντοπισμός, μάλιστα, του τελευταίου και της μοτοσικλέτας του στο χωριό ... κατέστη δυνατός ύστερα από σχετική αστυνομική έρευνα που έγινε, με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας του, τον οποίο συγκράτησαν διερχόμενοι, από το σημείο αυτό της Λεωφόρου ..., οδηγοί άλλων αυτοκινήτων και ανέφεραν σχετικά. Ενόψει, λοιπόν, των στοιχείων αυτών, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ` αυτόν αξιόποινης πράξης (επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συρροή) και απορριφθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί τούτου, που ανάγονται στην ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης και ειδικότερα στην άρνησή του ότι είναι ο δράστης της πιο πάνω πράξης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 309 σε συνδυασμό με 308 του Π.Κ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς. Από το όλο δε περιεχόμενο της απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την καταδικαστική κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Επίσης, αναφέρεται λεπτομερώς στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως πώς προκλήθηκαν οι σωματικές κακώσεις στους παθόντες, το μέσο με το οποίο έγιναν αυτές (γροθιές) και τα σημεία στα οποία επλήγησαν οι παθόντες (κεφάλι, πρόσωπο, οφθαλμοί) και εκτίθεται περαιτέρω ότι από τον τρόπο, με τον οποίο τελέσθηκε η ειρημένη πράξη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και από τα σημεία του σώματος των παθόντων, τα οποία επλήγησαν και τα οποία κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί σ' αυτούς βαριά σωματική βλάβη. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι είναι αθώος και ως προς τη μη λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, φωτογραφιών που προσκόμισε) (Α' αναιρετικός λόγος - στοιχ. Γ, Δ περ. 1η, 4η αναιρετηρίου), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι δε λόγοι, με τους οποίους προβάλλει ο αναιρεσείων ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε γιατί δεν πείσθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... και ... και ότι δεν παράθεσε εξήγηση για την αξιοπιστία των καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων σε σχέση με τους μάρτυρες, την απολογία του κατηγορουμένου, τα έγγραφα και της φωτογραφίες του (Α' αναιρετικός λόγος - στοιχ. Α, Δ περ. 1η, 2η, 4η αναιρετηρίου), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Kατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο (Ολ ΑΠ 1/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, και να αξιολογηθεί αποδεικτικά η από μέρους των πολιτικώς εναγόντων αναγνώρισή του ως δράστη των σε βάρος τους επικινδύνων σωματικών βλαβών, λόγω απόλυτης ακυρότητας, η οποία συνίσταται, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο αναιρετήριο, στο ότι α) συνετάγη η από 5.4.2003 έκθεση εξέτασης μάρτυρα κατ` αντιπαράσταση μεταξύ των παθόντων και του κατηγορουμένου ως μάρτυρα κατά το άρθρο 225 ΚΠοινΔ, η οποία δεν αναφέρεται σε αναγνώριση υπόπτου, χωρίς να τηρηθεί η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, β) στους πολιτικώς ενάγοντες επιδείχθηκε ο αναιρεσείων μόνος και απευθείας χωρίς την παρουσία άλλων ατόμων με όμοια χαρακτηριστικά και χωρίς να συνταγεί έκθεση αναγνώρισης και γ) ο αναιρεσείων κλήθηκε να εξετασθεί όχι ως ύποπτος, παρά το γεγονός ότι του αποδόθηκε η ένδικη πράξη, αλλά ως μάρτυρας, χωρίς να ενημερωθεί ότι είναι ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης και, επομένως, ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να υποβληθεί σε διαδικασία αναγνώρισης, ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη συνδρομή συνηγόρου υπεράσπισης και ότι έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί το λόγο της υποβολής σε διαδικασία αναγνώρισης, με τον τρόπο δε αυτό παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Προβάλλει, ακόμη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας, γιατί το Εφετείο δεν απήντησε σε αίτημά του να μη ληφθεί υπόψη και να μην αξιολογηθεί αποδεικτικά η από μέρους των πολιτικώς εναγόντων αναγνώριση του αναιρεσείοντος εξαιτίας απόλυτης ακυρότητας από την, κατά τα ανωτέρω, παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Οι αιτιάσεις αυτές αφορούν ακυρότητες πράξεων της προδικασίας και, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να προταθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού δε δεν προτάθηκαν μέχρι τότε, καλύφθηκαν, και, κατά συνέπειαν, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας. Από δε την παραδεκτή επισκόπηση, για την έρευνα του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι καμιά έκθεση αναγνώρισης ή έκθεση κατ` αντιπαράσταση εξέτασης, που είχε συνταγεί κατά την προανάκριση, δεν περιλαμβάνεται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για την καταδικαστική κρίση, ενώ, όπως αναφέρθηκε, οι παθόντες, κατά την ακροαματική διαδικασία, ανενδοίαστα αναγνώρισαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον δράστη των σε βάρος τους αξιοποίνων πράξεων. Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του ως άνω αιτήματος του αναιρεσείοντος και ορθά το απέρριψε, σιωπηρά, αφού αυτό, ενόψει του ότι δεν μπορούσε πλέον να προταθεί καμιά ακυρότητα πράξεων της προδικασίας, δεν ήταν νόμιμο, η δε αναγνώριση ορθά λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, γιατί έγινε ενώπιον του ακροατηρίου και αποτελεί μέρος της καταθέσεως των πολιτικώς εναγόντων ενώπιον αυτού. Κατ` ακολουθίαν, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την μη απάντηση στο ανωτέρω αίτημα, λήψη υπόψη άκυρης αναγνώρισης και απόλυτη ακυρότητα λόγω μη απάντησης στο εν λόγω αίτημα κα λήψης υπόψη άκυρης ανακριτικής πράξης αναγνώρισης του αναιρεσείοντος (Α' αναιρετικός λόγος - στοιχ. Β, Δ περ. 3η , Β' αναιρετικός λόγος - περ. 3η αναιρετηρίου) πρέπει να απορριφθούν ο λόγος για τη λήψη υπόψη άκυρης ανακριτικής πράξης αναγνώρισης του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτος και οι λοιποί ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου εγγράφως ισχυρισμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και το ανωτέρω αίτημα (για τη μη λήψη υπόψη της από μέρους των πολιτικώς εναγόντων αναγνωρίσεως των του κατηγορουμένου). Επί των ισχυρισμών αυτών, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά, ο Εισαγγελέας της έδρας επιφυλάχθηκε να προτείνει. Πλην, όπως αναφέρεται στη σελ. 23 και στ. 9 - 10 των πρακτικών, ο Εισαγγελέας "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε τη ενοχή του κατηγορουμένου". Η πρότασή του, όμως, αυτή επί της κατηγορίας εμπεριέχει οπωσδήποτε και πρότασή του για την απόρριψη του άνω αιτήματος του κατηγορουμένου και, κατά συνέπεια, δεν δημιουργήθηκε εν προκειμένω καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3 και 171 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, και οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω έλλειψης πρότασης του Εισαγγελέα επί του ως άνω αιτήματος και για έλλειψη ακρόασης (Β' αναιρετικός λόγος - 1η περίπτωση, Γ' αναιρετικός λόγος), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 340 ΚΠοινΔ, "ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση? μπορεί να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικ. από το άρθρο 13 του ν. 3346/2005, "σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου, όταν κρίνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να βρεθεί η αλήθεια. Αν και μετά το γεγονός αυτό δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, που εκτελείται, αν είναι δυνατό, ακόμα και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο κανόνας είναι η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται ο ίδιος προσωπικά στο ακροατήριο. Αυτό δε γιατί η διαδικασία είναι προφορική (άρθρο 331), εκτιμάται η προσωπικότητά του κατά το άρθρο 79 ΠΚ και η απολογία του αποτελεί και αποδεικτικό μέσο, στο οποίο μπορούν να περιέχονται ομολογίες ή και δηλώσεις υπέρ ή και κατά των λοιπών συγκατηγορουμένων (άρθρα 273 και 351) και ανακύπτει και ζήτημα υποβολής ερωτήσεων εκ μέρους άλλων συγκατηγορουμένων (άρθρο 366 παρ. 1 δ). Επίσης, μπορεί να ανακύψει ζήτημα αναγνώρισης του κατηγορουμένου από μάρτυρα (άρθρο 225). Διαφορετικό από την υποχρέωση, αλλά και από το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο ακροατήριο, είναι το δικαίωμα σιωπής αυτού, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 273 παρ. 2 β ΚΠοινΔ και αναγνωρίζεται, κατά μείζονα λόγο, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διασφαλίζεται δε αυτό και από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που εισάγει το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το δικαίωμα σιωπής δεν αναιρείται ακόμη και στην περίπτωση που το δικαστήριο διατάζει την προσωπική εμφάνιση ή, ακόμη, και τη βίαιη προσαγωγή του κατηγορουμένου, ο οποίος, όπως έχει δικαίωμα, δεν εμφανίστηκε ο ίδιος στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, αφού και πάλι αυτός μπορεί να αρνηθεί όχι μόνο να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση του Δικαστηρίου, του Εισαγγελέα και των λοιπών παραγόντων της δίκης, αλλά και τελείως να απολογηθεί, χωρίς από μόνη την άρνησή του αυτή να μπορεί να συναχθεί η ενοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε ο ίδιος κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Αντ' αυτού εμφανίσθηκαν οι δικηγόροι Γρηγόριος Τσόλιας και Γεώργιος Λιάπης, οι οποίοι τον εκπροσώπησαν δυνάμει της από 23.3.2009 εξουσιοδοτήσεως. Πλην, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο πρώτος πολιτικώς ενάγων (Ψ1) δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έχει έλθει και βρίσκεται έξω. Κατόπιν της δηλώσεως αυτής, ο Εισαγγελέας παρήγγειλε στους συνηγόρους να ειδοποιήσουν τον κατηγορούμενο να έλθει. Ο τελευταίος, πριν ολοκληρώσει την κατάθεσή του ο πρώτος πολιτικώς ενάγων, εμφανίσθηκε και δήλωσε ότι είναι παρών, μετά δε το πέρας της εξετάσεως των μαρτύρων υπερασπίσεως, απολογήθηκε αρνούμενος την κατηγορία, και, στη συνέχεια, απάντησε σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου και του Εισαγγελέα. Η εμφάνιση, επομένως, του κατηγορουμένου, κατόπιν της παραγγελίας του Εισαγγελέα και της ειδοποιήσεως από μέρους των συνηγόρων του, και η απολογία του ήταν αυτόβουλη, εφόσον αυτός, αφού δεν εξαναγκάσθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη που προπαρατέθηκε, να προσέλθει με διάταξη του Δικαστηρίου, μπορούσε, αν ήθελε, να μην εμφανισθεί. Μπορούσε, ακόμη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις, ακόμη και να απολογηθεί, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κατ` ακολουθίαν, κανένα απολύτως δικαίωμα του κατηγορουμένου δεν παραβιάστηκε και οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί παραβιάστηκε αφενός το υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου σε σχέση με την εμφάνισή του στο ακροατήριο, αφού αυτός δεν επιθυμούσε, αλλά εξαναγκάστηκε να εμφανισθεί, και αφετέρου το δικαίωμά του στη σιωπή και την μη αυτοενοχοποίηση (Β' αναιρετικός λόγος - 2η και 4η περιπτώσεις), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 3880/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση των υπ` αριθ. 2655/2009 και 2941/2009 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών και ως προς τη μη λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων. Λόγος ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά τα αποδεικτικά μέσα και ότι δεν αιτιολογείται η αξιοπιστία των καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακυρότητες πράξεων της προδικασίας μπορούν να προταθούν ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως. Το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη αιτήματος, το οποίο δεν ήταν νόμιμο. Η πρόταση του εισαγγελέα για την ενοχή του κατηγορουμένου εμπεριέχει και πρόταση για την απόρριψη αιτήματος που υποβλήθηκε και, από την μη υποβολή χωριστής πρότασης επ' αυτού, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Έννοια υποχρεώσεως του κατηγορουμένου προς εμφάνιση (340 ΚΠΔ) και δικαιώματος σιωπής αυτού. Εφόσον ο τελευταίος, που στην αρχή της δίκης, ευρισκόμενος έξω από την αίθουσα του ακροατηρίου, εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, προσήλθε, στη διάρκεια της δίκης, αυτοβούλως, έστω και κατόπιν παραγγελίας του εισαγγελέα της έδρας, και απολογήθηκε, δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα του να μην εμφανισθεί ο ίδιος, καθώς και της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Κατηγορούμενος, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 2404/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3113/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με κατηγορούμενους τους 1) Χ1, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 27/18 Μαΐου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 752/09.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ή στην Ολομέλειά του. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν ζητεί την αναίρεση ο Εισαγγελέας, όπως στη προκείμενη υπόθεση, αυτός δεν κλητεύεται αλλά εκπροσωπείται από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογία ...αποδεικτικά επιδόσεως των ..., Αρχ. του Α. Σ. ..., και ..., Υπαρχ. του Α. Τ...., αντιστοίχως, οι κατηγορούμενοι - καθ` ων η αναίρεση Χ1 και Χ2 κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (ο πρώτος με επίδοση στα χέρια του και ο δεύτερος με επίδοση στο σύνοικο ενήλικο πεθερό του), για να εμφανισθούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Εφόσον, όμως, αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 3 και 515 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.
Κατά το άρθρο 505 § 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 § 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 § 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, δεν πείσθηκε ότι πραγματώθηκε από τον κατηγορούμενο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την αθωωτική του απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3113/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας κατά συναυτουργία, την οποία φέρονται ότι τέλεσαν σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας ψ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων για την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και για το λόγο αυτό θα πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι στο επίδικο τμήμα του ακινήτου υπήρχαν τα πράγματα για τα οποία η πολιτικώς ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστησαν φθορές. Συγκεκριμένα δεν απεδείχθη ότι στο συγκεκριμένο τμήμα του ακινήτου υπήρχαν πανιά εδαφοκάλυψης καθόσον ο μάρτυρας ..., ο οποίος είναι τρίτος και γείτονας, κατέθεσε ότι ουδέποτε είδε στρωμένα πανιά, αλλά τα είδε μαζεμένα σε μια γωνιά, ούτε λάστιχα άρδευσης και αγωγό μεταφοράς νερού είδε να υπάρχει στο επίδικο τμήμα, καθώς και ότι όλα αυτά υπήρχαν σε άλλο τμήμα του ακινήτου, εκτός του επιδίκου. Από τους λοιπούς μάρτυρες, πλην της πολιτικώς ενάγουσας, ουδείς κατέθεσε ότι είδε τους κατηγορούμενους εντός του κτήματος να προβαίνουν σε φθορές. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι για τις αποδιδόμενες σ` αυτούς πράξεις".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τα αποδεικτικά μέσα και εκθέτει, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και τις σκέψεις που στηρίζουν την απαλλακτική του κρίση και ειδικότερα την κρίση του ότι, από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε η ενοχή των κατηγορουμένων. Οι μερικότερες αιτιάσεις ότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ότι έγινε επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα ότι δεν συναξιολογήθηκε και η κατάθεση του μάρτυρα Ζ είναι αβάσιμες, γιατί από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, το ότι δε εξαίρεται η κατάθεση του ..., δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα και μάλιστα η κατάθεση του συζύγου της πολιτικώς ενάγουσας Ζ, ενώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαία η αναλυτική παράθεση του τι κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας που εξετάσθηκε, ούτε ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Η δε μερικότερη αιτίαση ότι η κρίση ότι "ουδείς μάρτυρας κατέθεσε ότι είδε τους κατηγορουμένους εντός του κτήματος να προβαίνουν σε φθορές" είναι εσφαλμένη, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αθωωτικής αποφάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ` αριθ. 27/18 Μαΐου 2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 3113/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση Εισαγγελέα για αναίρεση αθωωτικής απόφασης για φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατά συν-αυτουργία και απόρριψη του λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αθωωτικής αποφάσεως. Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους. Η εσφαλμένη εκτίμηση και η παράλειψη αξιολογήσεως και συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, γιατί, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 2402/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)...και 2)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κοντοθανάση, για αναίρεση της 520/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 9 Οκτωβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 716/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν, μεταξύ των άλλων, δεν μνημονεύονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερη αναφορά τούτων δεν είναι αναγκαία, ούτε και παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει, όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 520/2009 απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες φοροδιαφυγής, με χρόνο θεώρησης-διαπίστωσης του αδικήματος την 14-12-2006, για έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων από κοινού και κατ' εξακολούθηση και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, στον καθένα, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε (5) Ευρώ ημερησίως, με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραθέτει για τη θεμελίωση της ενοχής των αναιρεσειόντων αποδείχθηκαν "από την κύρια διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο και από την υπόλοιπη συζήτηση της υποθέσεως". Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ήταν παρόντες στη δίκη, απολογήθηκαν, οι απολογίες τους, όμως, ούτε από την ανωτέρω μνεία περί των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της αποφάσεως, προκύπτει, είτε ευθέως είτε διηγηματικώς ότι λήφθηκαν πράγματι υπόψη από το δικαστήριο. Έτσι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και πρέπει, κατά παραδοχήν του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτου λόγου της ένδικης αιτήσεως (έστω και αν προβάλλεται με την επίκληση άλλων αιτιάσεων και όχι της ανωτέρω), αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση της πλημμέλειας αυτής, (άρθρο 511 ΚΠΔ), ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως και των παραδεκτώς ασκηθέντων προσθέτων λόγων. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή(άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ.520/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται αν για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης ελήφθησαν υπόψη και οι απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2401/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 70/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 696/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.2 ΠΚ, η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού (κατά την οποία δεν αποτελούν άδικη πράξη, μεταξύ άλλων και οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη - προστασία - δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος), δεν εφαρμόζεται όταν οι κρίσεις και εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 70/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Συνταγματάρχη συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της συζύγου του ..., η οποία συνίστατο σε όσα αυτός, εν γνώσει του, ψευδή ισχυρίσθηκε γι' αυτήν στο κείμενο αγωγής διαζυγίου που είχε ασκήσει εναντίον της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Αντισυνταγματάρχης (ΜΧ) και υπηρετούσε Γραφείο ΜΑΒΑ, στην ..., την 2-4-2003, άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή διαζυγίου σε βάρος της συζύγου του Ανθυπασπιστού (ΠΒ) ... στο κείμενο της οποίας περιέλαβε το ακόλουθο γεγονός, όπως αυτό κατεγράφη στο ανωτέρω κείμενο: "Από το 1996 η εναγομένη, αν και ελάμβανε ικανοποιητικό μισθό, δεν συμμετείχε στις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειάς μας, ούτε ενημέρωνε για τα χρήματα που εισέπραττε και μου απέκρυπτε το φύλλο μισθοδοσίας". Ο ως άνω ισχυρισμός περιήλθε σε γνώση τρίτων προσώπων (δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων και λοιπών παραγόντων της διαδικασίας) ήταν σε θέση να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εν διαστάσει συζύγου του ... Στην απολογητική του εξέταση, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι στην από 02-04-2003 αγωγή διαζυγίου του ανέφερε εξ ολοκλήρου αληθή γεγονότα και σε καμία περίπτωση δεν είχε πρόθεση να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσης πρώην συζύγου του. Ο σκοπός του ήταν να τονίσει το παράπονό του σχετικά με την μη απόδοση λογαριασμού των οικονομικών θεμάτων από τη πρώην σύζυγό του με παράλληλη επιβάρυνσή του στις οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης, ως μια από τις κυριότερες αιτίες της ασυμφωνίας των χαρακτήρων τους, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, και της διαρκώς αυξανομένης έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ του ζευγαριού. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί αμφισβητούνται τόσο από την ίδια την εγκαλούσα, ..., και από τον πατέρα αυτής, ... όσο και από την μία εκ των θυγατέρων τους, ..., η επ' ακροατηρίω κατάθεση της οποίας συνέτεινε στην πλήρη συμμετοχή της εγκαλούσης μητέρας της στις δαπάνες διαβίωσης και συντήρησης της οικογένειάς της, με την καταβολή από την πλευρά της, καθ' όλη τη διάρκεια του εγγάμου τους βίου, του μισθού της ως στελέχους του Ελληνικού Στρατού. Από τα στοιχεία της δικογραφίας είναι εμφανής η πρόθεση του κατηγορουμένου να χρησιμοποιήσει τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό για την πρώην σύζυγό του σαν μέσο δικαιολόγησης και υποστήριξης του αιτήματος της αγωγής του για διάλυση της έγγαμης συμβίωσής του, χωρίς όμως να υπολογίσει το κόστος που ο συγκεκριμένος μειωτικός χαρακτηρισμός θα είχε για την τιμή της εγκαλούσης και μητέρας των τριών παιδιών του. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της υπερασπίσεως δεν κρίνονται πειστικοί παρά αποδεικτικά αναληθείς και για έτερο λόγο, ο οποίος συνίσταται στο ότι ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος κατέθεσε, γνώριζε το ύψος των αποδοχών της συζύγου του λόγω του κοινού τους επαγγέλματος (ως Στρατιωτικοί), καθόσον υπέβαλαν κοινή ετήσια δήλωση εισοδήματος στην οποία επισυναπτόταν κάθε φορά η σχετική βεβαίωση αποδοχών της υπηρεσίας της. Ως εκ τούτου καταρρίπτεται ο ισχυρισμός για την μη απόδοση λογαριασμού και την απόκρυψη από την εγκαλούσα του φύλλου μισθοδοσίας της και διαφαίνεται το ψευδές των γεγονότων που αυτός ισχυρίστηκε. Κατά συνέπεια, από το σύνολο των προεκτεθέντων στοιχειοθετείται, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, το στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της συκοφαντικής δυσφημήσεως και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός της υπερασπίσεως για εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ και να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξεως".
Με αυτά που δέχθηκε, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362, 363 και 367 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό για την εγκαλούσα γεγονός που περιλαμβάνεται στην από 2.4.2003 αγωγή διαζυγίου που άσκησε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι δηλαδή από το 1996 η εναγομένη, αν και λάμβανε ικανοποιητικό μισθό, δεν συμμετείχε στις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας ούτε ενημέρωνε για τα χρήματα που εισέπραττε και του απέκρυπτε το φύλλο μισθοδοσίας, ότι αυτό ήταν ψευδές και ότι το γεγονός αυτό μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Παρατίθενται, ακόμη, τόσο τα αληθή περιστατικά, ήτοι ότι η εγκαλούσα συμμετείχε πλήρως στις δαπάνες διαβίωσης και συντήρησης της οικογενείας της με την καταβολή, από την πλευρά της, καθ' όλη τη διάρκεια του εγγάμου βίου τους, του μισθού της, όσο και τα πραγματικά περιστατικά (υποβολή κοινής δήλωσης κ.λπ.), από τα οποία προκύπτει η γνώση του αναιρεσείοντος περί της αναληθείας του ισχυρισμού του. Η αιτιολογία εκτείνεται και στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της πράξεώς του λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, παρά το ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ δεν εφαρμόζεται όταν οι κρίσεις και εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ, δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, και, επομένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση επί πλέον στοιχείων, όπως ποια ήταν η συμμετοχή της εγκαλούσας στις οικογενειακές ανάγκες, αφού, άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, το Δικαστήριο δέχεται ότι η εγκαλούσα συμμετείχε με ολόκληρο το μισθό της. Η δε παραδοχή, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων δεν υπολόγισε το κόστος που ο συγκεκριμένος μειωτικός χαρακτηρισμός θα είχε για την τιμή της εγκαλούσας, δεν δημιουργεί καμιά αντίφαση, αλλά τέθηκε για να δικαιολογήσει πληρέστερα το δόλο του αναιρεσείοντος. Ούτε γεννά αντίφαση το ότι σε άλλο σημείο του σκεπτικού αναφέρεται ότι αυτό που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος ήταν χαρακτηρισμός, αφού, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, συνάγεται ότι τα ψευδώς ισχυριζόμενα χαρακτηρίζονται ως "γεγονότα". Ακόμη και ανεξαρτήτως του ότι, όπως αναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ δεν εφαρμόζεται όταν οι δυσμενείς εκφράσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, όταν, δηλαδή, είναι ψευδείς εν γνώσει του υπαιτίου, ο εν λόγω ισχυρισμός, έστω και αν διατυπώνεται στα πλαίσια αστικής δίκης (διαζυγίου), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνος με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, με την έννοια, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι μπορεί να εκληφθεί ως πρόσαψη άλλης πιθανώς απλούστερης πράξεως, ότι, δηλαδή, η εναγομένη σύζυγός του δεν συνεισφέρει όλα όσα πρέπει και ότι είναι υποχρεωμένη εκείνη να αποδείξει τι συνεισφέρει. Επομένως, οι μοναδικοί πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ και για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, κατ` εκτίμηση των εμπεριεχομένων στο δικόγραφο της αιτήσεως, α) γιατί το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά πλάγια παράβαση των παραπάνω διατάξεων, ότι η επίκληση της παραλείψεως της εγκαλούσας να συνεισφέρει στις οικογενειακές δαπάνες ήταν δυνατόν να θίξει την τιμή της, χωρίς να κρίνει αν ήταν πρόσφορη να τη θίξει, β) γιατί, σε κάποιο σημείο του σκεπτικού, δέχθηκε ότι αυτό που απέδωσε ο αναιρεσείων στην εγκαλούσα ήταν χαρακτηρισμός και όχι γεγονός, με αποτέλεσμα να γεννάται αντίφαση, γ) γιατί δεν αποφάνθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν πεπεισμένος, χωρίς να έχει αμφιβολίες, ότι τα όσα ανέφερε ήταν πρόσφορα, και όχι απλώς επικίνδυνο, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, δ) ότι έπρεπε να αποφανθεί ότι ο αυτοτελής και σύμφωνος με τα διδάγματα της κοινής πείρας (ενόψει του ότι διατυπώθηκε στα πλαίσια δίκης διαζυγίου) ισχυρισμός του περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, υπό τις συνθήκες που προβλήθηκε, ενόψει της έντασης και αντιπαράθεσης, αποσκοπούσε και ήταν εύλογο να προβληθεί για να οδηγήσει στη διερεύνηση της συμμετοχής ή μη της συζύγου του στις οικογενειακές δαπάνες, ε) γιατί το δεύτερο σκέλος του γενομένου δεκτού ως συκοφαντικού ισχυρισμού, ότι, δηλαδή, η εγκαλούσα απέκρυπτε από τον αναιρεσείοντα τα φύλλα μισθοδοσίας της, δεν συγκροτεί γεγονός πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή της και στ) γιατί, ενώ δέχεται ότι αυτά που ανέφερε ο αναιρεσείων είναι ψευδή, δεν αποφαίνεται ποια είναι τα αληθή, ήτοι ποια ήταν η συμμετοχή της εγκαλούσας στις οικογενειακές δαπάνες και με ποιο ποσό, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Απριλίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 3348/2009) αίτηση του ... για αναίρεση της υπ` αριθ. 70/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 363 και 367 ΠΚ. Η διάταξη του άρθρου 367 § 1, κατά την οποία δεν αποτελούν άδικη πράξη, μεταξύ άλλων, οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη - προστασία δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, δε εφαρμόζεται όταν οι κρίσεις και οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ο φερόμενος ως ψευδής ισχυρισμός ότι η εγκαλούσα δεν συμμετείχε στις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας, που διατυπώθηκε σε αγωγή διαζυγίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνος με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με την έννοια ότι μπορεί να εκληφθεί ότι υπονοεί ότι η εγκαλούσα δεν συνεισέφερε όλα όσα έπρεπε και ότι εκείνη είναι υποχρεωμένη να αποδείξει τι συνεισέφερε. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2399/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση, περί αναιρέσεως της 5219/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 439/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 1, 349 και 139 του ΚΠΔ, ως και του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του να αιτιολογήσει ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφασή του. Διαφορετικά, αν απορρίψει το αίτημα χωρίς την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω αιτιολογία ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΟΛ.Α.Π. 7/2005). Η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, του νομίμως και εμπροθέσμως κληθέντα εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ή η κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως με ωσεί παρόντα τον τελευταίο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 5219/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την 25 Νοεμβρίου 2008, μετ' αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών-κατηγορούμενος, αλλά ο Ζ, ο οποίος ανήγγειλε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος είναι ασθενής και δεν δύναται να εμφανισθεί στο Δικαστήριο, γι' αυτό ζήτησε αναβολή της υποθέσεως, προσκόμισε δε και παρέδωσε την από 25-11-2008 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή της Γενικής Κλινικής ..., την οποία ο Πρόεδρος ανέγνωσε δημόσια στο ακροατήριο. Περαιτέρω εξεταζόμενος ενόρκως κατέθεσε ότι: "ο κατηγορούμενος είναι φίλος μου. Έχει καρδιολογικό πρόβλημα και νοσηλεύεται στην κλινική". Μετά την υποβολή του άνω αιτήματος το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής με την εξής αιτιολογία "Από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 προσήλθε χθες 24.11.2008 στη γενική κλινική "..., όπου και παρέμεινε, επικαλούμενος άλγος δεξιού υποχονδρίου κολικοειδούς μορφής. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένη ασθένεια που προκαλεί τα συμπτώματα που ο ίδιος ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε εισερχόμενος στην κλινική, αφού στη ιατρική γνωμάτευση δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε κλινική ή εργαστηριακή εξέταση από κάποιο γιατρό, που να κάνει διάγνωση κάποιας ασθένειας. Ούτε όμως και αδυναμία του κατηγορουμένου να εμφανιστεί στο ακροατήριο βεβαιώνεται από κάποιο από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Από όλα τα ανωτέρω το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η επικαλούμενη ασθένεια είναι προσχηματική με μόνο σκοπό την αναβολή της δίκης, το δε σχετικό αίτημα είναι ως εκ τούτου αβάσιμο και πρέπει ως τέτοιο ν' απορριφθεί". Ακολούθως προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης δικάζοντας τον εκκαλούντα - αναιρεσείοντα ωσεί παρόντα. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε προκειμένου να καταλήξει στην άνω απορριπτική κρίση. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως γιατί η από 25-11-2008 ιατρική γνωμάτευση δεν παρέχει την επιβαλλόμενη βεβαιότητα, αναφορικά με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ασθένεια και συνακόλουθα σημαντικό αίτιο αναβολής της υποθέσεως, η οποία, όμως, δεν διαγνώσθηκε από ιατρό. Εξάλλου και η κατάθεση του μάρτυρος επαρκώς αξιολογήθηκε.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή κατά μεν το άρθρο 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ), κατά δε το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, τιμωρείται, με την στη διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, για να υπάρξει απόπειρα απάτης αρκεί ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην όμως, άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του, με σκοπό αθέμιτης ωφέλειας του υπαιτίου ή άλλου, με οποιαδήποτε, εν γνώσει γενομένη, ψευδή παράσταση γεγονότων ως αληθών, η οποία ως επακόλουθο ήταν δυνατόν να έχει βλάβη ξένης περιουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινείται ο φυσικός αυτουργός, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος, και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά αυτών, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του καθένα εκ των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, για να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5219/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση που διέπραξε ο επίσης κηρυχθείς ένοχος συγκατηγορούμενός του Χ2 και για απόπειρα απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρονται ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του παρόντος συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος) αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. πρωτ. 2720 από 15.10.2001 διακήρυξη του Τμήματος Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... προκηρύχθηκε μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάδειξη προμηθευτή υγρών καυσίμων (βενζίνης σούπερ, βενζίνης αμόλυβδης, πετρελαίου κίνησης και πετρελαίου θέρμανσης) για τη κάλυψη των αναγκών των υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των ΝΠΔΔ του Νομού ... για το έτος 2002, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του Ν. 2503/97 (ΦΕΚ 107/Α) και του άρθρου 41 του π.δ. 173/1990. Σύμφωνα με τον 12ο όρο της διακήρυξης η ισχύς των συμβάσεων που θα υπογράφονταν θα εκτινόταν σε όλο το έτος 2002, με δικαίωμα του Δημοσίου (της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης εν προκειμένω), να παρατείνει τη διάρκειά τους για δύο (2) ακόμη μήνες. Κατά τον 13ο όρο η έκπτωση θα δοθεί από τους συμμετέχοντες στο διαγωνισμό σε ποσοστό στα %, το οποίο θα υπολογίζεται στη νόμιμα διαμορφούμενη κάθε φορά μέση τιμή λιανικής πώλησης του είδους, την ημέρα παράδοσής του, λαμβανομένης υπόψη και της τιμής που εισπράττεται στο πρατήριο του μειοδότη. Κατά τον 14ο όρο προμηθευτής αναδεικνύεται εκείνος που προσφέρει το μεγαλύτερο ποσοστό έκπτωσης. Κατά τον 18ο όρο η πληρωμή της αξίας των ειδών που παραλαμβάνονται γίνεται απ' ευθείας από την παραλήπτρια υπηρεσία, μετά την υποβολή των νομίμων δικαιολογητικών, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Τέλος κατά τον 20ο όρο τα τιμολόγια, όσον αφορά την κανονικότητα της τιμής, θεωρούνται από το τμήμα εμπορίου μέσα σε δέκα πέντε ημέρες. Μειοδότρια-προμηθεύτρια του διαγωνισμού για τις υπηρεσίες της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και τα ΝΠΔΔ της επαρχίας ... αναδείχθηκε η Β, επ' ονόματι της οποίας λειτουργούσε το σχετικό πρατήριο υγρών καυσίμων. Διαχειριστής όμως εν τοις πράγμασι της επιχείρησης ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος και συμμετείχε σε όλες τις επαφές και συναλλαγές με τις διάφορες υπηρεσίες. Μετά την κατακύρωση του διαγωνισμού υπογράφηκαν στις 24.1.2002 οι σχετικές συμβάσεις. Αρμόδιος για τον έλεγχο των τιμολογίων, την έρευνα και τον προσδιορισμό της μέσης τιμής λιανικής πώλησης κατά την ημέρα παράδοσης στα πρατήρια της περιοχής και τη βεβαίωση ότι η αναφερόμενη στα τιμολόγια του προμηθευτή τιμή δεν υπερβαίνει τη μέση αυτή τιμή ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, προϊστάμενος του Τμήματος Εμπορίου Νομαρχίας Πέλλας. Υπό την ιδιότητά του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος, στην Έδεσσα, κατά το χρονικό διάστημα από την 5-1-2002 έως τις 16-1-2003, όταν και προσκομίσθηκαν για να βεβαιωθεί σ' αυτά ότι η αναφερόμενη τιμή δεν υπερβαίνει την κατά τα άνω μέση λιανική τιμή, βεβαίωσε ψευδώς επί του σώματος των με αριθμούς ...τιμολογίων που εκδόθηκαν από την Β σε εκτέλεση της προαναφερόμενης συμβάσεως κατά το χρονικό διάστημα από 31-10-2002 έως και τις 31-12-2002, ότι "η αναγραφόμενη τιμή του είδους είναι η επικρατούσα μέση τιμή λιανικής πώλησης στην αγορά της πόλεως μας", και υπέγραψε τη σχετική βεβαίωση, ενώ το αληθές ήταν ότι τα παραπάνω τιμολόγια ήταν υπερτιμολογημένα (της τάξης του 30% για το μήνα Δεκέμβριο 2002 και κατά μέσο όρο της τάξης του 7,5% για τους υπόλοιπους μήνες), πράγμα το οποίο γνώριζε, με συνέπεια βάσει αυτών να εκδοθούν αντίστοιχα εντάλματα πληρωμής του Γ.Ν. ..., το οποίο και αφορούσαν τα εν λόγω τιμολόγια για να ωφεληθούν η Β χήρα Χ1 και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 [εν τοις πράγμασι διαχειριστής του πρατηρίου υγρών καυσίμων ιδιοκτησίας της Β χήρας Χ1] σε βάρος του Δημοσίου το χρηματικό ποσό των 24.086,08 ευρώ από τις πωλήσεις όλων των ειδών καυσίμων ήτοι πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης και βενζίνης αμόλυβδης και super. Για να προβεί στην πράξη του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος πείσθηκε με προτροπές και παραινέσεις από τον δεύτερο κατηγορούμενο, εν τοις πράγμασι διαχειριστή της προμηθεύτριας επιχείρησης, ο οποίος, προκειμένου να επιτύχει να ωφεληθεί από την υπερτιμολόγηση των προαναφερομένων τιμολογίων σε βάρος του Ελληνικού δημοσίου, με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου, προσκόμισε τα ανωτέρω τιμολόγια με την ψευδή βεβαίωση στο Γενικό Νοσοκομείου ... για να εισπράξει το αναγραφόμενο σ' αυτά τίμημα, πλην όμως δεν κατόρθωσε να επιτύχει το σκοπό του, διότι έγινε αντιληπτή η υπερτιμολόγηση από τον οικονομικό διευθυντή του Νοσοκομείου ..., ο οποίος και προέβη στις απαραίτητες ενέργειες ώστε να μη καταβληθεί το υπερβολικό τίμημα. Μάλιστα όπως με πειστικότητα και κατηγορηματικότητα κατέθεσε ο ..., εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο, ο δεύτερος κατηγορούμενος όταν αυτός ... του ανακοίνωσε ότι δεν θα πληρωθούν τα τιμολόγια διότι είναι υπερτιμολογημένα κατά παράβαση των σχετικών όρων των συμβάσεων προμήθειας, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον δωροδοκήσει με 3.000 ευρώ, ώστε να μη προχωρήσει σε αποκάλυψη της όλης μεθόδευσης, περιστατικό που είναι ενισχυτικό της κρίσεως του δικαστηρίου για το δόλο αμφοτέρων των κατηγορουμένων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι". Με βάση που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία συγκατηγορουμένου του) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από καθένα από αυτά. Όσον αφορά την αιτίαση ότι το σκεπτικό είναι επανάληψη του διατακτικού, η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό αναπτύσσονται πλήρως οι σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο στην άνω κρίση, πέραν του ότι το σκεπτικό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, το οποίο περιλαμβάνει αναλυτικώς όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Όσον αφορά την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει τα μέσα και τον τρόπο με τα οποία έπεισε τον συγκατηγορούμενό του να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, την οποία τέλεσε, και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι στο σκεπτικό αναφέρονται τα μέσα που χρησιμοποίηση ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων ήτοι, ότι αυτός έπεισε <<με προτροπές και παραινέσεις>> το συγκατηγορούμενό του, στοιχεία επαρκή για την αιτιολόγηση της καταδικαστικής κρίσεως. Κατόπιν των παραπάνω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, αντίθετος δεύτερος, κατά ένα μέρος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις, οι διαλαμβανόμενες στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5219/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και αναιτιολόγητα απόρριψη του αιτήματος αναβολής λόγω σημαντικών αιτιών στο πρόσωπο του κατηγορουμένου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ηθική αυτουργία, Αναβολής αίτημα, Ψευδής βεβαίωση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2398/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαλη, περί αναιρέσεως της 193/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1344/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης (άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ.), που τείνει στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στο δράστη, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144. Περαιτέρω, με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠοινΔ, ορίζεται, εκτός άλλων, ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του Εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός που συμβαίνει στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει, όμως, να προβάλλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο σημείωμα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, μόνον εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 684/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 1000 Ευρώ. Ο συνήγορος του παραστάντος και ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κατά την ακροαματική διαδικασία προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με γραπτό και μακροσκελές σημείωμα που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) ότι την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών κατείχε για δική του αποκλειστικά χρήση, β) του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ (καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του). Όμως, οι άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί δεν προκύπτει ότι αναπτύχθηκαν προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, ούτε προκύπτει ότι έγινε προφορική αναφορά του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του κατά την αγόρευσή του ή κατά τη κατάθεση του σημειώματος κατά το ουσιώδες περιεχόμενο αυτού αλλά απλώς <ανέπτυξε την υπεράσπιση και κατέθεσε τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς>. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη των άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, γι' αυτό ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2008 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά της υπ' αριθ. 193/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία και αναιτιολόγητη απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών από το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δεν αναπτύχθηκαν προφορικά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 1
|
Αριθμός 2400/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, περί αναιρέσεως της 82918/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 598/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, η παραβίαση των διατάξεων, που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, με τις διατυπώσεις, τις οποίες επιβάλλει ο νόμος, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Τέτοια παραβίαση συνιστά και η μετά το τέλος της απολογίας του κατηγορουμένου συμπληρωματική εξέταση ήδη καταθέσαντος στο ακροατήριο μάρτυρος από τον διευθύνοντα την συζήτηση, χωρίς να δοθεί, ύστερα από την συμπληρωματική αυτή εξέταση του μάρτυρος, ο λόγος και πάλι στον κατηγορούμενο, για να προβεί ενδεχομένως και σε σχετικές με την συμπληρωματική αυτή κατάθεση παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 82918/2008 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παράνομης εκχέρσωσης αναδασωτέας έκτασης και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, ανασταλείσα. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, τα οποία επιτρεπτά επισκοπούνται για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, μετά το τέλος της απολογίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, η διευθύνουσα τη συζήτηση κάλεσε τον προηγουμένως καταθέσαντα μοναδικό μάρτυρα κατηγορίας Ζ, δασοφύλακα, ο οποίος, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, κατέθεσε συμπληρωματικώς, ότι " δεν έχει κοινοποιηθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, γιατί είχαν παραχωρηθεί οι εκτάσεις από το 1923 για την παραγωγή ρητίνης". Στη συνέχεια, η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν έδωσε πάλι το λόγο στον αναιρεσείοντα, για να προβεί σε ενδεχομένως σχετικές παρατηρήσεις του και όσον αφορά την ανωτέρω συμπληρωματική κατάθεση του μάρτυρα Ζ, ενώ, η περικοπή των πρακτικών, κατά την οποία "η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη να διενεργηθεί συμπληρωματική εξέταση ή να διασαφηνιστεί κάποιο στοιχείο και αφού έλαβε αρνητική απάντηση, κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας", δεν αναφέρεται στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της διευθύνουσας τη συζήτηση από τα άρθρα 358 και 366 ΚΠΔ να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο για να προβεί σε σχετικές εξηγήσεις και παρατηρήσεις μετά την ως άνω συμπληρωματική εξέταση, αλλά εμπίπτει στην κατά το άρθρο 368 του ίδιου Κώδικα συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την ως άνω παράλειψη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε, μετά από αυτά, η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 82918/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για παράνομη εκχέρσωση αναδασωτέας έκτασης. Αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα, διότι, μετά την απολογία του κατηγορουμένου, εξετάστηκε συμπληρωματικά μάρτυρας, χωρίς να δοθεί και πάλι ο λόγος στον κατηγορούμενο για να προβεί ενδεχομένως σε παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ, και παραπομπή. Η περικοπή των πρακτικών ότι "η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη να διενεργηθεί συμπληρωματική εξέταση ή να διασαφηνιστεί κάποιο στοιχείο και αφού έλαβε αρνητική απάντηση, κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας", δεν αναφέρεται στην εκπλήρωση της ως άνω υποχρέωσης, αλλά εμπίπτει στην κατά το άρθρο 368 του ίδιου Κώδικα συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Δασικά αδικήματα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2397/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Χώρας ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 577/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 205/10.6.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 14-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Νικολάου Πετροπούλου, κατά της υπ'αριθμ. 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 465 § 1 Κ.Π.Δ., ο διάδικος μπορεί να ασκήση το ένδικο μέσο που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 Κ.Π.Δ. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος, καθώς και κατά αποφάσεων όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθή στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του. Εξ άλλου, κατά την § 2 του ανωτέρω άρθρ. 465 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθή για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστή στην συζήτηση. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, στην σχετική έκθεση ή δήλωση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να αναφέρεται η ιδιότητα αυτή. Τέλος, αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε χωρίς εντολή ή χωρίς να τηρήση τις ως άνω διατυπώσεις, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ. (βλ. ΑΠ 724/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προκύπτει εκ της περί αυτής εκθέσεως, ησκήθη από τον δικηγόρο Σπήλιο Παπαθανασόπουλο, εμφανισθέντα με την ιδιότητα του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος Χ. 'Όμως, στην εξουσιοδότηση προς άσκησή της, η οποία είναι προσηρτημένη στην έκθεση αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων εξουσιοδοτεί "τον Δικηγόρο Αθηνών", χωρίς να κατoνομάζη τον ανωτέρω δικηγόρο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Αλλ' εκ του ως άνω περιεχομένου της εξουσιοδοτήσεως δεν προκύπτει ότι ο ασκήσας την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δικηγόρος ήτο πράγματι ο έχων εντολή του αναιρεσείοντος ν'ασκήση αυτή ως αντιπρόσωπος εκείνου. Η δε ανωτέρω έλλειψη δεν καλύπτεται εκ του ότι ο εν λόγω δικηγόρος ήτο ο παραστάς συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την συζήτηση επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, διότι η ιδιότητα αυτή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, στο οποίο έπρεπε να περιλαμβάνεται, ώστε να επικαλείται τεκμαιρομένη πληρεξουσιότητα (βλ. και ΑΠ 536/2001). Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις διά την άσκησή της, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
προτείνω Να απορριφθή η από 14-11-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 22 Μαΐου 2009Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΔημήτριος- Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 2, 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκου μέσου δι' αντιπροσώπου, απαιτείται να υπάρχει, κατά το χρόνο ασκήσεώς του, σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να μπορεί δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο και να προσαρτάται το πληρεξούσιο έγγραφο ή το επικυρωμένο αντίγραφό του στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Στις περιπτώσεις δε που ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, κατ'άρθρο 465 παρ.2 του ιδίου Κώδικα, μπορεί επίσης να ασκηθεί για λογαριασμό του καταδικασθέντος και από το συνήγορό του που είχε παραστεί στη συζήτηση, χωρίς να υποχρεούται να προσαρτήσει σχετικό ειδικό πληρεξούσιο, η δε ιδιότητα του ασκούντος την αναίρεση δικηγόρου, ως συνηγόρου του κατηγορουμένου παραστάντος κατά τη δίκη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθ. εκθ. 183/14-11-2008 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αριθ. 393/14-2-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδι-κείου Λαμίας, η οποία, όπως από αυτή προκύπτει, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο δημοσιεύσεων στις 4-11-2008, και με την οποία, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, απών μεν στη δίκη, αλλά εκπροσωπηθείς νόμιμα, κατ' άρθρον 340 παρ.2 ΚΠοινΔ, δια του παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπήλιου Παπαθανασόπουλου, καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (25 ν. 1882/1990, 34 ν. 3220/2004), σε ποινή φυλακίσεως είκοσι μηνών. Τη συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως, άσκησε στις 14-11-2008, ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει προσωρινά ο καταδικασθείς, κατ'άρθρο 474 παρ.1 α ΚΠοινΔ, επομένως εμπρόθεσμα, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, ο δικηγόρος Αθηνών Σπήλιος Παπαθανασόπουλος, βάσει της από 8-11-2008 αναφερόμενης ρητά στην έκθεση εξουσιοδοτήσεως. Από την προσαρτώμενη στην αναίρεση ως άνω εξουσιοδότηση, προκύπτει ότι ο καταδικασθείς κατηγορούμενος εξουσιοδοτεί "τον Δικηγόρο Αθηνών" να καταθέσει αίτηση αναιρέσεως κατά της 393/2008 καταδικαστικής αποφάσεως, βεβαιώνεται δε αυθημερόν το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος καταδικασθέντος, από τον δικηγόρο Αθηνών Σπήλιο Παπαθανασόπουλο. Όμως, από την παραπάνω εξουσιοδότηση, προκύπτει ότι δεν έχει αναγραφεί σ' αυτήν το ονοματεπώνυμο του εξουσιοδοτούμενου για άσκηση αναιρέσεως δικηγόρου και επομένως δεν εξουσιοδοτείται ο άνω δικηγόρος για άσκηση αναιρέσεως. Ο δικηγόρος Σπήλιος Παπαθανασόπουλος, που άσκησε την αναίρεση, ήταν μεν και ο παραστάς κατά τη δίκη συνήγορος που τον εκπροσώπησε, κατ'άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠοινΔ, όπως τούτο προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά δεν αναφέρει την ιδιότητά του αυτή στο αναιρετήριο και ότι ασκεί την αναίρεση υπό την ιδιότητα αυτή, η οποία (ιδιότητα) έπρεπε να αναφέρεται ρητά στο αναιρετήριο, ώστε να προκύπτει έτσι ότι επικαλείται τεκμαιρόμενη πληρεξουσιότητα.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ.1 ΚΠοινΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 183/14-11-2008 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 393/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης λόγω μη αναγραφής του ονόματος του ασκήσαντος δικηγόρου στην επικαλούμενη και προσαρτώμενη στο αναιρετήριο εξουσιοδότηση, ενώ η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από την ιδιότητα του παραστάντος δικηγόρου στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι την ιδιότητα αυτή έπρεπε ο δικηγόρος να την αναφέρει ρητά στο αναιρετήριο (βλ. ΑΠ 1991/2007, 536/2001) -.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2396/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 29/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 440/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ., υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται από τον νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι. Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 79 Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου που ορίζει "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) την βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου, αναφορικώς με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλθείσα επί τριετία, μετά την παραπομπή της υποθέσεως προς επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο δικαστήριο από τον Άρειο Πάγο, με την 1929/2008 απόφασή του, με την οποία κατά μερική παραδοχή προηγουμένης αιτήσεώς του είχε κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για πέντε επί μέρους πράξεις μη καταβολής χρεών του ιδίου κατ' εξακολούθηση εγκλήματος δεν αναιρέθηκε η προηγουμένως έχουσα εκδοθεί 1574/2007 απόφαση του ιδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων. Κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για να κρίνει το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο ότι έπρεπε να επιβληθεί στον ήδη αναιρεσείοντα η άνω ποινή, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διαπράχθηκε και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου. Για τη βαρύτητα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος και όλες τις περιστάσεις που συνοδεύουν την προπαρασκευή και την τέλεσή του χρόνος, τόπος, μέσα και τρόπος καθώς και την ένταση του δόλου του κατηγορουμένου. Για την προσωπικότητα του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του το δικαστήριο το βαθμό διάθεσης που εκδηλώθηκε στην πράξη, τα αίτια από τα οποία κινήθηκε ο κατηγορούμενος για να διαπράξει το έγκλημα, την αφορμή που δόθηκε, το σκοπό που επιδίωξε, το χαρακτήρα του, το βαθμό ανάπτυξης του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του πριν και μετά το έγκλημα, την οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση. Από αυτά που αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της επιβλητέας στον αναιρεσείοντα ποινής όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 79 του ΠΚ χρησιμοποιώντας και τα αναφερόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου κριτήρια για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, που μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Ιδιαίτερη εξειδίκευση της βαρύτητας του εγκλήματος και επί πλέον αναφορά περιστατικών για τα στοιχεία που συγκροτούσαν αυτό το αδίκημα καθώς και για τον δόλο του κατηγορουμένου δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν προβλέπεται από το νόμο ξεχωριστή αποδεικτική διαδικασία κατά την επιμέτρηση της ποινής αλλά το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αντλήσει κάθε φορά τα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα της επιμετρήσεως από τα δεδομένα της κύριας διαδικασίας επί της ενοχής, όπως συνάγεται από το άρθρο 371 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. που ορίζει ότι προηγείται η κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου και αν αυτός κηρυχθεί ένοχος ακολουθεί αμέσως μετά συζήτηση για την ποινή που θα επιβληθεί. Από τα πρακτικά της δίκης κατά τη συζήτηση εκ νέου της υποθέσεως ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, ως δικαστηρίου της παραπομπής μετά την απόφαση 1929/2008 του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας η αναφερόμενη υπάλληλος της ... ΔΟΥ ...και αναγνώσθηκαν τα αναφερόμενα έγγραφα (αίτηση ποινικής δίωξης και πίνακας χρεών). Από αυτήν την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου του δεν προκύπτει ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης ερεύνησε εκ νέου το ζήτημα της ενοχής του κατηγορουμένου για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990 όπως τροποποιήθηκε ούτε περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές που να προέκυπταν από όσα κατέθεσε η εξετασθείσα ως μάρτυρας υπάλληλος της ΔΟΥ ...ή από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στη συνέχεια και να έχουν σχέση με την τέλεση της πράξεως. Επί πλέον η μερικώς αναιρεθείσα με την 1929/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου 1574/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, που ήταν καταδικαστική για τον κατηγορούμενο, κατά τα λοιπά μέρη της για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναιρέσεως ή οι προβληθέντες απορρίφθηκαν με την άνω αναιρετική απόφαση, ως προς την τέλεση των λοιπών μερικοτέρων πράξεων του κατ' εξακολούθηση άνω εγκλήματος, για τις οποίες δεν εχώρησε αναίρεση και ως προς την ενοχή για αυτές του κατηγορουμένου κατέστη αμετάκλητη και το Δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δικ. περιοριζόταν στην επιβολή νέας ποινής και δεν επιτρεπόταν να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ή να προέλθει σε νέα συζήτηση επί των μη αναιρεθέντων μερών της προηγούμενης αποφάσεως που αναφέρονταν σε περιστατικά από αυτά που συγκροτούσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Λόγοι αναιρέσεως προτεινόμενοι με νέα αίτηση κατά τέτοιων μη αναιρεθέντων μερών, προσέκρουαν στο δεδικασμένο που είχε γεννηθεί περί αυτών από την προηγούμενη αμετάκλητη απόφαση με περαιτέρω συνέπεια να είναι κατ' άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ. απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Το δικαστήριο καθορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση την ποινή που έκρινε ότι έπρεπε, ανάλογα με τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητά του, να επιβληθεί στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του ούτε άσκησε εξουσία που δεν τον παρεχόταν από το νόμο, εφόσον η εξέταση της αναφερομένης μάρτυρα και η ανάγνωση των εγγράφων δεν έγιναν για να κρίνει περί της ενοχής του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως ότι καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του το δικαστήριο της ουσίας προχώρησε σε επανεκδίκαση της υποθέσεως, αντί να περιορισθεί, μετά την παραπομπή της μετ' αναίρεση, στην επιβολή μόνον της ποινής στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο. Το δικαστήριο προέβη στον καθορισμό της ποινής που έκρινε ότι έπρεπε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο αιτιολογημένα αφού έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε ο αναιρεσείων και την προσωπικότητα του, λαμβάνοντας υπόψη τα κατά το άρθρο 79 ΠΚ στοιχεία και δεν ήταν υποχρεωμένο ούτε είχε εξουσία να ερευνήσει και να παραθέσει στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο είχε αμετακλήτως κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος όπως ως προς το ύψος του ποσού των χρεών που δεν είχε καταβάλει αυτός στο Δημόσιο, ως προς τη φύση των χρεών ως καταβλητέων σε δόσεις ή εφάπαξ και το αριθμό των δόσεων των οποίων καθυστέρησε την πληρωμή ως προς τον χρόνο της ταμειακής βεβαιώσεως ως προς την αρχή που προέβη στην βεβαίωση των είτε ως προς το μεν καθένα των επί μέρους χρεών υπερέβαινε ή όχι το όριο του ανεγκλήτου της πράξεως. Είναι απορριπτέοι επομένως και οι ετέροι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως με του οποίους υποστηρίζεται ότι συντρέχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση και ότι εχώρησε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το ότι δεν διευκρινίζονται τα άνω στοιχεία που δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει και να διαλάβει στην απόφαση του το Δικαστήριο της ουσίας για να επιβάλει στον αναιρεσείοντα την άνω ποινή. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 29/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη λόγων αναιρέσεως κατά αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής στο οποίο μετ' αναίρεση είχε παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε για την επιμέτρηση της ποινής σε βάρος του αναιρεσείοντος. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από το ότι εξετάσθηκε από το δικαστήριο, που καθόρισε την επιβλητέα ποινή, μάρτυρας κατηγορίας και αναγνώσθηκαν τα έγγραφα εφόσον καθορίσθηκε από το δικαστήριο η ποινή με βάση την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του υπαιτίου χωρίς να εξετασθεί η υπόθεση εκ νέου ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου. Απορριπτέοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το ότι δεν παρατίθενται στην απόφαση που καθόρισε την ποινή τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, αφού περί αυτών είχε κρίνει αμετακλήτως η προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά το μέρος που δεν είχε αναιρεθεί.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή, Παραπομπής Δικαστήριο.
| 0
|
Αριθμός 2394/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ... περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 835/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3, 2) Χ4 και 3) Χ5 και με πολιτικώς ενάγουσα την Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Μαΐου 2009 και 25 Μαΐου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 838/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 247/14.07.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1872/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, μαζί με άλλους κατηγορουμένους και τους 1) Χ1, κάτοικο ... και 2) Χ2, κάτοικο ..., για να δικαστούν ως υπαίτιοι απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, συνολικού ποσού άνω των 15.000 ευρώ και επί πλέον ο πρώτος (Χ1) και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ'εξακολούθηση (βλ. βούλευμα). Κατά του πρωτόδικου αυτού βουλεύματος ασκήθηκαν εφέσεις από τους κατηγορουμένους που απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το 993/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που επικύρωσε την παραπομπή. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από τους κατηγορουμένους αναίρεση και το Δικαστήριό σας με την 865/2007 απόφαση αναίρεσε το 993/2006 βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα και παρέπεμψε την υπόθεση στο σύνολό της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών (βλ. απόφαση). Η υπόθεση τέθηκε υπό την κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που με το 835/2009 βούλευμα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις και επικύρωσε την παραπομπή, πλην ορισμένων επί μέρους πράξεων της κατ'εξακολούθηση απάτης, για τις οποίες έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και αναδιατύπωσε την κατηγορία, σύμφωνα με την εξέλιξη αυτή (βλ. το με αριθμ. 835/2009 βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Αθηνών). Το δεύτερο αυτό εφετειακό βούλευμα επιδόθηκε στον μεν κατηγορούμενο Χ1 στις 15-5-2009, στον δε κατηγορούμενο Χ2 στις 19-5-2009, ενώ στις 13-5-2009 επιδόθηκε στον αντίκλητο και των δύο κατηγορουμένων Γεώργιο Αντωνάκη στις 13-5-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως).
ΙΙ. Στις 22-5-2009 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ1 και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά την 835/2009 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η 103/22-5-2009 έκθεση αναίρεσης. Στις 25-5-2009 εμφανίστηκε στην ίδια Γραμματέα ο κατηγορούμενος Χ2 και δήλωσε επίσης ότι ασκεί αναίρεση κατά του ίδιου 835/2009 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η 104/25-5-2009 έκθεση αναίρεσης. Ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται στις εκθέσεις η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας (βλ. εκθέσεις). Οι αναιρέσεις αυτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικα μέσα που ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διαδίκους που είχαν το σχετικό δικαίωμα, αφού παραπέμπονται για κακούργημα.
ΙΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν τοΣυμβούλιο αποδίδει σ1 αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ1 άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτή υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο ήσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι1 αυτόν κατά νόμον όροι.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της θέσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' εκείνου που την προκάλεσε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν η βλάβη επέρχεται ως αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο (ΑΠ 487/2007, ΑΠ 64/2006). Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, υπάρχει απάτη κακουργηματικής μορφής αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, οπότε επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που αντικατέστησε και πάλι την παρ. 3 του άρθρου 3 86 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης απαιτείται είτε ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών είτε το περιουσιακό όφελος ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδάφ. α' του ΠΚ, μετά την κατά τα προαναφερόμενα τροποποίηση της, εφαρμόζεται κατ' άρθρο 2 του ΠΚ και επί πράξεων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/3-6-1999, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, καθόσον στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια. Ενόψει τούτου πράξεις απάτης που τελέστηκαν πριν από την 3-6-1999 και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δραχμών, διατηρούν τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, υπό τη προϋπόθεση βέβαια ότι συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης τους (ΑΠ 5/2008 Ολομ., 548/2008, ΑΠ 182005/2007, ΑΠ 487/2007, ΑΠ 382/2006). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρθρ. 98 ΠΚ), το οποίο συγκροτείται όταν συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο περισσότερες αυτοτελείς μερικότερες πράξεις του ίδιου εγκλήματος, ενυπάρχει οπωσδήποτε και το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος (ΑΠ 1214/2008, ΑΠ 159/2007, ΑΠ 369/2007). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της συναυτουργίας απαιτείται αντικειμενικά κοινός δόλος των συναυτουργών, δηλαδή καθένας απ' αυτούς να θέλει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η συναυτουργική δράση κατά την εκτέλεση του εγκλήματος δυνατόν να συνίσταται ή στο ότι καθένας από τους συναυτουργούς πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών (ταυτόχρονων ή διαδοχικών), χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται ειδικότερα οι επί μέρους ενέργειες κάθε συναυτουργού (ΑΠ 85/2007, ΑΠ 2/2007, ΑΠ 810/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος η υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όταν αυτό το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης, ή λόγω της ιδιότητας αυτού ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης, που φέρεται ότι τελέστηκε κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 98 ΠΚ), η κρίση σχετικά με την αξία του ιδιοποιημένου πράγματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας (από την οποία εξαρτάται και ο κακουργηματικός χαρακτήρας του αδικήματος), εφόσον οι μερικότερες πράξεις φέρονται να έχουν τελεστεί μετά την ισχύ του ν. 3721/1999, ήτοι την 3-6-1999 (με το άρθρο 14 παρ. 1 του οποίου συμπληρώθηκε το άρθρο 98 του ΠΚ), χωρεί, ενόψει της συνολικής αξίας του αντικειμένου όλων των μερικότερων πράξεων, και εφόσον ο υπαίτιος απέβλεπε με τις μερικότερες τελεσθείσες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1459/2004), ενώ αν οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν πριν από την ισχύ του τελευταίου αυτού νόμου, η κρίση για την αξία του αντικειμένου αυτών θα γίνει με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξης, ενόψει του άρθρου 2 του ΠΚ, δεδομένου ότι η νέα ρύθμιση του άρθρου 98 του ΠΚ είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο (ΑΠ 5/2002 Ολομ, ΑΠ 115/2004). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: α) κινητό πράγμα, β) το πράγμα να είναι ξένο (ολικά ή κατά ένα μέρος) ως προς το δράστη, γ) ιδιοποίηση αυτού από τον κάτοχο του, χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία και με δόλια προαίρεση, η οποία να εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του, δ) το πράγμα να είναι κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ε) να έχουν εμπιστευθεί αυτό στον υπαίτιο λόγω συνδρομής μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη της δεύτερης παραγράφου, μεταξύ των οποίων και εκείνη που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως διαχειριστή (ΑΠ 1011/2000). Διαχειριστής δε ξένης περιουσίας, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, είναι αυτός που ενεργεί όχι απλά υλικές αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα και με δυνατότητα να αναπτύσσει πρωτοβουλίες και να λαμβάνει αποφάσεις με κίνδυνο και ευθύνη του (ΑΠ 415/1999 Ποιν.Χρ. Ν'-536), την οποία μπορεί να έλκει από το νόμο ή από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται και η πραγματική (de facto) άσκηση της, πρέπει όμως το ιδιοποιούμενο απ' αυτόν πράγμα να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του αυτής. Επιπλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 112 και ΠΚ προκύπτει ότι το αξιόποινο των εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα κακουργήματα για τα οποία δεν προβλέπεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, είναι δέκα πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα τέλεσης της αξιόποινης πράξης, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, αλλά όχι περισσότερο από πέντε χρόνια για τα κακουργήματα. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 1, 2 και 3 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο, σύμφωνα με διάταξη νόμου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και επίσης η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από πέντε χρόνια για τα κακουργήματα. Περαιτέρω, ως κύρια διαδικασία και για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 113 παρ. 2 του ΠΚ νοείται εκείνη που αρχίζει από την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως για την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 320 επ. του ΚΠοινΔ, διότι από τότε η κατηγορία καθίσταται εκκρεμής στο Δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β' και 370 εδάφ. β' του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή είναι θεσμός που αφορά τη δημόσια τάξη και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, οπότε, αν αυτό διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου (ΑΠ 531/2007, ΑΠ 468/2007).
V. Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, για να στηρίξει την παραπεμπτική του κρίση, δέχθηκε τα εξής:
Από όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα τις ανωμοτί καταθέσεις των νομίμων εκπροσώπων της εγκαλούσας εταιρείας, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφία σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τις εφέσεις αυτών, τα κατατεθέντα υπομνήματα των διαδίκων, καθώς και τις διευκρινίσεις αυτών ενώπιον του Συμβουλίου τούτου κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους την 9-5-2008 για την οποία και συντάχθηκαν τα υπ' αριθ. 944/9-5-2008 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε.", που ήδη τελεί υπό εκκαθάριση, ιδρύθηκε το έτος 1986 με εταίρους τις εταιρείες "ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΑΙΓΙΟΥ Α.Ε." με ποσοστό 45%, "ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." με ποσοστό 35% και "ΑΜΑΝΙΤΑ Ε.Π.Ε." με ποσοστό 20%. Η τελευταία εταιρεία την 19-4-1994 αποχώρησε και μεταβίβασε στους λοιπούς εταίρους τα μερίδια της, τα οποία από τότε διαμορφώθηκαν για μεν την εταιρεία "ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΑΙΓΙΟΥ Α.Ε." σε ποσοστό 55%, για δε την εταιρεία "ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΘΡΑΚΗΣ Α.Ε." σε ποσοστό 45%, Έδρα της εταιρείας ήταν ο Δήμος ... (οδός ... και ...) και αντικείμενο της, κατά το καταστατικό, η παραλαβή, συντήρηση και διάθεση για λογαριασμό των εταίρων στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό των υπό των εταίρων παραγομένων, τυποποιημένων και κονσερβοποιημένων μανιταριών. Διαχειριστές της εγκαλούσας εταιρείας είχαν οριστεί ως εξής : α) με το υπ' αριθ. ... πρακτικό της γενικής συνέλευσης των εταίρων ορίστηκε ως διαχειριστής ο ΑΑ με αναπληρωτή του το ΒΒ, β) με το υπ' αριθ. 9/11-9-1989 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των εταίρων αντικαταστάθηκε ο ΒΒ από το Χ1 (πρώτο των εκκαλούντων-κατηγορουμένων), συντάχθηκε δε γι' αυτό το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, γ) με το υπ' αριθ. ... πρακτικό της γενικής συνέλευσης των εταίρων ορίστηκε ως διαχειριστής της εταιρείας ο ΓΓ, ο οποίος προερχόταν από την εταίρο "ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΑΙΓΙΟΥ Α.Ε.", σε αντικατάσταση του ως άνω ΑΑ. Ο πιο πάνω διαχειριστής της εταιρείας με το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο διόρισε ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτού τον πρώτο των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1.
Επομένως, ο τελευταίος, εκτός από υπάλληλος της εταιρείας, ήταν συγχρόνως και διαχειριστής πληρεξούσιος) ουσιαστικά της εγκαλούσας εταιρείας από το έτος 1989 έως και το έτος 1999. Μέχρι το έτος 1991 η εγκαλούσα εταιρεία δεν είχε παραγγελιοδόχους και μεταπωλητές και η διαχείριση των μανιταριών γινόταν απευθείας από τα γραφεία της (χωρίς την καταβολή προμηθειών) μέσω του οργανωμένου δικτύου διανομών και πωλήσεων που διέθετε (αυτοκίνητα, οδηγούς, προσωπικό πωλήσεων). Για τις πωλήσεις μανιταριών οι εταίροι προμηθευτές εξέδιδαν δελτία αποστολής προς την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε." για τις προς πώληση ποσότητες των προϊόντων τους, ενώ η εταιρεία (Ε.Π.Ε.) εξέδιδε τιμολόγια πωλήσεων-δελτία αποστολής προς τους διαφόρους πελάτες, στο τέλος δε κάθε μήνα εξέδιδε και απέστελλε σε κάθε εταίρο εκκαθάριση του λογαριασμού. Μέχρι και το έτος 1990 η οικονομική πορεία της εγκαλούσας εταιρείας ήταν ανοδική, δεδομένου ότι οι εν ενεργεία πελάτες της ανέρχονταν σε 450 και οι πωλήσεις σε 300.000.000 δραχμές. Από τις αρχές του 1991 όμως ο τρόπος των πωλήσεων άλλαξε με πρωτοβουλία του πρώτου των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ1 (πληρεξούσιου διαχειριστή). Ειδικότερα, ο τελευταίος Με πρόσχημα τη μείωση των δαπανών της εταιρείας από την επιβάρυνση του Ι.Κ.Α. (για το επιπλέον εργοδοτικό ποσοστό και συγκεκριμένα το 3% επί του μισθού κάθε οδηγού), μετέτρεψε σε παραγγελιοδόχους και μεταπράτες-εμπόρους συγκεκριμένους υπαλλήλους (πρώην οδηγούς), ήτοι τον Χ4 (δεύτερο των εκκαλούντων-κατηγορουμένων), ΔΔ και ΕΕ, δελεάζοντας τους με το μοίρασμα παράνομων κερδών σε βάρος της εταιρείας (ψευδή τιμολόγια προμηθειών επί ανύπαρκτων πωλήσεων). Ειδικότερα, οι δύο πρώτοι αυτών ανέλαβαν ως μεταπωλητές (έμποροι) των μανιταριών της εταιρείας αλλά και ως παραγγελιοδόχοι (πλασιέ) αυτής με συμφωνημένο κέρδος, έκπτωση στις αγορές τους από την εταιρεία 50 δραχμές ανά κιλό και επίσης 50 δραχμές το κιλό για τις παραγγελίες πελατών τους που διαβίβαζαν στην εταιρεία, ως προμήθεια τους, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 8% επί της τιμής των 620 δραχμών στο κιλό των μανιταριών που αγόραζαν προς μεταπώληση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 1991, κατά το οποίο συμφωνήθηκαν τιμές και ποσοστά. Επιπλέον, ο τρίτος των ως άνω προσώπων, ΕΕ, ανέλαβε ως μεταπωλητής (έμπορος) με κέρδος 50 δραχμές ανά κιλό. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εργασία των Χ4 (δευτέρου των εκκαλούντων-κατηγορουμένου) και ΔΔ ως παραγγελιοδόχων της εγκαλούσας εταιρείας αποτελούσε ένα τμήμα της καθημερινής τους εργασίας που γινόταν κατά τις πρωινές ώρες, ενώ κατά τις απογευματινές ώρες απασχολούνταν συστηματικά για λογαριασμό τους ως έμποροι, αποκομίζοντας σημαντικά κέρδη και χρησιμοποιώντας μάλιστα τα αυτοκίνητα της εταιρείας με επιβάρυνση της για όλα τα έξοδα κινήσεως τους (καύσιμα, ανταλλακτικά, επισκευές κ.λ.π). Η μετατροπή αυτή των υπαλλήλων της εγκαλούσας εταιρείας σε παραγγελιοδόχους (πλασιέ) και σε μεταπράτες (εμπόρους) ήταν εντελώς ασύμφορη και άκρως επιζήμια, προκάλεσε δε στην τελευταία σημαντική ζημία (βλ. το πόρισμα της εταιρείας ορκωτών λογιστών με την επωνυμία "ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ Α.Ε."), την οποία (ζημία) γνώριζαν όλοι οι επί τόπου διευθύνοντες και διαχειριζόμενοι τις υποθέσεις της εταιρείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την 15-4-1994 έως και το έτος 1999, ήτοι ο διευθυντής πωλήσεων αυτής Χ2 (πέμπτος κατηγορούμενος), οι λογιστές Χ5 και Χ3 (τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι), καθώς και ο Χ1 (πρώτος κατηγορούμενος), που ήταν ο εμπνευστής του όλου σχεδίου, το οποίο εφαρμόστηκε για περισσότερο από πέντε έτη με ζημιά της εγκαλούσας εταιρείας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι ως άνω παραγγελιοδόχοι-μεταπράτες (πρώην υπάλληλοι της εγκαλούσας εταιρείας) χρησιμοποιούσαν τα αυτοκίνητα αυτής με πληρωμένα όλα τα έξοδα κινήσεως, όπως καύσιμα, επισκευές, τέλη, πρόστιμα κ.λ.π. για την εν γένει εμπορική τους δραστηριότητα. Ι) Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ4 καθώς και ο ήδη αποβιώσας ΔΔ σε εκτέλεση του ως άνω σχεδίου κατά το χρονικό διάστημα από την 15-4-1994 έως και το έτος 1999, μεσολαβώντας ως παραγγελιοδόχοι (πλασιέ) για την πώληση μανιταριών της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε." συνολικού ύψους 11.601.285 δραχμών για τον πρώτο και 14.376.634 δραχμών για το δεύτερο, όπως τούτο προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μηχανογραφημένες καταστάσεις πελατών της εταιρείας, στις οποίες αυτοί αναφέρονται ως πωλητές (πλασιέ) και, ενώ έπρεπε να λάβουν ως αναλογούσα προμήθεια ποσοστό 8% επ' αυτών και συγκεκριμένα ο μεν πρώτος 928.103 δραχμές, ο δε δεύτερος 1.150.131 δραχμές, εισέπραξαν αντίστοιχα για προμήθειες ο πρώτος 21.465.930 δραχμές και ο δεύτερος 16.414.519 δραχμές, όπως προκύπτει αναμφισβήτητα από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που έχουν εκδώσει, παριστάνοντας ψευδώς στην εταιρεία ότι δήθεν είχαν πραγματοποιήσει πωλήσεις ύψους 268.324.125 δραχμές ο πρώτος και 22005.181.487 δραχμές ο δεύτερος (εταιρικές πωλήσεις) και ότι είχαν δικαίωμα να λάβουν τη συμφωνημένη επ' αυτών προμήθεια. Αποτέλεσμα δε της συμπεριφοράς αυτής των παραπάνω ήταν να καταβληθεί από το ταμείο της εταιρείας στο Χ4 το επιπλέον ποσό των (21.465.930-928.103 δραχμών) 20.537.827 δραχμών και στο ΔΔ το επιπλέον ποσό των (16.414.519-1.150.131) 15.264.388 δραχμών με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της εταιρείας. Ειδικότερα: Α) Ο Χ4: 1) Από 15-4-1994 έως 31-12-1994 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 1.733.439 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 138.675 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 3.381.900 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 42.273.750 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 3.243.315 δραχμών. 2) Το έτος 1995 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 4.186.895 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 334.952 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 4.950.340 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 61.879.250 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 4.615.388 δραχμών. 3) Το έτος 1996 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 1.266.591 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 101.327 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 5.453.410 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 68.167.625 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 5.352.083 δραχμών. 4) Το έτος 1997 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 1.607.460 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 128.597 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 3.860.200 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 48.252.500 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 3.731.603 δραχμών. 5) Το έτος 1998 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 1.013.400 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 81.072 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 2.855.160 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 35.689.500 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 2.774.088 δραχμών. Και 6) Το έτος 1999 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 1.793.500 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 143.480 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 964.920 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 12.061.500 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 821.440 δραχμών. Και Β) Ο ήδη αποβιώσας ΔΔ: 1) Από 15-4-1994 έως 31-12-1994 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 3.550.123 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 284.010 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 3.731.049 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 46.638.112 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 3.447.039 δραχμών. 2) Το έτος 1995 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 5.951.362 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 476.109 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 3.963.750 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 49.546.875 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 3.487.641 δραχμών. 3) Το έτος 1996 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 2.759.672 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 476.109 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 2.599.430 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 32.492.875 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 2.378.656 δραχμών. 4) Το έτος 1997 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 1.513.077 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 121.046 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 2.774.370 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 34.679.625 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 2.653.324 δραχμών. 5) Το έτος 1998 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 440.400 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 35.235 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 2.394.380 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 29.929.750 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 2.359.148 δραχμών. Και 6) Το έτος 1999 αν και πραγματοποίησε πραγματικές πωλήσεις ύψους 162.000 δραχμών με αναλογούσα προμήθεια 8% επ' αυτών 12.960 δραχμών, εξέδωσε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αξίας 951.540 δραχμών, που αντιστοιχεί σε πλασματικές πωλήσεις ύψους 11.984.250 δραχμών και έτσι προκάλεσε ζημία της εταιρείας από πληρωμή ανύπαρκτων προμηθειών αξίας 935.580 δραχμών.
II) Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-1994 έως και το έτος 1999 οι ως άνω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Χ1 ως πληρεξούσιος διαχειριστής της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε.", Χ2 ως διευθυντής πωλήσεων και Χ5 και Χ3 ως υπεύθυνοι λογιστές αυτής, από κοινού ενεργώντας και με σκοπό να αποκομίσουν ίδιο παράνομο περιουσιακό όφελος, αποδέχθηκαν τα προαναφερόμενα εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των Χ4 και ΔΔ και τα καταχώρησαν στα βιβλία της εγκαλούσας εταιρείας, παριστάνοντας έτσι ψευδώς προς την τελευταία ότι οι εν λόγω παραγγελιοδόχοι πραγματοποίησαν πωλήσεις μανιταριών για λογαριασμό της, ύψους 268.324.125 δραχμών ο πρώτος και 22005.181.487 ο δεύτερος τούτων και ότι είχαν δικαίωμα να λάβουν τη συμφωνημένη επ' αυτών προμήθεια. Τούτο δε έπραξαν παρά το ότι από τα τιμολόγια πωλήσεων της εγκαλούσας εταιρείας που είχαν στη διάθεση τους, γνώριζαν τις πραγματικές πωλήσεις μανιταριών που είχαν πραγματοποιήσει οι συγκεκριμένοι παραγγελιοδόχοι (11.601.285 ο πρώτος και 14.376.634 δραχμές ο δεύτερος) και ως εκ τούτου γνώριζαν ότι τα προσκομισθέντα απ' αυτούς τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αντιστοιχούσαν σε ανύπαρκτες εν μέρει παραγγελίες μανιταριών. Επίσης, οι ίδιοι ως άνω κατηγορούμενοι από κοινού και με σκοπό να αποκομίσουν ίδιο παράνομο περιουσιακό όφελος αποδέχθηκαν και καταχώρησαν στα βιβλία της εταιρείας και τα υπ' αριθ. ... και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, που είχαν εκδοθεί από το ΣΤ, αξίας 1.180.000 δραχμών και 1.770.000 δραχμών αντίστοιχα, παριστάνοντας έτσι ψευδώς προς την εγκαλούσα εταιρεία ότι ο ΣΤ απασχολήθηκε ως παραγγελιοδόχος της με συμφωνημένη προμήθεια 8% και ότι δήθεν είχε δικαίωμα να λάβει για προμήθειες από πωλήσεις μανιταριών που είχε πραγματοποιήσει για λογαριασμό της τα παραπάνω χρηματικά ποσά. Τούτο δε έπραξαν, αν και γνώριζαν, λόγω της θέσεως τους στην εταιρεία, ότι ο ΣΤ δεν υπήρξε παραγγελιοδόχος της, ούτε είχε πραγματοποιήσει πωλήσεις μανιταριών για λογαριασμό της και ότι τα προσκομισθέντα απ' αυτόν τιμολόγια ήταν άκυρα (λόγω παλαιάς θεώρησης τους από την αρμόδια Εφορία). Αποτέλεσμα της απατηλής αυτής συμπεριφοράς των πιο πάνω εκκαλούντων-κατηγορουμένων ήταν να καταβληθούν αχρεωστήτως από το ταμείο της εγκαλούσας εταιρείας στον Χ4 20.537.827 δραχμές, στο ΔΔ 15.264.388 και στο ΣΤ 2.950.000 δραχμές. Με τον τρόπο αυτό οι πιο πάνω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι έβλαψαν την περιουσία της εγκαλούσας κατά τα προαναφερόμενα ποσά, που υπερβαίνουν τα 15.000 ευρώ, με αντίστοιχο δικό τους όφελος. Από την επανειλημμένη δε τέλεση της πράξης (για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας) και από την κατάλληλη υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι (συνεργασία και διασύνδεση μεταξύ τους, εφαρμογή σχεδίου, κατανομή ρόλων δράσης), συνάγεται ότι ενήργησαν με σκοπό τον πορισμό παράνομου εισοδήματος, επιπλέον δε έχουν ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ως άνω ποσό των 2.950.000 δραχμών αποτελεί αμοιβή του ΣΤ ως "διαφημιστή" των προϊόντων της εγκαλούσας εταιρείας. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού. Τούτο δε διότι στα επίμαχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αναγράφεται ρητά ως αιτιολογία της πληρωμής των πιο πάνω χρηματικών ποσών η φράση "προμήθεια από πωλήσεις εμπορευμάτων", ενώ δεν προέκυψε η ύπαρξη κάποιου λόγου για τη μη αναγραφή της επικαλούμενης πραγματικής αιτίας, της παροχής δηλαδή υπηρεσιών διαφήμισης προς την εγκαλούσα εταιρεία. Ακόμη, πρέπει να τονιστεί ότι η τελευταία διέθετε πλήρες δίκτυο πωλητών, παραγγελιοδόχους, καθώς και διευθυντή πωλήσεων για την προώθηση των προϊόντων της (μανιταριών).
III. Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Χ1 ως διαχειριστής (πληρεξούσιος) και Χ5 (υπεύθυνος λογιστής), κατόπιν συναποφάσεώς τους και με σκοπό να αποκομίσουν δικό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1994 έως και 3-11-1999 παρέστησαν ψευδώς στους νομίμους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε." ότι πραγματοποίησαν σταδιακά διάφορες δαπάνες για την επισκευή και συντήρηση των φορτηγών αυτοκινήτων της, με αριθμούς κυκλοφορίας ΑΚ ... VW, ΑΚ ... DATSUN, ΑΚ ... VW, ΑΚ ... VW και ΑΚ ... MITSUBISI, συνολικού ύψους 6.028.249 δραχμών ή Π .691,12 ευρώ (4.444.315 δραχμές για αγορά ανταλλακτικών και εργασίες επισκευής, 463.929 δραχμές για αγορά μπαταριών και 1.120.02005 δραχμές για αγορά ελαστικών). Στην πραγματικότητα όμως οι ως άνω κατηγορούμενοι πραγματοποιούσαν επισκευές διαφόρων αυτοκινήτων συγγενικών και φιλικών τους προσώπων και στη συνέχεια καταχωρούσαν στα βιβλία της εταιρείας τα σχετικά τιμολόγια των δαπανών αυτών (εικονικών). Αποτέλεσμα της πιο πάνω απατηλής συμπεριφοράς των εκκαλούντων-κατηγορουμένων αυτών ήταν να προκληθεί στην εγκαλούσα εταιρεία ζημία συνολικού ύψους 6.028.249 δραχμών ή 17.691,12 ευρώ, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, καταβλήθηκε από το ταμείο της εγκαλούσας εταιρείας με αντίστοιχο δικό τους όφελος (βλ. και έκθεση ορκωτής λογίστριας ...). Ειδικότερα, οι ως άνω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Χ1 ως διαχειριστής (πληρεξούσιος) και Χ5 (υπεύθυνος λογιστής): 1) Στις 27-4-1994 κατέβαλαν στο συνεργείο αυτοκινήτων του ... με την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών το ποσό των 162.000 δραχμών για γενική επισκευή φρένων, γενική επισκευή μηχανής και εμπρόσθιου συστήματος για το υπ' αριθ. ... φορτηγό αυτοκίνητο της εταιρείας, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, παρόλο που ουδέποτε επισκευάστηκε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα το εν λόγω φορτηγό της εταιρείας. 2) Στις 27-9-1994 κατέβαλαν στον ασφαλιστικό πράκτορα ... το ποσό των 28.674 δραχμών με την υπ' αριθ. 2667/27-9-1994 απόδειξη πληρωμής της εταιρείας για εξόφληση ζημίας, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και είναι γνωστό ότι, κατά τα ισχύοντα στις ασφαλιστικές συμβάσεις, ο ασφαλισμένος δεν πληρώνει για ζημιές την ασφαλιστική εταιρεία. 3) Στις 13-10-1994 αγόρασαν από την εταιρεία "ΣΙΦΙΚΟ Α.Ε." μία εξάτμιση μηχανής, 3 κουτιά TOYOTA OIL, 1 καθαριστικό πιτσιλίθρας και 4 μπουζί με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί συνολικού τιμήματος 24.631 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και η εταιρεία δεν διέθετε κανένα αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA. 4)-5)-6) Στις 30-9-1994, 5-12-1994 και 7-12-1994 κατέβαλαν στον ... τα ποσά των 330.000, 342.200 και 17.400 δραχμών με τις υπ' αριθ. ..., ... και ... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για γενική επισκευή μηχανής διαφορικού, φρένων και εμπρόσθιου συστήματος, για γενική επισκευή μηχανής, αλλαγή εμπρόσθιου συστήματος και σασμάν, για αλλαγή τακακιών, φρένων και εμπρόσθιας δαγκάνας, τα οποία και καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκαν από το ταμείο της, αν και τα αυτοκίνητα της εταιρείας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν εισήλθαν σε συνεργείο, δεδομένου ότι κινούνταν διαρκώς. 7) Στις 23-12-1994 αγόρασαν από το ... ένα σετ εμβολοχιτώνια, δύο καπάκια κυλίνδρου, ένα σετ βαλβίδες, μια εξάτμιση αυτοκινήτου, 8 καλάμια και ένα σετ φλάντζες με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο πώλησης αντί συνολικού τιμήματος 137.824 δραχμών, το οποίο και καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και η εταιρεία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα δεν επισκεύασε κανένα αυτοκίνητο της. 8)-9)-10)-11)-12)-13) Στις 21-3-1995, 3-4-1995, 25-10-1995, 27-10-1995, 7-11-1995 και 1-12-1995 κατέβαλαν στο ... τα ποσά των 283.200, 160.480, 318.600, 306.800, 53.100, 312.700 δραχμών με τις υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ... και ... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για γενική επισκευή μηχανής, αλλαγή διαφορικού, γέφυρας εμπρόσθιου συστήματος του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, για γενική επισκευή μηχανής του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, για γενική επισκευή μηχανής διαφορικού, σασμάν του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, για επισκευή διαφορικού μηχανής και εμπρόσθιου συστήματος του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, για αλλαγή τρόμπας φρένων, σεβρό φρένων, επισκευή φρένων του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, για γενική επισκευή μηχανής, σασμάν, φρένων, ημιαξονίου του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, τα οποία καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκαν από το ταμείο της, αν και καθ' όλο το έτος 1995 ουδεμία απολύτως αγορά των απαραιτήτως απαιτουμένων ανταλλακτικών για τις επισκευές αυτές έγινε. 14) Στις 16-2-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "ΑΦΟΙ ΜΑΡΚΟΥΛΑΚΗ ΑΕΒΕ" ένα τεμάχιο LUMIACTION MOTER με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο πώλησης αντί τιμήματος 8.603 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και το παραπάνω ανταλλακτικό δεν χρησιμοποιείται σε αυτοκίνητα της εταιρείας. 15) Στις 16-9-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "ΑΦΟΙ Κ. ΦΙΛΗ Α.Ε." ένα τεμάχιο κρύσταλλο θύρας BRONZE MAZDA με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο πώλησης, αντί τιμήματος 9.500 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και αυτή δεν διέθετε επιβατηγό αυτοκίνητο μάρκας MAZDA 323. 16) Στις 23-10-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "ΑΛΕΞ. ΓΑΛΕΟΣ ΑΕΒΕ" ένα τεμάχιο μπιέλα, ένα τεμάχιο πιστόν, ένα τεμάχιο βαλβίδα εισαγωγής, ένα τεμάχιο βαλβίδα εξαγωγής, ένα τεμάχιο φλάντζες, ένα τεμάχιο φλάντζες, ένα τεμάχιο τσιμούχες (σετ), αντί συνολικού τιμήματος 20.402 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και τα παραπάνω είναι ανταλλακτικά μοτοσικλετών και η εταιρεία δεν διέθετε καμία μοτοσικλέτα. 17) Στις 29-10-1996 κατέβαλαν για επισκευή κινητήρα μοτοσικλέτας στο συνεργείο μοτοσικλετών του ... με την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών το ποσό των 44.840 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και η εταιρεία δεν διέθετε καμία μοτοσικλέτα. 18)-19) Στις 11-11-1996 και 18-1-1996 κατέβαλαν στο συνεργείο αυτοκινήτων του ... τα ποσά των 211.220 και 59.000 δραχμών με τις υπ' αριθ. ... και ... αποδείξεις παροχής υπηρεσιών για επισκευή της μηχανής του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... φορτηγού της εταιρείας και γενικό σέρβις του υπ' αριθ. ... φορτηγού αυτοκινήτου της εταιρείας, τα οποία καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκαν από το ταμείο της, αν και κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1996 ουδεμία αγορά των αναγκαίων ανταλλακτικών έγινε για τις επισκευές αυτές. 20)-21) Στις 11-4-1997 και 30-4-1997 αγόρασαν από τη ... τρία τεμάχια λάδια Super HD και τρία τεμάχια λάδια Super HD με τα υπ' αριθ. ... και ... τιμολόγια αντί τιμήματος 18.936 και 18.936 δραχμών, τα οποία καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκαν από το ταμείο της, αν και για τα φορτηγά αυτοκίνητα της εταιρείας δεν χρησιμοποιούνταν τέτοια λάδια. 22) Στις 3-7-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "AUTOCARD ΑΒΕΕ" ένα τεμάχιο τακάκια HONDA ATE με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 14.072 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και η εταιρεία δεν διέθετε κανένα αυτοκίνητο μάρκας HONDA. 23) Στις 3-7-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "SPARE SERVICE" ένα σετ τακάκια ROVER με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 13.827 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και η εταιρεία δεν διέθετε κανένα αυτοκίνητο μάρκας ROVER. 24) Στις 26-9-1997 κατέβαλαν στο ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων της ... με την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών για εργασία μίζας το ποσό των 41.300 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και δεν προοριζόταν για αυτοκίνητο αυτής αλλά για αυτοκίνητο άγνωστου ιδιοκτήτη. 25) Στις 7-10-1997 κατέβαλαν στο συνεργείο αυτοκινήτων του ... με την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών για γενικό έλεγχο επισκευής διαφορικού και μπουζί του υπ' αριθ. ... αυτοκινήτου το ποσό των 59.000 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και αυτή δεν διέθετε αυτοκίνητο με τον ως άνω αριθμό κυκλοφορίας. 26) Στις 28-11-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." δύο τεμάχια καπάκι μηχανής δίπολης, δύο τεμάχια καπάκι μηχανής δίπολης, δύο τεμάχια δισκοπλ. εμπρόσθια φορτηγού, ένα σετ τακάκια εμπρόσθια TRANSPORT, ένα σετ εμβολοχιτώνια φορτηγού, ένα τεμάχιο εξάτμιση φορτηγού με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 176.882 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και προοριζόταν για άγνωστα αυτοκίνητα. 27) Στις 2-12-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ένα τεμάχιο εξάτμιση σκαραβαίου, δύο τεμάχια χρώμιο εξατμίσεως σκαραβαίου, τέσσερα τεμάχια σετ ΖΟΥΑΝ χρωμίου, ένα τεμάχιο υγρά φρένων, τέσσερα τεμάχια μπουζί κοντή βόλτα, ένα τεμάχιο πλατίνες, ένα τεμάχιο αμορτισέρ, τιμον. σκαραβαίου, ένα τεμάχιο χαρτοσωλήνα, τρία τεμάχια σωλήνα βενζίνης, ένα τεμάχιο σετ τσιμούχα σκαραβαίου οπίσθια με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 23.324 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και η εταιρεία δεν διέθετε αυτοκίνητο μάρκας VW τύπου σκαραβαίου. 28) Στις 10-12-1997 κατέβαλαν στην εταιρεία "REPORT-... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." με την από 10-12-1997 απόδειξη το ποσό των 5.000 δραχμών για φίλτρο του υπ' αριθ. ... αυτοκινήτου, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και πρόκειται για απόδειξη φορολογικά απαράδεκτη που δεν αφορά δαπάνη της εταιρείας. 29)- 30) Στις 11-12-1997 και 11-12-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." με τα υπ' αριθ. ... και ... τιμολόγια ένα σετ ιμάντα, ένα τεμάχιο τεντοτήρα, τέσσερα τεμάχια μπουζί, ένα τεμάχιο φίλτρο βενζίνης, ένα τεμάχιο φίλτρο λαδιού, ένα τεμάχιο φίλτρο αέρα και ένα σετ σιαγόνες αντί τιμήματος 27.750 και 7.350 δραχμών αντίστοιχα, τα οποία καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκαν από το ταμείο της, αν και η εταιρεία δεν διέθετε αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA με αριθμό κυκλοφορίας ..., που επισκευάστηκε με τα ανωτέρω ανταλλακτικά στο συνεργείο αυτοκινήτων του ..., 31) Στις 12-12-1997 κατέβαλαν στο συνεργείο αυτοκινήτων του ... με την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών για αλλαγή σιαγώνων, αλλαγή ιμάντα εκκεντροφόρου, καθώς και για γενικό σέρβις του υπ' αριθ. ... αυτοκινήτου το ποσό των 29.500 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και αυτή δεν διέθετε αυτοκίνητο με τέτοιο αριθμό κυκλοφορίας. 32) Στις 22-1-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "SPARE SERVICE Ε.Π.Ε." με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο ένα τεμάχιο μπιλιοφόρο MAZDA, ένα τεμάχιο φίλτρο αέρα MAZDA, τέσσερα τεμάχια μπουζί, ένα τεμάχιο φίλτρο λαδιού MAZDA και ένα τεμάχιο φίλτρο βενζίνης αντί τιμήματος 44.400 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και αυτή δεν διέθετε αυτοκίνητο μάρκας MAZDA 323 με αριθμό ..., που επισκευάστηκε στο συνεργείο του ..., 33) Στις 22-1-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "SPARE SERVICE Ε.Π.Ε." με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο ένα τεμάχιο εξάτμιση αντί τιμήματος 21.004 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και αυτή δεν διέθετε αυτοκίνητο μάρκας MAZDA 323 με αριθμό ..., που επισκευάστηκε στο συνεργείο του ..., 34) Στις 22-1-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "SPARE SERVICE Ε.Π.Ε." με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο ένα τεμάχιο κόλλα εξάτμισης αντί τιμήματος 1.074 δραχμών για το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της, αν και αυτή δεν διέθετε αυτοκίνητο με τέτοιο αριθμό κυκλοφορίας, που επισκευάστηκε στο συνεργείο του ..., 35) Στις 23-1-1998 κατέβαλαν στο συνεργείο αυτοκινήτων του ...με την από 23-1-1998 απόδειξη το ποσό των 49.560 δραχμών για γενικό σέρβις, αλλαγή εξάτμισης, αλλαγή μπιλιοφόρου, αλλαγή βαλβολίνης, κάρτα καυσαερίων και λάδια για το υπ' αριθ. ... αυτοκίνητο, αν και η εταιρεία δεν διέθετε αυτοκίνητο με τέτοιο αριθμό κυκλοφορίας, για το οποίο πληρώθηκαν απ' αυτήν και τα ανταλλακτικά. 36) Στις 29-10-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ένα τεμάχιο εξάτμιση, δύο τεμάχια δισκοπλάκες, δύο τεμάχια τσιμούχα τροχού, δύο τεμάχια μπαλάκι κάτω, ένα τεμάχιο ρουλεμάν εμπρόσθιου τροχού, δύο τεμάχια ρουλεμάν εμπρ. φορτ., τέσσερα τεμάχια σινεμπλόκ, ένα τεμάχιο σύρμα αμπρ. φορτηγού, ένα τεμάχιο ασφάλεια σύρματος αμπραγιάζ, δύο τεμάχια σινεμπόκ σταμπίλ, δύο τεμάχια λάστιχο ζαμφόρ, δύο τεμάχια λάστιχο κόντρας, δύο τεμάχια λάστιχο κόντρας, ένα τεμάχιο χαρτοσωλήνα, τέσσερα τεμάχια σετ ζουάν χρωμίου και ένα τεμάχιο πλατίνες με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 80.423 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 37) Στις 29-10-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." τέσσερα τεμάχια μπουζί κοντή βόλτα με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 2.095 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 38) Στις 3-11-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." ένα τεμάχιο εξάτμιση φορτηγού, ένα σωλήνα εξάτμιση φορτηγού, τρία τεμάχια ζουάν χρωμίου, ένα τεμάχιο σετ φλάντζες, ένα τεμάχιο πλατίνες, τέσσερα τεμάχια μπουζί κοντή βόλτα, ένα τεμάχιο χαρτοσωλήνα και δύο τεμάχια σωλήνα βενζίνης με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 26.697 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 39) Στις 9-11-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." ένα τεμάχιο εμβολοχιτώνια, ένα τεμάχιο φλάντζα, ένα τεμάχιο εξάτμιση, ένα τεμάχιο τακάκι, δύο τεμάχια δισκοπλ. εμπρόσθια, δύο τεμάχια μπαλάκι κάτω, δύο τεμάχια μπαλάκι, ένα τεμάχιο μπάρα τιμονιού κεντρική, ένα τεμάχιο λάστιχο μηχανής με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 183.107 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 40) Στις 16-11-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "..." δύο τεμάχια κουζινέτα βάσεως, δύο τεμάχια κουζινέτα μπιέλας, δύο τεμάχια κουζινέτα εκκεντρ., δύο τεμάχια σετ ελατήρια και ένα τεμάχιο ελατήρια με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 60.997 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 41) Στις 16-11-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "Α. Γ. ΡΑΣΚΟΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο υδροψ. BOXER με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 28.202 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 42) Στις 21-12-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." ένα τεμάχιο εμβολοχιτώνια σετ, ένα τεμάχιο εξάτμιση, ένα τεμάχιο φλάντζα σετ, οκτώ τεμάχια ωστήρια υδραυλικά, ένα τεμάχιο τρόμπα φρένου, δύο τεμάχια δισκοπλ. εμπρ., ένα τεμάχιο τακάκι εμπρ. με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 227.669 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 43) Στις 24-12-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "ΑΦΟΙ ..." ένα τεμάχιο γλύστρα αριστερή, ένα τεμάχιο γλύστρα δεξιά, ένα τεμάχιο γλύστρα εσωτερική αριστερά, ένα τεμάχιο γλύστρα εσωτερική δεξιά, 3,50 τεμάχια τσιμούχα και ένα τεμάχιο τσιμούχα με το υπ' αριθ. ...τιμολόγιο αντί τιμήματος 18.471 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 44) Στις 24-12-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." δύο τεμάχια σύρμα χειρόφρενου φορτηγού, δύο τεμάχια σύρμα αμπραγιάζ φορτηγού, ένα τεμάχιο ντίζα κοντέρ, .ένα τεμάχιο σετ μπουζοκαλώδια, ένα τεμάχιο ρουλεμάν εμπρόσθια, ένα τεμάχιο σετ σύνδεσμος ταχ. φορτηγού, δύο τεμάχια σύρμα γκαζιού, ένα τεμάχιο οδηγό σύρματος αμπραγιάζ φορτηγού, δύο τεμάχια ασφάλεια σύρματος αμπραγιάζ, ένα τεμάχιο σωληνάκι αβάνς, δύο τεμάχια πλατίνες, τέσσερα τεμάχια μπουζί κοντή βόλτα και δύο τεμάχια λάστιχο ψυγείου λαδιού με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 23.024 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 45) Στις 29-12-1998 κατέβαλαν στην εταιρεία "ΔΗΜ..." με την υπ' αριθ. ... απόδειξη το ποσό των 100.300 δραχμών για επισκευή μοτέρ και επισκευή φρένων, χωρίς να αναφέρεται επ' αυτής αριθμός αυτοκινήτου, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 46) Στις 11-3-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." ένα τεμάχιο σετ εμβολοχιτώνια και ένα τεμάχιο εξάτμιση με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 123.430 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. 47) Στις 5-5-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." ένα τεμάχιο καπάκι μηχανής διπλής, ένα τεμάχιο εμβολοχιτώνια σετ και ένα τεμάχιο εξάτμιση φορτηγού με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 150.502 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. Και 48) Στις 22-9-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "...-... Ο.Ε." ένα τεμάχιο τακάκι εμπρ., ένα τεμάχιο μπουζοκαλώδια σκαραβαίου, τέσσερα τεμάχια μπουζί σκαραβαίου, ένα τεμάχιο φίλτρο αέρα, ένα τεμάχιο εξάτμιση φορτηγού, ένα τεμάχιο σύρμα αμπραγιάζ και ένα τεμάχιο μαρκούτσι αμπραγιάζ με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 36.309 δραχμών, το οποίο καταλόγισαν στην εταιρεία και πληρώθηκε από το ταμείο της. Επίσης, αγόρασαν και κατέβαλαν στους πιο κάτω πωλητές τα παρακάτω τιμήματα για αγορά μπαταριών αυτοκινήτων, ήτοι: 1) Στις 26-10-1994 αγόρασαν από την εταιρεία "ΕΒΙΧ Ε.Π.Ε." ένα τεμάχιο FIAMM μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 16.000 δραχμών. 2) Στις 19-9-1995 αγόρασαν από την εταιρεία "ΕΒΙΧ Ε.Π.Ε." ένα τεμάχιο FIAMM μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 21.000 δραχμών. 3) Στις 28-6-1995 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." δύο τεμάχια μπαταρίες με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 22.479 δραχμών. 4) Στις 17-7-1995 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 12.589 δραχμών. 5) Στις 10-1-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 8.992 δραχμών. 6) Στις 28-2-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." μια μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 8.992 δραχμών. 7) Στις 5-12-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "ΓΟΥΤΑΣ ΑΕΒΕ και ΣΙΑ Ο.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 11.700 δραχμών. 8) Στις 12-8-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "ΓΟΥΤΑΣ ΑΕΒΕ και ΣΙΑ Ο.Ε." ένα τεμάχιο συσσωρευτή μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 22.000 δραχμών. 9) Στις 26-8-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "ΓΟΥΤΑΣ ΑΕΒΕ και ΣΙΑ Ο.Ε." δύο τεμάχια συσσωρευτές με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 40.801 δραχμών. 10) Στις 23-9-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "AUTO VOLT ..." δύο τεμάχια μπαταρία PRESTOLITE 12 V με το υπ' αριθ. ...τιμολόγιο, αντί τιμήματος 31.860 δραχμών. 11) Στις 18-12-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "ΓΟΥΤΑΣ ΑΕΒΕ και ΣΙΑ Ο.Ε." δύο τεμάχια συσσωρευτές με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 64.002 δραχμών. 12) Στις 23-12-1997 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 12.500 δραχμών. 13) Στις 31-3-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 18.499 δραχμών. 14) Στις 10-6-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 16.000 δραχμών. 15) Στις 17-6-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο,, αντί τιμήματος 17.499 δραχμών. 16) Στις 3-8-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." δύο τεμάχια μπαταρίες με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 41.999 δραχμών. 17) Στις 24-8-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "ΓΟΥΤΑΣ ΑΕΒΕ και ΣΙΑ Ο.Ε." ένα τεμάχιο συσσωρευτή μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 4.600 δραχμών. 18) Στις 18-1-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 13.000 δραχμών. 19) Στις 30-3-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 12.999 δραχμών. 20) Στις 8-10-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." ένα τεμάχιο μπαταρία με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 14.759 δραχμών. Και 21) Στις 3-11-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "Ν. ΚΟΝΤΗΣ Α.Ε." τρία τεμάχια μπαταρίες με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο αντί τιμήματος 51.659 δραχμών. Ακόμη, αγόρασαν τα παρακάτω ελαστικά αυτοκινήτων, ήτοι: 1) Στις 16-12-1995 αγόρασαν από την εταιρεία "ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΩΚΡ. ΚΕΛΕΡΗΣ" 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 175/70/13 και 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 185/75/14 με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 185.02005 δραχμών. 2) Στις 10-1-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 4 τεμάχια ελαστικά UNIROYAL τύπου 185/60/14 με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 110.000 δραχμών. 3) Στις 13-3-1996 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 165/70/13 με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 60.000 δραχμών. 4) Στις 3-12-1996 αγόρασαν από την εταιρεία MICHELIN 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 185/75/14 με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 95.000 δραχμών. 5) Στις 17-1-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 165/70/13 με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 70.000 δραχμών. 6) Στις 4-2-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 185/60/14 ΧΗ και 4 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 185/14 XCA-8PR με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 250.000 δραχμών. 7) Στις 3-4-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 1 τεμάχιο ελαστικό μεταχειρισμένο με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 5.000 δραχμών. 8) Στις 14-5-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 2 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 185/14 8 PR με το υπ' αριθ. ...τιμολόγιο, αντί τιμήματος 50.000 δραχμών. 9) Στις 8-10-1998 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 8 τεμάχια ελαστικά MICHELIN τύπου 185/148 PR με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 195.000 δραχμών. Και 10) Στις 25-2-1999 αγόρασαν από την εταιρεία "..." 4 τεμάχια ελαστικά NOKIA, τύπου NRC/14 8 PR με το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο, αντί τιμήματος 100.000 δραχμών. Επιπλέον, οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν όχι ευκαιριακά αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου μετά από συστηματική, οργανωμένη και μεθοδευμένη δραστηριοποίηση τους, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έχοντας αναπτύξει την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή και, λόγω της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης (για πέντε έτη περίπου), εμφανίζουν ροπή προς τέλεση της πράξης της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η καταχώρηση των παραπάνω δαπανών έγινε προς εξωλογιστική κάλυψη μέρους των επιπλέον μισθών και πριμ, που είχαν συμφωνηθεί για τους υπαλλήλους της εγκαλούσας εταιρείας με την υπ' αριθ. 15/19-4-1994 απόφαση της γενικής συνέλευσης αυτής. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού. Τούτο δε διότι υφίστατο η προαναφερόμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης που δικαιολογούσε την καταβολή επιπλέον μισθών και πριμ στους υπαλλήλους, ενώ δεν υπήρχε καμία σκοπιμότητα για την εξωλογιστική τακτοποίηση αυτών (μισθών-πριμ) με τον επισφαλή από απόψεως ελέγχου (άσκηση της διαχείρισης της εγκαλούσας εταιρείας με πληρεξούσιο) και επιζήμιο (επιβάρυνση με ΦΠΑ κλπ) τρόπο της έκδοσης τιμολογίων τρίτων προσώπων (φυσικών ή νομικών) και καταχώρησης τους στα βιβλία της εταιρείας. IV) Περαιτέρω, ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1, ενεργώντας ως διαχειριστής (πληρεξούσιος) της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε.", λόγω πραγματικής αδυναμίας του καταστατικού διαχειριστή να ασκήσει τα καθήκοντα του, καθόσον έπασχε από νεοπλασματική ασθένεια από την οποία και απεβίωσε, εισέπραξε (ο Χ1) διάφορες απαιτήσεις της εταιρείας και συγκεκριμένα: α) το Νοέμβριο του 1999 το ποσό των 564.153 δραχμών από την εταιρεία "ΑΒ Βασιλόπουλος α.ε.", β) στις 20-12-1999 και 19-1-2000 το ποσό των το ποσό των 218.000 δραχμών από την έμπορο ... και γ) το Σεπτέμβριο του 1999 το ποσό των 4.976.245 δραχμών από την εταιρεία "ΝΙΚΗ Α.Ε. SUPER MARKET" και συνολικά το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των ποσό των 5.759.098 δραχμών. Το ποσό αυτό ο πιο πάνω κατηγορούμενος διαχειριστής δεν απέδωσε, όπως όφειλε στην εγκαλούσα εταιρεία, την οποία εκπροσωπούσε κατά την είσπραξη των εν λόγω ποσών αλλά το υπεξαίρεσε με αντίστοιχη ζημία αυτής (εγκαλούσας εταιρείας). Ο πρώτος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1 ισχυρίζεται ότι η διαχείριση του υπήρξε καθόλα σύννομη, δεδομένου ότι ενήργησε πάντοτε στα πλαίσια των εντολών και οδηγιών που ελάμβανε από τον καταστατικό διαχειριστή της εγκαλούσας εταιρείας ΓΓ, ο οποίος είχε πλήρη γνώση των εταιρικών υποθέσεων, καθόσον: α) υπέγραψε όλους τους ισολογισμούς των ετών 1995 έως 1998, στους οποίους αναγράφονταν οι καταβληθείσες προμήθειες των παραπάνω παραγγελιοδόχων σε ανεξάρτητο λογαριασμό με την ένδειξη "Προμήθειες Πωλητών" και β) κάθε μήνα ελάμβανε εκκαθαριστικές καταστάσεις στις οποίες αναγράφονταν αναλυτικά οι ποσότητες μανιταριών που παραλάμβανε η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ Ε.Π.Ε." από τους εταίρους της, οι πωληθείσες ποσότητες και η αξία τους, καθώς και οι επιστροφές εμπορευμάτων, και στις οποίες (εκκαθαριστικές καταστάσεις) επισυνάπτονταν μηνιαίες καταστάσεις των γενομένων δαπανών και εξόδων για τη διάθεση των μανιταριών. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα όμως ουδόλως προέκυψε η βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού. Τούτο δε διότι από το προσκομιζόμενο επίσημο βιβλίο απογραφών και ισολογισμών της εγκαλούσας εταιρείας προκύπτει ότι στους καταχωρημένους σ' αυτό ισολογισμούς των ετών 1994-1998 δεν υπάρχει η υπογραφή του διαχειριστή ΓΓ, αλλά μόνο η υπογραφή του κατηγορουμένου Χ3, που τους συνέταξε. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι στα προσκομιζόμενα Φ.Ε.Κ. (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθμούς 174/7-5-1994, 2656/8-6-1995, 2916/12-6-1996, 2337/26-5-8-6-1995 και 48/28-5-1998, όπου δημοσιεύθηκαν οι ισολογισμοί αυτής των ετών 1994-1997, αναγράφεται ολογράφως το ονοματεπώνυμο ΓΓ, χωρίς υπογραφή. Εξάλλου, οι μηνιαίες εκκαθαριστικές καταστάσεις, που αποστέλλονταν στους εταίρους της εγκαλούσας και ως εκ τούτου και στην εταιρεία "ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΑΙΓΙΟΥ Α.Ε.", ήσαν συνοπτικές, χωρίς να γίνεται ανάλυση των δαπανών και των πωλήσεων καθενός παραγγελιοδόχου, ενώ έναντι της ένδειξης "Προμήθειες Πωλητών" αναγράφονταν ένα συνολικό ποσό, επιπλέον δε αυτές (καταστάσεις) ήσαν και ανακριβείς. Στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικές οι προσκομιζόμενες ενδεικτικά εκκαθαριστικές καταστάσεις: α) του μηνός Μαΐου 1994, όπου έναντι της ένδειξης "Προμήθειες Πωλητών" αναγράφεται το ποσό των 859.920 δραχμών, ενώ τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των παραγγελιοδόχων Χ4 και ΔΔ για το συγκεκριμένο μήνα, συμπεριλαμβανομένου και του τιμολογίου υπ' αριθ. ... του ΣΤ, ανέρχονται στο ποσό των 1.192.920 δραχμών συνολικά, β) του μηνός Νοεμβρίου 1994 , όπου έναντι της ένδειξης "Προμήθειες Πωλητών" αναγράφεται το ποσό των 1.168.170 δραχμών, ενώ τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των δύο πιο πάνω παραγγελιοδόχων για το συγκεκριμένο μήνα, συμπεριλαμβανομένου και του υπ' αριθ. ... τιμολογίου του ΣΤ, ανέρχονται στο ποσό των 1.418.170 δραχμών συνολικά και γ) του μηνός Οκτωβρίου 1997, όπου αναγράφεται έναντι της ένδειξης "προμήθειες Πωλητών" ΜΗΔΕΝ, ενώ τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών των δύο ως άνω παραγγελιοδόχων ανέρχονται για το συγκεκριμένο μήνα στο ποσό των 681.403 δραχμών συνολικά. Συνεπεία δε των ανωτέρω ο ΓΓ, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας, δεν γνώριζε, λόγω και των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, από τα οποία και τελικά απεβίωσε, την πραγματική οικονομική κατάσταση αυτής μέχρι το 1999. Κατά το έτος 1999 ο ως άνω ΓΓ, έχοντας υποψίες από την κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, όρισε ως πληρεξούσιο του το ΒΒ, λογιστή, στον οποίο ανέθεσε να διενεργήσει λεπτομερή διαχειριστικό έλεγχο της εταιρείας και ανακάλεσε κάθε προηγούμενη εξουσιοδότηση ή πληρεξουσιότητα προς οποιονδήποτε άλλον. Ο τελευταίος κατά τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε την ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων στον τρόπο διοίκησης, λειτουργίας και τα οικονομικά στοιχεία της εγκαλούσας εταιρείας (βλ. το από 5-5-1999 πόρισμα του διενεργήσαντος τον ως άνω έλεγχο λογιστή). Μετά ταύτα ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας ΓΓ στις 30-12-1999 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας με τον πρώτο των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, λόγω υποβολής μηνύσεως σε βάρος του. Εξάλλου, οι ως άνω εκκαλούντες-κατηγορούμενοι Χ5 και Χ3 δεν ασκούσαν απλή επόπτευση της λογιστικής καταχώρησης των παραστατικών στοιχείων στα λογιστικά βιβλία της εγκαλούσας εταιρείας χωρίς καμία περαιτέρω συμμετοχή αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ίδιοι. Αντίθετα, προκύπτει ότι αυτοί είχαν την ευθύνη τήρησης των λογιστικών βιβλίων της εγκαλούσας εταιρείας και γενικότερα ήσαν υπεύθυνοι για την παρακολούθηση και διεκπεραίωση των οικονομικών δοσοληψιών της εταιρείας, για τον έλεγχο και την καταχώρηση των δικαιολογητικών και των παραστατικών στα βιβλία της και για την κατάρτιση των οικονομικών ισολογισμών της. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω στην παρούσα περίπτωση ως προς την αποδιδόμενη σ' όλους τους πιο πάνω εκκαλούντες-κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση και επιπλέον ως προς την αποδιδόμενη στον πρώτο αυτών (εκκαλούντων-κατηγορουμένων) Χ1 αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, η συνδρομή των οποίων επιβάλλει τον ακροαματικό έλεγχο της υποθέσεως.
VI. Με βάση τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα ανακύπτει ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, μιας επί μέρους περίπτωσης της κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος Χ1 που φέρεται να έχει τελεστεί στις 27-4-1994 και συνίσταται στην καταβολή στο συνεργείο αυτοκινήτων του ... του ποσού των 162.000 δραχμών με την υπ'αριθμ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών, αφού από τον φερόμενο χρόνο τέλεσης (27-4-1994) μέχρι σήμερα (14-7-2009) συμπληρώθηκε η δεκαπενταετής προθεσμία παραγραφής και πρέπει συνεπώς να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την επί μέρους αυτή πράξη, τόσον για τον αναιρεσείοντα Χ1, όσον και τον φερόμενο ως συναυτουργό στην πράξη αυτή Χ5, έστω και αν αυτός δεν άσκησε αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ.
VII. Με βάση εξ άλλου τις παραπάνω παραδοχές ανακύπτει ζήτημα έλλειψης της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω ασαφειών, αντιφάσεων και λογικών κενών κατά την έκθεση των γεγονότων, για τους ίδιους δε λόγους ανακύπτει ζήτημα εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αφού έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί του αν εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 και 386 ΠΚ και έτσι το βούλευμα να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα και σε σχέση με την κακουργηματική απάτη πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Στο σκεπτικό του βουλεύματος και σε σχέση με το πρόσωπο που εξαπατήθηκε υπάρχει κατ'αρχήν ασάφεια. Και στις δύο επί μέρους μορφές τέλεσής του, όπως αυτές περιγράφονται στα φύλλα 32 επ. του βουλεύματος (καταβολή στον Χ4, μεγαλύτερου ποσού ως προμήθειες από αυτό που θα δικαιολογούσαν οι πραγματικές πωλήσεις, πληρωμή σε συνεργεία για την δήθεν επισκευή οχημάτων της εταιρείας), ως εξαπατηθέντες φέρονται αορίστως οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εγκαλούσας εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΕΠΕ", χωρίς να προσδιορίζονται αυτοί κατά τα στοιχεία ταυτότητος και χωρίς να προσδιορίζονται οι βλαπτικές των συμφερόντων της εταιρείας ενέργειες των προσώπων αυτών, συνεπεία της παραπλανήσεώς τους από τις απατηλές ενέργειες των κατηγορουμένων.
Περαιτέρω όμως και εντελώς αντιφατικά γίνεται δεκτό ότι η βλάβη στην περιουσία της εταιρείας, επήλθε συνεπεία των ενεργειών των κατηγορουμένων οι οποίοι ενεργούσαν με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας ο Χ1, του Διευθυντού πωλήσεων ο Χ2, του υπεύθυνου λογιστή ο Χ5 και ο Χ3. Περαιτέρω από τις παραδοχές αυτές προκύπτει το λογικό κενό, ότι φέρονται να εξαπατήθηκαν "οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας", ενώ την ίδια στιγμή γίνεται δεκτό ότι, "νόμιμος εκπρόσωπος" της εταιρείας ήταν ο Χ1, αφού αυτός κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του "διαχειριστή" της Ε.Π.Ε. Με βάση τις αντιφατικές παραδοχές καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθότητας της υπαγωγής της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ περί απάτης, και κατά συνέπεια το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Σε σχέση εξ άλλου με την κακουργηματική υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση που αποδίδεται μόνον στον αναιρεσείοντα Χ1ανακύπτουν τα ίδια ζητήματα έλλειψης αιτιολογίας και της εκ πλαγίου παράβασης του άρθρου 375 ΠΚ. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου η πράξη του κατηγορουμένου αυτού είχε τον χαρακτήρα κακουργήματος γιατί αυτός ενεργούσε ως "διαχειριστής". Όμως ταυτοχρόνως και εντελώς αντιφατικά γίνεται δεκτό ότι κατά το χρονικό διάστημα που φέρεται να τελέστηκε η πράξη, "διαχειριστής" της εταιρείας είχε οριστεί άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα ο λογιστής ΒΒ. Δημιουργείται έτσι λογικό κενό σε σχέση με το κατά πόσο ο αναιρεσείων μπορούσε να λειτουργεί ως "διαχειριστής", όταν τα καθήκοντα αυτά είχε ανατεθεί σε άλλον.
Πρέπει συνεπώς, κατ'αποδοχή ως βασίμων των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης, που προβλέπονται από το άρθρο 484 παρ. 1β' και 1γ' ΚΠΔ, να αναιρεθεί το βούλευμα και η υπόθεση να τεθεί στο σύνολο της υπό νέα κρίση και ως προς τους κατηγορουμένους που δεν άσκησαν αναίρεση (άρθρο 469 ΚΠΔ). Αντιθέτως οι υπόλοιπο λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω
Ι. Να γίνουν δεκτές η με αριθμό 103/2009 και 104/2009 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατά του 835/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να αναιρεθεί το βούλευμα ως προς όλες τις παραπεμπτικές διατάξεις του.
ΙΙΙ. Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο σύνολό της για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο και
ΙV. Να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, που φέρεται να τελέστηκε από τον Χ1 και Χ2 στις 27-4-1994.
Αθήνα 14 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι κρινόμενες, με αριθμό 103/22-5-2009 και 104/25-5-2009, αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ..., αντιστοίχως, στρέφονται κατά του 835/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε μετ' αναίρεση και κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως σ' αυτό με την 865/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα έγιναν τυπικά δεκτές, αλλά απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις, τις οποίες είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες [και άλλοι συγκατηγορούμενοι, που δεν έχουν ασκήσει αναίρεση] κατά του 1872/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι αμφότεροι μεν απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με προκληθείσα ζημία άνω των 5.000.000 δραχμών (ΠΚ 386 παρ.1 και 3 περ. α'), μόνο δε ο πρώτος και υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, συνολικού ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΠΚ 375 παρ.1 εδ. α' και 2 εδ. α'). Οι αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (ΚΠοινΔ 482 παρ.1 στοιχ. Α' περ. α'). Επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να συνεκδικασθούν, λόγω της συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους.
2. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα συγκεκριμένου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. 3.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α' και παρ.2 εδ. α' ΠΚ, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο [ολικώς ή εν μέρει] κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", ενώ "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο [μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα και] λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Διαχειριστής ξένης περιουσίας, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, είναι εκείνος που ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις διαχείρισης, με εξουσία αντιπροσώπευσης του κυρίου της περιουσίας και λήψης αποφάσεων με προσωπικό κίνδυνο και ευθύνη. Ο διαχειριστής, κατά κανόνα, αποκτά την εξουσία αυτή εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως. Δεν αποκλείεται, όμως, το να την αποκτήσει και εκ των πραγμάτων (ΑΠ 292/03). Ο υπάλληλος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ο οποίος ασκεί τη διαχείριση αυτής δυνάμει πληρεξουσιότητας εκ μέρους του καταστατικού διαχειριστή, αποκτά, ασφαλώς, την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας κατά την παραπάνω έννοια. Ο ίδιος, μετά την ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς γενική διαχείριση, εφ' όσον διατηρεί την ιδιότητα του υπαλλήλου και εξακολουθεί, στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, να ενεργεί για λογαριασμό της εταιρίας σε συγκεκριμένες υποθέσεις και να εισπράττει απαιτήσεις αυτής, ελευθερώνοντας σχετικώς τους οφειλέτες, συνεχίζει εκ των πραγμάτων να έχει την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συσχετισμό των αιτιολογιών και του διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος [όπου έγινε μερική αναδιατύπωση του διατακτικού του 1872/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, λόγω της παραγραφής του αξιοποίνου κάποιων επί μέρους πράξεων κατά το διαμεσολαβήσαν χρονικό διάστημα], το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος [ήδη αναιρεσείων] Χ1, που ήταν υπάλληλος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΕΠΕ", ασκούσε ήδη από το έτος 1989 διαχειριστικά καθήκοντα σ' αυτήν, αρχικώς μεν δυνάμει αποφάσεως των μετόχων, εν συνεχεία δε κατόπιν ειδικής πληρεξουσιότητας του καταστατικού διαχειριστή ΓΓ, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και δεν είχε τη φυσική δυνατότητα να κατευθύνει αυτοπροσώπως την εταιρική δραστηριότητα. Ότι ο τελευταίος, εντός του έτους 1999 [χωρίς προσδιορισμό ακριβούς ημερομηνίας], υποπτευόμενος κακοδιαχείριση, ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που είχε δώσει στον κατηγορούμενο και εγκατέστησε ως νέο πληρεξούσιο διαχειριστή της εταιρίας το λογιστή ΒΒ, με την εντολή να διενεργήσει λεπτομερή οικονομικό έλεγχο. Ότι ο ΒΒ εκτέλεσε την εντολή και κατάρτισε το από 5-5-1999 πόρισμα, στο οποίο επισημαίνονται σοβαρά προβλήματα ως προς τον τρόπο της διοίκησης και της διαχείρισης της εταιρίας εκ μέρους του κατηγορουμένου. Ότι παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος, διατηρώντας την ιδιότητα του υπαλλήλου της εταιρίας και εξακολουθώντας να ασκεί νομικές πράξεις για λογαριασμό της, εισέπραξε από πελάτες διάφορες απαιτήσεις αυτής και συγκεκριμένα α) το Σεπτέμβριο 1999 το ποσό των 4.976.245 δραχμών από την εταιρία "ΝΙΚΗ ΑΕ", β) το Νοέμβριο 1999 το ποσό των 564.153 δραχμών από την εταιρία "ΑΒ Βασιλόπουλος ΑΕ" και γ) την 20-12-1999 το ποσό των 218.000 δραχμών από την έμπορο ... Ότι συνολικά εισέπραξε το ποσό των 5.759.098 δραχμών, που θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο δεν απέδωσε, όπως όφειλε, στην εταιρία, αλλά το ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα, με αντίστοιχη ζημία αυτής. Ότι την 30-12-1999, ο καταστατικός διαχειριστής ΓΓ κατήγγειλε αναποζημιώτως τη σύμβαση εργασίας του κατηγορουμένου, λόγω υποβολής μηνύσεως εναντίον του. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών επικύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που είχε παραπέμψει τον κατηγορούμενο Χ1 για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας. Στις παραδοχές αυτές δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση, σε βαθμό που να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόζεται ορθώς η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ και αιτιολογείται επαρκώς η υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών σ' αυτήν. Πράγματι, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε απολέσει την ιδιότητα του πληρεξούσιου διαχειριστή της εταιρίας εντός του έτους 1999 [και, λογικώς, πριν από την 5-5-1999, ημέρα κατά την οποία ο νέος πληρεξούσιος διαχειριστής, ΒΒ, κατάρτισε το πόρισμα του οικονομικού ελέγχου, που διενήργησε], δεν βρίσκεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι ο ίδιος κατηγορούμενος, που εξακολουθούσε να έχει την υπαλληλική ιδιότητα, επιχειρούσε μεμονωμένες νομικές πράξεις, όπως η είσπραξη απαιτήσεων της εταιρίας, ως οιονεί αντιπρόσωπος του νομίμου εκπροσώπου αυτής σε συγκεκριμένες συναλλαγές και, κατ' επέκταση, ως εκ των πραγμάτων διαχειριστής της εταιρικής περιουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος της 103/22-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' και δ', είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος τη ίδιας αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη θεμελίωση της υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδώσει στην εταιρία τα ποσά, που φέρεται ότι είχε εισπράξει και ιδιοποιηθεί. Πράγματι, μετά την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εισέπραττε χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας, ενεργώντας ως υπάλληλος και υποκαθιστώντας εκ των πραγμάτων το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, καθίσταται αυτονόητη η υποχρέωσή του να αποδώσει τα εισπραχθέντα στο ταμείο της εταιρίας, χωρίς να είναι αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση της νομικής βάσεως της υποχρέωσης αυτής.
4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη των 15.000 ευρώ) κλπ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, "Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός [αυτού] για πορισμό εισοδήματος", ενώ "Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας [αυτού]". Και τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, κατ' εξακολούθηση έγκλημα υπάρχει όταν το ίδιο πρόσωπο τελεί περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες είναι ομοειδείς μεταξύ τους, προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και χαρακτηρίζονται από ενότητα δόλου ως προς τη διάπραξή τους και την επέλευση του συνολικού αποτελέσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συσχετισμό των αιτιολογιών και του διατακτικού του προσβαλλομένου βουλεύματος [όπου έγινε μερική αναδιατύπωση του διατακτικού του 1872/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος, όπως προαναφέρθηκε], το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι [ήδη αναιρεσείοντες] Χ1, με την ιδιότητα του πληρεξούσιου διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ ΕΠΕ" και Χ2 με την ιδιότητα του διευθυντή πωλήσεων της ίδιας εταιρίας, στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1994 έως και το έτος 1999, ενεργώντας από κοινού μεταξύ τους και μαζί με άλλους δύο υπαλλήλους της εταιρίας [τους λογιστές Χ5 και Χ3, που δεν έχουν ασκήσει αίτηση αναιρέσεως], αποδέχθηκαν αναληθή τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία είχαν εκδοθεί από τους συνεργάτες αυτής (παραγγελιοδόχους πωλήσεων) ΣΤ, Χ4 και ΔΔ και εμφάνιζαν την εκ μέρους εκείνων διενέργεια πλασματικών πωλήσεων με συνολική αξία κατά πολύ υπέρτερη της αξίας των πραγματικών. Ότι με τον τρόπο αυτό οι εν λόγω συνεργάτες εμφανίζονταν να δικαιούνται την είσπραξη ποσοστιαίας αμοιβής (προμήθειας 8% επί του τιμήματος) πολύ μεγαλύτερης από την πράγματι οφειλόμενη επί των αληθινών πωλήσεων. Ότι οι κατηγορούμενοι, αν και γνώριζαν την αναλήθεια των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών [διότι την όλη μεθόδευση είχε εμπνευσθεί και υποδείξει ο Χ1], τα καταχώρησαν στα βιβλία της εταιρίας, "παριστάνοντας έτσι ψευδώς προς την τελευταία" ότι οι ως άνω συνεργάτες είχαν δικαίωμα να εισπράξουν την εν λόγω μεγαλύτερη αμοιβή, την οποία και εισέπραξαν (σημειώνεται ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρονται κατ' έτος η αξία των πραγματικών πωλήσεων και η βάσει αυτής αναλογούσα πραγματική προμήθεια, η αξία των πλασματικών πωλήσεων και η βάσει αυτής αναλογούσα πλασματική προμήθεια, καθώς και η μεταξύ πλασματικής και πραγματικής προμήθειας διαφορά, που υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 5.000.000 δραχμών και φέρεται ότι καταβλήθηκε στους συνεργάτες, χωρίς να τη δικαιούνται και ότι αποτέλεσε τη ζημία της εταιρίας). Ακόμη, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος [ήδη αναιρεσείων] Χ1, με την ίδια ιδιότητα και ενεργώντας από κοινού με το λογιστή Χ5, στο χρονικό διάστημα από 27-4-1994 μέχρι 3-11-1999, καταχώρησε στα βιβλία της εταιρίας ένα μεγάλο αριθμό παραστατικών, που είχαν εκδοθεί από διάφορες επιχειρήσεις και αναφέρονταν σε επισκευές αυτοκινήτων, σε αγορά ηλεκτροσυσσωρευτών (μπαταριών) αυτοκινήτων και σε αγορά ανταλλακτικών αυτοκινήτων, τα οποία εμφάνισε ως δαπάνες της εταιρίας, ενώ στην πραγματικότητα αφορούσαν σε οχήματα άσχετα προς αυτήν. Και ότι με τον τρόπο αυτό επέτυχε να πληρωθούν από το ταμείο της εταιρίας οι εν λόγω δαπάνες, που συνολικώς υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, προς ζημία αυτής (σημειώνεται ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρονται αναλυτικά τα επί μέρους παραστατικά, με το χρόνο έκδοσης και τη χρηματική αξία ενός εκάστου). Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών επικύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που είχε παραπέμψει τους κατηγορουμένους για να δικασθούν ως υπαίτιοι απάτης κατ' εξακολούθηση, με συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στις παραδοχές αυτές δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση, σε βαθμό που να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόζονται ορθώς οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 και 3 ΠΚ και το αν αιτιολογείται επαρκώς η υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών σ' αυτές. Αναφέρεται, βέβαια, ότι οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν ως υπεύθυνοι υπάλληλοι της εταιρίας και, μάλιστα, ότι ο πρώτος από αυτούς είχε την ιδιότητα του πληρεξούσιου διαχειριστή αυτής. Και ότι αποδέκτης της παραπλανητικής συμπεριφοράς υπήρξε η εταιρία, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του φυσικού προσώπου που την εκπροσωπούσε, που παραπλανήθηκε και που συνεπεία της παραχθείσας πλάνης ενήργησε με αποτέλεσμα την επέλευση της ζημίας. Γι' αυτό, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ασάφεια και αντίφαση. Από το συνδυασμό, όμως, του αιτιολογικού με το διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει σαφώς ότι το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο κατέληξε η παραπλανητική συμπεριφορά των κατηγορουμένων ήταν ο καταστατικός διαχειριστής της εταιρίας, ΓΓ. Αυτός, εξ αιτίας της παραπλάνησης, που επιτεύχθηκε με την καταχώρηση στα βιβλία [σε αμφότερες τις περιπτώσεις της απάτης] παραστατικών εξωτερικά νομότυπων, αλλά εσωτερικά αναληθών, σε συνδυασμό με τη φυσική του αδυναμία να ασκεί συνεχή και ουσιαστικό έλεγχο στη διαχείριση της εταιρίας, οδηγήθηκε στο να ανεχθεί επί σειρά ετών την παράνομη δραστηριότητα των κατηγορουμένων και την εκταμίευση των χρηματικών ποσών που φαίνονταν ότι δικαιολογούνται από τα αναληθή παραστατικά. Με τον τρόπο αυτό φέρεται ότι επήλθε εξακολουθητικά η ζημία της εταιρίας, σε βάθος χρόνου περίπου πέντε ετών, μέχρις ότου ο ΓΓ υποψιάσθηκε την κακοδιαχείριση, αντικατέστησε τον πληρεξούσιο διαχειριστή και επέτυχε την αποκάλυψη σοβαρών ενδείξεων, που δεν συνιστούσαν απλώς κακή διαχείριση, αλλά αξιόποινες πράξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της 103/22-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως και ο ομοίου περιεχομένου πρώτος λόγος της 104/25-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' και δ', είναι αβάσιμοι. Ομοίως, αβάσιμοι είναι και οι τέταρτος και δεύτερος λόγοι, αντιστοίχως, των ιδίων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Πράγματι, μετά την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι επαναλάμβαναν την ως άνω συμπεριφορά κατά τη διάρκεια μιας πενταετίας, καταχωρώντας κάθε φορά στα βιβλία της εταιρίας ένα διαφορετικό, αναληθές παραστατικό δαπάνης ή πληρωμής και εκταμιεύοντας το αντίστοιχο ποσό, γίνεται φανερό ότι η παραπλάνηση του καταστατικού εκπροσώπου επαναλαμβανόταν εν δυνάμει με κάθε καταχώριση και η ζημία επερχόταν και διογκωνόταν κάθε φορά. Και τέλος, ομοίως, αβάσιμοι είναι και οι πέμπτος και τρίτος λόγοι, αντιστοίχως, των ιδίων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Πράγματι, μετά τις παραδοχές ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν επανειλημμένα, ότι με τις πράξεις τους επιδίωκαν να εκταμιεύουν από την εταιρία παρανόμως χρηματικά ποσά, τα οποία επαύξαναν την περιουσία των ιδίων και ότι χωρίς κάποια αναστολή εκμεταλλεύθηκαν την φυσική αδυναμία του καταστατικού διαχειριστή να ασκεί συνεχή και ουσιαστικό έλεγχο, δεν χρειαζόταν κάποια πρόσθετη αιτιολογία για να καταλήξει το Συμβούλιο στο ότι οι κατηγορούμενοι "κινήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό τον πορισμό σταθερού εισοδήματος" και είχαν αποκτήσει "ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους", όπως αναφέρεται στο διατακτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος.
5. Με τον έκτο λόγο της 103/22-5-2009 αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας εκ του ότι παρέλειψε να αποφανθεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 309 παρ.1 περ. ε', 315 παρ.1, 317 παρ.1 και 318 ΚΠοινΔ, ως προς τη διατήρηση ή την κατάργηση των περιοριστικών όρων, που είχαν επιβληθεί σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 με διάταξη του ανακριτή. Ο λόγος, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. στ', ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Συμβούλιο Εφετών, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και επικύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Πράγματι, επί του ζητήματος των περιοριστικών όρων είχε αποφανθεί το πρωτοβάθμιο συμβούλιο και η διάταξή του, μετά την απόρριψη της έφεσης κατ' ουσίαν, παρέμεινε ισχυρή. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
6. Σύμφωνα προς τις παραπάνω σκέψεις και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, με αριθμό 103/22-5-2009 και 104/25-5-2009, αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ..., αντιστοίχως, περί αναιρέσεως του 835/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση. Αναίρεση κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που απέρριψε έφεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, για κακουργηματική απάτη και υπεξαίρεση. Λόγοι για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων αβάσιμοι.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2395/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 599/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Απριλίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 626/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 280/16.9.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατά το άρθρ. 485 παρ.1 ΚΠΔ τις υπ' αρ. 79 και 80/16-4-2009 αιτήσεις αναίρεσης των (1) Χ1, κατοίκου ..., ... και (2) Χ2, κατοίκου ..., ... αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 599/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: (Ι) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αρ. 488 και 489/2008 εφέσεις των ως άνω αναιρεσειόντων κατά του υπ' αρ. 2601/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για (1) απάτη κατά συναυτουργία με αποκομισθέν παράνομο περιουσιακό συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν τα 73.000 Ευρώ, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (αμφότεροι), (2) ψευδή καταμήνυση κατά συρροή (η πρώτη) και (3) συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή (η πρώτη) (άρθρ. 1, 13, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 79 ,94 παρ. 1, 98, 229 παρ. 1, 363-362 και 386 παρ. 1-3β ΠΚ ως ισχύουν) και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα.
Η υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ, με τις ως άνω από 16/4/2009 δηλώσεις των στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ' αριθμ. 79/16-4-2009 και 80/16-4-2009 εκθέσεις αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί νομίμως την 22/4/2009 στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και την 8/4/2009 στους αντικλήτους δικηγόρους τους (βλ. συνημμ. αποδεικτικά επίδοσης προσβαλλομένου βουλεύματος) και είναι συνεπώς τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και την έλλειψη ακρόασης, διότι δεν δόθηκε ουδεμία απάντηση στο νομίμως υποβληθέν αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αμφοτέρων των κατηγορουμένων ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκειμένου να παρασχεθούν οι απαιτούμενες εξηγήσεις και διευκρινήσεις επί της κατηγορίας.
(ΙΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιό ή ποιά από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 1303/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 - όπως ισχύει - ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.).
Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α.). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.α.).
Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.α.). Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών και αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.)· Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι ο ίδιος ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα- εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού- αρ.87 επ. Συντ.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους, β) βλάβη ξένης περιουσίας, γ) παραπλάνηση σε πράξη, παράλειψη η ανοχή που συνιστά διάθεση περιουσίας, δ) η παραπλάνηση να επέλθει με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών. Οι τρεις αυτοί τρόποι πρόκλησης παραπλάνησης διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το εννοιολογικό τους περιεχόμενο. Ενώ δηλαδή ο δύο πρώτοι (παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και απόκρυψη αληθινών) συνιστούν θετικές ενέργειες απατώσας συμπεριφοράς, ο δεύτερος σε αντίθεση με τον πρώτο, προϋποθέτει πάντοτε και άλλη αθέμιτη ενέργεια του δράστη προγενέστερη ή σύγχρονη, συγκαλυπτική της αλήθειας από τον άλλο, τον οποίο στη συνέχεια παραπλανά με την αθέμιτη απόκρυψη της, ο δε τρίτος (αθέμιτη απόκρυψη αληθινών) προϋποθέτει ότι ο δράστης έχει υποχρέωση είτε από το νόμο είτε από σύμβαση είτε από προηγούμενη ενέργεια του είτε με βάση τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη στις συναλλαγές, για την ανακοίνωση των αληθινών και συνιστά συμπεριφορά που τελείται με παράλειψη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Χωρίς την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία δεν υπάρχει απάτη, ενώ σε περίπτωση που αυτή επέλθει, δεν ενδιαφέρει η επίτευξη του παρανόμου περιουσιακού οφέλους, καθώς και αν το πρόσωπο που εξαπατήθηκε είναι το ίδιο που ζημιώθηκε. Περιουσιακά στοιχεία είναι και οι όχι εντελώς γενικές, αόριστες και απλές, αλλά στηριζόμενες σε ορισμένη πιθανότητα ελπίδες και οι περιβαλλόμενες από σταθερότητα προσδοκίες κτήσης οικονομικών αγαθών, βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωση της, δηλαδή η διαφορά επί το έλασσον μεταξύ της χρηματικής αξίας, την οποία είχε πριν από τη διάθεση που προκλήθηκε από την απατηλή παραπλάνηση και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτή. (ΑΠ 878/1982 ΠΧρ. ΛΓ/249, ΑΠ 970/1982 ΠΧρ.ΛΓ/292, ΑΠ 1866/1983 ΠΧρ. ΑΔ/653, ΑΠ 323/1994 ΠΧρ. ΜΔ/388, ΑΠ 650/2003 Ποιν.Λογ. 2003/680, ΑΠ 2264/2003 Ποιν.Λογ. 2003/2426, ΑΠ 53/2004 Ποιν.Λογ. 2004/72, ΑΠ 744/2004 Δ/νη 2004/1556, ΑΠ 59/2005 ΠΧΡ 2005/887). Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του, δεδομένου ότι δεν ορίζεται άλλως στο νόμο. Οι μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που επέτυχε από την αρχική εξαπάτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συρρέουν αληθώς, με την πρώτη, εφόσον με αυτές προκαλείται νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του παθόντος ΑΠ 610/1994 ΠΧΡ ΜΔ/749, ΑΠ 806/1994 σε Συμβούλιο ΠΧΡ ΜΔ/783, ΑΠ 405/2004 σε Συμβούλιο ΠοινΛογ 2004/534).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94§1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει θεσπισθεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία όμως (συρροή) το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει μία ενιαία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια του οικείου εγκλήματος. Επομένως καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλεια της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, αναλόγως του ποσού του οφέλους ή της βλάβης. Με το άρθρο 14§1 αριθμ. 1.1 Ν. 2721/1999 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο ανωτέρω άρθρο 98 που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση απάτης κατ' εξακολούθηση, αν όλες οι μερικότερες πράξεις τελέστηκαν μετά την ισχύ του Ν. 2721/1999, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης, αρκεί και λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, αν, βεβαίως, ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1605/1999 σε Συμβ. ΠΧρ Ν/791, Ολομ. ΑΠ 5/2002 ΠΧρ ΝΒ/697, ΑΠ 1725/2004 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2004/2213, ΑΠ 1015/2005 σε Συμβ. Πχρ ΝΣΤ/127).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη (ΑΠ 103/2006 ΠοινΛογ 2006/89, ΑΠ 491/2007 σε Συμβ. ΠοινΛογ 2007/348).
Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά (ΑΠ 1494/2005) στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ' αυτού υιοθετηθείσα εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του αναφερομένου σ' αυτό αποδεικτικού υλικού που νομότυπα συγκεντρώθηκε και συγκεκριμένα, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Επειδή από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και ειδικότερα από τις μαρτυρικές καταθέσεις (πλην της από 13-6-2005 ληφθείσας ενόρκως από τον ΑΑ, κατά την αρχικά διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, κατηγορηθέντος και αυτού κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης συναυτουργού των εκκαλούντων κατ/νων κατά την τέλεση της ανωτέρω πρώτης αξιόποινης πράξης και απαλλαγέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα), τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των εκκαλούντων κατ/νων, καθώς και τις ληφθείσες κατά την προκαταρκτική εξέταση έγγραφες εξηγήσεις τους (αρθρ. 31 §2 ΚΠΔ, όπως αντικ. με αρθρ. 5 Ν. 3346/2005), τις απολογίες του ανωτέρω ΑΑ και του επίσης κατηγορηθέντος κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης για άμεση συνεργεία στην ανωτέρω πρώτη αξιόποινη πράξη ... και επίσης απαλλαγέντος με το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθώς και τα λοιπά συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, γενόμενα δεκτά και από το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο αναφέρθηκε στη σχετική εισαγγελική πρόταση: Οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, σύζυγοι, από τους οποίους ο πρώτος είναι καλαθοσφαιριστής και η δεύτερη δημοσιογράφος και τηλεοπτική παρουσιάστρια, επιθυμώντας το έτος 2001 να επενδύσουν τα χρήματα των αποταμιεύσεών τους, πληροφορήθηκαν από τον φίλο και συναθλητή του πρώτου ... ότι μία από τις εταιρείες παροχής επενδυτικών συμβουλών και διαχείρισης χαρτοφυλακίων, της οποίας και ο ίδιος ήταν πελάτης, ήταν η "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Η εταιρεία αυτή είχε ιδρυθεί το έτος 2000 μετά από μετατροπή της εταιρείας λήψης και διαβίβασης εντολών "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΕΛΔΕ" σε Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), ιδρυτής, δε, βασικός μέτοχος και γενικός διευθυντής της ήταν ο δεύτερος εκκαλών κατ/νος Χ2, ο οποίος ασκούσε άμεσα τον έλεγχο της μαζί με τη σύζυγο του πρώτη εκκαλούσα κατ/νη Χ1, επίσης βασική μέτοχο της και πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της. Επιπλέον, οι εκκαλούντες κατ/νοι ήλεγχαν και τις εταιρείες "CONFINE INVESTMENT LIMITED" με έδρα την ..., "CONSTANT FINANCIAL SERVICES OVERSEAS LTD" με έδρα επίσης την ... και "CONSTANT FINANCIAL SERVICES PLC" με έδρα το ... Με τη μεσολάβηση του προαναφερομένου ..., το Μάιο 2001 πραγματοποιήθηκε στην οικία των εγκαλούντων συνάντηση τους με τον ΑΑ, επενδυτικό σύμβουλο της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό των εκκαλούντων, τους παρουσίασε τη θέση της στο χώρο που εδραστηριοποιείτο και ειδικότερα τους ανέφερε ότι οι ελέγχοντες αυτήν εκκαλούντες κατ/νοι ήταν φερέγγυα πρόσωπα με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι αυτή ασχολείται με τη διαχείριση χαρτοφυλακίων με επενδύσεις, κυρίως, σε αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης, με σταθερές και εγγυημένες αποδόσεις, ότι διατηρούσε ήδη δύο θυγατρικές εταιρείες στην ... και συγκεκριμένα τις ανωτέρω "CONFINE INVESTMENT LIMITED" με μετοχικό κεφάλαιο 10.000.000 λιρών Κύπρου και την "CONSTANT FINANCIAL SERVICES OVERSEAS LTD", καθώς και μία στην ... και συγκεκριμένα την ανωτέρω "CONSTANT FINANCIAL SERVICES LTD", ότι διέθετε στους Έλληνες επενδυτές μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ως αποκλειστική αντιπρόσωπος της εταιρείας "BARING ASSET MANAGEMENT", ότι διαχειριζόταν επενδυτικά χαρτοφυλάκια ύψους 40 δισεκατομμυρίων ευρώ, το σημαντικότερο μέρος των οποίων αποτελούνταν, κυρίως, από κεφάλαια των πολυεθνικών εταιρειών "CANADA LIFE INTERNATIONAL" και "ROYAL SCANDIA", οι οποίες διαχειρίζονταν κεφάλαια ύψους 20 δισεκατομμυρίων αγγλικών στερλινών και 44 δισεκατομμυρίων αγγλικών στερλινών αντιστοίχως, η ίδια δε ("CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.") είχε στη διαχείριση της πέντε αμοιβαία κεφάλαια της ανωτέρω πρώτης πολυεθνικής εταιρείας και ένα αμοιβαίο κεφάλαιο της ανωτέρω δεύτερης. Τους ανέφερε, δε, ότι, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, εάν επένδυαν χρήματα στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και εμπιστεύονταν σ' αυτήν τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους, θα αξιοποιούσαν μεσοπρόθεσμα τα χρήματα τους με μηνιαία απόδοση σημαντικών κερδών, χωρίς κίνδυνο του κεφαλαίου τους. Με αυτές τις παραστάσεις πείστηκαν οι εγκαλούντες να επιλέξουν ένα επενδυτικό πρόγραμμα με μικρό κίνδυνο αρνητικής απόδοσης (απώλειας κεφαλαίου) μέχρι 10% και με προμήθεια (για την ανωτέρω εταίρε 1,5% πλέον ΦΠΑ επί της εκάστοτε τρέχουσας αξίας των χαρτοφυλακίων τους, την δε 20-5-2001 υπέγραψαν (ο καθένας για λογαριασμό του) ένα επενδυτικό ερωτηματολόγιο με αναφορά της ανάληψης μικρού κινδύνου έως 10%, μία σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, μία σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου, έναν πίνακα χρεώσεων και μία σύμβαση συνεργασίας με την εταιρεία "CANADA LIFE INTERNATIONAL", τα οποία τους εμφανίστηκαν ως διαδικαστικά έγγραφα και οι ίδιοι δεν έλαβαν γνώση συγκεκριμένων συμβατικών όρων. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων και για την αγόρι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της ανωτέρω εταιρείας "CANADA LIFΕ INTERNATIONAL" ο μεν εγκαλών Ψ1 κατέβαλε το συνολικά ποσό του 1.586.938,14 ευρώ και συγκεκριμένα την 11-6-2001 κατέβαλε το ποσό του 1.185.588,98 ευρώ και μέχρι την 30-4-2002 το ποσό των 401.349,16 ευρώ, η δε εγκαλούσα Ψ2 κατέβαλε το συνολικό ποσό των 289.097,21 ευρώ και συγκεκριμένα την 31-5-2001 κατέβαλε το ποσό των 162.993,71 ευρώ και την 11-6-2001 το ποσό των 126.103,50 ευρώ.
Περαιτέρω, μετά τη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, οι εκκαλούντες κατ/νοι τον Ιούνιο 2001 παρέστησαν στους εγκαλούντες ότι η εταιρεία τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" είχε καταθέσει αίτηση εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και είχε λάβει τις σχετικές άδειες, ότι η εταιρεία "Grant Thornton" είχε αποτιμήσει τη τιμή της μετοχής της εταιρείας αυτής, η οποία κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (καλοκαίρι του 2001) εμφάνιζε εντυπωσιακά κέρδη, στο ποσό των 2.000 δρχ., καθώς και ότι για την οριστική άδεια της εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου έπρεπε, σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, να εμφανίσουν διασπορά των μετοχών αυτών σε τριακόσια πρόσωπα. Επιπλέον, παρέστησαν στην εγκαλούσα Ψ2 ότι η θυγατρική της εταιρείας τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ανωτέρω εταιρεία "CONFINE INVESTMENT LIMITED" ήταν μία εύρωστη οικονομικά εταιρεία, η οποία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με μετοχή η αξίας της οποίας ανερχόταν στο ποσό του 1,22 ευρώ, ενώ η πραγματική αξία της μετοχής αυτής ανερχόταν σε 0,08 ευρώ. Έτσι, έπεισαν τον μεν εγκαλούντα Ψ1 να τους καταβάλει το ποσό των 628.026,41 ευρώ για την αγορά 100.000 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." (με αξία μετοχής 2.000 δρχ. ή 5,87 ευρώ), τη δε εγκαλούσα Ψ2 να τους καταβάλει το ποσό των 35.298,60 ευρώ για την αγορά 27.314 ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "CONFINE INVESTMENT LIMITED".
Στη συνέχεια και ενώ τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί κατά τα προαναφερόμενα, οι εγκαλούντες έλαβαν την 31-12-2002 μία επιστολή από την εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", με την οποία τους γνωστοποιήθηκε ότι το έτος 2002 ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για τις μετοχικές τοποθετήσεις και η εταιρεία είχε προχωρήσει από το Μάιο του έτους αυτού στη δημιουργία ενός πρότυπου συντηρητικού χαρτοφυλακίου και συγκεκριμένα του Confine Dynamic Money Market, που επενδύει σε διεθνείς χρηματαγορές και σε ομόλογα και ότι για το έτος 2003 η εταιρεία αποφάσισε να ακολουθήσει μία συντηρητικότερη κατανομή των κεφαλαίων με βάση τις υπάρχουσες επενδυτικές δυνατότητες. Θορυβηθέντες οι εγκαλούντες από την επιστολή αυτή, εφόσον εξαρχής είχαν συμφωνήσει και δώσει εντολή για χαμηλό επίπεδο επενδυτικού κινδύνου στη διαχείριση των κεφαλαίων τους ανερχόμενο σε 10%, άρχισαν να ανησυχούν για την πορεία των επενδύσεων τους και αφού ζήτησαν σχετική λεπτομερή ενημέρωση τους, μετά και από συμβουλές του οικονομολόγου και συμβούλου επιχειρήσεων ..., με τον οποίο η δεύτερη Ψ2 άρχισε να συνεργάζεται επαγγελματικά από τις αρχές του 2003, προέβησαν σε σχετική έρευνα και διαπίστωσαν ότι, προκειμένου να προβούν στις προαναφερόμενες επενδύσεις, είχαν γίνει δέκτες ψευδών και απατηλών παραστάσεων από τους εκκαλούντες κατ/νους και από τον ανωτέρω υπάλληλο της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." ΑΑ. Ειδικότερα, διαπίστωσαν ότι ούτε η εταιρεία αυτή ούτε οι προαναφερόμενες θυγατρικές της εταιρείες σε ... και ..., είχαν κεφάλαια που τους είχαν ανακοινωθεί, ούτε οι επενδύσεις στις οποίες είχαν προβεί αναμενόταν να έχουν τις εγγυηθείσες αποδόσεις, αλλά, αντίθετα, η ύπαρξη κερδών από αυτές ήταν ανέφικτη, δεδομένων και των υψηλών προμηθειών που εισέπρατταν οι εκκαλούντες. Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι η εταιρεία "CANADA LIFE INTERNATIONAL" δεν ήταν εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων, αλλά ασφαλιστική εταιρεία, η οποία μέσω υπεράκτιων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής διέθετε διεθνή κεφάλαια ζωής σε επαγγελματίες επενδυτικούς συμβούλους (όχι σε ιδιώτες επενδυτές) για την περαιτέρω διάθεση τους σε κατοίκους του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι οι πραγματοποιηθείσες επενδυτικές επιλογές ήταν υψηλού κινδύνου, παρά τη συναφθείσα συμφωνία, περιορίζονταν, δε, κυρίως στις μετοχές της εδρεύουσας στην ... ανωτέρω εταιρείας "CONFINE INVESTMENT LIMITED", θυγατρικής της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και έτσι επετυγχάνετο από τους εκκαλούντες η κυκλική κίνηση των προς επένδυση κεφαλαίων μέσω της εταιρείας "CANADA LIFE INTERNATIONAL" και η τελική επένδυση τους στις ανωτέρω εταιρείες των δικών τους συμφερόντων, παρά τις διαβεβαιώσεις τους περί επένδυσης σε μεγάλες και φερέγγυες αμερικανικές και αγγλικές εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οι οποίες αποτελούσαν εγγύηση για υψηλές αποδόσεις και ασφάλεια του επενδυόμενου κεφαλαίου, και μάλιστα με το αποκρυβέν από τους ίδιους (εγκαλούντες) πολύ υψηλό ποσοστό προμηθειών, αρχικά της τάξης του 7% έως 8%, με ετήσια επαύξηση του κατά 3% έως 4%, με αποτέλεσμα, με βάση το ποσοστό προμηθειών που έφθανε μέχρι και το 17,5% του αρχικού κεφαλαίου, επί του οποίου προσδιοριζόταν και όχι επί της τρέχουσας αξίας των χαρτοφυλακίων, να εισπράξουν ως προμήθεια σύστασης, αμοιβή συμβούλου και προμήθεια διαχείρισης από μεν τον πρώτο από αυτούς Ψ1 το ποσό των 259.182,83 ευρώ, από δε τη δεύτερη Ψ2 το ποσό των 47.394 ευρώ. Επιπλέον, διαπιστώθηκε από τους εγκαλούντες ότι η εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." δεν είχε λάβει άδεια εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ότι ουδέποτε η μετοχή της είχε εκτιμηθεί στο ποσό των 2.000 δρχ., αντίθετα, δε, είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημαντικά οικονομικά προβλήματα και οι εκκαλούντες είχαν αποφασίσει να πωλήσουν τις μετοχές της σε τρίτους, απροσδιορίστου αριθμού, επενδυτές και όχι, όπως ψευδώς είχαν ισχυριστεί, σε συγκεκριμένους πελάτες τους.
Στη συνέχεια, οι εγκαλούντες ήλθαν σε επαφή με τους εκκαλούντες κατ/νους, προκειμένου να διασώσουν ό,τι από τα επενδυθέντα κεφάλαια τους μπορούσε να διασωθεί και στα πλαίσια των σχετικών συζητήσεων η πρώτη εκκαλούσα την 11-6-2003 συνήψε δύο ιδιωτικά συμφωνητικά με τους εγκαλούντες, με βάση τα οποία ανέλαβε να καλύψει εξ ιδίων χρημάτων κατά τη λήξη του 2004 την αρνητική διαφορά από τις διενεργηθείσες επενδύσεις των κεφαλαίων των εγκαλούντων, εάν αυτή υπερέβαινε το ποσοστό του 10%, ο δε δεύτερος εκκαλών ανέλαβε την υποχρέωση να συναινέσει στην προσημείωση υποθήκης ενός ακινήτου του μέχρι του ποσού των 1.399.104,14 ευρώ ή σε όποιο μικρότερο ποσό προέκυπτε στο τέλος του 2004. Περαιτέρω, την 5-8-2003 η πρώτη εκκαλούσα συνήψε ιδιωτικό συμφωνητικό με τον εγκαλούντα Ψ1, με το οποίο συμφώνησε να ανεύρει αγοραστή των ανωτέρω μετοχών της "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." που αυτός (εγκαλών) είχε αγοράσει και με το ίδιο τίμημα, διαφορετικά (εάν δεν βρισκόταν αγοραστής), οι μετοχές θα αγοράζονταν από την ίδια εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος (30-10-2003 έως 30-6-2004), προς εξασφάλιση, δε, της υποχρέωσης της αυτής εξέδωσε εννέα επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας. Μέχρι, όμως, την 30-6-2004 δεν εκπλήρωσε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της, σφραγίστηκαν οι επιταγές, ο δε εγκαλών Ψ1 την 6-10-2004 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της, ζητώντας τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και της ακίνητης περιουσίας της, μετά, δε, από παραίτηση του από το δικόγραφο της αίτησης αυτής, κατέθεσε την από 4-11-2004 νέα ομοειδή αίτηση, η οποία συζητήθηκε την 2-2-2005, όπου υποστηρίχθηκε από τους εκκαλούντες ότι τα προαναφερόμενα από 11-6-2003 και 5-8-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά ήταν προϊόντα εκβιασμού τους, όπως υποστήριξε η πρώτη εκκαλούσα και στην από 7-2-2005 κατατεθείσα έγκληση της κατά των εγκαλούντων, και συγκεκριμένα ότι εγκαλούντες τους απείλησαν ότι εάν δεν θα ελάμβαναν τα χρήματα τους, θα προέβαιναν σε δυσφήμηση της ανωτέρω εταιρείας τους "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ.", μέσω των τηλεοπτικών εκπομπών της δεύτερης εγκαλούσας Ψ2, καθώς και μέσω άλλων γνωστών τους δημοσιογράφων και του ημερήσιου και του εβδομαδιαίου τύπου, με τον οποίο είχαν διασυνδέσεις. Επί της ανωτέρω, δε, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του εγκαλούντος Ψ1 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6157/2005 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου, η οποία τη δέχθηκε εν μέρει και διάταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της πρώτης εκκαλούσας μέχρι του ποσού των 529.673 ευρώ.
Εξαιτίας της προαναφερόμενης απατηλής συμπεριφοράς των εκκαλούντων κατ/νων ο μεν εγκαλών Ψ1 απώλεσε συνολικά το ποσό του 1.150.645,64 ευρώ, η δε εγκαλούσα Ψ2απώλεσε συνολικά το ποσό των 171.167,87 ευρώ. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος από τη ρευστοποίηση του συνολικά επενδυθέντος κεφαλαίου του, το οποίο είχε ανέλθει στο ποσό του 1.586.938,14 ευρώ, έλαβε την 9-3-2005 και την 18-3-2005 τα ποσά των 219.942,19 ευρώ και των 216.387,31 ευρώ αντιστοίχως, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 436.329,50 ευρώ, η δε δεύτερη από τη ρευστοποίηση του συνολικά επενδυθέντος κεφαλαίου της, το οποίο είχε ανέλθει στο ποσό των 289.097,21 ευρώ, έλαβε την 9-3-2005, την 18-3-2005 και την 30-3-2005 τα ποσά των 29.942,16 ευρώ, των 21.955,57 ευρώ και των 66.031,58 αντιστοίχως, δηλαδή έλαβε συνολικά το ποσό των 117.929,34 ευρώ.
Με τις υπό κρίση εφέσεις τους οι κατ/νοι αιτιώνται το προσβαλλόμενο βούλευμα (αναφερθέν στη σχετική εισαγγελική πρόταση) για αναιτιολόγητη παραπομπή τους και για έλλειψη εξέτασης των ισχυρισμών τους με την απαιτούμενη διεισδυτική εμβάθυνση, εφόσον αυτοί μηδενίζονται εξ υπαρχής.
Προκύπτει, όμως, σε αντίθεση προς τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, κατ' ορθή κρίση και αξιολόγηση των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών, αιτιολογημένος αποφάνθηκε για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου, αμφοτέρων μεν για την ανωτέρω κακουργηματική πρώτη αξιόποινη πράξη, επιπλέον δε της πρώτης για τις ανωτέρω πλημμεληματικές δεύτερη και τρίτη αξιόποινες πράξεις, διαλαμβάνοντας, μεταξύ των άλλων, ότι: "... Όντας άτομα με πειθώ, κατόρθωσαν πρώτα από όλα δίνοντας τίτλους σε απλούς εργαζόμενους που πίστευαν ότι ανέβαιναν στην ιεραρχία μιας μεγάλης εταιρείας" (μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει, και στον κατηγορηθέντα ως συμμέτοχο τους και απαλλαγέντα με το προσβαλλόμενο βούλευμα προαναφερόμενο ΑΑ) "να τους καταστήσουν όργανα, προκειμένου να μεταφέρουν ακόπως για τους ίδιους τις ψευδείς παραστάσεις τους σε πλήθος πολιτών, που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν, ελλείψει χρόνου, να έχουν προσεγγίσει. Με την ίδια μέθοδο λειτουργώντας, εξαπατώντας πρώτα από όλους τους ίδιους τους εργαζόμενους στην εταιρεία τους, έστησαν μια ωραία παγίδα με την διακίνηση των χρημάτων των πελατών τους μέσω διαφόρων εταιρειών να επανακάμπτουν σε αυτούς. Η προσπάθεια τους, δε, να απεμπλακούν πρώτα με συσκότιση της διαδρομής των χρημάτων, αργότερα με υποσχέσεις και υπογραφές συμφωνητικών και επιταγών και εν τέλει με κάθε είδους επιθέσεις στα θύματα τους, δεικνύουν προγραμματισμένες ενέργειες ατόμων που ενεργούν βάσει σχεδίου ... Ο ΑΑ κατ' αυτούς είναι ο μέγας απατεώνας. Ο σύμβουλος επενδύσεων και διευθυντής υποκαταστήματος για δικό του λογαριασμό έπραξε. Για τα πάντα, κατά τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, ευθύνεται ο ΑΑ και η από αυτόν εκμετάλλευση της απληστίας των εγκαλούντων. Οι ίδιοι δεν γνώριζαν τίποτε και έπεσαν θύματα του διευθυντή του υποκαταστήματος και του εκβιασμού των εγκαλούντων. Οι ίδιοι φέρονται να μην κατάλαβαν πώς έγινε αυτή η λάθος επένδυση, η οποία, όμως, τους απέφερε το ποσό των 306.000 ευρώ ως προμήθειες. Παρουσιάζουν τους εγκαλούντες να υπογράφουν σε έντυπα αποδεχόμενοι τους δυσμενείς για αυτούς όρους (οι ίδιοι βεβαίως το αρνούνται). Τους φέρουν να αποδέχονται να γίνεται ο υπολογισμός της προμήθειας κατά παγκόσμια πρωτοτυπία όχι επί του ποσού της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου, αλλά επί της αρχικής. Δηλαδή σε ένα χαρτοφυλάκιο που έχασε το 70% της αξίας του οι προμήθειες των κατηγορουμένων θα υπολογίζονται επί του αρχικού 100% κεφαλαίου και όχι στο 30%. Κανένας σώφρων άνθρωπος, όμως, δεν αποδέχεται τέτοιον όρο. Οι κατηγορούμενοι προχωρούν ακόμη παραπέρα και ισχυρίζονται ότι όχι μόνον αποδέχτηκαν αυτόν τον εξωφρενικό όρο" (εννοείται, προφανώς, οι εγκαλούντες) "αλλά αποδέχτηκαν και τον μέγιστο κίνδυνο της απώλειας ακόμη και του συνόλου του κεφαλαίου τους. Άνθρωπος τέτοιας χαρακτηριστικής κουφότητας που να συμβάλλεται με άλλον σε αμφοτεροβαρή σύμβαση και το μόνο που να εξασφαλίζει να είναι η σταθερότητα της προμήθειας του άλλου στο μέγιστο ποσοστό της, όσο και να προσπαθούν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι να αποδείξουν το αντίθετο, είναι σίγουρο ότι στην σημερινή κοινωνία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Η μεγιστοποίηση της προμήθειας ήταν ο βασικός σκοπός των δύο πρώτων κατηγορουμένων. Με δεδομένο ότι η κατάληξη των χρημάτων, ανεξαρτήτως επενδυτικού προγράμματος, θα ήταν στις ίδιες τις δικές τους εταιρείες, αυτό που ήθελαν να εξασφαλίσουν ήταν το μέγιστο της προμήθειας τους και αυτό μπορούσε να γίνει, ανεξαρτήτως του τι συμφώνησαν οι εγκαλούντες, με την μεταφορά των χρημάτων τους στα υψηλού κινδύνου χαρτοφυλάκια. Δική τους ήταν η πρωτοβουλία, για τον λόγο, δε, αυτό και αποδέχτηκαν με τις από Ιουνίου και Αυγούστου συμφωνίες τους την κάλυψη των απωλειών των εγκαλούντων. Η αποκάλυψη των ψευδών παραστάσεων τους, τους οδήγησε να συμβιβαστούν χωρίς να υπάρχει περισσότερη πίεση εκ μέρους των εγκαλούντων από αυτήν του μέσου ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι εξαπατήθηκε και αντιδρά. Ουδεμία εκβίαση υπήρξε και ο ισχυρισμός των εγκαλούντων ότι η αιτίαση της εκβίασης είναι όψιμος ισχυρισμός, ευσταθεί. Με την χρονική συνέχεια των ενεργειών τους (συμφωνητικά, επιταγές, εξώδικα, ασφαλιστικά μέτρα), την από την αρχή επιμονή τους ότι συμφώνησαν στο 10% και την νόμιμη πίεση που άσκησαν στους δύο πρώτους κατηγορούμενους, για να εξασφαλίσουν την επιστροφή των χρημάτων τους, θεωρείται λογικός και ο ισχυρισμός τους ότι η εκβίαση ήταν εφεύρεση της στιγμής εκ μέρους των κατηγορουμένων για να αποφύγουν την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους ...".
Περαιτέρω, η ορθότητα της παραπεμπτικής για τους εκκαλούντες κατ/νους κρίσης επιρρωνύεται κατά τρόπο καταλυτικό από την υπ' αριθμ. 16/336/21-4-2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με την οποία ανακλήθηκε η απόφαση του χορήγησης άδειας λειτουργίας στην εταιρεία "CONFINE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Π.Ε.Υ." και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...Από το site της Εταιρείας στο διαδίκτυο και από τα πρακτικά της Επενδυτικής Επιτροπής προέκυψε ότι η Εταιρεία ήταν διαχειριστής των ακολούθων έξι επενδυτικών προϊόντων (funds), τα οποία ήταν κεφάλαια συνδεδεμένα με ασφαλιστικές εταιρείες, διαχειριζόμενα από ΕΠΕΥ: Confine International Opportunities, Confine Hellenic Growth, Confine European Opportunities, Confine Emerging Stars, Confine Middle East της ασφαλιστικής εταιρείας Canada Life με έδρα το ... και Constant Independent της ασφαλιστικής εταιρείας Royal Skandia με έδρα το ... Από τη σύνθεση των επενδύσεων των επενδυτικών αυτών προϊόντων, όπως αναφέρεται κατωτέρω, προέκυψε ότι δεν υπήρχε διασπορά του επενδυτικού κινδύνου, ως εκ τούτου μεγιστοποιείται ο κίνδυνος απωλειών των χαρτοφυλακίων των υπό διαχείριση πελατών της Εταιρείας ... Η διαχείριση από την Εταιρεία επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών που περιέχουν τα ανωτέρω επενδυτικά προϊόντα, δεν περιλαμβάνεται στις κύριες επενδυτικές υπηρεσίες της παρ. 1(γ) του άρθρου 2 του ν. 2396/1996, επειδή τα επενδυτικά αυτά προϊόντα δεν προβλέπονται στους τίτλους που αναφέρονται στην παρ. 1α(i) του άρθρου 2 του ν. 2396/1996. Επομένως η Εταιρεία παρέχει υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στην 6/187/21-3-2000 απόφαση του Δ.Σ. της Ε.Κ. με την οποία της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας της. Στο άρθρο 2 του ν. 2396/1996 αναφέρεται ως κύρια επενδυτική υπηρεσία που δύναται να παρέχει η ΕΠΕΥ, η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων "μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων". Η έννοια του όρου "οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων" έχει καθορισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 17 του προϋπάρχον ν. 1969/1991. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως ΟΣΕΚΑ νοούνται οργανισμοί των οποίων, αφενός η λειτουργία τους βασίζεται στην αρχή της κατανομής των κινδύνων, προϋπόθεση που δεν τηρείται όσον αφορά τη σύνθεση των επενδύσεων των "internal linked broker managed funds", όπως διαπιστώνει στην 1/299/23-4-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπό 6αii και αφετέρου τα μερίδιά τους εξαγοράζονται εξοφλούνται χωρίς "η είσοδος και έξοδος των επενδυτών να συνδέεται και να τελεί υπό τους όρους της σύμβασής τους με την ασφαλιστική εταιρεία μέσω της οποίας κατέστησαν μεριδιούχοι των funds", όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις τω πελατών της Εταιρείας.. .Όσον αφορά την σημείωση της Εταιρείας ότι στις συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου των πελατών της περιλαμβάνεται, σε σταθερή βάση, πρόβλεψη των ποσοστών αμοιβών τρίτων και εξόδων παρατηρείται ότι από τον έλεγχο των φακέλων του δείγματος των πελατών διαπιστώθηκε η ύπαρξη εγγράφων με τα οποία ο πελάτης αποδεχόταν "χρεώσεις αμοιβαίων κεφαλαίων εξωτερικού - υπηρεσίες διαχείρισης και συμβουλευτικές υπηρεσίες, management fee 1,5%". Τα έγγραφα αυτά δεν περιελάμβαναν το σύνολο των εξόδων και αμοιβών τρίτων τα οποία είχαν χρεώσει τους λογαριασμούς των πελατών, όπως π.χ. τις αμοιβές "establishment fee, servicing commission, administration charge" οι οποίες χρεώνονταν περιοδικά από τη CANADA LIFE LTD. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι η Εταιρεία δεν αναφέρει στις συμβάσεις της με τους πελάτες αμοιβές και έξοδα τρίτων και, επομένως, παραβαίνει την παρ. 7.2(γ) (δδ) του Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Π.Ε.Υ. ... Η Εταιρεία "CONFINE ΑΕΠΕΥ", για τους λόγους που μνημονεύονται ανωτέρω, έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που καθιστούν τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς ...".
Επειδή από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση προκύπτουν πράγματι επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατ/νων για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου και ορθώς το προσβαλλόμενο βούλευμα τους παρέπεμψε σ' αυτό, για να δικασθούν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 Συντ. και 139 ΚΠΔ), αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι ο κατηγορούμενοι στο Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ως άνω ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων λόγοι αναίρεσης (αρ. 484 παρ. 1 β' και δ' ΚΠΔ) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα, (έλλειψη ακρόασης) επειδή το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε σιωπηρά το νομίμως και εμπροθέσμως υποβληθέν, με το από 13/3/2009 υπόμνημά των, στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δια του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (πριν από την προφορική ανάπτυξη της προτάσεώς του) αίτημά των (βλ. σελ. 11 άνω υπομνήματος) για αυτοπρόσωπη εμφάνισή των ενώπιον του Συμβουλίου για να παράσχουν τις αναγκαίες διευκρινήσεις επί της υποθέσεως, είναι βάσιμος κατά τ'άρθρα 171 παρ. 1δ, 138 παρ. 2-3, 309 παρ. 2, 318 και 484 παρ. 1α' ΚΠΔ (ΑΠ 310/96 Π.Χ ΜΣΤ/1167, ΑΠ 1611/85 Π.Χ. ΛΣΤ/327, ΑΠ 924/99 Π.Χρ. Ν/430, ΑΠ 352/04, ΑΠ 1527/2000, ΑΠ 1300/89) και επομένως οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να γίνουν δεκτές οι υπ'αρ. 79/2009 και 80/2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων (1) Χ1 και (2) Χ2, κατοίκων ..., ... αντίστοιχα, κατά του υπ' αρ. 599/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Αθήνα 19/5/2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι 79 και 80/16-4-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 599/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 2601/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης από κοινού, κατά συρροή, κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 €, (άρθρα 13 στ', 45, 94, παρ.1 και 386 παρ. 1β' και 3 α'ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές.
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ` αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η αίτηση υποβάλλεται με οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο απευθυνόμενο προς το δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι και το υπόμνημα επί των λόγω της εφέσεως, χρονικά πριν από την κατάρτιση ή την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ή τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου και την ανάπτυξη της εισαγγελικής προτάσεως. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ` αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 α' ΚΠΔ. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, μετά την υποβολή της από 4-2-2009 προτάσεως του Εισαγγελέως στο Συμβούλιο Εφετών, της οποίας και έλαβαν γνώση, υπέβαλαν προς το Συμβούλιο, δια του Εισαγγελέως, το από 13-3-2009 υπόμνημα, προς υποστήριξη των λόγων των εφέσεων τους και αντίκρουση της εισαγγελικής προτάσεως, προσκόμισαν δε και επικαλέσθηκαν και την 2971/2008 απόφαση του 5μελούς Εφετείου Αθηνών. Με το αυτό υπόμνημα υπέβαλαν και αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης τους στο Συμβούλιο, προκειμένου να παράσχουν διευκρινήσεις και εξηγήσεις επί των ζητημάτων που διεξοδικά με τις εφέσεις είχαν θέσει και με το υπόμνημα είχαν αναπτύξει (βλ. σελ. 11 αριθ. 10 υπομνήματος). Κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Συμβούλιο στις 13-3-2009, όταν και αναπτύχθηκε η πρόταση από τον Εισαγγελέα, ενώ είχε διαβιβασθεί σ αυτό το υπόμνημα, μετά της επικληθείσης ως άνω αποφάσεως, αφού γίνεται ειδική αναφορά και για το μεν και για την δε στο τμήμα Βουλεύματος όπου μνημονεύονται κατ είδος τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν (βλ. 15ο φύλλο β' όψη), δεν υποβλήθηκε συμπληρωματική πρόταση του Εισαγγελέως επί του ανωτέρω, παραδεκτώς, κατά τα προλεχθέντα, υποβληθέντος αιτήματος. Το αίτημα αυτό των κατηγορουμένων, το Συμβούλιο Εφετών, μη υπαρχούσης και προτάσεως του Εισαγγελέως, απέρριψε σιωπηρώς και με παραδεκτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αποφάνθηκε επί της κατηγορίας που τους βάρυνε και απέρριψε τις εφέσεις τους. Έτσι, επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τις ανωτέρω διατάξεις. Κατ ακολουθία τούτων, ο πρώτος λόγος των αναιρέσεων, κατά το δεύτερο τμήμα του, της απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (484 παρ. 1 α του ίδιου Κώδικα), είναι βάσιμος. Ο ίδιος όμως λόγος, κατά το πρώτο τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ (484 παρ. 1δ'ΚΠΔ), ενόψει του ότι το Συμβούλιο, ως προς αυτήν, έκανε καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, τυγχάνει, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, αβάσιμος. Επομένως, ο ως άνω λόγος των αιτήσεων, κατά το πρώτο τμήμα του, πρέπει να απορριφθεί και, κατά το δεύτερο τμήμα του, να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 599/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ. Όταν υποβληθεί νομίμως αίτημα και το Συμβούλιο δεν απαντήσει αιτιολογημένα παράγεται απόλυτη ακυρότητα (171 § 1 δ΄ ΚΠΔ), που ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 § 1α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2528/2008, ΑΠ 430/2008, ΑΠ 546/2007). Τρόπος και χρόνος υποβολής του αιτήματος. Υποβολή αιτήματος από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους με το υπόμνημα που υπέβαλαν προς το Συμβούλιο μέσω του Εισαγγελέως πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και την ανάπτυξη της προτάσεως. Μη απάντηση του Συμβουλίου. Αιτιολογία βουλεύματος. Παραδεκτή η καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση. Δύο αιτήσεις με τους αυτούς λόγους. Απορρίπτεται ο πρώτος λόγος κατά πρώτο μέρος του. Δεκτός ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 1
|
Αριθμός 2392/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους 1)Χ1, 2)Χ2 και 3)Χ3. Και εγκαλούντα τονΨ1, κάτοικο ... .
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 26233/30-4-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 658/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 257/29-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Ο Ψ1 υπέβαλε στις 26-5-2006 την από 3-3-2006 μήνυση κατά των Χ1 (τότε Πρόεδρος Πρωτοδικών), Χ2 και Χ3 (Πρωτοδικών) - για την αναφερομένη εκεί συμπεριφορά αυτών που έχει σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως μελών της πειθαρχικής επιτροπής της Ε.Π.Ο. Επειδή οι καταγγελόμενοι υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 1838/2006 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών η κρίση επί της άνω μηνύσεως παραπέμφθηκε στις δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας - κατ'εφαρμογή των άρθρων 136 εδ. ε, 137 1β ΚΠΔ. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, αφού διενήργησε προκαταρκτική εξέταση, απέρριψε την άνω έγκληση ως νόμω και ουσία αβάσιμη "αφού ουδεμία αξιόποινη πράξη τελέστηκε" - με την υπ'αριθμ. 707/2008 διάταξή του- και ζήτησε την έγκριση για την ενέργειά του αυτή από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών - κατά το άρθρο 43 ΚΠοινΔ. Επειδή όμως η πρώτη καταγγελόμενη υπηρετεί ήδη ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών (βλ. έγγραφες εξηγήσεις αυτής), υπεβλήθη η παρούσα δικογραφία στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών - για την εφαρμογή των άρθρων 13 στοιχ. ε, 137 παρ. 1 στοιχ. γ ΚΠΔ.
ΙΙ) Όντως, κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε ΚΠΔ όταν ο κατηγορούμενος, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο καταγγελόμενος, έστω και αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (βλ. ΑΠ 364/2006, ΑΠ 1218/2006 κ.α.), είναι δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Η άνω παραπομπή συντρέχει και όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η κρίση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών περί της αρχειοθέτησης μηνύσεως τινός κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ, αφού ο αυτός δικαιολογητικός λόγος συντρέχει, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας του δικαστικού λειτουργού. Η παραπομπή αυτή, για την ενότητα της κρίσης και οικονομία της δίκης περιλαμβάνει όλους τους συγκατηγορουμένους (128, 129, 130 ΚΠΔ) - βλ. και ΑΠ 2080/2002, ΑΠ 1132/2006, ΑΠ 2264/2005 κ.ά.- Την παραπομπή επί της άνω περιπτώσεως αποφασίζει ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε συμβούλιο - άρθρο 137 παρ. 1 ΚΠΔ. Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραπομπής της προκειμένης περίπτωσης κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως παραπεμφθεί η υπόθεση και δη η κρίση περί της θέσεως της από 3-3-2006 μηνύσεως του Ψ1 κατά των Χ1, Χ2 και Χ3 στην Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, καθώς και στις άλλες δικαστικές αρχές του Πειραιά αν συντρέξει περίπτωση.
Αθήνα 20 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή του σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διατάξεως αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο αδικηθείς ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137παρ.1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στη περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από το Δικαστήριο της περιφέρειας ενός Εφετείου σε Δικαστήριο της περιφέρειας άλλου Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132,134, και 135 εδ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Ψ1 υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών την από 3-3- 2006 μήνυση κατά των Δικαστικών Λειτουργών α) Χ1 τότε Προέδρου Πρωτοδικών, β)Χ2 και γ)Χ3(Πρωτοδικών), μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής της Ε.Π.Ο. Επειδή οι καταγγελλόμενοι υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών, κατόπιν εγγράφου του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, εκδόθηκε το υπ'αριθ.1838/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε η κρίση της άνω μηνύσεως, κατ' άρθρα 136 στοιχ. ε' και 137 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ στις δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, μετά τη διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης, απέρριψε την άνω μήνυση με την υπ' αριθ. 707/2008 διάταξή του, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, και ζήτησε να εγκριθεί η ενέργεια του αυτή, κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ, από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Ήδη, όμως, η πρώτη καταγγελλομένη Χ1 υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών ως Εφέτης, γι' αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθ. 26233/30-4-2009 έγγραφό του, ζητεί τον κανονισμό αρμοδιότητος. Κατόπιν των παραπάνω, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή, σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ. ε' και 137 παρ.1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, για την πρώτη καταγγελλομένη αλλά και για τους λοιπούς, για το ενιαίο της κρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να ορισθεί αρμόδιος να κρίνει την άνω ενέργεια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, στον οποίο καθώς και τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές Πειραιώς, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση, πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως ήτοι της κρίσεως περί θέσεως της από 3-3-2006 μηνύσεως του Ψ1 κατά των Χ1, Χ2 και Χ3 στο αρχείο, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς καθώς και στις άλλες Δικαστικές Αρχές του Πειραιά αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις αρχές του Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 2393/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Παπουτσάκη, για αναίρεση της 1508/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972, "όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Η πράξη αυτή διωκόταν, αρχικά, αυτεπαγγέλτως. Κατόπιν, μετά την ισχύ της παρ.5 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 [που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996 και αντικαταστάθηκε πρώτα με το άρθρο 22 του ν. 2721/1999 και τελικά με το άρθρο 15 παρ.3 του ν. 3472/2006], ορίσθηκε ότι "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Περαιτέρω, από τα οριζόμενα στα άρθρα 24 και 29 παρ.1 του ν. 5960/1933, συνάγεται [εξ αντιδιαστολής ως προς το πρώτο] ότι η επιταγή είναι δυνατό να μεταβιβασθεί εγκύρως, με όλες τις έννομες συνέπειες της μεταβιβάσεως με οπισθογράφηση, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση στον πληρωτή.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 ως προς το πρόσωπο του δικαιουμένου σε υποβολή της εγκλήσεως και, ως εκ τούτου, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και Η'). Ειδικότερα, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι είχε εκδώσει την από 28-3-2005 τραπεζική επιταγή, η οποία εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα την 4-4-2005 και σφραγίσθηκε [ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή της]. Ότι η επιταγή αυτή, την 31-3-2005 είχε μεταβιβασθεί από το λήπτη, Ζ (από προφανή παραδρομή, στο δικόγραφο της αναιρέσεως αναφέρεται ως "Θ"), προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος λόγω ενεχύρου. Ότι μόλις η εν λόγω ενεχυρούχος πληροφορήθηκε την έλλειψη επαρκούς υπολοίπου για την πληρωμή της επιταγής, χωρίς να την εμφανίσει τυπικά στην πληρώτρια τράπεζα προς βεβαίωση της ελλείψεως διαθεσίμων, την επέστρεψε στο δικαιοπάροχό της. Ότι εκείνος, στη συνέχεια, χωρίς και πάλι να τη σφραγίσει, τη μεταβίβασε στο Ξ, ο οποίος την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα και επέτυχε τη σφράγισή της. Και τέλος, ότι ο Ξ υπέβαλε αρμοδίως την έγκληση για την ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος, παρά το γεγονός ότι "δεν είχε το δικαίωμα της εγκλήσεως γιατί αυτός ήταν εξ αναγωγής κομιστής", ενώ "τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως κομιστής λόγω ενεχύρου ήταν η ως άνω τράπεζα (Εθνική)", που θα έπρεπε να επιδιώξει τη σφράγιση της επιταγής και να εγκαλέσει "ή σε κάθε περίπτωση ο Ζ σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε η επιταγή". Υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, όμως, οι αιτιάσεις που στοιχειοθετούν τον πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι μη νόμιμες, διότι η επίμαχη επιταγή, μέσα στην οκταήμερη προθεσμία από την αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως, εγκύρως επιστράφηκε από την ενεχυρούχο τράπεζα προς το δικαιοπάροχό της, Ζ, ο οποίος, στη συνέχεια και εντός του οκταημέρου, εγκύρως τη μεταβίβασε [κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση αναιρέσεως] προς το Ξ, ο οποίος, ως τελευταίος κομιστής, στηρίζοντας το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων [περιστατικό που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα], εγκύρως την εμφάνισε προς πληρωμή, επέτυχε εμπροθέσμως την επί του σώματος της επιταγής βεβαίωση του πληρωτή περί μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων και εγκάλεσε τον αναιρεσείοντα, ως εκδότη αυτής. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 εδ. α' και 510 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι στην έκθεση, που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, οι οποίοι προβλέπονται κατά νόμο ως λόγοι αναιρέσεως και για τους οποίους ασκείται η συγκεκριμένη αίτηση. Αν κάποιοι από τους λόγους είναι αόριστοι, τότε, αυτεπαγγέλτως, κρίνονται απαράδεκτοι. Η απλή επίκληση κάποιου από τους νομοθετημένους λόγους αναίρεσης, με στερεότυπη επανάληψη του κειμένου του νόμου ή της νομολογιακής ανάλυσης αυτού, δεν αρκεί για να κριθεί κάποιος λόγος ως επαρκώς ορισμένος. Ειδικότερα, σε περίπτωση έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος, ΚΠοινΔ 139 και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'), για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως, πρέπει με την αίτηση αναίρεσης α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται η ανυπαρξία της σε σχέση με συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά πλήττεται ως μη ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε αναφορά προς συγκεκριμένο κεφάλαιο της απόφασης (ΟλΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, διότι "δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Έτσι, όμως, όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός, χωρίς να διατυπώνεται παράπονο για παντελή έλλειψη αιτιολογίας [έλλειψη, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται] και χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια της υφιστάμενης αιτιολογίας, είναι αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος (ΑΠ 1177/2005).
3.Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-12-2008 αίτηση Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 1508/18-11-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Εντός της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνιση, η επιταγή εγκύρως επιστρέφεται από την ενεχυρούχο τράπεζα προς το δικαιοπάροχό της και μεταβιβάζεται περαιτέρω από αυτόν. Ο τελευταίος κομιστής νομιμοποιείται να την εμφανίσει προς πληρωμή και, αφού βεβαιωθεί η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, να εγκαλέσει τον εκδότη. Έλλειψη αιτιολογίας. Απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αν δεν προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια της υφιστάμενης αιτιολογίας.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2391/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Τρικάλων, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5050/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, μετά των από 7 Απριλίου 2009 προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 486/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 188/20.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 115/2009 αίτηση αναίρεσης το κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... (ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης...), ως και τους από 7-4-2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, κατά της υπ'αριθμ. 5050/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε κατ'έφεση, ερήμην (ως αγνώστου διαμονής) σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών (μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως) για απάτη, και εκθέτω τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 § 1 Κ.Π.Δ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, τότε είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο.
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 23-3-2009 από την δικηγόρο Αθηνών Μαρία Ζερβάκη για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ, δυνάμει της από 8-3-2009 επισυναπτόμενης εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, στην οποία (εξουσιοδότηση) μνημονεύονται σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων για άσκηση εφέσεως ή αναιρέσεως, όχι όμως και η παραπάνω (5050/2007) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την δικηγόρο Αθηνών Μαρία Ζερβάκη για λογαριασμό του κατηγορουμένου, χωρίς έγγραφη εξουσιοδότηση του τελευταίου με την οποία να παρέχεται η εντολή στην ανωτέρω δικηγόρο να ασκήσει αναίρεση ως αντιπρόσωπός του κατά της εν λόγω αποφάσεως. Η εκ των υστέρων δε χορήγηση της εντολής προς την ανωτέρω δικηγόρο, δυνάμει της από 6-4-2009 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, για άσκηση αναίρεσης κατά της 5050/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που προσκομίζεται με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, στερείται εννόμου σημασίας και δεν μπορεί να ισχυροποιήσει αναδρομικώς την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, αφού η εντολή αυτή δεν υπήρχε κατά το χρόνο (23-3-2009) ασκήσεως της ένδικης αναίρεσης (ΑΠ 1567/2006).
Είναι, λοιπόν, προφανές, ότι η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από το νόμο (αρ. 465 § 1 σε συνδ. με 96 § 1 ΚΠΔ). Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθούν η υπ'αριθμ. 115/2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... (ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ...) ως και οι από 7-4-2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της υπ'αριθμ. 5050/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 7 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στις οποίες ορίζεται ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί αυτοπροσώπως ή και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 και το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή του κατηγορουμένου προς τον αντιπρόσωπο, πρέπει να υπάρχει κατά τη στιγμή που ο τελευταίος υπογράφει τη σχετική έκθεση αναιρέσεως, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο αυτό δεν αναπληρώνεται με τη μεταγενέστερη χορήγησή της. Απλώς το πληρεξούσιο, που όμως ήδη υπάρχει κατά την άσκηση του ένδικου μέσου, μπορεί να προσκομισθεί στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθ. εκθ. 115/ 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, προσβάλλεται η με αριθ. 5050/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων, απών και μη εκπροσωπηθείς δια πληρεξουσίου δικηγόρου, καταδικάσθηκε, για απάτη, κατόπιν εφέσεως του Εισαγγελέα, σε ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Η εν λόγω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 8-6-2007 και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 11-7-2007. Την κρινόμενη ως άνω αίτηση αναιρέσεως, άσκησε στις 23-3-2009, "ως πληρεξουσία" του παραπάνω καταδικασθέντος, η δικηγόρος Αθηνών Μαρία Ζερβάκη. Όμως, η προσαρτηθείσα στην έκθεση αναιρέσεως από 8-3-2009 εξουσιοδότηση, όπως από αυτή προκύπτει, δεν εξουσιοδοτεί την άνω δικηγόρο να ασκήσει αναίρεση κατά της συγκεκριμένης ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως. Την παραπάνω παράλειψη, δε μπορεί να καλύψει η προσαρτώμενη στους ασκηθέντες από 7-4-2009 προσθέτους λόγους αναιρέσεως από 6-4-2009 νέα εξουσιοδότηση του καταδικασθέντος για άσκηση προσθέτων λόγων, από την οποία προκύπτει και έγκριση της ασκηθείσας 115/23-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, αφού φέρει μεταγενέστερη της αιτήσεως αναιρέσεως ημερομηνία. Επομένως, κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1, 509 και 513 παρ. 1α ΚΠοινΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, που προϋποθέτουν παραδεκτή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, μετά των προσθέτων λόγων αυτής, ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο η αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ.εκθ.115/23-3-2009 αίτηση του Χ, μετά των από 7-4-2009 προσθέτων λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της με αριθμό 5050/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, γιατί η ασκήσασα δικηγόρος δεν είναι παραστάσα και το προσαρτώμενο πληρεξούσιο δεν την εξουσιοδοτεί σε άσκηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δε προσαρτώμενη στους πρόσθετους λόγους εξουσιοδότηση, φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη του χρόνου ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2388/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 819/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1. Χ2, 2. Χ3 και 3. Χ4 και πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 893/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος- Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό ..., στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία την υπ' αριθμ. 115/1-6-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αρ. 819/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ομόφωνα στην ουσία η υπ' αρ. 420/2008 έφεση του ανωτέρω κατά του υπ' αρ. 1907/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για (1) απάτη κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά τα 73.000 Ευρώ και (2) απλή συνέργεια σε πλαστογραφία με χρήση με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 Ευρώ, κατ' εξακολούθηση (αρ. 13, 14-18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1, 94, 98, 216 παρ. 1-3α, 386 παρ. 1-3β' ΠΚ ως ισχύουν). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως, εμπροθέσμως (επίδοση βουλεύματος στον ίδιο τον κατηγορούμενο την 21/5/2009) και παραδεκτώς, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (άρθρ. 473, 474, 482 παρ. 1-3 ΚΠΔ) με την από 1/6/2009, ημέρα Δευτέρα, δήλωση του ιδίου στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε νόμιμα η υπ'αρ. 115/2009 έκθεση αναίρεσης και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή, με προβαλλόμενο λόγον αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος (αρ. 93 παρ. 3 Συντ., 139 και 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ)- βλ. έκθεση αναίρεσης- Επειδή ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι τρίτου βαθμού ουσιαστικής δικαιοδοσίας δικαστήριο αλλά ακυρωτικό τοιούτο και γι' αυτό ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ή απόφασης) και με βάση τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανάκρισης, τουτέστι, πραγματικών περιστατικών περί των οποίων κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β σελ. 95, ΑΠ 990/80, ΑΠ 88/82 κ.ά.). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα εκτιθέμενα στα πρακτικά και στην απόφαση αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 580/79) και τα οποία θεωρεί ως γενόμενα. Γι' αυτό και λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν γίνονται δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 2231/2002 Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία Γ (1977) σελ. 289 κ.α.). Έτσι λόγος αναίρεσης που αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 1918/2001, ΑΠ 1999/2002, ΑΠ 956/2003, ΑΠ 859/2001, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 2405/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 1449/2000, ΑΠ 635/2001 κ.ά.). Δεν δύναται ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν το Συμβούλιο εκτίμησε ορθά ή όχι τα πράγματα, αν εκ της ανακρίσεως προέκυψαν και άλλα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν δέχθηκε (βλ. ΑΠ 86/82, ΑΠ 85/82, ΑΠ 1663/84 κ.ά.). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η μνεία του είδους τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) και δεν απαιτείται ειδική αναφορά καθενός από αυτά και τι συνήγαγε από το καθένα (βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 111/2004, ΑΠ 86/2004, ΑΠ 1753/2002 κ.ά.) -πράγμα και που πρακτικά δεν είναι δυνατό- ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους (ΑΠ 1/05, ΑΠ 159/03) - πράγμα που όντως γίνεται πρακτικά για να βγει το αποτέλεσμα. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα ή ορισμένο από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα (βλ. ΑΠ 570/2006 κ.ά.). Έτσι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από το άρθρο 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) από τα οποία προέκυψαν τα άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και τους συλλογισμούς-σκέψεις με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και ότι προέκυψαν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (βλ. ΑΠ 1459/2004, ΑΠ 861/2004, ΑΠ 234/2003, ΑΠ 272/2002, ΑΠ 570/2006, ΑΠ 2413/2005, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 1269/2006 κ.ά.), όταν τουτέστιν καθίσταται δυνατόν να ελεγχθεί πόθεν και πώς ήχθη ο δικαστής στο εξαχθέν συμπέρασμα. Βέβαια, ελέγχει ο 'Αρειος Πάγος αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, και όπως αυτά εκτίθενται, αντίκεινται στους κανόνες της κοινής λογικής, διότι άλλως το εξαχθέν συμπέρασμα θα εμφανίζεται να είναι προϊόν αυθαίρετης-εσφαλμένης κρίσης, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτόν. Άλλο δηλαδή ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και άλλο αυθαίρετη εκτίμηση των αποδείξεων. Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα τόσο με δικές του σκέψεις όσο και με συμπληρωματική επιτρεπτή υιοθέτηση της πρότασης του παρ'αυτώ εισαγγελέα (ΑΠ 1494/2005) δέχθηκε, μετά από εκτίμηση όλων των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής:
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δραχμών) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δραχμών). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα απατηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Εξάλλου, η διάταξη της παραγράφου 3 εδάφιο β' του άρθρου 386 του Π.Κ., περιλαμβάνει επιβαρυντική περίπτωση απάτης που ερείδεται μόνον επί του ποσού του προσπορισθέντος οφέλους ή της ζημίας που προξενήθηκε, χωρίς να απαιτείται, ως στοιχείο αυτής, το κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια του τρόπου τέλεσης της (Α.Π. 829/2001, Ποιν.Χρ. ΝΒ' σελ. 313). Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικός δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (Α.Π. 195/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ όποιος παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)-. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη απλής συνέργειας, απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική η οποία χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης με γνώση του συνεργού ότι ο αυτουργός τελεί αξιόποινη πράξη και με την θέληση και αποδοχή του συνεργού να συμβάλλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωση της τελευταίας (Α.Π. 471/2008). Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τις μηνύσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ανωμοτί καταθέσεις μαρτύρων, τις ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες όλων ανεξαιρέτως των κατηγορουμένων της ένδικης υποθέσεως, όλα τα υπομνήματα αυτών, τους λόγους εφέσεως που περιέχονται στις παραπάνω εκθέσεις εφέσεως των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, καθώς και τις εξηγήσεις που έδωσαν οι διάδικοι (πολιτικώς ενάγων Ψ2 και κατηγορούμενοι) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των πιο πάνω εκκαλούντων (και του νυν αναιρεσείοντος) κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ. Τούτο δε διότι με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι καθώς και η άγνωστη συγκατηγορούμενή τους γυναίκα παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 κατά το συνολικό ποσό των 424.056 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των δύο ακινήτων, που βρίσκονται επί της ..., εκτάσεως 365 τ.μ. περίπου και αξίας 212.028 ευρώ το καθένα, παριστάνοντας ψευδώς στη συμβολαιογράφο Αμαρουσίου Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη, κατά τη σύνταξη των υπ' αριθμ. ...συμβολαίων πώλησης των αναφερομένων δύο ακινήτων, από τη φερόμενη ως πωλήτρια ΑΑ, κάτοικο εν ζωή ..., προς τους κατηγορουμένους Χ2 το δεύτερο και Χ3 το πρώτο, ότι η πρώτη ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια των ανωτέρω ακινήτων ΑΑ, ενώ γνώριζαν ότι η τελευταία είχε ήδη αποβιώσει από την 22-4-2004 και με τον τρόπο αυτό έπεισαν την ως άνω συμβολαιογράφο να συντάξει τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας, η οποία, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα συνέτασσε τα συμβόλαια αυτά. Επιπλέον, εις βάρος των ανωτέρω εκκαλούντων (και του νυν αναιρεσείοντος) κατηγορουμένων προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση. Τούτο δε διότι αυτοί με τη συμπεριφορά τους παρείχαν απλή συνδρομή και ειδικότερα συνέδραμαν ψυχικά με την παρουσία τους τη συγκατηγορούμενή τους άγνωστη γυναίκα, η οποία με σκοπό να αποκομίσει η ίδια και οι ως άνω κατηγορούμενοι περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τους νομίμους κληρονόμους της ΑΑ, κατάρτισε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα έθεσε την υπογραφή της τελευταίας κατά απομίμηση και χωρίς δικαίωμα στα υπ' αριθμ.... συμβόλαια της πιο πάνω συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αττικής Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη, εμφανιζόμενη ενώπιον αυτής ως ΑΑ, ιδιοκτήτρια των παραπάνω ακινήτων, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται ότι τα πιο πάνω συμβόλαια είχαν καταρτιστεί νόμιμα και ότι σ1 αυτά παρέστη ως πωλήτρια η πραγματική ιδιοκτήτρια αυτών, ενώ γνώριζαν ότι η τελευταία είχε ήδη αποβιώσει από την 22-4-2004. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων -κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 ότι δεν γνώριζαν τίποτε σχετικά με το θάνατο της πραγματικής ιδιοκτήτριας των οικοπέδων ΑΑ και ότι τους εξαπάτησαν οι λοιποί κατηγορούμενοι από την εκτίμηση του συνόλου των ως άνω αποδεικτικών μέσων κρίνεται αβάσιμος. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι πιο πάνω εκκαλούντες -κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τον ΒΒ, ο οποίος εμφανιζόταν ότι ενεργούσε για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας των ως άνω ακινήτων ΑΑ και ενώ δεν γνώριζαν αυτόν προηγουμένως, δεν του ζήτησαν να τους επιδείξει οποιοδήποτε πληρεξούσιο αυτής προς τον ίδιο, με το οποίο να τον εξουσιοδοτούσε να πωλήσει τα ανωτέρω ακίνητα, ούτε σε κάθε περίπτωση ζήτησαν ούτε ήλθαν σε επαφή, έστω και τηλεφωνικά, με την πωλήτρια. Όσον αφορά δε το μοναδικό πληρεξούσιο (υπ' αριθμ. ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Σταυροπούλου), το οποίο προσκόμισε ο κατηγορούμενος ΒΒ προς τον εγκαλούντα Ψ2, όταν ο τελευταίος του ζήτησε εξηγήσεις για τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων, πρέπει να σημειωθεί ότι με αυτό (πληρεξούσιο), ανεξαρτήτως των λοιπών προβλημάτων που παρουσιάζει, παρέχεται μεν εξουσιοδότηση από την ΑΑ για την πώληση των επιδίκων ακινήτων, πλην όμως αυτή δίδεται προς τον αναφερόμενο ΓΓ, πρόσωπο για το οποίο ουδείς κατέθεσε ότι το γνωρίζει. Επομένως με το εν λόγω πληρεξούσιο δεν παρείχετο καμία δυνατότητα προς σύνταξη αγοραπωλητηρίων συμβολαίων μεταξύ των ως άνω προσώπων (ΒΒ, Χ2 και Χ3), πράγμα το οποίο ήταν αμέσως και ευχερώς αντιληπτό απ' αυτούς. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να νοηθεί η καλόπιστη συζήτηση μεταξύ τους για την κατάρτιση των επιδίκων συμβολαίων με πληρεξούσιο, αφού τέτοιο πληρεξούσιο που να παρέχει αυτή τη δυνατότητα δεν υπήρχε και ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός τους είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ως αβάσιμος κρίνεται και ο άλλος ισχυρισμός των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 ότι για πρώτη φορά γνώρισαν τη φερόμενη ως πωλήτρια στο γραφείο της ανωτέρω συμβολαιογράφου και ότι δεν την είχαν δει ποτέ προγενέστερα. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι την 13-9-2004 οι πιο πάνω εκκαλούντες -κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 μετέβησαν με τη φερόμενη σαν πωλήτρια στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να καταβάλουν το φόρο μεταβίβασης ακινήτου, υπέβαλαν δε τις υπ' αριθμ.... δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων, αντίγραφα των οποίων βεβαιωμένα από τον Προϊστάμενο τη; Δ.Ο.Υ. ... προσκόμισαν στην παραπάνω συμβολαιογράφο και μνημονεύονται στα επίδικα συμβόλαια. Πρέπει δε να τονιστεί ότι στις εν λόγω δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ" και οι "ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ" έχουν τεθεί υπογραφές των ίδιων των ως συμβαλλομένων, χωρίς να γίνεται μνεία ούτε να προκύπτει άλλως ότι έγινε χρήση κάποιου πληρεξουσίου ή εξουσιοδότησης, γεγονός που υποδηλώνει ότι εμφανίστηκε η ίδια η φερόμενη ως πωλήτρια. Ακόμη, ο πρώτος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2 συναντήθηκε με τη φερόμενη ως πωλήτρια σε καφενείο λίγο πριν την κατάρτιση των επιδίκων συμβολαίων και τη μετάβαση τους στο συμβολαιογραφείο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πιο πάνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι μπορούσαν με ευχέρεια να αντιληφθούν ότι η φερόμενη ως πωλήτρια δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο με την ιδιοκτήτρια των οικοπέδων ΑΑ. Εξάλλου, παρόντες στην ως άνω συνάντηση στο καφενείο πριν από την κατάρτιση των επιδίκων συμβολαίων ήσαν και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ1 και Χ4, οι οποίοι έτσι είχαν τη δυνατότητα να συζητήσουν με τη φερόμενη ως πωλήτρια και ως εκ τούτου να αντιληφθούν ότι αυτή δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο με την ιδιοκτήτρια των οικοπέδων ΑΑ. Μάλιστα, ο ως άνω εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1 εκπληρώνοντας υποχρέωση της πωλήτριας είχε μεταβεί στο ..., και είχε λάβει την υπ' αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση του ως άνω Δήμου περί εξοφλήσεως του τέλους της ακίνητης περιουσίας. Επίσης, για τα παραπάνω πρέπει να επισημανθεί και η σαφής και κατηγορηματική από 24-10-2005 ανωμοτί εξέταση ως μάρτυρα ενώπιον της Ανακρίτριας του 1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντος Ψ2, ο οποίος καταθέτει ότι ο ίδιος ο Χ2 απάντησε σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του : "Γιατί ήταν πολύ ελκυστικό το πακέτο, ήταν πάρα πολύ φτηνά (τα οικόπεδα)". Οι μεσίτες, κατά τα λεγόμενα τους, έπαιρναν αμοιβή 15.000 ευρώ έκαστος, πραγματικά γενναιόδωρη αμοιβή για ένα τίμημα 280.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 Συντ. και 139 Κ.Π.Δ.), αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις όλα χωρίς εξαίρεση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους ορθώς υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ.1, 13, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 47, 94, 98, 216 παρ. 1-3, 386 παρ. 1-3β ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε, με το οποίο, με την επίκληση, κατ' επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση τους, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω:
(Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 115/1-6-2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ'αρ. 819/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
(Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 10 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Για να είναι δε η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελός ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος της πράξεως σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του ΠΚ, όποιος παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ύπαρξη απλής συνέργειας, απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης με γνώση του συνεργού ότι ο αυτουργός τελεί αξιόποινη πράξη και με την θέληση και αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της τελευταίας. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα εν λόγω περιστατικά, αναγόμενα στις εφαρμοστέες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, και η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, τόσο με δικές του σκέψεις όσο και με συμπληρωματική επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "Από το συνολικό αποδεικτικό υλικό....προκύπτει ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, σωστά εκτίμησε τα νομικά και πραγματικά δεδομένα της συγκεκριμένης υποθέσεως και δια του ανωτέρω προσβαλλόμενου βουλεύματος παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για τις αποδοθείσες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, αναφερόμενος κατά τα λοιπά στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του, με τις ακόλουθες επισημάνσεις: Α) Η αποβιώσασα ΑΑ, κάτοικος στη ζωή ..., ήταν πράγματι κυρία των φερομένων ως πωληθέντων οικοπέδων επί της..., τα οποία δια διαθήκης κατέλειπε, από ένα, στους Ψ1 και Ψ2. Β) Ο σχεδιασμός για τη μεταβίβαση των οικοπέδων από την δήθεν ΑΑ- η οποία κατείχε και μία ταυτότητα με το όνομα αυτό, πλην όμως στα συμβόλαια ... δεν αναγράφεται η χρονολογία γέννησεώς της και σε χρόνο που είχε αποβιώσει η πραγματική ΑΑ περιλαμβάνει όλες τις νομότυπες ενέργειες δηλαδή την με αμοιβή χρησιμοποίηση μεσιτών, αν και στο ανωτέρω συμβόλαιο καταχωρείται ότι στη σύμβαση δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης αστικών ακινήτων, την παρουσία δικηγόρων και πρώην δικηγόρου ως συμβούλου αλλά και την παρουσία ενός ενδιάμεσου (ΒΒ), φέροντος ένα πληρεξούσιο της ΑΑ, όχι στον ίδιο αλλά σε πρόσωπο ονόματι ΓΓ, του οποίου η αξιοπιστία ελέγχεται, διότι συντάχθηκε ένα μήνα περίπου πριν από τον θάνατό της και έχει λανθασμένη την ημερομηνία και τον τόπο γεννήσεώς της ... και ... και δύο αγοραστών (Χ3-Χ2), οι οποίοι φέρονται να μην γνωρίζουν την ιδιοκτήτρια, παρά μόνο λίγο πριν από την υπογραφή των συμβολαίων, αφού όμως έχουν προετοιμάσει τα σχετικά δικαιολογητικά, με κορυφαίο την βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας της ΔΟΥ ..., αν και η συμβαλλόμενη πωλήτρια είχε ΑΦΜ στη ΔΟΥ ..., έχουν καταβάλλει και τα τέλη ακίνητης περιουσίας στο ..., όπως ο κατηγορούμενος ΒΒ αναφέρει ότι την εργασία αυτή ανέλαβε ο εκ των κατηγορουμένων Χ1, την οποία διεκπεραίωσε. Ωστόσο η αποκάλυψη ότι η μεταβίβαση έπασχε νομικά και ουσιαστικά έφερε τους κατηγορούμενους Χ2 και Χ3 στη θέση του εγκαλούντος έναντι συγκατηγορουμένων του ΒΒ, Χ1, Χ4 και ΔΔ. Γ) Το βέβαιο είναι, ως γεγονός πασίδηλο, ότι η εμπορική αξία αυτών των ακινήτων δεν ήταν η αντικειμενική τους και τούτο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, σπεύδοντας ο καθένας από την πλευρά του για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, η οποία μετά την αποκάλυψη των προβλημάτων έφερε στο προσκήνιο και την οικονομική διαφορά των κατηγορουμένων ΒΒ και Χ2, αν και στα συμβόλαια (4) ... της συμβολαιογράφου Π. Παπανικολοπούλου το τίμημα εκ ευρώ 212.028,30, για ένα έκαστο των οικοπέδων κατεβλήθη σε μετρητά, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, για το ένα οικόπεδο από την Χ3 και για το άλλο οικόπεδο από τον Χ2. Δ) Στην συγκεκριμένη υπόθεση η παρουσία και η εμφάνιση μιας ΑΑ, ενώπιον της συμβολαιογράφου, με προδήλως πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, μήνες μετά τον θάνατο της πραγματικής αλλά και η εντελής απόκρυψη αυτού του προσώπου από εκείνους τους κατηγορουμένους που γνώριζαν την αληθινή του ταυτότητα ή ισχυρίζονται ότι ουδόλως γνώριζαν την συγκεκριμένη πωλήτρια σηματοδοτεί και το μέγεθος της ωφέλειας που μπορούσε να προκύψει τόσο για τους αγοραστές όσο και για την φερομένη ως πωλήτρια η τον ενδιάμεσό της, αλλά και για εκείνους που με την παρουσία τους ενίσχυσαν την απόφαση της άγνωστης αυτουργού να πλαστογραφήσει την υπογραφή της αποβιωσάσης ΑΑ στα προαναφερόμενα συμβόλαια αγοράς. Κι αυτό διότι η παρουσία δικηγόρων, νομικού συμβούλου, μεσιτών πωλητή και αγοραστών, καθιστά ευχερέστερη την εξαπάτηση της συμβολαιογράφου και ενισχύει την απόφαση όχι μόνο της χρήσης του πλαστού δελτίου ταυτότητος αλλά και την υπογραφή των συμβολαίων. Ε) Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων δεν μπορούν να αποδυναμώσουν ή να καταλύσουν τις σε βάρος τους αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για τις πράξεις για τις οποίες διώχθηκαν και αποδόθηκε σ' αυτούς κατηγορία, ιδιαιτέρως εκείνες των κατηγορουμένων δικηγόρου Χ4 και πρώην δικηγόρου Χ1, διότι γνώριζαν εκ της ιδιότητος τους, τι χρειάζεται για να ολοκληρωθεί μια τέτοια σύμβαση αλλά και για να συνταχθεί ένα σχέδιο συμβολαίου, κατά την σύνταξη του οποίου απαιτούνται πληροφορίες και στοιχεία που μπορούσαν να αποκαλύψουν την ανυπαρξία της πωλήτριας ως ζωντανού όντος". Ακολούθως και συμπληρωματικά, το Συμβούλιο δέχθηκε τα εξής: "Συμπληρωματικά προς όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα.... προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή των πιο πάνω εκκαλούντων - κατηγορουμένων (μεταξύ αυτών και του αναιρεσείοντος) στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ. Τούτο δε διότι με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι καθώς και η άγνωστη συγκατηγορούμενή τους γυναίκα παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία των εγκαλούντων Ψ1 και Ψ2 κατά το συνολικό ποσό των 424.056 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των δύο ακινήτων, που βρίσκονται επί της οδού ... αριθμός ... και ... στο Δήμο ..., εκτάσεως 365 τ.μ. περίπου και αξίας 212.028 ευρώ το καθένα, παριστάνοντας ψευδώς στη συμβολαιογράφο Αμαρουσίου Αττικής Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη, κατά τη σύνταξη των υπ' αριθμ. ... συμβολαίων πώλησης των αναφερομένων δύο ακινήτων, από τη φερόμενη ως πωλήτρια ΑΑ, κάτοικο εν ζωή ..., προς τους κατηγορουμένους Χ2 το δεύτερο και Χ3 το πρώτο, ότι η πρώτη ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια των ανωτέρω ακινήτων ΑΑ, ενώ γνώριζαν ότι η τελευταία είχε ήδη αποβιώσει από την 22-4-2004 και με τον τρόπο αυτό έπεισαν την ως άνω συμβολαιογράφο να συντάξει τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας, η οποία, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα συνέτασσε τα συμβόλαια αυτά. Επιπλέον, εις βάρος των ανωτέρω εκκαλούντων - κατηγορουμένων προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση. Τούτο δε διότι αυτοί με τη συμπεριφορά τους παρείχαν απλή συνδρομή και ειδικότερα συνέδραμαν ψυχικά με την παρουσία τους τη συγκατηγορούμενή τους άγνωστη γυναίκα, η οποία με σκοπό να αποκομίσει η ίδια και οι ως άνω κατηγορούμενοι περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τους νομίμους κληρονόμους της ΑΑ, κατάρτισε πλαστά έγγραφα και ειδικότερα έθεσε την υπογραφή της τελευταίας κατά απομίμηση και χωρίς δικαίωμα στα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια της πιο πάνω συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Αττικής Παναγιώτας Παπανικολοπούλου-Μαγιάκη, εμφανιζόμενη ενώπιον αυτής ως ΑΑ, ιδιοκτήτρια των παραπάνω ακινήτων, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται ότι τα πιο πάνω συμβόλαια είχαν καταρτιστεί νόμιμα και ότι σ' αυτά παρέστη ως πωλήτρια η πραγματική ιδιοκτήτρια αυτών, ενώ γνώριζαν ότι η τελευταία είχε ήδη αποβιώσει από την 22-4-2004. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 ότι δεν γνώριζαν τίποτε σχετικά με το θάνατο της πραγματικής ιδιοκτήτριας των οικοπέδων ΑΑ και ότι τους εξαπάτησαν οι λοιποί κατηγορούμενοι από την εκτίμηση του συνόλου των ως άνω αποδεικτικών μέσων κρίνεται αβάσιμος. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι πιο πάνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με τον ΒΒ, ο οποίος εμφανιζόταν ότι ενεργούσε για λογαριασμό της ιδιοκτήτριας των ως άνω ακινήτων ΑΑκαι ενώ δεν γνώριζαν αυτόν προηγουμένως, δεν του ζήτησαν να τους επιδείξει οποιοδήποτε πληρεξούσιο αυτής προς τον ίδιο, με το οποίο να τον εξουσιοδοτούσε να πωλήσει τα ανωτέρω ακίνητα, ούτε σε κάθε περίπτωση ζήτησαν ούτε ήλθαν σε επαφή, έστω και τηλεφωνικά, με την πωλήτρια. Όσον αφορά δε το μοναδικό πληρεξούσιο (υπ' αριθμ. ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Σταυροπούλου), το οποίο προσκόμισε ο κατηγορούμενος ΒΒ προς τον εγκαλούντα Ψ2, όταν ο τελευταίος του ζήτησε εξηγήσεις για τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων, πρέπει να σημειωθεί ότι με αυτό (πληρεξούσιο), ανεξαρτήτως των λοιπών προβλημάτων που παρουσιάζει, παρέχεται μεν εξουσιοδότηση από την ΑΑ για την πώληση των επιδίκων ακινήτων, πλην όμως αυτή δίδεται προς τον αναφερόμενο ΓΓ, πρόσωπο για το οποίο ουδείς κατέθεσε ότι το γνωρίζει. Επομένως με το εν λόγω πληρεξούσιο δεν παρείχετο καμία δυνατότητα προς σύνταξη αγοραπωλητηρίων συμβολαίων μεταξύ των ως άνω προσώπων (ΒΒ, Χ2 και Χ3), πράγμα το οποίο ήταν αμέσως και ευχερώς αντιληπτό απ' αυτούς. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να νοηθεί η καλόπιστη συζήτηση μεταξύ τους για την κατάρτιση των επιδίκων συμβολαίων με πληρεξούσιο, αφού τέτοιο πληρεξούσιο που να παρέχει αυτή τη δυνατότητα δεν υπήρχε και ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός τους είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ως αβάσιμος κρίνεται και ο άλλος ισχυρισμός των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 ότι για πρώτη φορά γνώρισαν τη φερόμενη ως πωλήτρια στο γραφείο της ανωτέρω συμβολαιογράφου και ότι δεν την είχαν δει ποτέ προγενέστερα. Πρέπει δε να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι την 13-9-2004 οι πιο πάνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 μετέβησαν με τη φερόμενη σαν πωλήτρια στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να καταβάλουν το φόρο μεταβίβασης ακινήτου, υπέβαλαν δε τις υπ' αριθμ. ... και ... δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων, αντίγραφα των οποίων βεβαιωμένα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ... προσκόμισαν στην παραπάνω συμβολαιογράφο και μνημονεύονται στα επίδικα συμβόλαια. Πρέπει δε να τονιστεί ότι στις εν λόγω δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων κάτω από την ένδειξη "ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ" και οι "ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ" έχουν τεθεί υπογραφές των ίδιων των ως συμβαλλομένων, χωρίς να γίνεται μνεία ούτε να προκύπτει άλλως ότι έγινε χρήση κάποιου πληρεξουσίου ή εξουσιοδότησης, γεγονός που υποδηλώνει ότι εμφανίστηκε η ίδια η φερόμενη ως πωλήτρια. Ακόμη, ο πρώτος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2 συναντήθηκε με τη φερόμενη ως πωλήτρια σε καφενείο λίγο πριν την κατάρτιση των επιδίκων συμβολαίων και τη μετάβασή τους στο συμβολαιογραφείο. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πιο πάνω εκκαλούντες - κατηγορούμενοι μπορούσαν με ευχέρεια να αντιληφθούν ότι η φερόμενη ως πωλήτρια δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο με την ιδιοκτήτρια των οικοπέδων ΑΑ. Εξάλλου, παρόντες στην ως άνω συνάντηση στο καφενείο πριν από την κατάρτιση των επιδίκων συμβολαίων ήσαν και οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι Χ1 (νυν αναιρεσείων) και Χ4, οι οποίοι έτσι είχαν τη δυνατότητα να συζητήσουν με τη φερόμενη ως πωλήτρια και ως εκ τούτου να αντιληφθούν ότι αυτή δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο με την ιδιοκτήτρια των οικοπέδων ΑΑ. Μάλιστα, ο ως άνω εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1 (αναιρεσείων) εκπληρώνοντας υποχρέωση της πωλήτριας είχε μεταβεί στο Δήμο ..., και είχε λάβει την υπ` αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση του ως άνω Δήμου περί εξοφλήσεως του τέλους της ακίνητης περιουσίας. Επίσης, για τα παραπάνω πρέπει να επισημανθεί και η σαφής και κατηγορηματική από 24-10-2005 ανωμοτί εξέταση ως μάρτυρα ενώπιον της Ανακρίτριας του1ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών του μηνυτή - πολιτικώς ενάγοντος Ψ2, ο οποίος καταθέτει ότι ο ίδιος ο Χ2 απάντησε σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του: "Γιατί ήταν πολύ ελκυστικό το πακέτο, ήταν πάρα πολύ φτηνά (τα οικόπεδα)". Οι μεσίτες, κατά τα λεγόμενά τους, έπαιρναν αμοιβή 15.000 ευρώ έκαστος, πραγματικά γενναιόδωρη αμοιβή για ένα τίμημα 280.000 ευρώ". Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορούμενων Χ2, Χ3, Χ1 (αναιρεσείοντος) και Χ4 για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατά συναυτουργία, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και της απλής συνέργειας σε πλαστογραφία με χρήση με σκοπό προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου, που το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και για το λόγο αυτό απέρριψε τις απ' αυτούς ασκηθείσες, κατά του υπ` αριθμ. 1907/2008 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εφέσεις ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13, 14, 26§1, 27§1, 45, 47, 94, 98, 216§§1-3, 386§§1-3β του Π.Κ., όπως ισχύουν, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται, όσον αφορά το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, η ψευδής παράσταση του αναιρεσείοντος και των συναυτουργών του προς τη συμβολαιογράφο Παναγιώτα Παπανικολοπούλου - Μαγιάκη ότι η φερόμενη ως πωλήτρια των ανωτέρω ακινήτων ήταν η πραγματική ιδιοκτήτρια αυτών ΑΑ, ότι συνεπεία αυτής της ψευδούς παραστάσεως, ως παραγωγού αιτίας, παραπλανήθηκε η συμβολαιογράφος και προέβη σε επιζήμια για τους εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, νομίμους κληρονόμους της πραγματικής ΑΑ, συμπεριφορά (κατάρτιση των ειρημένων πωλητηρίων συμβολαίων), καθώς και η βλάβη που υπέστησαν οι τελευταίοι, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ανερχομένη στο ποσό των 424.056 ευρώ. Όσον δε αφορά το έγκλημα της απλής συνέργεια στην κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ` εξακολούθηση, προσδιορίζεται η ταυτότητα των δύο πλαστών συμβολαίων, στα οποία η άγνωστη φυσική αυτουργός έθεσε κατ` απομίμηση την υπογραφή της πραγματικής ΑΑ, η βλάβη που υπέστησαν οι ανωτέρω εγκαλούντες, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, ανερχομένη στο ποσό των 424.056 ευρώ, καθώς και η ψυχική συνδρομή, την οποία ο αναιρεσείων (και οι συγκατηγορούμενοί του) παρείχε, με την παρουσία του, στη φυσική αυτουργό κατά την τέλεση από αυτή της πλαστογραφίας και τη χρήση των πλαστών συμβολαίων.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Η μερικότερη αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών, με την ενσωμάτωση σ` αυτό της εισαγγελικής πρότασης, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και τα αναφερόμενα στο από 30.10.2008 υπόμνημά του είναι αβάσιμη, γιατί, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την προδικασία πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάχθηκε και η κρίση του Συμβουλίου και, επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, υπάρχει η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, το Συμβούλιο κατέληξε στην παραπεμπτική του κρίση και με δικές του εμπεριστατωμένες σκέψεις, αναφέρει δε ρητά ότι, για την κρίση του αυτή, έλαβε υπόψη και όλα τα υπομνήματα των κατηγορουμένων (μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω). Περαιτέρω, η, με την επίκληση, κατ` επίφαση, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, μερικότερη αιτίαση, που εμπεριέχεται στο σύνολο των εκτιθεμένων στην αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή διευκρινίζεται με το από 3.11.2009 υπόμνημα του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος προβάλλει ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα αποδεικτικά μέσα είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου της ουσίας. Η δε αιτίαση ότι η ευθύνη βαρύνει τη συμβολαιογράφο, η οποία υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 243 ΠΚ, αφού παρέλειψε να πραγματοποιήσει επαρκή διαπίστωση των πραγματικών στοιχείων ταυτότητας της εμφανισθείσας ως πωλήτριας των ακινήτων, αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί ενδεχόμενη ευθύνη της συμβολαιογράφου δεν αίρει την ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος για τις πράξεις που του αποδίδονται.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 115/1 Ιουνίου 2009 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ` αριθ. 819/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη και απλή συνέργεια σε κακουργηματική πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε ο αναιρεσείων με την παροχή, με την παρουσία του, ψυχικής συνδρομής στη φυσική αυτουργό κατά την τέλεση από αυτή πλαστογραφίας συμβολαίων, με τη θέση σ' αυτά πλαστής υπογραφής, και τη χρήση αυτών, και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή. Επιτρεπτή η αναφορά του συμβουλίου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Η αιτίαση για μη ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Η αιτίαση ότι υπέχει ευθύνη η συμβολαιογράφος, ενώπιον της οποίας υπογράφηκαν τα συμβόλαια, κατ' άρθρο 243 ΠΚ, είναι αλυσιτελής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Συνέργεια, Εισαγγελική Πρόταση.
| 2
|
Αριθμός 2387/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλονόμο, για αναίρεση της 106/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 554/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές). Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων οργανικήν ενότητα η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει εις την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος". Κατά την παράγραφο 2 του άνω άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτομένη υπό υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 του ιδίου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής εκτάσεως δεν αποτελεί ο προορισμός του ποσοστού πυκνότητας βλάστησης και να χαρακτηρίζεται ανάλογα με αυτό μια έκταση ως δάσος ή ως δασική. Κατά το άρθρο 30 παρ. 2 του Π.Κ. που ρυθμίζει την αποκλείουσα το δόλο πραγματική πλάνη δηλαδή την άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου επαυξάνοντος την βαρύτητα του περιστατικού, συνάγεται ότι κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής από την οποία δεν καταλογίζεται η πράξη στον δράστη, είναι ότι αυτός αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένα τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της άγνοιας του ή της εσφαλμένης αντίληψής του. Στο άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, για τη νομική πλάνη, ορίζεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει αλλά είτε αγνοείται ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνιστάται σε εσφαλμένη αντίληψη του κανόνα δικαίου, συντρέχει δε υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο. Επιβάλλεται δε να είναι συγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε ο δράστης δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες, έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή αυτής υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά σ' αυτή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος επί δημοσίας δασικής εκτάσεως, την οποία διεκδικούσε όχι ο ίδιος αλλά η σύζυγός του στην οποία αυτός πίστευε ότι ανήκε και επρόκειτο για έκταση κείμενη στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ..., 5,9 στρεμμάτων συνολικά, η οποία συνόρρευε ανατολικώς με χέρσο αγρό και ελαιόδενδρα ιδιοκτησίας Χ1, δυτικώς με ελαιόκτημα και δημόσια δασική έκταση, βορείως με δημόσια δασική έκταση για την οποία είχε εκδοθεί το υπ' αριθμ. 3243/7-15/7/1985 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής σε βάρος του Λ1 ενώ έχει χαρακτηρισθεί ως δασική δυνάμει της υπ' αριθμ. ...πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας και νοτίως με χέρσο αγρό Χ1 αποτελούμενη από πουρνάρια, αγριελιές και ασφάλαχτρα, προέβη χειρονακτικώς σε εκχέρσωση αυτής παρανόμως παραβλάπτοντας τοιουτοτρόπως την κατά προορισμό χρήση της δασικής αυτής εκτάσεώς ενώ αυτό απαγορεύεται. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκαν αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για τη μη ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων για τις πράξεις για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη καθώς και έτερος αυτοτελής ισχυρισμός, που εκτιμήθηκε ως τέτοιος περί αναδρομής πραγματικής πλάνης που απέκλειε τον καταλογισμό, ότι δηλαδή αυτός δεν εγνώριζε τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούσαν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων αυτών ούτε εγνώριζε ότι ήταν δασικής εκτάσεως και ανήκουσα στο δημόσιο η επίδικη, στην οποία φερόταν ότι επενέβη. Με βάση τις άνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο της παραβάσεως του άρθρου 280 παρ. 1 ν.δ 86/1969, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 ν.δ. 996/1971 δηλαδή ότι επιχείρησε από πρόθεση όλως αυθαιρέτως και παρανόμως καταπάτηση δημόσιας δασικής εκτάσεως κειμένης στη θέση ... του δ.δ. ..., επιφανείας 5.9 στρεμμάτων συνολικά. Περαιτέρω δε το ίδιο Δικαστήριο με την άνω απόφαση κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. β' Π.Κ του ότι στον ανωτέρω τόπο και χρόνο εκχέρσωσε με πρόθεση όλως αυθαιρέτως και παρανόμως δασική έκταση και ειδικότερα την παραπάνω δημόσια δασική έκταση κειμένη στη θέση "..." του δ.δ. ...εκτάσεως συνολικά 5,9 στρεμμάτων συνορεύουσα ανατολικώς με χέρσο αγρό ελαιόδενδρα ιδιοκτησίας Χ1, δυτικός με ελαιόκτημα και δημόσια δασική έκταση βορείως με δημόσια δασική έκταση για την οποία είχε εκδοθεί το υπ' αριθμ. 3245/7-15/7/1985 πρωτόκολλο Διοικητικής αποβολής σε βάρος του Λ1, ενώ είχε χαρακτηρισθεί ως δασική δυνάμει της υπ' αριθμ.... πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας και νοτίως με χέρσο αγρό Χ1 καταστρέφοντας χειρονακτικώς την αποτελούμενη από σχίνα, πουρνάρια, αγριελιές και ασφάλαχτρα δασική βλάστηση της εκτάσεως αυτής (πυκνότητας .....Ο%) παραβλάπτοντας τοιουτοτρόπως την κατά προορισμό χρήση της δασικής αυτής εκτάσεως ενώ αυτό απαγορεύεται καταδίκασε δε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου διότι εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε. Αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση σε βάρος του κατηγορουμένου της νομοτυπικής μορφής της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιοποίνου παραβάσεως του άρθρου 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 2145/1993 τα εκτιθέμενα σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέντα από τα αναφερόμενα ότι σκενεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν αποδεικτικά μέσα, ότι η έκταση που εκχερσώθηκε χειρονακτικώς από τον κατηγορούμενο ήταν δασική ως καλυπτομένη από δασική βλάστηση που απετελείτο από σχίνα, πουρνάρια, αγριελιές και ασφάλαχτρα και ότι προκλήθηκε βλάβη με την εκχέρσωση αυτής της δασικής βλάστησης στην κατά προορισμό χρήση της από δασικής εκτάσεως. Δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως το ότι η έκταση στην οποία έγινε η πράξη εκχέρσωσης μπορούσε να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος ή να συμβάλλει στην διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα ως άνω φυτά ούτε να αναφέρει το ποσοστό κάλυψης της από δασική βλάστηση πριν από την εκχέρσωση. Με σαφή εξάλλου και χωρίς κενά και ελλείψεις αιτιολογία, παρά τα περί του αντιθέτου αβασίμως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό που προβλήθηκε από την υπεράσπιση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί πλάνης του ως αβάσιμο με όσα δέχθηκε ότι προέκυπταν από τα αναφερόμενα, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα συμβόλαια που περιλαμβάνονταν στα προσκομισθέντα από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, και ειδικότερα ότι η εν λόγω έκταση ήταν ανέκαθεν δασική περιγραφομένη και στα συμβόλαια που αφορούσαν την σύζυγο του κατηγορουμένου και τους δικαιοπαρόχους της ως αγριάδα και ότι επρόκειτο για έκταση η οποία ανέκαθεν δεν εκαλλιεργείτο, όπως προέκυπτε και από την αναγνωσθείσα έκθεση φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών της περιόδου 1945-1997.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το έγκλημα της παράνομης εκχέρσωσης δάσους ή δασικής εκτάσεως, αρκούσε η παράθεση στην απόφαση των άνω στοιχείων για τον χαρακτήρα της εκτάσεως ως δασικής και δεν απαιτείτο να αναφέρεται στην απόφαση, βάσει ποίας πράξεως ή αποφάσεως της διοικήσεως ή άλλων αρμοδίων αρχών η έκταση αυτή, επί της οποίας ο κατηγορούμενος προέβη στην αξιόποινη άνω πράξη και η οποία σαφώς περιγράφεται ως προς τα όριά της στην προσβαλλόμενη απόφαση, είχε χαρακτηρισθεί ως δασική, ενόψει του ότι οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικράτειας, δημόσια ή ιδιωτική, που καλύπτεται από αραιά ή πενιχρή βλάστηση, αποτελεί δασική έκταση, ούτε ήταν αναγκαίο να αναφέρονται τα περιστατικά και οι αποφάσεις, με βάση τις οποίες η άνω έκταση τελούσε αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου. Η αναφορά στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η επίδικη έκταση, επί της οποίας παρανόμως ενήργησε ο κατηγορούμενος την εκχέρσωση, πέραν από δασική ήταν και δημόσια, τέτοια έκταση έχει τεθεί από παραδρομή και εκ περισσού χωρίς να υπάρχει αντίφαση από τη μη παράλειψή της, όσον αφορά την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δασικής εκτάσεως, σε παραδρομή δε οφείλεται και η παράθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν των διατάξεων του ν. 998/1979 που ορθώς εφάρμοσε, και του άρθρου 280 παρ. 1 ν.δ. 86/1969, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 13 ν.δ. που αναφέρεται στην πράξη για την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος και είναι απορριπτέα ως αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που αναφέρονται στα όσα κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δασοφύλακας ..., και στην αξιολόγηση των κατατεθέντων ως ανεπαρκών για να οδηγηθεί με βάση αυτά το Δικαστήριο στον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως για την διάπραξη της παράνομης εκχέρσωσης στην εν λόγω έκταση από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα σε εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρικής καταθέσεως. Δεν αποτελεί όμως παραδεκτό λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ανήκει στους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά πλήττεται με τις αιτιάσεις αυτές η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1, 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. ζ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει η λήψη από το δικαστήριο της ουσίας υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από το πιο πάνω άρθρο 358 του ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, για να καταλήξει στην, κατά τα ανωτέρω περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, κρίση του, έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα έγγραφα, ήτοι τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, το από 11.4.2002 πρωτόκολλο μηνύσεως, το από ... τοπογραφικό διάγραμμα, την από ... έκθεση αυτοψίας, την από ... έκθεση φωτοερμηνείας, την από ... βεβαίωση Κοινότητας ..., την υπ' αριθ. 38/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδαμύλης, τα υπ' αριθ...., ... πιστοποιητικά νοσηλείας, το υπ' αριθ. ...πωλητήριο συμβόλαιο, τα υπ' αριθ. ... και ... συμβόλαια δωρεάς και συμπληρωματικής γονικής παροχής, φωτογραφίες και την 1347/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου. Δεν περιλαμβάνονταν στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα το 3243/7-15.7.1985 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής σε βάρος του Λ1 και η υπ' αριθ. ...πράξη του Δασάρχη Καλαμάτας περί χαρακτηρισμού ως δασικής της εκτάσεως που αφορούσε το ίδιο ως άνω πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Τα δύο πιο πάνω έγγραφα παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση στα σημεία εκείνα του σκεπτικού και του διατακτικού όπου γίνεται η περιγραφή των ορίων της, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δασικής εκτάσεως, στην οποία έγινε δεκτό ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος προέβη στην εκχέρσωση της υπαρχούσης βλαστήσεως από σχίνα, πουρνάρια κλπ και ειδικότερα για τον προσδιορισμό ακριβέστερα άλλης δασικής εκτάσεως, με την οποία σκόπευε προς βορρά η επίμαχη που εκχερσώθηκε παράνομα. Δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα δύο άνω έγγραφα προς εκτίμηση, κατά την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, αλλά παρατέθηκαν στα πλαίσια προσδιορισμού καθ' όρια της εκχερσωθείσης εκτάσεως με βάση άλλο αναγνωσθέν έγγραφο, στο οποίο τα όρια της άνω εκτάσεως κατά όμοιο τρόπο περιγράφονταν. Δεν εχώρησε, σύμφωνα με τα παραπάνω, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και άλλα έγγραφα, πέραν των αναγνωσθέντων, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την άνω αξιόποινη πράξη για την οποία κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα και είναι αβάσιμες οι αιτιάσεις του τελευταίου, ότι ιδρύετο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α ΚΠοινΔ, από την λήψη υπόψη, ενώ δεν υπήρχαν στην δικογραφία, του άνω 3243/1985 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής σε βάρος τρίτου και της ... πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας και την συναγωγή, με βάση αυτά, λανθασμένων συμπερασμάτων.
Κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 2331/1995, ως χρόνος τέλεσης της πράξεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, ενώ είναι αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν ορίζεται άλλως. Η ακριβής δε αναφορά του χρόνου τέλεσης της αξιοποίνου πράξεως στην καταδικαστική απόφαση είναι αναγκαία, εκτός άλλων, και για την έναρξη ή τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής, όταν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής και συνεπώς εξαλείψεως, λόγω αυτής, του αξιοποίνου χαρακτήρα της πράξεως. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112, 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/1996, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν από τα τρία έτη για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β και 370 στοιχ. β' ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας. Επομένως, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά που αφορούν στην έναρξη και στην συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής και η παράλειψη αυτού του στοιχείου από την καταδικαστική απόφαση συνιστά έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Τέλος το έγκλημα της παρανόμου εκχερσώσεως δασικής εκτάσεως, τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως, είναι πλημμέλημα (άρθρο 18 εδ. β' ΠΚ και 71 παρ. 3, 4 ν. 998/1979) και ως εκ τούτου υπόκειται στην κατ' ανώτατο όριο οκταετή παραγραφή.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προσδιορίζεται ούτε στο σκεπτικό αλλά ούτε και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως συγκεκριμένα ο χρόνος τελέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του εγκλήματος της παρανόμου εκχερσώσεως, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος. Στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν γίνεται καθόλου λόγος για το πότε προέβη ο κατηγορούμενος χειρονακτικώς στην εκχέρσωση παρανόμως της δασικής εκτάσεως 5,9 στρεμμάτων, στην θέση..., δημοτικού διαμερίσματος ..., ενώ στο διατακτικό αναφέρεται μόνον ότι κηρύσσει ένοχο με ελαφρυντικό τον κατηγορούμενο, του ότι εκχέρσωσε παράνομα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, την άνω δασική έκταση, χωρίς σε κάποιο άλλο σημείο του διατακτικού της αποφάσεως να γίνεται συγκεκριμένη μνεία του χρόνου τέλεσης αυτής της αξιοποίνου πράξεως από τον κατηγορούμενο.
Από τα πρακτικά συνεδριάσεως της δίκης, κατά την οποία εξεδόθη από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επισκοπούνται επιτρεπτώς, ειδικότερα δε από την καταχωρηθείσα στα πρακτικά αυτά δήλωση των συνηγόρων υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, με τον ισχυρισμό να μην καταλογισθεί σ' αυτόν λόγω πλάνης του η άνω αξιόποινη πράξη, διαπιστώνεται ότι αυτός, ως χρόνο κατά τον οποίο κατηγορείτο ότι είχε τελέσει αυτήν, ανέφερε το χρονικό διάστημα από 1 έως 30.1.2002. Η παράλειψη ακριβούς αναφοράς του χρόνου τελέσεως της αξιόποινης πράξεως της παρανόμου εκχερσώσεως της άνω δασικής εκτάσεως στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να διακριβωθεί αν έχει τελεσθεί σε χρόνο προηγούμενο της οκταετίας ή όχι και συνεπώς αν το αξιόποινο αυτών έχει εξαλειφθεί με την παραγραφή ή όχι, δημιουργεί κατά τούτο ασάφεια στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδρύει τον βάσιμο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και αν δεν προτάθηκε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 511 ΚΠοινΔ.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 106/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκχέρσωση δασικής εκτάσεως. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης λόγω άγνοιας στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ο οποίος αιτιολογημένα απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και για απόλυτη ακυρότητα για λήψη υπόψη αναφερόμενων εγγράφων τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, καθόσον τα φερόμενα ως ληφθέντα έγγραφα, αναφέρθηκαν μόνο για την περιγραφή εκτάσεως με την οποία συνόρευε η εκχερσωθείσα και δεν συνεκτιμήθηκαν για την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την παράλειψη παραθέσεως των περιστατικών που αφορούσαν στον χρόνο τέλεσης της πράξεως που ασκούσαν επιρροή στην παραγραφή κατ' αυτεπάγγελτη από τον Άρειο Πάγο έρευνα του σχετικού λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ σε συνδ. με το άρθρο 511 ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή, Δασικά αδικήματα.
| 1
|
Αριθμός 2386/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 28582/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενο τον Χ κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Καλύβα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31/5 Ιουνίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/09.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της υπερβάσεως εξουσίας. Μπορεί, επομένως, να ζητήσει την αναίρεση αποφάσεως, με την οποία έφεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως έγινε τυπικά δεκτή και, στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος λόγω παραγραφής.
Εξάλλου, στην έκθεση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το οποίο ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά και ο λόγος ανωτέρας βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί, στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 28582/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έγινε δεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η υπ` αριθ. 16229/2008 έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ κατά της υπ` αριθ. 107121/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση λόγω παραγραφής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όσον αφορά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, και από τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση 107121/1999 του Μον/λούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών καταδικάστηκε ερήμην για την πράξη της παράβασης του νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση, επιδόθηκε στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής με τελευταία γνωστή κατοικία του στην ..., σύμφωνα με το από 26-7-2000 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... του ΑΤ ..., χωρίς ωστόσο να υπάρχει βεβαίωση του ανωτέρω επιδόσαντος αστυφύλακα από την οποία να προκύπτει ότι ο εκκαλών αναζητήθηκε πράγματι στην εν λόγω διεύθυνση και ότι είχε μετοικήσει απ' αυτήν σε άγνωστη διεύθυνση. Η ένδικη έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα στις 4-13-2008, όπως προκύπτει από την με αρ. 16229/08 συνταχθείσα έκθεση έφεσης, όταν αυτός οχλήθηκε από τις αστυνομικές αρχές, δηλ. μετά την πάροδο της κατ' άρ. 473 παρ.1 ΚΠΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την κατά τα ως άνω επίδοση της εκκαλουμένης. Για να γίνει όμως επίδοση ως άγνωστης διαμονής πρέπει, κατ' άρ. 156 ΚΠΔ, να υπάρχει βεβαίωση του οργάνου επιδόσεως ότι ο εκκαλών είναι άγνωστης διαμονής, η οποία (βεβαίωση) δεν αναπληρώνεται από τα αναγραφόμενα στο αποδεικτικό επίδοσης ως "άγνωστης διαμονής".
Συνεπώς, εξ αυτού του λόγου, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η από 26-7-2000 επίδοση της εκκαλουμένης είναι μη νόμιμη. Συνακόλουθα δε, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, ενόψει ότι αυτός την άσκησε στις 4-11-2008, ήτοι την επομένη ημέρα αφότου έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης 107121/1999 του Μον/λούς Πλημ/κείου Αθηνών στις 3-11-2003 από το ΑΤ' Αρτέμιδος".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε δηλώσει στην έκθεση εφέσεως λόγο ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος από το οποίο παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, ούτε αν προέβαλε την ακυρότητα της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, γιατί αυτός, κατά το χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διεύθυνση κατοικίας, την οποία είχε γνωστοποιήσει στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση, καθώς και τον τρόπο της γνωστοποιήσεως αυτής. Η αναγραφή στην έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, της φράσεως "δήλωσε δε ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι έλαβε γνώση μόλις χθες από την Αστυνομία Αρτέμιδας. Να ληφθεί δε υπόψη, ότι ούτε των κλήσεων προς εμφάνιση στο Δικαστήριο έλαβε γνώση, ούτε και της απόφασης" δεν συνιστά ούτε ενέχει επίκληση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της αποφάσεως στον εκκαλούντα. Εφόσον δε, με τις ως άνω παραδοχές, θεώρησε την έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου εμπρόθεσμη και, στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά την κατ` αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 28582/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση αποφάσεως, με την οποία εκπρόθεσμη έφεση έγινε δεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα και στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για το έγκλημα της παράβασης του νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση λόγω παραγραφής. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας, γιατί δεν αναφέρεται αν ο εκκαλών είχε προβάλλει λόγο ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε αν αυτός προέβαλε λόγο ακυρότητας της επιδόσεως της αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 2385/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένουΧ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο, περί αναιρέσεως της 39/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 519/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 23§1 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων",όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 1 του α.ν. 263/1968 "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται, διωκόμενος αυτεπαγγέλτως, διά φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή, και διά χρηματικής ποινής, τουλάχιστον, εκατόν χιλιάδων (100.000) δραχμών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 29§1 εδ. α του ν. 2971/2001 "αιγιαλός, παραλία", "όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα πρόστιμα που επιβάλλονται διοικητικά σύμφωνα με την παράγραφο 23 του άρθρου 3 του Ν. 2242/1994, που εφαρμόζεται κατά τα λοιπά".Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17§8 εδ. α του ν. 1337/1983 "επέκταση σχεδίου, οικιστικά, ζώνες", "οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 39/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα αυτογνωμόνου καταλήψεως δημοσίου κτήματος, μεταβολής αιγιαλού και κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Χ Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο...", κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2003 έως τις 26-10-2004, στην ... και συγκεκριμένα μπροστά από το πολυτελές ξενοδοχείο...", όπου ο αιγιαλός έχει καθοριστεί με την απόφαση του υπουργού Οικονομικών 1064071/6780/Β0010/1.10.2001 που έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 1007/Δ/3.12.2001, με πρόθεση αυθαιρέτως και παρανόμως: α) μετέβαλε τον αιγιαλό, επειδή προέβη εντός αυτού σε διάφορες κατασκευές συνολικής εκτάσεως 200,25 τ.μ. (μαντρότοιχους, χαμηλές πλατφόρμες, σκάλες και άντρες από φυσικά βότσαλα και τσιμέντο), όπως αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό της παρούσης, χωρίς προηγουμένως να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη άδεια, με τις ενέργειές του δε αυτές, αλλοιώθηκε η υφή του αιγιαλού και τα γηγενή βότσαλα επιστρώθηκαν με άμμο η οποία αντλήθηκε από τον πυθμένα της θάλασσας και β) κατέλαβε δημόσιο κτήμα που βρισκόταν αναμφισβήτητα στην κατοχή του Δημοσίου, όπως είναι ο αιγιαλός. Παράλληλα στον ως άνω τόπο κατά το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2003 έως τις 24-9-2004 ο κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, εν γνώσει του, παρανόμως και αυθαιρέτως προέβη στην κατασκευή κλειστού χώρου με αποθηκευτική χρήση για φύλαξη ελικοπτέρου καθ' υπέρβαση της υπ' αριθ. 24/2003 οικοδομικής άδειας, η οποία προέβλεπε την κατασκευή πέργκολας, χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιαστεί με νέα άδεια από την αρμόδια Πολεοδομική αρχή. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με ευκρίνεια από την με ημερομηνία 26-10-2004 έκθεση αυτοψίας της Κτηματικής Υπηρεσίας που συνοδεύεται από σχετική φωτογραφία και συνημμένο σχέδιο, που περιγράφονται με λεπτομέρεια οι παράνομες κατασκευές εντός αιγιαλού. Ο κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου το οποίο λειτουργεί εδώ και 25 χρόνια, γνώριζε ότι ο επανακαθορισμός του αιγιαλού είχε γίνει από το έτος 2001, όπως προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα ..., Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας που διενήργησε την αυτοψία, ο οποίος κατέθεσε πρωτοδίκως με ενάργεια ότι κάθε καλοκαίρι γίνεται επίστρωση της παραλίας με άμμο και ότι οι κατασκευές αυτές έχουν μόνιμο χαρακτήρα και έγιναν μετά τον επανακαθορισμό του αιγιαλού, δηλαδή μετά από το έτος 2001. Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, ..., που εργάζεται ως αρχιτέκτονας και χειρίζεται τις υποθέσεις του κατηγορουμένου δεν κρίνεται πειστική, καθόσον έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση του διενεργήσαντος την αυτοψία ..., ενώ η από Νοεμβρίου 2004 μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του μελετητή ...., που διαβάστηκε, αφορά διαφορετικές εργασίες (δημιουργία μόλου 35 τ.μ. και καθαίρεση ανωδομής υπάρχοντος κυματοθραύστη). Περαιτέρω, η αυθαίρετη κατασκευή κλειστού χώρου στεγασμένου με ξύλινη και μεταλλική κατασκευή με χρήση αποθήκης για τη φύλαξη ελικοπτέρου προκύπτει από την υπ' αριθ. 104/24-9-2004 έκθεση αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας, ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι λόγω των ορίων δόμησης από τον αιγιαλό δεν υπήρχε δυνατότητα να γίνει κατασκευή κτίσματος για να μπαίνει το ελικόπτερο όπως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ....".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της αυτογνωμόνου καταλήψεως δημοσίου κτήματος, της μεταβολής αιγιαλού και της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι η καταληφθείσα έκταση αποτελούσε δημόσιο κτήμα και τελούσε υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αυτό ήταν αιγιαλός που είχε καθορισθεί με την μνημονευόμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ότι μετέβαλε τον αιγιαλό με την κατασκευή κτισμάτων που αναλυτικά περιγράφονται στο διατακτικό (δύο μαντρότοιχων μήκους 9 και 14 μ., ύψους 1 μ. και πάχους 0,45 μ. από φυσικά βότσαλα και τσιμέντο εμβαδού 10,35 τ.μ., χαμηλών πλατφορμών, σκαλών και μαντρών, από φυσικά βότσαλα και τσιμέντο, εμβαδού 180,70 τ.μ. και μαντρότοιχου μήκους 23 μ., ύψους 0,30 μ. και πάχους 0,40 από φυσικά βότσαλα και τσιμέντο εμβαδού 9,2 τ.μ.) και σε τι συνίσταται η κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μερικότερη αιτίαση ότι εσφαλμένα αξιολογήθηκαν το πιστοποιητικό καταχώρησης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου και το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας είναι απαράδεκτη, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Εξάλλου, η από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πρόβαλε την ένσταση του δεδικασμένου, επικαλούμενος ότι για την ίδια πράξη της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, σε προγενέστερο χρόνο, με την υπ' αριθμ. 359/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυκόνου, η οποία κατέστη αμετάκλητη, αθωώθηκε, ζήτησε δε να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατ' αυτού ποινική δίωξη για την εν λόγω πράξη. Το Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως και απέρριψε τον παραδεκτώς προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την εξής αιτιολογία: "Τέλος, όπως προκύπτει από το απόσπασμα της υπ' αριθ. 359/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυκόνου, το οποίο διαβάστηκε, ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε για την παράβαση του άρθρου 17§8 Ν. 1337/83, παράβαση η οποία έγινε στον Ορνό Μυκόνου στις 29-4-2003. Η παράβαση όμως αυτή δεν προέκυψε ότι είναι η ίδια με την επίμαχη παράβαση που φέρεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος, αφού διαφέρουν οι διαστάσεις των εν λόγω κτισμάτων. Ενόψει, λοιπόν, του ότι δεν υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση ταυτότητα πράξης, δεν παράγεται δεδικασμένο από την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, για την ήδη επίμαχη πράξη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση δεδικασμένου του κατηγορουμένου". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, την από το Σύνταγμα και το νόμο επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σαφώς εκθέτει ότι η παράβαση για την οποία αθωώθηκε αυτός δεν είναι η ίδια με εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, καθόσον διαφέρουν οι διαστάσεις των κτισμάτων. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, ο αναιρεσείων, με την ως άνω υπ' αριθ. 359/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα Μυκόνου, αθωώθηκε αμετακλήτως για το ότι "στη θέση ... στις 29 Απριλίου 2003 προέβη στην κατασκευή υπογείου διαστάσεων 25 μ. Χ 22 μ. Χ 6 μ. και ισογείου διαστάσεων 20 μ. Χ 20 μ. Χ 5 μ. χωρίς την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής". Ενώ, με την πρωτόδικη υπ` αριθ. 616/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, καταδικάστηκε για διαφορετική, κατά το χρόνο τελέσεως και την ταυτότητα, πράξη, και δη για το ότι: "Στην Ακτή ...κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2003 έως τις 24-9-2004, με πρόθεση προέβη στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος. Ειδικότερα με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Χ Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο ..., προέβη στην κατασκευή κλειστού χώρου με αποθηκευτική χρήση (φύλαξη ελικοπτέρου) καθ' υπέρβαση της υπ' αριθ. 24/2003 οικοδομικής άδειας (η οποία προέβλεπε την κατασκευή πέργκολας), χωρίς προηγουμένως να έχει εφοδιαστεί με νέα άδεια από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία". Επομένως, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. ΣΤ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι στην προσβαλλόμενη, καθώς και στην πρωτόδικη απόφαση, δεν γίνεται μνεία της υπ` αριθ. 26/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυκόνου, που υπάρχει στη δικογραφία και προσκομίσθηκε από αυτόν, καίτοι αποτελούσε ουσιαστικό στοιχείο. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 510§1 περ. Β' ΚΠΔ (έλλειψη ακροάσεως), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν προκύπτει ότι ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο υπέβαλε αίτημα για την ανάγνωση της αποφάσεως αυτής και το Δικαστήριο αρνήθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 §5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α', Γ', Δ', Ε', ΣΤ' και Η' της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Περαιτέρω, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρ. 17§8 του ν. 1337/1983, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την από αυτό επιμέτρηση της ποινής, είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την περί επιβολής ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 ΠΚ, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την ως άνω διάταξη, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα για την επιβολή της ποινής, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας, καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή και μόνον εφόσον δεν έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο όριο της ποινής, για έλλειψη της απαιτούμενης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα επιβλήθηκε, για την ως άνω παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, ποινή φυλακίσεως ενός (1) μηνός, η οποία επηύξησε τη βαρύτερη ποινή φυλακίσεως των 5 μηνών, που του επιβλήθηκε για την πράξη της μεταβολής αιγιαλού, κατά δεκαπέντε (15) ημέρες, ήτοι πλέον του ελαχίστου ορίου των 10 ημερών. Όπως δε προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση, ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα του αιτιολογικού της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία του ανωτέρω και από τον αναιρεσείοντα ανεγερθέντος αυθαίρετου έργου, ούτε περί του αν το τελευταίο υποβαθμίζει ή όχι και, αν ναι, σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής του.
Κατά συνέπεια και εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ', ΣΤ' και Β' ΚΠΔ, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά την εν λόγω περί ποινής διάταξή της, ως προς το αμέσως παραπάνω αδίκημα, καθώς και ως προς αυτήν για τον καθορισμό συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 39/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, και δη ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής για το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 17§8 ν. 1337/1983 και ως προς αυτήν για τον καθορισμό συνολικής ποινής. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα, κατά το αναιρούμενο μέρος της, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την από 23 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2580/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 39/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατάληψη δημοσίου κτήματος, μεταβολή αιγιαλού και κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, παραβίαση δεδικασμένου από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση (αφού δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης) και μη αναγνώσεως και μη λήψης υπόψη εγγράφου της δικογραφίας, του οποίου, όμως, δεν ζητήθηκε η ανάγνωση. Μερική αναίρεση, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, και παραπομπή ως προς την ποινή για την κατασκευή αυθαιρέτου και ως προς τη συνολική ποινή, γιατί δεν προσδιορίζεται η αξία του αυθαιρέτου και ο βαθμός υποβάθμισης του περιβάλλοντος.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Δεδικασμένο, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, Αιγιαλού μεταβολή.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2384/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, και Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κάτοικο ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 409/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 628/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 168/5.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 73/13-4-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 409/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε την έφεσή του κατά του πρωτόδικου 3591/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και επικύρωσε το βούλευμα τούτο, τον παραπέμπει ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για απάτη, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, και υπεξαίρεση[άρθρα 60-63,94 παρ.1,98,375 παρ.1α και 386 παρ.1,3β ΠΚ] και εκθέτω τα ακόλουθα:
2- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε 1) δικαιωματικά από τον κατηγορούμενο, αφού ο νόμος του δίνει το δικαίωμα να ασκεί αναίρεση κατά του βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα [άρθρο 482 παρ.1 περ.α ΚΠΔ], 2) εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, η οποία έγινε με θυροκόλληση, σ' αυτόν μεν στις 2-4-09,στον αντίκλητό του δικηγόρο δε Ιω. Μυταλούλη στις 1-4-09,δοθέντος ότι η τελευταία ημέρα 12-4-09 είναι η αργία της Κυριακής [βλ. τις από 2-4 και 1-4-09, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως των δικ. επιμελητών ... και ...], [άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ],και 3) νομότυπα, ήτοι με δήλωση του εξουσιοδοτημένου δικηγόρου του Ιω. Μυταλούλη στη γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με τη σύνταξη υπ' αυτής της οικείας εκθέσεως, σύμφωνα με τις διατυπώσεις που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ, και με τη διατύπωση σ' αυτήν των λόγων, για τους οποίους την ασκεί, συνιστάμενους στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων,[άρθρα 139 και 484 παρ.1 περ.β και δ ΚΠΔ].
Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της.
3- Αναιρετικός έλεγχος Α-Νομικές διατάξεις
α- Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά [ΑΠ. 19/01 ΟΛΟΜ- ΠΔΙΚ.01/1225, ΠΧΡ.02/402, ΠΛΟΓ.01/1693].
β- Εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, θεμελιώνουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1β' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υφίσταται όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα υπό τούτου δεχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση δε τέτοιας εσφαλμένης εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
γ- Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών.
ε-Κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Κατά το άρθρο 13 περ.στ ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη".
στ- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί παράνομα αυτό, καθό χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του, και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ, διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "CLM ADVERTISING", με αντικείμενο τις τεχνικές εκδόσεις. Γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο Χ, ο οποίος ασχολείται με την εισαγωγή και το εμπόριο φρούτων και λαχανικών από το εξωτερικό, το έτος 1988 και ανέπτυξαν στενές προσωπικές σχέσεις, οι οποίες διακόπηκαν το έτος 1990. Τον Απρίλιο του έτους 2003 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την εγκαλούσα και της ανέφερε ότι έχει δημιουργήσει ο ίδιος μία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "BELLA FROUTA", στην οποία είναι Διευθύνων Σύμβουλος και, επιπλέον, ότι είναι Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΒΕΤ Α.Ε." (πρώην "ΆΓΡΟΤΥΠΟΣ Α.Ε."), με αντικείμενο την εμπορία ζωοτροφών. Επίσης, της παρέστησε ότι έχει δημιουργήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από μία πολυτελή κατοικία στη ..., μία πολυτελή κατοικία στο ..., δύο διαμερίσματα στην ... και ένα διαμέρισμα στο ... Στη συνέχεια της ανέφερε ότι αντιμετωπίζει πρόσκαιρες οικονομικές δυσχέρειες από την ύπαρξη οικονομικών διαφορών του με την εταιρεία "BELLA FROUTA Α.Ε.". Γι' αυτό το λόγο της ζήτησε να του δανείσει τα χρήματα, που ήταν απαραίτητα για την κάλυψη αυτών των αναγκών του, διαβεβαιώνοντας την ότι είναι απόλυτα φερέγγυος, αξιόπιστος και ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, η οποία θα ασφάλιζε τις οικονομικές απαιτήσεις της σε βάρος του, που θα προέκυπταν από τον ανωτέρω δανεισμό. Με τις ανωτέρω παραστάσεις του την έπεισε και του κατέβαλε α) στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Τράπεζα EUROBANK, την 1.12.2003, το ποσό των 15.000 ευρώ, στις 2.12.2003, το ποσό των 15.000 ευρώ και στις 15.6.2004 το ποσό των 3.000 ευρώ και β) στις 17.5.2004, στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό των 1.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 34.000 ευρώ. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έπεισε την εγκαλούσα να εκδώσει και να του παραδώσει τις εξής μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες εσύροντο όλες από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της, που τηρεί στην Τράπεζα EUROBANK, είτε σε διαταγή του, προκειμένου να καλύψει υποχρεώσεις του, είτε απευθείας σε διαταγή τρίτων προσώπων, για την εξόφληση χρεών του προς αυτούς: 1) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.150 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.6.2004, σε διαταγή του ..., 2) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.6.2004, σε διαταγή του ..., 3) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.8.2004, σε διαταγή του ..., 4) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.8.2004, σε διαταγή του ..., 5) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.6.2004, σε διαταγή του ..., 6) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.6.2004, σε διαταγή του ..., 7) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2004, σε διαταγή του ..., 8) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.500 ευρώ,με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2004, σε διαταγή του ..., 9) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.350 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 6.8.2004, σε διαταγή του ..., 10) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.600 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.8.2004, σε διαταγή του ..., 11) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2004, 12) την υπ' αριθ. ... επιταγή, 4.350 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.9.2004, σε διαταγή του ..., 13) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 11.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.2004, 14) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 8.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.12.2004, σε διαταγή του ..., 15) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.11.2004, σε διαταγή εμού του ιδίου (με την οποία αντικατέστησε την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως 20.8.2004), 16) τρεις επιταγές, ποσού 11.500, 12.500 και 11.000 ευρώ, έκαστη, σε διαταγή της ... και συνολικά επιταγές ποσού 156.950 ευρώ. Οι ανωτέρω επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά το χρόνο πληρωμής τους με αποτέλεσμα: α) οι υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... επιταγές, καθώς και οι τρεις επιταγές εκδόσεως της ... να πληρωθούν από την ίδια την εγκαλούσα προκειμένου να μην εκδοθούν σε βάρος της διαταγές πληρωμής και β) για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην Τράπεζα ALPHA BANK "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 39605/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.751 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στον ..., εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθ. 681/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.396,88 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στον ..., εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθ. 682/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.044,52 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 778/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβαλει το συνολικό ποσό των 9.888 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 779/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.240 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 30212/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.806,78 ευρώ. Όταν η εγκαλούσα ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τη μη πληρωμή των επιταγών αυτών επέμενε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι θα φροντίσει την άμεση κάλυψη τους, ώστε να μην κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της. Γι'αυτό το λόγο μάλιστα της παρέδωσε τον Φεβρουάριο του έτους 2004, την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα, σε διαταγή "εμού του ιδίου", ποσού 7.500 ευρώ και με ημερομηνία εκδόσεως την 25.6.2004, την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία εσύρετο από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό που τηρούσε στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα, σε διαταγή "εμού του ιδίου", ποσού 5.000 ευρώ και με ημερομηνία εκδόσεως την 15.7.2004, την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία εσύρετο από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό που τηρούσε στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα, σε διαταγή "εμού του ιδίου", ποσού 5.000 ευρώ και με ημερομηνία εκδόσεως την 26.7.2004, καθώς και την υπ' αριθ. ... επιταγή εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΙΑΒΕΤ Α.Ε.'", η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω εταιρεία στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα, ποσού 7.900 ευρώ.Οι ανωτέρω επιταγές δεν πληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά το χρόνο εμφανίσεως τους στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα και γι' αυτό το λόγο η εγκαλούσα υποχρεώθηκε να τις πληρώσει, προκειμένου να μην εκδοθεί σε βάρος της διαταγή πληρωμής. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που παρέστησε ο κατηγορούμενος στην εγκαλούσα ήταν ψευδή και μάλιστα ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών, καθώς δεν διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία, ούτε ήταν φερέγγυος, αλλά είχε συσσωρευμένα χρέη, συνεπεία των οποίων α) η πολυτελής κατοικία στη ..., εκτέθηκε σε πλειστηριασμό την 24.11.2004 δυνάμει της υπ' αριθ. ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθ. .... περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, προκειμένου να ικανοποιηθεί αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 2854/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, δυνάμει της υπ' αριθ. 4767/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BELLA FRUTA Α.Ε." σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσού 409.660 ευρώ, β) η πολυτελής κατοικία στη θέση ... της Κοινότητας ..., επρόκειτο να εκτεθεί σε πλειστηριασμό την 6.2.2008 δυνάμει της υπ' αριθ. 1861/2007 περίληψης έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκειμένου να ικανοποιηθεί αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 2854/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 4767/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BELLA FROUTA Α.Ε." σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσού 1.360.500 ευρώ και γ) τα διαμερίσματα στην ..., επρόκειτο να εκτεθούν σε πλειστηριασμό την 9.1.2008 δυνάμει της υπ' αριθ. 1860/2007 περίληψης έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω Δικαστικού Επιμελητή, προκειμένου να ικανοποιηθεί αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 2854/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 4767/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BELLA FRUTA Α.Ε." σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσού 1.360.500 ευρώ. Όλα δε τα ακίνητα του κατηγορουμένου αποδείχθηκε ότι ήταν βεβαρυμένα με πλήθος βαρών (προσημειώσεις υποθηκών, υποθήκες και κατασχέσεις).Όμως, η εγκαλούσα, πειθόμενη από τις παραπάνω εκτιθέμενες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου, του δάνεισε τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Εάν όμως γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων, και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος είχε συσσωρευμένα χρέη και ότι τα ακίνητα του ήταν βεβαρυμένα και ότι δεν είχε επέλθει συμφωνία για τη ρύθμιση των χρεών του, δεν θα δέχονταν να προβεί στον ανωτέρω δανεισμό. Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή, αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε βάρος του κατηγορίες. Όμως παραδέχθηκε ότι πράγματι συναλλάχθηκε με την εγκαλούσα και ότι της ζήτησε να του δανείσει το ποσό των 34.000 ευρώ, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Όσον αφορά δε τις επιταγές, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πλαστογραφία ούτε απάτη, καθώς η εγκαλούσα γνώριζε την οικονομική του κατάσταση και είχε συναινέσει γι' αυτές και ότι μεθόδευσε τη μήνυση της προκειμένου να αποφύγει τις δικές της ευθύνες. Πλην όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και επιπλέον δεν δίνει καμία πειστική εξήγηση το εύλογο ερώτημα, για ποιο λόγο η εγκαλούσα, αν πράγματι ήθελε να αποφύγει τις δικές της ευθύνες, πλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος των επιταγών. Επιπλέον, κατά την απολογία του ισχυρίζεται ότι πράγματι είναι κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας και ότι όσον αφορά τους πλειστηριασμούς των ακινήτων αυτοί έχουν ακυρωθεί και εκκρεμεί η υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Πλην όμως, η ακύρωση των πλειστηριασμών και η αναμονή εκδόσεως αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο δεν καθιστά τα ακίνητα ελεύθερα βαρών, ούτε καθιστά τον κατηγορούμενο φερέγγυο πρόσωπο με δυνατότητα καλύψεως των οικονομικών του υποχρεώσεων, καθώς από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι όλα τα ακίνητα του είναι βεβαρυμένα με πλήθος υποθηκών από πολλούς πιστωτές του. Όλα δε τα ανωτέρω ενισχύονται και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ... και ... οι οποίοι επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της εγκαλούσας. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προκλήθηκε ζημία στην περιουσία της Ψ συνολικού ύψους 190.950 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην εγκαλούσα το ποσό των 25.000 ευρώ, γεγονός το οποίο συνομολογεί και η ίδια και συνεπώς η συνολική της ζημία ανέρχεται στο ποσό των 165.950 ευρώ. Επίσης, από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προέκυψε σκοπός του για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος για βιοπορισμό, ενώ από την κατά συνήθεια τέλεση της προέκυψε σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της πρόσωπικότητάς του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε ξένο κινητό πράγμα, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του, με οποιοδήποτε τρόπο, με τη θέληση του ιδιοκτήτη. Ειδικότερα, η εγκαλούσα εξέδωσε την υπ' αριθ. ... επιταγή της EUROBANK, ποσού 6.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 20.8.2004, εις διαταγήν εμού της ιδίας, την οποία παρέδωσε στον ... Στις 10.6.2004, κατόπιν συμφωνίας της με τον ..., η εγκαλούσα αντικατέστησε την ανωτέρω επιταγή με άλλη ισόποση και συγκεκριμένα με την υπ' αριθ. ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης την 20.11.2004. Ο ..., κατόπιν συμφωνίας του με την Ψ και μετά την ως άνω αντικατάσταση, στις 10.6.2004, παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον κατηγορούμενο, προκειμένου να την παραδώσει στην εγκαλούσα. Πλην όμως, ο κατηγορούμενος αντί να την παραδώσει στην τελευταία, έθεσε στη θέση του τελευταίου οπισθογράφου τη δική του υπογραφή, ως εκπροσώπου της εταιρείας "ΠΑΒΕΤ Α.Ε." και τη μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στην ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", ιδιοποιούμενος κατ' αυτόν τον τρόπο παρανόμως το ποσό των 6.500 ευρώ.
Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού έκρινε ότι προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις σε βάρος του κατηγορουμένου για την παραπομπή του στο δικαστήριο, απέρριψε την έφεσή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα και τον παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών να δικασθεί για απάτη, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος που προέκυψε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € και υπεξαίρεση [άρθρα 60-63, 94 παρ.1, 98, 375 παρ.1α και 386 παρ.1α 3β ΠΚ].
Γ-Εξέταση των λόγων αναίρεσης.
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 375 παρ.1α και 386 παρ.1,3α ΠΚ,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Όσον αφορά την απάτη, αναφέρονται τα απαιτούμενα στοιχεία τόσο τα θεμελιωτικά της αντικειμενικής της υπόστασης, ότι δηλ. ο κατηγορούμενος σε διαφορετικούς χρόνους παρέστησε στην παθούσα τα ψευδή γεγονότα ότι είναι φερέγγυο και αξιόπιστο πρόσωπο ως προς την εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων και ότι διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία εξασφαλίζει τις οικονομικές απαιτήσεις της από το δανεισμό του, ότι με τις παραστάσεις αυτές την παρέπεισε να του δανείσει τα αναφερόμενα στο βούλευμα χρηματικά ποσά και ότι από το δάνειο αυτό προκάλεσε ζημία στην περιουσία της, καθόσον οι ανωτέρω παραστάσεις του ήσαν ψευδείς, αφού ούτε φερέγγυο και αξιόπιστο πρόσωπο ήταν ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και ούτε διέθετε μεγάλη περιουσία, που εξασφάλιζε την ικανοποίηση των απαιτήσεών της, δοθέντος ότι είχε πολλά συσσωρευμένα χρέη και τα ακίνητά του ήσαν κατασχεμένα και βεβαρημένα με πλήθος υποθηκών, όσο και τα θεμελιωτικά της υποκειμενικής της υπόστασης, ότι δηλ. ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει των περιστατικών αυτών και ότι προέβη στις ανωτέρω πράξεις του με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος. Επιπλέον, αναφέρεται αφενός μεν ότι το όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία στην περιουσία της παθούσας ανέχεται στο συνολικό ποσό των 156.950 €, το οποίο υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 €, αφετέρου δε ότι η κατ' εξακολούθηση απάτη τελέσθηκε με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση αυτής και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει,[με την ιδιότητά του ως διευθύνοντα συμβούλου των ανώνυμων εταιριών BELLA FROUTA και ΠΑΒΕΤ ΑΕ],με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεσή της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και ροπή του για την τέλεση αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Όσον αφορά την υπεξαίρεση, αναφέρονται τα απαιτούμενα για την ποινική υπόσταση αυτής στοιχεία, τόσο τα θεμελιωτικά της αντικειμενικής της υπόστασης, ότι δηλ. ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, την ... επιταγή της παθούσας, όσο και της υποκειμενικής της υπόστασης, ότι δηλ. αυτός γνώριζε τα συγκροτούντα αυτήν ως άνω περιστατικά και ότι τα αποδέχθηκε.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει την ειδική αιτιολογία, που απαιτεί το Σύνταγμα, και ότι περιέχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 περ.στ, 98 και 386 ΠΚ, που προβλέπει το έγκλημα της απάτης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, παραλείψεις που ιδρύουν τους από το άρθρο 484, παρ.1 περ. β και δ του ΚΠΔ προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως των βουλευμάτων, και δη ότι δεν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, είναι κατ' ουσία αβάσιμες.
4- Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 €.
5-Το αίτημα εμφάνισης στο Συμβούλιο.Το δικαίωμα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του συμβουλίου αποτελεί ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος ακροάσεως, κατά το άρθρο 20 Σ και 6 παρ. 3 ΕΣΔΑ, συνιστάμενο στην παροχή δυνατότητας του κατηγορουμένου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του Συμβουλίου. Η εμφάνιση είναι δυνητική, καθόσον το Συμβούλιο μπορεί να την απορρίψει αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι (ΑΠ 1441/1997 ΝοΒ 46, 576, Δέδες, 436, Μπουρόπουλος, Α', 414]. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος με την αίτηση αναιρέσεώς του εκθέτει επαρκώς τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες που προσάπτει στο προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και δεν ανακύπτει ανάγκη και περαιτέρω προφορικής εκ μέρους του αναπτύξεώς τους, με αποτέλεσμα η αίτησή του να κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α- Να απορριφθεί η 73/13-4-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του 409/09 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β- Να απορριφθεί η αίτηση εμφάνισης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την εξέταση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεώς του. Και
Γ- Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 €.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Φώτιος Μακρής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης διατυπώνεται αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, για την παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα είναι νόμιμο, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 και 485 Κ.Π.Δ., πλην πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων παρέχει επαρκείς διευκρινίσεις με την κατά τρόπο διεξοδικό ανάπτυξη των λόγων αναιρέσεως στην αίτησή του, ώστε να μην χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη διασάφηση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, κατά το αστικό δίκαιο, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε με την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενέργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Η αναφορά περισσότερων τρόπων τελέσεως της απάτης (δηλαδή με παράσταση ψευδών και με αποσιώπηση αληθών) δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, εκτός εάν από το σύνολο των παραδοχών γίνεται σαφές ότι τελέσθηκε με τον ένα τρόπο και η αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη, δηλαδή ότι οι παραστάσεις είναι ψευδείς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να είναι η απάτη κακούργημα πρέπει α) ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και συγχρόνως το συνολικό όφελός ή η συνολική ζημία του παθόντος να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ ή β) το όφελος που επεδίωκε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή του στοιχείου της κατά συνήθεια τέλεσης απαιτείται επανειλημμένη τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος και η εξ αυτής προκύπτουσα διάγνωση της σταθερής ροπής του δράστη προς διάπραξη αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, χωρίς να ενδιαφέρουν τα αίτια της εν λόγω ροπής. Για τη συνδρομή του στοιχείου τόσο της κατ' επάγγελμα όσο και της κατά συνήθεια τέλεσης δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, όσον αφορά το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης (ως προς την υπεξαίρεση το βούλευμα δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως), με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα ειδικώς μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται, επί λέξει, τα εξής: "Η εγκαλούσα Ψ διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "CLM Advertising" με αντικείμενο τις τεχνικές εκδόσεις. Γνωρίστηκε με τον κατηγορούμενο Χ το έτος 1988, ο οποίος ασχολείτο με την εισαγωγή φρούτων και λαχανικών, μάλιστα πίστευε ότι ήταν ένας επιχειρηματίας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ανέπτυξαν στενές προσωπικές σχέσεις, οι οποίες διακόπηκαν το έτος 1990. Τον Απρίλιο του έτους 2003 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την εγκαλούσα και της ανέφερε ότι αντιμετώπιζε γενικώς οικονομικές δυσκολίες αλλά και διάφορα προβλήματα επικοινωνιακού τύπου με την εταιρεία που συνεργαζόταν. Συγκεκριμένα της είπε ότι είχε δημιουργήσει μία ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "BELLA FROUTA", στην οποία ήταν Διευθύνων Σύμβουλος και επιπλέον ότι είναι Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΒΕΤ Α.Ε." (πρώην "ΑΓΡΟΤΥΠΟΣ Α.Ε."), με αντικείμενο την εμπορία ζωοτροφών. Επίσης της παρέστησε ότι έχει δημιουργήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από μία πολυτελή κατοικία στη ..., μία πολυτελή κατοικία στο ..., δύο διαμερίσματα στην ... και ένα διαμέρισμα στο ... Οι πρόσκαιρες οικονομικές δυσχέρειες ανέκυψαν διότι η γενική συνέλευση της εταιρείας "BELLA FROUTA" αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με σκοπό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, "να τον πετάξουν έξω". Αφού δε της εξιστόρησε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε της ζήτησε οικονομική βοήθεια. Η εγκαλούσα του εξήγησε ότι εκείνη την περίοδο λόγω ελλείψεως οικονομικής ρευστότητας δεν μπορούσε να του δώσει χρήματα και ως εκ τούτου να τον βοηθήσει. Τέλη Νοεμβρίου του ιδίου έτους (2003) ο εκκαλών επισκέφθηκε εκ νέου την εγκαλούσα, ζητώντας της και πάλι οικονομική βοήθεια για να καλύψει κάποιες επιταγές που είχε εκδώσει σε προμηθευτές του, είχε δε εν τω μεταξύ πληροφορηθεί ότι αυτή είχε λάβει επαγγελματικό δάνειο από την EUROBAΝΚ ύψους 150.000 ευρώ, την διαβεβαίωσε δε ότι είναι απόλυτα φερέγγυος, αξιόπιστος και ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, η οποία θα εξασφάλιζε τις οικονομικές απαιτήσεις της εγκαλούσας σε βάρος του, που θα προέκυπταν από τον ανωτέρω δανεισμό. Με τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του έπεισε την εγκαλούσα και κατέβαλε: α) στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Τράπεζα EUROBANK την 1.12.2003 το ποσό των 15.000 ευρώ, στις 2.12.2003, το ποσό των 15.000 ευρώ και στις 15.6.2004 το ποσό των 3.000 ευρώ και β) στις 17.5.2004, στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό των 1.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 34.000 ευρώ. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έπεισε την εγκαλούσα να εκδώσει και να του παραδώσει τις εξής μεταχρονολογημένες επιταγές, οι οποίες εσύροντο όλες από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της, που τηρεί στην Τράπεζα EUROBANK, είτε σε διαταγή του, προκειμένου να καλύψει υποχρεώσεις του, είτε απευθείας σε διαταγή τρίτων προσώπων, για την εξόφληση χρεών του προς αυτούς: 1) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.150 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.6.2004, σε διαταγή του ..., 2) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.6.2004, σε διαταγή του ..., 3) την υπ' αριθ.... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.8.2004, σε διαταγή του ..., 4) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.8.2004, σε διαταγή του ..., 5) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.6.2004, σε διαταγή του ..., 6) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.6.2004, σε διαταγή του ..., 7) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2004, σε διαταγή του ..., 8) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2004, σε διαταγή του ..., 9) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 9.350 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 6.8.2004, σε διαταγή του ..., 10) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 10.600 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.8.2004, σε διαταγή του ..., 11) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2004, 12) την υπ' αριθ. ... επιταγή, 4.350 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.9.2004, σε διαταγή του ..., 13) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 11.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.2004, 14) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 8.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.12.2004, σε διαταγή του ..., 15) την υπ' αριθ. ... επιταγή, ποσού 6.500 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.11.2004, σε διαταγή εμού του ιδίου (με την οποία αντικατέστησε την υπ' αριθ. ... ισόποση επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως 20.8.2004), 16) τρεις επιταγές, ποσού 11.500, 12.500 και 11.000 ευρώ, έκαστη, σε διαταγή της ... και συνολικά επιταγές ποσού 156.950 ευρώ. Οι ανωτέρω επιταγές δεν πληρώθηκαν κατά το χρόνο πληρωμής τους με αποτέλεσμα: α) οι υπ' αριθ. ..., ..., ..., ... επιταγές καθώς και οι τρεις επιταγές εκδόσεως της ... να πληρωθούν από την ίδια την εγκαλούσα προκειμένου να μην εκδοθούν σε βάρος της διαταγές πληρωμής και β) για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην Τράπεζα ALPHA ΒΑΝΚ "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 39605/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.751 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στον ..., εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθ. 681/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.396,88 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στον ...., εκδόθηκε από τον τελευταίο η υπ' αριθ. 682/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.044, 52 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην Εμπορική Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 778/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.888 ευρώ, για την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην Εμπορική Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 779/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.240 ευρώ, για την υπ' αριθ. 0032586 επιταγή, η οποία μεταβιβάστηκε από τον κατηγορούμενο στην Πανελλήνια Τράπεζα "ως αξία λόγω ενεχύρου", εκδόθηκε από την τελευταία η υπ' αριθ. 30212/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, σε βάρος της εγκαλούσας, με την οποία υποχρεώνεται αυτή να καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.806,78 ευρώ. Όταν η εγκαλούσα ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τη μη πληρωμή των επιταγών αυτών επέμενε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι θα φροντίσει την άμεση κάλυψή τους, ώστε να μην κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της. Για τον λόγο αυτό μάλιστα της παρέδωσε τον Φεβρουάριο του έτους 2004, την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε στην Πανελλήνια Τράπεζα, σε διαταγή "εμού του ιδίου", ποσού 7.500 ευρώ και με ημερομηνία εκδόσεως την 25.6.2004, την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία εσύρετο από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό που τηρούσε στην Πανελλήνια Τράπεζα, σε διαταγή "εμού του ιδίου", ποσού 5.000 ευρώ και με ημερομηνία εκδόσεως την 15.7.2004, την υπ' αριθ. ... επιταγή, η οποία εσύρετο από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό που τηρούσε στην Πανελλήνια Τράπεζα, σε διαταγή "εμού του ιδίου", ποσού 5.000 ευρώ και με ημερομηνία εκδόσεως την 26.7.2004, καθώς και την υπ' αριθ. ... επιταγή εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΒΕΤ Α.Ε.", η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρούσε η ως άνω εταιρεία στην Πανελλήνια Τράπεζα, ποσού 7.900 ευρώ. Οι ανωτέρω επιταγές δεν πληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά τον χρόνο εμφανίσεώς τους στην Πανελλήνια Τράπεζα και γι' αυτό το λόγο η εγκαλούσα υποχρεώθηκε να τις πληρώσει, προκειμένου να μην εκδοθεί σε βάρος της διαταγή πληρωμής. Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά που παρέστησε ο κατηγορούμενος στην εγκαλούσα ήσαν ψευδή και μάλιστα ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών καθώς δεν διέθετε μεγάλη ακίνητη περιουσία, ούτε ήταν φερέγγυος, αλλά είχε συσσωρευμένα χρέη, συνεπεία των οποίων α) η πολυτελής κατοικία στη ..., εκτέθηκε σε πλειστηριασμό την 24.11.2004 δυνάμει της υπ' αριθ. ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του Συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Λεβέντη, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθ. 138791/2004 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, προκειμένου να ικανοποιηθεί αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 2854/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, δυνάμει της υπ' αριθ. 4767/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ""BELLA FROUTA Α.Ε." σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσού 409.660 ευρώ, β) η πολυτελής κατοικία στη θέση ... της Κοινότητας ..., επρόκειτο να εκτεθεί σε πλειστηριασμό την 6.2.2008 δυνάμει της υπ' αριθ. 1861/2007 περίληψης έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του Δικαστικού Επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκειμένου να ικανοποιηθεί αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 2854/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 4767/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BELLA FROUTA Α.Ε." σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσού 1.360.500 ευρώ, γ) τα διαμερίσματα στην Αγία Παρασκευή Αττικής, επρόκειτο να εκτεθούν σε πλειστηριασμό την 9.1.2008 δυνάμει της υπ' αριθ. 1860/2007 περίληψης έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του ως άνω Δικαστικού Επιμελητή, προκειμένου να ικανοποιηθεί αναγκαστικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 2854/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 4767/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η απαίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "BELLA FROUTA Α.Ε." σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσού 1.360.500 ευρώ, όλα δε τα ακίνητά του αποδείχθηκε ότι ήταν βεβαρημένα με πλήθος βαρών (προσημειώσεις υποθηκών, υποθήκες και κατασχέσεις), η δε εγκαλούσα πειθόμενη από τις προεκτεθείσες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του του δάνεισε τα ως άνω χρηματικά ποσά, ενώ αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων, ότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε συσσωρευμένα χρέη και ότι τα ακίνητά του ήταν βεβαρημένα και ότι δεν είχε επέλθει συμφωνία για τη ρύθμιση των χρεών του, δεν θα δέχονταν να προβεί στον ανωτέρω δανεισμό. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος αρνείται τις αποδιδόμενες σε βάρος του κατηγορίες και υποστηρίζει ότι και να γίνει δεκτό ότι υπάρχει σχέση, αυτή αποτελεί αστική συναλλαγή και όχι κακούργημα και τα ποινικά δικαστήρια δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα αστικά και ούτε να γίνουν εισπράκτορες απαιτήσεων, παραδέχεται όμως ότι πράγματι συναλλάχθηκε με την εγκαλούσα και ότι της ζήτησε να του δανείσει το ποσό των 34.000 ευρώ. Ως προς τις επιταγές υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει πλαστογραφία ούτε απάτη καθώς η εγκαλούσα γνώριζε την οικονομική του κατάσταση και είχε συναινέσει γι' αυτές και ότι μεθόδευσε την έγκλησή της προκειμένου να αποφύγει τις δικές της ευθύνες. Οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν είναι πειστικοί διότι δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας και περαιτέρω δεν δίδει κάποια εξήγηση για ποιο λόγο η εγκαλούσα αν πράγματι ήθελε να αποφύγει τις ατομικές της ευθύνες, πλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος των επιταγών. Επίσης ισχυρίζεται ότι είναι πράγματι κύριος μεγάλης ακίνητης περιουσίας και ότι όσον αφορά τους πλειστηριασμούς των ακινήτων αυτοί έχουν ακυρωθεί και εκκρεμεί η υπόθεση στον Άρειο Πάγο. Η ακύρωση όμως των πλειστηριασμών και η αναμονή εκδόσεως αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο δεν καθιστά τα ακίνητα ελεύθερα βαρών, ούτε καθιστά τον κατηγορούμενο φερέγγυο πρόσωπο με δυνατότητα καλύψεως των οικονομικών του υποχρεώσεων καθώς από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι όλα τα ακίνητά του είναι βεβαρημένα με πλήθος υποθηκών από πολλούς πιστωτές του. Οι ισχυρισμοί της εγκαλούσας επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ..., ..., .... Από τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προκλήθηκε ζημία στην περιουσία της εγκαλούσας Ψ συνολικού ύψους 190.950 ευρώ. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην εγκαλούσα ποσό 25.000 ευρώ, γεγονός το οποίο συνομολογεί και η ίδια και συνεπώς η συνολική της ζημία ανέρχεται στο ποσό των 165.950 ευρώ. Από τα παραπάνω δε προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προέκυψε σκοπός του για πορισμό με τον τρόπο αυτό εισοδήματος για βιοπορισμό, ενώ από την κατά συνήθεια τέλεσή της προέκυψε σταθερή ροπή του για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του". Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και, επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο για την πράξη αυτή, ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές, το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτούμενη κατά τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα αιτιολόγησε τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απάτης, καθώς και των στοιχείων της κατ' επάγγελμα τέλεσης, περιέχει δε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και τις σκέψεις περί του ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τον αναιρεσείοντα με την αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος α) του σκοπού του να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, β) της εν γνώσει αυτού παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, ότι ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας, ότι είχε δημιουργήσει την εταιρεία "BELLA FROUTA ΑΕ" και ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΠΑΒΕΤ ΑΕ" και ότι ήταν φερέγγυος, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε η εγκαλούσα και προέβη στην επιζήμια για την ίδια συμπεριφορά, στην καταβολή, δηλαδή, σ' αυτόν μετρητών και στην παράδοση επιταγών, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και γ) της βλάβης ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, ήτοι της παθούσας εγκαλούσας, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος. Το Συμβούλιο, ακόμη, εκθέτει ότι τα ακίνητα του αναιρεσείοντος ήταν βεβαρημένα με πλήθος βαρών (προσημειώσεις υποθηκών, υποθήκες και κατασχέσεις) και ότι η πολυτελής κατοικία στη ... εκτέθηκε, ενώ τα λοιπά ακίνητα επρόκειτο να εκτεθούν σε πλειστηριασμό, δεν είχε δε υποχρέωση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύσει περισσότερο τα βάρη των ακινήτων κατά το χρόνο των ψευδών παραστάσεων, ούτε ποια ήταν η αγοραία αξία του κάθε ακινήτου, ούτε ποια ήταν τα συσσωρευμένα χρέη του. Ακόμη, δεν δημιουργείται αντίφαση από το ότι το Συμβούλιο δέχεται ότι η απάτη συνίστατο στην ψευδή παράσταση ότι ο αναιρεσείων ήταν ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας που θα εξασφάλιζε τις οικονομικές απαιτήσεις της εγκαλούσας, ενώ, σε άλλο σημείο του βουλεύματος, δέχεται ότι η απάτη συνίστατο στην αποσιώπηση ότι τα ακίνητά του ήταν βεβαρημένα και είχε αυτός συσσωρευμένα χρέη. Ούτε από το ότι δέχεται ότι παρέστησε αυτός στην εγκαλούσα ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και της ζήτησε να του δανείσει το ποσό των 190.000 ευρώ προκειμένου να εξοφλήσει ισόποσα χρέη, ενώ σε άλλο σημείο δέχεται ότι της παρέστησε ψευδώς ότι ήταν φερέγγυος και ότι είχε επέλθει συμφωνία για ρύθμιση των χρεών του, εφόσον από το σύνολο των παραδοχών του στο σκεπτικό και στο διατακτικό του βουλεύματος, που αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει σαφώς ότι στην πραγματικότητα δέχθηκε ότι η απάτη τελέσθηκε με ψευδείς παραστάσεις, τα δε επί πλέον αναφερόμενα δεν διαφοροποιούν τον τρόπο τελέσεως, αλλά προσδιορίζουν το δόλο του αναιρεσείοντος. Αιτιολογείται, ακόμη, πλήρως η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξεως, η οποία προσδίδει σ' αυτήν την κακουργηματική της μορφή, με την αναφορά της επανειλημμένης τέλεσής της, η οποία προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του βουλεύματος. Η υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται, πλην η πλημμέλεια αυτή δεν ασκεί επιρροή, εφόσον για τη στοιχειοθέτηση της επιβαρυντικής περιπτώσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης αρκεί το ότι αιτιολογείται μόνο η επανειλημμένη τέλεση της πράξης, η οποία συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών του βουλεύματος, εφόσον πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Όσον αφορά την επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της απάτης, ναι μεν επαναλαμβάνεται η διατύπωση του νόμου και, επομένως, ως προς αυτήν η αιτιολογία δεν θεωρείται ειδική και εμπεριστατωμένη, πλην και η πλημμέλεια αυτή δεν οδηγεί σε αναίρεση του βουλεύματος, γιατί ο κακουργηματικός χαρακτήρας της αξιόποινης πράξης της απάτης, για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, και χωρίς την επιβαρυντική αυτή περίπτωση, δεν μεταβάλλεται, αφενός λόγω της κατ' επάγγελμα τέλεσης και αφετέρου γιατί το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. 73/13 Απριλίου 2009 αίτηση του ανωτέρω για αναίρεση του υπ' αριθ. 409/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ) κατ' εξακολούθηση και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Η αναφορά περισσότερων τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, εκτός εάν από το σύνολο των παραδοχών γίνεται σαφές ότι τελέσθηκε με τον ένα τρόπο και η αναφορά του άλλου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τελέσεως, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη. Εφόσον αιτιολογείται η επανειλημμένη τέλεση της πράξης, δεν ασκεί επιρροή, για τη στοιχειοθέτηση της περιπτώσεως του "κατ' επάγγελμα", η μη αιτιολογία και της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης. Η μη επαρκής αιτιολογία της επιβαρυντικής περιπτώσεως του "κατά συνήθεια" δεν οδηγεί σε αναίρεση του βουλεύματος, γιατί, εφόσον έγινε δεκτό ότι συντρέχει η περίπτωση του "κατ' επάγγελμα" ή ότι το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο κακουργηματικός χαρακτήρας της απάτης δεν μεταβάλλεται. Απόρριψη αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2383/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 422/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Υ1 και 2. Υ2, κατοίκους Καλαμάτας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1388/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης υπό του Εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία τους, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας εξέχθη τυπικά την υπ' αριθμ. 42/14 Μαρτίου 2007 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας κατά της υπ' αριθμ. 668/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας και στη συνέχεια, αφού εξήτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο δε για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, επέβαλε δε αυτόν ποινή φυλακίσεως συνολική δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και προσδιόρισε το ποσό που αναλογεί για κάθε ημέρα σε πέντε (5.00) ΕΥΡΩ.
Στην άνω έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, η οποία συνετάγη ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του πρωτοδικείου και την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο άνω εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της υπ' αριθμ. 668/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων, Χ1, για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και ζητεί, κατά πιστήν εδώ μεταφορά (εκ της εφέσεως): "επειδή το προαναφερόμενο Δικαστήριο δεν εξετίμησε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, οπότε θα έπρεπε να οδηγηθεί σε καταδίκη του κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα πράξη.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Χ1 παραπέμφθηκε στο ανωτέρω Δικαστήριο με το υπ' αριθμ. 79/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαμάτας για να δικασθεί ως υπαίτιος ότι στην Καλαμάτα την 23-2-2003 από αμέλειά του και δη από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου και ειδικότερα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του επί της οδού Λακωνικής, εντός της πόλης της Καλαμάτας και με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς (προς την έξοδο της πόλης), αν και όσοι χρησιμοποιούν τις οδούς έχουν υποχρέωση να οδηγούν με σύνεση και με την προσοχή τους διαρκώς τεταμένη, επιπλέον δε, κάθε οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν, ακόμη και να διακόπτει την πορεία του, αν είναι αναγκαίο, αυτός, μολονότι από ικανή απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί ότι στην ανωτέρω οδό και με αντίθετη ως προς αυτόν κατεύθυνση εκινείτο το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο οδηγούμενο από τον Μ1 του ... (ίδιο επώνυμο με Υ1) και συνεπιβάτης του οποίου ήταν ο Μ2 του ... (ίδιο επώνυμο με Υ2) και το οποίο δίκυκλο μοτοποδήλατο είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του (κατηγορουμένου), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την πορεία του οχήματός του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του προκειμένου να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους κάθε φορά χειρισμούς, αλλά έβαινε απερίσκεπτα με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα και δη κινούμενος με 53 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεδομένου ότι υπήρχε σχετική ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, δεν μείωσε την ταχύτητά τους στο ελάχιστο όριο που επέβαλαν οι περιστάσεις, διακόπτοντας εν ανάγκη της πορεία του, όπως όφειλε, αλλά εξαιτίας του ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, συνέχισε με την ίδια ακριβώς ταχύτητα που είχε, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί μετωπικά με το ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο και να τραυματίσει θανάσιμα τους Μ1 Μ2. Ειδικότερα, συνεπεία της σύγκρουσης ο Μ1 τραυματίσθηκε θανάσιμα, ο θάνατος δε αυτού επήλθε αυθημερόν, δηλαδή την 23-2-2003, από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, ολιγαιμική καταπληξία ένεκα του εκτεταμένου αιμοθώρακα - πνευμονοθώρακα και της ρήξης των μεγάλων αγγείων του μεσοθωρακίου. Ο Μ2 υπέστη βαρεία τραυματική θλάση του θώρακος με ρήξη των πνευμόνων και της αορτής και απεβίωσε στο νοσοκομείο Πατρών την 24-2-2003.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συλλεγέν αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και τα αναφερόμενα στα συνημμένα πρόχειρα πρακτικά της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία είχε παραπεμφθεί και έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, δεδομένου ότι:
Α) Από τα συνταχθέντα από το Τμήμα Τροχαίας Καλαμάτας για τις συνθήκες του ανωτέρω οδικού τροχαίου ατυχήματος και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και συγκεκριμένα την από 23-2-2003 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, το από 23-2-2003 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου ατυχήματος και το από 23-2-2003 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου της επιτρεπόμενης, εφόσον, ενώ το όριο αυτό ήταν, σύμφωνα με υπάρχουσα πινακίδα του ΚΟΚ (Ρ-32), 40 χλμ. ανά ώρα, έβαινε με ταχύτητα 53 τουλάχιστον χλμ. ανά ώρα. Προκύπτει δε περαιτέρω ότι η ταχύτητα του οχήματός τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, εφόσον στο ανωτέρω δελτίο ιχνών τροχοπέδησης αναφέρεται ότι η υπολογισθείσα με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης ταχύτητα των 53 χλμ. ανά ώρα δεν είναι πραγματική, επειδή μέρος αυτής απορροφήθηκε από τη σύγκρουση και δεν μπορεί να υπολογιστεί. Το γεγονός δε ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας και το δελτίο ιχνών τροχοπέδησης, ανευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου σε μήκος 16,10 μ. και 15,10 μ. ανατρέπει τον ισχυρισμό του ότι αντελήφθη το δίκυκλο (χωρίς μάλιστα να διακρίνει ότι πρόκειται για δίκυκλο) 4 μέτρα πριν από τη σύγκρουση (βλ. της επ' ακροατηρίου απολογία του, όπου αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι "Είδα ένα μαύρο πράγμα... είδα τον όγκο να έρχεται καταπάνω μου 4 μ. πριν γίνει το συμβάν").
Β) Πέραν της υπάρχουσας πινακίδας, η οποία υποχρέωνε τον κατηγορούμενο να κινείται με ανώτατη ταχύτητα 40 χλμ. ανά ώρα, ο τελευταίος δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, εφόσον το συγκεκριμένο οδικό τροχαίο ατύχημα συνέβη νύχτα και οι συνθήκες φωτισμού της οδού, όπου συνέβη αυτό, δεν ήταν καλές, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας ("ανεπαρκής δημοτικός φωτισμός").
Γ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το αυτοκίνητό του ανυψώθηκε, επειδή εγκλωβίστηκε κάτω από το εμπρόσθιο μέρος του το ανωτέρω μοτοποδήλατο, το οποίο εισήλθε στο ρεύμα πορείας του ολισθαίνοντας (βλ. την από 21-6-2003 συμπληρωματική προανακριτική απολογία του και την επ' ακροατηρίου απολογία του) και τροχοπέδησαν μόνο οι οπίσθιοι τροχοί, ανατρέπεται από τα αναφερόμενα στο ανωτέρω δελτίο ιχνών τροχοπέδησης, όπου ως μήκος ιχνών τροχοπέδησης των μεν αριστερών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών αναφέρονται 16,10 μ., των δε δεξιών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών αναφέρονται 15,10 μ., επιπλέον δε, ο ανωτέρω ισχυρισμός περί εγκλωβισμού του μοτοποδηλάτου κάτω από το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ανατρέπεται από τα κατατατεθέντα από τους πραγματογνώμονες Π1 και Π2, οι οποίοι εξετασθέντες επ' ακροατηρίου ανέφεραν μεταξύ άλλων: "Αν πήγαινε από κάτω, δεν θα χτυπούσε έτσι το αυτοκίνητο... Θα είχε καταστραφεί και η μάσκα του αυτοκινήτου, αν έμπαινε η μηχανή από κάτω... Αν είχε η μοτ/τα μπει κάτω από το αυτοκίνητο, θα ήταν πολύ μεγάλες οι καταστροφές του δικύκλου, αλλά και του αυτοκινήτου" ο πρώτος. "Αν έμπαινε κάτω από το αυτοκίνητο η μηχανή, θα είχε διαλυθεί το μπροστινό σύστημα" ο δεύτερος. Από τα προεκτεθέντα και προκύψαντα κατά την προδικασία και την επ' ακροατηρίου διαδικασία στοιχεία, τα οποία θεμελιώνουν αμέλεια του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, συνάγεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν τα εξετίμησε ορθώς και εσφαλμένως οδηγήθηκε σε αθωωτική κρίση, ενώ με την προσβαλλόμενη με την παρούσα έφεσή μας υπ' αριθμ. 668/5-3-2007 απόφασή του έπρεπε να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο".
Ειδικότερα, η προεκτεθείσα έφεση του Εισαγγελέα διαλαμβάνει ως λόγο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτιολογείται δε ειδικά και εμπεριστατωμένα, αφού εκτίθενται σε αυτή οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Η αιτιολογία αυτή της εισαγγελικής εφέσεως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, για την οποία, αυτός έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος και έτσι να δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δεν υπερέβη την εξουσία του. Πρέπει, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, περί θετικής υπερβάσεως εξουσίας.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρ. 302 του ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρ. 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 422/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αποδείχθηκαν κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "Στις 23/2/2003 και περί ώρα 18:50' ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και εκινείτο επί της οδού Λακωνικής εντός της πόλης της Καλαμάτας. Επί της ιδίας οδού και με αντίθετη κατεύθυνση εκινείτο και η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον Μ1 ετών 20 και με συνεπιβάτη τον 17 χρονο Μ2. Στο ύψος περίπου της ανωτέρω οδού όπου βρίσκεται η ταβέρνα "ΤΖΑΜΑΪΚΑ" τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν, όταν ο παραπάνω οδηγός της μοτοσικλέτας έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα οδηγός και συνοδηγός της μοτοσικλέτας να τραυματιστούν θανάσιμα και ο μεν οδηγός να αποβιώσει αυθημερόν, ο δε συνοδηγός την επομένη στο Νοσοκομείο Πατρών. Η οδός Λακωνικής στην οποία έλαβε χώρα το θανατηφόρο ατύχημα είναι πολυσύχναστος δρόμος εντός της πόλης της Καλαμάτας, ασφαλτοστρωμένη με πλάτος οδοστρώματος 7,10 μ. και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, όπου το κάθε ρεύμα χωρίζεται από μη ευκρινή διπλή διαχωριστική γραμμή. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή, ενώ το σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα δεν χαρακτηριζόταν από έλλειψη ορατότητας, πλην όμως ο δημοτικός φωτισμός που υπήρχε δεν ήταν επαρκής. Επί πλέον το ανώτατο όριο ταχύτητας σε εκείνο το σημείο ορίζεται σε 40 χιλ. την ώρα [υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα ρ-32] ενώ το οδόστρωμα παρουσίαζε μικρή κατωφέρεια στην πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου λόγω της ύπαρξης γεφυρακίου πριν ακριβώς από το συγκεκριμένο σημείο. Από τα ευρήματα της Τροχαίας στον τόπο του ατυχήματος τα οποία αποτυπώνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα δηλαδή το σχεδιάγραμμα που συνέταξε αυτή αλλά και στην έκθεση αυτοψίας, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης των μεν αριστερών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν 16,10 μ., των δε δεξιών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών 15,10μ. Επί πλέον πριν το οδηγούμενο από τον θανόντα Μ1 δίκυκλο εισέλθει στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου είχε διαγράψει πορεία περίπου οκτώ μέτρων αφού βρέθηκαν ίχνη πλάγια ολίσθησης τούτου αντιστοίχων μέτρων. Τέλος, σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου η ταχύτητα τούτου καταστράφηκε στα 53 χιλ. την ώρα. Υπό τα δεδομένα αυτά που αποδείχθηκαν πλήρως, στην επέλευση του θανατηφόρου ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε, κατά την κρίση της πλειοψηφούσας γνώμης του δικαστηρίου, και η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού [ανεξάρτητα βεβαίως της συνυπαιτιότητας και κατά το μεγαλύτερο μάλιστα ποσοστό του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας], ο οποίος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει την συγκεκριμένη στιγμή, ως κάθε μέσος και συνετός οδηγός, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση με τους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς να αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα η συγκλίνουσα αυτή αμέλειά του συνίσταται στο ότι δεν μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα των 53 χιλ. την ώρα του αυτοκινήτου του, [η οποία κατά λογική ακολουθία σημειώνεται δεν πρέπει να ήταν και η αληθινή αλλά μεγαλύτερη καθόσον μέρος αυτής απορροφήθηκε και από την σύγκρουση] ενόψει κυρίως του ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και πολυσύχναστο δρόμο με ανεπαρκείς τις συνθήκες του φωτισμού και με κατωφέρεια στην πορεία του, αφού μόλις είχε περάσει το υπάρχον εκεί γεφυράκι. Εάν ο κατηγορούμενος είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και εκινείτο με την επιβαλλόμενη για τις περιστάσεις ταχύτητα θα μπορούσε να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του ή να διενεργήσει άλλον αποφευκτικό ελιγμό, εφικτό τη συγκεκριμένη στιγμή αφού η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή [βλ. σχετικά έκθεση αυτοψίας] και δεν υπήρχε άλλο εμπόδιο δεξιά ή αριστερά στην πορεία του, όταν από ικανή απόσταση είδε την κίνηση άλλως ήταν σε θέση να δει την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας [ορατότητα δεν περιοριζόταν] να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αντιλήφθηκε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα περί τα τέσσερα μέτρα πριν τη σύγκρουση, όταν αυτή ξαφνικά βρέθηκε μπροστά του δεν ευσταθεί κατά την ίδια πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου καθόσον ανατρέπεται από τα ανευρεθέντα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου που αναφέρθηκαν παραπάνω. Επίσης και ο άλλος ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου ότι το αυτοκίνητό του ανυψώθηκε επειδή η δίκυκλη μοτοσικλέτα εγκλωβίστηκε κάτω από το εμπρόσθιο μέρος αυτού ανατρέπεται ομοίως τροχών από τα αναφερόμενα ίχνη τροχοπέδησης των εμπροσθίων και οπισθίων τροχών αντίστοιχα του εν λόγω αυτοκινήτου, όσον και από τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες πραγματογνώμονες Π1 και Π2 στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα πρακτικά του οποίου είναι αναγνωστέα στην παρούσα δίκη, οι οποίοι εξετασθέντες ανέφεραν μεταξύ άλλων <αν πήγαινε από κάτω .... δεν θα κτυπούσε έτσι το αυτοκίνητο .... θα είχε καταστραφεί η μάσκα του αυτοκινήτου, αν έμπαινε η μηχανή από κάτω .... αν είχε η μοτοσικλέτα μπει κάτω από το αυτοκίνητο θα ήταν πολύ μεγάλες οι καταστροφές του δικύκλου αλλά και του αυτοκινήτου> ο πρώτος, <αν έμπαινε κάτω από το αυτοκίνητο η μηχανή, θα είχε διαλυθεί το μπροστινό σύστημα> ο δεύτερος, πράγμα που όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας δεν έχει συμβεί. Κατ' ακολουθίαν κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος δύο ανθρωποκτονιών εξ αμελείας όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης, του βαθμού συνυπαιτιότητας του οποίου στην επέλευση τούτων θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία, κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και ειδικότερα, κατά πιστή αντιγραφή του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντος του Προεδρεύοντος) του ότι: Στην Καλαμάτα, στις 23 Φεβρουαρίου 2003, από αμέλειά του και δη από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, επί της οδού Λακωνικής, εντός της πόλεως της Καλαμάτας και με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς (προς την έξοδο της πόλης), αν και όσοι χρησιμοποιούν τις οδούς έχουν υποχρέωση να οδηγούν με σύνεση και με την προσοχή τους διαρκώς εντεταμένη, επί πλέον δε κάθε οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπ' όψη τις συνθήκες που επικρατούν, ακόμη και να διακόπτει την πορεία του αν είναι αναγκαίο, αυτός μολονότι από ικανή απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί ότι στην ανωτέρων οδό και με αντίθετη ως προς αυτόν κατεύθυνση εκινείτο ή υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον Μ1 και συνεπιβάτης της οποίας ήταν ο Μ2, και η οποία δίκυκλη μοτοσικλέτα είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του (κατηγορουμένου), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την πορεία του οχήματός του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος προκειμένου να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους κάθε φορά χειρισμούς, αλλά έβαινε απερίσκεπτα με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα και δη κινούμενος με 53 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 40 χιλιόμετρα ανά ώρα δεδομένου ότι υπήρχε σχετική ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, δεν μείωσε την ταχύτητά του στο ελάχιστο όριο που επέβαλαν οι περιστάσεις, διακόπτοντας εν ανάγκη την πορεία του, όπως όφειλε, αλλά εξαιτίας του ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και δεν είχε διαρκώς εντεταμένη την προσοχή του, συνέχισε με την ίδια ακριβώς ταχύτητα που είχε, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί μετωπικά με το ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο και να τραυματίσει θανάσιμα τους Μ1 και Μ2. Ειδικότερα, συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης ο Μ1 τραυματίστηκε θανάσιμα, ο θάνατος δε αυτού επήλθε αυθημερόν, ήτοι 23-2-2003 από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, ολιγαιμική καταπληξία ένεκα του εκτεταμένου αιμοθώρακα-πνευμονοθώρακα και της ρήξης των μεγάλων αγγείων του μεσοθωρακίου. Ο Μ2 υπέστη βαρεία τραυματική θλάση του θώρακος μετά ρήξεως των πνευμόνων και της αορτής, και απεβίωσε στο νοσοκομείο Πατρών στις 24-2-2003".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως συνολική για τις άνω πράξεις δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή και προσδιόρισε για κάθε ημέρα προς πέντε (5) ΕΥΡΩ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1β, 28, 94 παρ. 1 και 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 422/2008 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Καλαμάτας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 1)Π1, 2) Π3, 3) ... 4) ... και, 5) ... καθώς και τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων: 1) Υ1 και 2) Υ2 οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν χωρίς όρκο στο άνω ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι οι παραδοχές του Δικαστηρίου, όπως αυτές αποτυπώνονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς έως αντιφατικές, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την υπαιτιότητά του ως προς το ατύχημα, με συνέπεια η απόφαση να στερείται της νόμιμης αιτιολογίας και της νόμιμης βάσεως. Και τούτο διότι, ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της πλειοψηφίας σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει η χωρίς συνείδηση αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο ατύχημα, στο οποίο συνετέλεσε η, επίσης αμελής, συμπεριφορά του οδηγού του άλλου, εμπλακέντος στο εν λόγω ατύχημα, οχήματος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (ΚΠολΔ 176).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Αυγούστου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 6.846/6-8-08) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 422/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αυτής, με έκθεση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τον ορισμένο λόγο αυτής, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγοι αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2381/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανός Παπαλόη, περί αναιρέσεως της 2.265Α, 2.391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Ζ1, 2) Ζ2, 3)Ζ3 και 4) Ζ4 και
με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, 2) Εξωραϊστικό και Πολιτιστικό Σύλλογο με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ...", που εδρεύει στην...και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο παρέστη ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ψ και διόρισε τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, 3) Νομαρχία ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτη Χατζηφώτη και 4) Δήμο ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταμολέκα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Σεπτεμβρίου 2008: α) με αριθμ. πρωτ. 288/2008 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και β) με αριθμ. πρωτ. 7.812/2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1619/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος και των πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση οι από: α) 22-9-2008 και με αριθ. πρωτ. 288/08 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και β) η με ίδια ημεροχρονολογία, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτ. 7.812/23-9-09, αιτήσεις αναιρέσεως του Χ κατά της 2.391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ΕΥΡΩ, για υποβάθμιση του περιβάλλοντος και σοβαρή ρύπανση της θάλασσας οι οποίες, ως συναφείς, πρέπει να συνεκδικαστούν.
'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε στο δικάσαν Δικαστήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, δικάστηκε ωσεί παρών (ΚΠΔ 340 § 2) και η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δέκα (10) ημέρες από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, η οποία (καταχώρηση) έγινε στις 4-9-08. Έτσι, η πρώτη αναίρεση (που ασκήθηκε στις 22-9-09), είναι απαράδεκτη γιατί δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή, μέχρι τις 14-9-08. Αντίθετα, η δεύτερη αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠΔ 473 § 2) και πρέπει να εξεταστεί. Για την απόρριψη της πρώτης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Κατά μεν την παρ. 1 εδ. α' καί β' του άρ. 28 του Ν. 1650/1988, με φυλάκιση τριών μηνών έως δυο έτη και με χρηματική ποινή τιμωρείται, όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότηση του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον, κατά δε την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, σε περιπτώσεις τέλεσης των εγκλημάτων της παρ. 1 από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 § 1 στοιχ. α' όπως ο νόμος αυτός κωδικοποιήθηκε και μετ/κε με ΠΔ 55/98 (ΚΝοΒ 46.344, ορίζονται τα ακόλουθα: α) εκ προθέσεως προκαλώντας σοβαρή ρύπανση της θάλασσας, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Εάν δύναται να προκύψει κίνδυνος ζημίας ή βλάβης σε πρόσωπα ή πράγματα, τουλάχιστον ένα (1) έτος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2.265ΑΑ 2391/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υποβάθμισης του περιβάλλοντος και σοβαρής ρύπανσης θάλασσας και του επιβλήθηκε ποινή συνολική εννέα (9) μηνών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ΕΥΡΩ, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "ενεργώντας με πρόθεση, στα ..., κατά τους παρακάτω ειδικότερα χρόνους ο πέμπτος Χ, στον πιο πάνω τόπο, Α. υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξη που αντιβαίνει σης διατάξεις του N.1650/86, προκαλώντας ρύπανση στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν vα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία. Ειδικότερα, διέθεσε υγρά βιομηχανικά απόβλητα και λύματα στον χείμαρρο ..., χωρίς να έχει προβεί σε προηγούμενη πλήρη επεξεργασία αυτών, υπερβαίνοντας τα προσδιοριζόμενα στην υπ' αριθμ. 19640/79 Κοινή Νομαρχιακή απόφαση "περί διαθέσεως υγρών βιομηχανικών αποβλήτων και λυμάτων στον... Κόλπο" ανώτατα επιτρεπτά όρια εκπομπής υγρών αποβλήτων, καθώς σε δειγματοληψία που διενεργήθηκε στα υγρά απόβλητα της παρακάτω επιχείρησης δείγμα των οποίων ελήφθη από το τελικό φρεάτιο αυτών, που καταλήγει στην κοίτη του ποταμού, διαπιστώθηκε ότι στο εργοστάσιο της εταιρίας με την επωνυμία "..." ήδη ...εκπροσωπουμένης υπό του πέμπτου κατηγορουμένου με αντικείμενο δραστηριότητας βαφείο- φινιριστήριο, σε δειγματοληψία που διενεργήθηκε στις 7-10-2003 τα διαλυμένα στερεά ανήρχοντο σε 2852 mg/lt ενώ δεν έπρεπε να ξεπερνούν τα 1500 mg/lt το χρώμα των αποβλήτων σε διάλυση 1:20 και στιβάδα πάχους 10 cm ήταν ορατό ροδόχρουν ενώ δεν έπρεπε να ήταν ορατό. Με τον τρόπο αυτό ο ανωτέρω κατηγορούμενος υποβάθμισε το περιβάλλον, αφού η παρουσία των ως άνω ουσιών μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση αφενός στην οικολογική ισορροπία, καθώς τα λιμνάζοντα κατά μήκος του ποταμού απόβλητα εμφανίζουν έντονο χρωματισμό [μέλανα], δημιουργούν επικίνδυνες εστίες μόλυνσης των υδροφόρων στρωμάτων, τα χημικά ξεραίνουν οιαδήποτε βλάστηση υπάρχει στις όχθες του, συχνά δε εκβράζονται νεκρά ψάρια και απειλούνται με εξαφάνιση σπάνια είδη πουλιών (βροχοπούλι, μικρογαλιάντρα, νυχτοκόρακας, κρυπτοτσικνιάς, θαλασσοσφυριχτής, καλαμοκανάς, χαλκόκοτα, λευκοτσικνιάς κ.α) αφετέρου στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων των παραποτάμιων οικισμών καθώς δημιουργούνται ανθυγιεινές καταστάσεις (έντονη δυσοσμία, ανάπτυξη εντόμων) και το νερό. του χειμάρρου είναι ακατάλληλο για κάθε είδους χρήση. Β. με πρόθεση προκάλεσε σοβαρή ρύπανση της θάλασσας και συγκεκριμένα διέθεσε τα υπό στοιχ. Α της παρούσας υγρά απόβλητα της ως άνω βιομηχανίας στο χείμαρρο ..., ο οποίος εκβάλλει στον ... Κόλπο, χωρίς προηγούμενη επεξεργασία αυτών, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η φυσική κατάσταση του θαλασσινού νερού και να καταστεί επιβλαβές για την υγεία των μονίμων κατοίκων και παραθεριστών. Η κρίση αυτή στηρίζεται στις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και της μάρτυρος κατηγορίας Ω, ειδικότερα δε όπως καταθέτουν ί] ο Ψ "Ζώ στις εκβολές του ποταμού ..., το ποτάμι έχει μεταβληθεί σε αποδέκτη ανεπεξέργαστων αποβλήτων από τις βιομηχανίες ...Γ και τους κατηγορούμενους. Από μετρήσεις που έγιναν φαίνεται αυτό..., Η Ω έκανε δειγματοληψίες και βρέθηκαν οι τιμές υπερδιπλάσιες από αυτές που ορίζει η διανομαρχιακή απόφαση του 1979. Το ποτάμι έχει μεταβληθεί σε εφιάλτη και δεν μπορούμε να πιούμε νερό. Εγώ έχω πάθει άμεση ζημιά και δεν μπορώ να καθίσω στη βεράντα από τη βρωμιά και τη δυσοσμία. Έστειλε το μηχάνημα ο νομάρχης [να] καθαρίσει το ποτάμι και ο χειριστής λιποθύμησε. Οι κάτοικοι πωλούν τα σπίτια τους, να φύγουν γιατί δεν αντέχουν..., Η υγεία των κατοίκων του ... κινδυνεύει..., προκάλεσαν και στη θάλασσα ζημιά και στον ... και στο ..., Μιλάμε για έγκλημα οικολογικό..., Σε ό,τι αφορά για τον Ζ1 μένω σε ό,τι λέει η πραγματογνωμοσύνη της Ω..., Ο Ζ2 υπερέβαινε τα ανώτατα επιτρεπτά όρια ρύπων στο ποτάμι που προέβλεπε η διανομαρχιακή απόφαση. Το ίδιο και ο Ζ3. Το ίδιο και ο Χ. Το ίδιο και ο Ζ4 στην υπέρβαση ανωτάτων ορίων σε αιωρούμενα στερεά και ολικά διαλελυμένα...,
Νεκρώθηκε το ποτάμι και έχουμε συνέπειες στην υγεία των κατοίκων, πήγαμε ένα πρωινό στο ποτάμι όταν μας ενημέρωσαν από το ποτάμι, πήγαμε και βρήκαμε ψόφια ψάρια τα τραβήξαμε φωτογραφίες και τις στείλαμε στο Τριμελές στη Θήβα..., Το ποτάμι ήταν δηλητηριασμένο γι' αυτό ψόφησαν τα ψάρια. Ο υδροφόρος ορίζοντας έχει μολυνθεί και σφραγίστηκαν τα πηγάδια..., όφειλαν να ξέρουν οι κατηγορούμενοι και κάθε μήνα πρέπει να παίρνουν δείγματα και να ελέγχουν. Τα ψάρια και τα πουλάκια εξαφανίστηκαν..., Έγιναν υπερβάσεις από τους κατηγορούμενους, όταν λειτουργεί ο βιολογικός καθαρισμός έχει κόστος...,
Η ρύπανση οφείλεται μερικώς στους κατηγορούμενους στο μερίδιο που τους αναλογεί..., Η ... είναι φινιστήρια βαφής και έχει βιολογικό καθαρισμό, για να βρεθούν αυτές οι τιμές μπορεί να δουλεύουν πλημμελώς ή καθόλου οι βιολογικοί και προκύπτει από τα αποτελέσματα των δειγμάτων. Ο ..., ήταν χείμαρρος τώρα με τα απόβλητα που ρέουν και το καλοκαίρι έγινε ποταμός και έχει συνεχή ροή προς τη θάλασσα. Η περιοχή της θάλασσας του ... μέχρι το 1979 που μπήκαν οι φραγμοί ήταν κατάλληλη για μπάνιο και στο ποτάμι ψαρεύαμε, το 2003 κατέστη ακατάλληλη. Ο ... εκβάλλει στο ...", ii] ο ... "το ποτάμι περνάει από το δήμο ... και ρίχνει τα νερά του στη θάλασσα, ήταν ένα καθαρό ποτάμι και μετά από τις βιομηχανίες και ενώ είχαν πάρει άδεια να λειτουργήσουν τους βιολογικούς καθαρισμούς λόγω της πλημμελούς λειτουργίας τους το ποτάμι έχει μολυνθεί. Ο Ζ4 είναι βαφείο. Τα βαφεία μολύνουν πολύ. Τα διαλυμένα στερεά είναι άλατα μετάλλων..., Την στιγμή που ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας βγάζει απόβλητα πάνω από τα επιτρεπτά όρια είναι ένοχος..., Ο ... εκβάλλει στον ... κόλπο. Η κατάσταση αυτή τη στιγμή είναι ότι δεν μπορείς να κάνεις μπάνιο στα 100 μέτρα δεξιά και αριστερά του ..., Οι κατηγορούμενοι φταίνε για την μη σωστή λειτουργία των βιολογικών καθαρισμών", iii] ο ... "Το πρόβλημα του βιολογικού καθαρισμού είναι διότι οι ιδιοκτήτες τους δεν τους λειτουργούν κανονικά για λόγους οικονομικούς. Οι παράμετροι του 1979 είναι πολύ ελαστικές σε σχέση με αυτές που θα έπρεπε να υπάρχουν σήμερα..., Στην περιοχή ... δεξιά και αριστερά του ποταμού ... δεν κάνουν μπάνιο..., Δεν μπορώ να πω αν έχουν αμέλεια ή πρόθεση, αν από τις επαναλαμβανόμενες μετρήσεις υπερβαίνουν τα όρια, δεν είναι από αμέλεια", ίν] η Ω, χημικός μηχανικός, υπάλληλος της Χημικής Υπηρεσίας ..., που διενήργησε την αναγνωσθείσα νομίμως, ως άνω, από 10-2-2004 πραγματογνωμοσύνη "Οι αποκλίσεις της κάθε βιομηχανίας έχουν την δική τους ευθύνη στην επιβάρυνση του περιβάλλοντος..., Τυπικά ό,τι υπερβαίνει τις τιμές επιβαρύνει το περιβάλλον..., Ορθώς έρχεται η κατηγορία για διαλυμένα στερεά στον κο Ζ4 στην απόφαση του τακτικού ελέγχου..., Στην δεύτερη σελίδα της [διανομαρχιακής] αποφάσεως στο στοιχείο 7 ολικά διαλυμένα στερεά 1500; αναφέρεται σε όλες τις βιομηχανίες..., Θα μπορούσαν να το κάνουν και σκόπιμα προκειμένου να εξοικονομήσουν κάποιο οικονομικό όφελος από το κόστος της λειτουργίας των βιολογικών καθαρισμών..., Για να μπορώ να πάρω μέσο εικοσιτετράωρο δείγμα θα έπρεπε να υπάρχει αυτόματος δειγματολήπτης στο φρεάτιο δειγματοληψίας, το οποίο θα δημιουργούσε ένα σύνθετο δείγμα αντιπροσωπευτικό καθ όλη την διάρκεια του 24ώρου, το οποίο θα σφραγιζόταν για να είναι αδιάβλητο και να στέλνεται σφραγισμένο για ανάλυση. Τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει..., Επιβεβαιώνω τις τιμές που βρέθηκαν στον Ζ4
..., δειγματοληψία είναι έκτακτη ενέργεια που εμπεριέχει το στοιχείο του αιφνιδιασμού της επιχείρησης..., Οι κάτοικοι του ... όσοι κατοικούν στο κάτω τμήμα του ..., δεν την γνωρίζω την περιοχή, έχω ακούσει ότι είναι άσχημη η κατάσταση εκεί". Οι καταθέσεις των ... καθώς και του μάρτυρος υπερασπίσεως ..., εκτιμώμενες και αντιπαρατιθέμενες προς αυτές των πολιτικώς εναγόντων και της ανωτέρω μάρτυρος κατηγορίας, δεν οδηγούν το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση. Τέλος, ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου [Ζ2], ο οποίος δέχεται ότι "Έχω ρυπάνει πολύ λιγότερο απ' όλους αυτούς που ρίχνουν τα απόβλητά τους ανεξέλεγκτα" [βλ. σελ. 30 πρακτικών], περί μη σύννομου τρόπου δειγματοληψίας, αποκρούεται από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Ω, η οποία λέγει σαφώς ότι δεν υπάρχει δυνατότητα λήψεως μέσου εικοσιτετραώρου δείγματος.
IV.Ενόψει αυτών, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των ανωτέρω πράξεων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26 § 1α, 27 § 1 ΠΚ, 28 § 1 στοιχ. α' Ν. 1650/1986, 13 § 1 στοιχ. α' [ι] του Ν, 743/1977 [όπως κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο και μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική με το π.δ/μα 55/1998], κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Στη συνέχεια, ο άνω κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων της υποβάθμισης περιβάλλοντος και της σοβαρής ρύπανσης θάλασσας, από πρόθεση και ειδικότερα του ότι: "στον πιοπάνω τόπο Α. υποβάθμισε το περιβάλλον με πράξη που αντιβαίνει στις διατάξεις του Ν.1650/86, προκαλώντας ρύπανση στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία. Ειδικότερα, διέθεσε υγρά βιομηχανικά απόβλητα και λύματα στον χείμαρρο ..., χωρίς να έχει προβεί σε προηγούμενη πλήρη επεξεργασία αυτών, υπερβαίνοντας τα προσδιοριζόμενα στην υπ' αριθμ. 19640/79 Κοινή Νομαρχιακή απόφαση "περί διαθέσεως υγρών βιομηχανικών αποβλήτων και λυμάτων στον ... Κόλπο" ανώτατα επιτρεπτά όρια εκπομπής υγρών αποβλήτων, καθώς σε δειγματοληψία που διενεργήθηκε στα υγρά απόβλητα της παρακάτω επιχείρησης δείγμα των οποίων ελήφθη από το τελικό φρεάτιο αυτών, που καταλήγει στην κοίτη του ποταμού, διαπιστώθηκε ότι στο εργοστάσιο της εταιρίας με την επωνυμία ... ήδη ...., εκπροσωπουμένης υπό του πέμπτου κατηγορουμένου με αντικείμενο δραστηριότητας βαφείο - φινιριστήριο, σε δειγματοληψία που διενεργήθηκε στις 7.10-2003 τα διαλυμένα στερεά ανήρχοντο σε 2352 mg/lt ενώ δεν έπρεπε να ξεπερνούν 1500 mg/lt το χρώμα των αποβλήτων σε διάλυση 1:20 και στιβάδα πάχους 10 cm ήταν ορατό ροδόχρουν ενώ δεν έπρεπε να ήταν ορατό. Με τον τρόπο αυτό ο ανωτέρω κατηγορούμενος υποβάθμισε το περιβάλλον, αφού η παρουσία των ως άνω ουσιών μπορεί να έχει αρνητική επίπτωση αφενός στην οικολογική ισορροπία, καθώς τα λιμνάζοντα κατά μήκος του ποταμού απόβλητα εμφανίζουν έντονο χρωματισμό [μέλανα], δημιουργούν επικίνδυνες εστίες μόλυνσης των υδροφόρων στρωμάτων, τα χημικά ξεραίνουν οιαδήποτε βλάστηση υπάρχει στις όχθες του, συχνά δε εκβράζονται νεκρά ψάρια και απειλούνται με εξαφάνιση σπάνια είδη πουλιών (βροχοπούλι, μικρογαλιάντρα, νυχτοκόρακας, κρυπτοτσικνιάς, θαλασσασφυριχτής, καλαμοκανάς, χαλκόκοτα, λευκοτσικνιάς κ.α.) αφετέρου στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων των παραποτάμιων οικισμών καθώς δημιουργούνται ανθυγιεινές καταστάσεις (έντονη δυσοσμία, ανάπτυξη εντόμων) και το νερό του χειμάρρου είναι ακατάλληλο, για κάθε είδους χρήση. Β. με πρόθεση προκάλεσε σοβαρή ρύπανση της θάλασσας και συγκεκριμένα διέθεσε τα υπό στοιχ. Α της παρούσας υγρά απόβλητα της ως άνω βιομηχανίας στο χείμαρρο ..., ο οποίος εκβάλλει στον ... Κόλπο, χωρίς προηγούμενη επεξεργασία αυτών, με αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η φυσική κατάσταση του θαλασσινού νερού και να καταστεί επιβλαβές για την υγεία των μονίμων κατοίκων και παραθεριστών". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 28 § 1α' του Ν. 1650/1986 και 13 § 1 α' (i) του Ν. 743/1977, όπως κωδ/κε σε ενιαίο κείμενο και μετ/κε με το Π.Δ/μα 55/98, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2265Α, 2391/2008 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Ω , ..., καθώς και τις καταθέσεις των Ψ, ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου, ως πολιτικώς ενάγοντες, εξετάστηκαν ανωμοτί στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τα οποία αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο οποίο στηρίχθηκε η καταδίκη του για υποβάθμιση του περιβάλλοντος του χειμάρρου ... και ρύπανση της θάλασσας του ... από πρόθεση, δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά τα οποία να στηρίζουν την κρίση του Δικαστηρίου ότι τα παραπάνω εγκλήματα τέλεσε από πρόθεση και όχι από αμέλεια και μάλιστα, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να διαπιστώνεται ότι υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της αναφερόμενης στην απόφαση εταιρίας και υπό την οποία καταδικάστηκε, γνώριζε αφενός ότι η εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρία υποβάθμιζε το περιβάλλον, αφετέρου ότι ασκούσε τη δραστηριότητά της καθ' υπέρβαση των ορίων της εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, που είχαν ορισθεί με τη 19.640/70 κοινή Νομαρχιακή απόφαση, καθόσον, ρητά αναφέρονται, τόσο στο σκεπτικό όσο και το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η επανάληψή τους και στα οποία το δικάσαν Δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι ο κατηγορούμενος με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, με πρόθεση ενεργώντας και με τις ενέργειές του αυτές, αφενός υποβάθμισε το περιβάλλον του άνω χείμαρου, αφετέρου ρύπανε το θαλάσσιο κόλπο του ..., γνωρίζοντας ότι η εταιρία του με τα βιομηχανικά της απόβλητα στον ....,υποβάθμιζε το περιβάλλον, γνωρίζοντας επίσης και τα ανώτατα επιτρεπτά από την άνω υπουργική απόφαση, όρια εκπομπής υγρών αποβλήτων, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, υπερέβαινε.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ583 παρ. 1) καθώς και στη δικαστική δαπάνη καθενός από τους παραστάντες πολιτικώς ενάγοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 22 Σεπτεμβρίου 2008:
α) με αριθμ. πρωτ. 288/2008 ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και
β) με αριθμ. πρωτ. 7.812/2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αιτήσεις του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2.265Α, 2.391/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, για κάθε αναίρεση, καθώς και στη δικαστική δαπάνη καθενός από τους παραστάντες πολιτικώς ενάγοντες την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υποβάθμιση περιβάλλοντος. Σοβαρή ρύπανση θάλασσας. Λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατά το Σύνταγμα και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία - Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Περιβάλλοντος προστασία.
| 0
|
Αριθμός 2382/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 1810/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Υ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αναστασία Τζέλλα - Αρσένη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1644/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η αυτή κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 125 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον αυτόν από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 200 § 2 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης 1.810/2008 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ), απέρριψε αίτηση του εκπροσωπηθέντος στο κατ' έφεση δικάσαν Εφετείο, από τη συνήγορό του, Μαρία Γκολφινοπούλου, ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 200 § 2 ΚΠοινΔ, που υπέβαλε η άνω συνήγορός του και συγκεκριμένα, για να εξεταστεί αυτός από πραγματογνώμονα, επειδή πάσχει από ψυχική νόσο. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικάσαντος Δικαστηρίου, αναγνώστηκαν τα παρακάτω έγγραφα: α) η με αριθμό 493/2008 αναβλητική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, β) το έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς τον 1ο Ανακριτή Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό 22274/10-4-2008 και γ) και το με αριθμό 621/9-6-08 έγγραφο της Ανακρίτριας του 1ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Σχετικά, από τις διατάξεις του άρθρου 200 ΚΠΔ, ορίζονται τα παρακάτω: Στη μεν § 1 του άρθρου αυτού, ότι σε περίπτωση πραγματογνωμοσύνης που αφορά τη διανοητική υγεία του κατηγορουμένου, μπορεί ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα και σύμφωνη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και, αφού ακούσει το συνήγορο, να διατάξει την εισαγωγή του κατηγορουμένου σε δημόσιο ψυχιατρείο για παρακολούθηση. Στη δε § 2 του αυτού άρθρου ορίζεται ότι αν η ανάγκη ψυχιατρικής παρατήρησης προέκυψε στο ακροατήριο, τα παραπάνω διατάσσει το δικαστήριο ανεκκλήτως, αναβάλλοντας τη συζήτηση ως το τέλος της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που κατά την § 3 του άρθρου αυτού, σε κάθε περίπτωση η διάρκεια της παραμονής στο ψυχιατρείο, δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Σημειωτέο, ότι η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων δεν είναι δεσμευτική για το ποινικό δικαστήριο, οποιασδήποτε φύσεως και αν είναι, αλλά εκτιμάται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως του άρθρου 177 ΚΠΔ, η δε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, είναι μεν πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, συνεκτιμάται όμως ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις. Έτσι, είναι ανέλεγκτη η κρίση του δικαστηρίου για την ανάγκη διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, η απόρριψη όμως σχετικού αιτήματος, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο αποφάσισε για το εν λόγω αίτημα, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, ενόψει και του ότι η κατάσταση αυτή έπρεπε να πιστοποιηθεί μόνο με πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 80 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.), όπως δε έχει αναφερθεί προηγουμένως, αν και η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης διατάχθηκε από το παρόν δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε για εξέταση από τον ορισθέντα προς τούτο πραγματογνώμονα. Η κρίση του δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν αναιρείται από την προσκομισθείσα από τη συνήγορο του κατηγορουμένου και αναγνωσθείσα από 19-11-2007 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ..., διότι η έκθεση αυτή συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, κυρίως όμως διότι προσκομίσθηκε σε ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αφού απέρριψε το παραπάνω αίτημα αναβολής, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασής του. Η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ'αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική, περί της αιτήσεως αναβολής, κρίση του. Κατά συνέπεια, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 216 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει όχι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικών δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τn θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός της παραπλάνησης. Περαιτέρω, για την κακουργηματική μορφή της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται επί πλέον, κατά τη διάταξη τnς παρ. 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρ. 1 παρ, 7α του Ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή να σκόπευε να βλάψει άλλον και το όφελος ή η βλάβη να υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση τnς πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλ' αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση τnς πράξεως της πλαστογραφίας, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί. Επίσης, από τη διάταξη του αρ. 229 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως είναι εκείνος που εν γνώσει του καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του. Για τη στοιχειοθέτηση της πράξης αυτής, απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, να αναφέρονται ο επιδιωκόμενος από το δράστη τnς ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, και επί πλέον, δεδομένου όχι για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος απαιτείται ειδικός δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη όχι η ανακοίνωση ή καταμήνυση είναι ψευδής, η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών τα οποία δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς είναι αναιρετέα με βάση τον προαναφερόμενο λόγο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 46§1α Π.Κ. προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, απειλή κ.λπ., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1.810/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος. πλαστογραφίας με χρήση, από την οποία το όφελος που επιδίωξε και η αντίστοιχη βλάβη, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ΕΥΡΩ, -ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση -ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση -ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Χ1 είχε σφοδρή αντιδικία με τον εγκαλούντα αδελφό του Υ1 για την κληρονομιά της αποβιωσάσης αδελφής τους Μ1. Στα πλαίσια αυτής της αντιδικίας, σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν, πάντως όμως μέσα στο χρονικό διάστημα από 14-1-1999 έως 18-5-2000, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, προέβη το μεν στην κατάρτιση εξ υπαρχής των αναλυτικά - αναφερομένων στο διατακτικό υπό τα στοιχεία ΙΑ πλαστών εγγράφων, το δε στη νόθευση των αναλυτικά αναφερομένων στο διατακτικό υπό τα στοιχεία ΙΒ γνησίων εγγράφων, εν αγνοία και χωρίς την εντολή των προσώπων που νόμιμα τα εξέδωσαν. Στη συνέχεια, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, έκανε χρήση των εγγράφων αυτών, προσκομίζοντας ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα τους ενώπιον των Εισαγγελικών Αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών προς υποστήριξη των από 14-1-1999, 21-6-1999, 24-4-2000, 18-5-2000, 28-11-2000 και 24-4-2001 εγκλήσεών του σε βάρος του ήδη εγκαλούντος. Στην κατάρτιση δε και νόθευση των ανωτέρω εγγράφων προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές ότι ο εγκαλών είχε ενθυλακώσει τεράστια χρηματικά ποσά από καταθέσεις, ομόλογα, άυλους τίτλους κ.λ.π., που η θανούσα αδελφή τους Μ1 δήθεν κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου της. Σκοπός δε του κατηγορουμένου με κάθε μία από τις παραπάνω επί μέρους πράξεις πλαστογραφίας μετά χρήσεως ήταν να προσπορίσει στον εαυτό ταυ, με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντος, το ίδιο κάθε φορά περιουσιακό όφελος, που ήταν και το συνολικώς από αυτόν σκοπούμενο, ήτοι, εμφανίζοντας τον εγκαλούντα ως έχοντα ενθυλακώσει τεράστια χρηματικά ποσά εκ της κινητής εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της ανωτέρω αδελφής τους, να επιτύχει να εισπράξει το συνολικό ποσό των 200.000.000 δραχμών, που θεωρούσε, κατά τους αυθαιρέτους υπολογισμούς του, ότι αποτελούσε το εναπομένον, μετά τη διανομή της περιουσίας της ανωτέρω θανούσας, κληρονομικό του μερίδιο σε σχέση με τις δήθεν καταθέσεις της τελευταίας σε τραπεζικούς της λογαριασμούς, σε ομόλογα, άυλους τίτλους κ.λ.π., βλάπτοντας έτσι αντίστοιχα τον εγκαλούντα κατά το ανωτέρω ποσό και παράλληλα επιδιώκοντας να έμπλεξα αυτόν σε πολυδάπανο δικαστικό αγώνα και να επιτύχει την καταδίκη του για κακουργηματικές πράξεις που επισύρουν πολυετείς ποινές καθείρξεως, με όλες τις ανυπολόγιστες δυσμενείς συνέπειες που απορρέουν από αυτές. Επί πλέον ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 28-11-2000 και στις 24-4-2001, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με την από 28-11-2000 έγκλησή του και την από 24-4-2001 μήνυση του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατεμήνυσε ψευδώς τον εγκαλούντα ότι πλαστογράφησε τα ανωτέρω έγγραφα τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε πλαστογραφήσει ο ίδιος και ότι τα προσκόμισε στις αναφερόμενες στο διατακτικό Τράπεζες και, παραπείθοντας τους αρμοδίους υπαλλήλους περί της γνησιότητος αυτών, προέβη σε αναλήψεις από τους οικείους λογαριασμούς της θανούσας αδελφής τους συνολικού ύψους 2.000.400.000 δραχμών, βλάπτοντας την περιουσία του, ως συγκληρονόμου αυτής, κατά το ποσό των 200.000.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στην εξ αδιαθέτου κληρονομική του μερίδα από την κληρονομιαία περιουσία της ανωτέρω αδελφής τους. Στην κατά τ' ανωτέρω ψευδή καταμήνυση του εγκαλούντος προέβη αυτός τελώντας εν γνώσει του ψεύδους, αφού γνώριζε ότι ο ίδιος και όχι ο εγκαλών είχε πλαστογραφήσει τα ανωτέρω έγγραφα, έπραξε δε τούτο με σκοπό να προκαλέσει την για το λόγο αυτό ποινική του δίωξη. Αποτέλεσμα δε των ανωτέρω ψευδών εγκλήσεως και μηνύσεως ήταν να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντος για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος η οποία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και απάτη κατ' εξακολούθηση από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Για τις πράξεις αυτές ο εγκαλών απηλλάγη με τα 1328/2002, 2568/2002, 3019/2002, 3029/2002, 3833/2002 και 5394/2002 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τα οποία το πρώτο, τρίτο και πέμπτο επικυρώθηκαν με τα 259/2003, 1348/2002 και 1935/2003 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατέστησαν δε όλα αμετάκλητα. Προσέτι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 28-11-2000 και στις 24-4-2001, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά την υποβολή των προαναφερθεισών από 28-11-2000 εγκλήσεώς του και από 24-4-2001 μηνύσεώς του, βεβαίωσε ενόρκως το αληθές του περιεχομένου αυτών, αν και γνώριζε ότι ήταν εξ ολοκλήρου ψευδές και ότι η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών δεν πλαστογράφησε τα ανωτέρω έγγραφα και δεν εξαπάτησε τους αρμοδίους υπαλλήλους των ανωτέρω Τραπεζών, εισπράττοντας καταθέσεις της θανούσας Μ1 συνολικού ύψους 2.000.400.000 δραχμών και βλάπτοντας την περιουσία του ως συγκληρονόμου αυτής κατά το ως άνω ποσό των 200.000.000 δραχμών αλλά αντίθετα αυτός ο ίδιος πλαστογράφησε τα ανωτέρω έγγραφα, η δε πιο πάνω θανούσα δεν είχε αφήσει κατά το χρόνο του θανάτου της οποιαδήποτε κινητή κληρονομιαία περιουσία (καταθέσεις, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, μετοχές πολύτιμους λίθους σε θυρίδες Τραπεζών κ.λ.π.). Τέλος ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 12-9-2000, 25-10-2000, 3-11-2000 και 16-11-2000, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εκ προθέσεως ενεργώντας, με πειθώ και φορτικότητα και πολλές παραινέσεις, προκάλεσε στον πρωτόδικος συγκατηγορούμενό του ... την απόφαση να εκτελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και συγκεκριμένα να καταθέσει ενόρκως στις 12-9-2000 ενώπιον της Πταισματοδίκου του 31ου Τμήματος Αθηνών, στις 25-10-2000 ενώπιον της Ανακρίτριας του 16ου Τμήματος Αθηνών, στις 3-11-2000 ενώπιον της Πταισματοδίκου του 15ου Τμήματος Αθηνών και στις 16-11-2000 ενώπιον της Πταισματοδίκου του 8ου Τμήματος Αθηνών τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό ψευδή περιστατικά εν γνώσει της αναληθείας τους και συνοπτικά ότι ο ήδη εγκαλών με απάτες και πλαστογραφίες εισέπραξε το ποσό των 2.000.000.000 δραχμών σε συνάλλαγμα, άυλους τίτλους, μετοχές και ράβδους χρυσού που ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία της ανωτέρω αποβιωσάσης Μ1. Η τέλεση δε της ως άνω κύριας πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα από τον φυσικό αυτουργό θα ήταν προβληματική χωρίς τη συνδρομή του κατηγορουμένου. Σαφής και κατηγορηματική για τα πιο πάνω είναι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος (εγκαλούντος) Υ1, η οποία ενισχύεται από εκείνη του μάρτυρα κατηγορίας Μ2 αλλά και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ιδίως από την κατάθεση της αποβιωσάσης μάρτυρος Μ3 και τα προαναφερθέντα βουλεύματα, δεν αναιρείται δε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενόψει και του ότι ο κατηγορούμενος, με την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως τα οποία ανεγνώσθησαν, δεν έδωσε εύλογες και πειστικές εξηγήσεις για τις πράξεις του. Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διαταράξεως των πνευματικών του λειτουργιών, ενόψει και του ότι η κατάσταση αυτή έπρεπε να πιστοποιηθεί μόνο με πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 80 παρ. 2 ΚΠοιν.Δ.), όπως δε έχει αναφερθεί προηγουμένως, αν και η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης διατάχθηκε από το παρόν δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε για εξέταση από τον ορισθέντα προς τούτο πραγματογνώμονα. Η κρίση του δικαστηρίου περί των ανωτέρω δεν αναιρείται από την προσκομισθείσα από τη συνήγορο του κατηγορουμένου και αναγνωσθείσα από 19-11-2007 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου ..., διότι η έκθεση αυτή συντάχθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, κυρίως όμως διότι προσκομίσθηκε σε ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από την οποία το επιδιωχθέν όφελος και η αντίστοιχη βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση, της ψευδορκίας μάρτυρα (η οποία όπως διευκρινίζεται με την παρούσα απόφαση τελέσθηκε επίσης κατ' εξακολούθηση) και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση, όπως τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ειδικότερα, ότι: " Ι) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-99 έως 18-5-00, με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα και νόθευσε γνήσια έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας έτσι να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των εγγράφων αυτών, ενώ το όφελος που επεδίωξε με κάθε μία από τις επιμέρους πράξεις του για το μέχρι τις 3-6-99 χρονικό διάστημα και το συνολικό τοιούτο για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και η αντίστοιχη βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή το ποσό των 73.367,57 ευρώ και ειδικότερα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν προέβη το μεν στην εξ υπαρχής κατάρτιση των παρακάτω πλαστών εγγράφων, το δε στη νόθευση, των πιο κάτω αναλυτικά αναφερομένων γνησίων εγγράφων, εν αγνοία και χωρίς την εντολή των προσώπων που νόμιμα τα εξέδωσαν. Συγκεκριμένα κατά το παραπάνω χρονικό. διάστημα και σε ημερομηνίες που δεν εξακριβώθηκαν: Α) κατάρτισε εξ υπαρχής τα εξής πλαστά έγγραφα: 1) Το από 23-10-1997 με αριθμό 1015/97 πιστοποιητικό. κληρονομητηρίου. ως εκδοθέν από τη γραμματέα του τμήματος της εκούσιας δικαιοδοσίας, του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με το οποίο δήθεν αυτή πιστοποιούσε ότι: Μόνος εξ αδιάθετου κληρονόμος της Μ1, το γένος ..., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 4-6-97, είναι ο αιτών Υ1. Το παρόν χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του Υ1 και δυνάμει της υπ'αριθμ. 1022/97 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία. εκδόθηκε κατά τη διαδικασία. της εκουσίας δικαιοδοσίας. Κάτω δε από τις ενδείξεις "Η Γραμματέας" και "ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ανωτέρω γραμματέως καθώς και τη σφραγίδα αυτής, ως και τη στρογγυλή-σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών. 2) Το από 1-10-98 με αριθμό. 1983/98 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, ως εκδοθέν από τη γραμματέα του τμήματος της εκούσιας δικαιοδοσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με το οποίο δήθεν αυτή πιστοποιούσε ότι: Μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Μ1, το γένος ..., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 4-6-98, είναι ο αιτών Υ1 καθώς και η Σ1 σύζυγος Υ1 κατά ποσοστό 2/3 και 1/3 αντίστοιχα ο καθένας εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία. Το παρόν χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του Υ1 και δυνάμει της υπ'αριθμ. 1988/98 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Κάτω δε από τις ενδείξεις "Η Γραμματέας", και "ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ" έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της ανωτέρω γραμματέως καθώς και τη σφραγίδα αυτής, ως και τη στρογγυλή σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών. 3) To από 16-6-99 με αριθμό 368/99 πιστοποιητικό κληρονομητηρίου, ως εκδοθέν από το γραμματέα του τμήματος της εκούσιας δικαιοδοσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, με το οποίο δήθεν αυτός πιστοποιούσε ότι: Μόνος εξ αδιαθέτου. κληρονόμος τηςΜ1, το γένος ..., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 4-1-99, είναι ο αιτών Υ1 καθώς και η σύζυγός του Σ1 και η Μ3 κατά ποσοστό ο καθένας εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία. Το παρόν χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του Υ1 και δυνάμει της υπ'αριθμ. 378/99 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Κάτω δε από τις ενδείξεις "Ο Γραμματέας" και "ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ" έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή και τη σφραγίδα του, του οποίου όμως το ονοματεπώνυμο είναι δυσανάγνωστο, ως και τη στρογγυλή σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ενώ οι αναφερόμενες στα πλαστά αυτά πιστοποιητικά αποφάσεις
σε εκτέλεση των οποίων δήθεν εκδόθηκαν αυτά, αφορούν άλλα πρόσωπα και έχουν περιεχόμενο άσχετο με αυτό των εν λόγω πλαστών πιστοποιητικών. 4) Το από 5-9-00 υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου του ΣΔΟΕ, στο οποίο ανέγραψε τα εξής: "ενεργώντας κατόπιν της από 11-7-2000 σχετικής παραγγελίας του Υ1 έλεγχο, διεπιστώθη ότι οι αποδιδόμενες προς τον ίδιο κατηγορίες από τον αδελφό του Χ1 είναι αβάσιμες, ψευδείς και αναληθείς και άνευ αντικειμένου. Κατόπιν αυτού οποιαδήποτε καταγγελία του Χ1 κατά του Υ1 πρέπει να τεθεί στο αρχείο. Το παρόν χορηγείται δια πάσα νόμιμη χρήση". Κάτω δε από τις ενδείξεις "Η Διενεργούσα τον έλεγχο", "Δ/ντής Ειδικών Οικονομικών Ερευνών" και "ο καταθέσας", έθεσε αντίστοιχα ης υπογραφές των ..., ... και του εγκαλούντα Υ1, κατ' απομίμηση και εν αγνοία τους, καθώς και τη σφραγίδα των ανωτέρω δύο υπαλλήλων και' έγραψε ιδιοχείρως το ονοματεπώνυμο του εγκαλούντα. 5) Το από 5-9-2000 υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου του ΣΔΟΕ, στο οποίο ανέγραψε τα εξής: "Τα προσκομιζόμενα από τον Μ4 παραστατικά καταθέσεων του Υ1 σε διάφορους λογαριασμούς του Χ1 και της συζύγου του Σ2, καθώς και μεταφορά χρημάτων από αποϋλοποιήσεις τίτλων σε λογαριασμούς Μ5 και Μ6 συζ. Μ5, όπως προέκυψε από τη σχετική διασταύρωση κρίνονται ως αληθή. Το παρόν χορηγείται δια πάσα νόμιμη χρήση". Κάτω δε από τις ενδείξεις "Η Διενεργούσα τον έλεγχο", "Δ/ντής Ειδικών Οικονομικών Ερευνών" και "ο καταθέσας", έθεσε αντίστοιχα τις υπογραφές των ..., ... και του εγκαλούντα Υ1, κατ'απομίμηση και εν αγνοία τους, καθώς και τη σφραγίδα των ανωτέρω δύο υπαλλήλων και έγραψε ιδιοχείρως, το ονοματεπώνυμο του εγκαλούντα. 6) Τις από 30-6-1997 και 30-7-1998 δύο βεβαιώσεις του Νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" αντίστοιχα. 7) Το από 30-11-1995 με αριθμό 15963/95 πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Παναγούλη - Παπαφωτίου, με το οποίο φέρεται η Μ1 να δηλώνει ότι "... σχετικά με τις μετοχές - καταθέσεις ταμιευτηρίων που έχει σε Ελλάδα και εξωτερικό, καθώς και REPOS και ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διορίζει πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της το μηνυτή και ότι του παρέχει μ'αυτό τις παρακάτω εντολές και πληρεξουσιότητες: Να πραγματοποιεί αναλήψεις από τους παραπάνω λογαριασμούς χωρίς κανένα δεσμευτικό όριο, να γίνεται συνδικαιούχος σ' αυτούς, όποτε αυτός κρίνει σκόπιμο... Να αντιπροσωπεύει την εντολέα στις Τράπεζες και σε περίπτωση αδυναμίας, αυτοπρόσωπου παρουσίας της για διάστημα, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, να θεωρηθεί από τις Τράπεζες, χρηματιστηριακούς οργανισμούς ως ο μόνος και αποκλειστικός κύριος του συνόλου των επενδύσεων της στην Ελλάδα και το εξωτερικό...". Κάτω δε από τις ενδείξεις "Η ΕΝΤΟΛΕΑΣ" και η "Η ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ" έθεσε ο κατηγορούμενος κατ'απομίμηση και άνευ εντολής τους τις υπογραφές της ανωτέρω δήθεν εντολέως και της εν λόγω συμ/φου καθώς επίσης και τη' σφραγίδα της τελευταίας και τη στρογγυλή σφραγίδα του. Κράτους και επικόλλησε στο πλαστό αυτό, πληρεξούσιο τα σχετικά χαρτόσημα και ένσημα προκειμένου να παραπλανηθεί οποιοσδήποτε τρίτος περί της εγκυρότητάς του. 8)
Την από 30-4-1998 βεβαίωση της ίδιας ως άνω συμ/φου, με την οποία βεβαιώνει ότι παρουσιάστηκε σ'αυτήν ο εγκαλών, αναγράφοντας τα πλήρη στοιχεία του και ΑΔΤ και του πιστοποίησε ότι οι μέχρι τότε ενέργειές του ήσαν σύμφωνες με τις εντολές των υπ'αριθμ. 15961/95, 15962-15963/30-11-95 πληρεξουσίων της θανούσας. Κάτω δε από την ένδειξη "Η Συμβολαιογράφος" έθεσε κατ'απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της ανωτέρω, συμ/φου καθώς και τη στρογγυλή σφραγίδα του Κράτους και επικόλλησε σ'αυτό χαρτόσημα και σχετικά ένσημα. 9) Την από 30-4-1998 γνωστοποίηση της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στην οποία ανέγραψε ότι εμφανίστηκε, σ'αυτήν ο εγκαλών με αντίγραφα τραπεζικών εντολών ΕΤΕ καθώς και την ακύρωσή τους λόγω άρνησης του Μ6 να τις ακυρώσει. Ότι ο κομιστής δήλωσε αδυναμία να επικοινωνήσει τόσο με τον δικαιούχο όσο και τη σύζυγό του και ότι κατόπιν αυτού και τηρώντας τις εντολές της Μ1, που ανεφέροντο στο υπ'αριθμ. 15963/30-11-95 πληρεξούσιο, καθίσταται αυτόματα νόμιμος κύριος αυτών, θέτοντας και πάλι την υπογραφή της ανωτέρω συμ/φου στο πλαστό αυτό έγγραφο, εν αγνοία της και κατ'απομίμηση, καθώς και τη στρογγυλή σφραγίδα του Κράτους. 10) Το υπ'αριθμ. 15964/30-11-95 πληρεξούσιο, που φέρεται να έχει συντάξει η συμ/φος Βασιλική Παναγούλη - Παπαφωτίου και να δίνει εντολή η ανωτέρω Μ1 για τη σύνταξη του και να δηλώνει μ'αυτό ότι διορίζει πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της τον εγκαλούντα σχετικά με τις καταθέσεις που έχει στην BANK OF AMERICA NT SA, να πραγματοποιεί αναλήψεις - ανανεώσεις από 1-7- 97 έως 1-8-97 των ανωτέρω τραπεζικών λογαριασμών, να αντιπροσωπεύει. αυτή στις Τράπεζες κ.λ.π.
11) Το υπ'αριθμ. 1191/97 πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στο οποίο ανέγραψε, μεταξύ των άλλων, ότι η ίδια ως άνω εντολέας διόρισε, σχετικά με τις μετοχές - καταθέσεις που έχει στο εξωτερικό, ως πληρεξούσιο - αντιπρόσωπό της, την Μ3 για να την αντιπροσωπεύει καθώς και τους συνδικαιούχους της στις Τράπεζες. 12) Το υπ'αριθμ. 12221/98 πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με το οποίο φέρεται να εμφανίζεται σ'αυτήν ο κατηγορούμενός και να δηλώνει μ'αυτό ότι, σχετικά με τη νόμιμη μερίδα που εμπίπτει στις καταθέσεις που έχει η ανωτέρω αδελφή του στην BAYHERISCHE VEREINS ΒΑΝΚ, διορίζει τον αδελφό του Υ1 ως νόμιμο αντιπρόσωπο και δικαιούχο των μερισμάτων του. Ότι το ανωτέρω πληρεξούσιο συνετάγη με σκοπό την εξόφληση των ήδη εκχωρημένων ποσών από τον Υ1 προς αυτόν και συγκεκριμένα: 1) Δάνειο 3.500.000 δρχ. με ημερομηνία 9-6-97, 2) Δάνειο 15.500.000 δρχ. με ημερομηνία 11-6-97, 3) συνάλλαγμα 150.000 δολλάρια ΗΠΑ Αμερικής με ημερομηνία 7-6-97, 4) Τραπεζική εντολή 40.800.000 δρχ. με ημερομηνία 8-2-98. Κάτω δε από τα τρία ως άνω πλαστά έγγραφα υπό στοιχ. 10, 11, 12, έθεσε υπό την ένδειξη "Η Συμβολαιογράφος" την υπογραφή της ανωτέρω συμ/φου Βασιλικής Παναγούλη - Παπαφωτίου και υπό την ένδειξη "Η Εντολεύς" την υπογραφή της ανωτέρω θανούσας αδελφής του (στα δύο πρώτα από αυτά), κατ'απομίμηση και εν αγνοία τους, στο δε τρίτο έθεσε, και τη δική του υπογραφή και επιπλέον επικόλλησε στα πλαστά αυτά έγγραφα τα σχετικά ένσημα και χαρτόσημα. 13) Την από 4-5-98 βεβαίωση της ίδιας ως άνω συμ/φου, με την οποία δήθεν βεβαιώνει ότι η Μ1, παρουσία των: 1) Υ1, 2) Χ1 και 3) Σ2 συζ, Χ1 και των δικηγόρων Μήτση Φωτίου - Παναγιωτοπούλου, όπως τους διαβεβαίωσε εγγράφως και προφορικώς, ότι ο Υ1ενεργεί, εντός των νομίμων πλαισίων των επτά πληρεξουσίων και των προφορικών της εντολών καθώς και ότι είναι ενήμερη για όλες του τις ενέργειες στα Τραπεζικά Ιδρύματα της Ελλάδος και εξωτερικού και ο Χ1 ενεργεί και να συμμορφώνεται στις υποδείξεις του αδελφού του Υ1, καθώς, δεν έχει σαφή εικόνα των οικονομικών της όσο ο αδελφός του. Κάτω δε από τη βεβαίωση. αυτή έθεσε κατ'απομίμηση και χωρίς τη συναίνεσή τους τις υπογραφές της ανωτέρω θανούσας καθώς και της εν λόγω συμ/φου και τη στρογγυλή σφραγίδα του Κράτους. 14) Τις από 5-6-98, 7-6-97,30-6-97, 10-12-97, 2-1-98, 2-1*98 και 8-2-98 επιστολές προς την Εθνική Τράπεζα, που φέρεται να έχει συντάξει ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στις οποίες, μεταξύ των άλλων, αναγράφει ότι είναι ενήμερος των ενεργειών του αδελφού του Υ1, που έχουν ως σκοπό την αποΰλοποίηση των ευρισκομένων ανά χείρας του άϋλων τίτλων, ότι με αυτές έχει την πλήρη αποδοχή και υποστήριξή του στο πρόσωπο του αδελφού του, ότι αναγνωρίζει το έννομο, συμφέρον του αδελφού του στους πάσης φύσεως λογαριασμούς της αδελφής τού, ότι εξουσιοδοτεί τον αδελφό του να ενεργήσει τα δέοντα για τη μετατροπή του προϊόντος αποϋλοποίησης σε λίρες Αγγλίας, όταν και όπως αυτός κρίνει σκόπιμο, θέτοντας κάτω από τις επιστολές αυτές την υπογραφή του καθώς και έντυπο σφραγίδα, που έχει το εξής περιεχόμενο: "Ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο που φυλάγεται στην Υπηρεσία Γενικού Αρχείου της Τράπεζας ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΥΠΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ - ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΩΝ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ" και κάτω από αυτές τις σφραγίδες έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της Εθνικής Τράπεζας, θέλοντας έτσι να παραπλανήσει τους αρμοδίους ότι οι ανωτέρω επιστολές αποτελούν αντίγραφα των πρωτοτύπων που φυλάσσονται στο αρχείο της Εθνικής Τράπεζας και επικόλλησε σ'αυτές χαρτόσημα του Δημοσίου. 15) Την από 23-6-97 εξουσιοδότηση της Μ1, την οποία μάλιστα φέρεται να υπογράφει μετά το θάνατό της και με την οποία φέρεται να εξουσιοδοτεί τον Υ1να υπογράφει αντ'αυτής παν σχετικό έγγραφο για άνοιγμα λογαριασμού, συναλλάγματος συνολικού ποσού 500.000 USD εξ ημισείας. Κάτω δε από την ένδειξη "η εξουσιοδοτούσα Μ1" έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή της ενώ αυτή είχε ήδη αποβιώσει κατά το χρόνο που φέρεται να έχει συντάξει την εν λόγω εξουσιοδότηση. Η εξουσιοδότηση δε αυτή φέρεται, κατά τα προεκτεθέντα υπό στοιχ. 14, να έχει κατατεθεί στο αρχείο της Εθνικής Τράπεζας. 16) Την από 4-6-97 επιστολή της Μ1 προς την Εθνική Τράπεζα, με την οποία εξουσιοδοτεί τον εγκαλούντα να υπογράψει και εισπράξει το προϊόν της αποϋλοποίησης των χρεογράφων της, μέρος του οποίου 20% να δοθεί στην επί πολλά έτη οικιακή της βοηθό και πολύτιμη σύντροφό της κα Μ7. Κάτω δε από αυτή και υπό την ένδειξη "Η εξουσιοδοτούσα" έθεσε, κατ'απομίμηση την υπογραφή της Μ1 και την ανωτέρω υπό στοιχ. 14 σφραγίδα του αρχείου της Εθνικής Τράπεζας κάτω από την οποία έθεσε κατ'απομίμηση και εν αγνοία του την υπογραφή του υπαλλήλου της ως άνω Τράπεζας ... καθώς και τη σφραγίδα του. 17) Την από 2-1-98 Γνωστοποίηση, που φέρεται να υπόγραφα ή Μ1 μετά το θάνατό της και απευθύνει στην Τράπεζα Πίστεως, με την οποία ζητεί η αλληλογραφία της να μην αποστέλλεται πλέον στη διεύθυνση ..., διότι λόγοι υγείας την ανάγκαζαν να φιλοξενηθεί για άγνωστο χρονικό διάστημα στην οικία του Υ1 (αναφέρεται διεύθυνση). Κάτω δε από την ένδειξη "η γνωστοποιούσα" έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της ανωτέρω θανούσας. 18) Τις από 17-12-97 δύο εξουσιοδοτήσεις της ανωτέρω θανούσάς προς την Εθνική Τράπεζα με το ίδιο περιεχόμενο, με τις οποίες εξουσιοδοτεί τον εγκαλούντα Υ1 να εξοφλήσει ή και να ανανεώσει, όπως αυτός κρίνει, αντ'αυτής προθεσμιακές καταθέσεις ποσού, 70.000.000 δραχμών, ομόλογα ποσού 32.000.000 δραχμών και έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου ποσού 23.800.000 δρχ., οι δε προαναφερόμενοι τίτλοι είναι ανά χείρας του και προσκομίζονται αντ'εμού. Κάτω δε από την ένδειξη "η εξουσιοδοτούσα" έθεσε κατ'απομίμηση την υπογραφή και το ονοματεπώνυμο της ανωτέρω ήδη θανούσης κατά το χρόνο συντάξεως των πλαστών αυτών εγγράφων και στο δεύτερο δε όμοιο αντίτυπό της εν λόγω εξουσιοδότησης έθεσε με σφραγίδα την ένδειξη "ΚΑΤΕΧΩΡΗΘΗ - ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ - ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΕΚ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ" και κάτω από αυτή κατ'απομίμηση την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της και παραπλεύρως αυτής κατ'απομίμηση την υπογραφή του Υ1, ως δείγμα της υπογραφής του που υπήρχε στην Τράπεζα. 19) Τις από 20-5-97 δύο δηλώσεις - εξουσιοδοτήσεις προς την Εθνική Τράπεζα της ανωτέρω θανούσας, με τις οποίες φέρεται να εξουσιοδοτεί τον εγκαλούντα και ήδη συνδικαιούχο της σε έναν από τους λογαριασμούς της να προβεί σε αναλήψεις από τους υπόλοιπους λογαριασμούς που διατηρεί στο υποκατάστημα της Α. Γλυφάδας. Κάτω δε από την ένδειξη "Η Δηλούσα και εξουσιοδοτούσα" έθεσε κατ'απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της Μ1 και στο δεύτερο όμοιο αντίτυπο της εν λόγω εξουσιοδότησης ανέγραψε την ένδειξη με γραφομηχανή: "Κατατέθηκε από τον Υ1 για λογαριασμό του Αθήνα 20-5-97" και κάτω από αυτή έθεσε κατ'απομίμηση και εν αγνοία του την υπογραφή του υπαλλήλου του υποκαταστήματος της ΕΤΕ στην Α. Γλυφάδα, Μ4 καθώς και την ατομική του σφραγίδα και παραπλεύρως σ'αυτήν κατ' απομίμηση και εν αγνοία του την υπογραφή του Υ1, ως δήθεν δείγμα της υπογραφής του που υπήρχε στην Τράπεζα. 20) To από 30-11-1995 με αριθμό 15962/95 πληρεξούσιο της συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Παπαφωτίου, το οποίο φέρεται να έχει συνταχθεί από την ανωτέρω συμ/φο μετά από εντολή της θανούσας στον εγκαλούντα να προβεί σε εκταμίευση των καταθέσεών της από Τράπεζες και βάσει αυτού φέρεται ο εγκαλών να έχει εκταμιεύσει το συνολικό ποσό των 2.000.400.000 δρχ. και κάτω από τις ενδείξεις "Η Συμβολαιογράφος" και "Η Εντολέας" έθεσε κατ'απομίμηση και εν αγνοία τους τις υπογραφές της ανωτέρω συμ/φου και της Μ1 αντίστοιχα. Κάτω δε από το πλαστό αυτό πληρεξούσιο έθεσε τις ενδείξεις "ΑΡΧΕΙΟ" και "ΚΑΤΕΧΩΡΗΘΗ" και κατ'απομίμηση τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της ΕΤΕ, ως δήθεν ευρισκόμενο στο αρχείο της. 21) Την από 27-5-1997 εξουσιοδότηση με την οποία φέρεται η Μ1 να εξουσιοδοτεί τον εγκαλούντα Υ1 να αναλάβει από τον υπ'αριθμ. 073/762069-49 λογαριασμό ταμιευτηρίου αυτής στην ΕΤΕ το ποσό των 21.000.000 δραχμών, για λογαριασμό του κατηγορουμένου, θέτοντας σ'αυτήν κατ'απομίμηση και χωρίς την προς τούτο εντολή ή συναίνεσή της την υπογραφή της ανωτέρω Μ1. 22) Την από 10-6-97 βεβαίωση με το εξής περιεχόμενο: "Στη συνέχεια της από 27-5-97 εξουσιοδοτήσεως της αδελφής μας Μ1, κατόπιν της απαιτήσεως του αδελφού μου Χ1 περί της απολύτου ανάγκης του υπολοίπου ποσού των 5.500.000 δρχ. και λόγω ελλείψεως υπολοίπου από την πλευρά της αδελφής μας, το οποίο σαφώς γνωρίζουμε και οι δύο, λόγω των σοβαρών προβλημάτων της υγείας, συντάσσομε την παρούσα βεβαίωση. Με αυτή βεβαιούται και από τις δύο πλευρές, ότι το ποσό των 5.500.000 δρχ. προέρχεται από το δικό μου μερίδιο. Το δε προαναφερόμενο ποσό θα διακανονισθεί μεταξύ εμού και της αδελφής μας Μ1". Κάτω δε από το ανωτέρω κείμενο ο κατηγορούμενος, εκτός από τη δική του υπογραφή, έθεσε κατ'απομίμηση. και εν αγνοία του την υπογραφή του εγκαλούντα. Και Β) Νόθευσε ο κατηγορούμενος τα παρακάτω γνήσια έγγραφα, τα οποία είχαν εκδοθεί νομίμως από τα αρμόδια όργανα, χωρίς να έχει προς τούτο τη συναίνεση και την εξουσιοδότηση τους και ειδικότερα: 1) Προέβη στην αλλοίωση της με αριθμό .../97 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Μ1, η οποία είχε νομίμως εκδοθεί από το ληξίαρχο του Δήμου Αθηναίων, δύο φορές ως προς τους αριθμούς πρωτοκόλλου του αντιγράφου αυτής, από 16674/14-4-1998 σε 44113/7-1-1999 και 21144/11-6-1998. καθώς επίσης και ως προς το χρόνο θανάτου της ως άνω θανούσας από 4-6-1997 σε 4-1-1999 και 4-6-1998 και επιπλέον ως προς τη χρονολογία δήλωσης αυτής από 5-6-1997 σε 5-1-1999 και 5-6-1998, προκειμένου να βρίσκεται η ως άνω ληξιαρχική πράξη θανάτου σε χρονική αρμονία και αλληλουχία με τα καταρτισθέντα από αυτόν ως άνω πλαστά έγγραφα, που προσκόμιζε στις δικαστικές αρχές. 2) Προέβη στην αλλοίωση της με αριθμό .../97 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Μ6, αδελφού του, καθώς επίσης και του εγκαλούντα, που είχε εκδοθεί νομίμως από το ληξίαρχο του Δήμου Ζωγράφου και δη ως προς τη χρονολογία εκδόσεως: του αντιγράφου αυτής από 25-4-1999 σε 30-12-1999, ως προς το χρόνο σύνταξης της από 1-12-1997 σε 6-12-1997, ως προς το χρόνο θανάτου αυτού από 29-11-1997 σε 4-12-1999 και ως προς τη χρονολογία του πιστοποιητικού θανάτου της ιατροδικαστή ... από 1-12-1997 σε 6-12-1999, προκειμένου και πάλι να υπάρχει μία χρονική συνέχεια της ανωτέρω ληξιαρχικής πράξης θανάτου του αδελφού του Μ6, ο οποίος ήταν και αυτός ένας εκ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας αδελφής τους, με τα πλαστά έγγραφα που εκάστοτε κατάρτιζε και προσκόμιζε στις αρμόδιες δικαστικές αρχές ο κατηγορούμενος. Των παραπάνω εγγράφων ο κατηγορούμενος έκανε χρήση κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, προσκομίζοντας σε ημερομηνίες που δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφά τους ενώπιον των Εισαγγελικών αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών προς υποστήριξη των από 14-1-99, 21-6-99, 24-4-00, 18-5-00, 28-11-00 και 24-4-01 εγκλήσεών του σε βάρος του νυν εγκαλούντα αδελφού του. Στην κατάρτιση δε και νόθευση των ανωτέρω εγγράφων προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές ότι ο εγκαλών είχε ενθυλάκωσα τεράστια χρηματικά ποσά από καταθέσεις, ομόλογα, άυλους τίτλους κ.λ.π., που η θανούσα αδελφή τους Μ1 δήθεν κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου της. Σκοπός δε του κατηγορουμένου ήταν, με κάθε μία από τις παραπάνω επιμέρους πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως να προσπορίσει στον εαυτό του, με αντίστοιχη βλάβη του εγκαλούντα, το ίδιο κάθε φορά περιουσιακό όφελος, που ήταν και το συνολικώς απ'αυτόν σκοπούμενο, ήτοι, εμφανίζοντας τον εγκαλούντα ως έχοντα ενθυλακώσει τεράστια χρηματικά ποσά εκ της κινητής εξ αδιαθέτου κληρονομιάς της αδελφής τους Μ1, να επιτύχει να εισπράξει το συνολικό ποσό των 200.000.000 δραχμών, που θεωρούσε, κατά τους αυθαίρετους υπολογισμούς του, ότι αποτελούσε το εναπομένον, μετά τη διανομή της περιουσίας της ανωτέρω θανούσας, κληρονομικό του μερίδιο σε σχέση με τις δήθεν, καταθέσεις της τελευταίας σε τραπεζικούς της λογαριασμούς, σε ομόλογα, άυλους τίτλους κ.λ.π., βλάπτοντας έτσι αντίστοιχα τον εγκαλούντα κατά το ανωτέρω ποσό και παράλληλα επιδιώκοντας να εμπλέξει αυτόν σε πολυδάπανο δικαστικό αγώνα και να επιτύχει την καταδίκη του για κακουργηματικές πράξεις που επισύρουν πολυετείς ποινές καθείρξεως, με όλες τις ανυπολόγιστες δυσμενείς συνέπειες που απορρέουν από αυτές.
ΙΙ) Στον ως άνω τόπο και κατά την 28-11-2000 και την 24-4-2001 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατεμήνυσε εν γνώσει του ψευδώς άλλον και δη με τις υπό ημερομηνία από 28-11-2000 έγκλησή του και την από 24-4-2001 μήνυσή του προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, κατεμήνυσε, ψευδώς, εν γνώσει τελωνίου ψεύδους, τον ανωτέρω εγκαλούντα Υ1 και με σκοπό να προκαλέσει την για τον λόγο αυτό ποινική του δίωξη, ότι πλαστογράφησε τα ως άνω στο στοιχ. (Ι) αναφερόμενα έγγραφα και ότι προσκόμισε αυτά στις άνω Τράπεζες και παραπείθοντας τους αρμόδιους υπαλλήλους περί της γνησιότητας αυτών, προέβησε αναλήψεις από τους οικείους λογαριασμούς της θανούσας Μ1 συνολικού ύψους 2.000.400.000 δρχ. (5.870.579,60 ευρώ), βλάπτοντας την περιουσία του, ως συγκληρονόμου αυτής, κατά το ποσό των 200.000.000 δρχ. (586.940,57 ευρώ), που αντιστοιχούσε στην εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα αυτού, από την κληρονομιαία περιουσία της θανούσης αδερφής τους. Αποτέλεσμα δεν των ως άνω ψευδών έγκλησης και μήνυσης ήταν να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του εγκαλούντα για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. και απάτη, κατ' εξακολούθηση από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., για τις οποίες όμως πράξεις απηλλάγη ο εγκαλών δια των αριθμ. 1328/02, 2568/02, 3019/02, 3029/02, 3833/02 και 5394/02 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, επικυρωθέντων του πρώτου, τρίτου και πέμπτου δια τον αριθμ. 259, 1348 και 1935/03 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών, καταστάντων όλων όμως αμετακλήτων.
ΙΙΙ) Στον αυτόν ως άνω τόπο και χρόνο με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή και δη κατά την υποβολή των αναφερομένων στο στοιχ. (
ΙΙ) εγκλήσεως και μηνύσεως στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών, εβεβαίωσε ενόρκως το αληθές του περιεχομένου αυτών, γνωρίζοντας ότι ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς και ότι το αληθές ήταν πως ο ανωτέρω εγκαλών δεν πλαστογράφησε τα ως άνω έγγραφα και δεν εξαπάτησε τους αρμόδιους υπαλλήλους των. πιο πάνω Τραπεζών, εισπράττοντας καταθέσεις της θανούσας Μ1, συνολικού ύψους 2.000.400.000 δρχ. (5.870.579,60 ευρώ), βλάπτοντας την περιουσία του, ως συγκληρονόμου αυτής, κατά το ως άνω ποσό των 200.000.000 δρχ. (586.940,57 ευρώ), αλλά αντίθετα, όπως προέκυψε από τα ανωτέρω βουλεύματα (στοιχ.
ΙΙ) αυτός (κατηγορούμενος) πλαστογράφησε τα επίδικα έγγραφα και η ως άνω θανούσα δεν κατέλιπε, κατά τον χρόνο του θανάτου της ουδεμία κινητή κληρονομιαία περιουσία (καταθέσεις, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, μετοχές, πολύτιμους λίθους σε θυρίδες Τραπεζών κλ.π.) και
ΙΙ
ΙΙ) Στην Αθήνα στις 12-9-2000, 25-10-2000, 3-11-2000 και 16-11-2000, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος προκάλεσε, εκ προθέσεως, σ'άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που διέπραξε και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, εκ προθέσεως και ενεργώντας με πειθώ και φορτικότητα και με πολλές παραινέσεις προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του, ..., την απόφαση να καταθέσει ενόρκως ψευδώς, εν γνώσει τελών της αναληθείας την 12-9-00 στην Πταισματοδίκη του 31ου τμήματος Αθηνών ότι "... ο Υ1 έχει καταχραστεί με απάτες και πλαστογραφίες σε βαθμό κακουργήματος μεγάλη περιουσία της αποθανούσης αδελφής του Μ1 και κατάρτισε και χρησιμοποίησε τις δύο πλαστές επιστολές για να παραπλανήσει την Εθνική Τράπεζα ότι ο Χ1 διεκδικεί παράνομα το κληρονομικό του δικαίωμα από την περιουσία της αδελφής του". Την 25-10-00 στην Ανακρίτρια του 16ου τμήματος Αθηνών ότι "... Απ'ότι γνωρίζω, ούτε ο μηνυτής ούτε η αποβιώσασα αδελφή του Μ1, όσον καιρό νοσηλευόταν στον Κυανού Σταυρό, εξουσιοδότησε τον Υ1 να προχωρήσει σε ανάληψη από την Εθνική Τράπεζα ποσού 21.000.000 δρχ. και να το παραδώσει στον Χ1. Η εξουσιοδότηση αυτή είναι πλαστή. Ούτε ποτέ ο μηνυτής βεβαίωσε ότι το ποσό των 5.500.000 δρχ. προερχόταν από το μερίδιό του των 21.000.000 δρχ. Οι βεβαιώσεις αυτές είναι πλαστές. Ούτε υπέγραψε ποτέ η αποβιώσασά Μ1 εξουσιοδοτήσεις όπως οι από 17-12-97, από 20-5-97, 3-7-97,1-7-97 που αφορούν την κίνηση του λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα, οι οποίες και ετέθησαν μετά τον θάνατό της, η οποία απεβίωσε τον Ιούνιο του 1996. Γνωρίζω επίσης ότι έχει πλαστογραφήσει κι έχει νοθεύσει δημόσια έγγραφα ο Υ1 από κοινού με την Σ1 και κατόρθωσε μετά θάνατον της αδελφής του Μ1 να εισπράξει καταθέσεις της συνολικού ύψους, 2.000.000.000 δρχ. στην απάτη αυτή συμμετείχαν και η Μ7, Μ8, και Μ3 οι οποίες πήραν σημαντικά ποσά, τα οποία όμως δεν μπορώ να σας τα προσδιορίσω. Γνωρίζω ότι ο Μ4 ως προϊστάμενος του Τμήματος καταθέσεων του Υποκαταστήματος Άνω Γλυφάδας της Εθνικής Τράπεζας, βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής διαφόρων εγγράφων, τα οποία είχαν πλαστογραφήσει ο Υ1 και η Σ1 μετά το θάνατο της Μ1. Επίσης έχει πλαστογραφήσει το υπ* αριθμ. 15962/95 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Βασιλικής Παναγούλη-Παπαφωτίου με εντολή Μ1, την Μ1, που όπως προέκυψε εκ των υστέρων ήταν πλαστό σύμφωνα με βεβαίωση της συμβολαιογράφου. Το πλαστό αυτό το χρησιμοποίησαν τουλάχιστον 100 φορές στην ΕΤΕ Γλυφάδας και εισέπραξαν το ποσό των 1.500.000.000 δρχ. μετά το θάνατο της Μ1". Την 3-11-2000 ενώπιον της Πταισμ/κου του 15ου τμήματος Αθηνών ότι "Γνωρίζω ότι μετά τον θάνατο της Μ1 (4/6/97) ο μηνυόμενος έκανε χρήση πλαστογραφημένων εγγράφων και υπεξαίρεσε συνάλλαγμα, άυλους τίτλους, μετοχές και ράβδους χρυσού συνολικού ύψους δύο δισεκατομμυρίων δρχ. περίπου, περιουσία η οποία θα πήγαινε και στα τρία αδέλφια Μ6, Χ1 και Υ1". Την 16-11-00 ενώπιον της Πταισμ/κου του 8ου τμήματος Αθηνών "όσα ισχυρίζονται οι μηνυόμενοι σε μήνυση που υπέβαλε στον μηνυτή είναι ψευδή. Τα φωτοαντίγραφα των εγγράφων που επικαλέστηκε και προσεκόμισε ο μηνυτής σε δικαστήριο ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ αυτού και του μηνυόμενου είναι γνήσια, διότι του τα χορήγησε η Τράπεζα". Ενώ αντίθετα το αληθές ήταν ότι ο συγκατηγορούμενός του Χ1 είχε πλαστογραφήσει τα εν λόγω έγγραφα και η θανούσα δεν είχε καταλίπει, κατά τον θάνατό της, ουδεμία κινητή κληρονομιαία περιουσία. Η τέλεση δε της ως άνω κυρίας πράξεως της ψευδορκίας από τον φυσικό αυτουργό, θα ήταν προβληματική χωρίς την προαναφερόμενη συνδρομή του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 94 § 1, 98, 216 § 3 σε συνδ. με §§ 1, 2, 224 § 2 σε συνδ. με § 1 και 229 § 1 ΠΚ, όπως η § 3 του άρθ. 216 ΠΚ ίσχυε μετά τη συμπλήρωσή της με το άρθρ. 1 § 7 εδ. α' Ν. 2408/1996 και μετά την αντ/σή της με άρθρ. 14 § 2 εδ. α' και β' Ν. 2721/1999 και όπως τα άρθρ. 224 § και 229 § 1 ΠΚ ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με τα άρθρ. 1 § 1 και § 6 Ν. 3327/05 αντίστοιχα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1.810/08 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-ωσεί παρών -κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, Μ2, καθώς, και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Υ1.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι δεν μπορεί να υπάρχει πλαστογραφία κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 §§ 1 και 3 του Π.Κ. αλλά θα έπρεπε από το Εφετείο η πράξη αυτή να αντιμετωπισθεί ως απρόσφορη απόπειρα διότι, για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 § 1 Π.Κ. απαιτείται: α) το μέσο που χρησιμοποιήθηκε ή η ενέργεια που έγινε, είναι μεν καθ' εαυτά πρόσφορα για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ικανά να επιφέρουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, είτε λόγω αδεξιότητας της ενέργειας, είτε λόγω απολύτως τυχαίων περιστάσεων και β) το αντικείμενο κατά του οποίου κατευθυνόταν η ενέργεια του δράστη, ήταν μεν επιδεκτικό τέλεσης του εγκλήματος, αλλά από τυχαία περιστατικά να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού, χωρίς όμως να επικαλείται κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτοί οι άνω λόγοι, εξεταζόμενος της στοιχ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (ΚΠολΔ 176).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 8057/2008) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 1.810/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, από πεντακόσια (500) ΕΥΡΩ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πράξεις: Πλαστογραφία με χρήση από την οποία το επιδιωχθέν όφελος και η αντίστοιχη βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ψευδής καταμήνυση κατ' εξακολούθηση. Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση. Λόγοι αναιρέσεως η απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο λόγω απορρίψεως αιτήματος αναβολής για διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, έλλειψη αιτιολογίας αποφάσεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Πραγματογνωμοσύνη, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2378/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μανόλη Γρηγοριάδη, περί αναιρέσεως της 2129/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 485/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να ΠΟΠΔ.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του νόμου 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεως του. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση του ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως αυτού, αν συνέτρεξε λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Από τα ανωτέρω ακολουθεί ότι, αν εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως, προβάλλει ότι, παρά τα αναφερόμενα στο αποδεικτικό, δεν έγινε εγκύρως η επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ώστε να αρχίσει να τρέχει η προθεσμία της εφέσεως, είτε ότι η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα, τότε η αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 4/1995), υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Την προβολή των στοιχείων αυτών ενώπιον του εφετείου πρέπει να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένη και παραδεκτή και η αίτηση αναιρέσεως της αποφάσεως, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του αναιρεσείοντος να θεωρηθεί για τους λόγους αυτούς εμπρόθεσμη η έφεση του. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τού ίδιου Κώδικα, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο τής επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και τής επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (ΟλΑΠ 6 & 7/1994 και 4/1995). Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2129/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 47.575/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί, για παράβαση του Α.Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και συνολική χρηματική ποινή εννιακοσίων ευρώ (900 €). Από τη σχετική με αριθμό πρωτοκόλλου ... έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και τού βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών δήλωσε ότι την έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι από τον χρόνο της επιδόσεως, μέχρι την ημερομηνία της ασκήσεως συνέτρεχαν στο πρόσωπο του λόγοι ανώτερης βίας και συγκεκριμένα: "λόγω τής οικονομικής και επαγγελματικής καταστροφής που υπέστη από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης του, υπέστη σύμφωνα και με το από 18.10.2005 σημείωμα - πιστοποιητικό τού Ψυχιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου ..., αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην παρούσα, "άγχος και στενοχώρια... έντονο καταθλιπτικό συναίσθημα με αίσθημα απελπισίας, αναξιότητας και ενοχής,... διακεκομμένο ύπνο και οργανωμένο αυτοκτονικό ιδεασμό (εμφανιζόμουν δε ως) μελαγχολικός με καταθλιπτικό προσωπείο, πτωχή βλεμματική επαφή, ολιγομίλητος (και διαγνώσθηκε) ...κατάθλιψη". Αποτέλεσμα των ανωτέρω καταστάσεων ήταν να ανανήψω για πρώτη φορά την 24.4.2007 και να χορηγήσω πλέον έγγραφη εντολή σε δικηγόρο να ασκήσει την παρούσα έφεση, γνώση τής υπάρξεως της εκκαλουμένης αποφάσεως μετά από σχετικό έλεγχο που διενήργησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, οδηγήθηκε στην απόρριψη της εφέσεως, με την εξής αιτιολογία: "Επειδή, όπως προκύπτει από το από ... αποδεικτικό επίδοσης της ..., Αστυφύλακα του Α.Τ. ..., ο πρώτος εκκαλών Χ, παρέλαβε ο ίδιος την εκκαλουμένη απόφαση κατά την ανωτέρω ημερομηνία και δεδομένου ότι άσκησε την έφεση του την 31.5.2007 (βλ. υπ' αριθ. 7448/2007 έκθεση έφεσης), δηλαδή μετά την πάροδο τής κατ' άρθρο 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. δεκαήμερης προθεσμίας, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω τού εκπροθέσμου τής άσκησης της". Δηλαδή, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφέρεται μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλουμένης 47.575/2002 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 8 Νοεμβρίου 2004, προκύπτουσα από το μνημονευόμενο σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της αστυφύλακος ..., όσο και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως την 31 Μαΐου 2007, δηλαδή μετά την παρέλευση (αναφέρεται στην αιτιολογία), της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Επομένως, η αιτιολογία αυτή τής αποφάσεως του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του ισχυρισμού περί ανωτέρας βίας, αφού τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως του εξέλιπαν ήδη, από τις 24 Απριλίου 2007, οπότε αυτός "ανένηψε", όπως ισχυρίστηκε, έκτοτε δε παρήλθε και πάλι άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως, η οποία τελικά ασκήθηκε στις 31 Μαΐου 2007. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 2129/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που ασκήθηκε έφεση ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2379/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 62/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, 2) Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουμπιάδη, 3)Χ2, 4) Χ4, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Κουτσούκο και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σακαλόγλου.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 46/23.09.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1517/2008
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του νόμου 969/1979, και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε απόφασης οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε προσβάλλεται με έφεση. Αφετήριο σημείο της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης, δεν είναι η δημοσίευση της απόφασης αλλά η καταχώρηση της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 573 παρ. 3. Και τούτο για τους παρακάτω λόγους: Ι. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση", που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως, που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από το νόμο τακτικά ένδικα μέσα, και ως τέτοιο ένδικο μέσο προβλέπεται από τον ΚΠΔ μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διάταξης συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου. Ενώ όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο (έφεση) ανεξαρτήτως "λόγου" για να αποκατασταθεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Περαιτέρω, έχει επικρατήσει από μακρού στην ελληνική νομική ορολογία να χαρακτηρίζονται ως "ανέκκλητες" οι αποφάσεις που από την έκδοσή τους δεν υπόκεινται σε έφεση, οι εν λόγω δε αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία εννοία τελεσίδικων αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ περιλαμβάνονται και οι δύο κατηγορίες αποφάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή όχι μόνο οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση. Τη λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερόμενα, η οποία συντρέχει τόσο για τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, όσο και για τις αποφάσεις που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Επομένως, η προθεσμία, περί της οποίας προβλέπουν τα άρθρα 507 παρ. 1α και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, για την άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠολΔ, από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο. (Ολ. Α.Π. 6/2002 πλειοψηφία). Το εκκλητό όμως της απόφασης σκοπείται ως προς τον δικαιούμενο ν' ασκήσει έφεση, ο οποίος δεν επιτρέπεται, παραλείποντας την άσκησή της, να προβάλει με αίτηση αναίρεσης την απόφαση. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τον δικαιούμενο σε αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τα άρθρα 505 παρ. 2, 479, 484, 485, 489, 490, 504 ΚΠΔ ο Εισαγγελέας, ανάλογα με τον βαθμό δικαιοδοσίας τους και την καθ' ύλην αρμοδιότητά τους προσδιορίζονται νομοθετικά, καθένας ιδιαιτέρως και διακεκριμένα ως λειτουργός αυτοτελούς και διακεκριμένης υπηρεσιακής μονάδος, με ένα δικαίωμα ασκήσεως επακριβώς προσδιοριζομένων ενδίκων μέσων, μέσα σε συγκεκριμένες ειδικές προθεσμίες. (Σταμάτης "Προκαταρκτική Εξέταση" σελ. 26 σημ. 61 Μπουρόπουλο Ποιν. Χρ. Ε' 425). Έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στερείται του δικαιώματός του προς αίτηση αναίρεσης επειδή μπορεί να παραγγείλει, κατ' άρθρο 24 παρ. 4 ν. 1756/1988, τον Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών για την άσκηση έφεσης διότι στην περίπτωση αυτή, ασκεί αυτός όχι ίδιο δικαίωμα αλλά του Εισαγγελέως Εφετών ή Πλημμελειοδικών.
Συνεπώς αν ήθελε αξιωθεί όπως ασκηθεί προηγουμένως από τους δικαιούμενους εισαγγελείς έφεση, για ν' ασκήσει ακολούθως αναίρεση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τότε θα είχε αποστερηθεί αυτός του δικαιώματος αναίρεσης, παρόλο που ο νόμος παρέχει σ' αυτόν ρητώς το δικαίωμα αυτό. Επομένως, εφόσον είναι αδιάφορο αν η απόφαση προκειμένου για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εκκλητή από Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημ/κών ή από τον κατηγορούμενο το "ανέκκλητο" της απόφασης για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν καταλύεται εκ του ότι αυτή είναι εκκλητή για τον Εισαγγελέα Εφετών ή Πλημμελειοδικών ή για τον κατηγορούμενο. Η κατά το άρθρο 144 ΚΠΔ συντασσόμενη καθαρογραφημένη τελεσίδικη απόφαση δεν υπάρχει καν ως γραπτό κείμενο από την δημοσίευσή της, ούτε υφίσταται κάποια προνομιακή, νομική ή πραγματική δυνατότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να υπερπηδήσει το ανυπέρβλητο κώλυμα που προκύπτει από την ανυπαρξία του κειμένου της αναιρεσιβληθησόμενης απόφασης να ενημερωθεί για το περιεχόμενό της, ενώ η, από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κοινή αναίρεση (άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ) και η αναίρεση υπέρ του νόμου (άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. β' ΚΠΔ) προδήλως διαφέρουν μεταξύ τους, προεχόντως διότι η πρώτη επηρεάζει την θέση των διαδίκων, οι οποίοι και προσφεύγουν σ' αυτόν, επισημαίνοντας τα νομικά λάθη των αποφάσεων, επιδιώκοντας να επιτύχουν την επίλυσή τους υπέρ των απόψεών τους, ενώ η δεύτερη όχι. Εν όψει αυτών και δεδομένου ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναίρεσης πρέπει στην δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, δεν μπορεί δε ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με άσκηση προσθέτων λόγων, ενώ ειδικότερα για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή (Ολ. Α.Π. 2/2002) η αποδοχή της άποψης ότι η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αρχίζει από τη δημοσίευση της εκκλητής ως προς τους άλλους εισαγγελείς απόφαση (Ολ. Α.Π. 3/2000 και Ολ. Α.Π. 4/2000) θα αδρανοποιούσε το δικαίωμα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ζητεί την αναίρεση των πρωτοβαθμίων αποφάσεων. Την άποψη αυτή ότι δηλαδή, αφετήριο σημείο της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, είναι όχι η δημοσίευση της αναιρεβληθησομένης απόφασης αλλά η καταχώρηση της καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρ. 473 παρ. 3 δέχεται ομόφωνα η θεωρία, αλλά και μεταγενέστερες των ως άνω Ολομελειών του Αρείου Πάγου αποφάσεις των Ποινικών τμημάτων του με την αποδοχή της άποψης της μειοψηφίας ότι η φράση του άρθρου 479 παρ. 2 του ΚΠΔ "από την έκδοσή του" που αναφέρεται στα βουλεύματα και στην οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ, πρέπει να ερμηνευθεί ως έχουσα την έννοια της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο και όχι της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 23/9/2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της 62/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό. Με την απόφαση αυτή οι τότε κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι Χ2, β) Χ1, γ) Χ3 και δ) Χ4, κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ένοχοι εξ αμελείας της αξιόποινης πράξης της κατάχρηση της ιδιότητας, ιατρού κατ' εξακολούθηση που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 2, 11 ν. 1729/1982, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 12 ν. 2161/93, και επιβλήθηκε στο μεν πρώτο τούτων ποινή φυλάκισης δύο ετών και εξ (6) μηνών στον καθένα δ' από τους λοιπούς ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, αμφότερες δε οι ποινές αυτές ανεστάλησαν επί τριετία. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη η απόφαση αυτή η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, με αύξοντα αριθμ. 200 την 22-8-2008 τόσο κατά το αθωωτικό σκέλος της, όσο και κατά το καταδικαστικό ήταν ανέκκλητη για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, παρά το ότι ήταν εκκλητή από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου κατά τον χρόνο της δημοσίευσής της (άρθρο 489 παρ. 1 ΚΠΔ περίπτωση στ' και 490 παρ. 2 του ίδιου κώδικα για το καταδικαστικό μέρος της και 486 παρ. 3 ΚΠΔ για το αθωωτικό μέρος της) και συνεπώς απαράδεκτα άσκησε ο τελευταίος δια του Αντεισαγγελέα Αντωνίου Μύτη την κρινόμενη αναίρεση του κατά της ως άνω απόφασης με δήλωσή του στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 23/9/2008, ήτοι πριν παρέλθει ένας μήνας από την ως άνω καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ.
II.Κατά το άρθρο 4 του Ν. 1729/1987 "Ναρκωτικά", κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι ουσίες τεχνικές ή φυσικές που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Οι ουσίες που υπάγονται στα ναρκωτικά περιλαμβάνονται ιδίως στους παρακάτω τέσσερους πίνακες Α', Β', Γ' και Δ'. Στην κατηγορία Γ και με αύξοντα αριθμό 97 περιλαμβάνεται και η φαιντανύλη, η οποία κατετάγη στη κατηγορία αυτή με την Υ6Β/2373/14-2-1995 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 1, α του άρθρου 7 του Ν. 1729/1987 με τον υπότιτλο "Κατάχρηση ιδιότητας γιατρών και φαρμακοποιών" ο γιατρός που εκδίδει συνταγή για τη χορήγηση ναρκωτικών, αν και γνωρίζει ότι δεν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ήδη (άρθρο 10 του Ν. 2161/1993), ήτοι με κάθειρξη δέκα ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δρχ., ενώ κατά το άρθρο 11 του ίδιου Ν. 1729/1987 αν οι πράξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 και 7 παρ. 1 και 2 τελέσθηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδες (50.000) μέχρι δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές. Κατά δε την παράγραφο 2, του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 Ν. 2716/1999, το οποίο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την παρ. Ε του άρθρου 12 Ν. 2955/2001 (ΦΕΚ Α 256/2.11.2001), "Η χορήγηση ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση η χορήγηση των ουσιών αυτών επιτρέπεται από: α) δημόσιες, ειδικές προς τούτο μονάδες στις οποίες χορηγείται η σχετική άδεια, με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας μετά από γνώμη του Ο.ΚΑ.ΝΑ., β) του Ο.ΚΑ.ΝΑ., μετά από σχετική άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Στις ανωτέρω αποφάσεις καθορίζονται ειδικώς οι ουσίες των οποίων επιτρέπεται η χορήγηση και οι όροι κάτω από τους οποίους θα χορηγούνται. Όποιος χορηγεί ουσίες για υποκατάσταση της εξάρτησης ή ανταγωνιστικές ουσίες κατά παράβαση αυτής της διάταξης τιμωρείται σύμφωνα με το άρθ. 10 ν. 2161/03. Η διάταξη του άρθρ. 7 § 2 ν. 1729/87, πριν την αντικατάσταση της από το αρθρ. 12 ν. 2161/93, προέβλεπε δύο περιπτώσεις. Την υποκατάσταση της εξάρτησης και την αντιμετώπιση του στερητικού συνδρόμου, η μέθοδος και η διαδικασία αντιμετώπισης του οποίου επραγματοποιείτο σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Υπουργού Υγείας και πρόνοιας, πλην όμως η τελευταία αυτή περίπτωσις δεν διελήφθη στην νεώτερη διάταξη του ν. 2161/93, εξ ου συνάγεται ότι η γενική απαγόρευση της πρώτης περίπτωσης ισχύει και για την δεύτερη και δεν είναι δυνατόν να υπαχθεί ανελέγκτως στην χορήγησή τους για "θεραπευτικούς σκοπούς". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η περιγραφόμενη ως άνω αξιόποινος πράξη της κατάχρησης ιδιότητος Ιατρών, στοιχειοθετείται μεν όταν ο ιατρός, χορήγησε ναρκωτικές ουσίες ως υποκατάστατο της εξάρτησης προς αντιμετώπιση του στερητικού συνδρόμου, αφού τούτο επιτρέπεται, κατ'εξαίρεση, μόνο από ειδικές προς τούτο δημόσιες μονάδες, στις οποίες χορηγείται η σχετική άδεια με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του οργανισμού καταπολέμησης των ναρκωτικών, ή από τον τελευταίο μετά από σχετική άδεια που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, δεν στοιχειοθετείται δε όταν υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη ένδειξη για την χορήγηση ναρκωτικών ουσιών για θεραπευτικό σκοπό, ως επί καρκινοπαθών προς ανακούφιση από τον πόνο περαιτέρω όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ, μεταξύ των όρων της θεμελιώσεως του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι και η ύπαρξη εξ αντικειμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εξ αμελείας πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εάν δε στην επέλευσή του συντέλεσαν πλείονες πράξεις ή παραλείψεις διαφόρων προσώπων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον από αμέλεια θάνατο του παθόντος τότε για τον προσδιορισμό της ευθύνης του καθένα, σε σχέση προς το επελθόν αποτέλεσμα, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι εκείνη η πράξη ή η παράλειψη του υποκειμένου είναι δυνατόν να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, το μεν είναι η αμέσως προκαλέσασα και την ενέργεια των άλλων, το δε τελεί αυτή από μόνη της ή μαζί με άλλη άλλου προσώπου σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, κατά την κρατούσα στο ποινικό δίκαιο θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, η συμπεριφορά του υποκειμένου να υπήρξε ένας από τους πολλούς παραγωγικούς του αποτελέσματος όρους, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επέρχονταν, αδιάφορα αν συνέβαλαν σ' αυτό και άλλοι όροι, όπως λ.χ. η αμέλεια του παθόντα ή τρίτου. Διακοπή δε της αιτιώδους αυτής συνάφειας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες η παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά του παθόντος ή του τρίτου εξουδετερώνει και καθιστά ανενεργή την αρχική συμπεριφορά του δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη την οποία εφάρμοσε.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 505 § 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση και κατά αθωωτικής απόφασης, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. επομένως και για έλλειψη της απαιτούμενης, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Για την αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη 62/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ2 είναι νευρολόγος - ψυχίατρος και από το έτος 1990 Διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου της ... ο δεύτερος Χ1 είναι επιμελητής της Νευρολογικής Κλινικής του ίδιου Νοσοκομείου, στο οποίο ο τρίτος απ'αυτούς Χ3 ήταν ειδικευόμενος ψυχίατρος, ενώ ο τέταρτος Χ4, ο οποίος είναι νευρολόγος, προσλήφθηκε ως Επιμελητής της Νευρολογικής Κλινικής του προαναφερόμενου νοσοκομείου το έτος 1996, όπου και προσέφερε τις υπηρεσίες μέχρι το έτος 1998, οπότε και αποχώρησε, ασκώντας έκτοτε την ιατρική ως ελεύθερος επαγγελματίας. Από το έτος 1999 άρχισε να γίνεται έντονο το πρόβλημα των τοξικομανών χρηστών διαφόρων ναρκωτικών ουσιών και κυρίως ηρωΐνης στο νησί .... Μη έχοντας προφανώς στην κατοχή τους τέτοιες ουσίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους ανάγκες και ευρισκόμενοι υπό το καθεστώς του στερητικού συνδρόμου, άρχισαν να καταφεύγουν στο Νοσοκομείο της ..., με σκοπό να ζητήσουν τη βοήθεια των εκεί υπηρετούντων ιατρών. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο, όσον αφορά τους χρήστες ηρωίνης, ότι το στερητικό σύνδρομο αρχίζει να εμφανίζεται περίπου 4 έως 6 ώρες μετά την τελευταία χρήση ηρωίνης και εκδηλώνεται με έντονες διαταραχές στο νευρικό σύστημα, καθώς και με μυδρίαση, ωχρότητα, έντονη εφίδρωση, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, διάρροια, ιλίγγους και μυϊκούς σπασμούς. Παράλληλα, ο χρήστης αισθάνεται έντονους πόνους στους μυς και στις αρθρώσεις, ενώ ευρίσκεται σε κατάσταση πανικού και έντασης. Οι επισκέψεις των τοξικομανών στο νοσοκομείο ήταν καθημερινές. Κατά τη διάρκειά τους ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί και στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου και κυρίως από τους πόνους από τους οποίους και υπέφεραν, δημιουργούσαν επεισόδια σε βάρος των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η νοσηλεία και γενικότερα η παροχή υπηρεσιών στους άλλους ασθενείς. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ειδοποιήθηκαν οι αστυνομικές αρχές, προκειμένου να συνδράμουν το προσωπικό του νοσοκομείου και να βοηθήσουν στην τήρηση της τάξης. Μάλιστα ο πρώτος των κατηγορουμένων με άρθρα του στον τοπικό τύπο είχε αναφερθεί στο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν με τους τοξικομανείς. Σημειώνεται εδώ ότι την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε στο νησί ... μονάδα του Οργανισμού Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι και στο υπ' αριθμ. ... πόρισμα ελέγχου του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Γ.Π.) επισημαίνεται το πρόβλημα και προτείνεται η άμεση λειτουργία παραρτήματος του Ο.ΚΑ.ΝΑ. στη ...για την οριστική επίλυση του. Αρχικά οι ιατροί του νοσοκομείου συνταγογραφούσαν τα οπιοειδή αναλγητικά Lonalgal, Romidon, με τα οποία αντιμετωπίζεται ο έντονος πόνος ποικίλης αιτιολογίας. Από τα μέσα του έτους 2001 άρχισε η συνταγογράφηση του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος Durogesic. Πρόκειται για φάρμακο, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των οπιοειδών αναλγητικών και ενδείκνυται για τη θεραπεία του χρόνιου και ανθεκτικού πόνου ήτοι του πόνου, που έχει μεγάλη χρονική διάρκεια, ανεξαρτήτως του αν διαχρονικά αυξομειώνεται ή παραμένει σταθερός και ο οποίος μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες. Η δραστική του ουσία είναι η φαιντανύλη, η οποία, δυνάμει της υπ' αριθμ. Υ6Β/2373/14-2-1995 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, έχει περιληφθεί στον Πίνακα Γ' του άρθρου 4 Ν. 1729/1987. Η συγκεκριμένη ουσία είναι ένα συνθετικό οπιοειδές, δραστικότερο της μορφίνης, η οποία σημειωτέον αποτελεί και το μέτρο με το οποίο συγκρίνονται όλα τα οπιοειδή. Το συγκεκριμένο φάρμακο, για το οποίο χορηγήθηκε άδεια κυκλοφορίας με την υπ' αριθμ. 681/2005 απόφαση του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), διατίθεται με τη μορφή του διαδερμικού εμπλάστρου. Κάθε έμπλαστρο είναι συσκευασμένο σε θερμοσφραγισμένο φάκελο, που αποτελείται από ακρυλονιτρική μεμβράνη, τετραφθαλικό πολυαιθυλένιο (PET), χαμηλής πυκνότητας πολυαιθυλένιο, φύλλο αλουμινίου και κολλητική ουσία. Το έμπλαστρο εφαρμόζεται στο δέρμα του ασθενούς. Το δραστικό του συστατικό, η φαιντανύλη, απελευθερώνεται σταδιακά και σε αργούς ρυθμούς από το σύστημα και εισέρχεται, μέσω του δέρματος, στο αίμα. Οι κατηγορούμενοι - αναιρεσίβλητοι ιατροί πράγματι συνταγογράφησαν τις αναφερόμενες στο διατακτικό ποσότητες του διαδερμικού εμπλάστρου DUROGESIC. Για τη συνταγογράφησή του χρησιμοποιείτο η ειδική συνταγή ναρκωτικών, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της υπ' αριθμ. Α6β/6543/της 15 Ιουλίου/1 Αυγούστου 1988 (ΦΕΚ Β' 535) απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως η παράγραφος αυτή αριθμήθηκε με την παράγραφο Β' της υπ' αριθμ. ΔΥΓ3γ/οικ. 7964/2005 απόφαση του ίδιου Υπουργού, είναι διπλότυπη και θεωρημένη από τη Διεύθυνση ή το Τμήμα Υγιεινής της οικείας Νομαρχίας, φέρει στο άνω δεξιό μέρος διπλή κόκκινη γραμμή, αναγράφει ευανάγνωστα τις λέξεις "ειδική συνταγή ναρκωτικών", αύξοντα αριθμό, ονοματεπώνυμο, ειδικότητα, διεύθυνση και τηλέφωνο του ιατρού που την εκδίδει. Στη συνταγογράφηση του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι προέβησαν παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη. Το γεγονός αυτό, ήτοι της ανυπαρξίας δηλαδή τέτοιας - ιατρικής - ένδειξης επιβεβαιώνεται από τον μεγάλο αριθμό των συνταγών που χορήγησαν οι τελευταίοι στους τοξικομανείς που κατέφυγαν σ' αυτούς. Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών εξέδωσε 1351 συνταγές, ο δεύτερος 728, ο τρίτος 361 και ο δέκατος τέταρτος 110. Από κανένα δε αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι με την έκδοση των συγκεκριμένων συνταγών οι κατηγορούμενοι απέβλεψαν ως ιατροί στην αντιμετώπιση των εκτάκτων αναγκών των τοξικομανών, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι. Το αντίθετο μάλιστα προκύπτει από την επανειλημμένη, όπως έχει ήδη ειπωθεί και για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε κάποιες δε περιπτώσεις καθημερινά ή ακόμη και περισσότερες της μιας φορές την ίδια ημέρα, έκδοση συνταγής για τα ίδια πρόσωπα. Άλλωστε οι τοξικομανείς κατά το στάδιο του στερητικού συνδρόμου αντιμετωπίζουν, όπως ειπώθηκε, οξείς πόνους στους μυς και στις αρθρώσεις, ενώ η χρήση του διαδερμικού εμπλάστρου DUROGESIC δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την άμεση παύση των πόνων, την οποία εκείνοι (τοξικομανείς) επιθυμούσαν, ενόψει του ότι, όπως προέκυψε, το συγκεκριμένο φάρμακο για να ενεργήσει χρειάζεται είκοσι τέσσερις (24) ώρες, αφού η απελευθέρωση της δραστικής του ουσίας γίνεται με πολύ αργούς ρυθμούς και ειδικότερα αρχίζει λίγες ώρες μετά την εφαρμογή του στο δέρμα, κορυφώνεται μετά την πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών και ολοκληρώνεται με τη συμπλήρωση εβδομήντα δύο (72) ωρών, οπότε και το έμπλαστρο πρέπει να αφαιρεθεί και να αντικατασταθεί με άλλο, σύμφωνα με τις υποδείξεις του θεράποντος ιατρού. Έτσι, η μέγιστη αναλγητική δράση του φαρμάκου δεν μπορεί εκδηλωθεί πριν περάσουν είκοσι τέσσερις (24) ώρες από την εφαρμογή του στο δέρμα του τοξικομανούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι περισσότεροι τοξικομανείς, στους οποίους οι κατηγορούμενοι ιατροί χορήγησαν συνταγές για το διαδερμικό έμπλαστρο, δεν το χρησιμοποιούσαν σύμφωνα με τον προορισμό του, που συνίστατο στην εφαρμογή του επί του δέρματος. Αντίθετα, στην προσπάθειά τους να αισθανθούν ευφορία και να απαλλαγούν από τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου και κυρίως από τους πόνους, επινοούσαν διάφορους τρόπους χρήσης. Ένας από αυτούς ήταν το κάψιμο του ιδιοσκευάσματος και η εισπνοή των παραγομένων αερίων. Πρέπει να αναφερθεί στο σημείο τούτο, ότι κατά την καύση του σκευάσματος δημιουργείται τοξική αντίδραση μεταξύ της φαιντανύλης και των φύλλων αλουμινίου που περιέχει το έμπλαστρο. Σε άλλες περιπτώσεις έκαναν ενδοφλέβια χρήση του περιεχομένου του σκευάσματος ήτοι της φαιντανύλης. Ο συγκεκριμένος τρόπος χρήσης έχει ως αποτέλεσμα την άμεση είσοδο της στον οργανισμό με κίνδυνο πρόκλησης υπερδοσολογίας (overdose), με κυριότερη συνέπεια την καταστολή της αναπνοής και περαιτέρω το θάνατο του χρήστη. Προέκυψε ακόμη ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενοι από αμέλειά τους δεν προέβλεψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ένδειξη θεραπείας, που να δικαιολογούσε την έκδοση των συγκεκριμένων συνταγών και ότι το χορηγούμενο, με βάση αυτές, διαδερμικό έμπλαστρο δεν θα χρησιμοποιείτο από τους τοξικομανείς για θεραπευτικούς σκοπούς, αλλά για υποκατάσταση της ηρωίνης και των άλλων ναρκωτικών, των οποίων κατά κανόνα έκαναν χρήση, αφού, όπως προέκυψε από τη διαδικασία η φαιντανύλη, δραστική ουσία του διαδερμικού εμπλάστρου DUROGESIC, έχει φαρμακολογικά παρεμφερή δράση με τα ναρκωτικά, λαμβανομένου υπόψη ότι η επαναλαμβανόμενη χρήση του συγκεκριμένου ιδιοσκευάσματος μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και ψυχολογική εξάρτηση (βλ. κατάθεση μάρτυρα ...). Σημειώνεται εδώ ότι η φαιντανύλη, της οποίας η δραστικότητα είναι σημαντικά πολλαπλάσια της ηρωίνης, όταν συνδυαστεί με άλλες ουσίες, κατασταλτικές του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ηρεμιστικά, αλκοόλ, αντισταμινικά) είναι δυνατόν να προκαλέσει καταστολή των κέντρων αναπνοής με περαιτέρω συνέπεια το θάνατο του χρήστη, η δε απότομη διακοπή στη χορήγησή της είναι πολύ πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση συνδρόμου στέρησης με τα γνωστά συμπτώματα. Σε κάθε όμως περίπτωση οι κατηγορούμενοι μπορούσαν να προβλέψουν, αν κατέβαλαν την προσοχή που από τις περιστάσεις όφειλαν, ενόψει της ιδιότητας των προσφευγόντων σε αυτούς ως τοξικομανών, ότι οι τελευταίοι θα χρησιμοποιούσαν το διαδερμικό έμπλαστρο για υποκατάσταση των ναρκωτικών ουσιών και κυρίως της ηρωίνης, των οποίων έκαναν χρήση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του μεγάλου αριθμού των συνταγών που είχαν εκδώσει και μπορούσαν, ως ιατροί, να καταβάλουν, οπότε και δεν θα εξέδιδαν τις επίμαχες συνταγές. Από τα ίδια όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις ...,...,... και .... βρέθηκαν νεκροί στη ... οι Θ1, Θ2, Θ4 και Θ3. Κατά την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών τους υγρών διαπιστώθηκαν τα παρακάτω: Όσον αφορά τον Θ1, δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία οπιούχων παραγώγων ήτοι αλκαλοειδών του οπίου, συνθετικών και ημισυνθετικών παραγώγων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η φαιντανύλη. Αντίθετα, ανιχνεύθηκε η παρουσία κατασταλτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και συγκεκριμένα νορδιαζεπάμης και οξαζεπάμης, που αποτελούν μεταβολίτες της διαζεπάμης (βλ. την υπ' αριθμ. ....έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως που διενήργησε ο ...., Αναπληρωτής Καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου ...). Ως προς τον Θ2, ανιχνεύθηκε η παρουσία φαιντανύλης, καθώς και κατασταλτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και ειδικότερα, νορδιαζεπάμης και ζιπεπρόλης. Επί πλέον, ανιχνεύθηκε η παρουσία τετραϋδροκανναβινοϊκού οξέος, το οποίο αποτελεί μεταβολίτη της τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία είναι δραστικό συστατικό της ινδικής κάνναβης (βλ. την υπ' αριθμ. ...έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως που διενήργησε η ...., Επίκουρη Καθηγήτρια στο ίδιο Εργαστήριο). Ως προς τον Θ4, δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία ούτε κατασταλτικών ή διεγερτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ούτε και οπιούχων παραγώγων και συνεπώς φαιντανύλης (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως που διενήργησε ο Ι1, Επίκουρος Καθηγητής στο πιο πάνω Εργαστήριο). Τέλος, κατά την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών υγρών του Θ3, που διενήργησε ο προαναφερόμενος Ι1ανιχνεύθηκε η παρουσία φαιντανύλης (βλ. την υπ' αριθμ. ...Εκθεση του). Ο θάνατος των προαναφερομένων, όπως διαπιστώθηκε, οφείλεται σε οξύ πνευμονικό οίδημα (βλ. τις από ..., ..., ... και ... ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατρού Ι2). Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του τελευταίου το πνευμονικό οίδημα που προκάλεσε το θάνατο του Θ3 ήταν αποτέλεσμα της χρήσης φαιντανύλης, ενώ όσον αφορά τους Θ1 και Θ2 ήταν αποτέλεσμα συνδυασμένης χρήσης ουσιών, μεταξύ των οποίων, ως προς τον Θ2 και φαιντανύλης. Αντίθετα, δεν προσδιορίζεται η αιτία που προκάλεσε τα πνευμονικό οίδημα και κατ' επέκταση το θάνατο του Θ4. Με τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα αίτια του θανάτου των προαναφερομένων και συγκεκριμένα για το αν το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα DUROGESIC ήταν εκείνο που προκάλεσε στους παθόντες πνευμονικό οίδημα, αιτία από την οποία και επήλθε ο θάνατος αυτών. Τούτο δε διότι ως προς μεν τους Θ1 και Θ2, όπως έχει ήδη ειπωθεί, το πνευμονικό οίδημα που επέφερε το θάνατό τους ήταν αποτέλεσμα της συνδυασμένης χρήσης των ουσιών που ανευρέθηκαν κατά τις διενεργηθείσες τοξικολογικές εξετάσεις, ως προς δε τον Θ3 η φαιντανύλη, η οποία κατά τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση προκάλεσε πνευμονικό οίδημα, που επέφερε το θάνατό του, δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τον προορισμό της, ήτοι με εφαρμογή του εμπλάστρου στο δέρμα, αλλά με εισπνοή των αερίων που παρήχθησαν κατά την καύση του σκευάσματος. Τέλος, όσον αφορά τον Θ4 δεν μπορεί να γίνει λόγος για χρήση φαιντανύλης, αφού κατά την τοξικολογική εξέταση δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία της. Περαιτέρω, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παράβαση εκ μέρους των κατηγορουμένων ιατρών των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, αφού, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη για τη συνταγογράφηση του διαδερμικού εμπλάστρου. DUROGESIC. Όμως, μεταξύ της πράξης των κατηγορουμένων και ειδικότερα της συνταγογράφησης του εν λόγω φαρμάκου και του επελθόντος θανάτου των προαναφερομένων δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος με την έννοια ότι η συγκεκριμένη ενέργειά τους δεν ήταν εκείνη που θα μπορούσε, κατά την κοινή αντίληψη, να προκαλέσει και τελικά προκάλεσε το αποτέλεσμα αυτό, πολύ δε περισσότερο επειδή δεν συνταγογράφησαν το πιο πάνω φάρμακο στους θανόντες, αλλά σε τρίτους και ειδικότερα, στους Φ1 και Φ2, από τους οποίους φέρεται να το προμηθεύτηκαν οι τελευταίοι. Οι κατηγορούμενοι σε περίπτωση και όποιο βαθμό προσοχής και αν είχαν καταβάλει, δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι Φ1 και Φ2 θα διέθεταν στους θανόντες τα διαδερμικά έμπλαστρα που τους είχαν συνταγογραφήσει και πολύ περισσότερο ότι εκείνοι δεν θα τα χρησιμοποιούσαν κατά τον προορισμό τους, δηλ. με εφαρμογή επί του δέρματος, αλλά θα τα έκαιγαν και θα εισέπνεαν τα παραγόμενα από την καύση αέρια. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει οι άνω κατηγορούμενοι να κηρυχθούν αθώοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες α) ενόχους εξ αμελείας της αξιόποινης πράξης της κατάχρησης της ιδιότητας ιατρού κατ' εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 7 § § 1,2, 11 Ν. 1729/1982, όπως η παρ. 2 αντ. με το άρθρο 12 Ν. 2161/1993 και β) αθώους της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος όλων των παραπάνω θανόντων. Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες τόσον όσον αφορά την καταδικαστική κρίση της για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης της ιδιότητας ιατρού όσον και όσον αφορά την αθωωτική κρίση της επί της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των θανόντων Θ3 και Θ2, ενώ όσον αφορά την αθωωτική κρίση της για τον θάνατο από αμέλεια των Θ4 και Θ1, η αιτιολογία της για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς ενέργειας των αναιρεσιβλήτων και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος ήταν επί τη βάσει των παραδοχών επαρκής. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά την καταδικαστική κρίση της για την αξιόποινη πράξη της κατάχρησης της ιδιότητας ιατρού, δεδομένου ότι για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, εκτός αν ο νόμος απαιτεί ενδεχόμενο δόλο ή για την ύπαρξη αυτού πρόσθετα περιστατικά, προϋποθέσεις που δεν απαιτεί η διάταξη του άρθρου 7 § 1 του Ν. 1729/1987, βάσει δε των ως άνω εκτιθεμένων πραγματικών περιστατικών προκύπτει αυτός (δόλος), η απόφαση δέχεται περαιτέρω όλως αντιφατικά ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι "από αμέλειά τους δεν προέβλεψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ένδειξη θεραπείας, που να δικαιολογούσε στην έκδοση των συγκεκριμένων συνταγών και ότι το χορηγούμενο, με βάση αυτές, διαθερμικό έμπλαστρο δεν θα χρησιμοποιείτο από τους τοξικομανείς για θεραπευτικούς σκοπούς, αλλά για υποκατάσταση της ηρωΐνης και των άλλων ναρκωτικών των οποίων έκαναν χρήση".
Συνεπώς η απόφαση ως προς το μέρος αυτό στερείται της προσήκουσας, κατά τα ως άνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού με την παραδοχή των ως άνω πραγματικών περιστατικών με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρ. 28 Π.Κ., που εφαρμόσθηκε και την προκύπτουσα ως άνω αντίφαση, δημιουργεί ασάφεια ως προς το στοιχείο αυτό της υποκειμενικής υπόστασης της πράξεως, που είναι κρίσιμο για την πληρότητα της αιτιολογίας και του δυνατού του αναιρετικού ελέγχου. Συνακόλουθα είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ και Ε πρώτος λόγος της αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που κήρυξε ενόχους τους αναιρεσιβλήτους για κατάχρηση της ιδιότητας ιατρού από αμέλεια. Β) Η αθωωτική κρίση του Εφετείου όσον αφορά την αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των θανόντων Θ3 και Θ2 είναι ασαφής και αντιφατική όσον αφορά την αιτία που προκάλεσε τον θάνατό του, αφού, 1) ενώ δέχεται, α) ότι οι περισσότεροι τοξικομανείς στους οποίους οι κατηγορούμενοι ιατροί χορήγησαν συνταγές για το διαδερμικό έμπλαστρο, δεν το χρησιμοποίησαν σύμφωνα με τον προορισμό του, που συνίστατο στην εφαρμογή του επί του δέρματος, αλλά προέβαιναν είτε στο κάψιμο του ιδιοσκευάσματος και την εισπνοή των παραγομένων αερίων, είτε έκαναν ενδοφλέβια χρήση του περιεχομένου του σκευάσματος, ήτοι της φαιντανύλης, με κυριότερη συνέπεια την καταστολή της αναπνοής και β) ότι η φαιντανύλη, όταν συνδυαστεί με ουσίες, κατασταλτικές του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ηρεμιστικά, αλκοόλ, αντισταμινικά) είναι δυνατόν να προκαλέσει καταστολή των κέντρων αναπνοής με περαιτέρω συνέπεια τον θάνατο του χρήστη, δέχεται παράλληλα α) το μεν ότι με τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα αίτια του θανάτου των προαναφερθεισών και συγκεκριμένα για το αν το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα DUROGESIC ήταν εκείνο που προκάλεσε στους παθόντες πνευμονικό οίδημα, αιτία από την οποία και επήλθε ο θάνατος αυτών, το δε ειδικότερα όσον αφορά τον θάνατο του Θ3 ότι δεν χρησιμοποιήθηκε κατά τον προορισμό της, ήτοι με εφαρμογή του εμπλάστρου στο δέρμα, αλλά με εισπνοή των αερίων που παρήχθησαν κατά την καύση του σκευάσματος και β) ότι από τη συνδυασμένη χρήση της φαιντανύλης με άλλες ουσίες δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ο θάνατος του ανωτέρω Θ2, οφείλετο σε χρήση του ως άνω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος. 2ον ενώ δέχεται ότι στη συνταγογράφηση του εν λόγω φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος οι κατηγορούμενοι προέβησαν παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ένδειξη και ότι ο πρώτος από αυτούς εξέδωσε 1.351 συνταγές, ο δεύτερος 728, ο τρίτος 361 και ο τέταρτος 110 και ότι αποδείχθηκε ότι καθημερινά ή ακόμη και περισσότερες φορές την ίδια ημέρα εξέδιδαν συνταγές για τα ίδια πρόσωπα, δέχεται ότι η πράξη της συνταγογράφησης δεν θα μπορούσε κατά την κοινή αντίληψη να προκαλέσει το θάνατο των ανωτέρω και τελικά τον προκάλεσε επειδή δεν συνταγογράφησαν το πιο πάνω φάρμακο στους θανόντες, αλλά σε τρίτους και ειδικότερα στους Φ1 και Φ2, από τους οποίους φέρεται ότι το προμηθεύτηκαν οι τελευταίοι, ήτοι δέχεται ότι υπάρχει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας των αναιρεσιβλήτων να συνταγογραφήσουν το ιδιοσκεύασμα DUROGESIC και του επελθόντος θανάτου των ανωτέρω θανόντων, εκ του λόγου ότι παρεμβλήθηκαν τα παραπάνω πρόσωπα. Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, με βάση τις παραπάνω παραδοχές η παρεμβαλλόμενη συμπεριφορά των ως άνω τρίτων ναρκομανών δεν εξουδετερώνει και δεν καθιστά ανενεργή την αρχική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και δεν εμποδίζει τον καταμερισμό ευθύνης αυτών, αφού με βάση τις παραδοχές αυτές, ήτοι την συνταγογράφηση την ίδια ημέρα στους ίδιους τοξικομανείς πολυάριθμων συνταγών με το ως άνω ιδιοσκεύασμα σε συνδυασμό με τη γνώση του μεγάλου αριθμού των τοξικομανών της ..., συναγομένης από τις παραδοχές των καθημερινών επισκέψεων ναρκομανών στο Νοσοκομείο, οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι ναρκομανείς στους οποίους συνταγογραφούσαν το ως άνω ιδιοσκεύασμα υπήρχε κίνδυνος κατά τη κοινή λογική, ενόψει των ιδιαίτερων σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των τοξικομανών φιλίας ή αλληλεξάρτησης να το χορηγήσουν σε άλλους τοξικομανείς. Έτσι όμως κρίνοντας το Εφετείο στέρησε την απόφαση που εξέδωσε από την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αλλά και από τις ως άνω ασάφειες και αντιφάσεις που περιέχουν οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, όσον αφορά την αθωωτική της κρίση για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, αφού δεν αιτιολογεί αυτό με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά, ως προς την ενοχή των αναιρεσιβλήτων για την αποδιδόμενη σ' αυτούς και θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 3α ΠΚ αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Αντίθετα, όσον αφορά την αθωωτική κρίση του Εφετείου για τους θανάτους των Θ4 και Θ1 η προσβαλλόμενη απόφαση έχει την αξιούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού α) όσον αφορά τον πρώτο απ' αυτούς αιτιολογεί την κρίση του ότι δεν προσδιορίζεται η αιτία του θανάτου του με την παραδοχή ότι κατά την τοξικολογική εξέταση των βιολογικών υγρών που διενήργησε ο Ι1, Επίκουρος Καθηγητής στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν ανιχνεύθηκε η παρουσία ούτε κατασταλτικών ή διεγερτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ούτε και οπιούχων παραγώγων και συνεπώς φαιντανύλης και β) όσον αφορά τον δεύτερο απ' αυτούς με την παραδοχή ότι όπως διαπιστώσει στην ιατροδικαστική του έκθεση ο ιατρός Ι2 ο θάνατος του από πνευμονικό οίδημα ήταν αποτέλεσμα συνδυασμένης χρήσης ουσιών, χωρίς καμμιά αναφορά, αν σ' αυτές τις ουσίες περιλαμβανόταν και η χρήση φαιντανύλης. Συνακόλουθα οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε συναφείς λόγοι της αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όσον αφορά την αποδιδόμενη στους αναιρεσιβλήτους ανθρωποκτονία εξ αμελείας των θανόντων Θ4 και Θ1 με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της διατάξεως των άρθρων 28 και 302 ΠΚ, με την ειδικότερη αιτίαση της ύπαρξης ασαφειών και αντιφάσεων στις παραδοχές της, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης όσον αφορά την αποδιδόμενη σ' αυτούς ανθρωποκτονία εξ αμελείας των θανόντων Θ2 και Θ3, και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που κρίθηκε αναιρετέα να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκείμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 62/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου καθό μέρος α) κήρυξε τους αναιρεσιβλήτους - κατηγορουμένους ένοχους καταχρηστικής άσκησης της ιδιότητας ιατρού από αμέλεια και β) κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους Χ2, Χ1, Χ3 και Χ4 της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια των Θ3 και Θ2. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση της υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 23/9/2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραδεκτά ασκείται η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αντιφατική αιτιολογία καθ' οιασδήποτε απόφασης εφόσον ασκήθηκε εντός μηνός από την καθαρογραφή της στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στο δικαστήριο που την εξέδωσε. Αναιρείται α) καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Κακουργοδικείου για κατάχρηση ιδιότητας ιατρού (άρθρο 7 ν. 1729/1987) ως εξ αμελείας τελεσθείσα και β) αθωωτική απόφαση για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά παραδοχή λόγων αναίρεσης για αντιφατική αιτιολογία και εκ πλαγίου παράβαση των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική, Ιατρού κατάχρηση ιδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 2376/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του
αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 68676/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 798/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το 38 του ν, 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνου της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα. ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 4/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 68676/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 40.083/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά λέξη, τα εξής: από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό της Δ.Ο.Υ. ..., προκύπτει ως διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος η .... Όμως, στην υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, που ο κατηγορούμενος φέρεται να υπέγραψε ως εκδότης - εκπρόσωπος της εταιρείας "HYPERION S.A.", αναφέρεται ως διεύθυνση (βλ. σφραγίδα) ..., στην οποία και πραγματοποιήθηκε η νομότυπη επίδοση προς αυτόν (ως αγνώστου διαμονής), τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και της ερήμην - εκκαλουμένης αποφάσεως (3.12.1999). Ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διέμεινε στη διεύθυνση αυτή, ούτε έχει σχέση με την ακάλυπτη - επίδικη επιταγή, χωρίς όμως να επικαλείται οποιαδήποτε νομική ενέργεια αμφισβητήσεως της σχέσης του μαζί της (προσβολής της ως πλαστής λ.χ.). Ο δε μάρτυράς του ..., που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 23.9.2005, αρνείται μεν ότι ο κατηγορούμενος διέμεινε ποτέ στη ..., χωρίς όμως να γνωρίζει την έδρα της εταιρείας. Με βάση τα ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει περίπτωση εν προκειμένω να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη η εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου - εκκαλούντος και θα πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης και, ως εκ τούτου απαράδεκτης, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν είναι η κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αναφέρονται σε αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και είναι αναγκαία για την πληρότητά της, αφού αναφέρεται μεν ο χρόνος της επιδόσεως στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) της εκκαλούμενης αποφάσεως, η οποία απαγγέλθηκε απόντος αυτού, δεν αναφέρονται όμως: α) το αποδεικτικό κατά τα προσδιορίζοντα αυτό στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, δηλαδή, το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα εκείνου που είχε ενεργήσει αυτή και β) ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και, συνακόλουθα, για υπέρβαση εξουσίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το οποίο, εφόσον η έφεση κριθεί εμπρόθεσμη, θα χωρήσει στην έρευνα της παραγραφής του αξιοποίνου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 68.676/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Και Παραπέμπει την υπόθεση στο αυτό Δικαστήριο προς νέα εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως και ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως. Δεν αρκεί η μνεία της ημεροχρονολογίας επιδόσεως της αποφάσεως στον, κατά την απαγγελία της, απόντα εκκαλούντα, καθώς και του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2377/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννου Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ιωάννου, για αναίρεση της 187/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1554/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005 "Είσοδος διαμονή, κλπ υπηκόων τρίτων χωρών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με το άρθρο 15 § 8 Ν. 3536/2007, ορίζονται τα παρακάτω.
1.- Πλοίαρχος, ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α.- Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. β.- Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας. γ.- Με κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Δ.- Με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ, αν στην περίπτωση γ' επήλθε θάνατος. Επιβληθείσα κατάσχεση του μεταφορικού μέσου, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά προσώπων, αίρεται με την απαγγελία στο ακροατήριο της οριστικής αθωωτικής απόφασης και το μεταφορικό μέσο αποδίδεται στον ιδιοκτήτη του. Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε το σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντες την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών τιμωρούνται με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ποινές, μετά δε την έκδοση τελεσίδικα απόφασης του δικαστηρίου δημεύονται τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν γιο την μεταφορά προσώπων, εκτός αν ο κύριος των μέσων αποδείξει ότι δεν γνώριζε τον σκοπό για τον οποίο αυτά χρησιμοποιήθηκαν. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 453 ΚΠΔ προκύπτει ότι δικαίωμα προς άσκηση του ενδίκου μέσου της απόφασης που αφορά απόδοση ή δήμευση πράγματος που έχει κατασχεθεί, έχει εκτός από τον κατηγορούμενο και τον πολιτικώς ενάγοντα, και ο τρίτος του οποίου τις αξιώσεις έκρινε το δικαστήριο, εφόσον όμως αυτός άσκησε παρέμβαση στη δίκη και προέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου τις αξιώσεις του επί των κατασχεθέντων πραγμάτων, περί των οποίων (αξιώσεων) αποφάσισε το δικαστήριο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 492 ΚΠΔ, κατά την οποία είναι ειδικώς επιτρεπτή η έφεση στον κατηγορούμενο, και κατά του μέρους αποφάσεως που διατάσσει τη δήμευση των κατασχεθέντων πραγμάτων, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρ. 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "σε κάθε περίπτωση τo δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι", συνάγεται με σαφήνεια ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, δηλαδή όλα τα κεφάλαια αυτής, είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο κεφάλαιά της και ότι στην δεύτερη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την εξουσία να κρίνει, σύμφωνα με την αρχή "τόσο μεταβιβάζεται όσο εκκαλείται", μόνο επί εκείνων των μερών της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προσβαλλόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεων. Όταν δε με την απόφαση επιβάλλονται κύριες και παρεπόμενες ποινές και οι προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως αναφέρονται μόνο στις κύριες, το εφετείο δεν έχει την εξουσία να κρίνει εν σχέση με τη διάταξη της αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκαν παρεπόμενες ποινές, μη υπαρχουσών και για τις ποινές, αναλόγων διατάξεων των άρ. 491 και 493 ΚΠΔ, που ισχύουν για τα συρρέοντα και συναφή εγκλήματα (ΑΠ 2403/2002).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Με βάση αυτά η απόφαση που διατάσσει τη δήμευση του μεταφορικού μέσου κατά τη μνημονευθείσα διάταξη του άρ. 88 § 1 του Ν. 3386/2005, έχει την απαιτούμενη από το άρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ότι το μεταφορικό μέσο, που δημεύθηκε και προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία του, χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση της προβλεπόμενης στο ως άνω άρθρο αξιόποινης πράξης μεταφοράς των λαθρομεταναστών και ανήκει στην κυριότητα του αυτουργού ή των συμμέτοχων, που καταδικάστηκαν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 187/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι ο μη διάδικος στην παρούσα δίκης: "κατηγορούμενος ... τέλεσε την πράξη της προώθησης στο εξωτερικό αλλοδαπών που στερούνται νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων κατ' επάγγελμα, που αποδίδεται σ' αυτόν και συγκεκριμένα ότι κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... τράκτορα (μάρκας ...) μετά του υπ' αριθμόν ... επικαθήμενου, ιδιοκτησίας του εκκαλούντος Χ, έχοντας περάσει από το τελευταίο σημείο ελέγχου του λιμένα εξωτερικού της ... προκειμένου να επιβιβαστεί με αυτό στο ... (νηολογίου ...) που θα απέπλεε για το λιμάνι της ..., είχε επιβιβάσει στο ανωτέρω όχημα του (επικαθήμενο) τριάντα τέσσερις (34) λαθρομετανάστες, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και τους απέκρυψε σε κρύπτη μεταξύ μπαλών με βαμβάκι, με σκοπό να τους μεταφέρει λάθρα στο εξωτερικό με την είσπραξη αμοιβής (κομίστρου). Αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος που είναι πωλητής σε λαϊκές αγορές της περιοχής ..., ευκαιριακά εκτελούσε δρομολόγια για λογαριασμό τρίτων προς την ..., είχε δε εκτελέσει, όπως κατέθεσε, τέτοιο δρομολόγιο, με εντολή και για λογαριασμό του Ζ κατοίκου ..., και σε προηγούμενο διάστημα (δεκαπέντε ημέρες πριν το συγκεκριμένο δρομολόγιο) με αμοιβή 400 ευρώ. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, 3-4 ώρες πριν την αναχώρηση του, ειδοποιήθηκε ο κατηγορούμενος για την εκτέλεση του δρομολογίου από τον ανωτέρω Ζ, ο οποίος και τον οδήγησε στο φορτηγό σε τοποθεσία κοντά στο ..., και του παρέδωσε και τα κλειδιά, το παρέλαβε δε αυτός και το οδήγησε στην ..., προκειμένου να επιβιβαστεί στο πλοίο της γραμμής για ..., όπου και εντοπίστηκε το "φορτίο" του και συνελήφθη. Στο ..., είχε οδηγήσει το φορτηγό ο υπάλληλος (οδηγός) του εκκαλούντος ιδιοκτήτη του Χ, ..., ο οποίος και είχε επιμεληθεί και επιβλέψει τη φόρτωση του μεταφερόμενου εμπορεύματος (μπάλλες βαμβακιού) στη ... (βλ. κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) και, σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη και εργοδότη του, φρόντισε, ώστε στο κέντρο της καρότσας του φορτηγού, να μην τοποθετηθεί εμπόρευμα, να παραμείνει κενός χώρος εκεί και προς την έξοδο της διάδρομος, που άνοιγε και έκλεινε (ο διάδρομος) με την αφαίρεση και επανατοποθέτηση μιας παλέτας και επέτρεπε την είσοδο και παραμονή του μεγάλου αυτού αριθμού λαθρομεταναστών. Στη συνέχεια, ο ιδιοκτήτης του φορτηγού, ήλθε σε τηλεφωνική επαφή και συνεννόηση με το συνεργάτη του στην περιοχή ... Ζ, προκειμένου αυτός να βρει οδηγό για να εκτελέσει το επίμαχο δρομολόγιο (το οποίο ο άνω υπάλληλός του, για να αποφύγει, σε περίπτωση εντοπισμού του φορτίου των λαθρομεταναστών, την εμπλοκή του στο σοβαρό αυτό αδίκημα, δεν θέλησε να ολοκληρώσει) και να φροντίσει, σε συνεννόηση και συνεργασία με άλλα, άγνωστα άτομα, που μετέφεραν εκεί από την ... και αλλού τους λαθρομετανάστες, για την επιβίβαση αυτών στην καρότσα, και στο κενό που είχε αφεθεί, πριν παραδώσει αυτό στον κατηγορούμενο για να εκτελέσει το δρομολόγιο, μέσω ..., προς την .... Η κατά τη διάρκεια της διαδρομής και μετά την παραλαβή του φορτηγού από τον τελευταίο, επιβίβαση των λαθρομεταναστών και μάλιστα εν αγνοία του ιδιοκτήτη και του άνω υπαλλήλου του εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή, γιατί αυτός δεν είχε τη δυνατότητα μετακίνησης του φορτίου ώστε να δημιουργήσει κρύπτη και διάδρομο στο εσωτερικό της καρότσας, για την είσοδο και παραμονή τόσο μεγάλου μάλιστα αριθμού ανθρώπων σ' αυτή. Ο κατηγορούμενος δεν αποδείχτηκε ότι γνώριζε τα παραπάνω και ανέλαβε, διακινδυνεύοντας να υποστεί τις αυστηρές κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος για τέτοια παράβαση, να εκτελέσει τη μεταφορά, για να λάβει την όχι ιδιαίτερα υψηλή αμοιβή των 400 ευρώ.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της παραπάνω πράξης. ΕΠΕΙΔΗ πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση με αριθμό 12/1-2-2006, που άσκησε ο παρεμβαίνων Χ και να διαταχθεί η δήμευση του κατασχεθέντος οχήματος, όπως στο διατακτικό ειδικότερα αναφέρεται, καθόσον όπως αποδείχθηκε και έχει εκτεθεί παραπάνω, αυτός όχι απλά γνώριζε, αλλά σε συνεργασία με τον υπάλληλο του και τον Θ, σχεδίασε και οργάνωσε την παράνομη μεταφορά των λαθρομεταναστών, η οποία δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, αν η φόρτωση του εμπορεύματος, δεν είχαν, οι δύο πρώτοι, εξασφαλίσει και φροντίσει να γίνει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει το κενό και ο διάδρομος στην καρότσα του φορτηγού για να εισέλθουν σ' αυτό και να τοποθετηθούν οι μεταφερόμενοι, με τη φροντίδα του τρίτου στον οποίο έδωσε σχετική εντολή ο πρώτος". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο, αφού δέχθηκε την έφεση του κατηγορουμένου, στη δίκη εκείνη, οδηγού του αυτοκινήτου, τον οποίο κήρυξε αθώο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του παρεμβάντος στη δίκη εκείνη και ήδη αναιρεσείοντος και, για το κατασχεθέν μεταφορικό των λαθρομεταναστών μέσο, αποφάνθηκε όπως ακριβώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "Διατάσσει τη δήμευση του, δυνάμει της αναγνωσθείσας από 30-1-2006 έκθεσης κατάσχεσης οχήματος του Ανθ/ρχου Λ.Σ.... του Κεντρικού Λιμεναρχείου ..., κατασχεμένου οχήματος, και συγκεκριμένα ενός Φ/Γ οχήματος με αριθ. κυκλοφ. ... τράκτορα μάρκας ... με αριθμό πλαισίου... μετά του υπ' αριθ. κυκλ. ... επικαθήμενου με αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας Θ, με έδρα ...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος εξαιτίας του οποίου έγινε η δήμευση του αυτοκινήτου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 187/2008 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην κατά τα άνω κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την απολογία του κατηγορουμένου στη δίκη εκείνη, ..., οδηγού του δημευθέντος φορτηγού αυτοκινήτου, που μετέφερε τους λαθρομετανάστες. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην κατά τα άνω κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο έγινε δήμευση του αυτ/του, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, από τα οποία το Δικαστήριο πείσθηκε ότι αυτός γνώριζε για τη μεταφορά των λαθρομεταναστών και ούτε τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, χωρίς να μπορούν οι ελλείψεις αυτές να αναπληρωθούν από τα όσα περιέχονται στο διατακτικό, καθώς και ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το άνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού με πληρότητα και με κάθε λεπτομέρεια εκτίθεται στην άνω απόφαση η εμπλοκή του αναιρεσείοντος στην επίδικη λαθραία μεταφορά των άνω ατόμων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511 λαμβανόμενος υπόψη (εφόσον ο άνω λόγος είναι τυπικά παραδεκτός), από το ίδιο άρθρο § 1 στοιχ. Ε' του αυτού Κώδικα, λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 22/4-9-2008) αίτησή του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 187/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δήμευση μεταφορικού μέσου (φορτηγού αυτοκινήτου) που μετέφερε τους λαθρομετανάστες. Αίτηση αναίρεσης ιδιοκτήμονος μεταφορικού μέσου - εκκαλούντος στην κατ' έφεση δίκη και ήδη αναιρεσείοντος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Δήμευση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2370/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπηλιού και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 33/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ -ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ-ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΓΚΑΓΙΑ ΚΡΕΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στον Δήμο ...
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 199/29-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 3/2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ..., κατά του υπ' αριθμ. 33/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημ/κών Χανίων με το υπ'αριθ. 337/2008 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση (άρθρα 98 § 1 και 375 § § 1 και 2α Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την υπ' αριθμ. 10/19-9-2008 έφεσή της η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ -ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ -ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ -ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ -ΤΕΧΝΙΚΕΣ -ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΕΣ Γ. ΚΑΓΙΑ ΚΡΕΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης να δικασθεί για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Το βούλευμα τούτο επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 13-2-2009 με θυροκόλληση (δείτε σχετ. αποδεικτικό) και στις 23-2-2009 άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.), αφού ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί. Περιέχει δε η αναίρεση αυτή συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη α) της έλλειψης της απαιτούμενης από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και γ) της εσφαλμένης εφαρμογής (εκ πλαγίου παραβίασης) της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε (άρθρο 484 § 1 β' και δ' Κ.Π.Δ.).
Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 § 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιοιλογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπή και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π.Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν τη διάταξη αυτή την παραβίασε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Σύμφωνα με την διάταξη αρθρ. 375 § 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 130/2007 ΠΧ.ΝΖ.1000, ΑΠ 2124/2006 ΠΧ.ΝΖ.836). Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αντικ. με την παραγρ. α' του άρθρου 1 Ν. 2408/1996 η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1120/2006 ΠΧ.ΝΖ.419, ΑΠ 1275/2006 ΠΧ.ΝΖ.515, ΑΠ 114/2006 ΠΧ.ΝΕ.419). Κατά τις διατάξεις αρθρ. 98 § 2 Π.Κ. όπως συμπληρ. με αρθρ. 14 § 1 Ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα, με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στο έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1307/2004 ΠΧ.ΝΒ.535) και στην περίπτωση αυτή το συνολικό ποσό πρέπει να προσδιορίζεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 33/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του παρ'αυτώ Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι "Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία με απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ψ, ασκεί επιχείρηση εκμετάλλευσης ξενοδοχείου στην πιο πάνω περιοχή. Η ως άνω εταιρεία αρχές του 2000 προχώρησε στην μίσθωση από την εταιρία "Happy Days AE" ενός ημιτελούς ακόμα ξενοδοχείου στη ... με τον διακριτικό τίτλο "Crispen Beach", με τον σκοπό να το εκμεταλλευθεί μετά την αποπεράτωση του. Από τον χρόνο έναρξης της εκμετάλλευσης του ως άνω ξενοδοχείου δηλαδή από 18.3.2000 η ως άνω εταιρεία προσέλαβε με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου τον κατηγορούμενο ως βοηθό λογιστή και υπεύθυνο ταμείου ο οποίος ήταν αρμόδιος για την συγκέντρωση των παραστατικών του λογιστηρίου και την διαχείριση του ταμείου του ξενοδοχείου. Ο ως άνω κατηγορούμενος εργαζόταν χωρίς συγκεκριμένο ωράριο και εποχικά δηλαδή μόνο τους μήνες λειτουργίας του Ξενοδοχείου από Μάρτιο έως Οκτώβριο εκάστου έτους. Στα πλαίσια διεκπεραίωσης των λογιστικών υποθέσεων της εκκαλούσας εταιρίας, εξέδιδε τραπεζικές επιταγές και εμβάσματα στο όνομα του, εισέπραττε τα έσοδα από την λειτουργία του Μίνι Μάρκετ, εκτελούσε τις πληρωμές του προσωπικού, καταχωρούσε τα διάφορα τιμολόγια εξόδων στα βιβλία της εταιρείας και γενικά ενεργούσε κάθε εργασία και πράξη που περιλαμβανόταν στο σκοπό της εταιρείας. Για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε συμφωνήθηκε να καταβάλλεται σε αυτόν συγκεκριμένο ποσόν το οποίο όμως θα πληρωνόταν σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ωστόσο όμως συμφωνήθηκε ότι με τις ανωτέρω αποδοχές θα εκαλύπτοντο δια συμψηφισμού και οι αμοιβές που θα εδικιούτο ο κατηγορούμενος για αποδοχές και επίδομα άδειας, καθώς και για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων. Παράλληλα η εταιρεία την 11.4.2000 αγόρασε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... επιβατηγό αυτοκίνητο για τις διάφορες ανάγκες της, το οποίο όπως προκύπτει από την δικογραφία παρέμεινε στην έδρα της εταιρείας στην ... έως την 23.10.2000, στη συνέχεια, δε, μεταφέρθηκε στην ..., όπου χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες άλλης ξενοδοχειακής μονάδας που διέθετε εκεί η εγκαλούσα μέχρι την 5.7.2003 οπότε και καταστράφηκε ολοσχερώς μετά από τροχαίο ατύχημα [βλ την υπ. αριθμ 113/2004 απόφαση Ειρην. Κώ]. Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή και ταμία, κατά το χρονικό διάστημα από 18 Μαρτίου 2000 έως 17.5.2005, καταχώρισε στα λογιστικά βιβλία ψευδείς, ανύπαρκτες και εικονικές πληρωμές και κατόρθωσε με αυτό τον τρόπο να δημιουργήσει περίσσευμα συνολικού ποσού 10.245,14 Ευρώ στο ταμείο της πιο πάνω εταιρίας, ποσό που είναι ως σύνολο, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επιμέρους πράξεις του κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος της υπεξαίρεσης ο κατηγορούμενος, κατά την ως άνω περίοδο καταχώρισε ως δαπάνες στα βιβλία της εγκαλούσας εταιρίας και εμφάνισε ότι πλήρωσε 323 τιμολόγια-δελτία αποστολής καυσίμων και ορυκτελαίων για ανεφοδιασμό οχημάτων (βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης και λάδι), τα οποία είχαν εκδοθεί στο όνομα της εγκαλούσας, χωρίς όμως να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την λειτουργία της επιχείρησης της. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος καταχώρησε στα βιβλία της εταιρείας τα παρακάτω τιμολόγια με τους αύξοντες αριθμούς όπως αναφέρονται στην μήνυση α) από τον αύξοντα αριθμό (1) έως και (8) που αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα αυτοκινήτων με αριθμούς κυκλοφορίας ... (ιδιοκτησίας κατηγορουμένου), ... (ιδιοκτησίας "Happy Days ΑΕ ΑΕ") και ... (ιδιοκτησίας ΑΑ, προϊσταμένης υποδοχής του ξενοδοχείου), β) τα με αύξοντες αριθμούς από 9-88 τιμολόγια που αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα του με αριθμό ... αυτοκινήτου της εκκαλούσας, για χρονικό διάστημα όμως, που το παραπάνω αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στην έδρα της εταιρίας στην ..., αλλά είχε μεταφερθεί στην ... για τις ανάγκες άλλης επιχείρησης της εγκαλούσας, γ) τα με αύξοντες αριθμούς 89-295 τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν ανεφοδιασμό με καύσιμα αυτοκινήτων, των οποίων δεν αναγραφόταν ο αριθμός κυκλοφορίας και δ) τα με αύξοντες αριθμούς 296-323 τιμολόγια, τα οποία αναφέρονταν σε χρονικό διάστημα που η εγκαλούσα είχε στην κατοχή της το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, πλην όμως τα παραπάνω τιμολόγια δεν ανέφεραν αριθμό αυτοκινήτου (πλην του υπ' αριθμ 310 που λανθασμένα συμπεριελήφθη από την εγκαλούσα, αφού αναφερόταν στο με αριθμό ... αυτοκίνητο της), ή ανέφεραν αριθμό ο οποίος είχε προστεθεί με το χέρι. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου τον οποίον και εσφαλμένα δέχθηκε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χανίων με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως αληθή ότι δήθεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας Ψότι κάποιοι από τους εργαζόμενους και συγκεκριμένα εκτός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, οι ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΑΑ και ΕΕ, θα χρησιμοποιούσαν τα αυτοκίνητα τους για τις ανάγκες της εταιρίας και θα εξέδιδαν τιμολόγια για τα καύσιμα, στο όνομα της εταιρίας το οποίο θα προσεκόμιζαν στο λογιστήριο της και θα πληρωνόταν και ότι η εγκαλούσα προέβη σε αυτή την μήνυση εναντίον του επειδή διεκδικούσε εργασιακά του δικαιώματα δεν ευσταθεί και τούτο διότι α) τόσο ο ΔΔ όσο και οι ΑΑ και ΕΕ, αλλά και ο ΓΓ στις δοθείσες από αυτούς προανακριτικές καταθέσεις διαψεύδουν ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Ειδικότερα, σύμφωνα α) με τη κατάθεση της ΑΑ, αυτή ελάμβανε για τις δικές της μετακινήσεις, επειδή έμενε στα ..., το ποσόν τον 90 Ευρώ, χωρίς να προσκομίζει τιμολόγια, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, γεγονός που δεν ανατρέπεται από τις αποδείξεις πληρωμής υπ' αριθμ 708/2002, 736/2003, 758/2003 και 934/2004, στις οποίες αναγράφεται προφανώς από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ως αιτιολογία εξόφληση τιμολογίου βενζίνης στην ΑΑ, διότι σε περίπτωση που πράγματι του είχαν παραδοθεί από την ανωτέρω τιμολόγια, θα αναγραφόταν ο αριθμός του αυτοκινήτου της σ'αυτά, θα τα είχε, δε, καταχωρήσει ο κατηγορούμενος στα βιβλία της εταιρείας και θα μπορούσε ευκόλως να τα επιδείξει, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε, β) με τη κατάθεση του ΕΕ, αυτός χρησιμοποίησε το φορτηγάκι για τις ανάγκες της εταιρείας για έκτακτες μετακινήσεις και προσκόμισε τα σχετικά τιμολόγια, τα οποία όμως φέρουν την δική του υπογραφή και το όνομα του .... και δεν ξεπερνούν την ποσότητα των 50 ή 60 λίτρων το χρόνο, ενώ ούτε ο ΔΔ έβαζε καύσιμα στο αυτοκίνητο του για λογαριασμό της εταιρείας, αλλά έπαιρνε χωρίς τιμολόγια το ποσόν των 100 Ευρώ μηνιαία για την αποκομιδή των σκουπιδιών (βλ. και κατάθεση ΣΤ), γ) με τη κατάθεση ΓΓ, ο οποίος παραδέχεται ότι χρησιμοποίησε το αυτοκίνητο του συγκεκριμένες φορές για λογαριασμό της εταιρείας, πλην όμως δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας ούτε ότι προσκόμισε ποτέ τιμολόγια στο λογιστήριο της τελευταίας. Για την μη ύπαρξη συμφωνίας καταθέτουν κατηγορηματικά επίσης ο μάρτυρας της εγκαλούσας και λογιστής ΖΖ, ο οποίος αντικατέστησε τον κατηγορούμενο τον Απρίλιο του 2005, όταν έγινε αντιληπτή η παραπάνω τακτική του, ο κηπουρός του Ξενοδοχείου ΣΤ καθώς επίσης και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Ψ, ενώ για την ύπαρξη της συμφωνίας εκτός από τον κατηγορούμενο καταθέτει μόνο ο πρώην Διευθυντής του Ξενοδοχείου ΒΒ του οποίου όμως η κατάθεση δεν κρίνεται αξιόπιστη, δεδομένου ότι και ο ίδιος έχει απομακρυνθεί από το ξενοδοχείο, ενώ είχε κατηγορηθεί για ποσότητες ουίσκι που χρέωνε την εταιρεία, τις οποίες κατανάλωνε ο ίδιος και η αξία των οποίων αφαιρέθηκε από τον μισθό του [βλ κατάθεση Ψ]. Άλλωστε ούτε ο ισχυρισμός του , κατηγορουμένου περί μίσθωσης για τις ανάγκες της εταιρείας του με αριθμό ... αυτοκινήτου από την εταιρεία Happy Days AE [στην οποία εξάλλου εργαζόταν ο κατηγορούμενος επίσης ως λογιστής] για την μεταφορά προσωπικού κατά το αρχικό στάδιο της αποπεράτωσης του Ξενοδοχείου ευσταθεί δεδομένου ότι σ' αυτό το αυτοκίνητο αντιστοιχεί ένα μόλις τιμολόγιο, ούτε αντέχει στην λογική ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι επειδή είχε μεταφερθεί το αυτοκίνητο της εταιρείας ... στην ... για τον λόγο αυτό τα τιμολόγια τα οποία εξεδίδοντο για αγορά καυσίμων δεν έφεραν αριθμό κυκλοφορίας, αφού αυτό θα συνιστούσε φορολογική παράβαση, δεδομένου ότι δεν ήταν επιτρεπτή η μεταφορά του αυτοκινήτου από την επιχείρηση στην οποία ήταν δηλωμένο σε άλλη επιχείρηση. Άλλωστε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα η καταχώρηση τιμολογίων στα βιβλία της εταιρείας για αγορά καυσίμων χωρίς τον αντίστοιχο αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη παράβαση και επιφέρει μεγαλύτερες κυρώσεις, όπως βέβαια και η καταχώριση τιμολογίων για αγορά καυσίμων για αυτοκίνητο που έχει ήδη καταστραφεί και είναι σε αχρησία, πράγμα το οποίο έκανε ο κατηγορούμενος. Επίσης, όπως προκύπτει από την δικογραφία το αυτοκίνητο της εταιρείας κατεστράφη σε τροχαίο ατύχημα το 2003 και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία, πλην όμως ο κατηγορούμενος συνέχιζε για κάποιο διάστημα να εκδίδει και να καταχωρεί στα βιβλία της εταιρείας τιμολόγια για αγορά καυσίμων σε αυτό, σε κάθε δε περίπτωση ακόμη και όταν υπήρχε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στην Κρήτη και δεν συνέτρεχε λόγος χρησιμοποίησης άλλου αυτοκινήτου από την εταιρεία και πάλι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να καταχωρεί τιμολόγια για αγορά καυσίμων που δεν έφεραν αριθμό κυκλοφορίας [βλ. υπ αύξοντα αριθμό 296-323 τιμολόγια], μάλιστα, δε, ακόμα και σε περίοδο χειμώνα, κατά τον οποίο το ξενοδοχείο παρέμενε κλειστό, φέρεται να έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί για την αγορά καυσίμων στο όνομα της εκκαλούσας εταιρείας (93) τιμολόγια [βλ με αύξοντες αριθμούς τιμολόγια 1-4, 9-35, 66-75, 87-93, 129-133, 153-161,201-217,268-282, και 295]. Ούτε εξ άλλου μπορεί να δικαιολογηθούν οι παραπάνω καταχωρήσεις τιμολογίων καυσίμων στα βιβλία της εταιρείας από τα διάφορα βενζινοκίνητα μηχανήματα που διέθετε το ξενοδοχείο χλοοκοπτικό μηχάνημα, γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ή την βενζινοκίνητη αντλία του ξενοδοχείου] τα οποία είναι μικρής ιπποδύναμης και η κατανάλωση βενζίνης από αυτά είναι ασήμαντη [βλ κατάθεση Ψ]. Επίσης δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μήνυση εναντίον του από την ως άνω εταιρεία ασκήθηκε σαν κίνηση αντιπερισπασμού για την εκ μέρους του διεκδίκηση χρηματικών ποσών για δεδουλευμένους μισθούς υπερωριακή απασχόληση κλπ καθότι πολύ πριν από την άσκηση της αγωγής του και μάλιστα από τον Μάιο του 2005 είχε απολυθεί από την εργασία του εξ αιτίας της διαπιστώσεως των παραπάνω ατασθαλιών (βλ το από 17.52005 πρωτόκολλο παραλαβής παραδόσεως του ταμείου και τις καταθέσεις Ψ και ΖΖ), στη συνέχεια δε, μετά παρέλευση πενταμήνου από την απόλυση του και χωρίς στο μεσοδιάστημα να έχει διεκδικήσει κάποιο από τα υποτιθέμενα δικαιώματα του ή τους δεδουλευμένους μισθούς του, του επιδόθηκε η με ημερομηνία 24102005 εξώδικη δήλωση της εγκαλούσας, με την με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ..., με την οποία του εζητείτο η επιστροφή των υπεξαιρεθέντων ποσών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Μετά τη τελευταία αυτή ενέργεια της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος άσκησε την με χρονολογία 15.11.2005 και με αριθμό πρωτ. 647/16.11.2005 εργατική αγωγή του διεδικώντας ποσόν 42.904 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς υπερωρίες κλπ Περαιτέρω αποδείχθηκε από το ως άνω αποδεικτικό υλικό α) ότι ο κατηγορούμενος εισέπραξε κατά τις ημερομηνίες 30.4.2002, 28.2.2003 30.3.2004 και 30.4.2005 από το ταμείο της εγκαλούσας εταιρείας το ποσόν των 1467,35 Ευρώ κάθε φορά και συνολικά το ποσόν των 5.869,40 Ευρώ με την αιτιολογία ότι πρόκειται για το ετήσιο επίδομα ισολογισμού που δικαιούνται οι λογιστές και οι βοηθοί λογιστών που απασχολούνται ευθέως και αμέσως με την σύνταξη του ισολογισμού, ενώ όπως αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων η εργασία του συνίστατο στην συγκέντρωση των παραστατικών και των υπολοίπων απαραίτητων λογιστικών στοιχείων για την παράδοση αυτών στην λογίστρια ΗΗ και η οποία και μόνον συνέτασσε τον ισολογισμό της εταιρείας έναντι αμοιβής κατ' αποκοπή από την εγκαλούσα εταιρεία [βλ κατάθεση ΗΗ), β) ότι παρά το ότι είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει (ο κατηγορούμενος) κατ' έτος ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην εκκαλούσα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, επιμερισμένο σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο οποίο ποσόν συμπεριλαμβάνονταν όλα τα από τον νόμο προβλεπόμενα δώρα και επιδόματα, δεδομένου ότι το ως άνω ποσό που είχε συμφωνηθεί, αντιστοιχούσε σε αποδοχές πολύ μεγαλύτερες των κατωτέρων νομίμων που προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ, εν τούτοις την 31.1.2002 έλαβα από το ταμείο της εγκαλούσας το ποσόν των 2.934,70 Ευρώ, εισπράττοντας χωρίς δικαίωμα μια ισόποση επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου που εκδόθηκε από την εγκαλούσα εις διαταγή του αλλά προοριζόταν για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του ξενοδοχείου. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου που δέχθηκε και το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το παραπάνω ποσόν κατεβλήθη σε αυτόν από την εκκαλούσα εις εξόφληση οφειλών της τελευταίας για δώρα Εορτών και αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2000, δεν ευσταθεί διότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την συμφωνία την οποία είχαν κάνει για ενσωμάτωση των παραπάνω επιδομάτων στην συγκεκριμένη και προσυμφωνημένη στην αρχή κάθε τουριστικής σαιζόν αμοιβή την οποία έπαιρνε και η οποία ήταν ανώτερη από τις κατώτερες νόμιμες αποδοχές τις οποίες εδικαιούτο ο κατηγορούμενος γ) ότι στις 31.1.2002 εισέπραξε από το ταμείο της επιχείρησης της εγκαλούσας, το οποίο διαχειριζόταν, το ποσόν των 1.174 Ευρώ, επιπλέον του μισθού του που ανήρχετο στο ποσόν των 1.174 Ευρώ δηλαδή εισέπραξε δύο φορές τον μισθό του, ο ισχυρισμός δε που προέβαλε ο κατηγορούμενος [αρχικά βέβαια αρνείτο εντελώς το παραπάνω γεγονός] ότι το παραπάνω ποσόν συνιστούσε δώρο (Bonus) τo οποίο του είχε δώσει η εγκαλούσα και ότι ο νόμιμος μισθός του το 2002 ανερχόταν σε 1.467 Ευρώ, δεν ευσταθεί διότι όπως προκύπτει από το φωτοτυπικό αντίγραφο της καρτέλας που διατηρούσε ο κατηγορούμενος στο ταμείο της εκκαλούσας ο νόμιμος μισθός του το 2002 ανερχόταν σε 1.174 Ευρώ, η δε αιτιολογία με την οποία κατεχωρήθη από τον ίδιο στην παραπάνω καρτέλα είναι "μισθός Γενάρη 2002" και όχι δώρο (Bonus), όπως ισχυρίσθηκε εκ των υστέρων και τέλος δ) ότι το έτος 2002, ενώ ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει με την εγκαλούσα να λάβει ως συνολική αμοιβή για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, το ποσόν των 14.088 Ευρώ, επιμερισμένο σε 12 μηνιαίες δόσεις των 1.174 Ευρώ η κάθε μία, εν τούτοις εισέπραξε το ποσόν των 17.608,20 Ευρώ, ιδιοποιήθηκε δηλ. παράνομα από το ταμείο της επιχείρησης, το ποσόν των 3.520,20 Ευρώ, το οποίον ποσόν έλαβε επιπλέον της νόμιμης συμφωνημένης αμοιβής του, ο ισχυρισμός δε που προέβαλε αυτός ότι δήθεν ο συμφωνημένος μισθός του το 2002 ανερχόταν στο ποσόν των 1467 Ευρώ δεν ευσταθεί διότι όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατά την ανάκριση [βλ κατάθεση] Ψ και ΖΖ] αλλά και από το φωτοτυπικό αντίγραφο της καρτέλας μισθοδοσίας που ο ίδιος τηρούσε, ο μισθός του ανερχόταν σε 1.174 Ευρώ. Επομένως, ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε με τους προαναφερόμενους τρόπους το συνολικό ποσόν των 23.743,44 Ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο του είχε εμπιστευθεί η εγκαλούσα λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή της περιουσίας της και ειδικότερα λόγω της ιδιότητας του ως βοηθού λογιστή και υπεύθυνου ταμείου της επιχείρησης της. Με βάση τα περιστατικά που παραπάνω εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Χανίων, αναφορικά με τον κατηγορούμενο Χ ως προς τον οποίο-το εκκαλούμενο βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και τα προκύπτοντα από αυτές πραγματικά περιστατικά. Ακολούθως η κρινόμενη έφεση, με τους λόγους της οποίας η εκκαλούσα προσάπτει στο εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 318, 309 και 313 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, που είναι αρμόδιο δικαστήριο (άρθρα 111, 119, 122 παρ. 1 ΚΠΔ), για να δικασθεί για την πιο πάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικείμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου σε διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση (αρθρ. 1,14 παρ.1, 26 παρ. ια, 27 παρ.1 98 παρ 1 και 375 παρ 1 - 2α ΠΚ), καθόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, διά της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρότασης του παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικείμενου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι αναφέρει στο βούλευμά του αυτό, ότι "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία με απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά". Από την αναφορά αυτή της εισαγγελικής προτάσεως που ενσωματώνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν καθίσταται ανενδοιάστως σαφές ότι ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης και οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά την προηγηθείσα της κυρίας ανακρίσεως προκαταρτική εξέταση και δη οι καταθέσεις των μαρτύρων ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ και ΜΜ ενώπιον της Πταισματοδίκου Χανίων και των ΝΝ και ΞΞ ενώπιον του Πταισματοδίκη Ρεθύμνου και Αθηνών, αντίστοιχα, αλλά αντίθετα ότι ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν μόνον οι καταθέσεις των κατά την κυρία ανάκριση εξετασθέντων μαρτύρων. Ενώ δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, ως ληφθέντων υπόψη, και των από 8-8-2006 εγγράφων εξηγήσεων του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πταισματοδίκου Ρεθύμνου, όπως αβασίμως αυτός προβάλλει, διότι αυτές αναφέρονται στο συμπληρωματικό υπόμνημα του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ανακριτή Χανίων και συνεπώς αποτέλεσαν στοιχείο των απολογητικών υπομνημάτων του αναιρεσείοντος που αναφέρονται ως ληφθέντα υπόψη από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Με την αναφορά δε στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος της φράσης: "... από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ...", σαφώς προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρει ο αναιρεσείων ότι προσκομίσθηκαν κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως. 'Ετσι λοιπόν το προσβαλλόμενο βούλευμα με την αναφορά του στις καταθέσεις των εξετασθέντων μόνον κατά την κυρία ανάκριση μαρτύρων, εστέρησε εαυτό της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει συνεπώς για τον πρώτον αυτόν λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που κρίνεται βάσιμος, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ.). Να απορριφθεί δε ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αναφορικά με τον δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης που μνημονεύονται παραπάνω.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: α) Να γίνει τυπικά και κατ'ουσία μερικώς δεκτή η υπ' αριθμ. 3/23-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ'αριθμ. 33/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και δη ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου, συντιθέμενου από άλλους δικαστές και
β) να απορριφθεί ως αβάσιμη ως προς τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης.
Αθήνα 7 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 23-2-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του 33/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικαστεί ως υπαίτιος υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, συνολικού ποσού 23.743,44 ευρώ, το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΠΚ 375 παρ.1 εδ.α' και 2 εδ.α'), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (ΚΠοινΔ 482 παρ.1 στοιχ. Α' περ. α' ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
2. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται γενικώς τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ούτε χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστικό Συμβούλιο, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία είχαν τεθεί υπό την κρίση του και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α' και β' ΠΚ, όπως το εδ. β' προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. α' του ν. 2721/1999, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο [ολικώς ή εν μέρει] κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000 δρχ.) [ήδη : εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000,00) ευρώ], ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Ακόμη, κατά την παρ.2 εδ. α' του ίδιου άρθρου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν. 2408/1996, "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο [μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα] λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Και τέλος, κατά την παρ.2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 14 του Ν.2721/1999, "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται ο δράστης να έχει λάβει στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ξένο κινητό πράγμα, να το ιδιοποιηθεί παρανόμως και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαίωμα. Και περαιτέρω, ότι για το χαρακτηρισμό της κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης ως κακουργήματος απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του εντολοδόχου, που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη [ή κάποιας άλλης από αυτές που αναφέρονται στην ΠΚ 375 παρ.2 εδ. α' και δεν ενδιαφέρουν ενταύθα], η συνολική αποτίμηση του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας [αλλά όχι κατ' ανάγκη μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ, διότι τότε αρκεί μόνο το μέγεθος της αξίας για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος, χωρίς τη συνδρομή κάποιας πρόσθετης ιδιότητας στο πρόσωπο του δράστη]. Και τέλος, ότι για να ληφθεί υπ' όψη το σύνολο της αξίας των επί μέρους πράξεων, πρέπει ο δράστης να απέβλεπε με αυτές στο εν λόγω οικονομικό αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το προσβαλλόμενο βούλευμα και με καθολική αναφορά στην εκεί προπαρατιθέμενη εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος Χ [ήδη αναιρεσείων], κατά το χρονικό διάστημα από 18-3-2000 έως 17-5-2005, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές, Τουριστικές, Εμπορικές, Οικοδομικές, Τεχνικές Επιχειρήσεις ΓΚΑΓΙΑ ΚΡΕΤΑ ΑΕ", η οποία από την 18-3-2000, δυνάμει μισθώσεως, είχε αρχίσει να εκμεταλλεύεται ένα ξενοδοχείο στη ... με το διακριτικό τίτλο "Crispen Beach" και στην οποία αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως βοηθός λογιστή και υπεύθυνος ταμείου. Ότι ο κατηγορούμενος, μέσα στο ως άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησής του, "εκμεταλλευόμενος την πιο πάνω ιδιότητα του διαχειριστή και ταμία", με περισσότερες από μια πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, επέτυχε να ιδιοποιηθεί παρανόμως χρήματα, τα οποία ανήκαν στην εγκαλούσα, αλλά βρίσκονταν στην κατοχή του ως εκ της παροχής της εργασίας του, των οποίων το συνολικό ύψος ανήλθε στο ποσό των 23.743,44 ευρώ, "που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας". Ότι η εν λόγω ιδιοποίηση επήλθε με τους εξής, επί μέρους τρόπους: Α) Με το να καταχωρήσει ως δαπάνες στα βιβλία της εγκαλούσας "323 τιμολόγια - δελτία αποστολής καυσίμων και ορυκτελαίων για ανεφοδιασμό οχημάτων, τα οποία είχαν εκδοθεί στο όνομα της εγκαλούσας, χωρίς, όμως, να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη λειτουργία της επιχείρησής της". Η αξία των τιμολογίων κυμαινόταν από 8,80 έως 54,02 ευρώ και συνολικώς, μέσα στο χρονικό διάστημα από 18-3-2000 έως 17-5-2005, ανήλθε στο ποσό των 10.245,14 ευρώ (όλα τα τιμολόγια αναφέρονται αναλυτικά τόσο στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως όσο και στο διατακτικό του βουλεύματος). Β) Με το να εισπράξει από το ταμείο της εγκαλούσας ο ίδιος και για δικό του λογαριασμό, κατά τις ημερομηνίες 30-4-2002, 28-2-2003, 30-3-2004 και 30-4-2005, ήτοι τέσσερις φορές, το ποσό των 1.467,35 ευρώ και συνολικώς 5.869,40 ευρώ, με την ανακριβή αιτιολογία ότι πρόκειται για επίδομα συντάξεως ισολογισμού, ενώ στην πραγματικότητα το έργο αυτό είχε ανατεθεί στη λογίστρια ΗΗ, "η οποία και μόνο συνέτασσε τον ισολογισμό της εταιρίας έναντι αμοιβής κατ' αποκοπή", με αποτέλεσμα αυτός να μη δικαιούται το σχετικό επίδομα. Γ) Με το να εισπράξει από το ταμείο της εγκαλούσας ο ίδιος και για δικό του λογαριασμό, κατά την 31-1-2002, το ποσό των 1.174 ευρώ, με την ανακριβή αιτιολογία ότι πρόκειται για τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Ιανουαρίου 2002, ενώ στην πραγματικότητα είχε ήδη λάβει τις εν λόγω αποδοχές και δεν έπρεπε να τις εισπράξει για δεύτερη φορά. Δ) Με το να παρακρατήσει το ποσό των 2.934,70 ευρώ, το οποίο είχε προέλθει από την εκ μέρους αυτού είσπραξη, κατ' εντολή της εγκαλούσας, από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατά την 31-1-2002, ισόποσης επιταγής, για την αντιμετώπιση λειτουργικών δαπανών, με την ανακριβή αιτιολογία ότι πρόκειται για οφειλόμενες παροχές της εγκαλούσας προς αυτόν από δώρα εορτών, αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2000, ενώ κατά τη συμφωνία τους οι εν λόγω παροχές είχαν καλυφθεί από τις ήδη καταβληθείσες μηνιαίες αποδοχές, που ήσαν υπέρτερες των νομίμων και Ε) Με το να εισπράξει από το ταμείο της εγκαλούσας ο ίδιος και για δικό του λογαριασμό, κατά το έτος 2002, το ποσό των 3.520,20 ευρώ ως τακτικές αποδοχές, επί πλέον του ποσού των 14.088 ευρώ, στο οποίο είχαν συμφωνηθεί οι συνολικές αποδοχές του για το έτος αυτό και το οποίο είχε ολοσχερώς καταβληθεί προς αυτόν. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης δέχθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής σε βάρος του κατηγορουμένου, εξαφάνισε το πρωτόδικο 337/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, που είχε αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, από διαχειριστή ξένης περιουσίας.
3. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ως άνω αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Το Συμβούλιο δεν μνημονεύει ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο κρίση του. Βέβαια, προβαίνει σε καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση. Εκεί γίνεται μνεία ότι οι σκέψεις του Εισαγγελέα έχουν προέλθει "από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία με απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου". Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων και διαπιστώνεται από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, είχε προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση, κατά τη διάρκεια της οποίας είχαν καταθέσει ως μάρτυρες οι ΘΘ, ΚΚ, ΛΛ και ΜΜ (ενώπιον του Πταισματοδίκη Χανίων), ΝΝ (ενώπιον του Πταισματοδίκη Ρεθύμνου) και ΞΞ (ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών). Έτσι, δεν προκύπτει αναμφίβολα ότι το Συμβούλιο, πέραν των καταθέσεων των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως, έλαβε υπ' όψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων της προκαταρκτικής εξετάσεως, αφού στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο, δεν γίνεται αναφορά στις καταθέσεις αυτές. Πέραν τούτου και με δεδομένο το ότι η αξία εκάστης επί μέρους πράξεως της κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, είναι μικρή, στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν γίνεται ουδεμία αναφορά στο ότι, ως προς την κατάφαση της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας της ιδιοποίησης [που δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ], έχει ληφθεί υπ' όψη η συνολική αξία των χρηματικών ποσών, που κατά διαστήματα αποτέλεσαν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, επειδή με τις μερικότερες πράξεις, τελεσθείσες σε βάθος χρόνου πέντε (5) ετών, ο δράστης απέβλεπε εξ αρχής στο συνολικό αποτέλεσμα. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολό του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 485 παρ. 1 και 519). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων είναι περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 33/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.- Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος. Υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση από εντολοδόχο. Έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει εάν λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν καταθέσεις μαρτύρων της προκαταρκτικής εξετάσεως. Ομοίως, διότι, ως προς την κατάφαση της ιδιαίτερα μεγάλης αξίας της ιδιοποίησης, εκ της συνολικής αποτίμησης των μερικότερων πράξεων, δεν γίνεται αναφορά στο ότι ο δράστης απέβλεπε εξ αρχής στο συνολικό αποτέλεσμα. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 2369/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαο Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4741/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1011/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Παντελή, με αριθμό 296/17.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την με αριθμό 29/19-6-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που άσκησε δια του συνηγόρου του Αντωνίου Ψαρόπουλου, κατά της με αριθμό 4741/2009 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η με αριθμό ... έφεσή του κατά της 40526/29-9-97 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 "Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
Περαιτέρω κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 465 το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει ο διάδικος είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠΔ, εφόσον το πληρεξούσιο προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του, κατά δε την παράγραφο 2 το ιδίου άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται είτε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου του και δη τόσο από τον δικηγόρο που παρέστη κατά τη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απόφαση καταδικαστική και όχι απορριπτική της εφέσεως ως απαράδεκτης, όσο και από τον αντιπρόσωπό του που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠΔ εφόσον το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του (ΑΠ 273/2007).
ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης η οποία κρίνεται, ασκήθηκε από τον δικηγόρο του κατηγορουμένου Αντώνη Ψαρόπουλο, ο οποίος παρέστη στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη 4741/2009 απόφαση, πλην όμως ούτε η απόφαση αυτή είναι καταδικαστική ώστε να μπορεί να την ασκήσει αυτός ως παραστάς κατά τη συζήτησή της, ούτε προσήρτησε ή προσκόμισε μέσα σε 20 ημέρες το σχετικό πληρεξούσιο ή την σχετική εντολή σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠΔ. Πέραν τούτου η κρινόμενη αίτηση είναι και εκπρόθεσμη αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο την 1/6/2009.
Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, αλλά και χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμό 29/2009 αίτηση αναίρεσης του Χκατά της με αριθμό 4741/2009 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 17 Ιουλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 465 παρ. 2, 473 παρ. 2 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη επιτρέπεται άσκηση αναίρεσης στον καταδικασμένο, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Δεν δικαιούται όμως, στην παραπάνω περίπτωση, να ασκήσει αίτηση αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασμένου και ο συνήγορος του τελευταίου, με την ιδιότητά του, ως παραστάντος στη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), δεν είναι καταδικαστική. Η αίτηση δε αναίρεσης που τυχόν ασκήθηκε στην περίπτωση αυτή για λογαριασμό του καταδικασμένου από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς εξετάζει ο Άρειος Πάγος για να διακριβώσει το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4741/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την εκπροσώπηση του τότε απόντος εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος από το δικηγόρο ... Αντώνιο Ψαρόπουλο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της η από 23-4-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 40526/1997 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καταδικασθεί ο αναιρεσείων για παράβαση του ν. 5960/1933 (περί επιταγών) σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών. Η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση εκδόθηκε στις 10.3.2009, με την παρουσία του προαναφερομένου δικηγόρου, και καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 1-6-2009 (βλ. σχετική σημείωση στην αρχή της απόφασης αυτής). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και συνήγορο του αναιρεσείοντος κατά τη δευτεροβάθμια δίκη στις 19-6-2009 στη γραμματεία του Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ ... έκθεση αναίρεσης, χωρίς όμως να προσαρτάται στην εν λόγω έκθεση ή να προσκομισθεί έγκαιρα στην προαναφερόμενη γραμματεία το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του αναιρεσείοντος προς τον ασκήσαντα την κρινόμενη αίτηση ως άνω δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι με δικηγόρο έχοντας τη σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου του φερομένου ως αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά τη σχετική επί του φακέλλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουνίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4741/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά της απορριψάσης την έφεση ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης) απόφασης. Απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας από τον ασκήσαντα αυτήν δικηγόρο. Δεν έχει τέτοια πληρεξουσιότητα ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη για την έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 2
|
Αριθμός 2368/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της
αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζορμπά, για αναίρεση της 1432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 22/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ.1 και 120 παρ.1 και 2 ΚΠοινΔ, το ποινικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 109 ως 115 ΚΠοινΔ, οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητα αυτού, η οποία προσδιορίζεται από το χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος (ΠΚ 18), με βάση αφ' ενός τους ορισμούς της εφαρμοζόμενης διάταξης του ποινικού νόμου και αφ' ετέρου τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα (ανάλογα με την προηγηθείσα προδικασία εισαγωγής της υποθέσεως στο ακροατήριο). Κατά συνέπεια, το δικαστήριο, προκειμένου να διακρίνει την καθ' ύλην αρμοδιότητα και είτε να κρατήσει και να δικάσει αυτό το ίδιο την υπόθεση είτε να κηρυχθεί αναρμόδιο και να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο (ή στον αρμόδιο εισαγγελέα, στις περιπτώσεις του άρθρου 120 παρ.3 ΚΠοινΔ), οφείλει να επισκοπήσει την περιγραφή της πράξεως, όπως αυτή γίνεται στο οικείο κατηγορητήριο. Το εάν η περιγραφή αυτή είναι βάσιμη ή όχι, αποτελεί ζήτημα το οποίο μέλλει να κριθεί κατά την ουσιαστική διερεύνηση της κατηγορίας, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει προκαταβολικά τον καθορισμό της αρμοδιότητας. Κατ' επέκταση, το δικαστήριο που αποφαίνεται για την αρμοδιότητα πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, πρέπει και αρκεί να αναφερθεί στην εφαρμοζόμενη διάταξη του ποινικού νόμου και στην περιγραφή της πράξεως κατά το κατηγορητήριο, χωρίς να υποχρεούται να λάβει θέση ως προς την αλήθεια των περιστατικών που αναφέρονται στην περιγραφή αυτή.
Εν προκειμένω, το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Λαρίσης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 1432/6-11-2008 απόφαση, έκρινε τυπικώς παραδεκτή (ΚΠοινΔ 487), αλλά απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της [τότε] εκκαλούσας - κατηγορουμένης [και ήδη αναιρεσείουσας], κατά της 862/27-6-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, με την οποία το πλημμελειοδικείο, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο εφετείο κακουργημάτων. Το Εφετείο, κρίνοντας κατ' ουσίαν την έφεση κατά της παραπεμπτικής αποφάσεως και με αναφορά στο περιεχόμενο του κλητήριου θεσπίσματος (το οποίο είχε καταχωρηθεί αυτούσιο στο διατακτικό της εκκαλουμένης), δέχθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε εισαχθεί ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (δηλαδή για πράξη, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως πλημμέλημα, κατ' άρθρο 375 παρ.1 εδ. α' ΠΚ, εάν στο κλητήριο θέσπισμα δεν ακολουθούσε η προσθήκη ετέρων περιστατικών). Δέχθηκε, όμως, ακόμη ότι, σύμφωνα με την περιγραφή που υπάρχει στο κλητήριο θέσπισμα, η κατηγορουμένη, κατά την τέλεση της αποδιδόμενης πράξης, φέρεται να ενεργούσε κατ' εντολή, στο όνομα και για λογαριασμό της εγκαλούσας και φερόμενης ως παθούσας εταιρίας (δηλαδή υπό περιστάσεις, που προσδίδουν στην πράξη χαρακτήρα κακουργήματος, κατ' άρθρο 375 παρ.2 εδ.α' ΠΚ). Κατόπιν αυτών δέχθηκε ότι δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση της πράξεως είναι το πρωτοβάθμιο εφετείο κακουργημάτων και, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την έφεση. Με τον τρόπο αυτό, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν είχε την υποχρέωση να επεκταθεί στο αν η κατηγορουμένη είχε ή δεν είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου της εγκαλούσας, που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο και που, αμφισβητούμενη από την ίδια, πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο της κατ' ουσίαν έρευνας της κατηγορίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ', είναι αβάσιμος.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 120 παρ. 2, 319 παρ.3 και 481 παρ.1 ΚΠοινΔ συνάγονται τα εξής : Όταν το δικαστήριο, που κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενεργεί ό,τι και το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή, εάν ασκηθεί έφεση και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε σωστή η διάγνωση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί της αρμοδιότητος, απορρίπτεται η έφεση, επικυρώνεται η απόφαση περί παραπομπής και συνεχίζεται η ποινική διαδικασία.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ως πλημμέλεια το ότι δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη περί παραπομπής της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο. Τέτοια υποχρέωση, όμως, το Εφετείο δεν είχε, αφού με το να δεχθεί τον καθορισμό της αρμοδιότητας, όπως περί αυτού είχε αποφανθεί το Πλημμελειοδικείο και με το να απορρίψει την έφεση, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και τη ρητή διάταξη αυτής περί καθορισμού ως αρμοδίου δικαστηρίου του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Λαρίσης και περί παραπομπής της κατηγορουμένης ενώπιον αυτού. Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ.Η') και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
3.Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ως πλημμέλεια το ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, με το να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπό την κρίση του, δεδομένου του ότι, σύμφωνα με τους ενώπιον εκείνου ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, αυτή ούτε εντολοδόχος της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας υπήρξε ούτε σε παράνομη ιδιοποίηση των εις χείρας αυτής περιελθόντων χρημάτων, εκ της εισπράξεως ασφαλίστρων, προήλθε. Η αιτίαση αυτή ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, κατά την εκφορά της κρίσεώς του, δεν προέβη σε ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας, αλλά αρκέσθηκε, ως όφειλε, στο να διακρίνει αν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα, αληθή υποτιθέμενα, είναι ικανά να οδηγήσουν στο χαρακτηρισμό της πράξεως ως κακουργήματος και να δικαιολογήσουν την παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου τριμελούς εφετείου. Επομένως, το δικάσαν Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΚΠοινΔ 510 παρ.1 στοιχ.Ε') και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
4.Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2008 αίτηση της Χ, κατοίκου Καρδίτσας, περί αναιρέσεως της 1432/6-11-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Λαρίσης.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως Εφετείου, που απέρριψε έφεση κατά αποφάσεως πλημμελειοδικείου περί αναρμοδιότητας. Σε περίπτωση που η αρμοδιότητα εξετάζεται πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αρκεί ως αιτιολογία για την κήρυξη της αναρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και την παραπομπή της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Τριμελές Εφετείο το ότι στο κλητήριο θέσπισμα, αναφέρονται περιστατικά που θεμελιώνουν τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος φέρεται ότι διενήργησε την παράνομη ιδιοποίηση χρηματικού ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθ' όν χρόνο ήταν κάτοχος αυτού κατ' εντολή του εγκαλούντος. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, δεν έχει υποχρέωση να επαναλάβει την περί παραπομπής διάταξη του Πλημμελειοδικείου, που μετά την απόρριψη της έφεσης ανακτά την ισχύ της, ως επικυρωθείσα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναρμοδιότητα.
| 0
|
Αριθμός 2367/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της
αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιδέρη, περί αναιρέσεως της 14-19/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.4.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 538/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνονται και στα διάφορα αιτήματα και αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 14-19/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη Χ νυμφεύθηκε, σε δεύτερο γάμο, τον Ζ, με τον οποίο απέκτησε ένα τέκνο, τον Π, ηλικίας 7 ετών περίπου σήμερα. Οι άνω σύζυγοι τελούν εν διαστάσει, με συνέπεια να διαμένουν χωριστά, στην ..., ο μεν Ζ σε ιδιόκτητη οικία μαζί με την υπερήλικα, άνω των 90 ετών, κατάκοιτη μητέρα του την οποία γηροκομεί, η δε κατηγορουμένη σε μισθωμένη οικία. Την επιμέλεια του τέκνου, εκ των πραγμάτων, ασκεί ο πατέρας, με τον οποίο διαμένει. Η κατηγορουμένη, έχοντας προβλήματα υγείας από το έτος 1990, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, κρίθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Σερρών ανίκανη προς εργασία κατά 67%, γι' αυτό, λόγω και της πενίας της, ελάμβανε επίδομα από την Πρόνοια. Επίσης ελάμβανε επίδομα τρίτεκνης μητέρας, δεδομένου ότι είχε και δύο τέκνα από τον προηγούμενο γάμο της, τα δε έσοδά της συμπλήρωνε με την περιστασιακή εργασία της ως καθαρίστριας. Ο Ζ δεν προκύπτει ότι ασκούσε κάποιο επάγγελμα. Έτσι συντηρούνταν είτε από την σύνταξη της μητέρας του, που ελάμβανε από τον ΟΓΑ, είτε από την οικονομική ενίσχυση της κατηγορουμένης. Η επικοινωνία μητέρας και τέκνου ήταν προβληματική. 'Ετσι πολλές έριδες και συγκρούσεις μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων ανεφύοντο, εξ αιτίας της επικοινωνίας τέκνου - μητέρας, η οποία επεδίωκε ότε μεν δικαιολογημένα, ότε δε αδικαιολόγητα, για λόγους που δεν είναι αντικείμενο της παρούσης, να έχει το τέκνο μαζί της. Μια τέτοια σύγκρουση συνέβη και στις 9-9-2007, ότε η κατηγορουμένη, ευρισκόμενη στην οικία της με τον εν διαστάσει σύζυγό της, με τον οποίο οι σχέσεις τους ήταν άλλοτε ομαλές, άλλοτε τεταμένες, διεφώνησε ως προς το θέμα επικοινωνίας αυτής με το τέκνο της, ο δε Ζ, αφού απεχώρησε από την οικία της μετέβη στην οικία του και μετ' ολίγον σε καφενείο του χωριού. Η κατηγορουμένη, χωλωθείσα από την αποχώρηση του Ζ και την μη επικοινωνία με το τέκνο της, για να εκδικηθεί τον τελευταίο, σε πλήρη ψυχική κατάσταση, συνέλαβε και έθεσε σε εφαρμογή το παρακάτω εγκληματικό σχέδιό της. Αφού προμηθεύτηκε από πρατήριο υγρών καυσίμων ένα δοχείο που περιείχε εύφλεκτο υλικό (βενζίνη), μετέβη στην οικία του εν διαστάσει συζύγου της, όπου κατά τα παραπάνω διέμενε και η κατάκοιτη μητέρα του τελευταίου και το τέκνο της, και αφού εισήλθε ανεμπόδιστα σ' αυτό και διαπίστωσε ότι απουσιάζει ο γιος της και ο εν διαστάσει σύζυγός της, περιέβρεξε το καθιστικό δωμάτιο της οικίας με βενζίνη που κατείχε (χωρίς όμως να περιβρέξει και το υπνοδωμάτιο που βρισκόταν η ηλικιωμένη πεθερά της Ψ) και εν συνεχεία προκάλεσε ανάφλεξη αυτής (βενζίνης) βάζοντας φωτιά. Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε επεκτάθηκε, λόγω του εύφλεκτου υλικού, ταχύτατα, καταστρέφοντας ολοσχερώς την άνω οικία. Η κατηγορουμένη μόλις έβαλε τη φωτιά απεχώρησε από την οικία και εν συνεχεία μετέβη στο Κέντρο Υγείας ..., προκειμένου να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, καθόσον κατά την ανάφλεξη της βενζίνης υπέστη εγκαύματα στο άνω άκρο. Εν τω μεταξύ, η πυρκαγιά έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, εξαπλώθηκε δε στην παρακείμενη οικία, ιδιοκτησίας του ..., η οποία καταστράφηκε και αυτή ολοσχερώς. Από την άνω πράξη της κατηγορουμένης μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος, όχι μόνο σε ξένα πράγματα, αλλά και σε απροσδιόριστο αριθμό ατόμων, όπως στην μητέρα του εν διαστάσει συζύγου της, αλλά και στους διαμένοντες στην παρακείμενη οικία που καταστράφηκε από την πυρκαγιά, η δε άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εμπόδισε την περαιτέρω επέκτασή της. Όσον αφορά την αποδιδομένη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος της Ψ, πρέπει να εκτεθούν τα εξής: Η μητέρα του εν διαστάσει συζύγου της (Ψ), υπέργηρη κατά τα προεκτεθέντα και κατάκοιτη, δεν μπορούσε να κινηθεί αυτοβούλως. Η κατηγορουμένη γνώριζε τούτο, αφού ήταν πεθερά της και επισκεπτόταν αυτήν, πλην όμως η άνω δυσμενής για την Ψ κατάσταση δεν απέτρεψε αυτήν από το να προβεί στην άνω ενέργειά της. Η Ψ διέφυγε εν τέλει τον κίνδυνο να καεί ζωντανή, χάρις στην επέμβαση των περιοίκων, οι οποίοι εισήλθαν στην οικία και επέτυχαν να απομακρύνουν αυτήν εγκαίρως. Τον άνω κίνδυνο, ήτοι να καεί ζωντανή η παθούσα, γνώριζε η κατηγορουμένη, τουλάχιστον ως ενδεχόμενη συνέπεια της άνω πράξεώς της, αφού είχε άμεση αντίληψη της παρουσίας της (Ψ) στο εσωτερικό της οικίας, αλλά και την επικινδυνότητα των εύφλεκτων υλικών που χρησιμοποίησε. Παρά ταύτα, ενήργησε ως άνω, αποδεχόμενη το αποτέλεσμα, ήτοι την ανθρωποκτονία της Ψ, πλην όμως η άνω πράξη της (κατηγορουμένης) δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά, ήτοι από την συνδρομή των περιοίκων οι οποίοι απομάκρυναν την παθούσα. Η κατηγορουμένη προβάλλει ότι συντρέχει στο πρόσωπο της λόγος άρσεως του καταλογισμού (κατ' άρθρο 34 ΠΚ), ένεκα διατάραξης των πνευματικών λειτουργικών ή διατάραξη της συνειδήσεώς της, άλλως ότι μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά της προς καταλογισμό (κατ' άρθρο 36 ΠΚ). Επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών της, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η κατηγορουμένη πάσχει, από το έτος 1990, από συναισθηματική διαταραχή φασημανική και ψυχωτική κατάθλιψη, νοσηλεύθηκε δε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, επί ολιγοήμερον πάντοτε, μέχρι το έτος 2002, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο ... και στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου ..., παρακολουθείτο δε από τον Νευρολόγο - Ψυχίατρο Β. Στα πλαίσια της διενεργηθείσης ανάκρισης διατάχθηκε, κατ' άρθρο 183 ΚΠΔ, η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της κατηγορουμένης, το αποτέλεσμα της οποίας αποτυπώθηκε στην υπ' αριθ. ... σχετική έκθεση. Στην έκθεση αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη πάσχει από διαταραχή των πνευματικών της λειτουργιών συνεπεία χρόνιας ψυχικής νόσου (διαταραχή προσωπικότητας με ψυχωσικές εκδηλώσεις) και ότι δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών της. Η άνω πραγματογνωμοσύνη, η οποία εκτιμάται ελευθέρως, δεν είναι πλήρως εμπεριστατωμένη ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα για την κατάσταση της υγείας της κατηγορουμένης, ήτοι εάν αυτή είναι πλήρως ανίκανη προς καταλογισμό. Η εξέτασή της έλαβε χώρα στις 14-9-2007, χωρίς να παρακολουθηθεί για ικανό χρονικό διάστημα και αμέσως οι τρεις πραγματογνώμονες απεφάνθησαν ως άνω. Το Δικαστήριο από την εκτίμηση της άνω πραγματογνωμοσύνης, εν συνδυασμώ με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, άγεται στην κρίση ότι η ψυχική νόσος της κατηγορουμένης κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων δεν είχε επιφέρει πλήρη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών της λειτουργιών, ώστε να την αποστερεί πλήρως την ικανότητα διακρίσεως του αδίκου των πράξεων και να μην ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του αδίκου, αλλά ότι μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά της προς καταλογισμό. Η άνω κρίση ενισχύεται και από όλη την συμπεριφορά της κατηγορουμένης, η οποία, αφού προμηθεύτηκε εύφλεκτο υλικό, μετέβη στην οικία του εν διαστάσει συζύγου της και, αφού διαπίστωσε ότι απουσίαζε ο γιος της, ώστε να μην διατρέχει αυτός κανένα κίνδυνο, προκάλεσε την πυρκαγιά, και εν συνεχεία απεχώρησε, επιδεικνύοντας δε ιδιαίτερη προνοητικότητα, μετέβη στο κέντρο υγείας προς παροχή πρώτων βοηθειών. Τούτο δεικνύει άτομο το οποίο, δεν ήταν μεν πλήρως ανίκανο προς καταλογισμό, είχε όμως σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε. Το Δικαστήριο σχημάτισε σαφή κρίση περί της υγείας της κατηγορουμένης, γι' αυτό δεν κρίνει αναγκαίο να αναβάλει την υπόθεση για να κληθεί ο θεράπων ιατρός της, Β, ο οποίος άλλωστε έχει εκφέρει την γνώμη του στην αναγνωσθείσα από 14-9-3007 γνωμάτευσή του. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης. Κατόπιν των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις του εμπρησμού από πρόθεση, που μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε άνθρωπο, και της απόπειρας ανθρωποκτονίας (με ενδεχόμενο δόλο), πλην όμως, λόγω της ψυχικής της νόσου, μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά της προς καταλογισμό. Η άνω κατηγορουμένη ενήργησε με πλήρη ψυχική ηρεμία προ και κατά την τέλεση των πράξεων, ο δε προ των πράξεων διαπληκτισμός της με τον εν διαστάσει σύζυγό της, όσον αφορά την επικοινωνία της με το τέκνο της, που ήταν συχνοί, δεν αποδείχθηκε ότι υπερδιήγειρε και προκάλεσε σ' αυτήν τέτοια ψυχική κατάσταση, ώστε να αποκλείεται η στάθμιση των αιτίων που την ώθησαν στην τέλεση των άνω εγκλημάτων.
Συνεπώς, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, ως κατηγορείται, αφού γίνει δεκτός ο επικουρικός αυτοτελής ισχυρισμός της περί ηλαττωμένου καταλογισμού. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της α) περί ανικανότητάς της περί καταλογισμού (34 ΠΚ), β) ότι δεν επήλθε κίνδυνος σε ανθρώπους από τον εμπρησμό και να μετατραπεί η κατηγορία σε διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη μέχρι τελέσεως της πράξεως διήγε έντιμο ατομικό οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2β και γ, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατηγορουμένη ωθήθηκε στην πράξη της από αίτια μη ταπεινά, αντιθέτως, όπως προέκυψε, ωθήθηκε στην πράξη της από λόγους εκδίκησης, ούτε αποδείχθηκε ότι στην πράξη της ωθήθηκε από την ανάρμοστη συμπεριφορά του εν διαστάσει συζύγου της". Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές, το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και της επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, α) ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί ως μάρτυρας ο θεράπων ιατρός της κατηγορουμένης Β, αφού το δικαστήριο, από τον συνδυασμό των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, σχημάτισε, όπως αναφέρει, σαφή κρίση περί της υγείας της κατηγορουμένης, και β) ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών 1) της έλλειψης πλήρους καταλογισμού, κατά το άρθρο 34 ΠΚ, 2) της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β' και γ' ΠΚ (ταπεινά αίτια και ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, αντίστοιχα) και 3) της μετατροπής της κατηγορίας, από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε απόπειρα τελεσθείσα σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, μετά την επιβληθείσα από το δικαστήριο ως άνω ποινή, ο συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε το αίτημα περιορισμού της κατηγορουμένης σε ψυχιατρικό κατάστημα ή παράρτημα των φυλακών, κατ' άρθρο 37 του ΠΚ, άλλως με το άρθρο 38 του ιδίου Κώδικα. Επί του αιτήματος αυτού, η προσβαλλομένη, με την 18/2009 παρεμπίπτουσα απόφασή της, δέχθηκε τα εξής: "Κατ' άρθρο 37 ΠΚ, όταν η κατάσταση των ατόμων που έχουν, κατά το άρθρο 36, ηλαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό, επιβάλλει ιδιαίτερη μεταχείριση ή μέριμνα, οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, που του επιβάλλονται, εκτελούνται σε ιδιαίτερα ψυχιατρικά καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών. Κατά το άρθρο 38 παρ. 1, αν εκείνος που έχει κατά το άρθρο 36 ηλαττωμένη ικανότητα καταλογισμού λόγω διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή ο κατά το άρθρο 33 παρ. 2 κωφάλαλος είναι επικίνδυνος στην δημόσια ασφάλεια και η πράξη που τέλεσε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από έξι μήνες, το δικαστήριο τον καταδικάζει σε περιορισμό στα ψυχιατρικά καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών του άρθρου 37. Από την γραμματική διατύπωση του πρώτου άρθρου, σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διατάξει την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ιδιαίτερα ψυχιατρικά καταστήματα ή καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών. Αντιθέτως, από το άρθρο 38 παρ. 1 ΠΚ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτό (ιδίως όταν είναι επικίνδυνος ο κατηγορούμενος), καταδικάζει τον κατηγορούμενο σε περιορισμό στα ψυχιατρικά καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών, υπό τους όρους των παρ. 2 και 3 του άνω άρθρου.
Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι επικίνδυνη στην δημόσια ασφάλεια. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά αιτήματά της". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δέχθηκε ότι μόνον όταν ο κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος στην δημόσια ασφάλεια, έχει υποχρέωση να τον καταδικάσει σε περιορισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα ή σε κατάλληλο προς τούτο παράρτημα των φυλακών. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως εκ τούτου, περαιτέρω, το δικαστήριο δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, με το να μην καταδικάσει την κατηγορουμένη σε περιορισμό σε ψυχιατρικό κλπ κατάστημα, εφόσον δέχθηκε ότι αυτή δεν ήταν επικίνδυνη στην δημόσια ασφάλεια και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 3/2009 αίτηση της Χ, κρατουμένης στο κατάστημα κράτησης ..., για αναίρεση της 14-19/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια.
| 1
|
Αριθμός 2366/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του
αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ , κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οββαδία Ναμία, για αναίρεση της με αριθμό 3136/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαριάδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 300/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σε
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλ. σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόσκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση, μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, στο άρθρο 17 παρ. 1 του π.δ. 778/1980 "μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" ορίζεται ότι "τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" ο εργολάβος υποχρεούται 1) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν το έργο, 2) να τηρεί τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 και 3) να εφαρμόζει τα μέτρα ασφαλείας που ορίζονται στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι ο εργολάβος του έργου έχει ιδιαίτερη υποχρέωση κατά την εκτέλεση του έργου να λαμβάνει και να τηρεί τα αναγκαία για την ασφάλεια των εργαζομένων μέτρα, σύμφωνα με τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού. Ειδικά δε ορίζεται σ' αυτές ότι τα πέρατα των ξυλοτύπων και των πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή με δίκτυα ανεξάρτητα από το ύψος στο οποίο βρίσκονται. Κι αυτό γιατί ο νομοθέτης στις περιπτώσεις που θέλησε να εξαρτάται η λήψη μέτρων ανάλογα με το ύψος της οικοδομής το όρισε ρητά, όπως το προστατευτικό προστέγασμα του άρθρου 11 του Π.Δ. 778/1980 που ορίζεται στο ύψος των 3,5 μέτρων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3136/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρ. 302 του ΠΚ), σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, την ανάγνωση των προσκομισθέντων από τους συνηγόρους των διαδίκων εγγράφων, την απολογία των παρόντων δευτέρου και τρίτης κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη διαδικασθεί, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ ως εργολάβος του ιδιωτικού τεχνικού έργου κατασκευής συγκροτήματος αυτόνομων κατοικιών και συνιδιοκτήτης αυτού, κατασκεύαζε στην περιοχή ... της συγκεκριμένα επί της οδού ..., συγκρότημα αυτόνομων κατοικιών. Ούτω προς εκτέλεση αυτού του έργου ο ανωτέρω ανέθεσε, με προφορική συμφωνία, στον δεύτερο κατηγορούμενο, ..., ως υπεργολάβο, την κατασκευή του φέροντα οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα του ως άνω έργου, στο οποίο ορίστηκε να επιβλέπει η τρίτη κατηγορουμένη Ω. Ειδικότερα την 20-7-2002, ο πρώτος και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, εξ αμελείας τους, ήτοι από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλαν να επιδείξουν και η οποία υπολείπετο αυτής του μετρίου, συνετού, επιμελή και ευσυνείδητου εργολάβου και υπεργολάβου αντίστοιχα, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αλλά και μπορούσαν να καταβάλουν την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια, εν όψει των προσωπικών τους δυνατοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων, εν τούτοις αυτοί δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους, παραβαίνοντας τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες του επαγγέλματος τους. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω παρέλειψαν να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών σε τμήμα του έργου που ανέλαβαν, εφ' όσον δεν τοποθέτησαν εγκαίρως τα ανθεκτικά προστατευτικά κιγκλιδώματα του δώματος στο κτίριο 1 του συγκροτήματος μετά το πέρας του ξυλοτύπου, τα οποία ήταν απαραίτητα και εξασφάλιζαν τους εργαζόμενους από πτώση, με αποτέλεσμα συνεπεία της απερισκεψίας αυτής να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο κενό από ύψος 4,5 περίπου μέτρων ο παθών εργάτης Κ, ο οποίος κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία εργαζόταν στο εν λόγω κτίριο 1 του συγκροτήματος, να τραυματιστεί αυτός σοβαρότατα υποστάς βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κατάγματα σπονδυλικής στήλης, από τα οποία ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ, σύζυγο του θανόντος, Μ1, τεχνικού επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μ2, εργοδηγού του πρώτου κατηγορουμένου, Μ3, οικοπεδούχου και ..., αρχιτέκτονος μηχανικού και ιδία την κατάθεση του Μ1, ο οποίος ως τεχνικός επιθεωρητής προέβη και σε αυτοψία του τόπου του ατυχήματος. Ο τελευταίος στην κατάθεση του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρει ότι για να είχε αποφευχθεί το ατύχημα, έπρεπε να είχαν κατασκευαστεί προστατευτικά κιγκλιδώματα, τα οποία ο ίδιος κρίνει απαραίτητα, ως και ότι το έργο "είχε ξυλοτύπους", ενώ στη συνέχεια της καταθέσεως του αναλύει λεπτομερώς τους τρόπους για να μην είναι οι εργάτες απροστάτευτοι, αναφέροντας την ζώνη, την περιμετρική σκαλωσιά, ακόμη και το δίχτυ ασφαλείας. Η κατάθεση αυτού κρίνεται ως η πλέον αξιόπιστη και δεν αναιρείται από τις αόριστες και υπεκφεύγουσες καταθέσεις των άλλων μαρτύρων, οι οποίες ναι μεν θεωρούν ότι απαραίτητο μέτρο ήταν η τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων, αλλά μετά το πέρας του ξυλοτύπου. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι τον θανόντα χτύπησε το ξυλοτεξ που σηκώθηκε λόγω του πνέοντος ανέμου, συνεπεία του οποίου έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο κενό, δεν ευσταθεί και δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Το αληθές είναι ότι ο ατυχής εργάτης, παρόλο που ήταν ημέρα Σάββατο, μετέβη στην επίδικη οικοδομή για να εργαστεί, πιθανώς σε επείγουσες εργασίες, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ο θανών ήταν με τα ρούχα της εργασίας ίου, και από το ότι ανέβηκε στον 1° όροφο του συγκροτήματος. Επίσης, δεν κρίνεται πιστευτός ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, ότι ο θανών μετέβη στην οικοδομή όχι για να εργαστεί αλλά για να πληρωθεί, ως και ότι ανέβηκε στον όροφο για να κρύψει τα προσωπικά του είδη, ενώ υπήρχε ειδικό μέρος (λυόμενο) για φύλαξη αυτών και μάλιστα κλειδωμένο. Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι ήταν απλός υπάλληλος του πρώτου εξ αυτών και όχι υπεργολάβος. Τούτο προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής του πρώτου προς τον δεύτερο κατηγορούμενο για πληρωμή των εργατών του συνεργείου του, ως και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Μ1, Μ2, Μ3 και κυρίως από την κατάθεση της μάρτυρος Ψ, συζύγου του θανόντος, η οποία χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο κ.... (2°ε κατηγορούμενος) της υποσχέθηκε ότι θα την στηρίξει ηθικά και οικονομικά. Αποδείχθηκε επίσης ότι η τρίτη κατηγορουμένη δεν ήταν υποχρεωμένη να ευρίσκεται καθημερινώς στην εν λόγω οικοδομή και προπαντώς δεν υποχρεούτο να μεταβεί εκεί ημέρα Σάββατο (μη εργάσιμη), ενώ συνυπεύθυνοι για την λήψη και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο έργο είναι ο εργολάβος και ο υπεργολάβος αυτών (αρθρ. 3 του Ν. 1396.83). Η ανωτέρω επισκέφθηκε το έργο την Παρασκευή το πρωί και έδωσε οδηγίες και εντολές σαφείς για την λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας (βλ. κατάθεση ...). Μάλιστα ο μάρτυρας Μ2, αναφέρει ότι η κ. Ω είχε πει "να μπουν δίχτυα αν ήταν δυνατόν... αν γίνεται να τα βάλετε".
Συνεπώς, εν όψει όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι το ατύχημα, το οποίο έγινε εν ώρα εργασίας, οφείλεται στην συγκλίνουσα υπαιτιότητα των δύο πρώτων κατηγορουμένων, προκληθέν από την αμελή των συμπεριφορά, συνισταμένη στις προαναφερόμενες παραλείψεις, οι οποίες ήταν πρόσφορες και ικανές να επιφέρουν το θάνατο του Κ.
Συνεπώς, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που τους αποδίδεται, όπως αυτή διατυπούται στο διατακτικό της παρούσας, να κηρυχθεί αθώα η τρίτη κατηγορουμένη της ιδίας ως άνω πράξης και να αναγνωριστεί στον δεύτερο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ., εφόσον το Δικαστήριο δέχεται ο αυτός διήγε μέχρι την τέλεση της πράξεως έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτός, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, εξέθεσε τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του πραγματικά περιστατικά και προσδιόρισε σαφώς τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, αλλά και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενεργούσε και δέχθηκε ότι από έλλειψη της προσοχής, που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η ενέργειά του, με αποτέλεσμα να επιφέρει τον θάνατο του εργαζόμενου Κ. Αναφέρονται στο σκεπτικό οι επιτακτικοί κανόνες δικαίου από τους οποίους πηγάζουν αμέσως και σαφώς οι πιο πάνω αντίστοιχες υποχρεώσεις (άρθρ. 15 ΠΚ) του αναιρεσείοντος και προσδιορίζονται οι επί μέρους διατάξεις αυτού με την παράθεση του περιεχομένου τους. Αναφέρονται τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να λάβει και να τηρήσει, σύμφωνα και με τις οδηγίες που του δόθηκαν από την επιβλέπουσα το έργο μηχανικό Ω, κι αυτά τα μέτρα ήταν η τοποθέτηση ανθεκτικού προστατευτικού κιγκλιδώματος και θωρακίων στο πέρας του ξυλοτύπου του δώματος στο κτίριο 1, όπου εκτελούνταν εργασίες, προς εξασφάλιση των εργαζομένων από πτώση, τα οποία όμως δεν έλαβε. Αναφέρεται ότι στο σημείο αυτό εργαζόταν ο εργάτης Κ, ο οποίος έχασε την ισορροπία του και λόγω ελλείψεως των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας έπεσε στο κενό και τραυματίστηκε θανάσιμα. Η αντίφαση που υπάρχει μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού ως προς το ύψος από το οποίο έπεσε στο κενό ο παθών (4,5 μέτρα στο σκεπτικό και 7 μέτρα στο διατακτικό), δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή στην εξενεχθείσα από το δικαστήριο κρίση περί της ενοχής του κατηγορουμένου, αφού τα μέτρα ασφαλείας αυτά ορίζονται από το νόμο, αφορούν τα πέρατα των ξυλοτύπων και των πλακών και δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το ύψος της οικοδομής. Ακόμη, αιτιολογεί πλήρως τον υφιστάμενο μεταξύ της επιδειχθείσας από τον αναιρεσείοντα αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, αιτιώδη σύνδεσμο, που αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που είναι αυτοτελής και ως τοιαύτη κρινόμενη συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 4/2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεσης της 3136/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Παράλειψη άρθρου 15 ΠΚ. Έννοια ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως. Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές. Αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος.
|
Ασφαλείας μέτρα
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ασφαλείας μέτρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2364/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. Ζ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 274/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2008 και από 15/9/2008, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1523/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 2ου των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του 1ου των αναιρεσειόντων και να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του 2ου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, αν αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σε αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση για την αναβολή. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠοινΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 18-10-2008 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., αστυφύλακα Α' Α.Τ...., ο αναιρεσείων Χ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 27/1/2009, που είχε προσδιορισθεί η κρινόμενη από 24-9-2008 αίτησή του, που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473 παρ. 2 ΚΠΔ). Κατά την παραπάνω συνεδρίαση, με τη με αριθ. 217/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε, με την παρουσία του αναιρεσείοντος η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Ο αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
2. Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Εξ άλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό ε`) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Πρέπει όμως η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στην φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως, εκ των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, εκείνου της αγοράς δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. 3. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου 1729/1987 (ήδη άρθρο 23 του Ν.3459/2006), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2161/1993 και το εδ.α της παρ.2 του άρθρου 4 του Ν.2408/1996 και αντικαταστάθηκε με άρθρο 2 παρ.15 του Ν.2479/1997, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών (29.412-588.235 €), τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6, 7 του παρόντος νόμου, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ` επάγγελμα ....." Τέλος, κατά το άρθρο 23 του Ν.3459/2006, η ισχύς του οποίου αρχίζει από της 25ης Μαϊου 2006, με την οποία καθορίζονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις, ως υπότροπος θεωρείται όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 8 του ν.1729/1987 (ήδη 23 του κωδικοποιημένου νόμου περί ναρκωτικών), προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής, είναι η βαρύτερη τιμωρία των ατόμων εκείνων, που παρουσιάζουν μια επικινδυνότητα σχετική με την βαρύτητα των αδικημάτων, όπως αυτά οριοθετούνται από τη διάταξη αυτή και σχετίζονται με την εμπορία των ναρκωτικών (άρθρα 5, 6 και 7 του Ν.1729/1987 και ήδη 20, 21 και 22 του Ν.3459/2006). Περαιτέρω η διάταξη της παραγράφου 4 εδ. β` του άρθρου 13 του ν. 1729/87, με την οποία η αγορά, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικής ουσίας (άρθρο 5 παρ. 1 β, ζ Ν. 1729/1987) από δράστη τοξικομανή, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 200.000 έως 5.000.000 δραχμών (590-15.000 €), αν δε είναι υπότροπος, τιμωρείται με πρόσκαιρη κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή 300.000 έως 50.000.000 δραχμών (880 - 150.000 €), δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος που καθιερώνει την αρχή της αναλογικότητας, αφού για την ίδια πράξη της αγοράς κατοχής και μεταφοράς από μη τοξικομανή η απειλούμενη ποινή είναι κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 έως 100.000.000 δραχμών (2.900 - 290.000 €) και υπότροπο δράστη η ανωτέρω αναφερομένη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 88 παρ. 1 ΠΚ, όποιος είχε καταδικαστεί για κακούργημα ή για πλημμέλημα από δόλο σε ποινή στερητική της ελευθερίας που ξεπερνά τους έξι μήνες και μέσα σε πέντε χρόνια από τη δημοσίευση της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, αν είχε καταδικαστεί για πλημμέλημα, και σε 10 χρόνια, αν είχε καταδικαστεί για κακούργημα, τελεί νέο κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο για το οποίο ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, βρίσκεται σε υποτροπή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση υποτροπής η ποινή που προβλέπεται για την πράξη επιβαρύνεται και μπορεί να ξεπεράσει το ανώτατο όριο που ορίζεται στο νόμο και να φτάσει έως το ανώτατο όριο του είδους της επιβαλλόμενης ποινής. Αν στο νόμο ορίζεται διαζευκτικά ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική, επιβάλλεται πάντοτε η πρώτη, επιβαρυνόμενη κατά το προηγούμενο εδάφιο. Όπως προκύπτει από την πρώτη των ως άνω διατάξεων οι προϋποθέσεις της υποτροπής που τάσσει είναι οι αυτές με εκείνες που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 8 Ν. 1729/1987 (23 Ν. 3459/2006), με τη διαφορά ότι η τελευταία απαιτεί καταδίκη μόνον για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και αυξάνει τα όρια της απειλούμενης ποινής ως ανωτέρω, γι αυτό και αποκαλείται ειδική υποτροπή σε σχέση με τη γενική του άρθρου 88 ΠΚ. Εκ τούτων παρέπεται ότι, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της ειδικής υποτροπής του άρθρου 8 Ν. 1729/1987, ο δράστης θα αντιμετωπισθεί από απόψεως ποινικής μεταχειρίσεως εντός των πλαισίων που κατά τα άνω ορίζονται, ανάλογα αν είναι ή όχι τοξικομανής, αποκλειομένων των ανωτέρω ορίων ποινής που ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 89 ΠΚ. Όταν όμως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ειδικής υποτροπής του νόμου περί ναρκωτικών, διότι ο δράστης έχει κηρυχθεί ένοχος για άλλο κακούργημα και όχι κάποιο από εκείνα των άρθρων 5, 6, 7 Ν. 1729/1987, τότε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές από άποψη χρόνου προϋποθέσεις, υφίσταται η γενική υποτροπή του ΠΚ και το Δικαστήριο θα επιμετρήσει την ποινή στα πλαίσια που ορίζει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 89 ΠΚ. Δεν μπορεί δε να υποστηριχθεί ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των γενικών περί υποτροπής διατάξεων του ΠΚ, διότι αποκλείονται από την ειδική υποτροπή του νόμου περί ναρκωτικών, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσίων. Τούτο δε διότι, το μεν ο ειδικός κανόνας υπερισχύει του γενικού όταν μπορεί να τύχει εφαρμογής και όχι όταν, όπως στην περίπτωση αυτή, είναι ανενεργός, το δε η παραδοχή της απόψεως αυτής, θα κατέληγε στο να μη θεωρούνται υπότροποι, κατά τις γενικές διατάξεις του ΠΚ, αν και συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, οι τελέσαντες κακουργήματα του νόμου περί ναρκωτικών που έχουν πολύ μεγαλύτερη απαξία και να τιμωρούνται ελαφρύτερα σε σχέση με τους υπότροπους που τέλεσαν κακουργήματα που ΠΚ, κάτι το οποίο δεν συμπορεύεται με την νομοθεσία περί ναρκωτικών σε σχέση με τα κακουργήματα των διατάξεων των άρθρων 5, 6, 7 Ν. 1729/1987 (ήδη 20, 21, 22 Ν. 3459/2006) και τις απειλούμενες σ αυτές ποινές. 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως λέχθηκε, το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, που δίκασε κατ' έφεση και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα αναιρετική κρίση του, με εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τις κατηγορίες που αποδόθηκαν στον αναιρεσείοντα και τον ως άνω συγκατηγορούμενο του, του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους αναιρεσείοντα: Οι κατηγορούμενοι που έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, χωρίς να μπορούν να αποβάλλουν αυτή με δικές τους δυνάμεις, όπως και η εκκαλουμένη δέχθηκε, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: στις 28-12-2005 στο ύψος του 320 χιλ/τρου της ΕΟ ...κατείχαν από κοινού, δηλαδή είχαν στη φυσική τους εξουσία ποσότητες ηρωίνης συνολικού βάρους 488 gr και δισκία ναρκωτικών φαρμάκων, όπως αυτά περιγράφονται στο διατακτικό χωρίς ιατρική συνταγή. Την άνω ποσότητα ηρωίνης αγόρασαν από κοινού λίγες ημέρες πριν από τις 28-12-2005 από άγνωστο άτομο ... υπηκοότητας. Την ηρωίνη και τα ναρκωτικά φάρμακα μετέφεραν από κοινού με το υπ' αριθμ ... ΕΙΧ αυτοκίνητο κυριότητος του πρώτου κατηγορουμένου από Αθήνα στο 31° χιλ/τρο όπου και συνελήφθησαν. Τις άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κατείχαν όπως απεδείχθη προς εμπορία και όχι προς ιδία αποκλειστική χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, λαμβανομένης συνάμα υπόψη και της μεγάλης ποσότητας που κατείχαν και μετέφεραν. Οι άνω κατηγορούμενοι είναι υπότροποι με την έννοια του άρθρου 88 Π Κ διότι ο μεν πρώτος εξ αυτών (Ζ ) έχει καταδικασθεί αμετάκλητα με τις υπ' αριθμ 629/1998 και 4231/2000 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινές ισόβιας και πρόσκαιρης κάθειρξης αντίστοιχα, για τη διάπραξη διαφόρων κακουργημάτων που δεν αφορούν παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, ο δε δεύτερος τούτων (Χ) έχει καταδικασθεί, αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 116/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Α' βαθμού Λαρίσης σε ποινή κάθειρξης για διακεκριμένες κλοπές. Οι κατηγορούμενοι δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους, η δε καλή συμπεριφορά τους στις φυλακές, η οποία οφείλεται στην τήρηση των κανόνων του σωφρονιστικού συστήματος, και δεν είναι απόρροια της ελεύθερης βούλησης τους δεν αρκεί. Γι αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των άνω πράξεων (κατοχής, μεταφοράς, αγοράς ναρκωτικών ουσιών από κοινού ως τοξικομανείς) ως υπότροποι απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών τους, περ. α) κατοχής, αγοράς και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών για δική τους αποκλειστικά χρήση, β) της έλλειψης υποτροπής και της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικοί) του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ.
Στη συνέχεια επέβαλε στον καθένα κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: Κατά τους παρακάτω ειδικά αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσαν από κοινού, με πρόθεση, περισσότερα του ενός εγκλήματα και ειδικότερα, στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, όντας τοξικομανείς, ήτοι έχοντας αποκτήσει την έξη των ναρκωτικών ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, κατείχαν από κοινού ναρκωτικά και συγκεκριμένα:
Α) Στο ... χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. ..., στις 28-12-2005 και περί ώρα 00.30, κατείχαν εντός του με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορουμένου (Ζ), τρεις ποσότητες ηρωίνης μέσα σε νάιλον συσκευασία, συνολικού μικτού βάρους 488 γραμμαρίων, δέκα (10) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου ... των 10 ml, δέκα (10) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου ...των 10 ml, δεκαπέντε (15) δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου ..., δύο δισκία του ναρκωτικού φαρμάκου... και ένα δισκίο....
Β) Σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, αγόρασαν από κοινού την προαναφερόμενη στο υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου ποσότητα ηρωίνης.
Γ) Κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, μετέφεραν με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο μέσα στο έδαφος της επικράτειας, από κοινού, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, στις 28-12-2005, μετέφεραν από κοινού την προαναφερόμενη στο υπό στοιχείο Α του κατηγορητηρίου ποσότητα ηρωίνης και ναρκωτικών φαρμάκων, με το με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορουμένου (Ζ) επιμελώς κρυμμένα στη βάση του τιμονιού, μέσα στις πλεξούδες των ηλεκτρικών καλωδίων, από την ... στο ... χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής ....
Τις ως άνω πράξεις τέλεσαν καθ' υποτροπή καθόσον ο 1ος κατηγορούμενος (Ζ) έχει καταδικαστεί αμετάκλητα δυνάμει των υπ' αριθμ. 629/1998 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και υπ' αριθμ. 4231/2000 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διά των οποίων, ο ανωτέρω καταδικάστηκε σε ποινές ισόβιας και πρόσκαιρης κάθειρξης, που αφορούν διάφορα εγκλήματα, πλην των ναρκωτικών και ο 2ος κατηγορούμενος (Χ) έχει καταδικαστεί με την υπ' αριθμ. 116/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας σε ποινή καθείρξεως για διακεκριμένες κλοπές.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδάφ. β', ζ', 2, 13 παρ. 1 και 4 ν. 1729/1987, 45, 88 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εφόσον ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, όπως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίος, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητού και το ύψος του τιμήματος, αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου, δεδομένου ότι η παραδοχή αυτής, ότι τις ουσίες αυτές τις αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος, λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων. Περαιτέρω, εφόσον ο αναιρεσείων, όπως ανέλεγκτα έγινε δεκτό, είχε καταδικασθεί αμετάκλητα στις εκεί αναφερόμενες ποινές για κακουργηματικές πράξεις, άλλες εκτός των προβλεπομένων από τον νόμο περί ναρκωτικών και δεν είχε παρέλθει έκτοτε ο χρόνος που ορίζει η διάταξη του άρθρου 88 ΠΚ, ορθώς το Εφετείο, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, έκρινε ότι αυτός τελούσε σε υποτροπή κατά την τελευταία αυτή διάταξη, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν αποκλειόταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως στην ίδια νομική σκέψη λέχθηκε, η εφαρμογή της, αβάσιμα δε υποστηρίζονται τα αντίθετα με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως. Περαιτέρω, εφόσον ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των ανωτέρω πράξεων ως τοξικομανής και κρίθηκε ότι τύγχανε υπότροπος κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 88 ΠΚ, ορθώς το Δικαστήριο του επέβαλε την ανωτάτη ποινή φυλακίσεως (5 έτη) που προβλέπει η διάταξη του άρθρο 13 παρ. 4 εδαφ. β'Ν. 1729/1987 και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) € με ανωτάτη απειλουμένη 15.000 €, καθόσον οι ποινές αυτές κείνται εντός των ορίων της διατάξεως 89 ΠΚ και δεν παραβιάζεται με την επιβολή τους η ανωτέρω αναφερθείσα αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα αυτοτελής ισχυρισμός να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρο 84 παρ. 2 ε ΠΚ, με θεμελίωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, στη καλή συμπεριφορά του, κατά τον χρόνο της κρατήσεως του, συνιστάμενη στην συνεπή και μετ' επιμελείας παρακολούθηση στη φυλακή προγράμματος απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και στην καταβολή επίμονης προς τούτο προσπάθειας, σύμφωνα με αυτά που λέχθηκαν στην υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, δεν συνιστά την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Επομένως το Εφετείο δεν υποχρεούταν να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ` αυτών απορριπτική κρίση του, παρά ταύτα όμως απάντησε και τον απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία, η οποία τυγχάνει πλήρης και εμπεριστατωμένη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς οι ανωτέρω ήδη αναφερθέντες πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 61 Π.Κ., όταν ο δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη, αν: α) η ποινή που επιβλήθηκε είναι τουλάχιστον ενός έτους και β) η πράξη που έχει τελεσθεί φανερώνει από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο τέλεσης της και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του δράστη. Η ηθική διαστροφή του δράστη εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, επιβάλλοντας την παρεπόμενη αυτή ποινή, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την εν λόγω ηθική μείωση, η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την ικανότητα για εκπλήρωση ορισμένων λειτουργιών και ενάσκηση ορισμένων δικαιωμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 63 και 64 Π.Κ. (ΑΠ 561/1996). Δεν απαιτείται κάτι τέτοιο αν η επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής τυγχάνει υποχρεωτική σε περίπτωση καταδίκης για συγκεκριμένο έγκλημα (βλ. 263 ΠΚ), ή η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων επέρχεται αυτοδίκαια, όπως λ.χ. σε περίπτωση καταδίκης για λαθρεμπορία κατά το άρθρο 105 του Ν. 1165/1918 περί του προϊσχύσαντος τελωνειακού κώδικος, (ΑΠ 1593/2004, ΑΠ 1601/2002, ΑΠ 1526/2002). Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλάκισης για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, διότι δεν ορίζεται διαφορετικά στις σχετικές διατάξεις του Ν. 1729/1987 και του Κ.Ν.Ν 3459/2006. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την ως άνω πράξη του, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αλλά και ήδη λέχθηκε, σε φυλάκιση 5 ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) €, του επιβλήθηκε δε και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του επί τριετία χωρίς καμιά σχετική αιτιολογία. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με τη συνδρομή της απαιτούμενης από το άρθρο 61 Π.Κ. ως άνω προϋποθέσεως για την επιβολή στον αναιρεσείοντα της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, πρέπει να γίνει δεκτός ν' αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη μόνον, κατά το μέρος τούτο, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και, κατ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 469 ΚΠΔ και για τον συγκατηγορούμενο του Χ, του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, αφού ο λόγος που γίνεται δεκτός δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που είχαν δικάσει προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση του Χπερί αναιρέσεως της 274/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ
Αναιρεί την 274/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τη διάταξή της που επέβαλε στους κηρυχθέντες με αυτή ενόχους κατηγορουμένους στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους επί 3ετία. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για να νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός αυτών που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγορά, κατοχή, μεταφορά ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης). Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας για αγορά να αναφέρεται το όνομα του πωλητού και το τίμημα αγοράς. Πλήρης η αιτιολογία της καταδικαστικής για αγορά αποφάσεως ότι "αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος" (ΑΠ 205/2008, ΑΠ 792/2007, ΑΠ 858/2007). Υπότροπος κατ' άρθρο 8 Ν.1729/1987 (23 Κ.Ν.Ν.). Έννοια. Σκοπός διατάξεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής (ΑΠ 2384/2007). Τιμώρηση τοξικομανούς υποτρόπου. Ουχί αντίθεση σε αρχή αναλογικότητας άρθρο 25 Συντάγματος (ΑΠ 969/ 2003). Διαφορετική η υποτροπή του 88 ΠΚ. Μπορεί να κηρυχθεί υπότροπος με αυτή αν δεν συντρέχουν προϋποθέσεις 8 Ν.1729/1987. Ελαφρυντική περίσταση 84 § 2ε' ΠΚ. Όχι όταν ο υπαίτιος επέδειξε καλή συμπεριφορά ενώ ήταν κρατούμενος (ΑΠ 131/2008, ΑΠ 384/2007). Στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 61 ΠΚ). Ανάγκη ειδικής αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση του 1ου αναιρεσείοντος. Αναιρεί κατά τη διάταξή της που επέβαλε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων επί 3ετία. Παραπέμπει ως προς το μέρος αυτό.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2362/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Μπατζαλέξη), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 119, 120, 121/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 951/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, με αριθμό 270/19-8-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 122/25-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ' αριθ. 119, 120, 121/2009 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, μαζί με τη σχετική δικογραφία και εκθέτω τα εξής : Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανυπαρξία ή η αοριστία, εξάλλου, των λόγων της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλα έξω από την έκθεση αναιρέσεως έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 του Κ.Π.Δ., την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2/2002 σε Ολομέλεια Π. Χρ. ΝΒ7691). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη υπ' αριθ. 122/25-2-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 119, 120, 121/2009 απόφαση του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και τη συνολική φυλάκιση των 20 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας, της κλοπής και της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του χρήση από μη τοξικομανή (άρθρα 299 § 1 και 372 § 1 Π.Κ. και άρθρα 1 § 2β', 10 §§ 1 και 13β και 14 Ν. 2168/93, 4 §§ 1 και 3 Πιν. Α5, 12 § 1 του Ν. 1729/87 σε συνδ. με το άρθρο 29 § 1 του Ν. 3459/2006 (Κ.Ν.Ν.). Από τη συνταγείσα εξάλλου για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ...υπ' αριθ. 122/25-2-2009 σχετική έκθεση, προκύπτει ότι ζητεί ο κρατούμενος στο Κατάστημα αυτό αναιρεσείων, την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης διότι "Δεν εκτιμήθηκαν όπως θα έπρεπε οι ελαφρυντικοί παράγοντες". Το περιεχόμενο αυτό έχουσα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρει κανέναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. λόγους αναίρεσης στον οποίο να υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει ως εκ τούτου να κηρυχθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω : Α) Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθ. 122/25-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της υπ' αριθ. 119, 120, 121/2009 αποφάσεως του Α' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και Β) Να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα
16 - 8 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατ' αποφάσεως, πρέπει στη δήλωση ασκήσεως αυτής να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται στην αίτηση αναιρέσεως ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεσης σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. 2/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη 122/25-2-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 119, 120, 121.2009 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και στη συνολική φυλάκιση των 20 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας, της κλοπής και της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών για δική του χρήση από μη τοξικομανή. Εξάλλου, από την συνταγείσα 122/25-2-2009 ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ...έκθεση αναίρεσης, προκύπτει ότι ο κρατούμενος στο Κατάστημα αυτό αναιρεσείων, ο οποίος ζητεί την αναίρεση της παραπάνω αποφάσεως, αναφέρει σ' αυτήν ως λόγο αναίρεσης ότι "δεν εκτιμήθηκαν όπως θα έπρεπε οι ελαφρυντικοί παράγοντες". Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν κανένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, λόγους αναίρεσης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, στον οποίο να έχει υποπέσει η προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει ως εκ τούτου να κηρυχθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476, 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 122/25-2-2009 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., κατά της 119, 120, 121/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2363/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 70342/2008, 71777/2008, 77427/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με κατηγορούμενη την Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μαντά.
Με πολιτικώς ενάγουσα την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΔΗΛΑΣΙΑΣ", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην ... και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 15/13.3.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 393/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομιστούν κρίσιμα για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου έγγραφα, τα οποία προσδιορίζονται ή να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του Κ.Π.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση, εφόσον όμως η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά. Εάν το αίτημα δεν είναι ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος και εντεύθεν η παράλειψη απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως, ούτε η απορριπτική του αιτήματος απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να μη ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Β' και Δ' λόγοι αναιρέσεως, αντίστοιχα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, με την οποία η κατηγορούμενη κηρύχθηκε αθώα, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ εξακολούθηση και απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο ο συνήγορος της πολιτικώς ενάγουσας είχε ζητήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, την αναβολή της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου, όπως κατά λέξη έχει καταχωρηθεί το αίτημα στη σελ. 22 των πρακτικών, "να προσκομισθούν νέα έγγραφα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού για να διαπιστωθεί αν η κατηγορουμένη είχε συμπεριληφθεί στον προϋπολογισμό". Με το περιεχόμενο αυτό το αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις είναι εντελώς αόριστο, διότι δεν εξειδικεύονται τα νέα έγγραφα της Γ.Γ. Αθλητισμού και ποιόν προϋπολογισμό αφορούσαν, ούτε καθορίσθηκε η ταυτότητά τους. Επομένως, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του, ως εκ περισσού δε απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία που αναφέρεται στα πρακτικά. Στην αίτηση αναιρέσεως από παραδρομή αναφέρεται (βλ. σελ. 4) ότι τα έγγραφα των οποίων ζητήθηκε η προσκόμιση ήταν ειδικότερα οι προϋπολογισμοί των ετών 2000 και 2001, ώστε να διαπιστωθεί αν σ αυτά τα έγγραφα η κατηγορουμένη συμπεριλαμβάνεται στο προσωπικό των τακτικών ή εκτάκτων υπαλλήλων, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, τέτοια έγγραφα δεν αναφέρονται στο με το ανωτέρω περιεχόμενο αίτημα αναβολής, το οποίο παρατίθεται αυτολεξεί στη σελ. 5 της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε το αίτημα αναβολής της πολιτικώς ενάγουσας (510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ), τυγχάνει αβάσιμος. Κατ ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 15/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 70342, 71777, 77427/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέως ΑΠ κατά αθωωτικής αποφάσεως κατ' άρθρο 505 § 2 ΚΠΔ (ΑΠ 380/2009). Έλλειψη αιτιολογίας παρεμπίπτουσας απόφασης που απέρριψε αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Αόριστο το αίτημα. Όχι υποχρέωση αιτιολογήσεως. (ΑΠ 74/2009, ΑΠ 434/2009, 2468/2008). Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Αναβολής αίτημα, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2359/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πανταζή, περί αναιρέσεως της 2055/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 89/09.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παραγ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους οργανισμούς αυτούς, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές) με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγ. 1 Οργανισμούς, και δεν καταβάλλει ή δεν αποδώσει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3346/2005, που ορίζει ότι, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα 2000 ευρώ και ήδη από τις 16-9-2009 και εντεύθεν τα 5000 ευρώ, κατ' άρθρο 4 της ΠΝΠ της 16-9-2009, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι α) το όριο των 2010 ευρώ και ήδη 5000 ευρώ αναφέρεται στο συνολικό ποσό των κατά περίπτωση εισφορών εργοδοτικών ή εργατικών, αφού πρόκειται για δύο αυτοτελή εγκλήματα, η αντικειμενική υπόσταση των οποίων συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά, β) αν το συνολικώς οφειλόμενο ποσόν εισφορών, εργοδοτικών ή εργατικών, είναι μικρότερο των 2000 ευρώ και από τις 16-9-2009 και εντεύθεν των 5000 ευρώ, δεν θεμελιώνεται αξιόποινη πράξη μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών ή παρακρατήσεως εισφορών, γ) η εν λόγω διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού απαιτεί επιπροσθέτως επιπλέον η οφειλή να υπερβαίνει το ποσόν των 5000 ευρώ, και επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμόζεται και γιατί πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τη θέ3ση της σε ισχύ στις 16-9-2009 και δ) το συνολικό ποσό της οφειλής προσδιορίζεται από το συνολικό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο υπόχρεος καθυστερεί την καταβολή των εισφορών και όχι από το 'θψος της κατά μήνα οφειλής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων 2 ΠΚ, 511 εδ. γ, 514 εδ γ, περ. β και 518 παρ. 1 του ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, εάν μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, επακολουθήσει νεότερος νόμος, ο οποίος χαρακτηρίζει την πράξη, για την οποία εχώρησε καταδίκη, ως μη αξιόποινη, τότε ο Αρειος Πάγος, αν η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως το νεότερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2055/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σύμφωνα με το σκεπτικό - διατακτικό της ως άνω απόφασης, για μη έγκαιρη καταβολή προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματικών και Βιοτεχνών Ελλάδος (ΤΕΒΕ), που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και ήδη Κοινωνικών Υπηρεσιών των βαρυνουσών την ίδια εργοδοτικών εισφορών, οι οποίες αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 2/2003 έως 4/2004 και ανερχόνταν στο ποσό των 3468,96 ευρώ, και μικρότερο του ορίου των 5000 ευρώ για το μη αξιόποινο πλέον της εν λόγω πράξης, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματικό προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης, χωρίς να αποφανθεί προηγουμένως για την αναστολή της ποινής αυτής. Η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε με την εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας από πληρεξούσιο δικηγόρο της στις 21-5-2008, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 1-12-2008 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 573 παρ. 2 ΚΠΔ, με επίδοση της στον Εισαγγελέα του Αρείου πάγου την 22-12-2008 (ημέρα Δευτέρα), όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επάνω σ' αυτήν της δικαστικής επιμελήτριας το Πρωτοδικείο Αθηνών .... Όμως, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση κατ' αυτής της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που είναι τυπικά δεκτή, επακολούθησε η προδιαληφθείσα επιεικέστερη (για τους μικροφειλέτες έως το ποσό των 5000 ευρώ προς το ΙΚΑ και τους με αυτό εξομοιωμένους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, όπως είναι το ΤΕΒΕ) διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3346/2005 και το υπό των διατάξεων του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 εγκλήματος μη καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΕΒΕ συνολικού ποσού έως 5000 ευρώ δεν είναι πράξη αξιόποινη.
Συνεπώς πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή και περιέχει τουλάχιστον ένα παραδεκτό λόγο αναίρεσης, όπως είναι ο περί υπέρβασης εργασίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 4 ΚΠΔ), ως προς τη μετατροπή της ως άνω ποινής χωρίς προηγούμενη έρευνα για την αναστολή της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί αθώα η κατηγορουμένη της ως άνω πράξης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2055/2008 απόφαση του Τριεμλούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.
Κηρύσσει αθώα την αναιρεσείουσα του ότι στο ... την 2-8-2004 ενώ διατηρούσε πρατήριο σιγαρέτων και διατηρούσε το κατάστημα στο όνομα της κατά το χρονικό διάστημα από 2/2003 μέχρι 4/2004, κατά το οποίο είχε νόμιμο υποχρέωση καταβολής, μέσα πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα, των βαρυνουσών αυτήν την ίδια μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) προς το Ταμείο Ασφάλισης Επαγγελματικών και Βιοτεχνών της Ελλάδος, υπαγόμενο στο Υπουργείο εργασίας και ήδη Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, δεν κατέβαλε αυτές (εισφορές) μέσα σε αν μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές και που ανέχονται κατά το προαναφερθέν διάστημα στο ποσό των 3468,96 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί. Ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ κλπ ασφαλιστικούς Οργανισμούς. Μη αξιόποινη πράξη η καθυστέρηση συνολικής οφειλής μέχρι το ποσό των 5.000 ευρώ από της 16-9-2009 και εντεύθεν. Αίτηση αναίρεσης. Αν είναι τυπικά δεκτή και υπάρχει ένας παραδεκτός λόγος αναίρεσης, αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση που αφορά εισφορές μέχρι 5.000 ευρώ και κηρύσσεται αθώος ο αναιρεσείων.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
Κ.Μ.
ΑΡΙΘΜΟΣ 2358/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Y1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 487/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 213/18.6.09, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, κατά του υπ'αριθμ. 343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1074/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη εις βαθμό κακουργήματος, από κοινού μετά του συγκατηγορουμένου του. Προβάλλει δε, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 § § 1,3 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Ως γεγονότα δε, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ'άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 2200/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι ετέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, έκαστος τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι έκαστος συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι έκαστος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. ΑΠ 50/1990). Τέλος, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Εσφαλμένη δε ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο προσδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη (ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, προσδιοριζομένων κατ'είδος, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών, Y1, είναι έμπορος, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, διατηρώντας για τον σκοπό αυτό συναφή ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε. ", που βρίσκεται στο ... και συγκεκριμένα στην οδό ... Περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2004, στα πλαίσια της παραπάνω δραστηριότητας του, έλαβε παραγγελία από πελάτη της ως άνω εταιρείας του σχετικά με την αγορά ενός πολυτελούς μεταχειρισμένου αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ενός τζίπ, μάρκας "Porsche Cayen". Επειδή όμως, κατά το διάστημα, αυτό η ρηθείσα εταιρεία του δεν διέθετε προς πώληση, ούτε ανέμενε άμεση εισαγωγή ή παραλαβή από το εξωτερικό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, απευθύνθηκε στον φίλο του M1, επίσης έμπορο και εισαγωγέα αυτοκινήτων, ρωτώντας τον, αν η επιχείρηση του διέθετε τέτοιο αυτοκίνητο. Ο τελευταίος του απάντησε αρνητικά, προσφέρθηκε όμως να τον βοηθήσει, συστήνοντας του τον εκκαλούντα X1, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του και μή ασκήσαντα έφεση κατά του ρηθέντος βουλεύματος, M2, τους οποίους είχε γνωρίσει κατά το παρελθόν και οι οποίοι, όπως πίστευε και ο ίδιος από τις διαβεβαιώσεις τους, ασχολούνταν με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό πολυτελών αυτοκινήτων από την Γερμανία. Πράγματι, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2004, οι κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα στο κατάστημα του, στην ρηθείσα έδρα της εταιρείας του, παρουσία και του κοινού τους φίλου M1. Στη συνάντηση αυτή, ο εγκαλών, εξέθεσε στους κατηγορούμενους το πρόβλημα του, δηλαδή την ανάγκη που είχε για άμεση εισαγωγή και παράδοση σε αυτόν ενός τζιπ, μάρκας "Porsche Cayen", προκειμένου στη συνέχεια να το πωλήσει σε πελάτη της εταιρείας του. Οι κατηγορούμενοι τότε, μετά από συναπόφαση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτόν (εγκαλούντα), ότι έχουν εμπειρία στην εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ότι έχουν μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι έχουν στη Θεσσαλονίκη μεγάλη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων και ότι μπορούσαν να εισαγάγουν, εκτελωνίσουν και παραδώσουν σε αυτόν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο εντός ολίγων ημερών. Πεισθείς ο εγκαλών από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, έδωσε εντολή σε αυτούς να εισαγάγουν και να εκτελωνίσουν το αυτοκίνητο αυτό για λογαριασμό του. Από την αρχή δε της γνωριμίας τους και σε κάθε σχετική συζήτηση που είχαν με τον εγκαλούντα, οι κατηγορούμενοι δήλωναν σε αυτόν ότι το τίμημα της αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο υπολόγιζαν περίπου στα 60.000-65.000 ευρώ θα καταβαλλόταν μετά την εισαγωγή του στην Ελλάδα, καθώς, όπως εν γνώσει τους ψευδώς τόνιζαν, διέθεταν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δεν υπήρχε ανάγκη να τους καταβάλει κανένα χρηματικό ποσό μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών εκτελωνισμού του ρηθέντος αυτοκινήτου. Πράγματι, στις 5-2-2004 και ενώ στο μεταξύ είχαν αλλεπάλληλες (σχεδόν καθημερινές) επαφές με τους κατηγορουμένους, στις οποίες οι τελευταίοι ακολουθώντας το καλά οργανωμένο σχέδιο τους να εξαπατήσουν τον εγκαλούντα, τον διαβεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν ήδη προβεί στην αγορά του ως άνω αυτοκίνητου, επισκέφθηκαν οι κατηγορούμενοι στα γραφεία της εταιρίας του τον εγκαλούντα, παρουσία πάλι και του M1 και του δήλωσαν ψευδώς ότι, δήθεν, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο βρισκόταν ήδη στις αποθήκες του τελωνείου, έτοιμο προς εκτελωνισμό. Κατά τη συνάντησή τους αυτή ζήτησαν από τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 64.000 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το τίμημα της αγοράς του αυτοκινήτου στη Γερμανία, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και εκτελωνισμού του στην Ελλάδα. Πράγματι, κατά την συνάντηση αυτή, ο εγκαλών κατέβαλε στον εκκαλούντα X1 το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ, ενώ το πρωί της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 6-2-2004, κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε ο M2 στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από τον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 14.000 ευρώ και από τον M1, για λογαριασμό του εγκαλούντος, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, (Βλ. σχετ. τις από 6-2-2004 δύο αποδείξεις είσπραξης της Α.Τ.Ε., ποσών 14.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα). Παρά ταύτα και μολονότι οι κατηγορούμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα του παρέδιδαν το εν λόγω αυτοκίνητο αμέσως μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού, αυτοί όχι μόνο δεν του παρέδωσαν το εν λόγω αυτοκίνητο, αλλά εξαφανίσθηκαν, αποφεύγοντας πλέον να έχουν οποιαδήποτε επαφή με τον εγκαλούντα. Θορυβημένος πλέον από την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ο εγκαλών, άρχισε έρευνα στο τελωνείο για την αναζήτηση του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, όπου προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όχι μόνο δεν είχε εκτελωνισθεί, αλλά ότι ουδέποτε είχε εισαχθεί στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, αποδύθηκε σε μία αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης των κατηγορουμένων, τους οποίους τελικά κατόρθωσε να ανεύρει, χάρη και στην συνδρομή του προαναφερόμενου φίλου του M1. Στην συνάντηση του με τους κατηγορούμενους και στις εντονότατες διαμαρτυρίες του για την παραπάνω εξαπατητική τους συμπεριφορά ο M2 του επέστρεψε το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, ενώ ο εκκαλών X1, αρνήθηκε την επιστροφή του χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει σε αυτόν ο εγκαλών, προβάλλοντας - διάφορες προσχηματικές δικαιολογίες και εμμένοντας στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του. Στη συνέχεια φρόντισαν και οι δύο να εξαφανισθούν και πάλι και έκτοτε δεν είχαν καμία επαφή με τον εγκαλούντα.
Όλα τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή, πράγμα το οποίο και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, καθόσον ούτε φερέγγυοι επιχειρηματίες ήταν, ούτε είχαν στην Θεσσαλονίκη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων, ούτε ασχολούνταν με την εισαγωγή και εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ούτε φυσικά είχαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τα παραπάνω υπεσχημένα, τα οποία εξαρχής είχαν λάβει την συναπόφαση να μην εκτελέσουν. Με τις παραπάνω δε ψευδείς παραστάσεις, εκ των οποίων όσες ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων (περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, του μεγάλου κύκλου πελατών που διέθεταν και της δυνατότητας τους να επιτύχουν άμεσα την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του ρηθέντος αυτοκινήτου), παρέπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει, χωρίς νόμιμη αιτία, τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής αποσκοπούσαν, με αντίστοιχη ζημία αυτού, η οποία προκλήθηκε κατά άμεσο τρόπο στην περιουσία του και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 54.000 ευρώ, ενώ αν αυτός γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι επέδειξαν μεθοδικότητα ως προς τον τρόπο σύλληψης και εκτέλεσης του σχεδίου παραπλάνησης του ανυποψίαστου παθόντος, καθώς σχεδίασαν προσεκτικά τον τρόπο ανεύρεσης υποψηφίου θύματος και φρόντισαν τεχνηέντως να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι συναντήθηκαν επανειλημμένως με τον εγκαλούντα και είχαν με αυτόν σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επαφή, παρέχοντας του συνεχώς τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ενώ είχαν φροντίσει και από το παρελθόν να δημιουργήσουν την κατάλληλη υποδομή για να τελέσουν την ρηθείσα κακουργηματική πράξη, καθώς είχαν δώσει τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και της ενασχόλησης τους με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων και σε άλλα πρόσωπα, όπως στον προαναφερόμενο M1 και κάποιον M3, προσδοκώντας προφανώς με τον τρόπο αυτό να διαδοθεί ευρύτερα το ψευδές αυτό γεγονός, όπως και πράγματι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και να προσελκύσουν έτσι ευκολότερα ανυποψίαστα θύματα (Βλ. σχετ. την από 5-9-2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας M1, ενώπιον της ρηθείσας ανακρίτριας). Ενεργούσαν, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, ωσάν να επρόκειτο για την ανάπτυξη νόμιμης μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας και δρούσαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου και όχι στηριζόμενοι στην τύχη, ενώ από την προπεριγραφείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει και την ετοιμότητα τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης, προκύπτει ότι ήταν σταθερά προσανατολισμένοι και στον πορισμό εισοδήματος για δικό τους λογαριασμό. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και συνεπλήρωσε αυτό διά του άρθρ. 45 ΠΚ και του άρθρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, αντικαταστήσαντος την παρ. 3 του άρθρ. 386 ΠΚ, επεκύρωσε τούτο.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Ειδικότερα, τα αποδεικτικά μέσα, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, ελήφθησαν όλα υπ'όψη και συνεξετιμήθησαν, η δε ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται και στην επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα τελέσεως της πράξεως. Εξ άλλου, το Συμβούλιο Εφετών ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ'ΚΠΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία δε, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω-----------------------
Να απορριφθή η από 23-3-2009 αίτηση αναιρέσεως του X1, κατά του υπ'αριθμ. 343/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 6 Μαΐου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η 27/23-3-2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του X1 στρέφεται κατά του 343/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, η έφεσή του, κατά του 1074/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων και ο μη εκκαλέσας M2 στο Εφετείο Kακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης από κοινού, κατ επάγγελμα, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 €, (άρθρα 13 στ', 45 και 386 παρ. 1 και 3 α ΠΚ). Η αναίρεση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπο που δικαιούται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. 2. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παρ. 3 α και β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε, αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.), β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δραχμών). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ` του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ` προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ` επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστικού συμβουλίου. Τέλος λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β ΚΠοινΔ, συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 343/2009 βούλευμά του, αφού το συμπλήρωσε όπως αναφέρεται στο διατακτικό του, απέρριψε την κατ αυτού ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση και επικύρωσε το εκκληθέν υπ' αριθμ. 1074/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχαν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ο αναιρεσείων και ο μη διάδικος στο Εφετείο και στο παρόν Δικαστήριο M2 για να δικασθούν για την πράξη της από κοινού απάτης, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα, η δε προκληθείσα ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος αυτών υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 €. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση και στα μνημονευόμενα σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών, Y1, είναι έμπορος, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, διατηρώντας για τον σκοπό αυτό συναφή ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " ... Ο.Ε. ", που βρίσκεται στο ... και συγκεκριμένα στην οδό ... Περί τα τέλη Ιανουαρίου του έτους 2004, στα πλαίσια της παραπάνω δραστηριότητας του, έλαβε παραγγελία από πελάτη της ως άνω εταιρείας του σχετικά με την αγορά ενός πολυτελούς μεταχειρισμένου αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ενός τζίπ, μάρκας "Porsche Cayen". Επειδή όμως, κατά το διάστημα, αυτό η ρηθείσα εταιρεία του δεν διέθετε προς πώληση, ούτε ανέμενε άμεση εισαγωγή ή παραλαβή από το εξωτερικό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, απευθύνθηκε στον φίλο του M1, επίσης έμπορο και εισαγωγέα αυτοκινήτων, ρωτώντας τον, αν η επιχείρηση του διέθετε τέτοιο αυτοκίνητο. Ο τελευταίος του απάντησε αρνητικά, προσφέρθηκε όμως να τον βοηθήσει, συστήνοντας του τον εκκαλούντα X1, καθώς και τον συγκατηγορούμενό του και μή ασκήσαντα έφεση κατά του ρηθέντος βουλεύματος, M2, κάτοικο ..., τους οποίους είχε γνωρίσει κατά το παρελθόν και οι οποίοι, όπως πίστευε και ο ίδιος από τις διαβεβαιώσεις τους, ασχολούνταν με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό πολυτελών αυτοκινήτων από την Γερμανία. Πράγματι, στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2004, οι κατηγορούμενοι επισκέφθηκαν τον εγκαλούντα στο κατάστημα του, στην ρηθείσα έδρα της εταιρείας του, παρουσία και του κοινού τους φίλου M1. Στη συνάντηση αυτή, ο εγκαλών, εξέθεσε στους κατηγορούμενους το πρόβλημα του, δηλαδή την ανάγκη που είχε για άμεση εισαγωγή και παράδοση σε αυτόν ενός τζιπ, μάρκας "Porsche Cayen", προκειμένου στη συνέχεια να το πωλήσει σε πελάτη της εταιρείας του. Οι κατηγορούμενοι τότε, μετά από συναπόφαση, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς σε αυτόν (εγκαλούντα), ότι έχουν εμπειρία στην εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ότι έχουν μεγάλο κύκλο πελατείας, ότι έχουν στη Θεσσαλονίκη μεγάλη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων και ότι μπορούσαν να εισαγάγουν, εκτελωνίσουν και παραδώσουν σε αυτόν το προαναφερόμενο αυτοκίνητο εντός ολίγων ημερών. Πεισθείς ο εγκαλών από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, έδωσε εντολή σε αυτούς να εισαγάγουν και να εκτελωνίσουν το αυτοκίνητο αυτό για λογαριασμό του. Από την αρχή δε της γνωριμίας τους και σε κάθε σχετική συζήτηση που είχαν με τον εγκαλούντα, οι κατηγορούμενοι δήλωναν σε αυτόν ότι το τίμημα της αγοράς του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο υπολόγιζαν περίπου στα 60.000-65.000 ευρώ θα καταβαλλόταν μετά την εισαγωγή του στην Ελλάδα, καθώς, όπως εν γνώσει τους ψευδώς τόνιζαν, διέθεταν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δεν υπήρχε ανάγκη να τους καταβάλει κανένα χρηματικό ποσό μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών εκτελωνισμού του ρηθέντος αυτοκινήτου. Πράγματι, στις 5-2-2004 και ενώ στο μεταξύ είχαν αλλεπάλληλες (σχεδόν καθημερινές) επαφές με τους κατηγορουμένους, στις οποίες οι τελευταίοι ακολουθώντας το καλά οργανωμένο σχέδιο τους να εξαπατήσουν τον εγκαλούντα, τον διαβεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν ήδη προβεί στην αγορά του ως άνω αυτοκίνητου, επισκέφθηκαν οι κατηγορούμενοι στα γραφεία της εταιρίας του τον εγκαλούντα, παρουσία πάλι και του M1 και του δήλωσαν ψευδώς ότι, δήθεν, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο βρισκόταν ήδη στις αποθήκες του τελωνείου, έτοιμο προς εκτελωνισμό. Κατά τη συνάντησή τους αυτή ζήτησαν από τον εγκαλούντα να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 64.000 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το τίμημα της αγοράς του αυτοκινήτου στη Γερμανία, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και εκτελωνισμού του στην Ελλάδα. Πράγματι, κατά την συνάντηση αυτή, ο εγκαλών κατέβαλε στον εκκαλούντα X1 το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ, ενώ το πρωί της επόμενης ημέρας, δηλαδή στις 6-2-2004, κατατέθηκε στο λογαριασμό που τηρούσε ο M2 στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος από τον εγκαλούντα το χρηματικό ποσό των 14.000 ευρώ και από τον M1, για λογαριασμό του εγκαλούντος, το χρηματικό ποσό των 20.000 ευρώ, (Βλ. σχετ. τις από 6-2-2004 δύο αποδείξεις είσπραξης της Α.Τ.Ε., ποσών 14.000 και 20.000 ευρώ αντίστοιχα). Παρά ταύτα και μολονότι οι κατηγορούμενοι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι θα του παρέδιδαν το εν λόγω αυτοκίνητο αμέσως μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού, αυτοί όχι μόνο δεν του παρέδωσαν το εν λόγω αυτοκίνητο, αλλά εξαφανίσθηκαν, αποφεύγοντας πλέον να έχουν οποιαδήποτε επαφή με τον εγκαλούντα. Θορυβημένος πλέον από την ως άνω συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ο εγκαλών, άρχισε έρευνα στο τελωνείο για την αναζήτηση του προαναφερόμενου αυτοκινήτου, όπου προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο όχι μόνο δεν είχε εκτελωνισθεί, αλλά ότι ουδέποτε είχε εισαχθεί στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, αποδύθηκε σε μία αγωνιώδη προσπάθεια αναζήτησης των κατηγορουμένων, τους οποίους τελικά κατόρθωσε να ανεύρει, χάρη και στην συνδρομή του προαναφερόμενου φίλου του M1. Στην συνάντηση του με τους κατηγορούμενους και στις εντονότατες διαμαρτυρίες του για την παραπάνω εξαπατητική τους συμπεριφορά ο M2 του επέστρεψε το χρηματικό ποσό των 8.000 ευρώ, ενώ ο εκκαλών X1, αρνήθηκε την επιστροφή του χρηματικού ποσού που είχε καταβάλει σε αυτόν ο εγκαλών, προβάλλοντας - διάφορες προσχηματικές δικαιολογίες και εμμένοντας στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του. Στη συνέχεια φρόντισαν και οι δύο να εξαφανισθούν και πάλι και έκτοτε δεν είχαν καμία επαφή με τον εγκαλούντα.
Όλα τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή,· πράγμα το οποίο και γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, καθόσον ούτε φερέγγυοι επιχειρηματίες ήταν, ούτε είχαν στην Θεσσαλονίκη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων, ούτε ασχολούνταν με την εισαγωγή και εκτελωνισμό αυτοκινήτων, ούτε φυσικά είχαν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τα παραπάνω υπεσχημένα, τα οποία εξαρχής είχαν λάβει την συναπόφαση να μην εκτελέσουν. Με τις παραπάνω δε ψευδείς παραστάσεις, εκ των οποίων όσες ανάγονταν στο μέλλον συνοδεύονταν από ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις αναφερομένων στο παρελθόν και παρόν γεγονότων (περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, του μεγάλου κύκλου πελατών που διέθεταν και της δυνατότητας τους να επιτύχουν άμεσα την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του ρηθέντος αυτοκινήτου), παρέπεισαν τον εγκαλούντα να τους καταβάλει, χωρίς νόμιμη αιτία, τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος, στο οποίο εξαρχής αποσκοπούσαν, με αντίστοιχη ζημία αυτού, η οποία προκλήθηκε κατά άμεσο τρόπο στην περιουσία του και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 54.000 ευρώ, ενώ αν αυτός γνώριζε την αλήθεια, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του εν λόγω χρηματικού ποσού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι επέδειξαν μεθοδικότητα ως προς τον τρόπο σύλληψης και εκτέλεσης του σχεδίου παραπλάνησης του ανυποψίαστου παθόντος, καθώς σχεδίασαν προσεκτικά τον τρόπο ανεύρεσης υποψηφίου θύματος και φρόντισαν τεχνηέντως να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός, ότι συναντήθηκαν επανειλημμένως με τον εγκαλούντα και είχαν με αυτόν σχεδόν καθημερινή τηλεφωνική επαφή, παρέχοντας του συνεχώς τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ενώ είχαν φροντίσει και από το παρελθόν να δημιουργήσουν την κατάλληλη υποδομή για να τελέσουν την ρηθείσα κακουργηματική πράξη, καθώς είχαν δώσει τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις περί της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και της ενασχόλησης τους με την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό αυτοκινήτων και σε άλλα πρόσωπα, όπως στον προαναφερόμενο M1 και κάποιον M3, προσδοκώντας προφανώς με τον τρόπο αυτό να διαδοθεί ευρύτερα το ψευδές αυτό γεγονός, όπως και πράγματι συνέβη στην προκειμένη περίπτωση και να προσελκύσουν έτσι ευκολότερα ανυποψίαστα θύματα (Βλ. σχετ. την από 5-9-2007 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας M1, ενώπιον της ρηθείσας ανακρίτριας). Ενεργούσαν, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, ωσάν να επρόκειτο για την ανάπτυξη νόμιμης μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας και δρούσαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου και όχι στηριζόμενοι στην τύχη, ενώ από την προπεριγραφείσα υποδομή που είχαν διαμορφώσει και την ετοιμότητα τους με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης, προκύπτει ότι ήταν σταθερά προσανατολισμένοι και στον πορισμό εισοδήματος για δικό τους λογαριασμό. Ο εκκαλών αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι: ουδεμία αξιόποινη πράξη διέπραξε. Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα Y1 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ότι ασχολείται με εκτελωνισμό και εισαγωγές αυτοκινήτων, ούτε ότι διαθέτει μεγάλη εταιρεία εισαγωγής αυτοκινήτων στη Θεσσαλονίκη, ούτε ότι είχε τη δυνατότητα να εκτελωνίσει οποιοδήποτε αυτοκίνητο και τέλος ότι ουδέποτε του κατέβαλε ο εγκαλών το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ. Μάλιστα, προς επίρρωση των ισχυρισμών του αυτών ανέφερε, ότι δεν είναι λογικό ένας άνθρωπος του εμπορίου, όπως είναι ο εγκαλών, να ισχυρίζεται ότι πίστεψε τόσο εύκολα κάποιον που του παρουσιάστηκε, ως δήθεν εισαγωγέας αυτοκινήτων, χωρίς να ζητήσει κάποια στοιχεία που να αποδεικνύουν την ιδιότητα του αυτή και πώς στη συνέχεια δέχθηκε να καταβάλει ένα τόσο σημαντικό ποσό σε αυτόν, χωρίς να ζητήσει κάποια παραστατικά γι' αυτήν την καταβολή, όπως θα έκανε ο οποιοσδήποτε συναλλασσόμενος. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον καταρρίπτονται πλήρως από τις καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας M1, ο οποίος, τόσο κατά την προκαταρκτική εξέταση, όσο και κατά την ανάκριση, κατέθεσε με σαφήνεια, ότι ενώπιον του οι κατηγορούμενοι παρείχαν στον εγκαλούντα τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και ότι ενώπιον του και πάλι ο εγκαλών κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 28.000 ευρώ στον X1. Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο εν λόγω μάρτυρας, οι κατηγορούμενοι είχαν παρουσιαστεί, τόσο σε αυτόν, όσο και σε κάποιον M3, από τον οποίο τους γνώρισε, ως εισαγωγείς αυτοκινήτων (βλ. σχετ. τις από 3-3-2005 και 5-9-2007 ένορκες καταθέσεις του M1). Προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών ο εκκαλών, δεν προβάλει καμία πειστική εξήγηση, ενώ δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του, καθιστώντας τους έτσι αβάσιμους και έωλους.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού απέρριψε με την ανωτέρω πλήρη αιτιολογία και εκτενή επιχειρηματολογία τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης που τελέσθηκε από αυτόν και τον ανωτέρω συγκατηγορούμενο του από κοινού και κατ επάγγελμα, με προκληθείσα στον εγκαλούντα συνολική περιουσιακή ζημία μεγαλύτερη των 15.000 € και ότι συνεπώς, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, που αποφάνθηκε ομοίως και παρέπεμψε αυτόν και τον συγκατηγορούμενό του, με το εκκαλούμενο 1074/2008 βούλευμα του στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια, αφού συμπλήρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τον τρόπο που αναφέρεται στο διατακτικό του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του βουλεύματος αυτού, το οποίο και επικύρωσε, έφεση του (319 παρ. 3 ΚΠΔ).
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε από κοινού, προβλέπεται δε και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ, 45 και 386 παρ. 1, 3 εδαφ. α ΠΚ, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.4 Ν. 2721/1999, από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών παραθέτει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την στοιχειοθέτηση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως προκύψαντα από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, τόσον της πράξεως της απάτης, στη βασική της μορφή, όπως αυτή αναλύθηκε στην νομική σκέψη, όσον και της τιμωρήσεως της σε βαθμό κακουργήματος με τις ανωτέρω εκτενείς παραδοχές για την κατ επάγγελμα τέλεση αυτής, λόγω της υποδομής που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι είχαν δημιουργήσει ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενος του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, από την οποία προκύπτει σκοπός τους για πορισμό από την πράξη αυτή εισοδήματος. Δεν απαιτούνταν δε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αναιρέσεως, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, να αναφέρει το Συμβούλιο, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων και άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως ιδιωτικό συμφωνητικό και απόδειξη εισπράξεως, από τα οποία να συνάγεται η κρίση για την συμφωνία αναζητήσεως, ανευρέσεως, εισαγωγής στην Ελλάδα και παραδόσεως στον εγκαλούντα του ανωτέρω πολυτελούς αυτοκινήτου, με καταβολή του ποσού των 64.000 €, καθώς επίσης και για την καταβολή εκ του ανωτέρω ποσού στον αναιρεσείοντα 28.000 € σε μετρητά (στον συγκατηγορούμενό του καταβλήθηκαν, με δύο καταθέσεις στον λογαριασμό που τηρούσε στην Α.Τ.Ε., 34.000 €), χωρίς βέβαια η καταβολή στον καθένα των ανωτέρω ποσών να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, στην ορθότητα της κρίση της από κοινού τελέσεως της πράξεως. Ούτε περαιτέρω απαιτείται, προς θεμελίωση της από κοινού τελέσεως του εγκλήματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, να αναφέρονται οι κατ' ιδίαν πράξεις των δύο συναυτουργών προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως αυτού, αρκεί που γίνεται δεκτό ότι οι συγκατηγορούμενοι, κατόπιν συναπόφασης και ενεργούντες με κοινό δόλο, προέβησαν στον χρόνο που δέχθηκε το Συμβούλιο (από 1 μέχρι 5-2-2004), στις παραστάσεις των γεγονότων που αναφέρονται εκτενώς στο σκεπτικό του Βουλεύματος, τα οποία, όπως προέκυψε εκ των υστέρων, ήσαν ψευδή, με αποτέλεσμα να πεισθεί ο εγκαλών και να καταβάλλει τα ανωτέρω ποσά, προκειμένου να του παραδοθεί το αυτοκίνητο, το οποίο, κατά τις ψευδείς παραστάσεις των δύο ως άνω συγκατηγορουμένων, είχε αφιχθεί από την Γερμανία, όπου το βρήκαν και το προμηθεύτηκαν, βρισκόταν δε στο Τελωνείο και μετά τον εκτελωνισμό θα το παραλάμβανε. Επίσης δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του, η παραδοχή του βουλεύματος ότι η απατηλή συμπεριφορά και των δύο, όπως εξειδικεύεται στο σκεπτικό του, έλαβε χώρα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα, και ήταν ικανή να πείσει τον εγκαλούντα για να προβεί στην επιζήμια ως άνω περιουσιακή διάθεση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, αφού όπως ανελέγκτως έγινε δεκτό, και οι επανειλημμένες συναντήσεις του εγκαλούντος με τους δύο κατηγορουμένους στο διάστημα αυτό, ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν και πραγματοποιήθηκαν, στις, κατά τις συναντήσεις αυτές, ψευδείς παραστάσεις των γεγονότων που αναφέρονται στο σκεπτικό του βουλεύματος προέβησαν αυτοί και τέλος αυτές ήσαν ικανές να πείσουν και έπεισαν τον εγκαλούντα να καταβάλλει τα ανωτέρω ποσά, κατά τα οποία μετ' αφαίρεση του επιστραφέντος ποσού των 8.000 € και ζημιώθηκε τελικά η περιουσία του. Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην νομική σκέψη, δεν επιδρά στην στοιχειοθέτηση της απάτης, αντικειμενικά, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, το ότι ορισμένες ψευδείς παραστάσεις αφορούσαν μελλοντικά πραγματικά περιστατικά και συμβατικές υποχρεώσεις (ανεύρεση στη Γερμανία του συγκεκριμένου τύπου αυτοκινήτου, εισαγωγή του στην Ελλάδα, εκτελωνισμός του και παράδοση του στον εγκαλούντα), αφού, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, συνοδεύονταν ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονταν στο παρόν ή το παρελθόν (επιχειρηματική δραστηριότητα στην εισαγωγή και εμπορία αυτοκινήτων, μεγάλος κύκλος πελατών, δυνατότητα να επιτύχουν άμεσα την εισαγωγή και τον εκτελωνισμό του συγκεκριμένου αυτοκινήτου) και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ως άνω ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τους δύο κατηγορούμενους, που είχαν ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους, όπως και τελικά έγινε. Τέλος το Συμβούλιο αιτιολογεί πλήρως την δημιουργία από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του υποδομής με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της εν λόγω πράξης (εμφάνισή τους ως δραστηριοποιουμένων επαγγελματικώς, στον τομέα εισαγωγής από την Γερμανία και εμπορίας πολυτελών αυτοκινήτων, με απόλυτη επιτυχία, την οποία εγγυάτο ο μεγάλος κύκλος πελατών, ψευδείς παραστάσεις περί τούτων και σε άλλα πλην του εγκαλούντος πρόσωπα, που κατονομάζονται, με σκοπό να λάβει χώρα περαιτέρω διάδοση της δήθεν επαγγελματικής αυτής δραστηριότητάς τους, για να προσελκύσουν έτσι και άλλα υποψήφια θύματα), γεγονός που καταδεικνύει ότι ενήργησαν κατόπιν σχεδίου, οργανωμένα και δεν επρόκειτο για μεμονωμένη περίπτωση εξαπατήσεως, εξού συνάγεται και ο σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος από την παράνομη δραστηριότητα της τελέσεως του εγκλήματος της απάτης, με αποτέλεσμα να υφίσταται κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης αυτής, η οποία, σε συνδυασμό με το επιτυχθέν απ αυτούς, συνολικώς, παράνομο περιουσιακό όφελος των (62.000 € - 8.000 €) 54.000 €, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του εγκαλούντος, να προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα στην πράξη τους αυτή και δεν χρειαζόταν να διαλάβει στο σκεπτικό της τα πρόσθετα στοιχεία, που αβάσιμα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως επικαλείται ο αναιρεσείων και δη την κυκλοφορία διαφημιστικού υλικού, την έκδοση εικονικών τιμολογίων πωλήσεως αυτοκινήτων ή εγγράφων εκτελωνισμού. Ορθώς λοιπόν με βάση τις παραδοχές αυτές, που δεν είναι ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές, ούτε παρουσιάζουν λογικά κενά, το προσβαλλόμενο βούλευμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 386 παρ 1 και 3 α, 45 και 13 στ' ΠΚ και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατ αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσον για το βασικό έγκλημα της απάτης, όσον και για την κατ' επάγγελμα τέλεσή του που το καθιστά κακούργημα (484 παρ. 1 δ'ΚΠΔ), αλλά και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται το βούλευμα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (484 παρ. 1 β ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τους παραπάνω λόγους, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απορριπτέες ως απαράδεκτες. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναιρέσεως πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 27/2009 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του X1, για αναίρεση του 343/2009 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) €.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Έννοια γεγονότος. Πότε κακούργημα. (Ολ. ΑΠ 5/2008, ΑΠ 51/2007). Κατ' επάγγελμα τέλεση. Έννοια. (ΑΠ 425/2009, ΑΠ 11/2009, ΑΠ 74/2009, ΑΠ 149/2009, ΑΠ 153/2009). Συναυτουργία. Έννοια. Πότε υπάρχει από κοινού τέλεση της πράξεως (ΑΠ 412/2009). Αιτιολογία βουλεύματος. Τι απαιτείται για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη (ΑΠ 770/2007). Ειδικότερα ως προς τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 11/2009, ΑΠ 67/2009). Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εκ πλαγίου παράβαση. Πότε. (ΑΠ 67/2009). Αίτηση αναίρεσης του ενός από τους δύο κατηγορουμένους με λόγους έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (484 §1δ΄ και β΄ ΚΠΔ). Αβάσιμοι λόγοι. Σύμφωνη εισαγγελική πρόταση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2356/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης.
Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1133/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία μαζί με την με αριθμό ... πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας, ως Συμβούλιο, σύμφωνα με τα άρθρα 528 παρ. 1, 484§1 και 485§1 Κ.Π.Δ, την από 17-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του με αριθμό 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας (στην σχετική έκθεση που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Λάρισας, εκ προδήλου παραδρομής αναφέρεται ότι η αναίρεση στρέφεται κατά του υπ' αριθμ.197/2008 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου), με το οποίο απορρίφθηκε η από 29-6-2008 αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την με αριθμό 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Η ανωτέρω αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, συνάχθηκε περί αυτής η σχετική έκθεση ενώπιον του Γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου της Λάρισας, (άρθρα 465§1, 473§1, 474§2 Κ.Π.Δ), στρέφεται κατά βουλεύματος υποκείμενου στο ένδικο αυτό μέσο (άρθρο 528§1 Κ.Π.Δ) και περιέχει ως λόγους την απόλυτη ακυρότητα, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την παράνομη απόρριψη της έφεσής του ως απαράδεκτης (άρθρο 484§1 στοιχ. α, β ε και στ Κ.Π.Δ). Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α προκύπτει ότι η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή στην ίδια υπόθεση, παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας του δικαστή, που διασφαλίζεται με αυτήν.
Συνεπώς, η συμμετοχή στη σύνθεση δικαστικού συμβουλίου δικαστή, ο οποίος σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υποθέσεως άσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα, δημιουργεί σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α του Κ.Π.Δ, απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου, η οποία καθιδρύει τον από το άρθρο 484παρ. 1 στοιχ α του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (Α.Π 222/2009 στη δικογραφία).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμ. 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 810/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε στη συνέχεια αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 1371/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Έτσι, αφού κατέστη αμετάκλητη η ως άνω καταδίκη με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας την από 29-6-2008 αίτησή του με τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν δικαιολογητικά, με την οποία ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την καταδίκη του με την με αριθμό 705/2006.απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας το οποίο απέρριψε την αίτηση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε αυτός την από 5-9-2008 αίτηση αναιρέσεως, επ' αυτής δε εκδόθηκε η με αριθμό 222/2009 απόφαση του Δικαστηρίου Σας (Σε συμβούλιο), με την οποία αναιρέθηκε το προαναφερθέν βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου που το εξέδωσε, επειδή στη σύνθεσή του συμμετείχε δικαστής ο οποίος σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υποθέσεως, είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που επρόκειτο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά την παραπομπή αυτή εκδόθηκε το με αριθμό 144/2009 βούλευμα του αυτού Συμβουλίου, το οποίο απέρριψε και πάλι την από 29-6-2008 αίτηση του Χ για επανάληψη της σε βάρος του διαδικασίας. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω βουλεύματος, στη σύνθεση του Συμβουλίου που το εξέδωσε συμμετείχε ως μέλος της συνθέσεως και μάλιστα ως πρόεδρος ο Εφέτης ..., ο οποίος είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο και ειδικότερα, είχε μετάσχει ως μέλος στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο με την με αριθμό 810/2007 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Έτσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών της Λάρισας, λόγω της συμμετοχής στη σύνθεσή του του Εφέτη Γρηγορίου Παπαδημητρίου.
Συνεπώς ο πρώτος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως, αλυσιτελώς προβάλλονται, ενόψει του ότι είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος περί απολύτου ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του συμβουλίου, και συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο για τον λόγο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να αναιρεθεί το με αριθμό 144/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά του 144/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα συντάχθηκε περί αυτής η σχετική έκθεση ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας (άρθρα 465 παρ.1, 473 παρ.1, 474 παρ.2 ΚΠΔ, εκ προδήλου παραδρομής αναφέρεται στην ως άνω έκθεση ότι στρέφεται κατά του 197/2008 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου), στρέφεται βουλεύματος υποκειμένου στο ένδικο μέσο (άρθρο 528 παρ.1 ΚΠΔ) και περιέχει ως λόγους την απόλυτη ακυρότητα, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την παράνομη απόρριψη της έφεσής του ως απαράδεκτης.
Συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. προκύπτει ότι η άσκηση διαδοχικώς δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή στην ίδια υπόθεση, παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας του δικαστή, που διασφαλίζεται με αυτήν.
Συνεπώς, η συμμετοχή στη σύνθεση δικαστικού συμβουλίου δικαστή, ο οποίος σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υποθέσεως άσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα, δημιουργεί σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου, η οποία θα ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 222/2009, που έκρινε επί της ιδίας υποθέσεως). Στην προκείμενη περίπτωση, με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση σε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η οποία μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο αναιρεσείων έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 810/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως άσκησε στη συνέχεια αναίρεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1371/2008 απόφασή του Αρείου Πάγου. 'Ετσι, αφού κατέστη αμετάκλητη η ως άνω καταδίκη με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ο αναιρεσείων υπέβαλε στο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας την από 29-6-2008 αίτησή του με τα επισυναπτόμενα σ'αυτήν δικαιολογητικά με την οποία ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την καταδίκη του με την 705/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε το 197/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το οποίο απέρριψε την αίτηση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε αυτός την από 5-9-2008 αίτηση αναιρέσεως, επ'αυτής δε εκδόθηκε η 222/2009 αυτού του δικαστηρίου (σε συμβούλιο), με την οποία αναιρέθηκε το προαναφερόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Συμβουλίου που το εξέδωσε, επειδή στη σύνθεσή του συμμετείχε δικαστής ο οποίος σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υποθέσεως, είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που επρόκειτο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά την παραπομπή αυτή εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 144/2009 βούλευμα του αυτού Συμβουλίου, το οποίο απέρριψε και πάλι την από 29-6-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της σε βάρος του διαδικασίας. 'Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω βουλεύματος, στη σύνθεση του Συμβουλίου που το εξέδωσε συμμετείχε ως μέλος της συνθέσεως και μάλιστα ως πρόεδρος ο Εφέτης Γρηγόριος Παπαδημητρίου, ο οποίος είχε ασκήσει δικαιοδοτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο και ειδικότερα είχε μετάσχει ως μέλος στη σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο με την 810/2007 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. 'Ετσι, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, λόγω της συμμετοχής στη σύνθεσή του του Εφέτη Γρηγορίου Παπαδημητρίου. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως καθίστανται άνευ αντικειμένου, ενόψει του ότι είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος περί απολύτου ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του Συμβουλίου και συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο για τον λόγο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το 144/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση από το ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως δικαστηρίου. Έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα που απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, διότι μέλος του δικαστηρίου αυτού άσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα σε προγενέστερο διαδικαστικό στάδιο της αυτής υποθέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2357/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκη, περί αναιρέσεως της 2455/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ....
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 3 Σεπτεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1947/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που είχε κωδικοποιηθεί με το π. δ/γμα 611/1977 και ίσχυσε μέχρι την 9-4-1999, όταν άρχισε να ισχύει ο νεότερος υπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 2683/1999 και ίσχυσε μέχρι την 8-2-2007, οπότε άρχισε να ισχύει πλέον ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία που προξένησε σ` αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση, στην οποία το Δημόσιο, κατ` άρθρο 105 εδ. α` του Εισαγ.Ν.ΑΚ, υποβλήθηκε έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού που έγιναν επίσης από δόλο ή βαρειά αμέλεια. Δεν ευθύνεται όμως ο υπάλληλος έναντι τρίτων για τις αυτές πράξεις ή παραλείψεις του. Από τη διάταξη αυτή, που ταυτίζεται από άποψη περιεχομένου προς εκείνη του άρθρου 38 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 2638/1999 αλλά και του ισχύοντος ήδη υπαλληλικού Κώδικα που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, προκύπτει ότι στην έννοια της ζημίας διαλαμβάνεται, κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ, η περιουσιακή ζημία και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠΟλ3/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ.1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο, κατά το άρθρο 63, νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από το έγκλημα δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων στο ακροατήριο προς υποστήριξη και μόνο της κατά του κατηγορουμένου δημοσίου υπαλλήλου κατηγορίας, χωρίς να είναι αναγκαίο στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζει αν παρίσταται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ή για αποκατάσταση υλικής ζημίας, αφού τέτοια δικαιώματα δεν έχει έναντι του κατηγορουμένου υπαλλήλου. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και η απόφαση του καθίσταται αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η`του ΚΠΔ, πλην η παραδοχή του λόγου τούτου δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως στο σύνολο της, αφού ο πολιτικώς ενάγων νομίμως μετέσχε στην δίκη μέχρι την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη αυτής, αλλά μόνο ως προς την διάταξη της περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτική αγωγή, της οποίας, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αναιρετικού λόγου διατάσσεται η απάλειψη.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, ο Ψ, που τραυματίσθηκε στο τροχαίο ατύχημα, το οποίο, κατά την κατηγορία, επισυνέβη από αμέλεια του αναιρεσείοντα, που έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων προς υποστήριξη μόνον της κατηγορίας, παραιτηθείς, κατά τον τρόπο αυτό, του ποσού των 30 € με επιφύλαξη, που ζήτησε πρωτόδικα και του επιδικάσθηκε με την 6349/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως και τα πρακτικά της, παραδεκτά επίσης επισκοπούνται.
Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, νομίμως παρέστη, στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο πολιτικώς ενάγων και ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη νόμιμης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος (510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 2 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στην ... την 6-9-2002 ενώ ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει προξένησε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του. Ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο ενώ ήταν Διευθυντής της Δ/νσης Κατασκευής Εργων Συντήρησης Οδοποιϊας (Δ.Κ.Ε.Σ.Ο.) και ως εκ τούτου υπόχρεος για τα έργα συντήρησης οδοποιΐας αρμοδιότητας Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε και επομένως και για την εποπτεία και συντήρηση της ... από αμέλειά του, παρέλειψε καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εκ της ανωτέρω ιδιότητός του να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση σημειακών προεξοχών (εξογκωμάτων) που υπήρχαν στην επιφάνεια του οδοστρώματος και συγκεκριμένα στην αριστερή λωρίδα της ανωτέρω οδού στο ύψος του ..., με κατεύθυνση προς ... με αποτέλεσμα ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου Ψ διερχόμενος από το σημείο αυτό, λόγω των ανωμαλιών του οδοστρώματος, να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί δεξιά επί του οδοστρώματος και να τραυματισθεί υποστάς κατάγματα αριστερού και δεξιού μηριαίου. Η υποχρέωσή του για την συντήρηση της ... προκύπτει από την κατά τον άνω χρόνο κατανομή των αρμοδιοτήτων στις σχετικές διευθύνσεις του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. μεταξύ των οποίων και η Δ.Κ.Ε.Σ.Ο. κατά τα άνω. Η κατανομή αυτή έγινε με πληρωμή απόφασης, που ίσχυε το διάστημα από 2000 μέχρι 2003, άρα και την 6-9-2002, την οποία εγνώριζε ο κατηγορούμενος, ο αριθμός της οποίας δεν προέκυψε. Λόγω της ύπαρξης της Υ.Α. αυτής ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις με αριθμούς ... έγγραφες εντολές του προς κατώτερους και υφισταμένους υπαλλήλους της άνω Δ/νσης. Από το κείμενο των εντολών αυτών και δη από το κείμενο της με αριθμό ... εντολής του αποδεικνύεται ότι προς τους υπαλλήλους ... έδωσε εντολή για τον έλεγχο για λακκούβες, καθιζήσεις ή σαμαράκια, ζυμώματα, αποσύνθεσης ασφαλτικού οδοστρώματος, του εθνικού δικτύου περιοχής .... Την παραπάνω έγγραφη εντολή, παρέλαβαν όλοι οι υπάλληλοι της Δ/νσης ΔΚΕΣΟ, ουδείς διαμαρτυρήθηκε για την εντολή αυτής, όμως το συγκεκριμένο σημείο, που παραπάνω αναφέρθηκε δεν συντηρήθηκε. Την ανάληψη της ευθύνης αυτής και την μη ενημέρωση χωρίς όμως να ελέγχει την αργοπορία και να διαμαρτυρηθεί γι' αυτήν όπως ήταν υποχρεωμένος, ανέλαβε και ο κατηγορούμενος με το από 6-9-2005 υπόμνημά του, που κατέθεσε στο Α/Τ ... την 6-9-2005. Βέβαια ο κατηγορούμενος στο υπόμνημά του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ανέφερε πλείστες όσες υπουργικές αποφάσεις εκδοθείσες εκτός του χρονικού διαστήματος 2000 - 2003 σύμφωνα με τις οποίες η ...ς δεν ανήκει στο Διευρωπαϊκό Δίκτυο, αλλά στο Εθνικό και η συντήρηση της δεν ανήκει στην Δ.Κ.Ε.Σ.Ο. Όμως οι αποφάσεις αυτές δεν αναιρούν την ύπαρξη της ευθύνης του κατηγορουμένου για το διάστημα από 2000-2003, την οποία και ανέλαβε έγγραφα ο ίδιος, χωρίς να προκύψει κανένα υπηρεσιακό πρόβλημα για την ανάληψη του αυτή και την έκδοση σχετικών εντολών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1 β, 28, 314 παρ. 1 α και 315 παρ. 1 β ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες, ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει με τις παραδοχές της, αλλά και επικαλείται σαφώς, ότι η υποχρέωση του αναιρεσείοντα προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, της σωματικής βλάβης του παθόντος Κ, απορρέει από την ειδική σχέση, που δημιουργήθηκε από προηγούμενη ενέργεια του ιδίου, από την οποία αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή στο μέλλον κινδύνων, όπως και εκείνος που τελικώς επήλθε. Συγκεκριμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά πλειοψηφία, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο του αναφερομένου στο σκεπτικό τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ανωτέρω παθόντος, που υπέστη κατάγματα και των δύο μηριαίων οστών, έφερε την ιδιότητα του Διευθυντή της Διεύθυνσης Κατασκευής και Συντήρησης Οδοποιϊας (Δ.Κ.Σ.Ε.Ο) που είχε την υποχρέωση εκτελέσεως των έργων συντήρησης του Διευρωπαϊκού Δικτύου αρμοδιότητας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Και ναι μεν η ... δεν υπάγεται στο εν λόγω οδικό δίκτυο, αλλά στο Εθνικό, πλην όμως, κατόπιν εντολής του Υπουργού, που προϊστατο του εν λόγω Υπουργείου, ενόψει της τελέσεως στην Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, για τα έτη 2000-2003, έγινε κατανομή των αρμοδιοτήτων στις γενικές διευθύνσεις του Υπουργείου, μετά δε την κατανομή αυτή, η οποία ήταν σε γνώση του, ο αναιρεσείων απηύθυνε έγγραφες εντολές και με το μνημονευόμενο 973/6-2-2002 έγγραφό του, δηλαδή επτά μήνες προ του ατυχήματος, προς συγκεκριμένους υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας, με τις οποίες ζήτησε να ελέγξουν το οδόστρωμα εθνικών οδών της περιοχής των Αθηνών, μεταξύ των οποίων και η ..., προς διαπίστωση αν υπήρχαν λακκούβες, καθιζήσεις σαμαράκια, ζυμώματα, αποσυνθέσεις ασφαλτικού οδοστρώματος, προκειμένου, σε καταφατική περίπτωση, να προβεί η Υπηρεσία αυτή, στο πλαίσιο της, κατόπιν της ανωτέρω εντολής, υποχρεώσεως της για συντήρηση, μεταξύ των άλλων και του άξονος της ..., σε αποκατάσταση των τυχόν ελαττωμάτων της ανωτέρω φύσεως του οδοστρώματος. Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλομένη ότι ο αναιρεσείων παραδέχθηκε την ανάληψη της ευθύνης για συντήρηση και της ..., κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και για τον προαναφερθέντα λόγο της τελέσεως των ... του 2004, με το από 6-9-2005 Υπόμνημα του, που κατέθεσε στο Α.Τ ..., στο πλαίσιο της διενεργουμένης προανάκρισης για το ατύχημα. Από την επιτρεπτή θεώρηση από τον Άρειο Πάγο του Υπομνήματος αυτού προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, που υπήρξε Διευθυντής της ΔΚΕΣΟ από Σεπτέμβριο 2000 μέχρι Οκτώβριο 2003, παραδέχεται αρμοδιότητα της Υπηρεσίας του για τη συντήρηση του οδικού δικτύου αρμοδιότητας ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά και του άξονος της ..., ότι απεύθυνε τις, με το ανωτέρω περιεχόμενο, έγγραφες εντολές του, που επισύναψε και επικαλέσθηκε με αυτό, προς τους κατονομαζόμενους υπαλλήλους της υπηρεσίας του, οι οποίοι παρακολουθούσαν όλα τα θέματα της λεωφόρου αυτής και στην θέση του ατυχήματος και τέλος αναφέρει την εκτέλεση έργων συντήρησης της εν λόγω λεωφόρου, καθόλο το μήκος της, τα έτη 2003-2004, με βάση μελέτη και χρηματοδότηση που συντάχθηκαν, ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από την προϊσταμένη του και αρμοδία προς τούτο Υπηρεσία Δ 9 του ΥΠΕΧΩΔΕ. Δέχεται δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση ότι, με βάση την ως άνω ενέργεια του αναιρεσείοντος, της παροχής των, με το ανωτέρω περιεχόμενο, εγγράφων εντολών του προς τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας του, για την παρακολούθηση και ανάδειξη των προβλημάτων που εμφάνιζε το οδόστρωμα της ..., προκειμένου να χωρήσει η εξάλειψη τους και η ακώλυτη κυκλοφορία των οχημάτων στην λεωφόρο, με την ευκαιρία της τελέσεως των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, δημιουργήθηκε, προ και υφίστατο κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ειδική σχέση, της Υπηρεσίας του με το έργο παρακολούθησης των προβλημάτων και άρσης αυτών δια της συντήρησης του οδοστρώματος και της ..., έργο το οποίο της ανατέθηκε πέραν της, κατά τις κείμενες διατάξεις, αρμοδιότητας της Υπηρεσίας του για εκτέλεση έργων συντήρησης του διευρωπαϊκού οδικού δικτύου. Εξαιτίας της ειδικής αυτής σχέσεως, ο αναιρεσείων αναδέχθηκε, εκουσίως, την αποτροπή οποιουδήποτε μελλοντικού κινδύνου, τον οποίο θα δημιουργούσε, στους κινούμενους και χρησιμοποιούντες την εν λόγω λεωφόρο, η πλημμελής εκτέλεση του με το ανωτέρω αντικείμενο έργου, από τους αρμοδίους, προς τους οποίους οι εντολές του, υπαλλήλους της Υπηρεσίας του. Περαιτέρω, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, ο κίνδυνος αυτός επήλθε, λόγω πλημμελούς εκτελέσεως του έργου, που κατά τα άνω τους ανατέθηκε, από τους εν λόγω υπαλλήλους, την πλήρη συμμόρφωση των οποίων προς τις εντολές του και σύμφωνη με αυτές, δεν έλεγξε, όπως όφειλε και μπορούσε, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του, ο αναιρεσείων. Άμεση συνέπεια τούτων, συνδεομένη αιτιωδώς, με αυτά, υπήρξε το τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του παθόντος.
Συνεπώς, κατά τις σαφείς παραδοχές της αναιρεσειβαλλομένης, υφίσταται, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στην νομική σκέψη, ευθύνη του αναιρεσείοντος για το τροχαίο ατύχημα που επήλθε, λόγω του προβλήματος που εμφάνιζε το οδόστρωμα της λεωφόρου στο ανωτέρω σημείο και της μη άρσεως αυτού, και του συνδεομένου αιτιωδώς με αυτό αποτελέσματος του τραυματισμού του παθόντος, αποτέλεσμα το οποίο αυτός, όπως όφειλε και μπορούσε, λόγω της ιδιότητάς του, δεν προέβλεψε, με συνέπεια, όπως σαφώς δέχεται το Δικαστήριο, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 314 παρ. 1 α του ίδιου Κώδικα, να υφίσταται ασυνείδητη αμέλεια του για αυτό. Την ευθύνη του δε αυτή δεν μεταβάλλει, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το γεγονός ότι με την αμετάκλητη απόφαση, που επικαλείται, κηρύχθηκε αθώος προηγούμενος Διευθυντής της ιδίας Διευθύνσεως (ΔΚΕΣΟ) τραυματισμού άλλου παθόντος σε παρόμοιο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη, σε προγενέστερο όμως χρόνο, στην ίδια λεωφόρο, διότι, όπως έκρινε η απόφαση εκείνη, η Υπηρεσία αυτή δεν είχε, κατά τον χρόνο του ατυχήματος εκείνου, αρμοδιότητα συντηρήσεως της εν λόγω λεωφόρου. Είναι δε αδιάφορο, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, για την κατά τα άνω ευθύνη του αναιρεσείοντος, στην συγκεκριμένη περίπτωση, το γεγονός ότι στην γενική αρμοδιότητα της ανωτέρω ΔΚΕΣΟ, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων και υπουργικών αποφάσεων, που επικαλείται ο αναιρεσείων, υπαγόταν η συντήρηση μόνον του διευρωπαϊκου οδικού δικτύου, στο οποίο δεν ανήκε η ..., τα όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκτενώς, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμα.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι υπό στοιχεία Β' και Γ' του κυρίου δικογράφου της αίτησης, αλλά και υπό στοιχεία Α' και Β' του δικογράφου των προσθέτων λόγων, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ως και παραβάσεως εκ πλαγίου των ανωτέρω διατάξεων, και αυτών που επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ανωτέρω λόγους, οι οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αναφέρονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται στην νομική σκέψη, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 3-4-2008 αίτηση του Χ και τους προσθέτους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμ. 2455/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
|
Πολιτική αγωγή. Όταν ο κατηγορούμενος είναι δημόσιος υπάλληλος, ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 1586/2004, ΑΠ 1140/2003, ΟλΑΠ 3/2009). Δεν παράγεται όμως απόλυτη ακυρότητα αν επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 678/2007). Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Έννοια - Στοιχεία. Πότε τελείται με παράλειψη. Έννοια και προϋποθέσεις ευθύνης κατ' άρθρο 15 ΠΚ (ΑΠ 1294/ 2009). Έλλειψη αιτιολογίας - Πότε. Εσφαλμένη ερμηνεία εφαρμογή. Εκ πλαγίου παράβαση - Έννοια. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως και προσθέτους λόγους από άρθρο 510 § 1 Α΄, Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πολιτική αγωγή, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Πρόσθετοι λόγοι.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2355/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Διαούρτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 718/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 884/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό ..., στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 9-4-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά της υπ'αριθμ. 718/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Εκ της διατάξεως του άρθρ. 341 § 2 εδ. δ' Κ.Π.Δ., εφαρμοζομένης αναλόγως και στην κατ'έφεση δίκη, συμφώνως προς το άρθρ. 501 § 1 του ιδίου Κώδικα, και οριζούσης ότι η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας εισάγεται, χωρίς κλήτευση του αιτούντος, στην πρώτη δικάσιμο του δικάσαντος δικαστηρίου, "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα", συνδυαζομένης και προς την διάταξη του άρθρ. 546 § 2 Κ.Π.Δ., κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται εις αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ'ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ως ειδική, κατισχύει της διατάξεως του άρθρ. 476 § 2 Κ.Π.Δ., με την οποία ορίζεται ότι κατά της απορριπτούσης το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας) ως απαράδεκτο αποφάσεως επιτρέπεται μόνο αναίρεση (ΑΠ 1037/2000, εις ΠΧ/ΝΑ/255, ΑΠ 1834/2002, εις Ποιν.Δικ/2003/357). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ'ακολουθία, το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρέπει, στη δήλωση της ασκήσεώς της, να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν τουλάχιστον ένας ορισμένος λόγος, από τους αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, χωρίς άλλη έρευνα απορρίπτεται (άρθρ. 513 παρ. 1 ΚΠΔ.). Λόγοι δε περιεχόμενοι σε άλλο έγγραφο και δη σε υπόμνημα δεν λαμβάνονται υπ'όψη από το δικαστήριο, ενώ η απλή συρραφή του υπομνήματος στην έκθεση αναιρέσεως δεν ενσωματώνει τους περιεχομένους σ'αυτό λόγους στην έκθεση και πολύ περισσότερο όταν το υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του γραμματέως ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 450/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/977).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προκύπτει εκ της εκθέσεως αναιρέσεως, στρέφεται κατά της ανωτέρω αποφάσεως, δια της οποίας απερρίφθη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας κατά την οποία εξεδόθη η υπ'αριθ. 615/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 1223/1998 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων). Επομένως, συμφώνως προς τα προεκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη, ως στρεφομένη κατά αποφάσεως μη υποκειμένης εις αίτηση αναιρέσεως. Εξ άλλου, ο αναιρεσείων ανακριβώς δηλώνει, διά της εκθέσεως αναιρέσεως, ότι κατεδικάσθη διά της ως άνω προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 718/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, το δε προσηρτημένο στην έκθεση υπόμνημα δεν φέρει την υπογραφή του διευθυντού του καταστήματος κράτησης, ενώπιον του οποίου ησκήθη το εν λόγω ένδικο μέσο και, κατά τα προεκτιθέμενα, η απλή προσάρτησή του στην έκθεση αναιρέσεως, δεν ενσωματώνει σ'αυτή τους λόγους που αυτό περιέχει. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω
Να απορριφθή η από 9 Απριλίου 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά της υπ'αριθμ. 718/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 24 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και ορίζει ότι η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται χωρίς να κλητευθεί ο αιτών στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε "το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα", συνδυαζομένη και προς τη διάταξη του άρθρου 546 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, κατά την οποία "αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο", συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας δεν υπόκειται σε αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κατ' ουσίαν ή ως απαράδεκτη. Η διάταξη αυτή, ως ειδική, κατισχύει της διατάξεως του άρθρου 476 παρ. 2 του ΚΠΔ, με την οποία ορίζεται ότι κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο (προς το οποίο προσομοιάζει και η πιο πάνω αίτηση ακυρώσεως) ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
2.- Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 9-4-2009 ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου κρατούταν τότε ο αναιρεσείων (βλ. 15/9-4-2009 έκθεση) στρέφεται εναντίον της ...απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αίτηση του αναιρεσείοντος για ακύρωση της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε, απόντος τούτου, η 615/2001 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά της 1223/1998 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Συνεπώς, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι δεν περιέχει κανένα ορισμένο λόγο αναιρέσεως, στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 Κ.Π.Δ.).
Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αναιρεσείων και ο αντίκλητος δικηγόρος του (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, ο οποίος και παρέστη, εκπροσωπηθείς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 718/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως της διαδικασίας (άρθρο 341 ΚΠΔ) κατ' ουσία ή ως απαράδεκτη δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 463/2008, ΑΠ 918/ 2006). Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 2365/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη, Ιωάννη Γιαννακόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή) και Χριστόφορου Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δημητρούκα, για αναίρεση της 296/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1591/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 § 1 περ. β' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 216/1993 (ήδη άρθρο 20 § 1β' του ν. 3459/2006 του Κώδικα Νόμων για τα ναρκωτικά, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές όποιος πωλεί ναρκωτικά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η πώληση και η αντίστοιχη αγορά των ναρκωτικών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ, μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την παράδοσή της για το σκοπό αυτό από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος της πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α)της ποσότητας τούτων (βάρος) που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση αυτού, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών β)του χρόνου των επιμέρους πράξεων όταν η πράξη τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας και γ)του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη, καθώς και της ταυτότητας των αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 § 2 και 333 § 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση δηλαδή όλων των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει (Ολ. ΑΠ 1198/1990). Τέτοιος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 δ' του ΠΚ, ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια, που οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αναφερόμενα σ' αυτήν γενικώς και κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος Χ, όντας τοξικομανής, στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 22-6-2005 έως 22-7-2005 ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, πώλησε σε τρίτους ναρκωτικές ουσίες και μία φορά επιχείρησε να πωλήσει σε άλλον ναρκωτική ουσία, πλην δεν ολοκλήρωσε την ενέργειά του αυτήν από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Πλέον συγκεκριμένα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ευρισκόμενος στην οικία του στη νήσο ..., πώλησε σε τρίτους άγνωστες ποσότητες ηρωίνης, αντί αγνώστου τιμήματος. Μεταξύ των αγοραστών ήταν οι Ψ1 και Ψ2. Ειδικότερα πώλησε στον Ψ1 έξι (6) συνολικά φορές ηρωίνη, χωρίς να έχει διακριβωθεί η ποσότητα και το τίμημα για την κάθε μια τέτοια πώληση, πλην της τελευταίας που πραγματοποιήθηκε την 22-7-2005 και αφορούσε ένα (1) γραμμάριο (μικτό βάρος) ηρωίνης, με τίμημα δέκα (10) ευρώ. Επίσης πώλησε στον Ψ2 κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα πέντε (5) τουλάχιστον φορές ηρωίνης, σε μικροποσότητα πάντοτε, αντί αγνώστου κάθε φορά τιμήματος. Για τελευταία φορά επιχείρησε την 22-7-2005 να πωλήσει στον Ψ2 ηρωίνη μικτού βάρους ενός (1) γραμμαρίου με συμφωνημένο τίμημα δέκα (10) ευρώ, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε η εν λόγω πώληση από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και ειδικότερα λόγω της προσφοράς εκ μέρους του αγοραστού του ποσού των πέντε (5) ευρώ, αντί του συμφωνηθέντος των δέκα (10) ευρώ ως τιμήματος, την οποία προσφορά δεν δέχθηκε και έτσι δεν έλαβε ο αγοραστής την ως άνω ποσότητα ηρωίνης. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης της πώλησης κατ' εξακολούθηση και της μιάς απόπειρας πώλησης ναρκωτικής ουσίας και του επιβληθεί μία ποινή, μειωμένη λόγω της ιδιότητάς του ως τοξικομανούς ατόμου, χωρίς όμως να του αναγνωριστεί και η ελαφρυντική περίπτωση της επίδειξης ειλικρινούς μετάνοιας, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου αποδείχθηκε κατ' ουσίαν αβάσιμος". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α' 27 § 1, 98 ΠΚ και 5 § 1 εδαφ. β' του ν. 1729/1987. Εφόσον δε ως πώληση ναρκωτικής ουσίας θεωρείται όπως προαναφέρθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ, δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση, του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ποσότητας (βάρους) των ναρκωτικών της ταυτότητας των αγοραστών και του ύψους του τιμήματος, αρκεί η συμφωνία περί του τελευταίου. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του προέβαλε στο δικαστήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό "να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος έδειξε μεταμέλεια". Έτσι όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν ασαφής και αόριστος και επομένως απαράδεκτος, αφού δεν περιέχονται σ' αυτόν συγκεκριμένα περιστατικά προς θεμελίωσή του και δεν αρκεί η απλή επίκληση της διατύπωσης της διάταξης του νόμου, το δε δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, χωρίς ειδική αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 7740/22-9-2008 αίτηση (δήλωση) του Χ κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές ..., για αναίρεση της 296/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Έννοια αγοράς - πωλήσεως. Αυτοτελής ισχυρισμός ελαφρυντικού μεταμέλειας. Αόριστη υποβολή ισχυρισμού.
|
Ισχυρισμός αυτοτελής
|
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
Αριθμός 2354/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 5445/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2009 και με αριθμό "7" αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 292/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 297/17.9.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, τη προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 474 ΚΠΔ "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που τη δέχεται". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που είχε προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο".
ΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση ο Χ υπήκοος ... καταδικάσθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε φυλάκιση 8 μηνών και χρηματική ποινή 1.467 € για παράβαση του άρθρου 54 παρ. 7 Ν. 2910/2001 (βλ. την με αριθμό 98015/02 απόφαση). Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσης ποινής και η απέλασή του από τη χώρα. Κατά της απόφασης αυτής, ο παραπάνω κατηγορούμενος υπέβαλε αντιρρήσεις κατ'άρθρο 565 ΚΠΔ και δη ως προς την εκτελεστότητα της διάταξης της προαναφερθείσης απόφασης σε σχέση με την απέλασή του από τη χώρα. Οι αντιρρήσεις του αυτές απορρίφθηκαν με την με αριθμό 5445/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου, παρέδωσε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στον γραμματέα της έδρας .... Ο τρόπος αυτός όμως ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, δεν είναι νόμιμος αφού ασκήθηκε χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου (του ποινικού τμήματος εν προκειμένω) και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί νω: Ι) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 7/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμό 5445/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και
ΙΙ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 19 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 474 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που τη δέχεται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που είχε προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση ο Χ, κάτοικος ..., καταδικάσθηκε από το Τριμελές Πλημ-μελειοδικείο Αθηνών, με την 98.015/2002 απόφασή του, σε φυλάκιση 8 μηνών και χρηματική ποινή 1.467 ευρώ για παράβαση του άρθρου 54 παρ. 7 του ν.2910/2001. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής και η απέλασή του από τη χώρα. Κατά της απόφασης αυτής, ο παραπάνω κατηγορούμενος υπέβαλε αντιρρήσεις, κατ' άρθρο 565 ΚΠΔ, και δή ως προς την εκτελεστότητα της διάταξης της προαναφερθείσας απόφασης σε σχέση με την απέλασή του από τη χώρα. Οι αντιρρήσεις του αυτές απορρίφθηκαν με την 5445/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου, παρέδωσε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στον γραμματέα της έδρας .... Ο τρόπος αυτός όμως ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, δεν είναι νόμιμος, αφού ασκήθηκε χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου (του ποινικού τμήματος εν προκειμένω) και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος δικηγόρος Αθηνών ... να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέτει τις απόψεις του, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 7/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της 5445/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως. Διατυπώσεις. Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως που ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2344/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 6/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Με κατηγορούμενες τις: 1) ...και 2) ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Πεπελάση.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον ... που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/2.6.2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 833/2009.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης, καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
? Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η οποία απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, υπάρχει, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων του εγκλήματος και οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν. Ειδικότερα, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη μνεία του αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και όχι ορισμένα από αυτά. Ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος είναι διάδικος στη ποινική δίκη, είναι μάρτυρας κατηγορίας, ανεξαρτήτως του ότι, κατ' επιταγή του άρθρου 221 του ΚΠΔ, εξετάζεται χωρίς όρκο, ως επιδιώκων απαιτήσεις για αποζημίωση. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, ώστε να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του. Επομένως, όταν στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη και η ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε αθώες τις κατηγορούμενες... και ..., της αποδιδόμενης σ' αυτές αξιόποινης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου. Για να στηρίξει το Εφετείο την απαλλακτική του κρίση, δέχθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά, που μνημονεύει στο αιτιολογικό της απόφασης του, προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ενόρκως στο δικαστήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται λεπτομερώς στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία. Από την περικοπή αυτή του αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασης που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα από το αναφερόμενο σ' αυτή ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, αναμφιβόλως προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο και η χωρίς όρκο κατάθεση του επίσης εξετασθέντος, αλλά ανωμοτί, καθότι πολιτικώς ενάγοντος, μάρτυρα..., αφού και αυτός ως μάρτυρας κατηγορίας χαρακτηρίζεται, όπως στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται, και δεν είναι αναγκαίο για τη πληρότητα της αιτιολογίας να μνημονεύεται ειδικώς ποίοι μάρτυρες εξετάσθηκαν με όρκο και ποίοι χωρίς όρκο.
Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων για τη θεμελίωση της αθωωτικής κρίσης του δικαστηρίου είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο αντίθετος, μοναδικός, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Συνακόλουθα, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2/6/2009 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου(μεταβατική έδρα Χίου).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδεικτικά μέσα. Κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος. Όταν στην αιτιολογία αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη και η ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πολιτική αγωγή, Μάρτυρες.
| 0
|
Αριθμός 2341/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο, περί αναιρέσεως της 86518/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 382/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσής τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος χρόνος δεν συμπίπτει κατ` ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του (ΑΠ 126/2009).
ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το εκδόσαν αυτή Τριμελές Πλημ/κείο, που δίκασε κατ έφεση, μετά από αξιολόγηση των κατ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: το Δικαστήριο πείστηκε, ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, διότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 29.6.2000 έως 28.3.2004, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής της, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "VEAU ΕΠΕ", με έδρα την Παιανία Αττικής, της οποίας διαχειρίστρια είναι η κατηγορουμένη, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην ΔΟΥ ..., όπως ακριβώς αυτά αναφέρονται στον υπ' αριθ. 6/2004 πίνακα χρεών της πιο πάνω ΔΟΥ, που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 24.6.2004 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ίδιας ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσόν 1.035.588,20 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο. Τα χρέη αυτά προέρχονται από βιοτεχνικά δάνεια που χορηγήθηκαν στην ανωτέρω εταιρεία με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι: Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 29.6.2000 έως 28.3.2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας "VEAU EΠΕ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ" με έδρα την Παιανία Αττικής, της οποίας διαχειρίστρια τυγχάνει η κατηγορουμένη, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην ΔΟΥ... όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθ. ειδ. 6/2004 βιβλίου) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 24.6.2004 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.035.588,20, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Στη συνέχεια δε, αφού της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών την οποία μετέτρεψε προς 4,40 € ημερησίως. Έτσι, όμως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά ασαφής, ελλιπής και αντιφατική. Ειδικότερα: α) στο αιτιολογικό δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για την ενοχή της κατηγορουμένης, β) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επιμέρους χρέους και η λήξη του χρόνου καταβολής τους, αν τα χρέη ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή σε δόσεις, για δε τα χρέη που ήταν καταβλητέα σε δόσεις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης, και γ) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το έγκλημα αυτό τελέσθηκε με περισσότερες πράξεις, εν τούτοις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξεως, ενόψει το ότι είναι αναγκαίος στην προκείμενη περίπτωση ο προσδιορισμός αυτός, αφού ασκεί επιρροή στην παραγραφή του αδικήματος. Και ναι μεν στο αιτιολογικό και διατακτικό γίνεται αναφορά του συνημμένου στην από 24-6-2004 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ... πίνακα χρεών με αριθμό ειδικού βιβλίου ..., στον οποίο οπωσδήποτε περιγράφεται λεπτομερώς το κάθε χρέος το ποσό αυτού, αν ήταν καταβλητέο εφάπαξ ή σε δόσεις και σε πόσες, όπως και ο χρόνος καταβολής κάθε δόσης και ο χρόνος ταμειακής βεβαίωσης του κάθε χρέους, πλην όμως ο πίνακας αυτός δεν παρατίθεται, είτε στο σκεπτικό της αποφάσεως, είτε στο διατακτικό αυτής, ώστε να αποτελέσει μέρος του σκεπτικού της, με αποτέλεσμα να στερείται η απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επιπρόσθετα, ενώ για ορισμένες από τις κατ εξακολούθηση πράξεις, μέχρι τον χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στο Τριμελές Πλημ/κείο (19-12-2008) το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής, λόγω παρόδου οκταετίας (29-6 έως 19-12-2000), εντούτοις το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και των πράξεων αυτών, αντί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη γι αυτές. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Η' του ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της υπέρβασης εξουσίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες από τις ανωτέρω διατάξεις που εφάρμοσε η προσβαλλομένη, ως πλημμελήματα πράξεις της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ εξακολούθηση, φέρονται ότι τελέσθηκαν στο χρονικό διάστημα από 19/6/2000 έως 28/3/2004, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 19-12-2008, δημοσίευση της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και μέχρι την ημέρα διασκέψεως (2-12-2009), για τις μερικότερες πράξεις που τελέσθηκαν από 29/6/2000 μέχρι 2/12/2001, παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, αν κριθεί ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (άρθρο 511 εδ. γ' Κ.Π.Δ.), πρέπει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας για τις παραπάνω μερικότερες πράξεις (ΑΠ Ολ. 5/2002). Για τις λοιπές μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στο χρονικό διάστημα από 2/12/2001 μέχρι 28/3/2004, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί προς συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός αυτών που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 86518/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας ..., για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, για τις μερικότερες πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 29-6-2000 έως 2-12-2001. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση για τις μερικότερες πράξεις του ανωτέρω κατ εξακολούθηση τελεσθέντος ως άνω εγκλήματος και δη εκείνες που τελέσθηκαν από 3/12/2001 έως 28/3/2004, στο αυτό δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός απ αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2009. Και.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Έννοια. Στοιχειοθέτηση. Ισχύσασες διατάξεις (άρθρα 25 Ν. 1882/1990, 23 Ν. 2523/1997 και 34 Ν. 3220/2004). Διακρίσεις, προϋποθέσεις τιμώρησης με αυτές. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Όταν η πράξη φέρεται τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση αναγκαίος ο προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως κάθε μερικότερης πράξης, αφού επιδρά στον χρόνο της παραγραφής (ΑΠ 126/2009). Αναιρεί. Παύει οριστικά ποινική δίωξη για μερικότερες πράξεις από 29-6-2000 μέχρι 2-12-2001. Παραπέμπει για λοιπές πράξεις από 3-12-2001 μέχρι 28-3-2004.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 2338/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)X1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλάχο και 2)X2 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Βαρότσο και Ιωάννη Διαμαντή, για αναίρεση της 35/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με συγκατηγορούμενο τον ... και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Καρακώστα. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Ιουνίου 2008, 2 Ιουνίου 2008 και 4 Ιουνίου 2008 τρεις χωριστές αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 11286/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του X1, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες, να κηρυχθούν ένοχοι για χρήση πλαστών εγγράφων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης του X2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του X1, και οι από 2 Ιουνίου 2008 και 4 Ιουνίου 2008, αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως του X2, κρατουμένων στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, κατά της υπ' αριθμό 35/5-2-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Α) Επί της αιτήσεως του X1 Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεως της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ, λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 Κ.Π.Δ). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση του αναιρεσείοντος X1, πλήττεται η με αριθμό 35/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και με την οποία ο ως άνω αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών, για τις πράξεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ.1 και 3 και 216 παρ.1 και 3 του Π.Κ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 και 16 παρ. 2 του ν. 2596/1953. Προς θεμελίωση δε του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αυτός επικαλείται κατά πιστή μεταφορά από το δικόγραφο της αναιρέσεως τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 Κ.Ποιν.Δικ, δηλώνω ότι αναιρεσιβάλλω νόμιμα και εμπρόθεσμα την παραπάνω υπ' αριθμό 35/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία καταδικάσθηκα κατά συγχώνευση σε κάθειρξη επτά (7) ετών και στέρηση των πολιτικών μου δικαιωμάτων επί (1) μια τριετία, για παράβαση των άρθρων 242 παρ.1 και 3, 216 παρ.1 και 3 του Ποιν. Κώδικα και των άρθρων 1 Ν. 1608/1950 και 16 παρ.2 Ν.Δ 2596/1953, για τους εξής ορθούς, βάσιμους και νόμιμους λόγους, αλλά και για όσους άλλους νόμιμα και εμπρόθεσμα θα προσθέσω.
1.- ΔΙΟΤΙ, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με το άρθρο 510Δ Κ.Ποιν.Δ. Συγκεκριμένα, από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψαν κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκα και εν πάση περιπτώσει τα παραστατικά που αναφέρει η απόφαση είναι εντελώς εσφαλμένα και θα έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα της διενεργείας πραγματογνωμοσύνης από ειδικό πραγματογνώμονα. Από τις μαρτυρικές καταθέσεις και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας προέκυψε ότι υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των επιβληθέντων δασμών και των δασμών που θα έπρεπε να καταλογισθούν. Ίδετε προς τούτο την κατάθεση του Διευθυντή του Τελωνείου Βόλου ..., σελ. 4 της προσβαλλόμενης απόφασης ο οποίος μεταξύ των άλλων καταθέτει: "είναι οριακά μπορεί και να υπερβαίνει δεν μπορώ να πω. Πιθανόν να υπάρχει εγκύκλιος υπολογισμού που ζητάτε. ... Οι καταλογιστικές πράξεις της ΕΥΤΕ το 97 προσδιόρισαν τα ποσά βάσει του χρόνου υποβολής δηλαδή το 1995. Οι καταλογιστικές πράξεις έπρεπε να λάβουν υπόψη και τον χρόνο καταλογισμού. Η δική μου βεβαιότητα, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του ΣτΕ είναι ξεκάθαρη για το ποσό που είπα, Η τιμή των 7 δραχμών είναι η τιμή του πετρελαίου τη στιγμή που υποβάλλει συμψηφιστικές καταστάσεις. Εάν λαμβάναμε υπόψη την τιμή όταν έγιναν πλαστές βεβαιώσεις, που η τιμή ήταν ακόμα μικρότερη το ποσό θα ήταν πολύ μικρότερο ακόμα". Και ο ίδιος μάρτυρας στη σελ. 4 στο μέσον περίπου καταθέτει: "Προφανώς εκ παραδρομής η χρέωση που έγινε από υπάλληλο του ΤΕΣ αναφέρεται στην ημερομηνία της μηνύσεως το 1995, ήταν 6-7 δραχμές χαμηλότερη η τιμή του λίτρου το 1992 που έγινε η συναλλαγή και όχι 72 δραχμές που ήταν το 1995 όταν έλαβε χώρα η μηνυτήρια αναφορά". Ο μάρτυρας κατηγορίας ... στο τέλος της σελ. 7 της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι: "ο δασμός του 95 ήταν 4,7% όπως λένε οι υπάλληλοι που έκαναν τη χρέωση. Το άρθρο 97 λέει κατά την ημερομηνία υποβολής της δικογραφίας. Ο νέος θεμελιακός Κώδικας δεν ξέρω τι λέει. Δεν μπορώ να πω τι ύψος είναι η ζημία". Άλλο σοβαρό στοιχείο είναι ότι οι αποφάσεις συμψηφιστικής ατέλειας του Τελωνείου Ελευθέρων Συγκροτημάτων διαφέρουν με τις αποφάσεις που αναφέρονται στην απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας (Πρωτοβάθμιο) και επομένως δεν μπορεί να ελεγχθεί το ακριβές και αληθές του περιεχομένου μιας εκάστης, πέραν του ότι δεν αναφέρεται ποια ποσά αντιστοιχούν σε κάθε συμψηφιστική απόφαση. Εκ των παραπάνω προκύπτει αβίαστα ότι είναι αναγκαία η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης από ειδικό πραγματογνώμονα, ώστε να προσδιορισθούν επακριβώς τα ποσά εκάστης περιόδου. ΕΠΕΙΔΗ, προκειμένης καταδικαστικής αποφάσεως παραδεκτά και εμπρόθεσμα ασκώ την παρούσα με δήλωσή μου ενώπιον Σας, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 Κωδ.Ποιν.Δικ. ΕΠΕΙΔΗ, εκτίω την ποινή μου στις Φυλακές Λάρισας, συνεπώς παραδεκτά ασκείται η παρούσα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ και με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μου, ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση αναίρεσης. Να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθ. 35/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας και να διαταχθούν τα νόμιμα".
Με το παραπάνω περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως τουX1 και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, (άρθρο. 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ). Β) Επί της αιτήσεως του X2 Κατά το άρθρο 514 εδ. γ του Κ.Π.Δ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων X2, άσκησε εμπροθέσμως στις 2-6-2008, ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Φυλακών Λάρισας, την με αριθμό 84/2-6-2008 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμό 35/5-2-2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και ακολούθως, την από 4-6-2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τη με αριθμό πρωτοκόλλου 1693 αίτηση αναιρέσεως κατά της αυτής ως άνω καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία κοινοποιήθηκε την 10-6-2008 κατά την επισημειούμενη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή ...
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται, προ της καταχωρήσεως της στο τηρούμενο προς τούτο ειδικό βιβλίο και πρέπει οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες είναι ταυτόσημες, να συνεκδικασθούν, διότι έχουν πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια. Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ.1 του ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α και 263 Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ του ΠΚ δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και θέληση να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Μεταξύ των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας υφίσταται αληθής και όχι φαινόμενη συρροή γιατί το ένα αδίκημα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση του άλλου αδικήματος, ενώ, εξάλλου, είναι διαφορετικά τα πληττόμενα με το καθένα από αυτά έννομα αγαθά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 και 2 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ.1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα. Δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας από το οποίο και απορροφάται και ότι αυτοτέλεια υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, 1) η κατάρτιση πλαστού εγγράφου και 2) η νόθευση γνήσιου, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 οτοιχ. γ' του ΠΚ, υπάρχει όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα νόθευση συνιστά η αλλοίωση της έννοιας καταρτισμένου εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δύο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παρακολουθήσει άλλον με την χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικό για τη δημιουργία κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το στοιχείο της παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και πρέπει όχι μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως τα περιλαμβάνεται, αλλά και στο αιτιολογικό να διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα της παραπλανήσεως για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, είναι δε αδιάφορο αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό ή όχι. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σ' αυτόν ως δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του Εξάλλου, κακουργηματική πλαστογραφία υπάρχει και όταν, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1608/1950, όπως αντικ. με τα άρθρα 4 παρ. 5 του Ν. 1738/1987 και 36 του Ν. 2172/1993 σε συνδ. με το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. δ' του Ν. 2408/1996, το έγκλημα αυτό στρέφεται κατά του δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατ' άλλου νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α του Π Κ, όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1738/1987 και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, δεν είναι αναγκαίο να είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν το περιουσιακό όφελος ή η περιουσιακή βλάβη, αλλά αρκεί ότι αυτά έχουν ενταχθεί στο εν γένει δια της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και διαμορφώνονται με την πλαστογραφία οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά την τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, ενεργειών του δράστη, να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη. Οι επιπρόσθετες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν την προσφορότητα της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή βλάβη που αυτός αποσκοπεί. Το τελευταίο, είναι περισσότερο έκδηλο στην κακουργηματική πλαστογραφία σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων νομικών προσώπων από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του ΠΚ, εν όψει του ότι για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, αρκεί ότι απειλήθηκε ζημία σε βάρος τους, υπερβαίνουσα το ποσό των 50.000.000 δραχμών, οπότε και δημιουργείται ο κίνδυνος επελεύσεως αυτής. Μεταξύ δε των εγκλημάτων της ψευδούς βεβαιώσεως και της πλαστογραφίας υφίσταται αληθής και όχι φαινόμενη συρροή γιατί το ένα αδίκημα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση του άλλου αδικήματος, ενώ, εξάλλου, είναι διαφορετικά τα πληττόμενα με το καθένα από αυτά έννομα αγαθά.(ΑΠ 1544/2007). Επειδή, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κύρια, αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση, όπως εκείνη με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 183 του Κ.Π.Δ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η απόφαση για τη διενέργεια ή όχι αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση (παρεμπίπτουσα) όμως αυτού, με την οποία απορρίπτεται σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένους αιτιολογημένη, σύμφωνα με τα άρθρα 93 του Συντ. και 139 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 35/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου X2, υπέβαλε προς το δικαστήριο, αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, το οποίο έχει ως ακολούθως: "ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης από ειδικό πραγματογνώμονα". Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την παρακάτω αιτιολογία. "Το αίτημα των κατηγορουμένων για διενέργεια ειδικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να προσδιορίζεται το αντικείμενο της, πρέπει ν' απορριφθεί, διότι δεν κρίνεται αναγκαία, αφού από όλα τα στοιχεία και ιδίως από τα υπ' αριθμό 1929/96 και 5797/07 έγγραφα, αποδεικνύεται η ποσότητα των καυσίμων, που παρέλαβε παράνομα ο πρώτος, όπως και το ύψος των διαφυγόντων δασμών, τελών κλπ". Η αιτιολογία την οποία, ως εκ περισσού διέλαβε το δικαστήριο στην απόφαση του, λόγω της πρόδηλης αοριστίας του σχετικού αιτήματος, για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ, σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποτελεί η και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 35/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, από όλα τα έγγραφα που ο αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία των κατηγορουμένων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε σε σχέση με τον αναιρεσείοντα X2, ότι αυτός στο Τρίκερι Μαγνησίας και κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-1991 έως τον Μάρτιο του 1993, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα: "Α) κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-1991 έως τον Μάρτιο του 1993 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' Π.Κ. στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται ή έκδοση ή η σύνταξη δημοσίου εγγράφου, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκοπεύοντας μα προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλους αθέμιτο περιουσιακό όφελος ζημιώνοντας συγχρόνως το Ελληνικό Δημόσιο επιφέροντας σ' αυτό βλάβη που ανέρχεται σε ιδιαιτέρα μεγάλο ποσό που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 146.735 €, εξακολουθώντας επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος και συγκεκριμένα: όντας τελωνειακός υπάλληλος και υπηρετώντας στον Τελωνειακό Σταθμό Τρικερίου του οποίου κατέλαβε τη μοναδική προβλεπόμενη οργανική θέση από 31 Αύγουστου του 1991 και εντεύθεν συνέταξε και υπέγραψε τις συγκεντρωτικές καταστάσεις και τα σχετικά Δελτία Παραλαβή Καυσίμων (Δ.Π.Κ.) στα οποία βεβαίωσε εν γνώσει ότι ο συγκατηγορούμενός του πρατηριούχος υγρών καυσίμων X1 παρέδωσε (επί πλέον του πράγματι παραδοθέντος) ενώπιον τους σε αλιευτικά σκάφη συνολικά 3.230.227 λίτρα πετρελαίου κίνησης ατελώς, δηλαδή από αποθέματα καυσίμων ελεύθερα από δασμούς και φόρους εισαγωγής (TRANZITO), ενώ οι εφοδιασμοί αυτοί δεν έλαβαν ποτέ χώρα και μάλιστα με τα στοιχεία που διαλαμβάνονταν στα Δ.Π.Κ., οι δε αναγραφόμενες σ' αυτά ποσότητες πετρελαίου διατέθηκαν παράνομα από τον ως άνω πρατηριούχο στη γενική κατανάλωση. Πιο συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατήρτισε (συνέταξε κα υπέγραψε) 20 ψευδείς συγκεντρωτικές καταστάσεις όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό όπου περιλαμβάνει κατά περιεχόμενο τα Δ.Π.Κ., στις οποίες διαβεβαιώνει ψευδώς ότι οι αναγραφόμενες σ' αυτά αντίστοιχες ποσότητες καυσίμων είχαν παραληφθεί από τα συγκεκριμένα αλιευτικά σκάφη. Με τις εν λόγω καταστάσεις ο συγκατηγορούμενός του X1 πέτυχε σύμφωνα με την Τ3300/47/25-4-84 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών την αποκατάσταση των δήθεν παραδοθεισών στα αναφερόμενα στα επισυναπτόμενα έγγραφα αλιευτικά σκάφη, ποσοτήτων καυσίμων με ίση ποσότητα του αυτού είδους και της ίδιας δασμοφορολογικής κλάσης, δηλαδή σε τιμή που δεν περιλαμβάνονται δασμοί, φόροι και λοιπά δικαιώματα (TRANZITO) με συνέπεια το Δημόσιο να απολέσει το ποσό των 221.643.711 δρχ. ή 650.458,43 €, όπως αναλυτικά στο διατακτικό εκτίθεται, που δικαιούνταν να εισπράξει. Οι άνω ποσότητες πετρελαίου και το ύψος των διαφυγόντων δασμών κτλ. αποδεικνύεται από τον επισυναπτόμενο στο υπ' αριθμ. 1929/5-2-08 έγγραφο του Τελωνείου Βόλου πίνακα υπολογισμού δασμολογικών επιβαρύνσεων. Ο υπολογισμός των απολεσθέντων δασμών κτλ έλαβε χώρα, ορθά, σύμφωνα με την τιμή του πετρελαίου που είχε κατά το χρόνο των παραβάσεων και συνακόλουθα της διάπραξης του άνω εγκλήματος (βλ. ΣτΕ 3275/94 και κατάθεση μάρτυρος ...) και όχι όπως εσφαλμένως υπολογίσθηκαν βάσει της τιμής του πετρελαίου που είχε κατά το χρόνο υποβολής της δικογραφίας από την ΕΥΤΕ στην Εισαγγελική αρχή (7-8-1995, βλ. και υπ' αριθμ.1216/16-1-2007 έγγραφο Τελωνείο Βόλου). Β)"Οι 1ος και 3ος κατηγορούμενος X1 και X2 κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-1991 μέχρι το μήνα Μάρτιο 1993, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από κοινού νόθευσαν από πρόθεση έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών, ενώ εξάλλου με τις πράξεις τους αυτές που εξακολούθησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας συγχρόνως τρίτο και δη το Ελληνικό Δημόσιο, προκαλώντας σ' αυτό αντίστοιχη ζημία ιδιαίτερα μεγάλη που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. ή 146.735 €. Συγκεκριμένα στα Δελτία Παραλαβής Καυσίμων που συνέταξε ο 3° κατηγορούμενος (τελωνειακός) που περιλαμβάνεται στις υπό στοιχ. Α' πράξη συγκεντρωτικές καταστάσεις, ενεφάνισαν ότι παρελήφθησαν από τα παραπάνω αλιευτικά σκάφη που αναφέρονται στις επισυναπτόμενες καταστάσεις, οι αναγραφόμενες σε κάθε ένα Δελτίο παραλαβής Καυσίμων ποσότητες ατελών καυσίμων (TRANZITO) θέτοντας εν συνεχεία αυτός από κοινού με τον 1° πρατηριούχο κατηγορούμενο, κατ' απομίμηση την υπογραφή του πλοιάρχου του φερόμενου ως παραλαβόντος την εμφανιζόμενη σε κάθε Δελτίο ποσότητα καυσίμων (υπογράφοντας παράλληλα και οι ίδιοι δηλ. ο τελωνειακός και ο πρατηριούχος τη σχετική πράξη παράδοσης που υπάρχει σε κάθε Δ.Π,Κ). Στην πραγματικότητα όμως ουδέποτε παραδόθηκαν από τον 1° κατηγορούμενο οι ποσότητες αυτές στα συγκεκριμένα αλιευτικά που συνολικά ανέρχονται σε 3.230.227 λίτρα, έκαναν δε χρήση αυτών, υποβάλλοντας τα νοθευμένα αυτά έγγραφα μαζί με τις συγκεντρωτικές καταστάσεις στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή (ΤΕΣ Πειραιά), με σκοπό να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους του εν λόγω Τελωνείου για το ότι οι ανωτέρω εφοδιασμοί (υπό πράξη Α) έλαβαν χώρα προκειμένου να εκδοθούν οι σχετικές (υπό πράξη Α) αποφάσεις συμψηφιστικής ατέλειας κα έτσι με αυτό τον τρόπο ο 1ος κατηγορούμενος να αναπληρώσει τα καύσιμα που δήθεν είχαν διατεθεί για εφοδιασμό των αυτών αλιευτικών σκαφών, με αντίστοιχες ποσότητες του αυτού είδους και της αυτής δασμοφορολογικής κλάσεως (δηλαδή σε τιμή που δεν περιλαμβάνονται δασμοί, φόροι και λοιπά δικαιώματα, που συνολικά ανέρχονται σε 221.643.711 δρχ ή 650.458,43€) τα οποία (καύσιμα) εν συνεχεία διέθεσε παράνομα αυτός στη γενική κατανάλωση προκαλώντας στο Δημόσιο αντίστοιχη ζημία 650.458.43€. Όλα τα παραπάνω αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα, ιδίως από την πορισματική έκθεση και αναφορά και τα υπ' αριθμ. 5797 και 1929 έγγραφα. Εξάλλου ο πρώτος των κατηγορουμένων- πρατηριούχος δεν δικαιολόγησε την αγορά του πλεονάσματος των καυσίμων, που σημειωτέον διατηρούσε παράνομα δεξαμενές, πλέον των νομίμως προβλεπομένων, με παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια αγοράς κλπ). Ο τρίτος των κατηγορουμένων ετέλει εν γνώσει ότι όσα ανέγραφε στο ΔΠΚ και στις συγκεντρωτικές καταστάσεις ήταν ψευδή ήτοι ότι οι χορηγηθείσες ποσότητες καυσίμων στους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών ήταν πολύ μικρότερες από αυτές που ανέγραφε με αποτέλεσμα να προκύψει η άνω διαφορά των 3.230.227 λίτρων δεδομένου ότι ένα αλιευτικό σκάφος μικρής χωρητικότητας και όγκου δεξαμενής (πχ 150 λίτρα) δεν μπορεί να προμηθευτεί καύσιμα 1000 λίτρων έστω κι αν αποθήκευε αυτά, όπως υποστηρίχθηκε σε βαρέλια. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι των πλοιάρχων δεν τηρούσαν βιβλίο δρομολογίων κτλ. με συνέπεια να γίνεται ευχερέστερη η νόθευση των εγγράφων. Οι μάρτυρες υπεράσπισης προσπαθώντας να ενισχύσουν την υπερασπιστική θέση των κατηγορουμένων όλως ασαφώς, αορίστως και αντιφατικώς κατέθεσαν υπέρ των απόψεων των κατηγορουμένων, χωρίς όμως να είναι πειστικοί. Το αίτημα των άνω κατηγορουμένων για διενέργεια ειδικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να προσδιορίζουν το αντικείμενο της, πρέπει ν' απορριφθεί, διότι δεν κρίνεται αναγκαία, αφού απ' όλα τα στοιχεία και ιδίως από τα υπ' αριθμ. 1929/06 και 5797/07 έγγραφα, αποδεικνύεται η ποσότητα των καυσίμων, που παρέλαβε παράνομα ο πρώτος κατηγορούμενος όπως και το ύψος των διαφυγόντων δασμών, τελών κλπ. Κατόπιν των παραπάνω το Δικαστήριο πείσθηκε ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της ψευδούς βεβαίωσης, της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση και της πλαστογραφίας από κοινού με χρήση, σε βαθμό κακουργήματος για όλες τις πράξεις. Οι άνω αξιόποινες πράξεις συρρέουν αληθώς αφού είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους, συγκροτούν δε διαφορετικά εγκλήματα, προσβάλλοντας διαφορετικά έννομα αγαθά. Το Δικαστήριο δέχεται, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι μέχρι τέλεσης των άνω πράξεων διήγαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή και επιπλέον συμπεριφέρθηκαν καλά μετά την τέλεση των άνω πράξεων". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε, τον κατηγορούμενο X2, ένοχο των πράξεων: α) της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και β) της νόθευσης εγγράφων μετά χρήσεως, με σκοπό το περιουσιακό όφελος, δια βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 (ήδη 146.735) ευρώ, και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόστηκαν των άρθρων 1, 14, 26παρ.1α, 27 παρ. 1, 94, 98, 242 παρ. 1 και 3, 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ, και άρθρο 1 του ν. 1608/1950 όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ.4 του ν. 1738/1987, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Σημειώνεται ότι το έγκλημα του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ, συντελείται και υπό τελωνειακού υπαλλήλου, σε σχέση με τα συντασσόμενα υπ' αυτού δελτία παραλαβής καυσίμων (ΔΠΚ), που είναι δημόσια έγγραφα προοριζόμενα για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι τρίτων. Ειδικότερα, αιτιολογούνται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα αιτιολογούνται οι παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες: α) ο κατηγορούμενος X2, όντας τελωνειακός υπάλληλος στον τελωνειακό σταθμό Τρικερίου, και στα καθήκοντα του οποίου ανάγονταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίου εγγράφου, από πρόθεση, βεβαίωσε ψευδώς περιστατικό, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, β) με την πιο πάνω ιδιότητα του, ο ίδιος συνέταξε και υπέγραψε συγκεντρωτικές καταστάσεις και δελτία παραλαβής καυσίμων, στα οποία βεβαίωνε ψευδώς ότι ο συγκατηγορούμενός του X1, ο οποίος διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων, παρέδωσε, πλέον των ποσοτήτων εκείνων που πράγματι παραδόθηκαν ατελώς σε διάφορα αλιευτικά σκάφη, και ποσότητες 3.230.227 λίτρων πετρελαίου κίνησης, και συγκεκριμένα αποθέματα πετρελαίου που ήσαν ελεύθερα δασμών και φόρων εισαγωγής, γ) ότι οι φερόμενες στα αντίστοιχα δελτία παραλαβής καυσίμων, ως παραδοθείσες στους ιδιοκτήτες των αλιευτικών σκαφών, ποσότητες πετρελαίου ΤΡΑΝΖΙΤ, στην πραγματικότητα δεν είχαν παραδοθεί στα αλιευτικά σκάφη, αντίθετα οι ποσότητες αυτές είχαν διατεθεί, με τη συμμετοχική δράση του ως άνω πρατηριούχου και συγκατηγορουμένου του, στη γενική κατανάλωση τρίτων προσώπων μη δικαιούχων της σχετικής αυτής ατέλειας, δ) ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος X2, στις επίμαχες 20 συγκεντρωτικές καταστάσεις, στις οποίες αναφέρονταν τα πρόσωπα εκείνα ότι παρέλαβαν τις αναφερόμενες ποσότητες πετρελαίου ΤΡΑΝΖΙΤ, από κοινού, με τον ως άνω συγκατηγορούμενό του X1, έθεταν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εκάστοτε πλοιάρχου, εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο αναγραφόμενος στο αντίστοιχο δελτίο παραλαβής καυσίμων, (ΔΠΚ), πλοίαρχος ή κυβερνήτης του αλιευτικού σκάφους, παρέλαβε πράγματι, τις αντίστοιχες ποσότητες πετρελαίου ΤΡΑΝΖΙΤ. και ότι βεβαίωνε ψευδώς, ότι οι αναγραφόμενες σ' αυτές ποσότητες πετρελαίου, είχαν διατεθεί και παραληφθεί από τους ιδιοκτήτες των αναφερομένων αλιευτικών σκαφών, ε) ότι εξαιτίας αυτής της συμμετοχικής δραστηριότητας του αναιρεσείοντος, το Ελληνικό Δημόσιο, απώλεσε το χρηματικό ποσό των 221.643.711 δραχμών, ήδη 650.458,43 ευρώ, η οποία υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ήδη 73.000 ευρώ και που αντιστοιχεί στη διαφορά τιμής μεταξύ αυτής της ελεύθερης, χωρίς την επιβολή δασμών και τελών και εκείνης της τιμής πετρελαίου, που διαμορφώνεται για την ευρεία κατανάλωση με τη αναλογία των δασμών και τελών αντίστοιχα. Η αιτίαση με την οποία πλήττεται η απόφαση, και ειδικότερα ότι το δικαστήριο έκανε επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είναι αβάσιμη, γιατί από τα πρακτικά της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και στο σύνολο των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν, χωρίς να εξαίρεται η κατάθεση ενός και να μη λαμβάνεται υπόψη η κατάθεση ετέρου, όπως επίσης, προκύπτει ότι το ως άνω δικαστήριο, έλαβε υπόψη του, τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά της δίκης εκείνης και τα οποία αναγνώστηκαν, όπως και η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και το σύνολο των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αξιολογήθηκαν, χωρίς αποκλεισμό άλλων αποδεικτικών στοιχείων. Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1608/1950, οι οποίες συνυπάρχουν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, δεδομένης της ιδιότητάς του, ως τελωνειακού υπαλλήλου, ανήκοντος οργανικά στο υπαλληλικό δυναμικό του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, η αιτίαση που αποτελεί και αυτοτελή λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ,1 στοιχ. Ε του Κ.Π.Δ, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 242 ΠΚ, και ειδικότερα ότι το Δελτίο Παραλαβής Καυσίμων, δεν είναι δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του νόμου, γιατί τούτο εξυπηρετεί την εσωτερική τελωνειακή διαδικασία σύμφωνα με την υπ' αριθμό Τ.2500/57/Γ.0019/ΠΟΛ. 21 από 11-7-1990 εγκύκλιο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών προς τις Νομαρχίες και τις τελωνειακές αρχές του Κράτους, με την οποία παρέχονται οδηγίες για την ορθή εφαρμογή της μνησθείσας υπουργικής αποφάσεως, όπως μεταγενέστερα αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, είναι αβάσιμη και απορριπτέα γιατί το Δελτίο Παραλαβής Καυσίμων είναι δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του αρθρ. 13 στοιχ. γ' του ΠΚ σε συνδυασμό προς το άρθ. 438 ΚΠολΔ, όχι μόνο γιατί η παραπάνω εγκύκλιος του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών περί της ερμηνείας της άνω υπουργικής αποφάσεως, δεν δημιουργεί νομική δέσμευση των αποδεκτών της, αλλά κυρίως γιατί το Δελτίο αυτό προορίζεται για την εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων, γεγονός που έχει έννομη σημασία, αφού το τρίτο αντίτυπο του Δελτίου παραδίδεται στον πλοίαρχο ή τον εκπρόσωπο του και το δεύτερο στον πρατηριούχο για να αποσταλεί στην προμηθεύτρια εταιρία πετρελαιοειδών, προκειμένου αυτή να θεμελιώσει απόφαση συμψηφιστικής ατέλειας του IB' Τελωνείου Πειραιώς και αποκατάσταση της ποσότητας υγρών καυσίμων και λιπαντικών, που χορηγήθηκε από τα ελεύθερα αποθέματα χωρίς καταβολή των δασμών και λοιπών φόρων του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', και Ε' του Κ.Π.Δ, λόγοι αναιρέσεως, α) περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό το αθέμιτο όφελος, με βλάβη του Δημοσίου κατ' εξακολούθηση, από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δρχ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όσον αφορά, όμως, το δεύτερο αδίκημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο ως άνω κατηγορούμενος X2, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα για την από μέρους του αναιρεσείοντος αυτού θέση, στα καταρτισθέντα από αυτόν με ψευδές περιεχόμενο Δ.Π.Κ, (δελτία παραλαβής καυσίμων), υπογραφή των πλοιάρχων-κυβερνητών, οι οποίοι φέρονται να έχουν παραλάβει τις αναγραφόμενες σ' αυτά ποσότητες υγρών καυσίμων, εσφαλμένα υπήχθησαν στη διάταξη περί νοθεύσεως εγγράφων, αντί αυτής της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων(άρθρο 216 παρ.1 του Π.Κ). Τούτο γιατί δεν πρόκειται περί αλλοιώσεως του αρχικού περιεχομένου του εγγράφου, ώστε να εμφανίζεται ως η εξ' υπαρχής δήλωση του εκδότη του εγγράφου, αλλά περί καταρτίσεως πλαστού εγγράφου, ήτοι περί εμφανίσεως του περιεχομένου αυτού ως δηλώσεως προσώπου από το οποίο δεν προέρχεται αυτό (ΑΠ 415/2007). Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ, και πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η απόφαση και ως προς τον ανωτέρω X1, ο οποίος καταδικάσθηκε, με τον αναιρεσείοντα X2, ως συναυτουργός της πράξεως αυτής, λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος, σύμφωνα με το άρθρο 469 Κ.Π.Δ. Μετά από αυτά και δεδομένου ότι χωρεί βελτίωση της κατηγορίας από εκείνης της νοθεύσεως εγγράφου, στην κατηγορία της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου(ΑΠ 1670/2003), πρέπει να δοθεί από το δικαστήριο τούτο ο προσήκων νομικός χαρακτηρισμός στην αξιόποινη πράξη, ήτοι της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, για την οποία και πρέπει κατά το άρθρο 518 παρ.1 του Κ.Π.Δ, να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για την επιβολή ποινής, αφού για αμφότερες τις πράξεις, ήτοι της πλαστογραφίας και της νόθευσης εγγράφων προβλέπεται η ίδια ποινή κατά το ανώτερο και κατώτερο όριο (άρθρα 216 παρ. 1 και 3 Π.Κ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950) εντός της οποίας και επιμετρήθηκε. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, που αποτελεί και λόγο αναιρέσεως, προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.ΠΔ, και ειδικότερα, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από το γεγονός α) ότι μετά την πρόταση του εισαγγελέα επί του αιτήματος αυτού για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του, δεν δόθηκε ο λόγος στη συνέχεια στον ίδιο τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, και β) ότι το δικαστήριο για να στηρίξει την κρίση του περί τη ενοχής του, έλαβε υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώστηκε και συγκεκριμένα ένα FAX του Τελωνείου Βόλου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τούτο γιατί, όσον αφορά το υπό στοιχείο (α) σκέλος αυτής, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σ' αυτήν πρακτικών, προκύπτει ότι μετά την πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, ο Πρόεδρος ρώτησε τους κατηγορούμενος και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, αν έχουν να προσθέσουν κάτι για την υπεράσπιση τους και αυτοί απάντησαν αρνητικά. Όσον αφορά δε το υπό στοιχείο (β) σκέλος της, γιατί, από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προκύπτει από σειρά άλλων εγγράφων, τα οποία και αναγνώστηκαν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος περί απολύτου ακυρότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα εξής: α) το από 31-5-1995 ενημερωτικό σημείωμα, β) τις επισυναπτόμενες καταστάσεις από 10-165 και γ) το από 5797/11-4-2006 έγγραφο του Τελωνείου Βόλου, τα οποία και αναγνώσθηκαν, γεγονός το οποίο δέχεται και ο αναιρεσείων. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, προκύπτει αναμφισβήτητα από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων και από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζεται η χρονολογία εκδόσεως, ο εκδότης αυτών ή το περιεχόμενο τους. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα αναγνώσθηκαν και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος γνώριζε το περιεχόμενο τους, και είχε πλέον τη δυνατότητα προσωπικά ή δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ναι μεν αναγνώσθηκαν, χωρίς όμως, να προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση του X1 και ήδη κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθμό 35/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220 ευρώ), και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 35/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες και μόνο ως προς τη διάταξη περί νοθεύσεως εγγράφων μετά χρήσεως με σκοπό το περιουσιακό όφελος, με βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του Δημοσίου, υπερβαίνουν το ποσό των 50.000.000 δραχμών, ήδη (146.735) ευρώ.
Κηρύσσει ενόχους τους κατηγορούμενους X1 και X2 και ήδη κρατούμενο των δικαστικών Φυλακών Λάρισας, του ότι: Στο Τρίκερι κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-91 μέχρι το μήνα Μάρτιο 1993, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του X2 κατήρτισαν από πρόθεση πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ακολούθως έκαναν χρήση των εγγράφων αυτών, ενώ εξάλλου με τις πράξεις τους αυτές που εξακολούθησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας συγχρόνως τρίτο και δη το Ελληνικό Δημόσιο, προκαλώντας σ' αυτό αντίστοιχη ζημία ιδιαίτερα μεγάλη που υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. Συγκεκριμένα στα Δελτία Παραλαβής Καυσίμων που συνέταξε ο κατηγορούμενος X2 που περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως συγκεντρωτικές καταστάσεις, ενεφάνισε, ότι παρελήφθησαν από τα παραπάνω αλιευτικά σκάφη που αναφέρονται στις επισυναπτόμενες καταστάσεις, οι αναγραφόμενες σε κάθε ένα Δελτίο παραλαβής Καυσίμων ποσότητες ατελών καυσίμων (TRANΖITO) θέτοντας εν συνεχεία ο τελωνειακός κατηγορούμενος από κοινού με τον πρατηριούχο κατηγορούμενο, κατ' απομίμηση την υπογραφή του πλοιάρχου του φερόμενου ως παραλαβόντος την εμφανιζόμενη σε κάθε Δελτίο ποσότητα καυσίμων (υπογράφοντας παράλληλα και οι ίδιοι δηλ. ο τελωνειακός και ο πρατηριούχος τη σχετική πράξη παράδοσης που υπάρχει σε κάθε Δ.Π.Κ). Στην πραγματικότητα όμως ουδέποτε παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο X1 οι ποσότητες αυτές στα συγκεκριμένα αλιευτικά που συνολικά ανέρχονται σε 3.230.227 λίτρα, στην πράξη δε αυτή προέβησαν με σκοπό, υποβάλλοντας τα πλαστά αυτά έγγραφα στην αρμόδια Τελωνειακή Αρχή (ΤΕΣ Πειραιά), να παραπλανήσουν τους υπαλλήλους του εν λόγω Τελωνείου για το ότι οι ανωτέρω εφοδιασμοί (υπό πράξη Α) έλαβαν χώρα προκειμένου να εκδοθούν οι σχετικές (υπό πράξη Α) αποφάσεις συμψηφιστικής ατέλειας και έτσι με αυτό τον τρόπο να αναπληρώσει τα καύσιμα που δήθεν είχαν διατεθεί για εφοδιασμό των αυτών αλιευτικών σκαφών, με αντίστοιχες ποσότητες του αυτού είδους και της αυτής δασμοφορολογικής κλάσεως (δηλαδή σε τιμή που δεν περιλαμβάνονται δασμοί, φόροι και λοιπά δικαιώματα, που συνολικά ανέρχονται σε 221.643.711 δρχ ή 650.458,43 €) τα οποία εν συνεχεία διέθεσε παράνομα αυτός στη γενική κατανάλωση".
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής βεβαίωση κατ' εξακολούθηση και νόθευσης εγγράφων μετά χρήσεως με σκοπό το αθέμιτο όφελος, με βλάβη του Δημοσίου, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν.1608/1950. Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αβάσιμος ο λόγος ότι δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή και την απόρριψη του αιτήματος για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, μόνο ως προς το αδίκημα της κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως. Εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 216 § 1 ΠΚ, αφού πρόκειται περί καταρτίσεως πλαστού εγγράφου και όχι περί νοθεύσεως (ΑΠ 415/2007). Αναιρεί κατά ένα μέρος. Δεν παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο. Κηρύσσει ενόχους τους αναιρεσείοντες κατά το μέρος που αναιρέθηκε (ΑΠ 195/1990 - ΝοΒ 38/494) -.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναίρεση μερική, Ψευδής βεβαίωση, Καταχραστές Δημοσίου.
| 0
|
Αριθμός 2347/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 1701/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1083/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κείο Ηρακλείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως, αφού δέχθηκε ότι "από την κύρια για την απόδειξη διαδικασία, τα έγγραφα που διαβάστηκαν νόμιμα και την υπόλοιπη γενικά συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση", κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική (πέντε ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης). Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία εξετάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας η υπάλληλος της ... ΔΟΥ ..., ..., εν τούτοις η μάρτυρας αυτή δεν αναφέρεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για τη διαμόρφωση της περί ενοχής κρίσης του.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ), παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1701/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση της περί ενοχής κρίσης του, η μοναδική μάρτυρας κατηγορίας που εξετάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Φοροδιαφυγή.
| 2
|
Αριθμός 2331/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) Χ, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλεξανδρή, για αναίρεση της με αριθμό 276/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 22.01.2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 888/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 18-3-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2007 του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.2 και 474 Κ.Π.Δ.). Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Μαζί της θα συνεξετασθούν και οι 22-1-2009 πρόσθετοι επ' αυτής λόγοι αναίρεσης, που προτάθηκαν εμπρόθεσμα (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 32 στοιχ. α' ΣΠΚ (Ν.2287/1995), σε συνδυασμό με το Π.Δ. 371/2002, δια του οποίου ήρθη η κατάσταση γενικής επιστράτευσης και η χώρα περιήλθε και νομικά σε κατάσταση ειρήνης, "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών". Σύμφωνα δε, με το άρθρο 51 παρ.1 του Ν.3421/2005 "Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις", "Ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν κατατάσσονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης". Στη συνέχεια οι παράγραφοι 2 και 3 του ίδιου άρθρου, καθορίζουν τα της έναρξης και διακοπής του χρόνου της ανυποταξίας, η οποία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας κατατάξεως ή εφόσον ορίζεται προθεσμία κατάταξης από την επομένη της τελευταίας ημέρας και διακόπτεται με τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του ανυπότακτου, ή με την κατάταξή του στις Ένοπλες Δυνάμεις ή με τη σύλληψη για ανυποταξία ή με την παρουσίαση του ανυπότακτου σε στρατιωτική δικαστική αρχή ή στο στρατολογικό γραφείο για τη διακοπή της ανυποταξίας του ή με την κρίση του ανυπότακτου από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων, ως ακαταλλήλου για στράτευση (15) ή τέλος με την χορήγηση αναβολής κατάταξης για λόγους υγείας. Περαιτέρω, η ανυποταξία συνιστά ένα έγκλημα γνήσιας παράλειψης, το εγκληματικό νόημα της οποίας συνίσταται στην αδράνεια του στρατεύσιμου προς την κοινωνικά αναμενόμενη προσέλευσή του στις τάξεις του Στρατού. Για την αντικειμενική στοιχειοθέτησή της απαιτούνται: α) η ύπαρξη σχετικής προς κατάταξη πρόσκλησης και β) η μη εμφάνιση του υπόχρεου εντός των προκαθορισμένων ημερομηνιών, ενώ για την υποκειμενική στοιχειοθέτησή της απαιτείται μόνο δόλος, έστω και ενδεχόμενος, που συνίσταται στη γνώση εκ μέρους του υπαιτίου ότι με βάση την πρόσκληση έχει υποχρέωση κατάταξης σε συγκεκριμένη μονάδα μόνο ορισμένη ημερομηνία (ή προθεσμία) και στη θέλησή του να μην εμφανισθεί εκεί, χωρίς να απαιτείται πρόσθετος σκοπός αποφυγής των στρατιωτικών του υποχρεώσεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν.2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη για έλλειψη αιτιολογίας, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αλλιώς υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η λόγος αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 9/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 276/2007 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 44/30-1-2007 απόφαση του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, κηρύχθηκε αθώος για το έγκλημα της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο (άρθρο 32 στοιχ. α' του ΣΠΚ (Ν.2287/1995), ελλείψει του στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης της ως άνω πράξης. Κατά της αθωωτικής αυτής απόφασης ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Λάρισας άσκησε την υπ' αριθμ. 3/6-2-2007 έφεση. Στην έκθεση της έφεσης αυτής αναφέρονται, πλέον του μέρους που γίνεται η περιγραφή της υπόστασης (υποκειμενικής και αντικειμενικής) του ανωτέρω εγκλήματος, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά λέξη: "Στον εφεσίβλητο είχε χορηγηθεί αναβολή για λόγους σπουδών μέχρι την 31-12-2002. Με τη λήξη της αναβολής του επιλέχθηκε την 26-5-2003 για το Σώμα Υλικού Πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί την 26-5-2003. Επειδή επικαλέσθηκε λόγους υγείας, ζήτησε να εξετασθεί από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ), για να κριθεί η σωματική του ικανότητα. Πράγματι το Σ.Γ. Αττικής τον παρέπεμψε στην ΕΑΑ (βλέπετε σχετικές στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του). Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. Φ ... έγγραφο της ΕΑΑ (Παράρτημα "Α" σελ. 4 α.α. 19), ο εφεσίβλητος ουδέποτε παρουσιάστηκε στην ΕΑΑ κατά το έτος 2003, πλην όμως κατά τρόπο που δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... πλαστή Γνωμάτευση της ΕΑΑ που είχε όλα τα εξωτερικά στοιχεία γνησιότητας και μπορούσε να παραπλανήσει οποιονδήποτε, με την οποία ο εφεσίβλητος κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (15) επειδή έπασχε από σπονδυλολίσθηση Ο5-Ι1 με έντονες λειτουργικές διαταραχές". Η πλαστή Γνωμάτευση στάλθηκε στο αρμόδιο Σ.Γ. Αττικής του οποίο ο Δ/ντής παραπλανήθηκε και καταχώρησε τη σχετική μεταβολή στη στρατολογική μερίδα του εφεσίβλητου, απαλλάσσοντάς τον από τη στράτευση. Ο εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό τύπου Β', από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα της Δ/νσεως Στρατολογικού του ΓΕΕΘΑ, η ΕΑΑ απάντησε, με το ως άνω έγγραφό της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι' αυτόν που να τον έχει κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση και ότι η υπ' αριθμ. ... αφορά τον Στρατιώτη Ζ, ο οποίος είχε κριθεί με την απόφαση αυτή (τη γνήσια) ικανός 4ης κατηγορίας (14), λόγω "ελαφράς νοητικής υστέρησης" (Βλέπετε σχετικές Γνωματεύσεις - γνήσια και πλαστή - στη δικογραφία). Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας το συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος όφειλε να καταταγεί την 26-5-2003 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωσή του αυτή, γι' αυτό εξάλλου και μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής Γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ως άνω πλαστή Γνωμάτευση, καθώς και η στρατολογική μεταβολή που βασίστηκε στο πλαστό αυτό έγγραφο, δεν "νομιμοποιούσε", την παραμονή του εφεσιβλήτου εκτός των τάξεων του Στρατού, για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή η πλαστότητα από την αρμόδια Στρατολογική Αρχή". Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και προχώρησε στην εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσία. Με όσα εκτίθενται παραπάνω για το παραδεκτό της έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα και έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο η από 6-2-2007 έφεση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Λάρισας κατά της υπ' αριθμ. ... αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, ορθά κρίθηκε παραδεκτή, καθόσον περιέχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 Κ.Π.Δ., καθόσον ειδικότερα ο Εισαγγελέας στη συνταχθείσα έκθεση αναφέρεται σε μία σειρά αποδεικτικών στοιχείων που κάλυπταν το σύνολο σχεδόν της ιστορικής βάσης του κατηγορητηρίου ως και σε επί μέρους αιτιολογίες από το συνδυασμό των οποίων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να καταλήξει σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση ως υπαίτιο τέλεσης του εγκλήματος της ανυποταξίας σε καιρό ειρήνης. Σύμφωνα με αυτό σωστά το Εφετείο (Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο) εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 Κ.Π.Δ., για να καταλήξει σε ορθή κρίση, δεχόμενο ως παραδεκτή την έφεση του Εισαγγελέα Στρατοδικείου Λάρισας, η οποία ασκήθηκε όπως απαιτούν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2 και 498 εδ.α' Κ.Π.Δ. Συνακόλουθα δεν έχει υποπέσει η προσβαλλόμενη απόφαση σε θετική υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, ο δε αντίθετος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την παρ.1 του άρθρου 96 του Συντάγματος, "στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι, ενώ, κατά την παρ.4 στοιχ.α' του ίδιου άρθρου "ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ.3 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (Ν.2287/95), "Κληρωτός, εθελοντής ή έφεδρος, που γίνεται δεκτός στη στρατιωτική υπηρεσία, είναι στρατιωτικός από την κατάταξή του και πριν ακόμη ορκισθεί. Οι λοιποί είναι πρακτικοί από την ορκωμοσία τους. Επίσης, στρατιώτης είναι και όποιος καλείται νόμιμα να καταταγεί από τη λήξη της προθεσμίας προς κατάταξη. Ο Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας εφαρμόζεται όμως σε αυτόν μόνον όσον αφορά το έγκλημα της ανυποταξίας". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα στρατιωτικά δικαστήρια δεν έχουν σε καμία περίπτωση δικαιοδοσία για την εκδίκαση υποθέσεων ιδιωτών, η έννοια όμως του στρατιωτικού δίδεται από το νόμο και συγκεκριμένα από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του ΣΠΚ. Σύμφωνα δε με τη γενόμενη στη διάταξη αυτή ρύθμιση, είναι στρατιωτικός από τη λήξη της προθεσμίας για κατάταξη, όποιος καλείται νόμιμα να καταταγεί, αλλά ο ΣΠΚ εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση εκείνη που τελείται το έγκλημα της ανυποταξίας.
Συνεπώς, αν κάποιος, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν εμφανίζεται την ορισμένη ημερομηνία στη μονάδα κατάταξης, από την ημερομηνία αυτή θεωρείται στρατιωτικός και το αδίκημα της ανυποταξίας που διέπραξε εκδικάζεται από τα αρμόδια στρατιωτικά δικαστήρια. Η ρύθμιση δε αυτή δεν αντίκειται στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος, αλλά ούτε στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 8 αυτού ή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αφού, αυτός που καλείται νόμιμα να καταταγεί από τη λήξη της προθεσμίας προς κατάταξη, θεωρείται ότι είναι στρατιωτικός και όχι ιδιώτης. Είναι δε εύλογο να προσδίδει ο νόμος την ιδιότητα του στρατιωτικού στην πιο πάνω περίπτωση, διαφορετικά η κτήση της ιδιότητας αυτής θα εξαρτάτο από τη βούληση του στρατεύσιμου να εμφανισθεί στο στράτευμα προκειμένου να ολοκληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Επομένως, είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ο οποίος όπως έχει προαναφερθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκε για ανυποταξία, σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους (μετά την παραδοχή του ισχυρισμού του περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια και εντεύθεν ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' παρ.α' Κ.Π.Δ. και 211 ΣΠΚ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας, κατά τον οποίο το Δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση για την οποία δεν είχε, κατά το Σύνταγμα, δικαιοδοσία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 811/8-1-2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν έχει ακόμη εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορία της χρήσης πλαστού εγγράφου, για την οποία αρμόδια είναι τα ποινικά δικαστήρια, χωρίς από αυτό να δημιουργείται με έννομες συνέπειες κάποιο ζήτημα κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την ενοχή ή μη του αναιρεσείοντος για το στρατιωτικό έγκλημα της ανυποταξίας που παραπέμφθηκε ενώπιον των αρμοδίων στρατιωτικών δικαστηρίων. Γι' αυτό όσα αντίθετα των αμέσως προεκτιθέμενων ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με βάση την προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (με την οποία κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης επιπλέον κατηγορίας της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράληψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης αποτελεί και εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 276/2007 απόφασής της, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια αντίφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι ενώ ήταν στρατεύσιμος, κλάσεως 1996, και κλήθηκε, σύμφωνα με το νόμο "Περί Στρατολογίας", με την υπ' αριθμ. 38/2003 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, για να παρουσιασθεί στις τάξεις του Στρατού και να καταταγεί την 26-5-2003, στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, αυτός δεν κατετάγη την παραπάνω ημερομηνία, όπως όφειλε και έτσι έγινε ανυπότακτος σε καιρό ειρήνης από 27-5-2003 μέχρι 10-5-2005, ημερομηνία κατά την οποία διέκοψε την ανυποταξία του καθώς κατετάγη στο 2/39 Σ.Ε.
Στον κατηγορούμενο είχε χορηγηθεί αναβολή για λόγους σπουδών μέχρι 31-12-2002. Με τη λήξη της αναβολής του επιλέχθηκε, την 21-5-2003, για το Σώμα Υλικού Πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί την 26-5-2003. Επειδή επικαλέσθηκε λόγους υγείας, ζήτησε να εξετασθεί από την Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών (ΕΑΑ), για να κριθεί η σωματική του ικανότητα. Πράγματι το Σ.Γ. Αττικής τον παρέπεμψε στην ΕΑΑ (βλ. σχετικές στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του). Όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.... έγγραφο της ΕΑΑ (Παράρτημα "Α" σελ. 4 α.α. 19), ο κατηγορούμενος ουδέποτε παρουσιάστηκε στην ΕΑΑ κατά το έτος 2003, πλην όμως κατά τρόπο που δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... πλαστή Γνωμάτευση της ΕΑΑ που είχε όλα τα εξωτερικά στοιχεία γνησιότητας και μπορούσε να παραπλανήσει οποιονδήποτε, με την οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (Ι5) επειδή έπασχε από σπονδυλολίσθηση Ο5-Ι1 με έντονες λειτουργικές διαταραχές". Η πλαστή Γνωμάτευση στάλθηκε στο αρμόδιο Σ.Γ. Αττικής του οποίο ο Διευθυντής παραπλανήθηκε και καταχώρησε τη σχετική μεταβολή στη στρατολογική μερίδα του κατηγορουμένου, απαλλάσσοντάς τον από τη στράτευση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό τύπου Β', από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα της Διευθύνσεως Στρατολογικού του ΓΕΕΘΑ, η ΕΑΑ απάντησε, με το ως άνω έγγραφό της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι' αυτόν που να τον έχει κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση και ότι η υπ' αριθμ.... αφορά τον Στρατιώτη Ζ (Βλ. σχετικές Γνωματεύσεις - γνήσια και πλαστή - στη δικογραφία). Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος όφειλε να καταταγεί την 26-5-2003 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωσή του αυτή, γι' αυτό εξάλλου και μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής Γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ως άνω πλαστή Γνωμάτευση, καθώς και η στρατολογική μεταβολή που βασίστηκε στο πλαστό αυτό έγγραφο, δεν "νομιμοποιούσε", την παραμονή του κατηγορουμένου εκτός των τάξεων του Στρατού, για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή η πλαστότητα από την αρμόδια Στρατολογική Αρχή. Κατόπιν αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με το κατηγορητήριο". Στη συνέχεια δε το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο και του επέβαλε την προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ.1α', 27 παρ.1 και 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ και 32 περ.α' ΣΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να περάσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (έγγραφα και απολογία του κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι εσφαλμένα και χωρίς εξουσία έκρινε το ως άνω Αναθεωρητικό Δικαστήριο ότι η υπ' αριθμ. ... γνωμάτευση της ΕΑΑ αν και κρίθηκε ως πλαστή, ως αναφερόμενη όχι σ' αυτόν αλλά σε άλλο στρατεύσιμο (τον στρατιώτη Ζ), αφού το ζήτημα αυτό αποτελεί αποκλειστικό αντικείμενο της σχετικής ποινικής δίκης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης, μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δεν υπάρχει ευνοϊκή για τον αναιρεσείοντα απόφαση του αρμοδίου Ποινικού δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της πλαστότητας της ως άνω γνωμάτευσης της ΕΑΑ (ή της χρήσης της απ' αυτόν), αλλά κυρίως γιατί από την ανέλεγκτη παραδοχή του Δικαστηρίου ο αναιρεσείων ουδέποτε παρουσιάστηκε στην ΕΑΑ κατά το έτος 2003 προς εξέταση, αλλά με δική του πρωτοβουλία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω ιατρική γνωμάτευση της ανωτέρω Επιτροπής Απαλλαγών που αφορούσε όμως πραγματικά έτερο στρατιώτη τον Ζ και όχι τον αναιρεσείοντα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης και του πρόσθετου λόγου της, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο), της έλλειψης νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττονται απαραδέκτως, όπως έχει προαναφερθεί, η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαρτίου 2008 αίτηση και τους επ' αυτής από 22-1-2009 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2007 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανυποταξία σε καιρό ειρήνης. Στοιχειοθέτηση του σχετικού εγκλήματος. Δικαιοδοσία των στρατιωτικών δικαστηρίων για εκδίκασή του. Επιρροή σχετικής ποινικής δίκης για πλαστογραφία, χρήση πλαστού εγγράφου (ιατρικής γνωμάτευσης για απαλλαγή στρατεύσιμου από εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων). Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και υπέρβαση εξουσίας. Απόρριψη αυτών ως αβάσιμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Ανυποταξία.
| 0
|
Αριθμός 2330/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεονάρδο Μωραΐτη, περί αναιρέσεως της 203/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1822.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παράγραφος 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η, εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για τις πράξεις της απάτης, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται, εκτός από τα πιο πάνω, άλλα περαιτέρω στοιχεία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 203/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης στο δικαστήριο με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, η οποία (φυλάκιση) μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: Τον Μάιο του 1997 η ναυτική εταιρία θαλάσσιων μεταφορών "Ω" ανέθεσε δια του νομίμου εκπροσώπου της... στην εταιρία "Σ ΕΠΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν μόνος νόμιμος εκπρόσωπός της - δεδομένου ότι ο έτερος εκπρόσωπος ... είχε αποχωρήσει από την εταιρία, δυνάμει του 2621/10-1-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μεγάρων ...να ασφαλίσει το με ελληνική σημαία πλοίο της Δ/Ξ Γ... (ν.π. 1094) σε ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες ασφάλισης. Σε εκτέλεση της δοθείσας εντολής, η εταιρία "Σ ΕΠΕ" γνωστοποίησε εγγράφως στην εντολέα της εταιρία "Ω", ότι με το 03608/17-5-1999 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το ανωτέρω πλοίο της ασφαλίστηκε, για το διάστημα από 17-5-1999 μέχρι 17-5-2000 στην εδρεύουσα στη ... εταιρία Τ και της δήλωσε δια του εκπροσώπου της κατηγορουμένου Χ) ότι είχε ήδη καταβάλει η ίδια για λογαριασμό της (εντολέως της) το εκ 31295 δολλαρίων ΗΠΑ ασφάλιστρο. Ακολούθως, στις 21-7-1999, η εντολοδόχος εταιρία "Σ ΕΠΕ" κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της εντολέως της εταιρίας "Ω", για να εξασφαλίσει απαίτηση κατ' αυτής ποσού 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ ή 10.953.250 δρχ., πλέον τόκων και εξόδων, ισχυριζόμενη ότι είχε καταβάλει το ποσό αυτό εξ ιδίων στη ρωσική ασφαλιστική εταιρία για λογαριασμό της εντολέως της, η οποία δεν της το είχε εξοφλήσει. Τον ισχυρισμό αυτόν ανέπτυξε προφορικά και εγγράφως κατά την εκδίκαση της αιτήσεως στο ανωτέρω Δικαστήριο στις 3-8-1999, που έλαβε χώρα ερήμην της καθ' ης εντολέως. Το Δικαστήριο πείστηκε στους ισχυρισμούς της τότε αιτούσας εταιρίας, που έγιναν δια του κατηγορουμένου νομίμου εκπροσώπου της, και εξέδωσε την 4376/1999 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του Δ/Ξ Γ... μέχρι του ποσού των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ, για να εξασφαλιστεί η ένδικη απαίτηση. Όμως, ο ισχυρισμός της τότε αιτούσας εταιρίας "Σ ΕΠΕ" περί υπάρξεως απαιτήσεώς της κατά της εγκαλούσας εταιρίας "Ω" ήταν ψευδής και ο νόμιμος εκπρόσωπός της, κατηγορούμενος, τον προέβαλε τελώντας εν γνώσει της αναληθείας του, με σκοπό να εκδοθεί απόφαση, με την οποία να κατάσχεται συντηρητικά το πλοίο της καθ' ης, ήδη εγκαλούσας, εταιρίας "Ω" αλλά και να εισπραχθεί - παρανόμως - το αιτούμενο ποσό από την εταιρία "Σ ΕΠΕ". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα τιμολόγια 5-011-201/1999 και 17-107-236/1999, τα οποία απέστειλε στην ως άνω εταιρία "Σ ΕΠΕ", στις 20-5-1999, με τηλεομοιοτυπία (fax) η νόμιμη εκπρόσωπος στην Ελλάδα της πιο πάνω εταιρίας Τ, εταιρία "TORMAR SHIPPING CORPORATION SΑ", το ασφάλιστρο που θα κατέβαλε η εταιρία "Ω" είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί τμηματικά σε τέσσερις ισόποσες δόσεις των 7.112,50 δολλαρίων, με καταβολή της πρώτης δόσης την 20-5-1999 και της τελευταίας την 20-2-2000. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 236/17/1999 πιστοποιητικού ασφάλισης, η παράλειψη καταβολής του ασφαλίστρου θα είχε ως άμεση συνέπεια την ακύρωση της ασφάλισης. Ακολούθως, με το από 22-6-1999 φαξ, που η εταιρία TORMAR απέστειλε στην εταιρία, την οποία εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, της υπενθύμιζε ότι δεν είχε καταβληθεί η πρώτη δόση των ασφαλίστρων και την όχλησή της αυτή επανέλαβε με το από 28-12-1999 έγγραφό της, στο οποίο ανέφερε ότι τα αφορώντα την ασφάλιση του πλοίου Γ... παρέμεναν ακόμη ανεξόφλητα, η δε ρωσική ασφαλιστική εταιρία Ταπαντώντας σε έγγραφο που της έστειλε η εταιρία "Ω" στις 16-5-2000, την ενημέρωσε ότι το εκδοθέν από αυτήν (ασφαλιστική εταιρία) ασφαλιστήριο σκάφους υπ' αριθμ. 036081 για το πλοίο Γ... είχε ακυρωθεί αμέσως εξ αρχής, λόγω μη πληρωμής του ασφαλίστρου. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι το πλοίο Γ... ασφαλίστηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 036081 ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ασφαλιστικής εταιρίας Τ, ότι το συμφωνηθέν ασφάλιστρο των 31.250 δολλαρίων ΗΠΑ είχε συμφωνηθεί όχι εφάπαξ αλλά τμηματικά, σε τέσσερις δόσεις από 20-5-1999 μέχρι 20-2-2000, ότι, κατά το χρόνο της κατάθεσης και της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσε η ασφαλιστική εταιρία δια του νομίμου εκπροσώπου της, δηλαδή του κατηγορουμένου, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά της εγκαλούσας εταιρίας, για τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου της, όχι μόνο ο κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει το ασφάλιστρο, την είσπραξη του οποίου επεδίωκε να εξασφαλίσει από την εκκαλούσα με τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου της, αλλά ούτε την πρώτη δόση, μάλιστα δε, εξ αυτού του λόγου, είχε ακυρωθεί εξ αρχής το ασφαλιστήριο. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσας ασφαλιστικής εταιρίας, ισχυρίστηκε κατά το χρόνο της κατάθεσης και της συζήτησης της αίτησης ότι η αιτούσα εταιρία είχε καταβάλει το σύνολο του ασφαλίστρου γη λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στη ρωσική ασφαλιστική εταιρία, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν αναληθές και ότι το εκδοθέν ασφαλιστήριο είχε ακυρωθεί. Σκοπός του δε ήταν να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην αιτούσα ασφαλιστική εταιρία, ίσο με την αιτούμενη ανύπαρκτη απαίτηση, πράγμα που πέτυχε, αφού 1) με την εκδοθείσα απόφαση το πλοίο Γ... κατασχέθηκε συντηρητικά στις 16-11-1999, αφού απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου από τις 22-12-1999, οπότε και κατέπλευσε στον ... προερχόμενο από τη ..., μέχρι την 29-5-2000, οπότε και ανακλήθηκε η απόφαση της συντηρητικής κατάσχεσης με την 2499/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η εταιρία ζημιώθηκε κατά το ποσό των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ ή 15.750.000 δραχμών, μέχρι του οποίου διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του πλοίου, αλλά και κατά το ποσό τουλάχιστον των 30.000.000 δραχμών, που υποχρεώθηκε να δαπανήσει εξαιτίας της απαγόρευσης του απόπλου του πλοίου. Ενώ, από τον τρόπο, τα μέσα, τις περιστάσεις και την επινοητικότητα με την οποία τελέστηκε η ως άνω πράξη προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος την διέπραξε με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και ότι έχει ροπή για την τέλεσή της. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του περί νομικής και πραγματικής πλάνης και περί συνδρομής ασυνείδητης αμέλειας, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 30 και 31 του ΠΚ. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παράγραφος 2 του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε ως το χρόνο που έγινε το παραπάνω έγκλημα (απάτη επί Δικαστηρίω) έντιμη καθ' όλα οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Στην συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της απάτης στο Δικαστήριο, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και ειδικότερα, του ότι: "στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον άλλον, ενώ από τις πράξεις του αυτές που διενήργησε με τρόπο που φανερώνει ότι διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα η ζημία που προξένησε υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: στις 21-7-1999, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας Σ ΕΠΕ κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τη με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της Ναυτικής εταιρείας Θαλασσίων Μεταφορών με την επωνυμία Ω προκειμένου να εξασφαλίσει απαίτηση της ύψους 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ ή του ισόποσου σε δραχμές, δηλαδή 10.953.250 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, ισχυριζόμενη ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί από την ίδια για λογαριασμό της καθής στα πλαίσια της εκτέλεσης συμβάσεως εντολής. Συγκεκριμένα, με την ως άνω αίτηση ισχυρίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παριστάνοντας ψευδή και αποσιωπώντας αληθινά γεγονότα: ότι σε εκτέλεση σχετικής εντολής και με δική του μεσολάβηση ασφαλίσθηκε το υπό ελληνική σημαία πλοίο της Δ/Ξ Γ... ν.π. 10094, πλοιοκτησίας της καθής δυνάμει του με αριθμό 03608/17-5-1999 ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 17-5-1999 μέχρι 17-5-2000 στην εδρεύουσα στη ... εταιρεία Τ και ότι είχε καταβάλει η εταιρεία του για λογαριασμό της καθής το ασφάλιστρο ύψους 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ, καθώς επίσης ότι τα ως άνω τα είχε γνωστοποιήσει στην καθής, η οποία αρνήθηκε να του καταβάλει το ποσό των 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ. Τους ισχυρισμούς αυτούς τους ανέπτυξε και σης 3-8-1999 προφορικά και γραπτά, προσκομίζοντας προς τούτο έγγραφα κατά την συζήτηση της αίτησης της ερήμην της καθής ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο οποίος πείσθηκε από αυτούς και εξέδωσε τη με αριθμό 4376/1999 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου μέχρι το ποσό των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ προς εξασφάλιση της επίδικης απαίτησης. Πλην όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ο κατηγορούμενος τους προέβαλε εν γνώσει της αναληθείας τους, με τον σκοπό αρχικά μεν να εκδοθεί απόφαση για την συντηρητική κατάσχεση του πλοίου και στη συνέχεια να εισπραχθεί παράνομα το αιτούμενο ποσό. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε, προφορικά και έγγραφα εν γνώσει του ψευδώς, ότι είχε καταβάλει το συνολικό συμφωνηθέν ασφάλιστρο ύψους 31.250 δολλαρίων ΗΠΑ στην Ρωσική ασφαλιστική εταιρεία και, ενώ γνώριζε ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αίτησης δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο του σκάφους, αποσιώπησε το γεγονός, δεν προσκόμισε ουσιώδη έγγραφα, που κατείχε, και ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επιδιώκοντας παράνομο περιουσιακό όφελος και την επιζήμια στον εγκαλούντα κρίση του δικαστηρίου. Τον σκοπό του αυτό μάλιστα τον επέτυχε, καθώς 1) το πλοίο κατασχέθηκε συντηρητικά την 16-11-1999, 2) απαγορεύθηκε ο απόπλους (του πλοίου Γ...) από την 22-12-1999, οπότε και κατέπλευσε στον...προερχόμενο από ... μέχρι την 29-5-2000, οπότε και ανακλήθηκε η με αριθμό 4376/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με τη με αριθμό 2499/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, 3) ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ω ζημιώθηκε το ποσό των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι 15.750.000 δραχμών, που αποτελούσε το ποσό για το οποίο διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της εταιρείας, αλλά και τουλάχιστον 30.000.000 δραχμές που αναγκάσθηκε να δαπανήσει λόγω της απαγόρευσης του απόπλου του πλοίου. Εξάλλου, από τον τρόπο, τα μέσα και τις περιστάσεις και την επινοητικότητα με την οποία τελέσθηκαν οι ως άνω πράξεις, προκύπτει αφενός μεν ότι ο κατηγορούμενος προέβη σ' αυτές με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και αφετέρου ότι υπάρχει ροπή στην τέλεσή τους. Δέχεται ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος έζησε ως τον χρόνο τέλεσης της πράξης του έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 84 παράγραφος 2α' και 386 παράγραφος 3α-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 203/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα -εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ....
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτουμένη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιορίζεται σε πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να υπάρχει καμμία επιπρόσθετη αναφορά σχετικά με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις που αφορούν την υπαγωγή τους, αποτελεί δε απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου, καθόσον, κατά τα άνω εκτεθέντα, έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού εφόσον στο τελευταίο περιέχονται, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. 2) Ενώ δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου υπέβαλε εγγράφως και αναπτύχθηκαν και προφορικά από τον δικηγόρο του, ισχυρισμούς περί νομικής και πραγματικής πλάνης, το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αυτούς χωρίς αιτιολογία, ειδική και εμπεριστατωμένη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω πρακτικών, προκύπτει ότι δια του εκπροσωπήσαντος στο δικάσαν Δικαστήριο συνηγόρου του, ο αναιρεσείων προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι: α) κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη, ελάμβανε τις νομικές συμβουλές του συνηγόρου του, που συνέταξε το επίδικο δικόγραφο και τον συμβούλευσε για τον χειρισμό της υποθέσεως και ότι οι συμβουλές και οι νομικοί χειρισμοί του συνηγόρου του, τον κατέστησαν σίγουρο και με ασφαλή πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη αναφορά στο δικόγραφο προς το Δικαστήριο ήταν η ορθή και β) κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε τις καταλογιζόμενες σε αυτόν πράξεις, αγνοούσε ότι δεν είχαν υπολογιστεί - πιστωθεί καταβολές του και για τα επίδικα συμβόλαια από την ασφαλιστική εταιρεία και την εκπρόσωπό της. Όμως, αυτά δεν συνιστούν ισχυρισμούς περί συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης, αντίστοιχα, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αλλά είναι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και, έτσι, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να περιλάβει στην απόφασή του ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς ειδική αιτιολογία. 3) Ενώ προσκόμισε στα αναγνωστέα έγγραφα και το με αριθμό ... πιστοποιητικό ασφάλισης, από το οποίο αποδεικνυόταν ότι είχε πραγματοποιήσει την ανατεθείσα εντολή και είχε ασφαλιστεί το συγκεκριμένο πλοίο, παρ' όλα δε αυτά, το δικάσαν Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στο πιστοποιητικό αυτό, το οποίο, αν γινόταν δεκτό, θα απέκλειε την εναντίον του κατηγορία και έτσι επήλθε παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Όμως, στην αιτιολογία της αποφάσεως γίνεται ρητή μνεία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το άνω πιστοποιητικό ασφαλίσεως, το γεγονός δε ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική αξία σε αυτό, δεν σημαίνει ότι το αγνόησε. 4) Με τις αιτιάσεις με στοιχεία Γ' και Δ' του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση αποδείξεων.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παράγραφος 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 9393/08) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 203/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη στο Δικαστήριο, η δε προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα - Έννοια όρων. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθή του νόμου εφαρμογή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 1
|
Αριθμός 2329/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, για αναίρεση της 74170/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 687/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή, των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό τον αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 74170/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, της παραβάσεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "EUROAPEL ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ", σύμφωνα με το από 20-1-1998 πρακτικό της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας για την εκλογή νέων μελών του ΔΣ, που δημοσιεύθηκε στο 204 ΦΕΚ ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιωρισμένης ευθύνης στις 15-1- 1999. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι η θητεία του εν λόγω ΔΣ είναι 5ετής και ισχύει έως 20-11-2003. Πριν όμως από την εν λόγω ημερομηνία, με το ΦΕΚ 3630/15-6-1999 δημοσιεύθηκε το από 15-5-1999 πρακτικό της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εν λόγω εταιρίας, περί εκλογής νέων μελών του ΔΣ αυτής, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβανόταν ο κατ/νος Χ, Κατά το χρονικό διάστημα όμως της θητείας του [που διήρκεσε 8 μήνες] και πριν από την ως άνω μεταβολή των μελών του ΔΣ, ο τελευταίος εξέδωσε με πρόθεση στην Αθήνα μεταχρονολογημένη τη με αρ. ... επιταγή [βλ. κατάθεση εγκαλούντος Ζ], με ημερομηνία 5-1-2000, ποσού 9.000.000 δρχ., πληρωτέα στη Τράπεζα ..., σε διαταγή του Ψ, ο οποίος αφού την οπισθογράφησε την παρέδωσε στον εγκαλούντα Ζ. Η επιταγή αυτή ενώ εμφανίσθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις 11-1-2000 στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια. Όπως κατέθεσε ο ίδιος μάρτυρας "εκ των υστέρων έδωσαν κάτι μικροποσά", χωρίς όμως να προσδιορίζεται επακριβώς το ύψος τους. Με βάση τα ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενο να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα την 5-1-2000, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "EUROAPEL AE", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ..., για να πληρωθεί από την Τράπεζα ... για δραχμές # 9.000.000 # "Ψ", νομίμως περιελθούσα με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα Ζ και αφού παρουσιάστηκε την 11-1-2000 προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 ΠΚ και 79 Ν. 5960/1933 σε συνδ. Προς άρθρ. 1 ΝΔ 337/69, όπως αντ/κε με άρθρ. 1 ΝΔ 1325/72, και άρθρ. 4 § 1 Ν. 2408/96, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 74.170/07 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα-εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μαρτύρα κατηγορίας,Ζ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι εξέδωσε την κρινόμενη επιταγή στις 5-1-2000, στο σκεπτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι εξέδωσε την επιταγή αυτή κατά το χρονικό διάστημα που ήταν Διευθύνων Σύμβουλος, χωρίς κανένα ιδιαίτερο προσδιορισμό για τον ακριβή χρόνο εκδόσεως κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. Όμως, δεν αποτελεί αντίφαση το ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την εν λόγω, μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερομηνία 5-1-2000, κατά το χρονικό διάστημα της θητείας του στο Διοικητικό Συμβούλιο της αναφερόμενης εκεί εταιρίας, που διήρκεσε οκτώ (8) μήνες, δηλαδή από 20-11-98 μέχρι 15-5-99 ή 15-6-99, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι εξέδωσε την πιο πάνω επιταγή στις 5-1-2000, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, διότι δεν μεταβάλλεται ο χρόνος τελέσεως του άνω εγκλήματος (μεταχρονολογημένης επιταγής, που είναι ο χρόνος από την πραγματική έκδοση της επιταγής, μέχρι και την παρέλευση οκταημέρου, από τον αναγραφόμενο στην επιταγή χρόνο. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Φεβρουαρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1936/29-2-08, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 74.170/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση επιταγή ακάλυπτης. Λόγοι αναιρέσεως έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 1
|
Αριθμός 2327/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαϊρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστιά, περί αναιρέσεως της 2/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 69/08.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρ. 372 πορ. 1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα οπό την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε το άρ. 374 εδ. ε' του ΠΚ, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Ειδικότερα από το άρ 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης της κλοπής κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικό μεν επανειλημμένη ΤΕΛΕΣΗ αυτής, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακών, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη αυτής ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείωντου εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή ηαλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο απόαυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ τογεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως ηεσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεωςτων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο Αιγαίου (Τριμελές Ανηλίκων) δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: " Ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν δια του κατηγορητηρίου αξιόποινη πράξη. Την περί τούτου κρίση του στηρίζει στα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε από την κατοχή των παρακάτω παθόντων τα εξής πράγματα που ανήκουν στην ιδιοκτησία τους: 1) Στη Μύκονο στις 25-5-2002 και ώρα 00.10-04.00, αφού διέρρηξε χρησιμοποιώντας αντικλείδι την ξύλινη προθήκη του καταστήματος ιδιοκτησίας του Ζ, αφαίρεσε ένα παντελόνι χρώματος λευκού, ένα μπουφάν χρώματος λευκού, ένα πουκάμισο χρώματος μπεζ και ένα σορτς χρώματος μπεζ, συνολικής αξίας 400 ευρώ. 2) Στις 27-5-2002 και ώρα 3.00-6.00 στη Μύκονο, αφού έσπασε το τζαμί της προθήκης του καταστήματος ιδιοκτησίας της Ψ, αφαίρεσε τα χρηματικά ποσά των 50 δολαρίων ..., 100 ευρώ, έξι βαμβακερά πουλόβερ μάρκας ..., τέσσερα παντελόνια μάρκας ..., πέντε τζιν παντελόνια μάρκας ... και τρία παντελόνια μάρκας ..., συνολικής αξίας 1.000 ευρώ. 3) Στις 29-5-2002 και ώρα 2.00-7.30 στη Μύκονο, αφού παραβίασε την κλειδαριά του καταστήματος ιδιοκτησίας Κ, αφαίρεσε ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο χρώματος λευκού και συνολικής αξίας 155 ευρώ. 4) Στη Μύκονο στις 29-5-2002 και ώρα 2.00-7.30, αφού παραβίασε την κλειδαριά του καταστήματος ιδιοκτησίας ... χρησιμοποιώντας διαρρηκτικά εργαλεία, αφαίρεσε δύο ζεύγη δερμάτινες μπότες χρώματος μελί και καφέ και συνολικής αξίας 800 ευρώ. Με την κατ' επανάληψη τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποσκοπεί στον πορισμό μόνιμου και σταθερού εισοδήματος για βιοπορισμό και έχει αποκτήσει ροπή στο έγκλημα αυτό. Εξάλλου, ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος τέλεσης του παραπάνω εγκλήματος, η βαρύτητά του, τα αίτια που ώθησαν στη διάπραξή του και γενικά η προσωπικότητά του μαρτυρούν ότι έχει αποκτήσει ροπή στη διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης και από την απολογία του κατηγορουμένου, συνιστούν δε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που κατηγορείται ο κατηγορούμενος και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και επομένως πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2α ΠΚ". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος κατά το .... είχε συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της διακεκριμένης κλοπής κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι "ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αφαίρεσε από την κατοχή άλλων ξένα κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, οι δε περιστάσεις κάτω από τις οποίες τέλεσε το εν λόγω έγκλημα μαρτυρούν ότι διαπράττει τέτοια εγκλήματα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, ενεργώντας με τον παραπάνω σκοπό της παράνομης ιδιοποίησης αφαίρεσε από την κατοχή των παρακάτω παθόντων τα εξής πράγματα που ανήκουν στην ιδιοκτησία τους: 1) Στη Μύκονο στις 25-5-2002 και ώρα 00.10-04.00, αφού διέρρηξε χρησιμοποιώντας αντικλείδι την ξύλινη προθήκη του καταστήματος ιδιοκτησίας του Ζ, αφαίρεσε ένα παντελόνι χρώματος λευκού, ένα μπουφάν χρώματος λευκού, ένα πουκάμισο χρώματος μπεζ και ένα σορτς χρώματος μπεζ, συνολικής αξίας 400 ευρώ. 2) Στις 27-5-2002 και ώρα 3.00-6.00 στη Μύκονο, αφού έσπασε το τζάμι της προθήκης του καταστήματος ιδιοκτησίας της Ψ, αφαίρεσε τα χρηματικά ποσά των 50 δολαρίων ..., 100 ευρώ, έξι βαμβακερά. πουλόβερ μάρκας ..., τέσσερα παντελόνια μάρκας ..., πέντε τζιν παντελόνια μάρκας ... και τρία παντελόνια μάρκας ..., συνολικής αξίας 1.000 ευρώ. 3)
Στις 29-5-2002 και ώρα 2.00-7.30 στη Μύκονο, αφού παραβίασε την κλειδαριά του καταστήματος ιδιοκτησίας Κ, αφαίρεσε ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο χρώματος λευκού και συνολικής αξίας 155 ευρώ. 4) Στη Μύκονο στις 29-5-2002 και ώρα 2.00-7.30, αφού παραβίασε την κλειδαριά του καταστήματος ιδιοκτησίας ... χρησιμοποιώντας διαρρηκτικά εργαλεία, αφαίρεσε δύο ζεύγη δερμάτινες μπότες χρώματος μελί και καφέ και συνολικής αξίας 800 ευρώ. Με την κατ' επανάληψη τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποσκοπεί στον πορισμό μόνιμου και σταθερού εισοδήματος για βιοπορισμό και έχει αποκτήσει ροπή στο έγκλημα αυτό. Εξάλλου, ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος τέλεσης του παραπάνω εγκλήματος, η βαρύτητά του, τα αίτια που ώθησαν στη διάπραξή του και γενικά η προσωπικότητά του μαρτυρούν ότι έχει αποκτήσει ροπή στη διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Ακολούθως, μετά την αναγνώριση σε αυτόν του ελαφρυντικού του προτέρου έντιμου βίου, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 83, 84 §2α', 94, 372 § 1, 374 περ. ε' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2/2007 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Τριμελούς Ανηλίκων), τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπερασπίσεως,.... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικών. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, τα οποία, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου παραδεκτά επισκοπούνται, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, ζήτησε να αναγνωριστούν σε αυτόν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 § 2α ΠΚ), του ότι στην πράξη ωθήθηκε από μεγάλη ένδεια (άρθρο 84 § 2β ΠΚ) και της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθ. 84 § 2δ' ΠΚ), χωρίς όμως και να αναφέρει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό για τη θεμελίωση του αιτήματός του. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός, έτσι όπως είχε προβληθεί με μόνη την αναφορά των σχετικών διατάξεων και χωρίς τη μνεία οποιουδήποτε περιστατικού, ήταν αόριστος και απαράδεκτος, εντεύθεν δε το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, στον πιο πάνω απαράδεκτο ισχυρισμό του κατηγορουμένου. Παρ' όλα αυτά, αναγνώρισε μόνο το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει γιατί δεν αναγνώρισε και τα άλλα δύο (2) ελαφρυντικά, ως προς τα οποία απέρριψε τον άνω ισχυρισμό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511 εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναίρεσε ίων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2007 (υπ' αριθμ. πρωτ. 6/2007) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (Τριμελούς Ανηλίκων). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια). Ανήλικος όταν τέλεσε τις πράξεις. Επικαλείται με αίτηση έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς απόρριψη δύο ελαφρυντικών, που ήταν αόριστος ο ισχυρισμός. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ανήλικοι εγκληματίες, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 2326/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρούμπη, και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάζιο, περί αναιρέσεως της 400/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 865/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 502 παρ. 1εδ. ε' του ΚΠΔ, το κεφάλαιο της αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως, εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως που αφορά τις πολιτικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του Εφετείου, υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του της πολιτικής αγωγής και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση που έκανε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το εφετείο στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το κεφάλαιο αυτό, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται μόνο να αυξήσει το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, που συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο επιδίκασε στη ..., χήρα του αποβιώσαντος στο επίδικο ατύχημα, ..., την πρωτοδίκως αιτηθείσα από αυτή, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του συζύγου της, παρά το γεγονός ότι ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εμφανίστηκε μόνο με την ιδιότητα της μάρτυρα και, ως τέτοια, εξετάστηκε μάλιστα στο ακροατήριο, χωρίς να επαναλάβει τη δήλωση της παραστάσεως αυτής ως πολιτικώς ενάγουσας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ουσιαστική ποινική διάταξη και οδηγήθηκε σε λανθασμένη κρίση, θεωρώντας την ανίχνευση και την παρουσία στο αίμα διαζεπάμης και του μεταβολίτη αυτής νορδιαζεπάμης σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, ως ναρκωτικές ουσίες και έτσι, τον καταδίκασε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών και αφαίρεση κρατικών πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας τριάντα (30) ημερών του με αριθμ. .... αυτ/του, παραθέτοντας το άρθρο 43 παρ. 2 Ν. 2696/1999 εσφαλμένα αντί του ορθού άρθρου 42 παρ. 1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν. 2963/2001, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι οι ουσίες αυτές χορηγούνται κατόπιν ιατρικής γνωμάτευσης και είναι ηρεμιστικά - κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), σε καμία δε περίπτωση δεν είναι ναρκωτικές ουσίες, που μπορούν να έχουν επίδραση στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Στην προκειμένη περίπτωση, το άνω Δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό του, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε οδικό όχημα και συγκεκριμένα, το άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, που επηρεάζουν την ικανοποίηση του οδηγού, αφού στο αίμα του ανιχνεύθηκαν οι ουσίες διαζεπάμη και νορδιαζεπάμη, που είναι ναρκωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 1 πίνακας Δ' αριθμοί 16 και 35 του Ν. 3459/2006. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σημειωτέο, ότι με το άρθρο 50 § 4 Ν. 3160/2003, καταργήθηκε ως λόγος αναιρέσεως η μη παράθεση στην απόφαση του προβλέποντος και τιμωρούντος την αξιόποινη πράξη άρθρου.
Συνεπώς, ο άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι στην απόφαση δεν παρατίθεται το άρθρο 42 του Ν. 2696/1999, που προβλέπει και τιμωρεί την οδήγηση οχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών, αλλά παρατίθεται εσφαλμένα το άρθρο 43 του νόμου αυτού, είναι απαράδεκτος και έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στο σύνολό του πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το Σύνταγμα, ως προς τη στέρηση της αναστολής της ποινής και τη μετατροπή αυτής, ερμηνεύοντας λανθασμένα τα άρθρα 82, 94, 99 και 100 του ΚΠΔ, καθώς και ως προς την απόρριψη αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2β' ΠΚ και έτσι, κατέστησε το Δικαστήριο την απόφαση αυτή αναιρετέα κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 94-97 Ποινικού Κώδικα και 551 ΚΠΔ προκύπτει ότι επί συρροής περισσότερων αδικημάτων εκδικασθέντων δια της αυτής αποφάσεως επιβάλλεται να καθορίζεται μία συνολική ποινή μετά την επιβολή της προσηκούσης ποινής σε κάθε ένα από τα αδικήματα δια τα οποία εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος. Ο θεσμός της συγχωνεύσεως των μη εκτελεσθεισών ποινών ευνοεί τον καταδικασθέντα, αφού δεν αναγνωρίζεται η συνέκτι-ση ποινών, αποσκοπεί δε να μειώσει τα δυσμενή αποτελέσματα της διαδοχικής εκτέλεσης των καταγνωσθεισών ποινών δια συρρέοντα εγκλήματα.
Συνεπώς επί εκδικασθέντων περισσότερων αδικημάτων και επιβολής χωριστής ποινής για κάθε ένα από τα αδικήματα δια τα οποία ο κατηγορούμενος εκηρύχθη ένοχος είναι υποχρεωτική η προσμέτρηση των επί μέρους ποινών από το δικαστήριο, το οποίον εξεδίκασε τα συρρέοντα αδικήματα και εξέδωσε μία απόφαση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 (ΦΕΚ 26/20.3.1982) "σε περίπτωση επιμετρήσεις ή συνεπιμετρήσεως ποινών της ελευθερίας επιβληθησών ή επιβαλλομένων δια μιας ή περισσότερων αποφάσεων που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές ποινές ή τυχόν καθοριζομένη συνολική ποινή και όταν υπερβαίνει το έτος, ακόμη και αν υπάρχουν αμετάτρεπτες ποινές, μετατρέπεται σε χρηματική, εφ' όσον η ποινή - βάση έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Η μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής - βάσης. Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 82 Ποινικού Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 2 Ν. 1941/1991 (ΦΕΚ 41/18.3.1991) επιτρέπει την μετατροπή σε χρηματική της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία επεβλήθηκε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο και εφ' όσον δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, ήδη, μετά το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2721/1999, με το οποίο, στην § 2 του άρθρ. 82 του ΠΚ, προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο, η ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο (2) και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου να μετατραπεί (αν αυτό κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων) και το δικαστήριο αποφασίζει συγχρόνως με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του την μετατροπή ή μη σε χρηματική, αν κρίνει ότι η ποινή αυτή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 Ν. 1941/1991 και το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2721/1999 μόνον ως προς το ύψος της ποινής, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική. Δηλαδή αφού το άρθρο 82 ΠΚώδικα αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1941/1991 και το άρθρ. 13 § 1 του Ν. 2721/1999, και επιτρέπει την μετατροπή σε χρηματική της ποινής φυλακίσεως, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο, και ήδη, κατά τα άνω λεχθέντα, τα τρία (3) έτη, παρέπεται ότι το ύψος της ποινής του ενός έτους που αναφέρεται στο άρθρο 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 έχει αυξηθεί στα δύο και ήδη, στα τρία έτη. Κατά τα λοιπά η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν. 1240/1982 ισχύει και μετά τον νόμο 1941/1991 και το Ν. 2721/1999 (άρθρο 82 Ποινικού Νόμου), δεδομένου ότι κάθε μία από τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζει διάφορο θέμα χωρίς να υπάρχει αντίθεση μεταξύ τους και η μία να αποκλείει την άλλη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη του επέβαλε φυλάκιση τριάντα (30) μηνών για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, χωρίς μετατροπή, φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών για την οδήγηση υπό την επίδραση ουσιών φυλάκιση οκτώ (8) μηνών για κάθε μία από τις δύο (2) σωματικές βλάβες και φυλάκιση δέκα (10) μηνών για τη διατάραξη της ασφάλειας συγκοινωνιών. Ακολούθως προέβη σε συγχώνευση των επί μέρους ποινών και επέβαλε συνολική ποινή σαράντα τεσσάρων (44) μηνών, επαυξάνοντας την βασική ποινή των τριάντα (30) μηνών, που επιβλήθηκε για την ανθρωποκτονία από αμέλεια, που κρίθηκε με αιτιολογημένη και μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο, απόφαση, ως αμετάτρεπτη, κατά τέσσερες (4) μήνες για κάθε σωματική βλάβη από αμέλεια, καθώς και για τη διατάραξη ασφαλείας των συγκοινωνιών και δύο (2) μήνες από τη συντρέχουσα ποινή της οδήγησης υπό την επίδραση ουσιών.
Συνεπώς, αφού η ποινή-βάση ήταν αμετάτρεπτη ούτε και οι συντρέχουσες ποινές δεν ήταν επιτρεπτό να μετατραπούν σε χρηματική, παρά το γεγονός ότι η κάθε μία εξ αυτών υπέκειτο σε μετατροπή κατ' άρθρο 82 Ποινικού Κώδικος, λαμβανομένου υπόψει ότι δεν επιτρέπεται η μετατροπή μέρους μόνο της επιβληθείσης συνολικής ποινής. Κατόπιν αυτών, ο λόγος αυτός κατά το σκέλος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς τη μη μετατροπή της ποινής που του επιβλήθηκε, είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός, περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξετάσεως της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως. Μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο β' ήτοι ο υπαίτιος ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική αιτιολογία απέρριψε το αίτημα περί αναστολής υπό επιτήρηση (άρθρο 100 Α' ΠΚ της επιβληθείσας συνολικής ποινής των σαράντα τεσσάρων μηνών, παρόλον ότι δεν είχε υποχρέωση προς τούτο, αφού το προβληθέν από τον εκπροσωπήσαντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, ήταν αόριστο, χωρίς να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά και οι λόγοι που δικαιολογούσαν την αναστολή. Επίσης, η αιτίαση που προβλήθηκε από τον ίδιο συνήγορο, πριν απαγγελεθεί η ενοχή, για χορήγηση στον κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 β' ΠΚ, ήταν επίσης αόριστο και απορρίφθηκε και αυτό από το Δικαστήριο, αν και δεν είχε προς τούτο υποχρέωση. Επομένως, και κατά το σκέλος του αυτό ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ως αβάσιμος να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σοφάδων, 1/2008) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 400/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Σωματική βλάβη από αμέλεια. Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών. Χρήση ουσιών που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα κατά την οδήγηση οδικού οχήματος. Υπέρβαση εξουσίας διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην πρωτοδίκως μόνο, παραστάσα πολιτικώς ενάγουσα, χρηματική ικανοποίηση. Ποινή. Βάση αμετάτρεπτη. Δεν μετατρέπονται οι συγχωνευθείσες ποινές, ανεξάρτητα ότι μόνες τους ήταν μετατρεπτέες. Αόριστη υποβολή αιτήματος για χορήγηση ελαφρυντικού. Αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας για στέρηση μετατροπής και αναστολής της ποινής. Απορρίπτει αίτηση.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πολιτική αγωγή, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Ποινής μετατροπή, Διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών.
| 0
|
Αριθμός 2326/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα-----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1895/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3608/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, στην σύμβαση εργασίας, "αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά...". Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ίδιου Κώδικα και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή την σύμβαση στον μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Έτσι μισθό με την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα επιτρεπόμενης απασχόλησης του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την παρέλευση αυτής να γίνεται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α' του Κώδικα αυτού. Για την αμοιβή της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας δήλη ημέρα καταβολής αυτής σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα στον οποίον παρασχέθηκε η επί μέρους αυτή εργασία, ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες, καθόσον, ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των πιο πάνω αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής του, που είναι επακριβώς με βάση τους ορισμούς του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, δηλαδή σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας, ενώ το εκκαθαρισμένο της απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη, αλλ' απλώς το ανεκκαθάριστο της απαίτησης θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική, κατά το άρθρο 342 του ΑΚ, λόγω μη ύπαρξης υπερημερίας του οφειλέτη εξαιτίας έλλειψης υπαιτιότητας του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του ως προς την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (Ολ.ΑΠ 39-40/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της Δ.Ε.Η., που διαλαμβάνεται στην από 4.10.1973 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως στο Φ.Ε.Κ. Β' 1274/25-10-1973, κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, "επί απασχολήσεως του προσωπικού υπέρ τας κεκανονισμένας ώρας εργασίας ή κατά τας ημέρας της υποχρεωτικής κατά νόμον διακοπής της εργασίας ή κατά την νύκτα, τούτο δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής, βάσει της κειμένης νομοθεσίας". Εξάλλου, με την 121167/258 της 26/29-1-1981 Κ.Υ.Α., που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β' 52/29-1-1981, επεκτάθηκε η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας στο προσωπικό της Δ.Ε.Η., που αρχίζει από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή (παρ. 1) και ορίσθηκαν, εκτός άλλων, αφενός ότι εξαιρείται από την εν λόγω ρύθμιση το προσωπικό των αναφερόμενων οργανικών κλιμακίων ή θέσεων απασχολήσεως (παρ. 2), στο οποίο, όμως, δεν ανήκει ο αναιρεσίβλητος, και αφετέρου ότι κατά την ημέρα της ανάπαυσης ο εργαζόμενος οφείλει να απασχοληθεί, αν κληθεί από την υπηρεσία, λόγω εξαιρετικής υπηρεσιακής ανάγκης, η οποία δεν μπορεί να αναβληθεί, οπότε του χορηγείται άλλη ημέρα ανάπαυσης καθοριζόμενη από την υπηρεσία, σε άλλη εργάσιμη ημέρα εντός της προσεχούς εβδομάδας, ενώ το Σάββατο δεν θεωρείται ως ημέρα αργίας (εξαιρέσιμη) και δεν καταβάλλονται στους απασχολούμενος κατά την ημέρα αυτήν οι προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία προσαυξήσεις (παρ. 4 στοιχ. β' και γ'). Ακόμη, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 στοιχ. γ' του β.δ. 748/1966, οι διατάξεις για υποχρεωτική ανάπαυση κατά ημέρα Κυριακή και ημέρες αργίας δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών που απασχολούνται σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υπηρεσίες και εργασίες εν γένει παραγωγής, μετασχηματισμού και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, φωταερίου, ατμού ή ατομικής ενέργειας. Έτσι επιτρέπεται κατά τις ημέρες αυτές η εργασία των μισθωτών των αμέσως πιο πάνω εργοδοτών και επομένως επιτρέπεται κατά τις ημέρες αυτές και η εργασία των μισθωτών της Δ.Ε.Η., η οποία όμως υποχρεούται να καταβάλλει στο προσωπικό της, που παρέχει την εργασία του κατά τις εν λόγω ημέρες, χωρίς να του έχει χορηγηθεί άλλη ημέρα αναπαύσεως, κατά τα πιο πάνω (με βάση το άρθρο 10 παρ. 2 του Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της) συμπληρωματική αμοιβή με βάση την κείμενη νομοθεσία, η αμοιβή δε αυτή στηρίζεται ευθέως στην προαναφερόμενη διάταξη του εν λόγω Κανονισμού, που έχει ισχύ νόμου και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ. ΑΚ), αφού η με την προαναφερόμενη διάταξη του ως άνω Κανονισμού γινόμενη παραπομπή στην κείμενη νομοθεσία αφορά, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποκλειστικά και μόνο τον τρόπο κατά τον οποίο θα υπολογίζεται η παραπάνω συμπληρωματική αμοιβή . Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ήδη αναιρείουσας, επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 3608/2008 απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1-6-1983 στην κατηγορία Τ5 με την ειδικότητα του οδηγού στην διεύθυνση υλικών μεταφορών και την 16-4-1985 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, εργασθείς με την ειδικότητα αυτή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σε βάρδιες, ότι λόγω της φύσης του αντικειμένου της εναγομένης ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας συνεχούς λειτουργίας και των αυξημένων υποχρεώσεων της για την ομαλή και απρόσκοπτη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος σε όλη την χώρα ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της πέραν του νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου του και κατά τις αναφερόμενες εκεί ημέρες Σαββάτου και Κυριακής κατά τα έτη 2000 έως 2004, χωρίς, όμως, να του χορηγηθεί αντίστοιχη ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να του καταβληθεί η προβλεπομένη για την εργασία του αυτή συμπληρωματική αμοιβή, πλην της προσαύξησης 75% για την εργασία του κατά τις Κυριακές, την οποία ο ενάγων έλαβε, και ότι για την εργασία του αυτή κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές ο ενάγων εδικαιούτο να λάβει συνολικά, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 10.909,266 με το νόμιμο τόκο από την λήξη του μήνα, κατά τον οποίο κατέστη απαιτητό κάθε επί μέρους κονδύλιο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα μεν δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις στηρίζονταν στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθ. 904 επ. ΑΚ),αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, επρόκειτο για αξιώσεις από αμοιβή για νομίμως παρασχεθείσα εργασία για Σάββατα και Κυριακές ερειδομένη ευθέως στην προαναφερομένη διάταξη του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, αποτελούσα άρα μισθό, ορθά όμως κατ' αποτέλεσμα έκρινε ότι για τις αξιώσεις αυτές τόκος οφείλεται από το τέλος του μήνα, εντός του οποίου κάθε μερικότερη αξίωση κατέστη απαιτητή και επομένως ουδόλως παραβίασεν ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 648, 649, 655, 904, 905 ΑΚ και 1 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 ως προς την έναρξη τοκοφορίας των αξιώσεων αυτών. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με το αρθ. 578 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι για τις επίδικες αξιώσεις τόκοι οφείλονται από την επίδοση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και όχι από τότε που κάθε μερικότερη αξίωση κατέστη απαιτητή.
II. Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αντίθετα όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα . Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ., αν το δικαστήριο της ουσίας είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, για τη γέννηση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής που υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής , ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ " για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή, σε αμφότερες όμως τις περιπτώσεις με τον πρόσθετο περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίσθηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης για το Δημόσιο), δηλαδή, αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης, αίτημα δε της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκαση τους από την επίδοση της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν. Περαιτέρω από την διάταξη αυτή προκύπτει ειδικότερα ότι για την γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο η άσκηση της κύριας αγωγής για τη νομιμότοκη καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου, όπως αρκεί κατ' άρθρο 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για την γένεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού (η απαίτηση για τους οποίους είναι παρεπόμενη του κεφαλαίου που ζητείται με την αγωγή), αλλά απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (με την συνδρομή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), αφού το αίτημα καταβολής τόκων επί του ποσού των καθυστερουμένων τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, τούτο δε (ότι δηλ. απαιτείται η άσκηση ξεχωριστής αγωγής) προδήλως με την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, σύμφωνα με τα αρθ. 283 και 525παρ. 3 ΚΠολΔ, η υποβολή του αιτήματος για την καταβολή τόκων επί των τόκων το πρώτον με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις ή με πρόσθετο λόγο έφεσης (ΟλΑΠ 10/2007) και όχι ότι είναι απαράδεκτη η υποβολή με το δικόγραφο της αγωγής για την κύρια απαίτηση (αρθ. 218 παρ. 1 ΚΠολΔ) και του αιτήματος, με την αντίστοιχη βάση, για την καταβολή τόκων επί των καθυστερουμένων τόκων του κεφαλαίου (εφόσον συντρέχουν οι ως άνω ουσιαστικές προϋποθέσεις) οι οποίοι είναι ήδη δεδουλευμένοι (ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί), όπως οι τόκοι που οφείλονται λόγω της παρόδου της δήλης ημέρας προς εκπλήρωση οφειλομένης παροχής, αφού και στην περίπτωση αυτή ασκείται ιδία αγωγή για την απαίτηση αυτή. Τέλος, από τα παραπάνω συνάγεται, ότι για να είναι ορισμένη η περί ανατοκισμού οφειλομένων τόκων αγωγή, πρέπει να περιέχει, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, εκτός των άλλων, σαφή έκθεση α) του ποσού των δεδουλευμένων τόκων, τους οποίους οφείλει ο οφειλέτης β) της χρονικής περιόδου της τοκογονίας, η οποία θα πρέπει να είναι, κατ' ελάχιστο, περίοδος ενός έτους και γ) της ασκήσεως της αγωγής μετά την συμπλήρωση του ελαχίστου, κατά τα παραπάνω, χρονικού διαστήματος . Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την από 10-6-2006 ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε, εκτός των άλλων, το μεν να υποχρεωθεί η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα ΔΕΗ ΑΕ να του καταβάλει, σύμφωνα με τα λεπτομερώς εκεί εκτιθέμενα, ως πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές κατά τα έτη 2000-2004 το συνολικό ποσό των 15.025,55 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε αντίστοιχου μήνα, το δε να επιδικασθούν σ' αυτόν και τόκοι επί των τόκων του ως άνω κεφαλαίου των οφειλομένων μισθολογικών διαφορών από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε ύστερ' από έφεση της εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας, με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο και τόκοι επί των τόκων του επιδικασθέντος μέρους του κεφαλαίου, και απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της υποβολής του αιτήματος αυτού με την αγωγή για την κύρια απαίτηση, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε το νόμο, άρα ότι το αίτημα αυτό παραδεκτά είχε υποβληθεί ως άνω σωρευτικά με την αγωγή για την κύρια απαίτηση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 296 παρ. 1 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω του τρόπου υποβολής του αιτήματος ανατοκισμού και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, πρέπει, όμως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος ) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του αυτού ως άνω άρθρου περί παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης λόγω αοριστίας της σωρευθείσης αγωγής ανατοκισμού, η οποία προτάθηκε και με λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, αφού πραγματικά η αγωγή αυτή μη αναφέρουσα το ποσό των κεφαλοποιημένων τόκων, επί του οποίου ζητήθηκαν τόκοι, έπασχε από ποσοτική αοριστία. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, δηλ. ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση τόκων επί των καθυστερουμένων τόκων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3608|2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μισθό αποτελεί και η αμοιβή που οφείλεται στον μισθωτό κατά νόμον ως αντάλλαγμα επιτρεπομένης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας. Για την αμοιβή αυτή δήλη ημέρα καταβολής είναι η τελευταία ημέρα του μήνα στον οποίο παρασχέθηκε η επί μέρους εργασία, ώστε με μόνη την πάροδο της ημέρας αυτής οφείλεται έκτοτε τόκος υπερημερίας. Κατά τον κανονισμό κατάστασης του προσωπικού της ΔΕΗ, στην οποία έχει επεκταθεί η εφαρμογή της πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, οι μισθωτοί αυτής οφείλουν να εγασθούν και κατά την ημέρα ανάπαυσης, δικαιούνται, όμως, εφόσον δεν τους χορηγηθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, συμπληρωματική αμοιβή, η οποία στηρίζεται ευθέως στις διατάξεις του κανονισμού και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επομένως τόκοι οφείλονται γι΄ αυτήν από το τέλος του αντίστοιχου μήνα. Ανατοκισμός. Προϋποθέσεις. Παραδεκτά σωρεύεται το σχετικό αίτημα στην αγωγή για την κύρια απαίτηση. Στοιχεία του ορισμένου του σχετικού αιτήματος.
| null | null | 0
|
Αριθμός 2325/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 9191/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζέλλη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 513/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, να κηρυχθεί ένοχος ο αναιρεσείων για τη χρήση πλαστών εγγράφων και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρ. 372 παρ. 1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησία, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της και εφόσον αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρ. 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση ίου εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (παρ. 1). Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας από το οποίο και απορροφάται και ότι αυτοτέλεια υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια όχι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, 1) η κατάρτιση πλαστού εγγράφου και 2) η νόθευση γνήσιου, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρ. 13 στοιχ. γ' του ΠΚ, υπάρχει όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα νόθευση συνιστά η αλλοίωση της έννοιας καταρτισμένου εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δύο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση ίων δύο μορφών δεν ταυτίζεται, ία δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτου σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει άλλον με την χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικά για τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το στοιχείο της παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και πρέπει όχι μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως να περιλαμβάνεται, αλλά και στο αιτιολογικό να διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα της παραπλανήσεως για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, είναι δε αδιάφορο αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό ή όχι. Ως χρήση πλαστού εγγράφου νοείται κάθε ενέργεια που καθιστά τούτο προσιτό στο πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει να παραπλανήσει ο χρήστης, με την παροχή σ' αυτόν ως δυνατότητας να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, στα μικτά δε εγκλήματα, όπως η πλαστογραφία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος (ένας εκ των δύο), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 9.191/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα τον Αύγουστο 2002 και σε ημερομηνίες που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς, αφαίρεσε με σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως από το ατομικό μπλοκ επιταγών του μηνυτή ... που βρίσκονταν στην κατοικία του τελευταίου στην ... στο ... τις υπ' αριθμ.... επιταγές της EUBANK και τις υπ' αριθμ. ... επιταγές της ALFA BANK, που ανήκουν στον μηνυτή. Ακολούθως ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 30/10/2002 νόθευσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της EUROBANK και ειδικότερα έθεσε σ'αυτή ως τόπο έκδοσης την Αθήνα, ως ημερομηνία έκδοσης την 30/10/2002, ως ποσό 24.000 ευρώ αριθμητικώς και ολογράφως και ως λήπτη τον Λ θέτοντας στη θέση του εκδότη υπογραφή δυσανάγνωστη. Την ίδια ημερομηνία στην ... ο κατηγορούμενος νόθευσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ALFA BANK και ειδικότερα έθεσε σ'αυτή ως τόπο έκδοσης την ..., ως ημερομηνία έκδοσης την 30/10/2002 ως ποσό 36.000 Ευρώ, αριθμητικώς και ολογράφως, σε διαταγή εμού του ιδίου, έθεσε δε σ'αυτή δυσανάγνωστη υπογραφή και το όνομα Χ στη θέση του εκδότη. Ακολούθως χρησιμοποίησε τις ανωτέρω πλαστογραφημένες επιταγές και ειδικότερα της μεταβίβασε στον Λ. Στις πράξεις του αυτές προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της των επιταγών τρίτου, στις οποίες θα περιήρχοντο οι επιταγές ότι είναι έγκυρες έχουν εκδοθεί νόμιμα από τους φερόμενους εκδότες της και ότι ως εκ τούτου θα πληρωθούν κανονικά κατά την εμφάνισή της. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της κλοπής των επιταγών και πλαστογραφίας με χρήση (κατά συρροή) 2 επιταγών. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως από τις καταθέσεις του μάρτυρα ... που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο και από τη χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα". Στη συνέχεια , το δικάσαν Δικαστήριο, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων: α) της κλοπής και β) της νοθεύσεως εγγράφων κατά συρροή και ειδικότερα, του ότι: "Με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, Ειδικότερα: 1) Στην ... τον Αύγουστο 2002 και σε χρόνο που δεν προσδιορίστηκε με ακρίβεια αφαίρεσε ξένο ολικά κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Συγκεκριμένα αφαίρεσε από το σπίτι του παθόντος ... και από το ατομικό μπλοκ επιταγών τις με αριθμούς... και 9034881 επιταγές της Τράπεζας EUROBANK και τις με αρ. ... επιταγές της ALPHA BANK. Προέβη δε στην παραπάνω πράξη με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τα πράγματα αυτά. 2) Στις Αθήνα 30/10/2002 νόθευσε έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, χρησιμοποίησε δε ο ίδιος το έγγραφο αυτό. Συγκεκριμένα: Α) νόθευσε την με αριθμό 9034884-2 επιταγή της Τράπεζας EUROBANK επί του ...λογαριασμού με πληρώτρια την Τράπεζα EUROBANK και έθεσε επ' αυτής τα εξής στοιχεία, "τόπος έκδοσης ..., ημερομηνία 30/10/2002, ποσό 24.000 ευρώ και ολογράφως είκοσι τέσσερις χιλιάδες ευρώ, σε διαταγή Λ". Έθεσε επίσης δυσανάγνωστη υπογραφή ως εκδότης, χρησιμοποίησε δε ο ίδιος τη νοθευμένη αυτή επιταγή και τη μεταβίβασε στον Λ. Β) νόθευσε την με αριθμό ... επιταγή της ALPHA BANK επί του ... λογαριασμού με πληρώτρια την Τράπεζα ALPHA BANK και έθεσε επ' αυτής τα εξής στοιχεία, "τόπος έκδοσης ΑΘΗΝΑ, ημερομηνία 30/12/2002, ποσό 36.000 ευρώ και ολογράφως τριάντα έξι χιλιάδες' ευρώ, σε διαταγή εμού του ιδίου". Έθεσε επίσης δυσανάγνωστη υπογραφή ως εκδότης και, αφού την οπισθογράφησε θέτοντας δυσανάγνωστη υπογραφή και το όνομα Χ, τη μεταβίβασε στον Λ. Στις παραπάνω πράξεις προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των επιταγών τους τρίτους που θα συναλλάσσονταν μαζί του ότι οι επιταγές είναι έγκυρες, έχουν κυκλοφορήσει νόμιμα από τον φερόμενο ως εκδότη τους και ο ίδιος ως νόμιμος κομιστής τους τις μεταβιβάζει, επομένως θα πληρωθούν κανονικά κατά τη λήξη τους". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών (αποτελούμενη από τη βασική ποινή φυλακίσεως των 10 μηνών, κατ' επαύξηση από τις συντρέχουσες ποινές κατά πέντε (5) μήνες), την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Ως προς την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συρροή: Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, και 372 § 1 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 9191/2007 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - παρέστη δια πλ/σίου ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας... και την ανωμοτί κατάθεση του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος, Υ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, ως προς την άνω πράξη, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής κατά συρροή, για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) η αιτιολογία της αποφάσεως είναι εντελώς τυπική και πιστή αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο είναι αντίγραφο του κατηγορητηρίου, καθόσον περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. 2) Ότι δημιουργείται αντίφαση στην απόφαση εκ του ότι ως τόπος τελέσεως της κλοπής φέρεται η ..., ενώ γίνεται δεκτό ότι η αφαίρεση των εν λόγω επιταγών έγινε από την ευρισκόμενη στο ... οικία του παθόντος, διότι η αναφορά των Αθηνών ως τόπος τελέσεως έγινε με την ευρύτερη έννοια των περιοχών που περιλαμβάνονται στο λεκανοπέδιο Αθηνών και από αυτό δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πράξη της κλοπής οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση ως προς το πιο πάνω κεφάλαιό της, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς το κεφάλαιό της που αναφέρεται στην αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συρροή.
Περαιτέρω, ως προς το μέρος της αιτήσεως με το οποίο ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 216 § 1 ΠΚ, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα υπάχθηκαν στη διάταξη περί νοθεύσεως εγγράφων, αντί αυτής περί καταρτίσεως πλαστών εγγράφων της διατάξεως ΠΚ 216 § 1, δεδομένου ότι εκτός των τυπικών στοιχείων των επιταγών που είχαν κλαπεί και συμπληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο, τέθηκε και η υπογραφή του φερομένου ως εκδότη αυτών και έτσι, κατά τα προεκτεθέντα, εξ υπαρχής συντίθεται το, κατά την έννοια της Π.Κ. 13 στοιχ. γ', έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο με επακόλουθο την κατάρτιση πλαστού εγγράφου, ως την άλλη μορφή του σωρευτικώς μικτού εγκλήματος της πλαστογραφίας. Κατόπιν αυτών, είναι βάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 § 1 ΠΚ και πρέπει ως προς αυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, δεδομένου ότι χωρεί βελτίωση της κατηγορίας από αυτή της νοθεύσεως εγγράφων στην κατηγορία της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, έχει δε προς τούτο έννομο συμφέρον ο αναιρεσείων, πρέπει να δοθεί ο προσήκων χαρακτηρισμός στην παραπάνω αξιόποινη πράξη, δηλαδή, αυτός της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, πράξη για την οποία και πρέπει από το Δικαστήριο αυτό, κατά την ΚΠΔ 518 § 1, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος (ΑΠ 195/1990 ΝοΒ 38.494). Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση προς επιβολή ποινής, αφού και για τις δύο (2) πράξεις, δηλαδή, της πλαστογραφίας με κατάρτιση εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου και της νοθεύσεως εγγράφων, προβλέπεται η αυτή ποινή κατά το ανώτερο και το κατώτερο όριό της, μέσα στο πλαίσιο της οποίας ήδη επιμετρήθηκε αυτή.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της περί νοθεύσεως εγγράφων και, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δοθεί ο προσήκων χαρακτηρισμός στην πράξη της παραβάσεως του άρθρου 216 § 1 ΠΚ, που κατηγορείται ο κατηγορούμενος, πρέπει κατ' άρθρο 518 § 1 ΠΚ, να κηρυχθεί ένοχος αυτός της καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Αναιρεί την υπ' αριθμό 9.191/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, ως προς τη διάταξή της περί νοθεύσεως εγγράφων κατά συρροή.
Β) Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο, Χ του ότι: στην ... στις 30/10/2002 κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, χρησιμοποίησε δε ο ίδιος τα έγγραφα αυτά. Συγκεκριμένα: α) Κατάρτισε τη με αριθμό ... πλαστή επιταγή της Τράπεζας EUROBANK επί του ... λογαριασμού με πληρώτρια την Τράπεζα EUROBANK και έθεσε επ' αυτής τα εξής στοιχεία, "τόπος έκδοσης ..., ημερομηνία 30/10/2002, ποσό 24.000 ευρώ και ολογράφως είκοσι τέσσερις χιλιάδες ευρώ, σε διαταγή Λ. Έθεσε επίσης δυσανάγνωστη υπογραφή ως εκδότης, χρησιμοποίησε δε ο ίδιος τη πλαστή αυτή επιταγή και τη μεταβίβασε στον Λ. β) Κατάρτισε τη με αριθμό ... πλαστή επιταγή της ALPHA BANK επί του ... λογαριασμού με πληρώτρια την Τράπεζα ALPHA BANK και έθεσε επ' αυτής τα εξής στοιχεία, "τόπος έκδοσης ΑΘΗΝΑ, ημερομηνία 30/12/2002, ποσό 36.000 ευρώ και ολογράφως τριάντα έξι χιλιάδες ευρώ, σε διαταγή εμού του ιδίου". Έθεσε επίσης δυσανάγνωστη υπογραφή ως εκδότης και, αφού την οπισθογράφησε θέτοντας δυσανάγνωστη υπογραφή και το όνομα Χ, τη μεταβίβασε στον Λ. Στις παραπάνω πράξεις προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση των επιταγών τους τρίτους που θα συναλλάσσονταν μαζί του ότι οι επιταγές είναι έγκυρες, έχουν κυκλοφορήσει νόμιμα από τον φερόμενο ως εκδότη τους και ο ίδιος ως νόμιμος κομιστής τους τις μεταβιβάζει, επομένως θα πληρωθούν κανονικά κατά τη λήξη τους.
Γ) Απορρίπτει την από 28 Φεβρουαρίου 2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αρ. πρωτ. 1969/3-3-08) αίτηση του άνω κατηγορουμένου για αναίρεση της αυτής αποφάσεως, ως προς τη διάταξή της για την αξιόποινη πράξη της κλοπής επιταγών (2) κατά συρροή.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή κατά συρροή, Πλαστογραφία (νόθευση εγγράφων) κατά συρροή. Πλήρης και σαφής αιτιολογία για κλοπή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως προς πράξη κλοπής. Εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως περί πλαστογραφίας (ΠΚ 216 § 1). Η υπογραφή εξ υπ' αρχής και η συμπλήρωση των τυπικών στοιχείων της επιταγής αποτελεί την άλλη μορφή της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου του σωρρευτικώς μικτού εγκλήματος της πλαστογραφίας. Έννομο συμφέρον του κηρυχθέντος ενόχου για πλαστογραφία, με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, κατηγορουμένου, προς άσκηση αναιρέσεως για μη ορθή του νόμου εφαρμογή. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης για το λόγο αυτό ως προς τη β' πράξη. Αναιρεί για τη διάταξη της προσβαλλόμενης ως προς την πράξη αυτή. Επειδή το πλαίσιο ποινής είναι το αυτό και για τις δύο μορφές της πλαστογραφίας, κρατεί κατ' άρθρο 518 § 1 ΚΠΔ και δικάζει το ίδιο. Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο καταρτίσεως πλαστών εγγράφων κατά συρροή.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Κλοπή, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2324/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μωραΐτη, περί αναιρέσεως της 620/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1686/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 620/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κάθε αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος εκδόσεως ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών κατ' εξακολούθηση, και σε καθέναν από αυτούς επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι ιατροί, Χ2 (άνευ ειδικότητος) και Χ1(οφθλμίατρος) στην ..., στα πλαίσια συμβάσεώς τους με το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών ως αρμοδίων για την εξέταση υποψηφίων οδηγών, εξέδωσαν τα από ... πιστοποιητικά υγείας της Π1 και τα από ... πιστοποιητικά υγείας του Π2 αμφοτέρων υποψηφίων οδηγών, στα οποία πιστοποιούσαν ότι εξήτασαν στο ιατρείο τους (στις ...) τα εν λόγω πρόσωπα και θεωρούν αυτά ικανά για την μετατροπή αδείας οδηγήσεώς τους, ενώ στην πραγματικότητα οι ανωτέρω υποψήφιοι οδηγοί, μόνιμοι κάτοικοι περιοχών (...και ..., αντιστοίχως) εκτός της γεωγραφικής περιφερείας (Ανατολική Αττική) των συμβληθέντων με το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών κατηγορουμένων ιατρών, ουδέποτε εξητάσθησαν υπό των τελευταίων, τα εν λόγω δε πιστοποιητικά προορίζοντο για την έκδοση διπλωμάτων οδηγήσεως. Η κρίση αυτή στηρίζεται α) στην ένορκη επ' ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρος κατηγορητηρίου Π2 (ενός εκ των ανωτέρω υποψηφίων οδηγών), ο οποίος, μεταξύ άλλων, λέγει "Δεν εξετάστηκα,...,Ποτέ δεν έμεινα στην ,...,Ποτέ δεν πήγα στο Ιατρείο του Χ1" (σελ. 7 πρακτικών), β) στην νομίμως αναγνωσθείσα έκθεση των Ε1 και Ε2, επιθεωρητού και βοηθού επιθεωρητρίας, αντιστοίχως, του ΣΕΥΥΠ (Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας Πρόνοιας), στην οποίαν αναφέρεται ρητώς ότι "ο οφθαλμίατρος κ. Χ1 και ο ιατρός Χ2 εξέδωσαν τα πιστοποιητικά υγείας στους αναφερόμενους (Π1 και Π2) οδηγούς χωρίς να προβούν στην απαραίτητη ιατρική εξέταση αυτών". Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως αναφέρονται κυρίως στο ποιόν των κατηγορουμένων ιατρών, χωρίς να εισφέρουν στην ουσία της υποθέσεως, τέλος, οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι αρνούνται την κατηγορία, λέγουν δε ειδικότερα ότι "Ο συγκεκριμένος Π2 γνώριζε Ελληνικά" (Χ2, σελ. 13 πρακτικών) και "Ήρθε ο Π2 στο Ιατρείο μου" (Χ1, σελ. 14 πρακτικών), πλην όμως διαψεύδονται από τον ίδιο τον φερόμενο ως εξετασθέντα, ο οποίος, ως ήδη αναφέρθηκε, λέγει "Δεν εξετάστηκα,...,Ποτέ δεν έμεινα στην ,...,Ποτέ δεν πήγα στο Ιατρείο του Χ1". Κατόπιν αυτών, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού των κατηγορουμένων περί μη λήψεως υπ' όψιν της καταθέσεως του εξετασθέντος μάρτυρος κατηγορητηρίου Π2, καθόσον η κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε αυτήν (βλ. άρθρο 211Α ΚΠΔ), αλλά και στην προδιαληφθείσα έκθεση των Ε1 και Ε2, επιθεωρητού και βοηθού επιθεωρητρίας, αντιστοίχως, του ΣΕΥΥΠ, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης εις βάρος τους αξιοποίνου πράξεως (εκδόσεως ψευδών ιατρικών πιστοποιήσεων, κατ' εξακολούθηση, άρθρ. 98, 221 §1 εδ.α' ΠΚ), κατά το διατακτικό".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας αφού απέρριψε τον προεκτεθέντα ισχυρισμό των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, κήρυξε αυτούς ενόχους της αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι: "Στην ...., με περισσότερες πράξεις τους, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την ιδιότητα του ιατρού, εν γνώσει τους εξέδωσαν ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις, προοριζόμενες να παρέχουν πίστη σε δημόσια αρχή και συγκεκριμένα με την ιδιότητα, ο μεν πρώτος, του ιατρού χωρίς ειδικότητα, ο δε δεύτερος του οφθαλμίατρου, στα πλαίσια σύμβασής τους με το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, από το 1996 έως 31-12-2002, αρμοδίων για την εξέταση υποψηφίων οδηγών, εξέδωσαν το από .... πιστοποιητικό υγείας της Π1 και το από ... πιστοποιητικό υγείας του Π2, αμφοτέρων υποψηφίων οδηγών, στα οποία πιστοποιούσαν ότι εξέτασαν στο ιατρείο τους τα ανωτέρω πρόσωπα και θεωρούν αυτά ικανά, για τη μετατροπή άδειας οδήγησής τους, ενώ στην πραγματικότητα, οι παραπάνω υποψήφιοι οδηγοί, οι οποίοι άλλωστε δεν ήταν κάτοικοι της περιφέρειας, για την οποία ίσχυε η σύμβαση των κατηγορουμένων με το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ουδέποτε εξετάστηκαν από τους κατηγορουμένους ιατρούς. Η έκδοση δε των ψευδών αυτών ιατρικών πιστοποιητικών, προορίζονταν για την έκδοση διπλωμάτων οδήγησης". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε κάθε αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 221 §1α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 620/2008 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Π2, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, ..., ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο ίδιο ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) το δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική για τους κατηγουρούμενους κρίση του, ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του, εκτός άλλων εγγράφων, και τις από α) 25-1-05 και β) 6-4-05 εκθέσεις των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ, οι οποίες, μετά την ισχύ του Ν.3160/03 εξομοιώνονται με προκαταρκτική εξέταση και στις οποίες εμπεριέχεται η ένορκη κατάθεση της μάρτυρα,Π1. κατά την προδικασία. Ότι την κατάθεση αυτή το Εφετείο ανέγνωσε, παρά την προς τούτο εναντίωσή τους, έλαβε δε υπόψη και βασίστηκε σε αυτή (κατάθεση) που λήφθηκε κατά την προδικασία της απούσας στο ακροατήριο αυτό άνω μάρτυρα και έτσι, δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να ασκήσουν τα από το άρθρο 365 §1 ΚΠΔ παρεχόμενα δικαιώματά τους, να υποβάλουν στη μάρτυρα αυτή ερωτήσεις. Και ότι δημιουργήθηκε έτσι ακυρότητα από το άρθρο 171 §δ' ΚΠΔ και η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αναιρετέα κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ.Α' του αυτού Κώδικα, για απόλυτη ακυρότητα και 2) η ίδια απόφαση είναι επίσης αναιρετέα και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το αυτό άρθρο και παράγραφο στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στην κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του δικάσαντος Δικαστηρίου, του μάρτυρα Π2, καθώς και στην έκθεση των Ε1 και Ε2, Επιθεωρητή και βοηθού Επιθεωρητή αντίστοιχα του ΣΕΥΥΠ, η οποία (έκθεση) στηρίζεται στις άνω μαρτυρικές καταθέσεις, που δόθηκαν στην προδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 211Α' του ΚΠΔ. Όμως, αφενός ουδεμία ακυρότητα στο ακροατήριο δημιουργήθηκε από την ανάγνωση των πιο πάνω εκθέσεων ΕΔΕ, αφετέρου, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι υπάρχει πλήρης και σαφής για τα ανωτέρω απορριπτική αιτιολογία στο σχετικό για παράβαση της διατάξεως του ΚΠΔ 211Α', του άρθρου 6 παρ. 3δ' της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 παρ. 3ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (Ν.2462/97), ισχυρισμό των αναιρεσειόντων από το δικάσαν Εφετείο και είναι η παρακάτω: "τα ψευδή ιατρικά πιστοποιητικά με ημερομηνία ... και ... που φέρεται ότι εξέδωσαν ψευδώς οι κατηγορούμενοι για τον Π2 (και Π1 αντιστοίχως), χωρίς να τους εξετάσουν, θεωρούνται η προκληθείσα θεμελιωτική βασική πράξη, επί της οποίας ερείδεται η μεταγενέστερη κατοχή και χρήση των πλαστών αδειών οδήγησης από τον συγκατηγορούμενο ούτως Π2 (και Π1) αντιστοίχως".
Κατά συνέπεια, ούτε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας υπάρχει, ούτε έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται, υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, μετά την ισχύ του Ν.3160/03, η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιούται προς την προκαταρκτική εξέταση και συνεπώς δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αποδεικτικώς σε βάρος του κατηγορουμένου μαρτυρικές καταθέσεις τούτου, ληφθείσες κατά την ένορκη διοικητική εξέταση (Ολ.ΑΠ 1/04). Παράλληλα, στην απαγόρευση της εξετάσεως ως μαρτύρων, που θεσπίζεται από τη διάταξη της ΚΠΔ 211Α' περ.α' περιλαμβάνονται, χωρίς αμφιβολία και οι διενεργήσαντες ένορκη διοικητική εξέταση, αφού και εδώ συντρέχει ο λόγος της ενδεχόμενης προκαταλήψεως για τον κατηγορούμενο εκείνων που άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα. Όμως, όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, τα διενεργήσαντα την εν λόγω ΕΔΕ (δηλ. τη ΣΕΥΥΠ) άνω πρόσωπα, δεν εξετάστηκαν ως μάρτυρες στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αντίστοιχα, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκαν παραδεκτοί οι άνω λόγοι, εξεταζόμενος της περ.Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 §1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 6270/08, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), αίτηση των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 620/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών κατ' εξακολούθηση, προς απόκτηση διπλώματος οδηγήσεως αυτοκινήτου. Λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας. Μετά την ισχύ του Ν. 3160/03, η ένορκη διοικητική εξέταση εξομοιούται προς προκαταρκτική εξέταση. Δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες οι διενεργήσαντες αυτή. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ψευδής ιατρική πιστοποίηση.
| 1
|
Αριθμός 2322/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βασιλειάδου - Παχούλη, περί αναιρέσεως της 1078/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1467/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρ. 1 του α.ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρ. 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρ. 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός. Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρ. 1 παρ. 1 και άρ. 2 του α.ν. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1078/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημ/κείο Καρδίτσας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο κατηγορούμενος διατηρούσε κατά το χρονικό διάστημα από 1/3/02 έως 1/9/04, στην ... ατομική επιχείρηση (καφενείο-ηλεκτρονικά) Καφενείο-Ηλεκτρονικά στο οποίο απασχολούσε υπό την ιδιότητά του αυτή κατά τη χρονική περίοδο από 1/1/02 έως 12/7/2004, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας τη δεύτερη μάρτυρα κατηγορίας, την οποία ως μισθωτή την είχε ασφαλισμένη στο Ίδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης (στο εξής ΙΚΑ). Έτσι, ο κατηγορούμενος όφειλε να καταβάλει στο ΙΚΑ για το ως άνω χρονικό διάστημα (1/1/2002 έως 19/7/2004) το ποσό των (2.478,94) ευρώ για εργοδοτικές εισφορές, μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία της ως άνω εργαζομένης, πλην όμως δεν τις έχει καταβάλλει μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι λόγω της άσκησης εκ μέρους προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά της οικείας ΠΕΕ το ΙΚΑ δεν μπορεί να εισπράξει αναγκαστικώς την επίδικη οφειλή του κατηγορουμένου προς αυτό δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα ποινική δίκη, καθώς η επίδικη αξιόποινη πράξη είναι γνήσιο έγκλημα δια παραλείψεως τελεσθέν και έχει τελεσθεί με την πάροδο χωρίς καταβολή των επίδικων εισφορών των τριάντα ημερών των μηνών που έπονται τους μήνες κατά τους οποίους παρασχέθηκε η εργασία στον κατηγορούμενο, η δυνατότητα δε ή μη είσπραξης των εισφορών από το ΙΚΑ δια αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής του υπόστασης και είναι αδιάφορη για την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τη πράξη της μη καταβολής εργοδοτικών εισφορών". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών (εργοδοτικών) εισφορών στο ΙΚΑ και ειδικότερα, του ότι: στην... την από 1/3/02 - 1/9/04, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "Χ" και ΑΜΕ... (ΑΓΜ ...) του υποκ/τος ΙΚΑ ... και είδος επιχείρησης Καφενείο-Ηλεκτρονικά και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1/1/02 έως 12/7/2004 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης, σε οργανισμό, δηλαδή Κοινωνικής Ασφάλισης, υπαγόμενο στα Υπουργείο Εργασίας και τώρα στο Υπουργείο Κοινοτικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ για εργοδοτικές εισφορές το ποσό των (2.478,94)€ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, πλην όμως δεν κατέβαλε τις εισφορές αυτές μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές, για δε τη μη καταβολή τους συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ... ΠΕΕ στην οποία αναγράφονταν ένας μισθωτός με ύψος αποδοχών 8.442.91 €". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών για την προεκτεθείσα αξιόποινη πράξη, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή και καθόρισε για κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των πέντε (5.00) ΕΥΡΩ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 27 παρ. 1 Π.Κ., 1 § 1 ΑΝ 86/87, 31 ΝΔ 1160/72, 1 του Ν. 362/76 και 26 § 3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από το Ν. 2113/52 και 16 §§ 1, 2 της 55575/1479 από 18/11-7/12-1965 απόφασης του Υπουργού Εργασίας τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 1.078/2008 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Κ,Μ
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι οι εν λόγω εισφορές δεν είναι απαιτητές, αφού, ορθώς, το δικάσαν Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι προκειμένου περί οφειλής στο ΙΚΑ, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ και το άρθρο 26 § 3 του ΑΝ. 1846/1951, η οφειλή είναι απαιτητή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός εντός του από 1-1-2009 έως 19-7-2004 χρονικού διαστήματος, που παρασχέθηκε η εργασία της σε αυτόν εργαζομένης. Αναφέρεται δε στο σκεπτικό της αποφάσεως, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εργοδότη, ο χρόνος εργασίας και το ύψος της εργοδοτικής εισφοράς, που δεν καταβλήθηκε στο ΙΚΑ. Κατά συνέπεια, δεν ασκεί επιρροή σχετικά με τη θεμελίωση του αξιοποίνου της παραβάσεως του άρθρου 1 του ΑΝ 86/67, το γεγονός ότι συνεπεία μεταγενέστερων ενεργειών του κατηγορουμένου, ο άνω ασφαλιστικός Οργανισμός (ΙΚΑ), δεν μπορεί να εισπράξει με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως την απαίτησή του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με αριθμό καταθέσεως 9/2008) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 1.078/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη έγκαιρη καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ. Με βάση του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το χρέος είναι απαιτητό, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μηνός που παρασχέθηκε η εργασία. Αίτηση για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 2
|
Αριθμός 2321/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένουΧ, κατοίκου ... ήδη κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό, περί αναιρέσεως της 203-204/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 720/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 207 εδ. α' του ΠΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή". Περαιτέρω, με το άρθρο 208 §1 εδ. α' του αυτού Κώδικα, ορίζονται τα παρακάτω: " Όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής σαν γνήσιο, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή". Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 203-204/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χπήκοος, ο οποίος είχε εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα και ήταν άεργος, διέμενε δε στο ..., άλλοτε στην οικία της ερωτικής συντρόφου του ... που βρίσκεται στην ...και άλλοτε στην οικεία της επίσης ερωτικής συντρόφου του ..., βουλγάρας υπηκόου, που βρίσκεται στην ..., κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2003 είχε προμηθευθεί άγνωστο αριθμό παραχαραγμένων νομισμάτων και οπωσδήποτε κατ' ελάχιστον 50 χαρτονομισμάτων των 200 Ευρώ το καθένα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσια, εκ των οποίων 27 τέτοια παραχαραγμένα χαρτονομίσματα, των 200 Ευρώ το καθένα παρέδοσε, κατά το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Φεβρουαρίου 2003 στον τρίτο συγκατηγορούμενό του Χ2 προκειμένου ο τελευταίος να θέσει αυτά σε κυκλοφορία ως γνήσια. Η εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου τέλεση της ως άνω πράξης στηρίζεται όχι μόνο στις αιτιολογίες του συγκατηγορουμένου του Χ2 αλλά προεχόντως στο γεγονός της ανευρέσεως και κατασχέσεως στην μία εκ των ως άνω κατοικιών που διέμενε αυτός ήτοι επί της ... οικίαν, εκτός από ποσότητα ηρωίνης συνολικού βάρους 90 γραμμαρίων που αυτός ομολόγησε ότι κατείχε, και μία συσκευή αναγνωρίσεως πλαστών χαρτονομισμάτων μάρκας ..., η οποία και καταμαρτυρεί ότι αυτή εχρησιμοποιείτο από τον κατηγορούμενο για να βεβαιώνεται αυτός ότι δεν ήταν εφικτή η ανίχνευση της πλαστότητας των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων που αυτός είχε πρόθεση να θέσει σε κυκλοφορία από τοιαύτα μηχανήματα ελέγχου της γνησιότητας αυτών. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος αυτός της ως άνω πράξης τους". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της παραχάραξης και κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων κατ' εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα και ειδικότερα του ότι: " Ο 1ος κατηγορούμενος, Χ, στη ... και κατά το χρονικό διάστημα από το 2001 μέχρι και 8-2-2003 μη επακριβώς προσδιορισθείσης της ημεροχρονολογίας προμηθεύτηκε ελληνικό (ΕΟΚ) παραχαραγμένο χαρτονόμισμα σαν γνήσιο και ειδικότερα προμηθεύτηκε άγνωστο αριθμό παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων των 200 ΕΥΡΩ έκαστο, το βέβαιον 27 χαρτονομίσματα, από άγνωστο άτομο με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, στη συνέχεια δε παρέδωσε τα 27 χαρτονομίσματα των 200 ευρώ στον συγκατηγορούμενό του Χ2 στις 8 και 10 72/2003 ο οποίος δύο εξ αυτών διέθεσε σαν γνήσια στις 8-2-2003 σε περιπτερούχους της ... για την αγορά τσιγάρων και τηλεκαρτών ιδιοποιούμενος με τον α' κατηγορούμενο τα αγορασθέντα προϊόντα και τα ρέστα, τέσσερα διέθεσε μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Χ1 σε περιπτεριούχους της .... κατοίκου ... αγοράζοντας μία κούτα με δέκα πακέτα τσιγάρων μάρκας ... και μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας μάρκας ... συνολικής αξίας 32 ευρώ δίδοντας ως χρηματικό αντάλλαγμα ένα παραχαραγμένο χαρτονόμισμα των 200 ευρώ και εισπράττοντας από την παραπάνω το υπόλοιπο των 168 ευρώ, ένα στο περίπτερο της ... κατοίκου ... αγοράζοντας μια κούτα με δέκα πακέτα τσιγάρων μάρκας ... και μία κάρτα κινητής τηλεφωνίας μάρκας ... συνολικής αξίας 45 ευρώ δίδοντας ως χρηματικό αντάλλαγμα ένα παραχαραγμένο χαρτονόμισμα 200 ευρώ και εισπράττοντας από την παραπάνω το υπόλοιπο ποσό των 155 ευρώ στο περίπτερο της ...κατοίκου ... αγοράζοντας μία κούτα με δέκα πακέτα τσιγάρων μάρκας ... και μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας μάρκας ... συνολικής αξίας 35 ευρώ δίδοντας ως χρηματικό αντάλλαγμα ένα παραχαραγμένο χαρτονόμισμα των 200 ευρώ και εισπράττοντας από την παραπάνω το υπόλοιπο των 165 ευρώ, ένα στο περίπτερο της ... κατοίκου ... που βρίσκεται στη ... στην οδό ...και εκεί εργάζεται η θυγατέρα της ...., αγοράζοντας μια κούτα με δέκα πακέτα τσιγάρων μάρκας ...o και μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας μάρκας ... συνολικής αξίας 32 ευρώ, δίδοντας ως χρηματικό αντάλλαγμα ένα παραχαραγμένο χαρτονόμισμα των 200 ευρώ και εισπράττοντας από την... το υπόλοιπο των 168 ευρώ, με ένα στο περίπτερο του ... κατοίκου ... οι συγκατηγορούμενοί του Χ2 και Χ1 επιχείρησαν να παραβούν σε πράξη συναλλαγής δηλαδή να αγοράσουν μια κούτα με δέκα πακέτα τσιγάρων μάρκας ... και μια κάρτα κινητής τηλεφωνίας δίδοντας ως χρηματικό αντάλλαγμα ένα παραχαραγμένο χαρτονόμισμα των 200 ευρώ στον προαναφερόμενο ιδιοκτήτη, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησης τους, διότι ο εν λόγω ιδιοκτήτης του περιπτέρου αντιλήφθηκε την πλαστότητα του χαρτονομίσματος και αρνήθηκε την ολοκλήρωση της συναλλαγής μαζί τους".
Ακολούθως, το ίδιο Δικαστήριο επέβαλε στον πιο πάνω κατηγορούμενο ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.&', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 42§1, 207 εδ. α', 208§1 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 203-204/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ..., ..., ... και ..., καθώς και της μάρτυρα υπερασπίσεως, .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των απόντων μαρτύρων που δόθηκαν στο πλαίσιο της προδικασίας, αυτές δε είναι συγκεκριμένα, η από 24-2-2003 του...η, η από 10-2-2003 του ... και η από 10-2-2003 της ..., στην Πρωτόδικη με αριθμό 425/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, φέρονται ότι αναγνωρίστηκαν δημόσια "ένορκες καταθέσεις απόντων μαρτύρων", με συνέπεια, η αναφορά της προσβαλλομένης σαφώς αναφέρεται σε καταθέσεις "των απόντων μαρτύρων" πλην αυτών που εμφανίζονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Όμως, με προσεκτική ανάγνωση των άνω δικογράφων, προκύπτει ότι η ανάγνωση αφορά και έχουν ληφθεί υπόψη, οι προεκτεθείσες τρεις (3) μόνο καταθέσεις. 2) Επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως της διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, άλλως υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το δικάσαν Δικαστήριο, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 211 Α' του ΚΠΔ, έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, ο οποίος κατέθεσε για τον αναιρεσείοντα περιστατικά, που γνώριζε από αφήγηση άλλου κατηγορουμένου και συγκεκριμένα, την κατάθεση του αστυνομικού, ..., ο οποίος κατέθεσε ότι ομολόγησε σε αυτόν σε βάρος του αναιρεσείοντος ο άλλος κατηγορούμενος,Χ. Όμως, από τα πρακτικά προκύπτει ότι η κατάθεση του άνω μάρτυρα δεν ήταν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, αλλά συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά, για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκαν παραδεκτοί οι άνω λόγοι, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 7/10-4-2008) αίτηση του TΧ, για αναίρεση της με αριθμό 203-204/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραχάραξη και κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων. Λόγοι αναιρέσεως: α) απόλυτη ακυρότητα, διότι έλαβε υπόψη καταθέσεις μαρτύρων, που δεν αναγνώστηκαν, καθώς και κατάθεση μάρτυρα στο ακροατήριο που είχε πληροφορηθεί περιστατικά από άλλον κατηγορούμενο και β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Παραχάραξη.
| 2
|
Αριθμός 2320/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 505/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1) Χ2, 2) Χ1
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 616/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 203/3.6.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό τη κρίση του Συμβουλίου σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 1436/2007 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τον Χ, κάτοικο ... για να δικαστεί ως υπαίτιος ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 2634/2007 βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο αναίρεση και το Δικαστήριο σας σε Συμβούλιο με την 1580/2008 απόφαση, δέχθηκε την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση. Το Συμβούλιον Εφετών Αθηνών με το 505/2009 βούλευμα απέρριψε εκ νέου την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή (βλ. βουλεύματα).
ΙΙ. Το 505/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση στις 7-4-2009 και στον αντίκλητό του στις 13-4-2009 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Στις 21-4-2009 εμφανίσθηκε στην αρμόδια Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος Χ και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά του 505/2009 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η 81/21-4-2009 έκθεση αναίρεσης (βλ. έκθεση). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά.
ΙΙΙ. Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου περί παραπεμπτικού βουλεύματος, όταν αναφέρονται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' Κ.Π.Δ. και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 Κ.Π.Δ., υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη (βλ. ΑΠ 685/2008, ΑΠ 64/2008).
ΙV. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων υποστηρίζει για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου της έλλειψης αιτιολογίας, ότι αν και στη δικογραφία υπάρχει η με αριθμό 801/10-5-2006 ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΝΕΚΡΟΨΙΑΣ-ΝΕΚΡΟΤΟΜΗΣ επί του πτώματος του θύματος Ψ, που συντάχθηκε από τον Ιατροδικαστή Αθηνών ... και η ... ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΚΘΕΣΗ -τοξικολογικής εξέτασης της Χημικού-Τοξικολόγου της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών ..., που συντάχθηκαν κατόπιν της 1045/3462-γ/10-3-2006 παραγγελίας της Υποδ/νσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής, που ενήργησε την αστυνομική προανάκριση για τη διακρίβωση των συνθηκών θανάτου του Ψ, οι δύο αυτές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που εκτιμήθηκαν από το Δικαστικό Συμβούλιο. Από το περιεχόμενο του σκεπτικού του βουλεύματος, αλλά και του σκεπτικού της ενσωματωμένης σ'αυτό Εισαγγελικής πρότασης, προκύπτει ότι όντως οι εκθέσεις αυτές δεν μνημονεύονται στο σημείο που αναφέρονται κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα. 'Ομως στην Εισαγγελική πρόταση, στην οποία και παραπέμπει το Συμβούλιο για τη θεμελίωση και αιτιολόγηση της παραπεμπτικής κρίσης του, σε δύο σημεία υπάρχουν αναφορές από τις οποίες προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε η παραπάνω "ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής....". Συγκεκριμένα στη β' όψη του 5ου φύλλου του βουλεύματος αναφέρεται ότι "...όπως προέκυψε από την ανάλυση των ευρημάτων της νεκροτομής και της αυτοψίας....", ενώ στην β' όψη του 6ου φύλλου αναφέρεται ότι "....θέση από την οποία πυροβολήθηκε ο παθών...." προκύπτει πλην των άλλων και από "....την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής....". Είναι λοιπόν σαφές ότι η 801/10-5-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο και ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω και σε σχέση με την "έκθεση τοξικολογικής εξέτασης" πρέπει να επισημανθούν τα εξής. Από την επισκόπηση του περιεχομένου της, που είναι επιτρεπτή για την διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε μετά την λήψη δειγμάτων αίματος και ούρων του θύματος, που λήφθηκαν από τον ιατροδικαστή ..., το δε περιεχόμενο της και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα της, έχουν ενσωματωθεί στην "ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής" και συγκεκριμένα στη στήλη "παρατηρήσεις", όπου αναφέρονται τα εξής: " Ελήφθησαν αίμα και ούρα και εστάλησαν για τοξικολογική εξέταση και από την οποία προκύπτει ότι: 1) στα ούρα η παρουσία προϊόντων μεταβολισμού της κάνναβης, 2) στα ούρα η παρουσία κοκαΐνης και μεταβολικών της και 3)στο αίμα "παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 2,17%ο". Είναι λοιπόν σαφές ότι το Συμβούλιον έλαβε υπόψη και το περιεχόμενο- συμπεράσματα της "τοξικολογικής έκθεσης" και ως εκ τούτου ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. V. Πρέπει συνεπώς και δεδομένου ότι δεν συντρέχει στη προκειμένη περίπτωση άλλος λόγος αναίρεσης, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΤΣ
Προτείνω
Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 81/21-4-2009 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ..., κατά του 505/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 12 Μαΐου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής".
Αφού άκουσε
τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-4-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση την υπ' αριθ 505/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε μετ' αναίρεση του υπ' αριθ. 2634/2007 Βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου με το οποίο είχε απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το υπ' αριθ. 1436/2007 παραμπεπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια ή προανάκριση) για τα αντικείμενα και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου. Ειδικώτερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση ή το βούλευμα αντίστοιχα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη , η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ υπό προϋποθέσεις από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή τον Εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς την αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη, που όμως μπορεί να προκύπτει αυτό με βεβαιότητα από την όλη αιτιολογία της απόφασης ή βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 505/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη των υπ' αριθ. 319/2007 έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την υπ' αριθ. 1436/2007 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε Αυτόν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να δικαστεί για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχικά κατάσταση, παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Περαιτέρω το αιτιολογικό του πληττόμενου βουλεύματος αναφέρεται, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο αρμοδίου Δικαστηρίου για τις παραπάνω αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις, όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικώτερα τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες του εκκαλούντος - κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος), το περιεχόμενο της εκθέσεως εφέσεως και τα υπομνήματα αυτού καθώς και την απολογία της ως άνω αλλοδαπής ... (βλ. αρχή 26ης σελίδας προσβαλλόμενης απόφασης). Μεταξύ των ανωτέρω εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία είναι και 1) η υπ' αριθ. 801/10-5-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής επί του πτώματος του θύματος Ψ, που συντάχθηκε από τον ιατροδικαστή Αθηνών ... και 2) η υπ'αριθ. ... εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της χημικού- τοξικολόγου της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών ..., που συντάχθηκαν κατόπιν της υπ' αριθ. ... παραγγελίας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής, η οποία ενήργησε την αστυνομική προανάκριση για τη διακρίβωση των συνθηκών του θανάτου του Ψ. Και ναι μεν οι δύο ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης δεν αναφέρονται ιδιαίτερα στο μέρος του αιτιολογικού του προσβαλλόμενου βουλεύματος όπου όπως προαναφέρθηκε γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων, από το όλο όμως περιεχόμενο του αιτιολογικού (σκεπτικού) του βουλεύματος αυτού, αλλά και της σ' αυτό ενσωματώσεως Εισαγγελικής πρότασης, προκύπτει ανενδοίαστα ότι λήφθησαν υπόψη και αυτές και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από το δικαστικό συμβούλιο για τι σχηματισμό της περί παραπομπής του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου κρίσης του. Ειδικότερα στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση, στην οποία και παραπέμπει το Συμβούλιο για τη θεμελίωση και αιτιολόγηση της παραπεμπτικής κρίσης του, σε δύο σημεία υπάρχουν αναφορές, από τις οποίες προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα οι δύο προμνημονευθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Συγκεκριμένα στην 10η σελίδα του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται κατά λέξη "...όπως δε προέκυψε από την ανάλυση του ευρημάτων της νεκροτομής και της αυτοψίας του τύπου του συμβάντος..." και στη 12η σελίδα του ίδιου βουλεύματος αναφέρεται "... την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής", με την επισήμανση ότι δεν υπάρχουν άλλες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με περιεχόμενο σχετικό με τα ζητήματα που αναφέρονται οι ως άνω αυτές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Από τα προεκτιθέμενα καθίσταται σαφές ότι η υπ' αριθ. 801/10-5-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής περιλαμβάνονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το συμβούλιο και ο αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Επίσης και σε σχέση με την υπ' αριθ. 381/10-5-2006 "έκθεση τοξικολογικής εξέτασης" πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Από την επισκόπηση του περιεχομένου της, που είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του αναιρετικού λόγου ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην κρινόμενη περίπτωση, προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε μετά τη λήψη δειγμάτων αίματος και ούρων του θύματος, που λήφθηκαν από τον ιατροδικαστή ..., το δε περιεχόμενό της και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα της έχουν ενσωματωθεί στην "Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, και συγκεκριμένα στη στήλη "παρατηρήσεις", όπου αναφέρονται τι παρουσίασαν τα ούρα και το αίμα του Ψ. Έτσι καθίσταται σαφές ότι στο Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και το περιεχόμενο - τα συμπεράσματα της "τοξικολογικής έκθεσης" και γι' αυτό η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν, ο μοναδικός από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Απριλίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ 505/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2009
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Μη ειδικότερη μνεία των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αλλά σαφής αναφορά του περιεχομένου τους σε άλλο μέρος του σκεπτικού. Όχι έλλειψη αιτιολογίας για το λόγο αυτό και απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά του βουλεύματος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2323/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 3107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 662/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστεψε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το Δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ποιο από τα άνω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως. Εξάλλου, για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες που επέρχεται ζημιογόνο για τον ασθενή αποτέλεσμα απαιτείται η ατυχής αυτή έκβαση αναγκαίως να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, και οι ενέργειες του ιατρού να μην είναι σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Ειδικότερα, προς θεμελίωση της ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, από αμέλεια όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 28 του Ποινικού Κώδικα, προϋποθέτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τήρησε τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής και το επιβαλλόμενο ιατρικώς καθήκον επιμελείας του μέσου ιατρού, ως όφειλε και μπορούσε, αλλά περαιτέρω είναι και νομικά υποχρεωμένος να πράξει κατά τους επιτακτικούς κανόνες δικαίου: α) από τη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 (περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος) ο οποίος τηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 47 του Εισ. ΝΑΚ), σύμφωνα με την οποία ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως της ιατρική αυτή συνδρομή, συμφώνως προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών, καθώς και β) κατ' άρθρο 8 εδάφιο α' του Κανονισμού Ιατρικής Δεοντολογίας (β.δ. 156/6.7.1955) ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε οιανδήποτε μη ενδεδειγμένη θεραπευτική ή χειρουργική επέμβαση ή πειραματισμό που μπορεί να θίξει το αίσθημα της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς.
Συνεπώς ο ιατρός ευθύνεται αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπα να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησία τον οδήγησε σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για να αποτρέπονται προσβολές των έννομων αγαθών της σωματικής ακεραιότητας της υγείας, της ζωής. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για το αποτέλεσμα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας από αμέλεια του στο πρόσωπο, το οποίο ανέλαβε να εγχειρίσει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση της ειδικότητας του, ενήργησε κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 3.107/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Την 15-8-2001 ο Ζ, ηλικίας τότε 13 ετών, εντόπισε στον αριστερό του όρχη μία διόγκωση και το ανέφερε στους γονείς του, οι οποίοι και την επόμενη μέρα (16-8-2001) μετέβησαν μαζί στο νοσοκομείο "..., όπου ο πρώτος υπεβλήθη σε εξέταση από τον εφημερεύοντα ιατρό. Ο τελευταίος διέγνωσε υδροκήλη και τον παρέπεμψε στο αρμόδιο τμήμα για να κρίνει υπερηχογράφημα, το οποίο και έγινε, ενώ την επομένη (17-8-2001) μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ιατρό-Ουρολόγο Χ μετέβησαν στην κλινική "..." για να εξετάσει τον εγκαλούντα. Ο ανωτέρω ιατρός αφού εξέτασε το υπερηχογράφημα διέγνωσε την ύπαρξη υδροκήλης στον αριστερό όρχη του Ζ και συνέστησε στον πατέρα του να εισαχθεί ο υιός του την ίδια ημέρα στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο ..., με το οποίο ο ίδιος συνεργαζόταν ως χειρουργός ουρολόγος, προκειμένου να υποβληθεί σε αφαίρεση της υδροκήλης.
Πράγματι, την 17-8-2001, ο ανήλικος Ζ με τον πατέρα του μετέβησαν στο Διαβαλκανικό Κέντρο, προκειμένου να υποβληθεί ο πρώτος στην εν λόγω επέμβαση, όπου προηγουμένως διενεργήθηκαν και οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, δηλαδή αιματολογικές εξετάσεις, όπως γενική αίματος, ορμονών αναπαραγωγής, ορμονικός έλεγχος, βιοχημικές εξετάσεις και ακτινογραφία θώρακος. Πρέπει να σημειωθεί, ότι όλα τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων ήταν απολύτως φυσιολογικά και δεν υπήρχαν παθογενής ενδείξεις. Ο κατηγορούμενος στην συνέχεια αποφάσισε να υποβληθεί ο ανήλικος στην δέουσα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της υδροκήλης, αφού προηγουμένως διαβεβαίωσε τον πατέρα αυτού ότι επρόκειτο για μία απλή επέμβαση και δεν υπήρχε κανείς λόγος ανησυχίας για την υγεία του. Έτσι την ίδια μέρα και περί ώρα 15.00' ο ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο για την προγραμματισμένη από τον κατηγορούμενο ιατρό του επέμβαση, δηλαδή για την αφαίρεση υδροκήλης του αριστερού όρχεως, όπως και έγινε, μετά δεν την αφαίρεσή της και ενώ ακόμη ο ανήλικο ασθενής βρισκόταν υπό γενική αναισθησία, ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε από την αφαιρεθείσα υδροκήλη ιστολογικό υλικό για να το αποστείλει με τον συνάδελφό του ... στον παθολογοανατόμο ιατρό Ο προκειμένου να διενεργήσει ταχεία βιοψία. Στη συνέχεια, ο τελευταίος και ο συνάδελφος του ιατρός ... πριν ακόμη διενεργήσουν την ταχεία βιοψία, ενημέρωσαν τον ... ότι στους όρχεις δεν γίνεται ταχεία βιοψία, λόγω του ότι τα αποτελέσματα αυτής είναι επισφαλής, άποψη που διαβιβάστηκε στον κατηγορούμενο. Παρότι όμως ο ... τον ενημέρωσε για την άποψη που εξέφρασαν οι παθολογοανατόμοι, αυτός απέστειλε το ιστολογικό υλικό για ταχεία βιοψία. Ο ιατρός Ομετά από έλεγχο του υλικού αυτού (μικροσκοπικό τεμάχιο μπεζ μαλακού ιστού 2Χ1Χ0,40 cm) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σπερματικά σωληνάρια με ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας (in situ). Δηλαδή προκαταρκτικό πόρισμα όπου υπήρξαν απλές ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας in situ. Αμέσως ο ανωτέρω ιατρός ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι πρόκειται για ενδείξεις και όχι αποδείξεις σεμινώματος in situ. Ο κατηγορούμενος τότε, αν και είχε ενημερωθεί ότι τα αποτελέσματα της ταχείας βιοψίας είναι επισφαλή και ότι υπήρχαν ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας (in situ) και όχι αποδείξεις, ως και ότι όλες οι κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί προεγχειριτικά ο ανήλικος ασθενής ήταν απόλυτα φυσιολογικές χωρίς παθογενείς ενδείξεις, από αμέλεια αυτού προχώρησε στην αφαίρεση του αριστερού όρχεως του ασθενή του, χωρίς να αναμείνει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος σχετικά με την ύπαρξη κακοήθειας και χωρίς να διασταυρώσει τα ευρήματα της ταχείας βιοψίας και με άλλες ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις όπως η διενέργεια της κανονικής βιοψίας, προκειμένου να επιβεβαιωθεί πλήρως η ύπαρξη καρκίνου, παραβαίνοντας έτσι τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, οι οποίοι επιβάλλουν στον ιατρό να μην προβαίνει στην αφαίρεση όρχεως όταν η μόνη εργαστηριακή μέθοδος είναι η ταχεία βιοψία (αρθρ. 24 της α.ν 1565/1939 και β.δ. 156/6-7-1955). Επίσης, ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε και τον πατέρα του ανηλίκου για την εξέλιξη αυτή της υγείας του, ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος εκ των συνεργατών του, ώστε να λάβει προηγουμένως την απαιτούμενη συγκατάθεση του. Στην συνέχεια όμως μετά την διενέργεια κανονικής βιοψίας στο ως άνω ιστολογικό υλικό, στο παθολογοανατομικό τμήμα του ... Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε ότι τα ιστολογικά χαρακτηριστικά της ταχείας βιοψίας που εγείραν υπόνοιες δυσπλασίας (ενδοσωληναριακή νεοπλασία από βλαστικά κύτταρα IGCNU) δεν επιβεβαιώθηκαν στον ανοσοϊστοχημικό έλεγχο με την πλακουντιακή αλκαλική φωσφατάση, δηλαδή ο ανήλικος δεν έπασχε από σεμίνωμα (in situ) του αριστερού όρχεως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το σεμίνωμα (in situs) είναι πρώιμο στάδιο καρκίνου (βλ. κατάθεση ...-καθηγήτριας ΑΠΘ-παθολογοανατόμος), το οποίο δεν κάνει μεταστάσεις. Αποτέλεσμα αυτής της αμέλειας (μη συνειδητής) του κατηγορουμένου ήταν να υποστεί ο ανήλικος παθών ακρωτηριασμό του αριστερού όρχεως με επακόλουθο την εμφάνιση δυσμορφίας και μόνιμης αναπηρίας και δυσμενείς ενδεχόμενες επιπτώσεις στην αναπαραγωγική του ικανότητα. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και κυρίως τις καταθέσεις των ιατρών-μαρτύρων κατηγορίας..., ...-Ουρολόγου, ...παθολογοανατόμου, ..., καθηγήτριας παθολογοανατόμου και ...-καθηγητή ΑΠΘ-Ουρολόγου, οι οποίοι με σαφήνεια και πειστικότητα καταθέτουν ότι στον όρχι δεν διενεργείται συνήθως ταχεία βιοψία, λόγω μεγάλου ποσοστού λάθους (βλ. κατάθεση μάρτυρος ...), ότι όταν έχουμε ενδείξεις σεμινώματος in situ, πρέπει να προβαίνουμε σε κανονική βιοψία πριν την αφαίρεση όρχεως, εφ' όσον δεν έχουμε στενότητα χρόνου (βλ. κατάθεση μάρτυρος ..., ότι οι γονείς δεν ενημερώθηκαν (βλ. κατάθεση ...). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν διενήργησε κανονική βιοψία φοβούμενος τον κίνδυνο διασποράς δεν κρίνεται πειστικός, εφόσον ο ίδιος στην συνέχεια προέβη και σε βιοψία του δεξιού όρχεως, ενώ ο ισχυρισμός του θα μπορούσε να κριθεί βάσιμος μόνον στην περίπτωση που το αποτέλεσμα της ταχείας βιοψίας ήταν θετικό, δηλ. με ισχυρές ενδείξεις καρκινώματος. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος-χειρουργός προέβη σε αρχεκτομή σύμφωνα με την ιατρική πρακτική, ως ισχυρίζεται, εφόσον ο Ο διέγνωσε ενδοσωληναριακή νεοπλασία (seminoma in situ), γεγονός αναληθές, δεδομένου ότι ο ανωτέρω παθολογοανατόμος ανέφερε στο πόρισμά του ότι απλώς υπήρχαν ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας (in situ), για τις οποίες μάλιστα ο ίδιος ενημέρωσε τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ..., ιατρός παθολογοανατόμος στο ... Νοσοκομείο, αναφέρει στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και ότι "αξιολόγησα τα ίδια πλακίδια που είδε ο κ.Ο μετά από ένα περίπου μήνα. Είδα μετά και του όρχεως, αφού αφαιρέθηκε........ είδα στην αρχή ότι υπήρχε μία αλλοίωση η οποία θα μπορούσε να είναι καρκίνωμα in situ. Όμως θα έπρεπε να κάνει και άλλη. Κανονική έδειξε κάποιες μικρές ενδείξεις και χρειάστηκε να γίνει μια Τρίτη πιο ειδική εξέταση, η οποία έδειξε ότι τελικά δεν είχε καρκίνωμα in situ. Το καρκίνωμα in situ μπορεί να περιμένει...... εξελίσσεται σε διηθητικό καρκίνωμα την επόμενη εικοσαετία αναφέρεται στη βιβλιογραφία. Το in situ δεν είναι καρκίνος, θέλει διαδικασία να γίνει καρκίνος.....". Ενόψει των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος εξ' αμέλειας του προκάλεσε σωματική βλάβη στον παθόντα ανήλικο, ήτοι ακρωτηριασμό του αριστερού όρχεως με τελικό επακόλουθο την εμφάνιση δυσμορφίας, μόνιμης αναπηρίας και δυσμενείς ενδεχόμενες επιπτώσεις στην αναπαραγωγική του ικανότητα, εφ' όσον δεν ανέμενε να διασταυρώσει πρώτα τα ευρήματα της ταχείας βιοψίας και με τις άλλες ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να επιβεβαιωθεί πλήρως η ύπαρξη καρκίνου, παραβαίνοντας έτσι τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Ως εκ τούτου ευθύνεται για τη σωματική βλάβη του Ζ, που προκλήθηκε από την αμελή αυτού συμπεριφορά, συνισταμένη στις προαναφερόμενες ενέργειες και παραλήψεις, οι οποίες ήταν πρόσφορες και ικανές να την επιφέρουν.
Συνεπώς, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια που του αποδίδεται, όπως αυτή διατυπούται στο διατακτικό της παρούσης". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια τελεσθείσας από υπόχρεο λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη προσοχή και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., την 17-8-2001 από αμέλεια τους προκάλεσε σωματική βλάβη στον ανήλικο (ηλικίας τότε 136 ετών) Ζ του Ψ, κάτοικο .... Ειδικότερα ενώ ήταν υποχρεωμένος, Χ ως ιατρός ουρολόγος-χειρουργός, εργαζόμενος στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ..., σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε με την πράξη τους, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ των ιδιοτήτων ιούς ενέργειες ώστε να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα την 17-8-2001 και περί ώρα 15:00' ο ανήλικο ασθενής,Ζ, οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου προκειμένου να υποβληθεί στην προγραμματισμένη από τον κατηγορούμενο ιατρό ουρολόγο-χειρουργό, Χ, χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση υδροκήλης του αριστερού όρχεως, μετά δε την αφαίρεση αυτής κι ενώ ο ασθενής βρισκόταν υπό γενική αναισθησία, ο κατηγορούμενος χειρουργός έλαβε από την αφαιρούμενη υδροκήλη ιστολογικό υλικό, το οποίο απέστειλε για τη διενέργεια ταχείας βιοψίας στο ιατρό-παθολογοανατόμο, Ο, οποίος αφενός μεν έκανε αδικαιολόγητα λανθασμένη διάγνωση και συγκεκριμένα διέγνωσε ενδοσωληναριακή νεοπλασία (in situs) του αριστερού όρχεως ενώ αν προέβαινε σε πιο ενδελεχή έλεγχο της ορθότητας των ενδείξεων της ταχείας βιοψίας, που κάθε μετρίως ευσυνείδητος παθολογοανατόμος όφειλε να προβεί θα διαπίστωνε ότι το ληφθέν ιστολογικό υλικό δεν παρουσίαζε στοιχεία κακοήθειας και συνεπώς ο παραπάνω ασθενής δεν έπασχε από καρκίνο και αφετέρου διαβεβαίωσε σχετικά με τη λανθασμένη πιο πάνω διάγνωση του τον κατηγορούμενο χειρουργό Χ ο οποίος με τη σειρά του αν και γνώριζε λόγω της ιδιότητας του ότι το πόρισμα της ταχείας βιοψίας ήταν προκαταρκτικό αφού σε αυτό αναφερόταν ότι τα σπερματικά σωληνάρια παρουσίαζαν απλώς ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας in situ, δεν ανέμενε να διασταυρώσει τα ευρήματα της ταχείας βιοψίας και με άλλες ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να επιβεβαιωθεί πλήρως η ύπαρξη καρκίνου, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα το γεγονός ότι όλες οι κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις (αιματολογικές, γενική αίματος, ορμονικές, βιοχημικές και ακτινογραφία θώρακος) στις οποίες υποβλήθηκε προεγχειρητικά ο ασθενής ήταν απόλυτα φυσιολογικές και δεν υπήρχαν παθογενείς ενδείξεις και προέβη, χωρίς επιπλέον να ενημερώσει τους γονείς του ανηλίκου για τη νέα αυτή εξέλιξη ώστε να λάβει προηγουμένως της συγκατάθεση τους, στην αφαίρεση του αριστερού όρχεως του ανήλικου ασθενή παραβαίνοντας έτσι τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης, οι οποίοι επιβάλλουν στον ιατρό να μην προβαίνει σε αρχιεκτομή όταν η μόνη εργαστηριακή μέθοδος είναι η ταχεία βιοψία. Αποτέλεσμα δε της ως άνω συγκλίνουσας αμέλειας του κατηγορουμένου ήταν να υποστεί ο παραπάνω ανήλικος παθών ακρωτηριασμό του αριστερού ίου όρχεως, με τελικό επακόλουθο την εμφάνιση δυσμορφίας και μόνιμης αναπηρίας με δυσμενείς ενδεχομένως επιπτώσεις στην αναπαραγωγική του ικανότητα". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 28, 314 παρ. 1 α' και 315 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 3.107/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Β1-Β9, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του Χ.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα δε, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου ιατρού. Ακόμη, παρατίθενται τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης περιστατικά και ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αποτελέσματος το οποίο επήλθε, ενώ οι αιτιολογίες της αποφάσεως, ευρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους και ανάμεσα στο αιτιολογικό της αποφάσεως και το διατακτικό, δεν υπάρχει καμμιά αντίθεση. Εξάλλου, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ρητά αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ιατρός επέδειξε μη συνειδητή αμέλεια. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι υπάρχει πλήρης δυσαρμονία μεταξύ ελάσσονος προτάσεως και τελικού συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σε βαθμό ώστε το συμπέρασμα να αντιφάσκει, διότι, ενόψει των παραπάνω λεχθέντων, δεν υπάρχει καμμιά δυσαρμονία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διάταξης του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14η Μαρτίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2372/14-3-2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 3.107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο λόγω του επαγγέλματός του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Ιατρική επέμβαση ιατρού, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Επελθούσα σωματική βλάβη από αμέλεια μη συνειδητή. Πλήρης αιτιολογία στην απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2328/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρανιώτη, για αναίρεση της με αριθμό 42.147/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1652/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη πουεφαρμόσθηκε. Πα την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 42.147/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεως του αναγκαστικού Νόμου 690/1945 και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, καθώς και χρηματική ποινή τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Η κατηγορούμενη στη ..., κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1999 έως Αύγουστο 2004, με την ιδιότητα της υπεύθυνης οίκου ευγηρίας αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή την ..., ως πρακτική νοσοκόμα, κατά το παραπάνω διάστημα (Σεπτέμβριο 1999 έως Αύγουστο 2004) με πρόθεση δεν της κατέβαλε το ποσό των 13.756,87 ευρώ που αφορά: α) επιδόματα γάμου, τέκνων, νοσοκομειακό και ανθυγιεινής εργασίας, ποσού 12.041,55 ευρώ, β) επίδομα τριετίας από 9/2002 έως 5/2004, ποσού 1.715,32 ευρώ, αν και της τα όφειλε βάσει της σύμβασης και της σχέσης εργασίας, ως αποδοχές της παραπάνω κατηγορίας. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί η κατ/νη ένοχη της παραπάνω πράξης". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και ειδικότερα, του ότι: "Στη ... κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1999 έως μήνα Αύγουστο 2004, άρθ0ου μόνο του A.N. 690/1945 κατά 1) Με πρόθεση, παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945 κατά τις οποίες "Κάθε εργοδότης ή διευθυντής επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, οοποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ. Συγκεκριμένα με την ιδιότητα της υπεύθυνης οίκου ευγηρίας αν και απασχόλησε στην επιχείρηση αυτή την ... ως πρακτική νοσοκόμα, από Σεπτέμβριο 1999 έως και Αύγουστο 2004, δεν της κατέβαλε έως και της 10.11.2004 το ποσόν των 13.756,87 ευρώ που αφορούν i) επιδόματα γάμου τέκνων, νοσοκομειακό και ανθυγιεινής εργασίας από 12.041,55 ευρώ και ii) επίδομα τριετίας από 9/2002 έως 5/2004 1.715,32 ευρώ, αν και της τα ώφειλε βάσει της σύμβασης και της σχέσης εργασίας ως αποδοχές της προαναφερθείσας κατηγορίας".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.Ια, 27 παρ.1α και άρθρ. μόνο του ΑΝ 690/1945, όπως αντικ/κε με άρθρ. 8 παρ. 1 Ν.2336/95, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 42.147/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα - εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις της μάρτυρα κατηγορίας, ...και της μάρτυρα υπερασπίσεως, .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτή καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1) το δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και υπάρχουν στη δικογραφία, καθόσον στο σκεπτικό της αποφάσεως ρητά αναφέρεται ότι το Δικαστήριο για την κρίση του περί της ενοχής της κατηγορουμένης έλαβε υπόψη του και το αποδεικτικό αυτό μέσο, 2) υπάρχει παράλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της μνείας των μηνιαίων αποδοχών, του τρόπου καθορισμού τους και του χρόνου καταβολής του κάθε επιμέρους κονδυλίων, καθώς επίσης υπάρχει ασάφεια ως προς τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, την αιτία της οφειλής και την ιδιότητα της κατηγορουμένης, αφού τόσο στο σκεπτικό, όλο και στο διατακτικό της άνω αποφάσεως αναφέρεται η ιδιότητα της κατηγορουμένης ως υπεύθυνης οίκου ευγηρίας και απασχόληση στην επιχείρηση αυτή με σύμβαση εργασίας της εργαζομένης μάρτυρα κατηγορίας, στην οποία δεν καταβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα τα αναφερόμενα στην απόφαση, επιδόματα καθώς και ο χρόνος, έως τον οποίο έπρεπε αυτά να καταβληθούν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται η αναιρεσείουσα και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διατάξεως του ΚΠΔ, λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Σεπτεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8.104/2008 προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση της Χ, για αναίρεση ης με αριθμό 42.147/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών (ΑΝ. 690/45). Αίτηση αναιρέσεως με λόγο έλλειψης εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2319/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ.261/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Y1.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 516/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 206/10-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθ. 48/2009 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης ..., κατά του υπ'αριθμ. 261/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2929/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε την κατηγορούμενη ... στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, τελεσθείσα από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 5.000.000 δρχ. (14.673,51 ευρώ), καθώς και το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000,00€), κατ' εξακολούθηση (άρθρα 13 στ', 98 § § 1 και 2 και 386 § § 1 εδ. β'-α και 3α', β' Π.Κ.).
Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος άσκησε η αναιρεσείουσα την υπ'αριθμ. 560/11-11-2008 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ'ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται ήδη η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι εμπρόθεσμη, νομότυπη και παραδεκτή, αφού το βούλευμα επιδόθηκε σ'αυτή στις 10-3-2009 με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο της Κων. Λαμπράκη στις 18-3-2009 και ασκήθηκε η αναίρεση στις 20-3-2009 υπό του προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου της Κων. Λαμπράκη, δικηγόρου Πειραιώς, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 386 § § 1 εδ. α' και β' και 3 εδ. α' και β' Π.Κ. ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωση της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠοινΧρον. ΛΖ 162, ΑΠ 610/2002 ΠοινΔικ 2002.988). Ενόψει και του άρθρου 17 του ΠΚ, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (ΟλΑΠ 293/67 Ποιν Χρον. ΙΖ 4857 ΑΠ 691/97 ΠοινΧρον. ΜΗ 176). Το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, όπου προβλέπονται οι διακεκριμένες-κακουργηματικές μορφές απάτης είχε ως εξής "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το αρθρ. 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και απέκτησε το εξής περιεχόμενο. "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και απέκτησε την ισχύουσα μορφή της, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη κατ' αρθρ. 5 ν. 2943/2001 73.000 ευρώ).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Εξάλλου κατά το άρθρο 98 § 1 Π.Κ. εάν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 Π.Κ., να επιβάλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 εδ. α' του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε (ΑΠ 29/2005).
Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως το δεύτερο εξ αυτών συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι έχει το βούλευμα την υπό τούτων απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ.1 στ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 501/2006 Π. Χρ. ΝΖ/39, ΑΠ 1151/2006 Π.Χρ. ΝΖ/33). Ακόμη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν με το βούλευμά του το Συμβούλιο αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο (δείτε ΑΠ 431/2007 Π. Χρ. ΝΖ/502). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 261/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση της παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων, και πολιτικώς ενάγοντα, την απολογία της κατηγορουμένης και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα τα στοιχεία αυτά υπόψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους και αξιολογούμενα κατά το μέτρο της αξιοπιστίας των εξετασθέντων προσώπων και της ακρίβειας των εγγράφων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη γνώρισε τον Y1 μέσω του υπαλλήλου του M1 στον οποίο δήλωσε ότι έχει στην κατοχή της προς διάθεσιν 21.000.-μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "..." τις οποίες του πρότεινε να αγοράσει ως καλή επένδυση. Την ίδια δήλωση περί ήδη απόκτησης των εν λόγω μετοχών από τον M2 είχε επαναληφθεί και στον M1 πρίν την επαφή της κατηγορουμένης με τον μηνυτή. Ο M2 ήταν μέτοχος της εταιρείας "..." και καταθέτει ένορκα ότι στην κατηγορουμένη πούλησε 5.000.- μετοχές της εν λόγω εταιρείας βάσει του από 20-9-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεπώς αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη δεν είχε διαθέσιμες προς πώλησιν 21.000.- αλλά 5.000.- μετοχές. Ο ίδιος μάρτυρας δηλώνει ότι μετεβιβάσθησαν οι μετοχές προς 1500.-δρχ. εκάστη. Ο μηνυτής πεισθείς στις ψευδείς διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης της κατέβαλε τμηματικά το συνολικό χρηματικό ποσό των 38.000.000 δραχμών (113.279,53 ευρώ) και συγκεκριμένα: την 21-9-2000 ποσό 11.000.000 δρχ για την αγορά 5.000 μετοχών, στις 23-10-2000 ποσό 8.400.000 δρχ, για την αγορά 4.000 μετοχών, στις 30-10-2000 ποσό 9.500.000 δρχ για την αγορά 5.000 μετοχών, στις 7-12-2000 ποσό 4.500:000 δρχ για την αγορά 3.000 μετοχών, στις 12-12-2000 ποσό 3.000.000 δρχ για την αγορά 2.000 μετοχών και στις 18-12001 ποσό 2.200.000 δρχ για την αγορά 2.000 μετοχών, συνταχθέντων αυθημερόν των σχετικών ιδιωτικών συμφωνητικών. Το σύνολο των χρημάτων αυτών ανέρχεται σε 38.600.000 δραχμές που αντιστοιχεί σήμερα σε 113.279,53 ευρώ. Οι μετοχές ουδέποτε παρεδόθησαν στον μηνυτή αλλά ούτε τα χρήματα απεδόθησαν , διότι ως απεδείχθη η κατηγορουμένη δεν είχε ποτέ στα χέρια της τις πωληθείσες μετοχές ούτε είχε δικαίωμα να πωλεί την ποσότητα που υποσχέθηκε. Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο M2 της είχε μεταβιβάσει τις μετοχές και ότι η αγοραπωλησία αυτή έγινε με έξι ιδιωτικά συμφωνητικά που είχαν γίνει μεταξύ της ιδίας και του τελευταίου αλλά η θέση της αυτή ανατρέπεται από την κατάθεση του M2. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορίας δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων .Εξ άλλου η κατηγορουμένη έχοντας την ιδιότητα της υπαλλήλου άλλης εταιρείας διαβιβάσεως εντολών είχε ήδη αποκτήσει σοβαρές γνώσεις περί τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και συνεπώς ώφειλε να γνωρίζει τους κινδύνους των συμφωνιών αυτών. Ο τρόπος με τον οποίον ενήργησε η κατηγορουμένη δηλαδή το γεγονός ότι καθ' ομολογίαν της πώλησε εκτός χρηματιστηρίου μετοχές με την επιπλέον υπόσχεση ότι η εταιρεία θα εισήγετο άμεσα στο χρηματιστήριο και το γεγονός ότι προέβη σε διαδοχικές συμφωνίες σε μικρό χρονικό διάστημα, δείχνει ότι είχε εκπονήσει σχέδιο το οποίο υλοποιούσε σταδιακά ενώ εάν επρόκειτο για απλή αποτυχία μιας συμφωνίας, θα υπήρχε μόνο μία σύμβαση. Εξ άλλου η χρησιμοποίηση των γνωριμιών της για την εξεύρεση πελατείας δείχνει ότι η κατηγορουμένη είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και αποδεικνύεται, ότι η πράξη είχε σαν στόχο να αποφέρει τα οικονομικά οφέλη και να προκαλέσει την αντίστοιχη ζημία που προέκυψε από τις μερικότερες παράνομες πράξεις η οποία θα μπορούσε να έχει ακόμη περισσότερο διογκωθεί εάν συνέχιζε η παράνομη δραστηριότητα που ανεκόπη από την αποκάλυψη της. Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διά της αναφοράς του στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση της παρ'αυτώ Εισαγγελέως Εφετών, σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα κατηγορούμενη αξιόποινη πράξη της απάτης από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, τελεσθείσα από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και συνήθεια και το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν τα 5.000.000 δραχμές (15.000 €), καθώς και το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 €), κατ'εξακολούθηση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο βούλευμα, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και την προκαταρτική εξέταση που προηγήθηκε αυτής, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο να δικασθεί για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 13 στ', 98 και 386 § § ια,β και 3αβ του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθώς και οι σκέψεις του διά των οποίων αποφάνθηκε την απόρριψη της ανωτέρω εφέσεως της αναιρεσείουσας ως ουσία αβάσιμης. Να αναφερθεί δε ότι η αναιρεσείουσα διά του πρώτου των παραπάνω λόγων της αναίρεσής της βάλλει κυρίως κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης, εσφαλμένης κατ'αυτήν εκτίμησης και αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το προσβαλλόμενο βούλευμα (δείτε και ΑΠ 414/07 Π.Χρ. ΝΗ/65).
Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων αβάσιμη στην ουσία της ελέγχεται η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Να απορριφθεί δε το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας προς παροχή διευκρινίσεων, καθ'όσον με το περιεχόμενο της αναίρεσής της, πλήρως εξέθεσε τις απόψεις της και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: Να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ'ουσία η υπ'αριθ. 48/2009 αίτηση αναίρεσης της ..., κατά του υπ'αριθμ. 261/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα. Να απορριφθεί δε και το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. Αθήνα 14 Μαϊου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΝικόλαος Μαύρος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτική την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα της αναιρεσείουσας, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης "όπως διατάξει το συμβούλιο του Αρείου Πάγου την αυτοπρόσωπο εμφάνισή της ενώπιόν του, για να δώσει διευκρινίσεις επί των θεμάτων που αναφέρει". Το αίτημα όμως αυτό είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναίρεσης του βουλεύματος (έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου), ώστε παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή της στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. Εξάλλου, ως προς το αίτημα της αναιρεσείουσας να γνωρίσει το περιεχόμενο της εισαγγελικής πρότασης προς το Συμβούλιο αυτό (άρθρο 308 παρ.2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ) αυτό έγινε ήδη δεκτό και αυτή έλαβε γνώση της σχετικής εισαγγελικής πρότασης (βλ. την από 11-6-2009 σχετική σημείωση στην αρχή της ανωτέρω εισαγγελικής πρότασης).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς επανόρθωσή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (Ολ. ΑΠ 1420/1986 ΠοινΧρον. ΛΖ 162). Ενόψει και του άρθρου 17 του ΠΚ, χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της απάτης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (Ολ. ΑΠ 293/67, ΑΠ 1656/2007). Περαιτέρω - το αρχικό κείμενο της διάταξης του άρθρου 386 παρ.3 ΠΚ, όπου προβλέπονται οι διακεκριμένες-κακουργηματικές μορφές απάτης είχε ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε αφενός την 4-6-1996 με το άρθρο 1 παρ.11 του Ν.2408/1996 και απέκτησε το εξής περιεχόμενο: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και αφετέρου την 3-6-1999 με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999 και απέκτησε την ισχύουσα μορφή της, δηλαδή "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη κατ' άρθρ. 5 Ν.2943/2001 15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη κατ' άρθρ. 5 Ν.2943/2001 73.000 ευρώ). Ακόμη περαιτέρω κατά το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος, συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη". Εξάλλου κατά το άρθρο 98 §1 ΠΚ, εάν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 §1 ΠΚ, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 §1 εδ. α' του Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για τα οποία ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και τέλος οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Εξάλλου η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση όμως ότι εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συνίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 261/2009 βούλευμά του, δέχθηκε, με καθολική αναφορά στην ειδική και εμπεριστατωμένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντα που νόμιμα εξετάσθηκαν, των εγγράφων της δικογραφίας και της απολογίας της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη γνώρισε τον Y1 μέσω του υπαλλήλου του M1 στον οποίο δήλωσε ότι έχει στην κατοχή της προς διάθεση 21.000 μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "..." τις οποίες του πρότεινε να αγοράσει ως καλή επένδυση. Την ίδια δήλωση περί ήδη απόκτησης των εν λόγω μετοχών από τον M2 είχε επαναληφθεί και στον M1 πριν την επαφή της κατηγορουμένης με τον μηνυτή. Ο M2 ήταν μέτοχος της εταιρείας "..." και καταθέτει ένορκα ότι στην κατηγορουμένη πούλησε 5.000 μετοχές της εν λόγω εταιρείας βάσει του από 20-9-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεπώς αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη δεν είχε διαθέσιμες προς πώλησιν 21.000 αλλά 5.000 μετοχές. Ο ίδιος μάρτυρας δηλώνει ότι μεταβιβάσθηκαν οι μετοχές προς 1.500 δρχ. εκάστη. Ο μηνυτής πεισθείς στις ψευδείς διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης της κατέβαλε τμηματικά το συνολικό χρηματικό ποσό των 38.000.000 δραχμών (113.279,53 ευρώ) και συγκεκριμένα: την 21-9-2000 ποσό 11.000.000 δρχ για την αγορά 5.000 μετοχών, στις 23-10-2000 ποσό 8.400.000 δρχ, για την αγορά 4.000 μετοχών, στις 30-10-2000 ποσό 9.500.000 δρχ για την αγορά 5.000 μετοχών, στις 7-12-2000 ποσό 4.500.000 δρχ για την αγορά 3.000 μετοχών, στις 12-12-2000 ποσό 3.000.000 δρχ για την αγορά 2.000 μετοχών και στις 18-1-2001 ποσό 2.200.000 δρχ για την αγορά 2.000 μετοχών, συνταχθέντων αυθημερόν των σχετικών ιδιωτικών συμφωνητικών. Το σύνολο των χρημάτων αυτών ανέρχεται σε 38.600.000 δραχμές που αντιστοιχεί σήμερα σε 113.279,53 ευρώ. Οι μετοχές ουδέποτε παρεδόθησαν στον μηνυτή αλλά ούτε τα χρήματα απεδόθησαν, διότι ως απεδείχθη η κατηγορουμένη δεν είχε ποτέ στα χέρια της τις πωληθείσες μετοχές ούτε είχε δικαίωμα να πωλεί την ποσότητα που υποσχέθηκε. Η κατηγορουμένη αρνείται την κατηγορία και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο M2 της είχε μεταβιβάσει τις μετοχές και ότι η αγοραπωλησία αυτή έγινε με έξι ιδιωτικά συμφωνητικά που είχαν γίνει μεταξύ της ιδίας και του τελευταίου αλλά η θέση της αυτή ανατρέπεται από την κατάθεση του M2. Οι θέσεις της υπεράσπισης δεν στηρίζονται σε σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία που να μπορούν να ανατρέψουν την εις βάρος της κατηγορίας δημιουργηθείσα εικόνα από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Εξ άλλου η κατηγορουμένη έχοντας την ιδιότητα της υπαλλήλου άλλης εταιρείας διαβιβάσεως εντολών είχε ήδη αποκτήσει σοβαρές γνώσεις περί τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και συνεπώς όφειλε να γνωρίζει τους κινδύνους των συμφωνιών αυτών. Ο τρόπος με τον οποίον ενήργησε η κατηγορουμένη, δηλαδή το γεγονός ότι καθ' ομολογίαν της πώλησε εκτός χρηματιστηρίου μετοχές με την επιπλέον υπόσχεση ότι η εταιρεία θα εισήγετο άμεσα στο χρηματιστήριο και το γεγονός ότι προέβη σε διαδοχικές συμφωνίες σε μικρό χρονικό διάστημα, δείχνει ότι είχε εκπονήσει σχέδιο το οποίο υλοποιούσε σταδιακά ενώ εάν επρόκειτο για απλή αποτυχία μιας συμφωνίας, θα υπήρχε μόνο μια σύμβαση. Εξ άλλου η χρησιμοποίηση των γνωριμιών της για την εξεύρεση πελατείας δείχνει ότι η κατηγορουμένη είχε διαμορφώσει υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και αποδεικνύεται, ότι η πράξη είχε σαν στόχο να αποφέρει τα οικονομικά οφέλη και να προκαλέσει την αντίστοιχη ζημία που προέκυψε από τις μερικότερες παράνομες πράξεις η οποία θα μπορούσε να έχει ακόμη περισσότερο διογκωθεί εάν συνέχιζε η παράνομη δραστηριότητα που ανεκόπη από την αποκάλυψή της. Επομένως η κατηγορία είναι απόλυτα θεμελιωμένη και πρέπει να εξετασθεί δια ζώσης στο ακροατήριο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη κατά της κατηγορουμένης επ' ακροατηρίου κατηγορίας για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, απέρριψε την υπ' αριθμ. 560/11-11-2008 έφεσή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 2929/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί για την ως άνω πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του ΠΚ, την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της κατ' επάγγλεμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, δεδομένου ότι η φερόμενη ως κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος αυτού, κατά τις παραδοχές του Συμβουλίου, στοιχειοθετεί τις επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις, καθόσον παρατίθενται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν την εν γένει υποδομή που είχε διαμορφώσει η αναιρεσείουσα και την από την επανειλημμένη τέλεση της σταθερής ροπής της στη διάπραξη της κακουργηματικής απάτης.
Συνεπώς η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας ως προς την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος ως προς τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της απάτης είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης (έλλειψη αιτιολογίας) κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων) και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτό προβάλλονται η αναιρετική ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2009 αίτηση της ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 261/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραπεμπτικό βούλευμα για κακουργηματική απάτη. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ορισμένο των λόγων αυτών. Απόρριψη αυτών ως αβασίμων.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 2315/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πολιτάκη, για αναίρεση της με αριθμό 475/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Χ1 και 2)Χ2. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 241/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του Κ.Ποιν.Δ. στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την έλλειψη αυτή, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και να προκύπτει η υποβολή του αιτήματος από τα πρακτικά της συνεδρίασης, των οποίων δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση της ακριβείας τους, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα η διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 Κ.Ποιν.Δ. Επιπλέον σε περίπτωση μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος αναγνώσεως προσκομισθέντων εγγράφων από τον διευθύνοντα τη συζήτηση πρέπει να γίνει άμεση προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα σε ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί για να υπάρχει έλλειψη ακροάσεως και η ακυρότητα που προκύπτει από τη παράλειψη αναγνώσεώς των. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση ισχυρίζεται ότι ενώ είχαν αναγνωσθεί κατά τη δίκη σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Αεροδικείο Χανίων και οι από 22.5.2007, 22.6.2007, 23.7.2007, 21.9.2007 εξετάσεις που αφορούσαν τον συγκατηγορούμενό του Χ1 από τις τοξικολογικές εξετάσεις ούρων που είχαν προσκομίσει αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του Χ1και Χ2 μετά από παραπομπή τους υποχρεωτικά από τη μονάδα τους στο ... Νοσοκομείο ... και οι οποίες εμφάνιζαν τη σχέση τους με ναρκωτικές ουσίες για διάστημα πέντε μηνών μετά την τέλεση των πράξεών των για παράβαση της περί ναρκωτικών νομοθεσίας (κατοχή από κοινού ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστική χρήση των τριών κατηγορουμένων και κατοχή για δική του αποκλειστικά χρήση καθώς και καλλιέργεια ινδικής κάνναβης ομοίως για δική του αποκλειστική χρήση από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο), κατά την ακροαματική διαδικασία κατόπιν εφέσεως των κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του Αεροδικείου Χανίων ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 475/2008, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών για τις άνω πράξεις, αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατ' έφεση, οι με αριθμό 404, 405 και 406/30.3.2007 τοξικολογικές εξετάσεις ούρων και των τριών κατηγορουμένων ενώ παρέλειψε και το Αναθεωρητικό Δικαστήριο την ανάγνωση των τοξικολογικών εξετάσεων ούρων υπό ημερομηνίες 4.5.2007, 5.6.2007, 5.7.2007, 14.8.2007 και 6.9.2007 με αύξοντες αριθμούς 2 69, 45, 242, 106 και 216 που αφορούσαν τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και είχαν επισυναφθεί προς υπεράσπισή του στην ποινική δικογραφία που σχηματίσθηκε και τις οποίες, κατά τις αιτιάσεις του ίδιου, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι τις έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του για τις άνω αξιόποινες πράξεις, παραπονούμενος με βάση τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναιρέσεως, όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται, για έλλειψη ακροάσεως. Από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως επισκοπούνται, προκύπτει ότι δεν αναγνώστηκαν οι τοξικολογικές εξετάσεις ούρων που είχαν εκδοθεί από το ... Νοσοκομείο ... με ημερομηνία 4.5.2007, 5.6.2007, 5.7.2007, 14.8.2007 και 6.9.2007 και τους προαναφερομένους αύξοντες αριθμούς, που αφορούσαν τον αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους. Δεν προκύπτει όμως από τα άνω πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ότι ζητήθηκε ευθέως και σαφώς από τον ήδη αναιρεσείοντα ή από τον παριστάμενο συνήγορο υπεράσπισής του η ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων. Επίσης προκύπτει από τα άνω πρακτικά ότι δεν υπήρξε καμμία αντίρρηση ως προς την ανάγνωση των αναφερομένων στη σελίδα 3 ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο πέραν των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης λοιπών εγγράφων και ότι μετά την απολογία των παρόντων από τους κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων ο αναιρεσείων, ρωτήθηκαν από τον Πρόεδρο οι κατηγορούμενοι αν έχουν ανάγκη κάποιας συμπληρωματικής εξετάσεως ή διευκρινίσεως και αφού έλαβε από αυτούς αρνητική απάντηση κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα που ανέπτυξε την κατηγορία και ζήτησε την ενοχή τους και στη συνέχεια και στον συνήγορο του αναιρεσείοντος που έλαβε το λόγο και ανέπτυξε την υπεράσπισή του και ζήτησε την αθώωση του πελάτη του ενώ κατόπιν ρωτήθηκαν από τον Προέδρο οι παρόντες κατηγορούμενοι Χ1 και ο ήδη αναιρεσείων αν έχουν να προσθέσουν κάτι για την υπεράσπισή τους και απήντησαν αρνητικά χωρίς να υποβληθεί αίτημα εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του που τον υπερασπίζετο για ανάγνωση των άνω εγγράφων. Επομένως δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακροάσεως του αναιρεσείοντος. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της με αριθμό 475/2008 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Τριμελούς). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και καλλιέργεια ινδικής κάνναβης για δική του αποκλειστικά χρήση από τον κατηγορούμενο και κατοχή από κοινού με άλλους δύο κατηγορουμένους για δική τους αποκλειστικά χρήση τέτοιας ναρκωτικής ουσίας από τον ίδιο κατηγορούμενο που ήταν στρατιωτικός. Καταδικαστική απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για τις άνω πράξεις. Αίτηση αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως διότι δεν περιλαμβανόταν τα έγγραφα τοξικολογικών εξετάσεων που παραπονείται ο αναιρεσείων ότι δεν αναγνώσθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε ζητήθηκε η ανάγνωση των εξετάσεων αυτών από τον κατηγορούμενο ή από τον παριστάμενο συνήγορο υπεράσπισής του και δεν υπέβαλαν τέτοιο αίτημα ούτε όταν ρωτήθηκαν από τον πρόεδρο μετά την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων αν έχουν ανάγκη συμπληρωματικής εξετάσεως ή διευκρινίσεων για ανάγνωση των άνω εξετάσεων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.
| 1
|
Αριθμός 2315/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ", που εδρεύει στον Ασπρόπυργο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ..., ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο τον Κωνσταντίνο Γερογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4118/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 5-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον αυτό είναι δυνατόν να υπάρχει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν απ' αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλ. η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά την μη ορθή μόνο αιτιολογία της. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν υπάρχει όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα εναγόμενο έπρεπε ν' απορριφθεί ως αόριστη ή ως απαράδεκτη και δη λόγω μη αναφοράς των στοιχείων που απαιτούνται, κατ' άρθ. 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, για την θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησής του, η οποία αποτελεί, μαζί με την ενεργητική νομιμοποίηση, διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (άρθ. 68 και 73 ΚΠολΔ) και απορρέει αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε διότι για τον εναγόμενο η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης είναι επωφελέστερη από την απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, δηλ. ως αόριστης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του μοναδικού λόγου αυτής, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ" προβάλλει, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη 4118/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η ομοίου περιεχομένου με την αναίρεση, κατά τον μοναδικό λόγο της, έφεσής της κατά της 124/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, κατ' αμφότερες τις βάσεις της από σύμβαση έργου και από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η από 10-5-2005 αγωγή της τώρα αναιρεσίβλητης, κατ' αυτής και κατά της μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη εταιρείας "ΑΣΠΡΟΦΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ" διώκουσα την εκ μέρους αυτών εις ολόκληρον καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου νόμιμης αμοιβής κατά το άρθ. 3 του βδ από 19/21-2-1938 (δηλ. για την εκ μέρους μηχανικών ή εταιρειών εκπόνηση μελέτης κλπ. τεχνικού έργου), ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, η αγωγή αυτή έπρεπε ν' απορριφθεί, καθόσον μέρος της εστρέφετο κατ' αυτής, ως απαράδεκτη λόγω μη αναφοράς των απαιτουμένων κατ' άρθ. 216 παρ. 1α ΚΠολΔ στοιχείων της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας εναγομένης, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αναίρεση, τ' αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά περί εις ολόκληρον ευθύνης της (με την ΑΣΠΡΟΦΟΣ ΑΕ) για την καταβολή της οφειλομένης υπόλοιπης αμοιβής της αναιρεσίβλητης (ότι δηλ. η αναιρεσείουσα συνήνεσε εκ των προτέρων και αποδέχθηκε την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ενάγουσας παροχή των αναγκαίων υπηρεσιών για την αποπεράτωση του εκεί αναφερομένου έργου, αποδεχθείσα συνεπώς και τις σχετικές οικονομικές υποχρεώσεις), δεν θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας εναγομένης, και επομένως το Εφετείο δεχθέν, κατά την παρατιθέμενη στην αίτηση αναίρεσης σχετική σκέψη του, ότι στην αγωγή αναφέρονται τα θεμελιωτικά στοιχεία της παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας εναγομένης, συνισταμένης στην σιωπηρά εκ μέρους της αναδοχή χρέους (της ΑΣΠΡΟΦΟΣ ΑΕ) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 287, 477, 681 επ. και 684 ΑΚ, καθόσον δεν υφίστατο στην προκειμένη περίπτωση σωρευτική αναδοχή χρέους, και συνακόλουθα παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό. Σύμφωνα με τα παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας αντικαθισταμένου του εσφαλμένου αιτιολογικού της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία ορθώς κατ' αποτέλεσμα απορρίφθηκε η ομοίου περιεχομένου με την αναίρεση έφεση της αναιρεσείουσας (άρθ. 578 ΚΠολΔ), αφού αυτή έπρεπε ν' απορριφθεί για τον ίδιο λόγο, δηλ. για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΑΕ" για αναίρεση της 4118/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης. Δεν έχει τέτοιο συμφέρον ο εναγόμενος, η κατά του οποίου αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του ΄ρπρεπε ν΄ απορριφθεί ως αόριστη ή απαράδεκτη (Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά της 4118/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών).
|
Έννομο συμφέρον
|
Έννομο συμφέρον.
| 0
|
Αριθμός 2316/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ψ1 του Ι1 κατοίκου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρέκκα, περί αναιρέσεως της 8950/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) ....χήρα Θ1, κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Σιουρούνη - Βόγλη και 2) ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Ιωάννου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 353/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργείας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Εξ άλλου έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν δεν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζει κατά το είδος τους, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα "Στις ... και περί ώρα 17.30 το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Ι1, οδηγούμενο από τον κατηγορούμενο Ψ1, κινούνταν στην Ε.Ο. ..., στο αριστερό ρεύμα της οδού προς ... . Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως, το πλάτος του οδοστρώματος είναι 14,80 μέτρα, είναι ευθεία, στο σημείο του ατυχήματος με κατωφέρεια και πολύ μικρή κλίση. Το είδος του οδοστρώματος είναι άσφαλτος, ενώ, κατά το παραπάνω χρονικό σημείο η κατάσταση της οδού είναι ξηρά, ήταν ημέρα, ο φωτισμός ήταν επαρκής και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια. Στο σημείο του ατυχήματος το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50 χιλ. την ώρα. Ο κατηγορούμενος πριν από το σημείο του ατυχήματος, κινούνταν με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χιλιόμετρα την ώρα (βλ. ένορκη κατάθεση Μ1). Όταν έφθασε στο 37ο χιλ. της παραπάνω Λεωφόρου, αυτός αντελήφθηκε από απόσταση τουλάχιστον 50 μέτρα, να εξέρχεται από δεξιά του από παρακείμενη ανώνυμη οδό, που οδηγεί στην παραλία, το με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό τον Θ1 και συνοδό τον Θ2. Ο παραπάνω οδηγός, αν και στην πορεία του υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP), δεν σταμάτησε και δεν παραχώρησε την προτεραιότητα στα αυτοκίνητα που κινούνταν στη Λεωφόρο αλλά συνέχισε απερίσκεπτα την πορεία του στην πιο πάνω Λεωφόρο, με αποτέλεσμα να αποκλείει το ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος, αν και αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο που του έκλεισε το ρεύμα πορείας, από 50 μέτρα τουλάχιστον δεν μείωσε την ταχύτητά του, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα, αν και το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να μην κάνει ελιγμό προς τα δεξιά ή να πεδήσει ακαριαία, για να αποφύγει την σύγκρουση, και να προσκρούσει με το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου του, επί της αριστερής πλευράς του αυτοκινήτου των παθόντων. Με την πρόσκρουση ο κατηγορούμενος προέβη σε ακαριαία πέδηση και τα δύο αυτοκίνητα πλαγιολισθαίνοντας κολλημένα διέσχισαν διαγωνίως το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ακινητοποιήθηκαν στο τοιχίο του πεζοδρομίου και στις προστατευτικές μπάρες της Λεωφόρου. Από τη σύγκρουση αυτή τραυματίσθηκαν θανάσιμα ο οδηγός Θ1 και έπαθε κακώσεις σπονδυλικής στήλης, θώρακος, κοιλίας, πυέλου και κάτω άκρων και ο συνοδηγός Θ2 και έπαθε πολλαπλές κακώσεις θώρακος από τις οποίες και μόνον επήλθε ο θάνατός τους. Είναι γεγονός ότι στο αίμα του θανόντος οδηγού βρέθηκε οινόπνευμα 0,34 γραμ. ανά 1000 κ.λ. αίματος και του συνοδηγού 1,57 γραμ. ανά 1000 κ.λ., αίματος (βλ. με αρ. πρωτ. ... και ... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης). Όμως η ποσότητα οινοπνεύματος του οδηγού δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο που είναι 0,50 γραμ. μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση (άρθρο 42 παρ. 9 του ν. 2696/1999 και ήδη από 3.6.2007 άρθρο 42 παρ. 9 του ν. 3452/2007). Η σύγκρουση των αυτοκινήτων ήταν πολύ δυνατή αφού το αυτοκίνητο των παθόντων υπέστη ισχυρή παραμόρφωση στην αριστερή πλευρά και καταστράφηκε ολοσχερώς. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η ταχύτητα του κατηγορουμένου στο σημείο του ατυχήματος ήταν τουλάχιστον 100 χιλ. την ώρα, όπως προκύπτει από τις συνέπειες της σύγκρουσης και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... και Μ1. Έτσι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ταχύτητά του ήταν 58 χιλ. την ώρα όπως την προσδιορίζει η τροχαία στην από ... έκθεση αυτοψίας, διότι με τη σύγκρουση και την παράσυρση του αυτοκινήτου των θανόντων, μειώθηκε η ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου αλλά και τα δύο αυτοκίνητα σταμάτησαν στο τοιχίο (τσιμεντένιο) του πεζοδρομίου και στις προστατευτικές μπάρες, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να υπολογισθεί με ασφάλεια η ταχύτητα του οχήματός του με βάση τα ίχνη πεδήσεως των τροχών (23 μέτρα). Άλλωστε και ο πραγματογνώμονας των πολιτικώς εναγόντων προσδιορίζει την ταχύτητα του κατηγορουμένου σε 140 χιλ. την ώρα. Εν όψει όλων των παραπάνω πραγματικών περιστατικών και ανεξάρτητα από την αμελή συμπεριφορά του θανόντος οδηγού το ως άνω αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε, προκλήθηκε κατ' αιτιώδη συνάφεια και από την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Ειδικότερα ο τελευταίος κατά την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου του, από έλλειψη της προσοχής και επιμελείας, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις παραπάνω περιστάσεις, όπως κάθε μετρίως συνετός οδηγός, αυτός αν και αντιλήφθηκε από απόσταση 50 περίπου μέτρων, ότι το αυτοκίνητο του θανόντος του είχε κλείσει το ρεύμα πορεία του, δεν μείωσε την ταχύτητά του και συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα (100 χιλ. την ώρα) αν και το όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος είναι 50 χιλ. την ώρα, ούτε και έκανε ελιγμό προς τα δεξιά ή να πεδήσει ακαριαία ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση πράγμα θα μπορούσε να γίνει αν κινούνταν με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο με αποτέλεσμα να προκληθεί το προαναφερόμενο ατύχημα... Επομένως συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή σε βάρος του κατηγορουμένου και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο ανθρωποκτονιών από μη συνειδητή αμέλεια κατά συρροή και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε για μια τριετία και συγκεκριμένα διότι στο ... στις ... από αμέλεια του δηλ. την έλλειψη της προσοχής που ώφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με το όχημά του και κατά την οδήγησή του, τον θάνατο σ' άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του και βαίνοντας με αυτό στο 37ο χιλμ. της Ε.Ο. ... στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από ...προς ..., φθάνοντας στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με ανώνυμη οδό, η οποία χρησιμεύει ως είσοδος και έξοδος από παραλία (έναντι της οδού ...) προς την Ε.Ο. ..., δεν είχε ως ώφειλε, τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε μείωσε την αυξημένη ταχύτητά του, που ανερχόταν σε 100 χιλ. την ώρα ως όφειλε, ούτε έλεγξε την κίνηση της δεύτερης (ανώνυμης) οδού, από την οποία εκείνη τη στιγμή εξήρχετο το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ, με αποτέλεσμα, συνεχίζοντας την πορεία του απερίσκεπτα και με την ίδια ταχύτητα να συγκρουσθεί με το όχημα αυτό και να προκαλέσει σωματικές βλάβες στους α) Θ1 (οδηγό του ... ΙΧΕ) ο οποίος έπαθε κακώσεις σπονδυλικής στήλης, θώρακος, κοιλίας, πυέλου και κάτω άκρων και β) Θ2 (συνοδηγό του ... ΙΧΕ) ο οποίος έπαθε πολλαπλές κακώσεις θώρακος, με συνέπεια από την πρόκληση των ως άνω σωματικών βλαβών ως μόνης ενεργού αιτίας να επέλθει ο θάνατος αμφοτέρων. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό όπως επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνονται δεν διέλαβε ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται σε ποιο σημείο του οδοστρώματος έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Επίσης δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πόσες λωρίδες κυκλοφορίας είχε το ρεύμα πορείας προς ... της Εθνικής Οδού ... στο αριστερό του οποίου δέχεται ότι εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αναιρεσείων ούτε πόσα μέτρα ήταν το πλάτος του οδοστρώματος που αντιστοιχούσε σε αυτό το ρεύμα πορείας της άνω Εθνικής Οδού ούτε πόσα μέτρα ήταν το μήκος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανατωθείς Θ1 καθώς και πόσα μέτρα από το σημείο εισόδου του στην Εθνική Οδό ...στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος είχε διανύσει το αυτοκίνητο με οδηγό τον Θ1 και προς ποια κατεύθυνση εκινείτο αυτό ούτε τέλος αναφέρεται πόσα μέτρα ελεύθερου οδοστρώματος υπήρχαν δεξιά και αριστερά του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος μετά τον αποκλεισμό της πορείας του από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Θ1 (για να δύναται να ελεγχθεί αν υπήρχε δυνατότητα να αντιδράσει ο αναιρεσείων καταβάλλοντας την συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου και οδηγού υπό τις ίδιες συνθήκες με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς να συγκρουσθεί με άλλο όχημα κινούμενο δεξιά του στο ίδιο ρεύμα πορείας εν όψει και των παραδοχών της αποφάσεως ότι υπήρχε κίνηση οχημάτων το συγκεκριμένο χρονικό σημείο επί της άνω Εθνικής Οδού αλλά και του ότι στην επέλευση της σύγκρουσης και των αποτελεσμάτων αυτής συνετέλεσε και αμέλεια του θανατωθέντος οδηγού, του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Επιπλέον στην προσβαλλόμενη απόφαση έχει εμφιλοχωρήσει αντίφαση από την οποία προκύπτει ότι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα γίνεται δεκτό στο αιτιολογικό της αποφάσεως ότι έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι δεν μείωσε την ταχύτητά του αλλά συνέχισε την πορεία του με ταχύτητα 100 χιλιομέτρων την ώρα με αποτέλεσμα να μην κάνει ελιγμό προς τα δεξιά ούτε να τροχοπεδήσει ακαριαία για να αποφύγει τη σύγκρουση αν και αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο που του έκλεισε το ρεύμα πορείας του από 50 μέτρα τουλάχιστον. Αντίθετα στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι βαίνοντας ο αναιρεσείων με το αυτοκίνητο που οδηγούσε στην Ε.Ο. ... στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ... και φθάνοντας στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την ανώνυμη οδό, η οποία χρησιμεύει ως είσοδος και έξοδος από παραλία (έναντι της οδού ...) προς την Ε.Ο. ... δεν είχε ως ώφειλε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ούτε μείωσε την αυξημένη ταχύτητά του που ανέρχονταν σε 100 χιλιόμετρα την ώρα ως ώφειλε, ούτε έλεγξε την κίνηση της δεύτερης (ανώνυμης) οδού από την οποία εκείνη τη στιγμή εξήρχετο το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα συνεχίζοντας την πορεία του απερίσκεπτα με την ίδια ταχύτητα να συγκρουσθεί με το όχημα αυτό και να προκαλέσει σωματικές βλάβες στον οδηγό του τελευταίου και στον συνοδηγό από τις οποίες επήλθε ο θάνατός των. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' σχετικοί Κ.Ποιν.Δ. λόγοι της ένδικης αίτησης κατά τις συναφείς προς τ' ανωτέρω αιτιάσεις τους και πρέπει κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, η υπόθεση, πρέπει, να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8950/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές, άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (μη συνειδητή) κατά συρροή. Καταδικαστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για τις ως άνω πράξεις που αποδίδονταν στον κατηγορούμενο. Αίτηση αναιρέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως και για έλλειψη νομίμου βάσεως. Γίνονται δεκτοί οι άνω λόγοι αναιρέσεως (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών) καθόσον δεν αναφέρονται στοιχεία απαραίτητα για να δύναται να ελεγχθεί αν υπήρχε δυνατότητα να αντιδράσει ο αναιρεσείων καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού υπό τις ίδιες περιστάσεις με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς να συγκρουσθεί με άλλα οχήματα κινούμενα στο ίδιο ρεύμα πορείας εν όψει και του ότι στην επέλευση της σύγκρουσης και των θανάτων γίνεται δεκτό ότι συνετέλεσε αμέλεια και του θανατωθέντος οδηγού του αυτοκινήτου που εισήλθε στην εθνική οδό από παρακείμενη οδό και απέκλεισε το ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου και διαπιστώνεται αντίφαση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι στο σκεπτικό της γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και δεν μείωσε την ταχύτητα των 100 χ/ω με την οποία εκινείτο και δεν έκανε ελιγμό αποφυγής προς τα δεξιά ούτε τροχοπέδησε ακαριαία προς αποφυγή της συγκρούσεως αν και αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο που του έκλεισε την πορεία από 50 μέτρα τουλάχιστον, ενώ στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι δεν έλεγξε την κίνηση της δεύτερης ανώνυμης οδού από την οποία εκείνη τη στιγμή εξήρχετο το αυτοκί8νητο που οδηγούσε ο ένας από τους θανατωθέντες με αποτέλεσμα συνεχίζοντας την πορεία του απερίσκεπτα ο κατηγορούμενος με την ίδια αυξημένη σε 100 χ/ω ταχύτητα να συγκρουσθεί με το έτερο όχημα και να προκαλέσει σωματικές βλάβες στον οδηγό και τον συνεπιβαίνοντα από τις οποίες επήλθε ο θάνατός τους. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2313/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανούηλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1 που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαγεωργίου, για αναίρεση της 736Α, 1262, 2029, 2080, 3492/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)..., 2)..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Φράγκο, 3)..., 4)... και 5)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουνίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 937/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης, όπως π.χ. της χειρουργικής επέμβασης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3492/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχη και καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα αναισθησιολόγος ιατρός, σε δεύτερο βαθμό, κατά πλειοψηφία, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ασθενούς, σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών, η οποία ποινή ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της πλειοψηφούσας γνώμης του δικαστηρίου, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, καθώς και από όλα τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται το από ...πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης του Διευθυντή της Καρδιοχειρουργικής κλινικής του ... σχετικά με τις συνθήκες θανάτου στις ... του νοσηλευόμενου στην Α' Χειρουργική κλινική Θ1, το από ... διάγραμμα αναισθησίας του ιδίου νοσηλευομένου που συνέταξε η πρώτη κατηγορούμενη, την από ... Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή Αθηνών Λ3, την από .... ιστολογική εξέταση του Αναπληρωτή Καθηγητή Π1, την από ... έκθεση τοξικολογικής εξετάσεως του Επίκουρου καθηγητή Σ1, την από ...Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής της Ειδικής ιατροδικαστού Λ1, η οποία παρέστη ως τεχνική σύμβουλος του δεύτερου κατηγορουμένου κατά την νεκροψία-νεκροτομή του Θ1 την από ... Ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής του επίκουρου καθηγητή της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Λ2, ο οποίος παρέστη ως τεχνικός σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων κατά την ως άνω νεκροψία-νεκροτομή, μαζί με τη συνοδεύουσα αυτή από ... έγγραφο με τίτλο γενικές επισημάνσεις, την από .. έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Γενικού Χειρουργού Ιατρού Ρ1, την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονος Ιατρού Αναισθησιολόγου Ι1, όλες τις εκθέσεις ιατρικής και ιατροδικαστικής γνωμοδότησης ττου συντάχθηκαν με επιμέλεια των κατηγορουμένων, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις ...εισήλθε στο ... ο ασθενής Θ1, ηλικίας 32 ετών, προκειμένου να υποβληθεί σε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή, καθόσον έπασχε από λιθιασική χολοκυστοπάθεια, η οποία είχε διαπιστωθεί, ύστερα από τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας. Υπεύθυνοι ιατροί της εγχειρήσεως ήταν ο ..., Επιμελητής Α' της Α' Χειρουργικής Κλινικής (δεύτερος κατηγορούμενος) και η Χ1, Επιμελήτρια Α' του Αναισθησιολογικού Τμήματος (πρώτη κατηγορούμενη). Κατά τον προεγχειρητικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα ή ανωμαλία από το καρδιαγγειακό ή άλλο σύστημα. Διαπιστώθηκε όμως προεγχειρητικά ότι ο ασθενής Θ1, ο οποίος και απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εγχειρήσεως, ενώ ευρίσκετο υπό γενική αναισθησία έκανε χρήση του φαρμάκου Thyrormone για νόσο του θυρεοειδούς. Η εγχειρητική διαδικασία άρχισε περί ώρα 12:00 της ... με τη χορήγηση ναρκώσεως από την πρώτη κατηγορούμενη, αναισθησιολόγο ιατρό, και τη βοηθό αναισθησιολογίας Γ1. Συγκεκριμένα η πρώτη κατηγορουμένη, βοηθούμενη από την Γ1, χορήγησε τα ενδεδειγμένα αναισθητικά φάρμακα και τοποθέτησε τον ενδοτράχειο σωλήνα, αφού δε παρήλθαν 10 λεπτά και δεν παρατηρήθηκε κάποια επιπλοκή στην πορεία της ναρκώσεως, ενημέρωσε τον χειρουργό ότι μπορούσε να προβεί στην έναρξη των δικών του ενεργειών. Πράγματι, αφού τοποθετήθηκε το κρεβάτι του ασθενούς σε θέση αντι-Trendelemburg, ήτοι αντίρροπη θέση 20° και κλίση 45° αριστερά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ιατρική επιστήμη για τη συγκεκριμένη επέμβαση, ο δεύτερος κατηγορούμενος εισήγαγε τη βελόνα verres υποομφαλικά, από την οποία γίνεται η τεχνική εμφύσηση του αερίου C02, δηλ. εμφανίζεται τεχνική διάταση της περιτοναϊκής κοιλότητας με την εμφύσηση του αερίου με μία πίεση της τάξεως 12-14 mmHg. Στην ίδια βελόνα βρίσκεται και το λαπαροσκόπιο που συνδέεται με video-camera για την άμεση οπτική επαφή και τη βιντεοσκόπηση της χειρουργικής επέμβασης. Στη συνέχεια ο βοηθός του δεύτερου κατηγορούμενου ... τοποθέτησε τα τρία υπόλοιπα τροκάρ, στα σημεία που του υπέδειξε ο χειρουργός. Η πρώτη κατηγορουμένη καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν παρακολουθούσε διαρκώς με τεταμένη την προσοχή τόσο την κλινική εικόνα του ασθενούς, όσο και το μόνιτορ στο οποίο είχαν γίνει οι σχετικές ρυθμίσεις, ώστε οι δείκτες να είναι στη σωστή θέση και το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν καινούργιο και λειτουργούσε κανονικά. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο διότι, πριν προχωρήσει στο επόμενο βήμα ο χειρουργός, δηλαδή στην αποκόλληση της χολής, ρώτησε την αναισθησιολόγο εάν όλα ήσαν εντάξει και πήρε τη θετική απάντηση της. Στην ερώτηση αυτή προέβη ο δεύτερος κατηγορούμενος, καθόσον διαπίστωσε ότι λεύκαζε το εγχειρητικό πεδίο στην τηλεκάμερα, στοιχείο που υποδήλωνε χαμηλή ιστική αιμάτωση. Η πρώτη κατηγορούμενη απάντησε θετικά, δηλαδή ότι η κατάσταση του ασθενούς ήταν κανονική, μονολότι υπήρχε αξιοσημείωτη πτώση της αρτηριακής πιέσεως, (η οποία από το 140 mm Hg κατά την έναρξη της αναισθησίας είχε υποχωρήσει στα 80 mm Hg ύστερα από την πάροδο είκοσι (20) λεπτών. Τη στιγμή εκείνη και ενώ ο ασθενής είχε κορεσμό οξυγόνου 99%, τελικοεκπνευστικό διοξείδιο του άνθρακος 25 mm Hg και αρτηριακή πίεση 80 mm Hg, η πρώτη κατηγορουμένη παρατήρησε στο μόνιτορ διδυμία σύντομης διάρκειας και αμέσως μετά βραδυκαρδία. Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής του ασθενούς η πρώτη κατηγορουμένη χορήγησε σ' αυτόν αρχικά 1 mg ατροπίνης, του οποίου τη χορήγηση ανέγραψε στο συνταχθέν από την ίδια διάγραμμα αναισθησίας, και στη συνέχεια λιδοκαΐνη, του οποίου φαρμάκου τη χορήγηση δεν ανέγραψε στο συνταχθέν από την ίδια ως άνω διάγραμμα. Το φάρμακο λιδοκαΐνη διαπιστώθηκε ότι είχε χορηγηθεί στον θανόντα Θ1, καθόσον τούτο ανιχνεύθηκε σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις στα βιολογικά υγρά που εστάλησαν προς εξέταση, όπως αποδεικνύεται από την ... έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Επίκουρου Καθηγητή Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Σ1. Μετά τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων ο ασθενής είχε μικρή αύξηση των σφύξεων και αμέσως μετά συνεχίσθηκε η βραδυκαρδία εντονότερη με μεγάλη πτώση της αρτηριακής πιέσεως, ενώ αυτός εμφάνισε εικόνα κυκλοφορικής καταπληξίας, με σφυγμό αψηλάφητο στην περιφέρεια. Έτσι λίγα λεπτά, ύστερα από τη διαβεβαίωση της πρώτης κατηγορουμένης ότι η κατάσταση του ασθενούς είναι ικανοποιητική και ότι δεν υπάρχουν προβλήματα για τη συνέχιση της εγχειρήσεως, η πρώτη κατηγορουμένη αναισθησιολόγος άρχισε αιφνίδια να καλεί σε βοήθεια και να κτυπά με τα χέρια της πανικόβλητη το στήθος του ασθενή, αντιλαμβανόμενη ότι ο τελευταίος είχε υποστεί καρδιακή ανακοπή. Επακολούθησε άμεση κινητοποίηση του ιατρικού προσωπικού του χειρουργείου, αλλά και του λοιπού νοσοκομείου και ένιναν ποοσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνης. Στο χειρουργείο προσήλθαν αμέσως οι αναισθησιολόγοι ... και ..., οι εντατικολόγοι ... και ... και οι θωρακοχειρουργοί ... και ... και έγινε συλλογική προσπάθεια με την χορήγηση ινοτρόπων και αγγειοσυσπαστικών ουσιών, υγρών, υποκατάστατων πλάσματος και αίματος, εφαρμογή βηματοδότη, εξωτερικές μαλάξεις και τελικά θωρακοτομή και άμεσες μαλάξεις στην καρδιά. Ύστερα από εντατικές προσπάθειες μίας και πλέον ώρας που δεν είχαν αποτέλεσμα, η διαδικασία καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης σταμάτησε, αφού ήδη είχε εγκατασταθεί το φαινόμενο του εγκεφαλικού θανάτου. Ας σημειωθεί ότι, όταν ορισμένοι από τους ιατρούς που έσπευσαν σε βοήθεια συνέστησαν κατά τη διάρκεια της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης στο δεύτερο κατηγορούμενο να μετατρέψει τη λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή σε "ανοικτή" χολοκυστεκτομή, ο τελευταίος αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν δικό του το πρόβλημα που είχε ανακύψει, διότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη αιμορραγίας, δηλαδή το πρόβλημα δεν αναγόταν στο δικό του πεδίο, αλλά σε εκείνο της αναισθησιολόγου. Ως αιτία θανάτου στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας του Λ3 αναφέρονται
α') οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα κατά τη διαδρομή χειρουργικής επέμβασης και β') αρχόμενο σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας. Παράλληλα αναφέρεται σ' αυτήν ότι επισκοπήθηκαν 550 γρ. αιματοπήγματα στην αριστερά υποχόνδριο χώρα και περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά. Στην ιστολογική έκθεση του Π1 επισημάνθηκε "εκτεταμένο οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα (τριχοειδική αιμορραγία). Ρήξη αγγείου δεν καταδείχθηκε μακροσκοπικώς και μικροσκοπικώς". Επίσης αναφέρεται ήπιο πνευμονικό οίδημα στα ιστοτεμάχια των πνευμόνων και ικανού βαθμού ενεργοποίηση των κυψελιδικών μακροφάγων, καταλήγει δε συμπερασματικά ότι οι ως άνω περιγραφείσες αλλοιώσεις των πνευμόνων είναι συμβατές με αρχόμενο σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας αυτών (ARDS). Σχετικά με το αρχόμενο σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας που αναφέρεται στις ανωτέρω εκθέσεις, πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τις εκθέσεις, πραγματογνωμοσύνης των Ρ1 και Ι1, αλλά κατετέθη σχεδόν και από όλους τους μάρτυρες ιατρούς, δεν είναι δυνατόν σε τόσο σύντομο χρονικό (20-30 λεπτών) διάστημα να εξελιχθεί ARDS σε νέο και υγιές άτομο και μάλιστα ευρισκόμενο στο χειρουργείο διασωληνωμένο. Ειδικότερα δε στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι1 αναφέρεται ότι αυτή "η σοβαρή λειτουργική διαταραχή των πνευμόνων έπεται αιμορραγικών φαινομένων και δε μπορεί να χαρακτηρισθεί σε καμία περίπτωση πρωταρχική αιτία θανάτου του ασθενούς κατά την ώρα χειρουργικής επέμβασης και υπό γενική αναισθησία και σε χρόνο 20-30 λεπτών". Περαιτέρω, στα αποτελέσματα της τοξικολονικής εξέτασης αναφέρεται ότι στα αποσταλέντα βιολογικά υγρά ανιχνεύθηκε η παρουσία λιδοκαϊνης σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Όπως όμως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως του δευτέρου κατηγορουμένου ... Ιατρού αναισθησιολόγου και πρώην Αναπληρωτή Διευθυντή του ... και Τ1, καθηγήτριας Αναισθησιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και τις από ... και ... εκθέσεις ιατρικής γνωμοδότησης της ως άνω μάρτυρος Τ1 και του ..., Ειδικού Καρδιολόγου, Επιμελητή Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών αντιστοίχως, η χορήγηση λιδοκαϊνης στην συγκεκριμένη περίπτωση απαγορευόταν, διότι η λιδοκαϊνη κατατάσσεται στα αντιαρρυθμικά φάρμακα, τα οποία είναι απαγορευτικά στις περιπτώσεις κολποκοιλιακών αποκλεισμών και έκτοπων ρυθμών διαφυγής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ασθενής Θ1 εμφάνισε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης βραχυκαρδιακή διαταραχή του καρδιακού ρυθμού του τύπου των κολποκοιλιακών αποκλεισμών ή έντονων ρυθμών διαφυγής (λόγω αντανακλαστικής υπερσυμπαθητικοκτονίας). Αντιμετώπιση της διαταραχής αυτής με το αντιαρρυθμικό φάρμακο λιδοκαϊνη ήταν εσφαλμένη, διότι έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη καρδιακή αδράνεια και την κυκλοφορική καταπληξία (σοκ) οι οποίες δεν ανατάσσονται με τις προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, και ως τελικό αποτέλεσμα έχουν το θάνατο του ασθενή. Το ενδεδειγμένο στη συγκεκριμένη περίπτωση φάρμακο ήταν η ατροπίνη, το οποίο η πρώτη κατηγορουμένη είχε αρχικά χορηγήσει στον ασθενή Θ1 και το οποίο έπρεπε να συνεχίσει να χορηγεί στον τελευταίο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ούτε κατά τη διενεργηθείσα νεκροψία - νεκροτομία ούτε κατά τη γενόμενη ιστολογική εξέταση διαπιστώθηκε από τους ιατροδικαστές Λ3, Λ2 και Λ1 καθώς και από το διενεργήσαντα την ιστολογική εξέταση Αναπληρωτή Καθηγητή Π1 η τρώση οποιουδήποτε αγγείουν ή άλλου οργάνου, πράγμα που σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης ο χειρουργός δεύτερος κατηγορούμενος δεν προκάλεσε οποιασδήποτε μορφής αιμορραγία στον ασθενή Θ1. Ενόψει δε του ότι ο ιατροδικαστής Λ3 απέστειλε προς ιστολογική εξέταση όλα τα όργανα και τα αγγεία που ευρίσκοντο μέσα στο πεδίο του χειρουργού της συγκεκριμένης χειρουργικής επέμβασης και η αναζήτηση της τρώσης κάποιου αγγείου ή άλλου οργάνου έγινε κατά τη νεκροψία-νεκροτομή από τρεις ιατροδικαστές, ο ισχυρισμός ότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα να διέλαθε της προσοχής τέτοια τρώση αγγείου ή άλλου οργάνου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων που παρίσταντο κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, αφού κανένας δεν αναφέρεται σε αιμορραγικό επεισόδιο, όσο και από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της επέμβασης δεν ζητήθηκε αιματοκρίτης και εξέταση Ph ούτε από το διάγραμμα αναισθησίας προκύπτει ταχυκαρδία, η οποία υπάρχει πάντα σε περίπτωση μεγάλης αιμορραγίας. Τυχόν υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, ότι δηλαδή δεν μπορεί να αποκλεισθεί ή τρώση αγγείου ή άλλου οργάνου, μολονότι αναζητήθηκε ειδικά από τους ιατροδικαστές και δεν ανευρέθη, οδηγεί σε μείωση του κύρους της ιατροδικαστικής εξέτασης και στην εξαγωγή συμπερασμάτων βασισμένων όχι σε ιατροδικαστικά ευρήματα αλλά σε προσωπικές και αυθαίρετες υποθέσεις, που έχουν ως κατάληξη τη δικαστική αυθαιρεσία και όχι την τεκμηριωμένη δικαστική κρίση. Η ύπαρξη του οπισθοπεριτοναϊκού αιματώματος, το οποίο κατά την ιατροδικαστική εκτίμηση ήταν τριχοειδικούς αιτιολογίας, τα αιματοπήγματα βάρους 550 γραμμαρίων στον υποχόνδριο χώρο αριστερά, το περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά και οι αναφερόμενες ανωτέρω πνευμονικές αλλοιώσεις οφείλονται στις επείγουσες ενέργειες των καρδιολόγων και του θωρακοχειρουργού κατά τη διάρκεια της καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, δηλαδή στις εξωτερικές θωρακικές συμπιέσεις κατά την προσπάθεια αναζωογόνησης λόγω της καρδιακής ανακοπής καθώς και στις εσωτερικές θωρακικές συμπιέσεις κατά την επακολουθήσασα θωρακοτομή. Ας σημειωθεί, άλλωστε, ότι και η θέση των αιματωμάτων οδηγεί από μόνη της στη διάγνωση για την αιτία πρόκλησής τους. Σε καμία περίπτωση σε λαπαροσκοπική αφαίρεση χοληδόχου κύστεως δεν εργάζεται ο χειρουργός και οι βοηθοί του στο αριστερό υποχόνδριο ή αριστερό οπισθοπεριτοναϊκό χώρο, δεδομένου ότι είναι αδύνατη η διεγχειρητική πρόκληση αιματώματος σε ανατομική περιοχή όπου δεν έγιναν χειρουργικοί χειρισμοί. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν τόσο οι διορισθέντες από τον Ανακριτή ιατροί πραγματογνώμονες Ρ1 και Ι1 όσο και οι συντάξαντες με την επιμέλεια του δεύτερου κατηγορουμένου εκθέσεις ιατρικής γνωμοδότησης ιατροί Τ1, ..., ..., ... και ..., αλλά και στις εκθέσεις που συνέταξαν οι ιατροδικαστές Λ1 και Λ2 τεχνικοί σύμβουλοι του δεύτερου κατηγορούμενου και των πολιτικώς εναγόντων αντιστοίχως. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από τις με την επιμέλεια της πρώτης κατηγορουμένης συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις του καθηγητή της Ιατροδικαστικής ... και των ιατρών ... και ..., διότι αυτές δεν βασίζονται σε ιατροδικαστικά ευρήματα και καταλήγουν σε αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε τεκμηρίωσή τους. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, κρίνει ότι ο θάνατος του ασθενή Θ1 προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης κατηγορουμένης, αναισθησιολόγου ιατρού. Η αμέλεια της τελευταίας συνίσταται στο ότι, όταν κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης αντιλήφθηκε τα προαναφερθέντα φαινόμενα στην κλινική εικόνα του ασθενή και συγκεκριμένα αιφνίδια διδυμία σύντομης διάρκειας και αμέσως μετά βραδυκαρδία, δεν επέδειξε την προσοχή, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως ιατρός αναισθησιολόγος με πολυετή εμπειρία και, προκειμένου να επαναφέρει την καρδιά του ασθενή σε κανονική λειτουργία, αρχικά μεν χορήγησε το ενδεδειγμένο από την ιατρική επιστήμη φάρμακο ατροπίνη, στη συνέχεια όμως δεν συνέχισε την χορήγηση του ιδίου φαρμάκου, αλλά χορήγησε στον ασθενή λιδοκαϊνη, το οποίο κατατάσσεται στα αντιαρρυθμικά φάρμακα και η χορήγηση του οποίου απαγορεύεται στις περιπτώσεις κολποκοιλιακών αποκλεισμών και εκτόπων ρυθμών διαφυγής, τις οποίες εμφάνιζε ο ασθενής Θ1, με αποτέλεσμα από την εσφαλμένη χορήγηση του φαρμάκου αυτού να υποστεί ο ασθενής πλήρη καρδιακή αδράνεια και κυκλοφορική καταπληξία (σοκ) και στη συνέχεια σύνδρομο ιδιοπαθούς αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), από τα οποία ως μόνων ενεργών αιτιών επήλθε ο θάνατος αυτού, αφού οι προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης δεν είχαν επιτυχία. Επομένως, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Αντίθετα ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, καθόσον αποδείχθηκε ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον εν λόγω κατηγορούμενο για τον επελθόντα θάνατο του ασθενή Θ1. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προκάλεσε κατά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης τρώση αγγείου ή άλλου οργάνου στον ασθενή Θ1 ούτε προκάλεσε σ' αυτόν οποιασδήποτε μορφής αιμορραγία, η δε άρνηση του να μετατρέψει τη λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή σε "ανοικτή" χολοκυστεκτομή δεν είχε καμία επίδραση στην υγεία του ασθενή, αφού ο τελευταίος δεν είχε συμπτώματα αιμορραγίας, ενώ δεν είχε κανένα νόημα η συνέχιση της λαπαροσκοπικής εγχείρησης σε "ανοικτή εγχείρηση", χωρίς την προηγούμενη καρδιοαναπνευστική ανάνηψη του ασθενή. Τέλος, όσον αφορά την ενοχή της πρώτης κατηγορουμένης, στην οποία με την παρούσα απόφαση της αποδίδονται και άλλα περιστατικά αμελούς συμπεριφοράς, πλην των αναφερομένων στο κατηγορητήριο, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να προσδιορίζει ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αμέλειά της, σύμφωνα με όσα προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία (Α.Π. 490/1996). Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως όσον αφορά την αναιρεσείουσα, δεν είναι η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, με την ανωτέρω έννοια, αλλά ελλιπής και με λογικά κενά. Ειδικότερα α) το δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα αναισθησιολόγος ιατρός χορήγησε στον θανόντα ασθενή πρώτα ατροπίνη και μετά εσφαλμένα λιδοκαϊνη, η οποία και προκάλεσε τις λοιπές επιπλοκές και το θάνατο, χωρίς να αιτιολογεί με βάση ποία προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και ιατρικά δεδομένα και ευρήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα της χορηγήσεως των φαρμάκων αυτών με την ανωτέρω σειρά ενόψει του ότι, όπως δέχθηκε, δεν αναγράφηκε στο διάγραμμα αναισθησίας η χορήγηση της λιδοκαΐνης, όπως συνέβη με την ατροπίνη, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς τί προκάλεσε το οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα και το ARDS, που δέχεται η προσβαλλόμενη ως αιτία θανάτου του παθόντος, σύμφωνα και με το παρατιμέμενο στις παραδοχές της πόρισμα και τα ευρήματα της εκθέσεως νεκροψίας - νεκροτομής και της ιστολογικής εξετάσεως (550 γραμμάρια αιμοπήγματα στην αριστερά υποχόνδριο χώρα και περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά), εν όψει του ότι, όπως δέχεται, είχε διαπιστωθεί ήδη χαμηλή ιστική αιμάτωση σε χρόνο που προηγήθηκε των γενόμενων τελικά προσπαθειών ανάνηψης με εξωτερικές συμπιέσεις και μαλάξεις στο θώρακα και με θωρακοτομή, στις οποίες κατά τις περαιτέρω παραδοχές, οφειλόταν το εν λόγω αιμάτωμα. Επομένως, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοιν Δ σχετικοί, πρώτος και δεύτερος, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά ταύτα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αφορούν την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 736Α, 1262,2029,2080,3492/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα στο σκεπτικό. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια αναισθησιολόγου ιατρού. Έννοια άρθρων 15, 28, 302 ΠΚ (ΑΠ 221, 543/ 2008, 2024/2007). Δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ & Ε΄ ΚΠΔ. λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων από έλλειψη νόμιμης βάσης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 2311/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1416/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1106/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 258/31-7-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμό 1416/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών τον Χ για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως μη υποβολής, από πρόθεση, δήλωσης υπηρεσιακής κατάστασης - άρθρα 1, 2 ν. 3213/2003 - κατ' εξακολούθηση - 98 ΠΚ - με χρόνο τέλεσης 24/8/2004 και 30-6-2005. Συγκεκριμένα, το άνω συμβούλιο, το οποίο ως αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης μετά το πέρας της ενεργηθείσης από τον Εφέτη ανακριτή κυρίας ανάκρισης, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3213/2003, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθ' ολοκληρίαν παραπομπή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι "Στην υπό κρίση υπόθεση, από το συλλεγέν από την διεξαχθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικό υλικό και ιδιαίτερα, από τα έγγραφα, που υπάρχουν στην δικογραφία σε συνδυασμό και με την απολογία και το απολογητικό υπόμνημα του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ, κατά τα έτη 2004 και 2005, διετέλεσε Προϊστάμενος της ΔΟΥ .... Λόγω της ιδιότητός του δε αυτής, είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 20 και 21 του Ν. 2343/95, υποβολής στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού ή Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία ανήκε, ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, δηλώσεως, αφορώσης την περιουσιακή του κατάσταση, για τα ανωτέρω έτη, περιέχουσα σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3213/2003, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα, κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά στοιχεία και ιδίως, α) έσοδα, από κάθε πηγή, β) τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σ' αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, γ) τις μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους, δ) τις καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, ε) τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσεως οχήματα, στ) η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, προκειμένου η Διεύθυνση αυτή, να την διαβιβάσει ακολούθως προς έλεγχο στην αρμόδια Υπηρεσία Οικονομικής Επιθεώρησης. Με αφορμή τηλεοπτική εκπομπή, σχετικά και με υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1092658/5449/ΔΕΥ-Α5142/Φ 5055/18-10-07 εντολής της Δ/νσης Επιθ/σης Υπηρεσιών (Τμήμα Α') της Γενικής Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, ο Οικονομικός Επιθεωρητής ... διεξήγαγε έρευνα-ΕΔΕ. Από τη διεξαχθείσα έρευνα- ΕΔΕ αυτή, περί των αποτελεσμάτων της οποίας ο ως άνω Οικονομικός Επιθεωρητής συνέταξε την από 30/3/2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 392/1-4-2008) πορισματική αναφορά του, προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος κατά τα έτη 2001 έως και 2005 κατείχε θέσεις Προϊσταμένου Διεύθυνσης και ειδικώτερα, κατά τα έτη 2004 και 2005, κατείχε θέση Προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 20 του Ν.2343/95, ώφειλε να υποβάλλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 297/10-11-2005 έγγραφο της Δ/νσης Ανατολικής Αττικής, δεν εξεπλήρωσε τη νόμιμη αυτή υποχρέωση του, υποβαλών αυτές, τελικώς, εκπρόθεσμα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεωρήσεως Ανατολικής Αττικής. Δηλαδή, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Χ, τυγχάνοντας, κατά τα έτη 2004 και 2005, Προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., και, λόγω της ιδιότητος του αυτής, τυγχάνοντας υπόχρεος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν.2343/95, προς υποβολή στην οικεία Δ/νση Διοικητικού ή Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία ανήκε, ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, δηλώσεως περιέχουσας, σύμφωνα με το άρθρο 2§Ι του Ν.3213/2003, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα, κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά του στοιχεία, για τα έτη 2004 και 2005, προκειμένου η Δ/νση αυτή, να την διαβιβάσει, ακολούθως, προς έλεγχο, στην αρμόδια Υπηρεσία της Οικονομικής Επιθεώρησης καίτοι εγνώριζε καλώς την υποχρέωση του αυτή, από πρόθεση, παρέλειψε να υποβάλει στην ως άνω αρμόδια υπηρεσία, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, δήλωση της περιουσιακής του καταστάσεως, με το προβλεπόμενο από το νόμο περιεχόμενο, για τα έτη 2004 και 2005, εντός των ορισμένων προθεσμιών και δη μέχρι την 24/8/2004 (που είχε ορισθεί ειδικά για το έτος 2004) και την 30/6/2005, αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος αρνείται, την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη, ισχυριζόμενος ότι υπέβαλε τις από το νόμο απαιτούμενες δηλώσεις περιουσιακής του καταστάσεως, προσάγοντας και επικαλούμενος α) το ΕΜΠ 308/29-11-2005 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Αττικής της Γενικής Δ/νσης Οικ/κης, Επιθ/ρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο απευθύνεται στο Γραφείο Προϊσταμένου της Οικον. Επιθ/ρησης Περιφ. Ηπείρου της Γεν. Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης του Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών, στο οποίο αναγράφεται "...σας διαβιβάζουμε το γ' σχετικό ( δηλαδή, το αριθμ. πρωτ. 14418/18-11-2005 έγγραφο της ΙΗ1 ΔΟΥ Αθηνών) με τα συνημμένα του (δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης ετών 2003 και 2004 κλπ) του κου Χ, για τις περαιτέρω δικές σας ενέργειες" (προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι υπέβαλε δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, για το έτος 2004) και β) αντίγραφο της υπ' αυτού κατατεθείσας δήλωσης περιουσιακής καταστάσεως, με αναγραφομένη ημερομηνία υποβολής 30/6/2006 (προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι υπέβαλε δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, για το έτος 2005). Επί των ως άνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου, λεκτέα τα ακόλουθα: α) Στο ως άνω το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 308/29-11-2005 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής δεν αναγράφεται η ημερομηνία υποβολής της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και β) στην προσκομιζόμενη από τον κατηγορούμενο από 30/6/2006 δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, η ημερομηνία 30/6/2006 έχει αναγραφεί από τον ίδιο (υποβαλλόντα), προσέτι δε, φέρει αριθμό ΕΜΠ πρωτοκόλλου της Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης Αθηνών 622/6-7-2006, δηλαδή, φέρεται ότι, κατατέθηκε μετά την υπό του νόμου οριζόμενη προθεσμία προς υποβολή της. γ- Κατόπιν τούτων, σαφώς προκύπτει ότι, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, καίτοι υπόχρεος, ως Προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., δεν υπέβαλε για τα έτη 2004 και 2005, εντός των υπό του νόμου οριζομένων αντιστοίχων προθεσμιών, την από το νόμο απαιτούμενη δήλωση της περιουσιακής του καταστάσεως, εκ δε της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως του αυτής προκύπτει, ότι τέλεσε την πράξη του αυτή εκ προθέσεως, καθ' όσον, ως Προϊστάμενος ΔΥΟ, εγνώριζε καλώς και είχε πλήρη ικανότητα να διακρίνει άμεσα την πραγματική έννοια των διατάξεων των άρθρων 1,2 και 4§3 του Ν. 3213/2003 και του άρθρου 2§20 Ν.2343/95, ότι, δηλαδή, κατ1 έτος, ανεξαρτήτως της μεταβολής ή μη της περιουσιακής του καταστάσεως, είχε την υποχρέωση να υποβάλει σχετική δήλωση, αφού διέθετε τις προς τούτο απαιτούμενες ικανότητες, δηλαδή, αντίληψη, εμπειρία και γνώσεις. Επομένως, πλήρως στοιχειοθετείται, σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω διωκομένου εγκλήματος, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί αυτού είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν". Κατόπιν αυτών "
Παραπέμπει τον Χ, στο ακροατήριο του αρμοδίου κατά τόπο και καθ' ύλη Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί, ως υπαίτιος του ότι: Στην ... κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, από πρόθεση, με περισσότερες από μια πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως (ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ), για τα έτη 2004 και 2005, όπως είχε υποχρέωση εκ του νόμου. Συγκεκριμένα, ενώ κατείχε, κατά τα έτη 2004 και 2005, τον βαθμό του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., και ως εκ της ιδιότητος του αυτής είχε νόμιμη υποχρέωση, σύμφωνα το άρθρο 2 παρ. 20 του Ν. 2345/1995, προς υποβολή στην αρμόδια αρχή-υπηρεσία και δη, στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού ή Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία ανήκε, ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, της προβλεπομένης από τα άρθρα 1 και 2 του Ν. 3213/2003 δηλώσεως, περί της περιουσιακής του καταστάσεως (ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ), για τα έτη 2004 και 2005, η οποία να περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά τον χρόνο της υποβολής της περιουσιακά του στοιχεία, (δηλαδή α) τα έσοδα, από κάθε πηγή, β) τα ακίνητα καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, γ) τις μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους, δ) τις καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, ε) τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα, στ) τη συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση), προκειμένου, η ανωτέρω υπηρεσία να διαβιβάσει τη δήλωση αυτή, για έλεγχο, στην αρμόδια υπηρεσία της Οικονομικής Επιθεώρησης, αυτός (κατηγορούμενος), από πρόθεση, παρέλειψε την νόμιμη αυτή υποχρέωση του, ήτοι, δεν υπέβαλε, για τα έτη 2004 και 2005, την ως άνω από του νόμου προβλεπομένη δήλωση της περιουσιακής του καταστάσεως, εντός των υπό του νόμου προβλεπομένων προθεσμιών, δηλαδή, μέχρι την 24/8/2004 (για το έτος 2004) και την 30/6/2005 (για το έτος 2005)-" Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον ανωτέρω στις 10-7-2009 και κατ' αυτού άσκησε αυτός δια πληρεξουσίου, με βάση την από 20-7-2009 εξουσιοδότηση αυτού, στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο, στις 20-7-2009 ενώπιον του γραμματέα του τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμό 150/2009 αίτηση αναίρεσης - στηριζομένη τυπικά στο άρθρο 5 του άνω νόμου - προβάλλων ως λόγο αναίρεσης: α) Απόλυτη ακυρότητα - 484 § 1 στοιχ. α ΚΠΔ, ήτοι διότι "ενώ ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο αντίκλητος δικηγόρος του Δ. Γκούσκος να λάβει γνώση της προτάσεως του Εισαγγελέα τη Δευτέρα 6 Ιουνίου [προφανώς Ιουλίου] 2009, κι αφού αυθημερόν έλαβε την ανωτέρω πρόταση, την επομένη κιόλας ημέρα, δηλαδή στις 7-7-2009 το Σάββατο φέρεται να συνεδριάζει και μετά διήμερο (9-7-2009) εκδίδει το προβαλλόμενο" - ήτοι διότι δεν τηρήθηκε η 10 ήμερη προθεσμία του άρθρου 308 § 2 εδ. τελ. 2 ΚΠΔ. β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ήτοι διότι "παρέλειψε πλήρως να αιτιολογήσει, ως ώφειλε από πιο αποδεικτικό μέσο, προέκυψε με βεβαιότητα ύπαρξη άμεσου δόλου εκ μέρους του. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει από ποια πραγματικά περιστατικά συνήγαγε την ύπαρξη άμεσου δόλου, εκ ποίων αποδείξεων επείσθη γι' αυτό, πώς τις εκτίμησε και βάσει ποίων σκέψεων και συλλογισμών έκρινε την υπαγωγή των αποδειχθέντων γεγονότων σε ορισμένη ουσιαστική ποινική διάταξη (αρ. 27 ΠΚ) και όχι σ' άλλη, δηλαδή εκείνη της αμέλειας". γ) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. "Η κλήση του προς απολογία...αφορά στο αδίκημα της μη υποβολής δηλώσεως "πόθεν έσχες" - ...δεν κατηγορήθηκε, ούτε απολογήθηκε για εκπρόθεσμη υποβολή της. Η διάταξη του άρθρου 4 του ανωτέρω νόμου, που καθιερώνει ποινικές κυρώσεις, θεσπίζει αξιόποινη πράξη τη μη υποβολή της.....όχι και για εκείνον που υπέβαλε εκπροθέσμως κατ' έξι ημέρες..." - ήτοι διότι η εκπρόθεσμη υποβολή της άνω δήλωσης είναι μη αξιόποινη.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ν. 3213/2003 ο ελεγχόμενος, δηλ. ο υπόχρεος προς δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης κατά το άρθρο1 § 1 του άνω νόμου - σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του ν. 2344/95 [που ισχύει εν προκειμένω] - "που παραλείπει να υποβάλλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση [ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία] τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή...Αν η πράξη τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών" [αντίστοιχη η παλαιά διάταξη του άρθρου 27 § 3 ν. 2429/96 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 § 2α ιδίου νόμου]. Από την άνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η πράξη συνίσταται στην μη υποβολή της οφειλομένης δήλωσης της περιουσιακής κατάστασης μέσα στην οριζομένη από το άρθρο 1 § 1 του αυτού νόμου προθεσμία, [που δεν έχει αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί στο σημείο αυτό από το άρθρο 13 ν. 3242/2004], εξ ου και ο καθορισμός αυτής, και συνεπώς δεν αίρεται ο αξιόποινος χαρακτήρας της άνω παραλείψεως με την αναδρομική, (=εκπρόθεσμη) δήλωση [βλ. και 1638/2009, ΑΠ 1749/2005, πρ. βλ. ΑΠ 1132/2000 κ.α]. Η άποψη αυτή είναι αυτονόητη αφού ο νόμος ορίζει προθεσμία υποβολής της άνω δήλωσης, αφετέρου η εκπρόθεσμη υποβολή, εάν δεν δικαιολογείται το εκπρόθεσμο από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, σημαίνει μη υποβολή. Η αντίθετη άποψη θα εξαρτούσε την υποβολή της ρηθείσης δήλωσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία από τη θέληση του υποχρέου. Εξ άλλου από την αυτή ως άνω διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι αυτή δεν απαιτεί για την στοιχειοθέτηση της οριζομένης παράβασης άμεσο δόλο, τοσούτο μάλλον όταν ορίζει ρητά ότι αρκεί και αμέλεια [πρβλ. και άρθρα 12,27 ΠΚ]. Όπως είναι γνωστόν η ύπαρξη του δόλου, όταν δεν πρόκειται για άμεσο ή ενδεχόμενο, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του υπό κρίση εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί τούτου (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την παραπομπή. Άλλο βέβαια είναι το θέμα της μη ύπαρξης δόλου - όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων - πράγμα όμως που δεν ελέγχεται αναιρετικά αφού ανάγεται σε κρίση περί τα πράγματα-βλ. και ΑΠ 1638/2009. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 308 § 2 όπως το τελ. ειδ. αντικ. με το άρθρο 20 §, 2 ν. 3160/2003-ΚΠοιν.Δ. οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτίσει την πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο συμβούλιο αλλά παραμένει στην γραμματεία της Εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής. Από την άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι πρέπει να υποβληθεί νόμιμα και νομότυπα σχετικό αίτημα του διαδίκου για την γνώση της Εισαγγελικής πρότασης έτσι ώστε να υπάρχει η υποχρέωση ειδοποίησης αυτού και υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας επί 10ήμερο στη γραμματεία και εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής. Έτσι, ναι μεν η παράβαση της άνω διάταξης συνεπάγεται ακυρότητα όταν ο αιτών είναι ο κατηγορούμενος αφού ανάγεται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του [βλ. άρθρο 171 § 1 ΚΠΔ και ΑΠ 2116/2005, ΑΠ 2556/2003 κ.α.], πλην όμως πρέπει προς τούτο να αναφέρεται ρητά στην έκθεση αναίρεσης με ποιο τρόπο και πότε υπεβλήθη η σχετική αίτηση, άλλως ο σχετικός λόγος είναι αόριστος [βλ. ΑΠ 1742/1985] - γιατί δεν μπορεί να κριθεί - ελεγχθεί ο σχετικός λόγος, δηλ. η τήρηση της ως άνω διάταξης. Εξ άλλου, όπως ελέχθη, όταν υφίσταται ο κίνδυνος παραγραφής δεν υπάρχει η υποχρέωση παραμονής για 10 ημέρες στη γραμματεία° τούτο το κρίνει ο Εισαγγελέας, πράγμα που το γνωστοποιεί με την άμεση υποβολή της πρότασης στο συμβούλιο σε συνδυασμό με το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος. Τέλος, εφόσον ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της εισαγγελικής πρότασης δεν υπάρχει υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας για 10 ημέρες στη γραμματεία, αφού ικανοποιήθηκε ο σκοπός του νόμου - βλ. ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 362/2006, ΑΠ 1262/2008, ΑΠ 2556/2003 κ.α. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 § 3 Συντ. και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εν μέρει ή και εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού αυτή αποτελεί μέρος του βουλεύματος, όταν σε αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 1638/2009, ΑΠ 1151/2006). Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1638/2009 κ.α.) Για την ύπαρξη της ως άνω αιτιολογίας δεν απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή από ποιά συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή του βουλεύματος [βλ. ΑΠ 2/2003 ολ. ΑΠ 1141/2008, ΑΠ 1561/2007, ΑΠ 1468/2007 κ.α.]. Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθά δε ερμήνευσε τη σχετική ουσιαστική ποινική διάταξη, ούτε περιέχει την αναφερόμενη ακυρότητα. Έτσι οι σχετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι - απαράδεκτοι. Ειδικότερα δε ο πρώτος λόγος είναι αφενός αόριστος, αφού δεν ορίζεται πότε και που υπεβλήθη η σχετική αίτηση του αναιρεσείοντος, αφ ετέρου αβάσιμος αφού δεν υπήρχε υποχρέωση παραμονής της δικογραφίας στη γραμματεία - αφού υπήρχε κίνδυνος παραγραφής [η μερικότερη πράξη τελέσθηκε 24-8-2004] και διότι ήδη ο αναιρεσείων, όπως ο ίδιος αναφέρει, έλαβε γνώση της Εισαγγελικής πρότασης. Ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος αφού δεν απαιτείται να αναφέρεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ο δόλος του σε σχέση με την αναφορά άμεσου δόλου, ο άνω λόγος είναι κατά το σχετικό σκέλος απαράδεκτος αφού ο νόμος δεν απαιτεί εδώ άμεσο δόλο. Εξ άλλου η ύπαρξη του δόλου πλήρως αιτιολογείται με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η εκτίμηση των οποίων δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επίσης ο τρίτος λόγος είναι αφενός απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη διότι δέχεται ότι πρόκειται για δύο πράξεις, ενώ πρόκειται μόνο για μία και ειδικότερα γι' αυτή που παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων, αφ ετέρου αβάσιμος - όπως ελέχθη. Περιττόν είναι να σημειωθεί ότι εάν το συμβούλιο του Αρείου Πάγου συνέλθει μετά της 24-8-2009, η πρώτη μερικότερη πράξη έχει ήδη παραγραφεί και πρέπει να παύσει οριστικά γι' αυτή η ποινική δίωξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 150/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ. 1416/2009 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Aθήνα 29 -7 - 2009
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.3213/2003, " 1. Δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανηλίκων τέκνων τους υποβάλλουν: α, β, γ. . . 2. Η δήλωση της παρ. 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους. . .Επίσης η δήλωση αυτή υποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης της δραστηριότητας ή τη διατήρηση της ιδιότητας των υποχρέων και για τρία χρόνια μετά από την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο την 30η Ιουνίου κάθε έτους". Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.Ια και 2α, β του ιδίου νόμου, " η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: Ι) τα έσοδα από κάθε πηγή,
ΙΙ) τα ακίνητα...κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη πριν από την αρχική υποβολή της δήλωσης και κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για τις μετέπειτα υποβαλλόμενες δηλώσεις....III) τις μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους IV) τις καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα ε) τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα πάσης φύσεως οχήματα, στ) τη συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, οι δηλώσεις .. συντάσσονται σε ειδικό έντυπο..". Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 του αυτού νόμου, " ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλλει την κατά τα άρθρα 1 και 2 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. . Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2, 19, 20, 21 του ν. 2343/1995, οι ισχύουσες διατάξεις περί υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, από τα πρόσωπα που ορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1738/1987, εφαρμόζονται και για τους οικονομικούς επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών, ως και για τους υπαλλήλους.. και τους προϊσταμένους αυτοτελών οργανικών μονάδων και υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών.. οι προϊστάμενοι και οι αναπληρωτές προϊστάμενοι υποβάλλουν τις σχετικές δηλώσεις στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού ή Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποίαν ανήκουν, ως προς την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Οι παραπάνω διευθύνσεις διαβιβάζουν τις δηλώσεις αυτές για έλεγχο, στην αρμόδια υπηρεσία της Οικονομικής Επιθεώρησης..". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς, ότι οι υπόχρεοι δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως υποχρεούνται να υποβάλλουν αυτή κάθε έτος, εντός ορισμένης προθεσμίας, (η οποία προ του ως άνω νόμου 3213/2003 συνδεότανε με την χρονολογία υποβολής της ετήσιας φορολογικής δήλωσης, στη συνέχεια δε τέθηκε το αργότερο η πιο πάνω προθεσμία της 30ης Ιουνίου κάθε έτους), η παράλειψη της οποίας (υποβολής) εντός αυτής έχει ως συνέπεια να θεμελιώνεται σε βάρος του υποχρέου η παράβαση της διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 2429/1999, μετά δε την 31.12.2003 της παραγρ. 3 του άρθρου 4 ν. 3213/2003. Η τυχόν εκπρόθεσμη υποβολή από τον υπόχρεο της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως δεν έχει ως συνέπεια την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή τον αποκλεισμό του καταλογισμού της πράξεως αυτής στον υπαίτιο, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο νόμο. Μπορεί, όμως, να ληφθεί υπόψη η ενέργεια αυτή κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εν μέρει ή και εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, αφού αυτή αποτελεί μέρος του βουλεύματος, εφόσον σε αυτήν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται εν όλω ή εν μέρει και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 1416/2009 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση του συλλεγέντος από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση αποδεικτικού υλικού και δη των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι προέκυψαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος Χ, κατά τα έτη 2004 και 2005 διετέλεσε Προϊστάμενος της ΔΟΥ .... Λόγω της ιδιότητός του δε αυτής, είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 20 και 21 του Ν. 2343/95, υποβολής στην οικεία Διεύθυνση Διοικητικού ή Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία ανήκε, ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, δηλώσεως, αφορώσης την περιουσιακή του κατάσταση, για τα ανωτέρω έτη, περιέχουσα σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3213/2003, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα, κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά του στοιχεία και ιδίως, α) τα έσοδα, από κάθε πηγή, β) τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σ' αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους, γ) τις μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών, τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους, δ) τις καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, ε) τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσεως οχήματα, στ) η συμμετοχή σε κάθε είδους επιχείρηση, προκειμένου η Διεύθυνση αυτή, να την διαβιβάσει ακολούθως προς έλεγχο στην αρμόδια Υπηρεσία Οικονομικής Επιθεώρησης. Με αφορμή τηλεοπτική εκπομπή, σχετικά και με υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1092658/5449/ΔΕΥ-Α5142/Φ 5055/18-10-07 εντολής της Δ/νσης Επιθ/σης Υπηρεσιών (Τμήμα Α') της Γενικής Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, ο Οικονομικός Επιθεωρητής .... διεξήγαγε έρευνα-ΕΔΕ. Από τη διεξαχθείσα έρευνα- ΕΔΕ αυτή, περί των αποτελεσμάτων της οποίας ο ως άνω Οικονομικός Επιθεωρητής συνέταξε την από 30/3/2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 392/1-4-2008) πορισματική αναφορά του, προέκυψε, ότι ο κατηγορούμενος Χ, ο οποίος κατά τα έτη 2001 έως και 2005 κατείχε θέσεις Προϊσταμένου Διεύθυνσης και ειδικότερα, κατά τα έτη 2004 και 2005, κατείχε θέση Προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 20 του Ν.2343/95, ώφειλε να υποβάλλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 297/10-11-2005 έγγραφο της Δ/νσης Ανατολικής Αττικής, δεν εξεπλήρωσε τη νόμιμη αυτή υποχρέωσή του, υποβαλών αυτές, τελικώς, εκπρόθεσμα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεωρήσεως Ανατολικής Αττικής. Δηλαδή, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Χ, τυγχάνοντας, κατά τα έτη 2004 και 2005, Προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., και, λόγω της ιδιότητος του αυτής, τυγχάνοντας υπόχρεος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν.2343/95, προς υποβολή στην οικεία Δ/νση Διοικητικού ή Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία ανήκε, ως προς την υπηρεσιακή του κατάσταση, δηλώσεως περιέχουσας, σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 του Ν.3213/2003, λεπτομερώς, τα υφιστάμενα, κατά το χρόνο της υποβολής της περιουσιακά του στοιχεία, για τα έτη 2004 και 2005, προκειμένου η Δ/νση αυτή, να την διαβιβάσει, ακολούθως, προς έλεγχο, στην αρμόδια Υπηρεσία της Οικονομικής Επιθεώρησης, καίτοι εγνώριζε καλώς την υποχρέωσή του αυτή, από πρόθεση παρέλειψε να υποβάλει στην ως άνω αρμόδια υπηρεσία, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, δήλωση της περιουσιακής του καταστάσεως, με το προβλεπόμενο από το νόμο περιεχόμενο, για τα έτη 2004 και 2005, εντός των ωρισμένων προθεσμιών και δη μέχρι την 24/8/2004 (που είχε ορισθεί ειδικά για το έτος 2004) και την 30/6/2005, αντίστοιχα. IV.- Ο κατηγορούμενος αρνείται, την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη, ισχυριζόμενος ότι υπέβαλε τις από το νόμο απαιτούμενες δηλώσεις περιουσιακής του καταστάσεως, προσάγοντας και επικαλούμενος α) το ΕΜΠ 308/29-11-2005 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Αττικής της Γενικής Δ/νσης Οικ/κης, Επιθ/ρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο απευθύνεται στο Γραφείο Προϊσταμένου της Οικον. Επιθ/ρησης Περιφ. Ηπείρου της Γεν. Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης του Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών, στο οποίο αναγράφεται "...σας διαβιβάζουμε το γ' σχετικό (δηλαδή, το αριθμ. πρωτ. 14418/18-11-2005 έγγραφο της ΙΗ' ΔΟΥ Αθηνών) με τα συνημμένα του (δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης ετών 2003 και 2004 κλπ) του Κου Χ, για τις περαιτέρω δικές σας ενέργειες" (προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι υπέβαλε δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, για το έτος 2004) και β) αντίγραφο της υπ' αυτού κατατεθείσας δήλωσης περιουσιακής καταστάσεως, με αναγραφομένη ημερομηνία υποβολής 30/6/2006 (προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι υπέβαλε δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, για το έτος 2005). Επί των ως άνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου, λεκτέα τα ακόλουθα: η α) Στο ως άνω το υπ'αριθμ.πρωτ. ΕΜΠ 308/29-11-2005 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής δεν αναγράφεται η ημερομηνία υποβολής της δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως και β) στην προσκομιζόμενη από τον κατηγορούμενο από 30/6/2006 δήλωση περιουσιακής καταστάσεως, η ημερομηνία 30/6/2006 έχει αναγραφεί από τον ίδιο (υποβαλόντα), προσέτι δε, φέρει αριθμό ΕΜΠ πρωτοκόλλου της Δ/νσης Οικον. Επιθ/σης Αθηνών 622/6-7-2006, δηλαδή, φέρεται ότι, κατατέθηκε μετά την υπό του νόμου οριζόμενη προθεσμία προς υποβολή της. V.- Κατόπιν τούτων, σαφώς προκύπτει ότι, σ ανωτέρω κατηγορούμενος, καίτοι υπόχρεος, ως Προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., δεν υπέβαλε για τα έτη 2004 και 2005, εντός των υπό του νόμου οριζομένων αντιστοίχων προθεσμιών, την από το νόμο απαιτούμενη δήλωση της περιουσιακής του καταστάσεως, εκ δε της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεώς του αυτής προκύπτει, ότι τέλεσε την πράξη του αυτή εκ προθέσεως, καθ' όσον, ως Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ, εγνώριζε καλώς και είχε πλήρη ικανότητα να διακρίνει άμεσα την πραγματική έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 4 § 3 του Ν. 3213/2003 και του άρθρου 2 § 20 Ν.2343/95, ότι, δηλαδή, κατ' έτος, ανεξαρτήτως της μεταβολής ή μη της περιουσιακής του καταστάσεως, είχε την υποχρέωση να υποβάλει σχετική δήλωση, αφού διέθετε τις προς τούτο απαιτούμενες ικανότητες, δηλαδή, αντίληψη, εμπειρία και γνώσεις. Επομένως, πλήρως στοιχειοθετείται, σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω διωκομένου εγκλήματος, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί αυτού είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. VI.- Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων όσων προανεφέρθησαν, προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, οι οποίες δύνανται να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία, σε βάρος του παραπάνω κατηγορουμένου, για την ως άνω αξιόποινη πράξη, γι' αυτό και πρέπει, το Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με τα άρθρα 119 § 1, 122, 309 § 1 περ.ε', 313, 316, 318, 319 ΚΠΔ και άρθρο 5 §§ 1 εδ. β' και 2 Ν.3213/2003, ν' αποφανθεί, την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο του αρμοδίου κατά τόπο και καθ' ύλη Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για να δικασθείς για την παραπάνω πράξη, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 1, 5, 12, 13εδ.α 14, 16, 17, 18, 26 § 1 εδ.α 27, 51, 53, 57, 61, 63, 64, 65, 79, 80, 82, 98 § 1 Ποιν.Κώδικα και άρθρα 1, 2 παρ.1 (όπως συμπλ. με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3327/2005), 3, 4 παρ.3, 5, 9 παρ. 5 (όπως η παραγρ. 5 προστεθ. με το άρθρο 13 παρ.4β' του Ν.3242/2004) του Νόμου 3213/2003, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 25 παρ.1, 2 και 3, 28 του Ν. 2429/1996 και προς το άρθρο 2 παρ. 19, 20 και 21 του Ν. 2343/1995]". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, που παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, κατ' άρθρο 5 παρ. 1β, 2 του ν. 3213/2003, για να δικασθεί για το πλημμέλημα, της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως (πόθεν έσχες), για τα έτη 2004 και 2005, περιέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α, 26 παρ. 1 α, 27, 98 ΠΚ, 1. 2 παρ.1, 3, 4 παρ.3, 5, 9, παρ.5, όπως συμπληρ. με άρθρα 13 παρ. 4 β του ν. 3242/2004 και 4 παρ.1 ν. 3327/2005, σε συνδ. με τα άρθρα 25 παρ.1 ,2, 3 και 28 του ν. 2429/1996 και το άρθρο 2 παρ.19, 20 και 21 του ν. 2343/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του κατηγορουμένου, α) αιτιολογείται η τέλεση του εγκλήματος της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για τα έτη 2004 και 2005 που του αποδίδεται, και δεν παραπέμπεται για εκπρόθεσμη υποβολή της άνω δηλώσεως όπως αιτιάται, η εκπρόθεσμη δε υποβολή της άνω δηλώσεως, κατά τις παραπάνω εφαρμοσθείσες διατάξεις νόμου, δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, ούτε αποκλείει τον καταλογισμό αυτής στον υπαίτιο, β) αιτιολογείται επαρκώς η συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου Διευθυντή τότε της Δ.Ο.Υ ..., γ) εξατομικεύονται κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις τα στοιχεία του άνω εγκλήματος.
Συνεπώς, οι συναφείς από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β, δ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής κοινωνικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι. Απόλυτη ακυρότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ του ΚΠοινΔ, που δημιουργεί τον από το άρθρο 484 παρ. 1 α ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση, υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλει ο νόμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.2 , όπως αντικ. με το άρθρο 20 παρ.2 του ν. 3160/2003, " οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να γνωστοποιήσουν και προφορικά στον Εισαγγελέα και πριν καταρτιστεί η πρότασή του, ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενό της. Ο Εισαγγελέας οφείλει σ'αυτή την περίπτωση να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το δικαίωμα αυτό, αν κατοικεί στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά τον αντίκλητο που έχει διορίσει στην έδρα αυτή, για να προσέλθει και να λάβει γνώση της προτάσεώς του, μέσα σε 24 ώρες.. Η ειδοποίηση αυτή μπορεί να γίνει και προφορικά ή τηλεφωνικά, οπότε αποδεικνύεται με βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας που επισυνάπτεται στη δικογραφία. Πριν παρέλθει χρονικό διάστημα 10 ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία δεν εισάγεται στο Συμβούλιο, αλλά παραμένει στη γραμματεία της Εισαγγελίας, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η δικογραφία δεν εισάγεται στο Συμβούλιο και παραμένει στη γραμματεία της Εισαγγελίας, όταν έχει υποβληθεί σαφής και ορισμένη αίτηση, με υπόμνημα ή έστω και προφορικά προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της σχετικής Εισαγγελικής προτάσεως, πριν περάσουν 10 ημέρες από της ειδοποιήσεως του κατηγορουμένου ή του αντικλήτου δικηγόρου του, να προσέλθει και να λάβει γνώση, ακόμη και αν λάβει γνώση νωρίτερα, πριν παρέλθουν 10 ημέρες, για να έχει στη διάθεσή του τον αναγκαίο χρόνο για να μελετήσει την πρόταση και ενδεχομένως να την αντικρούσει με υπόμνημα, παραβίαση δε της προθεσμίας αυτής επάγεται απόλυτη ακυρότητα, εκτός αν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αυτής εκθέτει ότι " ενώ ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά ο αντίκλητος δικηγόρος του να λάβει γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως προς το Συμβούλιο, στις 6-6-20099 (το ορθόν είναι στις 6-7-2009) και αφού αυθημερόν έλαβε γνώση της ανωτέρω προτάσεως, την επομένη ημέρα, στις 7-7-2009, το Συμβούλιο φέρεται να συνεδριάζει και μετά δύο ημέρες στις 9-7-2009 εκδίδει το προσβαλλόμενο βούλευμά του, και έτσι επήλθεν απόλυτη ακυρότητα, γιατί δεν τηρήθηκε η προθεσμία των 10 ημερών, που θάπρεπε να παραμείνει η δικογραφία στην Εισαγγελία για να την αντικρούσει , από της άνω ειδοποιήσεώς του, παραβιασθέντος έτσι του δικαιώματός του ακροάσεως, της αρχής της ισότητας και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ". Ο παραπάνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει του χρόνου τελέσεως του πρώτου αποδιδομένου στον αναιρεσείοντα πλημμελήματος στις 24-8-2004 και του δευτέρου στις 30-6-2005, υπήρχε σαφής κίνδυνος παραγραφής από την καθυστέρηση, η οποία και επήλθεν ήδη (κατά τα παρακάτω) για το πρώτο πλημμέλημα και επομένως δεν ήταν απαραίτητο κατά το νόμο να τηρηθεί η παραπάνω 10ήμερη προθεσμία και από τη μη τήρηση της οποίας ουδέν υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, ούτε η αρχή της ισότητας, ούτε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ παραβιάστηκε.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ωσότου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όμως όχι πέρα των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 στοιχ. β' και 511 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας την συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509, ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, από τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, δύο αξιόποινες πράξεις της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως (πόθεν έσχες), για τα έτη 2004 και 2005, για τις οποίες παραπέμπεται και φέρεται ότι τέλεσε κατ' εξακολούθηση στις 24-8-2004 και στις 30-6-2005, η πρώτη που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 24-8-2004, ενόψει του ότι παρήλθε μέχρι σήμερα χρόνος που υπερβαίνει την πενταετία από της ως άνω τελέσεώς της, υπέκυψε σε παραγραφή. Επομένως, αφού υπάρχουν κατά τα παραπάνω παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά, για το εν λόγω πρώτο πλημμέλημα, η ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ.β του ΚΠοινΔ., αφού να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς τη διάταξή του που παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για το παραπάνω παραγραφέν ως άνω πλημμέλημα και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει κατά το σκεπτικό το με αριθ. 1416/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παύει οριστικά την κατά του κατηγορουμένου Χ ασκηθείσα ποινική δίωξη, για το ότι στην Αθήνα, στις 24-8-2004, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της μη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, για το έτος 2004, ενώ κατείχε τη θέση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ... και εκ της ιδιότητάς του αυτής, είχε νόμιμη υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 20 του ν. 2345/1995, προς υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία της Διευθύνσεως Διοικητικού και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία ανήκε, της προβλεπόμενης από τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3213/2003 δηλώσεως, περί της περιουσιακής του καταστάσεως ( Πόθεν Έσχες). Και.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τη με αριθ. εκθ.150/20-7-2009 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 1416/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα παραπεμπτικό για μη υποβολή δηλώσεων πόθεν έσχες 2004 & 2005 από Δ/ντή ΔΟΥ. 1) Απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο ότι δεν παρέμεινε η δικογραφία στην Εισαγγελία επί 10ήμερο από την ειδοποίηση του κατηγορουμένου να λάβει γνώση της Εισαγγελικής Προτάσεως: α) ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στην αίτηση αναίρεσης πότε και πού υπέβαλε σχετική αίτηση να λάβει γνώση ο κατηγορούμενος, ώστε να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, η πάροδος ή μη της 10ήμερης προθεσμίας του άρθρου 308 § 2 του ΚΠΔ, και β) ως αβάσιμος, διότι υπήρχε κίνδυνος παραγραφής, αφού η πρώτη πράξη φέρεται τελεσθείσα στις 24-8-2004, ο δε κατηγορούμενος έλαβε γνώση της Εισαγγελικής προτάσεως, η δε άνω διάταξη του άρθρου 308 εξαιρεί την τήρηση της προθεσμίας αυτής στις περιπτώσεις κινδύνου παραγραφής. 2) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου λόγοι αναιρέσεως. Η εκπρόθεσμη δε υποβολή της άνω δηλώσεως, κατά τις παραπάνω εφαρμοσθείσες διατάξεις νόμου, δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, ούτε αποκλείει τον καταλογισμό αυτής στον υπαίτιο (ΑΠ 1638/2009, 1749/2005). 3) Αναιρεί το βούλευμα για την πρώτη πλημμεληματική πράξη που τελέσθηκε 24-8-2004, γιατί ήδη συμπληρώθηκε πενταετία και ΠΟΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Πόθεν έσχες, Εισαγγελικής πρότασης γνωστοποίηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2310/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη , Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσείοντων- κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 κρατουμένων στις Δικαστικές Φυλακές ..., που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 880/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22 Μαρτίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 901/09.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λέκκου με αριθμό ..., στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 22-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, α) του κατηγορουμένου Χ1 και β) του κατηγορουμένου Χ2, κατά της υπ'αριθμ. 880/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διά της οποίας κατεδικάσθησαν εις συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών και 4 μηνών ο καθένας, διά ληστείες από κοινού και συμμορία, εκθέτω τα εξής:
Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1 και 509 § 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι διά το κύρος και κατ'ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχωνται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι διά τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ'αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος από τους αναφερομένους περιοριστικώς στα άρθρα 484 και 510 Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (βλ ΑΠ 417/2006, ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/909, 906).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τις εκθέσεις των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ουδένα λόγο αναιρέσεως, εκ των υπό του άρθρ. 510 Κ.Π.Δ. προβλεπομένων, προβάλλουν. Επομένως, πρέπει αυτές να απορριφθούν ως απαράδεκτες και οι αναιρεσείοντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-προτείνω Να απορριφθούν οι από 22-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1,Χ2, κατοίκων Αθηνών, κατά της υπ'αριθμ. 880/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 19 Ιουνίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ.2 του ΚΠοινΔ στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως ή βουλεύματος πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως είναι να περιέχεται στην έκθεση ασκήσεώς της ένας τουλάχιστον νόμιμος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και σε κάθε περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, άλλως, η αίτηση κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις με αριθ. εκθ. ... αντίστοιχες αιτήσεις τους, οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναίρεση της ιδίας με αριθμό 880/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν καταδικάστηκαν για ληστεία από κοινού και για σύσταση και συμμορία. Στις κρινόμενες δύο αιτήσεις, οι οποίες συντάχθηκαν ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης ..., διαλαμβάνονται τα ακόλουθα, κατά λέξη "... κάνει αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, για τους παρακάτω λόγους που αναφέρει.", χωρίς όμως περαιτέρω να αναφέρεται κάποιος λόγος αναιρέσεως. Είναι σαφές ότι στις άνω, κατά το άρθρο 474 του ΚΠοινΔ, συνταχθείσες εκθέσεις, οι αναιρεσείοντες ουδόλως πλήττουν την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, με κάποιο σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ως μη περιέχουσες κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν, επιβληθούν δε στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 , 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμ. εκθ. .. αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της 880/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη των δύο αναιρέσεων ως απαράδεκτων, λόγω παντελούς ελλείψεως λόγων αναιρέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2309/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 36/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ1, κάτοικο ....
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαρτίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 460/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 150/27-4-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:Εισάγω ενώπιόν Σας, την με αριθμό ... αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 36/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης δια του τύπου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Με την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων", του ΑΝ 1092/1938" περί τύπου, καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 Ν. 5060/1931, το άρθρο 97 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/1987 και την παράγραφο 3 του άρθρου μόνου Ν. 1178/81.
Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1, 2 Ν. 5060/1931 που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα, τον καταδικασμένο και τον πολιτικώς ενάγοντα για τα δια του τύπου, τελούμενα εγκλήματα. Αντ'αυτών, δια της παραγράφου 3 του Ν. 2243/1994 ορίσθηκε ότι στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από τη διατύπωση αυτή του νόμου, προκύπτει ότι επί αναιρέσεως ασκουμένης από τον καταδικασθέντα, ή προς τούτο χορηγουμένη από το άρθρο 473 παρ. 1, 2 ΚΠΔ προθεσμία των 10 ημερών ή των 20 ημερών (αν η αίτηση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) συντέμνεται στο ήμισυ και αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ (ΑΠ 294/2007).
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της δικογραφίας, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε παρών σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, για εξύβριση δια του τύπου, με την με αριθμό 36/20-1-2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Δυτικής Μακεδονίας. Η απόφαση αυτή καταχωρίσθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, στις 20-2-2009, όπως προκύπτει από την από 3-3-2009 υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η υπό κρίση, όμως αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου στις 3-3-2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της ως άνω 5νθήμερης προθεσμίας, χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, δικαιολογούντα την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρα 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 2/3-3-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά της με αριθμό ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 2 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του Α.Ν. 1092/1938 "περί τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν. 5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του Α.Ν. 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 § 2 του Ν. 1738/1987 και την παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981.
Συνεπώς, καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 §§ 1 και 2 του Ν. 5060/1931 που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα, τον καταδικασμένο και τον πολιτικώς ενάγοντα για τα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, δια της παρ. 3 του ως άνω νόμου (2243/1994) ορίσθηκε ότι στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, προθεσμίες, που υπερβαίνουν τις πέντε (5) ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ. Το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από την αδιάστικτη αυτή διατύπωση του νόμου, ενόψει και του σκοπού αυτού, αποβλέποντος στην εφαρμογή συστήματος συναπτομένου με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, δι' αποκλεισμού εν πολλοίς των προϊσχυσασών ειδικών διατάξεων, όπως και στην ταχεία περαίωση των σχετικών δικών, προκύπτει ότι και επί αναιρέσεως ασκουμένης από τον καταδικασμένο για έγκλημα τελούμενο δια του τύπου η προς τούτο χορηγουμένη από το άρθρο 473 §§ 1,2 ΚΠΔ προθεσμία των 10 ημερών ή των 20 ημερών (αν η αίτηση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) συντέμνεται στο ήμισυ και αρχίζει, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ. Εάν, όμως, ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία δεν αρχίζει εάν προηγουμένως δεν επιδοθεί σ'αυτόν η απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας, ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμ. 36/20.1.2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, καταδικάστηκε, με την παρουσία του, σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, ανασταλείσα για εξύβριση δια του τύπου. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική επ' αυτής βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως, στις 20-2-2009. Η υπό κρίση, όμως, αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο με δήλωση στην γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (αρθρ. 474 § 1 ΚΠΔ) στις 3 Μαρτίου 2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της ως άνω πενθήμερης προθεσμίας. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 ΚΠΔ, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων (ο οποίος ειδοποιήθηκε ο ίδιος νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 31.8.2009 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ` αριθ. 2/3 Μαρτίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 36/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα και δεν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, η προθεσμία που προβλέπεται στον ΚΠΔ για την άσκηση αναίρεσης (των 10 ή 20 ημερών - άρθρο 473 §§ 1, 2 ΚΠΔ) συντέμνεται στο μισό (Ν.2243/1994) - (.
|
Τύπος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 2308/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Χ1. Και εγκαλούντα τον Ψ1, κρατούμενο στην Κλειστή Φυλακή... .
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 388/10-3-2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκη, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, με αριθμό 166/5-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., την υπ'αρ. 388/10-3-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ., στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κ.Π.Δ., δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ασκηθεί ακόμη ποινική δίωξη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσεως και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω συνυπηρετήσεως στο ίδιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. γ' του ίδιου ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση, με αφορμή την από 25-2-2008 έγκληση του Ψ1 σχηματίσθηκε από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά δικογραφία σε βάρος του Χ1, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά ως και των Χ2 και Χ3. Στους ανωτέρω αποδίδονται οι πράξεις της παράβασης καθήκοντος (άρθρ. 259 Π.Κ.) επειδή ο πρώτος εγκαλούμενος είναι λειτουργός με τον βαθμό του Εισαγγελέα Πρωτοδικών υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή και περαιτέρω παραπομπής της υποθέσεως ως προς τον πρώτο εγκαλούμενο και ως προς τους λοιπούς εγκαλούμενους λόγω συνάφειας, από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφέρειας Εφετείου Πειραιώς, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και στις Δικαστικές αρχές του αυτού Εφετείου, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω να διατάξει το δικαστήριο σας την παραπομπή της υποθέσεως, επί της οποίας σχηματίσθηκε η υπ αριθμ. ΑΒΜ Γ08/2503 δικογραφία της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιά αναφορικά με τα καταγγελλόμενα από τον Ψ1 από τις κατά τόπο αρμόδιες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές περιφέρειας Εφετείου Πειραιά, στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και στις αντίστοιχες δικαστικές αρχές του Εφετείου Αθηνών αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
Αθήνα 2 Απριλίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Ε. Νικολούδης
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. Ε' Κ.Ποιν.Δ., το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 137 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων, και ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή καταγγελόμενος όταν η υπόθεση ευρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, δηλαδή την εξασφάλιση του ανεπηρεάστου της δικαστικής κρίσεως και τον αποκλεισμό υπονοιών μεροληψίας λόγω της συνυπηρετήσεως. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 εδ. Γ' του ιδίου κώδικα αρμόδιο να αποφασίσει για την παραπομπή δικαστήριο είναι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ψ1, που είναι κρατούμενος στη δικαστική Φυλακή ..., υπέβαλε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς, την από 25/2/2008 έγκληση σε βάρος του Χ1, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και κατά των Χ2 και Χ3 για παράβαση καθήκοντος.
Επειδή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο για να γίνει σ' αυτό παραπομπή της υποθέσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 136 περ. ε' και 137 περ. β' Κ.Ποιν.Δ με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και πρέπει να παραπεμφθεί η έγκληση όσον αφορά τον εγκαλούμενιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών και λόγω συναφείας ως προς τους λοιπούς εγκαλουμένους από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 47 σε συνδυασμό με το άρθρο 43 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει νόμιμη περίπτωση.
Για τους λόγους αυτούς
Διατάσσει την παραπομπή της από 25/2/2008 εγκλήσεως του Ψ1 κρατουμένου στη δικαστική φυλακή ... κατά του Χ1, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς και κατά των Χ2 και Χ3, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αν συντρέξει περίπτωση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών περί καθορισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή λόγω του ότι ο εγκαλούμενος είναι εισαγγελικός λειτουργός σε δικαστήριο που ανήκει στην περιφέρεια Εφετείου στο οποίο δεν υπάρχει άλλο πρωτοδικείο πλην εκείνου στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος. Γίνεται δεκτή η αίτηση και διατάσσεται η παραπομπή της εγκλήσεως στις κατά κανονισμό αρμοδιότητας οριζόμενες Εισαγγελικές και δικαστικές Αρχές.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
.ΑΡΙΘΜΟΣ 2307/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου), Ιωάννη Παπαδόπουλου και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου Αθηνών και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεώργογλου, περί αναιρέσεως της 3201/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 386/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του Γεωργίου Γεώργογλου, δικηγόρου Πειραιώς, στον οποίο έχει δώσει αυτός σχετική με την από 27-10-2009 εξουσιοδότησή του εντολή, με δήλωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού παραιτήθηκε, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου της υποθέσεως αυτής επισημείωση του Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, από την υπ` αριθ. 9/9.2.2009 αίτηση αναιρέσεώς του, που ασκήθηκε με δήλωσή του ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ` αριθ. 3201/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ` αριθ. 9/9 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 3201/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που είχε λάβει την προς τούτο εντολή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 2303/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών, περί αναιρέσεως της 88/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Με κατηγορούμενο τον Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητράκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Πρωτοδικών Γιαννιτσών, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ... έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 352/2009.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν 86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτών ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενος κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, ενώ κατά την παράγρ. 2 του ίδιου άρθρου τιμωρείται για υπεξαίρεση με τις στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω κατά την παράγρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005 ορίζεεται ότι για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για να καταστεί ανέγκλητη πράξη καθυστέρησης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 1 του Α.Ν 86/1967, απαιτείται το συνολικό ποσό των οφειλόμενων εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) και όχι το κατά μήνα οφειλόμενο, να μην υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Τέλος κατά το άρθρο 506 του ΚΠΔ, την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να ζητήσει και ο εισαγγελέας του πλημμελειοδικείου για τις αποφάσεις του δικαστηρίου όπου είναι τοποθετημένος, αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 88/2009 απόφασή του κήρυξε κατά πλειοψηφίαν αθώο τον κατηγορούμενο Χ για τις πράξεις της καθυστέρησης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ύψους 38.359,34 Ευρώ και εργατικών εισφορών ύψους 21.872,76 ευρώ, δηλαδή συνολικού ύφους 60.232,13 Ευρώ. Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις τον Υπουργό Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικού Λογαριασμού και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται ....κλπ. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση κλπ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος, πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει οριστεί. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως που συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία (ΑΠ 1486/1998 Ποιν.Χρον. ΜΘ' 1991, 831), ενώ επίσης προκύπτει ότι κάθε μία μισθολογική περίοδος μη καταβολής των ανωτέρω εισφορών αποτελεί μερικότερη πράξη που διατηρεί την αυτοτέλειά της και συνακόλουθα, εάν συντρέχει λόγος παραγραφής ή άλλος λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου της μερικότερης αυτής πράξης, πρέπει το Δικαστήριο να παύσει ως προς αυτή την ποινική δίωξη ή να κηρύξει αθώο τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που μετά την τέλεση της πράξης ίσχυσε άλλος επιεικέστερος νόμος για την αντιμετώπιση του αξιοποίνου αυτής(πράξης), ήτοι οι μερικότερες πράξεις παρά την προκύπτουσα από το ενιαίο της ποινής ενότητά τους, διατηρούν παράλληλα την αυτοτέλειά τους και υφίσταται ανάγκη εξειδίκευσης των μερικότερων πράξεων στις παραπάνω περιπτώσεις (παραγραφής ή εξάλειψης του αξιοποίνου). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 541, 511 του ΚΠΔ που εφαρμόζονται, αναλογικά και στην κατ' έφεση δίκη, καθ' όσον δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η αξιόποινη πράξη κατέστη ανέγκλητη μετά τη δημοσίευση της απόφασης που προσβάλλεται, το Δικαστήριο, εφαρμόζει αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ τον επιεικέστερο νόμο, και αφού προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, τον κηρύσσει αθώο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 Ν. 3346/2005 για την εφαρμογή των παρ. 1 και 2 του άρθρο 21 του Α.Ν 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο εργοδότη καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων, να υπερβαίνει συνολικά τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές κάτω των 2.000 ευρώ, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών κατηγορούμενος διώκεται διότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2002 έως και 31-7-2006, ως εργοδότης επιχείρησης με την επωνυμία Χ και είδος επιχείρησης "εργοστάσιο γεωργικών μηχανημάτων", δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ, εργοδοτικές εισφορές που βάρυναν τον ίδιο, ύψους 38.359,34 ευρώ και εργατικές εισφορές για τους εργαζόμενους σε αυτήν (επιχείρηση) ύψους 21.872,76 ευρώ τις οποίες παρακράτησε και δεν απέδωσε στον παραπάνω οργανισμό μέσα σ' ένα μήνα αφότου κατέστησαν απαιτητές. Όπως δε προκύπτει από τον αναγνωσθέντα στο δικαστήριο, χρηματικό κατάλογο-πράξη επιβολής εισφορών με αριθμό 11578/06 πράξη επιβολής εισφορών (εκ τεσσάρων σελίδων) τα οφειλόμενα ποσά για εργοδοτικές εισφορές και εργατικές εισφορές που δεν κατέβαλε ο κατηγορούμενος για κάθε μισθολογική περίοδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, δεν υπερβαίνουν το ποσό των 2.000 ευρώ συνολικά (για εργοδοτικές και εργατικές εισφορές) και συγκεκριμένα το μεγαλύτερο ποσό ανέρχεται σε 1983,90 ευρώ (αφορά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002) και το μικρότερο σε 47,61 ευρώ (αφορά το μήνα Μάϊο του έτους 2002). Σύμφωνα επομένως με τα προαναφερόμενα, πρέπει, εφόσον τα οφειλόμενα ποσά εκάστης μισθολογικής περιόδου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος είναι κατώτερα των 2.000 ευρώ, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος, λόγω κατάργησης του αξιοποίνου κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005". Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, απέδωσε στις εφαρμοσθείσες από αυτό ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 του ΑΝ 86/1967 και 33 του Ν. 3346/2005 διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν, με το να δεχτεί ότι η πράξη της καθυστέρησης ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 καθίσταται ανέλεγκτη όταν το σύνολο των κατά μήνα οφειλόμενων εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ. Επομένως εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις και οδηγήθηκε στην αθώωση του κατηγορουμένου και έτσι ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών είναι βάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 88/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (αρθ. 1 ΑΝ 86/1967). Για να είναι αξιόποινη η πράξη πρέπει, κατά το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005, το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών) και όχι των κατά μήνα οφειλόμενων, να υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ. Αναιρείται για εσφαλμένη ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος με την αιτιολογία ότι το σύνολο των κατά μήνα οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών δεν υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες ευρώ, ενώ το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών ανερχόταν σε 60.142,10 Ευρώ.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
Αριθμός 2302/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελούρη, περί αναιρέσεως της 13793/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 336/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγομένους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, για να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς, και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και για την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως υποκειμένου του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 13793/2008 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (και τον εκ των συγκατηγορουμένων του Χ2) για μη έγκαιρη καταβολή οφειλομένων προς το Ι.Κ.Α εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, εκ του ότι απασχόλησε εργαζομένους ως υπεύθυνος για τη λειτουργία της εταιρίας "... ΟΕ", και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα, και συνολική χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι ο πρώτος και ο τρίτος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων Χ2 και Χ1, ήταν υπεύθυνοι για την λειτουργία της εδρεύουσας στην περιοχή του ... εταιρίας "... ΟΕ", της οποίας η δραστηριότητα ήταν οι σιδηροκατασκευές και υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά τους δεν κατέβαλαν στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων που απασχολούσαν στην ως άνω επιχείρηση και βάρυναν τους ίδιους που αναλογούσαν στο χρονικό διάστημα από 12/2002 μέχρι 12/2004 και ανήρχοντο στο χρηματικό ποσόν των 14.689,68 € αλλά και τις ασφαλιστικές εισφορές που βάρυναν τους ίδιους κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα και ανήρχοντο στο χρηματικό ποσόν των 23.615,00 € και συνεπώς πρέπει....να κηρυχθούν ένοχοι....".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εκθέτει αν ο αναιρεσείων ήταν εταίρος της πιο πάνω εταιρίας, ούτε αν κατά το καταστατικό της ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, καθώς και αν υπό την ιδιότητά του αυτή είχε υποχρέωση καταβολής των παραπάνω εργοδοτικών και εργατικών εισφορών του ΙΚΑ.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 13793/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εταίρου, διαχειριστού και νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρείας, την οποία βάρυναν οι εισφορές, και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
Αριθμός 2314/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλαόγλου, περί αναιρέσεως της 764/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ΑΛεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1651/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 519 του ΚΠοινΔ αν η αναίρεση έγινε για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Β', Γ', Δ', και Η', ο Άρειος Πάγος αποφασίζει μόνο για την αναίρεση... και, αν συντρέχει περίπτωση, παραπέμπει έπειτα τη δίκη για νέα συζήτηση σε ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο... ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση. Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 524 παρ.1 ΚΠοινΔ η συζήτηση στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά τα άρθρα 518 παρ.2 και 519 γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαστήριο της παραπομπής επιβάλλεται να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, από την οποία καθορίζονται και τα όρια της εξουσίας του. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 2 του άνω άρθρου, αν η νέα συζήτηση διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνο από εκείνον που καταδικάσθηκε ή σε όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470 δηλαδή δεν επιτρέπεται να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου αυτού. Σε περίπτωση παράβασης της αρχής της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Κ' για υπέρβαση εξουσίας. Αν αναιρεθεί η καταδικαστική απόφαση μόνον ως προς την ποινή, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραγραφής της. Το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 ΚΠοινΔ η υπόθεση, περιορίζεται στην περίπτωση αυτή στην επιβολή νέας ποινής και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου (ή την εξάλειψη του αξιοποίνου δια της παραγραφής), ως προς το έγκλημα ή ως προς τις μερικότερες πράξεις, για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, επί κατ'εξακολούθηση εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την 16/2007 απόφαση του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, σε ποινή φυλάκισης δεκατριών (13) μηνών που ανεστάλη επί τριετία. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 337/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου μόνον ως προς την ποινή και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, ως προς το μέρος που αναιρέθηκε για να επιβληθεί νέα ποινή, ενώ απερρίφθηκαν οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη απόφαση επέβαλε στον κατηγορούμενο για την πράξη της μη καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο ποινή φυλακίσεως δέκα 910) μηνών. Το ίδιο Δικαστήριο πριν εκδώσει αυτήν την απόφαση περί της επιβλητέας ποινής εξέτασε τον ισχυρισμό που προβλήθηκε στο ακροατήριο από τον συνήγορο κατηγορουμένου ότι η αποδιδόμενη στον τελευταίο πράξη είχε υποκύψει σε παραγραφή, λόγω παρόδου οκταετίας, η οποία συμπληρώθηκε ενόσω η υπόθεση εκκρεμούσε λόγω της αναιρέσεως κατά της προηγούμενης 16/2007 αποφάσεως του ίδιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Τα άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με σκέψεις όμοιες με τις παρατιθέμενες στην αρχή της παρούσης δεν δέχθηκε τον άνω ισχυρισμό. Ειδικότερα το Δικαστήριο εκείνο έκρινε ότι ο ισχυρισμός για εξάλειψη του αξιοποίνου για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που τελούσε ο κατηγορούμενος, λόγω παραγραφής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προβληθείς στο Δικαστήριο της παραπομπής εφόσον στρεφόταν εναντίον του καταδικαστικού κεφαλαίου την από 16/11-1-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 23 παρ.1 ν. 2523/1997 και ως προς το κεφάλαιο εκείνο η άνω απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου με την 337/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμφθηκε κατά το άρθρο 519 ΚΠοινΔ η υπόθεση ως προς το περί της ποινής αναιρεθέν μέρος περιορίζεται στην επιβολή νέας ποινής και δεν είχε εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ή την εξάλειψη του αξιοποίνου δια της παραγραφής ως προς το έγκλημα αυτό. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής για απόρριψη ως απαραδέκτου με την άνω αιτιολογία του ισχυρισμού που προβλήθηκε από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο λόγω παραγραφής, εν όψει του ότι είχε καταστεί αμετάκλητη η απόφαση 16/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης με την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή ο κατηγορούμενος μετά την απόρριψη με την 337/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου της από 7/2/2007 προηγούμενης αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου των λόγων αναιρέσεων που αφορούσαν το περί ενοχής κεφάλαιο της αποφάσεως εκείνης, δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί με νέα αίτηση αναιρέσεως για κάποιον από τους λόγους αναιρέσεως που δύνανται να προταθούν από το άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ και ειδικότερα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρ 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠοινΔ και απαιτείται και όταν το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας και συγκροτούνται από πραγματικά γεγονότα που ασκούν καταλυτική επίδραση από νομική άποψη στη στοιχειοθέτηση κάποιου ουσιαστικού στοιχείου της έννοιας του εγκλήματος όπως στην άρση του άδικου, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στη εξάλειψη του αξιοποίνου, στον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο κλπ. Επομένως είναι απορριπτέοι οι λόγοι αναιρέσεως ότι στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση με όσα άνω δέχθηκε, ότι δεν είχε εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ένσταση περί εξαλείψεως του αξιοποίνου δια της παραγραφής ως προς το έγκλημα που τέλεσε ο αναιρεσείων, παρά το ότι την 7/2/2008 ημέρα δημοσίευσης της 337/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου είχε ήδη συμπληρωθεί η οκταετία από την τέλεση του αδικήματος και (κατ'εκτίμηση) ότι υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, το δικαστήριο της ουσίας με το να μην εξετάσει αν και δεν δεσμευόταν εκ νέου το ζήτημα της παραγραφής.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22/9/2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 764/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο. Καταδικαστική απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου (μετ' αναίρεση μόνο ως προς την ποινή προηγούμενης αποφάσεως ) μετ' απόρριψη ισχυρισμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι η αποδιδόμενη στον τελευταίο πράξη είχε υποκύψει σε παραγραφή λόγω συμπληρώσεως οκταετίας ενόσω η υπόθεση εκκρεμούσε στον Άρειο Πάγο συνεπεία της προηγούμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προηγούμενης καταδικαστικής αποφάσεως, καθόσον η απόφαση εκείνη μετά την απόρριψη με την επ' αυτής προηγούμενη απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε τους λόγους αναιρέσεως που αφορούσαν το περί ενοχής κεφάλαιο δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί με νέα αίτηση αναιρέσεως. Απόρριψη της κρινόμενης νέας αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ) καθόσον αιτιολογημένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν είχε εξουσία να ερευνήσει εκ νέου τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου για εξάλειψη του αξιοποίνου λόγου παραγραφής.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Ποινή, Παραπομπής Δικαστήριο.
| 0
|
Αριθμός 2316/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κλάδη.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1836/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2007 αίτησή του και τον από 11-11-2008 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 2-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου κύριου λόγου και του προσθέτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 564 παρ. 1 και 577 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι (α) αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης (δηλ. από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση, άρθ. 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και (β) το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα, προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, την συνδρομή δε της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπάγγελτα, με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή. Αντίθετη ερμηνεία δεν βρίσκει στήριγμα ούτε στην διατύπωση του άρθ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την δικάσιμο", διότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στον αποκλεισμό της αυτεπάγγελτης έρευνας από τον Άρειο Πάγο της συνδρομής της εμπρόθεσμης άσκησης της αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της. Κατά συνέπεια αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της ως άνω προϋπόθεσης του παραδεκτού της αναίρεσης για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να είναι απαραίτητο το απαράδεκτο απ' αυτήν να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται εντός της προθεσμίας του άρθ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθ. 11 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν εθίγη από την διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1α εδ. α' ν. 2479/1997), όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12 ν. 3514/2006, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου η προθεσμία για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, άρα και αναίρεσης (καθώς και των εκεί αναφερομένων λοιπών ενδίκων βοηθημάτων κλπ.) αναστέλλεται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλ. κατά την ρητή διάταξη του άρθ. 11 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 "Κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών" από την 1η Ιουλίου μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου, η αναστολή όμως, αυτή αναφερομένη στην προθεσμία της άσκησης αναίρεσης (και γενικά των ενδίκων μέσων) δεν καταλαμβάνει και δεν κωλύει την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ούτε επιδρά καθοιονδήποτε τρόπο στην εγκυρότητά της. Σύμφωνα με το άρθ. 28 παρ. 4 εδ. α' ν. 2579/1998 οι διατάξεις του ως άνω άρθ. 11 του κ.δ. "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" για την αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση των ενδίκων μέσων κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών κλπ. εφαρμόζονται και επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.), τέτοιο δε αποτελεί και το αναιρεσείον με την επωνυμία "Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας" (Ε.Σ.Δ.Υ.), πρώην "Υγειονομική Σχολή Αθηνών", σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθ. 3 παρ. 1 του ν. 2194/1994, κατά την οποία η Υγειονομική Σχολή Αθηνών (Υ.Σ.Α.) μετατρέπεται από αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία σε εκπαιδευτικό και ερευνητικό ίδρυμα με την μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που έχει πλήρη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και ονομάζεται "Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας". Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 569 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια και τα αναγκαστικά συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο κλπ. Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 495 και 564 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η άσκηση παραδεκτής και δη εμπρόθεσμης αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων ως συνέπεια του παρεπομένου χαρακτήρα τους σε σχέση με την αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση από την με επίκληση προσκομιζομένη ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... αλλά και την ρητή αναφορά στην αίτηση αναίρεσης προκύπτει, ότι η προσβαλλομένη 1836/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 24-7-2007, δηλ. κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, συνταχθείσης της 1159/2007 έκθεσης κατάθεσης του αρμοδίου γραμματέα (άρθ. 495 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), την 16-10-2007, ημέρα Τρίτη όπως προκύπτει από το χρησιμοποιούμενο ημερολόγιο, δηλ. μετά την πάροδο της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας που άρχισε την 16/9 και έληξε την 15/10/2007. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα ως απαράδεκτη και δη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ανεξάρτητα από το ότι η σχετική ένσταση προτείνεται από την αναιρεσίβλητη με τις εκπρόθεσμα κατατεθείσες (μετά την συζήτηση της υπόθεσης) προτάσεις της, συνακόλουθα δε και ο από 11-11-2008 πρόσθετος λόγος, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, 28 παρ. 5 ν. 2579/1998, 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ" και τον από 11-11-2008 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της 1836/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η ένσταση του απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της προβάλλεται με τις έγγραφες προτάσεις, οι οποίες πρέπει, με ποινή το απαράδεκτο, να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ο Άρειος Πάγος, όμως, εξετάζει αυτεπάγγελτα εάν η αναίρεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησής της την απορρίπτει ως απαράδεκτη. Κατά την διάταξη του άρθ. 11 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944 που εφαρμόζεται και επί ν.π.δ.δ., όπως είναι και η "Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας", η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης αναστέλλεται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλ. από 1/7 μέχρι 15/9 και, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε εντός του διαστήματος αυτού, αρχίζει να τρέχει από 16/9. Προϋθπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων αναίρεσης είναι η άσκηση παραδεκτής και δη εμπρόθεσμης αναίρεσης.
| null | null | 2
|
Αριθμός 2318/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φλώρο, περί αναιρέσεως της 31115/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.10.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 42/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αν απαγγέλθηκε ερήμην αυτού, το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τύπος κατοικίας εκάστου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και εντεύθεν η αδυναμία γνώσεως της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 31115/6-5-2008 απόφαση, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκαν τα πρακτικά της με την υπ' αριθ. 64051Β/15-10-2008 διάταξη του αρμοδίου Προέδρου Πρωτοδικών και έλαβαν τον αριθμ. 64051Α/05-10-2008, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την υπ' αριθμ. 4249/9-11-2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 32584/15-3-2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και χρηματική ποινή 150.000 δραχμών, μετατρέποντας την πρώτη αυτών σε χρηματική προς 1.500 δραχμές ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε την 25-9-1998, αφού δέχθηκε, κατά λέξη τα εξής: "Από το από ... αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα στο Α.Τ. ... προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 32584/2000 ερήμην εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επιδόθηκε νομότυπα κατά την ανωτέρω ημερομηνία στο Δήμαρχο ..., αντί στον αγνώστου διαμονής κατηγορούμενο - εκκαλούντα, ο οποίος δεν βρέθηκε στην επί της οδού ..., τελευταία γνωστή κατοικία του. Η υπό κρίση όμως έφεση ασκήθηκε στις 9-11-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών από την παραπάνω ημερομηνία επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. 14249/9-11-2007 έκθεση εφέσεως του Ποιν. Τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155, 156, 166, 473 και 476 του ΚΠΔ πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεως της, και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα νόμιμα έξοδα της δίκης". Ο αναιρεσείων όμως με την παραπάνω αναφερόμενη έφεσή του, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο το δικόγραφό της, επικαλέσθηκε ότι "την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως την 7-11-2007, καθόσον του επεδόθη ως αγνώστου διαμονής αν και ήταν γνωστής διαμονής στην ανωτέρω διεύθυνση", που αναφέρει στην έφεση, ήτοι ότι είχε κατοικία στον ..., στην οδό ..., προσκόμισε δε, όπως προκύπτει από τα διορθωμένα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οκτώ (8) έγγραφα της εξέτισε ενόρκως στο ακροατήριο της μάρτυρα ..., προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι κατά το χρόνο επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης (3-5-2001) είχε γνωστή και στην Εισαγγελία που διέταξε την επίδοσή της διαμονή στον ... . Για τον ανωτέρω ισχυρισμό, που ήταν σαφής και ορισμένος και με τον οποίο ο αναιρεσείων δικαιολογούσε το εκπρόθεσμο της άσκησης της έφεσής του, το δικαστήριο ουδέν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, καίτοι είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όχι να τον απορρίψει σιωπηρώς. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση, να κριθεί η παραγραφή ή όχι του αξιοποίνου της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα πράξης, δεδομένου ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 31115/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά απόφασης που απέρριψε έφεση ως εκπρόθεσμη. Επίδοση στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής. Έφεση με ισχυρισμό για γνωστή διαμονή. Επάρκεια αιτιολογίας, αλλιώς η αιτίαση είναι αναιρετέα για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2296/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα, για αναίρεση της ΒΤ 4988/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1863/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος δήλωσε ότι με την από 2 Νοεμβρίου 2009 εξουσιοδότηση, αυτός παραιτείται από την προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τον Αντεισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες από το γραμματέα της εισαγγελίας), κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 475 παρ. 1, σε συνδυασμό με τα άρθρα 474 παρ. 1, 465 παρ. 1 και 96 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει. Η παραίτηση αυτή μπορεί να γίνει ακόμα και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης, μπορεί δε να γίνει και από τον νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο συνήγορο του διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της υποθέσεως που αφορά στην αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο Χ κατά της υπ' αριθ. 4988/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, εμφανίστηκε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος Δημήτριος Γιώτσας, ο οποίος, έχοντας την από 2-11-2009 ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος με βεβαιωμένη την υπογραφή του τελευταίου από δικηγόρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από την ως άνω ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, η δήλωση δε αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης. Επομένως μετά την κατά τα άνω νόμιμη παραίτηση από την ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως, αυτή είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 476 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-11-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4988/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ,
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση αναιρεσείοντος από ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως. Προϋποθέσεις παραιτήσεως. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως λόγω παραίτησης του αναιρεσείοντος από αυτήν.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2292/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 698/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Με κατηγορούμενο τον Ζ
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 265/5.8.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και513 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ,την από 6-7-09 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ, κατοίκου ..., κατά της 698/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Ζ για απειλή,[άρθρο 333 ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα:
2-Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι κατ' άρθρο 462 του ΚΠΔ και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 506 του ΚΠΔ προκύπτει ότι την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν α).... και γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάσθηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα, το Δικαστικό συμβούλιο ή το Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου, που το άσκησε.
3-Στην προκειμένη περίπτωση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, στρέφεται κατά της 698/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Κοζάνης, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Ζ για απειλή, [άρθρο 333 ΠΚ],και ασκείται από τον μηνυτή-πολιτικώς ενάγοντα Χ, κάτοικο .... Πλην όμως αυτός δεν καταδικάσθηκε για αποζημίωση και στα έξοδα, ώστε να έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 505 περ.γ του ΚΠΔ, για να ασκήσει αναίρεση κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως.
4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, πρέπει αφενός μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη διότι ασκήθηκε από πρόσωπο στο οποίο ο νόμος δεν παρέχει το δικαίωμα τούτο, αφετέρου δε να καταδικάσει τούτον στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Για τούτο προτείνω
Α-Να απορριφθεί η από 6-7-09 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ, κατοίκου ..., κατά της 698/09 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμ/κείου Κοζάνης, Και
Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 Ε.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται ή ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά το απορρίπτει ως απαράδεκτο και καταδικάζει στα έξοδα εκείνον που το άσκησε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 506 περ. γ του ΚΠΔ, την αναίρεση αθωωτικής απόφασης μπορεί να ζητήσει και ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 698/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου Ζ για απειλή. Με την απόφαση αυτή αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, χωρίς ο εγκαλών πολιτικώς ενάγων (αναιρεσείων) να καταδικασθεί σε αποζημίωση και στα έξοδα. Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, κατ` αυτής της αποφάσεως δεν έχει δικαίωμα αναιρέσεως ο αναιρεσείων (η αντίκλητος του οποίου, δικηγόρος Αθηνών ... ειδοποιήθηκε νομότυπα, όπως προκύπτει από την από 27.10.2009 επισημείωση της αρμοδίας Γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, για να παραστεί στη σημερινή δικάσιμο, αλλά δεν εμφανίσθηκε) και πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρ. 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 3/6.7.2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 698/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για αναίρεση αθωωτικής αποφάσεως από πολιτικώς ενάγοντα απαράδεκτη, αφού αυτός δεν καταδικάστηκε σε αποζημίωση και στα έξοδα. Απορρίπτει αίτηση.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
Αριθμός 2290/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 61128/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαρτίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 83 §1 εδ. α του ν. 3386/2005 "είσοδος, διαμονή κ.λπ. υπηκόων τρίτων χωρών", "ο υπήκοος τρίτης χώρας, που εξέρχεται ή επιχειρεί να εξέλθει από το ελληνικό έδαφος ή εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει σε αυτό χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 87 § 7 εδ. γ του ίδιου νόμου, όποιος κατέχει ή χρησιμοποιεί πλαστό διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται πάντοτε σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 216 §§2 και 1 ΠΚ, κατά τις οποίες τιμωρείται με τις ποινές που αναφέρονται σ` αυτές όποιος "με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες" εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται, ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο, και σκοπός του δράστη με την χρήση του πλαστού εγγράφου, να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 61128/2008 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για παράνομη κατοχή και χρήση πλαστού διαβατηρίου και παράνομη είσοδο στη Χώρα, πράξεις που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, την οποία ανέστειλε για μια τριετία. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη γιατί στις 2.10.2008 1) κατείχε και χρησιμοποίησε πλαστό ταξιδιωτικό έγγραφο και συγκεκριμένα προσήλθε στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και κατείχε την υπ` αριθ. ... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση αδείας διαμονής με τα στοιχεία της, που είχε συμπληρωθεί από άλλον και όχι από τις αρμόδιες Αρχές και 2) επιχείρησε να εξέλθει από το Ελληνικό Έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και, συγκεκριμένα, κάνοντας χρήση της ως άνω πλαστής βεβαίωσης, επιχείρησε να ταξιδέψει με την πτήση ... για Τυφλίδα Γεωργίας. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 2.10.2008, η κατηγορουμένη προσήλθε στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών για να ταξιδέψει με την πτήση ... για Τυφλίδα Γεωργίας, έχοντας στην κατοχή της την με αριθμό... πλαστή βεβαίωση κατάθεσης αίτησης για έκδοση άδειας διαμονής με στοιχεία κατόχου Χ1 γεν. την..., η οποία είχε συμπληρωθεί από άλλο άγνωστο άτομο και όχι από τις αρμόδιες Αρχές, και όπως διαπιστώθηκε από τη Δ/ση Αστυν/σης Αερ/να Αθηνών το έγγραφο αυτό ανήκει σε σειρά κλεμμένων από το Υπουργείο Εσωτερικών και ασυμπλήρωτων εγγράφων, η δε κατηγορουμένη γνώριζε ότι αυτό είναι πλαστό και παρά ταύτα έκανε χρήση τούτου, προκειμένου να ταξιδέψει και να επανέλθει στην Ελλάδα από τη Γεωργία. Αποδεικνύονται από τα παραπάνω τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ποινική υπόσταση των δύο αξιοποίνων πράξεων που της αποδίδονται με το κατηγορητήριο και διαλαμβάνονται κατωτέρω στο διατακτικό".
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του της προβλεπομένης από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρει, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό, ότι η αναιρεσείουσα, με τη χρήση της ως άνω πλαστής βεβαιώσεως, είχε σκοπό να παραπλανήσει τρίτους ούτε αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ο σκοπός αυτός, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 216 §2 ΠΚ, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση.
Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 61128/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για κατοχή και χρήση πλαστού διαβατηρίου και παράνομη έξοδο από τη Χώρα. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς το σκοπό παραπλάνησης και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 § 2 ΠΚ και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2289/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ , κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Καργιώτη, περί αναιρέσεως της 5221/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία "Χ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μπιτσικώκο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 491/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ, κατά την οποία, όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83), προκύπτει ότι, για να υπάρξει απόπειρα του εγκλήματος της απάτης αρκεί ότι το έγκλημα της απάτης δεν συντελέσθηκε μεν, πλην άρχισε η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασής του. Οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και της απόπειρας απάτης συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 των πιο πάνω άρθρων 216 και 386 ΠΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94 και 42 του ΠΚ, γιατί κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως τη απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού (ή νοθευμένου) εγγράφου, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους (216 παρ.3 ΠΚ), όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες διαφορετικές των προηγουμένων ψευδείς παραστάσεις.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5221/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απόπειρας απάτης στο δικαστήριο σε βάρος της εταιρείας "Χ και Σια Ο.Ε.". Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο σε βάρος της παραπάνω εταιρίας, την οποία τέλεσε με όσα, εν γνώσει του, ψευδή ισχυρίσθηκε, για την απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε και προσήγαγε ψευδή αποδεικτικά μέσα, κατά τη συζήτηση της υπ` αριθ. καταθ. ... αγωγής του πρώτου κατά της τελευταίας. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Χ και Σια Ο.Ε.", που εκπροσωπείται από την εγκαλούσα Ζ, όφειλε στον κατηγορούμενο ως τίμημα αγοράς τυροκομικών προϊόντων, για τα οποία είχαν εκδοθεί τα ... τιμολόγιά του, 4.141.505 δρχ., ήδη 12.145 ευρώ, συνολικά. Επειδή η απαίτηση του κατηγορουμένου είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, άσκησε αυτός την με αριθμό καταθέσεως ... αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ενώ εκκρεμούσε η εν λόγω αγωγή και αφού εν τω μεταξύ αποβίωσε την 2.6.2002 ο μέχρι τότε νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και πατέρας της εγκαλούσας Χ, συναντήθηκαν στις 4.10.2003 ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα προκειμένου να ρυθμίσουν τη μεταξύ του κατηγορουμένου και της εταιρίας της εγκαλούσας εκκρεμή διαφορά. Κατά τη συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ τους, όπως σε εξόφληση του επιδίκου χρέους η εγκαλούσα καταβάλει στον κατηγορούμενο 2.000 ευρώ και να του παραδώσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού 5.000 ευρώ εκάστη. Σε εκτέλεση της συμφωνία αυτής η εγκαλούσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο 2.000 ευρώ σε μετρητά και εξέδωσε χάριν καταβολής του υπολοίπου και παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις ... λήξεως την 31.1.2004 και ...ήξεως 28.2.2004 δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 5.000 ευρώ η κάθε μία, πληρωτέες στη Συνεταιριστική Τράπεζα .... Προς απόδειξη της συμφωνίας αυτής ο κατηγορούμενος κατάρτισε την... απόδειξή του στην οποία ανέγραφε ότι έλαβε το ποσό των 12.000 ευρώ (2.000 σε μετρητά και το υπόλοιπο των 10.000 ευρώ με την παράδοση των ως άνω επιταγών) έναντι εξοφλήσεως όλων των απαιτήσεών του, συμπεριλαμβανομένων εκτός από τα ανωτέρω αναφερόμενα 42 και ... τιμολόγια και των τιμολογίων ... και ποσό 38.000 δρχ. που αποτελούσε τίμημα για οκτώ κιλά λιπάζι. Βλέποντας ότι η απόδειξη είχε συμπληρωθεί κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και είχαν περιληφθεί σ' αυτή εκτός των επιδίκων απαιτήσεων και άλλες παλαιότερες απαιτήσεις του κατηγορουμένου, τις οποίες η εγκαλούσα δεν αναγνώριζε ως οφειλόμενες, η τελευταία (εγκαλούσα) αντέδρασε και απείλησε ότι θα καλέσει την αστυνομία. Ενόψει των αντιρρήσεων της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος έσβησε από την απόδειξη τα τελευταία προστεθέντα κατά παράβαση της συμφωνίας στοιχεία (τιμολόγια 191, 166 και ποσό 38.000 δρχ. που αφορούσε οκτώ κιλά λιπάζι) και παρέδωσε το διορθωμένο πρωτότυπο της αποδείξεως υπογεγραμμένο από αυτόν στην εγκαλούσα. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής την 7.10.2003, η εγκαλούσα, ως εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι έναντι της επίδικης αξίωσης είχε καταβάλει μέρος αυτής και χάριν καταβολής του υπολοίπου υποσχέθηκε να εξοφλήσει τις ως άνω μεταχρονολογημένες επιταγές που παρέδωσε στον κατηγορούμενο και ζήτησε την αναβολή εκδόσεως αποφάσεως επί της υποθέσεως μέχρις ότου εξοφληθούν οι επιταγές στη λήξη τους. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού της εγκαλούσας, υπό την ιδιότητα που παρίστατο, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να εξαπατήσει το δικαστήριο για να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της εταιρίας που εκπροσωπούσε η εγκαλούσα, ισχυρίσθηκε ότι η καταβολή εκ μέρους της εγκαλούσας του ανωτέρω ποσού των 2000 ευρώ και η παράδοση των δύο ως άνω επιταγών έγιναν σε εξόφληση παλαιοτέρων χρεών της εναγομένης εταιρίας και όχι των επιδίκων, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο νέα απόδειξη που κατάρτισε εξ υπαρχής ο ίδιος με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που είχε αρχικά εμφανίσει στην εγκαλούσα, συμπεριελάμβανε δηλαδή στις απαιτήσεις του για τις οποίες έγινε η καταβολή των μετρητών και παραδόθηκαν οι δύο επιταγές και αυτές από τα 191 και 166 τιμολόγια και το ποσό των 38.000 δρχ. που δεν αναγνώριζε η εγκαλούσα και είχαν διαγραφεί από την αρχική απόδειξη κατ' απαίτησή της από τον κατηγορούμενο. Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι ο ισχυρισμός του δεν ήταν αληθής και το περιεχόμενο της αποδείξεως που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο ήταν ψευδές, με μοναδικό σκοπό να πείσει το δικαστήριο για την αλήθειά του και συνακόλουθα μετ' απόρριψη της προαναφερομένης ενστάσεως της αναγόμενης εταιρίας να κάνει δεκτή την αγωγή και να αποκτήσει αυτός όφελος με την αναγνώριση εκ μέρους του δικαστηρίου και εκτέλεση στη συνέχεια μιας απαιτήσεώς του που είχε ήδη εξοφληθεί με αντίστοιχη ζημία της εναγομένης εταιρίας που εκπροσωπούσε η εγκαλούσα. Το σκοπό του αυτό δεν τον πέτυχε ο κατηγορούμενος όχι από δική του θέληση αλλά διότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε για τη βασιμότητα του ισχυρισμού που προέβαλε και έκανε δεκτή την αναβλητική εκ του άρθρου 421 ΑΚ ένσταση της εναγομένης εταιρίας και ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου εξοφληθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές που εξέδωσε η εγκαλούσα σε διαταγή του κατηγορουμένου". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42 παρ. 1, 386 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε ευθέως δε ή εκ πλαγίου παραβίασε. Το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού, δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχό του από τον Άρειο Πάγο. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση της κατάθεσης της μοναδικής μάρτυρος πολιτικώς ενάγουσας (που εξετάστηκε χωρίς να ορκισθεί) και των υπολοίπων αποδεικτικών στοιχείων, προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το σκεπτικό της είναι κατά ένα μέρος ταυτόσημο με το διατακτικό, αυτό, όμως, δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της, αφού το διατακτικό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των πραγματικών περιστατικών, που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό, το διατακτικό της απόφασης και το σκεπτικό της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού αυτά αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, αρκεί εκείνα που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να επαρκούν για την αιτιολογία της απόφασης και συνεπώς η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επομένως, ο έκτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με την υπ` αριθ. 23262/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αθωώθηκε για την αποδιδόμενη σ` αυτόν πλαστογραφία με χρήση της από 4.10.2003 απόδειξης των 12.000 ευρώ, την οποία εμφάνισε, κατά τα ανωτέρω, στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπ` αριθ. κατ. ... αγωγής του κατά της εγκαλούσας εταιρείας. Προβάλλει δε, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 216 §§1 και 3 και 386 §1 ΠΚ, γιατί, αφού αθωώθηκε αυτός για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, έπρεπε να κηρυχθεί αθώος και για την πράξη της απόπειρας απάτης, η οποία δεν είναι αυτοτελές έγκλημα, αλλά απορροφάται από την πρώτη. Και ο, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απόπειρα απάτης συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, ενώ, υπό την προϋπόθεση που προαναφέρθηκε, η απόπειρα απάτης θα μπορούσε να απορροφηθεί μόνο από τη χρήση του πλαστού και όχι από την πλαστογραφία. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, ο αναιρεσείων αθωώθηκε για την πλαστογραφία με χρήση της παραπάνω αποδείξεως με το αιτιολογικό ότι δεν είχε τελεσθεί καθόλου πλαστογραφία (και, επομένως, ούτε χρήση πλαστού), γιατί η σύνταξη από ένα ή περισσότερα πρόσωπα και υπογραφή από αυτά με τα δικά τους ονόματα ιδιωτικού συμφωνητικού με οποιοδήποτε ψευδές περιεχόμενο δεν αποτελεί κατάρτιση πλαστού εγγράφου, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για απορρόφηση της απόπειρας απάτης από πράξη που δεν είχε τελεσθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 23262/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, παρουσιάσθηκε η Ζ και δήλωσε προφορικώς, δια του πληρεξούσιο δικηγόρου της Εμμανουήλ Παππά, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (και της συγκατηγορουμένης του Κ που αθωώθηκε) και ζήτησε να υποχρεωθεί και αυτός να της καταβάλει, για την ίδια ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "Χ και Σια Ο.Ε.", χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 10 ευρώ με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της στα πολιτικά δικαστήρια. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία "Χ και Σία Ο.Ε." το ανωτέρω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε η άνω Ζ, υπό την αυτήν ιδιότητα που είχε παραστεί και πρωτοδίκως, και δήλωσε, δια του ειρημένου πληρεξουσίου της δικηγόρου, ότι "παρίσταται, για λογαριασμό της εταιρίας, ως πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση 10 ευρώ που της επιδικάστηκαν και πρωτοδίκως, λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε στην εταιρία η δικαζόμενη πράξη". Η δήλωση αυτή της παθούσας εταιρίας είναι νόμιμη και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει η άδικη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, για την οποία πρόκειται, στην πίστη, το κύρος, τη φήμη και την υπόληψη της εν λόγω εταιρίας. Ούτε ήταν αναγκαίο, εφόσον επαναλήφθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίθηκε στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η περ. γ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Για την ανωτέρω επιδίκαση στην πολιτικώς ενάγουσα της χρηματικής ικανοποιήσεως που ζητήθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού παρέθεσε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι: "Στην προκείμενη περίπτωση από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρασταθείσα πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, εκπροσωπούμενη από την Ζ έπαθε ηθική βλάβη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως αυτού (κατηγορουμένου), που αναφέρθηκαν, το βαθμό του πταίσματός του, την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική θέση των διαδίκων και το βαθμό της αναπτύξεώς του κρίνει, με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής, ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτήν (πολιτικώς ενάγουσα ), ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 10 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, και ως προς το κεφάλαιο αυτό, την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από τη ζημιογόνο συμπεριφορά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την αποκατάσταση της οποίας της επιδίκασε τη χρηματική ικανοποίηση που είχε ζητήσει, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει και ότι η ηθική βλάβη που υπέστη η εταιρία από την αξιόποινη πράξη που τέλεσε σε βάρος της ο αναιρεσείων είχε αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη της έναντι των τρίτων, πράγμα που συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως, προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο, καθ` υπέρβαση εξουσίας, χειροτέρευσε τη θέση του, γιατί τον καταδίκασε για απόπειρα απάτης κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, προσθέτοντας στις νομικές διατάξεις που εφάρμοσε και το άρθρο 13 περ. στ' ΠΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί η προσθήκη αυτή έγινε από φανερή παραδρομή, ενώ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, όπως πρωτοδίκως, χωρίς την προσθήκη καμιάς επιβαρυντικής περιπτώσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2089/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 5221/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ
τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για ελλιπείς αιτιολογίες. Η πλαστογραφία με χρήση και η απόπειρα απάτης συρρέουν αληθώς. Πότε η χρήση του πλαστού απορροφά την απόπειρα απάτης. Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλ. αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος νομικού προσώπου (εταιρείας). Δεν είναι απαραίτητο ούτε για την παράσταση, αλλά ούτε και για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εξειδικεύεται ότι η ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στη φήμη κ.λ.π. έναντι των τρίτων. Δαπάνη υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας.
|
Πολιτική αγωγή
|
Απάτη, Απόπειρα, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2288/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκαλίμη, περί αναιρέσεως της 67/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 471/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 §1 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει του χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου όταν τελείται από τον πλαστογράφο παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και ότι αυτοτέλεια της χρήσης υπάρχει, είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη. Η χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από το δράστη της πλαστογραφίας ή άλλον στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς και να απαιτείται να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε είναι πλαστό ή νοθευμένο και σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, είναι δηλαδή σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 155 §1β του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", "λαθρεμπορία είναι και οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας συνίσταται και στην οποιαδήποτε ενέργεια (πλην των περιπτώσεων των §§1α και 2 του ίδιου νόμου για τις οποίες δεν πρόκειται στην κρινόμενη υπόθεση) που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα. Τέτοια ενέργεια είναι και η υποβολή, κατά τον τελωνισμό των εισαγομένων εμπορευμάτων, πλαστών στοιχείων. Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που εισάγει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 157 §1α του ίδιου νόμου, "η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαίτιου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 67/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα χρήσης νοθευμένου εγγράφου και λαθρεμπορίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών, την οποία ανέστειλε για 3 έτη. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος προέβη την 16.12.2002 στη ... στον τελωνισμό ενός φορτηγού αυτοκινήτου, μάρκας ... τύπου ... με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο είχε αγοράσει ο ίδιος και είχε εισαγάγει από την .... Για τις ανάγκες του τελωνισμού υπέβαλε προς το αρμόδιο Τελωνείο ... την υπ' αριθ. ... ειδική δήλωση, συνοδευόμενη με τον υπ' αριθ. ... τίτλο κυριότητας εκδόσεως από το κράτος προελεύσεως, δηλαδή της .... Ωστόσο αυτός ο τίτλος ήταν νοθευμένος ως προς τα εξής κρίσιμα για την ταυτότητα του αυτοκινήτου στοιχεία του: α] ως προς το μέγιστο μικτό βάρος του οχήματος το οποίο από 3500 kg είχε μεταβληθεί σε 4600 kg, β] ως προς το μέγιστο βάρος του άξονα [1], το οποίο από 1650 kg είχε μεταβληθεί σε 1850 kg και γ] ως προς το μέγιστο βάρος του άξονα [2], το οποίο από 2300 kg, είχε μεταβληθεί σε 2800 kg. Δεν είναι γνωστός εκείνος που διέπραξε τη νόθευση, αν δηλαδή είναι κάποιος εκτελωνιστής, άλλος τρίτος κ.λπ. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος, όταν παρέλαβε το αυτοκίνητο που αγόρασε, καθώς και τον τίτλο κυριότητας που το συνόδευε γνώριζε πολύ καλά περί της νοθεύσεως, διότι η νόθευση έγινε ακριβώς για να εξυπηρετηθούν τα σχέδιά του να επιτύχει έναν εκτελωνισμό με μικρότερο φόρο και συγκεκριμένο μικρότερο τέλος ταξινόμησης. Δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που ωφελούνταν από τη νόθευση των ανωτέρω στοιχείων του τίτλου. Έτσι λοιπόν όταν εν γνώσει των ανωτέρω προσήγαγε προς εκτελωνισμό το όχημά του και παρέδωσε τον τίτλο κυριότητας στα αρμόδια τελωνειακά όργανα ο τίτλος ήταν νοθευμένος πλην των άλλων στοιχείων και ως προς το μέγιστο μικτό βάρος του οχήματος, το οποίο από 3500 kg είχε μεταβληθεί σε 4.600 kg. Με τη μεθόδευση αυτή ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε να πετύχει τον τελωνισμό του οχήματος με χρέωση μειωμένου φόρου και δη τέλους ταξινόμησης. Ο μειωμένος φόρος ανέρχονταν σε ποσοστό 6,5 % επί της τιμολογιακής αξίας του αυτοκινήτου (24.240 HFL ή 11.613 € η τελική φορολογητέα αξία). Ο κανονικός φόρος που θα πλήρωνε, δηλαδή για όχημα μικτού βάρους έως 3500 kg, ανερχόταν σε ποσοστό 33,8 % επί της αξίας αυτής. Αποτέλεσμα της ενέργειάς του ήταν να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από χρηματικό ποσό ίσο με τη διαφορά μεταξύ των δύο φόρων. Τελικά πέτυχε το σκοπό του αφού το εν λόγω όχημα φορολογήθηκε με 754,85 Ευρώ (11.613 € Χ 6,5%), αντί να φορολογηθεί με χρηματικό ποσό 3.925,19 Ευρώ (11.613 Χ 33,8%), με αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να απολέσει τη διαφορά, δηλαδή φόρο ποσού 3.170,34 Ευρώ. Μετά τον τελωνισμό ο κατηγορούμενος μεταβίβασε το ανωτέρω όχημα στον ανύποπτο Ψ, κάτοικο ..., και την 2.6.2003 το εν λόγω αυτοκίνητο έλαβε την πρώτη άδεια κυκλοφορίας με αριθμό .... Η νόθευση διαπιστώθηκε κατά τον ετήσιο τεχνικό έλεγχο του αυτοκινήτου τον Ιανουάριο 2005 και διαπιστώθηκε από την Επιτροπή Επιθεώρησης. Μετά από έρευνα του Τελωνείου ... μέσω της Ιντερπόλ Ολλανδίας, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που παρέσχε και η εταιρία ..., προέκυψε και η νόθευση του τίτλου κυριότητας. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε τα αποδιδόμενα σ' αυτόν αδικήματα της χρήσεως του νοθευμένου τίτλου κυριότητας και λαθρεμπορίας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, όπως στο διατακτικό".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερόμενα περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 §§1,2 του ΠΚ και155 §1β και157 §1α του ν. 2960/2001, τις οποίες και εφάρμοσε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός (αναιρεσείων) κατέθεσε στο Τελωνείο ..., κατά τον τελωνισμό του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου, ως δικαιολογητικό τον αναφερόμενο τίτλο κυριότητας ..., γνωρίζοντας ότι ήταν πλαστός (νοθευμένος), αφού ήταν ο μόνος που ωφελείτο από τη νόθευση των στοιχείων του τίτλου, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμοδίους υπαλλήλους του Τελωνείου ως προς το βάρος του οχήματος, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και προσδιορίζεται με σαφήνεια ο τρόπος τέλεσης της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας, ήτοι η ενέργεια στην οποία προέβη ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος (κατάθεση του παραπάνω νοθευμένου τίτλου), η οποία αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των από αυτό εισπρακτέων φόρων από το εισαγόμενο όχημα, καθώς και το ποσό του φόρου που, εξαιτίας της ενέργειας αυτής, απώλεσε το Ελληνικό Δημόσιο. Η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων όταν παρέλαβε το αυτοκίνητο που αγόρασε, καθώς και τον τίτλο κυριότητας που το συνόδευε, γνώριζε πολύ καλά περί της νοθεύσεως, γιατί η νόθευση έγινε ακριβώς για να εξυπηρετηθούν τα σχέδιά του να επιτύχει έναν εκτελωνισμό με μικρότερο φόρο, δηλαδή αυτός ήταν ο μόνος που ωφελείτο από τη νόθευση των ειρημένων στοιχείων του τίτλου, θεμελιώνει γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ότι τελούσε το έγκλημα της λαθρεμπορίας. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170 §2, 173 §1 και 174§1 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του Εισαγγελέα εγγράφου που δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή εγγράφου που αναφέρεται μεν, αλλά που, για κάποιο νόμιμο λόγο, δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του και χωρίς να αντιλέξει ο κατηγορούμενος στην ανάγνωσή του, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επιφέρει. Οποιαδήποτε δε σχετική ακυρότητα, εφόσον αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, θα μπορούσε να προταθεί ωσότου εκδοθεί απόφαση στον τελευταίο βαθμό, διαφορετικά καλύπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας ανέγνωσε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και "έγγραφο από Ιντερπόλ Ολλανδίας προς Ιντερπόλ Αθήνας" ως έγγραφο, χωρίς ουδεμία αντίρρηση να προβάλει ο εκπροσωπών τότε τον αναιρεσείοντα συνήγορός του στην ανάγνωσή του, ούτε να προτείνει οποιαδήποτε ακυρότητα της ανάγνωσης του εγγράφου αυτού μέχρι να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εντεύθεν και ο σχετικός δεύτερος, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι "οι πληροφορίες είναι μόνο για αστυνομική χρήση" και ότι "για κάθε πληροφορία που χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί από τις δικαστικές αρχές της χώρας σας θα πρέπει να υποβληθεί αίτημα δικαστικής συνδρομής" και, επομένως, αφού δεν έχει ακολουθηθεί η διαδικασία της δικαστικής συνδρομής, το έγγραφο δεν έπρεπε να αναγνωσθεί με αποτέλεσμα να επέλθει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ.1, 3 και 371 παρ.3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ακολουθεί αμέσως συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ' αυτούς και πάλι ο λόγος επί της τυχόν συνολικής ποινής, αφού μία και μόνον απόφαση περί ποινής εκδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 67/2009 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, μετά την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου χρήσης νοθευμένου εγγράφου και λαθρεμπορίας, δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα, προκειμένου να προτείνει για τις επιβλητέες ποινές, η οποία πρότεινε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα φυλάκιση οκτώ (8) μηνών για την πρώτη πράξη και δώδεκα (12) μηνών για τη δεύτερη πράξη, καθώς και να επιβληθεί μια συνολική ποινή φυλάκισης (χωρίς να την καθορίζει). Ακολούθως, έλαβε το λόγο ο συνήγορος που εκπροσώπησε στη δίκη τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, ο οποίος ζήτησε "το ελάχιστο της ποινής, επιμέρους και συνολικής". Στη συνέχεια, εκδόθηκε η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα φυλάκιση έξι (6) μηνών για την πρώτη πράξη και δώδεκα (12) μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, χωρίς να δοθεί εκ νέου ο λόγος στην Εισαγγελέα ως προς τον καθορισμό της συνολικής ποινής. Εξ αυτού, όμως, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, αφού δεν ήταν απαραίτητο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να δοθεί εκ νέου ο λόγος στην Εισαγγελέα επί της συνολικής ποινής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω ελλείψεως ακροάσεως (άρθρο 170 §2 ΚΠΔ), επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στην Εισαγγελέα επί της επιβλητέας συνολικής ποινής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, γιατί, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, του επέβαλε "συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, που αποτελείται από τη βαρύτερη ποινή φυλάκισης των 12 ετών που του επιβλήθηκε για τη δεύτερη πράξη...", ενώ η ποινή άνω των 5 ετών για μια πράξη αποτελεί κάθειρξη και όχι φυλάκιση, μπορούν δε να την επιβάλουν μόνο τα ΜΟΔ, τα ΜΟΕ και τα Εφετεία Κακουργημάτων, όχι και τα Εφετεία Πλημμελημάτων. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως αναφέρθηκε, στον αναιρεσείοντα επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για την πράξη της χρήσης νοθευμένου εγγράφου και φυλακίσεως 12 μηνών για τη λαθρεμπορία και συνολική ποινή φυλακίσεως (12 + 4 = ) 16 μηνών, η δε αναγραφή στη διάταξη για τον καθορισμό συνολικής ποινής ότι "η συνολική ποινή αποτελείται από τη βαρύτερη ποινή φυλάκισης των δώδεκα (12) ετών ..." αντί του ορθού "μηνών" οφείλεται σε φανερή παραδρομή.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2353/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 67/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για χρήση νοθευμένου εγγράφου και για λαθρεμπορία (ενέργεια κατά τον τελωνισμό οχήματος, που αποσκοπούσε να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο των από αυτό εισπρακτέων φόρων - άρθρο 115 § 1 β Ν. 2960/2001) και απόρριψη λόγου αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Ανάγνωση εγγράφου χωρίς να προβληθεί αντίρρηση και απόρριψη του λόγου αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασία στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα και στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του επί της συνολικής ποινής.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή συνολική, Πλαστογραφία, Λαθρεμπορία, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2287/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, περί αναιρέσεως της 1468/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ψ ...
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 427/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της αποφάσεως να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Όταν το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που αυτό επέδειξε και, πάντως, εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προ αυτή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", "διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π. Δ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται, ανελλιπώς καθ` όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ όσον έχει ειδικάς γνώσεις, ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας". Τέλος, στα άρθρα 2 έως 15 του π.δ. 778/1980 "μέτρα ασφάλειας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" προβλέπεται, στα πλαίσια λήψης μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, η χρήση ικριωμάτων (σταθερών, κινητών, μεταλλικών, ξύλινων κ.λπ.) και ο τρόπος κατασκευής και τοποθέτησής τους στην ανεγειρόμενη οικοδομή, ενώ στο άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι "πάσα παράβασις των διατάξεων του παρόντος, διώκεται και τιμωρείται συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 3 του Β. Δ/τος 25.8/5.9.1920 "περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών διατάξεων", ως αύται αντικατεστάθησαν δια του άρθρου 1 εδ. β` του Ν. 2943/22 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως εργατικών τινων νόμων". Στο αυτό β. δ/μα παραπέμπει και η διάταξη του άρθρου 117 του π.δ. 1073/1981 όσον αφορά τις παραβάσεις των διατάξεων εκείνου. Οι κυρώσεις δε του άρθρου 3 του ως άνω β. δ/τος επιβάλλονται, όπως ρητά ορίζεται σ` αυτό, αν δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής αυστηροτέρων διατάξεων του Ποινικού Νόμου, ήδη των προαναφερομένων διατάξεων του ΠΚ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1468/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, ως εκπρόσωπο της εταιρίας "Δομική Ξάνθης ΑΕ" και υπεύθυνο μηχανικό για την επίβλεψη του έργου της ανέγερσης οικοδομής, που ανέλαβε η εταιρία αυτή ως γενικός εργολάβος, (και τον συγκατηγορούμενό του Ψ ως εκπρόσωπο της εταιρίας "... ΑΕ", η οποία ανέλαβε ως υπεργολάβος την τοποθέτηση κουφωμάτων αλουμινίου στην οικοδομή) σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια σε βάρος του ..., πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 7-1-2003 ο παθών ..., εργάζονταν σε οικοδομή που αναγείρονταν σε οικόπεδο που βρίσκονταν στο δεύτερο χιλιόμετρο της Ε.Ο. Ξάνθης Κομοτηνής. Συγκεκριμένα, είχε προσληφθεί ως εργάτης με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας σε προγενέστερο χρόνο από την εταιρία "... ΑΕ", η οποία ανέλαβε ως υπεργολάβος την τοποθέτηση κουφωμάτων αλουμινίου στην παραπάνω οικοδομή κατόπιν ανάθεσης της παραπάνω υπεργολαβίας από την εταιρία "Δομική Ξάνθης ΑΕ", που ανέλαβε την κατασκευή της εν λόγω οικοδομής, ως γενικός εργολάβος και η οποία είχε ορίσει υπεύθυνο μηχανικό για την επίβλεψη του έργου, τον δεύτερο κατηγορούμενο Ψ. Την παραπάνω ημερομηνία, ο παθών και ο βοηθός του ... - μάρτυρας κατηγορίας, εργάζονταν στην οικοδομή αυτή τοποθετώντας ψευτόκασες. Για τις ανάγκες της εργασίας του και ειδικότερα για την τοποθέτηση κουφωμάτων σε φεγγίτες του κτιρίου που βρίσκονταν σε απόσταση τεσσάρων περίπου μέτρων από το έδαφος, ο παθών και ο βοηθός του χρησιμοποίησαν κινητό μεταλλικό ικρίωμα-πύργο, ιδιοκτησίας της εργολάβου εταιρίας με κάτοψη διαστάσεων 2 μ. Χ 1,5 που είχε ως δάπεδο εργασίας ένα μαδέρι πλάτους 25 εκατοστών και μήκους 3 μέτρων χωρίς κουπαστή και ράβδο μεσοδιαστήματος. Κατά την ώρα της εργασίας του, το μαδέρι που αποτελούσε το δάπεδο εργασίας του μεταλλικού ικριώματος, ξέφυγε από το ένα σημείο στήριξης και έπεσε, με αποτέλεσμα και οι δύο εργαζόμενοι να πέσουν στο έδαφος από ύψος 4 μέτρων. Από την πτώση του στο έδαφος ο ως άνω εργάτης τραυματίσθηκε και υπέστη κάταγμα αστραγάλου, κάταγμα πτέρνας (ΔΕ) ποδός, αποτέλεσμα που οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, ο παθών έλαβε την εντολή για την εκτέλεση του παραπάνω έργου από το δεύτερο κατηγορούμενο εκπρόσωπο της υπεργολάβου εταιρίας "... ΑΕ", εν γνώσει και του πρώτου, κατά το χρόνο δε του ατυχήματος απουσίαζαν από το έργο τόσο ο πρώτος των κατηγορουμένων, όσο και ο δεύτερος ο οποίος ήταν ο επιβλέπων μηχανικός που όρισε η εργολάβος εταιρία "Δομική ΑΕ", παρά το γεγονός ότι όφειλαν να παρευρίσκονται στο έργο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 111 του π.δ 1073/1981 "περί εργασίας αρμοδιότητας μηχανικού". Περαιτέρω, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι με τις παραπάνω ιδιότητες, ήταν εκ του νόμου υπόχρεοι να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5,6 και 13 παρ. 6 του ΠΔ 778/1980, σύμφωνα με τις οποίες τα δάπεδα ικριωμάτων που χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι πρέπει να αποτελούνται από τρία τουλάχιστον μαδέρια ελαχίστου πάχους πέντε εκατοστών του μέτρου, συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήντα εκατοστών του μέτρου, επίσης τα δάπεδα εργασίας πρέπει να φέρουν εσωτερικά και εξωτερικά κράσπεδα από σανίδα (θωράκιο) πλάτους δεκαπέντε εκατοστών του μέτρου, σε ύψος ενός μέτρου από το δάπεδο εργασίας και κατά την εξωτερική πλευρά του ικριώματος να τοποθετείται χειρολισθήρας που αποτελείται από διπλοσανίδα, εν τούτοις δεν έλαβαν υπόψη τους τις πιο πάνω επιταγές του νόμου και χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του έργου κινητό μεταλλικό ικρίωμα-πύργο ύψους τεσσάρων μέτρων που ανήκε στην εργολάβο εταιρία "Δομική Ξάνθης ΑΕ", που δεν ήταν ασφαλής κατά τη χρήση του, εξ αιτίας δε των παραπάνω παραλείψεών τους, που οφείλονται σε αμελή συμπεριφορά τους, διότι δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την παράλειψή τους αν και μπορούσαν να το προβλέψουν με βάση τις προσωπικές τους γνώσεις και δυνατότητες, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του προαναφερόμενου εργαζόμενου. Τα ανωτέρω προέκυψαν από την όλη αποδεικτική διαδικασία, αλλά κυρίως από την έκθεση αυτοψίας που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και δεν αναιρείται από την απολογία του παρόντος πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε ότι κατά την ημέρα του ατυχήματος εκτελούνταν εργασίες στην οικοδομή. Επομένως, ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του παθόντος, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του Π.Κ. και των Π.Δ. 1037/1981 και 778/1980 που προπαρατέθηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η στη συγκεκριμένη περίπτωση ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσειόντος που πηγάζει από τη διάταξη του άρθρου 111 του ΠΔ 1073/1981 και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης τήρησης αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα. Επίσης προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του αναιρεσειόντος και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είχε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τη νόμιμη υποχρέωση να παρευρίσκεται στο έργο και να λαμβάνει όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 5, 6 και 13 παρ. 6 του π.δ. 778/1980 ως προς τον τρόπο κατασκευής και τοποθέτησης ικριωμάτων στην ανεγειρόμενη οικοδομή, ώστε να είναι η χρήση τους ασφαλής, και την υποχρέωσή του αυτή παραβίασε με το πιο πάνω αποτέλεσμα. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι μερικότερες αιτιάσεις α)ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου χωρίς να γίνεται αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, β) ότι έγινε αξιολογική επίκληση και εκτίμηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων που κατονομάζονται ειδικά και επιλεκτικά και ότι, ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν εξετίμησε τις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καταθέσεις του παθόντος και του μάρτυρα υπερασπίσεως ..., καθώς και την απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου και του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, και γ) ότι αυθαιρέτως κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι την 7.1.2003 η υπεργολάβος εταιρία θα εκτελούσε εργασίες τοποθέτησης κουφωμάτων είναι αβάσιμες, αφού, όπως αναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, η ενδεχόμενη δε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδείξεων αφορά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, η μερικότερη αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται αν η αμελής συμπεριφορά και οι παραλείψεις του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του ήταν ικανές αυτοτελώς ή απαιτείτο να συντρέχει σωρευτικά η αμελής συμπεριφορά αμφοτέρων ώστε να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, σε περίπτωση δε αυτοτελούς αμελούς συμπεριφοράς θα έπρεπε να αναφέρεται ποια ακριβώς ήταν η παράλειψη του καθενός και σε ποιο βαθμό συνετέλεσε στην επέλευση του αποτελέσματος, είναι αβάσιμη, αφού στην απόφαση διευκρινίζεται ότι η σωματική βλάβη του παθόντος οφειλόταν σε αμέλεια αμφοτέρων των κατηγορουμένων, οι οποίοι, με τις ιδιότητες που αναφέρονται, ήταν εκ του νόμου υπόχρεοι να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ώστε η χρήση των ικριωμάτων στην οικοδομή να είναι ασφαλής. Από το αναφερόμενο δε στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η εργολάβος "Δομική ΑΕ" είχε ορίσει υπεύθυνο μηχανικό για την επίβλεψη του έργου τον Ψ, ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν ο εκπρόσωπος της υπεργολάβου εταιρείας "... ΑΕ", δεν δημιουργείται καμιά ασάφεια και καμιά σύγχυση ως προς το ποιος ήταν ο επιβλέπων μηχανικός και ποιος ο υπεργολάβος, αφού στο διατακτικό διευκρινίζεται ότι ο αναιρεσείων ήταν εκπρόσωπος της γενικής εργολάβου "Δομική Ξάνθης ΑΕ" και υπεύθυνος μηχανικός για την επίβλεψη του έργου, ενώ ο συγκατηγορούμενός του Ψ ήταν εκπρόσωπος της υπεργολάβου "... ΑΕ", διευκρινίζεται, δηλαδή, ότι και οι δύο ήταν επιβλέποντες και υπεύθυνοι για την επίβλεψη του έργου και, επομένως, είχαν και τις ίδιες ευθύνες και η περί του αντιθέτου μερικότερη αιτίαση είναι αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 1985/2009) αίτηση του Χ την αναίρεση της υπ` αριθ. 1468/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια (υπεύθυνο μηχανικό για την επίβλεψη του έργου ανέγερσης οικοδομής). Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την λήψη μέτρων ασφαλείας για την πρόληψη ατυχημάτων από τη χρήση ικριωμάτων κατά τα άρθρα 14 §§ 5 και 6 και 13 § 6 του π.δ. 1073/12/16-9-1981 και 111 του π.δ. 1073/1981. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2285/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ρίζο, περί αναιρέσεως της 3166/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1502/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος, που προστατεύεται από τον νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί και η παράδοση, ως και η αποστολή του πλαστού εγγράφου σε τρίτους, ανεξαρτήτως αν αυτό έγινε με αμοιβή ή όχι, για να παραπλανηθεί άλλος με τη χρήση του σε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Η χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου με γνώση της πλαστότητας από τον τρίτο τιμωρείται κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Ως έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13γ'του ίδιου Κώδικα, θεωρείται και ο αριθμός πλαισίου, που είναι χαραγμένος στο αυτοκίνητο, για να προσδιορίζει την ταυτότητα του, σε σχέση με κάθε άλλο αυτοκίνητο (ΟλΑΠ 180/1990), ενώ, η αφαίρεση αριθμού πλαισίου αυτοκινήτου και η ενσωμάτωση του σε άλλο, με τον σκοπό να παραπλανήσει τρίτον, για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, συνιστά πλαστογραφία με χρήση.- Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 467/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ στις 22.5.2002 στις ... νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, διατηρώντας γραφείο, μεταβιβάσεως αυτοκινήτων και έχοντας στην κατοχή του το υπ' αριθ. .... όχημα ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορουμένου Ζ που του το παραχώρησε προκειμένου να αλλάξει κινητήρα, αυτός προέβη στην αλλοίωση του αριθμού πλαισίου, αποσβένοντας μέρος αυτού, ώστε να απομείνει και να διακρίνονται μόνο τα 3 πρώτα γραμματικά στοιχεία ... και έτσι ενώ ο πραγματικός αριθμός πλαισίου ήταν...εμφανιζόταν εν τέλει ο αρ. ... Κατόπιν έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου παραδίδοντας στον ιδιοκτήτη του οχήματος τούτο με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία, επιδιώκοντας έτσι να παραπλανήσει τις αστυνομικές αρχές σε τυχόν έλεγχο, ότι το όχημα κυκλοφορεί νόμιμα και είναι το ίδιο που αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας. Κατά συνέπεια πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος". Με τις εν λόγω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις, από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, που εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως.- Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, καθόσον με αυτές προβάλλεται ότι δεν έγινε σωστή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες, διότι με την πρόφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και εν όψει τού ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. ΚΠοινΔ.).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Απορρίπτει την από 9-9-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 3.166/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. Ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου αποτελεί έγγραφο. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2284/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Προυσανίδη, περί αναιρέσεως της 2432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον "ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΑΧΙΝΟΥ", που εδρεύει στον Αχινό Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1720/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 375 τταρ.1 Π Κ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του Π Κ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) ο δράστης να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) ο δράστης να ενήργησε προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα τούτο είναι αφηρημένης διακινδυνεύσεως, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή, αλλά αρκεί και η δικονομική, λόγω δυσχεράνσεως της αποδείξεως με άλλα μέσα και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τις παραπάνω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν στην απόφαση, εκτός άλλων, δεν προσδιορίζονται οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως υπάρχει όταν, προκειμένου περί εγγράφων, στα οποία, ως αναγνωσθέντα αποδεικτικά στοιχεία, στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν προσδιορίζεται στο σκεπτικό της αποφάσεως σε συνδυασμό με τα πρακτικά αυτής η ταυτότητα των εγγράφων αυτών κατά τρόπο ώστε να προκύπτει ποια είναι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2432/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα ως υπαίτια των εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπεξαγωγής εγγράφων σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία. Για να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική του κρίση του Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2432/2008 αποφάσεως του τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Α) Η κατηγορουμένη στον ..., κατά το έτος ... και σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα κατά την προανάκριση ημερομηνία, ως λογίστρια του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΧΙΝΟΥ", με την προαναφερόμενη ιδιότητα της, ενώ έλαβε στην κατοχή της και για λογαριασμό του ανωτέρω αγροτικού συνεταιρισμού το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας τίμημα από ποσότητα λιπασμάτων, που αγόρασαν τα μέλη του ανωτέρω συνεταιρισμού, ήτοι 9.000.000 δραχμές, το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το παραπάνω χρηματικό ποσό (9.000.000 δραχμών) η κατηγορουμένη το παρακράτησε και δεν το απέδωσε στον παραπάνω συνεταιρισμό, παρά τις επανειλημμένες έκτοτε οχλήσεις των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, για την απόδοση του, αλλά το ενσωμάτωσε στην ατομική της περιουσία σαν δικό της αγαθό. Το αντικείμενο δε αυτό της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Β) Η κατηγορουμένη στον ανωτέρω τόπο και κατά τον μήνα ..., ενώ είχε στην κατοχή της λόγω της ιδιότητας της ως λογίστριας του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΑΧΙΝΟΥ" βιβλία, έγγραφα και παραστατικά του εν λόγω συνεταιρισμού, ήτοι το γενικό ημερολόγιο, το καθολικό, το βιβλίο πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου και των γενικών συνελεύσεων, μητρώο μελών, βιβλίο απογραφών και ισολογισμού, παραστατικά πώλησης εφοδίων, συμβάσεων δανείων, πληρωμών των παραγωγών προς τον συνεταιρισμό, απέκρυψε αυτά, τοποθετώντας τα σε σημείο μη προσιτό από τα μέλη του εγκαλούντος αγροτικού συνεταιρισμού, κατά τρόπο που η χρησιμοποίηση τους έγινε ανέφικτη. Ο δε σκοπός της ήταν να βλάψει τον ανωτέρω εγκαλούντα αγροτικό συνεταιρισμό, καθώς αποστερήθηκε τη χρήση των παραπάνω εγγράφων και βιβλίων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κατηγορουμένη τέλεσε τα πλημμελήματα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το έτος ...και της υπεξαγωγής εγγράφου το έτος ....
Συνεπώς, αφού απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης της κατηγορουμένης περί της παραγραφής του αξιοποίνου του πλημμελήματος της υπεξαίρεσης, ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από το χρόνο τέλεσης αυτού (...) μέχρι την επίδοση στον κατηγορούμενο στις 7.7.2006 του κλητηρίου θεσπίσματος για εμφάνιση του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για τη διωκόμενη πράξη, δεν παρήλθε ο χρόνος της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 παρ. 1 και 3 του ΠΚ πενταετίας, πρέπει να κηρυχθεί η κατηγορούμενη ένοχος των πράξεων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι α) δεν διευκρινίζεται αν η πώληση όλης της ποσότητας λιπασμάτων έγινε τοις μετρητοίς ή επί πιστώσει και πόσα χρήματα εισεπράχθησαν, β) δεν διευκρινίζεται ποιες επί μέρους πωλήσεις έγιναν τοις μετρητοίς και ποιες έγιναν επί πιστώσει και γ) δεν διευκρινίζεται πόση ήταν η ποσότητα που πουλήθηκε είναι αβάσιμες, διότι για την πληρότητα της αποφάσεως δεν απαιτούνται οι ως άνω διευκρινίσεις, αφού με σαφήνεια αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έλαβε στην κατοχή της για λογαριασμό του συνεταιρισμού το τίμημα των 9.000.000 δραχμών. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οχλούσαν την αναιρεσείουσα από το έτος ... για την απόδοση του ποσού των 9.000.000 δραχμών και εκείνες που προβάλλονται με τον δεύτερο από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα δεν είχε δόλο και σκοπό να βλάψει τον Συνεταιρισμό και ότι δεν αιτιολογείται πώς το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι τα επίδικα έγγραφα δεν υπάρχουν στα κλειδωμένα συρτάρια του συνεταιρισμού είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος η αιτίαση που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο ότι η πληττόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, χωρίς να αναφέρεται η ταυτότητα τους είναι αβάσιμη, διότι από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι αναφέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή της 15/11/1/2007 εκκαλούμενης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, από δε τη μνεία στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως "...από την ανάγνωση πρακτικών της εκκαλούμενης απόφασης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής..." προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όχι άλλα έγγραφα, η ως άνω δε αναφορά "και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής" έγινε από προφανή παραδρομή, αφού άλλα έγγραφα δεν αναφέρονται στα πρακτικά, ούτε της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε και σε εκείνα της πρωτοβάθμιας δίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή και εκείνων επισκόπηση από το Δικαστήριο τούτο. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ,' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 2432/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση - υπεξαγωγή εγγράφων. Λόγος αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Οι αιτιάσεις που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπεξαίρεση, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
Αριθμός 2286/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν.Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 26/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με κατηγορούμενους τους: 1,..., 2. ... 3. ..., 4. ..., 5. ..., 6.... και 7. ..., που δεν παραστάθηκαν.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, κάτοικο εν ζωή ..., ο οποίος απεβίωσε και που στο ακροατήριο παραστάθηκαν ως νόμιμοι κληρονόμοι οι: ..., ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Τζούλη.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμ. 26/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 44/23-7-2007 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1352/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξουσία δικηγόρο των πολιτικώς εναγόντων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητα του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Εξ άλλου, το άρθρο 216 του Ποινικού Κώδικα ορίζει, στην μεν παράγραφο 1 ότι "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", στη δε παράγραφο 2 ότι "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, β) ότι αυτοτέλεια της χρήσεως υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο, είτε από τον πλαστογράφο και γ) ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο, παύει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, από το οποίο και απορροφάται. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και στη γνώση του ότι το χρησιμοποιηθέν έγγραφο είναι πλαστό ή νοθευμένο, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του εγγράφου αυτού άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου), με την 26/2007 απόφαση του, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στις 28 Ιουνίου 2007, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7) ..., για χρήση πλαστού εγγράφου από κοινού και απάτη επί δικαστηρίου από κοινού. Για να στηρίξει το Τριμελές Εφετείο την αθωωτική του κρίση δέχθηκε ότι "από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, σε συνδυασμό με τις απολογίες των παρόντων κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 3η Μαΐου 2002 στο Ειρηνοδικείο Ικαρίας συζητήθηκε η από 12.2.2002 διεκδικητική αγωγή του μηνυτή Ψ1. Μεταξύ των άλλων εγγράφων, οι κατηγορούμενοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν το από Σεπτεμβρίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο είχε αποτυπωθεί η επίδικη έκταση, η οποία βρισκόταν στην περιοχή "... . Το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα φέρεται να είχε συνταχθεί από τον Μ1, αρχιτέκτονα - μηχανικό, κάτοικο ..., ενόψει συμβολαιογραφικής πράξεως διανομής μείζονος ιδιοκτησίας των κληρονόμων .... Όμως, το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι ήταν πλαστό, διότι η υπογραφή τού φερόμενου ως συντάξαντος τούτο δεν ήταν γνήσια, αλλά πλαστή και είχε χαραχθεί με ελεύθερη απομίμηση της υπογραφής του, όπως επίσης και τα αποτυπώματα των σφραγίδων, οι οποίες δεν ήταν γνήσιες και δεν χρησιμοποιούνταν από τον αρχιτέκτονα - μηχανικό Μ1, αλλά άλλες. Τούτο δέχεται και ο γραφολόγος ... στην από ... έκθεσή του, η οποία αναγνώσθηκε. Εξάλλου, ο Μ1 στην από Νοεμβρίου 1998 αναγνωσθεισα υπεύθυνη δήλωσή του βεβαιώνει ότι δεν είναι ο συντάκτης του επίμαχου τοπογραφικού διαγράμματος και μάλιστα σημειώνει ότι ουδέποτε είχε μεταβεί στην επίδικη περιοχή. Το πιο πάνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος μηνυτή, όπως και το κατ' έφεση Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι είναι κάτοικοι ..., δεν φέρονται αναμεμειγμένοι στην υπόθεση της σύνταξης του τοπογραφικού και από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ποιος υπέδειξε τα όρια στο συντάκτη του πλαστού τοπογραφικού. Επειδή με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προεκτέθηκαν το δικαστήριο δεν πείθεται για την ενοχή των κατηγορουμένων για την οποία αμφιβάλλει. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν αυτοί αθώοι των αξιοποίνων πράξεων, οι οποίες τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι η απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν διευκρινίζεται αν οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ή όχι ότι το αναφερόμενο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ήταν πλαστό όταν το προσκόμισαν ενώπιον του δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη δίκη.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 26/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου), με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ... και 7)..., για χρήση πλαστού εγγράφου από κοινού και απάτη επί δικαστηρίου από κοινού. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Γίνεται δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά αθωωτικής αποφάσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
Αριθμός 2291/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... , 2) Χ2 και 3) Χ3, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2499/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ...,6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ..., 15) ..., 16) ..., 17) ..., 18) ..., 19) ..., 20) ..., 21) ..., 22) ..., 23) ..., 24) ..., 25) ..., 26) ..., 27) ..., 28) ..., 29) ..., 30) ... και 31) ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Μαΐου 2009, 11 Ιουνίου 2009 και 11 Ιουνίου 2009 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/2009.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 278/14.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, την προκείμενη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το με αριθμό 2499/2008 βούλευμα παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και τους κατηγορουμένους 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για να δικασθούν ως υπαίτιοι: ο πρώτος για απάτη στο δικαστήριο σε απόπειρα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα τα 150.000 €, της ηθικής αυτουργίας και της συνεργείας με ψευδή βεβαίωση κατ'εξακολούθηση με σκοπό αθεμίτου οφέλους και ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα τα 150.000 €, της απάτης κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα τα 150.000 € κλπ, ο δεύτερος για άμεση και απλή συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους με βλάβη τρίτων και του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία το όφελος που επεδίωκε και η ζημία που απειλήθηκε υπερβαίνουν τα 150.000 €, της απλής συνδρομής σε απάτη κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την οποία η ζημία που προκλήθηκε και απειλήθηκε στο Δημόσιο υπερβαίνει τα 150.000 € κλπ και ο τρίτος για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό το αθέμιτο όφελος και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα τα 150.000 €, απάτη κατ'επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με ζημία υπερβαίνουσα τα 150.000 € κλπ (παρ. των άρθρων 46 παρ. 1αβ, 47 παρ. 1, 242 παρ. 1,3 386 παρ. 1 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1-3 Ν. 1608/1950).
ΙΙ. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2 και Χ3, άσκησαν με δηλώσεις τους στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών τις με αριθμούς 105/25-5-2009, 129/11-6-2009 και 131/11-6-2009 αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως (βλ. σχετικές εκθέσεις).
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. 3,4 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 7 του Ν. 1737/1987 "στα εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, η περάτωση της κυρίας ανάκρισης κηρύσσεται από το Συμβούλιο των Εφετών. Διά τον σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο Συμβούλιο Εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εφετών, να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως, προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που της δόθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το Συμβούλιο κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης κρίνει, ότι δεν θεμελιώνεται το προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του Ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Στην τελευταία περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών οφείλει, αφού δώσει, με βάση τα περιστατικά, που κατά την κυριαρχική εκτίμησή του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, να παραπέμψει τον κατηγορούμενο για να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη αυτή, το δε σχετικό βούλευμα που θα εκδοθεί δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ 541/2008, 2240/2006, 1389/2006).
ΙV. Στην κρινόμενη περίπτωση, το προσβαλλόμενο με αριθμό 2499/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, παραπέμπει όπως προαναφέρθηκε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω κακουργηματικών πράξεων οι οποίες τελέσθηκαν με την συνδρομή των επιβαρυντικών διατάξεων του Ν. 1608/1950. Ως εκ τούτου το προσβαλλόμενο βούλευμα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι αμετάκλητο μη υποκείμενο σε αναίρεση.
Κατά συνέπεια, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, ως στρεφόμενες κατά βουλεύματος μη υποκειμένου στο ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Σχετικά με την από 23 Ιουνίου 2009 αίτηση του εκ των αναιρεσειόντων Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιόν Σας, εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο πρόκειται να κηρυχθεί απαράδεκτο μετά από σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, καλείται ο διάδικος ο οποίος άσκησε το ένδικο μέσο ή ο αντίκλητός του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο. Ως εκ τούτου η κρινόμενη αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι ο αιτών θα κληθεί στο Συμβούλιό Σας, για να εκθέσει τις απόψεις του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι με αριθμούς 105/25-5-2009, 129/11-6-2009 και 131/11-6-2009 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1, Χ2 και Χ3, αντίστοιχα, κατά του με αριθμό 2499/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να απορριφθεί η από 23/6/2009 αίτηση του εκ των αναιρεσειόντων Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και
3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα 19 Ιουνίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι όταν εισάγεται αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο) για να απορριφθεί, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, ως απαράδεκτη, γιατί ασκείται κατά βουλεύματος για το οποίο δεν συγχωρείται, τυχόν αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση προς προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών του αλυσιτελώς υποβάλλεται, αφού ο αναιρεσείων ειδοποιείται υποχρεωτικά για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγονται στο Δικαστήριο αυτό, που συνεδριάζει ως Συμβούλιο, οι αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση του υπ' αριθ. 2499/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για να απορριφθούν, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, ως απαράδεκτες. Όπως δε προκύπτει από την από 20.10.2009 επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες κλήθηκαν να προσέλθουν και να εκθέσουν τις απόψεις τους στο Συμβούλιο τούτο, αλλά δεν εμφανίσθηκαν. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το αίτημα του από αυτούς Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, που υποβάλλεται με το από 22.6.2009 υπόμνημά του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς υποβαλλόμενο. Κατά το άρθρο 308 παρ.1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.7 του ν.1738/1987, στα προβλεπόμενα από το άρθρο 1 του ν.1608/1950, όπως αντικ. με τα άρθρα 4 παρ.5 του ν. 1738/1987 και 4 παρ.3 εδ. α' του ν.2408/1996, εγκλήματα, η περάτωση της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών. Για το σκοπό αυτό η δικογραφία διαβιβάζεται αμέσως μετά την τελευταία αναιρετική πράξη στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν κρίνει ότι η ανάκριση δεν χρειάζεται συμπλήρωση, την εισάγει με πρότασή του στο συμβούλιο εφετών που αποφαίνεται αμετακλήτως ακόμη και για τα συναφή πλημμελήματα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αρμοδιότητα του συμβουλίου εφετών να αποφαίνεται σε μία τέτοια περίπτωση αμετακλήτως προσδιορίζεται από το χαρακτήρα της αξιόποινης πράξης, που δόθηκε από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών με την άσκηση της ποινικής δίωξης και από τον ανακριτή με την απαγγελία της σχετικής κατηγορίας, υφίσταται δε και όταν το συμβούλιο, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, κρίνει ότι δεν θεμελιώνεται προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του ν. 1608/1950 έγκλημα, αλλά άλλο έγκλημα, υπαγόμενο στις κοινές ποινικές διατάξεις, όπως όταν κριθεί ότι η αξιόποινη πράξη δεν στρέφεται κατά του Δημοσίου ή άλλων νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950. Στην περίπτωση αυτή, το συμβούλιο εφετών οφείλει, αφού δώσει με βάση τα περιστατικά που κατά την κυριαρχική εκτίμησή του προέκυψαν, τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, να παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο τον κατηγορούμενο, για να δικαστεί για την πράξη αυτή, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκε από τούτο, το σχετικό δε βούλευμά του, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης του νόμου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, στο πρόωρο αυτό στάδιο της προδικασίας, κατά του βουλεύματος, που αποφαίνεται μόνο για την παραπομπή του σε δίκη, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί το δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου έχει πλήρως εξασφαλισθεί αφού, ακόμη και στο στάδιο της προδικασίας, παρέχεται σ' αυτόν ανεμπόδιστα η δυνατότητα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και να υποβάλει τις αντιρρήσεις του ή τα αιτήματά του σε θέματα που ανακύπτουν στη διάρκεια της ανάκρισης ή να ζητήσει την κήρυξη ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (άρθρα 171 παρ.1, 285 ΚΠΔ). Έτσι, με τη θέσπιση των διατάξεων αυτών έχει εξασφαλίσει στο στάδιο αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που καθιερώνεται στο πιο πάνω άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, το οποίο, όμως, δεν καθιερώνει παραλλήλως υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για τη θέσπιση και ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου. Πολύ περισσότερο, ο αποκλεισμός του κατηγορουμένου από το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά του εν λόγω βουλεύματος δεν αντίκειται στο άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.1705/1987), ούτε στο άρθρο 14 παρ.5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997), δεδομένου ότι οι ανωτέρω διατάξεις αναφέρονται στο δικαίωμα επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής απόφασης ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή. Τέλος, η ως άνω απαγόρευση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, που αναγνωρίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος, αφού οι δικονομικοί νόμοι αποτελούν νόμους δημοσίου χαρακτήρα, που εκφράζουν άμεσα γενικά και δημόσια συμφέροντα για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων αυτών και, εκτός εναντίας διατάξεως, έχουν άμεση από της ισχύος τους εφαρμογή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. που προπαρατέθηκε, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται, και εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, όπως είναι και το αμετάκλητο βούλευμα, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο, το κηρύσσει απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 2499/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, μεταξύ άλλων, και τους αναιρεσείοντες για να δικασθούν α) ο Χ1 για απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα στο δικαστήριο σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, ηθική αυτουργία και άμεση συνέργεια σε ψευδείς βεβαιώσεις κατ' εξακολούθηση με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, κατ' εξακολούθηση ηθική αυτουργία σε πλαστογραφίες και σε άμεση συνέργεια σε πλαστογραφίες με σκοπό αθεμίτου οφέλους αυτού και τρίτου και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφου με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους αυτού και τρίτου και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους αυτού και τρίτου και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και συμμορία, β) ο Χ2 για άμεση και απλή συνέργεια σε ψευδείς βεβαιώσεις με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους και βλάβη τρίτων και του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία το όφελος που επεδίωκε και η ζημία που απειλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 €, άμεση συνέργεια σε απάτη κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε και απειλήθηκε στο Ελλ. Δημόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 €, απλή συνέργεια σε απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και συμμορία και γ) ο Χ3 για κατ' εξακολούθηση ηθική αυτουργία και άμεση συνέργεια σε ψευδείς βεβαιώσεις με σκοπό τον πορισμό αθεμίτου οφέλους και αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 €, απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και συνήθεια σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου με ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 € και συμμορία (για παραβάσεις, δηλαδή, των άρθρων 13 εδ. α, γ και στ, 42§§1 και 2, 46§1 α, β, 47§§1 και 2, 94§1, 98§§1 και 2, 187§3 εδ. α, 216, 220, 242§§1,3, 386§§1 και 3 ΠΚ, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με άρθρο 1§§1 - 3 ν. 1608/1950, όπως ισχύει). Το βούλευμα αυτό, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδάφιο τελ. του ΚΠΔ, όπως ισχύει, είναι αμετάκλητο και, επομένως, δεν υπόκειται σε αναίρεση, ο αποκλεισμός δε του δικαιώματος της ασκήσεως από τους κατηγορουμένους του ενδίκου αυτού μέσου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, που αναγνωρίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος, και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το από 22.6.2009 αίτημα του αναιρεσείοντος Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 105/25.5.2009, 129/11.6.2009 και 131/11.6.2009 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση του υπ' αριθ. 499/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικό έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2009.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτες οι αναιρέσεις. Στρέφονται κατά παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, για εγκλήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 Ν.1608/50 και για τα οποία αποφαίνεται αμετάκλητα το ως άνω Συμβούλιο (άρθρο 308 § 1 εδ. γ΄ ΚΠΔ). Η τελευταία διάταξη δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος ούτε είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας που αναγνωρίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος. Αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης αλυσιτελώς υποβάλλεται όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Καταχραστές Δημοσίου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ε.Σ.Δ.Α., Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Καταχραστές Δημοσίου.
| 2
|
Αριθμός 2282/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου, για αναίρεση της 80/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουρή.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 797/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ), τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, το δικαστήριο των εφετών συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή τους και δύο εφέτες. Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 Α' γ του Ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου, αναπληρώνεται από άλλον δικαστή της ίδιας συνθέσεως ή του ίδιου δικαστηρίου. Τέλος, κατά το άρθρο 17 του ίδιου νόμου, στα δικαστήρια για τα οποία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε τουλάχιστον δικαστών, όπως μεταξύ άλλων και του Εφετείου Αθηνών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ως προεδρεύοντες δε των τριμελών εφετείων μπορεί να ορίζονται εφέτες, κατά τις υπηρεσιακές ανάγκες και δυνατότητες. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση του τριμελούς εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη, που ορίσθηκε με κλήρωση, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του προέδρου εφετών. Επομένως, ο σχετικός αντίθετος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου για τον λόγο ότι δεν μνημονεύει το κώλυμα του Προέδρου Εφετών Αθηνών για να δικαιολογηθεί η αναπλήρωσή του από εφέτη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46, του ΚΠΔ, αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ. 2, και 3. Κατά δε τις διατάξεις των παρ. 2, και 3 του άρθρου 42 ΚΠΔ, η μήνυση εκτός από τον εισαγγελέα υποβάλλεται και στους ανακριτικούς υπαλλήλους είτε από τον ίδιο τον μηνυτή είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Αν η μήνυση έγινε σε ανακριτικό υπάλληλο αυτός τη στέλνει χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο για την ποινική δίωξη εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο. Η μη τήρηση της διάταξης της παρ. 2 με την οποία καθορίζεται ο τρόπος εγχειρήσεως της μηνύσεως δεν δημιουργεί ακυρότητα. Περαιτέρω ο ορθός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης που τέλεσε ο κατηγορούμενος και επομένως και του διωκομένου κατ' έγκληση εγκλήματος, όπως είναι και το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από το άρθρο 363 ΠΚ έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 368 § 1 ΠΚ) προσδίδεται κατά την άσκηση μεν της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα που άσκησε αυτή κατά την εκδίκαση δε της υπόθεσης από το δικαστήριο. Υπάρχει δε έγκληση και δεν δημιουργείται λόγω ελλείψεως αυτής ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της υπέρβασης εξουσίας, αν η αξιόποινη πράξη είναι η ίδια, ως ιστορικό γεγονός έστω και αν στην έγκληση δεν αναφέρονται τα απαιτούμενα στοιχεία για τον ορθό χαρακτηρισμό της. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας επιτρεπτά επισκοπούμενα προκύπτει ότι ως ιστορικά γεγονότα αναφέρονται σ' αυτά από τους παθόντες Μ1 και Ψ1 ότι οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης ενώπιον των αστυνομικών οργάνων που αναφέρονται στην κατ' αυτών μήνυση της κατηγορουμένης και στην υποβληθείσα κατά του Μ1 έγκλησή της και αφορούσαν αξιόποινες πράξεις αυτών, ήταν ψευδείς.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας με την αιτίαση ότι στις μηνύσεις (εγκλήσεις) που υπέβαλαν οι Ψ1 και Μ1, πλην της δήλωσης πολιτικής αγωγής, δεν αναφέρουν ότι τα γεγονότα τα οποία ανέφερε η αναιρεσείουσα στις μηνύσεις της ήταν γι' αυτούς δυσφημιστικά, είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο καθόσον οι ενώπιον των αστυνομικών οργάνων καταγγελθείσες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες και καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, ήταν και για το πρόσωπο αυτών δυσφημιστικές, αφού ο χαρακτηρισμός αυτός ανήκε στον ασκήσαντα την ποινική δίωξη εισαγγελέα, η περιεχομένη δε σ' αυτά δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής εκφράζει την βούληση τους, ως αμέσως από τις αξιόποινες σε βάρος τους πράξεις παθόντων, χωρίς ν' απαιτείται για την αξιούμενη από τη διάταξη του άρθρου 42 ΚΠΔ έγκληση, διατύπωσή της κατά πανηγυρικό τρόπο.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 59 του ΚΠΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη απ' αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς τη προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του. Ειδικότερη εκδήλωση του υποχρεωτικού της αναβολής της δίκης αποτελεί η διάταξη του άρθρου 366 § 2 του ΠΚ σύμφωνα με την οποία αν στις περιπτώσεις των άρθρων 363, 363, 364 και 365, το γεγονός που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση, έως το τέλος της ποινικής δίωξης. Εξ άλλου κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την αναστολήν της ποινικής δίωξης σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόλυτη ακυρότητα που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠΔ προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης, ενώ η μή αναβολή της δίκης για συνεκδίκαση με άλλη συναφή δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά ο συνήγορος της αναιρεσείουσας υπέβαλε αποκλειστικά και μόνο αίτημα αναβολής της δίκης για το λόγο ότι στις 11-1-2008, δικάζεται συναφής υπόθεση με εμπλεκώμενους τους Μ1 και Ψ1, το οποίο και απέρριψε το Εφετείο με την αιτιολογία ότι οι διάδικοι εμπλέκονται σε πολλές ποινικές δίκες, αλληλομηνυόμενοι και για την ασφαλέστερη διάγνωση της κρινόμενης υπόθεσης δεν κρίνεται σκόπιμη η αναβολή της προς συνεκδίκαση με άλλη υπόθεση των διαδίκων" και όχι αίτημα αναστολής της ποινικής διαδικασίας κατ' άρθρο 366 § 2 ΠΚ.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναστολής της ποινικής δίκης κατ' άρθρο 366 § 2 ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 366 § 1 εδ. β', με την αιτίαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση όσον αφορά την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης την με αριθμό 6477/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία απαλλάχθηκαν οι εγκαλούντες για τις καταγγελθείσες απ' αυτή αξιόποινες πράξεις, χωρίς η απόφαση αυτή να έχει καταστεί αμετάκλητη, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν αμφισβητήθηκε το αμετάκλητο της απόφασης αυτής.
ΙΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 80/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια της στα ... και επί της οδού ...πολυκατοικίας, όμορα προς την οποία και με αριθμό ... της ίδιας οδού άρχισε να ανεγείρεται από τον Σεπτέμβριο του 2002 πολυκατοικία με εργολάβο, κατασκευαστή τον Μ1 και επιβλέπονται μηχανικό τον Ψ1. Μεταξύ της κατηγορουμένης και των εν λόγω κατασκευαστών δημιουργήθηκαν προβλήματα, με κλήση και ενέργεια αυτοψίας από την πολεοδομία, με διακοπή εργασιών, με υποβολή μηνύσεως για παράβαση κανόνων οικοδομικής και διατάραξη οικιακής ειρήνης από την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κατά των προαναφερθέντων και την έκδοση σε πρώτο βαθμό καταδικαστικής και απαλλακτικής αποφάσεως αντίστοιχα (βλ. Αναγν. 66897/2003 απόφ. Τριμ. Πλημ. Αθηνών και 10094/03 απόφ. Μον. Πλημ. Αθηνών). Η μήνυση αυτή αφορούσε σε επικαλούμενα περιστατικά της 9-4-2003 και η υποβολή της είχε ως συνέπεια την διακοπή των εργασιών της ρίψεως σκυροδέματος στην οροφή του πέμπτου ορόφου, οι οποίες συνεχίστηκαν στις 16-4-2003. Η κατηγορουμένη ενώ είχε ριχθεί κατά το ήμισυ η πλάκα του πέμπτου ορόφου περί τις 8.30 η ώρα προσπάθησε να δημιουργήσει επεισόδιο, αποβλέποντας στη διακοπή των εργασιών και προκάλεσε φθορές στον ξυλότυπο (καδρόνια της κολώνας) και έβγαλε φουρκέτες. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να υποβληθεί εις βάρος της μήνυση την ίδια ημέρα για απειλή, εξύβριση, φθορά ξένης ιδιοκτησίας καθώς και για σωματική βλάβη από τον εργαζόμενο .... Η κατηγορουμένη γύρω στις 10.30 ώρα πήγε στο Α/Τ ...και υπέβαλε μήνυση, στην οποία ανέφερε ότι ο κατασκευαστής Μ1 και ο πολιτικός μηχανικός Ψ1 και αγνώστων στοιχείων εργάτες τέλεσαν εις βάρος της κατά τις 8.30 ώρα τα αδικήματα της διατάραξης οικιακής ειρήνης (όλοι) της φθοράς και της απειλής ο Μ1 και ο Ψ1 και της ψευδούς καταμήνυσης ο Ψ1. Συγκεκριμένα αυτή κατάγγειλε ότι στις 16-4-2003 περί ώρα 8.30 οι μηνυόμενοι πραγματοποιώντας εργασίες για την ανέγερση όμορης στην πολυκατοικία που διέμενε οικοδομής στην οδό ..., "πήδηξαν στο μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου της πολυκατοικίας διαταράσσοντας για δεύτερη φορά την οικιακή της ειρήνη της", ότι αμφότεροι οι υπό στοιχ. 2) και 3)"προκάλεσαν φθορές στην τέντα του μπαλκονιού της από μπετόν" και ότι την απείλησαν διατυπώνοντας την φράση "σου την έχουμε στημμένη .....θα σου κάνουμε μήνυση", επιπροσθέτως δε, ότι ο Ψ1 την εξύβρισε απευθύνοντάς της τη φράση "αν δεν με αφήσεις να συνεχίσω τη δουλειά μου, θα σε πηδήξω", και ότι ο ίδιος την ίδια μέρα κατήγγειλε ψευδώς, ότι αυτός την καταμήνυσε για αδικήματα του δεν είχε κάνει. Β)Επίσης κατά τον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο και περί ώρα 16.05 μμ με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του Μ1 κι ενώ είχε συλληφθεί στα πλαίσια του αυτοφώρου για τις σε βάρος του Μ1 καταμηνυθείσες πράξεις της απειλής, της εξύβρισης και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και προσαχθεί στο πιο πάνω Αστυνομικό Τμήμα κατήγγειλε ψευδώς, ότι ο Μ1 τέλεσε σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης "προκειμένου να την εκβιάσει, ώστε να αποσύρει τη μήνυση που υπέβαλε εναντίον του" ενώ η αλήθεια, την οποία και γνώριζε, ήταν, ότι αυτός ουδέποτε τέλεσε την πράξη που του καταμαρτυρούσε. Περαιτέρω η κατηγορουμένη ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον της Αρχ/κα Λ1, κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους τα ως άνω αναλυτικά αναφερόμενα ψεύδη, ακολούθως δε την ίδια ημέρα και περί ώρα 16.05 μμ ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Αστ/κα Λ2, κατά την έκθεση βεβαίωσης της έγγραφης έγκλησής της, βεβαίωσε ως αληθές το περιεχόμενο αυτής, ενώ γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Τέλος η κατηγορουμένη την 16-4-2003 ενώπιον της Αρχ/κα Λ1 και του παρισταμένου Υ/Α ... τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους, διατύπωσε εγγράφως για τα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα τους διαλαμβανόμενους στην από 16-4-03 προφορική της μήνυση ισχυρισμούς, οι οποίοι ήταν ψευδείς και πρόσφορα να βλάψουν τη θεμελιωμένη στην ηθική και κοινωνική αξία του προσώπου τους εκτίμηση, ακολούθως δε με την υποβολή της έγκλησής της, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση ο Αστ/κας Λ2 και ο παριστάμενος Α/Β ..., τελώντας εν γνώσει της αναλήθειάς τους, ισχυρίστηκε για τον Μ1, τα όσα ψευδή γεγονότα αναφέρονται σε αυτήν και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 και 1 και 363 σε συνδ. Με 363 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη και αξιολογηθεί από το Εφετείο όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο μερικά από αυτά και συνεπώς και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ1, η παράλειψη τις αναφοράς και αξιολόγησης και συσχέτισης της οποίας α)με το περιεχόμενο της αναγνωσθείσης από 12-5-2003 αγωγής των Μ1 - Ψ1 και β)με το περιεχόμενο της αναγνωσθείσας από 16-4-2003 μήνυσης του Μ1, όπως στην μείζονα σκέψη αναπτύχθηκε, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, ούτε ήταν αναγκαία για την πληρότητα αυτής, η παράλειψη της συσχέτισης του περιεχομένου της 66897/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και της 100971/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αυτό ανεξάρτητα του ότι όσον αφορά τις τελευταίες αυτές αποφάσεις αναφέρονται διηγηματικά στο σκεπτικό της απόφασης και αφορούσαν προγενέστερη συμπεριφορά των σ' αυτές αναφερομένων ως εμπλεκομένων προσώπων ήτοι της κατηγορουμένης του εγκαλούντος και του μάρτυρα κατηγορίας Μ1.
Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας, κατά την οποία, από τη μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής της κατηγορουμένης έλαβε υπόψη του "....τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο....", προκύπτει ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος εξετάσθηκε χωρίς όρκο, πέραν της αοριστίας της, επειδή δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα σε τι η κατάθεση αυτή θα την ωφελούσε αν ελαμβάνετο υπόψη, είναι και αβάσιμη, αφού από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει, ότι αναφέρεται σ' αυτά ο πολιτικώς ενάγων, ως μάρτυρας κατηγορίας, από παραδρομή δε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό, ότι έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας". Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την απόδοση σ' αυτή των παραπάνω αιτιάσεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι δεν έλαβε το Εφετείο υπόψη του το περιεχόμενο α)του από 16-4-2003 αντιγράφου του δελτίου συμβάντων β)της από 16-4-2003 έκθεσης προφορικής μήνυσης της κατηγορουμένης και γ)της από 14-4-2003 μήνυσης του Μ1, αφού όπως από τα πρακτικά τόσο της πρωτόδικης, όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, τα παραπάνω έγγραφα ούτε αναγνώσθηκαν αλλ' ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Τέλος δε σε εσφαλμένη προϋπόθεση στηρίζεται και ο συναφής ίδιος λόγος αναίρεσης με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Φ1, εκ του λόγου ότι μεταξύ των κατά το είδος τους στην αρχή του σκεπτικού μνημονευόμενα αποδεικτικών μέσων αναφέρονται μόνο οι καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας. Και τούτο καθόσον όπως από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ο ανωτέρω μάρτυρας, εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη και πολιτικώς ενάγοντα Ψ1 και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/4/2008 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 80/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Α) Δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, αν δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, που προεδρεύεται από εφέτη που ορίσθηκε με κλήρωση, η αδυναμία, το κώλυμα ή η απουσία του Προέδρου Εφετών. Β) Ο ορθός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης ανήκει στον Εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη. Δεν απαιτείται η έγκληση να υποβάλλεται κατά πανηγυρικό τρόπο. Γ) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 περ. γ' ΚΠΔ προϋποθέτει την μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης, ενώ δεν συνιστά τέτοια ακυρότητα η μη αναβολή της δίκης για συνεκδίκαση με άλλη συναφή. Δ) Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος της αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος εκ του λόγου ότι στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως. Ε) Ψευδής καταμήνυση - στοιχεία εγκλήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαία η συσχέτιση της με άλλες αποφάσεις, οι οποίες και διηγηματικά αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ψευδής καταμήνυση, Πολιτική αγωγή, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 2281/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λαγουδάκο, περί αναιρέσεως της 96/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 882/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.Φαινόμενη συρροή ή απλή συρροή νόμων, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση ενός προσώπου υπόκειται εκ πρώτης όψεως σε περισσότερους ποινικούς νόμους, υπό τη λογική και αξιολογική σχέση των οποίων προκύπτει ότι μόνο ένας από τους νόμους αυτούς είναι εφαρμοστέος, οι δε λοιποί αποκλείονται και μόνο φαινομενικά συρρέουν. Έτσι φαινόμενη συρροή υφίσταται στην περίπτωση που περισσότεροι νόμοι, οι οποίοι καλύπτουν την όλη απαξία και υπόσταση της πράξεως, τελούν μεταξύ τους σε σχέση ειδικού προς γενικό. Τότε, σύμφωνα με την αρχή της ειδικότητας, ο ειδικός νόμος, αν δεν διαλαμβάνει ρήτρα επικουρικότητας, αποκλείει την εφαρμογή του γενικού. Αλλά και όταν οι περισσότερες πράξεις που διώκονται ποινικά δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, γιατί συγκροτούν την έννοια ενός μόνο εγκλήματος, είτε γιατί η μία αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης, είτε γιατί χρησιμεύει κατά νόμο ως αναγκαίο μέσο για την εκτέλεση της, είτε, τέλος, εμφανίζεται ως συνέπεια της προηγούμενης πράξεως, οπότε διώκεται μόνο αυτή, απορροφά δε και την άλλη, εφόσον η τελευταία δεν προσβάλλει διαφορετικό έννομο αγαθό. Όταν όμως με την εγκληματική δραστηριότητα ενός προσώπου προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά που προστατεύονται από διαφορετικούς νόμους, τότε υπάρχει αληθινή συρροή (Ολομέλεια ΑΠ 179/1990). Εξ άλλου ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής α) τη μη υποβολή ή τη υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 18 παρ.1 του πιο πάνω νόμου ορίζει: Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές. Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ τους με την έννοια ότι η διάταξη του άρθρου 18 του ως άνω νόμου ως ειδική έναντι της διάταξης του άρθρου 25 απορροφά την τελευταία. Και τούτο καθόσον τόσον κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση τα θεσπιζόμενα εγκλήματα μ'αυτές αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών, έτσι ώστε να μη διαφεύγει τον ποινικό κολασμό εκείνος ο οποίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του ΦΠΑ, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 18, αν δεν καταβάλει το από την συμπεριφορά του αυτή οφειλόμενο και βεβαιωθέν χρέος μέσα στις προθεσμίες που ορίζει το άρθρο 25 επιβαρυνόμενος με τόκους και προσαυξήσεις. Συνακόλουθα α) ο κατ'εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Συ και Η του ΚΠΔ συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση δεδικασμένου άλλως εκκρεμοδικίας και για υπέρβαση εξουσίας με την ειδικότερη αιτίαση ότι αν και με την 1453/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου καταδικάσθηκε αμετάκλητα ο αναιρεσείων για παράβαση του άρθρου 18 του ως άνω νόμου άλλως ότι εκκρεμούσε σε βάρος του ποινική δίωξη για την παραπάνω αξιόποινη πράξη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του υπερβαίνοντας την εξουσία του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείτο εν προκειμένω της παραβίασης της προθεσμίας του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, συρρέει αληθώς με την ως άνω αξιόποινη πράξη της αποφυγής πληρωμής ΦΠΑ για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Για τον ίδιο λόγο, είναι απορριπτέος και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έλαβε υπόψη του, χωρίς να έχει αναγνωσθεί την με αριθμό πρωτ. 7452/15-2-2002 μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της ... ΔΟΥ ... κατά του Κ1, και έτσι με την μη ανάγνωση αυτής στέρησε από τον κατηγορούμενο από την δυνατότητα να εξηγήσει ότι ναι μεν ότι η μηνυτήρια αναφορά υποβλήθηκε αρχικά μόνο εναντίον του Κ1, όμως τελικά η ποινική δίωξη ασκήθηκε για την μη απόδοση ΦΠΑ και σε βάρος του, αφού κατά τ'ανωτέρω εκτιθέμενα υφίσταται πραγματική και όχι φαινομενική συρροή μεταξύ της παράβασης της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 και του άρθρου 18 του ν.2523/1997 και συνεπώς μη ανάγνωση της ως άνω μηνυτήριας αναφοράς ουδεμία επίπτωση μπορούσε να έχει επί της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.2 του Ν. 9 στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικοί διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 25 παρ.Ι του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως, κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με τη διάταξη αυτή προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης από τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ήτοι αυτή της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί σε δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Έτσι για την καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται διαφορετικά στοιχεία για τη συγκρότηση της αντίστοιχης αξιόποινης πράξεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2.523/11-9-1997 αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 και, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του ποσού, το οποίο, όταν οφείλεται, καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής του και έτσι οι πράξεις που προηγουμένως ήταν αξιόποινες καθίστανται πλέον ανέγκλητες, αν το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το όριο του 1.000.000 δρχ. προκειμένου για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα 2.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, αν πρόκειται για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους ή αν πρόκειται για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, αφού για την καθεμία από τις ως άνω δύο κατηγορίες, αφενός μεν προβλέπεται διαφορετικό ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, αφετέρου δε απειλείται διαφορετικό πλαίσιο ποινής. Τέλος, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με το ανωτέρω άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξης του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και, συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν, ως ευμενέστερες γι' αυτούς, οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως τους. Αντιθέτως, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2.523/1997, κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ. προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου δικάζοντας κατ'έφεση με την προσβαλλόμενη 96/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το με αριθμό ... πρακτικό του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΦΟΥΝΤ ΚΕΤΕΡΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ (δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ) η εκπροσώπηση της ανωτέρω εταιρίας είχε ανατεθεί στους διευθύνοντες συμβούλους Κ1, Χ1 (κατηγορούμενο) και ... που ενεργούν από κοινού. Με το με αριθμό ...πρακτικό του Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρίας ορίστηκαν ως εκπρόσωποι αυτής και διευθύνοντες σύμβουλοι ο Κ1 και ο κατηγορούμενος, οι οποίοι μπορούσαν να ενεργούν είτε από κοινού είτε μεμονωμένα. Το ανωτέρω πρακτικό κατατέθηκε στο Τμήμα Ανωνύμων Εταιριών της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν.Μαγνησίας με το με αριθμό ... έγγραφο, πλην όμως δεν καταχωρήθηκε και δε δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, ενόψει της μη ανταπόκρισης της εταιρίας για την τακτοποίηση εκκρεμοτήτων παρ'ότι ειδοποιήθηκε σχετικά από την παραπάνω αρμόδια Υπηρεσία με συνέπεια να θεωρείται ότι η ανωτέρω εταιρία εκπροσωπείται νόμιμα σύμφωνα με το με αριθμό ...πρακτικό, στο οποίο ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής φέρεται και ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος με την από 25-1-00 εξώδικη δήλωσή του προς την ανωτέρω εταιρία αντίγραφο της οποίας κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία (Διεύθυνση Εμπορίου Ν. Μαγνησίας) παραιτήθηκε από μέλος αυτής. Μετά ταύτα ο αριθμός των μελών του Δ.Σ. της ΑΕ μειώθηκε κάτω των τριών που προβλέπει ο νόμος, πλην όμως η ανωτέρω αλλαγή δεν υπεβλήθη στις διατυπώσεις της δημοσιότητας του άρθρου 7β και ως εκ τούτου η εταιρία δεν μπορεί να αντιτάξει σε τρίτους την ανωτέρω πράξη για την οποία δεν τηρήθηκε η δημοσιότητα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έφερε όχι μόνο την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ της ανωτέρω εταιρίας αλλά και αυτή του διαχειριστή της σύμφωνα με το με αριθμό ...πρακτικό του Δ.Σ. και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του 1 κρίνεται απορριπτέος, όπως και αυτός ότι εν τοις πράγμασι δεν ασκούσε τα ανωτέρω καθήκοντά του στην εταιρία. Εξάλλου από τον προϊστάμενο της ... ΔΟΥ ... υπεβλήθη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου η με αριθμό πρωτοκόλλου 7452/15-4-02 μηνυτήρια αναφορά κατά του συνδιαχειριστή της ανωτέρω εταιρίας Κ1 για μη απόδοση ΦΠΑ της εταιρίας για το έτος 2000, τα οποία έπρεπε να αποδοθούν εντός του χρονικού διαστήματος 2000-2001, ήτοι για παράβαση του άρθρου 40 παρ.1 του Ν. 1642/86, πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη με αριθμούς ΑΒΜ 4368/02 και 4369/02 για την πορεία της οποίας (έκδοση απόφασης) κανένα έγγραφο δεν προσκομίζει ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση από τον επισυναπτόμενο στη με αριθμό πρωτοκόλλου 12772/14-7-04 αίτηση ποινικής δίωξης κατά του κατηγορούμενου του προϊσταμένου της ...ΔΟΥ ... πίνακα χρεών προκύπτει ότι τα βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία χρέη της εταιρίας αφορούν οφειλές αυτής για το χρονικό διάστημα από 30-1-2001 έως 30-1-2003 από μη καταβολή ΦΠΑ (κατά την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας), ήτοι για μη καταβολή ΦΠΑ πέραν του έτους 2000 για το οποίο ασκήθηκε η προαναφερθείσα κατά του Κ1 ποινική δίωξη. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ασκήθηκε κατά του ιδίου ποινική δίωξη για την ίδια με την υπό κρίση οφειλή ποινική δίωξη για την πράξη του άρθρου 18 ν.2523/97 δεν απεδείχθη και συνεπώς ο του αντιθέτου ισχυρισμός του κρίνεται απορριπτέος. Μετά ταύτα, από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τις ένορκες εξετάσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη την συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο Βόλο το χρονικό διάστημα από 30-1-2001 έως 30-1-2003, ενώ ήταν οφειλέτης προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις "περί χρεών προς το Δημόσιο" και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000 €, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα υπ' αριθμ. 17/2004 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Προϊστάμενος της ... Δ.Ο.Υ. ..., και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβη στην εξόφλησή τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλε στο Ελληνικό Δημόσιο, με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εδρεύουσας στο Βόλο εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΦΟΥΝΤ ΚΕΤΕΡΙΝΓΚ Α.Ε." συνολικά το ποσό των 58.759,36 € μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στην ...' Δ.Ο.Υ ... σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασε με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών). Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1 β, 2,3 και 7 του Ν. 1882/1990 ως αντικ. με το άρθρο 23 Ν. 2523/1997 και ήδη με άρθρο 34 παρ.1 και 2 Ν. 3220/2004 και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 98 του Π.Κ, και των άρθρων 25 παρ.1γ, 2,3, του Ν.1882/1990, όπως αντικ. με άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, 19 παρ.2 του Ν. 2948/2001 και άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα α) αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία κατά τον χρόνο που βεβαιώθηκαν τα χρέη προς το Δημόσιο της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΦΟΥΝΤ ΚΕΤΕΡΙΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου σε κάθε πάντως περίπτωση είχε την ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου και ασκούσε τα παραπάνω καθήκοντα. Συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο κατ'εκτίμηση υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεύτερος λόγος αναίρεσης με την ειδικότερη αιτίαση ότι εν τοις πράγμασι διαχειριστής της ως άνω εταιρείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν το ζεύγος ... και ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος είναι απαράδεκτος διότι μ'αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται με αναιρετικό λόγο.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004, κηρύσσοντας ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για τα βεβαιωθέντα κατά την 18-2-2002 χρέη από μη καταβολή Φ.Π.Α. για τα έτη 2000 και 2001, ύψους 28.195,58 και 29.154,83 ευρώ αντίστοιχα, πλέον χρέους από 625,10 ευρώ για πρόστιμο ΦΠΑ έτους 2000, πλέον 5,85 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης για τα παραπάνω χρέη, εφόσον το ύψος καθ' ενός από τα χρέη, αυτά με τη προσαύξηση υπερέβαινε τόσο το ποσό των 2.000.000 δραχμών, που ήταν το θεσπιζόμενο από την διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αλλά και δεν υπολείπετο το άθροισμα αυτών του συνολικού ποσού των 10.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 3/2004. και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε συναφής λόγος αναίρεσης. Με το να συνυπολογίσει όμως στα παραπάνω ποσά και το χρέος που φέρεται οφειλόμενο από τον αναιρεσείοντα ύψους 72,37 ευρώ, πλέον 15,63 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως με αύξοντες αριθμούς 1-4, 1-4, στον ως άνω με αριθμ.17/2004 πίνακα χρεών και αποτελεί χρέους από εισόδημα Ν.Π. που βεβαιώθηκε στις 10-5-2000 και αποτελούσε τις δύο από τις 5 μηνιαίες δόσεις που έληγαν στις 31-8-200 και 29-9-2000, ήτοι αφορούσε χρέος που βεβαιώθηκε και οφείλετο υπό την ισχύν τον Ν. 2523/1997, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997, η οποία άρχισε να ισχύει από 1-1-1998 και τυγχάνει στην προκειμένη περίπτωση ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα εφαρμογής (άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ), αφού το παραπάνω χρέος με τις προσαυξήσεις του δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.000.000 δραχμών που αποτελεί το κατώτατο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη, σύμφωνα με την διάταξη του ως άνω νόμου, με την οποία χαρακτηρίζεται η καθυστέρηση καταβολής στο Δημόσιο χρεών ολιγότερου ποσού ως ανέλεγκτη και είναι βάσιμος.
Εν όψει των παραπάνω, αφού κρίθηκε βάσιμος ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης από δε το χρόνο κατά τον οποίο το παραπάνω χρέος των 762,37 ευρώ είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο με την μη καταβολή των οφειλομένων δόσεων, και μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης (14-10-2008) αλλά και έτι περαιτέρω μέχρι του χρόνου διάσκεψης και του χρόνου δημοσίευσης της παρούσας απόφασης είχε παρέλθει οκταετία, πρέπει να παύσει ως προς την αξιόποινη αυτή πράξη η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αυτεπαγγέλτως λαμβανομένης υπόψη και από τον 'Αρειο Πάγο, και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντα για την στο σκεπτικό αξιόποινη πράξη της μη εμπρόθεσμης καταβολής προς το Δημόσιο του προς αυτό οφειλομένου χρέους ύψους 752,37 ευρώ που αναφέρεται στο 17/2004 πίνακα χρεών του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ....
Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την διάταξη της περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασε προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αυτό 21 Απριλίου 2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά της 96/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
. Ι. Προϋποθέσεις εφαρμογής ως ευμενέστερης: α) της μεταγενέστερης διάταξης του άρθρου 34 Ν. 3220/ 2004 και β) της προγενέστερης διάταξης του άρθρου 25 ν. 1882/1990. ΙΙ. Δεν υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ της αξιόποινης πράξης που προβλέπεται και τιμωρείται με το άρθρο 18 ν. 2523/1997 και εκείνης που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 25 § 1 ν. 1882/1990. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Νόμος επιεικέστερος, Αναίρεση μερική, Δεδικασμένο, Συρροή εγκλημάτων.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.